Ads 468x68px

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Όσα πρέπει να γνωρίζω για το ναυτικό επάγγελμα

Κύριε διευθυντά. Πληροφορούμαι ότι ο ελληνικός εμπορικός στόλο ς είναι σήμερα ο μεγαλύτερος του κόσμου, ενώ τα ελληνικών συμφερόντων πλοία που ταξιδεύουν με κοινοτική σημαία αντιπροσωπεύουν, σε μεταφορική ικανότητα, το 56% του στόλου που κατέχουν οι 25 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε κανέναν άλλο τομέα της διεθνούς οικονο­μίας η Ελλάδα δεν απολαμβάνει αυτή την επιτυχία! Η πληροφόρηση προέρχεται α­πό το φετινό ενημερωτικό φυλλάδιο του Ναυτικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, α­ποσκοπώντας στην προσέλκυση νέων στο ναυτικό επάγγελμα για θέσεις αξιωματικών γέφυρας και μηχανής. Επειδή το Ναυτικό Επιμελητήριο ασχολή­θηκε με την ενημέρωση του νέου πληθυ­σμού της χώρας μας περί της σταδιοδρο­μίας στη θάλασσα, αλλά μάλλον από κεκτημένη ταχύτητα του διέφυγαν μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία, καλό θα ήταν να τα υπενθυμίσουμε σε όσους ενδιαφέρονται. Κάποιος φίλος ναυτικός βρέθηκε ως επι­σκέπτης στη γέφυρα ενός πλοίου με Βόρειο ευρωπαίο πλοίαρχο και η πρώτη ερώ­τηση που του τέθηκε ήταν: «Μα καλά, α­ληθεύει ότι ακόμα μπαρκάρετε εσείς 6μη­να και 7μηνα;». Όχι μόνο αληθεύει ,αγα­πητέ κάπταιν, αλλά και 8μηνα και 9μηνα ά­μα μπορέσουμε, γιατί εδώ είναι Βαλκάνια και το έργο παίζει σε ελεύθερη μετάφραση. Αυτό που έχει ειπωθεί και πρέπει για άλλη μια φορά να επαναειπωθεί -για να ξεκινήσουμε από κάπου - είναι ότι ο Έλληνας ναυτικός χαντακώθηκε από το φιλότιμό του. Τα χρόνια που τα λίμπερτι έ­δωσαν την κινητήρια σπρωξιά στην εμπο­ρική μας ναυτιλία πέρασαν ανεπιστρεπτί, οι εποχές που μπαρκάρανε τα τσoupμo οπό το χωριό του αφεντικού και το vοιώθανε το καΐκι και κτήμα τους επίσης. Οι μέρες του «εσύ που ‘φαες τ’ αβγό» είναι πλέov α­ναμνήσεις από ναυτικές ιστορίες. Ταυτόχρονα άλλαξαν και οι ανάγκες επίσης. Άλλη η Ελλάδα του ‘50, άλλη του σήμερα. Έτσι λοιπόν νάμαστε στα 2006, με 3.338 πλοία ελληνόκτητα, δηλαδή ελληνικής πλοιο­κτησίας αλλά όχι και ελληνικής σημαίας. Το γιατί είναι επίσης γνωστό, άλλο Πέπη κι άλλο πρέπει, αλλιώς είναι να έχεις running costs per day τέσσερις χιλιάδες δολάρια και αλλιώς επτά χιλιάδες δολάρια, 90 χι­λιάρικα το μήνα δεν είναι παίξε γέλασε. γιατί, αγαπητέ μου, ο άλλος το βάζει κάτω το πράμα και σου λέει, αφού η δουλειά αυτή η δύσκολη έχει πρωταρχικό κανόνα το «ο θάνατός σου η ζωή μου», τα πράματα είναι απλά, τρεις το λάδι τρεις το ξίδι, από πού μπορώ να κόψω για να είμαι ανταγωνιστικός; Από τα πετρέλαια ξέχνα το, από τη συντήρηση όλο και πιο δύσκολα γιατί με αυτούς τους όλο και πιο σκληρούς και απαιτητικού ς κανόνες δεν μας παίρνει να μας το δέσουνε πουθενά το εργαλείο, από τις τροφοδοσίες, ε εκεί τα 'χουμε πάει ήδη κάτω τα budget, πόσο πιο κάτω; Εξάλλου είκοσι νοματαίοι τι να φάνε πια. Άρα τι μένει, οι αμοιβές του κόσμου. Εδώ λοιπόν έρχεται να πέσει ο τίτλος του θρίλερ
«ο αιμοδιψής Έλλην Ναυτικός και τα δεινά που φέρει».
Γιατί, όπως και να το κάνουμε τώρα, την εποχή που ο κόσμος είναι με το κινητό του το καινούργιο στην τσέπη, το αμαξάκι του παρκαρισμένο στο παρκιvγκ και το γκομενάκι παραμάσχαλα στο Μικρολίμανο, και, είτε με τα ψέματα είτε με την επιχορήγηση του μπαμπά από πίσω, θα τη βγάλει και την ντάγκλα του θα την έχει, ε, δεν γίνεται, ρε, φίλε, εσύ να τον θέλεις να τραβάει 6ωρίες στο γκαζάδικο στο Λάγος και στο Mallaca Strait μην του την πέσουν οι πειρατές και μην τόνε πατήσει κανένα κοντεινερ που ανεβαίνει πατημένο με 24 για Ευρώπη και είναι ήδη 4 ώρες πίσω -αλίμονο ο δόλιος μπάρμπας έχει χάσει ήδη τον ύπνο του. Ε, για να τόνε σηκώσεις από τη μακαριότητά του το φέρελπι νέο δεν πρέπει να τόνε γλυκάνεις και λίγο το μάγκα; Πρέπει. 3.500 ευρώ στο φορτηγό και 4.300 στο γκαζάδικο λέει το Ν.Ε.Ε. παίρνει ο ανθυποπλοίαρχος. Ε, τώρα για 23 χρονών παλικάρι τέτοια λεφτά δεν είναι λίγα, εκεί λοιπόν ποντάρουμε, ωραία. Το σκέφτηκε ο νέος, το ξανασκέφτηκε, σου λέει όλα καλά στο Μικρολίμανο, αλλά άμα ο γέρος κόψει το σπονσοριλίκι τι χαμπάρια, μάστορα;
Το είδε από δω, το είδε από κει, νάτονε στη μεγάλη Σχολή του γένους, την Α.Ε.Ν. που όλο και τον ζαλίζουνε ότι είναι κάτι μεταξύ Τ.Ε.Ι. και Α.Ε.Ι. και τίποτα απ' όλα. Έβαλε τη στολή του, έκανε και κοπάνα από τη Σχολή με τη διμοιρία και σκάσανε με τα γαλόνια και το ray ban στο Μικρολίμανο και πάθανε βουή οι μικρές, όπα σου λέει εδώ είμαστε. Κι έτσι μετά από κάτι μηνακια σου σκάει στο βαπόρι ο δόκιμος που περίμενες στωικά, καλώς το παλικάρι μας. Πώς, ρε λεβέντη μου, την πήρες την απόφαση να 'ρθεις στα βαπόρια;
Α, σου λέει ο φέρελπις, κύ­ριε πλοίαρχε, είναι ένα επάγγελµα µε μεγάλες αµοιβές και δόξα και καριέρα. Καλά, παιδί µου ... πήγαινε να τακτοποιηθείς και θα τα πούµε. Τώρα άµα αυτόνε τον βλέπεις σαν τον αυριανό σου ανθυποπλοίαρχο, πρέπει να τον µάθεις και τα του σπορ, οπότε να µάθει να διοικείται για να διοικήσει αύριο. Για να µάθει να λέει «βίρα και λάσκα» του ναύτη πρέπει πρώτα να το κάνει ο ίδιος, άρα πρέπει να τόνε ξεκινήσεις από κάτω για να ανεβαίνει ένα-ένα τα σκαλιά. Έτσι, λοιπόν τόνε δίνεις για κάποιες ώρες στο γερο-λοστρόµο σου, άµα είσαι τυχερός και δεν έχεις Σκανδιναβό, και του λες µάθετόνε απ' όλα και σωστά.
Ααααµάαν, ρε, τι κάνετε εκεί! Ρε, το παιδί θα το καταστρέψετε, ρε φονιάδες. Άκου σεντίνες ο δόκιµος! Ρε, πάτε καλά; 'Εχει µεσο τον Β' υπαρχηγο του Λιµενικου, που λέει ο λόγος, για να 'ρθει εδώ, θέλετε να 'χουµε άλλα; Πάνω κατευθείαν το παιδί. Είναι που είναι το επίπεδο των δικών µας Σχολών καλύτερο από του Southampton, του Kalmar και του Oslo, και σ' τον στέλνοuνε µέσα το φωστήρα έτοιµο. Τόνε βάζεις και συ µέσα στο γραφείο και του λες: «Βλέπεις όλους αυτούς τους φακέλους; Μπράβο καµάρι µου, πιάσε και γράφε». Και θα βγεις από δω όταν ξεµπαρκάρεις. Αυτό δεν του το λες, αλλά άµα είναι γάτης το καταλαβαίνει µόνος του. Ο µόρτης τώρα ο δόκιµος είδε στη διαφήµιση κάτι παλικαράκια µε καπελάκια ψαρέµατος που χοροπηδάγανε σαν να πηγαίνανε εκδροµή, είδε κάτι γαλόνια αστραφτερά στη Σχολή, διάβασε και στο φυλλάδιο του Ναυτικού Επιµελητηρίου Ελλάδος κάτι τσιτάτο σαν «Τaξιδεύω-Εξερευνώ-Ανaκaλύπτω-Κερδίζω» και σούρθε µέσα φτιαγµένος. Τώρα, για να πούµε και ένα µικρό µυστικό µε­ταξύ µας, όταν τόσκασε το παραµύθι στο γκο­µενάκι εκείνο το βράδυ ότι θα πεταχτεί σε µια δουλειά και θα ξαναρθεί σε κάνα 6µηνο, το µι­κρό έπαθε ένα κατιτίς αλλά της είπε ο µικρός, κινητό θα έχω, µωρό µου, θα σε παίρνω κάθε µέρα. Ήλπιζε ο αφελής ότι θα τη γλίτωνε. έτσι ως νέος Μαγγελάνος στην εποχή του ISM, του ISPS, της ανταγωνι­στικότητας και της παγκοσµιοποίησης, ο φέρελπις ήρθε και αναµένει να δει τα γούστα. Σκάει και το ταξίδι από Ευρώπη για Βραζιλία, ωραία πράµατα, εδώ είµαστε. 18 µερούλες λένε οι παλιοί, µπουνάτσες µετά το Φινιστέρο, λεβεντιές. Ο νέος γράφει-γράφει­-γράφει και ξαναγράφει. Έρχεται και στη βάρδια το βράδυ, αλλά ο ανθυποπλοίαρχος , δεν φαίνεται ο πλέον ευτυχής κάτοικος του πλανήτη. Κάτι βλαστήμιες ρίχνει στο σύστημα, κάτι για Λιμενικό μουρμουράει αλλά δεν είχε μέσο, κάτι για κότερα να την κάνει, ο νέος απορεί. Μα καλά, αφού παίρνει 3,5 χιλιάρικα! Δεν είναι στα καλά του ετούτος. Άσε να πάω στον άλλο. Αυτός χειρότερα! Έχει και γραμμάτια! Ρε, πού πέσαμε εδώ μέσα. Όσο για το γραμματέα, άστονε, μην τον υπολογί­ζεις. Ούτε μιλάει ούτε λαλάει, μόνο παραμι­λάει για τις πουτάνες στο Santos και πόσο θέ­λει να πιάσει τη βάση για τη σύνταξη. Πήγαμε λοιπόν και στο Santos και κάναμε και τα γούστα μας. Σαν τον λαγό, ό­μως, που τόνε κυνηγάνε. Δύο μέρες κάτσαμε και νάμαστε πάλι στο δρόμο για την Κίνα. Εδώ το θέμα χαλάει λίγο γιατί είναι πάνω από μήνας και ο νέος δεν το είχε υπολογίσει έτσι ακριβώς. Όσο για το κινητό που «μας φέρνει κοντά» κλπ., κλπ., μόλις ήρθε ο λογαριασμός ο πρώτος, κάτι για λάθος παραμίλαγε αλλά στο τέλος τα πλήρωσε, τι να κάνει. Όταν όμως μετά από 40 μέρες εν πλω, χωρίς κινητό χωρίς ιντερνέτ να βλέπει τουλάχιστον τα e-mail του από τους κολλητούς και το μωρό, να διαβάσει λίγο μια εφημερίδα, ρε παιδί μου, χωρίς νέα παρά τις ραδιοαρβύλες, με παρέα 6-7 λαλημένους πατριώτες και άλλους 18 Σκανδιναβούς που τρώνε ρύζι και βρωμοκοπάνε σκορδίλα, με παρέα τη μοναξιά του τη μαύρη, να κάτσει να σκεφτεί λίγο, εκεί το σχέδιο δεν πάει καλά. Άσε ντε που άμα θυμάται το μωρό, τα Σαββατόβραδα, το αμάξι και τους κολλητούς, δεν του κάθεται καλά με τίποτα. Όταν δε φτάσει με το καλό στην Κίνα, σε έναν ντόκο στη μέση του πουθενά να ξεφορτώσει για άλλες δύο μέρες και μετά δρόμο και πλύσιμο τα αμπάρια, ε, εκεί έρχεται η ώρα των α­ποφάσεων. Όταν με το καλό το νετάρει το 6μηνο και γυρίσει, άμα θα βρει το μωρό να τον περιμένει θα ακούσει την γκρίνια που δεν έχει μάθει ακόμα, και άμα δεν το βρει να περιμένει, πράγμα το πιθανότερο, θα πιει πολλούς καφέδες με τους κολλητούς και θα το ξανασκεφτεί.
Μιλούσαμε λοιπόν περί ανταγωνιστικότητας και running costs και έλλειψη νέων από το ναυτικό επάγγελμα, τη στιγμή που η ελληνική ναυτιλία δεν έχει ματαξαναδεί τέτοιες δόξες και άλλα πολλά που γίνανε πια πιπίλα στο στό­μα. Δεν είπαμε όμως την ωμή αλήθεια και αν δεν το αναλύσουμε το πράγμα, να το δού με αντικειμενικά, δεν υπάρχει και καμία ελπίδα τα πράγματα να φτιάξουν μόνα τους. Πάμε λοιπόν μια προσπάθεια. Έλληνας ναυτικός δεν έχει μέλλον. Ορθόν και να η εξήγηση. Για να πάει σήμερα ο νέος στα βαπόρια πρέπει να υπάρχει λόγος. Λεφτά, λοιπόν, ναι μεν, αλλά. Τρεις χιλιάδες πεντακόσια ο ανθυποπλοίαρχος, αλλά όσο είναι μέσα στο βαπόρι - δηλαδή επί όσους μήνες μπαρκάρει και μετά διά 12 μήνες το χρόνο. Μήπως λοιπόν τα 3.500 γί­νονται 2.300 χωρίς πολλή προσπάθεια; ΓίνονταΙ. Από την άλλη, για να κάτσει και να σταδιοδρομήσει στα βαπόρια ή πρέπει να είναι ψωνισμένος με το άθλημα από μικρός ή πρέπει να έχει μεγάλη οικονομική ανάγκη και να μην μπορεί να κάνει αλλιώς ή πρέπει να είναι τελείως φευγάτος και κομματάκι παρμένος. Νορμάλ άνθρωπος στην εποχή του κινητού, του εύκολου δανείου «διακοπών» και της κα­λοπέρασης δεν κάθεται στα βαπόρια σήμε­ρα. Αν δε, είναι λίγο ξύπνιος και τα πιάσει τα νοήματα από νωρίς ή Ψάχνει να βρει στοργή στην αραxτή καρέκλα του δημοσίου, Π.χ. του Λιμενικού, ή πάει κατευθείαν για μεταπτυχια­κά και προσπαθεί λυσσαλέα να βρει θέση σε γραφείο. Μακριά από τα βαπόρια πάντως. Παρένθεση για μια μεγάλη αλήθεια: Ποιος α­λήθεια δεν θέλει το δίπλωμα της Ακαδημιας Εμπορικού Ναυτικού να είναι επιπέδου Ανωτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος; Μήπως ομως αν γίνει αυτό δεν πρόκειται να μείνει αν­θρωπος στα βαπόρια που να μην κάνει αίτηση ­για δουλειά στο δημόσιο; Ερώτημα ... Όσο για την εκπαίδευση, μήπως δεν είναι τυχαίο που ­δεν βελτιώνεται; Μήπως το να παράγουμε τα κεφάλια που μας λείπουν κάθε χρόνο πρέπει να μπερδευτεί με το «παράγω ανθρω πινο δυναμικό του υψηλότερου δυνατού επ­πέδου ώστε να το χρησιμοποιήσω για τη δcυλειά που το θέλω»; Γιατί άμα τον κάνω οπλισμένο σαν αστα­κό και του ανοίξω τα μάτια, θα μου την κάνει από την πίσω πόρτα όταν καταλάβει ότι και θέλω να τον ξεζουμίζω και δεν θέλω να τον ανταμείβω κατάλληλα! Γιατί όταν Έλληνας εκπαιδευτεί όπως ο Βόρειος. όχι. μόνο δεν έχει να φοβηθεί τίποτα αλλά τους πήρε φαλάγγι όλους, άρα μήπως δεν θέλουμε να έχουμε τους καλύτερους επίτηδες: Μήπως ο αντισυνταγματικός (παρά)νόμος που. δεν αναγνωρίζει την υπηρεσία του αξιωματικού ως προαγωγική σε οποιαδήποτε σημαία δεν αποσκοπεί μόνο στο να ανακόψει την πορεία όσων θέλουν να δοκιμάσουν την τύχη τους και πιο πέρα, αλλά τους αναγκάζει να παραμείνουν στην κατάντια της Ακτής Μιαούλη με τα γνωστά αίσχη πληρωματάδων και πρακτόρων.
Μήπως βγάλαμε μόνοι μας τα μάτια μας; Είπαμε 3.338 ελληνόκτητα, σκάρτα 700 με ελληνική σημαία. Και τα υπόλοιπα; Άντε καμιά 500αριά να έχουν Κύπρο και Μάλτα, κι αυτό μετά την είσοδο των νέων χωρών στην Ε.Ε. το 2004. Τα υπόλοιπα; Μήπως ο κατά παραγγελία νόμος μας ήρθε μπούμερανγκ και τώρα που όλοι θέλουν ση­μαία για να μαζέψουν υπηρεσία, δεν βρίσκου­με με τίποτα κόσμο για τα ανασφάλιστα; Και αν η σημαία συνεχίζει να χάνει κάθε χρόνο βαπόρια, στο τέλος πού θα τη βρίσκουμε για να μαξέψoυμε υπηρεσία '{Τώρα ήρθε η ώρα να πούμε κι άλλο ένα μι­κρό μυστικό μεταξύ μας. Με λίγη καλή θέληση όλα γίνονται! Όπως τον φτιάξα­με το νόμο όταν τον χρειαζόμασταν, έτσι θα τον αλλάξουμε και τώρα που άλλαξαν και οι α­νάγκες. Έτσι δεν είναι, κύριοι; Που λες λοιπόν, αδερφέ, τον αφήσαμε επίτηδες μονόφθαλμο, του κλείσαμε και τις εξόδους διαφυγής, τόνε μεγαλώσαμε μέσα στη λαμαρίνα δουλικό υ­ποτακτικό και μονίμως ανασφαλή, και τον δέ­σαμε το γάιδαρό μας. Έλα όμως που το ίδιο το σύστημα μας ξεπέρασε! Έλα που η κοινωνία η ίδια, παρά την υποκουλτούρα και τη φτώχεια της την πνευματική, κατάφερε τουλάχιστον μια στοιχειώδη ευμάρεια, και έλα που όλοι εί­ναι αφοσιωμένοι στην καλοπέρασή τους! Γιατί λοιπόν να σου έρθει ο νέος σήμερα στα βα­πόρια σου, καπετάνιε μου, όταν εσύ δεν του δί­νεις ούτε λiγα από αυτά που πρέπει: Πόσες ελληνικές εταιρείες σήµερα έχουν κάνει 4 µήνες συµβάσεις στους αξιωµατικούς τους και µε τι αµοιβή; Με τι αµοιβή στη στεριά και για πόσο καιρό; Υπάρχει σήµερα ελληνική εταιρεία που να σου υ­πογράφει συµβόλαιο-σύµβαση εργασίας-άδειας-επαναπρόσληψης; εν είναι όµως αυτό µόνο του αρκε­τό. Με το υπάρχον ασφαλιστικό σύστηµα, τον τρόπο υπολογισµού των συντάξεων και τα παρελκόµενα αν θέ­λεις να δουλεύεις σαν άνθρωπος και να σε βλέπει και το σπίτι σου, δεν µπορείς να µα­ζέψεις υπηρεσία για σύνταξη πριν από τα εξήντα! Έλα όµως που ούτε αντέχεις µε τις σηµερινές απαιτήσεις, ούτε και σε θέ­λουν µόλις καβατζάρεις τα πενήντα! Έτσι λοιπόν κάτσε στον πάγκο και πιάσε το κουπί. Δυστυχώς, η πικρή αλήθεια είναι ότι παρά τις συντονισµένες προσπάθειές τους, ξυπνήσαµε έστω και λίγο, και αρχί­σαµε να καταλαβαίνουµε τι γίνεται και πιο έξω από την αυλή µας. Και εκεί είναι που χαλάει η σούπα. Επειδή όσους Ουκρα­νούς κι αν ναυτολογήσουν δεν µπορούν να αντικαταστήσουν τον καλό Έλληνα. Η µία στραβή του Ουκρανού ακόµα και στην 5ετία είναι αρκετή να σε στείλει αδιάβα­στο. Από την άλλη θέλουµε τον Έλληνα, αλλά όπως µας βολεύει εµάς, δηλαδή και να τραβάει ασταµάτητα και να µην ζητάει Ίσως αυτή η µαγική συνταγή που πέτυχε τόσα χρόνια να είναι και ο λόγος ύπαρξης της ναυτιλίας µας σε αυτά τα επίπεδα που είναι σήµερα. Όµως εδώ είναι το critical point, στην καµπή της ιστορίας. Τι θέλου­µε εντέλει; Η µία "σχολή» λέει, όπως πάµε για όσο πάµε και ας έχουµε δουλίτσα να τρώµε το ψωµάκι µας. Και η άλλη, καλύ­τερα µιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή. Το σω­στό είναι στη ζυγαριά του καθενός µας, αλλά η αλήθεια που ισχύει για όλους ανεξαιρέτως είναι ότι το έργο φτάνει στο τέλος του, από όποια µεριά του σινεµά και αν κάτσεις.
Από τη στιγµή που η ναυτιλία παίζει µε πα­γκόσµιους κανόνες σε παγκόσµιο επίπε­δο, κι από τη στιγµή που φτηνό εργατικό δυναµικό υπάρχει και θα υπάρχει άφθονο ώστε ο ανταγωνισµός να δίνει περιθώρια προς τα κάτω, ο ακριβός είναι χαµένος. Μόνη ελπίδα η νίκη της ποιότητας σε βά­ρος της ποσότητας.. Αν δηλαδή η εξέλιξη των κοινωνιών είναι τέτοια που η ποιότητα καταφέρει να υπερισχύσει του υπερκέρδους, µόνο τότε υπάρχει ελπίδα για τον ακριβό, τον καλό, τον ποιοτικό ναυτικό να επιζήσει Από την άλλη, και µε δεδοµένο τη σταδιακή απόσυρση από το επάγγελµα των Ελλήνων α­ξιωµατικών, συνεπακόλουθα µειώνονται και τα εξειδικευµένα πρωτογενή στελέχη για τα γραφεία. Έτσι θάρθει κάποια στιγµή που δεν θα υπάρχουν άξιοι να διοικήσουν τις εταιρείες και να τις κρατήσουν. Μήπως, λοιπόν, για να φτάσουµε και σε ένα συµπέρασµα, όλα αυτά τα ξέρουµε ήδη και απλά τραβάµε το χρόνο από τις άκρες για να επιµηκύνουµε αυτή τη φθίνουσα πορεία; Σε απλά ελληνικά, όσο κρατήσει ..
Ο εφοπλιστής Μάκης Αγούδηµος (µε έχει δυ­σαρεστήσει πολλές φορές, αλλά οφείλω να τον παραδεχτώ ως διάνοια) είπε σε µια συνέντευξή του στον ΕΦΟΠΛΙΣΤΗ το 1997 µια µεγάλη αλήθεια:
- «Κάποτε αγόρασα ένα καράβι από έναν Σουηδό, ο οποίος µου είπε, εµείς χάσαµε τη ναυτιλία µας επειδή χάσαµε τα πληρώµατά µας. Κοίτα να αρπάξεις ό, τι µπορείς τώρα, γιατί η ναυτιλία πάει εκεί που είναι ο προορι­σµός της να καταλήξει, στη φτηνή Ασία». Αυτό που ποτέ δεν µπόρεσα να δεχτώ στην ελληνική πραγµατικότητα της δουλειάς µου είναι ότι ποτέ κανένας αρµόδιος δεν είχε τα άντερα να πει δυο αλήθειες σε µια πρόταση. Και ακόµα και τώρα, όσοι από αυτούς διαβάζουν αυτές τις γραµµές είµαι βέβαιος ότι θα τις αποκηρύξουν µετά βδελυγµίας. Όµως, 0­ποιεδήποτε εσύ, σοβαροφανή κύριε, που έ­χεις ριζώσει στην καρέκλα σου και κατάφε­ρες να περάσεις απέναντι, δεν είσαι σωστός. Δεν είσαι σωστός γιατί συνεχίζεις να παρα­µυθιάζεις νέους ανθρώπους που δεν έχουν ι­δέα σε τι ντορβά βάζουν το κεφάλι τους. Υ­πηρετείς το σύστηµα που σε ταιζει και το θεωρείς µέρος της δουλειάς σου, αλλά υπάρχει και το µαξιλάρι που µας φέρνει αντιµέτωπους µε την αλήθεια. Υπάρχουν οι ερινύες που καραδοκούν. Υπάρχει και µια αξιοπρέπεια που ποτέ σου δεν γνώρισες ή αν την γνώρισες, την ξέχασες τότε που εξαγόρασες την καρέκλα. Γιατί σ'τα λέω όλα αυτά.
Επειδή όταν ο φέρελπις δόκιµος έκανε crash test µε την πραγµατικότητα σε ένα συµπυκνωµένο session αλήθειας, παραµίλησε.
«Άµα είναι έτσι, θα γυρίσω στην κωλοσχολή και θα τους σκίσω τους ψεύτες που µε κορόιδεψαν».

Πηγη:
ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ
Έλληνας Αξιωµατικός Ε.Ν.
Αρθρο απο το περιοδικό Εφοπλιστής

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button