Ads 468x68px

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Η ωραία Ελένη της Σπάρτης

Η αποκαλούμενη και Ωραία Ελένη, περίφημη για την ομορφιά της, στην ελληνική μυθολογία ήταν κόρη του Τυνδάρεω ή του Δία και σύζυγος του Μενέλαου, του βασιλέα της Σπάρτης. Η αρπαγή της από τον Πάρη και η μεταφορά της στην Τροία έγινε αφορμή, σύμφωνα με τον μύθο, του Τρωικού Πολέμου.
Ο Όμηρος την ονομάζει κόρη του Δία και φαίνεται ότι γεννήθηκε από την επαφή του με τη Λήδα, την οποία ο θεός επεσκέφθη μεταμορφωμένος σε κύκνο.
Είναι δηλαδή αδελφή των Διοσκούρων Κάστορα και Πολυδεύκη.
Γεννήθηκε πλάι στον Ευρώτα ποταμό και στην θέση Έλος και σύμφωνα με την παράδοση ονομάσθηκε Ελένη.
Ήταν η ωραιότερη γυναίκα της γης, ακόμη και ανάμεσα στις Θεές του Ολύμπου, επειδή πήρε την λαμπρότητα του ήλιου και το κάλλος της Αφροδίτης.
Λέγεται παιδούλα ακόμη την έκλεψαν ο Εναωφορος του Ιπποκοωντος πρώτα και μετά οι γιοι του Αφαρεως, αλλά την επέστρεψαν στο σπίτι της επειδή φοβήθηκαν τους αδελφούς της Διόσκουρους.
Ο θρύλος της ομορφιάς της είχε εξαπλωθεί σ' όλη την Ελλάδα.
Την Ελένη μεγάλωνε στην αυλή του ο βασιλιάς της Σπάρτης Τυνδάρεος, που νόμιζε ότι ήταν πραγματικά δική του κόρη. Η ξεχωριστή της ομορφιά δεν άργησε να γίνει αφορμή να απαχθεί σε μικρή ηλικία από τον Θησέα, που την έφερε στην Άφιδνα της Αττικής και απέκτησε μαζί της μια κόρη, την Ιφιγένεια. Όταν όμως ο Θησέας κατέβηκε στον Άδη (άλλη ονομασία του θεού Πλούτωνα αλλά και του κάτω κόσμου) για την απαγωγή της Περσεφόνης, τα αδέλφια της, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, κατάφεραν να την ελευθερώσουν και να τη φέρουν στην αυλή του πατέρα τους. Τώρα όμως είχε γίνει πια γνωστή η ομορφιά της νέας γυναίκας σε όλη την Ελλάδα και άρχισαν να καταφθάνουν στο παλάτι του θνητού πατέρα της Ελένης μνηστήρες ή εκπρόσωποί τους, που προσπαθούσαν να την εξασφαλίσουν για λογαριασμό τους.
Μπροστά σε τόσες υποψηφιότητες, ο βασιλιάς Τυνδάρεος βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς γνώριζε καλά πως, όποιον και να διάλεγε για σύζυγο της κόρης του, θα έκανε εχθρούς όλους τους υπόλοιπους. Από τη δύσκολη αυτή θέση τον έβγαλε ο Οδυσσέας, που ζήτησε ως αντάλλαγμα για τη συνδρομή του την Πηνελόπη, την ανιψιά του βασιλιά, για σύζυγο. Συμβούλεψε λοιπόν ο Οδυσσέας τον Τυνδάρεο να πείσει τους υποψήφιους γαμπρούς να αφήσουν την Ελένη να διαλέξει μόνη της το σύζυγό της. Πριν όμως κάνει η Ελένη την επιλογή της, έπρεπε όλοι να ορκιστούν ότι θα τιμωρήσουν εκείνον που τυχόν θα επιχειρούσε να την αποσπάσει από τη συζυγική εστία. Όλοι ορκίστηκαν με προθυμία, με εξαίρεση τον ίδιο τον Οδυσσέα και τον Αχιλλέα, που ήταν πολύ νέος για να προβάλει αξιώσεις. Και τότε η Ελένη διάλεξε για σύζυγό της τον Μενέλαο, γεγονός που βόλευε τον Τυνδάρεο παρά πολύ, όχι μόνο γιατί ο Μενέλαος ήταν ο πιο πλούσιος από όλους τους Αχαιούς, αλλά και γιατί τον υποστήριζε ως υποψήφιο ο αδερφός του ο Αγαμέμνονας, που είχε παντρευτεί την άλλη κόρη του Τυνδάρεου, την Κλυταιμνήστρα. Και όταν σκοτώθηκαν ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, κλήθηκε ο Μενέλαος να γίνει βασιλιάς της Σπάρτης. Το σχέδιο για τον Τρωικό πόλεμο πήγαινε καλά. Οι ηγεμόνες των Αχαιών, με λιγοστές εξαιρέσεις, είχαν δεσμευθεί με όρκους να υπερασπιστούν μια γυναίκα, η οποία ήταν γραφτό να απαχθεί από τον άντρα της, γιατί αποτελούσε το "δώρο" μιας θεάς σ' έναν θνητό.

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΩΡΑΙΑΣ ΕΛΕΝΗΣ

Η Αφροδίτη, είχε υποσχεθεί στον Πάρη την ομορφότερη γυναίκα. Όταν λοιπόν ανακοίνωσε στην οικογένειά του την επιθυμία του να ταξιδέψει, δεν έφερε κανένας αντιρρήσεις, αν και τα αδέρφια του, ο Έλενος και η Κασσάνδρα, που κατείχαν τη μαντική τέχνη, προφήτεψαν ότι ένα τέτοιο ταξίδι θα είχε ως συνέπεια την καταστροφή της Τροίας. Οι προφητείες αυτές δε στάθηκαν ικανές να τον σταματήσουν. Είχε άλλωστε με το μέρος του την Αφροδίτη, που του έδωσε μάλιστα το γιο της τον Αινεία ως συνοδό για το ταξίδι. Έτσι ο Φέρεκλος κατασκεύασε για λογαριασμό του Πάρη πλοία, γιατί οι Τρώες δεν ασχολούνταν ως τότε με τη θάλασσα εξαιτίας κάποιου παλιού χρησμού που έλεγε πως η καταστροφή θα ερχόταν από τη θάλασσα. Όταν τα πλοία ετοιμάστηκαν, ξεκίνησε ο Πάρης με κατεύθυνση το παλάτι του Μενέλαου στη Σπάρτη.
Φτάνοντας εκεί, ο Μενέλαος τον υποδέχτηκε θερμά και με όλες τις τιμές που προβλέπονταν από τους κανόνες της φιλοξενίας. Δέκα μέρες αργότερα όμως αναγκάστηκε ο Μενέλαος να πάει στην Κρήτη, για να κηδέψει τον παππού του, τον Κατρέα. Πριν φύγει, έδωσε την εντολή στη γυναίκα του να φροντίσει τους ξένους όσο γίνεται καλύτερα. Χωρίς να την εμποδίζει τίποτα πια, εκπλήρωσε η Αφροδίτη την υπόσχεσή της στον Πάρη. Εκμεταλλευόμενος ο Πάρης την απουσία του Μενέλαου έβαλε την Ελένη στα καράβια του, παίρνοντας μαζί του και μεγάλο μέρος των θησαυρών του παλατιού, καθώς και μερικές δούλες της Ελένης (ανάμεσά τους τη μητέρα του Θησέα Αίθρα και την αδερφή του συντρόφου του Θησέα Πειρίθου, την Κλυμένη ) κι έφυγε.
Η Ελένη εγκατέλειψε στο παλάτι την εννιάχρονη κόρη της, την Ερμιόνη. Το ταξίδι του γυρισμού στην Τροία δεν ήταν όμως τόσο εύκολο για τον Πάρη και τη συνοδεία του. Οδηγημένα τα πλοία από κακοκαιρίες, που έστειλε η Ήρα, έφτασαν στη Σιδώνα αρχικά. Κατόπιν κρύφτηκαν για αρκετό καιρό στην Κύπρο και στη Φοινίκη, γιατί δεν ήξεραν αν τους κυνηγούν. Μετά από αρκετές περιπέτειες έφτασαν ωστόσο στην Τροία, όπου ο Πάρης επισημοποίησε τη σχέση του με την Ελένη.
Γυρίζοντας ο Μενέλαος, που είχε ειδοποιηθεί από την Ίριδα, στο παλάτι του, το βρήκε άδειο όχι μόνο από γυναίκα αλλά και από τα υπάρχοντά του. Η παραβίαση των πατροπαράδοτων νόμων της φιλοξενίας και η εξύβριση του Μενέλαου από τον Πάρη προκάλεσε την οργή και την αγανάκτηση και του ίδιου του Μενέλαου και του αδερφού του του Αγαμέμνονα, στον οποίο αμέσως προσέφυγε. Μόλις ξεπέρασαν την πρώτη έκπληξη, έστειλαν πρεσβεία στην Τροία, απαιτώντας από το βασιλιά της τον Πρίαμο να τους δώσει και την κλεμμένη γυναίκα αλλά και τους θησαυρούς που είχαν αρπαχτεί από το παλάτι του Μενέλαου. Η πρεσβεία γύρισε άπραχτη, καθώς ο Πρίαμος αρνήθηκε κατηγορηματικά, θέλοντας προφανώς να κάνει το χατίρι του γιου του. Όταν η προσπάθειά τους αυτή δεν ευδοκίμησε, κατάλαβαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή από τον πόλεμο.

«...τωόντι ομοιάζει ωσάν θεάς
η τρομερή θωριά της...»

Η Ίρις ειδοποιεί την Ελένη ότι ο Μενέλαος πρόκειται να μονομαχήσει με τον Πάρη για χάρη
της. Επιθυμώντας να δει τον σύζυγό της, εκείνη πηγαίνει προς τον «πύργο των Σκαιών Πυλών»,
όπου βρίσκονται ήδη ο Πρίαμος, οι αρχηγοί των Τρώων και οι σύμβουλοί τους:
...που γέροντες ως ήσαν
είχαν αφήσει τ’ άρματα, αλλ’ ήσαν δημηγόροι
εξαίρετοι και ομοίαζαν τους τσίτσικες που χύνουν
από το πυκνό το φύλλωμα την ιλαρή λαλιά τους.
Κι αμ’ είδαν πως εσίμωνε στον πύργον την Ελένην
συνομιλούσαν σιγανά με λόγια πτερωμένα:
«Κρίμα δεν έχουν οι Αχαιοί, δεν έχουν κρίμα οι Τρώες
χάριν ομοίας γυναικός τόσον καιρόν να πάσχουν·
τωόντι ομοιάζει ωσάν θεάς η τρομερή θωριά της·
αλλά και ως είναι ασύγκριτη καλύτερα να φύγει
παρά να μένει συμφορά σ’ εμάς και στα παιδιά μας.»
Κι ο Πρίαμος εκάλεσε σιμά του την Ελένην:
«Προχώρησε, παιδί μου, εδώ κοντά μου να καθίσεις
τον πρώτον άνδρα σου να ιδείς, τους συγγενείς, τους φίλους·
συ δεν μου πταίεις, οι θεοί μου πταίουν, οπού εκείνοι
μ’ έριξαν στον πολυθρήνητον των Αχαιών αγώνα·
κι εκείνον τον θεόρατο να μου ονομάσεις άνδρα
που ανάμεσα των Αχαιών τόσο λαμπρά φαντάζει.
Αλήθεια, στο ανάστημα τον υπερβαίνουν κι άλλοι,
αλλ’ άνδρα ως αυτόν καλόν και σεβαστόν δεν είδα
εις την ζωήν μου· φαίνεται τωόντι βασιλέας».
Και προς αυτόν απάντησεν η Ελένη γυνή θεία:
«Σέβας και φόβον, ω γλυκέ, σου έχω πενθερέ μου·
κάλλιο να είχα σκοτωθεί, παρά να φύγ’ οϊμένα,
με τον υιόν σου, αφήνοντας τον θάλαμον, τους φίλους,
τες τρυφερές ομήλικες, την μόνην θυγατέρα·
αλλ’ έζησα· να φθείρεται στα κλάυματα η ζωή μου.
Αλλά σ’ αυτό που μ’ ερωτάς εγώ θα σ’ απαντήσω.
Εκείνος είναι ο κραταιός Ατρείδης Αγαμέμνων,
συνάμα βασιλιάς καλός και ανδρείος πολεμάρχος
και ανδράδελφον, έναν καιρόν, εγώ τον είχα η σκύλα»!

Oμήρου Ιλιάδα, Γ 150-180, ΟΕΔΒ 39

«…κι έκλαιγα που με τύφλωσε την έρμη
η Αφροδίτη …»

Ο Τηλέμαχος έρχεται στο παλάτι του Μενέλαου στη Σπάρτη να μάθει νεότερα για τον πατέρα
του, τον Οδυσσέα. Τον συνοδεύει ο γιος του Νέστορα, ο Πεισίστρατος. Οι δυο νέοι φτάνουν το
βράδυ που γίνονται οι γάμοι των παιδιών του Μενέλαου. Χωρίς να ξέρει ποιοι είναι, ο βασιλιάς
δίνει εντολή να τους περιποιηθούν. Ο Τηλέμαχος εντυπωσιάζεται από τα πλούτη του παλατιού.
Στο τραπέζι του γάμου η κουβέντα έρχεται στον Οδυσσέα και ο Τηλέμαχος δακρύζει. Την ώρα
εκείνη φτάνει η Ελένη «σαν άλλη Άρτεμη με τα χρυσά τα βέλη». Οι συνοδοί της κρατούν τα σύ-
νεργα, για να τυλίξει το νήμα που χρειάζεται όταν υφαίνει· τα περισσότερα από αυτά είναι δώρα
των φιλενάδων της από την Αίγυπτο. Αναγνωρίζει τον Τηλέμαχο, που μοιάζει στον πατέρα του.
Ο Μενέλαος στενοχωριέται, γιατί ο Οδυσσέας, ενώ πρόσφερε τόση βοήθεια, στερείται ακόμη τη
χαρά της επιστροφής. Τότε αρχίζουν τον θρήνο όλοι μαζί...
Τότε άλλο η θεογέννητη σοφίστηκε η Ελένη.
Κρυφά βοτάνι στο κρασί που πίνανε τους ρίχνει,
πόσβηνε πόνους και καημούς και τα πικρά φαρμάκια.
Μες στο ποτήρι ανάμιχτο σαν το ’πινε κανένας,
όλη τη μέρα δεν μπορούν τα δάκρυα να του τρέχουν,
κι αν πέθαινε ο πατέρας του κι η μάνα του, κι εμπρός του
σφαγμένο αν έβλεπε αδερφό και γιο του αγαπημένο.
Τέτοια βοτάνια μαγικά είχε του Δία η κόρη,
παρμένα απ’ την Πολύδαμνα του Θώνα τη γυναίκα
στην Αίγυπτο, όπου η πλούσια γης βγάζει ανακατωμένα
άλλα βοτάνια ωφέλιμα κι άλλα θανατηφόρα.
Καθένας είναι εκεί γιατρός σοφός κι απ’ όλους πρώτος,
γιατί τον Παίονα αρχικό προπάτορα τον έχουν.
Σαν το ’ριξε και πρόσταξε να φέρουν να κεράσουν,
άρχισε πάλε κι έλεγε με το γλυκό το στόμα·
«Θεόθρεφτε τ’ Ατρέα γιε, και σεις αρχοντοπαίδια,
άλλοτε σ’ άλλονε ο Θεός καλοτυχιά του δίνει,
και σ’ άλλον πάλε συμφορές, γιατί τα δύνεται όλα.
Και τώρα εδώ που κάθεστε και τρώτε στο παλάτι
και την κουβέντα χαίρεστε, κάτι θα πω ν’ αρέσει.
Κι όλα πού να τ’ αφηγηθώ και να τα ονοματίσω,
και τόσα κατορθώματα του τολμηρού Δυσσέα!
Όμως αυτό πώς το ’καμε ο άντρας ο γενναίος
στην Τροία, που σας πλάκωναν τους Αχαιούς τα πάθια.
Με δυνατές βαρηματιές χάλασε το κορμί του,

Φόρεσε ρούχα φτωχικά που φαίνονταν σα δούλος
και μπήκε στην πλατύδρομη την πόλη των οχτρών του.
Κι όπως μεταμορφώθηκε σαν ψωμοζήτης ήταν,
που τέτοιος πριν δεν έδειχνε στ’ αργίτικα καράβια.
Έτσι αλλαγμένος τρύπωσε στο Κάστρο του Πριάμου.
Οι άλλοι σώπαιναν, κι εγώ τον γνώρισα μονάχη
και τον ρωτούσα, όμως αυτός μου ξέφευγε με τέχνη.
Κι όταν τον έλουζα έπειτα κι έτριβα με το λάδι
και καθαρά του φόρεσα κι όρκο μεγάλο πήρα,
πως δε θα τον φανέρωνα πρωτύτερα στους Τρώες,
πριν φτάσει στις καλύβες του και στα γοργά καράβια,
μου ’πε πια τότε το σκοπό των Αχαιών ποιος ήταν.
Κι αφού με τ’ άπονο σπαθί σκότωσε πλήθος Τρώες,
γύρισε πίσω κι όνομα μεγάλο πήρε απ’ όλους.
Τότες οι άλλες Τρώισσες πικρά μοιρολογούσαν,
μα εγώ πετούσα από χαρά, γιατί είχε πια γυρίσει
μέσα η καρδιά μου κι ήθελα στο σπίτι να γυρίσω,
κι έκλαιγα που με τύφλωσε την έρμη η Αφροδίτη,
όταν στην Τροία μ’ έφερε αλάργα απ’ την πατρίδα,
κι άφησα εδώ την κόρη μου, το σπίτι μου, τον άντρα,
που άλλον δεν είχε ανώτερο στη λεβεντιά, στη γνώση».

Ομήρου Οδύσσεια, δ΄, στίχοι: 222-267

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

Η Αφροδίτη, Θεά του Κάλλους


Αφροδίτη: Η θεά της ομορφιάς και του έρωτα

“Ουρανία, πολυτραγουδισμένη Αφροδίτη, γενέτειρα Θεά,
τις τρεις μοίρες κυβερνάς κι όλα τα γεννάς,
όσα στον ουρανό υπάρχουν και στην πολύκαρπη τη γη
και στο βυθό του πόντου, Μητέρα των Ερώτων,
έλα, γέννημα θεϊκό της Κύπρου…”
(Ορφικός Ύμνος 55, μετ. Χ. Μήνη)

......

Σύμφωνα με τον Όμηρο, γεννήθηκε στην Πέτρα του Ρωμιού, μια ακτή της Πάφου στην Κύπρο. Ο Ζέφυρος την έσπρωξε στη θάλασσα, η θεά καλλωπίστηκε και μεταφέρθηκε στον Όλυμπο.
Ο Ησίοδος μας λέει πως η Αφροδίτη γεννήθηκε απ’ τον αφρό που δημιούργησαν τα γεννετικά όργανα του Ουρανού, που έπεσαν στη θάλασσα μετά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο και με τη βοήθεια του Ζεφύρου ταξίδεψε στον απέραντο Ωκεανό και κατευθύνθηκε στην Κύπρο.
Αυτή η πανέμορφη Θεά παντρεύτηκε τον πιο άσχημο από τους Θεούς, τον Ήφαιστο κι έγινε ερωμένη του Άρεως, με τον οποίο απέκτησε τον Ίμερο, τον Έρωτα, τον Δείμο και τον Φόβο. Από τον έρωτά της με τον Ποσειδώνα έφερε στη ζωή τον Έρυκα και μιά κόρη την Ρόδο. Με τον Διόνυσο χάρη στη μαγική μεσολάβηση της Ήρας γέννησε τον Πρίαπο. Γιος της θεωρείται επίσης ο Ερμαφρόδιτος, τον οποίο απέκτησε η θεά με τον Ερμή.
Όπλα της πανώριας Θεάς η σαγηνευτική ομορφιά της και ο ακαταμάχητος ερωτικός πόθος. Η Αφροδίτη με το γλυκό πόθο, που μπορούσε να κυριεύσει όλους τους θεούς και τους θνητούς μα και τ’ αγρίμια της ξηράς και της θάλασσας, ασκούσε μεγάλη εξουσία σ’ ολόκληρο το σύμπαν. Η μεγαλύτερη διασκέδασή της ήταν να κυριεύει τους θεούς με ερωτικό πόθο για θνητές γυναίκες και τις θεές για θνητούς άντρες.
Ο Δίας θέλοντας να τιμωρήσει την Αφροδίτη επειδή συνεχώς με το ερωτικό της πάθος κυρίευε τους αθάνατους και τους παρέσυρε σε ερωτικές περιπέτειες με θνητούς και μετά τους περιγελούσε, αποφάσισε να την ρίξει στην αγκαλιά ενός θνητού. Έτσι καττάφερε να της προκαλέσει ερωτικό πόθο για τον Αγχίση, ένα νεαρό βοσκό πάνω στην Ίδη. Η Αφροδίτη αισθάνθηκε ακατανίκητη έλξη για το νεαρό βοσκό κι άρχισε με την βοήθεια των Χαρίτων να στολίζεται και να καλλωπίζεται. Στο τέλος η Αφροδίτη έδεσε στη μέση της τη θεϊκή ζώνη που έκλεινε τους πόθους και τους έρωτες και πέταξε στην Ίδη. Όταν έφτασε σ’ ένα ξέφωτο του βουνού, μεταμορφώθηκε σε βασιλοπούλα για να ξεγελάσει τον Αγχίση. Όταν έφτασε στην καλύβα του και την είδε ο νεαρός βοσκός θαμπώθηκε από την ομορφιά της και κατάλαβε πως ήταν κάποια θεά. Η Αφροδίτη όμως τον έπεισε πως ήταν η κόρη του βασιλιά της Φρυγίας Οτρέα και πως την είχε φέρει ο γοργοπόδαρος Ερμής για να ζευγαρώσει μαζί του. Ο Αγχίσης μη μπορώντας ν’ αντισταθεί στο ερωτικό πάθος που τον είχε κυριεύσει έσμιξε με τη θεά στο κρεβάτι της καλύβας κι από την ένωσή τους γεννήθηκε ο Αινείας.

......

Η Θεά του Κάλλους είναι μία από τας πλέον ζωηράς αλληγορικάς παραστάσεις της Ελληνικής Θρησκείας. Αναφέρεται εις γεγονότα της δημιουργίας των μορφών της Φύσεως, της ανθρωπίνης υπάρξεως και εις τας λειτουργίας του δρώντος υπε­ράνω ημών πνεύματος. Ότι αναφέρεται εις τους νόμους τούτους της Φύσεως θα διακρίνωμεν ευθύς ως εξετάσωμεν την γενεολογίαν της.
Η Αφροδίτη, κατά τας παραδόσεις των αρχαίων Ελλήνων ήτο θυγάτηρ του Ουρανού και της Θαλάσσης, του Ουρανού και της Ημέρας, του Κρόνου και της Ευρυνόμης, του Διός και της Διώνης. Επίσης ελέγετο, ότι προήλθεν εξ ωού περιστεράς, πεσόντος εξ ουρανού εις την Γην. Κατά την πρώτην εκδοχήν εγεννήθη εκ του αφρού της θαλάσσης, όταν ερρίφθησαν εντός αυτής τα αποκοπέντα υπό της φοβεράς Άρπηος του Κρόνου μόρια της ανδρότητος του Ουρανού. Ευθύς μετά την γέννησίν της πλέουσα επί των κυμάτων εντός οστράκου, έφθασε το πρώτον εις Κύθηρα και έπειτα εις Κύπρον, όπου περιεποιούντο αυτήν ως τροφοί αι Ώραι.
Κατά τους αρχαίους μύστας τα αποκοπέντα μόρια της ανδρότητος του Ουρανού συμβολίζουν σπερματικόν τύπον, ο οποίος μεταφερόμενος διά της ουσίας του αιθέρος εις την θά­λασσαν, αποκτά εκεί μορφήν. Ο Κρόνος εικονίζει τον Χρόνον και η Άρπη τα διά του Χρόνου εμφανιζόμενα σπέρματα του Ουρανού. Επίστευον, δηλαδή, ότι αι δυναμικαί ιδιότητες, αι προκα­ούσαι τηv σύστασιν των μορφών προέρχονται εκ των επιδράσεων του Ουρανού προς την Γην, και ότι αι επιδράσεις αύται δίδουν προς την ουσίαν της Γης, με την βοήθειαν του φωτός της ημέρας, τον τόνον να ενεργή κατά τρόπον .συντελούντα εις την διάπλασίν της και εις την κατά μέρος οργάνωσίν της εις μορφάς.
Η δημιουργική αύτη εργασία, κατά τους αρχαίους μύστας, εγένετο τη βοηθεία της ουσίας του αιθέρος. Πως όμως δεν γνωρίζομεν σήμερον. Ίσως τα κατερχόμενα εξ ουρανού προς την Γην κύματα του αιθέρος μίγνυνται με τα μη συναποτελέσαντα ακόμη μορφάς υλικά άτομα. Εκ της μίξεως δε επέρχεται η συνεργασία των, ή αν τούτο δεν γίνεται, τα εξ Ουρανού κύματα επιδρούν κατά τοιούτον τρόπον επί του υπάρχοντος μεταξύ των υλικών ατόμων αιθέρος ώστε να τον εξαναγκάζουν εις ωρισμένας ενεργείας, συντρεχούσας την συγκρότησιν των μορφών. Τα εξ ουρανού προερχόμενα κύματα είναι διαφόρου εντάσεως. Είναι ανάλογα προς την θέσιν και την κίνησιν των διαφόρων σωμάτων του πλανητικού μας συστήματος, τα οποία κινούνται συνεχώς. Επί πλέον ο αιθήρ ο οποίος συνδέει τα άτομα της ύλης, δεν ενεργεί εις εκάστη μορφήν με την ιδίαν έντασιν και τον ίδιον τρόπον. Διά τον λόγον αυτόν χωρίζεται και διακρίνεται η ειδικότης των μορφών, ο ατομικός των τύπος, ο διαιωνιζόμενος και εξελισσόμενος εις την Φύσιν. Τον ατομικόν τούτον μορφικόν τύπον συμβολίζει η Θεά του Κάλλους. Ο συμβολιζόμενος υπό της Θεάς Αφροδίτης τύπος των μορφών είναι εκείνο το οποίον διακρίνομεν εις τους διαιωνιστικούς πυρήνες και ειδικότερον εκείνο το οποίον συνδέει τα υλικά στοιχεία, τα αποτελούντα αυτάς. Δεν είναι όμως το πρωταρχικόν πυρ, το αλληγορούμενον υπό του Θεού Διός, αλλά μία από τας θαυμασιωτέρας εμφανίσεις του.
Ετέρα εμφάνισις του πρωταρχικού πυρός είναι η μετά των υλικών στοιχείων επαφή του, εκ της οποίας έρχεται εις το Είναι του το υλικόν πυρ, το αλληγορούμενον υπό του Θεού Ηφαίστου, συζύγου της Θεάς του Κάλλους.
Κατά τας δοξασίας των αρχαίων μυστών, όλαι αι αλλοιώ­σεις των μορφικών πλασμάτων και οι μετασχηματισμοί των στοιχείων τα οποία αποτελούν αυτά, οφείλονται κυρίως εις τας δύο διαφορετικάς από απόψεως ενεργείας, εμφανίσεις του πρωταρχικού πυρός, τας αλληγορουμένας υπό των Θεών Ηφαίστου και Αφροδίτης. Τούτο δε καταφαίνεται εάν προσέξωμεν τας αλληγορίας των Θεών Διός, Ήρας, Ηφαίστου, Άρεως, Αφροδίτης και των τέκνων της, Έρωτος και Αρμονίας.
Η συνεργασία του Θεού Διός, πρωταρχικού πυρός, και της Θεάς Ήρας, υλικής ουσίας, έχει ως αποτέλεσμα τα υλικόν πυρ, τον Θεόν Ήφαιστον και την παραγομένην κίνησιν, τον Θεόν Άρην. Ακολούθως η συνεργασία της κινήσεως, του Θεού Άρεως, και του τύπου των μορφών, της Θεάς ‘Αφροδίτης, δημιουργεί τα τέκνα των Έρωτα και Αρμονίαν. Τα δύο αυτά τέκνα των Θεών έρχονται εις το Είναι των εκ της αδιαχωρίστου πλέον ενώσεως της κινήσεως και του μορφικού τύπου, ή καλλίτερον, εκ της ενεργείας του τύπου των μορφών και της κινήσεως των υλικών στοιχείων, των συντρεχόντων εις την δημιουργίαν της υλικής μορφής.  Δια την επίτευξιν των μεγάλων τούτων αποτελεσμάτων της Θεάς Αφροδίτης και του Θεού Άρεως τα μέγισται υποβοηθεί ο Θεός Ήφαιστος δια της ισχύος του. Περιβάλλει αμφοτέρους τους Θεούς με το χρυσούν του δίκτυον το οποίον αλληγορεί, ότι μετά την εκδήλωσιν του υλικού πυρός ουδέποτε θα επέλθει χωρισμός μεταξύ του τύπου των μορφών και της κινήσεως των υλικών στοιχείων. Αντιθέτως τα δύο ταύτα αμοιβαίως θα εξελίσσωνται εις Θειοτέρας ενεργείας και θα δημιουργούν τελειοτέ­ρους κόσμους.
Τα ανωτέρω εικάζομεν και εκ σωζομένου αποσπάσματος ύμνου των Ορφικών προς την Θεάν του Κάλλους, ο οποίος λέ­γει: «πάντα γαρ εκθέσεν έστιν, υποζεύξατο δε κόσμον και κρατείς τρισσών Μοιρών γέννος δε πάντα, όσα τ’ εν Ουρανώ έστι και εν γαίη πολυκάρπω εν πόντω τε βυθώ τε, σεμνή βάκχοιο πάρεδρε».[1]
Και ο Αισχύλος εις τας «Δαναΐδας» του λέγει περί της Θεάς του Κάλλους τα εξής: «Ερά μεν αγνός ουρανός τρώσαι χθόνα. Ερως δε γαίαν λαμβάνειν γάμου τυχείν, όμβρος, δ’ απ’ ευναέντος ουρανού πεσών, έκυσε γαίαν, η δε τίκτεται βροτοίς, μήλων τε βοσκός και βίον Δημήτριον.[2]
Η Θεά του Κάλλους, κατ’ άλλην παράδοσιν, προήλθεν εξ ωού περιστεράς, πεσόντος εξ ουρανού εις την Γην. Κατά τους αρχαίους μύστας το ωόν της περιστεράς συμ­βολίζει ακτίνα αγνού φωτός η οποία εισχωρήσασα εις την λειτουργίαν της ψυχής των όντων και συνδυασθείσα με τας ιδικάς της δυνάμεις, επέτυχε την δημιουργίαν του τύπου του ανθρωπίνου οργανισμού. Διά της ακτίνος του φωτός τούτου η ψυχή κατώρθωσε vα φέρη περισσότερον προς τον οργανιομόν τας δυνάμεις της, αι οποίαι διεμόρφωοαν τα κέντρα της νοήσεως, τα συντελέσαντα εις την διάπλασιν των αισθήσεων. Τώρα ποία είναι τα κύματα του ουρανίου φωτός, τα οποία έφερον το δώρον τούτο προς την ψυχήν της Γης, δια να δυνηθή να εμφανίση εαυτήν εις την εις την ανθρωπίνην μορφήν, και να εξωτερικεύση τας θαυμασίας ιδιότητας του πλέον διανοουμένου όντος της Φύσεως; Τούτο δεν το γνωρίζω. Εάν όμως συνδυάσωμεν τα νοήματα της ερμηνευθείσης εν αρχή γενεαλογίας, με τα νοήματα της παρούσης, ακοπώτερον θα κατανοήσωμεν την έννοιαν, την οποίαν έχουν επί της ανθρωπίνης υπάρξεως οι Θεοί Άρης και Ήφαιστος, ως και την έννοιαν της συνεργασίας των μετά της Θεάς του Κάλλους. Η τοιαύτη δε κατανόησις θα μας προαγάγη προς σαφή διάγνωσιν του ρόλου, τον οποίον υποδύονται επί της ανθρωπίνης μορφής τα τέκνα της Θεάς του Κάλλους και του Θεού Άρεως, ο Έρως και η Αρμονία.
Η Αφροδίτη, κατά την Ελληνικήν παράδοσιν, είναι και θυγάτηρ του Θεού Διός και της Νύμφης Διώνης. Η αλληγορία της παραδόσεως ταύτης αναφέρεται εις τον πνευματικόν κόσμον, διότι περιγράφει, την Φύσιν των Θεών και τας σχέσεις των προς τας νύμφας, ψυχάς της Γης. Προ παντός εικονίζει τα έργον του μεταμορφουμένου Θεού του Ολύμπου Διός, το αναφερόμενον εις τας προσπαθείας του, όπως δώση προς την ψυχήν της Γης το φώς δια να ελευθερωθή εκ του σκό­τους του Άδου. Τούτο προσεπάθουν να κατανοήσουν καλώς οι Έλληνες μύσται. Διότι άνευ της γνώσεως των υπό της γενεαλογίας ταύτης εικονιζομένων καθίστατο αδύνατος η κατανόησις της τύχης της ανθρωπίνης ψυχής πέραν του ανθρωπίνου κόσμου. Αλλ’ ίνα η κατανόησίς των συντελεσθή πλήρως έδει οι μύσται να μάθουν πρότερον σαφώς την όλην λειτουργίαν της ανθρωπίνης ψυχής επί του ανθρωπίνου οργανισμού, και να διακρίνουν τας τάσεις και προσπαθείας της, όπως ελευθερωθή του ανθρωπίνου περιβάλλοντος.
Την πραγματικήν σημασίαν των εικονιζομένην υπό της Θεάς του Κάλλους εν τη γενεαλογία ταύτη μαντεύομεν μόνον. Διότι διά να κατανοήση τις την έννοιάν των, θα απητείτο μακρά και εμπεριστατωμένη μύησις την οποίαν θα έπρεπε να καθοδηγούν πεφωτισμένοι Ιεροφάνται των αληθειών της Φύσεως.
Το τέκνον του Θεού Διός και της νύμφης Διώνης είναι προωρισμένον να κατανοηθή μόνον υπό των ανθρώπων εκείνων, οι οποίοι προσήγγισαν και διέγνωσαν τας λειτουργίας της πνευματικής Φύσεως και τας σχέσεις της προς τον διέποντα τους κόσμους Θεόν. Γνωρίζομεν όμως όλοι μας, ότι η Θεά του Κάλλους είναι η πρόγονος του Θεού Διονύσου, είναι η μήτηρ της Νύμφης Αρμονίας, συζύγου του βασιλέως Κάδμου του εικονίζοντος εν τη Ελληνική παραδόσει το Φως του Ηλίου, συνεπεία του οποίου ενεργεί ο νοητικός ανθρώπινος κόσμος και ευρίσκει η ψυχή του φυσικού κόσμου την οδόν των ατελευτήτων μεταμορφώσεών της.
Η Θεά Αφροδίτη ηνωμένη μετά του Άρεως, και περιβε­βλημένη μετ’ αυτού υπό του χρυσού δικτύου του Θεού Ήφαίστου, ου μόνον φανερώνει την δημιουργίαν της πνευματικής ατομικότητος, αλλά και την εσαεί αναλλοίωτον διατήρησίν της εις τον άπειρον κόσμον εικονίζει το θεμέλιον επί του οποίου στηρίζονται αι μεταμορφώσεις του πνεύματος εις τον άπειρον χρόνον, δυνάμει των οποίων και η νόησις και η συναισθηματι­κότης του εντείνονται. Το τέκνον της Θεάς Αφροδίτης και του Θεού Άρεως, ο Έρως, ο επί του πνευματικού επιπέδου ενεργών, αποτελεί την θαυμαοιωτέραν εικόνα του ανελισσομένου νοητικού κόσμου, του καθισταμένου ολονέν Θειοτέρου, αλλά και το εξασφαλiζον μέσον της άνευ τέρματος προόδου του πνεύματος της Φύσεως.
Η Θεά Αφροδίτη απέκτησε και άλλο περίλαμπρον τέκνον μετά του Θεού του πνεύματος Ερμού, τον Ερμαφρόδιτον. Η έννοια του Ερμαφροδίτου βεβαίως δεν είναι εκείνη, την οποίαν διακρίνομεν εις τας ανωμάλους ενεργείας της ζωϊκής Φύσεως, αλλ’ άλλη, αναφερομένη εις τας εκδηλώσεις του προαχθέντος ανθρωπίνου πνεύματος. Η συγκέντρωσις των ιδιοτήτων του άρρενος και του θήλεος εις μίαν ανθρωπίνην ή πνευματικήν προσωπικότητα, είναι ίσως η απαρχή της αποθεώσεως.
Ανέφερα τα περί της Θεάς του Κάλλους με την πεποίθησιν, ότι υπάρχουν αλήθειαι, τας οποίας πρέπει οι ελευθέρως σκεπτόμενοι να ερευνήσουν. Η δε τοιαύτη έρευνα, έχω την βε­βαιότητα, ότι θα αποδώση μέγιστα ωφελήματα, ου μόνον θα μας δημιουργήση την σκέψιν ν’ απονείμωμεν την προσήκουσαν ευλάβειαν προς τους γίγαντας του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος, οι οποίοι έφεραν τόσον επιτυχώς Θείας γνώσεις περί Φύσεως και πνεύματος εις την επιφάνειαν της ανθρωπίνης σκέψεως, αλλά και θα μας ωθήση να χωρήσωμεν εις το επίπεδον της διανοήσεως των προγόνων μας.
Τα μεγαλουργήματα του ανθρωπίνου πνεύματος δεν πρέπει να μας αφήνουν ασυγκίνητους, διότι αυτά και μόνα εξα­σφαλίζουν την πρόοδον του πνεύματος ημών και μας ωθούν εις την οδόν της γαλήνης και της ευδαιμονίας.

Το παραπάνω κείμενο:

Δημοσιεύθηκε εις το περιοδικό «Πυθαγόρας» το 1930


[1] «Διότι όλα από σε προέρχονται, όλον δε τον κόσμον υπήγαγες υπό τον ζυγόν σου και είσαι κυρίαρχος των τριών Μοιρών, εγέννας δε όλα, και όσα είναι εις τον ουρανόν και εις την πολύκαρπον Γην, και εις την θάλασσαν και εις τον βυθόν, σεμνή πάρεδρε του Βάκχου».

[2] «Επιθυμεί μεν ο αγνός (καθαρός) αιθήρ να γονιμοποιήση την Γην, επιθυμία δε την Γην καταλαμβάνει να τύχη του γάμου. Όμβρος δε από του ερώντος Ουρανού πεσών κατέστησε την Γην καρποφόρον. Αύτη δε γεννά εις τους θνητούς βοσκάς προβάτων και βίον της Δήμητρος (σιτηρά)».


Προς Αφροδίτην ύμνος ορφικός


Ουρανία πολυ-ύμνητε φιλογέλωτη Αφροδίτη
Θαλασσογέννητη γενετήσια Θεά Φιλολονύχτια
σεβάσμια νυκτερινή ζεύκτειρα
δολοπλόκα ανάγκης μητέρα.

Τα πάντα απο σένα προέρχονται
ω ζευκτειρία κόσμου δύναμις
που στά χέρια σου κρατάς
των τριών βασιλείων τα πεπρωμένα

Εσύ γεννάς όλα όσα εν τω ουρανώ ευρίσκονται
και όσα εις την Γαία την πολύκαρπον
και όσα εις της θαλάσσης τα βάθη

Ω σεβαστή πάρεδρε του Βάκχου θαλασσότερπτη
χρήσιμη στους γάμους , των Ερώτων Μητέρα
πειθηνία κλινόχαρη κρυφίας χαράς δώτειρα
φανερή και αφανέρωτη ποθεινομάλλα ευπάτειρα

Νυφική συνδαιτημόννισα θεών
σκηπτρούχε Λύκαινα
γεννοδότειρα φίλανδρη ποθεινοτάτη ζωοδότρα
η ζεύουσα τους θνητούς με αχαλίνωτες ανάγκες
που και των θηρίων τα πολυάριθμα γένη
κάνεις να ερωτομανούν ωσάν να ευρίσκονται
υπο την επήρεια φίλτρου μαγικού !

Ελα κυπρογέννητη γένους θεϊκού
είτε είσαι στον Ολυμπο όπου ως Θεά Βασίλισσα
χαίρεσαι την ωραία σου μορφή
είτε στης λιβανομυρωμένης Συρίας
τις οδούς διαμένουσα υπηρετείς
είτε όταν στις  πεδιάδες
απο χρυσοκαμωμένα άρματα
της ιερής Αιγυπτιακής γής
εποπτεύεις τα εύφορα εδάφη

είτε αν με κυκνοήλατα διασχίζεις άρματα
τη φουσκοθαλασσιά του ωκεανού
και ερχομένη χαροποιείς τα κήτη της θάλασσας
που κυκλοτερώς για σένα χορεύουν

είτε αν τις μαυρομάτες φαιδρύνεις νύμφες
που σε γή ηλιόλουστη ,
σε αμμουδερούς αιγιαλούς ξαπλώνουν
και για χάρη σου χοροπηδούν με ευθυμία

Είτε στην γενέτειρά σου την κύπρο
είσαι βασίλισσα με τον σύντροφό σου εκεί όπου καλίγραμμες και αδάμαστες νύμφες
καθόλη τη διάρκεια του έτους υμνούν
εσένα μακαρία Θεά και τον θεϊκόν σου υπέροχον
και αγνόν Αδωνιν.

Ελθέ Μακαρία Θεά
εσύ που υπέρτερα αξιέραστη μορφή έχεις.

Διότι σε επικαλούμαι με πνεύμα ταπεινό
και καθαγιασμένους λόγους.

 
 
Web Informer Button