Ads 468x68px

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Είχε ανδρεία και θάρρος [Μέρος III] η επιστροφή στη Μεσόγειο

Το τραγικό νέο ήρθε ένα απόγευμα μιας μουντής, κρύας και συννεφιασμένης φθινοπωρινής ημέρας μέσα στη βουή από τις τοπικές ριπές του ανέμου που ορμητικά κατέβαιναν από τα βόρια φαράγγια της Πάρνηθας, και τα τελευταία εναπομείναντα φύλλα στροβιλίζονταν πέρα μακριά, από τις μεγάλες λεύκες που υπάρχουν εκεί έξω στο δρόμο του σπιτιού μας.
Πέθανε η Σοφία.
Αρχικά σκέφτηκα αν και ήταν αναπόφευκτο δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Μου φαινόταν απίστευτο ότι αυτή η περίφημη κορμοστασιά της μας άφησε χωρίς την παρουσία της, είχε έρθει ο θάνατος, δεν ήθελα να το πιστέψω ότι η μοίρα επιφύλασσε αυτό το γρήγορο τέλος, γι’ αυτή η γυναίκα του Ήλιου και της δράσης.
Θυμάμαι την ασίγαστη ενεργητικότητα που μετέδιδε γύρω της .
Κρατούσε το κεφάλι ψηλά αγέρωχη, σαν ορκισμένη εχθρός της υποταγής, απρόθυμη να αποδεχτεί τον ελάχιστο οίκτο, «ένας άνθρωπος πρέπει να ζει για κάτι» την θυμάμαι να λέει, ο χαρακτήρας της ήταν κτισμένος από ατσάλι.
Ποτέ της δεν έδειξε την χειμωνιάτικη θλίψη, τη βαθιά ριζωμένη μελαγχολία της από τα σκοτεινά βάθη της ψυχής της, αντίθετα το διάπλατο χαμόγελο της μας αποκάλυπτε μια εσωτερική χαρά. Δεν την είδα ποτέ άκεφη, μελαγχολική σαν να πετούσε μακριά πολύ μακριά τα άσχημα και δυσάρεστα και να κρατούσε ότι ήταν όμορφο και γόνιμο.
Αν ήμουν γλύπτης και επιθυμούσα να δημιουργήσω την ιδανική γυναικεία φιγούρα θα της ζητούσα να είναι το μοντέλο μου.
Έβλεπα από το παράθυρο μου τα πανύψηλα κυπαρίσσια του Αϊ Γιάννη  να γέρνουν σαν προσκυνητές στη μνήμη της από την ορμή του παγωμένου αέρα που δυναμώνει, και ο ουρανός να σκοτεινιάζει στους γύρο λόφους, για μια στιγμή ο άνεμος έπεσε, τίποτα δεν σάλευε, μια απειλητική σιωπή πλημμύρησε τον τόπο.
Η καμπάνα στη μικρή εκκλησία σήμανε την απογευματινή ώρα.
Η καμπάνα σταμάτησε να κτυπά σα να είχε μαρμαρώσει. Ο απόηχος από τον τελευταίο ήχο αιωρήθηκε και έσβησε στον αέρα.
Ο αγέρας ούρλιαξε ξανά, χωρίς ανάσα, κυνηγώντας την σιωπή.
Ένοιωθα όχι απλά εξαντλημένος αλλά στεγνός άδειος προσπαθώντας να συγκρατήσω την συγκίνηση μου, οι σκέψεις με πλημύριζαν, με ταξίδευαν πίσω στα ταξίδια μας.

Τρία χρόνια νωρίτερα

Άνοιξη στα χίλια εννιακόσια ογδόντα έξι, βρισκόμαστε στον λιμένα Τρουά Ριβιέρ του Καναδά, φορτώνουμε ξυλεία με προορισμό την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
Στο σαλόνι του πλοίου βρίσκεται ο υπεύθυνος του φορτίου, με τον πλοίαρχο να του διηγείται τις ιστορίες του. Ένας άντρας γύρω στα σαράντα, ψηλός λεπτός είχε καστανόξανθα κοντοκουρεμένα μαλλιά, ευχάριστο πρόσωπο. Πρέπει να του διηγείται την ιστορία με τα καύσιμα διότι τους συνάντησα στη συζήτηση την ώρα που ο πλοίαρχος μου πλέκει το εγκώμιο σαν συνεργάτη του. Μας σύστησε ο πλοίαρχος τονίζοντας μου ταυτόχρονα ότι ο επιθεωρητής είναι γερμανοκαναδός πρώτος μηχανικός, που έχει μείνει στα γραφεία της εταιρείας ως επιθεωρητής φορτίων.
Από τη συζήτηση πρόεκυψε εγκάρδια συνεργασία και από κάθε άποψη ήταν μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα.
Ταυτόχρονα σε προσωπικό επίπεδο όταν έμαθε ότι έχω σεβαστή ήδη υπηρεσία πρώτου μηχανικού αν και σχετικά νέος στην ηλικία, με ρώτησε γιατί δεν παίρνω στα σοβαρά μια πρόταση να εργαστώ στη στεριά σε κάποιο ναυτιλιακό γραφείο.
Με τον πλοίαρχο είχαμε και πάλι συζητήσει για το θέμα αυτό.
Ο πλοίαρχος για τον εαυτό του ένοιωθε ότι περνώντας τα χρόνια τα γραφεία απωλέσανε την ατράνταχτη κοινή λογική, μετά δε τόσα χρόνια θητείας στη θάλασσα του ήταν δύσκολο να βρει κάτι πιο απλόχωρο να του ταιριάζει.
Εγώ επανέλαβα μονότονα σε ρυθμό αφήγησης όλα αυτά που ο πλοίαρχος ήδη γνώριζε και ταυτόχρονα μπορούσε να τα καταλάβει.
---Οι περισσότεροι διευθυντές επιχειρήσεων σήμερα διότι πλέον δεν υπάρχουν εφοπλιστές,  αναζητούν ανθρώπους με σπουδές στο μάρκετινγκ και τα οικονομικά και κυρίως, στελέχη που να παίρνουν και να εκτελούν εντολές, συμφώνα με το καταστατικό της εταιρείας. Πολλές φόρες ο κυνισμός τους αγγίζει τα όρια της απόλυτης ανευθυνότητας, και είναι και κάποιοι εκεί έξω που στ’ αλήθεια θα μπορούσαν να σε ψήσουν και να σε φάνε χωρίς οίκτο. Ένα κομμάτι του εαυτού μου δεν δέχεται την συγκεκριμένη νοοτροπία των ανθρώπων.
Μην περιμένεις ποτέ σου πλέον να εκτιμήσουν τα προσόντα σου σα ναυτίλου όσο αξιόλογα και αν είναι, ούτε να σου πλέξουν το εγκώμιο για το άριστο κουμαντάρισμα του σκάφους και των προωστηρίων του.
Ποτέ μου δεν θεώρησα μέχρι σήμερα τη θάλασσα προθάλαμο για μια θέση στη στεριά, τα γραφεία αυτής της μορφής με αφήνουν αδιάφορο δεν μου ταιριάζουν, και ο δικός μου προβληματισμός είναι έντονος όταν είσαι αναγκασμένος να παίρνεις και να εκτελείς εντολές που πολλές φορές τις θεωρείς ηλίθιες.
Ταπεινή μου διαπίστωση είναι ότι έχουμε να διανύσουμε ακόμη πολύ δρόμο μέχρι να συνδυάσουμε αποτελεσματικά την πείρα με την τεχνολογία και όχι να περιοριζόμαστε στο ένα η στο άλλο, πεισματικά και ατελέσφορα. Καλούμαστε να ανταποκριθούμε σε εντελώς νέες προκλήσεις και απαιτήσεις που έχουμε να αντιμετωπίσουμε.
Την παρούσα περίοδο γραφειοκράτες με αμφιλεγόμενα προσόντα, παρουσιάζονται για αυθεντίες και καταλαμβάνουν τα υψηλά κλιμάκια της ιεραρχίας στις εταιρείες με ικανότητες αναρριχομένων φυτών.
Έχω την αίσθηση ότι η καρδιά μου θα φτερούγιζε σαν παγιδευμένο πουλί κλεισμένος πίσω από ένα τέτοιο γραφείο. Ένοιωθα πάντα μια τάση ανεξαρτησίας, να ταξιδεύω τον κόσμο, ίσως να ήταν και η αφορμή που έγινα ναυτικός.
Μπορεί να φαίνεται ανόητο αλλά κάποτε μέσα μου σαν φευγαλέο σύννεφο είχα ένα όνειρο πολύ κοινό, να συνεχίσω τις σπουδές, αλλά υπήρχε έλλειψης στόχων, για την ακρίβεια με την πιο πλατειά έννοια του όρου απλώς να αποκτήσω ευρύτερες γνώσεις. Κάπου κάπου το όνειρο αυτό γυρνάει και μου κτυπάει την πόρτα.
Πλησιάζοντας προς το τέλος της φόρτωσης ο επιθεωρητής μας ανήγγειλε ότι έχει κανονίσει να δειπνήσουμε μια από τις προσεχείς ημέρες, το απαιτεί το πρωτόκολλο μας είπε, και ρώτησε εάν έχουμε κάποια προτίμηση.
--Εγώ μόνο εάν υπάρχουν μετά το δείπνο οι φημισμένες μαύρες άγριες φράουλες του Κεμπέκ, με την γαλλική συνταγή δέχομαι την πρόσκληση,  μην το ξεχάσεις και δυο μπουκάλια κρασί Μοντρασσέ, την χρονολογία την αφήνω σ’ εσένα, του δήλωσα με σοβαροφανή και εγκάρδια διάθεση.
Γέλασε, απλώς με κοίταξε, δεν έκανε κανένα σχόλιο και ξεμάκρυνε αναχωρώντας.
Δειπνήσαμε σ’ ένα ήσυχο κοσμικό ρεστοράν στο κέντρο της πόλης, η ατμόσφαιρα ανέδιδε εξαιρετική ποιότητα πλαισιωμένη από καλόγουστο αποικιακό διάκοσμο.
Δυστυχώς πρέπει να άρεσε εξίσου σε πολύ κόσμο κι έτσι αναγκαστήκαμε να περιμένουμε κάμποση ώρα στο συμπαθητικό μπαρ φλυαρώντας.
Είχαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε την τοπική μαγειρική που είναι γεμάτη από συνδυασμούς γεύσεων. Το χαρακτηριστικό της περιοχής είναι ότι έχει αφομοιώσει της φαινομενικά ατέλειωτες επιρροές μαγειρικής από την αποικιοκρατία και συνεχίζεται ως και τις μέρες μας με το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα που φέρνει μαζί του νέες μαγειρικές παραδόσεις . Η γευστική πρόταση προς τα πλήρη χορταστικά πιάτα παίρνει άλλες διαστάσεις. Το φαγητό με θαυμάσια γεύση, το κρασί άρωμα μεθυστικό, και εγώ να νοιώθω σαν καναδική χήνα που εκτρέφεται για να παχύνει.
Το επιδόρπιο του ήταν οι φημισμένες μαύρες άγριες φράουλες του Κεμπέκ.
Αποφάσισα να κάνω μια τελευταία  εξόρμηση στο καταπράσινο τοπίο που περιβάλλει γύρω μας τον λιμένα, την επομένη είναι ημέρα αναχώρησης.
Ο Ήλιος ήταν ζεστός ψηλά στον καταγάλανο ουρανό, αγκάλιαζε ευεργετικά τον ανοικτό ορίζοντα, λίγα λευκά σαν χιόνι σύννεφα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί περά μακριά στον καναδικό βορρά πίσω από τις δασώδεις βουνοκορφές.
Έχοντας επιστρέψει από τον περίπατο που είχα κάνει στους δρόμους της πόλης, βρίσκομαι ήρεμος και γαλήνιος να αναπαύομαι στο κοντινό μεγάλο πάρκο με τα αιωνόβια δέντρα τα γεμάτα μωβ καρπούς και κληματσίδες που αναρριχώνται προς τα ουράνια και τυλίγονται γύρω από του τεραστίους επιβλητικούς κορμούς τους, και το φως του Ήλιου να αχνοφέγγει μέσα από το πυκνό φύλλωμα τους, απολαμβάνοντας την επαφή μου με την ανοιξιάτικη φύση στην όχθη του μεγάλου ποταμού.
Η χλόη έχει ψηλώσει, αγριόχορτα φύτρωναν στις άκρες των δρόμων, ζωηρόχρωμα πολύχρωμα λουλούδια υψώνονταν στις πρασιές και στα παρτέρια.
Πότε πότε κάποιος σκίουρος ξεπροβάλει μέσα από τα δένδρα μπροστά μου κι ένα μικρό κορίτσι τους κυνηγούσε  να παίξει μαζί τους, με το λουλουδάτο φουστάνι και τις καστανόξανθες αστραφτερές της μπούκλες να λάμπουν στον ανοιξιάτικο ήλιο.
Νεαρός μικρόσωμος σκύλος έτρεχε πίσω της γαυγίζοντας παιχνιδιάρικα, χαρούμενα.
Κάπου είχα ακούσει, σε τηλεοπτική συζήτηση θαρρώ.
«Ένας σκύλος αντικατοπτρίζει τη ζωή της οικογένειας, ποτέ δεν θα δείτε παιγνιδιάρικο σκύλο σε μίζερη οικογένεια, η κακόκεφο σκύλο σε χαρούμενη.»
Ο αχνός καπνός από τα φουγάρα των πλοίων και των αυτοκινούμενων γερανών στην προβλήτα του λιμανιού αργοταξίδευε και έσβηνε ψηλά στον ουρανό.
Ήταν ένας γραφικός τόπος, έβλεπα το νερό στα κανάλια, ήταν  κάτι που με γαλήνευε.
Το νερό το αμνιακό υγρό από το οποίο γεννήθηκε το είδος μας.  Το νερό αυτή η αρχέγονη μήτρα των πάντων. Θεμελιώσαμε τους πολιτισμούς μας στις ακτές και σε όχθες ποταμών. Το νερό είναι η ζωή.
Είναι μια παροδική απόδραση από την πραγματικότητα που διακόπτεται την στιγμή που ξεκολλάς το βλέμμα σου από την θέα και στρέφεσαι ξανά στα τρέχοντα ζητήματα, σ’ αυτούς που αγαπάς και που στηρίζοντα σ’ εσένα και σε χρειάζονται.
Έκλεισα τα μάτια, άφησα τον εαυτό μου να βουλιάξει βαθειά στην απόδραση.
Βλέπω το μικρό μου γιο που προσπαθώντας να ισορροπήσει το σώμα του μεταφέρει μια μικρή γλάστρα με ορχιδέα από την γωνιά του σαλονιού στον πάγκο της κουζίνας κάτω από το παράθυρο, προσπαθούσε αλλά δεν έφτανε ακόμη το μπόι του να την ακουμπήσει στον πάγκο, αποτυγχάνοντας την ξαναγύριζε στο σαλόνι στη θέση της.
Για κάποιο παντελώς ανεξήγητο λόγο αυτή την ενέργεια και διαδρομή την έκανε πολλές φορές, η γλάστρα είχε γράψει χιλιόμετρα διαδρομής.
Βλέπω τον μεγαλύτερο μου γιο στον ζωολογικό κήπο της Αμβέρσας να ξεφεύγει της προσοχής μου, να έχει απλώσει το τρυφερό χεράκι του μέσα από τα πλέγματα ενός κλουβιού και να  χαϊδεύει έναν μικρό νεοσσό στο κεφάλι και η μητέρα του νεοσσού ένας τεράστιος γυπαετός των Άνδεων να τον κοιτάζει αμέριμνα. Το ράμφος του μπορούσε να του εξαφανίσει το χέρι  από την ωμοπλάτη του θρασύτατου μπόμπιρα. Μέχρι να αποφασίσει να βγάλει το χεράκι του από τα πλέγματα εγώ απόκτησα τις πρώτες λευκές τρίχες στο κεφάλι μου σχετικά νωρίς.
Βλέπω την όμορφη νεαρή σύζυγο μου τα πρωινά που ξυπνάμε να βρίσκεται πάντα εκεί στο πλάι μου να μου χαμογελάει τρυφερά και τα όμορφα μελιά της μάτια να λαμποκοπούν σαν πρωινές ηλιαχτίδες που τρυπώνουν στις γρίλιες τω παραθύρων.
Βλέπω ότι μου λείπουν, μου λείπουν πολύ.
Η νύχτα έπεφτε. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, το φεγγάρι μόλις που φαινόταν μέσα από τα σύννεφα, καθώς το πλοίο άφηνε πίσω του τον ευρύ κόλπο του Σαιντ Λόρενς και έβαζε πλώρη στον ανοικτό ωκεανό με πορεία ανατολικά νοτιοανατολικά.
Ο Ποσειδώνας και ο Αίολος ήταν απλόχερα γενναιόδωροι μαζί μας, το ταξίδι από το Τρουά Ριβιέρ στην Αλεξάνδρεια ήταν ήρεμο με ευνοϊκούς ανέμους.
Παραήταν καλά τα σύννεφα και οι αέρηδες καιρός λιβανούδικος όπως τον λένε και οι σύγχρονοι ναυτικοί μας.
Με την άφιξη στην Αλεξάνδρεια το πλοίο πρόσδεσε στο παλιό λιμάνι στην προβλήτα του επιβατικού σταθμού, λίγα μέτρα μακριά από την κεντρική πύλη.
Αλεξάνδρεια, πόλη και μεγάλος θαλάσσιος λιμένας στη βόρεια Αίγυπτο, στο δέλτα του ποταμού Νείλου, σε μια λωρίδα γης που χωρίζει τη λίμνη Μαριούτ από τη Μεσόγειο. Η πόλη ιδρύθηκε σε 332  Π.Χ.  από τον Αλέξανδρο τον μέγα, βασιλιά της Μακεδονίας, ο οποίος την θεμελίωσε ως έναν από τους κυριότερους λιμένες του αρχαίου κόσμου. Ένας κυματοθραύστης φτιαγμένος από ογκόλιθους σχεδόν χίλια εξακόσια μέτρα στο μήκος αποκαλούμενος "επτά στάδια" χτίστηκε στο νησί Φάρος που εσωκλείει ένα ευρύχωρο λιμάνι. Ο διάσημος φάρος, που θεωρείται ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, θεμελιώθηκε και κτίστηκε επίσης στο νησί Φάρος.
Η σύγχρονη πόλη είναι τοποθετημένη κυρίως στην ηπειρωτική χώρα.
Τα ταξίδια μου στην πόλη των Πτολεμαίων και του Καβάφη, ίσως να τα περιγράψω αυτόνομα,  οι ιστορικές αναμνήσεις σ’ αυτόν τον λίκνο του ελληνισμού είναι ποτάμι ατελείωτο, οι άνθρωποι χάνονται αλλά τα ονόματα τους επιζούν στις μνήμες μας.
Ο ακμάζων κάποτε ελληνισμός στις  μέρες μας καθημερινά συρρικνώνεται όλο και περισσότερο, τίποτα δεν είναι όπως παλιά.
Από την Αλεξάνδρεια ανεχωρήσαμε μια αποπνικτικά ζεστή μέρα του Μαΐου, προς το παρόν ναύλο για το πλοίο δεν υπήρχε, οι οδηγίες ήταν να ταξιδεύουμε με οικονομική ταχύτητα και με πορεία στα νοτιοδυτικά της  Κρήτης.
Πλέοντας ανοικτά των Κυθήρων λάβαμε τηλεγράφημα να κατευθυνθούμε με προορισμό την Αυγούστα της Σικελίας που είναι και ο λιμένας φόρτωσης.
Ο πλοίαρχος με ρώτησε αν θα έλθει η σύζυγος μου στον λιμένα, να επικοινωνήσει με την σύζυγο του να έλθουν μαζί παρέα.
Με εξέπληξε θετικά.
Έχοντας περάσει μαζί τόσο χρόνο με ατέλειωτες συζητήσεις, από όσο τουλάχιστον είχα διαπιστώσει η οικογένεια του ήταν αυστηρά έξω από τις ιστορίες του, σπάνια τον είχα ακούσει να αναφέρεται στην οικογένεια του, στην σύζυγο του, εγώ από μία εσωτερική ευγένεια, σεβόμενος την ιδιαίτερη σιωπή του ποτέ δεν τον είχα ρωτήσει για τα οικογενειακά του.
Αρχικά με την σύζυγο μου είχαμε συμφωνήσει ότι θα έλθει αεροπορικώς μέσω  Ρώμης στην Κατάνια οπού και θα την αναμένω.
Στην τελευταία επικοινωνία μας μου δήλωσε ότι θα ερχόταν σιδηροδρομικώς στον σταθμό της Αυγούστα από το Μπρίντιζι όπου θα πήγαιναν με το πλοίο της γραμμής από την Πάτρα μαζί με τη σύζυγο του πλοιάρχου.
Μου φάνηκε πολύ παράξενο πάντα απ’ όσο θυμάμαι δεν ήθελε να ταξιδέψει ένα ταξίδι τόσο μακρινό με το τραίνο.
Είχα αντιρρήσεις, ήταν πολύ μεγάλη κατά την γνώμη μου η ταλαιπωρία και ταυτόχρονα θα ταλαιπωρούσε και το δίχρονο γιο μας που την ακολουθούσε, αλλά εφ’ όσον νομίζει ότι η ίδια δεν θα έχει πρόβλημα, είμαι αναγκασμένος να συμφωνήσω.
Είναι ήδη περασμένη η ώρα της άφιξης και η αμαξοστοιχία δεν έχει φανεί.
Ρωτώ υπάλληλο του σταθμού γιατί αυτή η καθυστέρηση, με πληροφορεί ότι το δρομολόγιο που του αναφέρω δεν θα έρθει Αυγούστα αλλά συνεχίζει από Κατάνια για εσωτερική Σικελία. Για την Αυγούστα θα έλθει ανταπόκριση από Κατάνια σε μια ώρα. Η προσμονή άρχισε να με εκνευρίζει, δεν ήξερα αν κάτι πηγαίνει στραβά.
Τα συναισθήματα μου πηγαινοέρχονταν σαν τα κύματα στην κοντινή παραλία, οι αντιρρήσεις μου για το ταξίδι με την αμαξοστοιχία ξεπρόβαλλαν μπροστά μου.
Έδιωξα την εικόνα απ’ το μυαλό μου, δεν ήταν και ο πιο κατάλληλος χρόνος για οργή.
Ο πλοίαρχος ήταν ατάραχος και την παρούσα στιγμή ήταν το πιο σωστό συναίσθημα που μπορούσε να μου μεταδώσει. Μετά από καθυστέρηση δυο και πλέον ώρες, η αναμονή πήρε τέλος, η αμαξοστοιχία κατέλαβε την θέση αποβίβασης στον ανοικτό υπαίθριο σταθμό της πόλης.  Αναστέναξα ανακουφισμένος, η ζωή μας όλη είναι συναντήσεις, ένας σταθμός πλημυρισμένος με στιγμές άφιξης, στιγμές αναχώρησης.
Ο πλοίαρχος χαιρέτισε εγκάρδια την σύζυγο  μου, τον γιο μου, ακολούθως μου σύστησε την σύζυγο του. Την κυρία Σοφία.
Η ένταση της προσμονής φαίνεται ότι ήταν ζωγραφισμένη ακόμη επάνω μου, δεν  τα είχα  καταφέρει να χαλαρώσω.
Η κυρία Σοφία το αντιλήφθη αμέσως, γυρίζει στον σύζυγο της και του λέει.
--Δεν εξήγησες στο παλληκάρι από εδώ ότι μαζί μου η οικογένεια του δεν είχε να φοβηθεί για κανένα πρόβλημα στο ταξίδι μας.
Την στιγμή εκείνη την δήλωση της την προσέλαβα σαν κάτι το υπερβολικά εγωιστικό, την χαιρέτισα με την απαιτουμένη ευγένεια.
--«Το εκτιμώ ειλικρινά αυτό που λέτε», απάντησα μάλλον αδέξια και άτσαλα.
«Τι αγροίκος» υποθέτω θα σκέφτηκε.
Έπιασα τον εαυτό μου να την χαρτογραφεί. Αναζητούσα να δω κάτι περισσότερο από μια άχαρη και επιδερμική προσέγγιση.
Την ήξερα τόσο λίγο.
Όλη της η εμφάνιση αεράτη μεγαλόπρεπη, τι θαυμάσιο πλάσμα που ήταν.
Ψηλή, αρχοντική, τέλεια φιγούρα, υπέροχο πρόσωπο με δυο όμορφα εκφραστικά καστανά μάτια να σε κοιτάζουν φιλικά, μια καλλονή που ποτέ της δεν έκρυψε τον εαυτό της στο ημίφως αν και ήδη διαβεί προ πολλού την τέταρτη δεκαετία της ζωής της, ούτε τη φθορά στη φυσική ομορφιά της.
Μου μετέδωσε μια αίσθηση ότι μπορούσε να παίζει με κοφτερά εργαλεία χωρίς να φοβάται για τα ντελικάτα όμορφα χέρια της.
Ξεκινήσαμε για το λιμάνι, το πλοίο βρισκόταν στο εσωτερικό αγκυροβόλιο, οι τελευταίες πληροφορίες, μιλούσαν ότι το πετροχημικό εργοστάσιο αδυνατούσε να ικανοποιήσει με την παραγωγή του την ζήτηση και θα παραμέναμε μεγάλο διάστημα στο αγκυροβόλιο μέχρι να ετοιμάσουν το φορτίο μας, προηγούντο άλλα πλοία.
Ανεπίσημα ο πράκτορας μας πληροφόρησε ότι το διάστημα παραμονής και φόρτωσης ίσως και να είναι μεγαλύτερο από σαράντα ημέρες.
Οι καλοί θεοί της Μεγάλης Ελλάδας ήταν μαζί μας, και ο Ποσειδώνας δεν ήταν πλέον εξοργισμένος, είχε ξεχάσει τον πολυμήχανο πρόγονο μας που τύφλωσε τον γιο του στην περιοχή και μας φερόταν απλόχερα φιλικά.  Θα υπάρχει άφθονος χρόνος ώστε να ικανοποιήσω την επιθυμία μου, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον,  να επισκεφτώ την γειτονική φημισμένη αρχαία πόλη, τις Συρακούσες την πατρίδα του Αρχιμήδη, και να περπατήσω τα μονοπάτια της μνήμης μιας ατέλειωτης ιστορικής  διαδρομής που έγραψε το μεγαλείο του ελληνισμού. Μια βουτιά στην ιστορία μας.
Η Αυγούστα είναι θαλάσσιος λιμένας και ναύσταθμος στην Ιταλία,  βρίσκεται στο βόρειο τέλος του ομώνυμου κόλπου στην ανατολική ακτή της Σικελίας, δέκα οκτώ χιλιόμετρα βόρεια των Συρακουσών. Είναι σε ένα νησί που συνδέεται με γέφυρα με την ηπειρωτική χώρα. Μεταξύ της νήσου και της ηπειρωτικής χώρας στη δύση βρίσκεται ένας καλά προστατευμένος κόλπος που προσφέρει ένα από τα μεγαλύτερα και ασφαλέστερα αγκυροβόλια της Μεσογείου. Η Αυγούστα είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος λιμένας της Ιταλίας στον διακινούμενο όγκο φορτίων ετησίως, μετά τον λιμένα της Γένοβας. Στη διαδρομή αντιλήφθην ότι ο μικρός μου γιος είχε γίνει αχώριστος με την καπετάνισσα με εξέπληξε παράξενα πως και συμβαίνει αυτό διότι συνήθως ο μικρός  δεν ξεκολλούσε από την μητέρα του.
Περνώντας οι μέρες συνειδητοποίησα ότι είχαν μια ισχυρή χημεία μεταξύ τους.
--Δεν σου φαίνεται ότι ο γιος μας πουλάει συνέχεια, που τον χάνεις και όλο από πίσω από την καπετάνισσα βρίσκεται;
--Βλέπω ότι μας αφήνει κάμποσες στιγμές μόνους, μου είπε με τρυφερό χαμόγελο γεμάτο υπονοούμενα το γλυκό μου ταίρι.
Η σύζυγος μου με χαριτωμένη και τσαχπίνικη άνεση γινόταν σκανδαλιάρα, εξαίσια.
Η κυρία Σοφία κυριολεκτικά τον τυραννούσε και τον βασάνιζε παίζοντας μαζί του, έβαζε συνήθως τα κλάματα ο μικρός εγώ εξοργιζόμουν, αλλά δεν έλεγε να ξεκολλήσει από την αγκαλιά της. Η καθημερινή επαφή μας έκανε μια οικογένεια, η καπετάνισσα ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη, υπήρχε μια μεγάλη κινητήρια δύναμη μέσα της, γυναίκα με  δυναμισμό και ζωντάνια. Δεν ήταν καμιά ελαφρόμυαλη κοσμική, αλλά μια δυναμική περήφανη γυναίκα, γλυκιά και ευγενική ιδιοσυγκρασία.
Είχαμε άφθονο ελεύθερο χρόνο και οι συζητήσεις μας ήταν ατέλειωτες, ταυτόχρονα με αρκετές οικογενειακές εξόδους στην πόλη, η οποία επαφή έφερε στο προσκήνιο μια σοβαρή και εγκάρδια σχέση να μας διευθύνει στην καθημερινότητα μας.
Μια δυο φόρες επισκεφτήκαμε και την γειτονική πόλη τις φημισμένες Συρακούσες.
Στο σκέψη μου πριν την επίσκεψη κυριαρχούσε το ένδοξο και λαμπρό ελληνικό παρελθόν της. Ένοιωσα μια μικρή πικρή απογοήτευση συναντώντας μια σημερινή κλασσική μεσογειακή πόλη του νότου.
Συρακούσες, πόλη και λιμένας της Ιταλίας, στη νοτιοανατολική ακτή του νησιού της Σικελίας. Η παλαιά πόλη βρίσκεται στο νησί Ορτυγία, που χωρίζεται από ένα κανάλι από την ηπειρωτική χώρα. Στην αρχαιότητα οι Συρακούσες ήταν η μεγαλύτερη και ισχυρότερη πόλη στη Σικελία. Τα μνημεία της παλαιάς πόλης περιλαμβάνουν ένα ελληνικό θέατρο σκαλισμένο σε βράχο, χωρητικότητας ενός ακροατήριου δέκα πέντε χιλιάδες ατόμων, ένα ρωμαϊκό αμφιθέατρο, το μεγάλος βωμό του Ιέρωνα του δεύτερου, και η ακρόπολη που κτίστηκε από τον Διόνυσο το νεώτερο νωρίς στον τέταρτο αιώνα  π.χ.
Οι άποικοι από την ελληνική πόλη  Κόρινθο, ίδρυσαν τις Συρακούσες στα 734  π.χ.
Η αρχική εγκατάσταση έγινε στη νήσο Ορτυγία και επεκτάθηκε σύντομα στην ηπειρωτική χώρα.
Οι Ρωμαίοι κατέλαβαν τις Συρακούσες σε 212  π.χ., αν και η υπεράσπισης της πόλης ήταν ενισχυμένη από τις αμυντικές μηχανές του μεγάλου έλληνα εφευρέτη Αρχιμήδη.
Οι μέρες κυλούσαν ήταν ημέρες ηρεμίας, ξενοιασιάς, αγάπης και έρωτα.
 Η κυρία Σοφία αναχώρησε για την πατρίδα μονάχη της αρκετές ημέρες πριν από τον απόπλου του πλοίου, ακλουθώντας αντίστροφα την διαδρομή άφιξης. Πιθανώς να είχε κάποια φοβία με τα αεροπλάνα, σκέφτηκα.
Μας χαιρέτισε κρυφά από τον γιο μου. Τελικά δεν το αποφύγαμε το δράμα. Απελπισμένα αναζητούσε την  «Φοφία» του όπως την αποκαλούσε και όσο δεν την εύρισκε τόσο μαράζωνε και έκλαιγε. Χρειάστηκε μεγάλη υπομονή να το ξεπεράσει.
Πέρασε ο καιρός η φόρτωση έφτανε στο τέλος της αναχώρησε και η σύζυγος  μου με το αεροπλάνο, μέσω Ρώμης. Τρεις ημέρες καθυστέρηση και ταλαιπωρία στη Ρώμη λόγο απεργίας του προσωπικού των αερογραμμών της  Αλιτάλια.
Όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο με ρώτησε αν έχω να προσθέσω τίποτα για το άνετο και χωρίς ταλαιπωρία ταξίδι που της πρότεινα
--Ουδέν σχόλιο, απάντησα.
Η φόρτωση έχει τελείωση και άρχισε η διαδικασία της αναχώρησης.
Το πλοίο έχει αποπλεύσει από τον ασφαλή θαλάσσιο  κόλπο του λιμένα ξεμακραίνοντας από την στεριά με πορεία νοτιοανατολική.
Βρισκόμαστε στη γέφυρα του πλοίου.  Δεξιά μας φαίνεται η Ορτυγία, άραγε πώς να ένοιωθαν οι πρώτοι Κορίνθιοι έποικοι φθάνοντας σ’ αυτή τη γη, αναρωτήθηκα.
Το φως του Ήλιου που βασίλευε αντανακλούσε στα μεγάλα τζάμια της γέφυρας. Σε λίγο ο ορίζοντας θα μοιάζει σαν να έχει πάρει φωτιά, και τα νερά της Μεσογείου να λάμπουν σαν λιωμένη λάβα στο ηλιοβασίλεμα.
--Έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας του είπα.
Κάτι τον ανησυχούσε δεν υπήρχε αμφιβολία, τον γνώριζα πολύ καλά πλέον.
Αναρωτιόμουν αλλά δεν ήθελα να τον επηρεάσω να μιλήσει.
Περίμενα να είναι δίκη του η απόφαση να το κάνει.
Στο τέλος μιας κοπιαστικής ημέρας  για άλλη μια φορά άφηνε και πάλι τα αισθήματα του να ξεφύγουν από την ομίχλη του μυαλού του, οι εικόνες πάλευαν να αναδυθούν από τα βάθη της μνήμης, ανάμεσα στις εκατοντάδες ερωτήσεις που πλανιόνταν στο κεφάλι του σαν τα πυκνά γκρίζα σύννεφα. Μου διηγήθηκε την υπόλοιπη τραγική προσωπική του ιστορία, σαν απαγγελία.
«Υπάρχει μια αλήθεια μια πραγματικότητα ένα σκληρό γεγονός που παραμένει ξεκάθαρο μετά από εκείνο το απόγευμα με την τελική έκθεση του γιατρού της που περιελάμβανε αρκετά δυσάρεστα ευρήματα, τα μάτια του γιατρού δεν έλεγαν ψέματα, δεν ήταν γραφτό να ξεπεράσουν την καταιγίδα που έρχεται.
Την κοίταξε αργά συντετριμμένος προσπαθώντας να κρύψει την απέραντη θλίψη του, σκέφτηκε ότι η μοίρα είναι τρομερή μερικές φόρες.
Η σύζυγος ήθελε την αλήθεια την πραγματικότητα όσο σκληρά και άσχημα να είναι τα νέα που θα άκουγε, όχι λόγια που οι ασθενείς θέλουν ν’ ακούσουν, «ήθελε την αλήθεια που διαλύει όλες τις ψευδαισθήσεις»  με μια έκφραση που δεν χρειαζόταν εξωραϊσμούς ούτε υποσημειώσεις, ήταν έτοιμη.
Φεύγοντας από το ιατρείο σιωπηλά τον παρεκάλεσε να περάσουν από το κοιμητήριο. Επήρε μερικά φρέσκα λουλούδια επήγε γονάτισε και τα απέθεσε στον τάφο του γιου της, εκεί έκλεισε τα υγρά της μάτια και άφησε τα δάκρυα να τρέξουν ελεύθερα.
Σιγά σιγά τα δάκρυα σταμάτησαν και ανέκτησε τον έλεγχο του εαυτού της, σκούπισε το πρόσωπο της, είπε μέσα της μια προσευχή , έπρεπε να φανεί δυνατή και πάλι, και κίνησε ανάμεσα από τις ταφόπλακες, αμίλητη γύρισε στο αυτοκίνητο οπού τον συνάντησε. Καθόταν ακίνητος ανήμπορος να την παρηγορήσει.
Έτσι φέρονταν χρόνια τώρα πενθούσαν χωριστά, δεν τα κατάφερναν στις εκδηλώσεις των νεκροταφείων, απλώς τα μάτια τους αντάμωσαν με κατανόηση και κοινή θλίψη. Είναι αυτές η στιγμές που ένα θρίλερ είναι η ζωή, άγρια και τρομακτική.
Έχοντας από χρόνια επιβίωση ψυχικά από το πρόωρο θάνατο του γιού του αντιμετώπιζε σήμερα τον αργό χαμό της γυναίκας του.
Για μια στιγμή προσπάθησε να φανταστεί τη ζωή χωρίς σύζυγο του, αντίκρισε ένα γκρίζο κενό, σαν έναν συννεφιασμένο ουρανό.
Δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή χωρίς την σύζυγο του
Κάπου είχε διαβάσει. «Η ζωή είναι δώρο, η ζωή είναι ευλογία.» Έτσι απλά.
Είχε μάθει μόνο να προβλέπει και να αντιμετωπίζει τις καταιγίδες στους ωκεανούς, αυτή η καταιγίδα η σημερινή τον ξεπερνούσε.»
Ζωντάνεψε ξαφνικά, με κοίταξε, ράγισε η καρδιά μου.
Αδυνατούσα να το πιστέψω.
Μείναμε αμίλητοι ο καθένας βυθισμένος στις δίκες του σκέψεις, ο μοναδικός ήχος που ακουγόταν ήταν ο σταθερός ρυθμός από τα κυλιόμενα εμβολα των μηχανών που αντανακλούσε ο ρυθμός τους στην καπνοδόχο του πλοίου και από εκεί στο εξωτερικό περιβάλλον.
Προσπαθώ να αντιληφθώ την ζωή από την οπτική μιας γυναίκας που βλέπει ότι όλες οι νεανικές της φιλοδοξίες καταρρέουν σκληρά.
Χάνει με τον πιο τραγικό τρόπο το λατρεμένο παιδί της σε τρυφερή ηλικία.
Και όταν με τα χρόνια συνέρχεται από το τρομερό και αδυσώπητο κτύπημα της μοίρας, μαθαίνει το δικό της σκληρό πρόβλημα.
Αναρωτιόμουν αν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό το βελούδινο πρόσωπο που γνώρισα να κρύβει τόση δύναμη από ατσάλι μέσα του.
Ποτέ της δεν μας έδειξε το τραγικό της δράμα.
Υπάρχουν μερικοί θεολόγοι που ισχυρίζονται ότι η κόλαση δεν είναι ένας τόπος, αλλά μια ψυχική κατάσταση.
Κάνουν λάθος
Η κόλαση είναι εδώ μαζί μας,  κρυμμένη στα βάθη της ψυχής μας.

Δύο χρόνια νωρίτερα.

Ήταν Σαββάτο και είχα ξυπνήσει από νωρίς.
Υπήρχαν πολλά που μπορούσα να σκεφτώ, αλλά όχι και πολλά να κάνω τόσο νωρίς το πρωί. Κοιτούσα έξω από το παράθυρο μου το φωτεινό πρωινό πίνοντας τον στιγμιαίο εσπρέσο καφέ μου. Στο γρασίδι στα παρτέρια της απέναντι πλατείας και στο μεγάλο εξωτερικό περίβολο με τις ακακίες και τις μουριές της  μικρής παλαιάς αναπαλαιωμένης εκκλησίας του αϊ Γιάννη αναδυόταν υδρατμοί από την πρωινή φθινοπωρινή υγρασία, και εγώ είχα καλή διάθεση.  Ήταν υπερβολικά ήσυχα, οι πρώτοι πιστοί περπατούσαν νωχελικά προς την είσοδο του εσωτερικού περίβολου της εκκλησίας με τα πανύψηλα κυπαρίσσια και τα μεγάλα πεύκα. Ανυπομονούσα  να σηκωθεί και η υπόλοιπη οικογένεια για να προγραμματίσουμε κάποια έξοδο  του Σαββάτου αργότερα.
Ήμουν βαθειά απορροφημένος, να παρατηρώ  έναν στιλπνό κατάμαυρο κότσυφα με κεχριμπαρένιο ράμφος και κίτρινα σκούρα πόδια, στο μεγάλο πεύκο στην ανατολική αυλή της θείας Μαρίας που υψωνόταν απέναντι ακριβώς από το παράθυρο μας . Ο κότσυφας καθαριζόταν χώνοντας το ράμφος του στις φτερούγες του και στο στήθος του. Αναρωτιόμουν που να ήταν το ταίρι του, γιατί ο μεγάλος μου ο γιος μου με είχε πληροφορήσει ότι ένα ζευγάρι κοτσύφια έχουν την φωλιά τους στο απέναντι πεύκο, όταν κτύπησε το τηλέφωνο.
Από την άλλη άκρη μια γνώριμη φωνή.
Ήταν ωραίο να ακούω την φωνή του καπεταν Στέφανου τόσο εύθυμη. Μας καλούσε στο εξοχικό τους στα Βασιλικά της Χαλκίδας για Σαββατοκύριακο.
Είχα να τον δω αρκετές εβδομάδες και με χαροποίησε έντονα το γεγονός να έχουμε την ευκαιρία ξανασυναντηθούμε πάλι.
Τελικά το τηλεφώνημα αποδεδείχθηκε ένα  θεόσταλτο κάλεσμα  που μας έδινε λύση στο  πρόγραμμα της εξόδου το Σαββάτο.
Με ρώτησε αν δέχομαι την πρόσκληση.
Στεκόμουν με το ακουστικό στο χέρι και γελούσα, ακουγόταν πολύ καλό.  Δεν ήταν ανάγκη να το σκεφτώ. Του είπα στον πιο φιλικό τόνο ότι είναι μια θαυμάσια πρόσκληση και δίκη μου επιθυμία είναι να ξαναβρεθούμε, σε μερικές ώρες θα βρισκόμαστε στα Βασιλικά της Χαλκίδας στο εξοχικό τους.
Έκλεισα χαμογελώντας.
Στράφηκα και κοίταξα έξω από το παράθυρο ο κότσυφας δεν στεκόταν εκεί, είχε φύγει  δεν τον έβλεπα στο πεύκο,  δυο γκριζωπές δεκαοχτούρες σκάλιζαν το χώμα ψάχνοντας για την τροφή τους  κάτω από το την συκιά δίπλα στο πεύκο.
Γνωριζόμαστε με τον καπεταν Στέφανο ένα χρόνο τώρα.
Δεν μπορώ να πω ότι είμαστε κολλητοί. Αν και είναι η διάφορα στην ηλικία, υπάρχει μια φιλία που στηρίζεται στην ειλικρίνεια την ευθύτητα και στην άψογη συνεργασία που είχαμε στο τελευταίο μπάρκο μας. Μας αρέσει να μιλάμε με τις ώρες για τις ναυτικές μας ιστορίες.
Θυμήθηκα την τελευταία  φορά που τον είχα δει. Στο διαμέρισμα τους  σ’ ένα παράπλευρο δρόμο στην Κυψέλη. Ένα μεγάλο ρετιρέ με ευρύχωρο σαλόνι στο χρυσαφί μπεζ χρώμα επιπλωμένο με έπιπλα από την μακρινή άπω ανατολή. Σχεδόν τα πάντα μέσα στο σαλόνι είχαν ταξιδέψει μαζί του από την Κίνα στην Ελλάδα, γέμιζαν ασφυκτικά τον μεγάλο χώρο. Έπιπλα σκαλισμένα περίτεχνα με ανατολίτικη επιμέλεια, κομμάτια σημαντικά.  Ακόμη και τα φωτιστικά οροφής απόπνεαν κινέζικη τεχνοτροπία. Δεν  με ενθουσίαζε αυτός ο τύπος της διακόσμησης, προτιμώ λιτές απλές γεωμετρικές γραμμές στο χώρο.
Η σύζυγος μου έχει μια πολύ φινετσάτη αίσθηση με την διακόσμηση γενικά, φεύγοντας την άκουσα να μου λέει. «Στοιβαγμένος με πολλά κομψά έπιπλα, σε βαθμό υπερβολής, ο χώρος παρουσίαζε τόσο άκομψο αποτέλεσμα.»
Η εικόνα που έχω στο μυαλό με τον καπεταν Στέφανο από την τελευταία μας συνάντηση είναι καθισμένος στη μεγάλη αναπαυτική πολυθρόνα του σαλονιού, στην πλαϊνή πλάτη της πολυθρόνας έχει αναρριχηθεί η κόρη του μια εικοσιπεντάχρονη όμορφη καστανόξανθη γυναικεία παρουσία με υποψία από διάσπαρτες αμυδρές φακίδες στο πρόσωπο της, να γέρνει συνεχώς τρυφερά επάνω του. Υπήρχε ένας ιδιαίτερος δεσμός μεταξύ τους, ήταν ορατό ότι τον αντιμετώπιζε με μια τρυφερή προσέγγιση. Ο καπεταν Στέφανος έδειχνε ξέγνοιαστος χαρούμενος. Και η κόρη του τα ίδιο. Τον παρατήρησα να προσηλώνεται στο πρόσωπο της, σαν να ήθελε να αφομοιώσει τα χαρακτηριστικά της να φωτογραφίσει την εικόνα της.
Η κυρία Σοφία τους κοιτούσε με ικανοποίηση, στο βλέμμα της υπήρχε ένα χαμόγελο αγνής και αβίαστης ευθυμίας. Ένοιωθε στ’ αλήθεια ευχάριστα που τα πήγαιναν τόσο καλά ο πατέρας με την κόρη. Νοιαζόταν για εκείνους.
Ο μεγάλος μου γιος είχε ήδη ξυπνήσει είχε πάρει την θέση μου στο κρεβάτι δίπλα στην μαμά του γουργουρίζοντας νυσταγμένα όταν τους μετέφερα την πρόσκληση.
-«Μπινγκο» αναφώνησε.
--Θα δούμε τις πέρδικες τους φασιανούς και τα παγώνια.
Ανέλαβα να ξυπνήσω τον μικρό μας γιο. Συνήθως μαζί του είχαμε ένα δύσκολο πρωινό ξύπνημα , σήμερα πιστεύω  όταν του αναγγείλω  που λογαριάζουμε να πάμε έξοδο για το Σαββάτο μας θα τον χαροποιήσει ιδιαίτερα δεν θα έχουμε παιδικές μουρμούρες. Η κυρία «Φοφία» παρέμενε, μεγάλη αδυναμία του.
Περνώντας από την Χαλκίδα σκέφτηκα πέρα από το παραδοσιακά εθιμοτυπικά που συνηθίζεται να προσφέρουμε γλυκά στους οικοδεσπότες να πάρω μερικά φρέσκα ψαριά  από την τοπική πλούσια στο είδος των θαλασσινών αγορά, τα ψάρια ήταν η αδυναμία του καπεταν Στέφανου.
Η σύζυγος με απέτρεψε, δεν το θεωρούσε σωστό.
--Προσβάλλεις τους οικοδεσπότες, τους ανθρώπους που σε καλούν μου είπε. Εάν ήσουν ψαράς έστω ερασιτέχνης και τα είχες ο ίδιος ψαρέψει το καταλαβαίνω, αλλά όχι να πάρεις ψάρια της αγοράς να προσφέρεις σε μια φιλική επίσκεψη.
Μάλλον είχε δίκιο ως συνήθως. Αυτό δεν το έχω καταλάβει ακόμη και σήμερα πως γίνεται να καταλήγουμε πάντα ότι έχει δίκιο.
Αφήνοντας πίσω μας την Χαλκίδα γυρίζουμε αριστερά με κατεύθυνση βορειοδυτική για να πάρουμε τον τοπικό δρόμο που οδηγεί στα Βασιλικά.
Ακλούθησα τον παραλιακό δρόμο περνώντας μέσα από την Νέα Αρτάκη, μετά την έξοδο οδηγούσα αργά προσεκτικά μέσα από τους τοπικούς δρόμους, η προσοχή μου εντάθηκε, δεν είχα καμία διάθεση να χάσω και να ψάχνω πάλι να βρω την διασταύρωση του δρόμου που οδηγούσε στο σπίτι τους όπως απρόσμενα μας συνέβη στην τελευταία μας επίσκεψη.
Αριστερά απλώνεται ο βόρειος ευβοϊκός κόλπος, υπάρχουν πολλά σταθμευμένα αυτοκίνητα στις παραλίες, είχε αρκετούς λουόμενους στις αμμουδιές.  Η ημέρα ήταν απροσδόκητα ζεστή σχεδόν καλοκαιρινή για την εποχή. Μια αύρα έρχεται από την μεριά της θάλασσας. Συνήθως πετούσαν γλάροι στην περιοχή, σήμερα δεν φαίνεται τίποτα.
Μπροστά μας σε έναν μεγάλο εγκαταλειμμένο μεταφορικό ιμάντα, ένα γιγάντιο πανό διαμαρτυρίας μεταφέρει στους περαστικούς τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στο βιομηχανικό συγκρότημα της περιοχής «Σκαλιστήρι». Άκουσα στις είδησης τω οκτώ ότι έχουν βάλει λουκέτο οι μονάδες παράγωγης για βιομηχανικά πυρότουβλα, πολλοί εργαζόμενοι έμειναν άνεργοι, γενικά η ευρεία περιοχή έχει μεγάλο πρόβλημα ανεργίας αυτή την εποχή.
Περάσαμε μέσα από τον επαρχιακό δρόμο όπου αφήσαμε πίσω μας μερικά σπίτια δεξιά και αριστερά  τριγυρισμένα με φράκτες.
Είχαμε σταματήσει μπροστά στην είσοδο, όταν η καπετάνισσα βγήκε να μας ανοίξει την κεντρική εξώπορτα του κτήματος. Είχε μια ακτινοβολία που δήλωνε πως ήξερε πώς να διοχέτευση την ενεργεία της. Μας κοίταξε,  ποτέ μου δεν αντίκρισα μέσα στα ματιά της τη φλόγα που επρόκειτο να σβήσει. Ο μικρός κατέβηκε πρώτος από το αυτοκίνητο και σίφουνας χώθηκε στην αγκαλιά της καπετάνισσας με το πρόσωπο του να χαμογέλα σαν Ήλιος, αυτή τον έσφιξε δυνατά μέχρι που τον πόνεσε.
Ο καπεταν Στέφανος με την αγροτική του ενδυμασία, οδηγούσε το μικρό τρακτέρ του, όργωνε ένα τμήμα από το κτήμα, ο μεγάλος μου γιος έτρεξε κοντά του με το σκύλο να τρέχει πιο πίσω, ένας γερμανικός ποιμενικός γιγαντόσωμος.
Μας κούνησε το χέρι σ’ έναν χαιρετισμό και συνέχισε να τελειώσει το όργωμα.
Μπρος από τον περίβολο του σπιτιού στην πλακόστρωτη αυλή υπήρχε μεγάλη πέργκολα με κληματαριά που έριχνε τον ίσκιο της στα παρτέρια με τα λουλούδια.
Η οικοδομή ήταν κτισμένη ακριβώς στο κέντρο ενός κτήματος έξι στρεμμάτων.
Εμπρός υπήρχε ο αγροτικός δρόμος, στη συνέχεια μια λωρίδα από χέρσα χωράφια εκατό μετρά περίπου πλάτος τέλειωνε στην όμορφη αμμουδιά του βόρειου ευβοϊκού κόλπου. Στο πίσω μέρος  πέρα από το φράκτη απλώνετε πράσινος αγρός με μερικά μικρά κτήματα από ελιές και στο βάθος ξεκινούσε το δασύλλιο με τη χαμηλή βλάστηση από πουρνάρια και συνέχιζε σε πευκόφυτο λόφο. Η ζέστη της ημέρας πύρωνε το χώμα δημιουργώντας την εντύπωση πως οι ελιές χορεύουν στον ακίνητο αέρα. Χωριζόταν σε δυο ανεξάρτητες μεζονέτες η ανατολική ήταν η δική τους. Η δυτική άνηκε σε πολύ στενό τους οικογενειακό πρόσωπο μαζί με το μισό κτήμα,. Η διαχείριση του κτήματος ήταν κοινή. Ο πρώτος όροφος ήταν η  κυρία είσοδος, ένα τεράστιο σαλόνι με λιτή επίπλωση και ένα μεγάλο τζάκι να καταλαμβάνει το βάθος του χώρου. Ακλουθούσε η υπερυψωμένη τραπεζαρία με την κουζίνα και η εσωτερική σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια του ορόφου.
--«Αυτό δεν έχει σχέση με το μουσείο της Αθήνας», είχε κριτικάρει με ψιθυριστή φωνή η σύζυγος την πρώτη φορά που τους είχαμε επισκεφτεί και πάλι.
Στο χώρο στάθμευσης αντίκρισα και το τζιπ που είχε παραγγελθεί στη Γερμανία και το είχε παραλάβει την τελευταία εβδομάδα, διπλά στο αυτοκίνητο της συζύγου.
Ο τόπος προσέλκυε αγοραστές χάρης στην κοντινή του απόσταση από την Αθήνα και το φυσικό του κάλλος. Η ανοικοδόμηση ήταν ραγδαία στην περιοχή, και μάλιστα με κτίσματα όχι πάντα όμορφα.
Με την σύζυγο μου υπήρχε σιωπηρή δέσμευση, δεν γνωρίζουμε τίποτα για θέμα υγείας της καπετάνισσας.
Η γυναίκες ασχολήθηκαν κουβεντιάζοντας με τον δικό τους τρόπο που ξέρουν.
Ο καπεταν Στέφανος τακτοποίησε το τρακτέρ στο υπόστεγο της αποθήκης και ξεκίνησε με του γιους μου να τρέχουν ξοπίσω του στο πίσω μέρος του κτήματος στα κτίσματα με τα ορτύκια τις κότες και τις πέρδικες που συντηρούσε. Είχε φτιάξει και μικρό εκκολαπτήριο, περίμενε να βγουν οι νεοσσοί πολύ σύντομα.
Τους εξηγούσε όλα τα σχετικά με την εκτροφή, ο μεγάλος τον άκουγε με ευλάβεια. Ο εξάχρονος μεγάλος μου γιος ήταν μυημένος από τον παππού του σε πολλά μυστικά από την ζωή της υπαίθρου  με τα ζώα και τα πτηνά και το ενδιαφέρον του γι’ αυτό το αντικείμενο ήταν μοναδικό. Ακολούθως ακροβολιστήκαν στα γύρω δέντρα να τους δείξει φωλιές πουλιών που είχε ανακαλύψει, τους εξηγούσε με σχετικές ιστορίες.
Τους ακλουθούσα, στην φλυαρία τους.
Μας άφησε στην περιπλάνηση μας ανάμεσα στις ελιές και επέστρεψε στο σπίτι να κάνει το μπάνιο του και να ετοιμάσει τη φωτιά για το μπάρμπεκιου.
Τα κρέατα τα είχε ετοιμάσει από το βράδυ, τα πικάντικα ήταν η αδυναμία του.
Θυμάμαι ένα πρωινό τις πρώτες μας ημέρες στο πλοίο, άκουσα έναν προειδοποιητικό ήχο να διαχέεται από το γραφείο του. Μου κίνησε την περιέργεια τι να συμβαίνει, τι είναι αυτός ο ήχος. Τον βρήκα που μετρούσε την πίεση του με το ηλεκτρονικό μαραφέτι. Το μεσημέρι έριξε μια κουταλιά της σούπας πιπέρι στο φαγητό του και το ένα τέταρτο την συσκευασία του ταμπάσκο. Την άλλη μέρα θα μετρούσε και πάλι την πίεση του. Τόσο απλά.
Επιστρέφοντας αισθάνθηκα τις μυρωδιές από τα ψητά και τη φρεσκοψημένη πίττα.
Επιτεθήκαμε στα ορεκτικά και στο ψητό με διάθεση.
Ο καπετάνιος ως συνήθως είχε διάθεση για φλυαρία και εκείνη την ημέρα, γεμίζοντας τα ποτήρια μας με δροσερή κεχριμπαρένια ρετσίνα.
Έκανε μερικές σιωπηλές παύσεις και συνέχιζε την εξιστόρηση μέχρι να ξετυλίξει ολόκληρο το κουβάρι της μνήμης του.
Η σύζυγος μου μας διηγήθηκε την πρώτη της εμπειρία της γνωριμίας με την καπετάνισσα. «Έχουμε κατέβει στο ναυτιλιακό γραφείο στον Πειραιά για τις τελευταίες διατυπώσεις του ταξιδιού μας στην Ιταλία με το αυτοκίνητο της κύριας Σοφίας. Επιστρέφοντας διασχίζαμε την Κολοκοτρώνη ακλουθώντας ένα μεγάλο φορτηγό το οποίο ξαφνικά στάθμευσε αναβοσβήνοντας τα φώτα πορείας του για να ξεφορτώσει. Η καπετάνισσα του έβαλε τις φωνές ότι δεν μπορεί να κλίνει έτσι απροειδοποίητα τον δρόμο. Ο φορτηγατζής ειρωνικά της λέει «Τι μου φωνάζεις κυρία μου δεν πας στο σπίτι σου να πλύνεις τα πιάτα σου, για φαντάσου που θέλεις και να οδηγείς.» Κατέβηκε από το αυτοκίνητο άγρια θάλασσα, ο φορτηγατζής για να γλυτώσει την οργή της ανέβηκε στο φορτηγό και ξεκίνησε για το γύρο του τετραγώνου. Εγώ σοκαρίστηκα και προσπαθούσα να κρυφτώ χαμηλά στο κάθισμα του συνοδηγού, λέγοντας «Θεέ μου βοήθησε μας». Τελικά μάλλον  ο φορτηγατζής χρειαζόταν τη βοήθεια του όπως αποδείχτηκε.»
Θυμηθήκαμε τόσα πολλά, ήταν λες και ο αέρας της Σικελίας είχε μπει στο αίμα μας.
Μια ευχάριστη μέρα, από αυτές που απολαμβάνεις, και νοιώθεις μια αίσθηση χαλάρωσης παρέα με ανθρώπους που εκτιμάς.
Ο σοφός παππούς μου έλεγε «Δεν έχει σημασία πόσο γεμάτη είναι η ζωή σου, δεν έχει σημασία πόσο στριμωγμένος είσαι, γιατί πρέπει να ξέρεις – πάντα θα υπάρχει λίγος χρόνος για δυο μπύρες με φίλους --»
Αργά το σούρουπο τους ευχαριστήσαμε θερμά για την φιλοξενία και αναχωρήσαμε πολύ θα το θέλαμε να μείνουμε για διανυκτέρευση που μας πρότειναν αλλά πρέπει να επιστρέψουμε.

---------------

Η θλίψη ήταν εκκωφαντική και μου έκλεψε ότι είχε απομείνει από την σκέψη. Η μνήμη σταμάτησε να λειτουργεί.
Η καμπάνα στη μικρή εκκλησία σήμανε την απογευματινή ώρα.
Η καμπάνα σταμάτησε να κτυπά σα να είχε μαρμαρώσει. Ο απόηχος από τον τελευταίο ήχο αιωρήθηκε και έσβησε στον αέρα.
Ο αγέρας ούρλιαξε ξανά, χωρίς ανάσα, κυνηγώντας την σιωπή.

---------------

Τον είδα ξανά, όχι δεν ήταν το πρόσωπο που είχα γνωρίσει.
Φαινόταν τρομερά εύθραυστος.
Η έκφραση στο πρόσωπο του ήταν έκφραση πένθους και θλίψης. Είχε οριστικά χαθεί η έκφραση της ήρεμης αποφασιστικότητας.
Ξεκίνησε πολύ σύντομα να την συναντήσει.
Έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι, χάραξε πορεία στο χάρτη για την ύστατη γαλήνη.


Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Είχε ανδρεία και θάρρος [Μέρος II] Ο πλους στην ανατολική ακτή

Λιόγερμα , όταν ο Ήλιος που δύει θέλει να παίξει με τα φωτεινά του χρώματα τότε ο καμβάς της ανοικτής θάλασσας με τον ορίζοντα γίνονται έργο τέχνης, όλα φαίνονταν να φλέγονται γύρω του με την πλάση βαμμένη στα χρώματα του.
Η αίσθηση είναι μοναδική δεν μπορώ να σκεφτώ τις κατάλληλα καλύτερες  λέξεις για να μπορείς να περιγράψεις το υπέροχο θέαμα.
Η ηλιοφάνεια είχε επιστρέψει για τα καλά  τις τελευταίες ημέρες, το λαμπερό φως του απογευματινού Ήλιου φώτιζε το γραφείο του πλοιάρχου, όπου βρισκόμασταν αφού είχε  περάσει λίγος χρόνος από το δείπνο των πέντε, ο νεαρός ασυρματιστής κατέφθασε, κρατώντας στα χέρια τα νέα από τα μετεωρολογικά δελτία κάτωχρος και θορυβημένος, η αναστάτωση του ήταν εμφανής.
Οι πληροφορίες έλεγαν ότι το τελευταίο τετράωρο, εκδόθηκε  επείγουσα προειδοποίηση κινδύνου προς όλα τα πλοία με την ωκεάνια διαδρομή μας από το διεθνή μετεωρολογικό οργανισμό για τη ναυτιλία με πρόβλεψη για έντονα καιρικά φαινόμενα, καταιγίδα που  χαρακτηρίζεται από τους ακραία κρύους και ισχυρούς ανέμους για την εποχή, θα σαρώνει την περιοχή τις επόμενες  ημέρες.
Ο πλοίαρχος έμμεινε ασάλευτος τουλάχιστον για ένα λεπτό, τον κοίταξε λες και τον έβλεπε για πρώτη φορά, έκανε ένα μορφασμό, γύρισε και μου είπε.
--Ψάξε βαθειά κάποιον που γυρνά άσκοπα από εδώ κι από κει χωρίς να έχει τίποτα συγκεκριμένο στο μυαλό του και θα βρεις τον άνθρωπο που αναζητάς.
--Είναι ιδέα πως μου δίνεις την εντύπωση ότι είσαι σκληρός μαζί του;  τον ρώτησα.
--Δεν είπα πως είναι εντελώς ηλίθιος, απλώς η έλλειψη εμπειρίας του είναι εμφανής, η διαίσθηση μου λέει ότι δεν έχει αντιληφτεί πως βρισκόμαστε εξακόσια τόσα μίλια νοτιότερα από την υποτιθέμενη διαδρομή μας.
Περίμενα να ακούσω κανένα κήρυγμα, ο άνθρωπος πρέπει να εκτελεί το καθήκον του, με προσοχή και επιμέλεια, όμως αυτός με αιφνιδίασε.
Πήρε στα χέρια του το δελτίο με τις τελευταίες πληροφορίες τους έριξε μια ματιά με τη δέουσα προσοχή, αφού τελείωσε τον έλεγχο το δίπλωσε προσεκτικά και το έδωσε πίσω στον ασυρματιστή, χαμογελώντας κεφάτα.
--Ξέχνα το, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς , πάντως ευχαριστώ για την έγκαιρη ενημέρωση του είπε, ελπίζω να μην συνέβη τίποτα δυσάρεστο στην περιοχή.
Νοιώθοντας μπερδεμένος ο νεαρός Φιλιππινέζος αντιλαμβάνεται ότι το δελτίο και η περιγραφή του δεν συγκινεί τον πλοίαρχο, δεν ήταν πολύ έμπειρος με τον τρόπο  που λειτουργούσαν οι Έλληνες ναυτικοί, όλα αυτά του φαίνονταν κάπως  αφύσικα, αλλά τουλάχιστον προσπαθούσε να κατανοήσει πως πρέπει να φέρει εις πέρας την συνεργασία και να βελτιώσει την επαφή, γεγονός που τον καθιστούσε συμπαθητικό.
Ήρεμος και αντιλαμβανόμενος ότι δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα για το πλοίο, απευθύνθηκε με την ανατολίτικη ευγένεια που τον χαρακτήριζε.
--Αν δε με θέλετε τίποτα άλλο να πηγαίνω κύριε.
Το πλοίο γλιστρούσε με εντυπωσιακά ευνοϊκές καιρικές συνθήκες παρασυρμένο από τα θαλάσσια ρεύματα πέρα νοτιοδυτικά από τα νησιά Μαδέρας, αρχιπέλαγος στον Ατλαντικό ωκεανό, έχει βρει την ήρεμη ρότα του με προορισμό τον λιμένα Τσάρλεστον στις νοτιοανατολικές ακτές των ηνωμένων πολιτειών.
Το βαρόμετρο ήταν σταθερά σε υψηλές τιμές η ταχύτητα του σκάφους αύξανε εξ’ αιτίας των ευνοϊκών συνθηκών της θάλασσας και το ελαφρό αεράκι είχε και αυτό στρέψει πίσω αυτή τη φορά στην πρύμνη, ερχόμενο από την ανατολή, το ίδιο το ταξίδι έμοιαζε ότι ήταν ένας ευχάριστος περίπατος.
Η θύελλα που εκτείνεται βορειοδυτικά από το αρχιπέλαγος των Αζόρων και απλώνεται μέχρι το ακρωτήριο Χατέρας στην ανατολική ακτή των ηνωμένων πολιτειών, δεν μας απειλεί, έχουμε γλιτώσει είναι μακριά μας, μερίμνησε εντελώς γι’ αυτό ο έμπειρος πλοίαρχος, να παρακάμψει την ωκεάνια διαδρομή.
Χρόνια τώρα πέρασε το μεγαλύτερο διάστημα της υπηρεσίας του πλοίαρχος διασχίζοντας την θαλάσσια οδό στον Ατλαντικό ωκεανό όλες τις εποχές του έτους, τα ήξερε καλά αυτά τα νερά τα είχε ζήσει στο πετσί του, οι γνώσεις του δεν ήταν από τους χάρτες. Ήταν ένας τολμηρός ναυτικός που ταυτόχρονα ήξερε πώς να διατηρεί τη ναυσιπλοΐα του σκάφους μέσα από τις καλύτερες συνθήκες.
Η επαναλαμβανόμενες συχνές καταιγίδες και οι θύελλες καθιστούν τα περιβάλλοντα ύδατα της παραπάνω περιοχής επικίνδυνα για τη ναυσιπλοΐα.
Αφήνοντας πίσω μας τον Ατλαντικό ωκεανό διασχίζουμε μια αλυσίδα από μικρά αμμώδη και συχνά ελώδη νησιά που βρίσκονται κατά μήκος της ακτής, εισερχόμαστε στο τέλος ενός ευρύ κόλπου όπου αντικρίζουμε με γαλανό ασυννέφιαστο ουρανό το Τσάρλεστον. Ο αέρας ήταν καθαρός αρωματισμένος με τη μυρωδιά των δένδρων. Έκλεισα τα μάτια μου και στάθηκα ανασαίνοντας τη δροσερή μυρωδιά του, ήταν η μυρωδιά που φανταζόμουν ότι πρέπει να έχει ο αέρας, και να την κρατάς για πάντα στα πνευμόνια σου. Έχεις την αίσθηση ότι είσαι πλημυρισμένος οξυγόνο.
Το Τσάρλεστον είναι από τους πιο πολυάσχολους λιμένας των νοτιοανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών, διαχειρίζεται δε το παράκτιο και υπερπόντιο εμπόριο.
Το λιμάνι είναι τοποθετημένο σε μια στενή και χαμηλή χερσόνησο στη συμβολή των μαιάνδρων τριών ποταμών που περιβάλλονται από κόκκινους λόφους.
Όταν βρέχει οι ποταμοί φουσκώνουν και πλημυρίζουν κάνοντας γόνιμο το έδαφος στις κοιλάδες τους. Έτσι κατά μήκος στις όχθες τω ποταμών, έχουν αναπτυχτεί οργιώδης βλάστηση και γιγάντια αειθαλή δένδρα με τεράστιους κορμούς και πυκνό φύλλωμα όπου μέσα τους κρύβονται κοπάδια από χιλιάδες πουλιά, ο πλούτος και η έκταση της βλάστησης είναι κάτι το εντυπωσιακό.
Η πόλης ιδρύθηκε το χίλια εξακόσια εβδομήντα και ονομάστηκε προς τιμή του  Charles ΙΙ, βασιλιά της Αγγλίας. Η κοινότητα άκμασε και ευημέρησε σύντομα ως εμπορικό  κέντρο για τις μεγάλες φυτείες ρυζιού της περιοχής, λουλακιού, και πιο πρόσφατα βαμβακιού και ως σημαντικός λιμένας της Αμερικής στο εμπόριο σκλάβων. Στα μέσα του δεκάτου ογδόου αιώνα είχε γίνει διάσημο ως κέντρο της πολυτέλειας και του πολιτισμού, με έναν ευδιάκριτα κοσμοπολίτικο πληθυσμό που περιελάμβανε πολύ γαλλικό στοιχείο, και τη μεγαλύτερη εβραϊκή κοινότητα στις αμερικανικές αποικίες.
Τελευταίες οδηγίες που ήρθαν μας γνωστοποιούσαν ότι θα παραμείνουμε στο εξωτερικό αγκυροβόλιο του λιμένος εν αναμονή, μέχρι να απελευθερωθεί η προβλήτα εκφόρτωσης.
Μερικές ημέρες αργότερα το πλοίο είχε προσδέσει στη θέση εκφόρτωσης του λιμένος, κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών μας επισκέφτηκε απρόσμενα ένας άντρας  ελληνικής καταγωγής από κάποιο χωριό της ανατολικής  Κρήτης.
Ήταν εξηντάρης όχι πολύ ψηλός με γκρίζα μαλλιά, πλατύ ευχάριστο πρόσωπο και σκούρα μάτια, στα χέρια του συνήθως κρατούσε παρατήρησα ένα καπέλο που σπάνια τον είδα να το έχει φορέσει.
Ήταν μετανάστης πρώτης γενιάς, συνταξιούχος πλέον,  χαιρόταν  σαν μάθαινε την άφιξη ελληνικού πλοίου, πήγαινε πάντα για επίσκεψη, του άρεσε πολύ που βρισκόταν ανάμεσα σε πατριώτες του ήταν απόδραση από την ρουτίνα και την  πλήξη της καθημερινότητας, ένοιωθε δε ότι ο δεσμός με την πατρίδα του ανανεωνόταν, δεν ήθελε να ξεχάσει το παρελθόν του τις ρίζες του κι’ εκμεταλλευόταν όλα όσα μπορούσε να του προσφέρει μια τέτοια συνάντηση.
Διαμόρφωνε θερμές φιλίες με τους Έλληνες ναυτικούς στο διάστημα παραμονής τους, το φλύαρο αλλά εξαιρετικά ευγενικό χιούμορ του γινόταν αποδεκτό, ήταν σαφές ότι δεν παρενοχλούσε κανένα αντιθέτως δημιουργούσε ευχάριστες σκέψεις.
Δεν υπήρχαν  παρά μόνο ελάχιστοι ελληνικής καταγωγής κάτοικοι στην περιοχή τα τελευταία χρονιά, μας πληροφόρησε με μια αδιόρατη πικρία στη φωνή του.
Κάθισε μερικές φορές και μοιράστηκε την παρέα μας στο δείπνο, δημιουργήθηκε μια οικειότητα και μια πρόσκαιρη φιλία.
Δεν ήταν ο τύπος του συνταξιούχου μεσήλικα που παίρνει το καλάμι του και απομονώνεται στην παραλία. Περνώντας τα χρόνια σ’ αυτή τη γωνιά της γης ένοιωθε την καρδιά του να φτερουγίζει χαρούμενα ανάμεσα σε συμπατριώτες του.
Κάποια στιγμή τον ρώτησα εάν μπορεί να με βοηθήσει χωρίς να του γίνομαι ενοχλητικός .
--Χρειάζομαι πληροφορίες που θα μπορέσω να βρω την παραγγελία που έχω από τη σύζυγο μου,  ζήτησε από εδώ την Αμερική να αγοράσω δυο ζευγάρια σεντόνια με διπλή ύφανση βαμβακερό από την εσωτερική πλευρά και λινό από την εξωτερική, και η ύφανση να έχει τόσες πλέξεις στη ίντσα. Μα την αλήθεια ξέχασα πόσες πλέξεις μου είπε, να πάρω τηλέφωνο να την ρωτήσω να μου τις υπενθυμίσει και πάλι.
--Είσαι σίγουρος, ότι δεν παντρεύτηκες κλώνο της Υπατίας; Άκου πλέξεις στην ίντσα, αυτό δεν το είχα ακούσει ξανά μου είπε ο πλοίαρχος και χαμογέλασε νοερά.
Ήταν μεγάλη η χαρά του να μας ξεναγήσει παρέα και ο πλοίαρχος  το Σάββατο στο μεγάλο εμπορικό κέντρο που υπάρχει στην έξοδο της πόλης, εκεί να ψάξουμε και θα βρούμε ότι θέλουμε για να αγοράσουμε, μετά να καθίσουμε σε κάποιο από τα πολύ καλά εστιατόρια να απολαύσουμε τις πάμπολλες θαλασσινές λιχουδιές της περιοχής.
Να μην ξεχνάτε μας ενημέρωσε ότι βρισκόμαστε ήδη στο ξεκίνημα του Απρίλη στη διάρκεια του οποίου στην περιοχή πραγματοποιούνται οι γιορτές που περιλαμβάνουν το φεστιβάλ  ευχαριστιών του αλιευτικού στόλου των θαλασσινών, και την εορταστική εκδήλωση κατά την οποία γιορτάζουν την αλιευτική βιομηχανία γαρίδων.
Χρησιμοποιώντας  τον αστικό αυτοκινητόδρομο ο πατριώτης οδηγούσε ήρεμα φροντίζοντας να μην ξεπεράσει το όριο ταχύτητας, διασχίσαμε την μεγάλη κεντρική οδό της παλιάς πόλης όπου συναντάμε πολλά ιστορικά κτήρια από την περίοδο του δεκάτου εβδόμου και δεκάτου ογδόου αιώνα που παραμένουν σε αρίστη κατάσταση με παραδοσιακά χρώματα και επιβλητική εμφάνιση όταν τα φώτιζε ο Ήλιος.
Ο πατριώτης μας πληροφόρησε ότι το μεγάλο αναπαλαιωμένο κτήριο μπροστά μας έχει κατασκευαστεί το χίλια επτακόσια εβδομήντα ένα από τους Βρετανούς, χρησιμοποιείτο ως ένας εμπορικός οίκος για το ρύζι και το λουλάκι, καθώς επίσης και ένα μεγάλο  τμήμα που βλέπουμε με τους πυργίσκους και τις πολεμίστρες του ήταν οι παλιές φυλακές [τα μπουντρούμια] ένα μνημείο πόνου και δυστυχίας για τους έγχρωμους αμερικανούς την εποχή της δουλείας, ακόμη και τα πληρώματα των πλοίων που είχαν το ίδιο χρώμα καταδικάζονταν σε φυλάκιση για όλο το διάστημα που το πλοίο παρέμενε στο λιμάνι.
Είναι το κτήριο όπου συνδέεται στενά το παρόν με το παρελθόν διότι εκεί στεγάστηκαν οι τρεις υπογράφοντες την Διακήρυξη της ανεξαρτησίας.
Σταμάτησε το αυτοκίνητο σε ένα τεράστιο  στεγασμένο παρκινγκ και ξεκινήσαμε περπατώντας για το εμπορικό κέντρο, που ξεδιπλωνόταν μπροστά μας και το πλαισίωναν πολλά καταστήματα σε λαμπερά διώροφα κτήρια με μεγάλους άνετους δρόμους και καταπράσινες φροντισμένες πρασιές. Χωρίς να θέλω να υπερβάλλω  όλο το τοπίο θύμιζε την πεμπτουσία του αμερικανικού τρόπου ζωής. Περάσαμε πρώτα από το κιόσκι με τις εφημερίδες, για να πάρει ο συμπατριώτης την αγαπημένη του εφημερίδα.
Στη συνέχεια έκανε ότι μπορούσε να μας εξυπηρετήσει, με απογοήτευση διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ελπίδα να ικανοποιήσει  τις δύσκολες καταναλωτικές αναζητήσεις μου, σύμφωνα πάντα με τις περιγραφές της αξιολάτρευτης συζύγου μου.
Σπαταλήσαμε αρκετό από το χρόνο μας για ψάξιμο, τελικά περισσότερο από ταπεινωτικές ενοχές για την ταλαιπωρία που υπέβαλα την παρέα, για να μην πέσουν τα μούτρα μου που λέμε,  αποφάσισα και αγόρασα ένα ζευγάρι μεταξωτά σεντόνια, αλλά δυστυχώς όταν τα έφερα στην Ελλάδα η σύζυγος τα θεώρησε πολύ κιτς και με άκομψο γούστο,  ουδέποτε τα είδα να τα χρησιμοποιεί, κάπου τα καταχώνιασε σα να μην υπήρξαν ποτέ.
Το βράδυ μας βρήκε καθισμένους στο αίθριο ενός κομψού ρεστοράν, δίπλα στο ποτάμι που το σκουρόχρωμο νερό του σερνότανε σαν φίδι μπροστά μας, απολαμβάνοντας το δείπνο που είχαμε παραγγείλει μια αρκετά πλούσια ποικιλία από θαλασσινά, φλυαρώντας για θέματα της πατρίδας με συντροφιά τα νυκτερινά τιτιβίσματα από τα χιλιάδες πουλιά στα δένδρα του ποταμού.
Οι γαρίδες σε διάφορες συνταγές παρασκευής τους, είναι παραδοσιακά ένα σημαντικό συστατικό από μια ομάδα θαλασσινών ειδών που συνηθίζεται στις τοπικές σπεσιαλιτέ διατροφής της πολιτείας.
Όλα ήταν  εξόχως εξαιρετικά, τα τιμήσαμε δεόντως με το λευκό ντόπιο κρασί, και για το τέλος απολαύσαμε από ένα ποτήρι γαλλικό κονιάκ με πλούσιο άρωμα.
Αναχωρώντας από τον λιμένα, βρισκόμασταν στον ανοικτό ωκεανό, που αντιμετωπίσαμε μεγάλο πρόβλημα με την ποιότητα των καυσίμων. Αναγκάστηκα για μεγάλο χρονικό διάστημα, να αντικαταστήσω τα δίκτυα με ελαφρύ καύσιμο που δεν το χρησιμοποιούμε σε συνθήκες ανοικτής θάλασσας για οικονομικούς λόγους.
Η ταλαιπωρία για την αποκατάσταση του προβλήματος που πρόεκυψε ήταν μια δουλειά απίστευτα έντονη και χρονοβόρα, βρισκόμασταν όλο το πλήρωμα της μηχανής σε συνθήκες ανάγκης για περισσότερο από τριάντα ώρες σκληρής και εξαντλητικής εργασίας.
Έχοντας ήδη πιει τον πέμπτο η έκτο καφέ, είχα την εντύπωση ότι κοιμόμουν όρθιος, και ονειρευόμουν ένα κρεβάτι όπως ο πεινασμένος σκύλος ένα κόκκαλο.
Τα μάτια μου ήταν κόκκινα από την αϋπνία και το σώμα μου ανέδιδε μυρωδιά ιδρώτα ανακατεμένου με καύσιμα πετρέλαια.
Ανεβαίνοντας από το μηχανοστάσιο ανακάλυψα τον πλοίαρχο φρέσκο και ξεκούραστο να μασουλίζει τις πρωινές του φρυγανιές καθισμένος αναπαυτικά και άνετα στο σαλόνι, στις πιο χαλαρές στιγμές του.
--Αυτή είναι ζωή, την επομένη φορά μπαρκάρω πλοίαρχος, του είπα.
Περίμενε να τελειώσω ότι είχα να πω για το συμβάν και τις ενέργειες για την πλήρη αποκατάσταση και επιστράτευσε μια σύντομη συνάμα δε πικάντικη ιστορία για να μου μεταδώσει ενέργεια να με ξυπνήσει.
Χαμογέλασα. Δεν αστειευόταν, το πίστευε ότι ύστερα από την τελευταία σκληρή δοκιμασία χρειαζόμουν όντως μια κάποια χαλάρωση.
--Όσο ενδιαφέρουσα και να είναι η ιστορία δεν θα καταφέρει να με κρατήσει ξύπνιο, ούτε το μυαλό μου να λειτουργήσει καλύτερα, και τον άφησα πριν ακόμη προλάβει να τελειώσει την διήγηση της  ιστορίας του.
Την μεθεπομένη μέρα ήρθε στο γραφείο μου κρατώντας το τελευταίο εισερχόμενο τηλεγράφημα, ξεστομίζοντας εκνευρισμένος αυτά που είχε στο μυαλό του και μου το έδωσε να το διαβάσω.
Οι ναυλωτές ευγενικά διαμαρτύρονταν, για την ποσότητα που καταναλώσαμε στο ελαφρύ καύσιμο ενώ το πλοίο ταξίδευε σε ανοικτή θάλασσα, και σύμφωνα με το ναυλοσύμφωνο, σελίδα τέσσερα παράγραφος επτά, το πλοίο σε ανοικτή θάλασσα υποχρεούται οι καταναλώσεις να είναι βαρέα καύσιμα.
Η μουρμούρα του είχε να κάνει με τους γραφειάδες που έστειλαν το τηλεγράφημα.
Τον πονούσε αυτή η σκέψη, δεν το μπορούσε, απεχθανόταν τους γραφειοκράτες που κυριαρχούσαν παντού πλέον.
--Μπορεί να έχεις δίκιο, αλλά δεν πρέπει καθόλου να ξεχνάς ότι αυτοί είναι οι ισχυροί σήμερα, αυτό είναι νομοτελειακό.
Στο χωριό μου έχουμε μια παροιμία «όχι όπως ήξερες μα όπως βρήκες», αυτή η διαμάχη είναι μια πολύ παλιά ιστορία του είπα.
Η δροσερή αύρα του ωκεανού πλημύριζε την ατμόσφαιρα του βαθυγάλανου ουρανού, διασχίζαμε την περιοχή ανατολικά του ακρωτηρίου Χατέρας, το πλοίο γλιστρούσε σιωπηλά κατά μήκος του ορίζοντα με πορεία που οδηγούσε στο βορρά διασχίζοντας τον ωκεανό και το δροσερό αεράκι της άνοιξης.
Οι συχνές καταιγίδες και οι θύελλες καθιστούν την περιοχή επικίνδυνη καθώς τα θαλάσσια ύδατα επηρεάζονται από τις ανατολικές και δυτικές δονήσεις του ρεύματος του Κόλπου. Η περιοχή από το ακρωτήριο Χατερας είναι γνωστή ως "νεκροταφείο του Ατλαντικού" λόγω των πολλών ναυαγίων της.
Ρεύμα του κόλπου είναι το θερμό ρεύμα που δημιουργείται στον κόλπο του Μεξικού και ρέει βορειοανατολικά κατά μήκος της ακτής της Βόρειας Αμερικής προς τη Νέα Γη έπειτα ανατολικά πέρα από τον Ατλαντικό Ωκεανό στις ακτές των βρετανικών νησιών. Οι μελέτες έδειξαν ότι το ρεύμα του Κόλπου περιπλανιέται όπως ένας μεγάλος ποταμός μεταξύ του ακρωτηρίου Χατέρας και τη Νέα Αγγλίας. Η μέγιστη ταχύτητα εμφανίζεται σε μια στενή ζώνη, δέκα έως δεκαπέντε μίλια στη δυτική άκρη του ρεύματος. Ταχύτητες μεταξύ τεσσάρων έως πέντε κόμβων έχουν καταγραφεί. Ούτε οι ταχύτητες της επιφάνειας ούτε οι θερμοκρασίες της επιφάνειας μπορούν να ληφθούν ως στοιχεία των ορίων του ρεύματος.
Πλέοντας προς την είσοδο του κόλπου Σαιντ Λόρενς, ένα μεγάλο βραχίονα του Ατλαντικού Ωκεανού, στον ανατολικό Καναδά,, συναρπασμένος αντίκρισα δεκάδες φάλαινες που περιέβαλαν το πλοίο ακλουθώντας την πορεία μας αναδύονται και βυθίζοντα με ρυθμό και παφλασμό στην επιφάνεια εκεί που τα γλυκά νερά του ποταμού Σαιντ Λόρενς κυλούν αέναα στη θάλασσα, στροβιλίζονται σε δίνη με τα νερά του ωκεανού, και το πλούσιο σε οξυγόνο υγρό περιβάλλον έλκει τις φάλαινες, σ’ ένα συμπόσιο από εδέσματα, γαρίδες κριλ, καλαμάρια, ρέγκες, σολομό και βακαλάο.
Το πλοίο εισήρθε στον Σαιντ Λόρενς, ποταμό στην ανατολική Βόρεια Αμερική, η κύρια έξοδος των μεγάλων λιμνών, ρέει βορειοανατολικά από τη λίμνη Οντάριο στον ομώνυμο κόλπο στο βόρειο Ατλαντικό ωκεανό, ως τμήμα του θαλάσσιου δρόμου ενός συστήματος από λεκάνες, και εκβαθυμένων καναλιών που επιτρέπουν τη μετάβαση των ποντοπόρων σκαφών στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά, συνδέοντας τις μεγάλες λίμνες με τον Ατλαντικό Ωκεανό.
Πλέοντας δυτικά από την πόλη του Κεμπέκ ένα πρωί προς το λιμένα προορισμού Τρουά Ριβιέρ κατά μήκος του ευρύ ποταμού, ξαφνικά αιφνιδιαστήκαμε, ο εθνικός μας ύμνος δονούσε την ατμόσφαιρα του μπλε ουρανού, φάνηκε να προέρχεται από τη δασώδη ακτή. Πλησιάζοντας γινόταν αντιληπτό ότι η μουσική ερχόταν από μια μεγάλη εξοχική κατοικία, μοναχική στην υπερυψωμένη κοίτη του ποταμού. Ένα τεράστιο μεγάφωνο παιάνιζε και δίπλα του σ’ ένα ιστό κυμάτιζε η Ελληνική σημαία. Φθάνοντας στο λιμένα ο πράκτορας μας διηγήθηκε την ιστορία.
Ένας ναυπηγός έκτισε μακριά από το αστικό περιβάλλον την κατοικία του στην υπερυψωμένη όχθη του ποταμού μεταξύ των πόλεων του Κεμπέκ και της Σορέλ, άρχισε αυτό το χόμπι του χαιρετισμού στα διασχίζοντα τον ποταμό σκάφη το χίλια εννιακόσια εξήντα τέσσερα, για να μαθαίνει στα μικρά παιδιά του γεωγραφία και ακούραστα το συνεχίζει είκοσι και πλέον χρόνια μετά, μέχρι σήμερα.
Στα ντουλάπια του έχει κρεμασμένες και περιποιημένες σημαίες όλων των εθνών. Μια στεγανή κονσόλα περιέχει το κασετόφωνο και τις κασέτες των εθνικών ύμνων.
Τα σκάφη συνήθως τον χαιρετούν επιστρέφοντας ευγενικά το χαιρετισμό με τρία μακροχρόνια σφυρίγματα και δυο σύντομα.
Ο λιμένας άφιξης το Τρουά Ριβιέρ, είναι ένας σε βαθιά νερά λιμένας και ένα βιομηχανικό κέντρο, που παράγει μεγάλες ποσότητες ξυλείας, ειδικά δημοσιογραφικό χαρτί. Η δεύτερη παλαιότερη αποικία στον Καναδά μετά από το Κεμπέκ.
Το όνομά του σημαίνει "τρεις ποταμούς" για τα τρία κανάλια μέσω των οποίων ο ποταμός Άγιος  Μαυρίκιος  χύνεται στον ποταμό του  Σαιντ Λόρενς.
Το φορτίο ήταν οικοδομική ξυλεία με προορισμό την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
Την προβλήτα δεν την χώριζε παρά ένας δρόμος από την πνιγμένη στη βλάστηση περιοχή, οι συνεχόμενες συστάδες θάμνων σχημάτιζαν ένα πράσινο και καφέ χάλι πάνω από αρδευτικά κανάλια, προάγγελο ενός μεγάλου δάσους που επεκτείνονταν προς το βορρά, και καλύπτεται με τα πυκνά κωνοφόρα δένδρα, και το νερό του ποταμού με την υγρή μυρωδιά του να κυλάει πλάι μας κατά μήκος της όχθης.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Είχε ανδρεία και θάρρος [μέρος I] Το πρώτο μας ταξίδι

Υπήρχε μια μεγαλοπρέπεια στην εμφάνιση του, αρκετά ψηλός άνδρας,  μια φιγούρα επιβλητική, συνήθως αξύριστος, πλησίαζε τα εξήντα του χρόνια, και  διατηρούσε αξιοθαύμαστη ενεργητικότητα, ακμαία.
Του φαινόταν ότι κάποτε είχε γυμνασμένο κορμί, παρέμενε δε γεροδεμένος, δυνατός, είχε κότσια που λέμε για την ηλικία του.
Είναι ζωντανές οι μνήμες από τις αρχικές μου αντιρρήσεις, να συνεργαστώ μαζί του, χωρίς να τον γνωρίζω προσωπικά, έχοντας στο παρελθόν ακούσει διάφορες παραλλαγές του ίδιου θέματος για την προσωπικότητα του.
Βρισκόμαστε προς το τέλος του χειμώνα στα χίλια εννιακόσια ογδόντα πέντε, δεν ήταν παρά μόνο μόλις λίγες ημέρες που είχα γυρίσει στην πατρίδα, στη ζεστή οικογενειακή αγκαλιά από το τελευταίο μου μπάρκο, ένα μακρύ ταξίδι, και αρμένιζα τώρα σ’ ένα απόλυτα γαληνεμένο νοητικό σύμπαν.
Απρόσμενα ένα πρωινό με κάλεσε στο γραφείο του ο καπεταν Γιώργης, διευθυντής της εταιρείας, μου δήλωσε ότι θα ξεκινούσε χρονοναύλωση ένα πλοίο που ήταν παροπλισμένο με την κρίση της ναυτιλίας από το χίλια εννιακόσια ογδόντα ένα στην Ελευσίνα, με πλήρωμα από τις Φιλιππίνες και θα προτιμούσε να δεχόμουν να αναλάβω την επιστασία του μηχανοστασίου στο ξεκίνημα του.
Πλοίαρχος θα ήταν ο καπετάν Στέφανος. Είχα ακούσει κάτι φήμες, σε συνδυασμό με τις ιστορίες που κυκλοφορούσαν στα καπνιστήρια για τους Χιώτες καπεταναίους κυρίως δε όσο αναφορά την παλαιά γενιά, σαν νεαρός πρώτος μηχανικός, είχα και εγώ κάποιους ενδοιασμούς και μια βαθειά δυσπιστία.
-Καπεταν Γιώργη με ρίχνεις στα βαθειά νερά να κολυμπήσω από άποψη συνεργασίας χωρίς να ξέρω μπάνιο του είπα, έχω ακούσει ιστορίες και θα είναι κρίμα στα πρώτα χρόνια της θαλάσσιας καριέρας μου να δημιουργήσω και να μου δημιουργηθούν προβλήματα.
Ο καπετάν Γιώργης ήταν ένας χαρισματικά έξυπνος άνθρωπος.
Στα οργανωτικά προσόντα στη δουλειά του ήταν απαράμιλλος, εντοπίζοντας με την πρώτη τους ικανούς, τους μέτριους και τους ανίκανους όταν το έκρινε ότι αυτό ήταν απαραίτητο. Η κρίση του απ’ όσα γνωρίζω ποτέ του δεν τον είχε προδώσει.
-- Εντάξει παραδέχτηκε αλλά να ξέρεις Θοδωρή παιδί μου, όπως με αποκαλούσε, μην ακούς τις φήμες αν δεν έχεις ιδία αντίληψη, είμαι σίγουρος δεν θα έχεις κανένα πρόβλημα άκου εγώ τι σου λέω και θα το θυμηθείς.
Συμπληρώνοντας τις απαραίτητες επισκευές στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος αναχωρήσαμε για την Κωστάντζα της Ρουμανίας προς φόρτωση.
Ο πλοίαρχος αν και στην εργασία του είναι εξωστρεφής, ηγετικός, μερικές φορές ακόμη και νευρικός, έξω απ’ αυτή είναι ένας χαρακτήρας νηφάλιος, ήρεμος.
Από όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ήταν η ετοιμότητα ανά πάσα στιγμή να βρει ακροατήριο και να διηγηθεί μια ιστορία. Δεν ήταν διατεθειμένος να σ’ αφήσει να του ξεφύγεις χωρίς να ακούσεις μια ιστορία του βγαλμένη από την πολύχρονη περιπλάνηση του στους ωκεανούς.
Με την πάροδο του χρόνου είχαμε προχωρήσει σε μια πληθώρα από ιστορίες του, στο τέλος είχα χάσει το λογαριασμό, η τελική κατάληξη ήταν να επαναλαμβάνει την ίδια ιστορία αρκετές φορές, απλά και μόνο με μικρές παραλλαγές.
Με την σημερινή εμπειρία μου πλέον τολμώ να πω, συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους καλυτέρους, τέρας ψυχραιμίας, μυαλό ξυράφι, μεθοδικός.
Διασχίζοντας τα στενά του Ελλησπόντου, γίνεσαι μάρτυρας ενός ονειρικού τοπίου, με βουκολική ομορφιά που κάθε σπιθαμή εδάφους αναβλύζει, ακτινοβολεί και εκπέμπει δοξασίες, και πνευματική περιπέτεια του πολιτισμού μας στη διάβα της ιστορίας από τους αργοναύτες έως και σήμερα.
Πήρα και εγώ κουράγιο βρίσκοντας πεδίο λαμπρό να τον εντυπωσιάσω, κάνοντας μια διάλεξη με ιστορικές αναδρομές της περιοχής.
Ελλήσποντος στενό μεταξύ της ασιατικής Τουρκίας και της χερσονήσου της Καλλίπολι της ευρωπαϊκής Τουρκίας. Συνδέει την αιγαία θάλασσα και τη θάλασσα του μαρμαρά, διαμορφώνοντας κατά συνέπεια μια σύνδεση στην υδάτινη οδό μεταξύ της μεσογείου και μαύρης θάλασσας. Το στενό αποτελεί ένα μέρος του ορίου μεταξύ της Ευρώπης και της Ασίας.
Η ονομασία προέρχεται από τον ελληνικό μύθο που είναι γνωστός από την αρχαιότητα. Το αρχαίο όνομα,  λέγεται έχει προέλθει από την Έλλη, η οποία πνίγηκε στο στενό όταν έπεσε από το πίσω μέρος του χρυσόμαλλου κριού. Επίσης Δαρδανέλια από τον Λέανδρο ένα νέο από τη Άβυδο που ήταν σφοδρά ερωτευμένος με την Ηρώ ιέρια της θεάς Αφροδίτης.Ηρώ και Λέανδρος
"Κοντά στη Σηστό, που βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή όχθη του Ελλήσποντου, υπήρχε κάποτε ένας περίλαμπρος ναός της θεάς Αφροδίτης. Ανάμεσα στις ιέρειες του ναού ήταν μια πολύ όμορφη και νέα κοπέλα που την έλεγαν Ηρώ. Στις ιέρειες που αφιέρωναν τη ζωή τους στην Αφροδίτη, απαγορευόταν ο γάμος. Αν κάποια από αυτές πρόδιδε τον όρκο της και το καθήκον της απέναντι στη θεά και αγαπούσε κάποιον άνδρα την περίμενε βαριά και παραδειγματική τιμωρία: ο θάνατος.
Απέναντι από τη Σηστό, στη Μικρασιατική όχθη του Ελλήσποντου όπου βρίσκεται η πόλη Άβυδος, ζούσε ένα όμορφο παλικάρι που τον έλεγαν Λέανδρο. Μια μέρα ο Λέανδρος, μαζί και με άλλους κατοίκους της πόλης του, πέρασε στη Σηστό και επισκέφτηκε το ναό της Αφροδίτης, όπου δινόταν μια μεγάλη γιορτή προς τιμή της θεάς της ομορφιάς. Σε μια στιγμή το παλικάρι βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με την όμορφη Ηρώ. Η ομορφιά της τον μάγεψε αλλά και η Ηρώ αισθάνθηκε αυτή τη μαγεία αντικρίζοντας τον όμορφο αυτό νέο. Η Ηρώ ξέχασε τον όρκο απέναντι στη θεά να μείνει για πάντα ανύπαντρη και να αγαπήσει κάποιον άνδρα, και ερωτεύτηκε παράφορα τον Λέανδρο.
Της ήταν αδύνατο να συναντάει τον Λέανδρο στην Άβυδο, αλλά ούτε εκείνος μπορούσε να έρχεται στη Σηστό, διότι όλο και κάποιος θα τους έβλεπε, πράγμα που θα είχε ολέθριες συνέπειες για την Ηρώ. Πρότεινε λοιπόν στο Λέανδρο να έρχεται αυτός κάθε βράδυ στη Σηστό, όχι όμως με βάρκα γιατί υπήρχε κίνδυνος να τον δουν, αλλά κολυμπώντας. Η Ηρώ θα τον περίμενε στην ακτή κρατώντας ένα λυχνάρι για να το βλέπει ο Λέανδρος και να μην χάνει τον προσανατολισμό του στο σκοτάδι. Έτσι κι έγινε. Κάθε βράδυ ο Λέανδρος έπεφτε στη θάλασσα και κολυμπούσε ως απέναντι όπου τον περίμενε η αγαπημένη του Ηρώ. Έβλεπε πάντα το λυχνάρι της τη νύχτα και δεν έχανε τον προσανατολισμό του.
Όμως, ένα χειμωνιάτικο βράδυ που φυσούσε δυνατός βοριάς, η Ηρώ δεν μπόρεσε να κρατήσει αναμμένο το λυχνάρι. Και ο Λέανδρος που έπεσε στη θάλασσα, κολυμπούσε στα τυφλά, μιας και δεν υπήρχε ο φωτεινός οδηγός του. Το δύστυχο παλικάρι δεν εύρισκε στεριά πουθενά, τα κύματα ήταν πελώρια και το σκοτάδι τον κύκλωνε παντού. Παρά τις προσπάθειές του, ο Λέανδρος άρχισε να κουράζεται από το ατελείωτο κολύμπι δίχως να βρίσκει στεριά…ώσπου δεν άντεξε. Ένα τεράστιο τον σκέπασε και τον έπνιξε. Μάταια τον περίμενε στη χειμωνιάτικη νύχτα η Ηρώ.
Το πρωί τον βρήκε νεκρό πάνω στην άμμο. Ήταν τόσο μεγάλη η λύπη και η οδύνη της που δεν μπόρεσε να αντέξει το χαμό του αγαπημένου της. Ανέβηκε λοιπόν σε ένα βράχο και γκρεμίστηκε για να συναντήσει τον αγαπημένο της Λέανδρο στον κάτω κόσμο. Θεωρούσε τον εαυτό της υπεύθυνο για το θάνατό του, επειδή δεν μπόρεσε να κρατήσει το λυχνάρι αναμμένο μέσα στην παγωμένη νύχτα.
Ο μύθος του τραγικού αυτού ζευγαριού συγκινούσε αφάνταστα τους αρχαίους Έλληνες και τον κράτησαν ζωντανό για να τον μεταδώσουν από γενιά σε γενιά απογόνων, ώσπου έφτασε και μέχρι τη δική μας γενιά.."

Την επομένη της άφιξης εις τον λιμένα της Κωστάντζας βγήκαμε στην πόλη ο πλοίαρχος θα πήγαινε στον πράκτορα για υποθέσεις που αφορούσαν το πλοίο και τα φορτία του και εγώ στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης οπού θα συναντούσα την σύζυγο μου που ερχόταν από το αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου μαζί με τον δίχρονο μικρό υιό μας. Στην έξοδο από την πύλη του λιμένος στη απαρχή μιας πλατείας θέλησα να αγοράσω μερικά λουλούδια σ’ ένα υπαίθριο ανθοπωλείο. Όπως κρατούσα τα χρήματα για να πληρώσω την πωλήτρια δυο νεαρά άτομα εμφανιστήκαν από το πουθενά, αυτά που οι γηγενείς ρουμάνοι αποκαλούν τουρκόγυφτους και μου άρπαξαν τα χρήματα μέσα από τα χέρια.
Τα αντανακλαστικά του θύμισαν αιλουροειδή της αφρικάνικης σαβάνας που επιτίθεται στη λεία του. Σε χρόνο μηδέν κατάφερε έφτασε και άρπαξε από το σβέρκο το νεαρό που είχε τα χρήματα μου τον ταρακούνησε και τον ανάγκασε να του παραδώσει πίσω τα χρήματα, η σκηνή ήταν απίστευτη, είχα μείνει άφωνος.
Δεν ήταν διατεθειμένος να τους αφήσει να του ξεφύγουν μου δήλωσε κοφτά.
Από τότε η  θύμηση του συμβάντος πλανιόταν συχνά ανάμεσα μας.
Θόρυβος και οχλοβοή βασίλευε στο σιδηροδρομικό σταθμό με την άφιξη του τρένου. Μεγάλο πλήθος από επιβάτες και αποσκευές συνωστίζονταν στην αποβάθρα. Παραμένοντας λίγο πίσω από την αποβάθρα παρατηρούσα καρτερικά μέσα από αυτό το χαοτικό πηγαινέλα των επιβατών τα παράθυρα των βαγονιών προσπαθώντας να εντοπίσω που βρίσκεται η σύζυγος μου.
Ενστικτωδώς την προσοχή μου τράβηξε στα μπροστινά παράθυρα, αψεγάδιαστο
γυναικείο πρόσωπο, μ’ ενα ζευγάρι πράσινα μάτια να λάμπουν σαν φρεσκοκομμένο γρασίδι, κοιτούσαν με αδημονία γύρω τους, τι πειρασμός και αυτός σκέφτηκα.
Γύρισα και πάλι το βλέμμα στο υπόλοιπο τρένο για τη σύζυγο μου, ήταν όμως πολύ αργά, πριν ακόμη τελειώσω την σκέψη  μου μια ξεκάθαρη και έξαλλη από το κακό της φωνή αντήχησε στη γλώσσα μας μέσα στη οχλοβοή.
--Εάν δεν κάνω λάθος εγώ είμαι στ’ άλλο παράθυρο.
Την κοίταξα κι αντίκρισα μέσα στην όμορφη νεανική ματιά της τη φλόγα που πρόδιδε αυτά που το μυαλό της επεξεργάζονταν.
Κάνοντας ένα μορφασμό, απελπισίας και καρτερικότητας, τα συναισθήματα μου έγιναν  μέσα μου ένα κουβάρι,  αναρωτήθηκα πως θα είναι τα χειρότερα που με αναμένουν.
--Ηρέμησε, όλα θα ξεκαθαρίσουν και θα διορθωθούν, φέρθηκες όμως πολύ απρόσεκτα, χωρίς σεβασμό, είπα ο ίδιος στον εαυτό μου.
Καθώς συλλογιζόμουν μπορούσα να καταλάβω την οργή της τα αισθήματα της.
Το ήξερε ήταν η γυναίκα που αγαπούσα, δεν ήταν δυνατόν να αγνοήσει την πραγματικότητα, κι ένα περιπαικτικό χαμόγελο σκιάσε το πρόσωπο μου.
Τελικά δεν απαιτήθηκαν διπλωματικές ικανότητες υψηλού επίπεδου, ετούτη η γυναίκα έχει με το δικό της τρόπο κάτι το ξεχωριστό, η οργή της δεν κράτησε παρά ελάχιστα, γρήγορα καταλάγιασε, ένα γλυκό σαν  Ήλιος χαμόγελο χαράχτηκε στο όμορφο πρόσωπο της με αέρινη χάρη.
Ενθαρρυμένος πήρα κουράγιο, και ξεφυσώντας με ανακούφιση αισθάνθηκα το κουβάρι να ξετυλίγεται μέσα μου, όλα τα σύννεφα διαλύθηκαν.
Στην Κωστάντζα μείναμε αρκετές ημέρες, ήταν τα τελευταία χρόνια που η δύσκολη ζωή και η ανέχεια ήταν ορατή δια γυμνού οφθαλμού πλέον στο πολιτικό σκηνικό της χώρας. Ο καπεταν Στέφανος είχε ταξιδέψει με πλοία μεταφέροντας φορτία πολλές φορές στη Ρουμανία και γνωριζόταν προσωπικά τόσο με τις αρχές, όσο και με το προσωπικό του λιμένος.
Η φόρτωση κυλούσε ήρεμα χωρίς αξιοσημείωτα συμβάντα.
Απέναντι από την κυρία είσοδο του λιμένος βρισκόταν όμορφο κλασσικού ρυθμού κτίριο, κτισμένο μπαλκόνι στη θάλασσα που λειτουργούσε ως καζίνο προεπαναστατικά και ακολούθως είχε μετατραπεί σε εστιατόριο, για υψηλά πρόσωπα, αλλά το συνηθέστερο ήταν να  κάνουν κατάληψη τα ελληνικά πληρώματα τα περισσότερα τραπέζια στις αίθουσες και στο υπαίθριο.
Με τις γνωριμίες μας και το ανάλογο αντίτιμο είχαμε συνήθως ένα τραπέζι επάνω στο κύμα, ο πλοίαρχος εγώ η σύζυγος μου και ο μικρός υιός μας.
Ένα σαββατόβραδο βρήκαμε το εστιατόριο γεμάτο, τα συνήθη τραπέζια ήταν πλήρη ένα από αυτά είχε ταμπέλα «RESERVE», και ακριβώς πίσω του έχει ένα τραπέζι μόλις εκκενωθεί. Καλώ τον σερβιτόρο και του ζητώ να μας δώσει το «RESERVE» τραπέζι με το αζημίωτο.
--Μάλιστα κύριος μου λέει, το βλέμμα του ταξιδέψε γρήγορα γύρω του και ταχυδακτυλουργικά μεταφέρει την πινακίδα στα αποφάγια του πίσω τραπεζιού και μας βάζει να καθίσουμε  στο μπαλκόνι της θάλασσας.
Πίσω μας μόλις νεοφερμένο, σχετικά νεαρό ζευγάρι έκπληκτο κοιτάζει τη σκηνή.
Τελικά όταν καθάρισαν το πίσω τραπέζι και κάθισε το ζευγάρι, κάποια στιγμή πιάνοντας κουβέντα μάθαμε ότι ήταν επιτετραμμένος της πρεσβείας της Σαουδικής Αραβίας με την μνηστή του και το «RESERVE» τραπέζι προοριζόταν για το ζευγάρι.
Δεν αισθάνθηκα και πολύ καλά.
-- Αυτό είναι ακόμα ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της χώρας, αυτά παθαίνει όποιος δεν έχει DUNHILL τσιγάρα μαζί του, πάντως σας εύχομαι καλή σας όρεξη από καρδιάς, αλλά πέρα από τη θέα μην προσδοκάτε τίποτα το εξαιρετικό και ενδιαφέρον για φαγητό τους δήλωσα, και σαν συγγνώμη για να μην έχουμε τύψεις η ευγένεια τους να μας δώσει μια ευκαιρία να τους προσφέρουμε το μπουκάλι με το τοπικό κόκκινο κρασί, θα μας τιμούσε ιδιαίτερα να μην αρνηθούν.
Και το συμβάν πήρε τέλος μέσα σε απόλυτη οικειότητα φιλικά και πολιτισμένα.
Αν και η άνοιξη έχει ήδη αρχίσει, ο Ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τα απειλητικά γκρίζα και μαύρα σύννεφα, που έμοιαζαν με τον καπνό από τις καμινάδες των εργοστασίων που αναδύονταν  πέρα στον ορίζοντα του λιμένος, όταν γυρίζαμε από μια συνηθισμένη έξοδο στην πόλη.
Η πόλης έχει δρόμους με δενδροστοιχίες, πολλές πλατείες και πάρκα πλημυρισμένα με εποχιακά λουλούδια. Βρισκόμαστε σε κεντρική πλατεία της και ξαφνικά αντιλαμβάνομαι την σύζυγο μου να έχει εφορμήσει μέσα στο πάρκο και αρχίζει να ξεριζώνει μερικά λουλούδια και να τα βάζει στη τσάντα που κουβαλούσε μαζί της. Αν ήταν δυνατόν να ανοίξει η γη και να με εξαφανίσει από την έκπληξη και την οργή που ένοιωσα, μέσα του έβραζε ο θυμός το έβλεπε κανείς από το τρέμουλο των χειλιών μου, εκστόμισα μερικά γαλλικά χριστιανικά.
Στο μέτωπο της φάνηκαν λεπτές ρυτίδες που πρόδιδαν τον εκνευρισμό της, ενώ συνέχιζε και ταχτοποιούσε τα λάφυρα της.
Βλέποντας γύρω μου τότε αντιλήφθηκα ότι είχα υψώσει την φωνή μου, πήρα βαθιές ανάσες και έμεινα να την παρατηρώ  να τελειώσει.
Όταν μετά παρέλευση έξι μηνών επέστρεψα στην πατρίδα έκπληκτος αντίκρισα στον είσοδο του σπιτιού μας αριστερά και δεξιά στην πόρτα δυο λευκές μπιγκόνιες τεράστιες, ύψος απίστευτο πάνω από δυο μέτρα.
Γύρισα κοίταξα ερωτηματικά τη σύζυγο μου και τα λουλούδια, για λίγο σταθήκαμε χωρίς κανένας απ’ τους δυο να μιλεί.
Μεσολάβησε ένα διάστημα σιωπής, διαισθανόμουν ότι κάτι περίμενε από μένα.
Ολόκληρη η σκηνή του επεισοδίου της πλατείας πέρασε για μια στιγμή μπροστά από τα μάτια μου, σαν μια ομίχλη της ανάμνησης του παρελθόντος.
--Τις έκθρεψε οι χριστιανική σου ευλογία εκεί στο δρόμο της Κωστάντζας μου είπε, μα καλά δε ντρεπόσουν ολόκληρος άνδρας να βρίζεις μες στο κόσμο, μου παριστάνεις και τον πολιτισμένο.
Μου εξήγησε ότι δεν είχε δει ξανά λευκές μπιγκόνιες ήταν κάτι πολύ σπάνιο στην Ελλάδα μέχρι τα πρόσφατα χρόνια, διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος να τις κουβαλήσει από την Ρουμανία και μάλιστα με αυτό τον τρόπο.
Έχει έμπνευση με φαντασία, ένα ιδιαίτερο πάθος, μια τρυφερή αγάπη με τα λουλούδια και εκπληκτικά καλό γούστο.
Η φόρτωση στο λιμένα έλαβε τέλος, η αλήθεια είναι ότι διήρκησε μεγάλο χρονικό διάστημα, συνέργησε σ’ αυτό το αποτέλεσμα και οι γνωριμίες του πλοιάρχου.
Η σύζυγος και ο υιός επέστρεψαν στην πατρίδα, και το πλοίο ξεκίνησε το προγραμματισμένο του ταξίδι.
Διανύουμε ήδη τη δεύτερη εβδομάδα από την αναχώρηση, έχουμε αφήσει πολύ πίσω μας το πέρασμα στα στενά με της στήλες του Ηρακλή, αναχωρώντας από την μεσόγειο θάλασσα με προορισμό το λιμένα του Νόρφολκ στις ανατολικές ακτές της Βορείου Αμερικής.
Στήλες του Ηρακλή είναι το όνομα που δίνεται από τους αρχαίους Έλληνες σε δύο οξυμένους βράχους που πλαισιώνουν την ανατολική είσοδο του στενού, το Γιβραλτάρ και η Σέουτα και διαμορφώνουν το κλασσικό πέρασμα, οι οποίοι στέφθηκαν ασημένιοι από τους φοινικικούς ναυτικούς για να χαρακτηρίσουν τα όρια της ασφαλούς ναυσιπλοΐας για τους αρχαίους μεσογειακούς λαούς.
Ήταν τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου και οι θύελλες που συμβαίνουν συχνά την περίοδο της ισημερίας είχαν αρχίσει με τρομερή βιαιότητα. Όλη τη μέρα ο άνεμος ούρλιαζε και η βροχή σφυροκοπούσε το πλοίο, λες και οι μεγάλες δυνάμεις της φύσης θέλουν να γνωρίσουμε την παρουσία τους και να δείξουν στην ανθρωπότητα ότι ποτέ της δεν θα είναι ασφαλής ακόμη και  πίσω από τα κάγκελα του πολιτισμού της.
Καθώς το βράδυ έπεφτε, η θύελλα γινόταν ακόμη πιο δυνατή και θορυβώδης, εφιαλτική, ουρλιάζοντας ο άνεμος συναντούσε τον αχό της βροχής και γίνονται ένα με τον παφλασμό των κυμάτων της θάλασσας, προμηνύοντας ακόμη μια δύσκολη και βασανιστική βραδιά.
Εξαντλημένοι και κακοπαθημένοι από το συνεχές σκαμπανέβασμα του πλοίου προσπαθούσαμε να μείνουμε όρθιοι τις δυο τελευταίες ημέρες που βρισκόμασταν στο έλεος της θύελλας.
Ο καπεταν Στέφανος αρκετά έμπειρος θαλασσοπόρος με πολύχρονη καριέρα πλοιάρχου και με καταγωγή από την ναυτομάνα Χίο είχε καταφέρει και διατηρούσε ακέραια την ψυχραιμία του, ταυτόχρονα δε μου έλεγε ναυτικές ιστορίες στο μακρύ διάστημα που του κρατούσα συντροφιά στη γέφυρα του πλοίου.
--Οι Μάγνητες τολμηροί και ριψοκίνδυνοι θαλασσοπόροι από την πατρίδα του Ιάσονα αφήναν το πλοίο να αρμενίζει με τον καιρό, αυτή είναι αυθεντική μοναδική αναλλοίωτη συνταγή, όσο διαφορετικές κι’ αν είναι η εποχές μου τόνισε.
--Δεν έχεις άδικο του απάντησα, διαφορετικές εποχές, πολιτισμοί, κουλτούρες, και μνήμες ν’ αναπηδούν, και σε παρασύρουν στο χθες. Όπου και να κοιτάξεις πάντα θα βρεις κάτι που να συνδέει το παρόν με το παρελθόν. Ένα ταξίδι στο χρόνο είναι η ζωή, και το ταξίδι εμπλουτίζει με εμπειρία τη ζωή του ταξιδιώτη.
--Ο αγώνας για να ανταπεξέλθεις στις αντίξοες συνθήκες της θεομηνίας απαιτεί την υπομονή και την επιμονή της Πηνελόπης, και να ξέρεις ότι κάθε εποχή που φεύγει είναι μια σελίδα που γυρίζει αλλά και η νέα σελίδα γράφεται πάντα με το ίδιο αλφάβητο συνέχισε τις ιστορίες του.
Ελέγχοντας τα νεοεισερχόμενα δελτία του καιρού σε συνδυασμό με τους χάρτες ο πλοίαρχος συνόψισε την κατάσταση, και μιλώντας ήρεμα χωρίς να υψώσει τη φωνή του διέταξε τον τιμονιέρη πορεία νότια νοτιοδυτική να αποφύγουμε το χαμηλό βαρομετρικό που απλωνόταν σε μεγάλη έκταση εμπρός μας στα δυτικά από τις Αζόρες νήσους στον ανοικτό ωκεανό.
Μερικά θέματα τα αντιμετώπιζε πολύ πρακτικά, «φροντίζοντας το καράβι να περνάει τα μεγάλα κύματα δίχως να μπατάρει», όπως συνήθιζε να λέει.
--Ανίκανοι γραφειοκράτες μουρμούρισε πολύ θυμωμένος, με την προηγμένη τεχνολογία σας που υποτίθεται ότι ήρθε να διαδραματίσει έναν σημαντικό ρόλο και να αντικαταστήσει ανθρώπους σαν εμάς.
Κάπου εδώ έξω υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος για τον οποίο δεν γνωρίζουν το παραμικρό. Είναι αυτό που λέμε η φύση σε συνδυασμό με τον ανθρώπινο παράγοντα που δεν έχει σχέση με τα ηλεκτρονικά τους κόλπα.
Οι άνθρωποι λοιπόν σαν κι εμάς καλούνται να αντιμετωπίσουν αυτό το κόσμο σε καθημερινή βάση για χρόνια ολόκληρα.
Διακρίνοντας την δυσφορία στον τόνο της φωνής του, προσπάθησα να διασκεδάσω την εκδήλωση της οργής του.
-- Για να το λες έτσι θα είναι, αλλά πρέπει να έχεις και πίστη στο μέλλον, ο κόσμος ανήκει στους νέους μαζί με όλα τα κουμπιά του, έχουν  αδιαμφισβήτητες ικανότητες τόνισα για να διεκδικήσουν το μέλλον με περισσότερο πείσμα.
Δεν ήταν δύστροπος άνθρωπος απλώς ήταν υπεύθυνος, αποτελεσματικός.
Ο στόχος του ήταν το επικουρικό γραφείο ενημέρωσης για ασφαλή πλεύση της ωκεάνιας διαδρομής, που τα πρώτα χρόνια, ήταν αναποτελεσματικό και πολλές φορές οι πληροφορίες τους εγκυμονούσαν και κινδύνους.
Ξημερώνοντας, το φως του πορτοκαλί  Ήλιου φώτιζε τα γαλανά νερά η ατμόσφαιρα ήταν ευχάριστα δροσερή, οι άνεμοι είχαν κοπάσει η διαυγής ατμόσφαιρα δεν έδειχνε ότι στο διάστημα των τελευταίων τριών ημερών, αυτό το απέραντο τμήμα του ωκεανού είχε δεχθεί την επίθεση μιας φοβερής θύελλας και είχε βρεθεί στο έλεος των ανέμων.
Η φυσική του αντοχή είχε ξεπεράσει τα όρια της εξάντλησης, με αποτέλεσμα να μην τον κολλάει ύπνος, αν και έχει διανύσει πολύ χρόνο στη γέφυρα από την στιγμή που είχε ξυπνήσει.
Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του στο φως της καινούργιας ημέρας άφησε το βλέμμα του να χαθεί στο μακρινό και φωτεινό ορίζοντα, τα μάτια του πρόδιδαν πως το μυαλό του ήταν αλλού.
Τότε ήταν που μου άνοιξε την πόρτα της ζωής του, σε κάτι πολύ προσωπικό που δεν το εκμυστηρεύεσαι στον καθένα, διηγήθηκε τα σημάδια του πόνου που κουβαλούσε στην ψυχή του, τη μεγαλύτερη τραγωδία που δε νομίζω πως θα ‘θελα να το ακούσω ότι έχει συμβεί, με λίγες λέξεις μόνο.
Δεν θα μπορούσε κανείς να συνδέσει το θάνατο μ, έναν τέτοιο άνθρωπο.
Μια ολόκληρη ζωή πέρασε για μια στιγμή μπροστά από τα μάτια του.
Μπορεί να έφταιγε η κούραση η τα γεγονότα από τις προηγούμενες ημέρες, αλλά όταν μίλησε η φωνή του φανέρωνε ασυνήθιστη πίκρα.
Έχουν περάσει μερικά χρόνια, ήταν ένα φθινοπωρινό πρωινό στην λεωφόρο Κηφισίας στη διάβαση των πεζών με τα φανάρια, από μια στιγμιαία ολιγωρία έφυγε από το πλάι της ο γιος του από το χέρι της μητέρας του, το κορμί του κύλησε στην  άσφαλτο, είχαν σκοτώσει το παιδί του, άφησε την τελευταία πνοή το αγγελούδι τους, εμπρός στα ματιά της μικρής του αδελφής και  της δυστυχισμένης μητέρας που με τρελή λαχτάρα σύρθηκε γρήγορα κοντά στο πεσμένο σώμα το έσφιγγε στην αγκαλιά της μέχρι που έκλεισε για τελευταία φορά τα μάτια του.
Στον απόηχο από την βουή της κυκλοφοριακής συμφόρησης ταξίδευε το κλάμα της χαροκαμένης μάνας για τη συμφορά που τη βρήκε.
Η μέρα ήταν συννεφιασμένη, βροχερή, και η ψιλή βροχή ξέπλενε το αίμα από την ανοικτή πληγή στο λαβωμένο πρόσωπο του.
--Δεν ξέρω εάν ποτέ θα τα καταφέρω να το ξεπεράσω, μια ομίχλη σκεπάζει μέσα μου τα πάντα, όλα τα πράγματα όλους τους τόπους, είναι μια ανάμνηση που αξίζει τον κόπο να την κρατήσω σφικτά.
Οι απαντήσεις γυρεύουν πάντα το μυστικό εκείνο που δε φαίνεται το κρυμμένο στις σκιές και στο σκοτάδι.
Και το τραγούδι που σφύριζε ο άνεμος εμπρός μας ανάμεσα στα ικριώματα των γερανών του πλοίου, μιλά για δυστυχία και θλίψη, για πόνο και θάνατο.
Νεώτερες οδηγίες μας  πληροφορούν ότι λιμένας προορισμού εκφόρτωσης είναι το Τσάρλεστον στην ανατολική ακτή των ηνωμένων πολιτειών, όχι το Νόρφολκ.
--Λέω ότι είναι καλυτέρα να ηρεμήσεις, νομίζω ότι είναι όλα υπό έλεγχο πλέον, στην κατάσταση που είσαι είναι καιρός να ξεκούρασης το ταλαιπωρημένο κορμί σου.
--Έχεις απόλυτο δίκιο, νοιώθω ψόφιος στην κούραση τα μέλη μου με πονάμε και το κεφάλι μου πηγαίνει να σπάσει.
--Θα έχουμε αρκετό χρόνο μπροστά μας, ώστε να κάνουμε κατάδυση στα βάθη της  ψυχής μας, και να περπατήσουμε στα μονοπάτια των αναμνήσεων από τα ταξίδια μας συμπλήρωσα.

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Ο Βαρόνος

Με συγκίνηση αναφέρομαι σε ξεπλυμένες αναμνήσεις από τους καθημερινούς ήρωες της ναυτικής μου ζωής, οι οποίοι αφού εκτέλεσαν το καθήκον τους κι εκπλήρωσαν την αποστολή τους ταξιδεύοντας για χρόνια τους ωκεανούς της υφηλίου, στη συνεχεία αποσύρθηκαν απόμαχοι συνταξιούχοι, διακριτικά και με μετριοφροσύνη στη σκιά της κοινωνίας την όποια είχαν υπηρετήσει με την ακάματο εργασία τους. Όλες αυτές οι αναμνήσεις καταθέτονται χωρίς υπερβολές η ωραιοποιήσεις, πολύ απλά αυτή ήταν η ζωή τους. Πάνε τέσσερα πέντε χρόνια τώρα που για ένα χρονικό διάστημα μεσοκαλόκαιρο βρέθηκα στον λιμένα της Πύλου σε πλοίο της εταιρείας που κρίθηκε απαραίτητο να εκτελέσει μερικές εργασίες επισκευών στο αγκυροβόλιο του κλειστού ομώνυμου κόλπου. 
" Η Πύλος βρίσκεται σε εξαιρετική γεωγραφική θέση ενώ το λιμάνι της είναι ένα από τα μεγαλύτερα και ασφαλέστερα λιμάνια του κόσμου, με μήκος 4800μ και πλάτος 3600μ. [Το Λιμάνι] Το βάθος της θάλασσας φτάνει τα 50μ. Στα δυτικά, μπροστά από το λιμάνι υπάρχει η νήσος Σφακτηρία. Στα νότια του νησιού βρίσκεται η νησίδα Πύλος ή Τσιχλι-μπαμπά ή Φανάρι. Αναφέρεται από τον Όμηρο ως το Βασίλειο του Νέστορα που, σύμφωνα με την παράδοση, ιδρύθηκε απ' τον μυθικό Πύλο"
Επιστρέφαμε στο ξενοδοχείο από το πλοίο με το πλοιάριο της γραμμής, όταν περνώντας την έξοδο της προβλήτας άκουσα διπλά μου ένα κάλεσμα.
-Βρε βρε το μανιαούρι, καλά λένε βουνό με βουνό δεν σμίγει, πως και βρέθηκες στα μέρη μας αιρετικέ μου φίλε.
Μετά την αρχική μου σαστιμάρα και αμηχανία, μέσα μου άστραψε ένα χαμόγελο αργοπορημένης αναγνώρισης. Μα ναι, βεβαία, τούτος εδώ δεν είναι άλλος από το Βαρόνο τον ένα και μοναδικό χαρακτήρα, τον ηθοποιό που από πολύ παλιά κρυβόταν μέσα του.
Τα έργα και οι ημέρες του ήταν ένας θρύλος στα καπνιστήρια και τις τραπεζαρίες των πλοίων της εταιρείας μη εξαιρούμενων και των γραφείων στην Ακτή Μιαούλη.
Τα τελευταία χρόνια είχε χαθεί από την πιάτσα της Ακτής Μιαούλη λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Είχα να μάθω νέα του περισσότερο από μια δεκαπενταετία.
Τον ατένιζα να κάθεται στο παραλιακό τραπέζι του εστιατόριου πάνω στο κύμα, διπλά από την προβλήτα αποβίβασης του λιμένα,  φορούσε ένα ολοκαίνουργιο επαρχιώτικο κουστούμι με το σακάκι ριγμένο στην πλάτη μιας καρέκλας. Ήταν η πρώτη μου φορά που συνειδητοποίησα ότι ο Βαρόνος ανήκε και αυτός στα ανώνυμα πρόσωπα του μεγάλου πλήθους. Τα μάτια του εκείνα τα λαμπερά μαύρα μάτια είχαν χάσει πολύ από την φωτεινότητα τους.
-Για τα’ όνομα του Θεού που χάθηκες μεγάλε μου Βαρόνε τον ρώτησα βλέποντας τον να σηκώνεται από την θέση του.
Ξαφνικά σμίξαμε με θέρμη τα χέρια και όταν έπαψε να μου σφίγγει το χέρι κάθισα στην άδεια καρέκλα στο πλάι του απολαμβάνοντας το ανάλαφρο δροσερό απογευματινό αεράκι που σάρωνε την επιφάνεια της παραλίας κουβαλώντας την υγρασία της θάλασσας αλλά και τη μυρωδιά από τα τριαντάφυλλα και τις βουκαμβίλιες που φύτρωναν στις αυλές γύρω μας.
-Λοιπόν καλέ μου φίλε πως τα πάτε με τις επισκευές με ρώτησε. Κατάλαβα ότι το ήξερε πως θα με συναντούσε, με περίμενε.
-Κι εσύ πως τα βολεύεις που είσαι συνταξιούχος πλέον, αποκρίθηκα γελώντας. Σε ρωτώ γιατί πολύ σύντομα θα βράζω στο ίδιο καζάνι μ’ εσένα.
Κούνησε τους ώμους του αδιάφορα, χωρίς να μου απαντήσει, δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι τον ενθουσίαζε η ιδιότητα του συνταξιούχου. 
Με πληροφόρησε πως αυτή την εποχή έμενε σε μία ερημική μικρή εξοχική αγροικία που είχε κληρονομήσει σε μικρή απόσταση από την Καλαμάτα και τώρα  είχε την δυνατότητα να απολαμβάνει μια παλιά του συνήθεια, τις χαλκογραφίες.  Λένε πως οι ζωγράφοι κι οι ναυτικοί φτιάχνουν τα ίδια σπίτια και η κληρονομιά του φίλου μας δεν αποτελούσε εξαίρεση. Ήταν ένα μικρό τούβλινο χαμηλοτάβανο σπίτι με ασπροβαμένους τοίχους, και η εξώπορτα του έβγαζε απευθείας στην θέα της θάλασσας.
Με τα μάτια της φαντασίας μου φιλοτέχνησα την σημερινή μελαγχολική εικόνα της ζωής του, ενός μοναχικού ερημίτη σ’ φωτεινό ηλιόλουστο τοπίο να πηγαίνει χωρίς παρέα ατέλειωτους περιπάτους, γυροφέρνοντας στο μυαλό του τις σκέψεις και τις μνήμες του σαν ένα σμάρι από παλιές φωτογραφίες που ένας θεός μονάχα ήξερε που τον ταξίδευαν.
Να  αφηγείται περιστατικά και περιπέτειες που τα άκουγαν για πρώτη φορά στα μικρά του εγγόνια από την κόρη της αδελφής του, και μ’ ευλάβεια ποιμένα γονιού, να τους έκανε να γελούν αγγίζοντας τις χορδές τους χάρη στην αφηγηματική συνταγή του.
Μερικοί άνθρωποι σε κάνουν να μελαγχολείς και να θλίβεσαι ότι κατασπατάλησαν το χρόνο τους και χαράμισαν τις ικανότητες τους με δραστηριότητες σε σκοτεινά και αδιέξοδα στενοσόκακα. Η ζωή είχε το βλέμμα της γυρισμένο προς τη μια μεριά και αυτός προς την άλλη, σκέφτηκα φευγαλέα, αλλά που να πάρει ο διάβολος δεν τους βρίσκεις κάθε μέρα αυτούς τους εξαιρετικά διαφορετικούς ανθρώπους.
Η μνήμες μας ταξίδεψαν τρεις δεκαετίες πίσω. Ύστερα από τριάντα χρόνια οι μνήμες είναι άνισες όταν πρόκειται να θυμηθούν τα γεγονότα που συνέβησαν στο μακρινό παρελθόν, ένα σωρό εικόνες απ’ τα περασμένα έρχονται στην επιφάνεια, μέσα τους πρέπει να παραδεχτώ περιέχουν εικόνες που αφήνουν την δική τους πικρή γεύση, εικόνες που θα ήθελε κάνεις να ξεχάσει, δεν θα έλεγα την αλήθεια αν ισχυριζόμουν το αντίθετο.
Εκείνο τον καιρό πιστεύαμε πως ήμασταν σπουδαίοι κι οι μέρες έδειχναν να είναι πολύ μεγαλύτερες από ότι σήμερα. Ήμασταν νέοι, υπήρχε μια λεβεντιά με ειλικρίνεια γιατί πουθενά δε βρίσκεις καλύτερους συντρόφους απ’ αυτούς που αγαπούν την θάλασσα και δουλεύουν στην αγκαλιά της.  Είναι φορές που αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που περισσότερο από όλα  μας αφαίρεσε στην διάβα του ο χρόνος. Μην είναι στην πράξη  ότι χάσαμε το κέφι και την ελαφρότητα που μοιραζόμασταν όλοι μας εκείνα τα περασμένα χρόνια της νιότης.
Μας αγκάλιασε η νύχτα που άπλωσε παντού τις μαύρες φτερούγες της, πίσω από το δάκτυλο της στεριάς που χωνόταν στον υδάτινο κόρφο  ξεπρόβαλε το μισοφέγγαρο, κοντράστ στο φωτισμένο μεγάλο φορτηγό που βρισκόταν αγκυροβολημένο μέσα στον κόλπο, και μπόλικα αστέρια εμφανίστηκαν στον ουρανό.
Το κύμα θρόιζε σε χαμηλούς τόνους θαρρείς και άκουγε αφηρημένα τους δυο άνδρες που είχαμε απορροφηθεί στη συζήτηση εκεί στην άκρη της θάλασσας, σκαλίζοντας το παρελθόν μας, με κάθε καινούργια ιστορία που διηγούταν ο Βαρόνος να μεγαλώνει το κέφι του. 
Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν είχε ιδιαίτερα την θάλασσα στο αίμα του.
Ένα  διάστημα είχε εγκαταλείψει το ναυτικό επάγγελμα και ασχολήθηκε εκεί στη γενέτειρα του την Καλαμάτα με το εμπόριο ελαιόλαδου. Η επιχείρηση του απλώθηκε πολύ σύντομα με κύριο αντικείμενο τις εξαγωγές σε Ευρωπαϊκές χώρες. Το ίδιο πολύ σύντομα για κάποιους ανεξιχνίαστους λόγους για μας ήλθε και η κατάρρευση της επιχείρησης. Την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν τουλάχιστον εκατό εκδοχές για τα γεγονότα που αφορούσαν την κατάληξη της επιχείρησης, με εκατό διαφορετικές αιτιολογήσεις. Η αλήθεια θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται σε οποιαδήποτε από αυτές.
 Η δική του θέση για αυτά που κυκλοφορούσαν ήταν αφοπλιστική.
-Υπάρχει στην αγορά κορεσμός υπερτιμημένων λαδιών πρώτης ποιότητας. Μια αγορά που θα πρέπει να σας επισημάνω ότι βρίσκεται ήδη σε συνεχή ύφεση. Για να ξεκινήσεις λοιπόν ένα καινούργιο προϊόν λαδιού με επιτυχία απαιτείται μια πολύ επιθετική προώθηση του προϊόντος και έμπειρο δυναμικό πωλήσεων. Εγώ απλά απέτυχα δεν είχα αυτές τις προϋποθέσεις δήλωνε στους συνομιλητές του.
Η γνωριμία μας έγινε την επομένη χρονιά από τον καιρό που ασχολήθηκε περιστασιακά αλλά με επιτυχία ανέλπιστη με το λαθρεμπόριο τσιγάρων και ποτών στην Κωστάντζα τον μεγαλύτερο λιμένα της Ρουμανίας. Όχι τίποτα σπουδαίο και μεγάλο βέβαια, αλλά ένα μικρό καθημερινό οικονομικό πάρε δώσε, που η οργάνωση και εκτέλεση του ήταν μια ιδιοφυής   σκέψη του φίλου μας. Ουσιαστικά ήταν μια χαμαλίδικη δουλεία, περιορισμένων οικονομικών μεγεθών και δυνατοτήτων.
Η Κωστάντζα ήταν πάντα πόλη εξαιρετικά φιλόξενη για τους Έλληνες ναυτικούς και ιδανικός τόπος για ανθρώπους σαν τον Βαρόνο. Πέρα από την ναυτιλιακή δραστηριότητα, πάνε πακέτο κάθε λογής τυχοδιωκτικές συναλλαγές λαθρεμπορίου και διακίνηση μαύρου χρήματος με το τσουβάλι. Ταυτόχρονα ήταν η Ρουμανική πρωτεύουσα της εφήμερης πορνείας. Όλα αυτά την εποχή του υπαρκτού σοσιαλισμού και του Τσαουσέσκου.
Για όποιον είχε ζήσει τα χρόνια εκείνα τις συνθήκες που επικρατούσαν στα οικονομικά όρια του  λιμένα της Κωστάντζα εύλογα  θεωρούσε ότι βρισκόταν σε μια περιοχή όπου το λάδωμα ελάμβανε χώρα σε μεγαλύτερη έκταση και επιτυχέστερα από ότι στην υπόλοιπη Ρουμανία. Και αυτό που είχα καταλάβει ήταν  ότι για κάποιο λόγο όλοι οι συμμετέχοντες εμπιστεύονταν τους Έλληνες ναυτικούς δεν υπήρχε δυσπιστία για τις μη νόμιμες μικρό συναλλαγές της καθημερινότητας που τους απέφερε μερικά οφέλη στις πολύ δύσκολες ημέρες διαβίωσης που περνούσαν .
Υπάλληλοι εργαζόμενοι στην ελεύθερη ζώνη εμπορίου του λιμένος σε συνεργασία με τους υψηλόβαθμους κρατικούς λειτουργούς του λιμένα κάλυπταν τις εμπορικές δραστηριότητες του Βαρόνου στις παρυφές τις παραοικονομίας. Με έξυπνο τρόπο όλη η δραστηριότητα ήταν ένα μέρος από μια καλοστημένη κομπίνα, που είχε να κάνει με την αγοραπωλησία των τσιγάρων και των ποτών της ελεύθερης ζώνης.
Από κάθε άποψη  το εμπορικό αλισβερίσι του φίλου μας ήταν ικανοποιητικά προσοδοφόρο  για το μέγεθος της συναλλαγής. Αυτό επέτρεπε στο Τρίτο μηχανικό του πλοίου να απολαμβάνει με περίσσια άνεση τα άδυτα της κρυφής νυκτερινής ζωής που εξελίσσεται στον περίγυρο του λιμένα με ανέσεις βαρόνου εξ’ ου και η προσωνυμία "Βαρόνος".
 Μου αφηγήθηκε το τέλος αυτής της ιστορίας του χωρίς να του το ζητήσω, μου παρουσίασε την εικόνα των γεγονότων λιτά και απέριττα, όπως ακριβώς τα είχε ζήσει. Στο βλέμμα του υπήρχε και πάλι η ίδια πειρακτική έκφραση όπως και τότε που ήμασταν ανέμελοι νέοι.Ήταν φανερό πως είχε εξαιρετική διάθεση απόψε.
Στο τραπέζι κατέφθασε το δεύτερο μπουκάλι του ερυθρού ξηρού οίνου με το σύνθετο διαυγές ερυθρό χρώμα, τις πλούσιες και ελκυστικές ανταύγειες και τα αρώματα ώριμων κόκκινων φρούτων, με νότες μπαχαρικών.
-Είναι μια ιστορία που με ακολουθεί σα βδέλλα και δεν εννοεί να ξεκολλήσει από την θύμηση μου, άρχισε στον πρόλογο της ιστορίας του.
…………………………………………
"Η σύμβαση εργασίας με την εταιρεία μας είχε λήξει για μένα τον έτερο τρίτο μηχανικό του πλοίου καθώς επίσης και για τον ανθυποπλοίαρχο. Όλων μας η καταγωγή κατά μια περίεργη σύμπτωση ήταν από την Μεσσηνία. Το σχέδιο αναχώρησης από το πλοίο περιελάμβανε διανυκτέρευση στην Κωστάντζα, την επομένη άφιξη στο αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου, και επιβίβαση στην πρωινή πτήση  με προορισμό την Αθήνα.
Η νύκτα στην Κωστάντζα μας βρήκε πελάτες στοιβαγμένους σ’ ένα υπόγειο μαγαζί με κλειστά παντζούρια και ατμόσφαιρα με την αρωματισμένη χάρη των ήχων από σκυλάδικα, πλέοντας σε πελάγη χαράς και ευτυχίας, αραγμένοι σε τρυφερές αγκαλιές και βουτηγμένοι στο αλκοόλ των ποτών και στον καπνό από τα τσιγάρα.
Αρχικά οι δυο καλοί μου φίλοι δεν είχαν την απαιτουμένη διάθεση να επισκεφτούμε αυτά τα μυστήρια νυκτερινά μαγαζιά που ξεφύτρωναν σε σκοτεινές συνοικίες της πόλης.
Δεν προσπάθησα και πολύ να τους παρασύρω από τις ηθικές αναστολές τους.
-Καταλαβαίνω τους ενδοιασμούς σας είπα, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα γυρίσουμε την πλάτη στα πάθη μας για την αρετή. Θέλω να πω πως αν σας πιάνει κάπου κάπου ο πειρασμός δε θα πρέπει να το θεωρείτε αξιόμεμπτη αδυναμία και να μην τον απορρίπτετε
-Αυτή είναι η ευχάριστη πλευρά του  δύσκολου επαγγέλματος μας, πρέπει να παραδεχτείτε ότι πολλά επιτρέπονται στην προσωπική μας διασκέδαση αρκεί να καταφέρεις να ξεφύγεις χωρίς να σε πάρουν είδηση τους είπα.
Υποψιάζομαι ότι εκείνα που εύχονταν να ακούσουν ήταν ακριβώς αυτά που τους είπα, άλλωστε είναι ένα αξίωμα που ισχύει για πολλούς τομείς στην ζωή μας.
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα που έγινε η έφοδος της αστυνομίας, η αναταραχή και ο σάλος που επακολουθήσαν μου είναι δύσκολο να τον περιγράψω.
Όσοι βρίσκονταν μέσα σ’ αυτό το καπηλειό συνελήφθησαν σχεδόν όλοι, εκτός από δυο τρεις που κατάφεραν να ξεφύγουν από τις πίσω εξόδους.
Ποτέ δεν μου είχε περάσει από το νου ότι θα μπορούσε να μας συμβεί αυτό, και ήταν απόλυτα φυσιολογικό να ένοιωθα φρικτά σοκαρισμένος από την απρόσμενη εξέλιξη.
Είχα ιδρώσει και οι κόμποι του ιδρώτα έσταζαν από πάνω μου σαν στάλες βροχής. Έφταιγε η ήσυχη νύχτα της Κωστάντζα, πλημμυρισμένη απ’ την υγρασία που ανηφόριζε πέρα από τα νερά του Δούναβη ποταμού.
Κατά εξαιρετικά ευτυχή συγκυρία ο επικεφαλής της επιχείρησης ήταν πρόσωπο γνωστό από τα εμπορικά πάρε δώσε, όπως καταλαβαίνεις βοήθησε σ’ αυτό η πρότερη γνωριμία μας, μου ‘δωσε αυτοπεποίθηση τη δύσκολη αυτή ώρα. Ξεμπλέξαμε σχετικά ανώδυνα με τις αρχές και τα τυπικά της ανάκρισης, κανένας δεν ρώτησε ποιος και γιατί ούτε χαρτιά μας ζήτησαν. Ευγενικά φερόμενοι σεβάστηκαν τον Βαρόνο.
Παράλληλα διαπίστωσα ότι είχε χαράξει, πέρα στον ορίζοντα εμφανίστηκε ο ωχρός χειμωνιάτικος ήλιος, όταν εγώ και οι δυο καλοί μου φίλοι, πακέτο βρεθήκαμε στο αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου με φιλική συνοδεία των αρχών μετανάστευσης. Δεν αναφέραμε κουβέντα για τις αποσκευές που είχαμε αφήσει στο παρακείμενο του καπηλειού ξενοδοχείο, ανησυχώντας και φοβούμενοι πως μπορεί να βγουν στην επιφάνεια τα αδήλωτα καταναλωτικά αγαθά που αποκτήθηκαν στην μαύρη αγορά. Εγώ πάντως υποσχέθηκα στους άλλους δυο  συναδέλφους μου ναυτικούς να κάνω ότι περνούσε απ’ το χέρι μου για να παραλάβουμε τις αποσκευές μας.
Στη σκέψη πολλών συναδέλφων μας πιθανολογώ να φάνταζε ότι υπέστη βαρύ προσωπικό πλήγμα  μετά την σύλληψη μας, εγώ απλώς  έμεινα με την αίσθηση ότι υπήρξε ένα σχεδόν χιουμοριστικό στοιχείο στην όλη υπόθεση.
Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέμαι αν έζησα λάθος την ζωή μου. Πιστεύεις ότι είσαι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και με τον καιρό διαπιστώνεις πως είσαι πολύ διαφορετικός. Όμως και πάλι λέω ότι και αν αυτό συμβαίνει δεν πρέπει να χολοσκάζω και να τα βάφω μαύρα. Απλά συνεχίζω την ζωή μου, κάθε μέρα που ξημερώνει είναι και μια καινούργια μέρα που αξίζει να την ζήσεις."
Στο τραπέζι κατέφθασε το τρίτο μπουκάλι του ερυθρού ξηρού οίνου με το σύνθετο διαυγές ερυθρό χρώμα, τις πλούσιες και ελκυστικές ανταύγειες και τα αρώματα ώριμων κόκκινων φρούτων, με νότες μπαχαρικών.
……………………..
Τελικά τα κατάφερε, κράτησε την υπόσχεση του, ξαναγύρισε με την βοήθεια και της εταιρείας στην Ρουμανία και μετέφερε όλες τις αποσκευές στην Ελλάδα.
Σήμερα εκτός από το αγαπημένο του χόμπι τις χαλκογραφίες, αφιερώνει την φροντίδα του στην καλλιέργεια του μεγάλου κήπου με τα πολλά δέντρα που περιβάλει ολόγυρα την αγροικία με θέα το ανοικτό πέλαγος της μεσογείου θάλασσας.
Ακόμη μου εκμυστηρεύτηκε ότι πολλοί ντόπιοι επιθυμούν να τον προτείνουν για το τοπικό κοινοτικό συμβούλιο. Είναι μια πρωτοβουλία που την εκτιμά και το σκέφτεται. Το γνωρίζω καλά πως ήταν πάντα του ανοιχτός και προσιτός μ’ όλο τον κόσμο, αλλά ταυτόχρονα μάθαινε να προσαρμόζεται.

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Λεν πως ο χρόνος γιατρεύει όλες τις πληγές

Κέιπ Τάουν Άνοιξη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα επτά, μόλις γυρίζαμε στο πλοίο από μια συνηθισμένη νυκτερινή έξοδο στην πόλη, αφού είχαμε απολαύσει ένα ιδανικό βραδινό γεύμα. Η κορυφαία και φημισμένη αστακομακαρονάδα του "Ακρωτηρίου" είναι ένα must για εκείνους που ψάχνουν την απόλυτη γεύση. Το άφθονο φρέσκο ψάρι, ο αστακός, αχινοί, και τα υπόλοιπα θαλασσινά, είναι καθημερινά στη διάθεσή σας. Επιλεγμένα εμφιαλωμένα κρασιά, συμπληρώνουν άριστα το μενού, είτε αυτό περιλαμβάνει ψάρι ή κρέας.
Το δυνατό σοκ προέκυψε από την περιπετειώδη καταδίωξη, που παρά λίγο έλειψε να καταλήξει σε τραγικό μακελειό. Σημειώθηκε λίγο μετά τη μία τα ξημερώματα, στην μεγάλη στρογγυλή πλατεία που περιβάλει το Greenways Hotel στην Torquay Avenue, της πόλης του Ακρωτηρίου στη Νότιο Αφρική.
Όλα ξεκίνησαν σ’ ένα σταυροδρόμι που δημιουργείται το αρχικό ύψος της Torquay Avenue, ο οδηγός σε μια μεγάλη παλαιή αμερικανική Πλύμουθ μας έκλεισε το δρόμο κάνοντας μπλόκο στο ταξί που επιβαίναμε και οδηγούσε ο Λιβανέζος ιδιοκτήτης του, ήταν μια ομάδα από νέγρους που επέβαιναν στο παλιό αυτοκίνητο και επιχειρούσαν να μας ληστέψουν.
Το θαύμα για μας είναι ότι ο οδηγός μας διατήρησε την ψυχραιμία του συνεχίζοντας ατάραχος, δεν ακινητοποιήθηκε ούτε εγκατέλειψε την προσπάθεια να διαφύγει, απλώς έβγαλε από τη θήκη του και το εναπόθεσε στην άδεια θέση του συνοδηγού το τεράστιο μάγκνουμ 44 όπλο του που κουβαλούσε μαζί. Ακολούθησε καταδίωξη από τους επιδόξους ληστές μέχρι και την λεωφόρο heerengracht όπου και εγκατέλειψαν την προσπάθεια τους.
Έμεινα να κοιτάζω τον οδηγό σαν χαμένος, μόνο όταν φτάσαμε στο πλοίο κατόρθωσα ν’ αρθρώσω λόγο και περιέγραψα την ηρωική συμπεριφορά του ταξιτζή μας.
Υπήρχε μεγάλο ποσοστό εγκληματικότητας στο Κέιπ Τάουν, σε ορισμένες περιοχές της πόλης οι κλεφτές, οι ληστές, οι πόρνες, οι λαθρέμποροι ναρκωτικών και οι κάθε λογής φυγόδικοι αποτελούσαν κράτος εν κρατεί. Το μεγαλύτερο ποσοστό της εγκληματικότητας αφορούσε το μαύρο πληθυσμό της πόλης που αυξάνονταν ραγδαία.
Ήταν η εποχή εκείνη που στη χώρα του απαρτχάιντ το να αφαιρέσεις ζωή νέγρου και μάλιστα επίδοξου ληστή ήταν αμελητέο αδίκημα.
Οι επιβάτες του ταξί ήμουν εγώ παρέα με τον προερχόμενο από ναυτική οικογένεια των κυκλάδων νεαρό δόκιμο ηλεκτρολόγο του πλοίου.
Έτσι ξεκίνησε εντελώς τυχαία μέσα από αυτή την περιπέτεια και το σοκ, ανάμεσά μας να αναπτύσσεται μέσα στα χρόνια μια δυνατή φιλία.
Ο Επαμεινώντας είναι ένας ευγενικός νεαρός, γοητευτικός άνδρας με την κοσμοπολίτικη αύρα ενός καλλιτέχνη εν αντιθέσει μ’ έμενα που σαν τον κότσυφα αγαπώ την μοναξιά, μου αρέσει η παράδοση και αποστρέφομαι την επίδειξη.
Η φιλία μοιάζει με τα παλιά βιβλία, που ο χρόνος έρχεται και τους προσδίδει πολύ μεγαλύτερη αξία.
Ο Επαμεινώνδας στις ημέρες εκείνης της εποχής, είχε κοντά μαύρα κατσαρά μαλλιά, οβάλ λευκό πρόσωπο, μαύρα μάτια ανθρακίτης, χέρια περιποιημένη, καθόλου περιφέρειες, ίσια πλάτη. Δεν ήταν παχύς αλλά φαρδύς με στέρνο ανοικτό. Είχε μια αέρινη αίσθηση η όλη του παρουσία.
Το δίλημμα που βασάνιζε τον Επαμεινώνδα, αφορούσε μια μικροκαμωμένη ξανθούλα ένα πλάσμα γλυκύτατο, ανήσυχο αντιμετώπιζε ακόμη και τα σοβαρά πράγματα με μια ελαφρότητα, και είχε πολλά παράπονα από την ερωτική τους σχέση. Είχαν ζήσει όλα τους τα χρόνια στο νησί αποφοιτώντας το τοπικό γυμνάσιο. Μετακομίζοντας ο φίλος μου στην Αθήνα στη σχολή Ηλεκτρολόγων πολλές φορές αναρωτήθηκε τι ήταν εκείνο που τον είχε ωθήσει σ’ αυτή τη σχέση, η όποια παρεμπιπτόντως ήταν και η πρώτη αγάπη γνωστού συμμαθητή του. Όλα αυτά τα χρόνια των σπουδών του η σχέση τους πέρασε από πολλές δοκιμασίες. Την περίοδο της στρατιωτικής του θητείας η κοπέλα ουσιαστικά είχε φύγει από την ζωή του, την είχε δει ελάχιστες φορές και αυτές φευγαλέα.
Πάει καιρός τώρα που η φίλη του προσπαθεί ορμητικά να ξαναμπεί και πάλι στην ζωή του.
Ταυτόχρονα η 'Αντζελα μια νεαρή ψηλή καστανή γυναικεία φιγούρα, εργαζομένη σε μεγάλη πολυεθνική εταιρεία ανακάλυπτε πως πολύ της άρεσε ο νεαρός και τα έφτιαξε μαζί του.
Αυτή η νέα σχέση ήταν κάτι σαν τονωτική ένεση στην ιδέα που είχε για τον εαυτό του.
-Να μην το ξεχνάς στις γυναίκες αρέσουν οι ευγενικοί άνδρες, έλεγε ο σοφός παππούς μου.
Ήταν πολύ περίπλοκο να την περιγράψει με λόγια την ψυχοσωματική κατάσταση του, ήταν σαν μια ανάμνηση που γλιστρούσε στο μυαλό του.
Ένοιωθε πως μια παγωμένη ανατριχίλα τον συνταράζε ολόκληρο.
Είχε την αίσθηση ότι βάδιζε μέσα σ’ ένα τοπίο μετά την βροχή, στην υγρασία, ενός παράξενου δρόμου. Και η λύση ήταν εκεί στο τέλος του δρόμου και τον περίμενε.
Το πρόβλημα του είναι ότι ο δρόμος σε κάποιο σημείο του διχαλώνει. Από το ένα μονοπάτι βρίσκεται το χθες και η σιγουριά του γνώριμου, από το άλλο το αχαρτογράφητο άγνωστο.
-Ποιο δρόμο θέλεις να διαλέξεις, η εκλογή βρίσκεται στα χεριά σου, του είπα
-Ο ποιητής έχει απαντήσει προ πολλού στο ερώτημα αυτό συμπλήρωσα.
Δυο δρόμοι χωρίζουν σ’ ένα δάσος κι εγώ.
Εγώ τον λιγότερο ταξιδεμένο πήρα.
Κι αυτή είναι όλη κι όλη η διαφορά.
-Για να υποστηρίξω αν το χρειάζεσαι την όποια απόφαση σου αυτό που έχω να σου πω για μένα προσωπικά δεν χρειάζεται να ξέρω που πάω από τη στιγμή που βγήκα στο δρόμο.
-Εσύ είσαι σε διλληματική θέση, του είπα. Είναι πολύ αργά για να υποχωρήσεις μα και πολύ νωρίς για να δράσεις. Αυτό που σου μένει είναι να αναμένεις. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να παρατηρείς και ν’ ακούς χωρίς να μπορείς να δράσεις.
Είσαι ακριβώς σ’ αυτό το σημείο τώρα.
Προς το παρόν του ήταν πολύ δύσκολο να αποφασίσει, δεν επιθυμούσε να δοκιμάσει την τύχη του με μια πορεία μέσα από κυκεώνες αισθημάτων κι απέραντες μοναχικές στιγμές.
Λεν πως ο χρόνος γιατρεύει όλες τις πληγές.
Λένε ειν’ εύκολο το χτες να λησμονήσεις.
Όμως εγώ νιώθω ακόμα σα νάταν χτες.
Τα δάκρυα, τα φιλιά κι όλες τις συγκινήσεις.

- Να ξέρεις πως αργά η γρήγορα θα υπακούσεις στα αληθινά καλέσματα της καρδίας σου.
Ίσως αύριο ίσως μετά από καιρό, ακόμη δεν ξέρω πότε. Το πρώτο βήμα ήταν το αποτέλεσμα μια διαδικασίας που είχε αρχίσει τον προηγούμενο χρόνο. Το δεύτερο είναι αυτό που διαδραματίζεται τώρα. Το τελευταίο θα γίνει όταν περάσεις από τις σκέψεις στις πράξεις.
Αναρωτήθηκες ποτέ πόσοι είναι αυτοί που παρόλο που ξέρουν ότι βρίσκονται σε λάθος δρόμο, λάθος περιβάλλον, ακόμη και λάθος σχέση, κάνουν το μεγάλο και τολμηρό βήμα να επανεξετάσουν τον εαυτό τους και τις πραγματικές επιθυμίες τους και να ξεκινήσουν να κάνουν αυτό που πραγματικά θέλουν, να ξαναδούν τον εαυτό τους σε καθαρό καθρέπτη;
Η αναβλητικότητα είναι φυγή από τις τωρινές στιγμές. Παρά τις μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες της, ελάχιστοι άνθρωποι θα είναι ειλικρινείς αν πουν ότι δεν είναι αναβλητικοί.
Στην πραγματικότητα δεν αναβάλλεται κάτι όταν δεν το κάνεις, απλούστατα δεν έγινε.
Για μερικούς δε γίνεται τρόπος ζωής, ν’ αναβάλλουν πάντα για μια μέρα που δεν θ’ έρθει ποτέ.
Άρχισε να διηγείται την ιστορία της γνωριμίας με την νεαρή ξανθή κοπέλα αλλά, κατά ένα περίεργο τρόπο, μου φαινόταν ν’ ήξερα τα κυριότερα σημεία. Ποιος αλήθεια δεν έχει περάσει από το στάδιο αυτό.
-Ποτέ δεν τα πήγαμε τόσο καλά από την αρχή κιόλας αυτής της σχέσης υπήρχαν προβλήματα ανάμικτα με τα αισθήματα.
-Γιατί συνέχιζες τον ρώτησα.
-Έλπιζα πάντα ότι τα πράγματα θα καλυτέρευαν.
-Συμπεριφέρεσαι πολύ ανόητα αν αποζητάς μια εξήγηση έξω από τον εαυτό σου για το τι πρέπει να αποφασίσεις.
Και όταν η σχέση τους έδειχνε να ξαναρχίζει, το κύμα του μέλλοντος ήρθε και τουμπάρισε την βάρκα του. Αισθανόταν ελαφρώς και αορίστως ένοχος για το γεγονός, αλλά μόνο ελαφρώς και αορίστως.
 Οι κυκεώνες των αισθημάτων είναι ένα μακρύ ταξίδι που κρατεί αιώνες, ποτέ του δεν φτάνει στο τέλος. Πόσοι και πόσοι ταξιδιώτες δεν έχουν περάσει από τους σταθμούς του. Άλλοτε με σκληρές αποφάσεις άλλοτε με ήπιους τόνους.
Ο φίλος μας το ένοιωθε, έφτανε στο τέλος, ολοκληρώνοντας αυτό το ταξίδι. Δεν εξαίρω το γεγονός ότι ήταν συνετός και συμβιβασμένος με τη μοίρα του και η εξέγερση ήταν πάντα ξένη με τη σκέψη του. Παρόλα αυτά συνέχισε με μεγαλύτερη ένταση την προσπάθεια να κάνει γνωστό το τέλος του ταξιδιού του με την ανήσυχη και με μια ελαφρότητα ερωτική τους σχέση.
Όχι δεν ήταν ερωτευμένος μαζί της. Οι δυο τους απλώς ζούσαν ένα ιντερμέτζο καλοτυχίας, ενισχυμένο από μια δόση σεξουαλικής εναρμόνισης.
Δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει πως αυτό το πράγμα θα κρατούσε και πάλι για πολύ.
Αυτή τη φορά δεν έχει πισωγυρίσματα, η σχέση τους είχε γεράσει πριν την ώρα της.
Ήταν δική του απόφαση να φτάσουν στο τέλος.

Τρεις μήνες αργότερα.
Βρισκόμαστε στην μεγάλη δεξαμενή επισκευών Keppel Verolme BV, στα ναυπηγεία με έδρα το Ρότερνταμ στην Περιοχή του Rozerburg στην ανατολική όχθη του μεγάλου καναλιού, του θαλάσσιου δρόμου που ενώνει τη Βόρειο θάλασσα με την Κεντρική Ευρώπη. Βασικές υπηρεσίες του είναι επισκευή,  συντήρηση, τροποποίηση, ανακαίνιση και κατασκευή πλοίων. Στη δυτική πλευρά του καναλιού είναι η περιοχή του Vlaardingen, με τις απέραντες εκτάσεις από τουλίπες, το χαρακτηριστικό λουλούδι της Ολλανδίας. Ένα μοναδικό θέαμα. Ένα πολύχρωμο χαλί από τουλίπες σκεπάζει τις καλλιέργειες, και συνθέτουν μια πανδαισία χρωμάτων και μας υπενθυμίζουν ότι έφτασε η άνοιξη.
Ο Επαμεινώνδας γύρισε στην καμπίνα μετά το τέλος της καθημερινής εργασίας του στις επισκευές του μηχανοστασίου, και βρήκε την 'Αντζελα να κοιτάζει το επαγγελματικό ημερολόγιο του. Το είχε ανοιγμένο σε μια σελίδα και διάβαζε μια υποσημείωση.
-Πάντως ο έρωτας σας δεν κράτησε για πάντα του είπε η 'Αντζελα.
-Έτσι νομίζω απάντησε εκείνος.
-Γιατί πες μου, Αρραβωνιαστικιά σου είμαι, είπε η 'Αντζελα.
Είχε αρχίσει να έχει πονοκέφαλο, γι’ αυτό μπήκε στο μπάνιο και έκανε ένα γρήγορο κρύο ντους. Ένοιωθε να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι με τον τρόπο που συνήθως οι γυναίκες βγάζουν διάφορα αυθαίρετα συμπεράσματα.
-Ξέρεις καλύτερα να υπάρχει διάλογος μεταξύ μας, και να λέει ο ένας στον άλλο τους λόγους για τους οποίους είναι χαρούμενος η λυπημένος του είπε.
-Ε, ναι, είπε ο Επαμεινώνδας, όμως δεν προχώρησε παραπέρα. Πολύ θα ήθελε να της εξηγήσει πως τώρα βρισκόταν στην αρχή ενός γλυκού ονείρου, με μια γυναίκα που τον ήθελε και τον αγαπούσε.
-Το ξέρεις ότι έχεις ένα ύφος σα δαρμένο σκυλί; Είπε η 'Αντζελα.
-Ε, δε νομίζω ότι είναι και τόσο άσχημη η κατάσταση μου, απλώς νοιώθω λίγο απαίσια, με ταλαιπωρεί λίγο ο πονοκέφαλος της είπε.
-Ακόμη περιμένω να μου πεις γιατί έχεις αυτό το λυπημένο ύφος, είπε η 'Αντζελα.
Ήταν βέβαιος πως αρκούσε ακόμη μια ερώτηση για να ξεκινήσουν μια ατελείωτη κουβέντα, η όποια μπορεί και να κρατούσε και ώρες. Προτίμησε να μην το ρισκάρει και δεν απάντησε.
Η 'Αντζελα. έπιασε τον εαυτό της ν’ ανασηκώνει τους ώμους της για να καμωθεί ότι δεν την πείραζε η σιωπή του. Όμως άνθρωπος ήταν και την ενοχλούσαν όταν κάθε τόσο ανακάλυπτε αναμνήσεις της εφηβικής του ηλικίας. Στριφογύρισε το ρολόι στον καρπό της και κοίταξε την ώρα.
-Αν είναι να με κάνεις να σ’ ερωτευτώ τρελά, τότε φρόντισε να μη φάμε την ώρα μας κλεισμένοι εδώ στην μικρή καμπίνα σου, ετοιμάσου να πάμε στο Ρότερνταμ.
Ο Επαμεινώνδας έμεινε σκεπτικός για λίγο, του ξέφυγε ένας αναστεναγμός ευχαρίστησης, και μόνο με την σκέψη της τον έκανε να χαμογελάσει.
–Σα να ‘χεις δίκιο, 'Αντζελα. ίσως είμαι και εγώ τρελά ερωτευμένος μαζί σου, έχω δαγκώσει την λαμαρίνα που λένε. Αργά και τρυφερά την τράβηξε κοντά του, το πρόσωπο του λουζόταν στο απογευματινό φως, ακτινοβολώντας μια λάμψη. Τα μάτια του αντίκρισαν τα δικά της. Την φίλησε στο στόμα σφαλίζοντας τα μάτια του, απαλά στην αρχή, κι ύστερα παθιασμένα ξεχνώντας τα πάντα.
Το κάθε τι από τα περασμένα έσβησε μέσα στην ομίχλη. Το παρελθόν είχε ξεχαστεί.
Ζωντανή απόδειξη πως η ζωή σπάνια είναι έτσι όπως μας τη λένε.
Η 'Αντζελα ήταν μια ψηλή και αρκετά όμορφη κοπέλα με ίσια καστανά μαλλιά. Τα ταξίδια ήταν το πάθος της. Κατέφθασε στο πλοίο με την άφιξη στον λιμένα και θα έμενε σε όλη την διάρκεια των επισκευών δυο εβδομάδες περίπου. Ο δεσμός τους είχε επισημοποιηθεί και λογάριαζαν σύντομα να παντρευτούν. Έγινε κλήρωση για τον κουμπάρο, μεταξύ εμού και της κολλητής της. Ο κλήρος πάντα πέφτει στα κορίτσια.
Απ’ όσο δύναμαι να γνωρίζω η 'Αντζελα εξακολουθούσε ν’ αποτελεί μυστήριο σε ότι αφορούσε την προηγούμενη προσωπική της ζωή. Στα είκοσι πέντε χρόνια της τώρα δεν είχε κάποιο σοβαρό ερωτικό δεσμό με κανέναν, η έτσι φαινόταν τουλάχιστον.
Ωστόσο σήμερα έδειχνε φρέσκια και ευτυχισμένη.
Την ιδία ώρα στο καπνιστήριο του πλοίου εξελίσσεται διάλογος μεταξύ του Πρώτου και του Τρίτου μηχανικού.
-Τι λες μωρέ, ανήκουστο, είπε ο πρώτος χαμογελώντας αχνά, προσπαθώντας να αστειευτεί. Ο Τρίτος μηχανικός ο Μανώλης ο κρητικός δικαιολογείτο ως συνήθως για τις συχνές άδειες απουσίας που ζητούσε. Τακτικό το φαινόμενο.
Παραπονιόταν δε για τα προβλήματα που είχε με την τελευταία σχέση του.
-Έχω τσακωθεί τόσες φορές μ’ αυτή την καρακάξα που ούτε παντρεμένοι να ήμασταν.
-Εσύ μια ζωή αφήνεις τις γυναίκες και σε κάνουν ότι θέλουν, του είπε ο Πρώτος μηχανικός.
-Μερικές απ’ αυτές σίγουρα με κάνουν ότι θέλουν απάντησε με νόημα ο νεαρός κρητικός.
-Ναι οι όμορφες, είπε ο Πρώτος. Δε σ’ έχω δει ποτέ να κάνεις χατίρια σε άσχημη.
-Πρώτε μου επιτρέπεις να σου πω κάτι; Δε νομίζω πως θ’ άντεχα να ζω παντρεμένος, δεν τις αντέχω τις εντάσεις.
-Τότε καημένε μου, ετοιμάσου για ένα δύσκολο ταξίδι του είπε ο Πρώτος.
-Μπα έκανε ο Μανώλης απορημένος. Και μόνο στη σκέψη του μονίμου δεσμού δεν ένοιωθε καλά. Είχε την αίσθηση πως η ζωή του θα γεμίσει ετερόκλητες ευθύνες, μπερδεμένες μεταξύ τους.
Τελειώνοντας οι επισκευές, ο Μανώλης αποχαιρετώντας την τελευταία κατάκτηση του,
δεν θα ξεχνούσε ποτέ την έκφραση της, εκείνη την χαμένη, απελπισμένη έκφραση που είναι εντελώς περιττή κάθε λέξη.
Της 'Αντζελας της προκαλούσε θλίψη το γεγονός πως ο χρόνος παραμονής στο Ρότερνταμ τέλειωσε, στενοχωρημένη αποχαιρετούσε τον καλό της και γύρισε στην Ελλάδα ευτυχισμένη.
Ο Επαμεινώνδας έμεινε μέχρι αργά στην κουπαστή του πλοίου, παρακολουθώντας τον ήλιο που έδιωχνε την αραιή ομίχλη, η όποια ως εκείνη τη στιγμή ήταν απλωμένη πάνω από τα νερά του καναλιού. Το επόμενο χρονικό διάστημα οι εξελίξεις απέδειξαν πως ο χρόνος γιατρεύει όλες τις πληγές.




 
Web Informer Button