Ads 468x68px

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Σκουριές Χαλκιδικής "Οι Κλιματικές Αλλαγές και η Μόλυνση"

Η κάθε αλήθεια περνάει τρία στάδια.
Πρώτα γελοιοποιείται.
Μετά πολεμάτε.
Και τελικά γίνεται αποδεκτή ως αυτονόητη
Shopenhouer

Πάει καιρός που οι άνθρωποι βρίσκονταν σε αρμονία με την φύση, ήξεραν τους ήχους της, τις ιδιοτροπίες της, την κατανοούσαν. Όσα τους ήταν δύσκολα να τα αντιληφθούν τα άφηναν για θεούς και δαίμονες, δεν ήξεραν από υψηλές θεωρίες, δεν διάβαζαν ψιλά γράμματα, δεν θελαν να εξηγήσουν τα ανεξήγητα και να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.
'Ηταν ένας κόσμος, αυτάρκης και δωρικός.  
Και τώρα, έτσι όπως άλλαξε το κλίμα στον πλανήτη πώς να ξεχωρίσεις εποχές και μήνες. Όλα τόσο άχρωμα, τον καιρό των κλιματολογικών αναστατώσεων.
Και ήρθε ο καιρός που χιλιάδες μιλούν ακατάπαυστα για το θέμα!
Τ' αυτιά όμως κλείνουν και οι καρδιές των ανθρώπων κλειδώνουν.
Και το περιβάλλον θα αφεθεί ξανά στους εργολάβους, τις χημικές βιομηχανίες και τους ειδικούς, που είναι πια έτοιμοι να φάνε ότι έχει απομείνει!
Τίποτα δεν πρόκειται ν' αλλάξει όσο βλέπουμε το περιβάλλον σαν αντικείμενο ανάπτυξης κι εκμετάλλευσης.
Αντί να το ονομάζουμε φύση και να νιώσουμε ότι είμαστε ένα με αυτήν και να τη λατρεύουμε κάθε μέρα και σε κάθε μας πράξη.
Τα όρια της ηθικής είναι κάτι που για τον καθένα είναι διαφορετικό.
Ο άνθρωπος είναι ζώο τώρα το αν είναι νοήμων και μάλιστα το μοναδικό, αυτό χρειάζεται έρευνα.
Η φύση είναι σοφή!
Η φύση δεν είναι κάτι έξω από τον άνθρωπο όσο και αν το θέλει να μένει εκτός παιχνιδιού άρα και ασφαλής.
Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να αφεθούμε στη φύση μας και να πάψουμε να ζούμε στα άκρα και στην υπερβολή.
Αλλά αν σταματήσουμε την υπερβολή πως θα κινείται η αγορά;
Τόσα χρόνια απλά σκάβουμε τον λάκκο μας.
Αν το χρήμα, που από τη φύση του είναι άγονο γεννάει καρπούς, τότε στερεύει τη γη, που από τη φύση της γεννάει!
Οι κλιματικές αλλαγές και η μόλυνση, χτυπάνε σοβαρά την πόρτα μας στην Ελλάδα και θα πρέπει να πάρουμε αποφάσεις! Οι φωτιές, το νερό που λιγοστεύει, η θερμοκρασία που ανεβαίνει, η μόλυνση σε ποτάμια, θάλασσα, αέρα και τρόφιμα είναι εδώ!
 Όσοι αντιστάθηκαν στην κατακρεούργηση της φύσης με επιτυχία στο διάβα των αιώνων, αντιμετωπίζουν τώρα καινούργιες απειλές, που έρχονται με «ειρηνικούς» σκοπούς και υπό τις σημαίες πολυεθνικών εταιρειών. Ο παγκόσμιος Άτλας περικυκλώνεται από εγκαταστάσεις εξόρυξης πετρελαίου και καταπατείται από βίο-πειρατές, που επιδιώκουν να πατεντάρουν το γενετικό θησαυρό της Φύσης. Τα ποτάμια βρωμίζουν και οι αμμουδιές μαυρίζουν από λύματα πετρελαίου και υπόλοιπα βιομηχανικά λύματα. Ο πλούτος της γης, δεν μπορεί να λεηλατηθεί από κανέναν, γιατί ανήκει σ' όλους και πάνω απ' όλα στην ίδια τη Φύση. Αυτή τη φορά, θα χρειασθεί, η αλληλεγγύη όλων των συνειδητοποιημένων ανθρώπων, μαζί μ' όλη τους την αγάπη για τη Φύση και τη ζωή.
Οι πολίτες του κόσμου να καλλιεργήσουν μια αρμονική σχέση με τη Φύση, η οποία να προκύπτει τελείως… φυσικά. Να ζουν και να αισθάνονται σαν φιλοξενούμενοι και ευσεβείς στην αγκαλιά της γης, και όχι κατακτητές.

Σημείωση:

(Πριν από μερικούς μήνες, σε ρεπορτάζ γαλλικού καναλιού που δεν ανήκει στον Μπόμπολα -και σε αντίθεση με το Mega έχει νόμιμη άδεια-, οι Γάλλοι δημοσιογράφοι δεν μασούσαν τα λόγια τους για το σκάνδαλο της «επένδυσης» της Eldorado Gold, και ο Χρήστος Πάχτας δεν ήξερε πού να κρυφτεί: «Πάχτα όλα».)



Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Όταν θυμάσαι ποιος είσαι και πως νιώθεις.....


Βρισκόμαστε στο 2001, στην έναρξη της νέας χιλιετίας, έχει μπει πια για τα καλά ο Σεπτέμβριος, η εποχή που ο κόσμος συνεχίζει αμέριμνος να ζει μέσα στην εφήμερη και ψεύτικη καταναλωτική ευημερία του.
Ένα λαμπερό απόγευμα με το άπλετο φως του φωτοδότη Ήλιου γνωστός και εκλεκτός συνάδελφος ναυτικός πάντρευε την κόρη του .
Το Μυστήριο τελέστηκε παρουσία συγγενών και φίλων με τους νεόνυμφους να λάμπουν από χαρά και να δίνουν όρκους αιώνιας πίστης και αγάπης ενώ οι προσκεκλημένοι τους ευχήθηκαν τα καλύτερα για μια ζωή ευτυχισμένη και με πολλούς απογόνους.
Πανευτυχείς και οι γονείς τους καμάρωναν εμφανώς συγκινημένοι.
Η εκκλησία που έλαβε χώρα ο γάμος είναι σε μία μοναδική και ειδυλλιακή τοποθεσία στα βορειοανατολικά της Αττικής δίπλα στο ποτάμι του Κηφισού με πανοραμική θέα τις παρυφές της καταπράσινης Πάρνηθας που βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής από τις τελευταίες κατοικίες. Η θέα στα τριγύρω είναι μοναδική.
Η γαμήλια δεξίωση δόθηκε σε γνωστό κτήμα, όπου οι δεκάδες προσκεκλημένοι των νεόνυμφων έτυχαν της άριστης φιλοξενίας μέχρι πρωίας.
Η τελετή, κατά κοινή ομολογία, ήταν κάτι παραπάνω από λαμπρή- εντυπωσιακή-.
Ανάμεσα στους παρευρισκόμενους, προσκεκλημένος παρευρέθηκε ο καπετάν Γιάννης συνοδευόμενος απ’ την σύζυγο του.
Συγκινημένος από την απρόσμενη συνάντηση πιάνει το χέρι του καπετάν Γιάννη δυνατά με τα δυο του χέρια, τον χαιρετά με θέρμη.
Απόψε βρίσκονται και πάλι μαζί σχεδόν δώδεκα χρόνια μετά από τότε, μιας εποχής πολύ σκληρής για να την αντέξουν κάποιοι και την αρχή μιας νέας για τον αγαπητό του πλοίαρχο.
Νυχτώνει. Στο κτήμα κάθισαν πλάι-πλάι στις καρέκλες και έγιναν για λίγες στιγμές ένα ξεχωριστό κομμάτι της χαρούμενης παρέας, που απολάμβανε με βουλιμία την καταναλωτική της συνήθεια των καιρών.
Η σκηνή της μνήμης άνοιξε με πρωταγωνιστές τους ίδιους και το υπόλοιπο πλήρωμα της εποχής εκείνης, που εδώ και χρόνια τώρα έχουν περάσει στη λήθη, η εικόνα καθάρισε και όλα φάνηκαν για λίγο σαν να ήταν ίδια με τότε.
Όμως δεν ήταν... "Ειν’ ο χρόνος ο τροχός που γυρνά η το χνάρι π' αφήνει πίσω;"
Η ζωή είναι οι εναλλαγές των εποχών. Η ζωή είναι το ασταμάτητο πέρασμα του χρόνου. Τίποτε δεν είναι ίδιο όπως πριν. Αφού η ζωή δεν είναι σταθερή δεν μπορεί και ο ίδιος ο άνθρωπος να είναι σταθερός. Δεν μπορεί ούτε οι σχέσεις των ανθρώπων να είναι σταθερές. Είναι αμφίδρομη, αυτή η αέναη αλλαγή της ζωής και του ανθρώπου που κυκλοφορεί μέσα σ’ αυτήν. Ο άνθρωπος αλλάζει επειδή αλλάζει η ζωή και η ζωή αλλάζει μαζί με τον άνθρωπο. Δεν σταματάει ποτέ ο άνθρωπος να επηρεάζεται από τους ανθρώπους η τις καταστάσεις που τον περιβάλλουν. Οι επηρεασμοί αυτοί τον βοηθούν συνέχεια να γίνεται και καλύτερος. Πάντα χρειάζεται να μαθαίνει πώς να αντεπεξέρχεται στις ολοένα διαφορετικές συνθήκες της ζωής. Η ζωή ποτέ δεν είναι σταθερή. Η ζωή είναι οι φωτοσκιάσεις της ημέρας και της νύχτας. Η ανεπαίσθητη αλλά σταθερή τροχιά του Ήλιου που φωτίζει αλλά και σκοτεινιάζει τα πάντα. Είμαστε καμωμένοι σαν όντα να κινούμαστε, να υπάρχουμε με αυτό τον τρόπο.
Ο καπετάν Γιάννης άνθρωπος πλημμυρισμένος από συναισθήματα που δεν δίσταζε στιγμή να κρύψει, δεν θεωρείτο τυχαία αξιαγάπητος πλοίαρχος στον ναυτικό κόσμο της ελληνικής ποντοπόρου εμπορικής ναυτιλίας. Αυτό δε το αποδείκνυε η αναγνώριση που έχαιρε, μέσα από τη ανιδιοτελή συνεργασία του με τα πληρώματα του. Κεντρικός του άξονας που τον καθοδηγούσε στις συνεργασίες του ήταν πως πρέπει να παλέψεις για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη αλλά και την εκτίμησή, και όταν το κάνεις θα έχεις όχι απλά έναν συνεργάτη αλλά, έναν φίλο. Αυτός ο δεσμός των ναυτικών είναι που τους κάνει να πιστεύουν ότι κάποια πράγματα δεν σβήνουν ποτέ, όπως η συντροφικότητα που εξελίσσεται σε αληθινή φιλία, φιλία που δεν έχει φραγμούς και μπορεί να κάνει ακόμη και θυσίες στις αντίξοες συνθήκες εργασίας και να τους θυμίζει ότι όπου υπάρχει θέληση, υπάρχει και τρόπος, όταν έχεις έναν σκοπό – την επιβίωση- αυτός είναι που σε καθοδηγεί τις δύσκολες ώρες, υπογραμμίζοντας συχνά την ασημαντότητα του ανθρώπου μπροστά στην απεραντοσύνη της φύσης.
Τα επόμενα λεπτά έπιασαν τους εαυτούς τους να κάνουν αναδρομές στο παρελθόν.
Είναι οι πρώτες ημέρες του Μαΐου 1988.
Το “Leader” ένα εμπορικό πλοίο που είχε ναυλωθεί από εταιρεία ιαπωνικών συμφερόντων, άφησε τα αλμυρά νερά του κόλπου Penobscot και συνεχίζει τον υδάτινο δρόμο του για την περιοχή των Μεγάλων Λιμνών και τελικό προορισμό τον λιμένα Hamilton στη Λίμνη Οντάριο.
Ο πάγος στις λίμνες έχει λιώσει απ’ τον Απρίλιο, έτσι ώστε φορτηγά πλοία μπορούν να κάνουν ταξίδια μέσα από τις λίμνες. Τα ταξίδια με φορτηγά πλοία στις μεγάλες λίμνες δεν είναι μια συνήθης εμπειρία. Είναι κάτι που τα πληρώματα των φορτηγών πλοίων θα θυμούνται για το υπόλοιπο της ζωής τους, ένα ταξίδι χιλιάδων ναυτικών μιλίων ιδιαίτερα συναρπαστικό. Ταξιδεύοντας τη μεγαλύτερη έκταση του γλυκού νερού στον κόσμο, στις δροσερές νύχτες με τη λαμπρότητα των αστεριών του βορά, νιώθεις την ειρήνη στη μοναξιά του τοπίου και βυθίζεσαι στην ομορφιά και το μυστήριο του φυσικού κόσμου.Είναι ένα μεγαλοπρεπές τοπίο που περιλαμβάνει εκατομμύρια εκτάρια ακτής και νησιών. Είναι δύσκολο να οριστεί μέσα σε λίγες λέξεις το προφίλ μιας από τις μεγαλύτερες γεωγραφικές περιοχές της Β. Αμερικής. Από το Cabot trail Nova Scotia μέχρι το Montreal και από το Montreal μέχρι το Chicago και το Lake Superior Canal at Duluth, κάθε περιοχή έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μοναδικής ομορφιάς δάση, πανέμορφες δαντελωτές παραλίες, λίμνες και ποτάμια συνθέτουν ένα εξαιρετικό φυσικό τοπίο γεμάτο εναλλαγές. Από τη μεγαλοσύνη και την ορμητικότητα του ST Laurence River ταξιδεύεις στους υδάτινους όγκους των μεγάλων λιμνών.
Το ταξίδι τους ξεκίνησε με αρκετά καλούς οιωνούς. Όποιος έχει δει τις μεγάλες λίμνες θα ξέρει γιατί. Η λίμνες τις ημέρες αυτές ήταν ήρεμες, μπροστά στα μάτια τους απλώνεται ένα υπέροχο θέαμα μέσα σε μια φανταστική πανδαισία χρωμάτων και σχημάτων, μπορούν να θαυμάσουν το μεγαλειώδες ξύπνημα της Φύσης από τη χειμερία της νάρκη. Δεν είναι μόνο το μεγαλύτερο σώμα του γλυκού νερού στον πλανήτη είναι, τα πιο όμορφα κρύα, καθαρά νερά. Υπάρχουν περιοχές που το μάτι αναζητεί μάταια για έναν ορίζοντα. Τα πρωινά, ομίχλη κυλά στην ενδοχώρα, αργότερα που ο ήλιος ανεβαίνει ψηλά, φωτεινός χρυσός απλώνεται στην υγρή επιφάνεια, χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Τα απογεύματα, οι άνεμοι που φυσούν από τη θάλασσα σηκώνουν λευκά προβατάκια από κύματα σε τουρκουάζ νερά και γλάροι χοροπηδούν στις μεγάλες παραλίες. Οι βραδιές φέρνουν ηρεμία, δροσιά και γαλήνη, ο ουρανός γεμίζει, τ’ αστέρια είναι αμέτρητα, αιωρούνται, μια φωτεινή αναπνοή απλώνεται στο διάστημα. Αυτή την εικόνα έχουν μπροστά τους. Ζωντανή. Επαναλαμβανόμενη. Την αναπολούν και ταξιδεύουν μακριά.
Η λίμνη Οντάριο βρίσκεται στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών μεταξύ των ΗΠΑ και του Καναδά. Σε αυτήν την περιοχή βρίσκονται και άλλες μεγάλες λίμνες (Σουπήριορ, Χιουρόν, Μίσιγκαν, Ήρι) και μαζί, περιέχουν το 50% του γλυκού νερού του πλανήτη μας. Οι λίμνες αυτές συγκέντρωσαν γύρω τους μεγάλο πληθυσμό από την πρώτη στιγμή που οι Ευρωπαίοι έφτασαν στην Αμερική. Στην αρχή το περιβάλλον ήταν άγριο αλλά με τον καιρό τα ανθρώπινα έργα περιόρισαν τα μεγάλα δάση και οι κάποτε άδειες πεδιάδες γέμισαν από αγροκτήματα και πόλεις.
Η πόλις του Χάμιλτον βρίσκεται εγκολπισμένη στη νοτιοδυτική γωνία της λίμνης Οντάριο, στο άκρο της χερσονήσου Niagara και αναδιπλώνεται γύρω από το δυτικότερο τμήμα της. Η περιοχή έχει σημαντική οικονομική δραστηριότητα είναι το πιο ανεπτυγμένο βιομηχανικά τμήμα της χώρας. Με εξήντα τοις εκατό του χάλυβα του Καναδά να παράγεται στο Χάμιλτον, η πόλη έχει γίνει γνωστή ως η πρωτεύουσα χάλυβα του Καναδά.
Ξεκίνησε η φόρτωση χάλυβος στο πλοίο με τη μορφή των σπειρών (coils), και με προορισμό εκφόρτωσης τον λιμένα Μatsuyama της Ιαπωνίας.
Μεγάλες ποσότητες χάλυβα μεταφέρονται δια θαλάσσης. Μέρος αυτής της ποσότητας αποστέλλονται με τη μορφή των σπειρών (coils). Σε πολλές περιπτώσεις, αυτές οι σπείρες χάλυβα είναι εξαιρετικά μεγάλες, που ζυγίζουν μέχρι 20 τόνους. Η φόρτωση και στοιβασία των σπειρών (coils) αυτού του μεγέθους παρουσιάζουν μια σειρά από δυσκολίες. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι μεγάλη προσοχή ασκείται προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δομές στις οροφές των δεξαμενών των πλοίων δεν είναι υπερφορτωμένες, και ότι η στοιβασία είναι επαρκώς ασφαλής για το ταξίδι.
Η διαδρομή του πλοίου προς της έξοδο από τις λίμνες στον Ατλαντικό ωκεανό μέσω του ποταμού ST Laurence ήταν εντυπωσιακή με εναλλαγές σε όλο το σκηνικό που θύμιζαν ζωγραφικό τοπίο. Ενώ το πλοίο πλησίαζε στο Cabot Trail και άφηνε πίσω του τον μεγάλο ποταμό οι χρωματισμοί του τοπίου άλλαζαν κάθε τόσο καθώς τα σύννεφα προσπαθούσαν να κρύψουν τον Ήλιο που κατά διαστήματα έριχνε μερικές ακτίνες φωτός στα παγωμένα νερά. Η φύση έχει προικίσει απλόχερα αυτή τη γωνιά της Γης δημιουργώντας μια δαντέλα από πράσινες ακτές που ανακατεύονται και κονταροχτυπιούνται με το θαλάσσιο στοιχείο, θαρρείς σ' έναν αέναο αγώνα κυριαρχίας. Και ο αέρας όμως δεν περνά απαρατήρητος, καθώς παίζει κι αυτός τα δικά του παιχνίδια συμμετέχοντας με τον τρόπο του και το ασταμάτητο βουητό του στο όλο σκηνικό επεμβαίνοντας στην παλέτα της φύσης.
Ο ουρανός ήταν καθαρός -γαλάζιος κι' ηλιόλουστος- το ανοιξιάτικο μεσημέρι, το πλοίο, έπλεε άνετα, ολοταχώς στα ανοιχτά του Cabot Strait, και εισέρχεται στον «ωκεανό»* με προορισμό ενδιάμεσο τον πιο γνωστό πορθμό της Γης, αυτός του Γιβραλτάρ που χωρίζει Ευρώπη και Αφρική και ενώνει τη Μεσόγειο με τον Ατλαντικό ωκεανό. Οι επόμενες ημέρες του ταξιδιού κύλησαν ήρεμα ο καιρός ήσυχος η θάλασσα λάδι.
*«O Χριστόφορος Κολόμβος, υπήρξε ο πρώτος θαλασσοπόρος που έδωσε την πραγματική σημασία στη λέξη "Ωκεανός". Πριν από αυτόν, οι ναυτικοί αναγκάζονταν να ταξιδεύουν για μήνες κατά μήκος των ακτών από φόβο να ξανοιχτούν στην ανοικτή θάλασσα.»
Έτσι κυλούσαν οι μέρες, έχουν διανύσει μια εβδομάδα γαλήνης και μοναξιάς, ταξιδεύοντας μες στην υγρή άνοιξη του ωκεανού, το πλοίο προσεγγίζοντας το Γιβραλτάρ βρέθηκε μπρος στο κατώφλι της μεσογείου θαλάσσης, έτοιμο να πλεύσει μέσα στη φιλόξενη αγκαλιά της, στην άπλετη δροσιά της.
Εξαίσια μέρα στη Μεσόγειο ξημέρωσε. Ο Ήλιος την διατρέχει και στεγνώνει τις σταγόνες της δροσιάς. Ούριος άνεμος, ξαστερωτής φυσούσε, Ζέφυρος απαλός, καλοδεχούμενος, ευφορία σκορπούσε κ’ αγαλλιάζαν οι τόποι, δρόσιζε και η θάλασσα μεταξωτό ρυτιδωμένο από τα χάδια και φιλιά του.
Πέντε μέρες αργότερα και πριν πέσει απαλά το σούρουπο το πλοίο διασχίζει την διώρυγα του Σουέζ. Οι Αιγύπτιοι πραματευτάδες που διαλαλούνε την πραμάτεια τους στα πλοία αποτελεί αναπόσπαστη παρουσία, είναι μια διαχρονικότητα στο κανάλι του Σουέζ. Κατέφθαναν στα πλοία με μικρές βάρκες γεμάτες από πολύχρωμα είδη, προσεγγίζοντας όποιον ενδιαφέρεται να αγοράσει. Οι αλουέδες των πλοίων μετατρέπονταν σε πολύβουο παζάρι. Η γραφική παρουσία τους και το πηγαίο τους χιούμορ, έχει μείνει χαραγμένο στη θύμηση σε πολλές γενιές ναυτικών που διασχίζουν το κανάλι. Τα πληρώματα των πλοίων καθώς αποτελούσαν την πελατεία τους, διηγούνται ανέκδοτες ιστορίες που περνούν από στόμα σε στόμα και φανερώνουν την αυθεντική ανατολίτικη παρουσία του παζαριού με πραματευτές που διαφήμιζαν τα προϊόντα τους, αλλά και την εύστοχη ετοιμολογία τους.
«Εδώ καπετάνιο παντελόνι κοντό μανίκι, όμορφο, καλό.»
Μηχανικός παζαρεύει μια βαλίτσα δερμάτινη. Με τα πολλά παζάρια την αγόρασε στα τελειώματα του παζαριού –στην έξοδο του πλοίου-. Αφού την περιεργάστηκε καλύτερα στην καμπίνα του ανακαλύπτει ότι η βαλίτσα είναι μια πολύ φθηνή απομίμηση.
Τρέχει να προλάβει τον πραματευτή, ο όποιος ήδη έχει μαζέψει την πραμάτεια του και έχει αποβιβαστεί στην λέμβο του. Κρεμασμένος στην κουπαστή έξαλλος φωνάζει στον Αιγύπτιο. «Ρε χαραμία (κλέπτη) η βαλίτσα είναι ψεύτικη, από χαρτί είναι».
«Μάστορα μην φωνάζεις», του άπαντα ο αιγύπτιος ατάραχος. «Από χαρτί άλλα τι χαρτί, ακριβό χαρτί» (εκατό δολάρια), και αναχωρεί γεμάτος ικανοποίηση λάμνοντας την βάρκα.
Ταξιδεύουν δυο εβδομάδες. Βγαίνοντας από το μεγάλο κανάλι και αφήνοντας πίσω το Σουέζ εισέρχονται στην ερυθρά θάλασσα.
«Η Ερυθρά Θάλασσα είναι η μακρόστενη υδάτινη μάζα που χωρίζει τη βορειοανατολική Αφρική από την Αραβική Χερσόνησο. Περιλαμβάνει τους δύο βραχίονες που είναι γνωστοί ως Κόλπος του Σουέζ και Κόλπος της Άκαμπα. Αποτελεί τμήμα του μεγάλου γεωλογικού ρήγματος που είναι γνωστό ως η Ρηξιγενής Κοιλάδα. Λόγω του γρήγορου ρυθμού εξάτμισης που επικρατεί, τα νερά αυτής της θάλασσας είναι πολύ αλμυρά. Οι ισχυροί άνεμοι, οι απότομες μεταβολές στη διεύθυνσή τους και η ύπαρξη μεγάλων υφάλων καθιστούν επικίνδυνη την πλεύση στην Ερυθρά Θάλασσα.»
Πλησιάζοντας το στενό του Bab-el-Mandeb, αξημέρωτα, δυο μέρες αργότερα, το πλήρωμα ξύπνησε από τις αγκάλες του Μορφέα με βροντές και μπουμπουνητά. Χαλασμός. Ανοίξανε ξαφνικά οι ασκοί του Αίολου, μία σκοτεινή ανταριασμένη μέρα με νοτιά πρόβαλε στον ορίζοντα. Το πλοίο συνάντησε σφοδρή θύελλα με ανέμους που έπνεαν με ταχύτητα τουλάχιστον 120 χιλιομέτρων την ώρα με αποτέλεσμα να ταξιδεύει όρτσα στον καιρό με χαμηλή ταχύτητα.
Το Bab-el-Mandeb, «Πύλη των Δακρύων» στα αραβικά, είναι ένα στενό που βρίσκεται μεταξύ της Υεμένης στην Αραβική Χερσόνησο και Τζιμπουτί, βόρεια της Σομαλίας στο Κέρας της Αφρικής, και συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα προς τον Κόλπο του Άντεν. Το στενό αντλεί το όνομά του από τους κινδύνους για τη ναυσιπλοΐα, ή, σύμφωνα με μια αραβική παράδοση, από τους αριθμούς που πνίγηκαν από το σεισμό που χώρισε την Ασία και την Αφρική. Η Περιοχή πλήττεται από αλλεπάλληλα κύματα θυελλωδών ανέμων από το Μάιο ως το Σεπτέμβριο, τους μουσώνες, (περιοδικοί άνεμοι, που δημιουργούνται μεταξύ του Ινδικού ωκεανού και των ηπείρων).
Το πλοίο για τρίτη μέρα συνέχιζε το ταξίδι του κάτω από δύσκολες καιρικές συνθήκες, εισερχόμενο στον κόλπο του Άντεν οι κλυδωνισμοί του έγιναν πιο έντονοι λόγω της συνεχιζόμενης κακοκαιρίας και του έντονου κυματισμού.
Τα μετεωρολογικά δελτία που λαμβάνουν προβλέπουν πως η κακοκαιρία θα συνεχιστεί για το επόμενο διάστημα με τους παρατεταμένους μουσώνες.
Την τέταρτη ημέρα της κακοκαιρίας διαπλέουν το αφρικάνικο κέρας (horn of Africa) και την νήσο Σοκότρα (Socotra Island) και βρίσκονταν πλέον στον ινδικό ωκεανό. Τα γιγαντιαία κύματα του ωκεανού ανάγκαζαν το πλοίο να σκαμπανεβάζει και να «μποτζάρει» επικίνδυνα από την μια πλευρά στην άλλη με δυσάρεστα αποτελέσματα για το πλήρωμα και το φορτίο. Λόγω του φορτίου που κουβαλούσε και της δεξίνεμης πλεύσης, το μποτζάρισμα γίνονταν ιδιαίτερα έντονο και το πλοίο έρμαιο της μανιασμένης φύσης, βρέθηκαν αντιμέτωποι με θυελλώδη άνεμους που απειλούσαν να διαλύσουν το πλοίο σαν καρυδότσουφλο. Όλη αυτή η κατάσταση προφανώς προκαλούσε πολύ σοβαρή ανησυχία τόσο στον καπετάν Γιάννη όσο και στο υπόλοιπο πλήρωμα.
Ο καπετάν Γιάννης μετά από μια διεξοδική ανάλυση της κατάστασης του ζήτησε (Α’ μηχανικού) την άμεση κινητοποίηση του πληρώματος μηχανής, να τεθεί σε εγρήγορση- το ίδιο ζήτησε και από το υπόλοιπο πλήρωμα.
Το πλοίο θ’ έκανε αναστροφή και αλλαγή πλεύσης.
Την ώρα της αναστροφής το σκάφος κλυδωνίστηκε ακραία, πλαγιοδρομούσε με τα φτερά της γέφυρας να ακουμπούν στη θάλασσα πότε σταβέντο πότε σοφράνο, το πλοίο δεν υπάκουε δεν ισορροπούσε. Η συμπεριφορά του πλοίου σκορπίζει στο χώρο μία εφιαλτική ατμόσφαιρα φόβου και αμφιβολίας, και το πλήρωμα νοιώθει τη σκοτεινή αγωνία μιας επερχόμενης καταστροφής. Κρύος ιδρώτας έλουσε το μέτωπο του πλοίαρχου, οι καρδιές όλων χτυπούσαν δυνατά μέχρι το πλοίο να αποκτήσει δευτερόπρυμνη πλεύση και κάποια στιγμή να ισορροπήσει στην άγρια θάλασσα. Στιγμές που σ’ όλους φάνηκαν αιώνας ατέλειωτος. Σιγά σιγά άρχισε να φεύγει από το κεφάλι τους ἡ ζαλάδα και να αισθάνονται ανακούφιση να γεμίζει τις σκέψεις τους, συγχρόνως τα πόδια τους απόκτησαν σχετική στερεότητα επάνω στη λαμαρίνα.
Ήταν μια στιγμιαία περίοδος της ζωής του καπετάν Γιάννη που τον σημάδεψε ανεξίτηλα και που άφησε πάνω του σφραγίδα. Όσοι έχουν βιώσει τις δύσκολες αυτές καταστάσεις ξέρουν. Αγαπούσε τη θάλασσα, μαχόταν και μοχθούσε καθημερινά με το σκληρό επάγγελμα του αλλά ταυτόχρονα τη φοβήθηκε, η σκέψη να εγκαταλείψει τη θάλασσα είχε από παλιά αρχίσει να του βασανίζει το μυαλό. Οι έγνοιες ενός καπετάνιου ήταν φορτίο λίγο πιο βαρύ από όσα μπορούσε να μεταφέρει άνετα το καράβι του. Όλες οι παλιές επιφυλάξεις που είχε περνούσαν από δίπλα του και η επιθυμία να αποκαλύψει την ιδέα του τον είχε πλημμυρίσει.
Κουβαλούσε στους ώμους του την τέταρτη δεκαετία της ζωής του, τώρα πια, δεν ένιωθε ούτε πολύ νέος ούτε πολύ γέρος-μάλλον σαν να αιωρείται ανάμεσα στα δυο. Από πολλές απόψεις δεν ήταν πια σίγουρος για το πώς έβλεπε τον εαυτό του. Μερικές φορές τού φαινόταν πως η ζωή εξαφανιζόταν αργά πίσω του, πως έσβηνε σαν τα χνάρια στη βροχή, άλλοτε του φαινόταν σαν να ήταν από πάντα ο ήρεμος άνθρωπος που ζούσε μια συνηθισμένη ζωή σε ένα μικρό σπίτι στην άκρη της μεγάλης πόλις.
Τελευταία όλα έφερναν στο νου του, θύμησες που πίστευε πως είχε πνίξει, όμως οι παλιές εμμονές του είχαν ξαναγυρίσει.
Το πλοίο άντεξε τα κύματα και τη μεγάλη κακοκαιρία, χωρίς αβαρία έφτασε στα ήρεμα θαλάσσια νερά του Malacca Strait.
Ήταν οι μέρες ήσυχες, και καθώς νυχτώνει, το μπλε της επιφάνειας της θάλασσας σκουραίνει όλο και περισσότερο. Σε κείνες τις νύχτες που το νερό ήταν ήρεμο σαν λάδι, κάτι τέτοιες νύχτες με γεμάτο το φεγγάρι, είχανε και το πλήρωμα την ευκαιρία να ρεμβάσουνε, να αναπολήσουν και να νοσταλγήσουν. Άνθρωποι μοναχικοί, αυθεντικοί, άλλοτε σίγουροι για τον εαυτό τους και άλλοτε βυθισμένοι στην πλάνη τους, ο καθένας από αυτούς κρύβει και τα δικά του μυστικά, τα οποία δεν αποκαλύπτει παρά μόνο όταν πλέον η σιωπή δεν ωφελεί.
Με τον καπετάν Γιάννη είχαν παράλληλες απόψεις και αντιλήψεις, πολύ συχνά έρχονταν σε σύγκρουση με τις αντιλήψεις του περίγυρου τους. Δεν δίσταζαν να τις εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους, στηλιτεύοντας κυρίως την ροπή από μια ικανή μερίδα ναυτικών στον άκρατο καταναλωτισμό της εποχής μας. Με καταγωγή από την λακωνική γη, κουβαλούσαν μέσα τους τη σπαρτιατική λιτότητα του μέτρου. Συχνά προκαλούσαν ζωηρές συζητήσεις γύρω από το θεμα αυτό.
Το πλοίο συνεχίζει το ταξίδι του με πλώρη για την ιαπωνική θάλασσα, μια εβδομάδα πλεύσης τους χωρίζει από τον προορισμό.
Ατενίζει την θέα στον ορίζοντα της Ινδονησίας από το μικρό φινιστρίνι του γραφείου του, οι υδρατμοί της τροπικής θάλασσας και του νοτισμένου χορταριού απ’ τη βροχή που είχε πέσει αποβραδίς τυλίγουν το τοπίο και εντείνουν τη μυστηριακή ατμόσφαιρα στην ενατένιση του αχανούς τοπίου. Έκλεισε τα μάτια και ένιωσε σχεδόν το τρεμόπαιγμα του φωτός στα βλέφαρά του, μοιάζει να έχει συνειδητοποιήσει ότι τη στιγμή αυτή βιώνει μια βαθιά αίσθηση ψυχικής ανεπάρκειας, στην ουσία δεν είναι παρά ένας θεατής στα τεκταινόμενα.
Οι παλιοί λέγανε ότι ο άνθρωπος χρειάζεται να εργάζεται στο φως της ημέρας και να κοιμάται στο σκοτάδι της νύχτας. Στην εκπληκτική ταινία του Κουροσάβα « Τα Όνειρα», υπάρχει ο εξής διάλογος ανάμεσα σ’ έναν πολιτισμένο και έναν απολίτιστο Κινέζο. « Είναι βράδυ. Ένας γέροντας κάθεται ήρεμος στην άκρη ενός ποταμού μες το σκοτάδι και κοιτάει τον ουρανό. Τον πλησιάζει κάποιος και του λέει: Γιατί γέροντα δεν ανάβεις ένα φως να βλέπεις καλύτερα; Τότε πως θα βλέπω το φως των άστρων του απαντάει εκείνος ήρεμα.»
Το ερώτημα ;
Ποιος από τους δύο βρίσκεται στο σκοτάδι της γνώσης ;.
"Ποιος ζωντανός, προικισμένος μ' αισθήσεις, δεν ποθεί, πάνω απ' όλα του χώρου τα θαύματα ολόγυρα, το ευφρόσυνο φως,  με κάθε ιριδισμό, κάθε αχτίδα, κάθε του κύμα· την εύκρατη μορφή του παντού, καθώς μέρα που βγαίνει απ' τον ύπνο." -Νοβάλις-
Τριάντα πέντε ημέρες πέρασαν στη θάλασσα. Το πλοίο, έφτασε στον προορισμό του.
Ένας ακόμη θαλάσσιος πλούς ολοκληρώθηκε.
Μέχρι να ξεκινήσει ο επόμενος.
Το πλοίο ειρηνικά ξεκίνησε την εκφόρτωση στην προβλήτα του λιμένα.
Νωρίς πρωινές ώρες, δυο σφοδρές καταιγίδες συναντήθηκαν έξω νοτιοδυτικά από τις Ιαπωνικές ακτές και πάνω από το Tanega-shima Island, Kagoshima (Japan), και δημιούργησαν έναν ιδιαιτέρως ισχυρό κυκλώνα, ο οποίος θεωρείτο ένας από τους χειρότερους κυκλώνες που πέρασαν από τις Ιαπωνικές νήσους.
Η νότια Ιαπωνία τέθηκε σε κατάσταση συναγερμού!  Οι άνεμοι πνέουν με ταχύτητα εκατόν εξήντα χιλιόμετρα την ώρα, την στιγμή που ο τυφώνας βρίσκεται εξακόσια πενήντα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του λιμένα.
Οι αρχές έχουν κηρύξει τις περιοχές αυτές σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, λόγω της επερχόμενης καταιγίδας και των θυελλωδών ανέμων. Σταμάτησαν όλες οι εργασίες εκφόρτωσης και φόρτωσης στον λιμένα. Σύμφωνα με τις προβλέψεις τα λιμάνια θα παραμείνουν κλειστά για τουλάχιστον δώδεκα ώρες, καθώς δεν αναμένεται βελτίωση των καιρικών συνθηκών στην εσωτερική θάλασσα που περικλείεται από τα νησιά Χονσού, Κιούσου, Σικόκου. Το πλοίο είχε ολοκληρώσει το τελευταίο σκέλος του ταξιδιού του, είναι έτοιμο προς αναχώρηση για τον επόμενο ναύλο του, προορισμός λιμένες της Αυστραλίας. Δεν υπήρχε, καμιά ένδειξη ότι η καταιγίδα που θα συναντούσε, θα ήταν χειρότερη από τις καταιγίδες που έτσι κι αλλιώς αντιμετώπιζε συχνά κατά τα ταξίδια του. Ταυτόχρονα τα νεώτερα δελτία αναφέρουν ένα τρίτο μέτωπο τροπικής καταιγίδας να αναπτύσσεται βορειοανατολικά της θάλασσας των Φιλιππίνων. Ο πλοίαρχος σε επαφή με το ναυτιλιακό γραφείο του Πειραιά ζητά την παροχή επικουρικής βοήθειας στα τεκταινόμενα, για να πράξει τ' ανάλογα.
Το γραφείο του απαντά. «Ο θεός μαζί σας καπετάνιο. Καλό σας ταξίδι.»!
Η Πυθία έδινε λιγότερο δυσνόητους χρησμούς.
Τον κάλεσε στη γέφυρα, ζήτησε τη συμβουλή του.
-Κάπτεν εκεί έξω βρίσκεται και η Σκύλα και η Χάρυβδις του απάντησε, θα είναι σωστή τρέλα να συγκρουστούμε μαζί τους.
Ο καπετάνιος αποφάσισε να αγκυροβολήσουν στην εσωτερική θάλασσα. Το πλοίο πόντισε και τις δυο άγκυρες του. Πρωινές ώρες την επομένη μέρα οι ριπές των ανέμων κυμαίνονταν στα εκατό σαράντα χιλιόμετρα την ώρα. Το πλοίο έθεσε την κυρία μηχανή του σε ισχύ λειτουργίας, τις επόμενες ώρες οι άνεμοι είχαν αυξηθεί φθάνοντας τα διακόσια χιλιόμετρα την ώρα, και το πλοίο αύξησε την ισχύ της μηχανής. Για περισσότερο απο τέσσερεις ώρες το πλοίο αντιστέκεται ενάντια στους θυελλώδεις ανέμους,. Η θύελλα συνέχισε να αναπτύσσεται πιο έντονα. Καθώς οι άνεμοι αυξήθηκαν πάνω από τα διακόσια χιλιόμετρα την ώρα, το πλοίο αντιστάθηκε παραδέρνοντας κοντά στην δυτική ακτή της εσωτερικής θάλασσας.
Μετά την καταιγίδα, λειτούργησε ο νόμος της φύσης.
Στο πέρασμά της άφησε ανεμοδαρμένους τόπους κι’ ένα λαμπερό ουράνιο τόξο.
Μετά την καταιγίδα πάντα βγαίνει ουράνιο τόξο.
Υπήρξε ζωντανή κάλυψη των γεγονότων. Οι θυελλώδεις άνεμοι που «σάρωσαν» την περιοχή έβγαλαν πλοία στη στεριά, βύθισαν ψαράδικα σκάφη, αποκόλλησαν στέγες ναών, έβγαλαν βάρκες στις προβλήτες των μικρών λιμένων, ξερίζωσαν δάση ολόκληρα και βύθισαν καλλιέργειες στα λασπόνερα.
Το πλοίο απόλεσε τρεις ήμερες ναύλου, αυτή ήταν η μέγιστη αβαρία που υπέστη απ' την καταιγίδα.!
Αυτή η φόρτιση που δέχτηκε ο πλοίαρχος ενάντια στην καταπίεση των προτεραιοτήτων που έπρεπε να ακολουθήσει, ανέδειξε τον υπαρξιακό προβληματισμό του και τον αντιηρωικό χαρακτήρα του. Η ζωή, και η πορεία του κάθε ανθρώπου, συμπορεύεται με τον χρόνο μέχρι τη θέαση της αλήθειας μέσα του. Λίγους μήνες αργότερα, ο πλοίαρχος εγκατέλειψε τη θάλασσα με σκοπό ν' αφοσιωθεί ολοκληρωτικά σε μια ταπεινή δουλειά γραφείου.
Για τον ίδιο δεν είχε έρθει αυτή η ώρα, ο ορίζοντας της θάλασσας παρέμενε πάντα ανοικτός μπροστά του...

Απόψε βρίσκονται και πάλι μαζί σχεδόν δώδεκα χρόνια μετά από τότε, μιας εποχής πολύ σκληρής.
Συλλογιούνται τους ναυτικούς... Εκείνους που αυτή την ώρα ταξιδεύουν στους μεγάλους θαλάσσιους δρόμους.
Συλλογιούνται τους ναυτικούς…. Εκείνους που τις μεγάλες μονότονες ώρες του πλου στα μακρινά ταξίδια, καθισμένοι στις κουκέτες τους , νύχτες σε θάλασσες φουρτουνιασμένες, θυμούνται με νοσταλγία πρόσωπα αγαπημένα και βγάζουν από τα βάθη της ψυχής τους τη λαχτάρα του επαναπατρισμού. Το δικό τους ταξίδι, του γυρισμού στην .... Ιθάκη τους...δε θα μοιάζει με κανένα άλλο.

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους

Το έθνος να λυπάστε…
Να λυπάσαι το έθνος με το πλήθος τα δόγματα και την κούφια θρησκεία.
Να λυπάσαι το έθνος οπού ρούχα φορεί που δεν ύφανε το ίδιο
ψωμοτρώει από στάρι που εκείνο δε θέρισε
το κρασί του δεν γίνηκε απ’ τις δικές του πατούσες.

Να λυπάσαι το έθνος που δοξάζει μ’ εγκώμια
τον τραμπούκο σαν ήρωα
και τον κατακτητή του με την κίβδηλη λάμψη
θεωρεί ευεργέτη.

Να λυπάσαι το έθνος που αψηφά τους κινδύνους
μοναχά στα ονείρατα
μα και πάλι κιοτεύει το πρωί σαν ξυπνήσει.

Να λυπάσαι το έθνος που υψώνει φωνή
σε κηδείες μονάχα
και φουσκώνει σα διάνος σε ερείπια αρχαία.
Και που δεν ξεσηκώνεται παρά μόνο ανίσως
ο λαιμός του βρεθεί ανάμεσα σε σπαθί και κουτσούρι.

Να λυπάσαι το έθνος που έχει πολιτικό την αλεπού
τον σαλτιμπάγκο για φιλόσοφό του
και που η τέχνη του είναι τέχνη
πιθηκισμού και μπαλωμάτων.

Να λυπάσαι το έθνος που δέχεται
κάθε νέο αφέντη με σάλπιγγες
και τον διώχνει πνιγμένο στα «γιούχα»
για να φέρει μετά τον επόμενο με σαλπίσματα πάλι.

Να λυπάσαι το έθνος που οι σοφοί του από χρόνια βουβάθηκαν
κι οι σπουδαίοι του άντρες είν’ ακόμα στην κούνια.

Να λυπάσαι το έθνος που έχει γίνει κομμάτια
και που κάθε κομμάτι του παριστάνει το έθνος.


" Χαλίλ Γκιμπράν [1883-1931]

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Σήμερα ζούμε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού

"Να ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα, και τίμια, όπως σε δίδαξα. Να θυμάσαι ότι έρχουνται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Και είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού."
-Λιαντίνης προς τη κόρη του Διοτίμα-
.................
Σήμερα το 2012 που οι ημέρες της δανειακής ευημερίας πέρασαν ανεπιστρεπτί με τα σκληρά οικονομικά μέτρα, νοιώθει πως τον έχουν βιάσει ψυχικά. Και βλέποντας πως οι θύτες αυτής της πράξης όχι μόνο κυκλοφορούν αθώοι ανάμεσα μας, αλλά να αποκαλούνται κήρυκες της εξυγίανσης του τόπου, ε αυτό πια αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. Αφού κατ’ αρχάς εγκλημάτησαν ενάντια στη μεσαία τάξη, στη συνέχεια ασέλγησαν στο σύνολο του ελληνικού λαού.
Ήταν όλο και πιο βέβαιος πως όλοι όσοι κυβέρνησαν αυτό τον τόπο δημιούργησαν γενιές χαμένες, έδωσαν ότι είχαν να δώσουν, το οποίο ήταν τίποτα.
Ανεπαρκείς κυβερνώντες δίνουν μια μάχη χαμένη εκ των προτέρων και δια παντός.
Αυτός ο λαός αναζητά τη μόνη εναλλακτική για να ξαναβρεί κάπως την ταυτότητά του και την περηφάνια του. Η δικαιοσύνη πάντα επίκαιρη αποτελεί ηθικό αίτημα και λαϊκή επιταγή.
Είναι φανερό ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο μέσα μας και γύρω μας ολοκληρωτικά. Μπορούμε όμως και είναι χρέος μας να βοηθήσουμε αυτές οι ακραίες καταστάσεις να λιγοστέψουν, να στρογγυλέψουν με κάθε τρόπο.
Κι’ αυτό μπορεί να γίνει μειώνοντας τις απαιτήσεις μας από και προς τους άλλους.
Η απαίτηση είναι το δεκανίκι που ζητάμε να γίνει ο άλλος στην αναπηρία μας.
Για να παραμένουμε για πάντα ανάπηροι.
...............
"Το επόμενο διάστημα θα είναι πολύ άγριο.
Όταν ανακοινωθούν τα μέτρα..που έγιναν χιλιόμετρα....
Η κόλαση του Κόσμου μας θα είναι χειρότερη από την Κόλαση του Δάντη, γιατί του Δάντη είναι φανταστική, ενώ η δική μας είναι πραγματική. Ο λαός νοιώθει μουδιασμένος, απογοητευμένος, ανασφαλής και τηρεί στάση αναμονής. Ο τρόμος δεν είναι παρά η απώλεια κάθε ελπίδας για την εξεύρεση μιας λύσης στο πρόβλημα της κοινωνικής συνύπαρξης των ανθρώπων, στο αφόρητο πρόβλημα του εδώ και μαζί. Οι σκέψεις μας, οι ελπίδες μας, οι επιθυμίες μας είναι δική μας υπόθεση τελικά. Αν καταφέρουμε να μην τρομοκρατηθούμε, ίσως έχουμε κάποιες ελπίδες να ζήσουμε την ζωή μας -όσο μας αφήσουν- σαν δική μας ζωή."
......................
"Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις."
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ “Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ” ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ (ΧΙV)

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Εικόνες και δρόμοι στη ζωή των ναυτικών

Του Αριστείδη Χρ. Πετρόπουλου, τον «Σκαρμιτσιώτη»
τον παραμυθά της θάλασσας. Που μας μπερδεύει ποιά αλήθεια και γεγονότα ... ποιά φαντασία στα γραφτά του.
http://www.hellenicnavy.gr/hosted/EUE/arthra/feb07/14.pdf

Η ιστορία είναι γνωστή, επαναλαμβάνεται χιλιάδες χρόνια. Οι άνθρωποι ταξιδεύουν, έρχονται και φεύγουν, ανώνυμοι, φιγούρες ταπεινές σ' ένα ταξίδι μέσα στο χώρο, μέσα στο χρόνο, μέσα στη δίνη των καιρών και των περιπλανήσεων της ταξιδιάρικης ζωής.
Η πορεία είναι γνωστή, είναι μια γραμμή στο χάρτη, λίγο τονισμένη γραμμή με μολύβι, περνάει από πλεύσιμα μέρη, βαθιές θάλασσες, σύντομους δρόμους, γαλάζιους βουβούς ωκεανούς και καταλήγει στο λιμάνι του προορισμού. Είναι η συντομότερη γραμμή, ο συντομότερος δρόμος απ' το ένα μέρος στο άλλο.
Ένας μεγάλος γαλάζιος δρόμος που ανάλογα γίνεται μουντός, συννεφιασμένος, ψυχρός, αγριεμένος. Δρόμος των περιπλανήσεων, των στεναγμών, της λησμονιάς και της πίκρας.
Για αυτούς τους δρόμους αναφέρομαι, για αυτές τις ρότες που είναι χαραγμένες μέσα μου πρώτα και ύστερα στο χάρτη. Και ύστερα σημάδι μακρύ, απόνερα καραβιού, νοητό πέρασμα στις θάλασσες του κόσμου. Είμαι μικρός μέσα σ' αυτή την απεραντοσύνη. Ένα ελάχιστο είμαι μπροστά σ' αυτή την ανεξέλεγκτη δύναμη, τη σιωπηλή μυστηριώδη, άφθαρτη δημιουργία, την υγρή και αέρια και αστρική φορά του Σύμπαντος που έρχεται από κάποιο χρονικό βάθος και με παρασέρνει μαζί. Μόνο που εγώ θα γίνω ένας σταθμός. Όταν σταματήσω να υπάρχω μέσα σ' αυτό που με περιβάλλει και θα συνεχίσει να υπάρχει αφήνοντας πίσω του μικρά σημάδια.
Νοέμβριος πριν τριάντα χρόνια. Ο μαστρο-Νίκος ναυτολογημένος Γ' Μηχανικός στο Μ/V Πήγασος, τζενεραλάδικο βαπόρι σύγχρονο και καλοτάξιδο, κατέπλευσε κοντά στο σούρουπο, κάνοντας τους διάφορους ελιγμούς για να γίνει η παραβολή του στο ντόκο της φορτοεκφόρτωσης του Νο2. Ζωγραφισμένη η χαρά στον καθένα από το πλήρωμα, που τελείωσε ακόμα ένα ταξίδι από τα σταυροδρόμια της θάλασσας.
Ξεχάστηκαν όλα εκείνα που πέρασαν στο πέλαγος, πατώντας στεριά στο πρώτο δρασκέλισμα του μουράγιου του μεγάλου πολυσύχναστου λιμανιού της Ευρώπης, του Αμβούργου.
Κι ύστερα, άρχισε όλο εκείνο το αλισβερίσι που χαίρεται κάθε ναυτικός στο σμίξιμο των χνώτων του με τους στεριανούς όποιοι και να 'ναι αυτοί.
Μετά το πρατιγάρισμα από τις αρχές του τόπου, ακολουθεί η έξοδος του πληρώματος στην πόλη. Βαρυφορτωμένος με σύννεφα ο ουρανός, δεν σου επιτρέπει να ξεχωρίσεις το ξημέρωμα απ' το σούρουπο, τα μεσάνυχτα απ' το μεσημέρι και τις περισσότερες ώρες υπάρχει ολόγυρά σου τόση απόγνωση που σε κάνει μόλις πατήσεις στη στεριά να κάνεις πράγματα, που αργότερα δεν μπορείς να τα δικαιολογήσεις, και το μόνο που νιώθεις μέσα σου είναι πικρό αίσθημα της ντροπής.
Έτσι και ο μάστρο - Νίκος βρέθηκε στο λιμάνι, τριγύρισε στα αξιοθέατα της πόλης και κατέληξε στο καφέ - ζαχαροπλαστείο γεμάτο νεαρές «φροϋλάϊντ». Τα κορίτσια καθόταν στα τραπεζάκια, σιγορουφώντας κάποιο ποτό και προσποιούνταν δήθεν με διάφορες κινήσεις να τραβήξουν την προσοχή τους. Όλες μιλάνε εγγλέζικα, ακόμη κι αμερικάνικους ιδιωματισμούς.
Μάθανε να συνεννοούνται γιατί αλλοιώτικα τις εκμεταλλεύονται οι φίλες τους!
Ευχαριστημένος ο μαστρο - Νίκος για την επιλογή του, που διάλεξε μια ξανθιά κούκλα, του ζήτησε φτηνό ποτό, ένα μπουκάλι κρασί δέκα μάρκα. Τάχα σε ο Νίκος! Πρώτη φορά μια καλεσμένη που τη φρόντιζε την τσέπη του! Ήταν κάτι που δεν το 'χε συναντήσει σ' άλλα τέτοια στέκια, μ' άλλες τέτοιες νυχτερινές πεταλούδες!
Η ορχήστρα με χορευτικούς ρυθμούς συνέχιζε στον ρυθμό της «σάμπας και της ρούμπας», κι αφού χόρεψαν και διασκέδασαν, στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα κοιταχτήκανε σιωπηλοί. Οι ματιές ήταν γεμάτες συμφέρον. Οι αριθμοί ήταν οι μόνοι που ήρθαν για να δέσουν οι δυο τους. Το νούμερο που ξεγλίστρησε από τα χείλη της βρήκε τη συμφωνία του.
Πιασμένοι χέρι-χέρι βγήκαν στο φαρδύ σταυροδρόμι, κάτω από μια λάμπα που ξεψυχά γράφοντας τους ξεθυμασμένους της κύκλους, σταμάτησαν μπροστά σ' ένα παραλιακό παλιό ξενοδοχείο. Την λέγανε Ίντριχ.
Ανέβηκαν τις ξύλινες σκάλες, αγκαλιασμένοι στα μισοσκότεινα, στο άνοιγα της πόρτας του δωματίου, στεκόντουσαν σιωπηλοί. Ήταν δυο άνθρωποι, που πριν λίγες ώρες αγνοούσαν τις υπάρξεις τους. Η Ίντριχ παρόλη την κούραση, του δόθηκε αληθινά κι αυτός δεν τη χόρταινε, μέχρι που κοιμήθηκαν αποκαμωμένοι.
Αναστέναξε όπως ήταν αγκαλιασμένοι. «Τι συμβαίνει, τι έπαθες;» τον ρωτά ανήσυχη όμως ξέρει τι συμβαίνει. Μετάνιωσε για την απόφαση που πήρε χτες το βράδυ μέσα στην αντάρα του έρωτα, που της εξομολογήθηκε ότι δεν θα συνεχίσει το ταξίδι και ότι θα μείνει στη στεριά. Αυτή το ήξερε ότι θα μετάνιωνε μόλις έλθει το φως της ημέρας. Γνώριζε καλά την ψυχολογία του ναυτικού. Η θάλασσα είναι η βαθειά πίστη και ιδιαίτερα του Έλληνα. Τη θεωρεί αναπόσπαστο μόριο της ζωής του.
Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να τον αποτρέψει απ' αυτό που είπε. Δεν μίλησε. Τον ήθελε κοντά της. Ήξερε ότι αν την ώρα που της έλεγε «θα μείνω» το καράβι σήκωνε άγκυρα, θα ήταν αργά για να μετανιώσει κι έτσι το καράβι θα έφευγε κι αυτός θα έμενε.
Ήξερε πως θα πάλευε για να τον κρατήσει μακριά από την θάλασσα, δεν ήξερε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα. Αυτή θα προσπαθούσε. Ανοίγει το παράθυρο να μπει το πρωινό, στέκεται και κοιτάζει τη θάλασσα και το λιμάνι, που άρχισε να δίνει ζωή στην πόλη. Σηκώθηκε και η Ίντριχ μισόγυμνη και πήγε κοντά στο παράθυρο.
Μπροστά στα μάτια του η θάλασσα μανιασμένη, θαλασσοπράσινη, όπου να 'ταν θα ξεχείλιζε για να πνίξει τη γη. Τα κύματα επανωτά κατρακυλούσαν κι αφρίζοντας έσπαγαν πάνω στην προβλήτα, την έγλειφαν. Όσο να πάρουν μια ανάσα και πάλι ορμούσαν να την κατασπαράξουν. Έτσι ένοιωθε την καρδιά του κατασπαραγμένη, όταν συλλογιζόταν πως το μεγάλο καράβι θα μπορούσε να είχε απομακρυνθεί απ' αυτόν παλεύοντας με τα κύματα.
«Μετάνιωσες», ακούει τη φωνή της, γυρνά και της ρίχνει μια ματιά. Εκείνη μαζεύτηκε, είδε την λύπη των ματιών του.
Άρχισε να πηγαινοέρχεται μέσα στο δωμάτιο σαν ανήμερο θεριό, έγινε όλο και πιο μικρή, πιο αθόρυβη, τι θα μπορούσε να κάνει για να τον συνεφέρει;
Με τον καιρό θα συνηθίσει, σκέφτηκε. Σ' αυτόν, άλλες σκέψεις φωλιάζουν. Πώς να φύγει. Η στεριά γι' αυτόν ήταν λίγες μέρες στο λιμάνι και κανένα καλοκαίρι στην πατρίδα, πάντα κοντά στην θάλασσα και με έτοιμη την ημερομηνία για το επόμενο μπάρκο. Αυτός είναι ένας αληθινός εραστής της θάλασσας, ένας ταξιδευτής της. Πώς το 'κανε αυτό και δεν ειδοποίησε κανέναν στο βαπόρι;
Έφερε στο νου του το πρώτο του μπάρκο, νεαρός μόλις άφησε τα θρανία της Σχολής Μηχανικών του «ΠΡΟΜΗΘΕΑ», τότε με τη λαχτάρα στα μάτια και στην ψυχή είχε κατέβει στον Πειραιά όπου θα ερχόταν το βαπόρι να ναυτολογούνταν. Το είχε δει να φτάνει λουσμένο στα χρυσάφια της αυγής και τον πήρε σαν ναυτικό ρομαντικό, που ονειρεύεται τον παράδεισο της ευτυχίας. Γεμάτος χαρά ανέβηκε την σκάλα του βαποριού, τα μικρά κύματα και ο θαλασσινός αέρας γεμάτος δαντέλες αφρών και γλαροπούλια εισχώρησαν ως μέσα στην ψυχή του και την ξέπλεναν. Τώρα αυτή η ψυχή είναι γεμάτη καταχνιά και νοιώθει παγιδευμένος.
Η Ίντριχ μέσα στο δωμάτιο κυκλοφορεί όσο μπορεί πιο αθόρυβα, τόσο όσο να μην τον ενοχλεί, αλλά και τόσο που να μην την ξεχνά πως είναι εκεί.
Αυτός δεν τα καταλάβαινε αυτά τα θηλυκά τερτίπια και δεν δίνει σημασία. Αν τον ρωτούσες για τα νάζια και τα τερτίπια της άλλης αγάπης του, της θάλασσας, θα σου έλεγε ένα - ένα στάζοντας μέλι η γλώσσα του. Αυτός ο δρόμος ο θαλασσινός, ο μακρύς και γαλανός, ο νοητός σε σχέση με το σημάδι που χάνεται και υπάρχει μόνο σε κάποιο ημερολόγιο πλοίου, αυτός ο δρόμος είναι το καμίνι χιλιάδων και χιλιάδων ταξιδευτών, χιλιάδων περιπλανήσεων, πλοίων που πέρασαν και χάθηκαν, ανθρώπων αγνώστων, χωρίς ελπίδα, χωρίς οικογένεια, με ή χωρίς πίστη, με ή χωρίς προσμονή, με ή χωρίς πατρίδα, με ή χωρίς κάποιον να τους περιμένει• και έγινε και γίνεται ο δρόμος αυτός η φωτιά μιας κόλασης που μέσα της σιγοβράζουμε εμείς όλοι που τον περπατάμε.
Δεν ξέρει πόσες ώρες στέκεται εκεί στο παράθυρο. Σκέφτεται όλα αυτά και κοιτάζει έξω, πολλές φορές, μέχρι που νύχτωσε. Όταν ο ουρανός αγκαλιάζει τη γη, γίνεται σκοτάδι. Μια βαριά κούραση τον συνεπαίρνει έτσι όπως είχε σηκωθεί το πρωί, γυρνά και πέφτει στο κρεβάτι. Εκείνη έρχεται και κουρνιάζει δίπλα του, αθόρυβη, χαδιάρα, απλώνει το χέρι της και του χαϊδεύει τα μαλλιά. Στο κεφάλι του πλέκει το σκοτάδι δαχτυλίδια. Κοιτάζουν και οι δυο έξω από το παράθυρο, η σελήνη μια μικρή φετούλα χλωμή κρέμεται από τον ουρανό. Γύρισε και την αγκάλιασε και τότε τους πήρε ο έρωτας στα χέρια του κι έκανε το παιχνίδι του.
Ένας ταραγμένος ύπνος γέμισε τα όνειρά τους, βρίσκεται σ' έναν απέραντο κάμπο, ένας μικρός λόφος ξεχωρίζει στο βάθος, στέκεται αμήχανος και κοιτάζει τριγύρω του, μήπως πάρει το μάτι του κανένα σημάδι που να δείχνει από πού να πάει να βρει τη θάλασσα.
Πρώτη φορά έρχεται εδώ, το βήμα του δεν είναι γραμμένο πουθενά, ο λόφος αντίκρυ δεν το ξέρει. Με αλαφιασμένο βλέμμα - πώς βρέθηκε; Στήνει αυτί και προσπαθεί να αφουγκραστεί την θάλασσα, μια ανάγκη που φτάνει στα όρια της λαχτάρας. Μέσα στο νου του, ακούει την αδιάκοπη κίνησή της που περισσότερο από οποιοδήποτε άλλον ήχο της φύσης αγγίζει το μυαλό του και την καρδιά του, μιλώντας του για την αμείλικτη ροή του χρόνου, για τους αιώνες και τις ανθρώπινες ζωές που πέρασαν και χάθηκαν, άγνωστες, ξένες, την ακούει να του ψιθυρίζει συνωμοτικά για τους εφήμερους πόθους της και τις ακόμη πιο εφήμερες χάρες της.
Λουσμένος στον ιδρώτα, βγαίνει βίαια από τον ύπνο.
Από το παράθυρο που έμεινε ανοιχτό όλη την νύχτα, βλέπει πέρα στο άπιαστο του ορίζοντα τις πρώτες αχτίδες του ήλιου να τον καλημερίζουν.
Κοιτάζει δίπλα του στο κομοδίνο, σε δυο ώρες το βαπόρι φεύγει, σηκώνεται με βιάση, ντύνεται, ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπο του, βγάζει από την τσέπη του κάποια χρήματα και τα αφήνει στο κομοδίνο της γυναίκας.
Εκείνη ανοίγει τα μάτια της, τον κοιτά νυσταγμένα και αδιάφορα, μουρμουρίζει ένα «καλό ταξίδι» και αλλάζει πλευρό.
Εκείνος φεύγει βιαστικός, φτάνοντας στο λιμάνι ακούει την σειρήνα του «Μ/V Πήγασος» με το σήμα αναχώρησης. Ίσα που πρόλαβε ν' ανέβει στο βαπόρι και οι ναύτες αναφώναξαν: ο μαστρονίκος έρχεται, περιμένετε. Σηκώνουν τη σκάλα και τη δένουν γερά πάνω στα πλευρά του βαποριού, η σειρήνα εξακολουθεί να φωνάζει την αμετάκλητη απόφαση της αναχώρησης. Το βαπόρι αργά απομακρύνεται από το λιμάνι. Εκείνος στέκεται λίγο πάνω στην κουπαστή, ο ήλιος έχει προχωρήσει, το ρόδινο χρώμα της έδωσε το χρυσαφί του πρωινού. Παίρνει βαθιές ανάσες να συνέλθει από το όνειρο εφιάλτη που έζησε, το όνειρο μιας άλλης ζωής.
Ευτυχώς που ήταν όνειρο. Γύρισε και πήγε στην καμπίνα του να αλλάξει για τη βάρδια. «Για σκέψου να ήταν αληθινό το όνειρο» χαμογέλασε. Όχι δεν ήταν δικό του το όνειρο. Μέσα στα κομμάτια του ύπνου του θα είχε μπει στο όνειρο κάποιου άλλου. Τα δικά του όνειρα ήταν ελεύθερα και ταξίδευαν πάνω στα κύματα. Η σειρήνα του «Πήγασος» είχε μόλις δώσει το τελευταίο σήμα της αναχώρησης.
Πιο γλυκό ήχο στη ζωή του δεν είχε ξανακούσει. Θυμήθηκε την ιστορία του μυθικού Οδυσσέα με τις σειρήνες. Πώς του ήρθε στο μυαλό; Σκέφτηκε ότι τα πράγματα στη ζωή μας, αυτά που μοιάζουν με το θαύμα και το μυστήριο, δεν εξηγούνται, δεν πιάνει πάνω τους η λογική. Η βάρδιά του στο μηχανοστάσιο πέρασε γρήγορα, δεν έμοιαζε με τις άλλες. Δούλευε με κέφι χαρούμενος σ' όλη τη διάρκεια της τετραωρίας, ένοιωθε το ελαφρύ σκαμπανέβασμα του βαποριού και αισθανόταν μια απέραντη ευτυχία. Πού και πού σκεφτόταν το όνειρο που είδε στην αγκαλιά εκείνης της γυναίκας.
Προσπαθεί να θυμηθεί το πρόσωπο της, δυο μέρες μαζί της κι ούτε θυμάται πώς ήταν. Κουρασμένος, πέφτει για ύπνο και τότε έρχεται το δικό του όνειρο, γλυκό και ήρεμο, σαν από ατόφια λουρίδα παραδείσου που σώθηκε μέσα στο χρόνο των θνητών και η καρδιά του φτιάχνει τότε το δικό της παραμύθι.
Μερόνυχτα το βαπόρι ταξιδεύει στη ρότα του. Κι εκείνος προσπαθεί να συνέλθει από το όνειρο εκείνης της νύχτας που είχε λέει πάρει την απόφαση να μείνει στη στεριά. Για πολύ καιρό δεν έλεγε να φύγει από την σκέψη του το όνειρο, όλο συλλογισμένος ήταν. Αλήθεια, σκεφτόταν, ο Θεός δημιούργησε τη γη για να χαίρεται πάνω της ο άνθρωπος, να αγαπά, να κάνει ζαβολιές κι όχι να τυραννιέται.
Η γη δεν είναι μόνο η στεριά, είναι και η θάλασσα. Λοιπόν είναι απ' αυτούς που διάλεξαν τη θάλασσα. Η ζωή του στην ιστορία θα ήταν μέρες αδέσποτες.
Αιώνιο στοιχείο η θάλασσα. Όμως, πάντα νέο γεμάτο μυστήριο, τόσο στα απάτητα βάθη της, όσο και στην αφρισμένη γυάλινη επιφάνειά της. Μυστήριο που το επιτείνει η θηλυκιά  οντότητά της. Γεμάτο μεγαλοσύνη κι άγρια ομορφιά.
Οι ημέρες πέρασαν ταξιδεύοντας. Σε λίγο θα ακουστούν οι σειρήνες του «Πήγασος». Θα αρχίσει η προετοιμασία κατάπλου του βαποριού. Αύριο το πρωί θα μπουν στο λιμάνι.
Δίπλα του κάθεται ένας από το πλήρωμα και καπνίζει αμίλητος. Και οι δύο κοιτάζουν το δειλινό, που μπογιατίζει με τα χρώματα της ίριδας τα σπίτια που ξεχωρίζουν μακριά, τον ορίζοντα, τη θάλασσα.
Όλα τα χρώματα είναι ζεστά. Δένονται με τους απανωτούς ήχους των κυμάτων, με τη σιωπή τους, με τις μυρωδιές και με τους ήχους της καρδιάς τους.
Και ξαφνικά, ο ήλιος σαν άγουρο πορτοκάλι, βουτάει μέσα στη θάλασσα και μαζί χάνονται και τα χρώματα, πέφτει το σούρουπο με ασημένιες σκιές κι αυτοί πασχίζουν να μαντέψουν από πού θα ξεπροβάλει η σελήνη. «Τι λες να βγούμε παρέα αύριο», ακούει τον συνάδελφο να τον ρωτά. Όχι φίλε μου, δεν έχω σκοπό να βγω σ' αυτό το λιμάνι. Μια άλλη φορά ίσως. Στο νου του έχει το όνειρο - εφιάλτη, φοβάται να μην το ξαναζήσει. Ο άλλος απομακρύνεται. Μένει μόνος, σηκώνει τα μάτια του προς τον ουρανό.
Το σούρουπο έδωσε τη σκυτάλη στη νύχτα που μοσχοβολά την υγρή οσμή της θάλασσας και το φεγγάρι ένας χρυσαφένιος δίσκος, αναδύεται μέσα από τη γαληνεμένη θάλασσα έτοιμο να αρχίσει το ταξίδι του στον ουρανό, φτάνοντας πέρα μακριά στον ορίζοντα, στους μακρινούς ωκεανούς, στις μακρινές θάλασσες, κι αυτός συλλογιέται ακουμπισμένος στην κουπαστή, την αναχώρηση, να φέρνει στα μάτια του το βαπόρι, να απομακρύνεται μέσα στα κύματα και νοερά, στ' αυτιά του, να ακούει τον ήχο της σειρήνας του «Πήγασος».
Αληθινές ιστορίες σαν τις παραπάνω υπάρχουν πολλές. Ταξίδευα χρόνια με τα βαπόρια μέσα σ' ένα σύννεφο από εδώ κι απ' εκεί χαράσσοντας γραμμές σ' ένα κόσμο, που μου ήταν πλέον γνωστός. Το σπίτι μου ήταν η θάλασσα. Αυτή η κοφτή γραμμή που ενώνει και χωρίζει τη θάλασσα με τον ουρανό, μια μοναχική καμπίνα και η θέα του απέραντου γαλάζιου. Το σπίτι μου, κάποιο λιμάνι, κάποια χαρά περαστική σε κάποιο κατάπλου, πέρασαν και χάθηκαν και το μόνο που μένει είναι η γνώση της ωριμότητας, η αναμονή του γυρισμού, εκεί που ανήκω.
 Του Αριστείδη Πετρόπουλου


Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Οι μόνοι που δε θα ξανάρθουν είναι οι εννέα που χάθηκαν.

Το καράβι. Το AEGEAN WIND. Ετών 26. Μαύρο... Και σκουριασμένο... Φαγωμένο από την αρμύρα.
Τόσα χρόνια μέσα στο νερό. Τι περιμένεις;
Δεν έφταιξε όμως αυτό. Το καράβι γλίτωσε. Ρυμουλκείται τώρα για Κουρασάο. Ολλανδικές Αντίλες.
Θα μπουν μέσα οι νηογνώμονες, οι αξιωματικοί του λιμενικού, οι αρχιμηχανικοί της εταιρείας.
Θα μπουν συνεργεία και θα αρχίσουν να το σουλουπώνουν από τη φωτιά. Θα του ξαναφτιάξουν τα μαυρισμένα σπλάχνα του ακομοδέσιου.
Τους νεκρούς μόνο δε θα μπορέσει κανείς να ξαναφτιάξει.
Ο καπετάνιος και το πλήρωμα θα τρέχουν και δε θα φτάνουν με τόσους μέσα στα πόδια τους. Και να ανακρίσεις και καταθέσεις και χαρτιά και αναφορές. Άνθρωποι χάθηκαν. Εννέα άνθρωποι.
Θα ακολουθήσει δικαστήριο.
Εννιά ζωές ήταν αυτές.
Δεν καθαρίζεις μόνο με ανάκριση.
Θα καθίσουν στο σκαμνί. Ο καπετάνιος πρώτος. Πάντα ο καπετάνιος έχει την πρώτη ευθύνη.
Και μετά και οι υπόλοιποι. Όσους προβλέπει ο νόμος δηλαδή.

Ξεκινώντας από τον αξιωματικό φυλακής. Που συνήθως και καταλήγει στη φυλακή κάθε φορά που θα συμβεί ατύχημα... Τυχαία νομίζεις τον αποκαλούν αξιωματικό φυλακής;
Οι ασφαλιστικές και η εταιρεία στο μεταξύ θα δίνουν άλλο αγώνα. Ποιος θα πληρώσει τα καμένα. Και ποιος θα αποζημιώσει τους νεκρούς. Αποζημιώνεται ένας νεκρός;
Οι μανάδες θα φορέσουν μαύρα. Εννέα νεκροί. Εννέα μανάδες. Και δε θα τα ξαναβγάλουν. Οι μανάδες άπαξ δια παντός τα φοράνε τα μαύρα. Και μετά τα ντύνονται δεύτερο δέρμα.
Θα μαυροντυθούν και οι σύζυγοι. Λιγότερες από 9. Ήταν και παιδιά ανάμεσα στους νεκρούς. Δεν πρόλαβαν να αφήσουν πίσω τους χήρες. Ίσως κανένα κορίτσι. Κανείς δε θα μάθει για τα κορίτσια αυτά. Ποιος νοιάζεται για ένα ερωτευμένο κορίτσι τέτοιες ώρες;
Θα μείνουν πίσω και τα ορφανά. Θα κλάψουν, θα ξανακλάψουν, θα το πάρουν απόφαση. Δε θα ξαναδούν τον πατέρα. Μονάχα τη μάνα τους, μαύρη σκιά, θα βλέπουν από δω και στο εξής.
Θα έρθουν μετά τα τηλεγραφήματα. Με τη βαθιά οδύνη και άλλα δακρύβρεκτα.
Θα έρθει και το φέρετρο. Σφραγισμένο. Τόσες μέρες νεκρός... τι να ανοίξεις και τι να δεις; Σφραγισμένο θα το κατεβάσουν και στο μνήμα.
Θα έρθουν οι συγγενείς. Θα κλάψουν και θα συλλυπηθούν. Με βαθιά οδύνη.
Οι μόνοι που δε θα ξανάρθουν είναι οι εννέα που χάθηκαν. Τρεις λευκοί. Έξι της κίτρινης φυλής. Όταν ζούσαν... Τώρα είναι όλοι ίδιοι. Ντυμένοι στο χρώμα του θανάτου.
Πώς είναι ένας νεκρός από φωτιά;
Και πώς είναι να πεθαίνεις από φωτιά;
Λένε πως πέθαναν από ασφυξία. Δεν κάηκαν. Πνίγηκαν στους καπνούς. Δεν τόλμησαν να τους διαβούν... Έμειναν εκεί και πέθαναν.
Ενοχλούν οι ερωτήσεις τα ευαίσθητα μάτια μας;
Δεν ενοχλούν οι σκηνές που θα παίζουν και θα ξαναπαίζουν στα μάτια των μανάδων; των πατεράδων; των συζύγων; των παιδιών; των αδερφών; των άγνωστων ερωτευμένων κοριτσιών;
Και των φίλων. Όλοι οι άνθρωποι έχουν φίλους. Έχουν και οι ναυτικοί. Ποιος αποζημιώνει τους φίλους; Και τι θα μπορούσε να τους αποζημιώσει;
Εγώ, και ίσως κι εσύ, δε γνωρίζαμε κανέναν από τους ανθρώπους αυτούς. Τους νεκρούς. Τους συγγενείς τους. Τους φίλους τους.
Έχω όμως φίλους μου στα καράβια. Και φίλες. Έχω και είχα. Και ένα δυο συγγενείς.
Κάποτε είχα και το αγόρι μου. Ήμουν κι εγώ ένα από τα ερωτευμένα κορίτσια.
Κάποτε ήμουν και η ίδια στα καράβια. Και είχα μάνα να με περιμένει. Και πατέρα και αδερφό. Και φίλους.
Δεν ξέρω πόσο βαθιά είναι η οδύνη των άλλων. Των πιο έξω. Ξέρω μονάχα πως όταν χάνεται ένας ναυτικός, τσακίζει η καρδιά όλων των άλλων ναυτικών. Και ένα κομμάτι της πεθαίνει μαζί με εκείνον που έφυγε για πάντα. Κι ας μην τον γνώριζαν. Ας μην είχαν δει ποτέ το πρόσωπό του.
Πόσοι οι πεθαμένοι ναυτικοί; Πόσα τα πεθαμένα κομμάτια της καρδιάς μας;
Και είναι και όλα εκείνα τα πεθαμένα κομμάτια της καρδιάς των μανάδων. Κι ας μην έχασαν το δικό τους παιδί. Κάθε φορά που χάνεται ένας ναυτικός, κλαίνε όλες οι μανούλες που έχουν παιδιά στα καράβια.
Και οι πατεράδες, και οι σύζυγοι, και τα παιδιά, και τα αδέρφια. Και τα άγνωστα ερωτευμένα κορίτσια. Και οι φίλοι. Όλοι καρδιοχτυπούν. Και όλοι ακούνε να χτυπά και η δική τους πόρτα. Ποιος έχει αύριο σειρά; Να ετοιμάζεται...
Λένε για τους ναυτικούς πως δε φοβούνται το θάνατο. Πώς να τον φοβηθούν; Έχουν μάθει να ζούνε μαζί του. Ξέμαθαν να ζουν με τους δικούς τους και ζούνε αγκαλιασμένοι με το χάρο.
Σταματάει ποτέ ο άνθρωπος να φοβάται το χάρο;
Μηδένα προ του τέλους, φώναξε εκείνος ο αρχαίος βασιλιάς. Και ήταν κι αυτός μέσα στις φλόγες.
Ποιος ξέρει, ποιος μπορεί να ξέρει, την αγωνία του θανάτου μέσα στις φλόγες; Ποιος μπορεί να ξέρει την αγωνία που έζησαν αυτοί οι εννιά άνθρωποι που τώρα ταξιδεύουν στα φέρετρα;
Επαναπατρίζονται οι σοροί... Οι σκέψεις τους; Τα όνειρά τους; Η ζωή τους;
Βράδυ Χριστουγέννων ήταν. Η ώρα που σε όλη τη γη οι άνθρωποι γιορτάζουν. Που μαζεύεται η οικογένεια γύρω από το τραπέζι και τσουγκρίζουν τα ποτήρια.
Αυτοί απουσίαζαν. Δεν είδαν τα ποτήρια. Δεν άκουσαν τις ευχές. Στη βάρδια, στο καπνιστήριο, στην καμπίνα, έξω στην πρύμη, εκεί έκαναν Χριστούγεννα.
Πώς κάνουν οι ναυτικοί Χριστούγεννα; Πρόλαβα δυο φορές να τα γιορτάσω τέτοια Χριστούγεννα. Δε χρειάζεται να έρθει η φωτιά. Δε χρειάζεται να έρθει ο Χάρος. Τους κουβαλάει η καρδιά σου.
Καίγεσαι και πεθαίνεις τέτοιες μέρες. Και πιο πολύ τις νύχτες. Όταν μείνεις μόνος. Ποιος ναυτικός έπεσε χαρούμενος να κοιμηθεί τη νύχτα των Χριστουγέννων;
Και είναι ο ύπνος λήθαργος βαρύς. Δίχως όνειρα. Ποτισμένος σε δάκρυα και αλκοόλ. Ποιος ναυτικός δεν πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω τέτοιες νύχτες;
Κάποιος ίσως να ήπιε και παραπάνω από το παραπάνω. Κι άφησε το τσιγάρο αναμμένο. Να καίει όπως έκαιγαν τα ματόκλαδα και η καρδιά του.
Κι έκαψε το τσιγάρο την κάφτρα. Έκαψε το τραπέζι. Άρχισαν οι φλόγες να χορεύουν. Και οι καπνοί άρχισαν να τρέχουν στους αλουέδες. Τρύπωσαν στις καμπίνες. Ανέβηκαν στις κουκέτες. Τύλιξαν το παλικάρι. Και το πήραν για πάντα μαζί τους...
Έμεινε πίσω η Βραζιλία. Είναι ο παράδεισος των ναυτικών η Βραζιλία. Με τις σάμπες και με τις ρούμπες και τα καυτά κορίτσια. Όλοι οι ναυτικοί ονειρεύονται να πάνε Βραζιλία. Εγώ δεν πρόλαβα. Έτσι κι αλλιώς εγώ ήμουν γυναίκα...
Την ξέρω όμως τη Βραζιλία. Των ναυτικών τη Βραζιλία. Τι νομίζεις κάναμε στις ατέλειωτες ώρες της βάρδιας; Πετάγαμε για Σάο Πάολο και Ρίο ντε Τζανέιρο. Στο Ponta Do Ubu όχι. Τώρα το άκουσα πρώτη φορά. Τώρα το αναζήτησα και στο χάρτη. Τριακόσια τόσα χιλιόμετρα βορειότερα του Ρίο.
Σαν να λέμε Αθήνα - Πάτρα και ακόμη μακρύτερα. Τι σημασία έχει; Βραζιλία είναι και το Ponta Do Ubu. Γεμάτο μουσική, χορό, ποτό και κορίτσια. Προπαντός κορίτσια.
Τα άλλα κορίτσια, στην πατρίδα, δεν τα ξεχνάει ο ναυτικός. Όσα κορίτσια και να γνωρίσει στα λιμάνια. Η σάρκα μόνο κατεβαίνει στο λιμάνι. Η καρδιά βρίσκεται μίλια μακριά. Σε μια κουκίδα του χάρτη που γράφει πατρίδα.
Έτσι μαθαίνει να ζει ο ναυτικός. Αλλού η καρδιά, αλλού η σάρκα. Τώρα θα γυρίσει πίσω η σάρκα. Η καρδιά;
Ύπουλα ανέβηκε ο καπνός στην κουκέτα. Τύλιξε την κοιμισμένη σάρκα. Τρύπωσε στα ρουθούνια. Έφτασε στα πνευμόνια. Γιατί δεν ξύπνησε; Γιατί δεν έτρεξε να σωθεί; Να βρέξει μια πετσέτα, να ορμήσει έξω. Να γλιτώσει...
Κανείς δε θα μάθει. Κι ας τρέχουν πάνω κάτω οι εμπειρογνώμονες. Κι ας παίρνουν καταθέσεις οι ειδικοί. Κανείς δεν μπορεί να μάθει τι σημαίνει η νύχτα των Χριστουγέννων στο καράβι. Μόνο όποιος το έζησε.
Και ξύπνησε την άλλη μέρα και δεν ήξερε πού ταξίδευε όλη νύχτα. Χρόνος νεκρός. Αφήνεις στην κουκέτα τη σάρκα. Αφήνεις και την καρδιά. Δεν αντέχεις μια τέτοια νύχτα να ακολουθήσεις την καρδιά σου. Και χάνεσαι. Σε άλλη διάσταση. Έξω από χώρο και έξω από χρόνο.
Μένουν μόνα τους μια τέτοια νύχτα τα κορίτσια στο λιμάνι. Απόψε ο ναυτικός δε θα θυμηθεί τις τρυφερές τους καμπύλες. Δε θα τσαλακώσει τα σεντόνια του ψάχνοντας τη μυρουδιά τους. Είναι Χριστούγεννα...
Μένουν μόνα τους και τα άλλα κορίτσια. Στην πατρίδα. Μια ζωή μόνα τους. Απόψε περισσότερο. Δεν αντέχει ο ναυτικός απόψε να θυμηθεί τη μοναξιά τους. Είναι Χριστούγεννα...
Τα Χριστούγεννα είναι η γιορτή της αγάπης. Οι άνθρωποι τα γιορτάζουν αγκαλιά με τους αγαπημένους τους. Όχι οι ναυτικοί. Όχι κι εκείνοι που αγαπούν ναυτικούς.
Ένα μικρό αστέρι λάμπει στον ουρανό. Δεν έχει πια μάγους να το ακολουθήσουν. Έχει τους ναυτικούς που τρέχουν να το συναντήσουν.
Αφήνουν τη σάρκα τους στο βαθύ της λήθαργο. Αφήνουν και τη καρδιά τους. Δεν αντέχουν απόψε την καρδιά τους. Και γίνονται αστέρια.
Πόσα αστέρια έχει ο ουρανός; Πόσοι είναι οι ναυτικοί που δε γύρισαν ποτέ;

Πηγή: http://kapetanisses.blogspot.gr/...Συγγραφέας - Δανάη!
Περισσότερα ΕΔΩ!

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Μακρινό ταξίδι ΙΙΙ

Μεσοκαλόκαιρο.
Χρόνια περασμένα.
Με τα μάτια μισόκλειστα από τη λάμψη του φωτός αισθάνεται μερικές φορές τον εαυτό του δύτη σε σμαραγδένια νερά λουσμένα στα χρυσάφια της αυγής, μικρά κύματα και ο θαλασσινός αέρας γεμάτος δαντέλες αφρών και γλαροπούλια εισχωρούν ως μέσα στην ψυχή του και την ξεπλένουν, μια αίσθηση φρεσκάδας τον τυλίγει.
Αχτίδες θύμησης όπως το φως του ήλιου, ξεπηδούν ξαφνικά από τα σκοτάδια της μνήμης του, εκτυφλωτικές, επιθετικές, κυνηγούν να προβάλλουν ότι κρύβεται μέσα της.
Αγναντεύει μέσα στην ομίχλη του χρόνου το μικρό χωριό του.
Το χωριό στη μνήμη του, όπως συμβαίνει και στη μνήμη των περισσότερων, είναι συνδεδεμένο με το καλοκαίρι, τόσο μάλιστα που όπου κι αν βρίσκεται την εποχή αυτή “νιώθει” έντονη τη μυρωδιά του θερισμένου σιταριού, “βλέπει” τις θημωνιές στ’ αλώνια, “ανεβαίνει” κάτω από τον καυτό ήλιο στη σβάρνα και οδηγεί τα ιδρωμένα από το λιοπύρι και τον κάματο άλογα στο αλώνισμα.
Οι τόποι του χωριού του είναι ένα κομμάτι του εαυτού του, και οι μνήμες ομφάλιος λώρος να τον συνδέει με τα μέρη των παιδικών του χρόνων.
Χωριό του στη γειρτή πλαγιά, σημείωμα της πρώτης αγάπης, πλατάνια, κυπαρίσσια κι αγριολούλουδα, θάμνοι που πτερυγίζουν οι μέλισσες και βράχοι ανεμοδαρμένοι, θεόρατοι με ένα σταχτή λευκό στις βαθιές ρυτίδες που άφησε ο αδυσώπητος χρόνος στη λυσσαλέα εκφορά του οργισμένου βοριά.
Και πέρα μακριά στο διάφανο το λιτό μια γραμμή στο ίσιο χάραγμα, εκεί που η θάλασσα στεγνώνει τα χείλια της στον ουρανό, και πάνω στην υγρασία της, λευκός καπνός έφτιαξε τα δακτυλίδια του με την παρουσία του χρώματος να κλειδώνει στα βλέμματα τη γεωμετρία του απέραντου. Στις πλαγιές θυμάρια, φασκομηλιές και ρίγανες, μυρουδιές ευλογημένες κατρακυλούν μες στα σπαρτά σαν σκέψεις ανεκπλήρωτες, όπως ο άνεμος που σμίλεψε στις πέτρες τα σχήματα των άγονων περιπλανήσεων του.
Τότε που μικρά παιδιά με βλέμματα καθάρια και μουντζουρωμένα γόνατα, με σφεντόνες και λερωμένα δάκρυα, όταν ο ήλιος στέγνωνε την αλμύρα. Τρεχαλητά και φωνές. Κυνηγητά και παιχνίδια, ομορφιές και συντροφικότητα. Μυθολογία των αναμνήσεων, γίγαντες και τιτάνες. Ένα καΐκι ξεπρόβαλλε από τον μικρό τον κόλπο κι άφησε πίσω του λευκό αυλάκωμα.
Όλα τα χρώματα είναι ζεστά. Δένονται με τους απανωτούς ήχους των ανέμων στους βράχους, με στιγμιαία τη σιωπή τους, με τις μυρωδιές και με τους ήχους της καρδιάς τους.
Ο θόρυβος κόπασε, και ξαφνικά ο ήλιος σαν άγουρο πορτοκάλι, βουτάει στου Κούνου την πλάτη και μαζί του χάνονται και τα χρώματα, πέφτει το σούρουπο με ασημένιες σκιές και τα παιδιά πασχίζουν να μαντέψουν από πού θα ξεπροβάλει η σελήνη.
Ανέμελη ζωή, με δίχως πάθη, δίχως οράματα, και μόνο κάποια στιγμιότυπα, περιοδικά απεικονίσματα πρωτόλειας παρορμήσεως να δείχνουν τα ψευδολογήματα της νιότης.
Σπουδές, οικογένεια, παιδιά, επιτυχία.
Ζωή, θάνατος, έρωτας, βιοπάλη, όλα μαζί δένονται στη ψυχή τους και γίνονται ποίημα.
Έφερε στο νου το πρωινό στις αρχές του φθινοπώρου με τις πρώτες ελαφρές ψυχρές πνοές του άνεμου, τότε που με τη λαχτάρα στα μάτια και ένα κόμπο στην ψυχή είχε ανέβει με τα πόδια τον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε στο Τρίτο δημοτικό σχολείο της Λαμίας. Πρόκειται για την πρώτη του σχολική χρονιά στο μεγάλο σχολικό συγκρότημα της πόλις, έχοντας μόλις πρόσφατα μετακομίσει από το μικρό χωριό του Λακωνικού Πάρνωνα. Ένα άγνωστο μαθητούδι της τρίτης τάξης ανάμεσα στο μεγάλο πλήθος των μικρών μαθητών του σχολείου και αυτό του προκαλούσε μια διάθεση προβληματισμού και αμηχανίας.
Η διαδρομή αυτή ταυτόχρονα του ξυπνούσε σκέψεις που τον ταξίδευαν στα περασμένα.
............
Δύο χρόνια νωρίτερα χιλιόμετρα μακριά.
Πόσο όμορφη και διαφορετική ήταν η έξαψη που είχε νοιώσει στην πρώτη του επαφή με το σχολείο του μικρού χωριού, κτισμένο με γκρίζα πέτρα πάνω στο δυτικό λόφο.
Στου χωριού τους μικρούς λιθόκτιστους δρόμους, με τις περιποιημένες μικρές αυλές και στις κακοτράχαλες πλαγιές, η φύση το φθινόπωρο μαστορεύει συναρπαστικά τη συνέχεια στο χρόνο, φυτεύοντας αγριολούλουδα, βατομουριές, μολόχες, τσουκνίδες και η δροσερή αύρα του μαΐστρου ελαφριά και υγρή ξεχύνεται πίσω απ’ τις πλαγιές και σέρνεται ανάμεσα στα χαλκοπράσινα φρέσκα φύλλα.
Η μητέρα του τον είχε ανεβάσει πάνω στο μαύρο λυγερό αραβικό φαρί τους με τα λευκά σημάδια στα πόδια και το λευκό αστέρι στο κεφάλι. Με τη γεμάτη χάρη, κυματιστή αρμονική και απαλή κίνηση του ξεκίνησαν από τον οικισμό διασχίζοντας το μεγάλο ρέμα για το σχολείο του χωριού. Ήταν μερικά χιλιόμετρα διαδρομή.
Πάνε πολλά χρόνια από τότε, αυτό το γεγονός, κομμάτι της ιστορίας της ζωής του, παραμένει ολοζώντανο στο μυαλό του χαραγμένο με ανεξίτηλα χρώματα.
«Τα αραβικά άλογα έχουν απίστευτη ομορφιά, θεωρείται δε ότι αποτελούν την καθαρότερη και αρχαιότερη φυλή, είναι πολύ έξυπνα με αντίληψη , ευαίσθητα, ευγενικά και στοργικά με τους ανθρώπους και τα άλλα ζώα , ικανά να σκέφτονται λύσεις σε καταστάσεις. Τα Αραβικά είναι καλά άλογα για οικογένεια χάρη στην στοργική τους φύση. Όσοι τα θεωρούν δύσκολα είναι επειδή προσπάθησαν να τα αναγκάσουν να κάνουν κάτι παρά την θέληση τους. Είναι εξαιρετικά θαρραλέα και κάνουν τα πάντα για κάποιον που εμπιστεύονται. Επίσης είναι εξαίρετο για κάθε είδους ιππασίας .
Η Ιστορία των Βεδουίνων λέει ότι ο Αλλάχ δημιούργησε το αραβικό άλογο από τους τέσσερις ανέμους.»

..............
Έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του στο δρόμο και μετά από μια στιγμή δισταγμού και νευρικότητας, καρτερικά ανέβηκε τα σκαλιά της εισόδου διέσχισε τη μεγάλη σιδερένια αυλόπορτα κ’ εισήρθε στο προαύλιο που οδηγούσε στην εσωτερική αυλή του τεράστιου κτηρίου. Χαμένος μέσα στο πλήθος κοίταξε γύρω του κ’ αναγνωρίζοντας δυο τρία παιδιά από τη νέα του γειτονιά γουργούρισε με ικανοποίηση, ήταν αυτό που χρειαζόταν η διάθεση του να επηρεαστεί ευχάριστα και να σβήσει κάθε δυσφορία του. Όλα γύρω του έδειχναν ιδιαίτερα θορυβώδη, χαρούμενα, τα παιδιά γελούσαν και τριγύριζαν από συντροφιά σε συντροφιά. Κατάλαβε ότι κι’ αυτός πια θ’ αποτελούσε τμήμα αυτής της μεγάλης συντροφιάς. Χρειάστηκε κάποιος χρόνος να αφομοιωθεί με τους συμμαθητές του, λόγο της ιδιόμορφης λακωνικής προφοράς του, άλλα πολύ γρήγορα δημιούργησε φίλιες και ποτέ του δεν ένοιωσε ξένος από τους συμμαθητές του με τους οποίους  ζούσε τις ίδιες αγωνίες  και τις ίδιες φιλοδοξίες μαζί τους για την επιτυχία.
Δεν ήταν βέβαια καμία μαθητική μεγαλοφυΐα αλλά με την εντονη περιέργεια και διάθεση για μάθηση υπήρξε καλός μαθητής, χωρίς να είναι ιδιαίτερα επιμελής και συνεπής στις σχολικές του υποχρεώσεις, δεν δημιουργούσε προβλήματα στο σχολείο, στους δασκάλους και στους συμμαθητές του και, γενικά, έπαιρνε καλούς βαθμούς. Τα κατάφερνε στο σχολείο και στα μαθήματα, αλλά όχι σε βάρος της προσωπικής ευχαρίστησης, είχε ισορροπία ανάμεσα στις σχολικές επιδόσεις και στο παιχνίδι, στην παρέα με συνομηλίκους, στην τεμπελιά και στο χασομέρι της παιδικής ηλικίας.
Την πρώτη του χρονιά στο νέο του σχολείο δυο συμμαθήτριες και ένας συμμαθητής του ξεχώριζαν τόσο για το ήθος τους όσο και για την άρτια εκπαίδευσή τους.
Ποτέ του δεν ένοιωσε την ανάγκη να δοκιμάσει τις δυνατότητές του, να τους συναγωνιστεί στις διακρίσεις.
Τώρα, γυρεύει να τους φέρει ολόβολα μπροστά του, να θυμηθεί τα πρόσωπα τους, τα σουσούμια τους. Μα δε του έρχονται στο νου παρά θολές οι εικόνες τους, χαμένες.
Η Στέλλα.
Η φήμη της μεσουρανούσε στην μαθητική τη τάξη. Μάζευε τον κόσμο γύρω της όπως το φως τις πεταλούδες, το έβρισκε απίθανο να είναι μόνη της, διότι σύμφωνα με το παλιό απόφθεγμα, οι ωραίες δεν μένουν ποτέ μόνες.
Άσπρη και καστανόξανθη, εκείνο που τη ξεχώριζε περσότερο ήταν τα μεγάλα φωτεινά της μάτια που βαστούσαν ένα ξάστερο ψιχάλισμα μέσα στην παιδιάστικη παρουσία, με αστραφτερές αναλαμπές που χαιρόσουν να τα βλέπεις.
Δεκαετίες αργότερα την είδε σε εξώφυλλα περιοδικών,  ν’ αναφέρονται στην αξιόλογη καλλιτεχνική της δραστηριότητα.
Επιτυχημένη μουσικός, η Στέλλα ήταν όμορφη σαν πάντα.
Η Μαρία.
Το πλέον χαρισματικό άτομο της νεανικής τάξης, διέθετε το ευλογημένο προνόμιο του προικισμένου ατόμου, το φυσικό ταλέντο στο γράψιμο και πολύ της άρεσε να διαβάζει, ξεχώριζε για τους ευγενικούς της τρόπους και την καλοσύνη της.
Ίσιωνε με τις παλάμες τα σγουρά μαλλιά της, με τη φανταχτερή τους λάμψη, το ίσιασμα αυτό το συνήθιζε συχνά ακόμη και μέσα στο ξάναμμα του παιχνιδιού στεκόταν άξαφνα κι  έσιαζε τα μαλλιά της, την έβλεπες που μας κοίταζε με την αστραφτερή μελαχρινή ματιά της και μ' ένα γέλιο  γλυκό ευαίσθητο, που έδειχνε τα αστραφτερά της δόντια.
Ο Δημήτρης.
Ευαίσθητη, εξευγενισμένη, χαρούμενη ψυχή,  έσφυζε από ζωή.
Αν και από μεγαλοαστική οικογένεια είχε αμοιβαία φιλική σχέση μ’ όλους στην τάξη και έχαιρε εκτίμησης στις καθημερινές συντροφιές.
Στο γαλήνιο πρόσωπο του τα φωτεινά μελιά μάτια γίνονταν πελώρια κι η λάμψη τους σκιαζόταν από την αγωνία, όπως ο ήλιος από τα σύννεφα όταν κάτι του πήγαινε στραβά, γέμιζαν καταχνιά, ένιωθε παγιδευμένος.
Πέρασαν έτσι τρία χρόνια κόντευε τα δώδεκα, τελευταία χρονιά στο δημοτικό σχολείο.
'Έξω οι δρόμοι λουζόταν στον ανοιξιάτικο ήλιο, μετά το σχολείο σεργιάνισε στις αλάνες της γειτονιάς με το παραπάνω, αυτό του στοίχισε άφθονους μώλωπες, και ένα εγκάρσιο σκίσιμο σαν από ξυράφι στην κνήμη βαθύ μέχρι το κόκκαλο και κάτι αφόρητους πόνους.
Στο τέλος της αλάνας δυο ατροφικά δέντρα, έριχναν παραπετάσματα απο μικρές σκιές και έτρεξε βιαστικά κοντά τους τον πόνο του να γιάνει. Καθισμένος στον ίσκιο τα ξαφνιασμένα μάτια του είδαν νεαρό άνδρα να ξεπροβάλει από τον κήπο παρακείμενης οικίας με ναυτική στολή στα λευκά ντυμένο. Τον παρακολουθούσε αθέατος, πίσω από τη σκιά των δέντρων στον απογευματινό Ήλιο και στη δύναμη της εικόνας ένιωσε κάτι πολύ περίεργο, μυστήριο λαμπερό τον συνεπήρε, "τρελλό όνειρο", που έβγαινε απο την ψυχή του, μπορούσε να το δει καθαρά με τη φαντασία του, να ταξίδεύει στα πέρατα του κόσμου. Ενοιωσε ζωντανά τη περιπλάνηση στην καταχνιά της σκέψις του, λες και δεν πατούσε στη γη, λες και έπλεε με καράβι στα γαλανά νερά της απέραντης θάλασσας, έγινε για λίγο ναυτικός. Αγαπούσε ιδιαίτερα τη θάλασσα και κάθε φορά που κατηφόριζε στις ακτές της Αγίας Μαρίνας το γλεντούσε η ψυχή μου. Όταν έφτανε κοντά της άπλωνε παγανιά το βλέμμα να κυνηγήσει τις ομορφιές της όλες, και τη φαντασία του αχαλίνωτη να οργιάσει.
Κι’ εκείνη τον δέχτηκε στην αγκαλιά της.
Η γη δεν είναι μόνο η στεριά, είναι και η θάλασσα. Είναι απ' αυτούς που διάλεξαν τη θάλασσα. Αιώνιο στοιχείο η θάλασσα. Όμως, πάντα νέο γεμάτο μυστήριο, τόσο στα απάτητα βάθη της, όσο και στην αφρισμένη στιλπνή επιφάνειά της. Μυστήριο γεμάτη μεγαλοσύνη κι άγρια ομορφιά.
Εδώ το μακρινό ταξίδι τέλειωσε, η συνέχεια θα δώσει πλέον τη θέση της στην περιπέτεια και τη μακριά πορεία από την αθωότητα στην εμπειρία.
Τα όνειρα είναι η κοινή μοίρα των παιδικών χρόνων, στο γλυκό, αθώο ξεκίνημα.
Σπουδές, οικογένεια, παιδιά, επιτυχία.
Ζωή, έρωτας, βιοπάλη, θάνατος, όλα μαζί δένονται στη ψυχή τους και γίνονται ποίημα.
Η περιπέτεια και η μακριά πορεία τελειώνει σ' εκείνο το μέρος όπου πηγαίνει η φλόγα όταν σβήνει.

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Βιράρω καπετάνιο.

Στην Αντοφαγκάστα της Χιλής συνέβηκε θαρρώ, μια φωτεινή και δροσερή από την αύρα του ωκεανού Κυριακή, με τον ήλιο, ανατέλλοντας να φωτίζει το πλοίο ανάμεσα από τις χαράδρες πέρα από τις υψηλές κορυφογραμμές των Άνδεων. Στο βάθος εκτείνεται η έρημος Ατακάμα, μια στεγνή και ξηρή περιοχή, διαβρωμένη, κατά μήκος των Χιλιανών ακτών στον Ειρηνικό ωκεανό. Η βροχόπτωση εδώ εμφανίζεται μια η δυο φορές τον αιώνα και η έρημος Ατακάμα είναι μια από τις ξηρότερες περιοχές του πλανήτη. Ένας συνδυασμός ψυχρών θαλασσίων ρευμάτων από την Ανταρκτική και του θερμού αέρα του ωκεανού δημιουργεί μια αντιστροφή που παράγει ομίχλη στην έρημο αλλά ελάχιστη βροχή. Η αντιστροφή αυτή κρατά επίσης χαμηλές θερμοκρασίες στην έρημο παρά την εγγύτητα της περιοχής στον ισημερινό.
Η ιστορία μας υποθέτω ότι ξεκίνησε ένα πρωινό στα τέλη Μαρτίου. Λέω υποθέτω γιατί είναι δύσκολο να ξέρεις το πότε ακριβώς ξεκίνησε κάτι. Είναι όπως ερωτεύεσαι κάποιον. Σε ρωτούν πόσο καιρό βγαίνετε και είναι δύσκολο να απαντήσεις.
Τίποτα δεν προμήνυε πως θα ήταν κάτι διαφορετικό από μια συνηθισμένη Κυριακή στον ήσυχο λιμένα που βρέχεται από τα νερά του νότιου Ειρηνικού ωκεανού. Μια μοναχική προβλήτα στο τέλος του λιμένος για πλοία μεσαίου μεγέθους της εποχής, στην δεκαετία του 70.
Ήταν νωρίς το πρωί, στεκόταν και κοιτούσε έξω από το φινιστρίνι του γραφείου του την ψυχρή δροσιά του πανέμορφου πρωινού, πέρα στις κοντινές πλαγιές στα άσπρα σπίτια η αντηλιά τον ενοχλούσε.
Καμιά σημαντική υποχρέωση δεν τον περίμενε σήμερα.
Είχε κοιμηθεί θαυμάσια στην ζεστή αγκαλιά της πράγμα που θεώρησε καλό οιωνό, διασφαλίζοντας πως τίποτα δεν θα πάει στραβά την υπόλοιπη μέρα.Για την ακρίβεια είχε μια τέλεια αίσθηση, το είδος εκείνο που έσβηνε τις μίζερες σκέψεις.
Ήμουν εξαιρετικά μπερδεμένος με την πορεία της ζωής του καπεταν Γιάννη τότε, και έτσι παραμένω και σήμερα.
Ένας προσηνής, ευγενικός και συνάμα γοητευτικός άνδρας που η λέξη ευπαρουσίαστος, μια λέξη που δεν την ακούς συχνά πλέον λένε ότι χαράχτηκε για εκείνον, έναν γενναιόδωρο άνδρα με ζωηρό χαμόγελο και ένα φινετσάτο γούστο στο ντύσιμο, το οποίο ακόμη και αν αγόραζες τα ίδια δεν θα το αποκτούσες.
Και όμως δημιουργήθηκε κυκλοφοριακή συμφόρηση.
Ήταν ήδη μετά τις οκτώ και να φουριόζος καταφθάνει ο πράκτορας του πλοίου και τον πληροφορεί ότι σε δύο με τρεις ώρες έρχεται εκτός προγράμματος ένα Ρο-Ρο μεταφοράς για να παραδώσει μερικά αυτοκινούμενα εμπορευματοκιβώτια και πρέπει το πλοίο να μετακινηθεί πιο μπροστά στην προβλήτα για να υπάρξει ο απαιτούμενος χώρος για την πρόσδεση του Ρο-Ρο.
Δεν μπορούσε να το πιστέψει.
Για μια στιγμή κοκάλωσε με το στόμα ανοικτό, έμεινε ακίνητος για δευτερόλεπτα με τα χέρια στα πλευρά και το πρόσωπο ανέκφραστο. Μόλις ξεπέρασε την έκπληξη , βρέθηκε σε πλήρη εγρήγορση.Το τελευταίο λοιπόν πράγμα που μας έλειπε ήταν αυτό μονολόγησε.Στο πλοίο δεν υπάρχει ψυχή πέρα από τον ίδιο και τον λαδά της βάρδιας με τα κορίτσια τους για συμπαράσταση στο πρόβλημα του. Το προς φόρτωση φορτίο δεν ήταν έτοιμο και το πλοίο περίμενε στην προβλήτα άπραγο για μερικές ημέρες, κάπου δε είχαν οργανώσει ολονύκτιο γλέντι και όλο το πλήρωμα είχε συμμετοχή. Παράδοξο που ο καπετάν Γιάννης απουσίαζε από το γλέντι.Έβγαλε μια βαθιά ανάσα σήκωσε τους ωμούς του και το βλέμμα του συνάντησε αυτό του πράκτορα. Η έκφραση του είχε μια αποφασιστική ηρεμία με ένα αμυδρό χαμόγελο να σκιάζει το πρόσωπο του.
Υπάρχει κάτι ανεξήγητο μα χειροπιαστό που πλανάται στη ατμόσφαιρα....
-Φοβάμαι πως θα γίνουμε πρωτοσέλιδο λέει του Ατζέντη.
-Δική σου επιλογή κάπταιν αλλά θα πρέπει το πλοίο να μετακινηθεί οπωσδήποτε.
Έριξε μια ματιά στο εσωτερικό της καμπίνας στο κρεβάτι. Ήταν όμορφη στ’ αλήθεια, ελκυστική μπορείς να την περιγράψεις, με μάτια που κοιτούσαν προς το μέρος του θεσπέσια νερά μιας καθάριας λίμνης, ντυμένη με ένα νεγκλιζέ που άφηνε να φαίνεται το κορμί της και τόνιζε το στήθος της. Λειτουργούσε επάνω του σαν έμπνευση και γέμιζε την ζωή του χρώμα και θόρυβο. Ο καπετάν Γιάννης είχε μια πολύ φημισμένη και σεβαστή ιστορία στις επιλογές του.
Φαινόταν κάπως ανήσυχη, διστακτική και απορημένη τον κοιτούσε προσπαθώντας να μαντέψει ποιο είναι το πρόβλημα που τους πρόεκυψε, δαγκώνοντας ανεπαίσθητα το κάτω χείλος της.
-Λορένα χρειάζομαι κάποιον να με βοηθήσει. Αυτό είναι το θέμα, δεν μου αρέσει αυτό αλλά δεν έχω άλλη επιλογή, σήκω και ετοιμάσου να πάμε στην πλώρη.
Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι αναστατωμένη σταυρώνοντας τα μακριά της πόδια, ακούμπησε πίσω στα μαξιλάρια με τα χέρια της προσπαθώντας να αντιληφθεί τι ήταν αυτό που της ζητούσε.
-Ετοιμάσου να πάμε μια βόλτα στην πλώρη και μην αναρωτιέσαι θα σου εξηγήσω.
Της ήταν αδύνατο να το πιστέψει.
-Μάλιστα . Νομίζεις στα αλήθεια ότι εγώ μπορώ να σε βοηθήσω;
-Δε θα στο ζητούσα, όχι αν μπορούσα να σκεφτώ έναν άλλο τρόπο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Η έκφραση στο πρόσωπο της δεν άλλαξε για αρκετή ώρα.
-Είσαι σίγουρος;
-Λορένα προχώρα και μην στύβεις το μυαλό σου δεν είναι απαραίτητο.
Ταυτόχρονα έγιναν οι δέουσες εξηγήσεις , ο λαδάς ξεκίνησε τα απαραίτητα δίκτυα και μετά ανέλαβε την λειτουργία στα βίντσια της πρύμνης
Η Λορένα με ρυθμό χελώνας και ρίχνοντας ματιές γύρω της προσπαθούσε να αντιληφθεί τι επρόκειτο περίπου να κάνει.
Με τα  "γουόκι τόκι" ανά χείρας φτάσανε στην πλώρη.
Τα βίντσια ήταν ήδη σε λειτουργία. Της έδειξε το μοχλό λειτουργίας στα χέρια και της εξήγησε το βίρα και το μάϊνα και πως ακριβώς λειτουργεί.
-Κατάλαβες Λορένα;
Η Λορένα έβγαλε μια βαθιά ανάσα και κούνησε ελαφρά το κεφάλι της.
-Κατάλαβα καπετάνιο.
-Ωραία πάρε το "γουόκι τόκι" και θα περιμένεις τις εντολές τώρα από αυτό, και να μην φοβάσαι είσαι ασφαλής της είπε, και αναχώρησε για την γέφυρα του πλοίου.
Ο θόρυβος σαν επανωτά γρονθοκοπήματα από τα γρανάζια του βιντσιού της προκαλούσαν μια αίσθηση εντόνου φόβου, τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί αναρωτήθηκε και άφησε το μοχλό στην ουδέτερη θέση.
Σταθερά και με ήρεμο τόνο ο καπετάν Γιάννης γνήσιος καπετάνιος, την προστάζει κοφτά μέσα από το "γουόκι τόκι".
-Βίρα Λορένα....  Λορένα Βίρα σου λέω……
Σταδιακά η Λορένα βρήκε πρόσκαιρα την αυτοκυριαρχία της, τέντωσε το κορμί της, και ξανατράβηξε τον μοχλό λειτουργίας του Βιντσιού.
-Βιράρω καπετάνιο, βιράρω, αγκομαχώντας σαν κλαυθμός ακούστηκε η απάντηση της.
Και το πλοίο πάρκαρε τριάντα μέτρα πιο πάνω στην προβλήτα υπό το έκπληκτο βλέμμα του ατζέντη, που κάτι σίγουρα θα μουρμούριζε για τους συγχρόνους απογόνους του πολυμήχανου Οδυσσέα.
Θρύλος έχει μείνει ο απόηχος από το κυριακάτικο πρωινό μανουβράρισμα του πλοίου στην μακρινή Αντοφαγκάστα στην νότιο Χιλή.
Βίρα Λορένα,... Λορένα Βίρα σου λέω......
Βιράρω καπετάνιο, βιράρω……

Τον γνώρισα πολύ λίγο αλλά ξέρω τόσες ιστορίες του, που νομίζω ότι ζήσαμε μαζί μια ολόκληρη θητεία, στην απεραντοσύνη των ωκεανών.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Κώστας Βάρναλης - Θάλασσα (πρόλογος στο "φως που καίει")


YouTube Videos

Youtube Videos
«Να σ’ αγναντέβω, θάλασσα, να μη χορταίνω
απ’ το βουνό ψηλά
στρωτήν και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.
Να’ ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερ’, όντας
μετ’ άξαφνη νεροποντή
χυμάει μεσ’ απ’ τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.
Να ταξιδέβουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,
τα ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά καποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορεφτικά
τα πέφκα, τα χρυσόπεφκα, κι άνθος του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά
Κι αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό
τα ερημικά χιονόσπιτα – κι αφτά μες στ’ όνειρό τους
να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.
Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτινέ έρωτά μου,
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να’ ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.
Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πάς πολύ μακριά απ’ τη μάβρη τούτη Κόλαση,
μακριά πολύ κι από τους μάβρους κολασμένους…»

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Ιουλιανός, Ο Τελευταίος Έλληνας Εθνικός

Πηγή: Ιουλιανός, Οι Τελευταίοι Έλληνες Εθνικοί
Απόδοση: Γιάννης Αβραμίδης , Γιάννης Χριστοδούλου
Εκδόσεις Θύραθεν, 8η Έκδοση, Καλοκαίρι 2004
ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΘΝΙΚΟΙ!
Περισσότερα ΕΔΩ!

Όχι μόνο ο Ιουλιανός αλλά ολόκληρη η ύστερη αρχαιότητα βρίσκεται βυθισμένη μες στα σκοτάδια της λήθης. Ο μέσος Έλληνας θα εκπλαγεί μαθαίνοντας ότι για ένα σοβαρό αριθμό ξένων ιστορικών επιστημόνων ο πραγματικός Χρυσός Αιώνας της αρχαιότητας ήταν ο Β’ μετά Χριστόν. Και θα εκπλαγεί διότι στη συνείδησή του έξι ολόκληροι αιώνες Ελληνισμού έχουν συμπιεστεί στη λέξη «παρακμή».
Η ίστορία σταματά με το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου και ξαναρχίζει με τον «Μέγα» Κωνσταντίνο. Στο μεταξύ διάστημα, ο κόσμος μεταβαίνει από παρακμή σε ακόμα χειρότερη παρακμή, περιμένοντας την νίκη του χριστιανισμού για να σωθεί επιτέλους. (Όλοι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες είναι εξ ορισμού «κακοί». Από την εποχή που αρχίζουν να βαπτίζονται Χριστιανοί γίνονται εξ ορισμού «καλοί»).
Αν έχει περιπέσει σε τέτοια παιδαριώδη επίπεδα η ιστορική μας αυτογνωσία, αυτό δεν οφείλεται τόσο στη μυθολογία της εκκλησίας όσο στην αφασία των επαγγελματιών της ιστορίας. Η ιστορική επιστήμη, άνευρη και άχαρη σαν γεροντοκόρη, υποχωρεί και κλίνει το γόνυ αφήνοντας να αλωνίζουν ανεμπόδιστα ο μεταμοντέρνος εκλεκτικισμός -διάβαζε: ετσιθελισμός- και ο αυτάρεσκος βυζαντινολατρικός επαρχιωτισμός των συμπαθών πατριδογνωστών μας και άλλων θρησκευομένων.
Η παραμυθία, η προβολή σύγχρονων ιδεολογημάτων πάνω στο παρελθόν και η επιλεκτική αρχαιοκαπηλία ανέκαθεν οργίαζαν. Μόνο που την τωρινή αφλογιστία της επιστήμης, την εκούσια βουβαμάρα, την παραίτηση ή τον αυτοπεριορισμό σε κάποιες αίθουσες διδασκαλίας, ούτε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς δεν θα μπορούσε να τα ονειρευτεί…
Σήμερα ο Ιουλιανός αποτελεί μια ενοχλητική παρένθεση μέσα στα εγχειρίδια της ελληνικής ιστορίας. Αναφέρεται πάντοτε με το επώνυμο που του χάρισαν οι χριστιανοί («Παραβάτης» ή Άποστάτης») οι οποίοι, στην καλύτερη περίπτωση, τον εμφανίζουν ως έναν ανεδαφικό οραματιστή• ένα μικρό ανάχωμα που παρασύρθηκε από το ποτάμι της ιστορίας… Ιδού ένα μικρό δείγμα μεγαλόθυμης θρησκευόμενης ιστοριογραφίας:
«Ως εραστής παράφρων ιστάμενος ενώπιον του πτώματος ερωμένης περιποθήτου εφαντάζετο ο ταλαίπωρος ότι δύναται διά των ασπασμών αυτού και των περιπτύξεων να εμφυσήση ζωήν εις σώμα σώζον μεν έτι καλλονήν απαράμιλλον άλλ’ ουδέν ήττον άψυχον κατακείμενον. Θέαμα οικτρόν, του οποίου όμως ανάγκη να παρακολουθήσωμεν τας περιπετείας.» (Κ. Παπαρρηγόπουλος).
Εδώ θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι ο Κ. Παπαρρηγόπουλος και πολλοί άλλοι ιστορικοί ύστερα απ’ αυτόν, δεν λαμβάνουν καθόλου υπ’ όψιν το ότι την εποχή του Ιουλιανού (4ος αι.), αν σε πολλές πόλεις της Ανατολής ο χριστιανισμός είχε ενδυναμωθεί ως λαϊκό κίνημα, στην Ελλάδα, στην Ιταλία και στην Δύση γενικότερα ήταν εξαιρετικά ανίσχυρος, χωρίς καμία προοπτική προόδου. Δεν κατόρθωσε να επιβληθεί παρά τον 5ο αιώνα: όχι ως κίνημα αλλά ως αυτοκρατορική εξουσία. Η επικράτηση της νέας θρησκείας στον Ελλαδικό χώρο είναι ένα κεφάλαιο της Ιστορίας που το μεγαλύτερο μέρος του καλύπτει η γενοκτονία του πληθυσμού όλων των πόλεων της νότιας Ελλάδας -πλην των Αθηνών- στη διάρκεια της βαρβαρικής εισβολής των νεοφώτιστων χριστιανών Γότθων του Αλάριχου, το 396 μ.Χ. -τριάντα τρία χρόνια μετά το θάνατο του Ιουλιανού.
Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε παραθέτοντας αναρίθμητα δείγματα όπως το παραπάνω, αλλά ας περιοριστούμε στον Κορδάτο. Για τον Κορδάτο, ο Ιουλιανός δεν είναι παρά μια μαριονέτα των μεγαλογαιοκτημόνων: «Αυτουνών τα συμφέροντα εκπροσωπούσε», γράφει. «Ξέρουμε πως στην Αντιόχεια, τον καιρό που έπεσε πείνα, έστειλε πολύ σιτάρι μα το έδωσε στους πλούσιους κι αυτοί κάνανε μαύρη αγορά και ο κοσμάκης πέθανε στους δρόμους». Όμως μια απλή ανάγνωση του Μισοπώγωνα θα μας δείξει ότι ο Κορδάτος είτε δεν μπήκε καν στον κόπο να τον διαβάσει είτε διαστρέβλωσε τα γεγονότα συνειδητά, έτσι ώστε να τα ταιριάξει σ’ ένα προκατασκευασμένο καλούπι… Γράφει: «Σ’ όλες τις ενέργειες και πράξεις του Ιουλιανού υπήρχε το πολιτικό συμφέρον». (Να μια «πρωτότυπη», «οξυδερκής» και πολύ «διαφωτιστική» παρατήρηση• κι ωστόσο εσφαλμένη: τον Ιουλιανό δεν τον συνέφερε να στρέψει εναντίον του τους επισκόπους και τις μάζες των χριστιανών). «Γι’αυτό κολάκεψε και τους Ιουδαίους όσο μπορούσε». Η αλήθεια είναι ότι ο Ιουλιανός στάθηκε ανελέητος στην πολεμική του κατά του ιουδαϊσμού. Όμως απέναντι στους ίδιους τους Ιουδαίους, -που άλλωστε ήταν υπήκοοί του- η στάση του ήταν άμεμπτη. Μήπως θά ‘πρεπε, αφ’ ενός να ενστερνίζεται τα ιουδαϊκά δόγματα και αφ’ετέρου να διώκει τους Ιουδαίους, όπως έκαναν όλοι οι μετέπειτα -και μέχρι των ημερών μας- αντισημίτες;
Όμως, όπως είπαμε προηγουμένως, πιο σωστό είναι να ανατρέχει κανείς στις πηγές, παρά να εμπιστεύεται την κρίση ιστορικών που τους χωρίζει μιάμιση χιλιετία από τις καταστάσεις και τα γεγονότα που αφηγούνται, και που θέλουν να βλέπουν σ’ αυτά την δικαίωση των θρησκευτικών και άλλων πεποιθήσεών τους. Όχι πως όλοι οι συγγραφείς και ρήτορες της αρχαιότητας που αποτελούν τις πρωτογενείς ιστορικές πηγές είναι υποδείγματα άψογης ιστοριογραφίας ή ψύχραιμης και έντιμης ρητορείας. Κάθε άλλο. Ανατρέχοντας όμως κανείς σ’ αυτούς, όσο αυτό είναι δυνατό, γίνεται ιστορικός ερευνητής και ο ίδιος, μαθαίνει από πρώτο χέρι και στο βαθμό που δεν διακατέχεται από προκαταλήψεις, αξιολογεί σωστά το υλικό που έχει μπροστά του. Στις πηγές λοιπόν…

ΑΜΜΙΑΝΟΣ ΜΑΡΚΕΛΙΝΟΣ

Ο ιστορικός συγγραφέας Αμμιανός Μαρκελίνος υπήρξε σύγχρονος του Ιουλιανού και συνομήλικός του – έζησε βέβαια πολύ περισσότερο’ αρκετά ώστε να «θάψει» άλλους τρεις αυτοκράτορες…
Αν και Έλληνας, Αντιοχέας για την ακρίβεια, έγραψε στα Λατινικά, πράγμα σπάνιο για την εποχή εκείνη. To έργο του κάλυψε τρεις αιώνες: την περίοδο από το 96 μ.Χ. μέχρι τον θάνατο του αυτοκράτορα Ουάλη, που σκοτώθηκε από τους Γότθους στην Ανδριανουπολη, το 378. Αποτελούνταν από 31 βιβλία. Τα 13 πρώτα έχουν χαθεί τα υπόλοιπα που σώζονται καλύπτουν μόνο την 25ετία 353-378.
Ολόκληρο το έργο του διαπνέεται από ένα ψυχρό ρεύμα άτεγκτης φιλαλήθειας: δεν υπήρχε περίπτωση να αποσιωπήσει μια διασταυρωμένη πληροφορία ή ένα γεγονός που είχε ζήσει ο ίδιος (και είχε ζήσει πολλά’ και ως πολεμιστής ο ίδιος και ως στρατιωτικός ακόλουθος). Δεν υπέκυψε ποτέ στον πειρασμό – αν υποθέσουμε πως υπήρξε ποτέ γι’ αυτόν τέτοιος πειρασμός – της εσκεμμένης παραποίησης ή του εμπαθούς σχολίου. Απεναντίας, όπου χρειαζόταν, δεν ήταν διόλου φειδωλός στα καυστικά σχόλια: τήρησε μιαν αυστηρή στάση απέναντι στους πάντες, μη διστάζοντας να ψέξει ή να επικρίνει ακόμα και ανθρώπους που εκτιμούσε – σ’ αυτούς συγκαταλεγόταν και ο Ιουλιανός, ή ακόμα να αναζητήσει τις πραγματικές σκοπιμότητες πίσω από «καλές» πράξεις των ανθρώπων της εξουσίας. Δεν δίστασε λ.χ. να εκφράσει την άποψη ότι, πίσω από την «δήθεν καλοπροαίρετη» προσπάθεια του Ιουλιανού να συμφιλιώσει τις αλληλοσυγκρουόμενες μερίδες των χριστιανών και να εμπνεύσει ανάμεσά τους την ανεξίθρησκεία, κρυβόταν η πονηρή σκέψη ότι «καθώς η ελευθερία θα ενίσχυε τις διαφωνίες, ο Ιουλιανός δεν θα είχε να φοβάται ένα ενωμένο πλήθος αντιπάλων: ήξερε από πείρα ότι δεν υπάρχουν θηρία πιο ολέθρια από ό,τι είναι ο ένας για τον άλλον οι περισσότεροι χριστιανοί.» Αν εξαιρέσουμε τα παραπάνω λόγια, ο Αμμιανός Μαρκελίνος, παρ’ ό,τι εθνικός, στάθηκε ευνοϊκά απέναντι στους χριστιανούς και δεν δίστασε σε άλλες περιπτώσεις να τους υποστηρίξει. Αυτά τα γνωρίσματά του τον κατέστησαν μία από τις εγκυρότερες ιστορικές πηγές της ύστερης αρχαιότητας.
Τα δυο κεφάλαια που ακολουθούν ανήκουν στο 25ο βιβλίο του. Στο ένα (κεφ. 3) περιγράφεται η τελευταία μάχη και ο θάνατος του Ιουλιανού. Ο Αμμιανός συμμετείχε και ο ίδιος στην εκστρατεία κατά των Περσών και ήταν παρών σε όλα τα γεγονότα που αφηγείται. Στο επόμενο (κεφ. 4), εκφράζει, την άποψή του για τον Ιουλιανό και για τα ιστορικά γεγονότα της εποχής.
Oι περιφραστικοί τίτλοι στις αρχές των κεφαλαίων είναι γραμμένοι από τον ίδιο.<

TΟ ΤΕΛΟΣ

Όπου ο αυτοκράτορας χωρίς να φορά τον θώρακά του όρμησε στη μάχη για να απωθήσει τους Πέρσες που μας πίεζαν από όλες τις μεριές, τραυματίστηκε από λόγχη και μεταφέρθηκε στη σκηνή του. Εκεί, απευθύνεται στους γύρω του και αφού πίνει ένα ποτήρι δροσερό νερό, πεθαίνει.
Οι μεγάλες απώλειες των Περσών, τους έκαναν να φοβούνται τις τακτικές μάχες με το πεζικό. Έστηναν ενέδρες και παρακολουθούσαν κρυφά τις κινήσεις μας από τα γύρω υψώματα. Έτσι, επιφυλακτικοί οι στρατιώτες, όλη την μέρα δεν μπήκαν στον κόπο να στήσουν πασσάλους για προστασία.
Και ενώ οι δυο πλευρές προστατεύονταν καλά και ο στρατός προχωρούσε σε τετράγωνο σχηματισμό επειδή έτσι επέβαλε η διαμόρφωση του εδάφους, κάποια στιγμή ειδοποιούν τον Αυτοκράτορα, που είναι άοπλος επικεφαλής της φάλαγγας, ότι οι Πέρσες χτυπούν την οπισθοφυλακή μας.
Πάνω στον εκνευρισμό της στιγμής, ξεχνά να βάλει το θώρακά του και παίρνει μόνο μιαν ασπίδα. Καθώς ορμάει προς τα πίσω, τον ειδοποιούν ότι oι μονάδες εμπροσθοφυλακής που μόλις είχε αφήσει δέχτηκαν κι αυτές επίθεση.
Επιστρέφει για να επιβάλει. την πειθαρχία, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο. Εκείνη την στιγμή τμήματα κατάφρακτων Πάρθων εμφανίζονται ξαφνικά από μιαν άλλη κατεύθυνση κι ορμούν στο κέντρο των εκατοντορχιών μας. Εξουθενωμένη, η αριστερή πτέρυγα τα χάνει και υποχωρεί γιατί οι άνδρες μας δεν αντέχουν την μυρωδιά ούτε το βρυχηθμό των ελεφάντων και προσπαθούν να ανταπεξέλθουν εκτοξεύοντας βέλη και ρίχνοντας κοντάρια.
Ενώ ο Αυτοκράτορας πολεμάει στις πρώτες γραμμές, το ελαφρύ πεζικό μας χυμάει πάνω στους Πέρσες, κι αυτοί κάνουν μεταβολή κυνηγημένοι από τους δικούς μας, που χτυπούν από πίσω άνδρες και ζώα.
Χωρίς καθόλου να νοιάζεται για την ασφάλειά του, ο Ιουλιανός φωνάζει και χειρονομεί ζωηρά για να δώσει στους άνδρες του να καταλάβουν ότι ο εχθρός έχει τραπεί σε άτακτη φυγή, και για να τους κάνει να τον κυνηγήσουν με ακόμη μεγαλύτερο σθένος, ορμάει ο ίδιος μέσα στη συμπλοκή. Oι φρουροί του, που ο φόβος τους είχε διασκορπίσει, του φωνάζουν να απομακρυνθεί από το κύμα των φυγάδων, που ήταν το ίδιο επικίνδυνοι με μια παλιά ετοιμόρροπη στέγη. Αυτήν ακριβώς την στιγμή, μία λόγχη ιππικού – από άγνωστη κατεύθυνση – (1) του γδέρνει τo μπράτσο, διαπερνά τα πλευρά και χώνεται στον κάτω λοβό του ήπατος. Με το δεξί χέρι προσπαθεί να τραβήξει και να βγάλει την λόγχη, μα νιώθει να κόβονται τα δάχτυλά του στην κοφτερή λάμα του μετάλλου. Πέφτει από το άλογο και όλοι όσοι βρίσκονται εκεί ορμούν για να τον μεταφέρουν στο στρατόπεδο και να του δώσουν τις πρώτες βοήθειες. Καθώς ο πόνος δείχνει να μειώνεται προς στιγμή, αρχίζει να ελπίζει. Απωθώντας τον θάνατο δυναμικά, ζητάει τα όπλα και τ’ άλογό του για να ξαναγυρίσει στη μάχη και να δώσει θάρρος στους στρατιώτες του. Θέλει να δείξει ότι, ξεχνώντας τον εαυτό του, δεν σκέφτεται παρά την ασφάλεια των άλλων: με την ίδια ενεργητικότητα -αν και κάτω από διαφορετικές συνθήκες- που ο φημισμένος ηγέτης Επαμεινώνδας, τραυματισμένος θανάσιμα στη μάχη της Μαντινείας, όταν μεταφέρθηκε μακριά από τη μάχη, ανησύχησε για την ασπίδα του, κι όταν την είδε πλάι του ξεψύχησε ευτυχισμένος- αυτός που άφοβα θυσίασε τη ζωή του, φοβήθηκε μήπως πάθει τίποτα η ασπίδα του.
Αλλά οι δυνάμεις του Ιουλιανού δεν ανταποκρίνονται στη θέλησή του: εξασθενημένος από τη σοβαρή αιμορραγία, κάθεται ήσυχος και όταν, μετά από ερώτησή του, ακούει ότι ο τόπος όπου χτυπήθηκε ονομάζεται Φρυγία, χάνει κάθε ελπίδα για τη ζωή του, γιατί του είχαν προφητέψει άλλοτε ότι ήταν της μοίρας του γραφτό να πεθάνει εκεί.
Όταν ο αυτοκράτορας μεταφέρθηκε στη σκηνή του, οι στρατιώτες, τρελοί από πόνο και οργή, θέλησαν να εκδικηθούν και αποφασισμένοι να πεθάνουν αν χρειαζόταν, όρμησαν εναντίον του εχθρού και προσπάθησαν να τον τρομάξουν, χτυπώντας τις λόγχες πάνω στις ασπίδες τους. Αν και τυφλωμένοι από τα σύννεφα της σκόνης κι εξασθενημένοι από την ζέστη που ολοένα χειροτέρευε, ήταν εξαγριωμένοι από την απώλεια του αρχηγού τους και ρίχνονταν άφοβα πάνω στα εχθρικά σπαθιά.
Αντίθετα, στους Πέρσες κυριαρχούσε η χαρά. Οι στρατιώτες τους κρύβονταν πίσω από τη βροχή των βελών που εκτοξεύονταν από την παράταξή τους. Στην πρώτη γραμμή βάδιζαν αργά oι ελέφαντες, που ο τεράστιος όγκος και oι διαπεραστικές κραυγές τους κατατρόμαζαν άνδρες και άλογα. Παραπέρα ακούγονταν τα χτυπήματα των πολεμιστών, τα βογκητά των πληγωμένων, ο ρόγχος των αλόγων, η κλαγγή των όπλων. Τελικά, οι αντίπαλοι κουράστηκαν να πολεμούν και η νύχτα έβαλε τέλος στη μάχη.
Πενήντα αξιωματικοί και σατράπες των Περσών σκοτώθηκαν αυτή τη μέρα, και μεγάλος αριθμός απλών στρατιωτών… Στη διάρκεια των συμπλοκών που συνεχίστηκαν μετά την πτώση του αρχηγού, στη δεξιά αποδεκατισμένη πτέρυγα, ο μάγιστρος των οφικίων Ανατόλιος βρήκε το θάνατο. Ο ύπαρχος Σαλούτιος μόλις που γλίτωσε• σώθηκε από τον αξιωματικό υπηρεσίας του, ενώ δίπλα του ο σύμβουλος Φωσφόριος πληγώθηκε θανάσιμα. Μερικά μέλη της αυτοκρατορικής φρουράς και ορισμένοι στρατιώτες, κατόρθωσαν, με πολύ μεγάλο κίνδυνο, να καταφύγουν σ’ ένα γειτονικό οχυρό και δεν μπόρεσαν να ενωθούν με το υπόλοιπο στράτευμα παρά τρεις μέρες αργότερα.
Στο μεταξύ ο Ιουλιανός, ξαπλωμένος στη σκηνή του, απευθυνόταν στους καταβεβλημένους από τη θλίψη συντρόφους του με τα παρακάτω λόγια:
«Ήρθε τελικά για μένα η στιγμή, φίλοι, μου, ν’ αφήσω αυτή την ζωή την οποία, με την πρώτη ζήτηση, επιστρέφω χαρούμενος στη Φύση, σαν ένας τίμιος οφειλέτης. Δεν θλίβομαι καθόλου (όπως ίσως θα νόμιζαν μερικοί), γιατί μοιράζομαι με τους φιλόσοφους την κοινή δοξασία για το πόσο πιο ευτυχισμένη από το σώμα είναι η ψυχή, και δεν ξεχνώ ότι, όταν μιαν ευτυχισμένη κατάσταση την διαδέχεται μια άσχημη, είναι καλύτερα να χαίρεται κανείς παρά να λυπάται. Σκέφτομαι επίσης ότι οι ίδιοι οι επουράνιοι θεοί χάρισαν τον θάνατο σε ανθρώπους πάρα πολύ ενάρετους, σαν να ήταν αυτό μια υπέρτατη αμοιβή.
»Εμένα μού ‘δωσαν το χάρισμα ν’ αντιστέκομαι ακόμη και σε μεγάλες δυσκολίες και να μην υποκύπτω ποτέ ούτε να αυτοταπεινώνομαι• γιατί η πείρα μ’ έχει διδάξει ότι μόνον οι αδύναμοι καταβάλλονται από την θλίψη ενώ, αντίθετα, την νικούν όσοι επιμένουν προσπαθώντας.
»Δεν μετανιώνω για ό,τι έκανα και δεν βασανίζομαι από την ανάμνηση κανενός σοβαρού αμαρτήματος που να έχω διαπράξει, ούτε όταν ήμουν εξόριστος και ζούσα στην αφάνεια είτε μετά την ανάρρησή μου στην εξουσία. Κράτησα, νομίζω, την ψυχή μου αμόλυντη, πιστεύοντας ότι η ψυχή του ανθρώπου συγγενεύει με τους θεούς. Η πολιτική μου υπήρξε μετριοπαθής και προκάλεσα ή απέφυγα πολέμους πάντα ύστερα από ώριμη και λογική σκέψη. Όμως η επιτυχία δεν έρχεται πάντα να στέψει τις καλές προσπάθειες, γιατί οι ανώτερες δυνάμεις απαιτούν να έχουν την τελευταία λέξη σε όλα τα ανθρώπινα εγχειρήματα.
»Πίστευα ότι ο σκοπός μιας δίκαιης εξουσίας είναι η ευτυχία και η ασφάλεια των υπηκόων της, γι’ αυτό υπήρξα πάντα, όπως ξέρετε, υπέρ των πιο ειρηνικών λύσεων και απέκλεισα από τις πράξεις μου κάθε ελευθερία ικανή να φθείρει τα πράγματα και τα ήθη. Χαίρομαι που το Κράτος, σαν αυστηρός γονιός, με εξέθεσε αδίστακτα στους κινδύνους, κι έτσι στάθηκα ικανός ν’ αντισταθώ στις θύελλες του πεπρωμένου, αφού τις είχα συνηθίσει. Και δεν ντρέπομαι να ομολογήσω ότι χάρη σε μια αξιόπιστη προφητεία, ξέρω από πολύ καιρό ότι είναι της μοίρας μου να πεθάνω από σίδερο. Ευχαριστώ τους αιώνιους θεούς που μου επέτρεψαν να πεθάνω, όχι σαν θύμα σκοτεινών δολοπλοκιών ούτε μέσα στους πόνους μιας πολύχρονης ασθένειας ούτε σαν εγκληματίας, αλλά αφήνοντας τον κόσμο μέσα στο φως, στο απόγειο μιας ένδοξης σταδιοδρομίας. Γιατί αυτός που θέλει, να πεθάνει πριν έρθει η ώρα του είναι το ίδιο αδύναμος και δειλός μ’ εκείνον που προσπαθεί ν’ αποφύγει τον θάνατο όταν φτάνει η στιγμή.
»Μίλησα αρκετά πια, η ζωή μ’ εγκαταλείπει. Όσο για την εκλογή ενός Αυτοκράτορα, είναι φρονιμότερο να μην πω τη γνώμη μου, γιατί φοβάμαι μήπως από άγνοια δεν υποδείξω τον πιο άξιο. Ακόμη κι αν έλεγα το όνομα εκείνου που θεωρώ σαν τον καταλληλότερο, θα υπήρχε κίνδυνος να του προξενήσω μεγάλο κακό, σε περίπτωση που τελικά προτιμηθεί κάποιος άλλος. Σαν πιστός γιος της πατρίδας μας, εύχομαι μόνο να με διαδεχτεί ένας καλός ηγέτης.»
Αφού πρόφερε αυτά τα λόγια με ήρεμη φωνή, θέλοντας να μοιράσει την προσωπική του περιουσία στους φίλους του, κάλεσε τον Ανατόλιο, τον μάγιστρο των οφικίων. Και όταν ο ύπαρχος Σαλούτιος του αποκρίθηκε, «Είναι μακάριος», ο Ιουλιανός κατάλαβε ότι ο Ανατόλιος είχε σκοτωθεί. Τότε αυτός, που αδιάφορος ως τότε για τη δική του μοίρα είχε δείξει τόσο κουράγιο, άρχισε να στενάζει πικρά για το θάνατο του φίλου του.
Στο μεταξύ όλοι οι παρόντες έκλαιγαν• βλέποντάς τους, ο Ιουλιανός έδειξε την δύναμη της επιβολής του ακόμη και σ’ αυτή την περίσταση και τους μάλωσε λέγοντάς τους ότι ήταν ανάξιο να θρηνούν έναν ηγεμόνα την ώρα που πήγαινε να ενωθεί με τον ουρανό και τ’ αστέρια.
Μ’ αυτά τα λόγια τους έκανε όλους να πάψουν, πράγμα που του επέτρεψε ν’ αρχίσει, με τους φιλοσόφους Μάξιμο και Πρίσκο μια περίπλοκη συζήτηση για την υψηλή φύση της ψυχής. Ξαφνικά, η βαθιά πληγή στο πλευρό του άνοιξε κι άρχισε να του κόβεται η ανάσα• αφού ζήτησε και ήπιε ένα ποτήρι κρύο νερό, στη μέση αυτής της πένθιμης νύχτας, πέθανε ήρεμα στα τριάντα δύο του χρόνια.
Τα υπέρ και τα κατά, το ανάστημα και η εξωτερική εμφάνιση του Ιουλιανού
Ήταν ένας άνδρας που διακρινόταν για τα λαμπρά έργα και την έμφυτη μεγαλοπρέπειά του και που πραγματικά θα πρέπει να συγκαταλέγεται ανάμεσα στα ηρωικά πνεύματα. Διότι εφ’ όσον, κατά πως λέγουν οι φιλόσοφοι, τέσσερις είναι οι βασικές αρετές, η μετριοπάθεια, η σοφία, η δικαιοσύνη και το θάρρος, και κοντά σ’ αυτές υπάρχουν κάποια εξωτερικά χαρακτηριστικά τους όπως η γνώση της τέχνης του πολέμου, το κύρος, η ελευθεροφροσύνη και η ευδαιμονία – όλα αυτά μαζί και το καθένα χωριστά ο Ιουλιανός τα καλλιεργούσε με αδιάπτωτο ζήλο.
Κατ’ αρχήν, επιδίωκε την πλήρη αγνότητα σε τέτοιο βαθμό, ώστε μετά τον χαμό της συζύγου του, όπως είναι γνωστό, δεν αφιερώθηκε στον έρωτα ούτε για μια στιγμή: δεν ξεχνούσε αυτό που διαβάζουμε στον Πλάτωνα, ότι ο τραγωδός Σοφοκλής, ηλικιωμένος πια, όταν ρωτήθηκε αν ερχόταν σε συνουσία με γυναίκες, είπε όχι, προσθέτοντας ότι ήταν το ίδιο ευτυχής που είχε γλυτώσει από το πάθος του έρωτα, όσο θα ήταν αν γλίτωνε από κάποιον τρελό και, σκληρό αφέντη.
Για να δώσει μεγαλύτερη ισχύ στην άποψή του, ο Ιουλιανός συχνά επαναλάμβανε το γνωμικό του λυρικού ποιητή Βακχυλίδη τον οποίο ευχαριστιόταν να διαβάζει. 0 Βακχυλίδης είχε πει ότι όπως ένας ζωγράφος με ταλέντο δίνει, σ’ ένα πρόσωπο ομορφιά, έτσι και η αγνότητα χαρίζει γοητεία σε μία ζωή με υψηλές αξίες. Ό,τι επρόκειτο να κηλιδώσει την ώριμη δύναμη του ανδρισμού του το απέφευγε με τόση φροντίδα, ώστε ακόμα κι οι πιο έμπιστοι. υφιστάμενοί του ποτέ δεν τον κουτσομπόλεψαν (όπως συχνά συμβαίνει) ούτε καν πως έδινε υποψίες ότι επιδιδόταν σε σαρκικές απολαύσεις.
Επιπλέον, αυτή του η αυτοσυγκράτηση περιλάμβανε και το φαγητό και τον ύπνο, και την εξασκούσε είτε βpισκόταv στην πατρίδα είτε στο εξωτερικό. Σε εποχές ειρήνης, η λιτότητά του και τα φτωχά του γεύματα προκαλούσαν απορία και θαυμασμό στους ανθρώπους με ορθή κρίση, καθώς έδινε γύρω του την εντύπωση ότι σκόπευε σύντομα να ξαναφορέσει τον φιλοσοφικό τήβεννο. Και στις διάφορες εκστρατείες, συχνά τον έβλεπε κανείς να τρώει ένα πενιχρό γεύμα στα όρθια, σαν κοινός στρατιώτης. Ύστερα από έναν σύντομο ύπνο, μόλις ένιωθε αναπαυμένο το κορμί του που τόσο το είχε συνηθίσει. στις ταλαιπωρίες, σηκωνόταν και, επιθεωρούσε προσωπικά τις αλλαγές φρουράς και τις περιπόλους, κι ύστερα από αυτό έβρισκε καταφύγιο στα βιβλία. Kαι αν μπορούσαν τα λυχνάρια της νύχτας να μιλήσουν, σίγουρα θα μαρτυρούσαν τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα σ’ αυτόν και, κάποιους άλλους ηγεμόνες, γιατί αυτά γνώριζαν καλύτερα από τον καθένα ότι δεν παραδινόταν στις ηδονές, ούτε καν σ’ αυτές που απαιτεί η ίδια η φύση.
Θα ήταν αρκετό να αναφέρουμε λίγες μόνο από τις πολλές αποδείξεις της σοφίας του. Ενώ ασκούσε με επιδεξιότητα τις τέχνες του πολέμου και της ειρήνης, για τον εαυτό του δεν διεκδικούσε παρά τη στοιχειώδη διάκριση, ώστε να μη γίνει ένας αλάζονας. Ήταν μεγαλύτερος στην αρετή απ’ ό,τι στα χρόνια. Έδινε μεγάλη προσοχή στην άσκηση της δικαιοσύνης και μερικές φορές υπήρξε κι’ ο ίδιος ένας άτεγκτος δικαστής, καθώς επίσης αυστηρός επιτηρητής της άσκησης της εξουσίας, διατηρώντας πάντα μιαν ήρεμη περιφρόνηση για τα πλούτη και για τα θνητά πράγματα• συχνά διακήρυττε ότι είναι ντροπή για έναν σοφό άνθρωπο, εφόσον έχει ψυχή να αποζητά τη δόξα για τα σωματικά του χαρίσματα.
Οι υψηλές αξίες που τον διέκριναν στην άσκηση της δικαιοσύνης διαφαίνονται καθαρά: πρώτον, διότι παίρνοντας αμερόληπτα πάντα υπ’ όψη πρόσωπα και περιστάσεις, προκαλούσε δέος χωρίς να είναι σκληρός. Δεύτερον, διότι στεκόταν εμπόδιο στους φαύλους τιμωρώντας μερικούς παραδειγματικά αλλά και διότι απειλούσε τους ανθρώπους με το σπαθί πολύ πιο συχνά απ’ ό,τι το χρησιμοποιούσε. Και τέλος, για να μην μακρηγορώ, είναι πασίγνωστο ότι στάθηκε αρκετά επιεικής με κάποιους αδίστακτους εχθρούς που συνωμοτούσαν εναντίον του, ώστε να ελαφρύνει τις ποινές τους.
Τo ψυχικό σθένος του μαρτυρούν τόσο οι πολυάριθμες μάχες και η διοίκηση των στρατευμάτων στη διάρκεια των πολέμων, όσο και η αντοχή του στο υπερβολικό κρύο και την ζέστη. Και παρ’ όλο που η σωματική ρώμη απαιτείται από τον απλό στρατιώτη ενώ η πνευματική από τον στρατηγό, συνέβη κάποτε, πάνω στη μάχη να αναμετρηθεί παληκαρίσια με έναν άγριο αντίπαλο και να τον ρίξει στο χώμα, και συχνά, όταν οι άνδρες μας υποχωρούσαν, αναχαίτιζε την φυγή τους βάζοντας τα στήθη του μπροστά. Όταν κατέστρεφε τα βασίλεια των παράφορων Γερμανών, αλλά και στην Περσία, πάνω στην καυτή άμμο, ανέβαζε το ηθικό των στρατιωτών του πολεμώντας κι ο ίδιος στην πρώτη γραμμή. Πολλά είναι αυτά που μαρτυρούν υψηλή γνώση των στρατιωτικών ζητημάτων: οι πολιορκίες πόλεων και φρουρίων που επιχειρήθηκαν εν μέσω μεγάλων κινδύνων, oι ποικίλες μορφές με τις οποίες παρέτασσε το στράτευμα στη μάχη, η επιλογή ασφαλών και υγιεινών τόπων στρατοπέδευσης, ο σοφός σχεδιασμός στην τοποθέτηση εμπροσθοφυλακών και περιπόλων (…) Τέλος, ένα γεγονός ενδεικτικό πολλών άλλων: το ότι με ένα μόνον λόγο που εκφώνησε, μπόρεσε να πείσει τους Γαλάτες στρατιώτες του, εξοικειωμένους με τα χιόνια και τον Ρήνο, να διασχίσουν μεγάλες εκτάσεις της χώρας ακολουθώντας τον μέσα στην άνυδρη και φλογισμένη Ασσυρία μέχρι τα ίδια τα σύνορα των Μήδων.
Η επιτυχία του ήταν τόσο καταφανής που για αρκετό διάστημα ο Ioυλιαvός έμοιαζε να καλπάζει πάνω στους ώμους της ίδιας της Τύχης, καθώς στη νικηφόρα σταδιοδρομία του ξεπερνούσε απίστευτες δυσκολίες. Και αφ’ ότου εγκατέλειψε την Δύση, όσο ζούσε, όλα τα έθνη διατήρησαν μιαν αδιατάρακτη ηρεμία, θαρρείς και το μαγικό κηρύκειο του Ερμή κατέβηκε στη γη κι έφερε ανάμεσά τους την ειρήνη.
Υπάρχουν, ακόμη, πολλά και αναμφίβολα δείγματα της γενναιοδωρίας του. Μεταξύ αυτών η επιβολή πολύ ελαφρών φόρων, η απαλλαγή των επαρχιών από το coronarium (2) η απαλλαγή από χρέη που είχαν πολλαπλασιαστεί με την πάροδο του χρόνου, η επιστροφή της κτηματικής περιουσίας των πόλεων, η αμερόληπτη επίλυση διαφορών που προέκυπταν μεταξύ ιδιωτών και βασιλικού ταμείου κ.λ.π. Επιπλέον, το ότι δεν έδειξε ποτέ καμία προθυμία να αυξήσει την περιουσία του, για την οποία πίστευε ότι ήταν καλύτερα εξασφαλισμένη στα χέρια των διαχειριστών της: συχνά υπενθύμιζε ότι ο Μέγας Αλέξανδρος, όταν κάποτε ρωτήθηκε πού βρίσκονταν οι θησαυροί του, αποκρίθηκε ευγενικά, «στα χέρια των φίλων μου».
Έχοντας συνοψίσει τα προτερήματά του, τουλάχιστον αυτά που γνώρισα εγώ, ας αναφερθώ τώρα στα ελαττώματά του, αν και αυτά θα μπορούσαν να συνοψιστούν με συντομία:
Η ψυχική του διάθεση ήταν μερικές φορές αλλοπρόσαλλη, πράγμα όμως που κατάφερνε να θέτει υπό έλεγχο χάρη στην καλή συνήθειά του να υποχωρεί όταν είχε άδικο και να επανορθώνει το σφάλμα του. Ήταν υπερβολικά ομιλητικός• σπάνια έμενε σιωπηλός. Επίσης έδινε πολύ μεγάλη σημασία στους οιωνούς, ιδιαίτερα τους κακούς, και ως προς αυτό θα μπορούσε να τον συγκρίνει κανείς με τον αυτοκράτορα Αδριανό. Όντας περισσότερο δεισιδαίμων παρά γνήσια θρήσκος, θυσίαζε αμέτρητα ζώα χωρίς να υπολογίζει το κόστος. Σε τέτοιο βαθμό, που θα περίμενε κανείς ότι αν ο Ιουλιανός επέστρεφε από την Περσική εκστρατεία θα προκαλούσε έλλειψη βοοειδών. Έμοιαζε σ’ αυτό με τον Μάρκο Αυρήλιο, για τον οποίο γράφτηκε το ακόλουθο δίστιχο:
Εμείς τα βόδια τα λευκά σε χαιρετάμε, Μάρκε Καίσαρα.
Άλλη μια νίκη σου και χαθήκαμε.

Απολάμβανε τα χειροκροτήματα του πλήθους και η επιθυμία του να τον παινεύουν για τα πιο ασήμαντα ζητήματα ξεπερνούσε κάθε μέτρο. Αυτή η επιθυμία του να είναι δημοφιλής συχνά τον έκανε να συνδιαλέγεται με άχρηστους ανθρώπους.
Ο ισχυρισμός του, ότι «η αρχαία θεά της δικαιοσύνης Θέμις, που ο Άρατος την ανέβασε στους ουρανούς γιατί η ίδια δεν άντεχε να βλέπει τα αίσχη των ανθρώπων, τώρα που βασίλευε ο Ιουλιανός, ξαναγύρισε στην γη», θα μπορούσε να θεωρηθεί σωστός αν ο ίδιος δεν ενεργούσε μερικές φορές αυθαίρετα, τόσο που πια δεν τον αναγνώριζες. Διότι πράγματι, οι νόμοι που θέσπιζε και που προσδιόριζαν επακριβώς το τι έπρεπε να γίνεται ή να μη γίνεται, δεν ήσαν καταπιεστικοί -εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις: λόγου χάρη, ήταν σκληρός ο νόμος που απαγόρευε τους Χριστιανούς ρητοροδιδασκάλους και γραμματικούς να διδάσκουν, εκτός αν συναινούσαν στην λατρεία των θεών. Επίσης ήταν ανυπόφορο το ότι επέβαλε άδικα να γίνονται μέλη των δημοτικών συμβουλίων των πόλεων άτομα που είτε ως ξένοι είτε λόγω προνομίων, εξαιρούνταν από αυτήν την υποχρέωση (4).
Σχετικά με τη μορφή και τις αναλογίες του σώματός του: Ήταν μετρίου αναστήματος- τα μαλλιά του ίσια, σαν να τα είχε χτενισμένα, τα γένια του πυκνά και απεριποίητα, και τα μάτια του, ωραία και γεμάτα φωτιά, πρόδιδαν το σπινθηροβόλο πνεύμα του. Είχε φρύδια καλοσχηματισμένα, μύτη πολύ ίσια και στόμα κάπως μεγάλο, με το κάτω χείλος να προεξέχει. Είχε χοντρό σβέρκο και κάπως σκυφτό κι ώμους μεγάλους και, φαρδείς. Επιπλέον, είχε δυνατό σώμα με σωστές αναλογίες από το κεφάλι μέχρι, τα πόδια, και ήταν καλός δρομέας.
Οι δυσφημιστές του, που διατείνονται, ότι ξεσήκωσε τις θύελλες του πολέμου για να καταστρέψει τη χώρα του, θα ‘πρεπε να γνωρίζουν καλά το μάθημα της αλήθειας: ότι δεν ήταν ο Ιουλιανός αλλά ο Κωνσταντίνος εκείνος που άναψε τις φωτιές των Παρθικών πολέμων όταν, σπρωγμένος από την απληστία του, έδωσε πίστη στα ψεύδη του Μητρόδωρου, όπως εξήγησα σε προηγούμενο βιβλιο μου (5). Να τι προκάλεσε την εξολόθρευση των στρατευμάτων μας, την αιχμαλωσία ολόκληρων λόχων μας, τις καταστροφές πόλεων, τις καταλήψεις ή καταστροφές φρουρίων, την εξάντληση των επαρχιών μας από τις βαριές δαπάνες και τις απειλές των Περσών που δεν άργησαν να μπουν σ’ εφαρμογή, καθώς διεκδικούσαν όλα τα εδάφη μας μέχρι τις ακτές της Προποντίδας.
Όμως στη Γαλατία -όπου η αλαζονεία των Γερμανών Βαρβάρων ολοένα γιγαντωνόταν καθώς πλημμύριζαν τις περιοχές μας κι είχαν φτάσει, μέχρι τις Άλπεις και απειλούσαν να ερημώσουν την Ιταλία-, ύστερα από τα ακατανόμαστα δεινά που υπέφεραν οι κάτοικοι, δεν είχε απομείνει τίποτα εκτός από δάκρυα και τρόμος, καθώς η ανάμνηση του πρόσφατου παρελθόντος ήταν πικρή και οι προσδοκίες ακόμα χειρότερες. Όλα αυτά, εκείνος ο νέος άνδρας, ένας καίσαρας μόνο κατ’ όνομα (6), τα ανέτρεψε πλήρως με σχεδόν απίστευτη ταχύτητα, κι έκανε βασιλιάδες να σέρνονται. στα πόδια του σαν κοινοί σκλάβοι. Έτσι και στην Ανατολή, ακριβώς για να επαναφέρει την τάξη, επιτέθηκε στους Πέρσες με παρόμοια ενεργητικότητα. Και θα κέρδιζε θριαμβευτική νίκη και θα γινόταν επώνυμος αν τα προστάγματα των ουρανών συναινούσαν με τα σχέδιά του και τις υπέροχες πράξεις του.
Και παρ’ όλο που γνωρίζουμε ότι υπάρχουν άνθρωποι που κοροϊδεύουν απερίσκεπτα την ίδια την πείρα τους σε σημειο να επαναλαμβάνουν πολέμους ενώ έχουν ήδη ηττηθεί ή να ξανοίγονται, στη θάλασσα ύστερα από ένα ναυάγιό τους ή να επιστρέφουν για να αντιμετωπίσουν δυσκολίες που συχνά τους είχαν κάμψει στο παρελθόν, βρίσκονται κάποιοι να κατηγορήσουν έναν άρχοντα που υπήρξε πάντα νικητής, μόνο και μόνο επειδή προσπάθησε να σταθεί στο ύψος των προηγούμενων κατορθωμάτων του.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1) Ο Λιβάνιος, καταβεβλημένος από την οδύνη για τον θάνατο του Ιουλιανού, ισχυρίστηκε ότι «κάποιος από τους δικούς μας τον σκότωσε», υπονοώντας ότι τον σκότωσε Χριστιανός και φέρνοντας ως επιχείρημα το ότι κανείς Πέρσης στρατιώτης δεν παρουσιάστηκε στον βασιλιά Σαπώρ να εισπράξει την αμοιβή που είχε προκηρυχθεί για όποιον σκότωνε τον αυτοκράτορα. Η αλήθεια δεν μαθεύτηκε ποτέ.
(2) To coronarium ήταν ένα μεγάλο χρηματηκό ποσό που προσέφεραν oι επαρχίες στον αυτοκράτορα προσωπικά, όταν αυτός ανέβαινε στο θρόνο. Συνήθως όμως οι περισσότεροι αυτοκράτορες το απαιτούσαν και σε άλλες περιστάσεις, όπως στρατιωτικές νίκες κ.λ.π.
(3) Οι βόες οί λευκοι Μάρκω τω Καίσαρι χαίρειν αν πάλι νικήσης, άμμες απωλόμεθα.
(4) Πρέπει να σημειωθεί ότι η συμμετοχή στα δημοτικά συμβούλια θεωρούνταν τότε από τους πλούσιους ανεπιθύμητη αγγαρεία, καθώς συνεπαγόταν και οικονομικές υποχρεώσεις. Σχεδόν όλοι πpoτιμoύσαv να υπηρετούν στην ανώτερη δημόσια διοίκηση ή στο στρατό και είχαν επιτύχει την απαλλαγή τους. Ο Ιουλιανός θέσπισε εκείνον τον νόμο στην προσπάθειά του να προωθήσει την αυτοδυναμία των πόλεων κατά το πρότυπο των αρχαίων Ελληνικών άστεων. Τον προέτρεπε σ’ αυτό και ο Λιβάνιος από την Αντιόχεια, ζητώντας του να ξαναδώσει κύρος στα δημοτικά συμβούλια. Στα πλαίσια αυτά, ο Ιουλιανός εξέδωσε επίσης διάταγμα με το οποίο επέστρεφε στις πόλεις την κτηματική τους περιουσία που είχε λεηλατηθεί από τους προηγούμενους αυτοκράτορες. Για τον Ιουλιανό, η αυτονομία των πόλεων ήταν βασική προϋπόθεση για την νίκη του Ελληνισμού.
(5) To βιβλίο έχει χαθεί. Ο Γεώργιος Κεδρηνός πάντως (βλ. σελ. 20), αφηγείται ότι ο Μητρόδωρος, ένας φιλόσοφος της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου, έφτασε μέχρι τα βάθη της Ινδίας, όπου κέρδισε την συμπάθεια των Βραχμάνων και έγινε αποδεκτός στα ιερά τους, όμως τελικά τους έκλεψε πολλά μαργαριτάρια κι άλλα πολύτιμα πετράδια. 0 βασιλιάς της Ινδίας του είχε επίσης δώσει πολλούς πολύτιμους λίθους για να τους προσφέρει ως βασιλικό δώρο στον Κωνσταντίνο. Όταν ο Μητρόδωρος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, τα πρόσφερε ως δικά του δώρα στον Κωνσταντίνο, και του είπε ότι καθ’ οδόν του είχε στείλει πολλά περισσότερα αλλά τα ειχαν κατάσχει οι Πέρσες. Όταν ο Κωνσταντίνος απαίτησε από τον βασιλιά των Περσών Σαπώρ να του επιστραφούν, δεν έλαβε καμία απάντηση με αποτέλεσμα να διαρραγεί η ειρήνη ανάμεσα στους Ρωμαίους και τους Πέρσες.
(6) Παρ’ όλο που ο Ιουλιανός κατείχε τον τίτλο του καίσαρα την εποχή που βρισκόταν στη Γαλατία, τον παρακολουθούσαν και τον επιτηρούσαν άνθρωποι του Κωνστάντιου. Του στέλνονταν λίγα χρήματα και παρεμποδιζόταν με ποικίλους τρόπους.
 
Web Informer Button