Ads 468x68px

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Όταν θυμάσαι ποιος είσαι και πως νιώθεις.....


Βρισκόμαστε στο 2001, στην έναρξη της νέας χιλιετίας, έχει μπει πια για τα καλά ο Σεπτέμβριος, η εποχή που ο κόσμος συνεχίζει αμέριμνος να ζει μέσα στην εφήμερη και ψεύτικη καταναλωτική ευημερία του.
Ένα λαμπερό απόγευμα με το άπλετο φως του φωτοδότη Ήλιου γνωστός και εκλεκτός συνάδελφος ναυτικός πάντρευε την κόρη του .
Το Μυστήριο τελέστηκε παρουσία συγγενών και φίλων με τους νεόνυμφους να λάμπουν από χαρά και να δίνουν όρκους αιώνιας πίστης και αγάπης ενώ οι προσκεκλημένοι τους ευχήθηκαν τα καλύτερα για μια ζωή ευτυχισμένη και με πολλούς απογόνους.
Πανευτυχείς και οι γονείς τους καμάρωναν εμφανώς συγκινημένοι.
Η εκκλησία που έλαβε χώρα ο γάμος είναι σε μία μοναδική και ειδυλλιακή τοποθεσία στα βορειοανατολικά της Αττικής δίπλα στο ποτάμι του Κηφισού με πανοραμική θέα τις παρυφές της καταπράσινης Πάρνηθας που βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής από τις τελευταίες κατοικίες. Η θέα στα τριγύρω είναι μοναδική.
Η γαμήλια δεξίωση δόθηκε σε γνωστό κτήμα, όπου οι δεκάδες προσκεκλημένοι των νεόνυμφων έτυχαν της άριστης φιλοξενίας μέχρι πρωίας.
Η τελετή, κατά κοινή ομολογία, ήταν κάτι παραπάνω από λαμπρή- εντυπωσιακή-.
Ανάμεσα στους παρευρισκόμενους, προσκεκλημένος παρευρέθηκε ο καπετάν Γιάννης συνοδευόμενος απ’ την σύζυγο του.
Συγκινημένος από την απρόσμενη συνάντηση πιάνει το χέρι του καπετάν Γιάννη δυνατά με τα δυο του χέρια, τον χαιρετά με θέρμη.
Απόψε βρίσκονται και πάλι μαζί σχεδόν δώδεκα χρόνια μετά από τότε, μιας εποχής πολύ σκληρής για να την αντέξουν κάποιοι και την αρχή μιας νέας για τον αγαπητό του πλοίαρχο.
Νυχτώνει. Στο κτήμα κάθισαν πλάι-πλάι στις καρέκλες και έγιναν για λίγες στιγμές ένα ξεχωριστό κομμάτι της χαρούμενης παρέας, που απολάμβανε με βουλιμία την καταναλωτική της συνήθεια των καιρών.
Η σκηνή της μνήμης άνοιξε με πρωταγωνιστές τους ίδιους και το υπόλοιπο πλήρωμα της εποχής εκείνης, που εδώ και χρόνια τώρα έχουν περάσει στη λήθη, η εικόνα καθάρισε και όλα φάνηκαν για λίγο σαν να ήταν ίδια με τότε.
Όμως δεν ήταν... "Ειν’ ο χρόνος ο τροχός που γυρνά η το χνάρι π' αφήνει πίσω;"
Η ζωή είναι οι εναλλαγές των εποχών. Η ζωή είναι το ασταμάτητο πέρασμα του χρόνου. Τίποτε δεν είναι ίδιο όπως πριν. Αφού η ζωή δεν είναι σταθερή δεν μπορεί και ο ίδιος ο άνθρωπος να είναι σταθερός. Δεν μπορεί ούτε οι σχέσεις των ανθρώπων να είναι σταθερές. Είναι αμφίδρομη, αυτή η αέναη αλλαγή της ζωής και του ανθρώπου που κυκλοφορεί μέσα σ’ αυτήν. Ο άνθρωπος αλλάζει επειδή αλλάζει η ζωή και η ζωή αλλάζει μαζί με τον άνθρωπο. Δεν σταματάει ποτέ ο άνθρωπος να επηρεάζεται από τους ανθρώπους η τις καταστάσεις που τον περιβάλλουν. Οι επηρεασμοί αυτοί τον βοηθούν συνέχεια να γίνεται και καλύτερος. Πάντα χρειάζεται να μαθαίνει πώς να αντεπεξέρχεται στις ολοένα διαφορετικές συνθήκες της ζωής. Η ζωή ποτέ δεν είναι σταθερή. Η ζωή είναι οι φωτοσκιάσεις της ημέρας και της νύχτας. Η ανεπαίσθητη αλλά σταθερή τροχιά του Ήλιου που φωτίζει αλλά και σκοτεινιάζει τα πάντα. Είμαστε καμωμένοι σαν όντα να κινούμαστε, να υπάρχουμε με αυτό τον τρόπο.
Ο καπετάν Γιάννης άνθρωπος πλημμυρισμένος από συναισθήματα που δεν δίσταζε στιγμή να κρύψει, δεν θεωρείτο τυχαία αξιαγάπητος πλοίαρχος στον ναυτικό κόσμο της ελληνικής ποντοπόρου εμπορικής ναυτιλίας. Αυτό δε το αποδείκνυε η αναγνώριση που έχαιρε, μέσα από τη ανιδιοτελή συνεργασία του με τα πληρώματα του. Κεντρικός του άξονας που τον καθοδηγούσε στις συνεργασίες του ήταν πως πρέπει να παλέψεις για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη αλλά και την εκτίμησή, και όταν το κάνεις θα έχεις όχι απλά έναν συνεργάτη αλλά, έναν φίλο. Αυτός ο δεσμός των ναυτικών είναι που τους κάνει να πιστεύουν ότι κάποια πράγματα δεν σβήνουν ποτέ, όπως η συντροφικότητα που εξελίσσεται σε αληθινή φιλία, φιλία που δεν έχει φραγμούς και μπορεί να κάνει ακόμη και θυσίες στις αντίξοες συνθήκες εργασίας και να τους θυμίζει ότι όπου υπάρχει θέληση, υπάρχει και τρόπος, όταν έχεις έναν σκοπό – την επιβίωση- αυτός είναι που σε καθοδηγεί τις δύσκολες ώρες, υπογραμμίζοντας συχνά την ασημαντότητα του ανθρώπου μπροστά στην απεραντοσύνη της φύσης.
Τα επόμενα λεπτά έπιασαν τους εαυτούς τους να κάνουν αναδρομές στο παρελθόν.
Είναι οι πρώτες ημέρες του Μαΐου 1988.
Το “Leader” ένα εμπορικό πλοίο που είχε ναυλωθεί από εταιρεία ιαπωνικών συμφερόντων, άφησε τα αλμυρά νερά του κόλπου Penobscot και συνεχίζει τον υδάτινο δρόμο του για την περιοχή των Μεγάλων Λιμνών και τελικό προορισμό τον λιμένα Hamilton στη Λίμνη Οντάριο.
Ο πάγος στις λίμνες έχει λιώσει απ’ τον Απρίλιο, έτσι ώστε φορτηγά πλοία μπορούν να κάνουν ταξίδια μέσα από τις λίμνες. Τα ταξίδια με φορτηγά πλοία στις μεγάλες λίμνες δεν είναι μια συνήθης εμπειρία. Είναι κάτι που τα πληρώματα των φορτηγών πλοίων θα θυμούνται για το υπόλοιπο της ζωής τους, ένα ταξίδι χιλιάδων ναυτικών μιλίων ιδιαίτερα συναρπαστικό. Ταξιδεύοντας τη μεγαλύτερη έκταση του γλυκού νερού στον κόσμο, στις δροσερές νύχτες με τη λαμπρότητα των αστεριών του βορά, νιώθεις την ειρήνη στη μοναξιά του τοπίου και βυθίζεσαι στην ομορφιά και το μυστήριο του φυσικού κόσμου.Είναι ένα μεγαλοπρεπές τοπίο που περιλαμβάνει εκατομμύρια εκτάρια ακτής και νησιών. Είναι δύσκολο να οριστεί μέσα σε λίγες λέξεις το προφίλ μιας από τις μεγαλύτερες γεωγραφικές περιοχές της Β. Αμερικής. Από το Cabot trail Nova Scotia μέχρι το Montreal και από το Montreal μέχρι το Chicago και το Lake Superior Canal at Duluth, κάθε περιοχή έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μοναδικής ομορφιάς δάση, πανέμορφες δαντελωτές παραλίες, λίμνες και ποτάμια συνθέτουν ένα εξαιρετικό φυσικό τοπίο γεμάτο εναλλαγές. Από τη μεγαλοσύνη και την ορμητικότητα του ST Laurence River ταξιδεύεις στους υδάτινους όγκους των μεγάλων λιμνών.
Το ταξίδι τους ξεκίνησε με αρκετά καλούς οιωνούς. Όποιος έχει δει τις μεγάλες λίμνες θα ξέρει γιατί. Η λίμνες τις ημέρες αυτές ήταν ήρεμες, μπροστά στα μάτια τους απλώνεται ένα υπέροχο θέαμα μέσα σε μια φανταστική πανδαισία χρωμάτων και σχημάτων, μπορούν να θαυμάσουν το μεγαλειώδες ξύπνημα της Φύσης από τη χειμερία της νάρκη. Δεν είναι μόνο το μεγαλύτερο σώμα του γλυκού νερού στον πλανήτη είναι, τα πιο όμορφα κρύα, καθαρά νερά. Υπάρχουν περιοχές που το μάτι αναζητεί μάταια για έναν ορίζοντα. Τα πρωινά, ομίχλη κυλά στην ενδοχώρα, αργότερα που ο ήλιος ανεβαίνει ψηλά, φωτεινός χρυσός απλώνεται στην υγρή επιφάνεια, χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Τα απογεύματα, οι άνεμοι που φυσούν από τη θάλασσα σηκώνουν λευκά προβατάκια από κύματα σε τουρκουάζ νερά και γλάροι χοροπηδούν στις μεγάλες παραλίες. Οι βραδιές φέρνουν ηρεμία, δροσιά και γαλήνη, ο ουρανός γεμίζει, τ’ αστέρια είναι αμέτρητα, αιωρούνται, μια φωτεινή αναπνοή απλώνεται στο διάστημα. Αυτή την εικόνα έχουν μπροστά τους. Ζωντανή. Επαναλαμβανόμενη. Την αναπολούν και ταξιδεύουν μακριά.
Η λίμνη Οντάριο βρίσκεται στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών μεταξύ των ΗΠΑ και του Καναδά. Σε αυτήν την περιοχή βρίσκονται και άλλες μεγάλες λίμνες (Σουπήριορ, Χιουρόν, Μίσιγκαν, Ήρι) και μαζί, περιέχουν το 50% του γλυκού νερού του πλανήτη μας. Οι λίμνες αυτές συγκέντρωσαν γύρω τους μεγάλο πληθυσμό από την πρώτη στιγμή που οι Ευρωπαίοι έφτασαν στην Αμερική. Στην αρχή το περιβάλλον ήταν άγριο αλλά με τον καιρό τα ανθρώπινα έργα περιόρισαν τα μεγάλα δάση και οι κάποτε άδειες πεδιάδες γέμισαν από αγροκτήματα και πόλεις.
Η πόλις του Χάμιλτον βρίσκεται εγκολπισμένη στη νοτιοδυτική γωνία της λίμνης Οντάριο, στο άκρο της χερσονήσου Niagara και αναδιπλώνεται γύρω από το δυτικότερο τμήμα της. Η περιοχή έχει σημαντική οικονομική δραστηριότητα είναι το πιο ανεπτυγμένο βιομηχανικά τμήμα της χώρας. Με εξήντα τοις εκατό του χάλυβα του Καναδά να παράγεται στο Χάμιλτον, η πόλη έχει γίνει γνωστή ως η πρωτεύουσα χάλυβα του Καναδά.
Ξεκίνησε η φόρτωση χάλυβος στο πλοίο με τη μορφή των σπειρών (coils), και με προορισμό εκφόρτωσης τον λιμένα Μatsuyama της Ιαπωνίας.
Μεγάλες ποσότητες χάλυβα μεταφέρονται δια θαλάσσης. Μέρος αυτής της ποσότητας αποστέλλονται με τη μορφή των σπειρών (coils). Σε πολλές περιπτώσεις, αυτές οι σπείρες χάλυβα είναι εξαιρετικά μεγάλες, που ζυγίζουν μέχρι 20 τόνους. Η φόρτωση και στοιβασία των σπειρών (coils) αυτού του μεγέθους παρουσιάζουν μια σειρά από δυσκολίες. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι μεγάλη προσοχή ασκείται προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δομές στις οροφές των δεξαμενών των πλοίων δεν είναι υπερφορτωμένες, και ότι η στοιβασία είναι επαρκώς ασφαλής για το ταξίδι.
Η διαδρομή του πλοίου προς της έξοδο από τις λίμνες στον Ατλαντικό ωκεανό μέσω του ποταμού ST Laurence ήταν εντυπωσιακή με εναλλαγές σε όλο το σκηνικό που θύμιζαν ζωγραφικό τοπίο. Ενώ το πλοίο πλησίαζε στο Cabot Trail και άφηνε πίσω του τον μεγάλο ποταμό οι χρωματισμοί του τοπίου άλλαζαν κάθε τόσο καθώς τα σύννεφα προσπαθούσαν να κρύψουν τον Ήλιο που κατά διαστήματα έριχνε μερικές ακτίνες φωτός στα παγωμένα νερά. Η φύση έχει προικίσει απλόχερα αυτή τη γωνιά της Γης δημιουργώντας μια δαντέλα από πράσινες ακτές που ανακατεύονται και κονταροχτυπιούνται με το θαλάσσιο στοιχείο, θαρρείς σ' έναν αέναο αγώνα κυριαρχίας. Και ο αέρας όμως δεν περνά απαρατήρητος, καθώς παίζει κι αυτός τα δικά του παιχνίδια συμμετέχοντας με τον τρόπο του και το ασταμάτητο βουητό του στο όλο σκηνικό επεμβαίνοντας στην παλέτα της φύσης.
Ο ουρανός ήταν καθαρός -γαλάζιος κι' ηλιόλουστος- το ανοιξιάτικο μεσημέρι, το πλοίο, έπλεε άνετα, ολοταχώς στα ανοιχτά του Cabot Strait, και εισέρχεται στον «ωκεανό»* με προορισμό ενδιάμεσο τον πιο γνωστό πορθμό της Γης, αυτός του Γιβραλτάρ που χωρίζει Ευρώπη και Αφρική και ενώνει τη Μεσόγειο με τον Ατλαντικό ωκεανό. Οι επόμενες ημέρες του ταξιδιού κύλησαν ήρεμα ο καιρός ήσυχος η θάλασσα λάδι.
*«O Χριστόφορος Κολόμβος, υπήρξε ο πρώτος θαλασσοπόρος που έδωσε την πραγματική σημασία στη λέξη "Ωκεανός". Πριν από αυτόν, οι ναυτικοί αναγκάζονταν να ταξιδεύουν για μήνες κατά μήκος των ακτών από φόβο να ξανοιχτούν στην ανοικτή θάλασσα.»
Έτσι κυλούσαν οι μέρες, έχουν διανύσει μια εβδομάδα γαλήνης και μοναξιάς, ταξιδεύοντας μες στην υγρή άνοιξη του ωκεανού, το πλοίο προσεγγίζοντας το Γιβραλτάρ βρέθηκε μπρος στο κατώφλι της μεσογείου θαλάσσης, έτοιμο να πλεύσει μέσα στη φιλόξενη αγκαλιά της, στην άπλετη δροσιά της.
Εξαίσια μέρα στη Μεσόγειο ξημέρωσε. Ο Ήλιος την διατρέχει και στεγνώνει τις σταγόνες της δροσιάς. Ούριος άνεμος, ξαστερωτής φυσούσε, Ζέφυρος απαλός, καλοδεχούμενος, ευφορία σκορπούσε κ’ αγαλλιάζαν οι τόποι, δρόσιζε και η θάλασσα μεταξωτό ρυτιδωμένο από τα χάδια και φιλιά του.
Πέντε μέρες αργότερα και πριν πέσει απαλά το σούρουπο το πλοίο διασχίζει την διώρυγα του Σουέζ. Οι Αιγύπτιοι πραματευτάδες που διαλαλούνε την πραμάτεια τους στα πλοία αποτελεί αναπόσπαστη παρουσία, είναι μια διαχρονικότητα στο κανάλι του Σουέζ. Κατέφθαναν στα πλοία με μικρές βάρκες γεμάτες από πολύχρωμα είδη, προσεγγίζοντας όποιον ενδιαφέρεται να αγοράσει. Οι αλουέδες των πλοίων μετατρέπονταν σε πολύβουο παζάρι. Η γραφική παρουσία τους και το πηγαίο τους χιούμορ, έχει μείνει χαραγμένο στη θύμηση σε πολλές γενιές ναυτικών που διασχίζουν το κανάλι. Τα πληρώματα των πλοίων καθώς αποτελούσαν την πελατεία τους, διηγούνται ανέκδοτες ιστορίες που περνούν από στόμα σε στόμα και φανερώνουν την αυθεντική ανατολίτικη παρουσία του παζαριού με πραματευτές που διαφήμιζαν τα προϊόντα τους, αλλά και την εύστοχη ετοιμολογία τους.
«Εδώ καπετάνιο παντελόνι κοντό μανίκι, όμορφο, καλό.»
Μηχανικός παζαρεύει μια βαλίτσα δερμάτινη. Με τα πολλά παζάρια την αγόρασε στα τελειώματα του παζαριού –στην έξοδο του πλοίου-. Αφού την περιεργάστηκε καλύτερα στην καμπίνα του ανακαλύπτει ότι η βαλίτσα είναι μια πολύ φθηνή απομίμηση.
Τρέχει να προλάβει τον πραματευτή, ο όποιος ήδη έχει μαζέψει την πραμάτεια του και έχει αποβιβαστεί στην λέμβο του. Κρεμασμένος στην κουπαστή έξαλλος φωνάζει στον Αιγύπτιο. «Ρε χαραμία (κλέπτη) η βαλίτσα είναι ψεύτικη, από χαρτί είναι».
«Μάστορα μην φωνάζεις», του άπαντα ο αιγύπτιος ατάραχος. «Από χαρτί άλλα τι χαρτί, ακριβό χαρτί» (εκατό δολάρια), και αναχωρεί γεμάτος ικανοποίηση λάμνοντας την βάρκα.
Ταξιδεύουν δυο εβδομάδες. Βγαίνοντας από το μεγάλο κανάλι και αφήνοντας πίσω το Σουέζ εισέρχονται στην ερυθρά θάλασσα.
«Η Ερυθρά Θάλασσα είναι η μακρόστενη υδάτινη μάζα που χωρίζει τη βορειοανατολική Αφρική από την Αραβική Χερσόνησο. Περιλαμβάνει τους δύο βραχίονες που είναι γνωστοί ως Κόλπος του Σουέζ και Κόλπος της Άκαμπα. Αποτελεί τμήμα του μεγάλου γεωλογικού ρήγματος που είναι γνωστό ως η Ρηξιγενής Κοιλάδα. Λόγω του γρήγορου ρυθμού εξάτμισης που επικρατεί, τα νερά αυτής της θάλασσας είναι πολύ αλμυρά. Οι ισχυροί άνεμοι, οι απότομες μεταβολές στη διεύθυνσή τους και η ύπαρξη μεγάλων υφάλων καθιστούν επικίνδυνη την πλεύση στην Ερυθρά Θάλασσα.»
Πλησιάζοντας το στενό του Bab-el-Mandeb, αξημέρωτα, δυο μέρες αργότερα, το πλήρωμα ξύπνησε από τις αγκάλες του Μορφέα με βροντές και μπουμπουνητά. Χαλασμός. Ανοίξανε ξαφνικά οι ασκοί του Αίολου, μία σκοτεινή ανταριασμένη μέρα με νοτιά πρόβαλε στον ορίζοντα. Το πλοίο συνάντησε σφοδρή θύελλα με ανέμους που έπνεαν με ταχύτητα τουλάχιστον 120 χιλιομέτρων την ώρα με αποτέλεσμα να ταξιδεύει όρτσα στον καιρό με χαμηλή ταχύτητα.
Το Bab-el-Mandeb, «Πύλη των Δακρύων» στα αραβικά, είναι ένα στενό που βρίσκεται μεταξύ της Υεμένης στην Αραβική Χερσόνησο και Τζιμπουτί, βόρεια της Σομαλίας στο Κέρας της Αφρικής, και συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα προς τον Κόλπο του Άντεν. Το στενό αντλεί το όνομά του από τους κινδύνους για τη ναυσιπλοΐα, ή, σύμφωνα με μια αραβική παράδοση, από τους αριθμούς που πνίγηκαν από το σεισμό που χώρισε την Ασία και την Αφρική. Η Περιοχή πλήττεται από αλλεπάλληλα κύματα θυελλωδών ανέμων από το Μάιο ως το Σεπτέμβριο, τους μουσώνες, (περιοδικοί άνεμοι, που δημιουργούνται μεταξύ του Ινδικού ωκεανού και των ηπείρων).
Το πλοίο για τρίτη μέρα συνέχιζε το ταξίδι του κάτω από δύσκολες καιρικές συνθήκες, εισερχόμενο στον κόλπο του Άντεν οι κλυδωνισμοί του έγιναν πιο έντονοι λόγω της συνεχιζόμενης κακοκαιρίας και του έντονου κυματισμού.
Τα μετεωρολογικά δελτία που λαμβάνουν προβλέπουν πως η κακοκαιρία θα συνεχιστεί για το επόμενο διάστημα με τους παρατεταμένους μουσώνες.
Την τέταρτη ημέρα της κακοκαιρίας διαπλέουν το αφρικάνικο κέρας (horn of Africa) και την νήσο Σοκότρα (Socotra Island) και βρίσκονταν πλέον στον ινδικό ωκεανό. Τα γιγαντιαία κύματα του ωκεανού ανάγκαζαν το πλοίο να σκαμπανεβάζει και να «μποτζάρει» επικίνδυνα από την μια πλευρά στην άλλη με δυσάρεστα αποτελέσματα για το πλήρωμα και το φορτίο. Λόγω του φορτίου που κουβαλούσε και της δεξίνεμης πλεύσης, το μποτζάρισμα γίνονταν ιδιαίτερα έντονο και το πλοίο έρμαιο της μανιασμένης φύσης, βρέθηκαν αντιμέτωποι με θυελλώδη άνεμους που απειλούσαν να διαλύσουν το πλοίο σαν καρυδότσουφλο. Όλη αυτή η κατάσταση προφανώς προκαλούσε πολύ σοβαρή ανησυχία τόσο στον καπετάν Γιάννη όσο και στο υπόλοιπο πλήρωμα.
Ο καπετάν Γιάννης μετά από μια διεξοδική ανάλυση της κατάστασης του ζήτησε (Α’ μηχανικού) την άμεση κινητοποίηση του πληρώματος μηχανής, να τεθεί σε εγρήγορση- το ίδιο ζήτησε και από το υπόλοιπο πλήρωμα.
Το πλοίο θ’ έκανε αναστροφή και αλλαγή πλεύσης.
Την ώρα της αναστροφής το σκάφος κλυδωνίστηκε ακραία, πλαγιοδρομούσε με τα φτερά της γέφυρας να ακουμπούν στη θάλασσα πότε σταβέντο πότε σοφράνο, το πλοίο δεν υπάκουε δεν ισορροπούσε. Η συμπεριφορά του πλοίου σκορπίζει στο χώρο μία εφιαλτική ατμόσφαιρα φόβου και αμφιβολίας, και το πλήρωμα νοιώθει τη σκοτεινή αγωνία μιας επερχόμενης καταστροφής. Κρύος ιδρώτας έλουσε το μέτωπο του πλοίαρχου, οι καρδιές όλων χτυπούσαν δυνατά μέχρι το πλοίο να αποκτήσει δευτερόπρυμνη πλεύση και κάποια στιγμή να ισορροπήσει στην άγρια θάλασσα. Στιγμές που σ’ όλους φάνηκαν αιώνας ατέλειωτος. Σιγά σιγά άρχισε να φεύγει από το κεφάλι τους ἡ ζαλάδα και να αισθάνονται ανακούφιση να γεμίζει τις σκέψεις τους, συγχρόνως τα πόδια τους απόκτησαν σχετική στερεότητα επάνω στη λαμαρίνα.
Ήταν μια στιγμιαία περίοδος της ζωής του καπετάν Γιάννη που τον σημάδεψε ανεξίτηλα και που άφησε πάνω του σφραγίδα. Όσοι έχουν βιώσει τις δύσκολες αυτές καταστάσεις ξέρουν. Αγαπούσε τη θάλασσα, μαχόταν και μοχθούσε καθημερινά με το σκληρό επάγγελμα του αλλά ταυτόχρονα τη φοβήθηκε, η σκέψη να εγκαταλείψει τη θάλασσα είχε από παλιά αρχίσει να του βασανίζει το μυαλό. Οι έγνοιες ενός καπετάνιου ήταν φορτίο λίγο πιο βαρύ από όσα μπορούσε να μεταφέρει άνετα το καράβι του. Όλες οι παλιές επιφυλάξεις που είχε περνούσαν από δίπλα του και η επιθυμία να αποκαλύψει την ιδέα του τον είχε πλημμυρίσει.
Κουβαλούσε στους ώμους του την τέταρτη δεκαετία της ζωής του, τώρα πια, δεν ένιωθε ούτε πολύ νέος ούτε πολύ γέρος-μάλλον σαν να αιωρείται ανάμεσα στα δυο. Από πολλές απόψεις δεν ήταν πια σίγουρος για το πώς έβλεπε τον εαυτό του. Μερικές φορές τού φαινόταν πως η ζωή εξαφανιζόταν αργά πίσω του, πως έσβηνε σαν τα χνάρια στη βροχή, άλλοτε του φαινόταν σαν να ήταν από πάντα ο ήρεμος άνθρωπος που ζούσε μια συνηθισμένη ζωή σε ένα μικρό σπίτι στην άκρη της μεγάλης πόλις.
Τελευταία όλα έφερναν στο νου του, θύμησες που πίστευε πως είχε πνίξει, όμως οι παλιές εμμονές του είχαν ξαναγυρίσει.
Το πλοίο άντεξε τα κύματα και τη μεγάλη κακοκαιρία, χωρίς αβαρία έφτασε στα ήρεμα θαλάσσια νερά του Malacca Strait.
Ήταν οι μέρες ήσυχες, και καθώς νυχτώνει, το μπλε της επιφάνειας της θάλασσας σκουραίνει όλο και περισσότερο. Σε κείνες τις νύχτες που το νερό ήταν ήρεμο σαν λάδι, κάτι τέτοιες νύχτες με γεμάτο το φεγγάρι, είχανε και το πλήρωμα την ευκαιρία να ρεμβάσουνε, να αναπολήσουν και να νοσταλγήσουν. Άνθρωποι μοναχικοί, αυθεντικοί, άλλοτε σίγουροι για τον εαυτό τους και άλλοτε βυθισμένοι στην πλάνη τους, ο καθένας από αυτούς κρύβει και τα δικά του μυστικά, τα οποία δεν αποκαλύπτει παρά μόνο όταν πλέον η σιωπή δεν ωφελεί.
Με τον καπετάν Γιάννη είχαν παράλληλες απόψεις και αντιλήψεις, πολύ συχνά έρχονταν σε σύγκρουση με τις αντιλήψεις του περίγυρου τους. Δεν δίσταζαν να τις εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους, στηλιτεύοντας κυρίως την ροπή από μια ικανή μερίδα ναυτικών στον άκρατο καταναλωτισμό της εποχής μας. Με καταγωγή από την λακωνική γη, κουβαλούσαν μέσα τους τη σπαρτιατική λιτότητα του μέτρου. Συχνά προκαλούσαν ζωηρές συζητήσεις γύρω από το θεμα αυτό.
Το πλοίο συνεχίζει το ταξίδι του με πλώρη για την ιαπωνική θάλασσα, μια εβδομάδα πλεύσης τους χωρίζει από τον προορισμό.
Ατενίζει την θέα στον ορίζοντα της Ινδονησίας από το μικρό φινιστρίνι του γραφείου του, οι υδρατμοί της τροπικής θάλασσας και του νοτισμένου χορταριού απ’ τη βροχή που είχε πέσει αποβραδίς τυλίγουν το τοπίο και εντείνουν τη μυστηριακή ατμόσφαιρα στην ενατένιση του αχανούς τοπίου. Έκλεισε τα μάτια και ένιωσε σχεδόν το τρεμόπαιγμα του φωτός στα βλέφαρά του, μοιάζει να έχει συνειδητοποιήσει ότι τη στιγμή αυτή βιώνει μια βαθιά αίσθηση ψυχικής ανεπάρκειας, στην ουσία δεν είναι παρά ένας θεατής στα τεκταινόμενα.
Οι παλιοί λέγανε ότι ο άνθρωπος χρειάζεται να εργάζεται στο φως της ημέρας και να κοιμάται στο σκοτάδι της νύχτας. Στην εκπληκτική ταινία του Κουροσάβα « Τα Όνειρα», υπάρχει ο εξής διάλογος ανάμεσα σ’ έναν πολιτισμένο και έναν απολίτιστο Κινέζο. « Είναι βράδυ. Ένας γέροντας κάθεται ήρεμος στην άκρη ενός ποταμού μες το σκοτάδι και κοιτάει τον ουρανό. Τον πλησιάζει κάποιος και του λέει: Γιατί γέροντα δεν ανάβεις ένα φως να βλέπεις καλύτερα; Τότε πως θα βλέπω το φως των άστρων του απαντάει εκείνος ήρεμα.»
Το ερώτημα ;
Ποιος από τους δύο βρίσκεται στο σκοτάδι της γνώσης ;.
"Ποιος ζωντανός, προικισμένος μ' αισθήσεις, δεν ποθεί, πάνω απ' όλα του χώρου τα θαύματα ολόγυρα, το ευφρόσυνο φως,  με κάθε ιριδισμό, κάθε αχτίδα, κάθε του κύμα· την εύκρατη μορφή του παντού, καθώς μέρα που βγαίνει απ' τον ύπνο." -Νοβάλις-
Τριάντα πέντε ημέρες πέρασαν στη θάλασσα. Το πλοίο, έφτασε στον προορισμό του.
Ένας ακόμη θαλάσσιος πλούς ολοκληρώθηκε.
Μέχρι να ξεκινήσει ο επόμενος.
Το πλοίο ειρηνικά ξεκίνησε την εκφόρτωση στην προβλήτα του λιμένα.
Νωρίς πρωινές ώρες, δυο σφοδρές καταιγίδες συναντήθηκαν έξω νοτιοδυτικά από τις Ιαπωνικές ακτές και πάνω από το Tanega-shima Island, Kagoshima (Japan), και δημιούργησαν έναν ιδιαιτέρως ισχυρό κυκλώνα, ο οποίος θεωρείτο ένας από τους χειρότερους κυκλώνες που πέρασαν από τις Ιαπωνικές νήσους.
Η νότια Ιαπωνία τέθηκε σε κατάσταση συναγερμού!  Οι άνεμοι πνέουν με ταχύτητα εκατόν εξήντα χιλιόμετρα την ώρα, την στιγμή που ο τυφώνας βρίσκεται εξακόσια πενήντα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του λιμένα.
Οι αρχές έχουν κηρύξει τις περιοχές αυτές σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, λόγω της επερχόμενης καταιγίδας και των θυελλωδών ανέμων. Σταμάτησαν όλες οι εργασίες εκφόρτωσης και φόρτωσης στον λιμένα. Σύμφωνα με τις προβλέψεις τα λιμάνια θα παραμείνουν κλειστά για τουλάχιστον δώδεκα ώρες, καθώς δεν αναμένεται βελτίωση των καιρικών συνθηκών στην εσωτερική θάλασσα που περικλείεται από τα νησιά Χονσού, Κιούσου, Σικόκου. Το πλοίο είχε ολοκληρώσει το τελευταίο σκέλος του ταξιδιού του, είναι έτοιμο προς αναχώρηση για τον επόμενο ναύλο του, προορισμός λιμένες της Αυστραλίας. Δεν υπήρχε, καμιά ένδειξη ότι η καταιγίδα που θα συναντούσε, θα ήταν χειρότερη από τις καταιγίδες που έτσι κι αλλιώς αντιμετώπιζε συχνά κατά τα ταξίδια του. Ταυτόχρονα τα νεώτερα δελτία αναφέρουν ένα τρίτο μέτωπο τροπικής καταιγίδας να αναπτύσσεται βορειοανατολικά της θάλασσας των Φιλιππίνων. Ο πλοίαρχος σε επαφή με το ναυτιλιακό γραφείο του Πειραιά ζητά την παροχή επικουρικής βοήθειας στα τεκταινόμενα, για να πράξει τ' ανάλογα.
Το γραφείο του απαντά. «Ο θεός μαζί σας καπετάνιο. Καλό σας ταξίδι.»!
Η Πυθία έδινε λιγότερο δυσνόητους χρησμούς.
Τον κάλεσε στη γέφυρα, ζήτησε τη συμβουλή του.
-Κάπτεν εκεί έξω βρίσκεται και η Σκύλα και η Χάρυβδις του απάντησε, θα είναι σωστή τρέλα να συγκρουστούμε μαζί τους.
Ο καπετάνιος αποφάσισε να αγκυροβολήσουν στην εσωτερική θάλασσα. Το πλοίο πόντισε και τις δυο άγκυρες του. Πρωινές ώρες την επομένη μέρα οι ριπές των ανέμων κυμαίνονταν στα εκατό σαράντα χιλιόμετρα την ώρα. Το πλοίο έθεσε την κυρία μηχανή του σε ισχύ λειτουργίας, τις επόμενες ώρες οι άνεμοι είχαν αυξηθεί φθάνοντας τα διακόσια χιλιόμετρα την ώρα, και το πλοίο αύξησε την ισχύ της μηχανής. Για περισσότερο απο τέσσερεις ώρες το πλοίο αντιστέκεται ενάντια στους θυελλώδεις ανέμους,. Η θύελλα συνέχισε να αναπτύσσεται πιο έντονα. Καθώς οι άνεμοι αυξήθηκαν πάνω από τα διακόσια χιλιόμετρα την ώρα, το πλοίο αντιστάθηκε παραδέρνοντας κοντά στην δυτική ακτή της εσωτερικής θάλασσας.
Μετά την καταιγίδα, λειτούργησε ο νόμος της φύσης.
Στο πέρασμά της άφησε ανεμοδαρμένους τόπους κι’ ένα λαμπερό ουράνιο τόξο.
Μετά την καταιγίδα πάντα βγαίνει ουράνιο τόξο.
Υπήρξε ζωντανή κάλυψη των γεγονότων. Οι θυελλώδεις άνεμοι που «σάρωσαν» την περιοχή έβγαλαν πλοία στη στεριά, βύθισαν ψαράδικα σκάφη, αποκόλλησαν στέγες ναών, έβγαλαν βάρκες στις προβλήτες των μικρών λιμένων, ξερίζωσαν δάση ολόκληρα και βύθισαν καλλιέργειες στα λασπόνερα.
Το πλοίο απόλεσε τρεις ήμερες ναύλου, αυτή ήταν η μέγιστη αβαρία που υπέστη απ' την καταιγίδα.!
Αυτή η φόρτιση που δέχτηκε ο πλοίαρχος ενάντια στην καταπίεση των προτεραιοτήτων που έπρεπε να ακολουθήσει, ανέδειξε τον υπαρξιακό προβληματισμό του και τον αντιηρωικό χαρακτήρα του. Η ζωή, και η πορεία του κάθε ανθρώπου, συμπορεύεται με τον χρόνο μέχρι τη θέαση της αλήθειας μέσα του. Λίγους μήνες αργότερα, ο πλοίαρχος εγκατέλειψε τη θάλασσα με σκοπό ν' αφοσιωθεί ολοκληρωτικά σε μια ταπεινή δουλειά γραφείου.
Για τον ίδιο δεν είχε έρθει αυτή η ώρα, ο ορίζοντας της θάλασσας παρέμενε πάντα ανοικτός μπροστά του...

Απόψε βρίσκονται και πάλι μαζί σχεδόν δώδεκα χρόνια μετά από τότε, μιας εποχής πολύ σκληρής.
Συλλογιούνται τους ναυτικούς... Εκείνους που αυτή την ώρα ταξιδεύουν στους μεγάλους θαλάσσιους δρόμους.
Συλλογιούνται τους ναυτικούς…. Εκείνους που τις μεγάλες μονότονες ώρες του πλου στα μακρινά ταξίδια, καθισμένοι στις κουκέτες τους , νύχτες σε θάλασσες φουρτουνιασμένες, θυμούνται με νοσταλγία πρόσωπα αγαπημένα και βγάζουν από τα βάθη της ψυχής τους τη λαχτάρα του επαναπατρισμού. Το δικό τους ταξίδι, του γυρισμού στην .... Ιθάκη τους...δε θα μοιάζει με κανένα άλλο.

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Εικόνες και δρόμοι στη ζωή των ναυτικών

Του Αριστείδη Χρ. Πετρόπουλου, τον «Σκαρμιτσιώτη»
τον παραμυθά της θάλασσας. Που μας μπερδεύει ποιά αλήθεια και γεγονότα ... ποιά φαντασία στα γραφτά του.
http://www.hellenicnavy.gr/hosted/EUE/arthra/feb07/14.pdf

Η ιστορία είναι γνωστή, επαναλαμβάνεται χιλιάδες χρόνια. Οι άνθρωποι ταξιδεύουν, έρχονται και φεύγουν, ανώνυμοι, φιγούρες ταπεινές σ' ένα ταξίδι μέσα στο χώρο, μέσα στο χρόνο, μέσα στη δίνη των καιρών και των περιπλανήσεων της ταξιδιάρικης ζωής.
Η πορεία είναι γνωστή, είναι μια γραμμή στο χάρτη, λίγο τονισμένη γραμμή με μολύβι, περνάει από πλεύσιμα μέρη, βαθιές θάλασσες, σύντομους δρόμους, γαλάζιους βουβούς ωκεανούς και καταλήγει στο λιμάνι του προορισμού. Είναι η συντομότερη γραμμή, ο συντομότερος δρόμος απ' το ένα μέρος στο άλλο.
Ένας μεγάλος γαλάζιος δρόμος που ανάλογα γίνεται μουντός, συννεφιασμένος, ψυχρός, αγριεμένος. Δρόμος των περιπλανήσεων, των στεναγμών, της λησμονιάς και της πίκρας.
Για αυτούς τους δρόμους αναφέρομαι, για αυτές τις ρότες που είναι χαραγμένες μέσα μου πρώτα και ύστερα στο χάρτη. Και ύστερα σημάδι μακρύ, απόνερα καραβιού, νοητό πέρασμα στις θάλασσες του κόσμου. Είμαι μικρός μέσα σ' αυτή την απεραντοσύνη. Ένα ελάχιστο είμαι μπροστά σ' αυτή την ανεξέλεγκτη δύναμη, τη σιωπηλή μυστηριώδη, άφθαρτη δημιουργία, την υγρή και αέρια και αστρική φορά του Σύμπαντος που έρχεται από κάποιο χρονικό βάθος και με παρασέρνει μαζί. Μόνο που εγώ θα γίνω ένας σταθμός. Όταν σταματήσω να υπάρχω μέσα σ' αυτό που με περιβάλλει και θα συνεχίσει να υπάρχει αφήνοντας πίσω του μικρά σημάδια.
Νοέμβριος πριν τριάντα χρόνια. Ο μαστρο-Νίκος ναυτολογημένος Γ' Μηχανικός στο Μ/V Πήγασος, τζενεραλάδικο βαπόρι σύγχρονο και καλοτάξιδο, κατέπλευσε κοντά στο σούρουπο, κάνοντας τους διάφορους ελιγμούς για να γίνει η παραβολή του στο ντόκο της φορτοεκφόρτωσης του Νο2. Ζωγραφισμένη η χαρά στον καθένα από το πλήρωμα, που τελείωσε ακόμα ένα ταξίδι από τα σταυροδρόμια της θάλασσας.
Ξεχάστηκαν όλα εκείνα που πέρασαν στο πέλαγος, πατώντας στεριά στο πρώτο δρασκέλισμα του μουράγιου του μεγάλου πολυσύχναστου λιμανιού της Ευρώπης, του Αμβούργου.
Κι ύστερα, άρχισε όλο εκείνο το αλισβερίσι που χαίρεται κάθε ναυτικός στο σμίξιμο των χνώτων του με τους στεριανούς όποιοι και να 'ναι αυτοί.
Μετά το πρατιγάρισμα από τις αρχές του τόπου, ακολουθεί η έξοδος του πληρώματος στην πόλη. Βαρυφορτωμένος με σύννεφα ο ουρανός, δεν σου επιτρέπει να ξεχωρίσεις το ξημέρωμα απ' το σούρουπο, τα μεσάνυχτα απ' το μεσημέρι και τις περισσότερες ώρες υπάρχει ολόγυρά σου τόση απόγνωση που σε κάνει μόλις πατήσεις στη στεριά να κάνεις πράγματα, που αργότερα δεν μπορείς να τα δικαιολογήσεις, και το μόνο που νιώθεις μέσα σου είναι πικρό αίσθημα της ντροπής.
Έτσι και ο μάστρο - Νίκος βρέθηκε στο λιμάνι, τριγύρισε στα αξιοθέατα της πόλης και κατέληξε στο καφέ - ζαχαροπλαστείο γεμάτο νεαρές «φροϋλάϊντ». Τα κορίτσια καθόταν στα τραπεζάκια, σιγορουφώντας κάποιο ποτό και προσποιούνταν δήθεν με διάφορες κινήσεις να τραβήξουν την προσοχή τους. Όλες μιλάνε εγγλέζικα, ακόμη κι αμερικάνικους ιδιωματισμούς.
Μάθανε να συνεννοούνται γιατί αλλοιώτικα τις εκμεταλλεύονται οι φίλες τους!
Ευχαριστημένος ο μαστρο - Νίκος για την επιλογή του, που διάλεξε μια ξανθιά κούκλα, του ζήτησε φτηνό ποτό, ένα μπουκάλι κρασί δέκα μάρκα. Τάχα σε ο Νίκος! Πρώτη φορά μια καλεσμένη που τη φρόντιζε την τσέπη του! Ήταν κάτι που δεν το 'χε συναντήσει σ' άλλα τέτοια στέκια, μ' άλλες τέτοιες νυχτερινές πεταλούδες!
Η ορχήστρα με χορευτικούς ρυθμούς συνέχιζε στον ρυθμό της «σάμπας και της ρούμπας», κι αφού χόρεψαν και διασκέδασαν, στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα κοιταχτήκανε σιωπηλοί. Οι ματιές ήταν γεμάτες συμφέρον. Οι αριθμοί ήταν οι μόνοι που ήρθαν για να δέσουν οι δυο τους. Το νούμερο που ξεγλίστρησε από τα χείλη της βρήκε τη συμφωνία του.
Πιασμένοι χέρι-χέρι βγήκαν στο φαρδύ σταυροδρόμι, κάτω από μια λάμπα που ξεψυχά γράφοντας τους ξεθυμασμένους της κύκλους, σταμάτησαν μπροστά σ' ένα παραλιακό παλιό ξενοδοχείο. Την λέγανε Ίντριχ.
Ανέβηκαν τις ξύλινες σκάλες, αγκαλιασμένοι στα μισοσκότεινα, στο άνοιγα της πόρτας του δωματίου, στεκόντουσαν σιωπηλοί. Ήταν δυο άνθρωποι, που πριν λίγες ώρες αγνοούσαν τις υπάρξεις τους. Η Ίντριχ παρόλη την κούραση, του δόθηκε αληθινά κι αυτός δεν τη χόρταινε, μέχρι που κοιμήθηκαν αποκαμωμένοι.
Αναστέναξε όπως ήταν αγκαλιασμένοι. «Τι συμβαίνει, τι έπαθες;» τον ρωτά ανήσυχη όμως ξέρει τι συμβαίνει. Μετάνιωσε για την απόφαση που πήρε χτες το βράδυ μέσα στην αντάρα του έρωτα, που της εξομολογήθηκε ότι δεν θα συνεχίσει το ταξίδι και ότι θα μείνει στη στεριά. Αυτή το ήξερε ότι θα μετάνιωνε μόλις έλθει το φως της ημέρας. Γνώριζε καλά την ψυχολογία του ναυτικού. Η θάλασσα είναι η βαθειά πίστη και ιδιαίτερα του Έλληνα. Τη θεωρεί αναπόσπαστο μόριο της ζωής του.
Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να τον αποτρέψει απ' αυτό που είπε. Δεν μίλησε. Τον ήθελε κοντά της. Ήξερε ότι αν την ώρα που της έλεγε «θα μείνω» το καράβι σήκωνε άγκυρα, θα ήταν αργά για να μετανιώσει κι έτσι το καράβι θα έφευγε κι αυτός θα έμενε.
Ήξερε πως θα πάλευε για να τον κρατήσει μακριά από την θάλασσα, δεν ήξερε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα. Αυτή θα προσπαθούσε. Ανοίγει το παράθυρο να μπει το πρωινό, στέκεται και κοιτάζει τη θάλασσα και το λιμάνι, που άρχισε να δίνει ζωή στην πόλη. Σηκώθηκε και η Ίντριχ μισόγυμνη και πήγε κοντά στο παράθυρο.
Μπροστά στα μάτια του η θάλασσα μανιασμένη, θαλασσοπράσινη, όπου να 'ταν θα ξεχείλιζε για να πνίξει τη γη. Τα κύματα επανωτά κατρακυλούσαν κι αφρίζοντας έσπαγαν πάνω στην προβλήτα, την έγλειφαν. Όσο να πάρουν μια ανάσα και πάλι ορμούσαν να την κατασπαράξουν. Έτσι ένοιωθε την καρδιά του κατασπαραγμένη, όταν συλλογιζόταν πως το μεγάλο καράβι θα μπορούσε να είχε απομακρυνθεί απ' αυτόν παλεύοντας με τα κύματα.
«Μετάνιωσες», ακούει τη φωνή της, γυρνά και της ρίχνει μια ματιά. Εκείνη μαζεύτηκε, είδε την λύπη των ματιών του.
Άρχισε να πηγαινοέρχεται μέσα στο δωμάτιο σαν ανήμερο θεριό, έγινε όλο και πιο μικρή, πιο αθόρυβη, τι θα μπορούσε να κάνει για να τον συνεφέρει;
Με τον καιρό θα συνηθίσει, σκέφτηκε. Σ' αυτόν, άλλες σκέψεις φωλιάζουν. Πώς να φύγει. Η στεριά γι' αυτόν ήταν λίγες μέρες στο λιμάνι και κανένα καλοκαίρι στην πατρίδα, πάντα κοντά στην θάλασσα και με έτοιμη την ημερομηνία για το επόμενο μπάρκο. Αυτός είναι ένας αληθινός εραστής της θάλασσας, ένας ταξιδευτής της. Πώς το 'κανε αυτό και δεν ειδοποίησε κανέναν στο βαπόρι;
Έφερε στο νου του το πρώτο του μπάρκο, νεαρός μόλις άφησε τα θρανία της Σχολής Μηχανικών του «ΠΡΟΜΗΘΕΑ», τότε με τη λαχτάρα στα μάτια και στην ψυχή είχε κατέβει στον Πειραιά όπου θα ερχόταν το βαπόρι να ναυτολογούνταν. Το είχε δει να φτάνει λουσμένο στα χρυσάφια της αυγής και τον πήρε σαν ναυτικό ρομαντικό, που ονειρεύεται τον παράδεισο της ευτυχίας. Γεμάτος χαρά ανέβηκε την σκάλα του βαποριού, τα μικρά κύματα και ο θαλασσινός αέρας γεμάτος δαντέλες αφρών και γλαροπούλια εισχώρησαν ως μέσα στην ψυχή του και την ξέπλεναν. Τώρα αυτή η ψυχή είναι γεμάτη καταχνιά και νοιώθει παγιδευμένος.
Η Ίντριχ μέσα στο δωμάτιο κυκλοφορεί όσο μπορεί πιο αθόρυβα, τόσο όσο να μην τον ενοχλεί, αλλά και τόσο που να μην την ξεχνά πως είναι εκεί.
Αυτός δεν τα καταλάβαινε αυτά τα θηλυκά τερτίπια και δεν δίνει σημασία. Αν τον ρωτούσες για τα νάζια και τα τερτίπια της άλλης αγάπης του, της θάλασσας, θα σου έλεγε ένα - ένα στάζοντας μέλι η γλώσσα του. Αυτός ο δρόμος ο θαλασσινός, ο μακρύς και γαλανός, ο νοητός σε σχέση με το σημάδι που χάνεται και υπάρχει μόνο σε κάποιο ημερολόγιο πλοίου, αυτός ο δρόμος είναι το καμίνι χιλιάδων και χιλιάδων ταξιδευτών, χιλιάδων περιπλανήσεων, πλοίων που πέρασαν και χάθηκαν, ανθρώπων αγνώστων, χωρίς ελπίδα, χωρίς οικογένεια, με ή χωρίς πίστη, με ή χωρίς προσμονή, με ή χωρίς πατρίδα, με ή χωρίς κάποιον να τους περιμένει• και έγινε και γίνεται ο δρόμος αυτός η φωτιά μιας κόλασης που μέσα της σιγοβράζουμε εμείς όλοι που τον περπατάμε.
Δεν ξέρει πόσες ώρες στέκεται εκεί στο παράθυρο. Σκέφτεται όλα αυτά και κοιτάζει έξω, πολλές φορές, μέχρι που νύχτωσε. Όταν ο ουρανός αγκαλιάζει τη γη, γίνεται σκοτάδι. Μια βαριά κούραση τον συνεπαίρνει έτσι όπως είχε σηκωθεί το πρωί, γυρνά και πέφτει στο κρεβάτι. Εκείνη έρχεται και κουρνιάζει δίπλα του, αθόρυβη, χαδιάρα, απλώνει το χέρι της και του χαϊδεύει τα μαλλιά. Στο κεφάλι του πλέκει το σκοτάδι δαχτυλίδια. Κοιτάζουν και οι δυο έξω από το παράθυρο, η σελήνη μια μικρή φετούλα χλωμή κρέμεται από τον ουρανό. Γύρισε και την αγκάλιασε και τότε τους πήρε ο έρωτας στα χέρια του κι έκανε το παιχνίδι του.
Ένας ταραγμένος ύπνος γέμισε τα όνειρά τους, βρίσκεται σ' έναν απέραντο κάμπο, ένας μικρός λόφος ξεχωρίζει στο βάθος, στέκεται αμήχανος και κοιτάζει τριγύρω του, μήπως πάρει το μάτι του κανένα σημάδι που να δείχνει από πού να πάει να βρει τη θάλασσα.
Πρώτη φορά έρχεται εδώ, το βήμα του δεν είναι γραμμένο πουθενά, ο λόφος αντίκρυ δεν το ξέρει. Με αλαφιασμένο βλέμμα - πώς βρέθηκε; Στήνει αυτί και προσπαθεί να αφουγκραστεί την θάλασσα, μια ανάγκη που φτάνει στα όρια της λαχτάρας. Μέσα στο νου του, ακούει την αδιάκοπη κίνησή της που περισσότερο από οποιοδήποτε άλλον ήχο της φύσης αγγίζει το μυαλό του και την καρδιά του, μιλώντας του για την αμείλικτη ροή του χρόνου, για τους αιώνες και τις ανθρώπινες ζωές που πέρασαν και χάθηκαν, άγνωστες, ξένες, την ακούει να του ψιθυρίζει συνωμοτικά για τους εφήμερους πόθους της και τις ακόμη πιο εφήμερες χάρες της.
Λουσμένος στον ιδρώτα, βγαίνει βίαια από τον ύπνο.
Από το παράθυρο που έμεινε ανοιχτό όλη την νύχτα, βλέπει πέρα στο άπιαστο του ορίζοντα τις πρώτες αχτίδες του ήλιου να τον καλημερίζουν.
Κοιτάζει δίπλα του στο κομοδίνο, σε δυο ώρες το βαπόρι φεύγει, σηκώνεται με βιάση, ντύνεται, ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπο του, βγάζει από την τσέπη του κάποια χρήματα και τα αφήνει στο κομοδίνο της γυναίκας.
Εκείνη ανοίγει τα μάτια της, τον κοιτά νυσταγμένα και αδιάφορα, μουρμουρίζει ένα «καλό ταξίδι» και αλλάζει πλευρό.
Εκείνος φεύγει βιαστικός, φτάνοντας στο λιμάνι ακούει την σειρήνα του «Μ/V Πήγασος» με το σήμα αναχώρησης. Ίσα που πρόλαβε ν' ανέβει στο βαπόρι και οι ναύτες αναφώναξαν: ο μαστρονίκος έρχεται, περιμένετε. Σηκώνουν τη σκάλα και τη δένουν γερά πάνω στα πλευρά του βαποριού, η σειρήνα εξακολουθεί να φωνάζει την αμετάκλητη απόφαση της αναχώρησης. Το βαπόρι αργά απομακρύνεται από το λιμάνι. Εκείνος στέκεται λίγο πάνω στην κουπαστή, ο ήλιος έχει προχωρήσει, το ρόδινο χρώμα της έδωσε το χρυσαφί του πρωινού. Παίρνει βαθιές ανάσες να συνέλθει από το όνειρο εφιάλτη που έζησε, το όνειρο μιας άλλης ζωής.
Ευτυχώς που ήταν όνειρο. Γύρισε και πήγε στην καμπίνα του να αλλάξει για τη βάρδια. «Για σκέψου να ήταν αληθινό το όνειρο» χαμογέλασε. Όχι δεν ήταν δικό του το όνειρο. Μέσα στα κομμάτια του ύπνου του θα είχε μπει στο όνειρο κάποιου άλλου. Τα δικά του όνειρα ήταν ελεύθερα και ταξίδευαν πάνω στα κύματα. Η σειρήνα του «Πήγασος» είχε μόλις δώσει το τελευταίο σήμα της αναχώρησης.
Πιο γλυκό ήχο στη ζωή του δεν είχε ξανακούσει. Θυμήθηκε την ιστορία του μυθικού Οδυσσέα με τις σειρήνες. Πώς του ήρθε στο μυαλό; Σκέφτηκε ότι τα πράγματα στη ζωή μας, αυτά που μοιάζουν με το θαύμα και το μυστήριο, δεν εξηγούνται, δεν πιάνει πάνω τους η λογική. Η βάρδιά του στο μηχανοστάσιο πέρασε γρήγορα, δεν έμοιαζε με τις άλλες. Δούλευε με κέφι χαρούμενος σ' όλη τη διάρκεια της τετραωρίας, ένοιωθε το ελαφρύ σκαμπανέβασμα του βαποριού και αισθανόταν μια απέραντη ευτυχία. Πού και πού σκεφτόταν το όνειρο που είδε στην αγκαλιά εκείνης της γυναίκας.
Προσπαθεί να θυμηθεί το πρόσωπο της, δυο μέρες μαζί της κι ούτε θυμάται πώς ήταν. Κουρασμένος, πέφτει για ύπνο και τότε έρχεται το δικό του όνειρο, γλυκό και ήρεμο, σαν από ατόφια λουρίδα παραδείσου που σώθηκε μέσα στο χρόνο των θνητών και η καρδιά του φτιάχνει τότε το δικό της παραμύθι.
Μερόνυχτα το βαπόρι ταξιδεύει στη ρότα του. Κι εκείνος προσπαθεί να συνέλθει από το όνειρο εκείνης της νύχτας που είχε λέει πάρει την απόφαση να μείνει στη στεριά. Για πολύ καιρό δεν έλεγε να φύγει από την σκέψη του το όνειρο, όλο συλλογισμένος ήταν. Αλήθεια, σκεφτόταν, ο Θεός δημιούργησε τη γη για να χαίρεται πάνω της ο άνθρωπος, να αγαπά, να κάνει ζαβολιές κι όχι να τυραννιέται.
Η γη δεν είναι μόνο η στεριά, είναι και η θάλασσα. Λοιπόν είναι απ' αυτούς που διάλεξαν τη θάλασσα. Η ζωή του στην ιστορία θα ήταν μέρες αδέσποτες.
Αιώνιο στοιχείο η θάλασσα. Όμως, πάντα νέο γεμάτο μυστήριο, τόσο στα απάτητα βάθη της, όσο και στην αφρισμένη γυάλινη επιφάνειά της. Μυστήριο που το επιτείνει η θηλυκιά  οντότητά της. Γεμάτο μεγαλοσύνη κι άγρια ομορφιά.
Οι ημέρες πέρασαν ταξιδεύοντας. Σε λίγο θα ακουστούν οι σειρήνες του «Πήγασος». Θα αρχίσει η προετοιμασία κατάπλου του βαποριού. Αύριο το πρωί θα μπουν στο λιμάνι.
Δίπλα του κάθεται ένας από το πλήρωμα και καπνίζει αμίλητος. Και οι δύο κοιτάζουν το δειλινό, που μπογιατίζει με τα χρώματα της ίριδας τα σπίτια που ξεχωρίζουν μακριά, τον ορίζοντα, τη θάλασσα.
Όλα τα χρώματα είναι ζεστά. Δένονται με τους απανωτούς ήχους των κυμάτων, με τη σιωπή τους, με τις μυρωδιές και με τους ήχους της καρδιάς τους.
Και ξαφνικά, ο ήλιος σαν άγουρο πορτοκάλι, βουτάει μέσα στη θάλασσα και μαζί χάνονται και τα χρώματα, πέφτει το σούρουπο με ασημένιες σκιές κι αυτοί πασχίζουν να μαντέψουν από πού θα ξεπροβάλει η σελήνη. «Τι λες να βγούμε παρέα αύριο», ακούει τον συνάδελφο να τον ρωτά. Όχι φίλε μου, δεν έχω σκοπό να βγω σ' αυτό το λιμάνι. Μια άλλη φορά ίσως. Στο νου του έχει το όνειρο - εφιάλτη, φοβάται να μην το ξαναζήσει. Ο άλλος απομακρύνεται. Μένει μόνος, σηκώνει τα μάτια του προς τον ουρανό.
Το σούρουπο έδωσε τη σκυτάλη στη νύχτα που μοσχοβολά την υγρή οσμή της θάλασσας και το φεγγάρι ένας χρυσαφένιος δίσκος, αναδύεται μέσα από τη γαληνεμένη θάλασσα έτοιμο να αρχίσει το ταξίδι του στον ουρανό, φτάνοντας πέρα μακριά στον ορίζοντα, στους μακρινούς ωκεανούς, στις μακρινές θάλασσες, κι αυτός συλλογιέται ακουμπισμένος στην κουπαστή, την αναχώρηση, να φέρνει στα μάτια του το βαπόρι, να απομακρύνεται μέσα στα κύματα και νοερά, στ' αυτιά του, να ακούει τον ήχο της σειρήνας του «Πήγασος».
Αληθινές ιστορίες σαν τις παραπάνω υπάρχουν πολλές. Ταξίδευα χρόνια με τα βαπόρια μέσα σ' ένα σύννεφο από εδώ κι απ' εκεί χαράσσοντας γραμμές σ' ένα κόσμο, που μου ήταν πλέον γνωστός. Το σπίτι μου ήταν η θάλασσα. Αυτή η κοφτή γραμμή που ενώνει και χωρίζει τη θάλασσα με τον ουρανό, μια μοναχική καμπίνα και η θέα του απέραντου γαλάζιου. Το σπίτι μου, κάποιο λιμάνι, κάποια χαρά περαστική σε κάποιο κατάπλου, πέρασαν και χάθηκαν και το μόνο που μένει είναι η γνώση της ωριμότητας, η αναμονή του γυρισμού, εκεί που ανήκω.
 Του Αριστείδη Πετρόπουλου


Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Οι μόνοι που δε θα ξανάρθουν είναι οι εννέα που χάθηκαν.

Το καράβι. Το AEGEAN WIND. Ετών 26. Μαύρο... Και σκουριασμένο... Φαγωμένο από την αρμύρα.
Τόσα χρόνια μέσα στο νερό. Τι περιμένεις;
Δεν έφταιξε όμως αυτό. Το καράβι γλίτωσε. Ρυμουλκείται τώρα για Κουρασάο. Ολλανδικές Αντίλες.
Θα μπουν μέσα οι νηογνώμονες, οι αξιωματικοί του λιμενικού, οι αρχιμηχανικοί της εταιρείας.
Θα μπουν συνεργεία και θα αρχίσουν να το σουλουπώνουν από τη φωτιά. Θα του ξαναφτιάξουν τα μαυρισμένα σπλάχνα του ακομοδέσιου.
Τους νεκρούς μόνο δε θα μπορέσει κανείς να ξαναφτιάξει.
Ο καπετάνιος και το πλήρωμα θα τρέχουν και δε θα φτάνουν με τόσους μέσα στα πόδια τους. Και να ανακρίσεις και καταθέσεις και χαρτιά και αναφορές. Άνθρωποι χάθηκαν. Εννέα άνθρωποι.
Θα ακολουθήσει δικαστήριο.
Εννιά ζωές ήταν αυτές.
Δεν καθαρίζεις μόνο με ανάκριση.
Θα καθίσουν στο σκαμνί. Ο καπετάνιος πρώτος. Πάντα ο καπετάνιος έχει την πρώτη ευθύνη.
Και μετά και οι υπόλοιποι. Όσους προβλέπει ο νόμος δηλαδή.

Ξεκινώντας από τον αξιωματικό φυλακής. Που συνήθως και καταλήγει στη φυλακή κάθε φορά που θα συμβεί ατύχημα... Τυχαία νομίζεις τον αποκαλούν αξιωματικό φυλακής;
Οι ασφαλιστικές και η εταιρεία στο μεταξύ θα δίνουν άλλο αγώνα. Ποιος θα πληρώσει τα καμένα. Και ποιος θα αποζημιώσει τους νεκρούς. Αποζημιώνεται ένας νεκρός;
Οι μανάδες θα φορέσουν μαύρα. Εννέα νεκροί. Εννέα μανάδες. Και δε θα τα ξαναβγάλουν. Οι μανάδες άπαξ δια παντός τα φοράνε τα μαύρα. Και μετά τα ντύνονται δεύτερο δέρμα.
Θα μαυροντυθούν και οι σύζυγοι. Λιγότερες από 9. Ήταν και παιδιά ανάμεσα στους νεκρούς. Δεν πρόλαβαν να αφήσουν πίσω τους χήρες. Ίσως κανένα κορίτσι. Κανείς δε θα μάθει για τα κορίτσια αυτά. Ποιος νοιάζεται για ένα ερωτευμένο κορίτσι τέτοιες ώρες;
Θα μείνουν πίσω και τα ορφανά. Θα κλάψουν, θα ξανακλάψουν, θα το πάρουν απόφαση. Δε θα ξαναδούν τον πατέρα. Μονάχα τη μάνα τους, μαύρη σκιά, θα βλέπουν από δω και στο εξής.
Θα έρθουν μετά τα τηλεγραφήματα. Με τη βαθιά οδύνη και άλλα δακρύβρεκτα.
Θα έρθει και το φέρετρο. Σφραγισμένο. Τόσες μέρες νεκρός... τι να ανοίξεις και τι να δεις; Σφραγισμένο θα το κατεβάσουν και στο μνήμα.
Θα έρθουν οι συγγενείς. Θα κλάψουν και θα συλλυπηθούν. Με βαθιά οδύνη.
Οι μόνοι που δε θα ξανάρθουν είναι οι εννέα που χάθηκαν. Τρεις λευκοί. Έξι της κίτρινης φυλής. Όταν ζούσαν... Τώρα είναι όλοι ίδιοι. Ντυμένοι στο χρώμα του θανάτου.
Πώς είναι ένας νεκρός από φωτιά;
Και πώς είναι να πεθαίνεις από φωτιά;
Λένε πως πέθαναν από ασφυξία. Δεν κάηκαν. Πνίγηκαν στους καπνούς. Δεν τόλμησαν να τους διαβούν... Έμειναν εκεί και πέθαναν.
Ενοχλούν οι ερωτήσεις τα ευαίσθητα μάτια μας;
Δεν ενοχλούν οι σκηνές που θα παίζουν και θα ξαναπαίζουν στα μάτια των μανάδων; των πατεράδων; των συζύγων; των παιδιών; των αδερφών; των άγνωστων ερωτευμένων κοριτσιών;
Και των φίλων. Όλοι οι άνθρωποι έχουν φίλους. Έχουν και οι ναυτικοί. Ποιος αποζημιώνει τους φίλους; Και τι θα μπορούσε να τους αποζημιώσει;
Εγώ, και ίσως κι εσύ, δε γνωρίζαμε κανέναν από τους ανθρώπους αυτούς. Τους νεκρούς. Τους συγγενείς τους. Τους φίλους τους.
Έχω όμως φίλους μου στα καράβια. Και φίλες. Έχω και είχα. Και ένα δυο συγγενείς.
Κάποτε είχα και το αγόρι μου. Ήμουν κι εγώ ένα από τα ερωτευμένα κορίτσια.
Κάποτε ήμουν και η ίδια στα καράβια. Και είχα μάνα να με περιμένει. Και πατέρα και αδερφό. Και φίλους.
Δεν ξέρω πόσο βαθιά είναι η οδύνη των άλλων. Των πιο έξω. Ξέρω μονάχα πως όταν χάνεται ένας ναυτικός, τσακίζει η καρδιά όλων των άλλων ναυτικών. Και ένα κομμάτι της πεθαίνει μαζί με εκείνον που έφυγε για πάντα. Κι ας μην τον γνώριζαν. Ας μην είχαν δει ποτέ το πρόσωπό του.
Πόσοι οι πεθαμένοι ναυτικοί; Πόσα τα πεθαμένα κομμάτια της καρδιάς μας;
Και είναι και όλα εκείνα τα πεθαμένα κομμάτια της καρδιάς των μανάδων. Κι ας μην έχασαν το δικό τους παιδί. Κάθε φορά που χάνεται ένας ναυτικός, κλαίνε όλες οι μανούλες που έχουν παιδιά στα καράβια.
Και οι πατεράδες, και οι σύζυγοι, και τα παιδιά, και τα αδέρφια. Και τα άγνωστα ερωτευμένα κορίτσια. Και οι φίλοι. Όλοι καρδιοχτυπούν. Και όλοι ακούνε να χτυπά και η δική τους πόρτα. Ποιος έχει αύριο σειρά; Να ετοιμάζεται...
Λένε για τους ναυτικούς πως δε φοβούνται το θάνατο. Πώς να τον φοβηθούν; Έχουν μάθει να ζούνε μαζί του. Ξέμαθαν να ζουν με τους δικούς τους και ζούνε αγκαλιασμένοι με το χάρο.
Σταματάει ποτέ ο άνθρωπος να φοβάται το χάρο;
Μηδένα προ του τέλους, φώναξε εκείνος ο αρχαίος βασιλιάς. Και ήταν κι αυτός μέσα στις φλόγες.
Ποιος ξέρει, ποιος μπορεί να ξέρει, την αγωνία του θανάτου μέσα στις φλόγες; Ποιος μπορεί να ξέρει την αγωνία που έζησαν αυτοί οι εννιά άνθρωποι που τώρα ταξιδεύουν στα φέρετρα;
Επαναπατρίζονται οι σοροί... Οι σκέψεις τους; Τα όνειρά τους; Η ζωή τους;
Βράδυ Χριστουγέννων ήταν. Η ώρα που σε όλη τη γη οι άνθρωποι γιορτάζουν. Που μαζεύεται η οικογένεια γύρω από το τραπέζι και τσουγκρίζουν τα ποτήρια.
Αυτοί απουσίαζαν. Δεν είδαν τα ποτήρια. Δεν άκουσαν τις ευχές. Στη βάρδια, στο καπνιστήριο, στην καμπίνα, έξω στην πρύμη, εκεί έκαναν Χριστούγεννα.
Πώς κάνουν οι ναυτικοί Χριστούγεννα; Πρόλαβα δυο φορές να τα γιορτάσω τέτοια Χριστούγεννα. Δε χρειάζεται να έρθει η φωτιά. Δε χρειάζεται να έρθει ο Χάρος. Τους κουβαλάει η καρδιά σου.
Καίγεσαι και πεθαίνεις τέτοιες μέρες. Και πιο πολύ τις νύχτες. Όταν μείνεις μόνος. Ποιος ναυτικός έπεσε χαρούμενος να κοιμηθεί τη νύχτα των Χριστουγέννων;
Και είναι ο ύπνος λήθαργος βαρύς. Δίχως όνειρα. Ποτισμένος σε δάκρυα και αλκοόλ. Ποιος ναυτικός δεν πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω τέτοιες νύχτες;
Κάποιος ίσως να ήπιε και παραπάνω από το παραπάνω. Κι άφησε το τσιγάρο αναμμένο. Να καίει όπως έκαιγαν τα ματόκλαδα και η καρδιά του.
Κι έκαψε το τσιγάρο την κάφτρα. Έκαψε το τραπέζι. Άρχισαν οι φλόγες να χορεύουν. Και οι καπνοί άρχισαν να τρέχουν στους αλουέδες. Τρύπωσαν στις καμπίνες. Ανέβηκαν στις κουκέτες. Τύλιξαν το παλικάρι. Και το πήραν για πάντα μαζί τους...
Έμεινε πίσω η Βραζιλία. Είναι ο παράδεισος των ναυτικών η Βραζιλία. Με τις σάμπες και με τις ρούμπες και τα καυτά κορίτσια. Όλοι οι ναυτικοί ονειρεύονται να πάνε Βραζιλία. Εγώ δεν πρόλαβα. Έτσι κι αλλιώς εγώ ήμουν γυναίκα...
Την ξέρω όμως τη Βραζιλία. Των ναυτικών τη Βραζιλία. Τι νομίζεις κάναμε στις ατέλειωτες ώρες της βάρδιας; Πετάγαμε για Σάο Πάολο και Ρίο ντε Τζανέιρο. Στο Ponta Do Ubu όχι. Τώρα το άκουσα πρώτη φορά. Τώρα το αναζήτησα και στο χάρτη. Τριακόσια τόσα χιλιόμετρα βορειότερα του Ρίο.
Σαν να λέμε Αθήνα - Πάτρα και ακόμη μακρύτερα. Τι σημασία έχει; Βραζιλία είναι και το Ponta Do Ubu. Γεμάτο μουσική, χορό, ποτό και κορίτσια. Προπαντός κορίτσια.
Τα άλλα κορίτσια, στην πατρίδα, δεν τα ξεχνάει ο ναυτικός. Όσα κορίτσια και να γνωρίσει στα λιμάνια. Η σάρκα μόνο κατεβαίνει στο λιμάνι. Η καρδιά βρίσκεται μίλια μακριά. Σε μια κουκίδα του χάρτη που γράφει πατρίδα.
Έτσι μαθαίνει να ζει ο ναυτικός. Αλλού η καρδιά, αλλού η σάρκα. Τώρα θα γυρίσει πίσω η σάρκα. Η καρδιά;
Ύπουλα ανέβηκε ο καπνός στην κουκέτα. Τύλιξε την κοιμισμένη σάρκα. Τρύπωσε στα ρουθούνια. Έφτασε στα πνευμόνια. Γιατί δεν ξύπνησε; Γιατί δεν έτρεξε να σωθεί; Να βρέξει μια πετσέτα, να ορμήσει έξω. Να γλιτώσει...
Κανείς δε θα μάθει. Κι ας τρέχουν πάνω κάτω οι εμπειρογνώμονες. Κι ας παίρνουν καταθέσεις οι ειδικοί. Κανείς δεν μπορεί να μάθει τι σημαίνει η νύχτα των Χριστουγέννων στο καράβι. Μόνο όποιος το έζησε.
Και ξύπνησε την άλλη μέρα και δεν ήξερε πού ταξίδευε όλη νύχτα. Χρόνος νεκρός. Αφήνεις στην κουκέτα τη σάρκα. Αφήνεις και την καρδιά. Δεν αντέχεις μια τέτοια νύχτα να ακολουθήσεις την καρδιά σου. Και χάνεσαι. Σε άλλη διάσταση. Έξω από χώρο και έξω από χρόνο.
Μένουν μόνα τους μια τέτοια νύχτα τα κορίτσια στο λιμάνι. Απόψε ο ναυτικός δε θα θυμηθεί τις τρυφερές τους καμπύλες. Δε θα τσαλακώσει τα σεντόνια του ψάχνοντας τη μυρουδιά τους. Είναι Χριστούγεννα...
Μένουν μόνα τους και τα άλλα κορίτσια. Στην πατρίδα. Μια ζωή μόνα τους. Απόψε περισσότερο. Δεν αντέχει ο ναυτικός απόψε να θυμηθεί τη μοναξιά τους. Είναι Χριστούγεννα...
Τα Χριστούγεννα είναι η γιορτή της αγάπης. Οι άνθρωποι τα γιορτάζουν αγκαλιά με τους αγαπημένους τους. Όχι οι ναυτικοί. Όχι κι εκείνοι που αγαπούν ναυτικούς.
Ένα μικρό αστέρι λάμπει στον ουρανό. Δεν έχει πια μάγους να το ακολουθήσουν. Έχει τους ναυτικούς που τρέχουν να το συναντήσουν.
Αφήνουν τη σάρκα τους στο βαθύ της λήθαργο. Αφήνουν και τη καρδιά τους. Δεν αντέχουν απόψε την καρδιά τους. Και γίνονται αστέρια.
Πόσα αστέρια έχει ο ουρανός; Πόσοι είναι οι ναυτικοί που δε γύρισαν ποτέ;

Πηγή: http://kapetanisses.blogspot.gr/...Συγγραφέας - Δανάη!
Περισσότερα ΕΔΩ!

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Μακρινό ταξίδι ΙΙΙ

Μεσοκαλόκαιρο.
Χρόνια περασμένα.
Με τα μάτια μισόκλειστα από τη λάμψη του φωτός αισθάνεται μερικές φορές τον εαυτό του δύτη σε σμαραγδένια νερά λουσμένα στα χρυσάφια της αυγής, μικρά κύματα και ο θαλασσινός αέρας γεμάτος δαντέλες αφρών και γλαροπούλια εισχωρούν ως μέσα στην ψυχή του και την ξεπλένουν, μια αίσθηση φρεσκάδας τον τυλίγει.
Αχτίδες θύμησης όπως το φως του ήλιου, ξεπηδούν ξαφνικά από τα σκοτάδια της μνήμης του, εκτυφλωτικές, επιθετικές, κυνηγούν να προβάλλουν ότι κρύβεται μέσα της.
Αγναντεύει μέσα στην ομίχλη του χρόνου το μικρό χωριό του.
Το χωριό στη μνήμη του, όπως συμβαίνει και στη μνήμη των περισσότερων, είναι συνδεδεμένο με το καλοκαίρι, τόσο μάλιστα που όπου κι αν βρίσκεται την εποχή αυτή “νιώθει” έντονη τη μυρωδιά του θερισμένου σιταριού, “βλέπει” τις θημωνιές στ’ αλώνια, “ανεβαίνει” κάτω από τον καυτό ήλιο στη σβάρνα και οδηγεί τα ιδρωμένα από το λιοπύρι και τον κάματο άλογα στο αλώνισμα.
Οι τόποι του χωριού του είναι ένα κομμάτι του εαυτού του, και οι μνήμες ομφάλιος λώρος να τον συνδέει με τα μέρη των παιδικών του χρόνων.
Χωριό του στη γειρτή πλαγιά, σημείωμα της πρώτης αγάπης, πλατάνια, κυπαρίσσια κι αγριολούλουδα, θάμνοι που πτερυγίζουν οι μέλισσες και βράχοι ανεμοδαρμένοι, θεόρατοι με ένα σταχτή λευκό στις βαθιές ρυτίδες που άφησε ο αδυσώπητος χρόνος στη λυσσαλέα εκφορά του οργισμένου βοριά.
Και πέρα μακριά στο διάφανο το λιτό μια γραμμή στο ίσιο χάραγμα, εκεί που η θάλασσα στεγνώνει τα χείλια της στον ουρανό, και πάνω στην υγρασία της, λευκός καπνός έφτιαξε τα δακτυλίδια του με την παρουσία του χρώματος να κλειδώνει στα βλέμματα τη γεωμετρία του απέραντου. Στις πλαγιές θυμάρια, φασκομηλιές και ρίγανες, μυρουδιές ευλογημένες κατρακυλούν μες στα σπαρτά σαν σκέψεις ανεκπλήρωτες, όπως ο άνεμος που σμίλεψε στις πέτρες τα σχήματα των άγονων περιπλανήσεων του.
Τότε που μικρά παιδιά με βλέμματα καθάρια και μουντζουρωμένα γόνατα, με σφεντόνες και λερωμένα δάκρυα, όταν ο ήλιος στέγνωνε την αλμύρα. Τρεχαλητά και φωνές. Κυνηγητά και παιχνίδια, ομορφιές και συντροφικότητα. Μυθολογία των αναμνήσεων, γίγαντες και τιτάνες. Ένα καΐκι ξεπρόβαλλε από τον μικρό τον κόλπο κι άφησε πίσω του λευκό αυλάκωμα.
Όλα τα χρώματα είναι ζεστά. Δένονται με τους απανωτούς ήχους των ανέμων στους βράχους, με στιγμιαία τη σιωπή τους, με τις μυρωδιές και με τους ήχους της καρδιάς τους.
Ο θόρυβος κόπασε, και ξαφνικά ο ήλιος σαν άγουρο πορτοκάλι, βουτάει στου Κούνου την πλάτη και μαζί του χάνονται και τα χρώματα, πέφτει το σούρουπο με ασημένιες σκιές και τα παιδιά πασχίζουν να μαντέψουν από πού θα ξεπροβάλει η σελήνη.
Ανέμελη ζωή, με δίχως πάθη, δίχως οράματα, και μόνο κάποια στιγμιότυπα, περιοδικά απεικονίσματα πρωτόλειας παρορμήσεως να δείχνουν τα ψευδολογήματα της νιότης.
Σπουδές, οικογένεια, παιδιά, επιτυχία.
Ζωή, θάνατος, έρωτας, βιοπάλη, όλα μαζί δένονται στη ψυχή τους και γίνονται ποίημα.
Έφερε στο νου το πρωινό στις αρχές του φθινοπώρου με τις πρώτες ελαφρές ψυχρές πνοές του άνεμου, τότε που με τη λαχτάρα στα μάτια και ένα κόμπο στην ψυχή είχε ανέβει με τα πόδια τον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε στο Τρίτο δημοτικό σχολείο της Λαμίας. Πρόκειται για την πρώτη του σχολική χρονιά στο μεγάλο σχολικό συγκρότημα της πόλις, έχοντας μόλις πρόσφατα μετακομίσει από το μικρό χωριό του Λακωνικού Πάρνωνα. Ένα άγνωστο μαθητούδι της τρίτης τάξης ανάμεσα στο μεγάλο πλήθος των μικρών μαθητών του σχολείου και αυτό του προκαλούσε μια διάθεση προβληματισμού και αμηχανίας.
Η διαδρομή αυτή ταυτόχρονα του ξυπνούσε σκέψεις που τον ταξίδευαν στα περασμένα.
............
Δύο χρόνια νωρίτερα χιλιόμετρα μακριά.
Πόσο όμορφη και διαφορετική ήταν η έξαψη που είχε νοιώσει στην πρώτη του επαφή με το σχολείο του μικρού χωριού, κτισμένο με γκρίζα πέτρα πάνω στο δυτικό λόφο.
Στου χωριού τους μικρούς λιθόκτιστους δρόμους, με τις περιποιημένες μικρές αυλές και στις κακοτράχαλες πλαγιές, η φύση το φθινόπωρο μαστορεύει συναρπαστικά τη συνέχεια στο χρόνο, φυτεύοντας αγριολούλουδα, βατομουριές, μολόχες, τσουκνίδες και η δροσερή αύρα του μαΐστρου ελαφριά και υγρή ξεχύνεται πίσω απ’ τις πλαγιές και σέρνεται ανάμεσα στα χαλκοπράσινα φρέσκα φύλλα.
Η μητέρα του τον είχε ανεβάσει πάνω στο μαύρο λυγερό αραβικό φαρί τους με τα λευκά σημάδια στα πόδια και το λευκό αστέρι στο κεφάλι. Με τη γεμάτη χάρη, κυματιστή αρμονική και απαλή κίνηση του ξεκίνησαν από τον οικισμό διασχίζοντας το μεγάλο ρέμα για το σχολείο του χωριού. Ήταν μερικά χιλιόμετρα διαδρομή.
Πάνε πολλά χρόνια από τότε, αυτό το γεγονός, κομμάτι της ιστορίας της ζωής του, παραμένει ολοζώντανο στο μυαλό του χαραγμένο με ανεξίτηλα χρώματα.
«Τα αραβικά άλογα έχουν απίστευτη ομορφιά, θεωρείται δε ότι αποτελούν την καθαρότερη και αρχαιότερη φυλή, είναι πολύ έξυπνα με αντίληψη , ευαίσθητα, ευγενικά και στοργικά με τους ανθρώπους και τα άλλα ζώα , ικανά να σκέφτονται λύσεις σε καταστάσεις. Τα Αραβικά είναι καλά άλογα για οικογένεια χάρη στην στοργική τους φύση. Όσοι τα θεωρούν δύσκολα είναι επειδή προσπάθησαν να τα αναγκάσουν να κάνουν κάτι παρά την θέληση τους. Είναι εξαιρετικά θαρραλέα και κάνουν τα πάντα για κάποιον που εμπιστεύονται. Επίσης είναι εξαίρετο για κάθε είδους ιππασίας .
Η Ιστορία των Βεδουίνων λέει ότι ο Αλλάχ δημιούργησε το αραβικό άλογο από τους τέσσερις ανέμους.»

..............
Έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του στο δρόμο και μετά από μια στιγμή δισταγμού και νευρικότητας, καρτερικά ανέβηκε τα σκαλιά της εισόδου διέσχισε τη μεγάλη σιδερένια αυλόπορτα κ’ εισήρθε στο προαύλιο που οδηγούσε στην εσωτερική αυλή του τεράστιου κτηρίου. Χαμένος μέσα στο πλήθος κοίταξε γύρω του κ’ αναγνωρίζοντας δυο τρία παιδιά από τη νέα του γειτονιά γουργούρισε με ικανοποίηση, ήταν αυτό που χρειαζόταν η διάθεση του να επηρεαστεί ευχάριστα και να σβήσει κάθε δυσφορία του. Όλα γύρω του έδειχναν ιδιαίτερα θορυβώδη, χαρούμενα, τα παιδιά γελούσαν και τριγύριζαν από συντροφιά σε συντροφιά. Κατάλαβε ότι κι’ αυτός πια θ’ αποτελούσε τμήμα αυτής της μεγάλης συντροφιάς. Χρειάστηκε κάποιος χρόνος να αφομοιωθεί με τους συμμαθητές του, λόγο της ιδιόμορφης λακωνικής προφοράς του, άλλα πολύ γρήγορα δημιούργησε φίλιες και ποτέ του δεν ένοιωσε ξένος από τους συμμαθητές του με τους οποίους  ζούσε τις ίδιες αγωνίες  και τις ίδιες φιλοδοξίες μαζί τους για την επιτυχία.
Δεν ήταν βέβαια καμία μαθητική μεγαλοφυΐα αλλά με την εντονη περιέργεια και διάθεση για μάθηση υπήρξε καλός μαθητής, χωρίς να είναι ιδιαίτερα επιμελής και συνεπής στις σχολικές του υποχρεώσεις, δεν δημιουργούσε προβλήματα στο σχολείο, στους δασκάλους και στους συμμαθητές του και, γενικά, έπαιρνε καλούς βαθμούς. Τα κατάφερνε στο σχολείο και στα μαθήματα, αλλά όχι σε βάρος της προσωπικής ευχαρίστησης, είχε ισορροπία ανάμεσα στις σχολικές επιδόσεις και στο παιχνίδι, στην παρέα με συνομηλίκους, στην τεμπελιά και στο χασομέρι της παιδικής ηλικίας.
Την πρώτη του χρονιά στο νέο του σχολείο δυο συμμαθήτριες και ένας συμμαθητής του ξεχώριζαν τόσο για το ήθος τους όσο και για την άρτια εκπαίδευσή τους.
Ποτέ του δεν ένοιωσε την ανάγκη να δοκιμάσει τις δυνατότητές του, να τους συναγωνιστεί στις διακρίσεις.
Τώρα, γυρεύει να τους φέρει ολόβολα μπροστά του, να θυμηθεί τα πρόσωπα τους, τα σουσούμια τους. Μα δε του έρχονται στο νου παρά θολές οι εικόνες τους, χαμένες.
Η Στέλλα.
Η φήμη της μεσουρανούσε στην μαθητική τη τάξη. Μάζευε τον κόσμο γύρω της όπως το φως τις πεταλούδες, το έβρισκε απίθανο να είναι μόνη της, διότι σύμφωνα με το παλιό απόφθεγμα, οι ωραίες δεν μένουν ποτέ μόνες.
Άσπρη και καστανόξανθη, εκείνο που τη ξεχώριζε περσότερο ήταν τα μεγάλα φωτεινά της μάτια που βαστούσαν ένα ξάστερο ψιχάλισμα μέσα στην παιδιάστικη παρουσία, με αστραφτερές αναλαμπές που χαιρόσουν να τα βλέπεις.
Δεκαετίες αργότερα την είδε σε εξώφυλλα περιοδικών,  ν’ αναφέρονται στην αξιόλογη καλλιτεχνική της δραστηριότητα.
Επιτυχημένη μουσικός, η Στέλλα ήταν όμορφη σαν πάντα.
Η Μαρία.
Το πλέον χαρισματικό άτομο της νεανικής τάξης, διέθετε το ευλογημένο προνόμιο του προικισμένου ατόμου, το φυσικό ταλέντο στο γράψιμο και πολύ της άρεσε να διαβάζει, ξεχώριζε για τους ευγενικούς της τρόπους και την καλοσύνη της.
Ίσιωνε με τις παλάμες τα σγουρά μαλλιά της, με τη φανταχτερή τους λάμψη, το ίσιασμα αυτό το συνήθιζε συχνά ακόμη και μέσα στο ξάναμμα του παιχνιδιού στεκόταν άξαφνα κι  έσιαζε τα μαλλιά της, την έβλεπες που μας κοίταζε με την αστραφτερή μελαχρινή ματιά της και μ' ένα γέλιο  γλυκό ευαίσθητο, που έδειχνε τα αστραφτερά της δόντια.
Ο Δημήτρης.
Ευαίσθητη, εξευγενισμένη, χαρούμενη ψυχή,  έσφυζε από ζωή.
Αν και από μεγαλοαστική οικογένεια είχε αμοιβαία φιλική σχέση μ’ όλους στην τάξη και έχαιρε εκτίμησης στις καθημερινές συντροφιές.
Στο γαλήνιο πρόσωπο του τα φωτεινά μελιά μάτια γίνονταν πελώρια κι η λάμψη τους σκιαζόταν από την αγωνία, όπως ο ήλιος από τα σύννεφα όταν κάτι του πήγαινε στραβά, γέμιζαν καταχνιά, ένιωθε παγιδευμένος.
Πέρασαν έτσι τρία χρόνια κόντευε τα δώδεκα, τελευταία χρονιά στο δημοτικό σχολείο.
'Έξω οι δρόμοι λουζόταν στον ανοιξιάτικο ήλιο, μετά το σχολείο σεργιάνισε στις αλάνες της γειτονιάς με το παραπάνω, αυτό του στοίχισε άφθονους μώλωπες, και ένα εγκάρσιο σκίσιμο σαν από ξυράφι στην κνήμη βαθύ μέχρι το κόκκαλο και κάτι αφόρητους πόνους.
Στο τέλος της αλάνας δυο ατροφικά δέντρα, έριχναν παραπετάσματα απο μικρές σκιές και έτρεξε βιαστικά κοντά τους τον πόνο του να γιάνει. Καθισμένος στον ίσκιο τα ξαφνιασμένα μάτια του είδαν νεαρό άνδρα να ξεπροβάλει από τον κήπο παρακείμενης οικίας με ναυτική στολή στα λευκά ντυμένο. Τον παρακολουθούσε αθέατος, πίσω από τη σκιά των δέντρων στον απογευματινό Ήλιο και στη δύναμη της εικόνας ένιωσε κάτι πολύ περίεργο, μυστήριο λαμπερό τον συνεπήρε, "τρελλό όνειρο", που έβγαινε απο την ψυχή του, μπορούσε να το δει καθαρά με τη φαντασία του, να ταξίδεύει στα πέρατα του κόσμου. Ενοιωσε ζωντανά τη περιπλάνηση στην καταχνιά της σκέψις του, λες και δεν πατούσε στη γη, λες και έπλεε με καράβι στα γαλανά νερά της απέραντης θάλασσας, έγινε για λίγο ναυτικός. Αγαπούσε ιδιαίτερα τη θάλασσα και κάθε φορά που κατηφόριζε στις ακτές της Αγίας Μαρίνας το γλεντούσε η ψυχή μου. Όταν έφτανε κοντά της άπλωνε παγανιά το βλέμμα να κυνηγήσει τις ομορφιές της όλες, και τη φαντασία του αχαλίνωτη να οργιάσει.
Κι’ εκείνη τον δέχτηκε στην αγκαλιά της.
Η γη δεν είναι μόνο η στεριά, είναι και η θάλασσα. Είναι απ' αυτούς που διάλεξαν τη θάλασσα. Αιώνιο στοιχείο η θάλασσα. Όμως, πάντα νέο γεμάτο μυστήριο, τόσο στα απάτητα βάθη της, όσο και στην αφρισμένη στιλπνή επιφάνειά της. Μυστήριο γεμάτη μεγαλοσύνη κι άγρια ομορφιά.
Εδώ το μακρινό ταξίδι τέλειωσε, η συνέχεια θα δώσει πλέον τη θέση της στην περιπέτεια και τη μακριά πορεία από την αθωότητα στην εμπειρία.
Τα όνειρα είναι η κοινή μοίρα των παιδικών χρόνων, στο γλυκό, αθώο ξεκίνημα.
Σπουδές, οικογένεια, παιδιά, επιτυχία.
Ζωή, έρωτας, βιοπάλη, θάνατος, όλα μαζί δένονται στη ψυχή τους και γίνονται ποίημα.
Η περιπέτεια και η μακριά πορεία τελειώνει σ' εκείνο το μέρος όπου πηγαίνει η φλόγα όταν σβήνει.

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Βιράρω καπετάνιο.

Στην Αντοφαγκάστα της Χιλής συνέβηκε θαρρώ, μια φωτεινή και δροσερή από την αύρα του ωκεανού Κυριακή, με τον ήλιο, ανατέλλοντας να φωτίζει το πλοίο ανάμεσα από τις χαράδρες πέρα από τις υψηλές κορυφογραμμές των Άνδεων. Στο βάθος εκτείνεται η έρημος Ατακάμα, μια στεγνή και ξηρή περιοχή, διαβρωμένη, κατά μήκος των Χιλιανών ακτών στον Ειρηνικό ωκεανό. Η βροχόπτωση εδώ εμφανίζεται μια η δυο φορές τον αιώνα και η έρημος Ατακάμα είναι μια από τις ξηρότερες περιοχές του πλανήτη. Ένας συνδυασμός ψυχρών θαλασσίων ρευμάτων από την Ανταρκτική και του θερμού αέρα του ωκεανού δημιουργεί μια αντιστροφή που παράγει ομίχλη στην έρημο αλλά ελάχιστη βροχή. Η αντιστροφή αυτή κρατά επίσης χαμηλές θερμοκρασίες στην έρημο παρά την εγγύτητα της περιοχής στον ισημερινό.
Η ιστορία μας υποθέτω ότι ξεκίνησε ένα πρωινό στα τέλη Μαρτίου. Λέω υποθέτω γιατί είναι δύσκολο να ξέρεις το πότε ακριβώς ξεκίνησε κάτι. Είναι όπως ερωτεύεσαι κάποιον. Σε ρωτούν πόσο καιρό βγαίνετε και είναι δύσκολο να απαντήσεις.
Τίποτα δεν προμήνυε πως θα ήταν κάτι διαφορετικό από μια συνηθισμένη Κυριακή στον ήσυχο λιμένα που βρέχεται από τα νερά του νότιου Ειρηνικού ωκεανού. Μια μοναχική προβλήτα στο τέλος του λιμένος για πλοία μεσαίου μεγέθους της εποχής, στην δεκαετία του 70.
Ήταν νωρίς το πρωί, στεκόταν και κοιτούσε έξω από το φινιστρίνι του γραφείου του την ψυχρή δροσιά του πανέμορφου πρωινού, πέρα στις κοντινές πλαγιές στα άσπρα σπίτια η αντηλιά τον ενοχλούσε.
Καμιά σημαντική υποχρέωση δεν τον περίμενε σήμερα.
Είχε κοιμηθεί θαυμάσια στην ζεστή αγκαλιά της πράγμα που θεώρησε καλό οιωνό, διασφαλίζοντας πως τίποτα δεν θα πάει στραβά την υπόλοιπη μέρα.Για την ακρίβεια είχε μια τέλεια αίσθηση, το είδος εκείνο που έσβηνε τις μίζερες σκέψεις.
Ήμουν εξαιρετικά μπερδεμένος με την πορεία της ζωής του καπεταν Γιάννη τότε, και έτσι παραμένω και σήμερα.
Ένας προσηνής, ευγενικός και συνάμα γοητευτικός άνδρας που η λέξη ευπαρουσίαστος, μια λέξη που δεν την ακούς συχνά πλέον λένε ότι χαράχτηκε για εκείνον, έναν γενναιόδωρο άνδρα με ζωηρό χαμόγελο και ένα φινετσάτο γούστο στο ντύσιμο, το οποίο ακόμη και αν αγόραζες τα ίδια δεν θα το αποκτούσες.
Και όμως δημιουργήθηκε κυκλοφοριακή συμφόρηση.
Ήταν ήδη μετά τις οκτώ και να φουριόζος καταφθάνει ο πράκτορας του πλοίου και τον πληροφορεί ότι σε δύο με τρεις ώρες έρχεται εκτός προγράμματος ένα Ρο-Ρο μεταφοράς για να παραδώσει μερικά αυτοκινούμενα εμπορευματοκιβώτια και πρέπει το πλοίο να μετακινηθεί πιο μπροστά στην προβλήτα για να υπάρξει ο απαιτούμενος χώρος για την πρόσδεση του Ρο-Ρο.
Δεν μπορούσε να το πιστέψει.
Για μια στιγμή κοκάλωσε με το στόμα ανοικτό, έμεινε ακίνητος για δευτερόλεπτα με τα χέρια στα πλευρά και το πρόσωπο ανέκφραστο. Μόλις ξεπέρασε την έκπληξη , βρέθηκε σε πλήρη εγρήγορση.Το τελευταίο λοιπόν πράγμα που μας έλειπε ήταν αυτό μονολόγησε.Στο πλοίο δεν υπάρχει ψυχή πέρα από τον ίδιο και τον λαδά της βάρδιας με τα κορίτσια τους για συμπαράσταση στο πρόβλημα του. Το προς φόρτωση φορτίο δεν ήταν έτοιμο και το πλοίο περίμενε στην προβλήτα άπραγο για μερικές ημέρες, κάπου δε είχαν οργανώσει ολονύκτιο γλέντι και όλο το πλήρωμα είχε συμμετοχή. Παράδοξο που ο καπετάν Γιάννης απουσίαζε από το γλέντι.Έβγαλε μια βαθιά ανάσα σήκωσε τους ωμούς του και το βλέμμα του συνάντησε αυτό του πράκτορα. Η έκφραση του είχε μια αποφασιστική ηρεμία με ένα αμυδρό χαμόγελο να σκιάζει το πρόσωπο του.
Υπάρχει κάτι ανεξήγητο μα χειροπιαστό που πλανάται στη ατμόσφαιρα....
-Φοβάμαι πως θα γίνουμε πρωτοσέλιδο λέει του Ατζέντη.
-Δική σου επιλογή κάπταιν αλλά θα πρέπει το πλοίο να μετακινηθεί οπωσδήποτε.
Έριξε μια ματιά στο εσωτερικό της καμπίνας στο κρεβάτι. Ήταν όμορφη στ’ αλήθεια, ελκυστική μπορείς να την περιγράψεις, με μάτια που κοιτούσαν προς το μέρος του θεσπέσια νερά μιας καθάριας λίμνης, ντυμένη με ένα νεγκλιζέ που άφηνε να φαίνεται το κορμί της και τόνιζε το στήθος της. Λειτουργούσε επάνω του σαν έμπνευση και γέμιζε την ζωή του χρώμα και θόρυβο. Ο καπετάν Γιάννης είχε μια πολύ φημισμένη και σεβαστή ιστορία στις επιλογές του.
Φαινόταν κάπως ανήσυχη, διστακτική και απορημένη τον κοιτούσε προσπαθώντας να μαντέψει ποιο είναι το πρόβλημα που τους πρόεκυψε, δαγκώνοντας ανεπαίσθητα το κάτω χείλος της.
-Λορένα χρειάζομαι κάποιον να με βοηθήσει. Αυτό είναι το θέμα, δεν μου αρέσει αυτό αλλά δεν έχω άλλη επιλογή, σήκω και ετοιμάσου να πάμε στην πλώρη.
Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι αναστατωμένη σταυρώνοντας τα μακριά της πόδια, ακούμπησε πίσω στα μαξιλάρια με τα χέρια της προσπαθώντας να αντιληφθεί τι ήταν αυτό που της ζητούσε.
-Ετοιμάσου να πάμε μια βόλτα στην πλώρη και μην αναρωτιέσαι θα σου εξηγήσω.
Της ήταν αδύνατο να το πιστέψει.
-Μάλιστα . Νομίζεις στα αλήθεια ότι εγώ μπορώ να σε βοηθήσω;
-Δε θα στο ζητούσα, όχι αν μπορούσα να σκεφτώ έναν άλλο τρόπο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Η έκφραση στο πρόσωπο της δεν άλλαξε για αρκετή ώρα.
-Είσαι σίγουρος;
-Λορένα προχώρα και μην στύβεις το μυαλό σου δεν είναι απαραίτητο.
Ταυτόχρονα έγιναν οι δέουσες εξηγήσεις , ο λαδάς ξεκίνησε τα απαραίτητα δίκτυα και μετά ανέλαβε την λειτουργία στα βίντσια της πρύμνης
Η Λορένα με ρυθμό χελώνας και ρίχνοντας ματιές γύρω της προσπαθούσε να αντιληφθεί τι επρόκειτο περίπου να κάνει.
Με τα  "γουόκι τόκι" ανά χείρας φτάσανε στην πλώρη.
Τα βίντσια ήταν ήδη σε λειτουργία. Της έδειξε το μοχλό λειτουργίας στα χέρια και της εξήγησε το βίρα και το μάϊνα και πως ακριβώς λειτουργεί.
-Κατάλαβες Λορένα;
Η Λορένα έβγαλε μια βαθιά ανάσα και κούνησε ελαφρά το κεφάλι της.
-Κατάλαβα καπετάνιο.
-Ωραία πάρε το "γουόκι τόκι" και θα περιμένεις τις εντολές τώρα από αυτό, και να μην φοβάσαι είσαι ασφαλής της είπε, και αναχώρησε για την γέφυρα του πλοίου.
Ο θόρυβος σαν επανωτά γρονθοκοπήματα από τα γρανάζια του βιντσιού της προκαλούσαν μια αίσθηση εντόνου φόβου, τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί αναρωτήθηκε και άφησε το μοχλό στην ουδέτερη θέση.
Σταθερά και με ήρεμο τόνο ο καπετάν Γιάννης γνήσιος καπετάνιος, την προστάζει κοφτά μέσα από το "γουόκι τόκι".
-Βίρα Λορένα....  Λορένα Βίρα σου λέω……
Σταδιακά η Λορένα βρήκε πρόσκαιρα την αυτοκυριαρχία της, τέντωσε το κορμί της, και ξανατράβηξε τον μοχλό λειτουργίας του Βιντσιού.
-Βιράρω καπετάνιο, βιράρω, αγκομαχώντας σαν κλαυθμός ακούστηκε η απάντηση της.
Και το πλοίο πάρκαρε τριάντα μέτρα πιο πάνω στην προβλήτα υπό το έκπληκτο βλέμμα του ατζέντη, που κάτι σίγουρα θα μουρμούριζε για τους συγχρόνους απογόνους του πολυμήχανου Οδυσσέα.
Θρύλος έχει μείνει ο απόηχος από το κυριακάτικο πρωινό μανουβράρισμα του πλοίου στην μακρινή Αντοφαγκάστα στην νότιο Χιλή.
Βίρα Λορένα,... Λορένα Βίρα σου λέω......
Βιράρω καπετάνιο, βιράρω……

Τον γνώρισα πολύ λίγο αλλά ξέρω τόσες ιστορίες του, που νομίζω ότι ζήσαμε μαζί μια ολόκληρη θητεία, στην απεραντοσύνη των ωκεανών.

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Καλό σου ταξίδι

Η γνωριμία και η συνεργασία μας με το Στέλλιο ξεκίνησε από το λιμένα Σέτε όπου ναυτολογήθηκα σε ένα ποντοπόρο πλοίο μεταφοράς γενικών φορτίων.
Το Σέτε πόλη στη νότιο Γαλλία, είναι τουριστικό θέρετρο του γαλλικού νότου, και ο τουρισμός είναι σημαντικός στην τοπική οικονομία. Η πόλη χτίζεται γύρω από έναν κόλπο και τα παλαιά και νέα μέρη της χωρίζονται διακριτικά χωρίς υπερβολικές αλλαγές στη διάβα του χρόνου. Μια λεωφόρος επεκτείνεται κατά μήκος της ακτής του κόλπου, με πολυάριθμα εστιατόρια που προσφέρουν θαλασσινά εδέσματα . Τα όστρακα της περιοχής έχουν παγκόσμια φήμη. Η πόλη και ο κόλπος προστατεύονται από τις κλιματολογικές αλλαγές από τα βουνά στο Βορρά. Ο κύριος λιμένας χρησιμεύει ως βάση για έναν αλιευτικό στόλο και για σκάφη αναψυχής. Η περιοχή αφθονεί στη καλλιέργεια των λουλουδιών, τους αμπελώνες, τους οπωρώνες, και τα άλση από ελιές και μουριές.
Στη προβλήτα το πλοίο εκφόρτωνε ράθυμα σε καλοκαιρινό ρυθμό. Η ηλιοφάνεια χυνόταν πέρα από τους λόφους, ο ουρανός είχε ένα τέλεια κενό φωτεινό μπλε.
Φυσούσε ο μαΐστρος, άγριος και απείθαρχος κάποιες στιγμές με τα γύρω δέντρα να χορεύουν και να κάμπτουν, κόπαζε και ηρεμούσε αφήνοντας πίσω του το τοπίο με πλουσιότερα χρώματα και μεθυστικές μυρωδιές. Ήταν το είδος στιγμιαίου μετασχηματισμού που καταπλήσσει τις αισθήσεις και σε καθιστά ευτυχή να είσαι ζωντανός. Ύστερα από μια κοπιαστική μέρα, ευκαιρία να απολαύσουμε τη γαλλική έκδοση της κακαβιάς τη φημισμένη γαλλική μπουγιαμπέσα, με συνοδεία ένα λευκό γαλλικό κρασί. Ήταν ένα θερμό θερινό βράδυ μ’ έναν ουρανό καλυμμένο με τα αστέρια, και καθίσαμε δίπλα στη θάλασσα. Μερικοί ψαράδες έβγαλαν από τη βάρκα κι άπλωσαν πάνω στην άμμο τα δίκτυα τους για να στεγνώσουν. Κινήσεις δέκα χιλιάδων χρόνων που γίνονταν χωρίς βιάση η σκέψη. Τη παρέα αποτελούσαν ο Καπεταν Γιάννης με τη σύζυγο του που είχε έλθει να τον επισκεφτεί. Ο καπετάνιος, ευγενική παρουσία, καλοσυνάτος, ευπρόσιτος και άνθρωπος χαμηλών τόνων . Γραμματικός ο καπεταν Κυριάκος επίσης με την σύζυγο του που είχε έλθει στον λιμένα, ένας ψηλός άνδρας με μεγάλο ανοιχτό πρόσωπο και ελαφρώς ατημέλητα μαύρα μαλλιά, ένα πηγαίο χιούμορ να τον διακρίνει. Στέλλα, η ασυρματίστρια του πλοίου, Κεφαλλονίτισσα, αθώα σα μικρό παιδί, μια όμορφη διακριτική και χαλαρωτική παρουσία. Στέλλιος ο δεύτερος μηχανικός , ο και Στελλάρας όπως τον αποκαλούσαν χαριτολογώντας , ευφυολόγος, κοινωνικός, θορυβώδης, ολίγον χαοτικός, έκανε πάντα αισθητή την παρουσία του στην ομήγυρη αλλά ταυτόχρονα μπορούσε να υποδυθεί τον ταπεινό. Είχε πολλά ποιοτικά στοιχεία ο χαρακτήρας του. Και ο Παναγιώτης ο τρίτος μηχανικός από τη Μάνη τη μεσσηνιακή, με χόμπι του την αστρολογία, και με ειδικότητα το ανατολίτικο παζάρι στις αγορές, προικισμένος με ικανότητα να μαντεύει το ζώδιο του καθενός. Ήταν τόσο άνετα να είσαι μαζί τους στη παρέα, σύμπτωση δε με το Στέλιο και τον Παναγιώτη ήμασταν ακριβώς συνομήλικοι. Το κρασί ήταν εξαιρετικό, οι μνήμες ξεθωριάζουν, μα η γεύση του, ένα ευπρόσδεκτο κύμα ενέργειας να ποτίζει το κορμί σου, έχει μείνει στη θύμηση μου.
Στη συνέχεια του οδοιπορικού είχαμε ένα ακόμη μακρύ ταξίδι μπροστά μας.
Ταραγκόνα ο λιμένας φόρτωσης με προορισμό την άπω ανατολή.
Πόλη και θαλάσσιος λιμένας στη βορειοανατολική Ισπανία, στη Μεσόγειο, στις εκβολές ποταμού. Το αρχαιολογικό μουσείο της πόλης έχει μια σημαντική συλλογή ρωμαϊκών αγαλμάτων, τα υπολείμματα ενός ρωμαϊκού αμφιθεάτρου, και ένα ρωμαϊκό υδραγωγείο.
Στη διάρκεια της φόρτωσης έγιναν ορισμένες εργασίες συντήρησης του πλοίου. Έμελλε να γίνει η πρώτη και μοναδική μου σύγκρουση με τον Στέλλιο. Από τις εργασίες του προγράμματος μου παρέδωσε το κλείσιμο εργασίας που ήμουν σίγουρος ότι δεν είχε εκτελεστεί. Είναι ενέργεια που στο επάγγελμα μας είναι μη αποδεκτή. Τον κάλεσα και του ανακοίνωσα ότι δεν αμφισβητώ τις ικανότητες του αλλά τον παρακαλώ αυτό να μην ξανασυμβεί είναι πρώτιστα θέμα ασφάλειας τόσο δική μας όσο και του σκάφους. Η συνεργασία μας πρέπει να στηρίζεται στην ειλικρίνεια και την αμοιβαία υποστήριξη.
----Πρέπει απλώς να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου, και όταν το κάνεις προσπάθησε αυτό να μην το ξεχνάς. Θα το εκτιμούσα ιδιαίτερα.
Μόλις ξεπέρασε την έκπληξη, το ένοιωσα, έγινε ράκος, ενοχλήθηκε ότι του καταστρέφω τη καλή του εικόνα και σε σύντομο χρόνο μου παρέδωσε τη παραίτηση του για λόγους ευθιξίας. Προσπάθησα να μη χαμογελάσω, τη πέταξα στο καλάθι των απορριμμάτων και τον έπεισα να μη το κάνει.
---Κλείσε αυτό το παράθυρο της σκέψης σου, το συμβάν έχει λήξει, και τα βραδινά ποτά θα τα πληρώσω εγώ.
Κύμα αγαλλίασης διαπέρασε το σώμα του, ευπρόσδεκτα και ανώδυνα δέχτηκε τη πρόταση μου αλλά προτιμάει να πάμε για χάμπουργκερ. Είχε μεγάλη αδυναμία στο είδος αυτό της διατροφής.
Αναχωρήσαμε για την μακρινή Άπω ανατολή, διασχίζοντας τη μεσόγειο θάλασσα, τη διώρυγα του Σουέζ, και την ερυθρά θάλασσα. Με την έξοδο του πλοίου από την ερυθρά θάλασσα στον ινδικό ωκεανό τέλος Ιουλίου, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με το νοτιοδυτικό τροπικό μουσώνα του ωκεανού. Η βροχή έπεφτε σαν μυριάδες ασημένιες λεπίδες, τον ουρανό σκοτείνιαζαν τα μουντά σύννεφα που αναδεύονταν σα να κόχλαζαν, τα κύματα της θάλασσας και ένας αέρας φονικός σβάρνιζαν το πλοίο, τα αστραπόβροντα δημιουργούσαν εφιαλτική ατμόσφαιρα που σου σμπαράλιαζε τα σωθικά. Στις αντίξοες συνθήκες, χαράξαμε πορεία νότια νοτιανατολικά για να αποφύγουμε την ορμή της θάλασσας και την πλευρική διεύθυνση των άνεμων, για δυο με τρεις ημέρες, μέχρι να επανέλθουμε στη κανονική μας πορεία ανατολικά.
«… Μουσώνας (αραβικά mauism, "εποχή"), αέρας που αλλάζει κατεύθυνση με την αλλαγή των εποχών. Ο μουσώνας επικρατεί κυρίως στον Ινδικό Ωκεανό. Φυσά από το νοτιοδυτικό σημείο, γενικά από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο, και από την αντίθετη κατεύθυνση, τα βορειοανατολικά, από τον Οκτώβριο μέχρι τον Απρίλιο. Το καλοκαίρι, ο μουσώνας συνοδεύεται συνήθως από δυνατή βροχή στις περιοχές της Ινδίας και των ανατολικών Ινδιών, που αποτελούν το κυρίαρχο γεγονός του κλίματος της περιοχής….»
Βόρεια του ωκεανού βρίσκονται οι χώρες που κατέκτησε ο Αλέξανδρος ο Μέγας στην ενδεκαετή εκστρατεία του τα προχριστιανικά χρόνια . Και ο Πλάτωνας κατέκτησε το κόσμο, όλο το κόσμο και μάλιστα ειρηνικά, χωρίς να γίνει μέγας.
Άφιξη στο Κόμπε, το μεγάλο εμπορικό λιμένα στην Ιαπωνία, στο νοτιοδυτικό νησί, στον κόλπο της Οσάκας. Πίσω από τη στενή παράκτια περιοχή της πόλης είναι τα δασώδη βουνά που περικυκλώνουν την πόλη με άφθονα φυσικά ρέματα, και καταρράκτες, και τα δέντρα που γεμίζουν λουλούδια την άνοιξη και ακτινοβόλο φύλλωμα το φθινόπωρο. Βουνά στα οποία υπάρχουν θερμές πηγές, προαστιακές κατοικίες , ξενοδοχεία, πανέμορφοι κήποι να χρωματίζουν τους λόφους, τα θερμά υγρά καλοκαίρια, και τους κρύους χειμώνες, με μόνο περιστασιακές χιονοπτώσεις.
Μια φύση επίγειος παράδεισος χρωμάτων και αντιθέσεων σας προσκαλεί να απολαύσετε την εκπληκτική ομορφιά της, να την περπατήσετε και να νοιώσετε την απόλυτη ελευθερία στα καταπράσινα τοπία.
Είναι παροιμιώδης, μοναδική, η αγάπη του λαού της Ιαπωνίας στους κήπους και τα λουλούδια. Ένας παραδοσιακός ιαπωνικός κήπος είναι μια πανδαισία χρωμάτων.
Το Νοέμβριο τα ανθεστήρια των χρυσάνθεμων είναι η περισσότερο φημισμένη γιορτή των πολυάριθμων ιαπωνικών φεστιβάλ λουλουδιών.
Είμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 80 και η αγορά της Ιαπωνίας είναι παράδεισος που σου εξασφάλιζε μοναδικές προσφορές στα ηλεκτρονικά και στα προϊόντα νέας τεχνολογίας.
Στη φημισμένη εμπορική οδό του Κόμπε δεν ήξερες πόσα καταστήματα υπήρχαν κατά μήκος του δρόμου. Οι πωλητές στέκονταν στις εισόδους επιφορτισμένοι με το καθήκον να δελεάζουν οποιονδήποτε να μπει μέσα.
---- Έχουμε τα καλύτερα προϊόντα κύριε, παρακαλώ περάστε μέσα.
Τον δελέασαν; οι όμορφες ανατολίτισσες πωλήτριες; πολύ πιθανό, βρέθηκε να κουβαλά στο πλοίο ιαπωνική τεχνολογία αιχμής. Μια τηλεόραση 35 ιντσών, καθοδικού σωλήνα που λανσάριζε η SONY από τις πρώτες που κυκλοφόρησαν στην αγορά σ’αυτά τα μεγέθη. Η τιμή της εξωφρενική για τα πορτοφόλια μας.
-----Στέλλιο τι το πήρες αυτό το κοντέινερ.
-----Μάστορα ιαπωνική τεχνολογία, σχεδιασμός που εμπνέει, ποιότητα εικόνας, επένδυση για το μέλλον, λέω να ανοίξω μια καφετέρια στη πατρίδα και να την εγκαταστήσω εκεί.
Δεν ήμουν πρόθυμος να αποδεχτώ επένδυση για το μέλλον, σε μια τεχνολογία που είχε ήδη ωριμάσει, είναι σαν μια ομίχλη που έχει σχηματιστεί από την ομορφιά της και έχει μπει μπροστά στα μάτια του.
Ήταν κοινό μυστικό τα όνειρα του για μια εργασία πίσω στη πατρίδα που συνήθως επρόκειτο για μεγαλόπνοα σχέδια παρά για χειροπιαστές ενέργειες.
Ο ναυτικός νοιώθει σα ναυαγός που νοσταλγεί το νησί του, όπως ο Οδυσσέας όταν επέστρεφε και έβλεπε το καπνό πάνω από το σπίτι του στην Ιθάκη.
Ο άνθρωπος και η θάλασσα έχουν μια περίεργη σχέση, εμποτισμένη με ρομαντισμό , περιέργεια και αγνοία. Πως λειτούργει αυτό το σύστημα από το οποίο καταγόμαστε και όμως γνωρίζουμε τόσο λίγα για να το καταλάβουμε.
Στο ταξίδι επιστροφής για Ευρώπη μας φάνηκε χρήσιμη, την στήναμε στο διάδρομο του γραφείου του τις βράδυνες ώρες και απολαμβάναμε ιαπωνική τεχνολογία, και υψηλή αισθητική, σύσσωμο το πλήρωμα στη μεγάλη οθόνη της.
Ένα πρωινό βρίσκω το Στέλλιο έξω από τις αποθήκες τροφίμων του πλοίου με σύνεργα μαραγκού και αρκετή ξυλεία να κατασκευάζει ένα κιβώτιο.
---Τι είναι αυτό Στέλλιο.
---Λέω τώρα από την Ολλανδία να στείλω την τηλεόραση με φορτωτική στην Ελλάδα, και κατασκευάζω μια ασφαλή συσκευασία μη μου τη καταστρέψουν στη μεταφορά. Με μια ματιά είδα τον όγκο του προς κατασκευή κιβωτίου έριξα και ένα πλάγιο βλέμμα στην οροφή στο άνοιγμα που έπρεπε να το πάρει με το γερανό να το βγάλει στο κατάστρωμα διαπίστωσα ότι είναι αδύνατο να μπορεί να το περάσει από το άνοιγμα. Του λέω με την ησυχία σου και προσοχή στη λεπτομέρεια αυτή κάνει τη διαφορά, και τον άφησα απερίσπαστο να συνεχίσει τη κατασκευή του. Αφού παιδεύτηκε δυο τρεις ημέρες τελικά το τέλειωσε.
Έρχεται απογευματινές ώρες στο γραφείο μου, έδειχνε κουρασμένος και θλιμμένος, με μια περίεργη νευρική υπερδιέγερση και με απογοητευμένη φωνή μου λέει.
---Το ήξερες από την αρχή.
---Τελικά αυτός ο καιρός και η διαβολεμένη υγρασία φέρνει στην επιφάνεια τα χειρότερα ελαττώματα του χαρακτήρα μου του λέω.
Με κοιτούσε καταπρόσωπο με τα μάτια του ορθάνοικτα και συννέφιασε σαν σχολιαρόπαιδο που άργησε να ετοιμάσει τα μαθήματα του.
Μια σκέψη μου ήρθε, ούτε ξέρω από πού, απλώς μόνο συνειδητοποίησα, πρόβλημα δεν ήταν το κιβώτιο. Ίσως αυτό ήταν προσωρινή λύση να κρατά το μυαλό του απασχολημένο. Κάποια δύσκολα προβλήματα πίσω στη πατρίδα τον βασάνιζαν και ήθελε να σπάσει τη σιωπή του και να μοιραστεί κομμάτια από τις σκέψεις του.
Είχε αρχίσει και φόρτωνε τον εαυτό του με περίσσιο άγχος, ξόδευε ενεργητικότητα στην εργασία πέρα από το συνηθισμένο. Το άγχος στη θάλασσα δημιουργεί πονοκεφάλους που μας κάνουν λίγο αφηρημένους, με έντονο το αίσθημα κούρασης, και επέρχεται απώλεια συγκέντρωσης και εγρήγορσης. Συμπτώματα ακίνδυνα όταν είμαστε στο καναπέ αλλά πραγματικές παγίδες σε συνθήκες μηχανολογικών εργασιών στο μηχανοστάσιο.
Φτάσαμε στο Ρόττερνταμ και η τηλεόραση αναχώρησε για Ελλάδα στην συσκευασία αγοράς, και χάσαμε την βραδινή μας ψυχαγωγία στο διάδρομο .
----- Από όπου περνά ο πολιτισμός αφήνει πίσω του σκουπίδια Στέλλιο γι’αυτό μη στενοχωριέσαι για το κιβώτιο που θα καταλήξει σ’ αυτά.
Επόμενος σταθμός φόρτωσης είναι μια προβλήτα μακριά από κατοικημένες περιοχές σε ένα νορβηγικό φιόρδ, το Sognafjorden .Θα φορτώσουμε πορσελάνη ένα υλικό που χρησιμεύει στη βιομηχανία εξόρυξης υδρογονανθράκων. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της Νορβηγίας τα φιόρδ στις βαθειά χαραγμένες ακτές. Τα πιο θεαματικά φιόρδ είναι στη δύση, όπου τα βουνά κατεβαίνουν απότομα στη θάλασσα. Περισσότερα από 150.000 νησιά προστατεύουν την ακτή σαν πύλες στα φιόρδ από τους θυελλώδεις καιρούς του αρκτικού ωκεανού και παρέχουν εσωτερικά κανάλια που είναι εντυπωσιακά ήρεμα.
Sognafjorden, μια πολύ μακριά και στενή εγκοπή στην ακτή της νοτιοδυτικής Νορβηγίας, που επεκτείνεται στο εσωτερικό για μία απόσταση 204 χιλιόμετρα. Είναι το μακρύτερο φιόρδ στη Νορβηγία στη μέση ενός τραχιού και θαυμάσιου τοπίου. Τα βουνά κάθετοι τοίχοι ανέρχονται σε ένα ύψος 1.500 μέτρα. Η είσοδος του είναι βόρεια του Μπέργκεν. Στο νορβηγικό βορρά το καλοκαίρι είναι ένας χείμαρρος ψευδαισθήσεων. Η είσοδος με το πλοίο στο φιόρδ είναι εικόνες που προβάλλονται τέλεια στον ορίζοντα που ορίζεται από καθαρές γεωμετρικές φόρμες που χαρίζουν δυναμισμό. Η ατμόσφαιρα διαυγής και ο Ήλιος είχε σχεδόν λιώσει το χιόνι στις κορυφές. Τα βράδια ένα καταπληκτικό βόρειο σέλας και μένεις με το στόμα ανοικτό πριν να θυμηθείς να το κλείσεις, βλέποντας το νυκτερινό ουρανό να φωτίζεται να βάφεται με τα χρωματιστά φώτα. Δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν μαγεύτηκε από τον έναστρο ουρανό. Πόσοι από εμάς δεν πέρασαν ώρες μετρώντας τα αστέρια γεμάτοι απορία και δέος για το μυστήριο κόσμο εκεί έξω στο σύμπαν. Τα μόνα όρια εδώ είναι τα όρια του οράματος.
Με το Στέλλιο είχα πλέον μια προσλαμβάνουσα αίσθηση ότι προσπαθούσε να βάλει μια τάξη σε μερικές πλευρές της ζωής του, και οι προϋποθέσεις όταν ιδανικές δεν είναι, δεν ξέρεις τι μπορεί να σου ξημερώσει. Υπήρχε τελευταία μια αφύσικη υγρασία στη φωνή του που την αλλοίωνε. Σημάδι ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Αυτό έκανε το φίλο μας συντρίμμια και ναυάγιο περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Τότε ήταν που ανησύχησα, ένα βαρύ δυσάρεστο συναίσθημα διαπέρασε το σώμα μου.
Αμηχανία έμοιαζε θρονιασμένη ανάμεσα μας. Δεν μπορούσα να βοηθήσω. Είναι ένα συναίσθημα που νοιώθεις κάποιες φορές υπό την επήρεια εξαντλητικής δουλειάς, ένα βίαιο ρίγος να τα παρατήσεις και να φύγεις, να πάρεις μια ανάσα. Το συναίσθημα του να βγάζεις το κεφάλι πάνω από την επιφάνεια του νερού. Να μην είσαι ο εαυτός σου.
----Στέλλιο βαθιές ανάσες και πίεσε τον εαυτό σου να κάνει υπομονή. Όταν όλα μοιάζουν να είναι ανάποδα , θυμήσου ότι το αεροπλάνο απογειώνεται κόντρα στον άνεμο και όχι με τον άνεμο στην ουρά. Από εσένα εξαρτάται μπορείς να πιστέψεις ότι τελικά θα τα καταφέρεις. Ο απαισιόδοξος είναι έρμαιο της μοίρας και παραδίδεται, η αισιοδοξία είναι εκούσια επιλογή, είναι τρόπος ζωής.
Αποφασίσαμε να φύγει, για τη πατρίδα. Ένα ταχύπλοο τον μετέφερε στο Μπέργκεν. Μερικές στιγμές πριν την αναχώρηση έδειχνε νευρικός και μ’ ένα αδύναμο χαμόγελο μου έλεγε πως στενοχωριόταν που με άφηνε πίσω χωρίς δεύτερο μηχανικό. Ήταν το τελευταίο που με απασχολούσε, γιατί ποτέ δεν μπορείς να προσδιορίσεις επακριβώς τη ροη των γεγονότων.
Τον συνάντησα στην πατρίδα αργότερα, στην αρχή δεν μπορούσα να το πιστέψω, με εντυπωσίασε πέρα από κάθε προσδοκία η παρουσία του, μια εικόνα ευχάριστη μου προκάλεσε έκπληξη και ενθουσιασμό , ήταν ωραία η αίσθηση να τον βλέπω απαλλαγμένο από το σύνδρομο του άγχους.
Σα να γύρισε ο ηλεκτρικός διακόπτης και επανήλθε το ρεύμα, μετά από μια διακοπή. Αμφιταλαντευόταν εάν έπρεπε να παρακολουθήσει κύκλο μαθημάτων στο ΚΕΣΕΝ για το δίπλωμα του πρώτου. Τον παρότρυνα με θέρμη. Στέλλιο η κορυφή χρειάζεται κάτι παραπάνω από θέληση. Χρειάζεται δύναμη, πολλή δύναμη, γιατί έχει θέση μόνο για έναν.
Πρώτος μηχανικός τον νίκησε η καρδιά του σε πλοίο στα μακρινά νερά της άπω ανατολής δεκαπέντε χρόνια αργότερα, είχε δεν είχε κλείσει την πέμπτη δεκαετία της ζωής του.
Ο σοφός βοσκός παππούς μου, έλεγε.
«Μην σας ξεγελούν οι όμορφες καλοκαιριάτικες μέρες, ούτε οι γαλανοί ασυννέφιαστοι ουρανοί, ούτε τα έντονα πράσινα χρώματα, ούτε τα μονοπάτια του φωτός ανάμεσα στα δένδρα.»
Ήξερε καλά τι κρυβόταν κάτω ακριβώς απ’ τη μαγευτική μεγαλοπρέπεια τους.
Οι νεκροί που γίνονταν σκόνη.

Καλό σου ταξίδι φίλε μου.

« …..…Μον’ άνοιξε τα άσπρα πανιά……
Στου βοριά την πνοή το πλοίο σου θ’ αρμενίσει….
Εν’ ακρογιάλι θα φανεί με βράχια γύρω και πυκνά της Περσεφόνης δάση….
Εκεί απ’ τον άπατο ωκεανό ν’ αράξεις το καράβι…………….»

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Ολιγαιμικό επεισόδιο

«Καμία κρανιοεγκεφαλίκη κάκωση δεν είναι τόσο σοβαρή, ώστε να μην υπάρχει ελπίδα αποκατάστασης, ούτε τόσο ασήμαντη για να αγνοηθεί»

Ιπποκράτης

Η περιήγηση και η καταγραφή των γεγονότων που συγκροτούν την ταυτότητά της ζωής των ναυτικών, μέσα από σύντομες περιγραφές, διηγήσεις, και μικρές λεπτομέρειες, αποφέρουν γνώση της ζωής στα ταξίδια τους με τα ποντοπόρα πλοία. Τα ταξίδια τους δεν είναι μόνο μια συναρπαστική ναυτική περιπέτεια, αλλά ταυτόχρονα είναι η φύση του καλού και του κακού είναι η ίδια η μοίρα τους. Οι ιστορίες τους είναι ιστορίες κοινών ανθρώπων, συνηθισμένων, μικρών, που αποδεικνύονται ενεργοί, δραστήριοι την κρίσιμη ώρα στις εργασιακές τους περιπέτειες σε κάθε γωνιά της υφηλίου. Η γοητεία και η νοσταλγία δεν εξαντλείται σε μια ρομαντική καταγραφή ή μια αναπόληση της γραφικότητας και τη σαγήνης της θάλασσας. Η νοσταλγία περιέχει τα σημάδια της συντροφικότητας, το σεβασμό στη διαφορετικότητα, το ήθος και τις αξίες των ναυτικών μας, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στο χρόνο. Περιέχει τη μοναξιά και πολλές φορές την απόγνωση που κρύβεται πίσω από τον γεμάτο ανατροπές επαγγελματικό προσανατολισμό στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και των πολυπολιτισμικών κοινωνιών. Η γοητεία και η νοσταλγία με τη μαγεία των λέξεων δεν καλύπτει τη σκληρή πραγματικότητα, μέσα στη γκρίζα και πικρή, ωμή καθημερινότητα, ώστε να ξεχωρίζει το πραγματικά σημαντικό από το απλώς γραφικό ή μεγεθυσμένο από τα προσωπικά συναισθήματα. Μπορεί οι περιπετειώδεις ιστορίες με τα ταξίδια στη θάλασσα να μεταφέρουν μύθους και μυστήρια στη πραγματική ζωή, αλλά στην πραγματικότητα η περιπέτεια συμβαίνει σε δυο επίπεδα, στην πραγματική διάσταση των συμβάντων και στην διάσταση του εσωτερικού κόσμου της ψυχής μας.
Η ιστορία μας αναφέρεται σ’ ένα ναύτη, που άφησε πίσω την προσωπική του σφραγίδα κατά τη διάρκεια της κοινής μας ναυτολόγησης σ’ ένα τζενεραλάδικο πλοίο που εκτελούσε πλόες από τη μακρινή Άπω Ανατολή στους λιμένες της Καραϊβικής θάλασσας.
Ένας τριαντάρης ψηλός, γεροδεμένος και όμορφος άντρας, αγαπητός στο πλήρωμα και με ιδιαίτερο ζήλο στην εργασία του.
Φιλελεύθερος οξύ ανήσυχο πνεύμα, πότης, γλεντζές, αψύς. Αγαπήθηκε, απ’ όλους μας παρά τον δύσκολο χαρακτήρα του, γιατί ήταν ειλικρινής, τίμιος και πληθωρικός.
Ψίθυροι ανέφεραν ότι υπήρχε στο στενό οικογενειακό περιβάλλον μια ξανθομαλλούσα κοπελιά και μια ανεκπλήρωτη ερωτική επιθυμία εκεί πίσω στο χωριό του που ήταν αρκετή για να φέρει αντάρα στη ζωή του και η αντάρα αντιπαραθέσεις και πίκρα στο πατρικό του.
Φήμες, που δεν άργησαν να φτάσουν εδώ, στο πλοίο σκέφτηκα.
Η αλήθεια είναι πως στη ζωή δε μπορούμε να βασιζόμαστε στις φήμες, πολλές φορές υπερβάλουν, ή δεν αληθεύουν ή ένα μεγάλο μέρος τους δεν αληθεύει.
Η καταγωγή του ήταν απ’ ένα μικρό χωριό της ορεινής δυτικής Μεσσηνίας χωμένο μες στα βουνά, σε σαγηνευτικό τοπίο. Τα δυτικά βουνά και οι λόφοι της Μεσσηνίας είναι χαμηλοί, σβήνουν γλυκά μέχρι τις ακτές, σπάνια αγριεύουν και ανταριάζουν από τους αέρηδες, που φυσούν αρκετά ώστε να σβήνουν την καλοκαιρινή ζέστη, αλλά όχι τόσο ώστε να θεριεύουν το τοπίο. Η φύση της είναι ενδιαφέρουσα και τα χωριά της είναι πανέμορφα,ζωντανά.
Αφουγκραζόμενος τους μύχιους χτύπους της καρδιάς του, ανακαλύπτει ένα πλήθος κρυμμένα μυστικά από περιπέτειες που φέρουν όλες πάνω τους το στίγμα του ανεκπλήρωτου. Ανεκπλήρωτες επιθυμίες, ανεκπλήρωτα βλέμματα, ανεκπλήρωτες σαρκικές επαφές, αυτή η γνωστή δυσκολία επικοινωνίας των ανθρώπων, αυτή η σχεδόν μαγική ζώνη σιωπής που καλύπτει τις σχέσεις μας.
Μεταίχμιο καθοριστικό και για την ίδια την πορεία της ζωής του είναι τα γεγονότα που συνδέουν το πέρασμα από την αμέριμνη φλογερή νεότητα του στη λιγότερο αυθόρμητη περίοδο της ωριμότητας.
«Είναι η φαντασία και η λογική που μπλέκονται και αντιμάχονται η μια την άλλη, αλλά τις κουβαλάμε πάντα μέσα μας.»
Έφτασε ο καιρός που πρέπει να πάψει να ζει την περιπλάνηση στην ουτοπία του και τις περαστικές του ψευδαισθήσεις. Έφτασε ο καιρός να επιζητήσει την αυτογνωσία του, τη συγκρότηση της προσωπικότητάς του, την πλήρωση στις διαδρομές του περίπλοκου λαβύρινθου της ψυχής του.
Έφτασε ο καιρός να δημιουργήσει τον φυσικό του κόσμο του από την αρχή με υλικά που πλάθονται στο στίβο της καθημερινής βιοπάλης, να ξεχάσει το σύμπαν το δημιουργημένο στα όνειρα του.
«Η ευτυχία δεν είναι τίποτ’ άλλο απ’ την προσδοκία της ευτυχίας».
Είναι η εποχή που η ελληνική εμπορική ναυτιλία εφοδιάζεται με γρήγορους ρυθμούς με πλοία, και έχει αναπτύξει τους μηχανισμούς για την έξοδό της στους Ωκεανούς. Η σημαντική αυτή εξέλιξη, της ανόδου της, στην κορυφή της παγκόσμιας ναυτιλίας, οφείλεται, στην αναμφισβήτητη ικανότητα των πλοιοκτητών και ναυτικών της και ταυτόχρονα, προσφέρει απλόχερα θέσεις εργασίας στο εργατικό δυναμικό της πατρίδας. Η ενασχόληση των κατοίκων της ορεινής Μεσσηνίας με την εμπορική ναυτιλία, είναι σχετικά πρόσφατη εξέλιξη.
Με τη λήξη της στρατιωτικής του θητείας, ο ήρωας μας εγκαταλείπει το χωριό του, και έχει αποφασίσει να μην επιστρέψει ποτέ. Άρχισε να εργάζεται ναύτης τα τελευταία χρόνια και να οργώνει τους ωκεανούς με εμπορικά πλοία, όπου γεύεται την εμπειρία των λιμανιών της υφηλίου που συναντά. Αυτές οι συναντήσεις στα θαλασσοδαρμένα μακρινά ταξίδια του, τον κάνουν να καταλάβει ότι ο χρόνος ξεθωριάζει τις μνήμες και επουλώνει τις πληγές.
++++++++++++++++++++++++++++++
Το επεισόδιο εκτυλίσσεται στη διάρκεια του πλου του πλοίου από τον λιμένα αναχώρησης Σαν Χοσέ, της Γουατεμάλα στην κεντρική Αμερική, με προορισμό την διώρυγα του Παναμά.
Το σκηνικό και η εξέλιξή του θα μπορούσε να είναι ίδιο σ’ ένα οποιοδήποτε άλλο μέρος, μ’ αιτία την σχεδόν διονυσιακή μέθεξη που φέρνει το ποτό, και ξυπνά τα πάθη στην πεζή καθημερινότητα μας. Μέσα σ’ αυτή τη διονυσιακή ατμόσφαιρα της τραπεζαρίας ο καθείς διεκδικούσε το συναισθηματικό του Παράδεισο.
Ήταν ένα συνηθισμένο σαββατοκύριακο, το πλήρωμα έμεινε αργά το απόγευμα στην τραπεζαρία του πλοίου κοιτώντας τον ωκεανό, απολαμβάνοντας ένα ποτήρι ουίσκι και συζητώντας αναμεταξύ τους θέματα της μακρινής πατρίδας. Ανησυχούσαν για τη μοίρα της πατρίδας, καθώς και για τη δική τους μοίρα. Κανένας δε θα αισθάνεται καλά, αν υποχρεώνετε να φύγει μακριά απ’ την πατρίδα του.
Οι κουβέντες που ανταλλάσσεις κάτι τέτοιες στιγμές φανερώνουν καμιά φορά, τα μικρά τα εσωτερικά, τα κρυμμένα, τα δύσκολα να έρθουν στο φως.
Φανερώνουν τις αληθινές, ευάλωτες, απροσποίητες πλευρές των συντρόφων μας στην βιοπάλη και μας κάνει να κοιτάξουμε κι εμείς τις δικές μας.
Ένα και δυο ποτηράκια είναι το αναπόσπαστο κομμάτι της διασκέδασής μας, καμιά φορά και… του καημού μας. Και αυτές τις στιγμές, πολλαπλασιάζονται οι ευκαιρίες να παραδοθεί κανείς (με την καλή έννοια,) στο ποτό.
Ο Ναύτης ήταν πρώτος και ασυγκράτητος σε όλες τις διασκεδαστικές μας απολαύσεις. Φυσικά, το ποτό βρίσκεται στην κορυφή του τι θεωρούσε διασκέδαση και συνήθως δεν έβαζε κανένα περιορισμό στον εαυτό του.
Ταυτόχρονα γινόταν η ψυχή της παρέας, παρασύροντας τους πάντες στο κέφι. Ήταν ο τύπος του ανθρώπου που διακατεχόταν από μια μόνιμη ανάγκη να ταξιδεύει σε φανταστικούς κόσμους, και έβρισκε στο αλκοόλ το τέλειο προσβάσιμο μέσον. Η μεγάλη ζωτικότητα του τον έκανε να απολαμβάνει την ξένοιαστη και χαρούμενη ζωή της νιότης με τη συντροφιά των καλών συναδέρφων και φίλων. Τα γλέντια του ήσαν ένα αυθόρμητο ξεχείλισμα της ζωτικότητας του. Με το πέρασμα του χρόνου είχε αναπτύξει τέτοια αντοχή στο ποτό, που ανέβαζε όλο και περισσότερο τον πήχη της κατανάλωσής του. Όταν μεθούσε, μπορούσε να γίνει αρκετά εριστικός, αλλά το καλό για τους άλλους ήταν ότι μπορούσαν να τον ελέγξουν.
Σήμερα η κουβέντα ήταν ζωηρή και το κέφι έντονο.
Με έναν περίεργο τρόπο, σήμερα έχασε το μέτρο της ισορροπίας είχε απολύτως βγει «εκτός» και παρουσίασε ακραία συμπεριφορά, υπό την επήρεια του οινοπνεύματος.
Η εύθυμη διάθεση που διακατείχε το πλήρωμα και το περιπετειώδες πνεύμα της συζήτησης έληξαν άδοξα.
Το κλίμα έγινε αναπόφευκτα νοσηρό, αταίριαστο, οι διάλογοι ακρωτηριαστήκαν σ’ ένα ξέσπασμα οργής που δεν είχε φυσικά προκληθεί από κάποιους ιδιαίτερους λόγους.
Η έκφραση «μιλάει το κρασί» ταίριαζε γάντι στον ναύτη μας που η γλώσσα του λύθηκε εντελώς (δεμένη δεν ήταν ποτέ, ούτως ή άλλως).
Και τότε είπε διάφορα, πολλά από τα οποία δεν θα έπρεπε ν’ ακουστούν.
Τα μέλη του πληρώματος αλληλοκοιτάχτηκαν, παραξενεμένοι, σε σημείο που τους άφησε άναυδους η συμπεριφορά του.
Τα μάτια όλων στένεψαν, ξαφνιασμένα, σα ν’ απορούσαν πώς ήταν ποτέ δυνατόν ο συνάδελφος και σύντροφος τους στην καθημερινότητα τους να συμπεριφέρεται μ’ αυτό το βίαιο τρόπο και να τους μιλάει έτσι.
Οι βίαιες αντιδράσεις του που εκδηλώθηκαν, στην περίπτωση του σήμερα που τελούσε υπό την επήρεια της μέθης, τον έφερναν να διατρέχεται από μια σχεδόν αφύσικη υπερβολή της ανθρώπινης επιθετικότητας.
Θα παρεξηγηθούμε άσχημα χωρίς λόγο και αιτία σκέφτηκα.
Ο σοφός πάππους μου έλεγε. «Ένα ποτό παραπάνω μπορεί να είναι αρκετό για να μετατρέψει τη διασκέδαση σας σε θλίψη».
Κανείς δεν θα ήθελε να φτάσουμε σε προσωπική αντιπαράθεση, που ήταν φυσικό να προκύψει ύστερα από τα όσα προσβλητικά ακούστηκαν.
Τα πνεύματα οξύνθηκαν περισσότερο όταν ο καπετάνιος και ο ναύτης, είχαν έναν έντονο λεκτικό καυγά, και οι φωνές τους ν’ ακούγονται στο κατάστρωμα.
Ο Ναύτης έχασε την ψυχραιμία του, αισθανόταν το θυμό να φουντώνει μέσα του και το πνεύμα του να σκοτεινιάζει, έσπασε ένα μπουκάλι πάνω στο τραπέζι.
Έγινε ξαφνική σιγή.
Στη συνέχεια με την νηφάλια παρότρυνση μας αποσύρθηκε εκνευρισμένος, τα βήματά του ήταν ασταθή και το μυαλό του σε πλήρη σύγχυση.
Ψυχικά διαταραγμένος απομονώθηκε στην καμπίνα του κλείνοντας την πόρτα με πάταγο πίσω του αφού την τράβηξε με δύναμη.
Η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται πανομοιότυπα χιλιάδες χρόνια τώρα.
Απλώς οι γονιδιακές εξελίξεις έχουν δημιουργήσει νοητικές εστίες στον εγκέφαλο του σκεπτόμενου ανθρώπου και σήμερα το είδος στο μεγαλύτερο σύνολο του είναι έτοιμο και αποδέχεται τη νοητική κατάσταση της πίστης στους κανόνες της κοινωνίας, που επιφέρει η γνώση.
Το σκηνικό της επιλογής του μεγάλου και πιο ρωμαλέου άνδρα της φυλής να διεκδικεί και υπερασπίζεται ταυτόχρονα, τη θέση του στην ιεραρχία, για να κερδίσει το σεβασμό των υπολοίπων, σήμερα δεν υφίσταται με τους αρχέγονους όρους.
Την επομένη ήταν κουρασμένος, εξαντλημένος από τη χθεσινή του μέθη.
Βαθιά σιωπή, ησυχία επικρατούσε στην τραπεζαρία του πλοίου.
Στεκόταν εμπρός μας μια σκιά που καθόλου δεν έμοιαζε το ίδιο με κείνο το αλύγιστο, και ευθυτενές πρόσωπο που γνωρίζαμε. Του ήταν πολύ σκληρό αυτό που συνέβη, ήξερε πως τα είχε καταφέρει να εξοργίσει όλους μας. Δεν ήταν ομιλητικός σήμερα, το βλέμμα του ήταν γεμάτο συγγνώμη και ευγνωμοσύνη. Ένοιωθε πολύ άβολα και θα επιθυμούσε όλα τα χθεσινά να καλυπτούν απ’ τη λησμονιά. Περισσότερο απ’ οτιδήποτε, τα πληρώματα των πλοίων διακρίνονται για την συντροφικότητα τους, για την αγάπη με την οποία κοιτάζουν τους τσαλακωμένους συντρόφους τους, την καθαρή ματιά τους σε στιγμές που κάποιος μπορεί να χάσει τον βηματισμό του, τον σωστό τόνο, όμως πάντα υπάρχει μια τόσο ειλικρινή συμφωνία στις σχέσεις τους που η καρδιά τους καταλήγει να συγχωρεί τις όποιες αδυναμίες του.
++++++++++++++++++++++++++++++
Χαμένος στους προσωπικούς του δαίμονες ο ναύτης μας γίνεται πρωταγωνιστής ενός ακόμη οξύμωρου και αντισυμβατικού επεισοδίου.
Το δεύτερο αυτό επεισόδιο μας έδωσε την αίσθηση πως μεθούσε για κάποιον πολύ συγκεκριμένο λόγο αλλά το τέλος του επεισοδίου τον εύρισκε να περιστρέφεσαι άσκοπα γύρω από τον εαυτό του.
Η φόρτωση του πλοίου έχει τελειώσει και το μεγάλο φορτηγό ετοιμάζεται ν’ αποπλεύσει για ένα ακόμη ταξίδι προς τ’ ανατολικά γαλανά φωτεινά και ήρεμα νερά του Ειρηνικού ωκεανού. Απ’ το πλήρωμα απουσιάζει ο ναύτη μας δεν βρίσκεται στο πλοίο.
Ο πλοίαρχος δεν ήθελε ν’ αφήσει κάποιον από το πλήρωμα ξεχασμένο στο λιμάνι, τον δυσαρεστούσε, αναγκάστηκε, εκ των πραγμάτων, να μανουβράρει την ώρα αναχώρησης να καθυστερήσουμε, και έδωσε ρητή εντολή στον λοστρόμο να τον βρει, να μην γυρίσει στο πλοίο χωρίς τον ναύτη. Ο λοστρόμος αναχώρησε με τον υπάλληλο του πρακτορείου με προορισμό το ξενοδοχείο που υποθέταμε ότι βρισκόταν ο ηρώας μας ενώ ταυτόχρονα μονολογούσε «Δε μας βλέπω να φεύγουμε σήμερα».
Από τις πληροφορίες τον ανακάλυψαν πολύ γρήγορα και τελικά, το πλοίο αναχώρησε δυο ώρες αργότερα.
«Μια χαρά είχε αράξει στην αγκαλιά της νεαρής κορεάτισας.
Μάγια του ‘χαν κάνει τα κάλλη της και τον κράταγαν στο πλάι της.
Μέλι τα φιλιά της και τα λόγια της, και τον είχαν μαγέψει στην ποδιά της.
Γλυκοί καημοί, αψά μεράκια έβραζαν στην καρδιά του για κείνα τα ματόφρυδα της.
Είχε μια χαρά μες στην καρδιά του.»

Για πολλούς ναυτικούς οι ερωτικές περιπέτειες στα λιμάνια είναι σαν τις οάσεις που η σκιά τους γίνεται ολοένα και πιο ανεπαρκής στην λάμψη του ήλιου, καθώς το ταξίδια συνεχίζονται. Και το ταξίδι πρέπει να συνεχιστεί, η όαση είναι απλά ενός εφήμερος ενδιάμεσος σταθμός.
++++++++++++++++++++++++++++++
Το ατύχημα του.
Εκείνο το γλυκό ανοιξιάτικο απόγευμα βρισκόμαστε στο φιλόξενο λιμάνι του Puerto Cabello της Βενεζουέλας, με φόντο τις ακτές της Καραϊβικής. Το Puerto Cabello είναι μια πόλη στη βόρεια ακτή της Βενεζουέλας, το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας και είναι κατά συνέπεια ζωτικής σημασίας γρανάζι στη μεγάλη βιομηχανία πετρελαίου της χώρας. Λόγω της θέσης ήταν μια δημοφιλής αγορά για τους ολλανδούς λαθρεμπόρους κατά τη διάρκεια του δεκάτου εβδόμου αιώνα, και το τελευταίο βασιλικό ισπανικό προπύργιο κατά τη διάρκεια του πολέμου της Βενεζουέλας για την ανεξαρτησία.
Η πόλη είναι ένας τόπος που ξεχειλίζει από τη μακριά και σημαντική ιστορία του αλλά και από ανέγγιχτα μέρη φυσικής ομορφιάς και ζωντανές παραδόσεις. Εκεί λοιπόν στη ράδα του λιμένα, το πλοίο πήρε τα τελευταία του εφόδια, ανεφοδιάστηκε με λιπαντικά και καύσιμα και αναχώρησε με προορισμό τον λιμένα του Huston της πολιτείας του Τέξας.
Μια ριπή Νοτιοανατολική ανέμου πλάγιασε το σκάφος. Βυθίστηκε μέχρι το αριστερό παραπέτο μέσα στα κύματα σαν άλμπατρος, έβαλε πλώρη για βορειοδυτικά με ταχύτητα δεκαπέντε μίλια την ώρα, σπρωγμένο από το σιροκολεβάντε που φούσκωνε στην πρύμνη. Ξεκινούσε ένα ακόμη ταξίδι.
Με το τέλος της εκφόρτωσης του πλοίου κύρια δραστηριότητα του πληρώματος καταστρώματος είναι η επιθεώρηση και ο καθαρισμός των αμπαριών του πλοίου ώστε να εξασφαλιστεί η συμμόρφωσή τους με τις διεθνείς συμβάσεις τους νόμους και κανονισμούς των αρμόδιων υπηρεσιών, και το πλοίο να είναι έτοιμο για την επόμενη ναύλωση του. Αυτές οι επιθεωρήσεις και οι καθαρισμοί πραγματοποιούνται συνήθως στη διάρκεια του πλου από τον λιμένα εκφόρτωσης στον λιμένα φόρτωσης. Συνηθίζεται κατά την διάρκεια αυτών των επιθεωρήσεων να λαμβάνονται και φωτογραφίες, οι οποίες επισυνάπτονται με τις ανάλογες λεζάντες, στα αντίστοιχα έγγραφα αναφοράς. Ο ήρωας μας λοιπόν τραβούσε μερικές φωτογραφίες απ’ το κατάμπαρο του μεσαίου αμπαριού, όταν του συνέβη το τραγικό ατύχημα. Όπως προέκυψε απ’ την έρευνα της αιτίας του ατυχήματος, μια ξεχασμένη σανίδα στην οροφή της σκάλας καθόδου στο αμπάρι μετακινήθηκε κατά την διάρκεια της διατοίχισης του πλοίου έπεσε στο κενό και χτύπησε το ξύλο στο κεφάλι τον ηρώα μας, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει θανάσιμα. Ήταν η μέγιστη ατυχία που μπορούσε να συμβεί σ’ εργαζόμενο. Η αιμορραγία στο αριστερό τριχωτό της κεφαλής ήταν ακατάσχετη και άμεσα απειλητική για την ζωή του θύματος.
Κάθε χρόνο εκατομμύρια άνθρωποι υπόκεινται σε κρανιακές κακώσεις.
Το κεφάλι είναι πολύ ευπαθές σε δυνάμεις επιτάχυνσης, επιβράδυνσης και περιστροφής, αυτό διότι είναι πολύ βαρύ συγκριτικά με το υπόλοιπο σώμα, είναι κινητό σε τρεις διαστάσεις και κατέχει μια σχετικά ασταθή θέση που συγκρατείται με την αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, τους μύες και συνδέσμους του λαιμού. Η αιμορραγία από το τριχωτό κεφαλής είναι μεγάλη και σπάνια επικίνδυνη, αλλά θέλει συρραφή από ειδικό, που θα εξασφαλίσει πρώτα όλες τις σοβαρότερες παραμέτρους. Ό κίνδυνος απ’ την αιμορραγία οφείλεται στο άδειασμα των αγγείων απ’ το αίμα. Αν χαθεί ένα λίτρο περίπου αίμα προκαλείται καταπληξία (σοκ). Αν το αίμα πού θα χαθεί είναι περίπου δύο κιλά προκαλείται θάνατος.........................................
Στο νοσοκομείο του πλοίου επικρατούσε εκκωφαντική σιωπή.
Οι οδηγίες απ’ το κέντρο άμεσης ιατρικής βοήθειας ήταν ότι έπρεπε ο τραυματίας να αφεθεί να καταναλώνει σχεδόν όλες του τις δυνάμεις, για να διατηρεί τις ελπίδες του μέχρι να φτάσει το πλοίο στον συντομότερο λιμένα. Πράγμα που σήμαινε ότι μπορούσε να εκμεταλλευτεί την ιδια την αδυναμία του, με κάποιο τρόπο.
Τον καπετάνιο τον εμπιστευόταν… όσο η μύγα εμπιστεύεται την αράχνη. Πολύ άδικα θα προσθέσω εγώ, άλλα στην παρούσα κατάσταση ουδεμία σημασία είχε.
Το πλοίο βρίσκεται σε πορεία βόρεια βορειοδυτική, και ο πλησιέστερος προορισμός είναι o λιμένας Kingstonη στη νήσο Jamaica τριακόσια μίλια περίπου μπροστά μας. Σε επαφή με τον πλοίαρχο και την εταιρεία θέσαμε τις μηχανές του πλοίου στην υπερφόρτωση να πλεύσουμε πάση δύναμη και να φτάσουμε το ταχύτερο σε άμεση ιατρική βοήθεια…......
Μπήκα αθόρυβα στο θάλαμο που χρησίμευε για νοσοκομείο του πλοίου κλείνοντας την πόρτα πίσω μου. Ζύγωσα τον τραυματία και στάθηκα πάνω απ’ το κεφάλι του, χαϊδεύοντάς του τα μαλλιά. Αμφέβαλα αν εκείνος αισθανόταν το άγγιγμά μου, στην κατάστασή του. Πνεύματα πρέπει να του ψιθύριζαν λόγια, να του μιλούσαν, να του μιλούσαν, και να του μιλούσαν. Ωστόσο, ήλπιζα… ήλπιζα… και ο χρόνος είναι πολύτιμος…. και η υπομονή παίρνει κουράγιο μη γνωρίζοντας το αποτέλεσμα της σκληρής δοκιμασίας που της έτυχε. Η αοριστία είναι αυτή που δίνει μεγάλη εξουσία στην ελπίδα και μας βοηθά να υπομείνουμε και να ελπίζουμε. Ο Τραυματίας κούνησε, ελαφρώς, το κεφάλι του, και έβγαλε ένα αργόσυρτο, πονεμένο μουγκρητό απ’ τα χείλη. Κράτησα τα χέρια μου πάνω απ’ το μέτωπο του κι άρχισα να του ψιθυρίζω λόγια παρηγορητικά. Μπορούσε να αισθανθεί, ανταποκρινόταν. Τα μάτια του τραυματισμένου ναύτη φανέρωναν τον τρόμο του, έναν τρόμο που δεν είχε αισθανθεί ποτέ του, εκείνο τον τρόμο που νιώθει κανείς όταν ξέρει πως δεν ελέγχει, πλέον, τη μοίρα του στο ελάχιστο. Η αναπνοή του έβγαινε βαριά απ’ τα στήθη του, και ιδρώτας είχε λούσει όλο του το κορμί. Σκούπισα το μέτωπό του και χάιδεψα τα μαλλιά του γι’ ακόμα μια φορά.
-Αργούμε πολύ να φτάσουμε στο λιμάνι, αργεί τόσο πολύ; με ρώτησε.
-Δεν είναι μακριά, κουράγιο του απάντησα.
Ο τραυματίας δεν ήξερε αν του έλεγα αλήθεια ή ψέματα. Δεν είχε, όμως, σημασία.
Ο ήρεμος τόνος με τον οποίο του μιλούσα για τα την έγκαιρη άφιξη στο λιμένα όπου μας περίμενε κινητό χειρουργείο τον ηρεμούσε. Ήταν πασιφανές πως μου είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και ήθελε να πιστεύει κάθε μου λέξη απ’ όσα του έλεγα. Η ανθρώπινη στοργή είναι το μόνο που μετράει σ' αυτή την ερημιά μας και την αποξένωση απ’ τον κόσμο της στεριάς.
Το σπίτι μας είναι αυτή η κοφτή γραμμή που ενώνει και χωρίζει τη θάλασσα με τον ουρανό, μια μοναχική καμπίνα και η θέα του απέραντου γαλάζιου.
++++++++++++++++++++++++++++++
Το Αίσιο τέλος
Φθάνοντας στο Kingstonη, τον παρέλαβε ασθενοφόρο, έγινε συρραφή στην αιμορραγούσα αρτηρία και ο συνάδελφος συνήλθε τάχιστα, χωρίς ουδεμία ετέρα παρενέργεια.
« Ο παπάς μού λέει πως η ψυχή μου αξίζει όλο το χρυσάφι του κόσμου, κι οι έμποροι πως δεν αξίζει ούτε ένα τριμμένο άσπρο.»
Ψυχανεμίζομαι ότι μέσα του ψάχνει το δρόμο της επιστροφής στα πάτρια εδάφη. Πολλές φορές αυτός είναι απροσπέλαστος. Κάποιες άλλες όμως, αρκεί να κοιτάξεις μία τελευταία φορά πίσω, αυτόν που έχεις ήδη διανύσει, για να μπορέσεις να συνεχίσεις ελεύθερα μπροστά, κόβοντας όσα σε τραβάνε πίσω. Το ατύχημα θα του δίδαξε ότι κανένα μυστικό, κανένα σχέδιο για το μέλλον, δεν του δημιουργούν καμιά υποχρέωση. Απλώς σήμερα ζούσε.
++++++++++++++++++++++++++++++
Όταν ο πράκτορας μας ειδοποίησε ότι όλα έληξαν αίσια με το συνάδελφο μας, ανέβηκα στο κατάστρωμα να ηρεμήσω. Η θαλασσινή αύρα μου γέμιζε τους πνεύμονες, αναλογιζόμενος την στερνή μας περιπέτεια. Όλοι έχουμε τα σημάδια μας. Είναι οι ιστορίες των προσωπικών μας πολέμων. Όλα θα τελειώσουν κάποτε. Δίχως πόνο. Η ζωή πονάει. Ο θάνατος, όχι.







 
Web Informer Button