Ads 468x68px

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Σε ξέσκεπο σπίτι σας γέννησα

Βουβουτσέλια (Παναγίτσα) 1956

Πριν η Ελένη γίνει Ελένη της Τροίας ήταν η Ελένη της Σπάρτης με το μοναδικό κάλλος της. Οι γυναίκες της Σπάρτης ήταν οι πιο όμορφες.
Η μητέρα του ήταν γνήσια σπαρτιάτισσα.
Πραγματική ζωγραφιά της γυναίκας του νότιου Πάρνωνα, από τα χωριά του Ζάρακα. Πρόκειται για μια ακραία περιοχή στο τρίτο ποδάρι της Πελοποννήσου, στο ανατολικό κομμάτι της Λακωνικής γης, στη νοτιότερη απόληξη της ηπειρωτικής Ευρώπης, που γειτονεύει με το Μυρτώο πέλαγος, μια περιοχή με κακοτράχαλα βουνά, και άνυδρη όψη.
Όμορφο παράστημα καλοφτιαγμένο, σώμα ψηλό υγιές, σκελετός εύρωστος, στητός, με φαρδιούς καλοσχηματισμένους ώμους, μάτια ακτινοβόλα και λαμπερά σαν αστέρια. Μάτια απίστευτα, γραμμένα με χρώματα καθάρια, καστανά, και βλέμμα βαθύ και ευθύ. Πρόσωπο μοναδικό πάνω σε κορμοστασιά, σπαθάτη, λυγερή, λεβέντικη, χωρίς ίχνος, έπαρσης, με μια ομορφιά ξεχωριστή, που δεν είχε να κάνει με σωστές αναλογίες και αρμονικά χαρακτηριστικά αλλά με βλέμμα καθρέφτη της ψυχής.
Το βήμα της σταθερό, μεγαλοπρεπής εμφάνιση

«Τη Λήδα*** αγνάντεψα ύστερα, το ταίρι του Τυνδάρου,
που γέννησε δύο αντρόψυχα παιδιά, τον Κάστορα έναν
τον αλογάρη, κι άλλονε το μέγα Πολυδεύκη,
το γροθομάχο• ζωντανούς η γης η ψυχοδότρα»

Σαν σπαρτιάτισσα μητέρα, είχε επιλέξει να ακολουθεί κοινωνικά προσδιορισμένους κανόνες, διόρθωνε το παιδιά της ώστε να συμφωνούν με αυτούς και δεν τους επέτρεπε να κάνουν ότι ‘θελαν.
Με νοσταλγία ακόμη και σήμερα θυμάται την αυστηρή λιτή νουθεσία της, σε κάθε τους παιδική κατεργαριά.
«Σε ξέσκεπο σπίτι σας γέννησα, στον ανοικτό ουρανό, κάτω απ’ τον ίσκιο της ελιάς.»
Που σήμαινε ότι όλος ο κόσμος έβλεπε τα πεπραγμένα τους, που σήμαινε ότι δεν είχαν τίποτα να κρύψουν, που σήμαινε ότι για τίποτα στη ζωή τους δεν θα πρέπει να ντρέπονται.
«Η ζωή σας να λάμπει σαν καθρέφτης». Συμπλήρωνε τα λόγια της.
Το αγόρι της οικογένειας που 'ρθε στο κόσμο κείνες τις μέρες ήταν το τρίτο στη γέννα της μάνας του, το στερνοπαίδι. Προηγούντο, αυτός και ο Χαράλαμπος. Και η μάνα ήταν μόλις είκοσι οκτώ χρόνων.
Τ' αστέρια φέγγιζαν ακόμα κι η μέρα είχε τραβήξει μόνο μια αχνή πινελιά από φως χαμηλά στον ουρανό προς την ανατολή. Οι κόκορες λαλούσαν εδώ και λίγη ώρα, ένα πολύ ευχάριστο δροσερό αεράκι χάιδευε την κόμη και τα αγουροξυπνημένα πρόσωπα των χωριατών που είχαν κιόλας αρχίσει το αδιάκοπο κουβάλημα στ’ αλώνι των δεματιών από τη μεγάλη θημωνιά, για να ακολουθήσει το αλώνισμα, που γινόταν τον μήνα του Αλωνάρη στ’ αλώνι, στο ψήλωμα, στην άκρη του χωριού.
Η κυρά Γιαννούλα, δούλευε αβίαστα κι αυτή με την κοιλιά στο στόμα, δίχως να εγκαταλείπει την προσπάθεια.
Ήταν έγκυος στον ένατο μήνα. Κοντά στις μέρες της.
Οι έγκυες γυναίκες δούλευαν ως την τελευταία στιγμή στο χωράφι, στο θέρισμα, στο αλώνισμα. Εκεί συχνά τις έβρισκαν οι πόνοι του τοκετό.
Η αυγή ήρθε γρήγορα τώρα, μια πινελιά, ένα αντιφέγγισμα, μια λάμψη, κι έπειτα μια έκρηξη φωτιάς καθώς ο ήλιος αναδύθηκε πέρα από την θάλασσα της Μονεμβάσιας.
Παρά την μικρή ηλικία του συχνά απορούσε με τη σιδερένια δύναμη που έκρυβε μέσα της η υπομονετική μητέρα του. Μπορούσε ν' αντέξει την κούραση την κακουχία και την πείνα σχεδόν καλύτερα από τον πιο δυνατό άνδρα. Που βρίσκει τόση δύναμη αναρωτιόταν.
Και τώρα έβγαλε μια φωνή αγωνίας που τους άφησε άναυδους όλους στο αλώνι.
«Τη μαμή» είπε. «Φωνάξτε τη μαμή».
Ακουμπάει την πλάτη της στον κορμό και σιγά σιγά γλιστράει και ξαπλώνει ακουμπιστά στη ρίζα της κοντινής γκορτσιάς.
Οι γυναίκες αφήνουν το λίχνισμα και τρέχουν να δουν τι συμβαίνει.
Οι αχτίνες του καλοκαιρινού πρωινού ήλιου διαπερνούσαν το αραιό φύλλωμα της γκορτσιάς και ράντιζαν με ηλιόφως το χλομό και λουσμένο με κρύο ιδρώτα πρόσωπο, φωτίζοντας τη μορφή της κυρά Γιαννούλας της μητέρας του.
Άρχισαν οι πόνοι.
Ο άντρας της καβαλάει τ’ άλογο και τρέχει να φέρει απ’ το χωριό τη μαμή, που ξεγεννούσε τις γυναίκες των γύρω χωριών. Τότε δεν υπήρχαν πολυτέλειες. Μόνο πρακτικές μαμές, και πολλές φορές έλειπαν κι αυτές και ξεγενιόντουσαν μόνες τους κι αβοήθητες οι γυναίκες.
Δυο μεγαλύτερες γυναίκες, γειτόνισσες και φιλενάδες της λεχώνας διαλέξανε να αναλάβουν τα καθήκοντα της μαίας.
Με μεγάλη προσπάθεια, πολύ κόπο και αγωνία κατάφεραν να φθάσουν στην αυλή του σπιτιού κρατώντας παραμάσχαλα την λεχώνα
Έφεραν από τον κοντινό ναό του Άγιου Παντελεήμονα ένα εικόνισμα της Παναγίας της Χρυσαφίτησας, άναψαν ένα κερί και προσευχήθηκαν, για την αίσια έκβαση του τοκετού. Η κατάσταση είναι πάντοτε αβέβαιη σε μια γέννα και η "εξ ύψους βοήθεια" είναι απαραίτητη.
Άναψαν τον πέτρινο φούρνο έβαλαν τη σιδερωσιά στη φωτιά τοποθέτησαν επάνω της τη μεγάλη χύτρα του σπιτιού και έβρασαν νερό για τη γέννα.
Η κυρά Καλλιόπη έφερε μια μεγάλη πέτρα από το μπροστινό χαντάκι, την έπλυνε με καθαρό νερό και σαπούνι.
Η κυρά Γιώργαινα η στρουμπουλή μεσήλικας γειτόνισσα χοροπηδούσε απ’ την αγωνία και το άγχος της αν τα καταφέρουν μεχρι να καταφτάσει η μαμή.
-Κακούργα, περίμενε τη μαμή έλεγε στη λεχώνα.
Στο πεζούλι έξω από την πόρτα του σπιτιού κάτω από τον ίσκιο της γέρικης ελιάς έστρωσαν καθαρή μαντανία, τοποθέτησαν επάνω της την καθαρή πλυμένη πέτρα, βοήθησαν την λεχώνα να καθίσει σ' αυτή και να ανοίξει τα πόδια της, για να πετάξει πιο εύκολα το παιδί. Οι γειτόνισσες γονατιστές ανάμεσα στα σκέλια της, την υποβοηθούσαν, έσφιγγαν με τα χέρια τη μέση και την κοιλιά της ετοιμόγεννης, για να πέσει γρήγορα το παιδί και να μην ανέβει επάνω το ύστερο και το πνίξει.
Όταν το παιδί έκανε την εμφάνιση του στον κόσμο η κυρά Γιώργαινα ακουφισμένη συνέχισε να γκρινιάζει για να διώξει μακριά την αγωνία της.
-Κακούργα το έβγαλες, το έβγαλες κακούργα.
Αυτά τα λόγια μέσα στην αγωνία τους είχαν μια απίστευτη τρυφερότητα.
Δεν άργησε και ο σύζυγος να ’ρθει με τη μαμή. Η κυρά Γιαννούλα όμως είχε γεννήσει. Το παιδί είδε το φως κι άρχισε τα ουά -ουά.
«Παιδί, παιδί.» φώναξαν όλες. «Να σου ζήσει.»
Ως εκ θαύματος σώθηκε και το στερνοπαίδι, ο Χρύσανθος, και τούτο χάρη στην βοήθεια απ’ τις γειτόνισσες του οικισμού.
Μια μελωδία απλώθηκε στη φτωχική αυλή τους, καθάρια και πανέμορφη, πλούσια και ζεστή και γλυκιά, αστραφτερή και θριαμβευτική.
Ήταν όλοι ευτυχισμένοι και συγκινημένοι, όλοι συμμερίζονταν τη χαρά τους
Απέναντι από το χαντάκι, πίσω απ’ την αχυρώνα του γείτονα τους του μπάρμπα Παναγιώτη, σε μια συστάδα αγριαπιδιές, και συκιές ένα σμήνος μικρά πουλιά τιτίβιζαν και φτεροκοπούσαν και αυτά χαρούμενα.
Η λεχώνα μετά την γέννα έμεινε στο δωμάτιο με το μωρό της, ήταν άγραφος νόμος να μην την ενοχλεί κανείς. Η απομόνωση αυτή κρατούσε σαράντα μέρες.
Οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες θωράκιζαν την λεχώνα και το μωρό με ένα σωρό φυλακτά της βασκανίας για να τους προφυλάξουν από το μάτι το κακό. Έτσι, ένας κόκκινος φιόγκος στη ρόμπα της μητέρας με μια σκελίδα σκόρδου, ένα φλουρί, ένα «μάτι» στο παιδί, ήταν συνήθη ως το σαράντισμα.
Σαράντα μέρες από τη γέννηση του παιδιού, η μητέρα του πήγε στην εκκλησία, για να σαραντίσει. Ταμένος ήταν στην Παναγιά την Χρυσαφίτησσα της Μονεμβασιάς.
Τ’ αλώνι πλέον αποτελεί μνημειακό αντικείμενο και παραδοσιακό τόπο του οικισμού. Παραμένει έρημο, βουβό και χωρίς ξεφωνητά. Είναι χωρίς στύλο και ερειπωμένο, γιατί η πλακόστρωσή του άρχισε με την πάροδο του χρόνου και την αχρησία να αποσαθρώνεται. Πως αλλάζουν οι καιροί.

Σημείωση:***

Στην ελληνική μυθολογία η Λήδα ήταν η μητέρα των Διοσκούρων Πολυδεύκη και Κάστορα, καθώς και της ωραίας βασίλισσας της Σπάρτης Ελένης (εκ του Διός), της Κλυταιμνήστρας, της Τιμάνδρας, της Φοίβης και της Φιλονόης εκ του συζύγου της Τυνδάρεω.
Ο μύθος λέει ότι ήταν τόσο όμορφη ώστε διεκδικούσαν την καταγωγή της αρκετές πόλεις της αρχαιότητας όπως η Σπάρτη, η Αιτωλία, η Κόρινθος.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

μακρινό ταξίδι Ι

Ακόμη και το πιο μακρινό ταξίδι αναγκαστικά αρχίζει με ένα απλό πρώτο βήμα.
Βλέποντας αναδρομικά ήταν φανερό ότι όλα τα σκέπαζε μια χρυσή βροχή από αναμνήσεις που έρχονται να ταράξουν τα στάσιμα νερά της λήθης.
Λες και ήταν χθες.
Δεν ήταν βέβαια.
Θυμήθηκε μια ιστορία που του ‘χε πει κάποτε ο γέρος πάππους του, που παραπονιόταν πως η ζωή του ήταν τόσο σύντομη που του φαινόταν ότι μόλις μια μέρα πριν ήταν παιδί. Ο γέρος του είχε πει. «Θυμάμαι τα καινούργια παπούτσια που φόρεσα όταν ήμουν δέκα χρονών. Μου φαίνεται σα να ‘ταν χθες. Που πήγε ο χρόνος;»
Ο χρόνος συνεχίζοντας το αιώνιο και ακούραστο ταξίδι του μας αφήνει πίσω του να ζούμε με τις νοσταλγικές αναμνήσεις μας.
Η κάθε αναδρομή σε ότι βρίσκεται θαμμένο στους απέραντους κάμπους του χρόνου, είναι συγκινητική και οι μνήμες αυτές δεν πρέπει να φθείρονται, αλλά να διατηρούν την ομορφιά και την αξία των χρόνων εκείνων. Τότε που παιδιά αμέριμνα και ξυπόλητα, ξέγνοιαστα και πεινασμένα γυρνούσαν στις γειτονιές, στους δρόμους και στα χωράφια, χωρίς τους φόβους και του κινδύνους. Τότε, που τα χρόνια ήταν τόσο πλούσια σε... φτώχεια.
Έχει περάσει καιρός από τότε. Πολύς καιρός, από τα δύσκολα χρόνια, τα χρόνια της μετανάστευσης που οι κάτοικοι της ελληνικής υπαίθρου, σαν τα πουλιά σκορπίσανε και χαθήκαν στους ορίζοντες των μεγάλων αστικών κέντρων της χώρας.
Τι τους έβγαζε από τον τόπο τους, δεν ήταν και δύσκολο να το μαντέψεις.

Ελληνικό Επιδαύρου Λιμηράς Λακωνίας. (Οικισμός Παναγίτσα)**

Χίλια εννιακόσια πενήντα οκτώ.
Ήταν οκτώ χρονών, ο μεγαλύτερος (από τ' άλλα δυο αγόρια), γιος της οικογένειας.
Ένα μικρό αγόρι, ψηλό, λιπόσαρκο, σα λιγνό κυπαρισσάκι 'ταν το μπόι του, με θεληματικό πιγούνι, καστανά μαλλιά και έξυπνα ερευνητικά σκούρα μάτια. Είχε γεννηθεί στην ενδοχώρα σ’ ένα μικρό χωριό μιας πάμπτωχης περιοχής του ελληνικού Νότου στις ανατολικές άγονες πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα.
Μία δυσπρόσιτη περιοχή που είχε παραμείνει ανόθευτη και αληθινή.
Χωριά φωλιασμένα στα βουνά. Δεν υπήρχε εύκολος δρόμος να διαβείς, υπήρχαν όμως εκατοντάδες μονοπάτια. Δεν υπήρχαν αριστουργηματικά χωριά, υπήρχαν όμως μια χούφτα ξωμάχοι που αντιστέκονταν στον χρόνο, άνθρωποι φιλόξενοι, ταπεινοί, καταπονημένοι, αλλά περήφανοι για την καταγωγή τους.
Μιλάμε για εν’ από κείνα τα βουνίσια χωριά, που σκαρφαλώνουνε στην πλαγιά του βουνού κι είναι όλα τα ίδια. Όμορφα, μα φτωχά και μίζερα κι αφημένα στην τύχη τους κι από θεούς κι ανθρώπους. Απόμερο, ξεχασμένο χωριό, που σχεδόν είχε κι αυτό ξεχάσει τ’ όνομά του.
Δεν του χρειαζότανε, λες και του ’πεφτε βάρος.
Η ορεινή ύπαιθρος ήταν εγκαταλειμμένη, μια άγονη γη θανάτου, γεμάτη με πέτρα που λουζόταν από το ανελέητο εκτυφλωτικό φως του Ήλιου. Οι λιγοστοί κάτοικοι πάλευαν με κόπο και ιδρώτα να κερδίσουν την ζωή τους στη χέρσα γη από τα χαράματα μέχρι το βράδυ, καλλιεργώντας λίγες ελιές, λίγες συκιές, μερικά αμπέλια και ελάχιστα περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα και λαχανόκηπους.
Παιδεύονταν για το ψωμί, για το καρβέλι. Δύσκολο πράμα όμως.
Υπήρχαν ακόμη κάμποσες ιδιοκτησίες στις μικρές κοιλάδες με μεγαλύτερα λιβάδια που καλλιεργούσαν όσπρια και σιτηρά, αυτά άνηκαν σε πολύ λίγους προνομιούχους νοικοκυραίους του χωριού.
Στενοί χωματόδρομοι και φιδογυριστά μονοπάτια που θύμιζαν λαβύρινθο από μυρμηγκοφωλιές συνέδεαν τους μικρούς οικισμούς με την καλλιεργήσιμη γη. Οι απαιτούμενες μεταφορές προσώπων και αγαθών γίνονταν με μουλάρια άλογα και γαϊδουριά. Η σταδιακή ανάπτυξη που σημειωνόταν με το πέρασμα των χρονών στα βορειότερα της Λακωνικής πεδιάδας του Ευρώτα δεν είχε ακόμη κάνει το άλμα της στις τοπικές κοινωνίες του Νότου. Στους μικρούς και απομονωμένους οικισμούς οι κάτοικοι συνήθιζαν να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους με τη μέθοδο της αγροτικής οικονομίας και, όσο να το κάνεις, βολευόταν κάπως η κατάσταση.
Φτωχοί άνθρωποι οι περισσότεροι, είχαν την  ανάγκη ο ένας του άλλου.
Έτσι όταν ήθελαν  να καλλιεργήσουν τη γη, συνήθως συνεταιριζόταν .
Όταν είχε κάποιος ένα ζώο «καματερό» βόδι ή μουλάρι, το  έκανε ζευγάρι μ’ άλλον και με αυτό όργωναν και έσπερναν τα χωράφια και των δύο.
Στο θέρισμα που χρειαζόταν πολλά χέρια, βοηθούσαν όλοι.  Το ίδιο γινόταν και στο αλώνισμα.
Δύσκολα χρόνια, και η γη λίγη στο μερτικό τους και φτωχή, αδυνατούσε να τους θρέψει και να τους χαρίσει μια ζωή σύμφωνη μ' εκείνη που ο καθείς φτιάχνει στα όνειρα του. Τότε ο κόσμος έφευγε και πήγαινε μακριά, στην ξενιτιά, να βρει την τύχη του. Είδε κι απόειδε ο φουκαράς ο πατέρας του και πήρε τη μεγάλη απόφαση. Το απεφάσισε λοιπόν, σαν αστραπή έγιναν όλα, και σαν σε όνειρο.
Πούλησε και την μικρή οικία τους με τον όμορφο φούρνο, κι από κοντά και το κτηματάκι δίπλα στο φούρνο με τις αγκινάρες πούλησε και το μικρό περιβολάκι πίσω από την μικρή λιμνούλα. Μιαν αγάπη βαθιά, πλατιά, απέραντη ήταν κείνη που ένιωθε στα στήθια του γι’ αυτό το μικρό περιβόλι, με τα λίγα δέντρα στα σύνορα του.
Όλα για ένα κομμάτι ψωμί, για τα ναύλα της φαμίλιας με προορισμό τη Λαμία.
Χαλάλι ας του γίνονταν του φίλου του, τ' αδερφικού, που τα παρέλαβε.

Το ηλιοβασίλεμα έκανε διαβολεμένη ζέστη, αλλά εκεί στο ακρογιάλι της τσιμεντένιας προβλήτας το θαλασσινό αεράκι κρατούσε την θερμοκρασία σε ανεκτά επίπεδα.
Παρ’ όλα αυτά είχαν λουστεί στον ιδρώτα καθώς επιβιβάζονταν στη λέμβο που θα τους μετέφερε στο μεγάλο καράβι, που σαν κάτασπρο κάστρο, πάμφωτο, επιβλητικό και περήφανο, είχε φουντάρει άροδο στο αγκυροβόλιο στον ανοικτό κόρφο. Όταν η λέμβος ξερεμεντζάρησε κ' έβαλε πλώρη το ανοικτό πέλαγος και απομακρυνόταν από την ακτή μαζί της απομακρυνόταν και ίσως έφευγε για πάντα, το μικρό φτωχό χωριό, το πρώτο του σχολείο, η μικρούλα λίμνη με το λιγοστό τρεχούμενο νερό που άρδευε τα περιβόλια του οικισμού..
Πριν γνωρίσει τη θάλασσα γνώρισε τη μικρή τεχνητή λίμνη στα δυτικά όρια του οικισμού τους, κάτω από τη σκιά ενός γιγάντιου αιωνόβιου πλατάνου.
Πυκνοί θάμνοι από βάτα, σφεντάμια, φτέρες και ένα πλήθος από ανθοφόρα φυτά πλαισίωναν τριγύρω την όμορφη, ήρεμη, ασημένια μικρή λιμνούλα με καθάρια νερά, που ξεπρόβαλλε πίσω από τον αιωνόβιο πλάτανο στο τέλος μιας διχάλας από το στρατί που φιδοσερνόταν εμπρός του. Τα πανέμορφα και πολύχρωμα λουλούδια, τα υδρόβια φυτά που επέπλεαν, δημιουργούσαν μια πανδαισία χρωμάτων, και ο συνδυασμός των αρωμάτων με τις χιλιάδες ευωδιές να κατακλύζουν τα πνευμόνια σου.

"Τα σφεντάμια και οι φτέρες είναι ακόμα αδιάφθορα,
Αλλά χωρίς αμφιβολία, όταν αποκτήσουν συνείδηση
Θ’ αρχίσουν κι αυτά να καταριούνται και να βρίζουν."

Στοιβαγμένες εικόνες στα θολά διαμερίσματα της μνήμης, αβίαστα προβάλλουν εμπρος του.
Εικόνες της εποχής  μόλις που περπάτησε καλά, και στιγμή δεν εκαθότανε. Έτρεχε μες στα πεζούλια στις πλαγιές και ήταν ελεύθερος σαν τον άνεμο, χαρούμενος σαν την Άνοιξη και ανέμελος σαν το Καλοκαίρι.
Της  εποχής που πότιζε το μικρό μποστάνι τους και έτρεχε ξέγνοιαστος, τσαλαβουτώντας μέσα στα νερά  με το κοντοβράκι του και με το μακρύ το φτυάρι στα αδύνατα χέρια του, να αλλάζει τα κανάλια του ποτιστικού νερού ανάμεσα στα παρτέρια με τα λαχανικά και τις κολοκυθιές τις φορτωμένες πορτοκαλιά λουλούδια, μεγάλα σαν χάλκινες τρουμπέτες, ευτυχισμένος όπως το πουλί απάνω στο κλαδί του. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού, κάθονταν  στον ίσκιο κάτω από το μεγάλο πλάτανο, που πάνω στα κλαδιά του πετούσαν και κελαηδούσαν πουλιά, και τα χελιδόνια βουτούσαν χαριτωμένα πίνοντας το δροσερό νερό της λιμνούλας.
Τ' ήταν ο κόσμος τότε γι' αυτόν παρά ένα περιβόλι απέραντο, καταπράσινο και μοσχοβολημένο περιβόλι, με τη φύση να βρίσκεται στ’ αποκορύφωμα της λάμψης της, απ’ του ήλιου τις χρυσές ακτίνες.
Είναι μια ηδονή που δεν ξεχνιέται εύκολα απ' όσους την ένιωσαν. Όλα αυτά μνήμες και γεύσεις, μυρωδιές, ακοές, οράματα και αφές των παιδικών μας χρόνων που μας δυναστεύουν μιαν ολάκαιρη ζωή.

"Με της σκέψης τα πλάνα φτερά
στο χωριό μου τρέχω να φτάσω.
Στης λιμνούλας τ’ ασημένια νερά
τ’ όνειρό μου σφιχτά ν’ αγκαλιάσω"


Σήμερα μια ζωγραφιά, ένα κάδρο, η γαλήνια ομορφιά του τοπίου είναι πάντα στο νου του, με τη σιλουέτα του μικρού σπιτιού τους, και τον λιθοχτισμένο φούρνο δίπλα στη γέρικη αμυγδαλιά. Βρισκόταν στην νοτιοανατολική πλευρά του οικισμού κι είχε μπρος του χαντάκι. Ανάβαθο. Το χαντάκι γκρίζες πέτρες και βράχοι. Μερικές γκορτσιές εδώ και εκεί, φραγκοσυκιές και λίγα σκοίνα. Το ένα σε απόσταση από το άλλο. Με τον ερχομό της άνοιξης θρασομανούν τ’ αγριάγκαθα και το χαντάκι γεμίζει γαλάζιους ίσκιους. Θάμνοι γυμνοί, αγκαθωτοί και ξερά χόρτα που δυναστεύουν το τοπίο. Και για την ανάγκη τους χρησίμευε και για το σκουπίδι.  Ένα ταπεινό χαμόσπιτο, φτωχικό, πέτρινο σπιτάκι με κεραμίδια, με την αυλή στο νοτιά χωρίς μαντρότοιχο. Δίπλα στο σπίτι ήταν ένα καλύβι χτισμένο με ξερολιθιά, για αποθήκη που έβαζε η φαμίλια τα φτωχικά εισοδήματα τους, καρπούς, σιτάρι, το λάδι και το κρασί που έβγαζε η γη τους, «τα λιγοστά χτήματα τους», οι κόποι κι ο ιδρώτας τους. Πίσω από την αποθήκη, ήταν κι ένα άλλο καλύβι που έβαζαν τα ζωντανά μερικές κότες και γαλοπούλες, δυο κατσίκες, μια γαϊδουρίτσα και ένα εξαίσια όμορφο κατάμαυρο άτι μ’ ένα λευκό αστέρι κόσμημα στο μέτωπο του.
Οι νοσταλγικές αναδρομές έρχονται σα μυροβόλο αεράκι να τον δροσίζουν με τις αναμνήσεις του, η σκέψη του ατενίζει το με ιδιαίτερη χάρη το παραδοσιακό πανηγύρι του Άγιου Παντελεήμονα στην μικρή πλατεία του οικισμού.
Ο Άγιος Παντελεήμονας ακόμη και σήμερα είναι ένα μικρό εκκλησάκι χτισμένο στο ψηλότερο σημείο ενός υψώματος προστάτης φύλακας του οικισμού, με απόλυτη θέα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, για ν’ αγναντεύει τα βουνά του τόπου, περιτριγυρισμένο απ’ τη μοναδική πλατεία του οικισμού πάνω στο λόφο. Τέτοιες μέρες ολάκερο το χωριό σηκώνεται στο ποδάρι, και βουίζει από κίνηση και ζωή.
Οι καμπάνες χτυπάνε χαρούμενα.
Πλήθος κόσμου μαζεύετε μαζί την γιορτή του Αγίου Παντελεήμονα. Τα τραπεζάκια και οι καρέκλες στήνονται από τα χαράματα στον περίβολο του ναού, όταν ακόμα ο νυχτερινός ίσκιος σέρνεται απάνου στην ολόστρωτη άπλα του λόφου, που ανατριχιάζει κάθε τόσο με τις αλαφρές ριπές του ανέμου και παίρνει όλους τους τόνους τού γαλάζιου και του ρόδινου. Με τον ήλιο που ανηφορίζει, η πρωινή άχνα μαζεύεται στις άκρες του ορίζοντα, όσο να χαθεί ολότελα. Κι όλα αποθεώνονται μέσα στο χρυσό φως, σχήματα, όγκοι, απλωσιές και ψηλώματα` σπίτια, δέντρα, πλαγιές. Τα νερά της μικρής λίμνης αστράφτουνε, οι πέτρες κι ο αέρας αστράφτουνε.
Θυμάται τα πρώτα χρόνια που ένοιωθε τώρα πια τον εαυτό μου. Ήξερε πως ήταν φτωχοί, πως οι άνθρωποι έπρεπε να δουλεύουν για να ζήσουν, πως γι’ αυτό δούλευαν οι γονείς του την χέρσα γη, και πως σα μεγαλώσει θα δούλευε κι αυτός. Δηλαδή το ’ξερε, καθώς ήξερε πως κάθε βράδυ βασιλεύει ο ήλιος και χάνεται πίσω από το Μεγάλο Ρέμα. Το γιατί τους, δεν το απείκαζε. Στα παιδικά τα χρόνια τα παίρνουμε καθώς φαίνονται όλα. Ζωγραφιές μαζεύουμε, και τίποτα άλλο. Μα αυτό δεν πάει να πει και πως δεν ένοιωθε το κόσμο.
Και ήρθε μια μέρα στο τέλος του καλοκαιριού που οι γονείς του είπαν πως είναι καιρός ν’ αρχίσει να μαθαίνει γράμματα, καθότι «Άνθρωπος αγράμματος ξύλο απελέκητο».
Φθινόπωρο, ο τόπος χλοϊσμένος, ήσυχος, οι χωρικοί  ετοιμάζονταν για το όργωμα, τη σπορά και τα ξεχερσώματα, τα κοπάδια βοσκούσαν στις πλαγιές.
Με το γλυκοχάραμα της αυγής, στο πρώτο λάλημα του πετεινού ξεκινούσε για το σχολειό.  Έπαιρνε το δρόμο για το χωριό την έδρα του οικισμού πίσω από την άλλη μεριά του αντικρινού λόφου. Ανηφορίζοντας το δυτικό λόφο του οικισμού προσπερνούσε ένα μικρό δασύλλιο από χαρουπιές με πλούσιες φυλλωσιές, που τις λίκνιζε ο άνεμος. Ένοιωθε μια δροσιά στην ψυχή του σαν ανάλαφρη πνοή, μεθυσμένος από τους χυμούς της φύσης.Το χώμα είναι παντού νοτισμένο. Ο ήλιος τραβά το πρωί απ’ τη χλόη την υγρασία που τη βλέπεις ν’ ανεβαίνει σχηματίζοντας διαφανές κουρτίνες κάτω απ’ τις φυλλωσιές.
Φτάνοντας στην κορφή παρατηρούσε πως όλη η έκταση γύρω από την άλλη μεριά ήταν το Μεγάλο Ρέμα, η κοιλάδα που χωρίζει τον λόφο του οικισμού από το χωριό. Εκεί βρίσκονται σκόρπια μικρά καλλιεργήσιμα λιβάδια, πολλά δέντρα από ελιές, συκιές, αμυγδαλιές, και παράμερα, ξεχασμένο κομμάτι του Παραδείσου, δένδρα πυκνά το ένα πλάι στο άλλο, ένα δάσος από ορεινά κυπαρίσσια που βρέθηκε δω ανάμεσα στα βουνά. Οι πλευρές της κοιλάδας ορθάνοιχτες, να βλέπουν στο μακρινό ορίζοντα μια υποψία θάλασσας. Μια και μπεις σ’ αυτή τη φωλιά, σαν πουλί σπαρταράει η ψυχή σου, σε μεθάει το θυμάρι οι κουμαριές, κι η λυγαριά. Άφησε που σε κουφαίνουν τα κοπάδια τριγύρω με τα κουδούνια τους, σου δίνουν καινούργια ζωή, που σε κάνει κι ανασαίνεις πιο εύκολα.
Πολλές φορές οι νοτιάδες έφερναν σύγνεφα το ’να πίσω από τ’ άλλο στη κοιλάδα, μα όταν που ξαστέρωνε λιγάκι ο ουρανός, ήταν ο ήλιος όσο δεν παίρνει χρυσαφής, κάτι σα μέλι φωτεινό ξεχυνόταν στο Μεγάλο Ρέμα.
Στο Μεγάλο Ρέμα ήταν και μια απαλή πλαγιά μέχρι το βάθος της κοιλάδας, υπήρχε κει κοντά σ’ ένα γούπατο επικλινές μι’ άπλα, μια στενή λωρίδα γης, που κατέληγε σε μια ρεματιά, ένα φυσικό κανάλι για να φεύγουν τα βροχόνερα και τα λιγοστά νερά από τις γύρω πήγες που αναβλύζουν τη άνοιξη.
Η γη στην κοιλάδα και στις λοφοπλαγιές ήταν μοιρασμένη σε μικρά χωράφια και καλλιεργήσιμη, και ολόγυρα της στα ψηλώματα φαγωμένα βουνά, στο σύνολο της δημιουργούσε το αίσθημα της γύμνιας. Από αυτό το μέρος περνούσε ένα στριφτό μονοπάτι που ανηφορίζει μέχρι την κορυφή του φαραγγιού, είναι στενό, κακοτράχαλο και γεμάτο νεροφαγώματα.
To μονοπάτι που οδηγούσε στο χωριό τα Κουλέντια.
Ήταν ένα απομεσήμερο στα τέλη της άνοιξης που βρισκόταν σ’ ένα γυμνό πλάτωμα της ρεματιάς, στο γυρισμό από το καθημερινό σχολειό του.
Μια ώρα δρόμο με τα πόδια.
Φυσούσε απαλό βοριαδάκι στο πρόσωπο του, ένα υπέροχο ουράνιο τόξο είχε στηθεί πάνω από τη ρεματιά, κυματιστή βροχή έπεφτε απαλά γύρω του.
Ένα θέαμα μαγευτικό.
Στο φαράγγι υπήρχε άφθονο νερό από τις τελευταίες βροχές του Απρίλη.
Η δυνατή μυρωδιά από τις ιτιές της ρεματιάς και της υγρής κοπριάς γέμιζαν τα ρουθούνια του. Το μουρμουρητό των μικρών χείμαρρων έφτανε στα αυτιά του. Τα σύννεφα ψηλά στη δύση έμοιαζαν μπαμπακένιες τούφες σκορπισμένες στον ουρανό.
Στάθηκε μια στιγμή να αφουγκραστεί.
Όχι αυτό δεν είναι μουρμουρητό χειμάρρου. Για μια στιγμή στάθηκε ακίνητος αγναντεύοντας το δρόμο με προσοχή. Όλη του η ψυχή είχε πάει στα μάτια. Ανοιγμένα, ακίνητα δεν έκαναν δεξιά ούτε αριστερά. Καρφώνονταν με δύναμη στο μεγάλο νερόλακκο στην άκρη του μονοπατιού εκεί που το διέσχιζε ο μικρός χείμαρρος και ζήταγαν απαντήσεις. Το θέαμα του ‘φερε ανατριχίλα. Ο Μπάρμπα Παναγιώτης ο γείτονας τους ένας εβδομηντάρης ψηλός, λεβεντόκορμος και καλοσυνάτος γέροντας, κείτεται μέσα στη μεγάλη γούρνα που είχε σχηματίσει ο χείμαρρος, ανακυλιέται ξαπλωμένος στα νερά μ’ ορθάνοικτα χέρια και πόδια.
Βογγάει βαριά. Λιποθυμισμένος ημιθανής.
Προσπάθησε να του μιλήσει του γέροντα, αλλά μάταια μόνο μικρά μουγκρητά ήταν η απάντηση που έφτανε στ’ αφτιά του.
Ξυπολήθηκε και βούτηξε στα ρηχά νερά της γούρνας, προσπάθησε να τραβήξει το κορμί έξω από το χείμαρρο χωρίς αποτελεσματικότητα, δεν τα κατάφερε, έσκυψε το κεφάλι του, δεν άντεχε άλλο κουράστηκε, είχε εξαντληθεί. Το τεράστιο σώμα του γέροντα είχε γίνει δυο φορές βαρύτερο με τα βρεγμένα και λασπωμένα ρούχα του, μάταιος κόπος να τον ανασύρει να μην πνιγεί.
Έμεινε να κοιτάζει ανήμπορος.
Ήταν πρώτη του φορά που άκουγε άνθρωπο να βογκίζει έτσι.
Ένοιωθε τους σπασμούς του κι άκουγε τη βαριά ανάσα του. Ήξερε πως αν δεν τον ανασύρει ήταν χαμένος. Σωριάστηκε στην άκρη, ένοιωθε ασφυξία από την προσπάθεια.
Δεν μπόραγε πια, δεν άντεχε..
Και βρισκόταν μόνος, η σαγήνη του τοπίου γύρω ήταν μόνο μια ψευδαίσθηση, τίποτα δεν συγκρινόταν με την αγωνία και τη μοναξιά της στιγμής αυτής, η θλίψη του ήταν αβάσταχτη.
Ένοιωθε στο λαιμό του την αγωνία του πάθους για την ζωή που χαροπαλεύει εκεί μπρος του, αρνιόταν να την αποχαιρετήσει.
Ανακάθισε ξαφνικά με τους αδύνατους μύες συσπασμένους. Στριφογύρισε και αφουγκράστηκε προσεκτικά. Μια αναλαμπή ένας σχεδόν αδιόρατος ήχος τον διαπέρασε, ερχόταν από το βόρειο μέρος της πλατωσιάς, μέσα απ’ το σύδεντρο, άκουσε θόρυβο.
Ήταν ο Κύριος Λουκάς νοικοκύρης τρανός από το χωριό έκοβε ξύλα για το τζάκι του.
Αναγάλλιασε. Τι τύχη κι αυτή.
Το λιγνό κορμί του τρανταζόταν από του λυγμούς. Έτρεξε προς την άκρη του κτήματος με ανοικτά τα χέρια σα να ‘τρεχε να αγκαλιάσει κάποιον. Τα χείλη του σάλευαν, χαμηλόφωνα. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Όμως τότε μια εξωτερική δύναμη τον κυρίεψε, σήκωσε το κεφάλι και μίλησε δυνατά, η φωνή του ήταν πνιχτή και στεγνή σα βήχας.
«Τρέξε βοήθεια ο μπάρμπα Παναγιώτης πνίγηκε».
Ένοιωθε ένα αίσθημα φυσικής αγωνίας, ανάμικτα πόνο και ευχαρίστηση τόσο έντονα που μπόρεσε βρει τόσο ανέλπιστα βοήθεια. Δεν ξεχώριζε καλά ολόγυρα του, ήταν σα να 'βλεπε γύρω του τα βράχια, τη ρεματιά τα δένδρα μέσα από τα τοιχώματα μιας ομίχλης.
Μόλις καταλάγιασαν, ο ήλιος κόντευε να δύσει. Το ηλιόφως ανάλαφρο πορτοκαλί πέρα στα μακρινά βουνά του βορρά είχε σκοτεινιάσει. Μ’ όλη την ομορφιά του, το τοπίο ήταν θλιμμένο μοναχικό, του έφερνε την αίσθηση ενός ανεμόδαρτου ερήμου κόσμου.
 Ο μπάρμπα Παναγιώτης, εκτός του ότι ήταν παλικάρι στις χειρονακτικές εργασίες, ήταν και γερό ποτήρι. Ποτέ δεν έλεγε όχι στο κρασάκι του Θεού και τιμούσε πάντα με την παρουσία του τους φίλους που τον προσκαλούσαν.
Την επομένη μάθανε ότι συμμετείχε σε κρασοκατάνυξη στο χωριό και επίστρεφε στον οικισμό καβάλα στο γαϊδούρι του. Εκεί στο πέρασμα του χειμάρρου το συμπαθές αλλά αφιλότιμο το ζώο ξεφορτώθηκε το βάρος που κουβαλούσε.
Αν κανείς δεν τον ετύχαινε, να τον απελευθερώσει τότε ήταν καταδικασμένος, εκεί στην άκρη της γούρνας στη ρεματιά. Τα βροχόνερα που κατέβαιναν από τη πλαγιά, συνέχιζαν να ανεβάζουν τη στάθμη, γίνονταν χείμαρρος ορμητικός, θα τον παρέσερναν μαζί τους.
Θυμάται τα λόγια του γέροντα καθώς τον κοίταζε, χαρούμενος, ζωηρός μέρες αργότερα. Ο γέροντας ξεχειλίζοντας χαρά, απ’ τη μεγάλη του τύχη, που έσμιξαν οι δρόμοι τους και είχε αίσιο τέλος το θλιβερό του ατύχημα, τον κτύπησε στοργικά στην πλάτη. Τα μάτια του άστραφταν γαλήνια. Η φωνή του ήταν τρυφερή. Χωρίς ν’ αστειεύεται, ακουγόταν ευγενική και στενοχωρημένη.
«Η μοίρα όλων μας είναι εδώ και ξέρουμε πως είμαστε δέσμιοι της δύναμης της. Κάνεις δεν ξέρει το γιατί. Είχα όμως μεγάλη τύχη, που εσύ βρέθηκες και στάθηκες κοντά μου, στην καμπή της μοίρας μου». Μίλησε κάμποσο ακόμη για τα χθεσινά, και για το πώς οι μοίρες τους ήταν αλληλένδετες, και ότι ήταν ο ευεργέτης του.
Ένα κύμα ευτυχίας τον αγκάλιασε, έσκυψε το κεφάλι χαμογέλασε ντροπαλά, με ταπεινότητα. Ήταν η πρώτη του φορά που άκουγε τον Μπάρμπα Παναγιώτη να μιλάει έτσι. Τα λόγια του τα εξέλαβε για ευχαριστίες. Η ζεστασιά που ένοιωσε θα μείνει για πάντα ζωντανή σ’ όλη του τη ζωή.
Στη μέσα στην ανηφόρα της δυτικής πλαγιάς του ρέματος που οδηγούσε στο χωριό, σ’ ένα σταυροδρόμι, νερό γάργαρο καθάριο ανάβλυζε στη βάση ενός βράχου, νεροκολοκύθες κομμένες στα δυο υπήρχαν στο πλάτωμα της μικρής πηγής για τους κουρασμένους στρατοκόπους και τους διαβάτες που βάδιζαν τα ανηφορικά μονοπάτια.
Σταματούσαν εκεί για λίγο στο διάβα τους κάθονταν αναπαυτικά στο πεζούλι κάτω από τον ίσκιο της αχλαδιάς έπιναν το γάργαρο νερό να ξαποστάσουν και να μαζέψουν δύναμη που χρειάζονταν να συνεχίσουν το ταξίδι. Ταυτόχρονα στον δροσερό ίσκιο καθισμένοι, χαϊδεύοντας μαλακά το υγρό χώμα της αγαπημένης γης, μπορούν να κολυμπήσουν μέσα τους και να ξεκινήσουν τον εσωτερικό τους διάλογο. Ν’ απλώσουν τα φτερά της αντίληψης και να πετάξουν στην απεραντοσύνη, στην αντανάκλαση του απερίγραπτου κενού που περιέχει τα πάντα.
Η μοναξιά που δημιουργεί το γυμνό τοπίο, ελευθερώνει το πνεύμα, μιλεί στις αισθήσεις των ανθρώπων, δείχνει το μονοπάτι της συνάντησης με μια ψιχάλα από κόκκους της γνώσης. Είναι οι στιγμές που η γαλήνη πλημμυρίζει τις κουρασμένες ψυχές, σαν το νερό που πέφτει πάνω στη χέρσα γη και την κάνει να βλαστήσει.  Μια αρχέγονη σχεδόν μεταφυσική αίσθηση τον ωθεί να ζωντανέψει με την φαντασία του, τους ανθρώπους που ζούσαν, πολεμούσαν, για την επιβίωση τους σ’ αυτό το τόπο. Σ' αυτή την σκληρή γη κάθε πέτρα κι ένας σιωπηλός μάρτυρας του ιδρώτα τους.
Συγκεντρώνοντας νηφάλια τις αναμνήσεις παρασύρεται στα περασμένα γεγονότα που σήμαινε ότι κατόρθωνε να δει και να αισθανθεί μέσα από τις αισθήσεις του την περιγραφή του κόσμου της εποχής εκείνης. Το τοπίο φαντάζει ανεμοδαρμένο, γυμνό,ιδίως το καλοκαίρι, η φύση μοιάζει να έχει παραμείνει αναλλοίωτη στον πέρασμα των χρόνων. Οι εικόνες είναι τόσο φευγαλέες που του διαφεύγουν οι λεπτομέρειες, στη περιγραφή μιας εποχής όπου η φυσική επικοινωνία στις κοινότητες ήταν κάτι ολότελα φυσικό να είναι δύσκολη. Ίχνος, σημάδι, δεν υπήρχε από κάποια μηχανή της σημερινής μας εποχής στα μέρη εκείνα
Ήταν οι εποχές που κάτω απ’ την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού άρχιζε η κοπιαστική διαδικασία του θερισμού με το δρεπάνι στο ένα χέρι, με την παλαμαριά στο άλλο.
Στα ψηλώματα στους λιβαδότοπους συναντούσες πέτρινα κυκλικά αλώνια, σε τοποθεσίες επιλεγμένες, σε μέρη ανοιχτά που τα έπιαναν οι καλοκαιρινοί νοτιάδες.
Οι «ντραλίκοι», μεγάλες πέτρες όρθιες τοποθετημένες κυκλικά στ’ αλώνι να οριοθετούν το χώρο και να μην διασκορπίζονται τα στάχια.
Στη ντάλα του καλοκαιριού, καλότυχοι θεωρούνταν όσοι κοντά στο αλώνι τους είχαν κάποιο μεγάλο δέντρο στον ίσκιο του να ξαποσταίνουν

Στριφογυρίζει τ’ άλογο στο στρίγερο τριγύρα,
τ’ αστάχυα καλοπάτητα ξεγδύνουν τα κεφάλια
και δείχνουν, του γεωργού χαρά, τη σιταροπλημμύρα.


(Η καλλιέργεια του σταριού και του κριθαριού ξεκινούσε το Δεκέμβριο και αποτελούσε  για το χωριό τον ουσιαστικό κύκλο ζωής του. Ο κύκλος αυτός συνεχιζόταν με τη συγκομιδή, και την άλεση.)
Σήμερα τ' αλώνια είναι κορνίζα μιας άλλης εποχής.
Μον’ στις ρούγες του χωριού περιπαιχτικά την παροιμία πλάθουν.
«Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ' άχερα στ' αλώνι, γιατί τα παίρνει ο άνεμος και δεν τα συμμαζώνει».
Ήταν και εποχές που το λιοπύρι ήταν ανυπόφορο, καμίνι ολόφλογο, έπεφτε και τρυπούσε τη σάρκα σαν βροχή από βελόνες. Άνεμος δε φυσούσε, τα φύλλα των δέντρων δε σαλεύανε, τα λίγα νερά της μικρής λιμνούλας ακίνητα λαμποκοπούσανε, σαν από μέταλλο ή από λάδι, και στους γύρο λόφους τ' αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα, τα σφεντάμια και οι φτέρες άτρεμα φαίνονταν πεθαμένα, τα πουλιά χωνόντανε βαθύτερα, λούφαζαν μέσα στα κλαριά, η γη είχε καταξεραθεί. Μόνο το φλύαρο τραγούδι του τζίτζικα, φωνή της λαύρας χυνότανε ολούθε. Μα η ζωή ακολουθούσε υπομονητικά το δρόμο της, και στο χωριό έβγαιναν για λιτανεία κάτω από τον θερμό ήλιο που ακτινοβολούσε θαμπωτικά.

Σφύριζαν μαζί το καράβι και οι λέμβοι στους ταξιδεμένους. Σφύριζαν το φευγιό.
Για όσους ήτανε να φεύγουνε. Να πάνε μακριά σε άλλους τόπους. Σε τόπους που τους περιμένανε. Τα μαντίλια ανέμιζαν απάνω στο μουράγιο.
Ο ήλιος τραβά δυτικά πίσω απ’ τα ψηλώματα τις τελευταίες του αχτίνες, κι οι ίσκιοι πέφτουν βιαστικοί στα κύματα της λακωνικής ακτής.
Ανατολικά βρίσκεται το Μυρτώο Πέλαγος, το πλοίο σηκώνει άγκυρα χαράζει πορεία στον ανοικτό ορίζοντα.
Η Παλιά Μονεμβασιά, νότια του μεγάλου βράχου, μένει πίσω τους.
Ο ουρανός ήταν καθαρός, τα πρώτα άστρα φανήκαν στο στερέωμα.
Το σούρουπο έδωσε τη σκυτάλη στην νύχτα που μοσχοβολά την υγρή οσμή της θάλασσας και το φεγγάρι ένας χρυσαφένιος δίσκος, αναδύεται πέρα στον μακρινό ορίζοντα έτοιμο κι’ αυτό να αρχίσει το ταξίδι του στον ουρανό, φτάνοντας πέρα, στους μακρινούς ωκεανούς, στις μακρινές θάλασσες, κι αυτός συλλογιέται ακουμπισμένος στην κουπαστή την αναχώρηση, φέρνει στα μάτια του τη γη που γεννήθηκε ν’ απομακρύνεται μέσα στ' απόνερα από αφήνει πίσω της η προπέλα του «Ποσταλιού».

Το μακρινό ταξίδι μόλις είχε ξεκινήσει.
Ήταν το πρώτο του βήμα.

Υ.Γ.

Κάθε τι που κάνουμε κάθε τι που είμαστε στηρίζεται στην προσωπική μας δύναμη και θέληση. Αν έχουμε αρκετή τότε και η πιο απλή μας ενεργεία μπορεί να ‘ναι αρκετή ν’ αλλάξει το δρόμο της ζωής μας, να ξεπεράσει και να διευρύνει τα σύνορα μας. Μον’ η επιτυχία να μη γίνει έμμονη ιδέα. Αν κάποιος θέλει να επιτύχει κάτι, η επιτυχία πρέπει να ‘ρθει ομαλά, με μεγάλη προσπάθεια, αλλά χωρίς καταπόνηση η βασανιστικές ιδέες.
«Όποιος την τύχη του ορίζει,
Βαστάει τα ηνία όλα μαζί.»



Σημείωση:

**Ελληνικό, έως το 1955 ονομαζόταν Κουλέντια, οικισμός (υψόμετρο 500 μέτρα. ) του νομού Λακωνίας.
Διοικητικά ανήκει στον Δήμο Μονεμβασίας και έχει 177 κατοίκους (2001).
Τέως δήμος Ελληνικού 315 κάτοικοι.
Το Ελληνικό [ 177 ]
Η Παναγίτσα (Βουβουτσέλια) [ 15 ]
Τα Φούτια [ 123 ]


Προβολή μεγαλύτερου χάρτη
 
Web Informer Button