Ads 468x68px

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Μακρινό ταξίδι ΙΙΙ

Μεσοκαλόκαιρο.
Χρόνια περασμένα.
Με τα μάτια μισόκλειστα από τη λάμψη του φωτός αισθάνεται μερικές φορές τον εαυτό του δύτη σε σμαραγδένια νερά λουσμένα στα χρυσάφια της αυγής, μικρά κύματα και ο θαλασσινός αέρας γεμάτος δαντέλες αφρών και γλαροπούλια εισχωρούν ως μέσα στην ψυχή του και την ξεπλένουν, μια αίσθηση φρεσκάδας τον τυλίγει.
Αχτίδες θύμησης όπως το φως του ήλιου, ξεπηδούν ξαφνικά από τα σκοτάδια της μνήμης του, εκτυφλωτικές, επιθετικές, κυνηγούν να προβάλλουν ότι κρύβεται μέσα της.
Αγναντεύει μέσα στην ομίχλη του χρόνου το μικρό χωριό του.
Το χωριό στη μνήμη του, όπως συμβαίνει και στη μνήμη των περισσότερων, είναι συνδεδεμένο με το καλοκαίρι, τόσο μάλιστα που όπου κι αν βρίσκεται την εποχή αυτή “νιώθει” έντονη τη μυρωδιά του θερισμένου σιταριού, “βλέπει” τις θημωνιές στ’ αλώνια, “ανεβαίνει” κάτω από τον καυτό ήλιο στη σβάρνα και οδηγεί τα ιδρωμένα από το λιοπύρι και τον κάματο άλογα στο αλώνισμα.
Οι τόποι του χωριού του είναι ένα κομμάτι του εαυτού του, και οι μνήμες ομφάλιος λώρος να τον συνδέει με τα μέρη των παιδικών του χρόνων.
Χωριό του στη γειρτή πλαγιά, σημείωμα της πρώτης αγάπης, πλατάνια, κυπαρίσσια κι αγριολούλουδα, θάμνοι που πτερυγίζουν οι μέλισσες και βράχοι ανεμοδαρμένοι, θεόρατοι με ένα σταχτή λευκό στις βαθιές ρυτίδες που άφησε ο αδυσώπητος χρόνος στη λυσσαλέα εκφορά του οργισμένου βοριά.
Και πέρα μακριά στο διάφανο το λιτό μια γραμμή στο ίσιο χάραγμα, εκεί που η θάλασσα στεγνώνει τα χείλια της στον ουρανό, και πάνω στην υγρασία της, λευκός καπνός έφτιαξε τα δακτυλίδια του με την παρουσία του χρώματος να κλειδώνει στα βλέμματα τη γεωμετρία του απέραντου. Στις πλαγιές θυμάρια, φασκομηλιές και ρίγανες, μυρουδιές ευλογημένες κατρακυλούν μες στα σπαρτά σαν σκέψεις ανεκπλήρωτες, όπως ο άνεμος που σμίλεψε στις πέτρες τα σχήματα των άγονων περιπλανήσεων του.
Τότε που μικρά παιδιά με βλέμματα καθάρια και μουντζουρωμένα γόνατα, με σφεντόνες και λερωμένα δάκρυα, όταν ο ήλιος στέγνωνε την αλμύρα. Τρεχαλητά και φωνές. Κυνηγητά και παιχνίδια, ομορφιές και συντροφικότητα. Μυθολογία των αναμνήσεων, γίγαντες και τιτάνες. Ένα καΐκι ξεπρόβαλλε από τον μικρό τον κόλπο κι άφησε πίσω του λευκό αυλάκωμα.
Όλα τα χρώματα είναι ζεστά. Δένονται με τους απανωτούς ήχους των ανέμων στους βράχους, με στιγμιαία τη σιωπή τους, με τις μυρωδιές και με τους ήχους της καρδιάς τους.
Ο θόρυβος κόπασε, και ξαφνικά ο ήλιος σαν άγουρο πορτοκάλι, βουτάει στου Κούνου την πλάτη και μαζί του χάνονται και τα χρώματα, πέφτει το σούρουπο με ασημένιες σκιές και τα παιδιά πασχίζουν να μαντέψουν από πού θα ξεπροβάλει η σελήνη.
Ανέμελη ζωή, με δίχως πάθη, δίχως οράματα, και μόνο κάποια στιγμιότυπα, περιοδικά απεικονίσματα πρωτόλειας παρορμήσεως να δείχνουν τα ψευδολογήματα της νιότης.
Σπουδές, οικογένεια, παιδιά, επιτυχία.
Ζωή, θάνατος, έρωτας, βιοπάλη, όλα μαζί δένονται στη ψυχή τους και γίνονται ποίημα.
Έφερε στο νου το πρωινό στις αρχές του φθινοπώρου με τις πρώτες ελαφρές ψυχρές πνοές του άνεμου, τότε που με τη λαχτάρα στα μάτια και ένα κόμπο στην ψυχή είχε ανέβει με τα πόδια τον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε στο Τρίτο δημοτικό σχολείο της Λαμίας. Πρόκειται για την πρώτη του σχολική χρονιά στο μεγάλο σχολικό συγκρότημα της πόλις, έχοντας μόλις πρόσφατα μετακομίσει από το μικρό χωριό του Λακωνικού Πάρνωνα. Ένα άγνωστο μαθητούδι της τρίτης τάξης ανάμεσα στο μεγάλο πλήθος των μικρών μαθητών του σχολείου και αυτό του προκαλούσε μια διάθεση προβληματισμού και αμηχανίας.
Η διαδρομή αυτή ταυτόχρονα του ξυπνούσε σκέψεις που τον ταξίδευαν στα περασμένα.
............
Δύο χρόνια νωρίτερα χιλιόμετρα μακριά.
Πόσο όμορφη και διαφορετική ήταν η έξαψη που είχε νοιώσει στην πρώτη του επαφή με το σχολείο του μικρού χωριού, κτισμένο με γκρίζα πέτρα πάνω στο δυτικό λόφο.
Στου χωριού τους μικρούς λιθόκτιστους δρόμους, με τις περιποιημένες μικρές αυλές και στις κακοτράχαλες πλαγιές, η φύση το φθινόπωρο μαστορεύει συναρπαστικά τη συνέχεια στο χρόνο, φυτεύοντας αγριολούλουδα, βατομουριές, μολόχες, τσουκνίδες και η δροσερή αύρα του μαΐστρου ελαφριά και υγρή ξεχύνεται πίσω απ’ τις πλαγιές και σέρνεται ανάμεσα στα χαλκοπράσινα φρέσκα φύλλα.
Η μητέρα του τον είχε ανεβάσει πάνω στο μαύρο λυγερό αραβικό φαρί τους με τα λευκά σημάδια στα πόδια και το λευκό αστέρι στο κεφάλι. Με τη γεμάτη χάρη, κυματιστή αρμονική και απαλή κίνηση του ξεκίνησαν από τον οικισμό διασχίζοντας το μεγάλο ρέμα για το σχολείο του χωριού. Ήταν μερικά χιλιόμετρα διαδρομή.
Πάνε πολλά χρόνια από τότε, αυτό το γεγονός, κομμάτι της ιστορίας της ζωής του, παραμένει ολοζώντανο στο μυαλό του χαραγμένο με ανεξίτηλα χρώματα.
«Τα αραβικά άλογα έχουν απίστευτη ομορφιά, θεωρείται δε ότι αποτελούν την καθαρότερη και αρχαιότερη φυλή, είναι πολύ έξυπνα με αντίληψη , ευαίσθητα, ευγενικά και στοργικά με τους ανθρώπους και τα άλλα ζώα , ικανά να σκέφτονται λύσεις σε καταστάσεις. Τα Αραβικά είναι καλά άλογα για οικογένεια χάρη στην στοργική τους φύση. Όσοι τα θεωρούν δύσκολα είναι επειδή προσπάθησαν να τα αναγκάσουν να κάνουν κάτι παρά την θέληση τους. Είναι εξαιρετικά θαρραλέα και κάνουν τα πάντα για κάποιον που εμπιστεύονται. Επίσης είναι εξαίρετο για κάθε είδους ιππασίας .
Η Ιστορία των Βεδουίνων λέει ότι ο Αλλάχ δημιούργησε το αραβικό άλογο από τους τέσσερις ανέμους.»

..............
Έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του στο δρόμο και μετά από μια στιγμή δισταγμού και νευρικότητας, καρτερικά ανέβηκε τα σκαλιά της εισόδου διέσχισε τη μεγάλη σιδερένια αυλόπορτα κ’ εισήρθε στο προαύλιο που οδηγούσε στην εσωτερική αυλή του τεράστιου κτηρίου. Χαμένος μέσα στο πλήθος κοίταξε γύρω του κ’ αναγνωρίζοντας δυο τρία παιδιά από τη νέα του γειτονιά γουργούρισε με ικανοποίηση, ήταν αυτό που χρειαζόταν η διάθεση του να επηρεαστεί ευχάριστα και να σβήσει κάθε δυσφορία του. Όλα γύρω του έδειχναν ιδιαίτερα θορυβώδη, χαρούμενα, τα παιδιά γελούσαν και τριγύριζαν από συντροφιά σε συντροφιά. Κατάλαβε ότι κι’ αυτός πια θ’ αποτελούσε τμήμα αυτής της μεγάλης συντροφιάς. Χρειάστηκε κάποιος χρόνος να αφομοιωθεί με τους συμμαθητές του, λόγο της ιδιόμορφης λακωνικής προφοράς του, άλλα πολύ γρήγορα δημιούργησε φίλιες και ποτέ του δεν ένοιωσε ξένος από τους συμμαθητές του με τους οποίους  ζούσε τις ίδιες αγωνίες  και τις ίδιες φιλοδοξίες μαζί τους για την επιτυχία.
Δεν ήταν βέβαια καμία μαθητική μεγαλοφυΐα αλλά με την εντονη περιέργεια και διάθεση για μάθηση υπήρξε καλός μαθητής, χωρίς να είναι ιδιαίτερα επιμελής και συνεπής στις σχολικές του υποχρεώσεις, δεν δημιουργούσε προβλήματα στο σχολείο, στους δασκάλους και στους συμμαθητές του και, γενικά, έπαιρνε καλούς βαθμούς. Τα κατάφερνε στο σχολείο και στα μαθήματα, αλλά όχι σε βάρος της προσωπικής ευχαρίστησης, είχε ισορροπία ανάμεσα στις σχολικές επιδόσεις και στο παιχνίδι, στην παρέα με συνομηλίκους, στην τεμπελιά και στο χασομέρι της παιδικής ηλικίας.
Την πρώτη του χρονιά στο νέο του σχολείο δυο συμμαθήτριες και ένας συμμαθητής του ξεχώριζαν τόσο για το ήθος τους όσο και για την άρτια εκπαίδευσή τους.
Ποτέ του δεν ένοιωσε την ανάγκη να δοκιμάσει τις δυνατότητές του, να τους συναγωνιστεί στις διακρίσεις.
Τώρα, γυρεύει να τους φέρει ολόβολα μπροστά του, να θυμηθεί τα πρόσωπα τους, τα σουσούμια τους. Μα δε του έρχονται στο νου παρά θολές οι εικόνες τους, χαμένες.
Η Στέλλα.
Η φήμη της μεσουρανούσε στην μαθητική τη τάξη. Μάζευε τον κόσμο γύρω της όπως το φως τις πεταλούδες, το έβρισκε απίθανο να είναι μόνη της, διότι σύμφωνα με το παλιό απόφθεγμα, οι ωραίες δεν μένουν ποτέ μόνες.
Άσπρη και καστανόξανθη, εκείνο που τη ξεχώριζε περσότερο ήταν τα μεγάλα φωτεινά της μάτια που βαστούσαν ένα ξάστερο ψιχάλισμα μέσα στην παιδιάστικη παρουσία, με αστραφτερές αναλαμπές που χαιρόσουν να τα βλέπεις.
Δεκαετίες αργότερα την είδε σε εξώφυλλα περιοδικών,  ν’ αναφέρονται στην αξιόλογη καλλιτεχνική της δραστηριότητα.
Επιτυχημένη μουσικός, η Στέλλα ήταν όμορφη σαν πάντα.
Η Μαρία.
Το πλέον χαρισματικό άτομο της νεανικής τάξης, διέθετε το ευλογημένο προνόμιο του προικισμένου ατόμου, το φυσικό ταλέντο στο γράψιμο και πολύ της άρεσε να διαβάζει, ξεχώριζε για τους ευγενικούς της τρόπους και την καλοσύνη της.
Ίσιωνε με τις παλάμες τα σγουρά μαλλιά της, με τη φανταχτερή τους λάμψη, το ίσιασμα αυτό το συνήθιζε συχνά ακόμη και μέσα στο ξάναμμα του παιχνιδιού στεκόταν άξαφνα κι  έσιαζε τα μαλλιά της, την έβλεπες που μας κοίταζε με την αστραφτερή μελαχρινή ματιά της και μ' ένα γέλιο  γλυκό ευαίσθητο, που έδειχνε τα αστραφτερά της δόντια.
Ο Δημήτρης.
Ευαίσθητη, εξευγενισμένη, χαρούμενη ψυχή,  έσφυζε από ζωή.
Αν και από μεγαλοαστική οικογένεια είχε αμοιβαία φιλική σχέση μ’ όλους στην τάξη και έχαιρε εκτίμησης στις καθημερινές συντροφιές.
Στο γαλήνιο πρόσωπο του τα φωτεινά μελιά μάτια γίνονταν πελώρια κι η λάμψη τους σκιαζόταν από την αγωνία, όπως ο ήλιος από τα σύννεφα όταν κάτι του πήγαινε στραβά, γέμιζαν καταχνιά, ένιωθε παγιδευμένος.
Πέρασαν έτσι τρία χρόνια κόντευε τα δώδεκα, τελευταία χρονιά στο δημοτικό σχολείο.
'Έξω οι δρόμοι λουζόταν στον ανοιξιάτικο ήλιο, μετά το σχολείο σεργιάνισε στις αλάνες της γειτονιάς με το παραπάνω, αυτό του στοίχισε άφθονους μώλωπες, και ένα εγκάρσιο σκίσιμο σαν από ξυράφι στην κνήμη βαθύ μέχρι το κόκκαλο και κάτι αφόρητους πόνους.
Στο τέλος της αλάνας δυο ατροφικά δέντρα, έριχναν παραπετάσματα απο μικρές σκιές και έτρεξε βιαστικά κοντά τους τον πόνο του να γιάνει. Καθισμένος στον ίσκιο τα ξαφνιασμένα μάτια του είδαν νεαρό άνδρα να ξεπροβάλει από τον κήπο παρακείμενης οικίας με ναυτική στολή στα λευκά ντυμένο. Τον παρακολουθούσε αθέατος, πίσω από τη σκιά των δέντρων στον απογευματινό Ήλιο και στη δύναμη της εικόνας ένιωσε κάτι πολύ περίεργο, μυστήριο λαμπερό τον συνεπήρε, "τρελλό όνειρο", που έβγαινε απο την ψυχή του, μπορούσε να το δει καθαρά με τη φαντασία του, να ταξίδεύει στα πέρατα του κόσμου. Ενοιωσε ζωντανά τη περιπλάνηση στην καταχνιά της σκέψις του, λες και δεν πατούσε στη γη, λες και έπλεε με καράβι στα γαλανά νερά της απέραντης θάλασσας, έγινε για λίγο ναυτικός. Αγαπούσε ιδιαίτερα τη θάλασσα και κάθε φορά που κατηφόριζε στις ακτές της Αγίας Μαρίνας το γλεντούσε η ψυχή μου. Όταν έφτανε κοντά της άπλωνε παγανιά το βλέμμα να κυνηγήσει τις ομορφιές της όλες, και τη φαντασία του αχαλίνωτη να οργιάσει.
Κι’ εκείνη τον δέχτηκε στην αγκαλιά της.
Η γη δεν είναι μόνο η στεριά, είναι και η θάλασσα. Είναι απ' αυτούς που διάλεξαν τη θάλασσα. Αιώνιο στοιχείο η θάλασσα. Όμως, πάντα νέο γεμάτο μυστήριο, τόσο στα απάτητα βάθη της, όσο και στην αφρισμένη στιλπνή επιφάνειά της. Μυστήριο γεμάτη μεγαλοσύνη κι άγρια ομορφιά.
Εδώ το μακρινό ταξίδι τέλειωσε, η συνέχεια θα δώσει πλέον τη θέση της στην περιπέτεια και τη μακριά πορεία από την αθωότητα στην εμπειρία.
Τα όνειρα είναι η κοινή μοίρα των παιδικών χρόνων, στο γλυκό, αθώο ξεκίνημα.
Σπουδές, οικογένεια, παιδιά, επιτυχία.
Ζωή, έρωτας, βιοπάλη, θάνατος, όλα μαζί δένονται στη ψυχή τους και γίνονται ποίημα.
Η περιπέτεια και η μακριά πορεία τελειώνει σ' εκείνο το μέρος όπου πηγαίνει η φλόγα όταν σβήνει.
 
Web Informer Button