Ads 468x68px

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Σήμερα ζούμε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού

"Να ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα, και τίμια, όπως σε δίδαξα. Να θυμάσαι ότι έρχουνται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Και είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού."
-Λιαντίνης προς τη κόρη του Διοτίμα-
.................
Σήμερα το 2012 που οι ημέρες της δανειακής ευημερίας πέρασαν ανεπιστρεπτί με τα σκληρά οικονομικά μέτρα, νοιώθει πως τον έχουν βιάσει ψυχικά. Και βλέποντας πως οι θύτες αυτής της πράξης όχι μόνο κυκλοφορούν αθώοι ανάμεσα μας, αλλά να αποκαλούνται κήρυκες της εξυγίανσης του τόπου, ε αυτό πια αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. Αφού κατ’ αρχάς εγκλημάτησαν ενάντια στη μεσαία τάξη, στη συνέχεια ασέλγησαν στο σύνολο του ελληνικού λαού.
Ήταν όλο και πιο βέβαιος πως όλοι όσοι κυβέρνησαν αυτό τον τόπο δημιούργησαν γενιές χαμένες, έδωσαν ότι είχαν να δώσουν, το οποίο ήταν τίποτα.
Ανεπαρκείς κυβερνώντες δίνουν μια μάχη χαμένη εκ των προτέρων και δια παντός.
Αυτός ο λαός αναζητά τη μόνη εναλλακτική για να ξαναβρεί κάπως την ταυτότητά του και την περηφάνια του. Η δικαιοσύνη πάντα επίκαιρη αποτελεί ηθικό αίτημα και λαϊκή επιταγή.
Είναι φανερό ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο μέσα μας και γύρω μας ολοκληρωτικά. Μπορούμε όμως και είναι χρέος μας να βοηθήσουμε αυτές οι ακραίες καταστάσεις να λιγοστέψουν, να στρογγυλέψουν με κάθε τρόπο.
Κι’ αυτό μπορεί να γίνει μειώνοντας τις απαιτήσεις μας από και προς τους άλλους.
Η απαίτηση είναι το δεκανίκι που ζητάμε να γίνει ο άλλος στην αναπηρία μας.
Για να παραμένουμε για πάντα ανάπηροι.
...............
"Το επόμενο διάστημα θα είναι πολύ άγριο.
Όταν ανακοινωθούν τα μέτρα..που έγιναν χιλιόμετρα....
Η κόλαση του Κόσμου μας θα είναι χειρότερη από την Κόλαση του Δάντη, γιατί του Δάντη είναι φανταστική, ενώ η δική μας είναι πραγματική. Ο λαός νοιώθει μουδιασμένος, απογοητευμένος, ανασφαλής και τηρεί στάση αναμονής. Ο τρόμος δεν είναι παρά η απώλεια κάθε ελπίδας για την εξεύρεση μιας λύσης στο πρόβλημα της κοινωνικής συνύπαρξης των ανθρώπων, στο αφόρητο πρόβλημα του εδώ και μαζί. Οι σκέψεις μας, οι ελπίδες μας, οι επιθυμίες μας είναι δική μας υπόθεση τελικά. Αν καταφέρουμε να μην τρομοκρατηθούμε, ίσως έχουμε κάποιες ελπίδες να ζήσουμε την ζωή μας -όσο μας αφήσουν- σαν δική μας ζωή."
......................
"Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις."
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ “Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ” ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ (ΧΙV)

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Εικόνες και δρόμοι στη ζωή των ναυτικών

Του Αριστείδη Χρ. Πετρόπουλου, τον «Σκαρμιτσιώτη»
τον παραμυθά της θάλασσας. Που μας μπερδεύει ποιά αλήθεια και γεγονότα ... ποιά φαντασία στα γραφτά του.
http://www.hellenicnavy.gr/hosted/EUE/arthra/feb07/14.pdf

Η ιστορία είναι γνωστή, επαναλαμβάνεται χιλιάδες χρόνια. Οι άνθρωποι ταξιδεύουν, έρχονται και φεύγουν, ανώνυμοι, φιγούρες ταπεινές σ' ένα ταξίδι μέσα στο χώρο, μέσα στο χρόνο, μέσα στη δίνη των καιρών και των περιπλανήσεων της ταξιδιάρικης ζωής.
Η πορεία είναι γνωστή, είναι μια γραμμή στο χάρτη, λίγο τονισμένη γραμμή με μολύβι, περνάει από πλεύσιμα μέρη, βαθιές θάλασσες, σύντομους δρόμους, γαλάζιους βουβούς ωκεανούς και καταλήγει στο λιμάνι του προορισμού. Είναι η συντομότερη γραμμή, ο συντομότερος δρόμος απ' το ένα μέρος στο άλλο.
Ένας μεγάλος γαλάζιος δρόμος που ανάλογα γίνεται μουντός, συννεφιασμένος, ψυχρός, αγριεμένος. Δρόμος των περιπλανήσεων, των στεναγμών, της λησμονιάς και της πίκρας.
Για αυτούς τους δρόμους αναφέρομαι, για αυτές τις ρότες που είναι χαραγμένες μέσα μου πρώτα και ύστερα στο χάρτη. Και ύστερα σημάδι μακρύ, απόνερα καραβιού, νοητό πέρασμα στις θάλασσες του κόσμου. Είμαι μικρός μέσα σ' αυτή την απεραντοσύνη. Ένα ελάχιστο είμαι μπροστά σ' αυτή την ανεξέλεγκτη δύναμη, τη σιωπηλή μυστηριώδη, άφθαρτη δημιουργία, την υγρή και αέρια και αστρική φορά του Σύμπαντος που έρχεται από κάποιο χρονικό βάθος και με παρασέρνει μαζί. Μόνο που εγώ θα γίνω ένας σταθμός. Όταν σταματήσω να υπάρχω μέσα σ' αυτό που με περιβάλλει και θα συνεχίσει να υπάρχει αφήνοντας πίσω του μικρά σημάδια.
Νοέμβριος πριν τριάντα χρόνια. Ο μαστρο-Νίκος ναυτολογημένος Γ' Μηχανικός στο Μ/V Πήγασος, τζενεραλάδικο βαπόρι σύγχρονο και καλοτάξιδο, κατέπλευσε κοντά στο σούρουπο, κάνοντας τους διάφορους ελιγμούς για να γίνει η παραβολή του στο ντόκο της φορτοεκφόρτωσης του Νο2. Ζωγραφισμένη η χαρά στον καθένα από το πλήρωμα, που τελείωσε ακόμα ένα ταξίδι από τα σταυροδρόμια της θάλασσας.
Ξεχάστηκαν όλα εκείνα που πέρασαν στο πέλαγος, πατώντας στεριά στο πρώτο δρασκέλισμα του μουράγιου του μεγάλου πολυσύχναστου λιμανιού της Ευρώπης, του Αμβούργου.
Κι ύστερα, άρχισε όλο εκείνο το αλισβερίσι που χαίρεται κάθε ναυτικός στο σμίξιμο των χνώτων του με τους στεριανούς όποιοι και να 'ναι αυτοί.
Μετά το πρατιγάρισμα από τις αρχές του τόπου, ακολουθεί η έξοδος του πληρώματος στην πόλη. Βαρυφορτωμένος με σύννεφα ο ουρανός, δεν σου επιτρέπει να ξεχωρίσεις το ξημέρωμα απ' το σούρουπο, τα μεσάνυχτα απ' το μεσημέρι και τις περισσότερες ώρες υπάρχει ολόγυρά σου τόση απόγνωση που σε κάνει μόλις πατήσεις στη στεριά να κάνεις πράγματα, που αργότερα δεν μπορείς να τα δικαιολογήσεις, και το μόνο που νιώθεις μέσα σου είναι πικρό αίσθημα της ντροπής.
Έτσι και ο μάστρο - Νίκος βρέθηκε στο λιμάνι, τριγύρισε στα αξιοθέατα της πόλης και κατέληξε στο καφέ - ζαχαροπλαστείο γεμάτο νεαρές «φροϋλάϊντ». Τα κορίτσια καθόταν στα τραπεζάκια, σιγορουφώντας κάποιο ποτό και προσποιούνταν δήθεν με διάφορες κινήσεις να τραβήξουν την προσοχή τους. Όλες μιλάνε εγγλέζικα, ακόμη κι αμερικάνικους ιδιωματισμούς.
Μάθανε να συνεννοούνται γιατί αλλοιώτικα τις εκμεταλλεύονται οι φίλες τους!
Ευχαριστημένος ο μαστρο - Νίκος για την επιλογή του, που διάλεξε μια ξανθιά κούκλα, του ζήτησε φτηνό ποτό, ένα μπουκάλι κρασί δέκα μάρκα. Τάχα σε ο Νίκος! Πρώτη φορά μια καλεσμένη που τη φρόντιζε την τσέπη του! Ήταν κάτι που δεν το 'χε συναντήσει σ' άλλα τέτοια στέκια, μ' άλλες τέτοιες νυχτερινές πεταλούδες!
Η ορχήστρα με χορευτικούς ρυθμούς συνέχιζε στον ρυθμό της «σάμπας και της ρούμπας», κι αφού χόρεψαν και διασκέδασαν, στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα κοιταχτήκανε σιωπηλοί. Οι ματιές ήταν γεμάτες συμφέρον. Οι αριθμοί ήταν οι μόνοι που ήρθαν για να δέσουν οι δυο τους. Το νούμερο που ξεγλίστρησε από τα χείλη της βρήκε τη συμφωνία του.
Πιασμένοι χέρι-χέρι βγήκαν στο φαρδύ σταυροδρόμι, κάτω από μια λάμπα που ξεψυχά γράφοντας τους ξεθυμασμένους της κύκλους, σταμάτησαν μπροστά σ' ένα παραλιακό παλιό ξενοδοχείο. Την λέγανε Ίντριχ.
Ανέβηκαν τις ξύλινες σκάλες, αγκαλιασμένοι στα μισοσκότεινα, στο άνοιγα της πόρτας του δωματίου, στεκόντουσαν σιωπηλοί. Ήταν δυο άνθρωποι, που πριν λίγες ώρες αγνοούσαν τις υπάρξεις τους. Η Ίντριχ παρόλη την κούραση, του δόθηκε αληθινά κι αυτός δεν τη χόρταινε, μέχρι που κοιμήθηκαν αποκαμωμένοι.
Αναστέναξε όπως ήταν αγκαλιασμένοι. «Τι συμβαίνει, τι έπαθες;» τον ρωτά ανήσυχη όμως ξέρει τι συμβαίνει. Μετάνιωσε για την απόφαση που πήρε χτες το βράδυ μέσα στην αντάρα του έρωτα, που της εξομολογήθηκε ότι δεν θα συνεχίσει το ταξίδι και ότι θα μείνει στη στεριά. Αυτή το ήξερε ότι θα μετάνιωνε μόλις έλθει το φως της ημέρας. Γνώριζε καλά την ψυχολογία του ναυτικού. Η θάλασσα είναι η βαθειά πίστη και ιδιαίτερα του Έλληνα. Τη θεωρεί αναπόσπαστο μόριο της ζωής του.
Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να τον αποτρέψει απ' αυτό που είπε. Δεν μίλησε. Τον ήθελε κοντά της. Ήξερε ότι αν την ώρα που της έλεγε «θα μείνω» το καράβι σήκωνε άγκυρα, θα ήταν αργά για να μετανιώσει κι έτσι το καράβι θα έφευγε κι αυτός θα έμενε.
Ήξερε πως θα πάλευε για να τον κρατήσει μακριά από την θάλασσα, δεν ήξερε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα. Αυτή θα προσπαθούσε. Ανοίγει το παράθυρο να μπει το πρωινό, στέκεται και κοιτάζει τη θάλασσα και το λιμάνι, που άρχισε να δίνει ζωή στην πόλη. Σηκώθηκε και η Ίντριχ μισόγυμνη και πήγε κοντά στο παράθυρο.
Μπροστά στα μάτια του η θάλασσα μανιασμένη, θαλασσοπράσινη, όπου να 'ταν θα ξεχείλιζε για να πνίξει τη γη. Τα κύματα επανωτά κατρακυλούσαν κι αφρίζοντας έσπαγαν πάνω στην προβλήτα, την έγλειφαν. Όσο να πάρουν μια ανάσα και πάλι ορμούσαν να την κατασπαράξουν. Έτσι ένοιωθε την καρδιά του κατασπαραγμένη, όταν συλλογιζόταν πως το μεγάλο καράβι θα μπορούσε να είχε απομακρυνθεί απ' αυτόν παλεύοντας με τα κύματα.
«Μετάνιωσες», ακούει τη φωνή της, γυρνά και της ρίχνει μια ματιά. Εκείνη μαζεύτηκε, είδε την λύπη των ματιών του.
Άρχισε να πηγαινοέρχεται μέσα στο δωμάτιο σαν ανήμερο θεριό, έγινε όλο και πιο μικρή, πιο αθόρυβη, τι θα μπορούσε να κάνει για να τον συνεφέρει;
Με τον καιρό θα συνηθίσει, σκέφτηκε. Σ' αυτόν, άλλες σκέψεις φωλιάζουν. Πώς να φύγει. Η στεριά γι' αυτόν ήταν λίγες μέρες στο λιμάνι και κανένα καλοκαίρι στην πατρίδα, πάντα κοντά στην θάλασσα και με έτοιμη την ημερομηνία για το επόμενο μπάρκο. Αυτός είναι ένας αληθινός εραστής της θάλασσας, ένας ταξιδευτής της. Πώς το 'κανε αυτό και δεν ειδοποίησε κανέναν στο βαπόρι;
Έφερε στο νου του το πρώτο του μπάρκο, νεαρός μόλις άφησε τα θρανία της Σχολής Μηχανικών του «ΠΡΟΜΗΘΕΑ», τότε με τη λαχτάρα στα μάτια και στην ψυχή είχε κατέβει στον Πειραιά όπου θα ερχόταν το βαπόρι να ναυτολογούνταν. Το είχε δει να φτάνει λουσμένο στα χρυσάφια της αυγής και τον πήρε σαν ναυτικό ρομαντικό, που ονειρεύεται τον παράδεισο της ευτυχίας. Γεμάτος χαρά ανέβηκε την σκάλα του βαποριού, τα μικρά κύματα και ο θαλασσινός αέρας γεμάτος δαντέλες αφρών και γλαροπούλια εισχώρησαν ως μέσα στην ψυχή του και την ξέπλεναν. Τώρα αυτή η ψυχή είναι γεμάτη καταχνιά και νοιώθει παγιδευμένος.
Η Ίντριχ μέσα στο δωμάτιο κυκλοφορεί όσο μπορεί πιο αθόρυβα, τόσο όσο να μην τον ενοχλεί, αλλά και τόσο που να μην την ξεχνά πως είναι εκεί.
Αυτός δεν τα καταλάβαινε αυτά τα θηλυκά τερτίπια και δεν δίνει σημασία. Αν τον ρωτούσες για τα νάζια και τα τερτίπια της άλλης αγάπης του, της θάλασσας, θα σου έλεγε ένα - ένα στάζοντας μέλι η γλώσσα του. Αυτός ο δρόμος ο θαλασσινός, ο μακρύς και γαλανός, ο νοητός σε σχέση με το σημάδι που χάνεται και υπάρχει μόνο σε κάποιο ημερολόγιο πλοίου, αυτός ο δρόμος είναι το καμίνι χιλιάδων και χιλιάδων ταξιδευτών, χιλιάδων περιπλανήσεων, πλοίων που πέρασαν και χάθηκαν, ανθρώπων αγνώστων, χωρίς ελπίδα, χωρίς οικογένεια, με ή χωρίς πίστη, με ή χωρίς προσμονή, με ή χωρίς πατρίδα, με ή χωρίς κάποιον να τους περιμένει• και έγινε και γίνεται ο δρόμος αυτός η φωτιά μιας κόλασης που μέσα της σιγοβράζουμε εμείς όλοι που τον περπατάμε.
Δεν ξέρει πόσες ώρες στέκεται εκεί στο παράθυρο. Σκέφτεται όλα αυτά και κοιτάζει έξω, πολλές φορές, μέχρι που νύχτωσε. Όταν ο ουρανός αγκαλιάζει τη γη, γίνεται σκοτάδι. Μια βαριά κούραση τον συνεπαίρνει έτσι όπως είχε σηκωθεί το πρωί, γυρνά και πέφτει στο κρεβάτι. Εκείνη έρχεται και κουρνιάζει δίπλα του, αθόρυβη, χαδιάρα, απλώνει το χέρι της και του χαϊδεύει τα μαλλιά. Στο κεφάλι του πλέκει το σκοτάδι δαχτυλίδια. Κοιτάζουν και οι δυο έξω από το παράθυρο, η σελήνη μια μικρή φετούλα χλωμή κρέμεται από τον ουρανό. Γύρισε και την αγκάλιασε και τότε τους πήρε ο έρωτας στα χέρια του κι έκανε το παιχνίδι του.
Ένας ταραγμένος ύπνος γέμισε τα όνειρά τους, βρίσκεται σ' έναν απέραντο κάμπο, ένας μικρός λόφος ξεχωρίζει στο βάθος, στέκεται αμήχανος και κοιτάζει τριγύρω του, μήπως πάρει το μάτι του κανένα σημάδι που να δείχνει από πού να πάει να βρει τη θάλασσα.
Πρώτη φορά έρχεται εδώ, το βήμα του δεν είναι γραμμένο πουθενά, ο λόφος αντίκρυ δεν το ξέρει. Με αλαφιασμένο βλέμμα - πώς βρέθηκε; Στήνει αυτί και προσπαθεί να αφουγκραστεί την θάλασσα, μια ανάγκη που φτάνει στα όρια της λαχτάρας. Μέσα στο νου του, ακούει την αδιάκοπη κίνησή της που περισσότερο από οποιοδήποτε άλλον ήχο της φύσης αγγίζει το μυαλό του και την καρδιά του, μιλώντας του για την αμείλικτη ροή του χρόνου, για τους αιώνες και τις ανθρώπινες ζωές που πέρασαν και χάθηκαν, άγνωστες, ξένες, την ακούει να του ψιθυρίζει συνωμοτικά για τους εφήμερους πόθους της και τις ακόμη πιο εφήμερες χάρες της.
Λουσμένος στον ιδρώτα, βγαίνει βίαια από τον ύπνο.
Από το παράθυρο που έμεινε ανοιχτό όλη την νύχτα, βλέπει πέρα στο άπιαστο του ορίζοντα τις πρώτες αχτίδες του ήλιου να τον καλημερίζουν.
Κοιτάζει δίπλα του στο κομοδίνο, σε δυο ώρες το βαπόρι φεύγει, σηκώνεται με βιάση, ντύνεται, ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπο του, βγάζει από την τσέπη του κάποια χρήματα και τα αφήνει στο κομοδίνο της γυναίκας.
Εκείνη ανοίγει τα μάτια της, τον κοιτά νυσταγμένα και αδιάφορα, μουρμουρίζει ένα «καλό ταξίδι» και αλλάζει πλευρό.
Εκείνος φεύγει βιαστικός, φτάνοντας στο λιμάνι ακούει την σειρήνα του «Μ/V Πήγασος» με το σήμα αναχώρησης. Ίσα που πρόλαβε ν' ανέβει στο βαπόρι και οι ναύτες αναφώναξαν: ο μαστρονίκος έρχεται, περιμένετε. Σηκώνουν τη σκάλα και τη δένουν γερά πάνω στα πλευρά του βαποριού, η σειρήνα εξακολουθεί να φωνάζει την αμετάκλητη απόφαση της αναχώρησης. Το βαπόρι αργά απομακρύνεται από το λιμάνι. Εκείνος στέκεται λίγο πάνω στην κουπαστή, ο ήλιος έχει προχωρήσει, το ρόδινο χρώμα της έδωσε το χρυσαφί του πρωινού. Παίρνει βαθιές ανάσες να συνέλθει από το όνειρο εφιάλτη που έζησε, το όνειρο μιας άλλης ζωής.
Ευτυχώς που ήταν όνειρο. Γύρισε και πήγε στην καμπίνα του να αλλάξει για τη βάρδια. «Για σκέψου να ήταν αληθινό το όνειρο» χαμογέλασε. Όχι δεν ήταν δικό του το όνειρο. Μέσα στα κομμάτια του ύπνου του θα είχε μπει στο όνειρο κάποιου άλλου. Τα δικά του όνειρα ήταν ελεύθερα και ταξίδευαν πάνω στα κύματα. Η σειρήνα του «Πήγασος» είχε μόλις δώσει το τελευταίο σήμα της αναχώρησης.
Πιο γλυκό ήχο στη ζωή του δεν είχε ξανακούσει. Θυμήθηκε την ιστορία του μυθικού Οδυσσέα με τις σειρήνες. Πώς του ήρθε στο μυαλό; Σκέφτηκε ότι τα πράγματα στη ζωή μας, αυτά που μοιάζουν με το θαύμα και το μυστήριο, δεν εξηγούνται, δεν πιάνει πάνω τους η λογική. Η βάρδιά του στο μηχανοστάσιο πέρασε γρήγορα, δεν έμοιαζε με τις άλλες. Δούλευε με κέφι χαρούμενος σ' όλη τη διάρκεια της τετραωρίας, ένοιωθε το ελαφρύ σκαμπανέβασμα του βαποριού και αισθανόταν μια απέραντη ευτυχία. Πού και πού σκεφτόταν το όνειρο που είδε στην αγκαλιά εκείνης της γυναίκας.
Προσπαθεί να θυμηθεί το πρόσωπο της, δυο μέρες μαζί της κι ούτε θυμάται πώς ήταν. Κουρασμένος, πέφτει για ύπνο και τότε έρχεται το δικό του όνειρο, γλυκό και ήρεμο, σαν από ατόφια λουρίδα παραδείσου που σώθηκε μέσα στο χρόνο των θνητών και η καρδιά του φτιάχνει τότε το δικό της παραμύθι.
Μερόνυχτα το βαπόρι ταξιδεύει στη ρότα του. Κι εκείνος προσπαθεί να συνέλθει από το όνειρο εκείνης της νύχτας που είχε λέει πάρει την απόφαση να μείνει στη στεριά. Για πολύ καιρό δεν έλεγε να φύγει από την σκέψη του το όνειρο, όλο συλλογισμένος ήταν. Αλήθεια, σκεφτόταν, ο Θεός δημιούργησε τη γη για να χαίρεται πάνω της ο άνθρωπος, να αγαπά, να κάνει ζαβολιές κι όχι να τυραννιέται.
Η γη δεν είναι μόνο η στεριά, είναι και η θάλασσα. Λοιπόν είναι απ' αυτούς που διάλεξαν τη θάλασσα. Η ζωή του στην ιστορία θα ήταν μέρες αδέσποτες.
Αιώνιο στοιχείο η θάλασσα. Όμως, πάντα νέο γεμάτο μυστήριο, τόσο στα απάτητα βάθη της, όσο και στην αφρισμένη γυάλινη επιφάνειά της. Μυστήριο που το επιτείνει η θηλυκιά  οντότητά της. Γεμάτο μεγαλοσύνη κι άγρια ομορφιά.
Οι ημέρες πέρασαν ταξιδεύοντας. Σε λίγο θα ακουστούν οι σειρήνες του «Πήγασος». Θα αρχίσει η προετοιμασία κατάπλου του βαποριού. Αύριο το πρωί θα μπουν στο λιμάνι.
Δίπλα του κάθεται ένας από το πλήρωμα και καπνίζει αμίλητος. Και οι δύο κοιτάζουν το δειλινό, που μπογιατίζει με τα χρώματα της ίριδας τα σπίτια που ξεχωρίζουν μακριά, τον ορίζοντα, τη θάλασσα.
Όλα τα χρώματα είναι ζεστά. Δένονται με τους απανωτούς ήχους των κυμάτων, με τη σιωπή τους, με τις μυρωδιές και με τους ήχους της καρδιάς τους.
Και ξαφνικά, ο ήλιος σαν άγουρο πορτοκάλι, βουτάει μέσα στη θάλασσα και μαζί χάνονται και τα χρώματα, πέφτει το σούρουπο με ασημένιες σκιές κι αυτοί πασχίζουν να μαντέψουν από πού θα ξεπροβάλει η σελήνη. «Τι λες να βγούμε παρέα αύριο», ακούει τον συνάδελφο να τον ρωτά. Όχι φίλε μου, δεν έχω σκοπό να βγω σ' αυτό το λιμάνι. Μια άλλη φορά ίσως. Στο νου του έχει το όνειρο - εφιάλτη, φοβάται να μην το ξαναζήσει. Ο άλλος απομακρύνεται. Μένει μόνος, σηκώνει τα μάτια του προς τον ουρανό.
Το σούρουπο έδωσε τη σκυτάλη στη νύχτα που μοσχοβολά την υγρή οσμή της θάλασσας και το φεγγάρι ένας χρυσαφένιος δίσκος, αναδύεται μέσα από τη γαληνεμένη θάλασσα έτοιμο να αρχίσει το ταξίδι του στον ουρανό, φτάνοντας πέρα μακριά στον ορίζοντα, στους μακρινούς ωκεανούς, στις μακρινές θάλασσες, κι αυτός συλλογιέται ακουμπισμένος στην κουπαστή, την αναχώρηση, να φέρνει στα μάτια του το βαπόρι, να απομακρύνεται μέσα στα κύματα και νοερά, στ' αυτιά του, να ακούει τον ήχο της σειρήνας του «Πήγασος».
Αληθινές ιστορίες σαν τις παραπάνω υπάρχουν πολλές. Ταξίδευα χρόνια με τα βαπόρια μέσα σ' ένα σύννεφο από εδώ κι απ' εκεί χαράσσοντας γραμμές σ' ένα κόσμο, που μου ήταν πλέον γνωστός. Το σπίτι μου ήταν η θάλασσα. Αυτή η κοφτή γραμμή που ενώνει και χωρίζει τη θάλασσα με τον ουρανό, μια μοναχική καμπίνα και η θέα του απέραντου γαλάζιου. Το σπίτι μου, κάποιο λιμάνι, κάποια χαρά περαστική σε κάποιο κατάπλου, πέρασαν και χάθηκαν και το μόνο που μένει είναι η γνώση της ωριμότητας, η αναμονή του γυρισμού, εκεί που ανήκω.
 Του Αριστείδη Πετρόπουλου


Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Οι μόνοι που δε θα ξανάρθουν είναι οι εννέα που χάθηκαν.

Το καράβι. Το AEGEAN WIND. Ετών 26. Μαύρο... Και σκουριασμένο... Φαγωμένο από την αρμύρα.
Τόσα χρόνια μέσα στο νερό. Τι περιμένεις;
Δεν έφταιξε όμως αυτό. Το καράβι γλίτωσε. Ρυμουλκείται τώρα για Κουρασάο. Ολλανδικές Αντίλες.
Θα μπουν μέσα οι νηογνώμονες, οι αξιωματικοί του λιμενικού, οι αρχιμηχανικοί της εταιρείας.
Θα μπουν συνεργεία και θα αρχίσουν να το σουλουπώνουν από τη φωτιά. Θα του ξαναφτιάξουν τα μαυρισμένα σπλάχνα του ακομοδέσιου.
Τους νεκρούς μόνο δε θα μπορέσει κανείς να ξαναφτιάξει.
Ο καπετάνιος και το πλήρωμα θα τρέχουν και δε θα φτάνουν με τόσους μέσα στα πόδια τους. Και να ανακρίσεις και καταθέσεις και χαρτιά και αναφορές. Άνθρωποι χάθηκαν. Εννέα άνθρωποι.
Θα ακολουθήσει δικαστήριο.
Εννιά ζωές ήταν αυτές.
Δεν καθαρίζεις μόνο με ανάκριση.
Θα καθίσουν στο σκαμνί. Ο καπετάνιος πρώτος. Πάντα ο καπετάνιος έχει την πρώτη ευθύνη.
Και μετά και οι υπόλοιποι. Όσους προβλέπει ο νόμος δηλαδή.

Ξεκινώντας από τον αξιωματικό φυλακής. Που συνήθως και καταλήγει στη φυλακή κάθε φορά που θα συμβεί ατύχημα... Τυχαία νομίζεις τον αποκαλούν αξιωματικό φυλακής;
Οι ασφαλιστικές και η εταιρεία στο μεταξύ θα δίνουν άλλο αγώνα. Ποιος θα πληρώσει τα καμένα. Και ποιος θα αποζημιώσει τους νεκρούς. Αποζημιώνεται ένας νεκρός;
Οι μανάδες θα φορέσουν μαύρα. Εννέα νεκροί. Εννέα μανάδες. Και δε θα τα ξαναβγάλουν. Οι μανάδες άπαξ δια παντός τα φοράνε τα μαύρα. Και μετά τα ντύνονται δεύτερο δέρμα.
Θα μαυροντυθούν και οι σύζυγοι. Λιγότερες από 9. Ήταν και παιδιά ανάμεσα στους νεκρούς. Δεν πρόλαβαν να αφήσουν πίσω τους χήρες. Ίσως κανένα κορίτσι. Κανείς δε θα μάθει για τα κορίτσια αυτά. Ποιος νοιάζεται για ένα ερωτευμένο κορίτσι τέτοιες ώρες;
Θα μείνουν πίσω και τα ορφανά. Θα κλάψουν, θα ξανακλάψουν, θα το πάρουν απόφαση. Δε θα ξαναδούν τον πατέρα. Μονάχα τη μάνα τους, μαύρη σκιά, θα βλέπουν από δω και στο εξής.
Θα έρθουν μετά τα τηλεγραφήματα. Με τη βαθιά οδύνη και άλλα δακρύβρεκτα.
Θα έρθει και το φέρετρο. Σφραγισμένο. Τόσες μέρες νεκρός... τι να ανοίξεις και τι να δεις; Σφραγισμένο θα το κατεβάσουν και στο μνήμα.
Θα έρθουν οι συγγενείς. Θα κλάψουν και θα συλλυπηθούν. Με βαθιά οδύνη.
Οι μόνοι που δε θα ξανάρθουν είναι οι εννέα που χάθηκαν. Τρεις λευκοί. Έξι της κίτρινης φυλής. Όταν ζούσαν... Τώρα είναι όλοι ίδιοι. Ντυμένοι στο χρώμα του θανάτου.
Πώς είναι ένας νεκρός από φωτιά;
Και πώς είναι να πεθαίνεις από φωτιά;
Λένε πως πέθαναν από ασφυξία. Δεν κάηκαν. Πνίγηκαν στους καπνούς. Δεν τόλμησαν να τους διαβούν... Έμειναν εκεί και πέθαναν.
Ενοχλούν οι ερωτήσεις τα ευαίσθητα μάτια μας;
Δεν ενοχλούν οι σκηνές που θα παίζουν και θα ξαναπαίζουν στα μάτια των μανάδων; των πατεράδων; των συζύγων; των παιδιών; των αδερφών; των άγνωστων ερωτευμένων κοριτσιών;
Και των φίλων. Όλοι οι άνθρωποι έχουν φίλους. Έχουν και οι ναυτικοί. Ποιος αποζημιώνει τους φίλους; Και τι θα μπορούσε να τους αποζημιώσει;
Εγώ, και ίσως κι εσύ, δε γνωρίζαμε κανέναν από τους ανθρώπους αυτούς. Τους νεκρούς. Τους συγγενείς τους. Τους φίλους τους.
Έχω όμως φίλους μου στα καράβια. Και φίλες. Έχω και είχα. Και ένα δυο συγγενείς.
Κάποτε είχα και το αγόρι μου. Ήμουν κι εγώ ένα από τα ερωτευμένα κορίτσια.
Κάποτε ήμουν και η ίδια στα καράβια. Και είχα μάνα να με περιμένει. Και πατέρα και αδερφό. Και φίλους.
Δεν ξέρω πόσο βαθιά είναι η οδύνη των άλλων. Των πιο έξω. Ξέρω μονάχα πως όταν χάνεται ένας ναυτικός, τσακίζει η καρδιά όλων των άλλων ναυτικών. Και ένα κομμάτι της πεθαίνει μαζί με εκείνον που έφυγε για πάντα. Κι ας μην τον γνώριζαν. Ας μην είχαν δει ποτέ το πρόσωπό του.
Πόσοι οι πεθαμένοι ναυτικοί; Πόσα τα πεθαμένα κομμάτια της καρδιάς μας;
Και είναι και όλα εκείνα τα πεθαμένα κομμάτια της καρδιάς των μανάδων. Κι ας μην έχασαν το δικό τους παιδί. Κάθε φορά που χάνεται ένας ναυτικός, κλαίνε όλες οι μανούλες που έχουν παιδιά στα καράβια.
Και οι πατεράδες, και οι σύζυγοι, και τα παιδιά, και τα αδέρφια. Και τα άγνωστα ερωτευμένα κορίτσια. Και οι φίλοι. Όλοι καρδιοχτυπούν. Και όλοι ακούνε να χτυπά και η δική τους πόρτα. Ποιος έχει αύριο σειρά; Να ετοιμάζεται...
Λένε για τους ναυτικούς πως δε φοβούνται το θάνατο. Πώς να τον φοβηθούν; Έχουν μάθει να ζούνε μαζί του. Ξέμαθαν να ζουν με τους δικούς τους και ζούνε αγκαλιασμένοι με το χάρο.
Σταματάει ποτέ ο άνθρωπος να φοβάται το χάρο;
Μηδένα προ του τέλους, φώναξε εκείνος ο αρχαίος βασιλιάς. Και ήταν κι αυτός μέσα στις φλόγες.
Ποιος ξέρει, ποιος μπορεί να ξέρει, την αγωνία του θανάτου μέσα στις φλόγες; Ποιος μπορεί να ξέρει την αγωνία που έζησαν αυτοί οι εννιά άνθρωποι που τώρα ταξιδεύουν στα φέρετρα;
Επαναπατρίζονται οι σοροί... Οι σκέψεις τους; Τα όνειρά τους; Η ζωή τους;
Βράδυ Χριστουγέννων ήταν. Η ώρα που σε όλη τη γη οι άνθρωποι γιορτάζουν. Που μαζεύεται η οικογένεια γύρω από το τραπέζι και τσουγκρίζουν τα ποτήρια.
Αυτοί απουσίαζαν. Δεν είδαν τα ποτήρια. Δεν άκουσαν τις ευχές. Στη βάρδια, στο καπνιστήριο, στην καμπίνα, έξω στην πρύμη, εκεί έκαναν Χριστούγεννα.
Πώς κάνουν οι ναυτικοί Χριστούγεννα; Πρόλαβα δυο φορές να τα γιορτάσω τέτοια Χριστούγεννα. Δε χρειάζεται να έρθει η φωτιά. Δε χρειάζεται να έρθει ο Χάρος. Τους κουβαλάει η καρδιά σου.
Καίγεσαι και πεθαίνεις τέτοιες μέρες. Και πιο πολύ τις νύχτες. Όταν μείνεις μόνος. Ποιος ναυτικός έπεσε χαρούμενος να κοιμηθεί τη νύχτα των Χριστουγέννων;
Και είναι ο ύπνος λήθαργος βαρύς. Δίχως όνειρα. Ποτισμένος σε δάκρυα και αλκοόλ. Ποιος ναυτικός δεν πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω τέτοιες νύχτες;
Κάποιος ίσως να ήπιε και παραπάνω από το παραπάνω. Κι άφησε το τσιγάρο αναμμένο. Να καίει όπως έκαιγαν τα ματόκλαδα και η καρδιά του.
Κι έκαψε το τσιγάρο την κάφτρα. Έκαψε το τραπέζι. Άρχισαν οι φλόγες να χορεύουν. Και οι καπνοί άρχισαν να τρέχουν στους αλουέδες. Τρύπωσαν στις καμπίνες. Ανέβηκαν στις κουκέτες. Τύλιξαν το παλικάρι. Και το πήραν για πάντα μαζί τους...
Έμεινε πίσω η Βραζιλία. Είναι ο παράδεισος των ναυτικών η Βραζιλία. Με τις σάμπες και με τις ρούμπες και τα καυτά κορίτσια. Όλοι οι ναυτικοί ονειρεύονται να πάνε Βραζιλία. Εγώ δεν πρόλαβα. Έτσι κι αλλιώς εγώ ήμουν γυναίκα...
Την ξέρω όμως τη Βραζιλία. Των ναυτικών τη Βραζιλία. Τι νομίζεις κάναμε στις ατέλειωτες ώρες της βάρδιας; Πετάγαμε για Σάο Πάολο και Ρίο ντε Τζανέιρο. Στο Ponta Do Ubu όχι. Τώρα το άκουσα πρώτη φορά. Τώρα το αναζήτησα και στο χάρτη. Τριακόσια τόσα χιλιόμετρα βορειότερα του Ρίο.
Σαν να λέμε Αθήνα - Πάτρα και ακόμη μακρύτερα. Τι σημασία έχει; Βραζιλία είναι και το Ponta Do Ubu. Γεμάτο μουσική, χορό, ποτό και κορίτσια. Προπαντός κορίτσια.
Τα άλλα κορίτσια, στην πατρίδα, δεν τα ξεχνάει ο ναυτικός. Όσα κορίτσια και να γνωρίσει στα λιμάνια. Η σάρκα μόνο κατεβαίνει στο λιμάνι. Η καρδιά βρίσκεται μίλια μακριά. Σε μια κουκίδα του χάρτη που γράφει πατρίδα.
Έτσι μαθαίνει να ζει ο ναυτικός. Αλλού η καρδιά, αλλού η σάρκα. Τώρα θα γυρίσει πίσω η σάρκα. Η καρδιά;
Ύπουλα ανέβηκε ο καπνός στην κουκέτα. Τύλιξε την κοιμισμένη σάρκα. Τρύπωσε στα ρουθούνια. Έφτασε στα πνευμόνια. Γιατί δεν ξύπνησε; Γιατί δεν έτρεξε να σωθεί; Να βρέξει μια πετσέτα, να ορμήσει έξω. Να γλιτώσει...
Κανείς δε θα μάθει. Κι ας τρέχουν πάνω κάτω οι εμπειρογνώμονες. Κι ας παίρνουν καταθέσεις οι ειδικοί. Κανείς δεν μπορεί να μάθει τι σημαίνει η νύχτα των Χριστουγέννων στο καράβι. Μόνο όποιος το έζησε.
Και ξύπνησε την άλλη μέρα και δεν ήξερε πού ταξίδευε όλη νύχτα. Χρόνος νεκρός. Αφήνεις στην κουκέτα τη σάρκα. Αφήνεις και την καρδιά. Δεν αντέχεις μια τέτοια νύχτα να ακολουθήσεις την καρδιά σου. Και χάνεσαι. Σε άλλη διάσταση. Έξω από χώρο και έξω από χρόνο.
Μένουν μόνα τους μια τέτοια νύχτα τα κορίτσια στο λιμάνι. Απόψε ο ναυτικός δε θα θυμηθεί τις τρυφερές τους καμπύλες. Δε θα τσαλακώσει τα σεντόνια του ψάχνοντας τη μυρουδιά τους. Είναι Χριστούγεννα...
Μένουν μόνα τους και τα άλλα κορίτσια. Στην πατρίδα. Μια ζωή μόνα τους. Απόψε περισσότερο. Δεν αντέχει ο ναυτικός απόψε να θυμηθεί τη μοναξιά τους. Είναι Χριστούγεννα...
Τα Χριστούγεννα είναι η γιορτή της αγάπης. Οι άνθρωποι τα γιορτάζουν αγκαλιά με τους αγαπημένους τους. Όχι οι ναυτικοί. Όχι κι εκείνοι που αγαπούν ναυτικούς.
Ένα μικρό αστέρι λάμπει στον ουρανό. Δεν έχει πια μάγους να το ακολουθήσουν. Έχει τους ναυτικούς που τρέχουν να το συναντήσουν.
Αφήνουν τη σάρκα τους στο βαθύ της λήθαργο. Αφήνουν και τη καρδιά τους. Δεν αντέχουν απόψε την καρδιά τους. Και γίνονται αστέρια.
Πόσα αστέρια έχει ο ουρανός; Πόσοι είναι οι ναυτικοί που δε γύρισαν ποτέ;

Πηγή: http://kapetanisses.blogspot.gr/...Συγγραφέας - Δανάη!
Περισσότερα ΕΔΩ!
 
Web Informer Button