Ads 468x68px

Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Έχοντας τελειώσει το φύτεμα

Είχε ξεμπαρκάρει μόλις την προηγούμενη μέρα, από το λιμάνι του Port Said της Αιγύπτου, μετά από οκτάμηνη απουσία στη θάλασσα, μετρώντας το χρόνο του γυρισμού για να ξαναδεί αυτούς που αγαπούσε με τα μάτια να λάμπουν από χαρά. «Νόστιμον ήμαρ». Αυτή είναι η ζωή των ναυτικών. Γλυκιά του γυρισμού τους η μέρα. Ο καημός του νόστου στην οικογένεια, καίει σαν καντήλι αναμμένο, στην ψυχή τους, δύναμη να παλεύουν και να ξεπερνούν όλα όσα τους τυχαίνουν μέχρι την ημέρα της επιστροφής. Στο Port Said τους παρέλαβε ο πράκτορας του πλοίου, τους μετέφερε στο αεροδρόμιο του Καϊρου, και χαμογελώντας πλατιά τους ευχήθηκε καλό ταξίδι.
Το ταξίδι από το Port Said στο Κάϊρο ήταν σκέτη κόλαση από την αμμοθύελλα της ερήμου.
Η πτήση αναχώρησης για Αθήνα είχε δυο ώρες καθυστέρηση στο Κάϊρο. Τα μάτια του πονούσαν σαν να τους είχαν ρίξει άμμο της ερήμου και ήταν πολύ κακοδιάθετος όταν αναγκαστήκαν να περάσουν μια ταπεινωτική διαδικασία στο τελωνείο του αεροδρόμιου έως ότου εισέρθουν στη μεγάλη αίθουσα των διεθνών αναχωρήσεων.
Η πτήση αναμενόταν στον αερολιμένα του Ελληνικού στις έντεκα και μισή το βράδυ.
Η οικογένεια του από την ανυπομονησία της προσμονής είχαν φτάσει στο αεροδρόμιο μια ώρα νωρίτερα πριν ανακοινωθεί η προσγείωση του αεροσκάφους. Έπειτα περίμεναν ώσπου οι επιβάτες να περάσουν από τον έλεγχο των διαβατήριων και να πάρουν τις αποσκευές τους.
Όταν οι πόρτες άνοιξαν ένα ανθρώπινο κύμα όρμησε στην έξοδο του αεροδρόμιου. Η γυναίκα του σήκωσε τα χεριά της, κουνώντας τα, τον φώναξε με τ’ όνομα του και παρασέρνοντας μαζί της τους δυο μικρούς γιους τους έτρεξε να ρίχτει στην αγκαλιά του. Αυτός τους είδε, άφησε το καρότσι με τις αποσκευές στο πλάι, πήρε τη γυναίκα του αγκαλιά, τη σήκωσε ψηλά, της έδωσε δυο τρυφερά φιλιά, και την έστησε πάλι στα πόδια της, ανασαίνοντας το γνώριμο άρωμα της κολόνιας της. Βουβός από ευτυχία αποτραβήχτηκε από την αγκαλιά της γυναίκας του, στράφηκε στους δυο μικρούς γιους, τους αγκάλιασε με θέρμη κοιτάζοντας τα φωτεινά προσωπάκια τους. «Μεγαλώσατε», τους είπε, κ’ αυτά απλώνοντας τα χεριά τους με χαρακτηριστικά έκδηλο τρόπο χώθηκαν βαθύτερα στην αγκαλιά του και κόλλησαν τα δροσερά μάγουλα τους στο πρόσωπο του.
Λίγες ημέρες αργότερα ήταν οι σχολικές διακοπές του Πάσχα, που βρήκε όλη την οικογένεια στο εξοχικό τους για λίγες ήμερες δραπέτευσης από το πολυάσχολο άστυ.
Το Πάσχα είναι γιορτή κατεξοχήν συνδεδεμένη με την ελληνική ύπαιθρο και το χωριό. Το Πάσχα στα χωριά έχει ένα ιδιαίτερο χρώμα και γιορτάζεται αυθεντικά, διατηρώντας τα παραδοσιακά του χαρακτηριστικά. Θρησκευτική κατάνυξη, επιστροφή στις ρίζες, επαφή με την ανοιξιάτικη φύση, υπέροχα πασχαλιάτικα εδέσματα - μαγειρίτσα, σουβλιστά αμνοερίφια και κόκκινα αυγά είναι μόνο μερικά από αυτά - καθώς και ξεχωριστά τοπικά έθιμα και παραδόσεις συνθέτουν την εικόνα της πιο κατανυκτικής και χαρμόσυνης περιόδου του έτους.
Πηγαίνοντας στις όμορφες Νηές μεταφέρθηκαν σε έναν κόσμο φτιαγμένο μέσα στη πράσινη φύση. Ένα μέρος με εικόνες γλυκές, που η φύση μοιράζει απλόχερα χρώματα, ήπιους ήχους και γλυκούς ανέμους. Η Νηές είναι ένας τόπος τέτοιος. Εκεί που η ζωή κυλάει πιο ήρεμη, χωρίς δονήσεις, ένα ησυχαστήριο που ο παλμοί δεν ξεπερνούν ποτέ τους ογδόντα χτύπους το λεπτό.
Αν είναι και τυχεροί με τον καιρό, θα απολαύσουν ηλιόλουστες βόλτες στα υπέροχα μέρη της ευρύτερης περιοχής που σε αιφνιδιάζουν με την ομορφιά τους.
Είχε μόλις ξημερώσει κι ο ουρανός ήταν ασυννέφιαστος. Όλα έδειχναν ότι η μέρα θα ήταν καλή. Στο ήσυχο τοπίο, μόνο τα τραγούδια των πουλιών έκοβαν τη σιγαλιά. Είχε κοιμηθεί οκτώ ολόκληρες ώρες. Ένοιωθε ξεκούραστος δυνατός. Από νωρίς το πρωί άναψε το τζάκι δίνοντας γιορτινή ατμόσφαιρα στο χώρο. Το σπίτι μες στη σιγαλιά της ερημιάς είχε μια θαλπωρή και γαλήνη που σ’ έκανε να νιώθεις ηρεμία, και σιγουριά να σ’ αγκαλιάζει. Εμπρός ο ακύμαντος κόλπος, μικρός και λαμπερός, ετοιμάζεται να υποδεχτεί το καινούργιο δροσερό, και ανέφελο ανοιξιάτικο πρωινό του Απρίλη με τη θάλασσα να λαμπυρίζει σε χιλιάδες σταγόνες φωτός. Βγήκε με αγαλλίαση στο ψιλό μπαλκόνι του σπιτιού, στη δροσερή πρωινή αύρα, απολαμβάνοντας αρώματα και ήχους, που δυνάμωναν μέσα του την αίσθηση της ελευθερίας και της ανεμελιάς. Όσο έβλεπε το βλέμμα του ο φιδωτός παραλιακός δρόμος ήταν έρημος, πράγμα πολύ φυσικό για την εποχή που δεν υπήρχαν ακόμα παραθεριστές στη περιοχή. Ικανοποιημένος και γαλήνιος βολεύτηκε στο μικρό ξύλινο καναπέ εκεί στη γωνιά του μπαλκονιού και άφησε τα μάτια του να χορτάσουν ομορφιά. Τον φωτεινό ήλιο που χάιδευε με τις ζεστές ακτίνες του την νωπή από την πρωινή δροσιά γη, κάνοντάς την να αχνίζει, και το καφεκόκκινο χώμα να ευωδιάζει υπέροχα. Κοιτούσε την θάλασσα με βλέμμα διαπεραστικό και ευαίσθητο, προσπαθώντας να σκεφτεί πως θα τη ζωγράφιζε αν είχε το ταλέντο του πρόωρα χαμένου αδελφού του. Πως θα μετέφερε στο μουσαμά όλες αυτές τις αποχρώσεις. Ρηχή και διάφανη, ανοιχτοπράσινη με γαλαζωπές ανταύγειες στην ακρογιαλιά, λουλακιά στα βαθιά, και στα ανοιχτά, εκεί που τα ψαροκάικα μάχονται με τα κύματα, απειλητικά σκοτεινή, με χρώμα σχεδόν μπλε σκούρο. Η θάλασσα είναι η αρχέγονη μητέρα των πλασμάτων της γης, επί αιώνες έχει ταΐσει κι έχει ταξιδέψει αμέτρητες ψυχές. Είτε γαλήνια, είτε φουρτουνιασμένη, πάντα εμπνέει το θαυμασμό, το σεβασμό και το δέος, αλλά και μια ιδιαίτερη αγάπη και ευγνωμοσύνη σ’ αυτούς που την έχουν ζήσει από κοντά και έχουν διασχίσει τα ατέλειωτα μονοπάτια της. Έτσι κ’ αυτός, σαν ένας από τους θαυμαστές, ταξιδευτές και εικονικούς εραστές της Ωκεανίδας θεάς, ξετυλίγει στη μνήμη το κουβάρι της ζωής του και επαναφέρει τις μνήμες από τα ταξίδια του στους ωκεανούς και τα λιμάνια της. Απέμεινε καθηλωμένος ατενίζοντας την γραμμή του ορίζοντα, εκεί που το λουλακί της θάλασσας συναντούσε το ξεπλυμένο γαλανό του ουρανού. Αυτή η γραμμή του ορίζοντα ήταν ελαφρά αλλά ξεκάθαρα κυρτή.
Ο θόρυβος απ’ ένα τρακτέρ στο βάθος της αλέας του δρόμου του διέκοψε τα οράματα. Αναστέναξε μετατοπίστηκε στον καναπέ του και έφερε νωχελικά τη σκέψη και το βλέμμα του στην αυλή του σπιτιού του που απλωνόταν μπρος του.
Η άνοιξη γινόταν αισθητή με πολλούς τρόπους. Τα δέντρα γέμιζαν τρυφερά πράσινα φύλλα και στα παρτέρια τα λουλούδια άνοιγαν τα βελουδένια τους άνθη πλημμυρίζοντας τον αέρα με το γοητευτικό τους άρωμα. «Νομίζω ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο στον κόσμο από την δημιουργική δουλειά στον κήπο ένα υπέροχο ανοιξιάτικο πρωινό.» Σκέφτηκε. Ταυτόχρονα ξύπνησε μέσα του η αίσθηση ότι στον κήπο τον περίμεναν επείγοντα πράγματα που δεν είχε ακόμη κάνει. Η αυλή και ο κήπος βρισκόταν σε άγρια κατάσταση. Αυτό όμως το είδε σαν διασκέδαση. Έβαλε τα άρβυλα, το παλιό πανωφόρι του, βγήκε στην αυλή κι άρχισε δουλειά. Ξεκίνησε ν’ ασχολείται ξεριζώνοντας τ' αγριόχορτα από τις πρασιές και κόβοντας τα νεκρά κλαδιά από τα δέντρα.
Ήταν ήδη η ώρα δέκα και μισή. Έχοντας τελειώσει το φύτεμα στο μικρό του λαχανόκηπο, και το πρώτο εποχικό κούρεμα του γκαζόν, τώρα ασχολιόταν να σκαλίζει τα λουλούδια στα παρτέρια, όταν στην κορνίζα της εξωτερικής πόρτας της αυλής μια γνωστή ανδρική σιλουέτα τον καλημέρισε δειλά, δειλά. Ήταν ο μπάρμπα Θωμάς, ένας ξωμάχος εργάτης της γης και παλιός ναυτικός στα νεανικά του χρόνια. Ο επισκέπτης φορούσε σκούρο βαμβακερό πουλόβερ, το γέρικο κεφάλι σκέπαζε ένας ναυτικός σκούφος, που άφηνε να φαίνεται στις άκρες του τα κάτασπρα μαλλιά του. Πάει καιρός από την τελευταία συνάντηση τους. Στο χαρακωμένο απ’ τις ρυτίδες πρόσωπο του ανθρώπου που στέκεται δίπλα του ένα ευχάριστο χαμόγελο απλώνεται απ’ το κακοξυρισμένο πιγούνι μέχρι τα λαμπερά γαλάζια μάτια του. Η θάλασσα δεν ήταν η πρώτη επιλογή του μπάρμπα Θωμά. Ναυτικός έγινε λόγω των οικονομικών συνθηκών της εποχής, όπως και αρκετοί ακόμα Έλληνες που είτε μετανάστευαν είτε συνωστίζονταν έξω από τις εταιρείες στο λιμάνι του Πειραιά.
Ο μπάρμπα Θωμάς ήταν μόνο δεκαεννέα χρόνων πιτσιρικάς όταν μπαρκάρισε. Γνώρισε τη θάλασσα και από την καλή και από την ανάποδη, ώσπου μερικά χρόνια αργότερα γύρισε στον τόπο του και για το χατίρι της αγάπης - είχε τα μάτια σαν τη θάλασσα, πώς να την προσπεράσει; -αποφάσισε να γίνει στεριανός. Παντρεύτηκε και άρχισε να θρέφεται από τα πατρικά τους χωράφια και περιβόλια. Φτωχικά, όμως ζωντανά και χαμογελαστά τα πρώτα τους χρόνια. Ακούραστος κ' εργατικός, με την αξίνα και το άροτρο και περίσσιο κουράγιο δούλευε να δαμάσει την τραχιά γη. Έμαθε με τον καιρό να καλλιεργεί την γη και τα περιβόλια τους. Σαράντα ολόκληρα χρονιά συμβίωσαν ευτυχισμένα οι δυο τους, απέκτησαν δυο παιδιά και αυγάτισαν το βιος τους. Ήταν όμορφα χρόνια. Ζωή βουκολική και αυθεντική. Για το αγαπημένο ζευγάρι ευτυχία ήταν να χαίρονται όσο γίνεται περισσότερο για αυτά που είχαν και πλούτος να χαίρονται περισσότερο για αυτά που απέκτησαν. Είχαν τόσα δεν ζητούσαν περισσότερα. Τα παιδιά μεγάλωσαν έκαναν δίκες τους οικογένειες. Χάνοντας πρόωρα την σύντροφο του έζησε με τη θλίψη και με μια μοναξιά που κανείς και τίποτα να μπορούσε να μετριάσει. Αλλά με τον καιρό το πήρε απόφαση αυτό που του είχε συμβεί. Έμαθε να ζει με τον εαυτό του, να καλλιεργεί τον κήπο του, τα περιβόλια του, και να παρακολουθεί τα εγγόνια του να μεγαλώνουν. Ο μπάρμπα Θωμάς είχε αποκτήσει στον παραλιακό δρόμο της ήσυχης και γραφικής περιοχής ένα διατηρημένο οίκημα με την έννοια της συνεχούς κατοίκησης που γίνεται αντιληπτό αν κανείς βρεθεί μέσα στη μεγάλη του αυλή. Η αυλή βρίσκεται στο μπροστινό μέρος του σπιτιού και στη μέση του πλακόστρωτου μέρους υπάρχει μια υπέροχη τεράστια φλαμουριά, στο τέλος του πλακόστρωτου μέρους βρίσκεται το πηγάδι με το μάγγανο, στο δυτικό μέρος ξαπλώνεται η υπόλοιπη αυλή ανάμεσα στο ξανθό αγιόκλημα που σκάλωνε στους τοίχους, δίπλα στους βασιλικούς, τους δυόσμους, τις μαντζουράνες που δεν ζητούσαν παρά λίγο σκάλισμα, και νεράκι για να λούσουν την ατμόσφαιρα μ’ ευωδιές. Η αυλή ολοκληρώνεται με ένα δασάκι από ελιές. Τα περασμένα χρόνια για την κάλυψη των αναγκών σε νερό της περιοχής υπήρχαν τα πηγάδια. Πριν η περιοχή συνδεθεί με το δίκτυο ύδρευσης του τοπικού δήμου. Το νερό το έβγαζαν με αυτοσχέδιες αντλίες από τα πηγάδια της αυλής, το χρησιμοποιούσανε για τις οικιακές ανάγκες κ’ αυτό που έφευγε δεν το άφηναν να πάει χαμένο. Το μάζευαν σε δεξαμενή και πότιζαν τους κήπους, όχι μόνο τους δικούς τους αλλά και των άλλων. Τα περισσότερα πηγάδια είχαν νερό υφάλμυρο. Σωτήριο ήταν το πηγάδι στην αυλή του σπιτιού του μπάρμπα Θωμά. Είχε νεράκι όταν το θέλανε όλοι οι γείτονες, όπως το θέλανε. Όταν το χειμώνα έξω ξύριζε ο βοριάς το νερό από το πηγάδι έβγαινε αχνιστό και το κατακαλόκαιρο όταν ο ήλιος έσκαγε την πέτρα το νεράκι του ήταν γάργαρο και δροσερό. Κι ούτε ήθελε πολλά. Μόνο μια φτυαριά ασβέστη για να ψοφάνε τα μικρόβια.
Πλησιάζοντας τα ογδόντα την εποχή τούτη ο μπάρμπα Θωμάς, γέρασε πια, μπορεί να χάθηκε η φλόγα της νιότης αλλά το γέρικο κορμί του παραμένει στεγνό και δραστήριο. Τα τελευταία χρόνια ο μπάρμπα Θωμάς είναι ο μοναδικός μόνιμος κάτοικος του οικισμού, έχει αποκτήσει και μια μικρή όμορφη παραδοσιακή ψαρόβαρκα από ξύλο, συχνά δε ανοίγεται μ’ αυτή ανοικτά του κόλπου για ψάρεμα. Στο μυχό του κλειστού κόλπου, στο νοτιοδυτικό ανάγλυφο της ακτής είναι χτισμένο αμφιθεατρικά σε πλαγιά το δεσποτικό και εμπρός του τα κρυστάλλινα γαλαζοπράσινα νερά του όρμου του Μικρού Γιαλού, και το θαυμάσιο τοπίο συνθέτουν το ιδανικό περιβάλλον για ελλιμενισμό στις βάρκες και τ’ αλιευτικά. Εκεί βρίσκεται ελλιμενισμένη και η ψαρόβαρκα του μπάρμπα Θωμά, δυο τρία χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι. Ο μπάρμπα Θωμάς τον παρεκάλεσε εάν μπορεί να του μεταφέρει τα δίχτυα με το αυτοκίνητο από το σπίτι στην βάρκα, και εάν ο ίδιος το επιθυμούσε να βγουν παρέα στ' ανοικτά να τα ρίξουν στη θάλασσα. Ήταν κάτι που το είχαν ξανακάνει αρκετές φόρες.
Στο σπίτι ο καπνός συνέχισε να υψώνεται απ την καμινάδα. Αθόρυβα άνοιξε η πόρτα κ’ εμφανίστηκε η σύζυγος του, φορώντας μαύρο φουστάνι με άσπρη πόδια. Τα ξανθοκάστανα μαλλιά της ήταν κομμένα κοντά, αφήνοντας ακάλυπτο το λεπτό λαιμό της. Είχε μάτια μελιά, μεγάλα και φωτεινά κι όλοι πίστευαν ότι αυτό ήταν το πιο όμορφο χαρακτηριστικό της. Όταν όμως έβλεπαν το χαμόγελο της, δεν έδειχναν πια τόσο σίγουροι. Τους κάλεσε να περάσουν στο σαλόνι, ετοιμάζει τον πρωινό καφέ τους. Το εσωτερικό του σπιτιού αν και είχε καιρό να χρησιμοποιηθεί, είχε φροντίσει η σύζυγος να το κάνει να αστράφτει από καθαριότητα και να μυρίζει σαπούνι. Όλη η οικογένεια βρισκόταν ήδη στο πόδι. Η σύζυγος μ’ ευχαρίστηση έβαλε νερό να βράσει για τους καφέδες, και στον αέρα πλανιόταν μια γαργαλιστική μυρωδιά από τις πρωινές κρέπες. Αυτός πήρε το κλαδευτήρι πήγε στο βάθος της πρασιάς εκεί που τα κρίνα είχαν θεριέψει, έκοψε μερικά τα τακτοποίησε σε μια μικρή ανθοδέσμη πλαισιωμένα με μερικά αγριολούλουδα και μενεξελιές μολόχες. Με τα λουλούδια στο ένα χέρι και τον μπάρμπα Θωμά εμπρός του διέσχισαν τα τέσσερα πλακοστρωμένα σκαλοπάτια ανέβηκαν στον εξώστη με αργό βήμα και εισήρθαν στο σπίτι χαρίζοντας τα λουλούδια στην άμορφη σύζυγο του. Αυτή τα πήρε μ’ ευχαρίστηση γέμισε ένα ανθοδοχείο και το ακούμπησε προσεκτικά στο ξύλινο κομοδίνο διπλά στην τηλεόραση. Οι δυο μικροί γιοι του πετάρισαν από χαρά βλέποντας τον μπάρμπα Θωμά. Τώρα ήξεραν ότι θα πάνε για ψάρεμα τ’ απόγευμα.
Απογευματινές ώρες φόρτωσαν τα δίχτυα στο πορτ μπαγκαζ του αυτοκινήτου και αναχώρησαν για το μικρό φυσικό λιμανάκι όπου άραζαν ένα δυο καΐκια και μερικές βάρκες. Η μαγεία της ηλιόλουστης ανοιξιάτικης ημέρας αυτές τις ώρες είχε διαλυθεί. Στη διάρκεια του απογεύματος μερικά σύννεφα είχαν σκεπάσει τον ουρανό και οι αχτίδες του Ήλιου τρύπωναν από τα ανοίγματα, λαμπυρίζοντας στη φυρονεριά του μικρού κόλπου. Ο φλοίσβος της θάλασσας αντηχούσε νανούρισμα απαλό, στις έρημες αμμουδερές ακτές και μερικά θαλασσοπούλια όργωναν τον ουρανό. Η αύρα ανάδευε τα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων κι από τα μαντριά στην πλαγιά του λόφου ακούγονταν τα κουδούνια και τα βελάσματα των προβάτων. Στο βάθος ξεχώριζαν τα χωριά του Πηλίου και το βουνό του Τρίκερι, ίδιος βράχος ψηλός που κρύβει τη θέα του Αιγαίου πελάγους.
Οδηγώντας ανάμεσα στους ελαιώνες κοντά στις όχθες του κόλπου προσπερνώντας το προϊστορικό οικισμό «Μετόχι" - Πρόκειται για βυθισμένο προϊστορικό οικισμό της Μέσης εποχής του Χαλκού στη θέση Μετόχι στον όρμο Νηές ο οποίος βρίσκεται σε βάθος 0-3 μέτρα. - φτάνουν στο αγκυροβόλιο με τις ψαρόβαρκες. Η «Καπετάνισσα», η ψαρόβαρκα του μπάρμπα Θωμά, τους περιμένει να βγούνε για ψάρεμα. Η περιοχή δεν έχει επαγγελματίες ψαράδες. «Πετρόψαρα ψαρεύουν» συνήθως λέει ο μπάρμπα Θωμάς για τους ερασιτέχνες της περιοχής, καθώς τον βοηθάνε να ετοιμάσει τα δίχτυα.
Ανοικτά του κόλπου σαν μια μικρή κουκκίδα καρφωμένη στο ακύμαντο νερό βλέπουνε τη βάρκα του γείτονα του Παπανικόλα. Ρίχνει δίχτυα και παραγάδια κ’ αυτός.
Φόρτωσαν τα δίχτυα κ’ ένα παραγάδι στη βάρκα, ξεκίνησαν λάμνοντας απαλά με τα κουπιά πέρασαν δίπλα στη βραχώδη ακτή οπού δεσπόζει το μεγάλο οίκημα του δεσποτικού κτισμένο αμφιθεατρικά, να κοιτάζει την ανατολή του ήλιου και να σκοτεινιάζει νωρίς λόγω της κορυφής του Χλωμού, που εμποδίζει τον ήλιο από τη Δύση να φωτίσει το τοπίο. Αν κοιτάξεις το κτίσμα από τη θάλασσα, μοιάζει με θρόνο προς τον Παγασητικό κόλπο. Βάζοντας σε λειτουργία την μηχανή της βάρκας συνέχισαν με κατεύθυνση το βορειοανατολικό άκρο της ακτής, αντίκρισαν το τέλος του ακρωτηρίου και ανοιχτά του άρχισαν να ρίχνουν τα δίχτυα και το παραγάδι. Οι μικροί γιοι του προσπαθούσαν να τα προλάβουν όλα, να βλέπουν το ρίξιμο των δικτύων αλλά και να θαυμάζουν τους μοναδικούς βράχους που βάφονταν από το δυνατό απογευματινό φως όταν ο ήλιος διαπερνούσε την συννεφιά. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν έπεσε και το τελευταίο δίχτυ ανοιχτά των ακρωτηρίου και επέστρεψαν στο μουράγιο. Ρίξανε συνολικά περί τα 100 μέτρα δίκτυα σε βάθος που ποίκιλε από 20 έως 30 οργιές σε μια θάλασσα που κατά την εκτίμηση του μπάρμπα Θωμά, είναι από τους καλύτερους ψαρότοπους της περιοχής.
Σουρούπωσε για τα καλά κατά την επιστροφή στο σπίτι.
Το πέλαγος τρέμει μακριά στο φύσημα ενός μαλακού μαΐστρου. Μια βάρκα άναψε το φως της έξω από το βράχο του «Κεφαλά».
Το ραντεβού για το μάζεμα των Διχτύων ήταν νωρίς το πρωί της επομένης ημέρας.
Ξεκινήσανε λοιπόν την ώρα που βλέπανε το φεγγάρι να ζαλίζει τη θάλασσα, λίγο πριν το χάραμα, ανάμεσα στο ασημί, και τη θολή ανταύγεια, και δεν αργήσανε να φθάσουνε στις σημαδούρες. Είχε την περιέργεια να δει το αποτέλεσμα και δεν έκανε πολλές ερωτήσεις στο μπάρμπα Θωμά όταν άρχισαν να σηκώνουν τα δίχτυα. Τα πρώτα μέτρα δεν φανέρωσαν και σπουδαία πράγματα. Κάτι λίγα μικρά πετρόψαρα. Στη συνέχεια το δίχτυ ανέσυρε από το βυθό μερικές πέτρες μαζί με κάποια μικρά ψαράκια. Τα τελευταία μέτρα στο δίχτυ τους έδωσε μια ανάσα καθώς έβγαλε αρκετά μπαρμπούνια και ένα μικρό αστακό. Αυτό τους ψήλωσε λιγάκι και οι σφυγμοί τους γίνανε πιο έντονοι και τα βλέμματα πιο λαμπερά κ’ ένοιωσαν και οι δυο τους όμορφοι. Και δυνατοί.
Το ξεκαθάρισμα της ψαριάς έγινε πάνω στη ψαρόβαρκα. Έκατσε στη μια άκρη της βάρκας και παρακολουθούσε τα χέρια του μπάρμπα Θωμά να χτενίζουν το δίχτυ και με μια ιδιαίτερη επιδεξιότητα να ξεπλέκουν τα ψάρια και να πετάνε τις πέτρες στη θάλασσα.
Την επομένη, Κυριακή των Βαΐων, θα τιμήσουνε την ψαριά δέοντος σ’ ένα χορταστικό δείπνο. Σύμφωνα με τη θεοσεβούμενη σύζυγο του οι μόνες περιπτώσεις που κατά τη διάρκεια της σαρακοστιανής νηστείας επιτρέπεται από την Εκκλησία η κατανάλωση ψαριού είναι η ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (25η Μαρτίου) και η Κυριακή των Βαΐων.
Η ίδια με κέφι και μεράκι ετοίμασε με τα πετρόψαρα μια παραδοσιακή κακαβιά υπό τις συμβουλευτικές οδηγίες του μπάρμπα Θωμά. Μια σούπα που η παράδοση την θέλει να φτιάχνεται από τους ψαράδες πάνω στις ψαρόβαρκες χρησιμοποιώντας διάφορα ψάρια και θαλασσινά που δεν θα πουληθούν στην αγορά. Δεν υπάρχει σωστός και λάθος τρόπος να φτιάξεις την κακαβιά, σε κάθε περιοχή φτιάχνεται με διάφορες παραλλαγές ενώ δεν είναι καθόλου κακό να προσθέσεις ότι νομίζεις ότι θα ανυψώσει το έτσι κ αλλιώς καταπληκτικό αποτέλεσμα.
Από το τραπέζι του δείπνου δεν θα μπορούσε να λείπει και ο μπάρμπα Θωμάς. Ήταν συμφωνία να δειπνίσουν μαζί την ψαριά αυτή.
Ένα δείπνο γεμάτο θαλασσινές ιστορίες. Το γεύμα μαμούθ κράτησε τρεις ώρες. Όταν επιτέλους σηκώθηκαν από το τραπέζι ήταν περασμένες τρεις το απόγευμα. Οι δυο μικροί γιοί του ξεφάντωναν με τα παιγνίδια τους εκεί εμπρός στο γρασίδι της αυλής. Η σύζυγος ασχολήθηκε με το πλύσιμο των πιάτων. Αυτός και ο μπάρμπα Θωμάς φόρεσαν τα πανωφόρια τους, και βγήκαν στο μπαλκόνι του σπιτιού απολαμβάνοντας τη δροσερή απογευματινή αύρα. Με το ποτό στο χέρι προσπαθούσαν με ατέλειωτες συζητήσεις, να λύσουν όλα τα πολιτικά προβλήματα που δεν μπορούσαν να λύσουν οι κυβερνήσεις.
Ο μπάρμπα Θωμάς μιλούσε για τις σημερινές συνθήκες διαβίωσης.
«Η αυλόπορτες με το αγιόκλημα και την περικοκλάδα όλο και περισσότερο εξαφανίζονται. Οι γλάστρες με τους βασιλικούς και τις μαντζουράνες έφυγαν από τα παράθυρα των σπιτιών και τη θέση τους πήραν τα κάγκελα ασφαλείας. Οι πόρτες θωρακίσθηκαν με διπλές και τριπλές κλειδαριές. Οι αυλές περιφράχτηκαν με κιγκλιδώματα. Τα σπίτια εφοδιάστηκαν με αυτόματους συναγερμούς. Κι΄ οι κάτοικοί της κλεισμένοι στα σπίτια - φυλακές εύχονται να μην αντιμετωπίσουν τα χειρότερα.» Παρατηρούσε θλιμμένα.
Αν κάτι ακόμη εκνεύριζε πάρα πολύ το μπάρμπα Θωμά ως παιδί της υπαίθρου είναι οι εκτάσεις φυτεμένες με άχρηστο γκαζόν στους κήπους των εξοχικών κατοικιών.
«Δεν είμαστε Αγγλία που βρέχει κάθε τόσο, είμαστε μια ξηρή και θερμική χώρα με πρόβλημα νερού τους καλοκαιρινούς μήνες. Το γκαζόν καταναλώνει απίστευτα μεγάλες ποσότητες νερού κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, καταναλώνει ενέργεια για την κοπή του, αν περπατήσεις πάνω του καταστρέφεται, είναι ακριβό και στην τελική δεν προσφέρει απολύτως τίποτα στον ιδιοκτήτη του».
«Μήπως ήρθε η ώρα να ξυλώσεις το γκαζόν». Πρότεινε χαμογελαστά.
«Στη θέση του άχρηστου γκαζόν θα μπορούσες να καλλιεργείς τα λαχανικά σου, να φυτέψεις δέντρα που θα σου προσφέρουν φρούτα και σκιά, στην τελική να φυτέψεις λουλούδια που είναι ομορφότερα από έναν βαρετό χλοοτάπητα.»
«Σκέψου το».
Ήταν η συμβουλή του.
«Τώρα τον Απρίλιο μπορούμε να φυτέψουμε όλα τα λαχανικά καλοκαιρινής συγκομιδής. Ο κατάλογος είναι μακρύς και φυσικά ξεκινάει από τη βασίλισσα του καλοκαιριού που δεν είναι άλλη από την ντομάτα». «Θα σε βοηθήσω και εγώ αν το ξεκινήσεις». Του δήλωσε.
«Την Δευτέρα έχει υπαίθρια λαϊκή αγορά στον Αλμυρό. Αν θέλουμε να καλλιεργήσουμε μπορούμε να αγοράσουμε έτοιμα μικρά φυτά, όπως, ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, πεπόνια, καρπούζια, κολοκυθιές.
Αν σου αρέσουν οι πράσινες σαλάτες μπορούμε ακόμα να φυτέψουμε ρόκα μια και μεγαλώνει πολύ γρήγορα.
Από αρωματικά φυτά μπορούμε να σπείρουμε βασιλικό, άνηθο, σέλινο και μαϊντανό ώστε να τα χρησιμοποιεί στην κουζίνα η κυρά την καλοκαιρινή περίοδο που θα έλθετε, φρεσκότατα.
Η άνοιξη είναι πολύ ήπια φέτος και οι ζεστές ημέρες δεν άργησαν αρκετά να έρθουν. Ευνοϊκός καιρός για καλλιέργειες λαχανικών. Τι χρειαζόμαστε; Να μεγαλώσουμε τον πολύ μικρό σου λαχανόκηπο μερικά ακόμη τετραγωνικά μέτρα εκεί στο νοτιοανατολικό της αυλής που το βλέπει συνέχεια ο ήλιος ώστε να χαρίζει τη ζωογόνο δύναμή του σε ό’ τι φυτέψουμε.
Το χώμα φύτευσης πρέπει να είναι ελαφρύ, καλά δουλεμένο, απαλλαγμένο από άλλους σπόρους. Επίσης πρέπει να στραγγίζει καλά για να μην κρατεί υγρασία και σαπίσουν τα φυτά μας».

Η μέρες κύλησαν. Ήρθε και έφυγε το Πάσχα.
Αυτές οι μέρες με την οικογένεια είναι κάτι το διαφορετικό. Είναι σαν ένα όνειρο κλεμμένο από το χρόνο. Και δεν θα παψει ποτέ του να ευγνωμονεί την οικογένεια του, απεριόριστα, γιατί του δίνει κάτι που κανείς δεν μπορεί να του πάρει. Μια ονειρεμένη ζωή. Όχι απλά μια ευχάριστη, αλλά μια ονειρεμένη ζωή. Ωστόσο, δεν γίνεται να ονειρεύεται συνέχεια.
Πρέπει κάποτε να ξυπνήσει.
Ο σοφός παππούς του έλεγε. «Μια φορά ναυτικός για πάντα ναυτικός».
Κι έτσι δεν άργησε να ξαναβρεθεί στα πέλαγα και στα πέρατα του κόσμου.
«Ω Θεέ μου». «Τι είναι η ευτυχία». Σκέφτηκε. Δεν υπάρχει άκρη στο Ουράνιο Τόξο. Με λίγα λόγια όταν εργάζεται δεν νοιώθει απόλυτα δυστυχισμένος κι όταν δεν εργάζεται απόλυτα ευτυχισμένος.
Όταν έφτασε η μέρα να αναχωρήσει όλοι στην οικογένεια μελαγχόλησαν.
Τον συνόδεψε σύσσωμη η οικογένεια στο αεροδρόμιο. Την ώρα του αποχωρισμού η σύζυγος τον αγκάλιασε από τη μέση του κι ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Μέσα από το πουκάμισο του άκουγε τους χτύπους της καρδιάς του.
«Θα μας τηλεφωνείς κάθε μέρα». Του είπε σε τόνο που δεν επιδεχόταν αντίρρηση.
Αυτός έπιασε με τα δυο χέρια το κεφάλι της, και σήκωσε το πρόσωπο της προς το δικό του. Τα μελιά ματιά της έδειχναν απέραντη θλίψη. «Το ξέρεις ότι το κάνω». Της είπε.
Ακόμη και μετά τους αποχαιρετισμούς, περίμεναν να απογειωθεί το αεροπλάνο του. Και μόνο όταν ο θόρυβος από της μηχανές του εξασθένησε κι έσβησε στον απέραντο ουρανό, μπήκαν στο αμάξι και γύρισαν σιωπηλοί στο σπίτι.

Ο σημαντικότερος παράγοντας του άνθρωπου είναι το δίχως άλλο η δημιουργία οικογένειας. Είναι σκληρό πολύ σκληρό για το ναυτικό να στερείται την οικογένειά του, και όλα αυτά που δεν θα ζήσει επειδή θα αρμενίζει κάπου στον Ωκεανό. Αλλά και η αγάπη τους για τη θάλασσα, μάλλον ρέει στο αίμα τους. Υπάρχουν όμως και οι ηρωίδες γυναίκες τους που σηκώνουν μόνες τους τα βάρη της καθημερινότητας, τους καημούς της νύχτας, στα νοικοκυρεμένα σπίτια των μπαρκαρισμένων ναυτικών. Με ευγνωμοσύνη αξίζει ν’ αναφέρονται σ’ αυτές.
«…..Ήρωες δεν είμαστε εμείς, / αλλά αυτές που μένουν / ξωπίσω μ’ αναστεναγμούς / φαμίλια ν’ ανασταίνουν / και να προσμένουν γυρισμό…..».
Καλοτάξιδους να τους έχει ο Ποσειδώνας.
………………………
………………………………………………..

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

θα περάσει κι αυτή η καταιγίδα

Ο ήχος από την βροντή τον κατέλαβε απροετοίμαστο. Σηκώθηκε όρθιος, κοίταξε έξω από το παράθυρο του μικρού του γραφείου να δει τι συνέβαινε. Παρατήρησε πως οι δρόμοι άδειασαν από τους πεζούς και ο ουρανός σκοτείνιασε. Τα σύννεφα είχαν σκεπάσει τον ήλιο. Ήταν κατάμαυρα αλλά οι άκρες τους είχαν φωτεινές ανταύγειες. Για άλλη μια φορά παρακολουθούσε την καταιγίδα που ερχόταν, με θαυμασμό, παρακολουθούσε την τέχνη της πλουσιοπάροχης φύσης και τις εικόνες που προβάλλονταν στον ορίζοντα. Τα απέναντι μικρά καφέ της πλατείας είχαν γεμίσει όταν άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες και η πρώτη εκθαμβωτική αστραπή έσκισε στα δυο τον ορατό ορίζοντα εμπρός του. Όταν έβλεπε αστραπή είχε την συνήθεια να μετρά τα δευτερόλεπτα μέχρι να πέσει η βροντή. Την άκουσε όταν είχε μετρήσει «εννέα» και υπολόγισε πως είχε πέσει σε απόσταση τριών χιλιομέτρων.
Η βροχή δυνάμωνε όλο και πιο πολύ. Το νερό έτρεχε ορμητικά στις πλαϊνές υδρορροές των δρόμων κατακαθίζοντας την σκόνη, κρατώντας τους δρόμους καθαρούς. Οι όποιες σκέψεις του θα πρέπει να σκορπίστηκαν όταν στον ουρανό πρόβαλλε ένα διπλό ουράνιο τόξο μέσα από τα σύννεφα. Οι τελευταίες σταγόνες πιτσίλιζαν τα πεζοδρόμια οι βροντές ξεμάκρυναν πέρα βόρειο ανατολικά αφήνοντας πίσω τους ένα μακρινό σιγομουρμουρητο. Η καταιγίδα είχε περάσει και η κεντρική πλατεία εκεί έξω άρχισε και πάλι να γεμίζει από ζωή.
Η ζωή στον πλανήτη μας, είναι ένα εύθραυστο και λεπτό φαινόμενο που ισορροπεί πάνω στην κόψη ενός ξυραφιού, ανάμεσα στις σφοδρές εναλλαγές του κλίματος μουρμούρισε χαμηλόφωνα. Ο άνθρωπος ωστόσο δεν ικανοποιείται από τους κινδύνους που κρύβει η φύση. Αντιθέτως παρεμβαίνοντας με θράσος στο οικοσύστημα, σκάβει με επιμελημένη προσοχή τον ίδιο του τον τάφο.
Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή που τον συντροφεύει, τον παρασύρει στα μεγάλα, στα ζόρικα ταξίδια του που ευχάριστα η σημερινή κακοκαιρία του θυμίζει. Η μνήμη δεν κρατιέται, σκαλίζει και αναθυμάται. Βρυχάται η αλμύρα και το αλάτι που τόσα χρόνια πότισε την υπόσταση του, θέλει να εκραγεί σαν ηφαίστειο. Ας ακολουθήσουμε την έκρηξη:
Σύνορα Γερμανίας Ελβετίας στα 1975.
Το τραίνο δεν έκοψε ταχύτητα καθώς σκαρφάλωνε πάνω στους σκιερούς λόφους. Δυτικά στον φλογισμένο ουρανό διαγραφόταν οι βουνοκορφές των Άλπεων, λουσμένες μέσα στις τελευταίες αχτίδες του Ήλιου που έδυε. Το σκοτάδι έπεφτε τόσο απότομα ώστε η πλαγιές των βουνών χάνονταν μέσα σ’ αυτό αφήνοντας μόνο τις κορυφές να φαίνονται λουσμένες στο φως, με τον ήλιο να χάνεται αιωρούμενος στον ορίζοντα μέχρι να σβήσει και η τελευταία αχτίδα του και οι κορυφές να χαθούν μέσα στο σκοτάδι.
Η μεγάλη παρέα στο βαγόνι του τραίνου ήταν έλληνες ναυτικοί που ξεμπαρκάρισαν από τον λιμένα Μπρέμεν ης Γερμανίας και αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα με το τραίνο. Το «ακρόπολις εξπρές» της εποχής που εκτελούσε τα δρομολόγια Μόναχο- Θεσσαλονίκη.
«Ακρόπολις Εξπρές», το επονομαζόμενο «τρένο της ξενιτιάς», κουβαλούσε, τα καλοκαίρια ειδικά, στοιβαγμένους στα κουπέ και τους διαδρόμους, Έλληνες, αλλά και Τούρκους «γκασταρμπάιτερ» σε μια περιπετειώδη διαδρομή από τη Θεσσαλονίκη μέσω Γιουγκοσλαβίας προς το Μόναχο και αντίστροφα, η οποία κρατούσε κοντά δύο ημέρες.
Ήταν το τρένο που μετέφερε ελπίδες, προσδοκίες και όνειρα, από τη μεταπολεμική Ελλάδα της δεκαετίας του ΄60 στη Γερμανία. που αγωνίζεται να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του πολέμου. Τα βαγόνια του τρένου φυλάσσουν στο εσωτερικό τους ερμητικά κλεισμένες, χιλιάδες ιστορίες διαφορετικών ηρώων, που με ένα φτερούγισμα στην καρδιά εξορμούσαν για να κατακτήσουν μια καινούργια ζωή, μακριά από την Ελλάδα της δυστυχίας, με μόνη τους αποσκευή την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και κοινό τους στόχο η κατάκτηση του ονείρου."
Την παρέα την αποτελούν, ο Γιάννης ο μηχανικός από την Ελευσίνα, ο Ιπποκράτης ο καμαρότος ομογενής εξ Αιγύπτου, ο Αγγελής ο ναύτης από τον προσφυγικό μαχαλά της Καισαριανής, ο Γιώργος Ανθυποπλοίαρχος από την Λευκάδα, ο Πασχάλης ο ναύτης, ένα γιγαντόσωμο θεριό από την Σαμοθράκη, ο Επαμεινώνδας ο λοστρόμος από την ναυτομάνα Άνδρο, και ο νεαρός μηχανικός μας από τα χωριά του Πάρνωνα. Όλοι αυτοί συνθέτουν ένα γαϊτανάκι εύθυμο, σοβαρό, ταλαιπωρημένο και άκρως ζωντανό που η πείνα για ζωή και εμπειρίες ξεχειλίζει μέσα τους.
Προχωρώντας η βραδιά ο νεαρός μηχανικός σηκώθηκε από την θέση του και έκανε το γύρο της κουκέτας να ξεμουδιάσει την απραξία του. Από τον τρόπο που περπατούσε, ένας έμπειρος ταξιδιώτης θα μπορούσε να καταλάβει πως ο νεαρός ήταν σχετικά νεόφερτος σε ταξίδι με το τραίνο. Οι κινήσεις του ήταν κάπως απότομες σε αντίθεση με τον ανάλαφρο, σταθερό βηματισμό πολλών συνταξιδιωτών του. Έριξε μια ματιά στο εξωτερικό τοπίο αλλά τα φώτα στο βαγόνι τον εμπόδιζαν να δει καθαρά εκεί έξω το σκοτεινό τοπίο.
Ο κάθε άνθρωπος έχει τις αδυναμίες του. Οι δίκες του ήταν τόσο φανερές, που ήταν άδικο να τις εκμεταλλευτεί ο καθένας. Όλο το υπόλοιπο πλήρωμα αντιμετώπιζαν το νεαρό μηχανικό με φιλική διάθεση και τον ενθάρρυναν να πάρει μέρος στην συζήτηση που είχε ανάψει για τα καλά στο διπλανό κουπέ. Τα κουπέ είναι για 6 άτομα αλλά συνήθως ποτέ δεν είναι γεμάτα στα χειμερινά τους δρομολόγια. Η παρέα τους είχε κάνει κατάληψη σε τρία κουπέ του βαγονιού. Ο ίδιος βρέθηκε να συνταξιδεύει με τον Αγγελή και έναν Τούρκο φοιτητή από την Κωνσταντινούπολη.
Με τον Τούρκο φοιτητή η γνωριμία ήταν μια ευχάριστη νότα του ταξιδιού. Όταν τα βλέμματα τους συναντήθηκαν μια σιωπηλή αλληλοεκτίμηση διαχύθηκε στα πρόσωπα τους. Ο νεαρός μηχανικός χαμογέλασε και στο πρόσωπο του σχηματίστηκαν σκιερές αυλακιές όμοιες μ’ αυτές του γύρω αλπικού τοπίου. Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις και ήταν εγκάρδια φιλικές παρά τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου που ήταν ακόμη νωπά. Η σπίθα που είχε ανάψει στο νησί ήταν παρούσα γύρω τους. Το ότι δεν ξέσπασε πόλεμος σκέφτηκε ο νεαρός μηχανικός οφειλόταν σε μια τραγική συγκύρια περιστάσεων και όχι σε μια εσκεμμένη τακτική των κρατών μας. Η ισχυρογνωμοσύνη τόσο το χουντικού καθεστώτος όσο και του βαθύ κράτους της Γείτονος είχαν φέρει σαν μια κακόγουστη φάρσα σε τροχιά σύγκρουσης τα δυο έθνη. Δικαιολογίες υπήρχαν και για τις δυο πλευρές. Άλλωστε πάντα υπάρχουν.
Ξάπλωσε αναπαυτικά στην κουκέτα του τραίνου, ακούμπησε πίσω στη μαλακή ταπετσαρία κι έκλεισε τα βλέφαρα του. Το τραίνο ταξίδευε με σταθερή ταχύτητα σ’ ένα απαλό νανουριστικό γλίστρημα άλλα ο νεαρός μηχανικός δεν κοιμήθηκε. Αντίθετα σκεπτόταν έντονα τα γεγονότα του τελευταίου ταξιδιού στην μακρινή άπω ανατολή. Στο τραίνο βρίσκει ο ταξιδιώτης το χρόνο να κάνει την εσωτερική του περιήγηση και να παραδοθεί στα όνειρα του. Θέλησε να βουλιάξει στη σιωπή και στις αναμνήσεις του, σαν το πλοίο που το καταπίνουν σύννεφα από αφρούς που στροβιλίζονται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
«Το τελευταίο ταξίδι ήταν από τη δυτική ακτή ηνωμένων πολιτειών προς τη θάλασσα της Ινδονησίας και από εκεί θα συνέχιζε για Ευρώπη.
Ο ουρανός καλύφθηκε ολόκληρος με μαύρα σύννεφα και απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα έρχονταν βροντές κι αστραπές που έκαναν την νύχτα μέρα. Αν και τα μετεωρολογικά δελτία προέβλεπαν καλές καιρικές συνθήκες η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Για μέρες έζησαν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Το πλοίο χόρευε στα λυσσασμένα κύματα τα οποία ήταν λες και ήθελαν να το καταπιούν.
Το πλοίο αγκομαχούσε πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας κι όλο κλυδωνιζόταν και μούγκριζε κάτω από το ανελέητο σφυροκόπημα των κυμάτων.
Τα φώτα της καμπίνας άναψαν καθώς βρήκε το διακόπτη κα τον γύρισε, για ένα λεπτό αισθανόταν πολύ ζαλισμένος για να κάνει κάτι και έμεινε ακίνητος κοιτάζοντας στο κενό.
Σηκώθηκε. Ακολούθησε το αλουέ του πλοίου μέχρι την έξοδο του ντέκ.
Όταν κόπαζαν οι αστραπές δεν μπορούσε να δει τίποτα, η νύκτα ποτέ δεν ήταν τόσο σκοτεινή όσο αυτή. Μια βελούδινη κουρτίνα θα εμπόδιζε ίσως λιγότερο το φως. Μεγάλη τροπική καταιγίδα - η «Λόλα» - δημιουργήθηκε χίλια μιλιά δυτικά της πορείας του πλοίου.
Οι ασύρματοι σε όλα τα μήκη και πλάτη του βορειοδυτικού Ειρηνικού, ωκεανού άρχισαν να στέλνουν αδιάκοπα μηνύματα για την μεγάλη καταιγίδα που εξελισσόταν σε τυφώνα. Είχε ξεκινήσει ανατολικά των Φιλιππίνων και σάρωνε ανεξέλεγκτα τον απέραντο ωκεανό, κινούμενος με τρομαχτική ταχύτητα βόρεια, βορειοανατολικά. Τα πλοία που ταξίδευαν κοντά σε απάνεμα λιμάνια, κόλπους ή προφυλαγμένα νησιά, έσπευσαν να αγκυροβολήσουν για λόγους ασφαλείας, μετά τις απανωτές προειδοποιήσεις που έστελναν τα ερτζιανά.
Όσα πλοία βρέθηκαν όμως μεσοπέλαγα, το μόνο που ήλπιζαν οι ναυτικοί τους, ήταν να μη βρεθεί στη ρότα τους τούτος ο ανισόρροπος τυφώνας που άλλαζε πορεία και κατεύθυνση συνεχώς. Μια διέσχιζε τον ωκεανό προς τα βορειοανατολικά, μια γύριζε απότομα νότια, και εκεί που περίμεναν όλοι οι μετεωρολόγοι πως θα κόπαζε και θα ξεθύμαινε, αυτός θαρρείς και έπαιρνε αιφνίδιες δυνάμεις, έστρεφε και πάλι βορειοανατολικά με μεγαλύτερη ακόμα ένταση.
Στη γέφυρα υπήρχε σύσκεψη για τα επερχόμενα.
Ο πλοίαρχος ήταν ένας άνδρας γύρω στα πενήντα, αλλά τα μαλλιά του ήσαν ακόμη μαύρα και πυκνά. Ανήκε στη κατηγορία των όχι εξαιρετικά όμορφων ατόμων που εμπνέουν όμως εμπιστοσύνη από την πρώτη στιγμή που τα συναντάει κανένας. Έδινε την εντύπωση του ευχάριστου πεπειραμένου πλοιάρχου που δεν νοιαζόταν να δίνει συμβουλές χωρίς προκατάληψη και που ωστόσο ν έχει την επαφή με τα πληρώματα του. Μια χρυσή καρδιά κάτω από τραχιά μορφή είχε σκεφτεί ο νεαρός μηχανικός στην αρχική τους γνωριμία και είχε επιδοκιμάσει με τον νου του την κοινοτυπία του χαρακτηρισμού του. Ο γραμματικός του πλοίου ήταν ο καπετάν Γεράσιμος που ήταν γραμματικός με κεφαλαία γράμματα. Γεροδεμένος, τετράγωνες πλάτες, μετρίου αναστήματος, με αεικίνητα γαλάζια μάτια, που δεν άφηναν τίποτα απαρατήρητο. Τα εγγλέζικα του ήταν πολύ καλύτερα από του καπετάνιου και μιλούσε πέντε έξι γλώσσες ακόμα.
Είχε περάσει μια ώρα πριν βεβαιωθούν ότι η τροπική καταιγίδα έδειχνε μεταβαλλόμενη αλλαγή πορείας με άμεσο κίνδυνο να διασταυρωθεί με το δρομολόγιο του πλοίου, αλλά ακόμη δεν μπορούσαν να αποφανθούν ποσό σύντομα θα συνέβαινε αυτό.
Ο αμείλικτος δείκτης του βαρομέτρου στη γέφυρα του πλοίου τυλιγμένο μέσα στο πέπλο της νύκτας διέγραφε τα τελευταία λεπτά συνεχή πτώση κάνοντας αντιληπτά τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν.
Ο γραμματικός μίλησε πρώτος
-Όλοι φεύγουν σα να τους κυνηγάει ο διάβολος. Ο καιρός μπορεί να γίνει πολύ ζόρικος σε τούτα τα μέρη. Έχω ταξιδέψει στην καραϊβική θάλασσα τα πρώτα μου ναυτικά χρόνια, κι έχω δει μερικούς τυφώνες στα ταξίδια μου, άλλα τίποτα δεν συγκρίνεται με έναν κυκλώνα του Ειρηνικού.-Έχουμε μόνο δυο επιλογές να κάνουμε είπε.
-Μπορούμε να μειώσουμε ταχύτητα να παραμείνουμε στην θαλάσσια περιοχή που βρισκόμαστε αναμένοντας ότι τελικά η καταιγίδα θα πάρει τη συνηθισμένη βορειοανατολική πορεία που ακολουθούν οι καταιγίδες της περιοχής αυτή την εποχή και να περάσει σε ασφαλή απόσταση από την θέση μας.
-Η άλλη λύση είναι να κάνουμε αναστροφή πορείας να γυρίσουμε νοτιά νοτιοανατολικά και να αναμένουμε το ξέσπασμα της μέχρι να εξαντληθεί στα βόρεια. -Ας ελπίσουμε πως δεν θα χρειαστεί να δοκιμάσουμε την δεύτερη λύση συμπλήρωσε.
Ο μεγάλος κίνδυνος ήταν η συνεχώς μεταβαλλόμενη και απρόβλεπτη πορεία της καταιγίδας. Ο καπετάνιος σκέφτηκε πως είχε πολύ καιρό ν’ ακούσει χειρότερο μαντάτο. Έκανε μερικούς αριθμητικούς υπολογισμούς με το μυαλό του για να υπολογίσει την ακριβή απόσταση της καταιγίδας και τις πιθανές πορείες της. Αν και αισθανόταν ότι το πλοίο θα ήταν φοβερά εκτεθειμένο στην απόφαση του αποφάσισε να ακολουθήσουμε την πρώτη λύση.
Απόμενε να διαπιστωθεί εάν η πρώτη λύση που αποφασίστηκε είναι και η πιο κατάλληλη και αποτελεσματική για την αντιμετώπιση της καταιγίδας.
Τρεις ημέρες αργότερα αν και δεν είχαν οριστικά απομακρυνθεί ακόμη από την ακτίνα δράσης της καταιγίδας, το πλοίο ανακτούσε ταχύτητα καθώς η αντίσταση της κακοκαιρίας λιγόστεψε. Μπορεί να είχαν ακόμη δρόμο μέχρι να απομακρυνθούν τελείως και να βγουν έξω από την ακτίνα δράσης της και σε ασφαλή πορεία, μα ήξεραν ότι είχε περάσει κι αυτή η καταιγίδα, άγρια όπως όλες που χτυπάνε χωρίς λύπη και έλεος… και… κάποια στιγμή αρχίζει να χαράζει ο Ήλιος ζωηρός και τα πάντα γεμίζουν με φως. Τα νερά του ωκεανού ήρεμα καθρεφτίζουν τις ακτίνες του. Υπέροχες στιγμές. Χρειάζονται μοναχά λίγα δευτερόλεπτα να κοιτάξεις τέτοιες εικόνες, για να νιώσεις ευτυχισμένος άνθρωπος. Να ζεστάνεις την ψυχή σου με την ανάσα σου. Και να σκεφτείς πόσα πράγματα σημαντικά έχεις να κάνεις, μόλις περάσει η καταιγίδα. Κι όταν η καταιγίδα θα έχει περάσει, δεν θα θυμάσαι πως τα κατάφερες ή πως επιβίωσες. Ένα πράγμα είναι μόνο σίγουρο. Όταν θα περάσει δεν θα είσαι πια ο ίδιος άνθρωπος με αυτόν πριν ξεκινήσει.
Ο νεαρός μηχανικός έπιασε τον εαυτό του να ευγνωμονεί τις εμπειρίες στον ωκεανό και πιο πολύ την καταιγίδα, γιατί τώρα ήξερε ότι θα μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει τις συνθήκες που πιθανόν θα συναντούσε οποιουδήποτε καινούργιου ταξιδιού.
Πόσο διαφορετική είναι τούτες τις ώρες η θάλασσα. Γαλήνια, μια ήρεμη γαλήνη, μια αβίαστη γαλήνη, μια απόμακρη γαλήνη.»

Η χαρούμενη παρέα των ναυτικών μας τις περισσότερες ώρες τις περνούσαν συνήθως μαζεμένοι σε μια κουκέτα φλυαρώντας ευχάριστα. Οι συζητήσεις τους περιφέρονταν γύρω από τα της πατρίδος και συμπληρωματικά με τη γνώση των αναγκών του επαγγέλματος τους, που οι αρχαιότεροι της παρέας μετέφεραν την συσσωρευμένη πείρα τους στους νεώτερους. Ο ανθυποπλοίαρχος ήταν αυτός που άλλαξε πρώτος το αντικείμενο της συζήτησης. Το να περάσεις την κουβέντα από την επαγγελματική συζήτηση στη πολιτική δε χρειαζόταν και μεγάλη δεξιοτεχνία, γιατί τις ήμερες εκείνες η πολιτική αποτελούσε το κύριο θέμα. Και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία, πως όλοι θα είχαν και κάποιο πειστικό επιχείρημα στο λόγο τους, και αν κάποιος προσπαθούσε να τους αντικρούσει θα του πρόβαλλαν τις συνηθισμένες κοινωνικές θεωρίες. Ο ανθυποπλοίαρχος είχε ξαναβρεθεί σε παρόμοιες συζητήσεις και με το ταλέντο του ομιλητή με την βαθιά καλλιεργημένη και ειλικρινή φωνή του έδινε προοδευτικά ζωηρό τόνο στην συζήτηση ώστε να μην καταλήξει σε ανιαρή κουβέντα. Χαμηλόφωνος και πάντα τόσο χαμογελαστός που σε προτρέπει να υποψιαστείς ότι ο πολίτικος διάλογος δεν του είναι μια άγνωστη πρακτική, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι ο κλασσικός τύπος επαναστάτη που θέλει να ανατρέψει τα σύγχρονα πολιτικά δρώμενα.
Έπεσε μια ξαφνική σιωπή στην κουκέτα. Μόνο το σφύριγμα της ατμομηχανής και το τρίξιμο των τροχών του σιδηροδρομικού συρμού ακουγόταν στην ατμόσφαιρα. Η πολύβουη παρέα είχε σταματήσει την κουβέντα της για να μπορέσει να ακούσει την αναγγελία από τα μεγάφωνα. Ο νεαρός μηχανικός έστρεψε το βλέμμα του προς τα διαγράμματα πάνω από τις πόρτες για να αναγνωρίσει τον σταθμό άφιξης του τραίνου.
-Πλησιάζουμε το Ζάγκρεμπ πληροφόρησε την ομήγυρη, στη συνέχεια περπάτησε όχι πολύ σταθερά προς το κοντινότερο παράθυρο κόλλησε το πρόσωπο του στο τζάμι, κοίταξε ίσια μπροστά του, παρατηρώντας εκεί που ο μεγάλος μεταλλικός θόλος του σταθμού έλαμπε στο ομιχλώδες πρωινό κάτω από το φως των λαμπτήρων.
Ένα μεγάλο γκρουπ με ποδοσφαιριστές της τοπικής ομάδας καταλαμβάνουν με θορυβώδη τρόπο τα μπροστινά βαγόνια, γεμίζουν με ζωή τα σαλόνια και τα παράθυρα των βαγονιών.
Οι νέοι ταξιδιώτες μπαίνουν στο τραίνο και ξεκίνησαν να βολεύονται στις θέσεις τους.
Την πρόσεξε που κρατούσε στα χέρια της ένα μεγάλο δερμάτινο ταξιδιωτικό σάκο.
Στεκόταν όρθια στην είσοδο της κουκέτας χαμογελώντας ανάλαφρα.
Και πιο πολύ πρόσεξε τα μάτια της που διάβαζαν την πινακίδα της κουκέτας.
Είδε το βλέμμα της- ματιά καθαρή- που πάσχιζε ν’ ανοίξει κουβέντα, να ρωτήσει.
Κίνησε τα χείλη του σ’ ένα «γεια σου» κ' επειδή δε βγήκε ήχος – δεν μπορούσε να μιλήσει- πρόσθεσε βουβά «τι πριγκιπική κορμοστασιά θεέ μου». Ήταν ψηλή και στητή σαν λαμπάδα, ένα κορίτσι γύρω στα είκοσι, με εμφάνιση άψογη.
Μ’ έναν πανέμορφο κότσο 
Με γυρισμένες προς τα επάνω τις άκρες των μαλλιών της.
Όπως το πουλί μέσα στα σύννεφα.
Μ’ ένα λινό φόρεμα.
Απλά ντυμένη.
Με πόση χάρη κουνούσε ανάλαφρα το κορμί της.
Η λεπτή και χαριτωμένη κορμοστασιά της.
Α! Τι εκπληκτική ομορφιά.
Μ’ αλαβάστρινα δάχτυλα που έμοιαζαν 
Με τους βλαστούς του μπαμπού την άνοιξη.
Τα ροδοκόκκινα χείλια της,
Στόλιζαν το αρωματισμένο στόμα της.
Και τα δικά της χείλη κινήθηκαν επίσης. «Είναι ελεύθερα» ρώτησε μ’ ευχαρίστα φιλικό τόνο δείχνοντας τις άδειες θέσεις.
Ξεπερνώντας την αρχική του αμηχανία ο νεαρός μηχανικός περπάτησε σιωπηλός την απόσταση που τους χώριζε, την πλησίασε να την βοηθήσει, ζήτησε ευγενικά τον ταξιδιωτικό σάκο τον πήρε στα στιβαρά του χεριά και τον τακτοποίησε στον ουρανό της κουκέτας.
«Ευχαριστώ» που με βοήθησες ήταν, πολύ ευγενικό του είπε.
Η αρχική του αμηχανία αν κα ήταν ορατή με γυμνό μάτι ξεπεράστηκε.
Την κοίταξε «Δεν είναι απαραίτητο να μ’ ευχαριστήσετε καν. Ακολούθησα κανόνες της λακωνικής γης, δεν είχα άλλο τρόπο εκλογής» της απάντησε ξαναβρίσκοντας το χαμόγελο του.
Έμεινε για λίγο ευχάριστα άναυδη- αιφνιδιασμένη-. «Και εσείς Λάκωνας» είπε.
Το πανωφόρι της παλλόταν στους ώμους όπως τον προσπερνούσε στα θυρόφυλλα της κουκέτας που κλείσανε πίσω τους, γλίστραγε σαν χορεύτρια, ήταν υπέροχη, ήταν ένα όνειρο και το άρωμά της έμεινε εκεί δα, στη νοτισμένη πρωινή ατμόσφαιρα.
Ένοιωσε και πάλι τον εαυτό του να κοκκινίζει ελαφρά. «Από τα περίχωρα της Μονεμβασιάς» και προτείνοντας το χέρι του μ’ εγκαρδιότητα συστήθηκε.
Αυτή δίστασε ανεπαίσθητα, βλεφάρισε αντικρίζοντας δυο μάτια στο χρώμα του καπουτσίνο που θα έβαζαν σε πειρασμό κάθε γυναίκα. Μετά πήρε το χέρι του και το κράτησε για λίγο σφιχτά. «Να υποθέσω ότι θα βρεθούμε και συγγενείς;» αναρωτήθηκε «φορώντας» ένα αφοπλιστικό χαμόγελο. «Από τα ορεινά χωριά του Ζάρακα η καταγωγή μου. Τα κρυμμένα ανάμεσα στα βουνά», συμπλήρωσε, και της ξέφυγε ένας στεναγμός ευχαρίστησης καθώς καθόταν αναπαυτικά στην άδεια θέση. Και μόνο η σκέψη της απρόσμενης συνάντησης σ’ αυτό τον απόμακρο σιδηροδρομικό σταθμό των Βαλκανίων την έκανε να χαμογελάσει. Ίσως το ταξίδι της να μην εξελισσόταν άσχημα. Ο κόσμος τελικά είναι πολύ μικρός.
Ένιωσαν το απαλό συναίσθημα της επιτάχυνσης της αμαξοστοιχίας και μετά μια αόριστη, ελάχιστη αντιληπτή, αίσθηση ταχύτητας.
Ο νεαρός μηχανικός προσποιήθηκε ότι άκουγε τον διπλανό του Αγγελή τον ναύτη για να μην της δώσει να καταλάβει ότι χάζευε τις χυτές γάμπες της. Στο μεταξύ αναλογίστηκε το εσωτερικό του δίλημμα. Είτε θα της έλεγε κατευθείαν την αλήθεια για τις σκέψεις του, ξέροντας τον κίνδυνο ότι η έλξη μεταξύ τους θα έκανε φτερά αν προσπαθούσε να δώσει μια ώθηση πέρα από τα όρια. Στριφογύρισε στη θέση του έτσι ώστε να την κοιτάζει κατάματα, ακουμπώντας το χέρι στην πλάτη του καθίσματος.
«Αν σου κάνω μια ερώτηση, υπόσχεσαι να μην με παρεξηγήσεις;» τη ρώτησε όταν εκείνη έμεινε σιωπηλή.
«Εξαρτάται από την ερώτηση»
«Κλασσική γυναικεία απάντηση».
«Α, ώστε το πρόσεξες ότι είμαι γυναίκα».
Το χαμόγελο το νεαρού μηχανικού διαπλάτυνε – τα έλεγε όλα. Ήταν δυνατόν να μην προσέξει κάτι τέτοιο . Η αλήθεια ήταν ότι του άρεσε πολύ η γυναίκα διπλά του. «Εμείς οι δυο έχουμε πολλά να πούμε» της είπε.
Την είδε να ξεροκαταπίνει και πρόσεξε τη διαστολή στις κόρες των ματιών της, που μαρτυρούσε την στιγμιαία διέγερση της.
Τα σώθηκα του πήραν φωτιά. Όταν ανεβαίνει το θερμόμετρο, τα πάντα μπορούν να συμβούν.
Έκατσε πιο βαθιά στο κάθισμα κι έπαιξε με τα δάχτυλα την άκρη από το κορδόνι του πανωφοριού του, αφήνοντας το μυαλό του να παρασυρθεί σε προσωπικές σκέψεις.
«Στην εφηβεία μου πέρασα ένα ολόκληρο καλοκαίρι στη Ρειχιά, και στη μαγευτική παραλία της Βλυχάδας, εκεί που η θάλασσα λαμπυρίζει σε χιλιάδες σταγόνες φωτός . Ένα τοπίο με μυστική παρθενικότητα, με αρώματα βουνού και ψιθύρους της θάλασσας. Παραλία δυσπρόσιτη, η επίσκεψη γίνεται μέσα από μονοπάτια με πικροδάφνες, γαλατσίδες, κιτρινοξιλιές, συκιές και σκίνα. Τα καλοκαιρινά βράδια στη Βλυχάδα είναι δροσερά. Είναι ο γλυκός νυκτερινός αέρας που κατεβαίνει από τα βουνά του Ζάρακα με τα έλατα και περνάει από τα αμπέλια, τις ελιές, τις χαρουπιές και τις συκιές και φέρνει μαζί το θυμάρι που σμίγει με τη θαλασσινή αύρα. Αυτή η αύρα είναι που μαζί με τον ήσυχο παφλασμό του νερού σε νανουρίζουν τα βράδια κοντά στο κύμα, όταν αποκαμωμένος από το κολύμπι ησυχάζεις.» της είπε.
Είδε τη λάμψη στο χαμόγελο του προσώπου της, λες και κάποιος το είχε αποτυπώσει εκεί.
Το μυαλό της πρέπει να ταξίδεψε σε ευτυχισμένες στιγμές – σε χαρούμενους τόπους.
Της χαμογέλασε καθησυχαστικά, και στο χαμόγελο του φάνηκε μια λάμψη ευχαρίστησης στην ανάμνηση αυτού του καλοκαιριού.
«Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δε θα μου περνούσε από το μυαλό ότι κάποτε θα αντάμωνα κάτω από τέτοιες συνθήκες μια γνήσια ομορφιά αντάξια απόγονο της πεντάμορφης Στάμω, την Παναρίτη. Της λυγερής της Στάμω, με την αέρινη κορμοστασιά».
«Με κολακεύετε» του αποκρίθηκε χαμογελώντας. «Πολύ φοβάμαι ότι γνωρίζω ελάχιστα για το πρότυπο που μου λέτε.»
Του φάνηκε παράξενο που δεν γνώριζε πολλά για την ιστορία τούτη.
Τις επόμενες ώρες της αφηγήθηκε την «ιστορία» της φημισμένης Στάμω. Την αιχμάλωτη του Ιμπραήμ. ...........

........... Την ώρα που ο ήλιος καταπόρφυρος, αναδυόταν βαθιά στον ορίζοντα, μέσα στα καταγάλανα νερά του Μυρτώου, άρχισε το μακελειό. Σκοτείνιασε ο ουρανός και ο ουρανός και ο ήλιος κρύφτηκε μες στη μεγάλη εκείνη σκοτεινιά. Άναψαν τα τούρκικα γιαταγάνια, καθώς τα σφαγμένα κορμιά κατρακύλαγαν το ένα πίσω από το άλλο στο βάθος της βαθιάς εκείνης λαγκάδας.
«Α! Ετούτη τη μορφονιά αφέντη μου, μην τη χαλάσουμε» είπε ο δήμιος στο σερασχέρη δείχνοντας με το ματωβαμμένο χέρι του τη Στάμω, που κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της το δωδεκάχρονο αδελφό της τον Αντώνη. «Είναι πολύ γκιουζέλ. Θα χαρεί ο πασάς σαν του την πάμε να την έχει στολίδι στο χαρέμι του»
Έτσι, την όμορφη Στάμω, την Παναρίτη και τον μοναδικό αδερφό της, τον Αντώνη, τους μπάρκαραν σε ένα πλεούμενο, και από την Πύλο βρέθηκαν στην Αλεξάνδρεια, συστημένοι για το χαρέμι του μεγάλου πασά. Τη λυγερή τη Στάμω,με την αέρινη κορμοστασιά, εκείνος ο πασάς τη στόλισε στα μετάξια και τα χρυσαφικά. Την έκανε βασίλισσα του χαρεμιού του. .......................

Υπήρχε κάποιο πάθος και βαθύ αίσθημα πίσω από τα λόγια του, που έκρυβε μια βαθιά εσωτερική ζεστασιά. Είχε χαθεί μέσα στις λεπτομέρειες της αφήγησης του για αρκετή ώρα όταν άκουσε μ’ ευχαρίστηση την απαλή μουσική που πλημμύρισε ξαφνικά το βαγόνι, χωρίς να διασπασθεί η ροή της ιστορίας του. Όπως ξαφνικά άρχισε η μουσική έτσι ξαφνικά σταμάτησε. Μεσολάβησε μια σύντομη σιγή, και μια γλυκιά διακριτική φωνή ανήγγειλε τον επόμενο σταθμό.
Το τραίνο πλησίαζε τώρα στο τέλος του ταξιδιού του. Θα έφτανε στη Θεσσαλονίκη σε λιγότερο από μια ώρα. Στα μάτια του νεαρού μηχανικού απλώθηκε μια ονειροπόλα έκφραση. Κοίταξε την σύντροφο του σιωπηλός. Την περίμενε αυτή την εξέλιξη. Όταν όμως το τέλος του ταξιδιού και ο χωρισμός όσο και αν είναι αναμενόμενος, γίνεται πραγματικότητα, πάντα προκαλεί ένα τρεμούλιασμα στην καρδιά. Είναι δύσκολη η αντιμετώπιση της πικρής αυτής αλήθειας, που σε βγάζει από έναν εφήμερο απατηλό παράδεισο. Για λίγο οι δυο νέοι κοιτάχτηκαν ο ένας με τον άλλον, εκτιμώντας, μελετώντας, ξεπερνώντας τα σύνορα της συστολής που χώριζαν τη σύντομη γνωριμία τους. Κάτι αναταράχτηκε μέσα τους, κι ορθώθηκε όπως το τρομαγμένο άλογο.

Άφιξη στη Θεσσαλονίκη.

Αισθάνθηκαν τον κρύο αέρα να τυλίγει τα πόδια τους και παγωμένες ψιχάλες βροχής να πέφτουν πάνω τους. Ζύγωνε η ώρα του χωρισμού.
Η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά στο στήθος.
Ήταν ένα φυσικό συναίσθημα, ωστόσο δεν ήθελαν να το αφήσουν να έλθει στην επιφάνεια.
Αυτή δεν ήταν χαρούμενη, ούτε ανάλαφρη η ομιλητική.
Μια σκιά απλώθηκε στο πρόσωπο της. « Έως εδώ ήταν λοιπόν;». Και κάποιο ίχνος παράκλησης φάνηκε στη φωνή της.
Την κοίταξε ερωτηματικά στα μάτια, με αμφιβολία για μια στιγμή, κι είπε.
«Δεν είμαι σίγουρος τι εννοείς μ’ αυτό. Ακούγεται σα μια θετική πρόταση.»
Εκείνη τον πλησίασε κι αυτός χωρίς δισταγμό την αγκάλιασε. Έβαλε το δάχτυλο της στα χείλια του κι αυτός το φίλησε ανάλαφρα. Κοιτάζοντας τον με ελαφρά δακρυσμένα τα γκριζοπράσινα μάτια της του είπε. «Φαινόσουν τόσο ευτυχισμένος τόσο χαρούμενος εκεί μέσα στην κουκέτα. Έμεινα κουρνιασμένη στον ώμο σου και άκουγα την καρδιά σου να κτυπάει γρήγορα στην αρχή και μετά αργά και πιο αργά.»
«Πρέπει να χωρίσουμε τώρα.» του είπε.
Εκείνος δίστασε και μετά έσκυψε και την φίλησε. Έμειναν αγκαλιασμένοι για λίγο.
«Θα ξαναϊδωθούμε σύντομα.» Της είπε.
«Το ελπίζω» του μουρμούρισε με θλίψη και κίνησε για το μικρό αυτοκίνητο που την ανέμενε εκεί έξω στην είσοδο του σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης.
Τα βλέμματα τους αποχωρίστηκαν με την σιωπηλή αλληλοεκτίμηση αυτών , που επιθυμούν οι δρόμοι τους να σμίγουν ξανά.
Στεκόταν ακίνητος στη μέση της αποβάθρας κι άκουγε τα βήματά της που απομακρύνονταν, την παρακολουθούσε μέχρι που έκλεισε η πόρτα του αυτοκινήτου πίσω της.
Κατέβασε τα μάτια του τα στύλωσε στο έδαφος και δεν τα σήκωσε παρά μόνο όταν τα μεγάφωνα του σταθμού ανήγγειλαν την αναχώρηση του τραίνου. Προχώρησε προς την σκάλα ανόδου μελαγχολικά και ανέβηκε στο βαγόνι για τη συνεχεία του ταξιδιού και το τέλος της διαδρομής. Δεν είχε καμία διάθεση για κουβέντα καθώς καθόταν στη φωτισμένη κουκέτα του. Το τραίνο ξεκίνησε.
Με την πλάτη ακουμπισμένη στο κάθισμα του, κοίταζε από το αχνισμένο τζάμι το σταθμό που έμενε πίσω τους με μάτια που δεν έβλεπαν. Ένοιωθε την καρδιά του να κτυπάει ξέφρενα στο στήθος του.

Την ονειρευόταν συχνά – όχι απόλυτα ερωτικά – όταν επέστρεψε στα επαγγελματικά του θαλασσινά ταξίδια. Στα όνειρα του έβλεπε πάντα ότι ήταν αδύνατο να τη φτάσει. Δεν τον άκουγε όταν τη φώναζε. Του έφευγε, όσο την πλησίαζε.
Τα όνειρα αδυνάτισαν με τον καιρό.

Τώρα που πίσω από πέλαγα
έχουν χαθεί τα παλαιά μου οράματα
και δεν με φθάνει η μορφή τους
κι η ανάμνηση τους μ’ άφησε
(Ποιήματα, “Κάποιες Νύχτες”,)

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Η Σειρήνα και ο Ναυαγός ( Ραμόν Σαμπέδρο )

Σε κάποιο μακρινό νησί ξεβράστηκε μια πληγωμένη
    σειρήνα,
εκεί είχε πέσει έξω κι ένας τραυματισμένος
    ναυαγός.
Τον κοίταξε και πόνεσε τόσο με τη μελαγχολία του,
που βάλθηκε να χύνει δάκρυα αλμυρά θλίψης
   γι΄αυτόν.

Ο γερο-ναυτικός που πάντα ονειρευόταν
μια σειρήνα ξανθομαλλούσα,αφρόκορμη,
γλυκόματη, βλέποντάς την έτσι λυπημένη λησμόνησε
   για λίγο τα βάσανά του
κι άρχισε να της λέει το παραμύθι μιας μικρής
   σειρήνας και ενός θαλασσόλυκου :

Οι σειρήνες ονειρεύονται, είπε ο ναυτικός, έρωτες στη
    στεριά,
οι ναυτικοί ονειρεύονται, όπως οι σειρήνες, έρωτες στο πέλαγος,
να ονειρεύεσαι το αδύνατο, αυτή είναι η θρησκεία των
ονειροπόλων.
Για τις σειρήνες και τους ναυτικούς η ζωή είναι να ονειρεύεσαι.

Ο μύθος λέει πως όταν σειρήνα ανταμώνει ναυτικό,
ο θεός της θάλασσας της απαγορεύει να μείνει
   μαζί του.
Πρέπει μόνο να τον κοιτάξει, να του πάρει το νου και
   να συνεχίσει το δρόμο της
γιατί αν μείνει, το αλάτι της θάλασσας θα γίνει πάγος.

Λένε πως τέτοια τιμωρία σκληρή οφείλεται στο μέγα
   Ποσειδώνα :
το 'σκασε η αγαπημένη του μ' ένα ναυτικό που τον
   άκουσε να τραγουδάει.
Από τότε απαγορεύτηκε στους ναυτικούς να βλέπουν
   τις σειρήνες.
Κι αν εκεί που δεν το περιμένουν τις συναντήσουν,
γίνεται η συνάντησή τους τιμωρία βαριά σαν
καταδίκη, αιώνια τιμωρία.

Γλυκιά σειρήνα που ήρθες πληγωμένη, μη θρηνείς
   για τη μελαγχολία μου.
Κι όταν θα φύγεις, να μη σκέφτεσαι πως νιώθω πόνο
   για όλα αυτά.
Μια μέρα θα γίνουμε μονάχα ύλη, και τότε, όπως στην
   αρχή,
πεθαίνει ο Ποσειδώνας, λύνεται η γητειά του,
   και θριαμβεύει τελικά ο έρωτας.
Κι όταν στις καταιγίδες η θάλασσα αφρίζει και
    βρυχάται μανιασμένη,
τα πλοία σέρνοντας στον πάτο της μαζί με τους
   ναυτικούς,
είναι ο αιμοβόρος και σκληρός Ποσειδώνας που δίνει
   χαστούκια
ζηλόφθονου εραστή
γιατί μια σειρήνα κι ένας ναυτικός ξανακοιτάχτηκαν.

Ραμόν Σαμπέδρο. Ναυτικός που έμεινε τετραπληγικός σε ηλικία εικοσιπέντε χρονών και για τα επόμενα τριάντα χρόνια διεκδίκησε το δικαίωμα στο θάνατο. Τη λύτρωση του χάρισε προφανώς κάποιος φίλος, καθώς το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν του επέτρεψε την ευθανασία.

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Ασφαλής πορεία, Ανατολικά .

Αποβιβαστήκαμε στο αεροδρόμιο της Πίζας Ιταλία.
Ο ήλιος ήδη βρισκόταν ψηλά, ήταν μια φωτεινή μέρα του Μαΐου, ζεστή, μύριζε καλοκαίρι. Ταξίδευα με τον μέλλοντα πλοίαρχο του φορτηγού πλοίου που ξεφόρτωνε στον λιμένα Μαρίνα Ντι Καράρα όπου και ο τελικός προορισμός μας να παραλάβουμε πλοιαρχία και επιστασία μηχανοστασίου .
Στο αεροδρόμιο μας περίμενε αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε οδικώς για τον λιμένα. Θυμάμαι με ένα "Βόλβο" λιμουζίνα, και το κοντέρ κολλημένο μόνιμα πάνω από τα διακόσια χιλιόμετρα.
Ενώ ετοιμάζομαι να πληροφορήσω τον οδηγό ότι κυκλοφορούν εμφράγματα, εγκεφαλικά, καταθλίψεις και άλλα συναφή, στο δρόμο μας προσπέρασε μια "Άλφα Ρομέο" σαν σταματημένους. Αναστέναξα και δεν έβγαλα μιλιά . Υπάρχουν και χειρότερα σκέφτηκα.
Φθάνοντας στο λιμάνι κατά μήκος στην παραλία το χώμα κοκκίνιζε, κι ως εκεί που φθάνει το μάτι απλώνονταν μαρμάρινοι όγκοι φερμένοι από όλα τα μέρη του κόσμου.
Δύο τρία πλοία ήταν δεμένα στην προβλήτα στο βάθος του κόλπου.
Μία μικρή μεσογειακή πόλη που νωχελικά την αγκάλιαζε η θάλασσα.
Είχε την ομορφιά των λιμανιών αλλά και την συνήθως άσχημη μυρωδιά τους.
Τα λιμάνια της μεσογείου είναι πόλεις πόρνες που αποπνέουν σεξ και πατσουλί.
Όλες έχουν φιλοξενήσει κουρσάρους και λάγνους κατακτητές. Οι εραστές τους έχουν πεθάνει μα εκείνες ζουν.
Ένας Πιλότος μού είπε κάποτε ότι τα πάντα προέρχονται από την θάλασσα, και ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο ισχυρό από την θάλασσα, και ότι οι προγονοί μας δεν θα είχαν καν βρεθεί εδώ αν δεν προϋπήρχε η θάλασσα.
Τον πρώτο μηχανικό πού θα αντικαθιστούσα τον γνώριζα. Ήταν ο Μέντορας μου στο πρόσφατο ξεκίνημα της καριέρας μου στην επιστασία μηχανοστασίου. Ο αξεπέραστος Πέτρος Μουνδρέας.
Τρίπτυχο του, δράση, δυνατότητα απόφασης, θέληση. Ποτέ μην παρατάς την προσπάθεια.
Φθάσαμε στο πλοίο ένα φορτηγό γενικού φορτίου με φορτίο γρανίτες από την Ινδία.
Μία ζεστασιά και πλατιά χαμόγελα μαζεμένοι εκεί στο γραφείο του πλοιάρχου.
Μέσα από τον διάλογο πού αναπτύχθηκε στη συνάντηση μας μία αύρα μία χημεία
για της ζωής τα καθημερινά φάνηκε να μας συνδέει.
Κάπως έτσι γνώρισα τον Σταμάτη τον Κουράκο τον απερχόμενο πλοίαρχο.
Αυτός ολίγον συντηρητικός εγώ να φέρνω ολίγον αιρετικός,
Ψηλόλιγνος, ευθυτενής, ντυμένος όπως οι παριζιάνοι μέσα στο γκρίζο του κουστούμι, γραβατωμένος, ευγενικός. Μάτια σκούρα φωτεινά και σπινθηροβόλα. Είχε κουλτούρα και ποιότητα στην παρουσία του.
Η πρώτη μας γνωριμία κάπου εδω τελειώνει.
Πέρασε καιρός το επόμενο μπάρκο είναι πάλι ένα φορτηγό γενικού φορτίου, ένα πλοίο τελευταίας τεχνολογίας για την εποχή του.
Πλοίαρχος ο Σταμάτης Κουράκος.
Πρώτο ταξίδι μας έτυχε ναύλο για το νότο που λέει και ο ποιητής.
Ναυλωμένοι στην Ιαπωνική Μιτσούϊ.
Ξεκινήσαμε από Ιαπωνία, διάπλους βόρειου Ειρηνικού ωκεανού, διέλευση Παναμά, λιμένες Καραϊβικής, λιμένες Νοτίου Αμερικής, Αυστραλία, Φορμόζα και επαναπαράδοση Ιαπωνία. Προσέγγιση σε 43 Λιμένες εάν καλά θυμούμαι.
Εμπειρία πρώτη από την συνεργασία μου με τον πλοίαρχο. Αγκυροβολούμε στον πρώτο λιμένα. Μηχανή κράτει, ανάποδα , τέλος. Αγκυροβολούμε στον δεύτερο λιμένα. Μηχανή κράτει, ανάποδα, τέλος. Να μην το πλατειάζω αυτό γινόταν σε κάθε αγκυροβόλιο. Η ικανότητα του στην γνώση των συνθηκών του κάθε αγκυροβολίου ήταν αξεπέραστη.
Η γνώση της θάλασσας ήταν το φυσικό του προσόν. Της γνώσης που μετατρέπεται σε δράση.
Ίσως από πολλούς τεχνοκράτες αυτό να κρίνεται ως απαίτηση άλλων εποχών. Για μένα συνεχίζει να είναι διαχρονική η προσπάθεια εφαρμογής της θεωρίας στην πράξη.
Το πρώιμο στάδιο της ναυτιλίας ήταν οι ναυτικοί, η θάλασσα και ο καιρός.
Ασφαλώς ο Πυθέας δεν είχε πλεύση προς την Θούλη ταξιδεύοντας στα κουτουρού.
Το ιδανικό στέλεχος θα πρέπει να διέπεται από προσωπικά χαρακτηριστικά ικανά να του προσδώσουν τις ιδιαιτερότητες που απαιτεί το περιβάλλον της εργασίας στη θάλασσα.
Είχε αναβαθμισμένο σεβασμό προς την ανθρώπινη ζωή και στο φυσικό περιβάλλον, ποιότητα στις συνθήκες εργασίας, σεβασμό των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας.
Αρετές όπως η αντικειμενικότητα , η εργατικότητα, η συνέπεια, ο προγραμματισμός, η διαρκής αναζήτηση, το κριτικό πνεύμα, ο σεβασμός στις αξίες , η ικανότητα συνεργασίας, είναι μερικές που σκιαγραφούν το προφίλ του.
Η συνεργασία του με τους ναυλωτές, του υπεύθυνους φορτώσεων και με τις κατά τόπους αρχές γινόταν δημιουργία ενός υψηλού του επαγγέλματος.
Η ναυτιλία χρειάζεται ικανούς που να την πιστεύουν. Το ναυτικό επάγγελμα ίσως δεν ταιριάζει σε όλους, είναι βέβαιον όμως ότι ταιριάζει σε ικανούς που γνωρίζουν και αποδέχονται τα πραγματικά δεδομένα σαν συνειδητή επιλογή.
Δυστυχώς το ναυτικό επάγγελμα στις μέρες μας στην Ελλάδα δείχνει να έχει χάσει το κύρος του και την υψηλή κοινωνική αναγνώριση που κατείχε στο παρελθόν.
Η αξιοπρέπεια του ναυτικού βρίσκεται σε πλήρη κοινωνική απαξίωση με τον πλέον απογοητευτικό τρόπο.
Εδώ στη ξενιτιά και στη μοναξιά της θάλασσας σε αιχμαλωτίζει και σε συναρπάζει το απέραντο των ωκεανών και μοιράζεσαι μαζί τους αυτήν την απεραντοσύνη.
Οι μπαρμπακαραβάδες και σφυροκοπανιστές ξέρουν γράμματα σήμερα και μπορούν να κουβεντιάζουν ήσυχα και απλά.
Η επομένη ημέρα.
Στο ταξίδι αυτό ένας από τούς λιμένες προσέγγισης ήταν και το Μανάους στην ενδότερα της Βραζιλίας, αφού διασχίσεις κάπου 900 ναυτικά μίλια τον ποταμό Αμαζόνα.
Amazonas: ποταμός στη Νότια Αμερική, 6.400 χλμ από τις πηγές έως στις εκβολές, είναι δεύτερο στο μήκος μετά το Νείλο μεταξύ των ποταμών του κόσμου. Στραγγίζει μια περιοχή περισσότερο από 7 εκατομμύρια τετραγωνικών χλμ κατά προσέγγιση τα μισά από τα οποία είναι στη Βραζιλία το υπόλοιπο είναι στο Περού, τον Ισημερινό, τη Βολιβία, και τη Βενεζουέλα. Υπολογίζεται ότι ο απαλλάσσει μεταξύ 34 εκατομμύρια και 121 εκατομμύρια λίτρων ύδατος ανά δευτερόλεπτο και καταθέτει έναν καθημερινό μέσο όρο 3 εκατομμύρια τόνων ιζήματος κοντά στις εκβολές του. Η ετήσια εκροή από τον ποταμό αποτελεί το ένα πέμπτο όλου του γλυκού νερού που στραγγίζει στους ωκεανούς του κόσμου. Το ξέσπασμα του ύδατος και του ιζήματος είναι τόσο απέραντο που το αλατισμένο περιεχόμενο και το χρώμα του Ατλαντικού Ωκεανού αλλάζουν για μία απόσταση περίπου 320 χλμ από τις εκβολές του.
Manaus: πόλη στη βορειοδυτική Βραζιλία, πρωτεύουσα της Αμαζονίας, ένας λιμένας στον ποταμό Ρίο Νέγκρο , κοντά στη συμβολή του με τον ποταμό Αμαζόνιο. Όπου οι ποταμοί συναντιούνται είναι όπως αναμιγνύοντας τον καφέ με κρέμα. Ο σχεδόν μαύρος Ρίο Νέγκρο με το χώμα πού έπλυνε πάνω από τις ορεινές περιοχές, στροβιλίζει με το χλωμό καφετί του Αμαζόνα σε μια γραμμή που τεντώνει προς τα κάτω για μίλια. Ο λιμένας προσιτός για τα ποντοπόρα σκάφη, (περίπου 1,650 Ναυτικά μίλια) από τις εκβολές του ποταμού. Το Μανάους ιδρύθηκε από τους Πορτογάλους το 1669. Η άφιξη στις αποβάθρες του λιμένα στην όχθη του ποταμού έγινε τις απογευματινές ώρες. Τα νερά του θηριώδη ποταμού μαύρα ορμητικά και αγριεμένα. Το πλοίο ένα 28000 τόνων φορτηγό γενικής χρήσης με μία ορθόδοξη τουμπαριστή μηχανή. Και όμως η πρόσδεση στην προβλήτα ήταν σεμινάριο προς ναυτιλλόμενους. Ο πιλότος με χαρά άφησε το πρόσταγμα στις ικανότητες του πλοιάρχου μας. Στο τέλος μάς χαιρέτισε αδελφικά και μάς ζήτησε να τού κάνουμε την τιμή να τον έχουμε παρέα το βραδινό μας δείπνο.
Τιμήσαμε το βραζιλιάνικο βοδινό συνοδευόμενο από πορτογαλικό κρασί. Για αρχή και τέλος δεν μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από ένα ποτήρι καϊπιρίνια το παραδοσιακό βραζιλιάνικο ποτό.
Επόμενος λιμένας προσέγγισης το Μπελέμ πόλη στη βόρεια Βραζιλία, κοντά στον ισημερινό,. Το λιμάνι του βρίσκεται κατά μήκος του Ρίο Παρά, ένας παραπόταμος του Αμαζόνα που συνδέει την υδάτινη οδό με τον Ατλαντικό Ωκεανό και είναι προσιτό στα ποντοπόρα πλοία.
Ο αέρας είναι χλιαρός και υγρός. Ευνοϊκός για συναντήσεις, ευνοϊκός για ξεκινήματα.
Βρισκόμαστε με ένα ποτό στο χέρι καθισμένοι στο μπαρ του ξενοδοχείου Σέρατον.
Δύο τραπέζια μακρύτερα δύο αιθέριες θηλυκές υπάρξεις, άνετες με αυτοπεποίθηση, πρέπει να ήταν στο ξεκίνημα στα πρώτα άντα. Ήταν άψογα ντυμένες, πανέμορφες , κορμί σπαθί, δέρμα μεταξένιο, ξανθά μαλλιά με κοκκινωπές ανταύγειες, σημάδια μιας μακρινής βόρειας καταγωγής. Μάτια καθάρια, λαμπερά ζαφείρια, ξεχείλιζαν γοητεία.
Έτσι του είχε έρθει χωρίς καθόλου να το πολυσκεφτεί ζήτησε από τον σερβιτόρο να κεράσει τις καταπληκτικά όμορφες κυρίες.
Το ένστικτο μου έλεγε ότι κάνει λάθος αλλά καλό είναι να δοκιμάζουμε την τύχη μας ποτέ δε ξέρεις. Οι κυρίες δεν πτοηθήκανε από την μεσογειακή γοητεία μας, τα ποτά δεν έγιναν αποδεκτά, ευγενικά και πολιτισμένα είναι η αλήθεια αλλά η απόρριψης ήταν κάθετη.
Συνεχίζουμε το ταξίδι Σαλβαντόρ, Ρίο Ντε Τζανέϊρο, Ιτάτζαϊ, Ρίο Γκράντε, Μπουένος Άϊρες, Μοντεβίδεο, κ.λπ. Με τελευταίο λιμένα στην Νότιο Αμερική τον λιμένα του Σάντος Βραζιλία όπου είναι και τα κεντρικά γραφεία της ναυλώτριας εταιρίας. Επόμενος λιμένας προσέγγισης Μελβούρνη Αυστραλίας. Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα
Βρισκόμαστε στα μέσα του χειμώνα για το νότιο ημισφαίριο. Το ταξίδι από το Σάντος στην Μελβούρνη είναι 9.500 ναυτικά μίλια από το πέρασμα τού Μαγγελάνου και 11.100 ναυτικά μίλια από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. Ο πλοίαρχος το συζητά μαζί μου και μου αιτιολογεί την απόφαση του να πάμε ανατολικά από την Αφρική και όχι από το πέρασμα τού Μαγγελάνου. Τού τονίζω ότι το ταξίδι από ανατολικά είναι μακρύτερο περισσότερο από τέσσερις ημέρες, καύσιμα έχουμε μόνο για τις ημέρες του ταξιδιού και ελάχιστη ποσότητα καύσιμα ασφαλείας για ενδεχόμενες κακοκαιρίες. Να έχεις εμπιστοσύνη μου λέει και δεν θα χρειαστούμε επιπλέον καύσιμα Πάντα του είχα εμπιστοσύνη γιατί ήμουν σίγουρος ότι τα είχε κυριολεκτικά κτενίσει. Ανακοίνωσε την απόφαση μας στους ναυλωτές και άρχισαν οι συναθροίσεις και οι διαβουλεύσεις. Έρχεται στο πλοίο ο επικεφαλής του κεντρικού γραφείου των ναυλωτών απορημένος και έκπληκτος για την απόφαση μας. Επιμένει να πάμε από το σύνηθες δυτικό δρομολόγιο, μας τονίζει ότι και η εταιρεία μας συμφωνεί να πάμε από το πέρασμα τού Μαγγελάνου. Ο πλοίαρχος είναι ανένδοτος και δεν το συζητά. Το ταξίδι έχει αποφασισθεί και δεν αλλάζει.
Η αντικατάσταση μας είναι στη διάθεση της εταιρείας.
Αναχωρεί και πάλι ο επικεφαλής των γραφείων για διαβουλεύσεις, και όταν επανέρχεται μας εύχεται καλό ταξίδι όπως εμείς αποφασίσαμε, ανατολικά.
Παρένθεση. Στη μεταξύ μας συζήτηση ο πλοίαρχος μου εξήγησε την κατάσταση πού επικρατεί στο νότιο ειρηνικό ωκεανό και πέρα από τις σφοδρές κακοκαιρίες πού επικρατούν σε όλη την έκταση του μία ατελείωτη τρικυμία σάρωνε το νότιο τμήμα του ωκεανού από ένα στάσιμο ψυχρό μέτωπο.
Ταυτόχρονα βρίσκεται σε ιδιαίτερα έντονη δραστηριότητα το φαινόμενο Ελ Νίνιο.
«Ωκεάνιο και ατμοσφαιρικό φαινόμενο Ελ Νίνιο, στον Νότιο ειρηνικό ωκεανό, κατά τη διάρκεια του οποίου κατ' ασυνήθιστο τρόπο οι θερμοί ωκεάνιοι άνεμοι εμφανίζονται κατά μήκος της δυτικής ακτής του Ισημερινού του Περού και της Χιλής, προκαλώντας κλιματολογικές διαταραχές ποικίλης και μεγάλης δριμύτητας. Ο όρος αρχικά χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει το θερμό νότιο ρεύμα που εμφανίζεται στην περιοχή κάθε Δεκέμβριο, αλλά τώρα διατηρημένος όλο το έτος, περιγράφει διαταραχές κλίματος που προκαλούνται από Ελ Νίνιο όταν περιστατικά που εμφανίζονται είναι εξαιρετικά έντονα και επίμονα.»
------Fast bind, fast find, Λένε οι εγγλέζοι.----- (κάλιο γαϊδουρόδενε παρα γαϊδουρογύρευε)
Η σχέση του ανθρώπου με τη θάλασσα σε ώρες σκληρές είναι το πεδίο ανάπτυξης ηρωικής στάσης από απλούς και ταπεινούς ανθρώπους πού έχουν μία αίσθηση καθήκοντος.
Η θάλασσα είναι όμορφη όταν θυμώνει, μα συνάμα είναι τρομακτική και βίαιη.
Την προηγουμένη όταν προσεγγίζαμε στη προβλήτα του Σάντος αναχωρούσε κατά σύμπτωση ένα αδελφό πλοίο με Ιάπωνες πλήρωμα και με τον ίδιο προορισμό την Μελβούρνη ακολουθώντας την δυτική πορεία.
Πλεύσαμε αρκετά ανοικτά της Νοτίου Αφρικής για να αποφύγουμε από τη δυτική ακτή το κρύο ρεύμα "Μπεγκουέλα", και από την ανατολική ακτή το θερμό ρεύμα "Αγκούλας". Ένας ήρεμος χειμερινός παγετός εμφανίζονταν τις πρωινές ώρες χωρίς έντονα καιρικά φαινόμενα.
Μετά το ήσυχο πέρασμα της Νοτίου Αφρικής διασχίσαμε τα Γαλλικά νότια υπερπόντια εδάφη. Τα νησιά , μία ομάδα 20 μικρών ορεινών νησιών. Οι μόνοι κάτοικοι του εδάφους είναι προσωπικό των μόνιμων επιστημονικών σταθμών που βρίσκονται σε , , και ι. Το κλίμα ήταν εξαιρετικά υγρό και ήπιο. Οι άνεμοι ελαφριοί και μεταβλητοί φθάνοντας σπάνια σε περισσότερα από 30 συγκρατημένοι και ελάχιστα θυελλώδης.
Φθάσαμε στην Μελβούρνη και φορτοεκφορτώσαμε και ξεφαντώσαμε σε ένα κέντρο που εμφανίζονταν ο Σπύρος και η Ζωή Ζαγοραίου παρέα με απόδημους Έλληνες. Την ώρα του απόπλου κατέφθανε και το αδελφό πλοίο από το Σάντος. Έφυγε τριάντα ώρες νωρίτερα , έφθασε τριάντα ώρες αργότερα με χίλια πεντακόσια ναυτικά μίλια λιγότερα στον πλου του.
Όταν στο τέλος τού ταξιδιού φθάσαμε στην Ιαπωνία οι ναυλωτές μας υποδέχτηκαν με θέρμη, ενθουσιασμό και ικανοποίηση. Μάλιστα ζήτησαν από τον πλοίαρχο ένα πρόγραμμα να ακολουθούν και τα δικά τους πλοία το ανατολικό δρομολόγιο.
Μέσα σε αυτή τη θερμή φιλικότητα δεν ενθυμούμαι την ποσότητα από το ωμό ψάρι πού έφαγα για να μην στερήσω τον ενθουσιασμό πού διάχυτος και εν αφθονία υπήρχε στα τραπεζώματα τους. Καμπάϊ φίλοι μου καλοί.
Και αυτό πού μένει είναι μία σημαντική αίσθηση και απλή απόλαυση που πηγάζει από την ομαδική εργασία και την επιβεβαίωση της αξιοσύνης.
Η περιπέτεια του ταξιδιού, η πάλη με τα κύματα και τούς ανέμους είχε αίσιο τέλος. Αβαρίες στο φορτίο ποτέ δεν υπήρξαν μέσα στην αντάρα της θαλασσοταραχής.
Ήθελε πάντα να εγκατάλειψη την θάλασσα αλλά ποτέ δεν ξέκοψε από την επιρροή της.
Προσαρμόστηκε χωρίς δισταγμούς στο έντονα εξελίξιμο περιβάλλον μέσα στο οποίο σήμερα δραστηριοποιείται.

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Εκεί που σκάει το κύμα


Όταν αρχίζει να σουρουπώνει, παίρνει το μονοπάτι και πηγαίνει στην ακτή, όπου κάθεται ώρες ολόκληρες εκεί που σκάει το κύμα, στην άμμο την ποτισμένη από την αλμύρα, και αγναντεύει το πέλαγος. Τα κύματα εσκάγανε στα πόδια του αμίλητα. Αυτός δεν άκουγε παρά τον παφλασμό και την αντάρα της ψυχής του, που βούβαινε τα πάντα γύρω του.
Το μυαλό του ανασύρει από τα ξεχασμένα υπόγειά του αναμνήσεις, είναι οι στιγμές που εύχεται να μπορούσε να γκρεμίσει τα σύνορα του Χώρου και του Χρόνου. Αισθάνεται τη μαγεία να αναβλύζει από κάθε κόκκο άμμου στην ακρογιαλιά, να εξαπλώνεται γύρω του με τα κύματα του νερού και του αέρα. Ξαναγυρίζει στα χρόνια της ξέγνοιαστης παιδικότητας, που τα κορμιά τους ήτανε στητά σαν λαμπάδες, τα πρόσωπα αρυτίδωτα σαν χυμώδη φρέσκα ροδάκινα, τα μάτια λαμπερά, γεμάτα φλόγα και το κεφάλι σκεπασμένο από πλούσια ατίθασα μαλλιά.Τα κύματα του σιγοτραγουδούσαν τραγούδια δίχως μουσική, σφύριζαν σκοπούς δίχως λόγια, με μόνο στόμα, με μόνη γλώσσα κι έκφραση, τη γλώσσα των κυμάτων.
               «Αγαπώ τη θάλασσα… είναι ο χώρος που αναπνέω καλύτερα… γεμίζω τα πνευμόνια μου με αρμύρα και χάνεται το βλέμμα μου στο μπλε… Αρχίζω να τρέχω στην αμμουδιά και χάνομαι στα κύματα… η απόλυτη αίσθηση της ελευθερίας… κι εκεί που χάνεται το βλέμμα μου και ζαλίζομαι απ’ την τόση ομορφιά, εκεί στο τέλος της αμμουδιάς, εκεί που η εικόνα είχε γίνει όσο μαγική νόμιζα ότι μπορούσε, ξεπροβάλλει η μορφή ενός μοναδικού αλόγου…
με μαγνήτισε και απορώ με το πόσο πολύ ταίριαζε στη μαγεία της στιγμής… ελευθερία, πάθος, δύναμη, μαγεία… άλογα… Αγνάντευα τη χαίτη του έτσι όπως ξεκίναγε από την αμμουδιά και χτένιζε τα κύματα… έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να ξεχωρίσω τον παφλασμό από τον καλπασμό του και η ηχώ της στιγμής γέμισε την ανάσα μου… αν έπρεπε να φυλακίσω μια στιγμή μέσα μου και να την κάνω ολόδικιά μου για πάντα θα ‘ταν αυτή… Μα δε φυλακίζεται η ελευθερία, ούτε το περήφανο αυτό ζώο που χάθηκε από μπροστά μου όπως εμφανίστηκε… κι ήταν η σπίθα στα μάτια του πιο λαμπερή κι απ’ το ηλιοβασίλεμα»
HorseRiders
Τα γεγονότα έλαβαν χώρα ένα χειμωνιάτικο βράδυ μεταξύ μιας Τρίτης και ξημερώματα Τετάρτης του Φλεβάρη του 1954
Τα φυλλοβόλα δένδρα στις χωμάτινες γυρτές πλαγιές απογυμνώθηκαν, νεκρά σάπια τα φύλλα κάτω απ’ τα δέντρα, βυθίζονταν στρώνοντας φαιό χαλί στο βρεγμένο και μαλακό χώμα.
Το μικρό αγροτικό σπιτάκι στου οικισμού την άκρη, πηχτό σκοτάδι το έχει κυκλώσει.
Λένε ότι το σκοτάδι της νύχτας δημιουργεί ένα ιδιαίτερο, ιδιότυπο τοπίο, στο οποίο όλα μπορούν να συμβούν ξαφνικά και απροειδοποίητα. Ένα περιβάλλον μεταφυσικό, μαγικό και αυτόνομο. Μέσα στο σκοτάδι, στην ερημία, την απομόνωση και την ησυχία των μεταμεσονύκτιων ωρών, τα πρόσωπα, οι χώροι, τα πράγματα, αλλάζουν όψη, μεταμορφώνονται. Είναι ένα κενό, μια ανάπαυλα, μια τομή στις καθημερινές ασχολίες, στις υποχρεώσεις, στις συμβάσεις. Προσφέρεται για σκέψη και περίσκεψη, για αποδράσεις στο χτες, περιπλανήσεις στο παρελθόν, νοσταλγικές αναδρομές, κουβέντες χωρίς αρχή και τέλος. Είναι το εφαλτήριο για νέες εκκινήσεις και ανασυντάξεις. Μια μικρή εκεχειρία, μια ανάσα πριν το αύριο που έρχεται αμείλικτο απαιτώντας δράση.
Κρατώντας ένα ξύλο στο χέρι ο πατέρας του, με περισυλλογή σκάλιζε τη φωτιά στο τζάκι σπρώχνοντας τα αποκαΐδια που είχαν απομείνει γύρω της, και μέσα στη σκοτεινιά της νύχτας γυρνούσε σιγανά το πρόσωπό του προς τα εκεί στην ορθάνοικτη ξύλινη εξώπορτα που φυσούσε ο αγέρας, προσπαθώντας να αφουγκραστεί τον καιρο, περιμένοντας τους επισκέπτες. Άκουγε το βοριά που χτυπούσε πάνω στη στέγη, βγάζοντας τους σφυριχτούς ήχους. Ήξερε και διέκρινε καλά τα σημάδια των καιρών, από το χρώμα του ουρανού, τις κινήσεις και τα σχέδια και τα τερτίπια που έκαναν τα σύννεφα, τις αστραπές και τις βροντές, στις ρεματιές και στις βουνοκορφές. Οι χωρικοί σ’ εκείνα τα μέρη, χιονιά λέγανε τον καιρό που το χειμώνα φύσαγε αγέρας από τα βόρεια και έκανε παγωνιά, κρύο πολύ, επειδή αλλού χιόνιζε, αλλά στο μικρό χωριό τους χιόνιζε πολύ σπάνια και συνήθως έριχνε χιονόνερο. Οι χωρικοί πάντα ξέρανε από τα σημάδια που βλέπανε, ότι άμα τον χειμώνα αστράφτει από τον Βοριά, θα φυσούσε από εκεί πολύ δυνατός αγέρας, που σήμαινε ότι για όσες μέρες θα διαρκούσε ο καιρός αυτός και πάντα όταν φυσούσαν βοριάδες, οι εργασίες στα περιβόλια παρέμεναν ανενεργές.
Ο πατέρας του το βράδυ αυτό φαινόταν υπερβολικά ανήσυχος κάτι που γι’ αυτόν ήταν εντελώς ασυνήθιστο, βρισκόταν σε μια κατάσταση βαθιάς και έντονης αγωνίας.
Δύο σκιές φάνηκαν έξω στο σκοτάδι της νύχτας από την ανοιχτή πόρτα, ο πατέρας του έριξε μερικά ξύλα στη φωτιά και σε λίγο η φωτιά στο τζάκι δυνάμωσε, κι η φωτιά έκαιγε λαμπερή, έλαμψε η κάμαρα. Οι δύο σκιές, φουσκωμένες από το δρόμο δεν μπορούσαν να βγάλουν λέξη, ήταν η μαμή του χωριού συνοδευόμενη από μεσόκοπη γειτόνισσα τους. Τις υποδέχτηκε σιωπηλός. Οι δυο γυναίκες προχώρησαν, μπήκαν στην κάμαρα κλίνοντας την πόρτα, -ήταν ολάνοιχτη- ερμητικά πίσω τους. Το σκηνικό της άφιξης των δυο γυναικών τον πατέρα του τον γέμισε σαν πυκνή ομίχλη ένα αίσθημα ασφάλειας, του πήρε την ανησυχία που είχε μέσα του, ησύχασε.
Η παγωνιά της νύχτας έφερνε ρίγος στο δέρμα τους. Κλείνοντας την ξύλινη πόρτα η κρύα αναπνοή του βοριά έγινε απρόσιτη, κλείστηκε έξω τη νύχτα αυτή, ανεπιθύμητος επισκέπτης στις κάμαρες του σπιτιού. Δυο κάμαρες μικρές είναι το σπίτι τους όλο. Κοντοστάθηκαν στο τζάκι για να συνέλθουν από το νυχτερινό κρύο και να χαρούν την λάμψη της φωτιάς, που σε λίγο θα τους ζεστάνει και θα τους στεγνώσει από τη νυχτερινή υγρασία.Ύστερα άφησαν το τζάκι και πλησίασαν στην απέναντι γωνιά της κάμαρας σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι καλυμμένο με μια λευκή φλοκάτη είχε κουρνιάσει η λεχώνα μητέρα του. Μια μάλλινη κουβέρτα κάλυπτε τους ώμους της. Βρισκόταν στο μεταίχμιο μιας διαδικασίας μεταξύ ύπνου και ξύπνου. Σχεδόν αλαφιασμένη παίρνοντας είδηση τους επισκέπτες αφυπνίστηκε.
Λιγνά κύματα σαν εκλάμψεις που διασταυρώνονταν ηλεκτρισμένα προσπαθούσαν να κινηθούν, από την ζωή που κυοφορούσε εντός της, και αναδύονταν στους τοίχους του κορμιού της. Μια αίσθηση αρχέτυπα οδυνηρή και συνάμα δροσερή την παράσερναν βίαια σε έναν γλυκό ίλιγγο. Η διαίσθηση ότι κείνες οι στιγμές ήσαν εύθραυστες την έκαναν να κινείται ανάλαφρα, από φόβο μήπως κουνήσει βίαια και διαλύσει κείνο το θαύμα, την τρυφερή ύπαρξη από φως κι αέρα που προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα της. Τα κύματα άλλαζαν αργόσυρτα ολοένα και με ψηλότερους, ξάστερους και έντονους ρυθμούς και βυθιζόταν ολοένα και βαθύτερα εντός της.
Και από στιγμή σε στιγμή, με ανάσα πάλλουσα, σκέψεις λαμπερές, σαν εκλάμψεις, τη βυθίζουν ολοένα και περισσότερο μέσα στη ρευστή περιοχή, και τη γεμίζουν φόβο κι ευτυχία.
Η μαμή με γοργές κινήσεις, μ’ ατελείωτη διαύγεια, ενδελεχώς και εξαιρετικά εξέτασε προσεκτικά και παστρικά όλα τα χρειαζούμενα για την γέννα. Το σπίτι το είχαν καθαρίσει από νωρίς, τα πάντα γύρω τους μύριζαν ροδόνερο και πράσινο σαπούνι. Από το εικονοστάσι ευλαβικά κατέβασαν της παναγιάς εικόνα, φιλώντας τη και παρακαλώντας να πάνε όλα καλά, άναψαν το καντήλι που κρεμόταν από την αλυσίδα, ρίξανε λιβάνι στο τζάκι. Η προσμονή της συνέχειας, ανυπόμονη και καρτερική, κυριαρχούσε τις ώρες εκείνες, και ο μόνος τρόπος να συγκρατήσει κανείς αυτόν τον φυσιολογικό φόβο και τη βιασύνη, ήταν πολύ σημαντικό να γίνουν ολ’ αυτά με το σωστό τρόπο.
Για τη μητέρα του ο χρόνος τριγύρω της έχει μουδιάσει. Αλλά μονάχα τριγύρω της. Μέσα της έχει στήσει τρελό πανηγύρι! Της θυμίζει με κάθε ευκαιρία ότι η μεγάλη στιγμή πλησίασε, είναι παρούσα. Κάνει κάθε της ανάσα πιο ηχηρή. Κάθε σφυγμό της δυνατότερο. Η στιγμή που η πλάση ολόκληρη θα της χαρίσει αυθόρμητα μια νέα ζωή. Η μεγάλη στιγμή της γέννησης του δεύτερου γιου της.
Την ώρα που η μαμή έκοβε τον ομφάλιο λώρο στο νεογέννητο αδελφό του, δίχως τυμπανοκρουσίες και φανφάρες, αξαφν' ακούστηκαν αλυχτήματα στην αυλή, ένα χλιμίντρισμα, σιγαλιάς φωνές έξω από το σπίτι, και την αμέσως επόμενη στιγμή βαριά πατήματα αντήχησαν στο πλατύσκαλο της πόρτας. Οι φανταστικές περιηγήσεις λένε ότι η σκοτεινότερη ώρα είναι πριν την αυγή, εκεί ανάμεσα έκανε την θορυβώδη εμφάνιση του ο νυχτερινός επισκέπτης. Τυλίγοντας το μουσκεμένο πανωφόρι γύρω από του ώμους του, διέσχισε του σπιτικού την πόρτα αφήνοντες πίσω του στο σκοτάδι τον αέρα να μουγκρίζει, τη βροχή να κοπάζει για λίγο. Είναι ο απρόβλεπτος, εκκεντρικός φίλος της οικογένειας, που έχοντας μονίμως τον σαρκασμό υπό μάλης εισέβαλε στην κάμαρα σαν χείμαρρος ορμητικός, φέρνοντας μαζί του το κλειδί της χαράς που πηγάζει απ' τα βάθη της καρδιάς του και σαρώνει τους ανέμους της αγωνίας και της προσμονής την κατασκότεινη νύχτα. Στάθηκε για λίγο σιωπηλός, τον επηρέασε η λάμψη της ζωντανής φλόγας που αντανακλούσε γύρω τους η ζωηρή φωτιά που καίει στο τζάκι, τα μάτια του έκλεισαν ξαφνικά μ’ ένα αίσθημα περιδίνησης.
Ο πατέρας του δεν έκανε καμία ερώτηση, -ήδη γνωρίζε την απάντηση- τον καλοδέχτηκε χαμογελαστός, χωρίς να σχολιάσει την ώρα της επίσκεψης, και ανάβοντας το φανάρι βγήκε έξω να ταχτοποιήσει το άλογο του επισκέπτη στον πλαϊνό αχυρώνα του σπιτιού. Ήταν περασμένα μεσάνυκτα.
Ο επισκέπτης ήταν ο δεύτερος ξάδελφος του πάτερα του, ο Κατσουλόγιαννος
Ο Κατσουλόγιαννος σε τραβούσε με την ανοιχτή του καρδιά και με τον εύθυμο χαραχτήρα του, γοήτευε και σκλάβωνε με τα φερσίματα του, με την καλοσύνη του, με το χιούμορ που στόλιζε και την πιο απλή κουβέντα του. Είχε κάτι ξεχωριστό αυτός ο άνθρωπος. Τον αγαπούσες, τόνε θαύμαζες, σε καταγοήτευε η συντροφιά του. Είχε έλθει μέσα στην νύκτα να συμμετάσχει στην χαρά –άλλωστε προοριζόταν για νονός- από τον οικισμό που απλώνεται στην πίσω πλευρά του λόφου την ανατολική.
Η μαμή με βαθειά συγκίνηση απόθεσε απαλά το νεογέννητο αγόρι στην αγκαλιά της μητέρας του χαϊδεύοντας στοργικά το κεφάλι του.  «Όλα γίνονται πάντα με βάση μια στρατηγική» είπε χαμογελώντας. Κύμα ενθουσιασμού πλημμύρισε την κάμαρα του σπιτιού, τα απειλητικά σύννεφα που είχαν τυλίξει τις σκέψεις του πάτερα του σκόρπισαν. Ένοιωσε το βάρος να φεύγει από επάνω του και η ζωτικότητα να τον ξαναπλημμυρίζει.
Στη κάμαρα έγινε για λίγο σιωπή, μόνο το κλάμα του νεογέννητου αδελφού του ηχούσε και κάλυπτε το θόρυβο της φωτιάς στο τζάκι.
 Όταν ο επισκέπτης συνήρθε από το αίσθημα της περιδίνησης,  μ’ ένταση αναφώνησε χαρούμενα. « Και η Άρτεμις απόψε γέννησε ένα πανέμορφο μαύρο πουλάρι».
Και απευθυνόμενος στην μαμή ρώτησε.
«Τι θα μπορούσα να κάνω για να σε βοηθήσω.»
«Είμαι ολόκληρος στη διάθεση σου». Συμπλήρωσε
«Τελείωσαν όλα ομαλά, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις». Είπε η μαμή.
Μάλλον η μαμή πρέπει να ένοιωσε άσχημα για την πρόσκαιρη απάντηση της και γρήγορα συμπλήρωσε με παιδιάστικο ύφος. «Θα’ θελες πραγματικά να βοηθήσεις;».
Της είπε για άλλη μια φορά ότι ήταν ολόκληρος στη διάθεση της.
Η μαμή χαμογέλασε πλατιά και του ζήτησε να τους διηγηθεί την ιστορία του αλόγου του της «Άρτεμις». Η αλλαγή της διάθεσης στην μικρή κάμαρα ήταν τόσο μεγάλη, η έκφραση της χαράς τους συνεπήρε όλους.
Το χωριό.
Το χωριό αγκαλιάζεται από θαμνώδη βλάστηση, κυρίως πουρνάρια κουμαριές σκίνα με πινελιές από πεδινά πεύκα, χαρουπιές και περιβόλια με καλλιεργήσιμα δέντρα.
Ανηφορίζοντας από την δυτική πλευρά του λόφου με τα πόδια προς την κορφή του χωριού. συναντάς την μικρή εκκλησία, λιτή και ολόασπρη ανάμεσα σε πεδινά πεύκα. Είναι ο Άγιος Παντελεήμονας. Κατηφορίζοντας ανατολικά φτάνεις σ’ ένα πλάτωμα εμπρός σου είναι το παλιό ελαιοτριβείο και σε μικρή απόσταση πέντε έξι σπίτια ομοιόμορφα κτισμένα το ένα διπλά στο άλλο, δίπατα, σκεπασμένα με στέγη από κατακόκκινα κεραμίδια. Η αυλές τους είναι τριγυρισμένες από πέτρινο μαντρότοιχο, βρίσκονται στην μπροστινή μεριά των σπιτιών και έχουν ξύλινες πόρτες με κεραμοσκεπή. Τα δάπεδα στις αυλές είναι πλακοστρωμένα, απευθείας πάνω στο χώμα, πράγμα που επιτρέπει να φυτρώνουν χόρτα στους αρμούς, δίνοντας έτσι μια εντελώς φυσική εικόνα. Ο φούρνος βρίσκεται έξω από το σπίτι, σε ιδιαίτερο κτίσμα και σε μια άκρη της αυλής, πίσω από το σπίτι είναι η χρεία, όπως το έλεγαν, το κοτέτσι, το χοιροστάσιο και άλλες βοηθητικές εγκαταστάσεις. Τα σπίτια αποτελούνται από ένα ενιαίο χώρο στο πάνω πάτωμα και το κατώι κάτω. Μια πέτρινη σκάλα οδηγεί στο χαγιάτι και στο πάνω σπίτι. Στο πάνω πάτωμα υπάρχουν τα δωμάτια και η σάλα υποδοχής. Tο κατώι είναι οι αποθήκες και ο αχυρώνας για τα ζώα. Στο τέλος του χωματόδρομου δεσπόζει οίκημα με νότιο προσανατολισμό, είναι η οικια του Κατσουλόγιαννου. Η διαφορά από τα υπόλοιπα σπίτια του μικρού οικισμού ήταν οι τεράστιοι από λιθοδομή ισόγειοι στάβλοι για τις αγελάδες, και τα αγαπημένα άλογα του. Η κατασκευή των στάβλων του στο ένα μέρος είναι διώροφος για να εξυπηρετηθεί η αποθήκευση των ζωοτροφών.
Το άλογο.
Για τον Κατσουλογιαννο η ενασχόληση με τα άλογα ήταν κάτι παραπάνω απ’ ένα απλό χόμπι. Με μια ματιά, μ’ ένα βλέμμα ήξερε πόσο χρονών είναι, τι χαρακτήρα έχει, και πολλά άλλα. Είχε πάθος, είχε έρωτα για τα άλογα δεν τα θεωρούσε βάρος και τα φρόντιζε μ’ αγάπη. Μιλάμε για εποχές που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στην περιοχή. Ότι γινόταν, γινόταν με τα μουλάρια και τα άλογα, τα κάρα και τις άμαξες. Είχε τρία άλογα. Δυο για τις αγροτικές του εργασίες, και την Άρτεμις η όποια ήταν η μεγάλη του αγάπη, η αδυναμία του από όσα άλογα είχε μέχρι σήμερα. Η Άρτεμις ήταν άλογο αγώνων. Δεν αγωνιζόταν πλέον. Ήταν ένα πολύ καλό αραβικό άλογο που σήμαινε πολλά για τον πρώην ιδιοκτήτη της, του είχε δώσει πολλές χαρές μέχρι να το αποσύρει, γιατί δυστυχώς τραυματίστηκε νωρίς. Η φοράδα η Άρτεμις τελευταία είχε ζευγαρώσει με αραβικό επιβήτορα και αυτή την κρύα νύκτα του χειμώνα γέννησε εύκολα, χωρίς επιπλοκές, χωρίς να χρειαστεί βοήθεια, μες 'του αχερώνα τη ζεστασιά, λίγες ώρες νωρίτερα από την γεννά της μητέρα του, ένα πανέμορφο αρσενικό πουλάρι.
Αυτό ο καλός φίλος της οικογένειας το θεώρησε καλόν οιωνό για το νεογέννητο αγόρι, θεωρούσε τα ωραία αρσενικά άλογα, σημάδι επιτυχίας της ζωής. Τα περισσότερα πουλάρια γεννιούνται συνήθως τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού όταν ο καιρός είναι ζεστός και η τροφή άφθονη. Αυτό το νεογέννητο πουλάρι γεννήθηκε μέσα στη βαρυχειμωνιά. Με τον απογαλακτισμό και την αποκοπή από την μάνα του, το  κραταιό κι ωραίο νιόβγαλτο πουλάρι ο Κατσουλόγιαννος ανακοίνωσε ότι  προσφέρει στην οικογένεια και δη στο μικρό του αδελφό. «Η θεά τύχη το έφερε να γεννηθούν ταυτόχρονα είπε στους γονείς του, ας μεγαλώσουν και παρέα. Και τους ευχήθηκε.» Το παρέλαβε η μητέρα του, το περιποιόταν με πολύ τρυφερότητα και περίσσια αγάπη, όπως και το μικρό το γιο της.
Μεγάλωσε γρήγορα και έγινε ένα δυνατό, πανέμορφο άλογο με κατάμαυρο τρίχωμα και ένα λευκό αστέρι στο μέτωπο του, μ’ εκπληκτική αντοχή και νοημοσύνη. Ο Κεραυνός – όπως τον ονόμασαν, και ήταν το πιο κατάλληλο όνομα για ένα τέτοιο περήφανο και ατίθασο άτι, όμοιο με τη νέα κυρά του- ήθελε δουλειά, γιατί έκανε του κεφαλιού του ήταν απείθαρχο. Η κυρά μητέρα του ήταν υπομονετική, αφοσιωμένη στον Κεραυνό, τον περιποιόταν με πολύ τρυφερότητα και αγάπη, όπως και το μικρό το γιο της. Καθώς ο χρόνος κυλούσε, σταδιακά το άλογο ανέπτυξε μεγάλη φιλία με την μητέρα τους και ήταν η μόνη που επέτρεπε να ανέβει στην πλάτη του.
Λένε πως το άλογο δεν ημερεύεται. Μέσα του καίει η φλόγα του αδάμαστου, του ελεύθερου. Διατηρεί την ασυμβίβαστη φύση του και παραχωρείται μόνο σε όσους επιλέγει. Δεν υποτάσσεται παρά υποχωρεί, μόνο γι' αυτούς που η ψυχή τους το κοιτά στα μάτια. Η κυρά Γιαννούλα από τα παιδικά της χρόνια αμαζόνα, ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να τιθασεύσει τον Κεραυνό στις απρόβλεπτες αντιδράσεις του. «Τα αρσενικά συνήθως παρουσιάζουν σημαντικά προβλήματα στο χειρισμό, επειδή σε ειδικές καταστάσεις, οι αντιδράσεις του αλόγου δεν είναι εύκολα ελεγχόμενες από τον αναβάτη του.»
Τα άλογα δεν αγαπάνε τα αφεντικά τους με τυφλή δουλοπρέπεια. Πρέπει να παλέψεις για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη αλλά και την εκτίμησή του, όσο παράδοξο και αν φαίνεται, και όταν το κάνεις θα έχεις όχι απλά έναν σύντροφο αλλά έναν φίλο. Αυτή ακριβώς είναι και η σχέση που μοιράζοταν η μητερα του και ο Κεραυνός, αγνή, ειλικρινής, γεμάτη αγάπη, και κατανόηση.
Το μαύρο άτι υπάκουε πειθήνια στις προσταγές της. Ανέβαινε στη ράχη του επάνω και το κατεύθυνε με το κορμί της. Δεν της χρειαζόταν ούτε χαλινάρια ,ούτε μαστίγιο. Οι δυο τους επικοινωνούσαν με τα νεύματα, τις κινήσεις, και την ψυχή τους.
Και κάλπαζαν σαν τον άνεμο.
Τον τελευταίο χρόνο πριν την αναχώρηση από το χωριό για το αστικό κέντρο είχε απόκτηση και ο ίδιος ιδιαίτερο δέσιμο με το άλογο τους. Φαντάζεστε την έκπληξη όλων όταν είδαν αυτό το απείθαρχο άλογο να ιππεύεται από ένα επτάχρονο μικρό αγόρι.
Μεταναστεύοντας η οικογένεια επέστρεψε το άλογο στον Κατσουλόγιαννο.
Στα χρόνια που πέρασαν η μητέρα του αραιά και που κατέβαινε στα πάτρια εδάφη.
Η επαφή της με τον Κεραυνό ήταν ημέρα χαράς και για τους δυο.
Όσο γερνούσε το άλογο η μητέρα του απόφευγε αυτές τις συναντήσεις, την πλήγωναν.
Μαθαίνοντας ότι έχει προβλήματα υγείας, αποφάσισε να το ξαναδεί .
Σταβλίζονταν στην παλιά αχερώνα.
Η ζωντανή όμως εικόνα του γερασμένου αλόγου, σε τίποτα δεν θύμιζε τις δοξασμένες στιγμές του παρελθόντος, είχε  χάσει την εκπληκτική αντοχή του, είχε χάσει την όραση του.
Την οσμίστηκε, χαρούμενα χωρίς δύναμη ψυχής χλιμίντρησε ευτυχισμένο.
Τα σκούρα συννεφιασμένα ματιά του ποταμιά δάκρυα έχυσαν, όταν η μητέρα του απαλά και τρυφερά το χάιδεψε φέρνοντας τα μαγούλα της στο λιπόσαρκο μέτωπο του.
Δάκρυσε από τη θλίψη της και η μεσόκοπη πλέον αμαζόνα.
.…………………………
Ο Καβάφης, αντλώντας από την ομηρική πηγή, στο ποίημά του «Τα άλογα του Αχιλλέως» βάζει τους δύο ίππους του Αχιλλέα να θρηνούν με ανθρώπινη λαλιά για τον χαμό του Πατρόκλου. Ο θρήνος τους είναι τόσο γνήσιος, τόσο αυθεντικά ανθρώπινος που ακόμα κι ο Δίας, θαυμάζοντας το μεγαλείο της ψυχής τους, λυπάται για τη θλιβερή μοίρα της ανθρωπότητας, στην οποία τα άλογα, άθελά τους, βρέθηκαν να διαδραματίζουν μοιραίο ρόλο.

«Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως».

Η ευγένεια και η αγνότητα των συναισθημάτων των αλόγων δεν εντυπωσιάζει μόνο τον αρχηγό των θεών και τον ποιητή αλλά και τον αναγνώστη, καθώς ο θρήνος τους προϋποθέτει όχι μόνον νου για τη συνειδητοποίηση της ματαιότητας της ανθρώπινων πραγμάτων αλλά και αγάπη είτε με τη στενή έννοια της φιλικής αγάπης μεταξύ ανθρώπων είτε με την ευρύτερη έννοια της αγάπης προς τον πλησίον.

«…Όμως τα δάκρυα των
για του θανάτου την παντοτινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή».

Το άλογο προσφέρει απλόχερα στον άνθρωπο την αίσθηση ελευθερίας με την κίνησή του, την αίσθηση της αιωνιότητας με την αρχοντιά και την περηφάνια του, την αίσθηση της ασφάλειας με την ταχύτητα και τη δύναμή του, την αίσθηση της συντροφικότητας με την ζεστασιά και την προσφορά των χαρισμάτων του και το έντονο αίσθημα της τρυφερότητας και της αγάπης με το κοίταγμά του. Και γίνεται φίλος αχώριστος του ανθρώπου, παρασύροντάς τον σε διαδρομές απέραντης ομορφιάς, οδηγώντας τον μέσα από δύσβατα και σκοτεινά μονοπάτια, ίσως ακόμα και συνοδεύοντας ή θρηνώντας τον στο τελευταίο του ταξίδι…
……………………………………
Εκεί που σκάει το κύμα, στην άμμο την ποτισμένη από την αλμύρα.
Ονειρεύεται και αυτός ένα οικείο παρελθόν. Νιώθει την ομίχλη να τρυπά το κορμί του σε κάθε δρασκελιά. Επισκέπτεται τα μονοπάτια στους μικρούς λόφους και στέκεται σιωπηλός κάτω από τις χαρουπιές ανακαλώντας το λησμονημένο παρελθόν με την τρέλα της ξέγνοιαστης παιδικότητας, που τα κορμιά τους ήτανε στητά σαν λαμπάδες, τα πρόσωπα αρυτίδωτα σαν χυμώδη φρέσκα ροδάκινα, τα μάτια λαμπερά, γεμάτα φλόγα και το κεφάλι σκεπασμένο από πλούσια ατίθασα μαλλιά. Τα κύματα του σιγοτραγουδούσαν τραγούδια δίχως μουσική, σφύριζαν σκοπούς δίχως λόγια, με μόνο στόμα, με μόνη γλώσσα κι έκφραση, τη γλώσσα των κυμάτων.

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

εμείς γνωρίσαμε το Σύμπαν όταν ήταν νέο.

Όπως φαίνεται η μέχρι τώρα ζωή του γαλαξία είναι ένα απλό φτερούγισμα τού χρόνου σε σύγκριση με
τα αβυσσαλέα χρονικά διαστήματα τού μέλλοντος. Με το σημερινό σπάταλο ρυθμό ακτινοβολίας, τα άστρα σαν τον Ήλιο μπορούν να καίνε για δισεκατομμύρια χρόνια ακόμα. Μετά, ύστερα από διάφορες εσωτερικές περιπέτειες ησυχάζουν και συμβιβάζονται με μια ταπεινότερη μορφή υπάρξεως σαν «νάνοι». Έτσι, τα μετανοιωμένα άσωτα άστρα λάμπουν για χρονικά διαστήματα που μετριούνται όχι σε δισεκατομμύρια άλλα σε τρισεκατομμύρια χρόνια. Οι πλανήτες τέτοιων άστρων, αν απέχουν απ’ τον ήλιο τους όσο απέχει ή Γή (ή έστω κι ο Ερμής) απ' το δικό της, παγώνουν σε θερμοκρασίες εκατοντάδων βαθμών κάτω απ’ το μηδέν. Αλλά στα χρονικά όρια πού εξετάζουμε, oι φυσικοί ή τεχνητοί πλανήτες μπορεί να πλησιάσουν τον ήλιο για να γλυτώσουν την επερχόμενη εποχή παγετώνων, όπως, πάει πολύς καιρός, οι άγριοι πρόγονοι μας μαζευόντουσαν γύρω απ' τη φωτιά για να προστατευτούν από το κρύο και τα θηρία της νύχτας.

Σ' Ένα περίφημο ελεγειακό απόσπασμα, ο Μπέρτραντ Ράσσελλ παρατήρησε:
…………….....τό ότι οι μόχθοι όλων των καιρών, όλη ή ευλάβεια, όλη ή έμπνευση, όλη ή εκθαμβωτική λαμπρότητα της ανθρώπινης ιδιοφυίας, προορίζονται να εκλείψουν με το μεγάλο θάνατο του ηλιακού συστήματος, και το ότι ολόκληρο το οικοδόμημα των κατορθωμάτων του ανθρώπου πρέπει να θαφτεί αναπόφευκτα κάτω απ' τα ερείπια ενός σύμπαντος πού γκρεμίζεται, όλα αυτά, μολονότι δεν είναι εντελώς αναμφισβήτητα, είναι, ωστόσο, τόσο σίγουρα πού όποια φιλοσοφία τα απορρίπτει δεν έχει ελπίδες να ορθοποδήσει………………….

Αυτό μπορεί να είναι αρκετά σωστό. Άλλα το γκρέμισμα του σύμπαντος είναι τόσο ασύλληπτα μακριά στο μέλλον, πού δεν έχει καμία σχέση με το ανθρώπινο είδος. Η ίσως και με κανένα είδος πού τώρα υπάρχει στο σπειροειδή στρόβιλο αστεριών πού εμείς ονομάζουμε Γαλαξία.
Ό Γαλαξίας μας βρίσκεται στην άνοιξη της ζωής του, μια άνοιξη γεμάτη λαμπρότητα από το φώς γαλανόλευκων αστεριών σαν τον Βέγα και τον Σείριο και, σε μικρότερη κλίμακα, τον Ήλιο μας. "Όταν όλοι αυτοί αρχίσουν να ησυχάζουν, μετά την πυρωμένη εφηβεία τους, σε μερικά δισεκατομμύρια χρόνια, τότε, μόλις θα ξεκινάει ή αλ η θ ι ν ή ιστορία τού σύμπαντος.
Θα είναι μια ιστορία φωτισμένη μόνο από το ερυθρό και υπέρυθρο φως νωθρών αστεριών πού μόλις θα φαινόντουσαν με γυμνό μάτι. Και όμως, οι σκοτεινές αποχρώσεις του αιώνιου αυτού σύμπαντος μπορεί να είναι γεμάτες χρώμα κι ομορφιά για οποία παράξενα όντα θα έχουν προσαρμοστεί. Και θα ξέρουν ότι τούς μένουν ακόμα, όχι εκατομμύρια χρόνια με τα όποια εμείς μετράμε τις γεωλογικές περιόδους, ούτε τα δισεκατομμύρια χρόνια που τους χωρίζουν από τις περασμένες ζωές των αστεριών, άλλα χρόνια πού θα μετριούνται κυριολεχτικά σε τρισεκατομμύρια.
Θα έχουν όλο τον απαραίτητο χρόνο στις ατέλειωτες αυτές περιόδους, να δοκιμάσουν τα πάντα, να συγκεντρώσουν όλη τη γνώση. Δεν θα είναι σαν θεοί, διότι κανείς θεός απ’ όσους φαντάστηκε η ανθρώπινη διάνοια δεν είχε τις Ικανότητες πού θα εξουσιάζουν εκείνοι. Αλλά έτσι κι' αλλιώς, μπορεί να μάς ζηλεύουν πού λιαζόμαστε στο πρώτο φώς της Δημιουργίας, διότι εμείς γνωρίσαμε το Σύμπαν όταν ήταν νέο.


Μικρό απόσπασμα από το βιβλίο «Προέκταση στο μέλλον»
Του Άρθουρ Κλαρκ



Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Έχει κάτι δρόμους η καρδιά

Μια Κυριακή, ένα φωτεινό, ζεστό πρωινό, μέσα σε κλίμα έντονης χαράς, εκεί δίπλα στον άπλετο προαύλιο χώρο της γραφικής εκκλησίας της γειτονιάς, αντάμωσαν οι γιοί μου με φίλους, πρώην συμμαθητές τους, αποφοιτήσαντες απ' τα λύκεια της περιοχής. Όλους τους συνδέει η κοινή τους αγάπη για τους δυο τροχούς, έχουν ένα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο ενδιαφέρον στην καθημερινότητα τους, μια αγάπη, ένα πάθος, που έχει να κάνει με τις εκδηλώσεις που αφορούν την οδήγηση στο χώμα με τις μοτοσικλέτες ΚΤΜ. Οι εκδρομές τους αποτελούν μια ζωτική δραστηριότητα. Έτσι, η επιλογή της εκάστοτε τοποθεσίας οργανώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σήμερα η εξόρμηση τους αποφασίστηκε να είναι στα Δερβενοχώρια. Πενήντα λεπτά από το κέντρο της Αθήνας. Τολμούν και ρισκάρουν αυτές τις εξορμήσεις, γιατί είναι μια εμπειρία την οποία αγαπούν.
Μου ζήτησαν την γνώμη μου - σαν έμπειρου ναυτικού στα μάτια τους - για τον καιρό κατά την διάρκεια της ημέρας.
«Αγαπητή μου νεολαία. Στους απέναντι λόφους η πρωινή ομίχλη είχε την τάση να ανεβαίνει προς τον ουρανό, σύμφωνα λοιπόν με την ναυτική μου εμπειρία, είναι ένα σίγουρο σημάδι καλού καιρού. Θα συμπλήρωνα ότι ο κόκκινος ουρανός το βράδυ που μας πέρασε, συνήθως σημαίνει καλές καιρικές συνθήκες και κατά τη διάρκεια της νύχτας, αλλά και την επόμενη μέρα. Θα συνιστούσα μονάχα να έχετε την δέουσα προσοχή στους ορεινούς δρόμους που θα εξορμήσετε διότι η χθεσινή βροχή θα έχει δημιουργήσει λάσπη, επικίνδυνα νεροφαγώματα και απειλητικές κατολισθήσεις, θα σας δυσκολέψουν πολύ, αν και ξέρετε πως να τα αντιμετωπίσετε.»
Στην παρέα ξεχώριζε ένα αγόρι ψηλό μελαχρινό, αδύνατο με σγουρό μαλλί και ζωηρά μελιά μάτια. Είχε το χάρισμα της μουσικής. Του άρεσε να συνθέτει τραγούδια και με τη βελούδινη φωνή του να τα τραγουδάει. Γενικά ήταν μέσα σε όλα,  και με τον τρόπο του ήταν πάντα αγαπητός σε όλους. Δεν έμπλεκε, ήξερε πάντα να αναγνωρίζει τα όρια. Είχε ένα πολύ έντονο χαρακτηριστικό, την ευγένεια, σε σημείο που να την ξεχωρίζεις πραγματικά. Η γονείς του θα ήταν πολύ περήφανοι για το αγόρι που γέννησαν και μεγάλωσαν.
Όλοι τους στην νεανική παρέα τον αποκαλούσαν χαιδευτικά «Τραμουντάνα.»
Ο λόγος που τον αποκαλούσαν μ' αυτο το προσονύμιο;
Ο νεαρός - Λευτέρης το όνομα του - είχε πατέρα ναυτικό κι’ αυτός.
«Τραμουντάνα, βόρειος άνεμος που φέρνει τα μηνύματα από το βορρά. Βοριαδάκι πολλές φορές τσουχτερό, άλλοτε πάλι πιο μαλακό έγινε από τους ποιητές ήρωας για αρκετές αταξίες.
Του μικρού παράγγειλα να είναι καλό παιδάκι
Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα και στο παραθυράκι.
Που πάει να πει πως είναι άνεμος ζωηρός και ατίθασος, κάνει ζαβολιές και βάζει σε μπελάδες.
«Οι άνθρωποι της πόλης, οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι γνωρίζουν τον βοριά. Στη θάλασσα όμως ο βοριάς είναι γνωστός σαν Τραμουντάνα. Η λέξη αυτή έχει ιταλικές ρίζες. Προέρχεται από την λέξη tramontana (trans (διά) και montanus (ορεινός)) δηλαδή ο αέρας που έρχεται από τα βουνά.»
Την ιστορία ενός μεγάλου έρωτα του νεαρού την εποχή εκείνη, πατέρα του «Τραμουντάνα» με την πανέμορφη κουβανή μητέρα του «Τραμουντάνα», θα σας διηγηθώ στη συνέχεια της ιστορίας μας.
Ατενίζοντας τον νεαρό «Τραμουντάνα» συλλογιζόμουν τη μέρα που γνώρισα τον πατέρα του. Μόλις και μετά βίας μου έρχεται στο νου η εικόνα της πρώτης γνωριμίας μας.
Όπως ανοίγω το ημερολόγιο της ζωής, θολά αντικρίζω τη γνωριμία μου στα πρώτα χρόνια της καριέρας μου στη θάλασσα με τον πάτερα του νεαρού Λευτέρη. 
Θυμάμαι.
Σχετικά νεαρός τα χρόνια εκείνα βρισκόμουν μπαρκαρισμένος Δεύτερος μηχανικός σ’ ένα γκαζάδικο.
Ήταν στο Willemstad του Curacao .
Το φλεγόμενο λιμάνι που γεμίζει χνότα από έρωτες π’ αφήνουν τόσο το πλήθος από τους τουρίστες, όσο και τα πληρώματα απ’ τα καράβια.
Ήμασταν κ’ εμείς ένα τσούρμο ναυτικοί από δυο ελληνικά πλοία που είχαμε πιάσει το λιμάνι για φορτοεκφόρτωση και επισκευές.Τριγυρνούσαμε μέσα στη νύχτα στους δρόμους και τα σοκάκια κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών και απλά γνωριστήκαμε τα δυο πληρώματα μεταξύ μας.
Ο πατέρας του «Τραμουντάνα», ο Σπύρος, ήταν τότε κι' αυτός  Δεύτερος μηχανικός στο πλοίο που συναντήσαμε να εκτελεί εργασίες επισκευών στα ναυπηγεία του λιμανιού. Ένας καστανόξανθος νεαρός άνδρας, με όμορφα μεσογειακά χαρακτηριστικά.
«Το Willemstad, είναι η τυπική πόλη-λιμάνι. Ουσιαστικά είναι μια ευρωπαϊκή αποικία η οποία απεικονίζει την οργανική ανάπτυξη μιας πολυπολιτισμικής κοινότητας. Είναι μια πόλη πλούσια σε πολιτισμό και μια από τις πιο πολυσυλλεκτικές στο πλανήτη καθώς στον πληθυσμό των εκατό πενήντα χιλιάδων κατοίκων αντιπροσωπεύονται πενήντα πέντε εθνικότητες. Από το 1997 αποτελεί μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO.
Μέσα σε ένα τροπικό περιβάλλον, η ιστορική αρχιτεκτονική της πόλης φαντάζει εντυπωσιακή. Λέγεται ότι ένας πρώην κυβερνήτης του νησιού υπέφερε από έντονους πονοκεφάλους και πιστεύοντας ότι η ασθένειά του επιδεινώνεται με τις έντονες αντανακλάσεις του ήλιου από τα λευκά κτίρια, έδωσε εντολή οποιοδήποτε κτίριο είναι λευκό να βαφεί. Παρά του ότι αργότερα ανακαλύφθηκε ότι ο κυβερνήτης ήταν μέτοχος στο μοναδικό χρωματοπωλείο του νησιού, η παράδοση της ζωγραφικής των κτιρίων με έντονους χρωματισμούς είχε απομείνει, καθιστώντας την ισπανική και ολλανδική αποικιακή αρχιτεκτονική από τις πιο εντυπωσιακές θέες στην Καραϊβική.»

Η μεγάλη μας παρέα βρέθηκε να απολαμβάνει το ποτό της σε υπαίθριο καλαμοσκεπές μπαρ με τους καναπέδες στην παραλία και με ζωντανή κουβανέζικη μουσική.
Η αφεντιά μου, ο Σπύρος, και ο μάγειρας του πλοίου μας, βρεθήκαμε να είμαστε παρέα μέσα στην παρέα. Συζητούσαμε ξεφυλλίζοντας την μέχρι σήμερα ζωή μας την γεμάτη από ταξίδια, εμπειρίες, και γνωριμίες στα ταξίδια αυτά. Ο μάγειρας σαν μύστης των νησιών της Καραϊβικής, μας εξηγούσε μια ιστορία που είχε να κάνει με παράξενα δέντρα Watapana που συναντήσαμε στους δρόμους.
Ιδιαίτερα για ένα ιδιαίτερο δέντρο Watapana .
«Το σκάλισμα που υπάρχει σε ένα δέντρο Watapana (δέντρο της ζωής μέσα του) στο κέντρο της Willemstad, είναι ένα από τα πιο ερωτικά γλυπτά που έχω δει ποτέ.
Είναι το γυμνό σώμα μιας γυναίκας λαξευμένο στις χρώμα του αίματος ρίζες του δέντρου. Σύμφωνα με την τοπικό μύθο, ο τεχνίτης που δημιούργησε αυτά τα γλυπτά στο δέντρο το έκανε αργά τη νύχτα και εμφανιζόταν στην πόλη μια φορά για λίγο. Ο θρύλος ισχυρίζεται ότι ο γλύπτης ήταν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας όταν έκανε το πρώτο σκάλισμα του, και η δημιουργία του έδωσε πίσω τη θέληση για να ζήσει.»
«Τα δέντρα αυτά είναι μια φυσική πυξίδα για την Αρούμπα και το Κουρασάο, γιατί είναι λυγισμένα σε γωνία ενενήντα μοιρών που δείχνει πάντα νοτιοδυτικά λόγο της διεύθυνσης που φυσούν οι τοπικοί άνεμοι.» Συνέχισε την ξενάγηση του ο μάγειρας.
Μετά το πρώτο ποτό το μεγαλύτερο μέρος της μεγάλης παρέας μας χαιρέτησε και αναχώρησε. Τα βήματα τους παρέσυραν προς τη Campo Alegre το θρυλικό θέρετρο ενηλίκων του Κουρασάο. Πρόκειται για ένα εξωτικό, ερωτικό και συναρπαστικό μέρος όπου τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα.
Με τον εξ Αιγύπτου ομογενή μάγειρα του πλοίου μας, όταν συζητά κανείς μαζί του, αντιλαμβάνεται ότι έχει να κάνει με έναν μεθοδικό, πολυταξιδεμένο, έμπειρο και γλωσσομαθή άνθρωπο. Και αυτό δεν είναι μια απλή εντύπωση. Είναι η πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα η οποία γίνεται εύκολα ορατή από τις πρώτες κι’ όλας κουβέντες του. Πρόσχαρος και ανοιχτόμυαλος άνθρωπος ήταν γεννημένος να αφιερώνει πολλές φορές τον ελεύθερο χρόνο του σε λέσχες και καζίνο, είχε μια έντονη τάση με το τζόγο. Τα τυχερά παιχνίδια τον συναρπάσουν χαρίζοντας του εμπειρίες.
Το πάθος του αυτό αποδείχτηκε ότι το συμμεριζόταν και ο δεύτερος μηχανικός ο Σπύρος που προστέθηκε στην παρέα μας και δεν χρειάστηκε μεγάλος κόπος να την μεταδώσουν και σε μένα.
Στην παρέα μας προστέθηκε και ο ασυρματιστής του πλοίου μας. Καταθέσαμε έκαστος σε κοινό κουμπαρά από διακόσια πενήντα δολάρια και αποφασίσαμε να μας αντιπροσωπεύσει στο τραπέζι του καζίνο ο Σπύρος -ο δεύτερος μηχανικός-. Του αναγνωρίσαμε μια ιδιαίτερη διαισθητικότητα και ποντάροντας στην διορατικότητα του ότι θα βγούμε κερδισμένοι τα βραδύ αυτό, και θα απολαύσουμε μία εφήμερη οικονομική επιτυχία.
Για διασκέδαση μ’ ενθουσιασμό, το Curacao είναι ένας θεϊκός παράδεισος για τους επισκέπτες του. Ξενοδοχεία με όμορφες λευκές αμμώδεις ακτές δίπλα στα ζεστά, ήρεμα νερά, διαθέτουν ιδιωτικές παραλίες, και καταπράσινους τροπικούς κήπους.
Σχεδόν όλα τα ξενοδοχεία διαθέτουν πολυτελή ευρύχωρα καζίνο, να δοκιμάσετε την τύχη σας, και εκθαμβωτικά μπαρ για να απολαύσετε ένα δροσερό κοκτέιλ και κάποια μουσική της Καραϊβικής σε στιγμές χαλάρωσης.
 Ήταν ήδη μεσάνυχτα που τα δικά μας βήματα μας οδήγησαν στο Curacao Plaza Hotel & Casino. Ένα εξαιρετικό ξενοδοχείο σε πλεονεκτικό σημείο του λιμανιού από όπου μπορούσαμε απολαμβάνοντας το ποτό μας εμείς που δεν παίζαμε στο τζόγο να παρακολουθούμε τα πλοία που περνούν μέσα και έξω από πολυσύχναστο λιμάνι του Κουρασάο.
Δυστυχώς όμως ο νεαρός δεύτερος μηχανικός ήταν άτυχος τη βραδιά αυτή. Άλλωστε για την φιλική παρέα μας -των ναυτικών - το βράδυ τούτο τα τυχερά παιχνίδια δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά τρόπος διασκέδασης. Οι περισσότεροι, οι αμύητοι, όπως η αφεντιά μου, που θέλουν να ζήσουν για λίγο τον μύθο του τζόγου, θα επιχειρήσουν κάποτε κάποιο ραντεβού με την τύχη. Το πιο πιθανό είναι ότι εκείνη δεν θα είναι πιστή, γι’ αυτό και δεν πρέπει να επενδύσουν επάνω της τίποτα που δεν αντέχουν να χάσουν.
Λίγες και πολυάσχολες οι μέρες μας στο Willemstad το οποίο μας είχε προσφέρει αμέτρητες όμορφες παραστάσεις, αλλά πλέον τα πλοία είχαν μπει στην τελική ευθεία της αναχώρησης.
Δεν άργησε η στιγμή που χωρίσαμε οι παρέες των δυο πλοίων.
Το πλοίο μας αναχώρησε κενό φορτίου και με πλήρες έρμα για λιμένα της δυτικής Αφρικής.
Επίσης, ολοκληρώθηκε η διαδικασία επισκευών του πλοίου που υπηρετούσε ο Σπύρος, ο Δεύτερος μηχανικός, το πλοίο τους παρέλαβε φορτίο πετρελαιοειδών από το Willemstad με λιμένα προορισμού τη Havana της Κούβας.
Έκτοτε δεν ξαναείδα τον αγαπητό συνάδελφο τον Σπύρο.
Ο μάγειρας συνέχισε να έχει πάντα επαφή μαζί του, και σαν μάστορας μοναδικός της μαγικής τέχνης της αφήγησης, έχει την ευχέρεια να μας δίνει ζωντανά τα γεγονότα, και να μας οδηγεί να παρακολουθήσουμε την συνέχεια της ιστορίας μας. Ας τον απολαύσουμε.
«Μια μέρα ηλιόλουστη και δροσερή απ' του ωκεανού την αύρα, ένα παλιό αμερικανικό αυτοκίνητο μετέφερε τον φίλο μας το Δεύτερο έξω από το Capitolio στην La Habana Vieja (Παλιά Αβάνα). Τα βήματα του τον οδήγησαν στο αρχιτεκτονικό αριστούργημα στο Gran Teatro de La Habana ("Μέγα Θέατρο της Αβάνας") που είναι γνωστό ως το Παλάτι της Γαλικίας. Ήταν ένας ολιγόωρος περίπατος αναψυχής που θα το εκμεταλλευόταν για να γνωρίσει τα αξιοθέατα της πόλης. Στο επόμενο λιμένα προορισμού, το Ρόττερνταμ ο φίλος μας θα ξεμπαρκάριζε και θα επέστρεφε στην πατρίδα.
Η παλιά πόλη είναι η περιοχή της Havana με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση κτιρίων αποκατεστημένα στην προηγούμενη δόξα τους. Μουσεία, γκαλερί τέχνης, ξενοδοχεία, εστιατόρια και καταστήματα ανοίγουν όλη την ώρα σε αναπαλαιωμένα αρχοντικά σπίτια ή εμπορικούς οίκους. Σημερα η Habana Vieja (Παλιά Αβάνα) είναι ένα μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO  που έφερε πίσω στο χρόνο την περιοχή με σκληρή δουλειά.
Την είδε να ξεπροβάλλει σαν άλλη Dona Ines de Bobadilla πίσω από τα γλυπτά του Giuseppe Moretti , που αντιπροσωπεύουν αλληγορίες που απεικονίζουν την καλοσύνη, την εκπαίδευση, τη μουσική και το θέατρο.
Ψηλή, με καμπύλες για ζούληγμα, πόδια ατελείωτα, στήθος εφηβικά στητό, μάτια αμυγδαλωτά, δέρμα σοκολατί. Μια πραγματική κρεολή. Το λευκό φόρεμα αγκάλιαζε τέλεια το καλλίγραμμο κορμί της. Τι εξωτικό πλάσμα ήταν αυτό; Κατάλαβε ότι έχασκε αποβλακωμένος κι έκλεισε το στόμα με το χέρι του. Περπατούσε με χάρη αιλουροειδούς.
Οι δυο νέοι κοιτάζονται στα μάτια και κανείς τους δεν κατεβάζει τα βλέφαρα.
Το αίμα μέσα στις φλέβες παίρνει έναν καινούριο δρόμο. Το στομάχι του σφίχτηκε. Κόμπος στο λαιμό. Ο γιακάς τον έκοβε. Χαλάρωσε την ανύπαρκτη γραβάτα του. Και τότε, ακριβώς την στιγμή που ένιωθε ευάλωτος, τελείως εκτεθειμένος στα γελαστά μάτια της, η καλλονή έκανε αυτό που είχε ευχηθεί. Του χάρισε την θέα των πάλλευκων δοντιών της. Το ωραιότερο χαμόγελο που είχε δει ποτέ. Κόντεψε να λιποθυμήσει.
Κάτι την ρώτησε, κάτι του είπε, βρέθηκαν να κουβεντιάζουν και να χαμογελούν στο ίδιο τραπέζι. Ήταν από σχολή Gran Teatro de La Habana οπoυ κι εργαζόταν. Ζούσε στην πόλη με τους γονείς της. Της είπε ότι ήταν Έλληνας απ’ το πλήρωμα του πλοίου που ξεφόρτωνε στη ραφιναρία του λιμανιού. Την έκανε να γελά μελωδικά. Κι άμα κάνεις τη γυναίκα να γελάει, την κέρδισες, έλεγε ο σοφός παππούς του. Συμφώνησαν να ξαναβρεθούν.
Στην επομένη συνάντηση η απόσταση ανάμεσα στα σώματα τους είχε σχεδόν εκμηδενιστεί. Τυχαία αγγίγματα στην αρχή, μετά καθόλου τυχαία. Την αγκάλιασε απ’ τους ώμους κι αυτή τον έπιασε απ’ τη μέση. Έτσι όπως ήταν αγκαλιασμένοι περπατούσαν κατά μήκος της Malecon, το θαλάσσιο τείχος, που εκτείνεται κατά μήκος της ακτογραμμής της Havana. Ένοιωθε το σώμα της να βυθίζεται στην αγκαλιά του. Ένοιωθε τους ψίθυρους της καρδιάς της να πάλλονται στο στέρνο το δικό του.
Τα μάτια του ατένιζαν στο βλέμμα της το βελουδένιο , ανείπωτη, απέραντη, μενεξεδένια θάλασσα που μέσα της φωλιάζανε λευκά μαργαριτάρια.
Το βράδυ στο El Tropical  του έκλεψε την καρδιά όταν την είδε να χορεύει και να λικνίζεται στους κουβανέζικους ρυθμούς. Την πήρε μια σφιχτή αγκαλιά και της είπε πως είναι η γυναίκα της ζωής του!
«Σε αγαπώ τρελά!» της είπε.
Τα γόνατα της λύγιζαν και η καρδιά της κτυπούσε τρελά. Νόμιζε πως όσοι άνθρωποι βρισκόντουσαν γύρω της, άκουγαν την τρελή καρδιά της. Το βλέμμα της σταμάτησε στο πρόσωπο του, που την κοιτούσε γεμάτο φως. Έλαμπε ανάμεσα στο πλήθος. Ξαφνικά ένιωσε τα πάντα να κινούνται με ένα τρομερά αργό ρυθμό, που δεν μπορούσε να καταλάβει, μα δεν την ένοιαζε καθόλου. Αντιθέτως ευχόταν να διαρκούσε όσο γινόταν περισσότερο αυτή η ανείπωτη ευτυχία. «Έτσι είναι λοιπόν η αγάπη;» σκέφτηκε μέσα της και ολόκληρο το πρόσωπο της χαμογέλασε. Στάθηκαν για λίγο ο ένας απέναντι στον άλλο και απλά κοιταζόντουσαν χωρίς να λένε τίποτα. Μιλούσαν τα μάτια και έδιναν υποσχέσεις, μιλούσαν οι καρδιές και έδιναν όρκους όπως γίνεται συνήθως με τους ερωτευμένους. Της πήρε το χέρι απαλά και την πλησίασε. Εκεί σε εκείνο το κλαμπ της Havana ξεκίνησαν όλα. Μια δυνατή σχέση αγάπης που τελικά τα κατάφερε παρ’ όλες τις φουρτούνες, να τις ξεπεράσουν.
Οι Κουβανοί υπήκοοι δεν είχαν το δικαίωμα να ταξιδεύουν στο εξωτερικό χάρη του σκληρού νόμου περί μετανάστευσης, μετά τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν το 1961 από το καθεστώς. Υπήρχε και το άγρυπνο μάτι του κομματικού σπιούνου, αν σε έπιαναν να προσπαθείς απεγνωσμένα να διαφύγεις, σε τουφέκιζαν στο άψε-σβήσε, κολλώντας σου τη ρετσινιά του εχθρού της επανάστασης και του λαού.
Ο έρωτας λένε είναι εθιστικός, κ’ όταν είναι και υπερβολικός «βλάπτει σοβαρά και την υγεία». Αν είναι να καταστρέψεις με κάτι την υγεία σου, ας είναι αυτό ο έρωτας!
Δεν το βάζει κάτω όμως.
Πήρε τη μεγάλη απόφαση.
Θα γινόταν φυγάς.
Θα τον ακολουθούσε.
Ο Δεύτερος προετοίμασε τη λύση για να «δραπετεύσει» η κρεολή από την χώρα της, βάζοντας σε κίνδυνο όχι μόνο την ανεκτίμητη ζωή της  αλλά και το ίδιο το πλοίο με το φορτίο του.
 Έχει ήδη αρχίσει να βραδιάζει και το φεγγάρι, απόψε δεν κάνει την εμφάνιση του, μένει κρυμμένο ανάμεσα στα σύννεφα. Περίεργο τούτο το βράδυ, γεμάτο ένταση. Βράδυ που αγκαλιάζει τις σιωπές και λιγοστεύει το φως του φεγγαριού για να αφήσει τις σκιές απόψε αθέατες στη γύρω πλάση.
Το πλήρωμα ετοιμάζεται να ταξιδέψουν το πλοίο.
Μικρά υπόκωφα κύματα σκαλίζουν την ακτή. Οι αρχές κάνουν τον τελευταίο έλεγχο στο πλοίο και ετοιμάζονται να αποχωρήσουν απ' αυτό. Σε μια σκοτεινή γωνιά του λιμανιού η κρεολή τρεμάμενα βγάζει το λίνο φόρεμα της, το κρύβει προσεκτικά στην ακτή και αθόρυβα βουτά στα σκοτεινά νερά. Με τη βοήθεια της αποθαλασσιάς σιγά σιγά προσεγγίζει το πηδάλιο του πλοίου και σκαρφαλώνει σαν αίλουρος στo rudder trunk του. Εκεί την αναμένει ο αγαπημένος της που με γρήγορους ρυθμούς ανοίγει την εξωτερική ανθρωποθυρίδα επιθεώρησης απ’ όπου εισέρχεται η αγαπημένη του εντός του στεγανού χώρου.
Οι μανούβρες ήδη έχουν ξεκινήσει με το πηδάλιο πλέον σε λειτουργία και την μηχανή σε μανούβρες, το πλοίο αποπλέει, ξεμακραίνουν απ’το λιμάνι, μα κι απ' ολόκληρη την Havana.
- Άγιε Νικόλα βοήθα μας…, σιγοψιθυρίζει ο Δεύτερος.
- Παναγιά μου λυπήσου μας…, βογγάει η κρεολή κρυμμένη στη σκοτεινή δεξαμενή.
Η βάρδια της γέφυρας υπομονετικά παρακολουθεί τα παραπλέοντα πλοία. Δεν έχει και πολύ κίνηση απόψε. Σιγά σιγά το πλοίο πλησιάζει στην έξοδο του λιμένα. Τα σύννεφα έτρεχαν στον ουρανό σπρωγμένα απ' τον Νοτιά, κι η βροχή έκανε την εμφάνιση της στη θάλασσα και στη στεριά. Στην έξοδο του μεγάλου κόλπου προσεκτικά το ταχύπλοο (η πιλοτίνα) πλησιάζει στη μέση του πλοίου, κολλάει στα πλευρά του και ετοιμάζεται να παραλάβει τον πιλότο του λιμένα. Για τον Δεύτερο αν και όλα τα σημάδια φαινόντουσαν κανονικά, στο μυαλό του κυριαρχούσε ένας φόβος. Αμίλητος, περιμένει καρτερικά την ώρα που το πλοίο θα εξέλθει στα διεθνή θαλάσσια ύδατα.
Το καράβι είναι μεσοπέλαγα κι η Κούβα δε φαίνεται πουθενά.
Η κρεολή άκουσε το συνθηματικό κτύπημα στα τοιχώματα της δεξαμενής. Η ανθρωποθυρίδα της δεξαμενής άρχισε να ανοίγει. Η καρδιά της σκίρτησε σαν ένα σπίρτο που πήρε φωτιά και σκόρπισε ζεστά κύματα χαράς σε όλο της το σώμα. «Σε λίγο, ψιθύρισε σχεδόν τραυλίζοντας ξέπνοα, σε λίγο θα τον δω στα αλήθεια.» Ήταν γλυκιά αυτή η ελευθερία και ένας έρωτας έτοιμος μπροστά της φλογισμένος, να της υπόσχεται ένα μέλλον γεμάτο δώρα ζωής. Έχει κάτι δρόμους η καρδιά να σπάζει φυλακές, να ελευθερώνει την αγάπη. Έχει και μια μαγεία το σύμπαν να μας αγκαλιάζει στοργικά, περιμένοντας πάντα υπομονετικά την σωστή ώρα, για να μας παραχωρήσει το δικό μας μερίδιο στην ευτυχία. Επιτέλους η μικρή δεξαμενή γέμισε από φως. Η γυναίκα σχεδόν είχε χάσει τις αισθήσεις της. Ο Δεύτερος την χτύπησε απαλά στα μάγουλα και την πιτσίλισε με νερό για να συνέρθει. Η κρεολή άνοιξε τα μάτια της και χαμογέλασε. Την αγκάλιασε τρυφερά βρίσκοντας τον δρόμο για τα χείλη της.
Ο γάμος τους έγινε στο πέλαγος επάνω στο πλοίο από τον πλοίαρχο.
Κουμπάροι το πλήρωμα όλο.
«Σπίτι μου, είναι όπου είσαι εσύ!» ορκιστήκαν οι νεόνυμφοι.
Σε λίγες ώρες θα βρισκόταν στο Ρόττερνταμ, πόσο απίστευτο τους φαινόταν.
Ο γάμος τους δηλώθηκε επισήμως στις προξενικές αρχές της χώρας μας.
Τελειώνοντας την αφήγηση του ο μάγειρας, συμπλήρωσε.
«Ο καλύτερος σύμμαχος της αγάπης είναι ο χρόνος. Και αυτή η αγάπη του Δεύτερου και της κρεολής φυγάδος, τα κατάφερε, άντεξε στο χρόνο, έβγαλε ρίζες βαθιές, και αγκάλιασε τη γη, γεμίζοντας την λουλούδια. Έτσι γίνεται συνήθως με την αγάπη. Σου δίνει τη δύναμη να αντέξεις τα πάντα.»
……………
Μια Κυριακή, ένα φωτεινό, ζεστό πρωινό, στην μικρή παρέα των νέων ξεχώριζε ένα αγόρι ψηλό μελαχρινό, αδύνατο με σγουρό μαλλί και ζωηρά μελιά μάτια.
Όλοι τους στην νεανική παρέα το νεαρό Λευτέρη τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά «Τραμουντάνα.»
¨Ηταν - ο Λευτέρης - ο πρώτος γιος τους.

Υ.Γ: Για πρώτη φορά μετά από 50 χρόνια, οι Κουβανοί έχουν σήμερα το δικαίωμα να ταξιδεύουν στο εξωτερικό χάρη σε μια μεταρρύθμιση του νόμου περί μετανάστευσης που υιοθετήθηκε από τον πρόεδρο Ραούλ Κάστρο και την οποία περίμεναν με ανυπομονησία οι πολίτες της χώρας, μερικοί από τους οποίους εκφράζουν πάντως φόβους ότι η εφαρμογή της θα είναι περιορισμένη.


. .............................................................................................
Σημείωση:
Inés de Bobadilla (La Giraldilla)
Το Castillo de la Real Fuerza (χτίστηκε το 1558) στην Κούβα έχει ένα άγαλμα στο παρατηρητήριο του, που αντιπροσωπεύει μια γυναίκα, La Giraldilla .
Το 1634, Juan de Vitrián Viamonte προσθέτει ένα παρατηρητήριο με weathervane γλυπτό με τη μορφή μιας γυναίκας, από τον Geronimo Martín Pinzón, έναν καλλιτέχνη από την Αβάνα, και με βάση την εικόνα στεφανώνει La Giralda στη Σεβίλλη . Παρά το γεγονός ότι ο λόγος για την επιλογή αυτού του γλυπτού, που ονομάζεται La Giraldilla, δεν είναι γνωστος, μια κοινή πρόταση είναι προς τιμήν της  Inés de Bobadilla , της μόνη γυναίκα κυβερνήτης της Αβάνας, η οποία ανέλαβε τον έλεγχο από το σύζυγό της Hernando de Soto , όταν ανέλαβε μια αποστολή στη Φλόριντα. Λέγεται ότι τοποθετήθηκε εκεί για να τιμήσει την Ines de Bobadilla η οποία λέγεται ότι πέρασε πολλά χρόνια να διερευνά τον ορίζοντα για τα σημάδια της επιστροφής του πλοίου του συζύγου της, Hernando de Soto (εν αγνοία της, είχε πεθάνει). Η εικόνα έγινε το σύμβολο της πόλης της Αβάνας (διαθέτει για το Havana Club ετικέτα ρούμι), και τώρα που πραγματοποιήθηκε το Μουσείο της Πόλης στεγάζεται στο Palacio de los Capitanes Generales στην Plaza de Armas, ενώ ένα αντίγραφο είναι στη θέση του στο παρατηρητήριο.
 
Web Informer Button