Ads 468x68px

Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Έχοντας τελειώσει το φύτεμα

Είχε ξεμπαρκάρει μόλις την προηγούμενη μέρα, από το λιμάνι του Port Said της Αιγύπτου, μετά από οκτάμηνη απουσία στη θάλασσα, μετρώντας το χρόνο του γυρισμού για να ξαναδεί αυτούς που αγαπούσε με τα μάτια να λάμπουν από χαρά. «Νόστιμον ήμαρ». Αυτή είναι η ζωή των ναυτικών. Γλυκιά του γυρισμού τους η μέρα. Ο καημός του νόστου στην οικογένεια, καίει σαν καντήλι αναμμένο, στην ψυχή τους, δύναμη να παλεύουν και να ξεπερνούν όλα όσα τους τυχαίνουν μέχρι την ημέρα της επιστροφής. Στο Port Said τους παρέλαβε ο πράκτορας του πλοίου, τους μετέφερε στο αεροδρόμιο του Καϊρου, και χαμογελώντας πλατιά τους ευχήθηκε καλό ταξίδι.
Το ταξίδι από το Port Said στο Κάϊρο ήταν σκέτη κόλαση από την αμμοθύελλα της ερήμου.
Η πτήση αναχώρησης για Αθήνα είχε δυο ώρες καθυστέρηση στο Κάϊρο. Τα μάτια του πονούσαν σαν να τους είχαν ρίξει άμμο της ερήμου και ήταν πολύ κακοδιάθετος όταν αναγκαστήκαν να περάσουν μια ταπεινωτική διαδικασία στο τελωνείο του αεροδρόμιου έως ότου εισέρθουν στη μεγάλη αίθουσα των διεθνών αναχωρήσεων.
Η πτήση αναμενόταν στον αερολιμένα του Ελληνικού στις έντεκα και μισή το βράδυ.
Η οικογένεια του από την ανυπομονησία της προσμονής είχαν φτάσει στο αεροδρόμιο μια ώρα νωρίτερα πριν ανακοινωθεί η προσγείωση του αεροσκάφους. Έπειτα περίμεναν ώσπου οι επιβάτες να περάσουν από τον έλεγχο των διαβατήριων και να πάρουν τις αποσκευές τους.
Όταν οι πόρτες άνοιξαν ένα ανθρώπινο κύμα όρμησε στην έξοδο του αεροδρόμιου. Η γυναίκα του σήκωσε τα χεριά της, κουνώντας τα, τον φώναξε με τ’ όνομα του και παρασέρνοντας μαζί της τους δυο μικρούς γιους τους έτρεξε να ρίχτει στην αγκαλιά του. Αυτός τους είδε, άφησε το καρότσι με τις αποσκευές στο πλάι, πήρε τη γυναίκα του αγκαλιά, τη σήκωσε ψηλά, της έδωσε δυο τρυφερά φιλιά, και την έστησε πάλι στα πόδια της, ανασαίνοντας το γνώριμο άρωμα της κολόνιας της. Βουβός από ευτυχία αποτραβήχτηκε από την αγκαλιά της γυναίκας του, στράφηκε στους δυο μικρούς γιους, τους αγκάλιασε με θέρμη κοιτάζοντας τα φωτεινά προσωπάκια τους. «Μεγαλώσατε», τους είπε, κ’ αυτά απλώνοντας τα χεριά τους με χαρακτηριστικά έκδηλο τρόπο χώθηκαν βαθύτερα στην αγκαλιά του και κόλλησαν τα δροσερά μάγουλα τους στο πρόσωπο του.
Λίγες ημέρες αργότερα ήταν οι σχολικές διακοπές του Πάσχα, που βρήκε όλη την οικογένεια στο εξοχικό τους για λίγες ήμερες δραπέτευσης από το πολυάσχολο άστυ.
Το Πάσχα είναι γιορτή κατεξοχήν συνδεδεμένη με την ελληνική ύπαιθρο και το χωριό. Το Πάσχα στα χωριά έχει ένα ιδιαίτερο χρώμα και γιορτάζεται αυθεντικά, διατηρώντας τα παραδοσιακά του χαρακτηριστικά. Θρησκευτική κατάνυξη, επιστροφή στις ρίζες, επαφή με την ανοιξιάτικη φύση, υπέροχα πασχαλιάτικα εδέσματα - μαγειρίτσα, σουβλιστά αμνοερίφια και κόκκινα αυγά είναι μόνο μερικά από αυτά - καθώς και ξεχωριστά τοπικά έθιμα και παραδόσεις συνθέτουν την εικόνα της πιο κατανυκτικής και χαρμόσυνης περιόδου του έτους.
Πηγαίνοντας στις όμορφες Νηές μεταφέρθηκαν σε έναν κόσμο φτιαγμένο μέσα στη πράσινη φύση. Ένα μέρος με εικόνες γλυκές, που η φύση μοιράζει απλόχερα χρώματα, ήπιους ήχους και γλυκούς ανέμους. Η Νηές είναι ένας τόπος τέτοιος. Εκεί που η ζωή κυλάει πιο ήρεμη, χωρίς δονήσεις, ένα ησυχαστήριο που ο παλμοί δεν ξεπερνούν ποτέ τους ογδόντα χτύπους το λεπτό.
Αν είναι και τυχεροί με τον καιρό, θα απολαύσουν ηλιόλουστες βόλτες στα υπέροχα μέρη της ευρύτερης περιοχής που σε αιφνιδιάζουν με την ομορφιά τους.
Είχε μόλις ξημερώσει κι ο ουρανός ήταν ασυννέφιαστος. Όλα έδειχναν ότι η μέρα θα ήταν καλή. Στο ήσυχο τοπίο, μόνο τα τραγούδια των πουλιών έκοβαν τη σιγαλιά. Είχε κοιμηθεί οκτώ ολόκληρες ώρες. Ένοιωθε ξεκούραστος δυνατός. Από νωρίς το πρωί άναψε το τζάκι δίνοντας γιορτινή ατμόσφαιρα στο χώρο. Το σπίτι μες στη σιγαλιά της ερημιάς είχε μια θαλπωρή και γαλήνη που σ’ έκανε να νιώθεις ηρεμία, και σιγουριά να σ’ αγκαλιάζει. Εμπρός ο ακύμαντος κόλπος, μικρός και λαμπερός, ετοιμάζεται να υποδεχτεί το καινούργιο δροσερό, και ανέφελο ανοιξιάτικο πρωινό του Απρίλη με τη θάλασσα να λαμπυρίζει σε χιλιάδες σταγόνες φωτός. Βγήκε με αγαλλίαση στο ψιλό μπαλκόνι του σπιτιού, στη δροσερή πρωινή αύρα, απολαμβάνοντας αρώματα και ήχους, που δυνάμωναν μέσα του την αίσθηση της ελευθερίας και της ανεμελιάς. Όσο έβλεπε το βλέμμα του ο φιδωτός παραλιακός δρόμος ήταν έρημος, πράγμα πολύ φυσικό για την εποχή που δεν υπήρχαν ακόμα παραθεριστές στη περιοχή. Ικανοποιημένος και γαλήνιος βολεύτηκε στο μικρό ξύλινο καναπέ εκεί στη γωνιά του μπαλκονιού και άφησε τα μάτια του να χορτάσουν ομορφιά. Τον φωτεινό ήλιο που χάιδευε με τις ζεστές ακτίνες του την νωπή από την πρωινή δροσιά γη, κάνοντάς την να αχνίζει, και το καφεκόκκινο χώμα να ευωδιάζει υπέροχα. Κοιτούσε την θάλασσα με βλέμμα διαπεραστικό και ευαίσθητο, προσπαθώντας να σκεφτεί πως θα τη ζωγράφιζε αν είχε το ταλέντο του πρόωρα χαμένου αδελφού του. Πως θα μετέφερε στο μουσαμά όλες αυτές τις αποχρώσεις. Ρηχή και διάφανη, ανοιχτοπράσινη με γαλαζωπές ανταύγειες στην ακρογιαλιά, λουλακιά στα βαθιά, και στα ανοιχτά, εκεί που τα ψαροκάικα μάχονται με τα κύματα, απειλητικά σκοτεινή, με χρώμα σχεδόν μπλε σκούρο. Η θάλασσα είναι η αρχέγονη μητέρα των πλασμάτων της γης, επί αιώνες έχει ταΐσει κι έχει ταξιδέψει αμέτρητες ψυχές. Είτε γαλήνια, είτε φουρτουνιασμένη, πάντα εμπνέει το θαυμασμό, το σεβασμό και το δέος, αλλά και μια ιδιαίτερη αγάπη και ευγνωμοσύνη σ’ αυτούς που την έχουν ζήσει από κοντά και έχουν διασχίσει τα ατέλειωτα μονοπάτια της. Έτσι κ’ αυτός, σαν ένας από τους θαυμαστές, ταξιδευτές και εικονικούς εραστές της Ωκεανίδας θεάς, ξετυλίγει στη μνήμη το κουβάρι της ζωής του και επαναφέρει τις μνήμες από τα ταξίδια του στους ωκεανούς και τα λιμάνια της. Απέμεινε καθηλωμένος ατενίζοντας την γραμμή του ορίζοντα, εκεί που το λουλακί της θάλασσας συναντούσε το ξεπλυμένο γαλανό του ουρανού. Αυτή η γραμμή του ορίζοντα ήταν ελαφρά αλλά ξεκάθαρα κυρτή.
Ο θόρυβος απ’ ένα τρακτέρ στο βάθος της αλέας του δρόμου του διέκοψε τα οράματα. Αναστέναξε μετατοπίστηκε στον καναπέ του και έφερε νωχελικά τη σκέψη και το βλέμμα του στην αυλή του σπιτιού του που απλωνόταν μπρος του.
Η άνοιξη γινόταν αισθητή με πολλούς τρόπους. Τα δέντρα γέμιζαν τρυφερά πράσινα φύλλα και στα παρτέρια τα λουλούδια άνοιγαν τα βελουδένια τους άνθη πλημμυρίζοντας τον αέρα με το γοητευτικό τους άρωμα. «Νομίζω ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο στον κόσμο από την δημιουργική δουλειά στον κήπο ένα υπέροχο ανοιξιάτικο πρωινό.» Σκέφτηκε. Ταυτόχρονα ξύπνησε μέσα του η αίσθηση ότι στον κήπο τον περίμεναν επείγοντα πράγματα που δεν είχε ακόμη κάνει. Η αυλή και ο κήπος βρισκόταν σε άγρια κατάσταση. Αυτό όμως το είδε σαν διασκέδαση. Έβαλε τα άρβυλα, το παλιό πανωφόρι του, βγήκε στην αυλή κι άρχισε δουλειά. Ξεκίνησε ν’ ασχολείται ξεριζώνοντας τ' αγριόχορτα από τις πρασιές και κόβοντας τα νεκρά κλαδιά από τα δέντρα.
Ήταν ήδη η ώρα δέκα και μισή. Έχοντας τελειώσει το φύτεμα στο μικρό του λαχανόκηπο, και το πρώτο εποχικό κούρεμα του γκαζόν, τώρα ασχολιόταν να σκαλίζει τα λουλούδια στα παρτέρια, όταν στην κορνίζα της εξωτερικής πόρτας της αυλής μια γνωστή ανδρική σιλουέτα τον καλημέρισε δειλά, δειλά. Ήταν ο μπάρμπα Θωμάς, ένας ξωμάχος εργάτης της γης και παλιός ναυτικός στα νεανικά του χρόνια. Ο επισκέπτης φορούσε σκούρο βαμβακερό πουλόβερ, το γέρικο κεφάλι σκέπαζε ένας ναυτικός σκούφος, που άφηνε να φαίνεται στις άκρες του τα κάτασπρα μαλλιά του. Πάει καιρός από την τελευταία συνάντηση τους. Στο χαρακωμένο απ’ τις ρυτίδες πρόσωπο του ανθρώπου που στέκεται δίπλα του ένα ευχάριστο χαμόγελο απλώνεται απ’ το κακοξυρισμένο πιγούνι μέχρι τα λαμπερά γαλάζια μάτια του. Η θάλασσα δεν ήταν η πρώτη επιλογή του μπάρμπα Θωμά. Ναυτικός έγινε λόγω των οικονομικών συνθηκών της εποχής, όπως και αρκετοί ακόμα Έλληνες που είτε μετανάστευαν είτε συνωστίζονταν έξω από τις εταιρείες στο λιμάνι του Πειραιά.
Ο μπάρμπα Θωμάς ήταν μόνο δεκαεννέα χρόνων πιτσιρικάς όταν μπαρκάρισε. Γνώρισε τη θάλασσα και από την καλή και από την ανάποδη, ώσπου μερικά χρόνια αργότερα γύρισε στον τόπο του και για το χατίρι της αγάπης - είχε τα μάτια σαν τη θάλασσα, πώς να την προσπεράσει; -αποφάσισε να γίνει στεριανός. Παντρεύτηκε και άρχισε να θρέφεται από τα πατρικά τους χωράφια και περιβόλια. Φτωχικά, όμως ζωντανά και χαμογελαστά τα πρώτα τους χρόνια. Ακούραστος κ' εργατικός, με την αξίνα και το άροτρο και περίσσιο κουράγιο δούλευε να δαμάσει την τραχιά γη. Έμαθε με τον καιρό να καλλιεργεί την γη και τα περιβόλια τους. Σαράντα ολόκληρα χρονιά συμβίωσαν ευτυχισμένα οι δυο τους, απέκτησαν δυο παιδιά και αυγάτισαν το βιος τους. Ήταν όμορφα χρόνια. Ζωή βουκολική και αυθεντική. Για το αγαπημένο ζευγάρι ευτυχία ήταν να χαίρονται όσο γίνεται περισσότερο για αυτά που είχαν και πλούτος να χαίρονται περισσότερο για αυτά που απέκτησαν. Είχαν τόσα δεν ζητούσαν περισσότερα. Τα παιδιά μεγάλωσαν έκαναν δίκες τους οικογένειες. Χάνοντας πρόωρα την σύντροφο του έζησε με τη θλίψη και με μια μοναξιά που κανείς και τίποτα να μπορούσε να μετριάσει. Αλλά με τον καιρό το πήρε απόφαση αυτό που του είχε συμβεί. Έμαθε να ζει με τον εαυτό του, να καλλιεργεί τον κήπο του, τα περιβόλια του, και να παρακολουθεί τα εγγόνια του να μεγαλώνουν. Ο μπάρμπα Θωμάς είχε αποκτήσει στον παραλιακό δρόμο της ήσυχης και γραφικής περιοχής ένα διατηρημένο οίκημα με την έννοια της συνεχούς κατοίκησης που γίνεται αντιληπτό αν κανείς βρεθεί μέσα στη μεγάλη του αυλή. Η αυλή βρίσκεται στο μπροστινό μέρος του σπιτιού και στη μέση του πλακόστρωτου μέρους υπάρχει μια υπέροχη τεράστια φλαμουριά, στο τέλος του πλακόστρωτου μέρους βρίσκεται το πηγάδι με το μάγγανο, στο δυτικό μέρος ξαπλώνεται η υπόλοιπη αυλή ανάμεσα στο ξανθό αγιόκλημα που σκάλωνε στους τοίχους, δίπλα στους βασιλικούς, τους δυόσμους, τις μαντζουράνες που δεν ζητούσαν παρά λίγο σκάλισμα, και νεράκι για να λούσουν την ατμόσφαιρα μ’ ευωδιές. Η αυλή ολοκληρώνεται με ένα δασάκι από ελιές. Τα περασμένα χρόνια για την κάλυψη των αναγκών σε νερό της περιοχής υπήρχαν τα πηγάδια. Πριν η περιοχή συνδεθεί με το δίκτυο ύδρευσης του τοπικού δήμου. Το νερό το έβγαζαν με αυτοσχέδιες αντλίες από τα πηγάδια της αυλής, το χρησιμοποιούσανε για τις οικιακές ανάγκες κ’ αυτό που έφευγε δεν το άφηναν να πάει χαμένο. Το μάζευαν σε δεξαμενή και πότιζαν τους κήπους, όχι μόνο τους δικούς τους αλλά και των άλλων. Τα περισσότερα πηγάδια είχαν νερό υφάλμυρο. Σωτήριο ήταν το πηγάδι στην αυλή του σπιτιού του μπάρμπα Θωμά. Είχε νεράκι όταν το θέλανε όλοι οι γείτονες, όπως το θέλανε. Όταν το χειμώνα έξω ξύριζε ο βοριάς το νερό από το πηγάδι έβγαινε αχνιστό και το κατακαλόκαιρο όταν ο ήλιος έσκαγε την πέτρα το νεράκι του ήταν γάργαρο και δροσερό. Κι ούτε ήθελε πολλά. Μόνο μια φτυαριά ασβέστη για να ψοφάνε τα μικρόβια.
Πλησιάζοντας τα ογδόντα την εποχή τούτη ο μπάρμπα Θωμάς, γέρασε πια, μπορεί να χάθηκε η φλόγα της νιότης αλλά το γέρικο κορμί του παραμένει στεγνό και δραστήριο. Τα τελευταία χρόνια ο μπάρμπα Θωμάς είναι ο μοναδικός μόνιμος κάτοικος του οικισμού, έχει αποκτήσει και μια μικρή όμορφη παραδοσιακή ψαρόβαρκα από ξύλο, συχνά δε ανοίγεται μ’ αυτή ανοικτά του κόλπου για ψάρεμα. Στο μυχό του κλειστού κόλπου, στο νοτιοδυτικό ανάγλυφο της ακτής είναι χτισμένο αμφιθεατρικά σε πλαγιά το δεσποτικό και εμπρός του τα κρυστάλλινα γαλαζοπράσινα νερά του όρμου του Μικρού Γιαλού, και το θαυμάσιο τοπίο συνθέτουν το ιδανικό περιβάλλον για ελλιμενισμό στις βάρκες και τ’ αλιευτικά. Εκεί βρίσκεται ελλιμενισμένη και η ψαρόβαρκα του μπάρμπα Θωμά, δυο τρία χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι. Ο μπάρμπα Θωμάς τον παρεκάλεσε εάν μπορεί να του μεταφέρει τα δίχτυα με το αυτοκίνητο από το σπίτι στην βάρκα, και εάν ο ίδιος το επιθυμούσε να βγουν παρέα στ' ανοικτά να τα ρίξουν στη θάλασσα. Ήταν κάτι που το είχαν ξανακάνει αρκετές φόρες.
Στο σπίτι ο καπνός συνέχισε να υψώνεται απ την καμινάδα. Αθόρυβα άνοιξε η πόρτα κ’ εμφανίστηκε η σύζυγος του, φορώντας μαύρο φουστάνι με άσπρη πόδια. Τα ξανθοκάστανα μαλλιά της ήταν κομμένα κοντά, αφήνοντας ακάλυπτο το λεπτό λαιμό της. Είχε μάτια μελιά, μεγάλα και φωτεινά κι όλοι πίστευαν ότι αυτό ήταν το πιο όμορφο χαρακτηριστικό της. Όταν όμως έβλεπαν το χαμόγελο της, δεν έδειχναν πια τόσο σίγουροι. Τους κάλεσε να περάσουν στο σαλόνι, ετοιμάζει τον πρωινό καφέ τους. Το εσωτερικό του σπιτιού αν και είχε καιρό να χρησιμοποιηθεί, είχε φροντίσει η σύζυγος να το κάνει να αστράφτει από καθαριότητα και να μυρίζει σαπούνι. Όλη η οικογένεια βρισκόταν ήδη στο πόδι. Η σύζυγος μ’ ευχαρίστηση έβαλε νερό να βράσει για τους καφέδες, και στον αέρα πλανιόταν μια γαργαλιστική μυρωδιά από τις πρωινές κρέπες. Αυτός πήρε το κλαδευτήρι πήγε στο βάθος της πρασιάς εκεί που τα κρίνα είχαν θεριέψει, έκοψε μερικά τα τακτοποίησε σε μια μικρή ανθοδέσμη πλαισιωμένα με μερικά αγριολούλουδα και μενεξελιές μολόχες. Με τα λουλούδια στο ένα χέρι και τον μπάρμπα Θωμά εμπρός του διέσχισαν τα τέσσερα πλακοστρωμένα σκαλοπάτια ανέβηκαν στον εξώστη με αργό βήμα και εισήρθαν στο σπίτι χαρίζοντας τα λουλούδια στην άμορφη σύζυγο του. Αυτή τα πήρε μ’ ευχαρίστηση γέμισε ένα ανθοδοχείο και το ακούμπησε προσεκτικά στο ξύλινο κομοδίνο διπλά στην τηλεόραση. Οι δυο μικροί γιοι του πετάρισαν από χαρά βλέποντας τον μπάρμπα Θωμά. Τώρα ήξεραν ότι θα πάνε για ψάρεμα τ’ απόγευμα.
Απογευματινές ώρες φόρτωσαν τα δίχτυα στο πορτ μπαγκαζ του αυτοκινήτου και αναχώρησαν για το μικρό φυσικό λιμανάκι όπου άραζαν ένα δυο καΐκια και μερικές βάρκες. Η μαγεία της ηλιόλουστης ανοιξιάτικης ημέρας αυτές τις ώρες είχε διαλυθεί. Στη διάρκεια του απογεύματος μερικά σύννεφα είχαν σκεπάσει τον ουρανό και οι αχτίδες του Ήλιου τρύπωναν από τα ανοίγματα, λαμπυρίζοντας στη φυρονεριά του μικρού κόλπου. Ο φλοίσβος της θάλασσας αντηχούσε νανούρισμα απαλό, στις έρημες αμμουδερές ακτές και μερικά θαλασσοπούλια όργωναν τον ουρανό. Η αύρα ανάδευε τα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων κι από τα μαντριά στην πλαγιά του λόφου ακούγονταν τα κουδούνια και τα βελάσματα των προβάτων. Στο βάθος ξεχώριζαν τα χωριά του Πηλίου και το βουνό του Τρίκερι, ίδιος βράχος ψηλός που κρύβει τη θέα του Αιγαίου πελάγους.
Οδηγώντας ανάμεσα στους ελαιώνες κοντά στις όχθες του κόλπου προσπερνώντας το προϊστορικό οικισμό «Μετόχι" - Πρόκειται για βυθισμένο προϊστορικό οικισμό της Μέσης εποχής του Χαλκού στη θέση Μετόχι στον όρμο Νηές ο οποίος βρίσκεται σε βάθος 0-3 μέτρα. - φτάνουν στο αγκυροβόλιο με τις ψαρόβαρκες. Η «Καπετάνισσα», η ψαρόβαρκα του μπάρμπα Θωμά, τους περιμένει να βγούνε για ψάρεμα. Η περιοχή δεν έχει επαγγελματίες ψαράδες. «Πετρόψαρα ψαρεύουν» συνήθως λέει ο μπάρμπα Θωμάς για τους ερασιτέχνες της περιοχής, καθώς τον βοηθάνε να ετοιμάσει τα δίχτυα.
Ανοικτά του κόλπου σαν μια μικρή κουκκίδα καρφωμένη στο ακύμαντο νερό βλέπουνε τη βάρκα του γείτονα του Παπανικόλα. Ρίχνει δίχτυα και παραγάδια κ’ αυτός.
Φόρτωσαν τα δίχτυα κ’ ένα παραγάδι στη βάρκα, ξεκίνησαν λάμνοντας απαλά με τα κουπιά πέρασαν δίπλα στη βραχώδη ακτή οπού δεσπόζει το μεγάλο οίκημα του δεσποτικού κτισμένο αμφιθεατρικά, να κοιτάζει την ανατολή του ήλιου και να σκοτεινιάζει νωρίς λόγω της κορυφής του Χλωμού, που εμποδίζει τον ήλιο από τη Δύση να φωτίσει το τοπίο. Αν κοιτάξεις το κτίσμα από τη θάλασσα, μοιάζει με θρόνο προς τον Παγασητικό κόλπο. Βάζοντας σε λειτουργία την μηχανή της βάρκας συνέχισαν με κατεύθυνση το βορειοανατολικό άκρο της ακτής, αντίκρισαν το τέλος του ακρωτηρίου και ανοιχτά του άρχισαν να ρίχνουν τα δίχτυα και το παραγάδι. Οι μικροί γιοι του προσπαθούσαν να τα προλάβουν όλα, να βλέπουν το ρίξιμο των δικτύων αλλά και να θαυμάζουν τους μοναδικούς βράχους που βάφονταν από το δυνατό απογευματινό φως όταν ο ήλιος διαπερνούσε την συννεφιά. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν έπεσε και το τελευταίο δίχτυ ανοιχτά των ακρωτηρίου και επέστρεψαν στο μουράγιο. Ρίξανε συνολικά περί τα 100 μέτρα δίκτυα σε βάθος που ποίκιλε από 20 έως 30 οργιές σε μια θάλασσα που κατά την εκτίμηση του μπάρμπα Θωμά, είναι από τους καλύτερους ψαρότοπους της περιοχής.
Σουρούπωσε για τα καλά κατά την επιστροφή στο σπίτι.
Το πέλαγος τρέμει μακριά στο φύσημα ενός μαλακού μαΐστρου. Μια βάρκα άναψε το φως της έξω από το βράχο του «Κεφαλά».
Το ραντεβού για το μάζεμα των Διχτύων ήταν νωρίς το πρωί της επομένης ημέρας.
Ξεκινήσανε λοιπόν την ώρα που βλέπανε το φεγγάρι να ζαλίζει τη θάλασσα, λίγο πριν το χάραμα, ανάμεσα στο ασημί, και τη θολή ανταύγεια, και δεν αργήσανε να φθάσουνε στις σημαδούρες. Είχε την περιέργεια να δει το αποτέλεσμα και δεν έκανε πολλές ερωτήσεις στο μπάρμπα Θωμά όταν άρχισαν να σηκώνουν τα δίχτυα. Τα πρώτα μέτρα δεν φανέρωσαν και σπουδαία πράγματα. Κάτι λίγα μικρά πετρόψαρα. Στη συνέχεια το δίχτυ ανέσυρε από το βυθό μερικές πέτρες μαζί με κάποια μικρά ψαράκια. Τα τελευταία μέτρα στο δίχτυ τους έδωσε μια ανάσα καθώς έβγαλε αρκετά μπαρμπούνια και ένα μικρό αστακό. Αυτό τους ψήλωσε λιγάκι και οι σφυγμοί τους γίνανε πιο έντονοι και τα βλέμματα πιο λαμπερά κ’ ένοιωσαν και οι δυο τους όμορφοι. Και δυνατοί.
Το ξεκαθάρισμα της ψαριάς έγινε πάνω στη ψαρόβαρκα. Έκατσε στη μια άκρη της βάρκας και παρακολουθούσε τα χέρια του μπάρμπα Θωμά να χτενίζουν το δίχτυ και με μια ιδιαίτερη επιδεξιότητα να ξεπλέκουν τα ψάρια και να πετάνε τις πέτρες στη θάλασσα.
Την επομένη, Κυριακή των Βαΐων, θα τιμήσουνε την ψαριά δέοντος σ’ ένα χορταστικό δείπνο. Σύμφωνα με τη θεοσεβούμενη σύζυγο του οι μόνες περιπτώσεις που κατά τη διάρκεια της σαρακοστιανής νηστείας επιτρέπεται από την Εκκλησία η κατανάλωση ψαριού είναι η ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (25η Μαρτίου) και η Κυριακή των Βαΐων.
Η ίδια με κέφι και μεράκι ετοίμασε με τα πετρόψαρα μια παραδοσιακή κακαβιά υπό τις συμβουλευτικές οδηγίες του μπάρμπα Θωμά. Μια σούπα που η παράδοση την θέλει να φτιάχνεται από τους ψαράδες πάνω στις ψαρόβαρκες χρησιμοποιώντας διάφορα ψάρια και θαλασσινά που δεν θα πουληθούν στην αγορά. Δεν υπάρχει σωστός και λάθος τρόπος να φτιάξεις την κακαβιά, σε κάθε περιοχή φτιάχνεται με διάφορες παραλλαγές ενώ δεν είναι καθόλου κακό να προσθέσεις ότι νομίζεις ότι θα ανυψώσει το έτσι κ αλλιώς καταπληκτικό αποτέλεσμα.
Από το τραπέζι του δείπνου δεν θα μπορούσε να λείπει και ο μπάρμπα Θωμάς. Ήταν συμφωνία να δειπνίσουν μαζί την ψαριά αυτή.
Ένα δείπνο γεμάτο θαλασσινές ιστορίες. Το γεύμα μαμούθ κράτησε τρεις ώρες. Όταν επιτέλους σηκώθηκαν από το τραπέζι ήταν περασμένες τρεις το απόγευμα. Οι δυο μικροί γιοί του ξεφάντωναν με τα παιγνίδια τους εκεί εμπρός στο γρασίδι της αυλής. Η σύζυγος ασχολήθηκε με το πλύσιμο των πιάτων. Αυτός και ο μπάρμπα Θωμάς φόρεσαν τα πανωφόρια τους, και βγήκαν στο μπαλκόνι του σπιτιού απολαμβάνοντας τη δροσερή απογευματινή αύρα. Με το ποτό στο χέρι προσπαθούσαν με ατέλειωτες συζητήσεις, να λύσουν όλα τα πολιτικά προβλήματα που δεν μπορούσαν να λύσουν οι κυβερνήσεις.
Ο μπάρμπα Θωμάς μιλούσε για τις σημερινές συνθήκες διαβίωσης.
«Η αυλόπορτες με το αγιόκλημα και την περικοκλάδα όλο και περισσότερο εξαφανίζονται. Οι γλάστρες με τους βασιλικούς και τις μαντζουράνες έφυγαν από τα παράθυρα των σπιτιών και τη θέση τους πήραν τα κάγκελα ασφαλείας. Οι πόρτες θωρακίσθηκαν με διπλές και τριπλές κλειδαριές. Οι αυλές περιφράχτηκαν με κιγκλιδώματα. Τα σπίτια εφοδιάστηκαν με αυτόματους συναγερμούς. Κι΄ οι κάτοικοί της κλεισμένοι στα σπίτια - φυλακές εύχονται να μην αντιμετωπίσουν τα χειρότερα.» Παρατηρούσε θλιμμένα.
Αν κάτι ακόμη εκνεύριζε πάρα πολύ το μπάρμπα Θωμά ως παιδί της υπαίθρου είναι οι εκτάσεις φυτεμένες με άχρηστο γκαζόν στους κήπους των εξοχικών κατοικιών.
«Δεν είμαστε Αγγλία που βρέχει κάθε τόσο, είμαστε μια ξηρή και θερμική χώρα με πρόβλημα νερού τους καλοκαιρινούς μήνες. Το γκαζόν καταναλώνει απίστευτα μεγάλες ποσότητες νερού κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, καταναλώνει ενέργεια για την κοπή του, αν περπατήσεις πάνω του καταστρέφεται, είναι ακριβό και στην τελική δεν προσφέρει απολύτως τίποτα στον ιδιοκτήτη του».
«Μήπως ήρθε η ώρα να ξυλώσεις το γκαζόν». Πρότεινε χαμογελαστά.
«Στη θέση του άχρηστου γκαζόν θα μπορούσες να καλλιεργείς τα λαχανικά σου, να φυτέψεις δέντρα που θα σου προσφέρουν φρούτα και σκιά, στην τελική να φυτέψεις λουλούδια που είναι ομορφότερα από έναν βαρετό χλοοτάπητα.»
«Σκέψου το».
Ήταν η συμβουλή του.
«Τώρα τον Απρίλιο μπορούμε να φυτέψουμε όλα τα λαχανικά καλοκαιρινής συγκομιδής. Ο κατάλογος είναι μακρύς και φυσικά ξεκινάει από τη βασίλισσα του καλοκαιριού που δεν είναι άλλη από την ντομάτα». «Θα σε βοηθήσω και εγώ αν το ξεκινήσεις». Του δήλωσε.
«Την Δευτέρα έχει υπαίθρια λαϊκή αγορά στον Αλμυρό. Αν θέλουμε να καλλιεργήσουμε μπορούμε να αγοράσουμε έτοιμα μικρά φυτά, όπως, ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, πεπόνια, καρπούζια, κολοκυθιές.
Αν σου αρέσουν οι πράσινες σαλάτες μπορούμε ακόμα να φυτέψουμε ρόκα μια και μεγαλώνει πολύ γρήγορα.
Από αρωματικά φυτά μπορούμε να σπείρουμε βασιλικό, άνηθο, σέλινο και μαϊντανό ώστε να τα χρησιμοποιεί στην κουζίνα η κυρά την καλοκαιρινή περίοδο που θα έλθετε, φρεσκότατα.
Η άνοιξη είναι πολύ ήπια φέτος και οι ζεστές ημέρες δεν άργησαν αρκετά να έρθουν. Ευνοϊκός καιρός για καλλιέργειες λαχανικών. Τι χρειαζόμαστε; Να μεγαλώσουμε τον πολύ μικρό σου λαχανόκηπο μερικά ακόμη τετραγωνικά μέτρα εκεί στο νοτιοανατολικό της αυλής που το βλέπει συνέχεια ο ήλιος ώστε να χαρίζει τη ζωογόνο δύναμή του σε ό’ τι φυτέψουμε.
Το χώμα φύτευσης πρέπει να είναι ελαφρύ, καλά δουλεμένο, απαλλαγμένο από άλλους σπόρους. Επίσης πρέπει να στραγγίζει καλά για να μην κρατεί υγρασία και σαπίσουν τα φυτά μας».

Η μέρες κύλησαν. Ήρθε και έφυγε το Πάσχα.
Αυτές οι μέρες με την οικογένεια είναι κάτι το διαφορετικό. Είναι σαν ένα όνειρο κλεμμένο από το χρόνο. Και δεν θα παψει ποτέ του να ευγνωμονεί την οικογένεια του, απεριόριστα, γιατί του δίνει κάτι που κανείς δεν μπορεί να του πάρει. Μια ονειρεμένη ζωή. Όχι απλά μια ευχάριστη, αλλά μια ονειρεμένη ζωή. Ωστόσο, δεν γίνεται να ονειρεύεται συνέχεια.
Πρέπει κάποτε να ξυπνήσει.
Ο σοφός παππούς του έλεγε. «Μια φορά ναυτικός για πάντα ναυτικός».
Κι έτσι δεν άργησε να ξαναβρεθεί στα πέλαγα και στα πέρατα του κόσμου.
«Ω Θεέ μου». «Τι είναι η ευτυχία». Σκέφτηκε. Δεν υπάρχει άκρη στο Ουράνιο Τόξο. Με λίγα λόγια όταν εργάζεται δεν νοιώθει απόλυτα δυστυχισμένος κι όταν δεν εργάζεται απόλυτα ευτυχισμένος.
Όταν έφτασε η μέρα να αναχωρήσει όλοι στην οικογένεια μελαγχόλησαν.
Τον συνόδεψε σύσσωμη η οικογένεια στο αεροδρόμιο. Την ώρα του αποχωρισμού η σύζυγος τον αγκάλιασε από τη μέση του κι ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Μέσα από το πουκάμισο του άκουγε τους χτύπους της καρδιάς του.
«Θα μας τηλεφωνείς κάθε μέρα». Του είπε σε τόνο που δεν επιδεχόταν αντίρρηση.
Αυτός έπιασε με τα δυο χέρια το κεφάλι της, και σήκωσε το πρόσωπο της προς το δικό του. Τα μελιά ματιά της έδειχναν απέραντη θλίψη. «Το ξέρεις ότι το κάνω». Της είπε.
Ακόμη και μετά τους αποχαιρετισμούς, περίμεναν να απογειωθεί το αεροπλάνο του. Και μόνο όταν ο θόρυβος από της μηχανές του εξασθένησε κι έσβησε στον απέραντο ουρανό, μπήκαν στο αμάξι και γύρισαν σιωπηλοί στο σπίτι.

Ο σημαντικότερος παράγοντας του άνθρωπου είναι το δίχως άλλο η δημιουργία οικογένειας. Είναι σκληρό πολύ σκληρό για το ναυτικό να στερείται την οικογένειά του, και όλα αυτά που δεν θα ζήσει επειδή θα αρμενίζει κάπου στον Ωκεανό. Αλλά και η αγάπη τους για τη θάλασσα, μάλλον ρέει στο αίμα τους. Υπάρχουν όμως και οι ηρωίδες γυναίκες τους που σηκώνουν μόνες τους τα βάρη της καθημερινότητας, τους καημούς της νύχτας, στα νοικοκυρεμένα σπίτια των μπαρκαρισμένων ναυτικών. Με ευγνωμοσύνη αξίζει ν’ αναφέρονται σ’ αυτές.
«…..Ήρωες δεν είμαστε εμείς, / αλλά αυτές που μένουν / ξωπίσω μ’ αναστεναγμούς / φαμίλια ν’ ανασταίνουν / και να προσμένουν γυρισμό…..».
Καλοτάξιδους να τους έχει ο Ποσειδώνας.
………………………
………………………………………………..

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

θα περάσει κι αυτή η καταιγίδα

Ο ήχος από την βροντή τον κατέλαβε απροετοίμαστο. Σηκώθηκε όρθιος, κοίταξε έξω από το παράθυρο του μικρού του γραφείου να δει τι συνέβαινε. Παρατήρησε πως οι δρόμοι άδειασαν από τους πεζούς και ο ουρανός σκοτείνιασε. Τα σύννεφα είχαν σκεπάσει τον ήλιο. Ήταν κατάμαυρα αλλά οι άκρες τους είχαν φωτεινές ανταύγειες. Για άλλη μια φορά παρακολουθούσε την καταιγίδα που ερχόταν, με θαυμασμό, παρακολουθούσε την τέχνη της πλουσιοπάροχης φύσης και τις εικόνες που προβάλλονταν στον ορίζοντα. Τα απέναντι μικρά καφέ της πλατείας είχαν γεμίσει όταν άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες και η πρώτη εκθαμβωτική αστραπή έσκισε στα δυο τον ορατό ορίζοντα εμπρός του. Όταν έβλεπε αστραπή είχε την συνήθεια να μετρά τα δευτερόλεπτα μέχρι να πέσει η βροντή. Την άκουσε όταν είχε μετρήσει «εννέα» και υπολόγισε πως είχε πέσει σε απόσταση τριών χιλιομέτρων.
Η βροχή δυνάμωνε όλο και πιο πολύ. Το νερό έτρεχε ορμητικά στις πλαϊνές υδρορροές των δρόμων κατακαθίζοντας την σκόνη, κρατώντας τους δρόμους καθαρούς. Οι όποιες σκέψεις του θα πρέπει να σκορπίστηκαν όταν στον ουρανό πρόβαλλε ένα διπλό ουράνιο τόξο μέσα από τα σύννεφα. Οι τελευταίες σταγόνες πιτσίλιζαν τα πεζοδρόμια οι βροντές ξεμάκρυναν πέρα βόρειο ανατολικά αφήνοντας πίσω τους ένα μακρινό σιγομουρμουρητο. Η καταιγίδα είχε περάσει και η κεντρική πλατεία εκεί έξω άρχισε και πάλι να γεμίζει από ζωή.
Η ζωή στον πλανήτη μας, είναι ένα εύθραυστο και λεπτό φαινόμενο που ισορροπεί πάνω στην κόψη ενός ξυραφιού, ανάμεσα στις σφοδρές εναλλαγές του κλίματος μουρμούρισε χαμηλόφωνα. Ο άνθρωπος ωστόσο δεν ικανοποιείται από τους κινδύνους που κρύβει η φύση. Αντιθέτως παρεμβαίνοντας με θράσος στο οικοσύστημα, σκάβει με επιμελημένη προσοχή τον ίδιο του τον τάφο.
Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή που τον συντροφεύει, τον παρασύρει στα μεγάλα, στα ζόρικα ταξίδια του που ευχάριστα η σημερινή κακοκαιρία του θυμίζει. Η μνήμη δεν κρατιέται, σκαλίζει και αναθυμάται. Βρυχάται η αλμύρα και το αλάτι που τόσα χρόνια πότισε την υπόσταση του, θέλει να εκραγεί σαν ηφαίστειο. Ας ακολουθήσουμε την έκρηξη:
Σύνορα Γερμανίας Ελβετίας στα 1975.
Το τραίνο δεν έκοψε ταχύτητα καθώς σκαρφάλωνε πάνω στους σκιερούς λόφους. Δυτικά στον φλογισμένο ουρανό διαγραφόταν οι βουνοκορφές των Άλπεων, λουσμένες μέσα στις τελευταίες αχτίδες του Ήλιου που έδυε. Το σκοτάδι έπεφτε τόσο απότομα ώστε η πλαγιές των βουνών χάνονταν μέσα σ’ αυτό αφήνοντας μόνο τις κορυφές να φαίνονται λουσμένες στο φως, με τον ήλιο να χάνεται αιωρούμενος στον ορίζοντα μέχρι να σβήσει και η τελευταία αχτίδα του και οι κορυφές να χαθούν μέσα στο σκοτάδι.
Η μεγάλη παρέα στο βαγόνι του τραίνου ήταν έλληνες ναυτικοί που ξεμπαρκάρισαν από τον λιμένα Μπρέμεν ης Γερμανίας και αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα με το τραίνο. Το «ακρόπολις εξπρές» της εποχής που εκτελούσε τα δρομολόγια Μόναχο- Θεσσαλονίκη.
«Ακρόπολις Εξπρές», το επονομαζόμενο «τρένο της ξενιτιάς», κουβαλούσε, τα καλοκαίρια ειδικά, στοιβαγμένους στα κουπέ και τους διαδρόμους, Έλληνες, αλλά και Τούρκους «γκασταρμπάιτερ» σε μια περιπετειώδη διαδρομή από τη Θεσσαλονίκη μέσω Γιουγκοσλαβίας προς το Μόναχο και αντίστροφα, η οποία κρατούσε κοντά δύο ημέρες.
Ήταν το τρένο που μετέφερε ελπίδες, προσδοκίες και όνειρα, από τη μεταπολεμική Ελλάδα της δεκαετίας του ΄60 στη Γερμανία. που αγωνίζεται να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του πολέμου. Τα βαγόνια του τρένου φυλάσσουν στο εσωτερικό τους ερμητικά κλεισμένες, χιλιάδες ιστορίες διαφορετικών ηρώων, που με ένα φτερούγισμα στην καρδιά εξορμούσαν για να κατακτήσουν μια καινούργια ζωή, μακριά από την Ελλάδα της δυστυχίας, με μόνη τους αποσκευή την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και κοινό τους στόχο η κατάκτηση του ονείρου."
Την παρέα την αποτελούν, ο Γιάννης ο μηχανικός από την Ελευσίνα, ο Ιπποκράτης ο καμαρότος ομογενής εξ Αιγύπτου, ο Αγγελής ο ναύτης από τον προσφυγικό μαχαλά της Καισαριανής, ο Γιώργος Ανθυποπλοίαρχος από την Λευκάδα, ο Πασχάλης ο ναύτης, ένα γιγαντόσωμο θεριό από την Σαμοθράκη, ο Επαμεινώνδας ο λοστρόμος από την ναυτομάνα Άνδρο, και ο νεαρός μηχανικός μας από τα χωριά του Πάρνωνα. Όλοι αυτοί συνθέτουν ένα γαϊτανάκι εύθυμο, σοβαρό, ταλαιπωρημένο και άκρως ζωντανό που η πείνα για ζωή και εμπειρίες ξεχειλίζει μέσα τους.
Προχωρώντας η βραδιά ο νεαρός μηχανικός σηκώθηκε από την θέση του και έκανε το γύρο της κουκέτας να ξεμουδιάσει την απραξία του. Από τον τρόπο που περπατούσε, ένας έμπειρος ταξιδιώτης θα μπορούσε να καταλάβει πως ο νεαρός ήταν σχετικά νεόφερτος σε ταξίδι με το τραίνο. Οι κινήσεις του ήταν κάπως απότομες σε αντίθεση με τον ανάλαφρο, σταθερό βηματισμό πολλών συνταξιδιωτών του. Έριξε μια ματιά στο εξωτερικό τοπίο αλλά τα φώτα στο βαγόνι τον εμπόδιζαν να δει καθαρά εκεί έξω το σκοτεινό τοπίο.
Ο κάθε άνθρωπος έχει τις αδυναμίες του. Οι δίκες του ήταν τόσο φανερές, που ήταν άδικο να τις εκμεταλλευτεί ο καθένας. Όλο το υπόλοιπο πλήρωμα αντιμετώπιζαν το νεαρό μηχανικό με φιλική διάθεση και τον ενθάρρυναν να πάρει μέρος στην συζήτηση που είχε ανάψει για τα καλά στο διπλανό κουπέ. Τα κουπέ είναι για 6 άτομα αλλά συνήθως ποτέ δεν είναι γεμάτα στα χειμερινά τους δρομολόγια. Η παρέα τους είχε κάνει κατάληψη σε τρία κουπέ του βαγονιού. Ο ίδιος βρέθηκε να συνταξιδεύει με τον Αγγελή και έναν Τούρκο φοιτητή από την Κωνσταντινούπολη.
Με τον Τούρκο φοιτητή η γνωριμία ήταν μια ευχάριστη νότα του ταξιδιού. Όταν τα βλέμματα τους συναντήθηκαν μια σιωπηλή αλληλοεκτίμηση διαχύθηκε στα πρόσωπα τους. Ο νεαρός μηχανικός χαμογέλασε και στο πρόσωπο του σχηματίστηκαν σκιερές αυλακιές όμοιες μ’ αυτές του γύρω αλπικού τοπίου. Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις και ήταν εγκάρδια φιλικές παρά τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου που ήταν ακόμη νωπά. Η σπίθα που είχε ανάψει στο νησί ήταν παρούσα γύρω τους. Το ότι δεν ξέσπασε πόλεμος σκέφτηκε ο νεαρός μηχανικός οφειλόταν σε μια τραγική συγκύρια περιστάσεων και όχι σε μια εσκεμμένη τακτική των κρατών μας. Η ισχυρογνωμοσύνη τόσο το χουντικού καθεστώτος όσο και του βαθύ κράτους της Γείτονος είχαν φέρει σαν μια κακόγουστη φάρσα σε τροχιά σύγκρουσης τα δυο έθνη. Δικαιολογίες υπήρχαν και για τις δυο πλευρές. Άλλωστε πάντα υπάρχουν.
Ξάπλωσε αναπαυτικά στην κουκέτα του τραίνου, ακούμπησε πίσω στη μαλακή ταπετσαρία κι έκλεισε τα βλέφαρα του. Το τραίνο ταξίδευε με σταθερή ταχύτητα σ’ ένα απαλό νανουριστικό γλίστρημα άλλα ο νεαρός μηχανικός δεν κοιμήθηκε. Αντίθετα σκεπτόταν έντονα τα γεγονότα του τελευταίου ταξιδιού στην μακρινή άπω ανατολή. Στο τραίνο βρίσκει ο ταξιδιώτης το χρόνο να κάνει την εσωτερική του περιήγηση και να παραδοθεί στα όνειρα του. Θέλησε να βουλιάξει στη σιωπή και στις αναμνήσεις του, σαν το πλοίο που το καταπίνουν σύννεφα από αφρούς που στροβιλίζονται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
«Το τελευταίο ταξίδι ήταν από τη δυτική ακτή ηνωμένων πολιτειών προς τη θάλασσα της Ινδονησίας και από εκεί θα συνέχιζε για Ευρώπη.
Ο ουρανός καλύφθηκε ολόκληρος με μαύρα σύννεφα και απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα έρχονταν βροντές κι αστραπές που έκαναν την νύχτα μέρα. Αν και τα μετεωρολογικά δελτία προέβλεπαν καλές καιρικές συνθήκες η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Για μέρες έζησαν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Το πλοίο χόρευε στα λυσσασμένα κύματα τα οποία ήταν λες και ήθελαν να το καταπιούν.
Το πλοίο αγκομαχούσε πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας κι όλο κλυδωνιζόταν και μούγκριζε κάτω από το ανελέητο σφυροκόπημα των κυμάτων.
Τα φώτα της καμπίνας άναψαν καθώς βρήκε το διακόπτη κα τον γύρισε, για ένα λεπτό αισθανόταν πολύ ζαλισμένος για να κάνει κάτι και έμεινε ακίνητος κοιτάζοντας στο κενό.
Σηκώθηκε. Ακολούθησε το αλουέ του πλοίου μέχρι την έξοδο του ντέκ.
Όταν κόπαζαν οι αστραπές δεν μπορούσε να δει τίποτα, η νύκτα ποτέ δεν ήταν τόσο σκοτεινή όσο αυτή. Μια βελούδινη κουρτίνα θα εμπόδιζε ίσως λιγότερο το φως. Μεγάλη τροπική καταιγίδα - η «Λόλα» - δημιουργήθηκε χίλια μιλιά δυτικά της πορείας του πλοίου.
Οι ασύρματοι σε όλα τα μήκη και πλάτη του βορειοδυτικού Ειρηνικού, ωκεανού άρχισαν να στέλνουν αδιάκοπα μηνύματα για την μεγάλη καταιγίδα που εξελισσόταν σε τυφώνα. Είχε ξεκινήσει ανατολικά των Φιλιππίνων και σάρωνε ανεξέλεγκτα τον απέραντο ωκεανό, κινούμενος με τρομαχτική ταχύτητα βόρεια, βορειοανατολικά. Τα πλοία που ταξίδευαν κοντά σε απάνεμα λιμάνια, κόλπους ή προφυλαγμένα νησιά, έσπευσαν να αγκυροβολήσουν για λόγους ασφαλείας, μετά τις απανωτές προειδοποιήσεις που έστελναν τα ερτζιανά.
Όσα πλοία βρέθηκαν όμως μεσοπέλαγα, το μόνο που ήλπιζαν οι ναυτικοί τους, ήταν να μη βρεθεί στη ρότα τους τούτος ο ανισόρροπος τυφώνας που άλλαζε πορεία και κατεύθυνση συνεχώς. Μια διέσχιζε τον ωκεανό προς τα βορειοανατολικά, μια γύριζε απότομα νότια, και εκεί που περίμεναν όλοι οι μετεωρολόγοι πως θα κόπαζε και θα ξεθύμαινε, αυτός θαρρείς και έπαιρνε αιφνίδιες δυνάμεις, έστρεφε και πάλι βορειοανατολικά με μεγαλύτερη ακόμα ένταση.
Στη γέφυρα υπήρχε σύσκεψη για τα επερχόμενα.
Ο πλοίαρχος ήταν ένας άνδρας γύρω στα πενήντα, αλλά τα μαλλιά του ήσαν ακόμη μαύρα και πυκνά. Ανήκε στη κατηγορία των όχι εξαιρετικά όμορφων ατόμων που εμπνέουν όμως εμπιστοσύνη από την πρώτη στιγμή που τα συναντάει κανένας. Έδινε την εντύπωση του ευχάριστου πεπειραμένου πλοιάρχου που δεν νοιαζόταν να δίνει συμβουλές χωρίς προκατάληψη και που ωστόσο ν έχει την επαφή με τα πληρώματα του. Μια χρυσή καρδιά κάτω από τραχιά μορφή είχε σκεφτεί ο νεαρός μηχανικός στην αρχική τους γνωριμία και είχε επιδοκιμάσει με τον νου του την κοινοτυπία του χαρακτηρισμού του. Ο γραμματικός του πλοίου ήταν ο καπετάν Γεράσιμος που ήταν γραμματικός με κεφαλαία γράμματα. Γεροδεμένος, τετράγωνες πλάτες, μετρίου αναστήματος, με αεικίνητα γαλάζια μάτια, που δεν άφηναν τίποτα απαρατήρητο. Τα εγγλέζικα του ήταν πολύ καλύτερα από του καπετάνιου και μιλούσε πέντε έξι γλώσσες ακόμα.
Είχε περάσει μια ώρα πριν βεβαιωθούν ότι η τροπική καταιγίδα έδειχνε μεταβαλλόμενη αλλαγή πορείας με άμεσο κίνδυνο να διασταυρωθεί με το δρομολόγιο του πλοίου, αλλά ακόμη δεν μπορούσαν να αποφανθούν ποσό σύντομα θα συνέβαινε αυτό.
Ο αμείλικτος δείκτης του βαρομέτρου στη γέφυρα του πλοίου τυλιγμένο μέσα στο πέπλο της νύκτας διέγραφε τα τελευταία λεπτά συνεχή πτώση κάνοντας αντιληπτά τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν.
Ο γραμματικός μίλησε πρώτος
-Όλοι φεύγουν σα να τους κυνηγάει ο διάβολος. Ο καιρός μπορεί να γίνει πολύ ζόρικος σε τούτα τα μέρη. Έχω ταξιδέψει στην καραϊβική θάλασσα τα πρώτα μου ναυτικά χρόνια, κι έχω δει μερικούς τυφώνες στα ταξίδια μου, άλλα τίποτα δεν συγκρίνεται με έναν κυκλώνα του Ειρηνικού.-Έχουμε μόνο δυο επιλογές να κάνουμε είπε.
-Μπορούμε να μειώσουμε ταχύτητα να παραμείνουμε στην θαλάσσια περιοχή που βρισκόμαστε αναμένοντας ότι τελικά η καταιγίδα θα πάρει τη συνηθισμένη βορειοανατολική πορεία που ακολουθούν οι καταιγίδες της περιοχής αυτή την εποχή και να περάσει σε ασφαλή απόσταση από την θέση μας.
-Η άλλη λύση είναι να κάνουμε αναστροφή πορείας να γυρίσουμε νοτιά νοτιοανατολικά και να αναμένουμε το ξέσπασμα της μέχρι να εξαντληθεί στα βόρεια. -Ας ελπίσουμε πως δεν θα χρειαστεί να δοκιμάσουμε την δεύτερη λύση συμπλήρωσε.
Ο μεγάλος κίνδυνος ήταν η συνεχώς μεταβαλλόμενη και απρόβλεπτη πορεία της καταιγίδας. Ο καπετάνιος σκέφτηκε πως είχε πολύ καιρό ν’ ακούσει χειρότερο μαντάτο. Έκανε μερικούς αριθμητικούς υπολογισμούς με το μυαλό του για να υπολογίσει την ακριβή απόσταση της καταιγίδας και τις πιθανές πορείες της. Αν και αισθανόταν ότι το πλοίο θα ήταν φοβερά εκτεθειμένο στην απόφαση του αποφάσισε να ακολουθήσουμε την πρώτη λύση.
Απόμενε να διαπιστωθεί εάν η πρώτη λύση που αποφασίστηκε είναι και η πιο κατάλληλη και αποτελεσματική για την αντιμετώπιση της καταιγίδας.
Τρεις ημέρες αργότερα αν και δεν είχαν οριστικά απομακρυνθεί ακόμη από την ακτίνα δράσης της καταιγίδας, το πλοίο ανακτούσε ταχύτητα καθώς η αντίσταση της κακοκαιρίας λιγόστεψε. Μπορεί να είχαν ακόμη δρόμο μέχρι να απομακρυνθούν τελείως και να βγουν έξω από την ακτίνα δράσης της και σε ασφαλή πορεία, μα ήξεραν ότι είχε περάσει κι αυτή η καταιγίδα, άγρια όπως όλες που χτυπάνε χωρίς λύπη και έλεος… και… κάποια στιγμή αρχίζει να χαράζει ο Ήλιος ζωηρός και τα πάντα γεμίζουν με φως. Τα νερά του ωκεανού ήρεμα καθρεφτίζουν τις ακτίνες του. Υπέροχες στιγμές. Χρειάζονται μοναχά λίγα δευτερόλεπτα να κοιτάξεις τέτοιες εικόνες, για να νιώσεις ευτυχισμένος άνθρωπος. Να ζεστάνεις την ψυχή σου με την ανάσα σου. Και να σκεφτείς πόσα πράγματα σημαντικά έχεις να κάνεις, μόλις περάσει η καταιγίδα. Κι όταν η καταιγίδα θα έχει περάσει, δεν θα θυμάσαι πως τα κατάφερες ή πως επιβίωσες. Ένα πράγμα είναι μόνο σίγουρο. Όταν θα περάσει δεν θα είσαι πια ο ίδιος άνθρωπος με αυτόν πριν ξεκινήσει.
Ο νεαρός μηχανικός έπιασε τον εαυτό του να ευγνωμονεί τις εμπειρίες στον ωκεανό και πιο πολύ την καταιγίδα, γιατί τώρα ήξερε ότι θα μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει τις συνθήκες που πιθανόν θα συναντούσε οποιουδήποτε καινούργιου ταξιδιού.
Πόσο διαφορετική είναι τούτες τις ώρες η θάλασσα. Γαλήνια, μια ήρεμη γαλήνη, μια αβίαστη γαλήνη, μια απόμακρη γαλήνη.»

Η χαρούμενη παρέα των ναυτικών μας τις περισσότερες ώρες τις περνούσαν συνήθως μαζεμένοι σε μια κουκέτα φλυαρώντας ευχάριστα. Οι συζητήσεις τους περιφέρονταν γύρω από τα της πατρίδος και συμπληρωματικά με τη γνώση των αναγκών του επαγγέλματος τους, που οι αρχαιότεροι της παρέας μετέφεραν την συσσωρευμένη πείρα τους στους νεώτερους. Ο ανθυποπλοίαρχος ήταν αυτός που άλλαξε πρώτος το αντικείμενο της συζήτησης. Το να περάσεις την κουβέντα από την επαγγελματική συζήτηση στη πολιτική δε χρειαζόταν και μεγάλη δεξιοτεχνία, γιατί τις ήμερες εκείνες η πολιτική αποτελούσε το κύριο θέμα. Και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία, πως όλοι θα είχαν και κάποιο πειστικό επιχείρημα στο λόγο τους, και αν κάποιος προσπαθούσε να τους αντικρούσει θα του πρόβαλλαν τις συνηθισμένες κοινωνικές θεωρίες. Ο ανθυποπλοίαρχος είχε ξαναβρεθεί σε παρόμοιες συζητήσεις και με το ταλέντο του ομιλητή με την βαθιά καλλιεργημένη και ειλικρινή φωνή του έδινε προοδευτικά ζωηρό τόνο στην συζήτηση ώστε να μην καταλήξει σε ανιαρή κουβέντα. Χαμηλόφωνος και πάντα τόσο χαμογελαστός που σε προτρέπει να υποψιαστείς ότι ο πολίτικος διάλογος δεν του είναι μια άγνωστη πρακτική, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι ο κλασσικός τύπος επαναστάτη που θέλει να ανατρέψει τα σύγχρονα πολιτικά δρώμενα.
Έπεσε μια ξαφνική σιωπή στην κουκέτα. Μόνο το σφύριγμα της ατμομηχανής και το τρίξιμο των τροχών του σιδηροδρομικού συρμού ακουγόταν στην ατμόσφαιρα. Η πολύβουη παρέα είχε σταματήσει την κουβέντα της για να μπορέσει να ακούσει την αναγγελία από τα μεγάφωνα. Ο νεαρός μηχανικός έστρεψε το βλέμμα του προς τα διαγράμματα πάνω από τις πόρτες για να αναγνωρίσει τον σταθμό άφιξης του τραίνου.
-Πλησιάζουμε το Ζάγκρεμπ πληροφόρησε την ομήγυρη, στη συνέχεια περπάτησε όχι πολύ σταθερά προς το κοντινότερο παράθυρο κόλλησε το πρόσωπο του στο τζάμι, κοίταξε ίσια μπροστά του, παρατηρώντας εκεί που ο μεγάλος μεταλλικός θόλος του σταθμού έλαμπε στο ομιχλώδες πρωινό κάτω από το φως των λαμπτήρων.
Ένα μεγάλο γκρουπ με ποδοσφαιριστές της τοπικής ομάδας καταλαμβάνουν με θορυβώδη τρόπο τα μπροστινά βαγόνια, γεμίζουν με ζωή τα σαλόνια και τα παράθυρα των βαγονιών.
Οι νέοι ταξιδιώτες μπαίνουν στο τραίνο και ξεκίνησαν να βολεύονται στις θέσεις τους.
Την πρόσεξε που κρατούσε στα χέρια της ένα μεγάλο δερμάτινο ταξιδιωτικό σάκο.
Στεκόταν όρθια στην είσοδο της κουκέτας χαμογελώντας ανάλαφρα.
Και πιο πολύ πρόσεξε τα μάτια της που διάβαζαν την πινακίδα της κουκέτας.
Είδε το βλέμμα της- ματιά καθαρή- που πάσχιζε ν’ ανοίξει κουβέντα, να ρωτήσει.
Κίνησε τα χείλη του σ’ ένα «γεια σου» κ' επειδή δε βγήκε ήχος – δεν μπορούσε να μιλήσει- πρόσθεσε βουβά «τι πριγκιπική κορμοστασιά θεέ μου». Ήταν ψηλή και στητή σαν λαμπάδα, ένα κορίτσι γύρω στα είκοσι, με εμφάνιση άψογη.
Μ’ έναν πανέμορφο κότσο 
Με γυρισμένες προς τα επάνω τις άκρες των μαλλιών της.
Όπως το πουλί μέσα στα σύννεφα.
Μ’ ένα λινό φόρεμα.
Απλά ντυμένη.
Με πόση χάρη κουνούσε ανάλαφρα το κορμί της.
Η λεπτή και χαριτωμένη κορμοστασιά της.
Α! Τι εκπληκτική ομορφιά.
Μ’ αλαβάστρινα δάχτυλα που έμοιαζαν 
Με τους βλαστούς του μπαμπού την άνοιξη.
Τα ροδοκόκκινα χείλια της,
Στόλιζαν το αρωματισμένο στόμα της.
Και τα δικά της χείλη κινήθηκαν επίσης. «Είναι ελεύθερα» ρώτησε μ’ ευχαρίστα φιλικό τόνο δείχνοντας τις άδειες θέσεις.
Ξεπερνώντας την αρχική του αμηχανία ο νεαρός μηχανικός περπάτησε σιωπηλός την απόσταση που τους χώριζε, την πλησίασε να την βοηθήσει, ζήτησε ευγενικά τον ταξιδιωτικό σάκο τον πήρε στα στιβαρά του χεριά και τον τακτοποίησε στον ουρανό της κουκέτας.
«Ευχαριστώ» που με βοήθησες ήταν, πολύ ευγενικό του είπε.
Η αρχική του αμηχανία αν κα ήταν ορατή με γυμνό μάτι ξεπεράστηκε.
Την κοίταξε «Δεν είναι απαραίτητο να μ’ ευχαριστήσετε καν. Ακολούθησα κανόνες της λακωνικής γης, δεν είχα άλλο τρόπο εκλογής» της απάντησε ξαναβρίσκοντας το χαμόγελο του.
Έμεινε για λίγο ευχάριστα άναυδη- αιφνιδιασμένη-. «Και εσείς Λάκωνας» είπε.
Το πανωφόρι της παλλόταν στους ώμους όπως τον προσπερνούσε στα θυρόφυλλα της κουκέτας που κλείσανε πίσω τους, γλίστραγε σαν χορεύτρια, ήταν υπέροχη, ήταν ένα όνειρο και το άρωμά της έμεινε εκεί δα, στη νοτισμένη πρωινή ατμόσφαιρα.
Ένοιωσε και πάλι τον εαυτό του να κοκκινίζει ελαφρά. «Από τα περίχωρα της Μονεμβασιάς» και προτείνοντας το χέρι του μ’ εγκαρδιότητα συστήθηκε.
Αυτή δίστασε ανεπαίσθητα, βλεφάρισε αντικρίζοντας δυο μάτια στο χρώμα του καπουτσίνο που θα έβαζαν σε πειρασμό κάθε γυναίκα. Μετά πήρε το χέρι του και το κράτησε για λίγο σφιχτά. «Να υποθέσω ότι θα βρεθούμε και συγγενείς;» αναρωτήθηκε «φορώντας» ένα αφοπλιστικό χαμόγελο. «Από τα ορεινά χωριά του Ζάρακα η καταγωγή μου. Τα κρυμμένα ανάμεσα στα βουνά», συμπλήρωσε, και της ξέφυγε ένας στεναγμός ευχαρίστησης καθώς καθόταν αναπαυτικά στην άδεια θέση. Και μόνο η σκέψη της απρόσμενης συνάντησης σ’ αυτό τον απόμακρο σιδηροδρομικό σταθμό των Βαλκανίων την έκανε να χαμογελάσει. Ίσως το ταξίδι της να μην εξελισσόταν άσχημα. Ο κόσμος τελικά είναι πολύ μικρός.
Ένιωσαν το απαλό συναίσθημα της επιτάχυνσης της αμαξοστοιχίας και μετά μια αόριστη, ελάχιστη αντιληπτή, αίσθηση ταχύτητας.
Ο νεαρός μηχανικός προσποιήθηκε ότι άκουγε τον διπλανό του Αγγελή τον ναύτη για να μην της δώσει να καταλάβει ότι χάζευε τις χυτές γάμπες της. Στο μεταξύ αναλογίστηκε το εσωτερικό του δίλημμα. Είτε θα της έλεγε κατευθείαν την αλήθεια για τις σκέψεις του, ξέροντας τον κίνδυνο ότι η έλξη μεταξύ τους θα έκανε φτερά αν προσπαθούσε να δώσει μια ώθηση πέρα από τα όρια. Στριφογύρισε στη θέση του έτσι ώστε να την κοιτάζει κατάματα, ακουμπώντας το χέρι στην πλάτη του καθίσματος.
«Αν σου κάνω μια ερώτηση, υπόσχεσαι να μην με παρεξηγήσεις;» τη ρώτησε όταν εκείνη έμεινε σιωπηλή.
«Εξαρτάται από την ερώτηση»
«Κλασσική γυναικεία απάντηση».
«Α, ώστε το πρόσεξες ότι είμαι γυναίκα».
Το χαμόγελο το νεαρού μηχανικού διαπλάτυνε – τα έλεγε όλα. Ήταν δυνατόν να μην προσέξει κάτι τέτοιο . Η αλήθεια ήταν ότι του άρεσε πολύ η γυναίκα διπλά του. «Εμείς οι δυο έχουμε πολλά να πούμε» της είπε.
Την είδε να ξεροκαταπίνει και πρόσεξε τη διαστολή στις κόρες των ματιών της, που μαρτυρούσε την στιγμιαία διέγερση της.
Τα σώθηκα του πήραν φωτιά. Όταν ανεβαίνει το θερμόμετρο, τα πάντα μπορούν να συμβούν.
Έκατσε πιο βαθιά στο κάθισμα κι έπαιξε με τα δάχτυλα την άκρη από το κορδόνι του πανωφοριού του, αφήνοντας το μυαλό του να παρασυρθεί σε προσωπικές σκέψεις.
«Στην εφηβεία μου πέρασα ένα ολόκληρο καλοκαίρι στη Ρειχιά, και στη μαγευτική παραλία της Βλυχάδας, εκεί που η θάλασσα λαμπυρίζει σε χιλιάδες σταγόνες φωτός . Ένα τοπίο με μυστική παρθενικότητα, με αρώματα βουνού και ψιθύρους της θάλασσας. Παραλία δυσπρόσιτη, η επίσκεψη γίνεται μέσα από μονοπάτια με πικροδάφνες, γαλατσίδες, κιτρινοξιλιές, συκιές και σκίνα. Τα καλοκαιρινά βράδια στη Βλυχάδα είναι δροσερά. Είναι ο γλυκός νυκτερινός αέρας που κατεβαίνει από τα βουνά του Ζάρακα με τα έλατα και περνάει από τα αμπέλια, τις ελιές, τις χαρουπιές και τις συκιές και φέρνει μαζί το θυμάρι που σμίγει με τη θαλασσινή αύρα. Αυτή η αύρα είναι που μαζί με τον ήσυχο παφλασμό του νερού σε νανουρίζουν τα βράδια κοντά στο κύμα, όταν αποκαμωμένος από το κολύμπι ησυχάζεις.» της είπε.
Είδε τη λάμψη στο χαμόγελο του προσώπου της, λες και κάποιος το είχε αποτυπώσει εκεί.
Το μυαλό της πρέπει να ταξίδεψε σε ευτυχισμένες στιγμές – σε χαρούμενους τόπους.
Της χαμογέλασε καθησυχαστικά, και στο χαμόγελο του φάνηκε μια λάμψη ευχαρίστησης στην ανάμνηση αυτού του καλοκαιριού.
«Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δε θα μου περνούσε από το μυαλό ότι κάποτε θα αντάμωνα κάτω από τέτοιες συνθήκες μια γνήσια ομορφιά αντάξια απόγονο της πεντάμορφης Στάμω, την Παναρίτη. Της λυγερής της Στάμω, με την αέρινη κορμοστασιά».
«Με κολακεύετε» του αποκρίθηκε χαμογελώντας. «Πολύ φοβάμαι ότι γνωρίζω ελάχιστα για το πρότυπο που μου λέτε.»
Του φάνηκε παράξενο που δεν γνώριζε πολλά για την ιστορία τούτη.
Τις επόμενες ώρες της αφηγήθηκε την «ιστορία» της φημισμένης Στάμω. Την αιχμάλωτη του Ιμπραήμ. ...........

........... Την ώρα που ο ήλιος καταπόρφυρος, αναδυόταν βαθιά στον ορίζοντα, μέσα στα καταγάλανα νερά του Μυρτώου, άρχισε το μακελειό. Σκοτείνιασε ο ουρανός και ο ουρανός και ο ήλιος κρύφτηκε μες στη μεγάλη εκείνη σκοτεινιά. Άναψαν τα τούρκικα γιαταγάνια, καθώς τα σφαγμένα κορμιά κατρακύλαγαν το ένα πίσω από το άλλο στο βάθος της βαθιάς εκείνης λαγκάδας.
«Α! Ετούτη τη μορφονιά αφέντη μου, μην τη χαλάσουμε» είπε ο δήμιος στο σερασχέρη δείχνοντας με το ματωβαμμένο χέρι του τη Στάμω, που κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της το δωδεκάχρονο αδελφό της τον Αντώνη. «Είναι πολύ γκιουζέλ. Θα χαρεί ο πασάς σαν του την πάμε να την έχει στολίδι στο χαρέμι του»
Έτσι, την όμορφη Στάμω, την Παναρίτη και τον μοναδικό αδερφό της, τον Αντώνη, τους μπάρκαραν σε ένα πλεούμενο, και από την Πύλο βρέθηκαν στην Αλεξάνδρεια, συστημένοι για το χαρέμι του μεγάλου πασά. Τη λυγερή τη Στάμω,με την αέρινη κορμοστασιά, εκείνος ο πασάς τη στόλισε στα μετάξια και τα χρυσαφικά. Την έκανε βασίλισσα του χαρεμιού του. .......................

Υπήρχε κάποιο πάθος και βαθύ αίσθημα πίσω από τα λόγια του, που έκρυβε μια βαθιά εσωτερική ζεστασιά. Είχε χαθεί μέσα στις λεπτομέρειες της αφήγησης του για αρκετή ώρα όταν άκουσε μ’ ευχαρίστηση την απαλή μουσική που πλημμύρισε ξαφνικά το βαγόνι, χωρίς να διασπασθεί η ροή της ιστορίας του. Όπως ξαφνικά άρχισε η μουσική έτσι ξαφνικά σταμάτησε. Μεσολάβησε μια σύντομη σιγή, και μια γλυκιά διακριτική φωνή ανήγγειλε τον επόμενο σταθμό.
Το τραίνο πλησίαζε τώρα στο τέλος του ταξιδιού του. Θα έφτανε στη Θεσσαλονίκη σε λιγότερο από μια ώρα. Στα μάτια του νεαρού μηχανικού απλώθηκε μια ονειροπόλα έκφραση. Κοίταξε την σύντροφο του σιωπηλός. Την περίμενε αυτή την εξέλιξη. Όταν όμως το τέλος του ταξιδιού και ο χωρισμός όσο και αν είναι αναμενόμενος, γίνεται πραγματικότητα, πάντα προκαλεί ένα τρεμούλιασμα στην καρδιά. Είναι δύσκολη η αντιμετώπιση της πικρής αυτής αλήθειας, που σε βγάζει από έναν εφήμερο απατηλό παράδεισο. Για λίγο οι δυο νέοι κοιτάχτηκαν ο ένας με τον άλλον, εκτιμώντας, μελετώντας, ξεπερνώντας τα σύνορα της συστολής που χώριζαν τη σύντομη γνωριμία τους. Κάτι αναταράχτηκε μέσα τους, κι ορθώθηκε όπως το τρομαγμένο άλογο.

Άφιξη στη Θεσσαλονίκη.

Αισθάνθηκαν τον κρύο αέρα να τυλίγει τα πόδια τους και παγωμένες ψιχάλες βροχής να πέφτουν πάνω τους. Ζύγωνε η ώρα του χωρισμού.
Η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά στο στήθος.
Ήταν ένα φυσικό συναίσθημα, ωστόσο δεν ήθελαν να το αφήσουν να έλθει στην επιφάνεια.
Αυτή δεν ήταν χαρούμενη, ούτε ανάλαφρη η ομιλητική.
Μια σκιά απλώθηκε στο πρόσωπο της. « Έως εδώ ήταν λοιπόν;». Και κάποιο ίχνος παράκλησης φάνηκε στη φωνή της.
Την κοίταξε ερωτηματικά στα μάτια, με αμφιβολία για μια στιγμή, κι είπε.
«Δεν είμαι σίγουρος τι εννοείς μ’ αυτό. Ακούγεται σα μια θετική πρόταση.»
Εκείνη τον πλησίασε κι αυτός χωρίς δισταγμό την αγκάλιασε. Έβαλε το δάχτυλο της στα χείλια του κι αυτός το φίλησε ανάλαφρα. Κοιτάζοντας τον με ελαφρά δακρυσμένα τα γκριζοπράσινα μάτια της του είπε. «Φαινόσουν τόσο ευτυχισμένος τόσο χαρούμενος εκεί μέσα στην κουκέτα. Έμεινα κουρνιασμένη στον ώμο σου και άκουγα την καρδιά σου να κτυπάει γρήγορα στην αρχή και μετά αργά και πιο αργά.»
«Πρέπει να χωρίσουμε τώρα.» του είπε.
Εκείνος δίστασε και μετά έσκυψε και την φίλησε. Έμειναν αγκαλιασμένοι για λίγο.
«Θα ξαναϊδωθούμε σύντομα.» Της είπε.
«Το ελπίζω» του μουρμούρισε με θλίψη και κίνησε για το μικρό αυτοκίνητο που την ανέμενε εκεί έξω στην είσοδο του σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης.
Τα βλέμματα τους αποχωρίστηκαν με την σιωπηλή αλληλοεκτίμηση αυτών , που επιθυμούν οι δρόμοι τους να σμίγουν ξανά.
Στεκόταν ακίνητος στη μέση της αποβάθρας κι άκουγε τα βήματά της που απομακρύνονταν, την παρακολουθούσε μέχρι που έκλεισε η πόρτα του αυτοκινήτου πίσω της.
Κατέβασε τα μάτια του τα στύλωσε στο έδαφος και δεν τα σήκωσε παρά μόνο όταν τα μεγάφωνα του σταθμού ανήγγειλαν την αναχώρηση του τραίνου. Προχώρησε προς την σκάλα ανόδου μελαγχολικά και ανέβηκε στο βαγόνι για τη συνεχεία του ταξιδιού και το τέλος της διαδρομής. Δεν είχε καμία διάθεση για κουβέντα καθώς καθόταν στη φωτισμένη κουκέτα του. Το τραίνο ξεκίνησε.
Με την πλάτη ακουμπισμένη στο κάθισμα του, κοίταζε από το αχνισμένο τζάμι το σταθμό που έμενε πίσω τους με μάτια που δεν έβλεπαν. Ένοιωθε την καρδιά του να κτυπάει ξέφρενα στο στήθος του.

Την ονειρευόταν συχνά – όχι απόλυτα ερωτικά – όταν επέστρεψε στα επαγγελματικά του θαλασσινά ταξίδια. Στα όνειρα του έβλεπε πάντα ότι ήταν αδύνατο να τη φτάσει. Δεν τον άκουγε όταν τη φώναζε. Του έφευγε, όσο την πλησίαζε.
Τα όνειρα αδυνάτισαν με τον καιρό.

Τώρα που πίσω από πέλαγα
έχουν χαθεί τα παλαιά μου οράματα
και δεν με φθάνει η μορφή τους
κι η ανάμνηση τους μ’ άφησε
(Ποιήματα, “Κάποιες Νύχτες”,)

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Η Σειρήνα και ο Ναυαγός ( Ραμόν Σαμπέδρο )

Σε κάποιο μακρινό νησί ξεβράστηκε μια πληγωμένη
    σειρήνα,
εκεί είχε πέσει έξω κι ένας τραυματισμένος
    ναυαγός.
Τον κοίταξε και πόνεσε τόσο με τη μελαγχολία του,
που βάλθηκε να χύνει δάκρυα αλμυρά θλίψης
   γι΄αυτόν.

Ο γερο-ναυτικός που πάντα ονειρευόταν
μια σειρήνα ξανθομαλλούσα,αφρόκορμη,
γλυκόματη, βλέποντάς την έτσι λυπημένη λησμόνησε
   για λίγο τα βάσανά του
κι άρχισε να της λέει το παραμύθι μιας μικρής
   σειρήνας και ενός θαλασσόλυκου :

Οι σειρήνες ονειρεύονται, είπε ο ναυτικός, έρωτες στη
    στεριά,
οι ναυτικοί ονειρεύονται, όπως οι σειρήνες, έρωτες στο πέλαγος,
να ονειρεύεσαι το αδύνατο, αυτή είναι η θρησκεία των
ονειροπόλων.
Για τις σειρήνες και τους ναυτικούς η ζωή είναι να ονειρεύεσαι.

Ο μύθος λέει πως όταν σειρήνα ανταμώνει ναυτικό,
ο θεός της θάλασσας της απαγορεύει να μείνει
   μαζί του.
Πρέπει μόνο να τον κοιτάξει, να του πάρει το νου και
   να συνεχίσει το δρόμο της
γιατί αν μείνει, το αλάτι της θάλασσας θα γίνει πάγος.

Λένε πως τέτοια τιμωρία σκληρή οφείλεται στο μέγα
   Ποσειδώνα :
το 'σκασε η αγαπημένη του μ' ένα ναυτικό που τον
   άκουσε να τραγουδάει.
Από τότε απαγορεύτηκε στους ναυτικούς να βλέπουν
   τις σειρήνες.
Κι αν εκεί που δεν το περιμένουν τις συναντήσουν,
γίνεται η συνάντησή τους τιμωρία βαριά σαν
καταδίκη, αιώνια τιμωρία.

Γλυκιά σειρήνα που ήρθες πληγωμένη, μη θρηνείς
   για τη μελαγχολία μου.
Κι όταν θα φύγεις, να μη σκέφτεσαι πως νιώθω πόνο
   για όλα αυτά.
Μια μέρα θα γίνουμε μονάχα ύλη, και τότε, όπως στην
   αρχή,
πεθαίνει ο Ποσειδώνας, λύνεται η γητειά του,
   και θριαμβεύει τελικά ο έρωτας.
Κι όταν στις καταιγίδες η θάλασσα αφρίζει και
    βρυχάται μανιασμένη,
τα πλοία σέρνοντας στον πάτο της μαζί με τους
   ναυτικούς,
είναι ο αιμοβόρος και σκληρός Ποσειδώνας που δίνει
   χαστούκια
ζηλόφθονου εραστή
γιατί μια σειρήνα κι ένας ναυτικός ξανακοιτάχτηκαν.

Ραμόν Σαμπέδρο. Ναυτικός που έμεινε τετραπληγικός σε ηλικία εικοσιπέντε χρονών και για τα επόμενα τριάντα χρόνια διεκδίκησε το δικαίωμα στο θάνατο. Τη λύτρωση του χάρισε προφανώς κάποιος φίλος, καθώς το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν του επέτρεψε την ευθανασία.

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

εμείς γνωρίσαμε το Σύμπαν όταν ήταν νέο.

Όπως φαίνεται η μέχρι τώρα ζωή του γαλαξία είναι ένα απλό φτερούγισμα τού χρόνου σε σύγκριση με
τα αβυσσαλέα χρονικά διαστήματα τού μέλλοντος. Με το σημερινό σπάταλο ρυθμό ακτινοβολίας, τα άστρα σαν τον Ήλιο μπορούν να καίνε για δισεκατομμύρια χρόνια ακόμα. Μετά, ύστερα από διάφορες εσωτερικές περιπέτειες ησυχάζουν και συμβιβάζονται με μια ταπεινότερη μορφή υπάρξεως σαν «νάνοι». Έτσι, τα μετανοιωμένα άσωτα άστρα λάμπουν για χρονικά διαστήματα που μετριούνται όχι σε δισεκατομμύρια άλλα σε τρισεκατομμύρια χρόνια. Οι πλανήτες τέτοιων άστρων, αν απέχουν απ’ τον ήλιο τους όσο απέχει ή Γή (ή έστω κι ο Ερμής) απ' το δικό της, παγώνουν σε θερμοκρασίες εκατοντάδων βαθμών κάτω απ’ το μηδέν. Αλλά στα χρονικά όρια πού εξετάζουμε, oι φυσικοί ή τεχνητοί πλανήτες μπορεί να πλησιάσουν τον ήλιο για να γλυτώσουν την επερχόμενη εποχή παγετώνων, όπως, πάει πολύς καιρός, οι άγριοι πρόγονοι μας μαζευόντουσαν γύρω απ' τη φωτιά για να προστατευτούν από το κρύο και τα θηρία της νύχτας.

Σ' Ένα περίφημο ελεγειακό απόσπασμα, ο Μπέρτραντ Ράσσελλ παρατήρησε:
…………….....τό ότι οι μόχθοι όλων των καιρών, όλη ή ευλάβεια, όλη ή έμπνευση, όλη ή εκθαμβωτική λαμπρότητα της ανθρώπινης ιδιοφυίας, προορίζονται να εκλείψουν με το μεγάλο θάνατο του ηλιακού συστήματος, και το ότι ολόκληρο το οικοδόμημα των κατορθωμάτων του ανθρώπου πρέπει να θαφτεί αναπόφευκτα κάτω απ' τα ερείπια ενός σύμπαντος πού γκρεμίζεται, όλα αυτά, μολονότι δεν είναι εντελώς αναμφισβήτητα, είναι, ωστόσο, τόσο σίγουρα πού όποια φιλοσοφία τα απορρίπτει δεν έχει ελπίδες να ορθοποδήσει………………….

Αυτό μπορεί να είναι αρκετά σωστό. Άλλα το γκρέμισμα του σύμπαντος είναι τόσο ασύλληπτα μακριά στο μέλλον, πού δεν έχει καμία σχέση με το ανθρώπινο είδος. Η ίσως και με κανένα είδος πού τώρα υπάρχει στο σπειροειδή στρόβιλο αστεριών πού εμείς ονομάζουμε Γαλαξία.
Ό Γαλαξίας μας βρίσκεται στην άνοιξη της ζωής του, μια άνοιξη γεμάτη λαμπρότητα από το φώς γαλανόλευκων αστεριών σαν τον Βέγα και τον Σείριο και, σε μικρότερη κλίμακα, τον Ήλιο μας. "Όταν όλοι αυτοί αρχίσουν να ησυχάζουν, μετά την πυρωμένη εφηβεία τους, σε μερικά δισεκατομμύρια χρόνια, τότε, μόλις θα ξεκινάει ή αλ η θ ι ν ή ιστορία τού σύμπαντος.
Θα είναι μια ιστορία φωτισμένη μόνο από το ερυθρό και υπέρυθρο φως νωθρών αστεριών πού μόλις θα φαινόντουσαν με γυμνό μάτι. Και όμως, οι σκοτεινές αποχρώσεις του αιώνιου αυτού σύμπαντος μπορεί να είναι γεμάτες χρώμα κι ομορφιά για οποία παράξενα όντα θα έχουν προσαρμοστεί. Και θα ξέρουν ότι τούς μένουν ακόμα, όχι εκατομμύρια χρόνια με τα όποια εμείς μετράμε τις γεωλογικές περιόδους, ούτε τα δισεκατομμύρια χρόνια που τους χωρίζουν από τις περασμένες ζωές των αστεριών, άλλα χρόνια πού θα μετριούνται κυριολεχτικά σε τρισεκατομμύρια.
Θα έχουν όλο τον απαραίτητο χρόνο στις ατέλειωτες αυτές περιόδους, να δοκιμάσουν τα πάντα, να συγκεντρώσουν όλη τη γνώση. Δεν θα είναι σαν θεοί, διότι κανείς θεός απ’ όσους φαντάστηκε η ανθρώπινη διάνοια δεν είχε τις Ικανότητες πού θα εξουσιάζουν εκείνοι. Αλλά έτσι κι' αλλιώς, μπορεί να μάς ζηλεύουν πού λιαζόμαστε στο πρώτο φώς της Δημιουργίας, διότι εμείς γνωρίσαμε το Σύμπαν όταν ήταν νέο.


Μικρό απόσπασμα από το βιβλίο «Προέκταση στο μέλλον»
Του Άρθουρ Κλαρκ



Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Έχει κάτι δρόμους η καρδιά

Μια Κυριακή, ένα φωτεινό, ζεστό πρωινό, μέσα σε κλίμα έντονης χαράς, εκεί δίπλα στον άπλετο προαύλιο χώρο της γραφικής εκκλησίας της γειτονιάς, αντάμωσαν οι γιοί μου με φίλους, πρώην συμμαθητές τους, αποφοιτήσαντες απ' τα λύκεια της περιοχής. Όλους τους συνδέει η κοινή τους αγάπη για τους δυο τροχούς, έχουν ένα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο ενδιαφέρον στην καθημερινότητα τους, μια αγάπη, ένα πάθος, που έχει να κάνει με τις εκδηλώσεις που αφορούν την οδήγηση στο χώμα με τις μοτοσικλέτες ΚΤΜ. Οι εκδρομές τους αποτελούν μια ζωτική δραστηριότητα. Έτσι, η επιλογή της εκάστοτε τοποθεσίας οργανώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σήμερα η εξόρμηση τους αποφασίστηκε να είναι στα Δερβενοχώρια. Πενήντα λεπτά από το κέντρο της Αθήνας. Τολμούν και ρισκάρουν αυτές τις εξορμήσεις, γιατί είναι μια εμπειρία την οποία αγαπούν.
Μου ζήτησαν την γνώμη μου - σαν έμπειρου ναυτικού στα μάτια τους - για τον καιρό κατά την διάρκεια της ημέρας.
«Αγαπητή μου νεολαία. Στους απέναντι λόφους η πρωινή ομίχλη είχε την τάση να ανεβαίνει προς τον ουρανό, σύμφωνα λοιπόν με την ναυτική μου εμπειρία, είναι ένα σίγουρο σημάδι καλού καιρού. Θα συμπλήρωνα ότι ο κόκκινος ουρανός το βράδυ που μας πέρασε, συνήθως σημαίνει καλές καιρικές συνθήκες και κατά τη διάρκεια της νύχτας, αλλά και την επόμενη μέρα. Θα συνιστούσα μονάχα να έχετε την δέουσα προσοχή στους ορεινούς δρόμους που θα εξορμήσετε διότι η χθεσινή βροχή θα έχει δημιουργήσει λάσπη, επικίνδυνα νεροφαγώματα και απειλητικές κατολισθήσεις, θα σας δυσκολέψουν πολύ, αν και ξέρετε πως να τα αντιμετωπίσετε.»
Στην παρέα ξεχώριζε ένα αγόρι ψηλό μελαχρινό, αδύνατο με σγουρό μαλλί και ζωηρά μελιά μάτια. Είχε το χάρισμα της μουσικής. Του άρεσε να συνθέτει τραγούδια και με τη βελούδινη φωνή του να τα τραγουδάει. Γενικά ήταν μέσα σε όλα,  και με τον τρόπο του ήταν πάντα αγαπητός σε όλους. Δεν έμπλεκε, ήξερε πάντα να αναγνωρίζει τα όρια. Είχε ένα πολύ έντονο χαρακτηριστικό, την ευγένεια, σε σημείο που να την ξεχωρίζεις πραγματικά. Η γονείς του θα ήταν πολύ περήφανοι για το αγόρι που γέννησαν και μεγάλωσαν.
Όλοι τους στην νεανική παρέα τον αποκαλούσαν χαιδευτικά «Τραμουντάνα.»
Ο λόγος που τον αποκαλούσαν μ' αυτο το προσονύμιο;
Ο νεαρός - Λευτέρης το όνομα του - είχε πατέρα ναυτικό κι’ αυτός.
«Τραμουντάνα, βόρειος άνεμος που φέρνει τα μηνύματα από το βορρά. Βοριαδάκι πολλές φορές τσουχτερό, άλλοτε πάλι πιο μαλακό έγινε από τους ποιητές ήρωας για αρκετές αταξίες.
Του μικρού παράγγειλα να είναι καλό παιδάκι
Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα και στο παραθυράκι.
Που πάει να πει πως είναι άνεμος ζωηρός και ατίθασος, κάνει ζαβολιές και βάζει σε μπελάδες.
«Οι άνθρωποι της πόλης, οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι γνωρίζουν τον βοριά. Στη θάλασσα όμως ο βοριάς είναι γνωστός σαν Τραμουντάνα. Η λέξη αυτή έχει ιταλικές ρίζες. Προέρχεται από την λέξη tramontana (trans (διά) και montanus (ορεινός)) δηλαδή ο αέρας που έρχεται από τα βουνά.»
Την ιστορία ενός μεγάλου έρωτα του νεαρού την εποχή εκείνη, πατέρα του «Τραμουντάνα» με την πανέμορφη κουβανή μητέρα του «Τραμουντάνα», θα σας διηγηθώ στη συνέχεια της ιστορίας μας.
Ατενίζοντας τον νεαρό «Τραμουντάνα» συλλογιζόμουν τη μέρα που γνώρισα τον πατέρα του. Μόλις και μετά βίας μου έρχεται στο νου η εικόνα της πρώτης γνωριμίας μας.
Όπως ανοίγω το ημερολόγιο της ζωής, θολά αντικρίζω τη γνωριμία μου στα πρώτα χρόνια της καριέρας μου στη θάλασσα με τον πάτερα του νεαρού Λευτέρη. 
Θυμάμαι.
Σχετικά νεαρός τα χρόνια εκείνα βρισκόμουν μπαρκαρισμένος Δεύτερος μηχανικός σ’ ένα γκαζάδικο.
Ήταν στο Willemstad του Curacao .
Το φλεγόμενο λιμάνι που γεμίζει χνότα από έρωτες π’ αφήνουν τόσο το πλήθος από τους τουρίστες, όσο και τα πληρώματα απ’ τα καράβια.
Ήμασταν κ’ εμείς ένα τσούρμο ναυτικοί από δυο ελληνικά πλοία που είχαμε πιάσει το λιμάνι για φορτοεκφόρτωση και επισκευές.Τριγυρνούσαμε μέσα στη νύχτα στους δρόμους και τα σοκάκια κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών και απλά γνωριστήκαμε τα δυο πληρώματα μεταξύ μας.
Ο πατέρας του «Τραμουντάνα», ο Σπύρος, ήταν τότε κι' αυτός  Δεύτερος μηχανικός στο πλοίο που συναντήσαμε να εκτελεί εργασίες επισκευών στα ναυπηγεία του λιμανιού. Ένας καστανόξανθος νεαρός άνδρας, με όμορφα μεσογειακά χαρακτηριστικά.
«Το Willemstad, είναι η τυπική πόλη-λιμάνι. Ουσιαστικά είναι μια ευρωπαϊκή αποικία η οποία απεικονίζει την οργανική ανάπτυξη μιας πολυπολιτισμικής κοινότητας. Είναι μια πόλη πλούσια σε πολιτισμό και μια από τις πιο πολυσυλλεκτικές στο πλανήτη καθώς στον πληθυσμό των εκατό πενήντα χιλιάδων κατοίκων αντιπροσωπεύονται πενήντα πέντε εθνικότητες. Από το 1997 αποτελεί μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO.
Μέσα σε ένα τροπικό περιβάλλον, η ιστορική αρχιτεκτονική της πόλης φαντάζει εντυπωσιακή. Λέγεται ότι ένας πρώην κυβερνήτης του νησιού υπέφερε από έντονους πονοκεφάλους και πιστεύοντας ότι η ασθένειά του επιδεινώνεται με τις έντονες αντανακλάσεις του ήλιου από τα λευκά κτίρια, έδωσε εντολή οποιοδήποτε κτίριο είναι λευκό να βαφεί. Παρά του ότι αργότερα ανακαλύφθηκε ότι ο κυβερνήτης ήταν μέτοχος στο μοναδικό χρωματοπωλείο του νησιού, η παράδοση της ζωγραφικής των κτιρίων με έντονους χρωματισμούς είχε απομείνει, καθιστώντας την ισπανική και ολλανδική αποικιακή αρχιτεκτονική από τις πιο εντυπωσιακές θέες στην Καραϊβική.»

Η μεγάλη μας παρέα βρέθηκε να απολαμβάνει το ποτό της σε υπαίθριο καλαμοσκεπές μπαρ με τους καναπέδες στην παραλία και με ζωντανή κουβανέζικη μουσική.
Η αφεντιά μου, ο Σπύρος, και ο μάγειρας του πλοίου μας, βρεθήκαμε να είμαστε παρέα μέσα στην παρέα. Συζητούσαμε ξεφυλλίζοντας την μέχρι σήμερα ζωή μας την γεμάτη από ταξίδια, εμπειρίες, και γνωριμίες στα ταξίδια αυτά. Ο μάγειρας σαν μύστης των νησιών της Καραϊβικής, μας εξηγούσε μια ιστορία που είχε να κάνει με παράξενα δέντρα Watapana που συναντήσαμε στους δρόμους.
Ιδιαίτερα για ένα ιδιαίτερο δέντρο Watapana .
«Το σκάλισμα που υπάρχει σε ένα δέντρο Watapana (δέντρο της ζωής μέσα του) στο κέντρο της Willemstad, είναι ένα από τα πιο ερωτικά γλυπτά που έχω δει ποτέ.
Είναι το γυμνό σώμα μιας γυναίκας λαξευμένο στις χρώμα του αίματος ρίζες του δέντρου. Σύμφωνα με την τοπικό μύθο, ο τεχνίτης που δημιούργησε αυτά τα γλυπτά στο δέντρο το έκανε αργά τη νύχτα και εμφανιζόταν στην πόλη μια φορά για λίγο. Ο θρύλος ισχυρίζεται ότι ο γλύπτης ήταν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας όταν έκανε το πρώτο σκάλισμα του, και η δημιουργία του έδωσε πίσω τη θέληση για να ζήσει.»
«Τα δέντρα αυτά είναι μια φυσική πυξίδα για την Αρούμπα και το Κουρασάο, γιατί είναι λυγισμένα σε γωνία ενενήντα μοιρών που δείχνει πάντα νοτιοδυτικά λόγο της διεύθυνσης που φυσούν οι τοπικοί άνεμοι.» Συνέχισε την ξενάγηση του ο μάγειρας.
Μετά το πρώτο ποτό το μεγαλύτερο μέρος της μεγάλης παρέας μας χαιρέτησε και αναχώρησε. Τα βήματα τους παρέσυραν προς τη Campo Alegre το θρυλικό θέρετρο ενηλίκων του Κουρασάο. Πρόκειται για ένα εξωτικό, ερωτικό και συναρπαστικό μέρος όπου τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα.
Με τον εξ Αιγύπτου ομογενή μάγειρα του πλοίου μας, όταν συζητά κανείς μαζί του, αντιλαμβάνεται ότι έχει να κάνει με έναν μεθοδικό, πολυταξιδεμένο, έμπειρο και γλωσσομαθή άνθρωπο. Και αυτό δεν είναι μια απλή εντύπωση. Είναι η πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα η οποία γίνεται εύκολα ορατή από τις πρώτες κι’ όλας κουβέντες του. Πρόσχαρος και ανοιχτόμυαλος άνθρωπος ήταν γεννημένος να αφιερώνει πολλές φορές τον ελεύθερο χρόνο του σε λέσχες και καζίνο, είχε μια έντονη τάση με το τζόγο. Τα τυχερά παιχνίδια τον συναρπάσουν χαρίζοντας του εμπειρίες.
Το πάθος του αυτό αποδείχτηκε ότι το συμμεριζόταν και ο δεύτερος μηχανικός ο Σπύρος που προστέθηκε στην παρέα μας και δεν χρειάστηκε μεγάλος κόπος να την μεταδώσουν και σε μένα.
Στην παρέα μας προστέθηκε και ο ασυρματιστής του πλοίου μας. Καταθέσαμε έκαστος σε κοινό κουμπαρά από διακόσια πενήντα δολάρια και αποφασίσαμε να μας αντιπροσωπεύσει στο τραπέζι του καζίνο ο Σπύρος -ο δεύτερος μηχανικός-. Του αναγνωρίσαμε μια ιδιαίτερη διαισθητικότητα και ποντάροντας στην διορατικότητα του ότι θα βγούμε κερδισμένοι τα βραδύ αυτό, και θα απολαύσουμε μία εφήμερη οικονομική επιτυχία.
Για διασκέδαση μ’ ενθουσιασμό, το Curacao είναι ένας θεϊκός παράδεισος για τους επισκέπτες του. Ξενοδοχεία με όμορφες λευκές αμμώδεις ακτές δίπλα στα ζεστά, ήρεμα νερά, διαθέτουν ιδιωτικές παραλίες, και καταπράσινους τροπικούς κήπους.
Σχεδόν όλα τα ξενοδοχεία διαθέτουν πολυτελή ευρύχωρα καζίνο, να δοκιμάσετε την τύχη σας, και εκθαμβωτικά μπαρ για να απολαύσετε ένα δροσερό κοκτέιλ και κάποια μουσική της Καραϊβικής σε στιγμές χαλάρωσης.
 Ήταν ήδη μεσάνυχτα που τα δικά μας βήματα μας οδήγησαν στο Curacao Plaza Hotel & Casino. Ένα εξαιρετικό ξενοδοχείο σε πλεονεκτικό σημείο του λιμανιού από όπου μπορούσαμε απολαμβάνοντας το ποτό μας εμείς που δεν παίζαμε στο τζόγο να παρακολουθούμε τα πλοία που περνούν μέσα και έξω από πολυσύχναστο λιμάνι του Κουρασάο.
Δυστυχώς όμως ο νεαρός δεύτερος μηχανικός ήταν άτυχος τη βραδιά αυτή. Άλλωστε για την φιλική παρέα μας -των ναυτικών - το βράδυ τούτο τα τυχερά παιχνίδια δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά τρόπος διασκέδασης. Οι περισσότεροι, οι αμύητοι, όπως η αφεντιά μου, που θέλουν να ζήσουν για λίγο τον μύθο του τζόγου, θα επιχειρήσουν κάποτε κάποιο ραντεβού με την τύχη. Το πιο πιθανό είναι ότι εκείνη δεν θα είναι πιστή, γι’ αυτό και δεν πρέπει να επενδύσουν επάνω της τίποτα που δεν αντέχουν να χάσουν.
Λίγες και πολυάσχολες οι μέρες μας στο Willemstad το οποίο μας είχε προσφέρει αμέτρητες όμορφες παραστάσεις, αλλά πλέον τα πλοία είχαν μπει στην τελική ευθεία της αναχώρησης.
Δεν άργησε η στιγμή που χωρίσαμε οι παρέες των δυο πλοίων.
Το πλοίο μας αναχώρησε κενό φορτίου και με πλήρες έρμα για λιμένα της δυτικής Αφρικής.
Επίσης, ολοκληρώθηκε η διαδικασία επισκευών του πλοίου που υπηρετούσε ο Σπύρος, ο Δεύτερος μηχανικός, το πλοίο τους παρέλαβε φορτίο πετρελαιοειδών από το Willemstad με λιμένα προορισμού τη Havana της Κούβας.
Έκτοτε δεν ξαναείδα τον αγαπητό συνάδελφο τον Σπύρο.
Ο μάγειρας συνέχισε να έχει πάντα επαφή μαζί του, και σαν μάστορας μοναδικός της μαγικής τέχνης της αφήγησης, έχει την ευχέρεια να μας δίνει ζωντανά τα γεγονότα, και να μας οδηγεί να παρακολουθήσουμε την συνέχεια της ιστορίας μας. Ας τον απολαύσουμε.
«Μια μέρα ηλιόλουστη και δροσερή απ' του ωκεανού την αύρα, ένα παλιό αμερικανικό αυτοκίνητο μετέφερε τον φίλο μας το Δεύτερο έξω από το Capitolio στην La Habana Vieja (Παλιά Αβάνα). Τα βήματα του τον οδήγησαν στο αρχιτεκτονικό αριστούργημα στο Gran Teatro de La Habana ("Μέγα Θέατρο της Αβάνας") που είναι γνωστό ως το Παλάτι της Γαλικίας. Ήταν ένας ολιγόωρος περίπατος αναψυχής που θα το εκμεταλλευόταν για να γνωρίσει τα αξιοθέατα της πόλης. Στο επόμενο λιμένα προορισμού, το Ρόττερνταμ ο φίλος μας θα ξεμπαρκάριζε και θα επέστρεφε στην πατρίδα.
Η παλιά πόλη είναι η περιοχή της Havana με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση κτιρίων αποκατεστημένα στην προηγούμενη δόξα τους. Μουσεία, γκαλερί τέχνης, ξενοδοχεία, εστιατόρια και καταστήματα ανοίγουν όλη την ώρα σε αναπαλαιωμένα αρχοντικά σπίτια ή εμπορικούς οίκους. Σημερα η Habana Vieja (Παλιά Αβάνα) είναι ένα μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO  που έφερε πίσω στο χρόνο την περιοχή με σκληρή δουλειά.
Την είδε να ξεπροβάλλει σαν άλλη Dona Ines de Bobadilla πίσω από τα γλυπτά του Giuseppe Moretti , που αντιπροσωπεύουν αλληγορίες που απεικονίζουν την καλοσύνη, την εκπαίδευση, τη μουσική και το θέατρο.
Ψηλή, με καμπύλες για ζούληγμα, πόδια ατελείωτα, στήθος εφηβικά στητό, μάτια αμυγδαλωτά, δέρμα σοκολατί. Μια πραγματική κρεολή. Το λευκό φόρεμα αγκάλιαζε τέλεια το καλλίγραμμο κορμί της. Τι εξωτικό πλάσμα ήταν αυτό; Κατάλαβε ότι έχασκε αποβλακωμένος κι έκλεισε το στόμα με το χέρι του. Περπατούσε με χάρη αιλουροειδούς.
Οι δυο νέοι κοιτάζονται στα μάτια και κανείς τους δεν κατεβάζει τα βλέφαρα.
Το αίμα μέσα στις φλέβες παίρνει έναν καινούριο δρόμο. Το στομάχι του σφίχτηκε. Κόμπος στο λαιμό. Ο γιακάς τον έκοβε. Χαλάρωσε την ανύπαρκτη γραβάτα του. Και τότε, ακριβώς την στιγμή που ένιωθε ευάλωτος, τελείως εκτεθειμένος στα γελαστά μάτια της, η καλλονή έκανε αυτό που είχε ευχηθεί. Του χάρισε την θέα των πάλλευκων δοντιών της. Το ωραιότερο χαμόγελο που είχε δει ποτέ. Κόντεψε να λιποθυμήσει.
Κάτι την ρώτησε, κάτι του είπε, βρέθηκαν να κουβεντιάζουν και να χαμογελούν στο ίδιο τραπέζι. Ήταν από σχολή Gran Teatro de La Habana οπoυ κι εργαζόταν. Ζούσε στην πόλη με τους γονείς της. Της είπε ότι ήταν Έλληνας απ’ το πλήρωμα του πλοίου που ξεφόρτωνε στη ραφιναρία του λιμανιού. Την έκανε να γελά μελωδικά. Κι άμα κάνεις τη γυναίκα να γελάει, την κέρδισες, έλεγε ο σοφός παππούς του. Συμφώνησαν να ξαναβρεθούν.
Στην επομένη συνάντηση η απόσταση ανάμεσα στα σώματα τους είχε σχεδόν εκμηδενιστεί. Τυχαία αγγίγματα στην αρχή, μετά καθόλου τυχαία. Την αγκάλιασε απ’ τους ώμους κι αυτή τον έπιασε απ’ τη μέση. Έτσι όπως ήταν αγκαλιασμένοι περπατούσαν κατά μήκος της Malecon, το θαλάσσιο τείχος, που εκτείνεται κατά μήκος της ακτογραμμής της Havana. Ένοιωθε το σώμα της να βυθίζεται στην αγκαλιά του. Ένοιωθε τους ψίθυρους της καρδιάς της να πάλλονται στο στέρνο το δικό του.
Τα μάτια του ατένιζαν στο βλέμμα της το βελουδένιο , ανείπωτη, απέραντη, μενεξεδένια θάλασσα που μέσα της φωλιάζανε λευκά μαργαριτάρια.
Το βράδυ στο El Tropical  του έκλεψε την καρδιά όταν την είδε να χορεύει και να λικνίζεται στους κουβανέζικους ρυθμούς. Την πήρε μια σφιχτή αγκαλιά και της είπε πως είναι η γυναίκα της ζωής του!
«Σε αγαπώ τρελά!» της είπε.
Τα γόνατα της λύγιζαν και η καρδιά της κτυπούσε τρελά. Νόμιζε πως όσοι άνθρωποι βρισκόντουσαν γύρω της, άκουγαν την τρελή καρδιά της. Το βλέμμα της σταμάτησε στο πρόσωπο του, που την κοιτούσε γεμάτο φως. Έλαμπε ανάμεσα στο πλήθος. Ξαφνικά ένιωσε τα πάντα να κινούνται με ένα τρομερά αργό ρυθμό, που δεν μπορούσε να καταλάβει, μα δεν την ένοιαζε καθόλου. Αντιθέτως ευχόταν να διαρκούσε όσο γινόταν περισσότερο αυτή η ανείπωτη ευτυχία. «Έτσι είναι λοιπόν η αγάπη;» σκέφτηκε μέσα της και ολόκληρο το πρόσωπο της χαμογέλασε. Στάθηκαν για λίγο ο ένας απέναντι στον άλλο και απλά κοιταζόντουσαν χωρίς να λένε τίποτα. Μιλούσαν τα μάτια και έδιναν υποσχέσεις, μιλούσαν οι καρδιές και έδιναν όρκους όπως γίνεται συνήθως με τους ερωτευμένους. Της πήρε το χέρι απαλά και την πλησίασε. Εκεί σε εκείνο το κλαμπ της Havana ξεκίνησαν όλα. Μια δυνατή σχέση αγάπης που τελικά τα κατάφερε παρ’ όλες τις φουρτούνες, να τις ξεπεράσουν.
Οι Κουβανοί υπήκοοι δεν είχαν το δικαίωμα να ταξιδεύουν στο εξωτερικό χάρη του σκληρού νόμου περί μετανάστευσης, μετά τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν το 1961 από το καθεστώς. Υπήρχε και το άγρυπνο μάτι του κομματικού σπιούνου, αν σε έπιαναν να προσπαθείς απεγνωσμένα να διαφύγεις, σε τουφέκιζαν στο άψε-σβήσε, κολλώντας σου τη ρετσινιά του εχθρού της επανάστασης και του λαού.
Ο έρωτας λένε είναι εθιστικός, κ’ όταν είναι και υπερβολικός «βλάπτει σοβαρά και την υγεία». Αν είναι να καταστρέψεις με κάτι την υγεία σου, ας είναι αυτό ο έρωτας!
Δεν το βάζει κάτω όμως.
Πήρε τη μεγάλη απόφαση.
Θα γινόταν φυγάς.
Θα τον ακολουθούσε.
Ο Δεύτερος προετοίμασε τη λύση για να «δραπετεύσει» η κρεολή από την χώρα της, βάζοντας σε κίνδυνο όχι μόνο την ανεκτίμητη ζωή της  αλλά και το ίδιο το πλοίο με το φορτίο του.
 Έχει ήδη αρχίσει να βραδιάζει και το φεγγάρι, απόψε δεν κάνει την εμφάνιση του, μένει κρυμμένο ανάμεσα στα σύννεφα. Περίεργο τούτο το βράδυ, γεμάτο ένταση. Βράδυ που αγκαλιάζει τις σιωπές και λιγοστεύει το φως του φεγγαριού για να αφήσει τις σκιές απόψε αθέατες στη γύρω πλάση.
Το πλήρωμα ετοιμάζεται να ταξιδέψουν το πλοίο.
Μικρά υπόκωφα κύματα σκαλίζουν την ακτή. Οι αρχές κάνουν τον τελευταίο έλεγχο στο πλοίο και ετοιμάζονται να αποχωρήσουν απ' αυτό. Σε μια σκοτεινή γωνιά του λιμανιού η κρεολή τρεμάμενα βγάζει το λίνο φόρεμα της, το κρύβει προσεκτικά στην ακτή και αθόρυβα βουτά στα σκοτεινά νερά. Με τη βοήθεια της αποθαλασσιάς σιγά σιγά προσεγγίζει το πηδάλιο του πλοίου και σκαρφαλώνει σαν αίλουρος στo rudder trunk του. Εκεί την αναμένει ο αγαπημένος της που με γρήγορους ρυθμούς ανοίγει την εξωτερική ανθρωποθυρίδα επιθεώρησης απ’ όπου εισέρχεται η αγαπημένη του εντός του στεγανού χώρου.
Οι μανούβρες ήδη έχουν ξεκινήσει με το πηδάλιο πλέον σε λειτουργία και την μηχανή σε μανούβρες, το πλοίο αποπλέει, ξεμακραίνουν απ’το λιμάνι, μα κι απ' ολόκληρη την Havana.
- Άγιε Νικόλα βοήθα μας…, σιγοψιθυρίζει ο Δεύτερος.
- Παναγιά μου λυπήσου μας…, βογγάει η κρεολή κρυμμένη στη σκοτεινή δεξαμενή.
Η βάρδια της γέφυρας υπομονετικά παρακολουθεί τα παραπλέοντα πλοία. Δεν έχει και πολύ κίνηση απόψε. Σιγά σιγά το πλοίο πλησιάζει στην έξοδο του λιμένα. Τα σύννεφα έτρεχαν στον ουρανό σπρωγμένα απ' τον Νοτιά, κι η βροχή έκανε την εμφάνιση της στη θάλασσα και στη στεριά. Στην έξοδο του μεγάλου κόλπου προσεκτικά το ταχύπλοο (η πιλοτίνα) πλησιάζει στη μέση του πλοίου, κολλάει στα πλευρά του και ετοιμάζεται να παραλάβει τον πιλότο του λιμένα. Για τον Δεύτερο αν και όλα τα σημάδια φαινόντουσαν κανονικά, στο μυαλό του κυριαρχούσε ένας φόβος. Αμίλητος, περιμένει καρτερικά την ώρα που το πλοίο θα εξέλθει στα διεθνή θαλάσσια ύδατα.
Το καράβι είναι μεσοπέλαγα κι η Κούβα δε φαίνεται πουθενά.
Η κρεολή άκουσε το συνθηματικό κτύπημα στα τοιχώματα της δεξαμενής. Η ανθρωποθυρίδα της δεξαμενής άρχισε να ανοίγει. Η καρδιά της σκίρτησε σαν ένα σπίρτο που πήρε φωτιά και σκόρπισε ζεστά κύματα χαράς σε όλο της το σώμα. «Σε λίγο, ψιθύρισε σχεδόν τραυλίζοντας ξέπνοα, σε λίγο θα τον δω στα αλήθεια.» Ήταν γλυκιά αυτή η ελευθερία και ένας έρωτας έτοιμος μπροστά της φλογισμένος, να της υπόσχεται ένα μέλλον γεμάτο δώρα ζωής. Έχει κάτι δρόμους η καρδιά να σπάζει φυλακές, να ελευθερώνει την αγάπη. Έχει και μια μαγεία το σύμπαν να μας αγκαλιάζει στοργικά, περιμένοντας πάντα υπομονετικά την σωστή ώρα, για να μας παραχωρήσει το δικό μας μερίδιο στην ευτυχία. Επιτέλους η μικρή δεξαμενή γέμισε από φως. Η γυναίκα σχεδόν είχε χάσει τις αισθήσεις της. Ο Δεύτερος την χτύπησε απαλά στα μάγουλα και την πιτσίλισε με νερό για να συνέρθει. Η κρεολή άνοιξε τα μάτια της και χαμογέλασε. Την αγκάλιασε τρυφερά βρίσκοντας τον δρόμο για τα χείλη της.
Ο γάμος τους έγινε στο πέλαγος επάνω στο πλοίο από τον πλοίαρχο.
Κουμπάροι το πλήρωμα όλο.
«Σπίτι μου, είναι όπου είσαι εσύ!» ορκιστήκαν οι νεόνυμφοι.
Σε λίγες ώρες θα βρισκόταν στο Ρόττερνταμ, πόσο απίστευτο τους φαινόταν.
Ο γάμος τους δηλώθηκε επισήμως στις προξενικές αρχές της χώρας μας.
Τελειώνοντας την αφήγηση του ο μάγειρας, συμπλήρωσε.
«Ο καλύτερος σύμμαχος της αγάπης είναι ο χρόνος. Και αυτή η αγάπη του Δεύτερου και της κρεολής φυγάδος, τα κατάφερε, άντεξε στο χρόνο, έβγαλε ρίζες βαθιές, και αγκάλιασε τη γη, γεμίζοντας την λουλούδια. Έτσι γίνεται συνήθως με την αγάπη. Σου δίνει τη δύναμη να αντέξεις τα πάντα.»
……………
Μια Κυριακή, ένα φωτεινό, ζεστό πρωινό, στην μικρή παρέα των νέων ξεχώριζε ένα αγόρι ψηλό μελαχρινό, αδύνατο με σγουρό μαλλί και ζωηρά μελιά μάτια.
Όλοι τους στην νεανική παρέα το νεαρό Λευτέρη τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά «Τραμουντάνα.»
¨Ηταν - ο Λευτέρης - ο πρώτος γιος τους.

Υ.Γ: Για πρώτη φορά μετά από 50 χρόνια, οι Κουβανοί έχουν σήμερα το δικαίωμα να ταξιδεύουν στο εξωτερικό χάρη σε μια μεταρρύθμιση του νόμου περί μετανάστευσης που υιοθετήθηκε από τον πρόεδρο Ραούλ Κάστρο και την οποία περίμεναν με ανυπομονησία οι πολίτες της χώρας, μερικοί από τους οποίους εκφράζουν πάντως φόβους ότι η εφαρμογή της θα είναι περιορισμένη.


. .............................................................................................
Σημείωση:
Inés de Bobadilla (La Giraldilla)
Το Castillo de la Real Fuerza (χτίστηκε το 1558) στην Κούβα έχει ένα άγαλμα στο παρατηρητήριο του, που αντιπροσωπεύει μια γυναίκα, La Giraldilla .
Το 1634, Juan de Vitrián Viamonte προσθέτει ένα παρατηρητήριο με weathervane γλυπτό με τη μορφή μιας γυναίκας, από τον Geronimo Martín Pinzón, έναν καλλιτέχνη από την Αβάνα, και με βάση την εικόνα στεφανώνει La Giralda στη Σεβίλλη . Παρά το γεγονός ότι ο λόγος για την επιλογή αυτού του γλυπτού, που ονομάζεται La Giraldilla, δεν είναι γνωστος, μια κοινή πρόταση είναι προς τιμήν της  Inés de Bobadilla , της μόνη γυναίκα κυβερνήτης της Αβάνας, η οποία ανέλαβε τον έλεγχο από το σύζυγό της Hernando de Soto , όταν ανέλαβε μια αποστολή στη Φλόριντα. Λέγεται ότι τοποθετήθηκε εκεί για να τιμήσει την Ines de Bobadilla η οποία λέγεται ότι πέρασε πολλά χρόνια να διερευνά τον ορίζοντα για τα σημάδια της επιστροφής του πλοίου του συζύγου της, Hernando de Soto (εν αγνοία της, είχε πεθάνει). Η εικόνα έγινε το σύμβολο της πόλης της Αβάνας (διαθέτει για το Havana Club ετικέτα ρούμι), και τώρα που πραγματοποιήθηκε το Μουσείο της Πόλης στεγάζεται στο Palacio de los Capitanes Generales στην Plaza de Armas, ενώ ένα αντίγραφο είναι στη θέση του στο παρατηρητήριο.

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

«Άμπρα ους όλιους!» (Κρατήστε τα μάτια σας ανοιχτά!)

«Υπάρχουν τριών ειδών άνθρωποι», λέει μια παλιά ναυτική παροιμία, «οι ζωντανοί, οι νεκροί, και αυτοί που ταξιδεύουν».
Η νοητή γραμμή που ενώνει την αφετηρία με τον προορισμό για τους πολλούς λέγεται διαδρομή, μα υπάρχουν και αρκετοί που την αποκαλούν ταξίδι. Η διαδρομή μοιάζει με διασκελισμό του διαβήτη πάνω στον χάρτη. Μια πορεία, ευθεία ή καμπύλη. Εδώ, όλα είναι προβλέψιμα και τακτοποιημένα.
Το ταξίδι όμως είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό που αλλάζει δεν είναι η απόσταση και η διάρκεια, αλλά ο τρόπος που το βιώνουμε. Αυτό που αλλάζει είναι η διάθεσή μας να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση. Έτσι, το ταξίδι μεταμορφώνεται σε περιπέτεια.
Αυτή η πρόκληση είναι που κάνει τη διαφορά . Δεν είναι το ταξίδι που γίνεται πραγματικότητα. Είναι η πραγματικότητα που γίνεται ταξίδι. Αυτό θα πει πως η πραγματικότητα δεν είναι δεδομένη, αλλά είναι μια πρόκληση, «η πυξίδα», για τις αισθήσεις μας, τη σκέψη μας, τη ζωή μας, που μας προκαλεί να την εξερευνήσουμε και να τη χαράξουμε στη σκιά της μνήμης μας, μέχρι να μας γίνει γνώριμη.
Αυτή είναι η πρόκληση για τον ταξιδιώτη μ’ αυτό που βλέπει και μ’ αυτό που ανακαλύπτει.
Την περιπέτεια δεν τη συναντάμε τυχαία. Την επιλέγουμε. Είμαστε ελεύθεροι να ριχτούμε σ’ αυτήν ή να την προσπεράσουμε. Γιατί το άγνωστο δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αν το αναζητήσουμε γύρω μας δεν θα το βρούμε πουθενά. Το άγνωστο κατοικεί μέσα μας, και χρειάζεται δύναμη να το ανακαλύψουμε.
Οι εποχές κυλούν πολύ γρήγορα, και τα χρόνια τρέχουν λες και κάποιος βιαστικός, που δεν μπορεί να περιμένει, τα σπρώχνει να κατρακυλήσουν από μια απότομη κατηφόρα. Κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια και για τα ζωηρά και ανήσυχα αγόρια που αποφοίτησαν απ’ την ακαδημία του εμπορικού ναυτικού. Ήξεραν καλά τι ήθελαν να κάνουν με το θράσος που διακρίνει τους νέους. Δεν τους χρειαζόταν να το σκεφτούν. Ο κόσμος της θάλασσας, «η θαλασσινή περιπέτεια», τους άνοιγε την αγκαλιά του και τους προσκαλούσε σε μοναδικές συγκινήσεις και αυτοί βιαζόταν να πετάξουν σε νέους ορίζοντες.
Μάταια έκλαιγαν οι μανάδες και τα κορίτσια πίσω τους.
Ποιος μπορεί να είναι σίγουρος για το τι του επιφυλάσσει η ζωή όταν βρίσκεται ακόμα στο πρώιμο επαγγελματικό ξεκίνημα του.
Απλώς ονειρεύεται το τέλος σύμβασης εργασίας και την επιστροφή του στην πατρίδα και την οικογένειά του που πολλές φορές έχει αυξηθεί όσο αυτός έσκιζε τις θάλασσες. Μοίρα κοινή των ναυτικών που σπάνια βλέπουν τα παιδιά τους να γεννιούνται και να μεγαλώνουν.
Καλό τους ταξίδι λοιπόν.
Βρισκόμαστε στην άκρη του χειμώνα και στις αρχές της Άνοιξης του χίλια εννιακόσια εβδομήντα επτά. Ο ήρωας μας είχε τελειώσει μ’ επιτυχία τις εξετάσεις του για την απόκτηση του διπλώματος Τρίτου μηχανικού εμπορικού ναυτικού. Είχε πάρει οριστικά την απόφαση να συνεχίσει αποκλειστικά το ναυτικό επάγγελμα και ποτέ δε διανοήθηκε να κάνει κάτι διαφορετικό. Οι μέρες του περνούσαν γεμάτες νέα όνειρα και νέους στόχους. Κι όμως, πάντα κάτι του έλειπε. Και στους δυο μήνες επάνω ανέβηκε την σκάλα του αεροπλάνου με προορισμό το Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Τελικός προορισμός ο λιμένας Σάντα Φε στην ενδοχώρα και στις όχθες του ποταμού Salado κοντά στην συμβολή του με τον Ρίο Παρανά, για να μπαρκάρει με ένα μεγάλο ποντοπόρο εμπορικό πλοίο.
Ο ποταμός Rio Parana είναι ένας ποταμός στη κεντρική Νότια Αμερική, που διασχίζει τις χώρες Βραζιλία, Παραγουάη και Αργεντινη για περίπου 4.880 χιλιόμετρα είναι ο δεύτερος σε μήκος ποταμός της νότιου Αμερικής. Το όνομα Parana είναι μια σύντμηση της φράσης "para rehe onáva", η οποία προέρχεται από την τοπική γλώσσα «Tupi» που σημαίνει "τόσο μεγάλος όσο η θάλασσα". Στο ρου του συγχωνεύεται πρώτα με το ποταμό Παραγουάη και έπειτα μακρύτερα προς τα κάτω με τον ποταμό Ουρουγουάη για να διαμορφώσει τον μεγάλο Río de la Plata που εκκενώνει στον Ατλαντικό Ωκεανό. Στο τέλος του αεροπορικού ταξιδιού, αναστενάζοντας με ανακούφιση ο ήρωας μας σκαρφάλωσε στο βαγόνι του τραίνου που θα τον μετέφερε από το Μπουένος Άιρες στο Σάντα Φε. Έγειρε στο άβολο, σκληρό κάθισμα και έκλεισε κουρασμένος τα μάτια του. Δευτερόλεπτα μετά τα ξανάνοιξε κοιτάζοντας το τοπίο στο μακρινό ορίζοντα που άλλαζε με ταχύτητα, από τα ψηλά βουνά στις βαθιές χαράδρες. Το μεγάλο ταξίδι είχε αρχίσει. Η περιπέτεια και όλα όσα είχε ακούσει από τις ιστορίες των παλιών ναυτικών για τις μαγευτικές πολιτείες της Νοτίου Αμερικής τον περίμεναν. Με αυτή την ιδέα ξανάκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να κλέψει λίγες ώρες ανάπαυσης.
Το ταξίδι από το Μπουένος Άιρες στην επαρχία Σάντα Φε αποδεικνύεται μια ακόμη έντονη εμπειρία. Το τραίνο με προορισμό το Ροζάριο, την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Αργεντινής και πρωτεύουσα της επαρχίας Σάντα Φε, ξεκινά από τον κεντρικό σταθμό, κοντά στο λιμάνι του Μπουένος Άιρες.
Η επιβίβαση γίνεται στον Estación Plaza Constitución που είναι ένας μεγάλος, ένας από τους πιο πολυάσχολους σιδηροδρομικούς σταθμούς της Αργεντινής.
Το κτήριο του σταθμού ένα κομψοτέχνημα γαλλικού ύφους σχεδιάστηκε από Βρετανούς αρχιτέκτονες. Για πολλά έτη θεωρήθηκε το σημαντικότερο παράδειγμα της δομικής εφαρμοσμένης μηχανικής στη Νότια Αμερική και αρχιτεκτονικά ένα από τα λεπτότερα κτήρια στον κόσμο. Το 1997 δηλώθηκε ως Εθνικό μνημείο της χώρας. Τέσσερις ώρες αργότερα η διασχίζοντας την ατέλειωτη Πάμπα φτάνεις στο Ροζάριο. Αφήνοντας πίσω το Ροζάριο το τραίνο συνεχίζει βόρεια, στην καρδιά της υπαίθρου. Καθώς το τρένο διέσχιζε το βόρειο κομμάτι της διαδρομής το τοπίο άρχισε να αλλάζει σιγά-σιγά, να σου δίνει μια αίσθηση μιας φύσης πιο ανοιχτής, πιο άγριας, πιο αυστηρής, πιο μεγάλης.
Ο ήλιος βρισκόταν στη δύση του, το σούρουπο πλημμύριζε την ατμόσφαιρα με πορφυρές αποχρώσεις. Άλλη μια μέρα είχε φτάσει στο τέλος της. Τι κι αν είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Ο νους διψούσε για εικόνες, άπληστος, αχόρταγος νους, να δει, να γεμίσει παραστάσεις, εμπειρίες, τοπία, να χωρέσει τον κόσμο. Χαζεύοντας το τοπίο ο ήρωας «χαμένος» κάπου σε αυτή την παράξενη αίσθηση, δεν αντιλήφθη ότι το τραίνο ήταν ήδη σχεδόν έξω από το σταθμό. Τότε, το τρένο σταμάτησε, ήταν ο τελευταίος σταθμός. Εκεί κατέβηκε και κίνησε για να συναντήσει τον πράκτορα του πλοίου που τον περίμενε στην αποβάθρα. Σ’ όλη την διάρκεια του ταξιδιού με το τραίνο δεν είχε φάει τίποτε, αλλά και πάλι δεν πεινούσε, σκέφτηκε για λίγο πίσω την πατρίδα, τους δικούς του, και αναστέναξε, μα η έλξη που ασκούσε πάνω του ο ορίζοντας της νέας επαγγελματικής του περιπέτειας ήταν πολύ μεγαλύτερη. Καθώς η ώρα περνά και η νύχτα απλώνεται η πόλη γεμίζει πολύχρωμα φώτα. Η νύχτα αυτή στην πόλη ήταν δροσερή, γεμάτη ήχους και κίνηση, όπως συμβαίνει συνήθως με τις πρώιμες φθινοπωρινές νύκτες.
Σάντα Φε.
Πόλη της βορειοδυτικής Αργεντινής, πρωτεύουσα της ομώνυμης περιφέρειας. Βρίσκεται στη συμβολή των ποταμών Σαλάδο και Κοράντα, στη δυτική πλευρά του Ρίο Παρανά, απέναντι από την πόλη Παρανά η οποία βρίσκεται στην ανατολική όχθη του ποταμού. Είναι συγκοινωνιακός κόμβος στη διασταύρωση πολλών σημαντικών οδών και σιδηροδρομικών γραμμών και διαθέτει ένα πολύ καλά εξοπλισμένο ποτάμιο λιμάνι που δέχεται πλοία μεγάλης χωρητικότητας, ενώ κοντά της βρίσκεται το διεθνές αεροδρόμιο Σάουσε Βιέχο. Αποτελεί εμπορικό και διαμετακομιστικό κέντρο για τα αγροτικά προϊόντα της εύφορης γύρω περιοχής, καθώς και βιομηχανικό κέντρο.
Με πολλά σημαντικά εμπορικά κέντρα, πολυάσχολη πολιτιστική ζωή, ενδιαφέρουσες επιλογές στον αθλητισμό και τον τουρισμό, πολυάριθμα καλλιτεχνικά και μουσικά γεγονότα, και μια συναρπαστική νυχτερινή ζωή.
Η συναρπαστική νυχτερινή ζωή της ενέπνευσε και τον βάρδο της θάλασσας Νίκο Καββαδία που την αναφέρει γλαφυρά

Θεέ μου! είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών,
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά,
Αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει.

Συγχώρεσε με ... Μια βραδιά θολή στο Σάντα Φε,
καθώς κάποια με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της,
ετράβηξα απ’ την κάλτσα της μια δέσμη από λεφτά
που όλη τη μέρα εμάζευεν απ’ την αισχρήν δουλειά της.


Απλωτή πόλη, ανοιχτή, χωρίς καμπύλες, δεν θα τη χαρακτήριζες εξαιρετικά «όμορφη», σίγουρα όμως μια πόλη «ιδιαίτερη», διαφορετική μέσα στην ιδιαιτερότητά της, με το βλέμμα να χάνεται στην επίπεδη γραμμή του ορίζοντα, αναζητώντας το σημείο που ο ουρανός συναντάει τη στεριά, σε ένα μπλε, που όμως είναι τελείως διαφορετικό από το έντονο, λαμπερό μπλε της ελληνικής γης, ένα μπλε πιο σκοτεινό, πιο άγριο, με λιγότερες διακυμάνσεις χρωμάτων και παιχνιδίσματα, ένα μπλε -γκρίζο.
Περασμένα μεσάνυχτα έφτασε στην προβλήτα του λιμένα όπου βρισκόταν σε εξέλιξη η φόρτωση του πλοίου. Το πλοίο ένα «tweendecker», ήταν όμορφο γιαπωνέζικο σκαρί. Όταν το πρώτο-αντίκρισε ο ήρωας μας έμεινε εκστασιασμένος να θαυμάζει την σπαθάτη πλώρη του.
Made in Japan.
Μία φράση η οποία για τους περισσότερους ναυτικούς στον τομέα της ναυπηγικής, περικλείει αξιοπιστία, εμπιστοσύνη, στιβαρότητα και ταυτίζεται με την εμπειρία και την τελειότητα. Έτσι, κάθε αναφορά σε πλοίο το οποίο έχει ναυπηγηθεί στην Ιαπωνία, μιλά για ένα πλοίο το οποίο μπορεί να πλεύσει και στις πιο δύσκολες θάλασσες αλλά και να ταξιδεύει σε αυτές για πολλά χρόνια.
Σήμερα ένα πλοίο «tweendecker» είναι πιο πιθανό να αναφέρεται ως πολλαπλών χρήσεων πλοίο, ένας όρος που είναι αρκετά ασαφής και έχει διαφορετικές σημασίες σε διαφορετικούς ανθρώπους.
Τα γιαπωνέζικα πλοία έχουν σπαθάτες οβάλ ναυπηγικές γραμμές. Είναι πιο όμορφα εξωτερικά σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά που είναι στρογγυλά, πιο εμπορικά πιο εκμεταλλεύσιμα.
Αυτό τ’ όμορφο σκαρί, το είχε ναυλώσει Ιαπωνική εταιρεία, για να μεταφέρει χαλυβουργικά προϊόντα από λιμένες της νοτίου Αμερικής στην ιαπωνική αγορά. Λόγω περιορισμένου βυθίσματος του λιμένος, από τον λιμένα Santa Fe το πλοίο φόρτωνε ένα μέρος του φορτίου και την επομένη θ’ απέπλεε για τον λιμένα του Μπουένος Άιρες. Η επαγγελματική του σχέση με την θάλασσα ήταν σχετικά πρόσφατη και από το πλήρωμα του πλοίου δεν είχε κάποια προηγούμενη γνωριμία από κοινή ναυτολόγηση. Έμεινε έκπληκτος όταν είδε μπροστά του τον Αργύρη από τα Βάτικα, μακρινό συγγενή του. Ο Αργύρης από μικρός ήταν δουλευτής καλός στα περιβόλια και στ’ αμπέλια του χωριού, αλλά μέσα του είχε άλλα όνειρα. Η ζωή στη χωριό δεν είχε την μαγεία των ονείρων του. Ονειρευόταν πως φεύγει για ταξίδια. Και τελειώνοντας το στρατιωτικό του στους τέσσερις μήνες επάνω μπαρκάρισε με ένα μεγάλο εμπορικό. Σήμερα ήταν ο λοστρόμος του πλοίου. Τώρα στα τριάντα του χρόνια, ο χρόνος τον είχε κάνει όμορφο άντρα, ευρύστερνο με μακριά καλογραμμένα πόδια, όλο μύες σκληρούς από τη χειρωνακτική εργασία. Η μακρόχρονη έκθεση στον ήλιο του είχε δώσει ένα μπρούντζινο χρώμα, ενώ πυκνό χνούδι σκέπαζε το πρόσωπό του. Όταν γελούσε, τα δόντια του άστραφταν κατάλευκα και τα μάτια του σπίθιζαν παιχνιδιάρικα.
Ο καπετάνιος του πλοίου, ένας πενηντάρης άνδρας με στεγνό αδύνατο σώμα, μέτριο ανάστημα στρογγυλό πρόσωπο και καλοσχηματισμένο πηγούνι, λεπτά χείλη, μάτια στρογγυλά και το βλέμμα του να στάζει μέλι. Δεν είχε πλούσια κόμη, μάλιστα είχε την τάση για αραίωση. Δεν ήταν ο άνδρας που έδινε σημασία στο ντύσιμό του και γενικότερα στην καλαισθησία. Αν και εργένης είχε μεγάλη αδυναμία στις θηλυκές υπάρξεις χωρίς κάποιες ιδιαίτερες προτιμήσεις. Σταθερή παράμενε η προτροπή του δεύτερου μηχανικού σε κάθε έξοδο του καπετάνιου από το πλοίο. «Κάπταιν μην ξεχάσεις τις γαλότσες, θα σου χρειαστούν στις λάσπες» του έλεγε γελώντας με νόημα.
Μια δεύτερη εξίσου μεγάλη αδυναμία του ήταν η ποδοσφαιρική ομάδα του Ολυμπιακού.
Ο Πρώτος μηχανικός, αν και γνήσιος πειραιώτης ήταν χαρακτήρας χαμηλών τόνων, μέτοχος και ταυτόχρονα φανατικός οπαδός της ποδοσφαιρικής ομάδας του Εθνικού Πειραιά.
Με τον καπετάνιο γνωρίζονταν απ’ τα παλιά και οι ποδοσφαιρικές καζούρες μεταξύ τους ήταν θέμα συζήτησης τις Κυριακές στην τραπεζαρία του πλοίου.
Ο Δεύτερος μηχανικός ένας σωματώδης άνδρας με αθώα καρδιά δεν έχανε ευκαιρία να διηγείται τα κυνηγετικά του κατορθώματα.
Γενικά το πλήρωμα του πλοίου τόσο οι αξιωματικοί καταστρώματος και μηχανής όσο και το κατώτερο πλήρωμα αποτελούσαν πολύ καλή ομάδα, δεμένη με αρμονία.
Τις επόμενες δυο ημέρες η φόρτωση τέλειωσε. Το πλοίο φόρτωσε στα αμπάρια του ένα μόνο μέρος του φορτίου του από βιομηχανικό χάλυβα, τόσο που ορίζει το επιτρεπόμενο βύθισμα του ποταμού για να ταξιδέψει με ασφάλεια. Με το τέλος των γραφειοκρατικών διαδικασιών επιβιβάστηκαν δυο πλοηγοί και το πλοίο αναχώρησε για λιμένες της Βραζιλίας να κομπλετάρει την φόρτωση.
Ξεκίνησαν με πορεία νότια, και αργότερα νοτιοανατολική.
Λίγες ώρες πριν ο ήλιος ανατείλει, τη δεύτερη ημέρα του ταξιδιού, πυκνή ομίχλη σκέπασε το ποτάμι. Ταξιδεύοντας με πλοίο σε ποτάμι με ομίχλη, δεν είναι και ο καλύτερος συνδυασμός. Αλλά όταν στο πλοίο υπάρχουν πεπειραμένοι πιλότοι που γνωρίζουν τον ποταμό σε κάθε του σπιθαμή όλες τις εποχές του έτους, και ταυτόχρονα το πλοίο έχει αξιόπιστα όργανα ναυσιπλοΐας, τα πράγματα γίνονται πιο απλά χωρίς βέβαια να παύουν να είναι επικίνδυνα. Τις επόμενες ώρες ανατέλλοντας ο ήλιος καθάρισε την ατμόσφαιρα από την βαριά ομίχλη, μια ηλιόλουστη φθινοπωρινή (για το νότιο ημισφαίριο) λαμπερή ημέρα του Απρίλη ξεπρόβαλε στις όχθες του μεγάλου ποταμού. O ποταμός μπροστά φάνταζε σαν ένα καφέ-ασημί φίδι μέσα στη πράσινη θάλασσα των πεδιάδων δεξιά και αριστερά. Χιλιοτραγουδισμένος κι αυτός κι η πεδιάδα, με όλα της τα πρόσωπα έγινε κομμάτι της καρδιάς πρώτα των ανθρώπων της Πάμπας των γκαούτσος, των ποιητών τους , των τραγουδιστών τους αλλά και της καρδιάς των ναυτικών μας που τόσες φορές ταξίδεψαν εκεί και αδελφωθήκανε με τον τόπο και τους ανθρώπους του. Κατεβαίνοντας τον ποταμό μετά το Santa Fe συνάντησαν εμπρός τους γνωστά στους ναυτικούς μέρη. Πόλεις λιμένες όπως, San Lorenzo, Rosario, Villa Constitution, San Nicolas και άλλες πόλεις. Αργά τ’ απόγευμα αφήνανε το ποτάμι του Παρανά προσπέρασαν δεξιά τους το φωταγωγημένο Buenos Aires και εισήρθαν στο αγκυροβόλιο του λιμένα, στα καφετιά νερά του Ρίο ντε λα Πλάτα, εν αναμονή τροφοδοσίας του πλοίου και παραλαβή καύσιμων και λιπαντικών.
Το βράδυ η υγρασία του ποταμού τρυπούσε κόκαλα. Η ατέλειωτες ώρες σταντμπάι στο μηχανοστάσιο και το ξενύχτι ήταν η αιτία που δεν επέτρεψαν στον ήρωα μας την απόλαυση της ενδιαφέρουσας διαδρομής.
Μπουένος Άιρες
"Η πόλης ονομάστηκε Μπουένος Άιρες προς τιμή της «Παναγίας των καλών ανέμων» (Santa Maria de los Buenos Aires), προστάτιδας των ναυτικών. Περιτριγυρισμένη από ατέλειωτη Πάμπα (εκτεταμένες πεδιάδες). Ο Ρίο ντε λα Πλάτα «ακίνητος ποταμός», διασχίζει το Μπουένος Άιρες.
Έντονα επηρεασμένο από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, το Μπουένος Άιρες είναι η Ευρώπη της Λατινικής Αμερικής. Η πρώτη ματιά από τα κτίρια, τους δρόμους και τους ανθρώπους, σου δημιουργεί την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε μια ευρωπαϊκή πόλη.
«Οι Μεξικανοί κατάγονται από τους Αζτέκους, οι Περουβιανοί από τους Ίνκας, οι Αργεντίνοι από τα πλοία». Το σχόλιο αυτό του Κάρλος Φουέντες εξηγεί εμμέσως γιατί η Αργεντινή είναι η πιο ευρωπαϊκή χώρα της Λατινικής Αμερικής. Τη διαμόρφωσαν εκείνοι που ήρθαν με τα πλοία: οι ευρωπαίοι μετανάστες, στη μεγάλη τους πλειονότητα Ισπανοί, Ιταλοί, Γάλλοι και Γερμανοί, που έφθαναν κατά κύματα στις ακτές της από τις αρχές του 19ου αιώνα ως τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το Μπουένος Άιρες είναι η πρωτεύουσα μιας απέραντης χώρας. Με αέρα λατινοαμερικάνας ντίβας, δεν είναι μια πόλη που απλώς επισκέπτεσαι. Ζεις μέσα σ' αυτήν, ακόμα κι όταν έχεις φύγεις μακριά της! Γιατί, εκτός από αμέτρητες εικόνες και παραστάσεις, η αργεντίνικη μεγαλούπολη προσφέρει δυνατά συναισθήματα που μιλούν κατευθείαν στην καρδιά σου. Είναι ένα αστικό και πληθυσμιακό «ψηφιδωτό» στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Αρχιτεκτονικά θυμίζει ταυτόχρονα το Παρίσι, τη Ρώμη, τη Μαδρίτη και τη Νέα Υόρκη και προσφέρει στέγη σε εκατομμύρια κατοίκους -ευρωπαϊκής καταγωγής οι περισσότεροι- που διακρίνονται για το έντονο μεσογειακό ταμπεραμέντο τους. Ζωντανές συνοικίες, και χρώματα παντού, υπαίθριες αγορές, πολυάριθμες γκαλερί, χορευτές τάνγκο στη μέση του δρόμου, γυναίκες με λάγνες ματιές, αυθόρμητα χαμόγελα, γαστρονομική πανδαισία, εκρηκτική νυχτερινή ζωή. Όλα αυτά, τυλιγμένα με μια γλυκιά αίσθηση διάχυτου ρομαντισμού, μελαγχολίας και παρακμής, αποτελούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πόλης των «Καλών Αέρηδων»."
Στο αγκυροβόλιο το πλήρωμα της μηχανής είχε μια ακόμη δύσκολη βραδιά μπροστά του. Τα λασπόνερα του ποταμού δημιούργησαν μεγάλα προβλήματα στα ψυγεία ψύξης των μηχανών του πλοίου και κρίθηκε απαραίτητο να καθαρισθούν κατά την διάρκεια της παραμονής στο αγκυροβόλιο. Τελειώνοντας οι εργασίες τροφοδοσίας το πλοίο σήκωσε Άγκυρα και αναχώρησε με πορεία το Banco Chicoiο σημείο όπου συναντά το κανάλι του Buenos Aires αυτό του Montevideo, και συνέχισαν για Recalada Pilot station. Πρόκειται για έναν από τους πιο διάσημους πλοηγικούς σταθμούς, στον κόσμο της θάλασσας και των ναυτικών, που είναι αγκυροβολημένο, στις εκβολές του Rio de la Plata λίγα μίλια νότια του Montevideo της Ουρουγουάης. Οι πλοηγοί ευχαρίστησαν το πλήρωμα για την άριστη συνεργασία στη διακυβέρνηση του πλοίου, και για την ευγενική φιλοξενία που έτυχαν, ευχήθηκαν κάλο ταξίδι, κατέβηκαν στην πιλοτίνα και αναχώρησαν για το πλοίο ξενοδοχείο που βρίσκεται αγκυροβολημένο στη Recalada.
Δυτικά στο βάθος του ορίζοντα αχνοφαινόταν η Punta del Este,  που απλώνετε στη χερσόνησο Maldonado, τμήμα της νοτιοανατολικής Ουρουγουάη με τα ατέλειωτα χιλιόμετρα από λευκές αμμουδιές που χωρίζει τα νερά του Ρίο Ντε λα Πλάτα και του Ατλαντικού Ωκεανού. Τα καφετιά νερά του Ρίο ντε λα Πλάτα, σύντομα έσβησαν μακριά πίσω τους, το πλοίο εισήρθε σε νερά ωκεάνια, αλλιώτικα. Ο ουρανός εκεί φαντάζει ατέλειωτος και η απλωσιά του χώρου κάνει τη ψυχή και το πνεύμα να ανοίγουν. Το φως τονίζει τα περιγράμματα του ωκεανού με τρόπο μοναδικό. Το χρώμα στον ορίζοντα ακτινοβολεί.
Το ταξίδι είχε ξεκινήσει με τους καλύτερους οιωνούς, και συνεχίστηκε στον ίδιο ρυθμό, με πορεία βόρεια – βορειοανατολική, και με τον νότιο Ατλαντικό ωκεανό ακύμαντο όπως σπάνια τον βρίσκεις αυτή την εποχή του έτους. Τις πρώτες μέρες, ο ήρωας μας όπως ήταν αναμενόμενο αναλώθηκε να έλθει σε επαφή με το νέο μηχανολογικό περιβάλλον του καινούργιου πλοίου και διεισδύοντας στα μυστικά του μηχανοστασίου, να κάνει ακόμη ένα βήμα προς την ολοκλήρωση της επαγγελματικής οντότητάς του. Η εξοικείωση και η εμπειρία, ακόμη και σήμερα παραμένει η πεμπτουσία της επαγγελματικής επιβίωσης στο δύσκολο ανταγωνιστικό περιβάλλον που δραστηριοποιείται.
Συμπλήρωναν την τρίτη ημέρα ταξιδιού στον ανοικτό ωκεανό. Η ατμόσφαιρα πεντακάθαρη και τα λαμπύρισμά της πανέμορφα. Γύρω τους ο ωκεανός κυμάτιζε αργά και ρυθμικά από το ελαφρύ αεράκι του Νοτιά.
Ο ήρωας είναι αξιωματικός φυλακής μηχανοστασίου το βράδυ ετούτο. Περασμένα μεσάνυχτα. Άξαφνα, βαριά σύννεφα σκέπασαν τον έναστρο ουρανό. Οι αστραπές ξέσκιζαν τον ουρανό χωρίς έλεος. Τα σύννεφα πύκνωναν και ο αέρας ούρλιαζε. Περνούσε σφυρίζοντας από την γέφυρα και την τσιμινιέρα του πλοίου ζητώντας να ξεριζώσει ότι βρισκόταν επάνω τους. Ανήσυχος ο ήρωας μας ξεκίνησε για το μηχανοστάσιο την ώρα που άνοιξαν τα επουράνια. Η βροχή έπεφτε τουλούμι, και χτυπούσε με βία το σιδερένιο σκαρί.
Το φαινόμενο ήταν μια βίαιη τοπική καταιγίδα. Η abroholos.
«Το δέκατο έκτο αιώνα, οι ναυτικοί προειδοποιούσαν τους συναδέλφους τους όταν πλησίαζαν στους κοραλλιογενείς υφάλους στα ανοιχτά της πολιτείας Bahia, στη Βραζιλία: «Άμπρα ους όλιους!» (Κρατήστε τα μάτια σας ανοιχτά!) Σύμφωνα με την παράδοση, αυτή η συνεχώς επαναλαμβανόμενη προειδοποίηση έγινε το όνομα μιας συστάδας πέντε μικρών νησιών στην περιοχή του αρχιπελάγους abroholos Μια καταιγίδα Abrolhos εμφανίζεται συνήθως από το φθινόπωρο μέχρι το τέλος του χειμώνα για το νότιο ημισφαίριο, ανοικτά των ακτών της ανατολικής Βραζιλίας μεταξύ Cabo de Sao Tome και Cabo Frio. Οι νοτιοανατολικά αληγείς άνεμοι κατά μήκος της Ανταρκτικής και ψυχρά μέτωπα διεισδύουν στις τροπικές περιοχές αποκτούν θερμότητα και υγρασία διασχίζοντας το θερμό ρεύμα στις ακτές της Βραζιλίας προκαλώντας βίαιη καταιγίδα και έντονες βροχοπτώσεις. (Φαινόμενο thundersquall). Χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι προκύπτει γρήγορα, είναι μικρής διάρκειας και εξαφανίζεται γρήγορα και πάλι. Μέσα στη σκοτεινή νύκτα, με τους σφοδρούς ανέμους να σαρώνουν τη θάλασσα ο καπετάνιος για μεγαλύτερη ασφάλεια έφερε το σκάφος δευτερόπλωρα, τα κύματα που ερχόταν έσκαζαν στη μάσκα με δύναμη. Το κλυδωνιζόμενο από τη σφοδρή θαλασσοταραχή καράβι παρουσίασε πρόβλημα στο σύστημα πηδαλιουχίας. Το σκάφος χοροπήδησε πάνω στις κορφές από τα κύματα μ’ ένα τρελό κουπαστάρισμα που του έβαζε νερά στο κατάστρωμα, ζωντανή θάλασσα το σκέπασε. Βρέθηκε έρμαιο στη θαλασσοταραχή, ήταν λες και οι σειρήνες των θαλασσών είχαν βαλθεί να το βουλιάξουν για να γλεντήσουν με τους άμοιρους ναυτικούς στα σκοτεινά και κρύα βάθη του ωκεανού.

Ώρα πολλή δεν έτρεχε στο κύμα το καράβι,
γιατί ήρθ’ ευτύς ο Ζέφυρος, φριχτά λυσσομανώντας,
κι έσπασε η μπόρα και τα δυο του καραβιού τα ξάρτια
κι έπεσε πίσω. Τ’ άρμενα χυθήκανε στ’ αμπάρι.
Και το κατάρτι χτύπησε στου καραβιού την πρύμη,
του κυβερνήτη την κορφή, και του ᾽καμε όλα λιώμα
της κεφαλής τα κόκαλα κι έπεσε μες στο κύμα
σα βουτηχτής ο δύστυχος και πέταξε η ψυχή του.
Ομήρου Οδύσσεια: ραψωδία μ 407- 415 μετ. Σιδέρη

Ο ήρωας μας, παρ΄ όλο το σκαμπανέβασμα άνοιξε τα χέρια του να κρατηθεί και κατάφερε να φτάσει όσο μπορούσε γρηγορότερα στο διαμέρισμα των πηδαλίων.
Κοίταξε με λαχτάρα να δει το μέγεθος του προβλήματος. Απρόσμενα, ο ήχος του αλάρμ από το κεντρικό ηλεκτρικό πίνακα ελέγχου τον ξάφνιασε και τον έκανε να νοιώσει πρόσκαιρη ανακούφιση. Η ένδειξη του προβλήματος ήταν ότι οι δεξαμενές ελαίου τροφοδοσίας των πηδαλίων ήταν κενές. Το λάδι όμως ήταν όλο εκεί στη θέση του δεν έλειπε σταγόνα. Τι είχε συμβεί;
Όταν το σκάφος χοροπήδησε πάνω στις κορφές από τα κύματα η μαγνητική επαφή ελέγχου της στάθμης των δεξαμενών ελαίου πηδαλίων από μια μικρή κατασκευαστική αστοχία μετακινήθηκε έκτος θέσης ελέγχου και έθεσε τα συστήματα έκτος λειτουργίας. Η διαδικασία επαναφοράς απλή και εύκολη. Τα συστήματα τέθηκαν και πάλι σε λειτουργία.
Έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό που νόμισε πως ακούστηκε μέχρι την γέφυρα και ακόμα μακρύτερα. Ήταν ένας αναστεναγμός ανακούφισης για ότι το πηδάλιο του πλοίου ήταν και πάλι εν λειτουργία μέσα σ’ αυτόν το χαλασμό.
Η βροχή σταμάτησε κι ο αγέρας κόπασε να βρυχάται. Η θάλασσα ήτανε ακόμα φουρτουνιασμένη. Το καράβι συνέχιζε να αγαντάρει στα κύματα που το σαρώνανε. Η φρικτή θαλασσινή τους περιπέτεια, ήταν εκεί παρούσα όταν ο γραμματικός έγραφε στο ημερολόγιο του πλοίου.
«Σήμερα και ώρα 03:30 πλέοντας το πλοίο στις συντεταγμένες 25 μοίρες και 20’ νότια και 43 μοίρες και 50’ δυτικά, ριπαίος άνεμος, συχνός από Απρίλιο έως Οκτώβριο στις ακτές της Βραζιλίας, έφερε καταιγίδα και βίαια καιρικά φαινόμενα τα οποία προκάλεσαν δυνατή βροχή συνοδευομένη από ισχυρό άνεμο με ηλεκτρικές εκκενώσεις,- αστραπές, κεραυνοί, βροντές,- και  χαλάζι. Συνέπεια των δυσμενών και ακραίων καιρικών συνθηκών λασκάρισαν οι αιχμάσεις που συγκρατούσαν το φορτίο από Coils βιομηχανικού χάλυβα στο Νο.3 αμπάρι με συνέπεια το καράβι να πάρει μια μικρή κλίση τριών μοιρών. Το ταξίδι συνεχίζεται με ασφάλεια με προορισμό τον επόμενο λιμένα του Ρίο ντε Τζανέιρο, Βραζιλίας.»

Τον ήρωα μας το ξημέρωμα τον βρήκε άυπνο ταλαιπωρημένο στο Control Room του μηχανοστασίου, μαζί και ο δεύτερος μηχανικός με τον ηλεκτρολόγο.  Όταν κατάλαβε ότι η σφοδρή καταιγίδα τους προσπέρασε πήρε το δρόμο για τη πρύμνη του πλοίου. Με τι αγαλλίαση έβλεπε τώρα την αφρισμένη θάλασσα, ένοιωθε ότι όλη η πλάση αναγεννιόταν, και όλα όσα τη νύκτα πέρασαν θα γίνουν μια θολή ανάμνηση, μια ελαφριά πνοή αγέρα από τα περασμένα. «Καλημέρα» φώναξε χαρούμενος.
Τη φωνή του την πήρε ο άνεμος!
Έκλεισε σχεδόν ολότελα τα μάτια του απέναντι στον άνεμο κι ένιωσε χαρά.
Απογευματινές ώρες το πλοίο έπλεε στη θαλάσσια περιοχή νότια του Ρίο Ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας με κατεύθυνση το εξωτερικό αγκυροβόλιο του λιμένα. Η αγκυροβολία στο εξωτερικό αγκυροβόλιο λόγω της ποιότητας του βυθού-πετρώδης- είναι προβληματική για ασφαλή παραμονή πλοίου όταν επικρατούν κακές καιρικές συνθήκες. Η περιοχή που είναι αγκυροβολημένα τα πλοία δεν είναι αρκετά προστατευμένη από τον άνεμο. Τα πλοία παρασύρονται απ’ την προσήνεμη πλευρά του ακρωτηρίου, κουπαστάρουν επικίνδυνα περιμένοντας για μια θέση σε προβλήτα φορτοεκφόρτωσης. Τα περισσότερα πλοία αν όχι όλα, έχουν τις μηχανές τους σε συνεχή ετοιμότητα αναχώρησης από το αγκυροβόλιο στις κακές καιρικές συνθήκες.
Μετά από μια ήσυχη νύχτα - μακάρια - στην άγκυρα, ο ήλιος αναδυόταν από τον ωκεανό, γεμίζοντας τον γαλάζιο ουρανό με πορτοκαλί λιωμένα τριαντάφυλλα. Η σφοδρή καταιγίδα έμεινε μόνο σαν δυσάρεστη ανάπαυλα, όταν το ταξίδι στο μπλε του ωκεανού ημερεύει το βλέμμα και την ψυχή τους.
Απέναντι στο αγκυροβόλιο εκτείνεται ο Κόλπος Γκουαναμπάρα του Ρίο ντε Τζανέιρο, με τις απέραντες αμμώδεις - μίλια με χρυσή άμμο και όλο το χρόνο ζεστό νερό - ακτές, που χωρίζουν τα καταπράσινα δάση της βροχής από το απέραντο γαλάζιο του Νότιου Ατλαντικού. Ανταύγειες ανοιξιάτικου κήπου, άνθη ευφροσύνης σε μέρη μαγικά. Ανέμελη ζωή, ρέμβη αγαλλίασης.
Ήταν ώρα πρωινού καφέ που ο ναυτικός πράκτορας ανέβηκε στο πλοίο μαζί με τις λιμενικές αρχές για τις απαραίτητες επιθεωρήσεις και άδειες που αφορούν προσέγγιση και φόρτωση του πλοίου. Τελειώνοντας το πρατιγάρισμα δόθηκε η αδεία στους επιθεωρητές των ασφαλιστών να ανέβουν και αυτοί στο πλοίο, να εκτιμήσουν τις ζημιές απ’ τη σφοδρή κακοκαιρία. Στη συνέχεια όπως συνηθίζεται στο ναυτικό δίκαιο η μετατόπιση του φορτίου στο αμπάρι Νο. 3 θεωρήθηκε «αβαρία», μόνο ως προς το χρόνο αποκατάστασης της στοιβάδας του φορτίου. Αποφασίστηκε να ξεφορτώσουν τα Coils βιομηχανικού χάλυβα στην προβλήτα του λιμένα και να τα ξαναφορτώσουν με ασφαλή αίχμαση. Μοιάζει με ώρες δουλειάς,  που δεν θα ολοκληρωθεί σε λιγότερο από μια εβδομάδα.
Αυτό κι αν είναι καλό νέο για το πλήρωμα.
Πέρασε ένα ήρεμο διήμερο παραμονής στο αγκυροβόλιο και το πλοίο μεθόρμισε εσωτερικά του λιμένα στη προβλήτα φόρτωσης.
Τα ευχάριστα νέα συνέχισαν να  καταφθάνουν κατά ριπές, χαρίζοντας στιγμές ενθουσιασμού στο πλήρωμα. Πρώτη ευχάριστη έκπληξη είχε να κάνει με την προβλήτα φόρτωσης, ήταν δίπλα στην κεντρική πλατεία την φημισμένη Praça Mauá,  η καρδιά της πόλης, το κέντρο όπου ιδρύθηκε το Ρίο. Δεύτερη ευχάριστη έκπληξη το φορτίο θα καθυστερούσε να έλθει στο πλοίο.  Το φορτίο ήταν ράβδοι αλουμινίου.
Στο λιμάνι φόρτωσης μεταφερόταν με σιδηροδρομικό δίκτυο από το εσωτερικό της χώρας.
Οι τελευταίες ισχυρές βροχοπτώσεις και φονικές πλημμύρες έφεραν κατολισθήσεις προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές στο δίκτυο μεταφοράς με αποτέλεσμα ν’ απαιτείται αρκετός χρόνος αποκατάστασης.
Το ταξίδι με προορισμό το Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας αποτελεί όνειρο Ζώης κάθε ταξιδιώτη και όχι μόνο. Του ήρωα μας και του υπόλοιπου πληρώματος υλοποιήθηκε ταυτόχρονα με την επαγγελματική τους απασχόληση. Αυτή η γωνιά του Ατλαντικού κρύβει μαγείες μοναδικές. Η αναφορά και μόνον στο όνομα της πόλης προκαλεί ευχάριστους συνειρμούς και πυροδοτεί αχαλίνωτες φαντασιώσεις. Η γοητεία που ασκεί στον κόσμο είναι ακαταμάχητη. Το Ρίο ντε Τζανέιρο παραπέμπει σε κάτι το συναρπαστικό σχεδόν παραμυθένιο. Είναι δύσκολο να το περιγράψεις με λόγια. Ότι και να πεις θα είναι λίγο. Αν δεν επισκεφθείς και αν δεν δεις με τα ίδια σου τα μάτια τη γωνιά αυτή της Γης, δύσκολα αποδέχεσαι τις ταξιδιωτικές περιγραφές.
Πόλη για «ανήσυχους» ταξιδιώτες.
Ο καπετάνιος λησμόνησε την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό του για συνετή ζωή και γύρισε στα παλιά του. Κάθε βράδυ, κοιμόταν στην αγκαλιά της τελευταίας ερωμένης του,  δίπλα στο ζεστό γυμνό κορμί της ξεχνούσε κάθε τι που τον βασάνιζε.Οι προηγούμενοι όρκοι του ξεχάστηκαν, σκορπίστηκαν μακριά, τις παράσυρε ο γρήγορος άνεμος. Κι όμως δεν ένιωθε ένοχος, καθώς καταπατούσε τις υποσχέσεις που ὁ ίδιος είχε δώσει. Τέτοιες υποσχέσεις είναι μόνο για τους ναυτικούς που δεν συναντήσανε λιμάνια ορόσημα - συναρπαστικά με φλογερό ταμπεραμέντο - σύμβολα διασκέδασης, όπου οι ηδονές προσφέρονται απλόχερα. Όποιος τα συνάντησε μαθαίνοντας, δεν χρειάζεται τέτοιες υποσχέσεις.
Ο λοστρόμος από την πρώτη μέρα βρέθηκε με μια κοπέλα. Το κορίτσι μιλώντας του γλυκά στην απαλή, τραγουδιστή της γλώσσα, τον μάγεψε μόλις την πρωτοαντίκρισε.
Το χαμόγελό της μαγευτικό, η επιδερμίδα της είχε το χρώμα σοκολάτας, τα μαλλιά της μακριά, μέχρι την μέση της, πυκνά και μαύρα σαν τον έβενο. Όμως τα μάτια της ήταν που έκαναν τον λοστρόμο  να ξεχάσει τις φουρτούνες που πέρασαν όταν μέρες ολόκληρες ταξίδευαν με άσχημο καιρό. Στα μεγάλα της μάτια μέσα ήταν κρυμμένα όλα τα αστέρια του ουρανού. Ένιωσε σαν να τον καλούσαν να χαθεί στα βάθη τους, σαν να ήταν εκεί φυλαγμένες όλες οι ηδονές του κόσμου και όλες οι περιπέτειες που αναζητούσε.
Του ήρωα μας έκλεψε ένα κομμάτι της καρδιάς του ο χαρακτηριστικός γρανιτένιος όγκος. Ο Κώνος από Ζάχαρη (Pao de Acucar)
Ας μάθουμε γιατί.
Ο Sugarloaf Mountain (Pao de Acucar) είναι ένα εντυπωσιακό φυσικό ορόσημο με θέα στο Ρίο ντε Τζανέιρο και βρίσκεται στην είσοδο του κόλπου Guanabara. Γνωστό ως Pao de Acucar στα πορτογαλικά, είναι το όνομα για το μοναδικό σχήμα του που μοιάζει με μια παραδοσιακή μορφή συσκευασίας της ραφιναρισμένης ζάχαρης που χρησιμοποιούσαν κατά τον 19ο αιώνα. Ο ψηλός κώνος  είναι ένας μονόλιθος. Αποτελείται από γρανίτη και χαλαζία με κυκλική κορυφή. Για να φτάσετε στην κορυφή, η πρόσβαση γίνεται με τελεφερίκ και η διαδρομή περιλαμβάνει δύο στάσεις. Το πρώτο ανεβαίνει στο μικρότερο Morro da Urca, 220 μέτρα ύψος. Το δεύτερο ανεβαίνει στο Pao de Acucar στα 396 μέτρα. Στην πρώτη βλέπει κανείς τον κόλπο Guanabara και τον ωκεανό που κόβει σαν δαντέλα τις ακτές. Οι λόφοι που υψώνονται πάνω από την πόλη μοιάζουν να είναι καλυμμένοι με ένα παχύ πράσινο χαλί και οι σχηματισμοί των σύννεφων φτιάχνουν ένα απόκοσμο σκηνικό. Στη δεύτερη, όπου είναι και η κορυφή, μπορείς  να απολαύσειs ένα συναρπαστικό θέαμα.
Η θέα κόβει την ανάσα.
Στο βάθος διακρίνεται το σύμβολο του Ρίο, το άγαλμα του Χριστού Λυτρωτή.
Οι επισκέπτες από τον θαλαμο του Τελεφερίκ μπορούν να παρακολουθήσουν τους αναρριχητές για Sugarloaf και τα άλλα δύο βουνά της περιοχής: Morro da Babilonia, και Morro da Urca. Μαζί, αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες αστικές περιοχές αναρρίχησης στον κόσμο. Ο Sugarloaf είναι για τους αναρριχητές ίσως το πιο δημοφιλής προορισμός στο Ρίο με περισσότερες από πενήντα αναρριχητικές διαδρομές της και στις τέσσερις πλευρές. Οι διαδρομές είναι μια μεγάλη ποικιλία.
Ο ήρωα μας, ένοιωσε μέσα του την ζήλεια να τον πλημμυρίζει μέχρι μυελού οστων. Δεν ήταν ζηλόφθονος, νιώθει απλά το τσίμπημα της ζήλιας επειδή κ’ αυτος  ενοιωθε αυτό το συναίσθημα που πλημυρίζει τον αναρριχητή. Το μόνο, και αληθινό τους αίτημα, είναι πως θέλουν ν’ ανέβουν στην κορυφή. Χωρίς όριο, χωρίς φόβο, χωρίς συστολή, απελευθερωμένοι από κάθε επίγεια άγκυρα, κάθε μορφής. Και ξέρουν, πως για να γίνει αυτό, πρέπει να κάνουν μικρά και σταθερά βήματα, πρώτα να κατανοήσουν κάθε κερδισμένο εκατοστό προς την κορυφή και μετά να συνεχίσουν. Στην προσπάθεια τους ο άνεμος γίνεται ψιθύρισμα στα πρόσωπα τους. Μπορούν να αισθάνονται ελεύθεροι! Μπορούν να μάθουν να νικάνε. Κανείς τους δεν θέλει τιμές. Δεν επιθυμεί να γίνει αρχηγός. Θέλουν μόνο να μοιραστούν το μεγαλείο της  προσπάθειας  να δείξουν τους ορίζοντες που απλώνονται μπροστά τους. Διαλέγουν τον επόμενό στόχο μέσα τους από τα όσα μαθαίνουν σε τούτον. Αν δεν μάθουν κάτι, τότε ο επόμενος θα είναι όμοιος με τούτον, με τους ίδιους φραγμούς που θα πρέπει να ξεπεράσουν.
Οι περιπέτειες του ήρωα μας δεν σταματούν εδώ. Υπάρχουν και άλλες στη μνήμη. Ο ήρωας μας όμως, δεν είναι μονοδιάστατος. Δεν είναι ούτε καν ένας. Είναι πολλοί, είναι όλοι οι ναυτικοί μας, οι οποίοι έστω κι αν πέρασαν πολλά κοντά στη γαλάζια τους κυρά, εξακολουθεί να τους λείπει το κύμα, η αλμύρα πάνω στα ρούχα τους, στο πετσί τους, το καινούργιο και το άγνωστο.
Όσοι έζησαν απ' τη θάλασσα, σπάνια διατήρησαν μόνο επαγγελματική σχέση μαζί της. Κατά κανόνα την αγάπησαν, τη μίσησαν ή και τα δύο.

"Σκυφτός στο δειλινό
ρίχνω τα δίχτυα μου θλιμμένα
στα ωκεάνια μάτια σου"
(Pablo Neruda)  
 
Web Informer Button