Ads 468x68px

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Εικόνες και δρόμοι στη ζωή των ναυτικών

Του Αριστείδη Χρ. Πετρόπουλου, τον «Σκαρμιτσιώτη»
τον παραμυθά της θάλασσας. Που μας μπερδεύει ποιά αλήθεια και γεγονότα ... ποιά φαντασία στα γραφτά του.
http://www.hellenicnavy.gr/hosted/EUE/arthra/feb07/14.pdf

Η ιστορία είναι γνωστή, επαναλαμβάνεται χιλιάδες χρόνια. Οι άνθρωποι ταξιδεύουν, έρχονται και φεύγουν, ανώνυμοι, φιγούρες ταπεινές σ' ένα ταξίδι μέσα στο χώρο, μέσα στο χρόνο, μέσα στη δίνη των καιρών και των περιπλανήσεων της ταξιδιάρικης ζωής.
Η πορεία είναι γνωστή, είναι μια γραμμή στο χάρτη, λίγο τονισμένη γραμμή με μολύβι, περνάει από πλεύσιμα μέρη, βαθιές θάλασσες, σύντομους δρόμους, γαλάζιους βουβούς ωκεανούς και καταλήγει στο λιμάνι του προορισμού. Είναι η συντομότερη γραμμή, ο συντομότερος δρόμος απ' το ένα μέρος στο άλλο.
Ένας μεγάλος γαλάζιος δρόμος που ανάλογα γίνεται μουντός, συννεφιασμένος, ψυχρός, αγριεμένος. Δρόμος των περιπλανήσεων, των στεναγμών, της λησμονιάς και της πίκρας.
Για αυτούς τους δρόμους αναφέρομαι, για αυτές τις ρότες που είναι χαραγμένες μέσα μου πρώτα και ύστερα στο χάρτη. Και ύστερα σημάδι μακρύ, απόνερα καραβιού, νοητό πέρασμα στις θάλασσες του κόσμου. Είμαι μικρός μέσα σ' αυτή την απεραντοσύνη. Ένα ελάχιστο είμαι μπροστά σ' αυτή την ανεξέλεγκτη δύναμη, τη σιωπηλή μυστηριώδη, άφθαρτη δημιουργία, την υγρή και αέρια και αστρική φορά του Σύμπαντος που έρχεται από κάποιο χρονικό βάθος και με παρασέρνει μαζί. Μόνο που εγώ θα γίνω ένας σταθμός. Όταν σταματήσω να υπάρχω μέσα σ' αυτό που με περιβάλλει και θα συνεχίσει να υπάρχει αφήνοντας πίσω του μικρά σημάδια.
Νοέμβριος πριν τριάντα χρόνια. Ο μαστρο-Νίκος ναυτολογημένος Γ' Μηχανικός στο Μ/V Πήγασος, τζενεραλάδικο βαπόρι σύγχρονο και καλοτάξιδο, κατέπλευσε κοντά στο σούρουπο, κάνοντας τους διάφορους ελιγμούς για να γίνει η παραβολή του στο ντόκο της φορτοεκφόρτωσης του Νο2. Ζωγραφισμένη η χαρά στον καθένα από το πλήρωμα, που τελείωσε ακόμα ένα ταξίδι από τα σταυροδρόμια της θάλασσας.
Ξεχάστηκαν όλα εκείνα που πέρασαν στο πέλαγος, πατώντας στεριά στο πρώτο δρασκέλισμα του μουράγιου του μεγάλου πολυσύχναστου λιμανιού της Ευρώπης, του Αμβούργου.
Κι ύστερα, άρχισε όλο εκείνο το αλισβερίσι που χαίρεται κάθε ναυτικός στο σμίξιμο των χνώτων του με τους στεριανούς όποιοι και να 'ναι αυτοί.
Μετά το πρατιγάρισμα από τις αρχές του τόπου, ακολουθεί η έξοδος του πληρώματος στην πόλη. Βαρυφορτωμένος με σύννεφα ο ουρανός, δεν σου επιτρέπει να ξεχωρίσεις το ξημέρωμα απ' το σούρουπο, τα μεσάνυχτα απ' το μεσημέρι και τις περισσότερες ώρες υπάρχει ολόγυρά σου τόση απόγνωση που σε κάνει μόλις πατήσεις στη στεριά να κάνεις πράγματα, που αργότερα δεν μπορείς να τα δικαιολογήσεις, και το μόνο που νιώθεις μέσα σου είναι πικρό αίσθημα της ντροπής.
Έτσι και ο μάστρο - Νίκος βρέθηκε στο λιμάνι, τριγύρισε στα αξιοθέατα της πόλης και κατέληξε στο καφέ - ζαχαροπλαστείο γεμάτο νεαρές «φροϋλάϊντ». Τα κορίτσια καθόταν στα τραπεζάκια, σιγορουφώντας κάποιο ποτό και προσποιούνταν δήθεν με διάφορες κινήσεις να τραβήξουν την προσοχή τους. Όλες μιλάνε εγγλέζικα, ακόμη κι αμερικάνικους ιδιωματισμούς.
Μάθανε να συνεννοούνται γιατί αλλοιώτικα τις εκμεταλλεύονται οι φίλες τους!
Ευχαριστημένος ο μαστρο - Νίκος για την επιλογή του, που διάλεξε μια ξανθιά κούκλα, του ζήτησε φτηνό ποτό, ένα μπουκάλι κρασί δέκα μάρκα. Τάχα σε ο Νίκος! Πρώτη φορά μια καλεσμένη που τη φρόντιζε την τσέπη του! Ήταν κάτι που δεν το 'χε συναντήσει σ' άλλα τέτοια στέκια, μ' άλλες τέτοιες νυχτερινές πεταλούδες!
Η ορχήστρα με χορευτικούς ρυθμούς συνέχιζε στον ρυθμό της «σάμπας και της ρούμπας», κι αφού χόρεψαν και διασκέδασαν, στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα κοιταχτήκανε σιωπηλοί. Οι ματιές ήταν γεμάτες συμφέρον. Οι αριθμοί ήταν οι μόνοι που ήρθαν για να δέσουν οι δυο τους. Το νούμερο που ξεγλίστρησε από τα χείλη της βρήκε τη συμφωνία του.
Πιασμένοι χέρι-χέρι βγήκαν στο φαρδύ σταυροδρόμι, κάτω από μια λάμπα που ξεψυχά γράφοντας τους ξεθυμασμένους της κύκλους, σταμάτησαν μπροστά σ' ένα παραλιακό παλιό ξενοδοχείο. Την λέγανε Ίντριχ.
Ανέβηκαν τις ξύλινες σκάλες, αγκαλιασμένοι στα μισοσκότεινα, στο άνοιγα της πόρτας του δωματίου, στεκόντουσαν σιωπηλοί. Ήταν δυο άνθρωποι, που πριν λίγες ώρες αγνοούσαν τις υπάρξεις τους. Η Ίντριχ παρόλη την κούραση, του δόθηκε αληθινά κι αυτός δεν τη χόρταινε, μέχρι που κοιμήθηκαν αποκαμωμένοι.
Αναστέναξε όπως ήταν αγκαλιασμένοι. «Τι συμβαίνει, τι έπαθες;» τον ρωτά ανήσυχη όμως ξέρει τι συμβαίνει. Μετάνιωσε για την απόφαση που πήρε χτες το βράδυ μέσα στην αντάρα του έρωτα, που της εξομολογήθηκε ότι δεν θα συνεχίσει το ταξίδι και ότι θα μείνει στη στεριά. Αυτή το ήξερε ότι θα μετάνιωνε μόλις έλθει το φως της ημέρας. Γνώριζε καλά την ψυχολογία του ναυτικού. Η θάλασσα είναι η βαθειά πίστη και ιδιαίτερα του Έλληνα. Τη θεωρεί αναπόσπαστο μόριο της ζωής του.
Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να τον αποτρέψει απ' αυτό που είπε. Δεν μίλησε. Τον ήθελε κοντά της. Ήξερε ότι αν την ώρα που της έλεγε «θα μείνω» το καράβι σήκωνε άγκυρα, θα ήταν αργά για να μετανιώσει κι έτσι το καράβι θα έφευγε κι αυτός θα έμενε.
Ήξερε πως θα πάλευε για να τον κρατήσει μακριά από την θάλασσα, δεν ήξερε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα. Αυτή θα προσπαθούσε. Ανοίγει το παράθυρο να μπει το πρωινό, στέκεται και κοιτάζει τη θάλασσα και το λιμάνι, που άρχισε να δίνει ζωή στην πόλη. Σηκώθηκε και η Ίντριχ μισόγυμνη και πήγε κοντά στο παράθυρο.
Μπροστά στα μάτια του η θάλασσα μανιασμένη, θαλασσοπράσινη, όπου να 'ταν θα ξεχείλιζε για να πνίξει τη γη. Τα κύματα επανωτά κατρακυλούσαν κι αφρίζοντας έσπαγαν πάνω στην προβλήτα, την έγλειφαν. Όσο να πάρουν μια ανάσα και πάλι ορμούσαν να την κατασπαράξουν. Έτσι ένοιωθε την καρδιά του κατασπαραγμένη, όταν συλλογιζόταν πως το μεγάλο καράβι θα μπορούσε να είχε απομακρυνθεί απ' αυτόν παλεύοντας με τα κύματα.
«Μετάνιωσες», ακούει τη φωνή της, γυρνά και της ρίχνει μια ματιά. Εκείνη μαζεύτηκε, είδε την λύπη των ματιών του.
Άρχισε να πηγαινοέρχεται μέσα στο δωμάτιο σαν ανήμερο θεριό, έγινε όλο και πιο μικρή, πιο αθόρυβη, τι θα μπορούσε να κάνει για να τον συνεφέρει;
Με τον καιρό θα συνηθίσει, σκέφτηκε. Σ' αυτόν, άλλες σκέψεις φωλιάζουν. Πώς να φύγει. Η στεριά γι' αυτόν ήταν λίγες μέρες στο λιμάνι και κανένα καλοκαίρι στην πατρίδα, πάντα κοντά στην θάλασσα και με έτοιμη την ημερομηνία για το επόμενο μπάρκο. Αυτός είναι ένας αληθινός εραστής της θάλασσας, ένας ταξιδευτής της. Πώς το 'κανε αυτό και δεν ειδοποίησε κανέναν στο βαπόρι;
Έφερε στο νου του το πρώτο του μπάρκο, νεαρός μόλις άφησε τα θρανία της Σχολής Μηχανικών του «ΠΡΟΜΗΘΕΑ», τότε με τη λαχτάρα στα μάτια και στην ψυχή είχε κατέβει στον Πειραιά όπου θα ερχόταν το βαπόρι να ναυτολογούνταν. Το είχε δει να φτάνει λουσμένο στα χρυσάφια της αυγής και τον πήρε σαν ναυτικό ρομαντικό, που ονειρεύεται τον παράδεισο της ευτυχίας. Γεμάτος χαρά ανέβηκε την σκάλα του βαποριού, τα μικρά κύματα και ο θαλασσινός αέρας γεμάτος δαντέλες αφρών και γλαροπούλια εισχώρησαν ως μέσα στην ψυχή του και την ξέπλεναν. Τώρα αυτή η ψυχή είναι γεμάτη καταχνιά και νοιώθει παγιδευμένος.
Η Ίντριχ μέσα στο δωμάτιο κυκλοφορεί όσο μπορεί πιο αθόρυβα, τόσο όσο να μην τον ενοχλεί, αλλά και τόσο που να μην την ξεχνά πως είναι εκεί.
Αυτός δεν τα καταλάβαινε αυτά τα θηλυκά τερτίπια και δεν δίνει σημασία. Αν τον ρωτούσες για τα νάζια και τα τερτίπια της άλλης αγάπης του, της θάλασσας, θα σου έλεγε ένα - ένα στάζοντας μέλι η γλώσσα του. Αυτός ο δρόμος ο θαλασσινός, ο μακρύς και γαλανός, ο νοητός σε σχέση με το σημάδι που χάνεται και υπάρχει μόνο σε κάποιο ημερολόγιο πλοίου, αυτός ο δρόμος είναι το καμίνι χιλιάδων και χιλιάδων ταξιδευτών, χιλιάδων περιπλανήσεων, πλοίων που πέρασαν και χάθηκαν, ανθρώπων αγνώστων, χωρίς ελπίδα, χωρίς οικογένεια, με ή χωρίς πίστη, με ή χωρίς προσμονή, με ή χωρίς πατρίδα, με ή χωρίς κάποιον να τους περιμένει• και έγινε και γίνεται ο δρόμος αυτός η φωτιά μιας κόλασης που μέσα της σιγοβράζουμε εμείς όλοι που τον περπατάμε.
Δεν ξέρει πόσες ώρες στέκεται εκεί στο παράθυρο. Σκέφτεται όλα αυτά και κοιτάζει έξω, πολλές φορές, μέχρι που νύχτωσε. Όταν ο ουρανός αγκαλιάζει τη γη, γίνεται σκοτάδι. Μια βαριά κούραση τον συνεπαίρνει έτσι όπως είχε σηκωθεί το πρωί, γυρνά και πέφτει στο κρεβάτι. Εκείνη έρχεται και κουρνιάζει δίπλα του, αθόρυβη, χαδιάρα, απλώνει το χέρι της και του χαϊδεύει τα μαλλιά. Στο κεφάλι του πλέκει το σκοτάδι δαχτυλίδια. Κοιτάζουν και οι δυο έξω από το παράθυρο, η σελήνη μια μικρή φετούλα χλωμή κρέμεται από τον ουρανό. Γύρισε και την αγκάλιασε και τότε τους πήρε ο έρωτας στα χέρια του κι έκανε το παιχνίδι του.
Ένας ταραγμένος ύπνος γέμισε τα όνειρά τους, βρίσκεται σ' έναν απέραντο κάμπο, ένας μικρός λόφος ξεχωρίζει στο βάθος, στέκεται αμήχανος και κοιτάζει τριγύρω του, μήπως πάρει το μάτι του κανένα σημάδι που να δείχνει από πού να πάει να βρει τη θάλασσα.
Πρώτη φορά έρχεται εδώ, το βήμα του δεν είναι γραμμένο πουθενά, ο λόφος αντίκρυ δεν το ξέρει. Με αλαφιασμένο βλέμμα - πώς βρέθηκε; Στήνει αυτί και προσπαθεί να αφουγκραστεί την θάλασσα, μια ανάγκη που φτάνει στα όρια της λαχτάρας. Μέσα στο νου του, ακούει την αδιάκοπη κίνησή της που περισσότερο από οποιοδήποτε άλλον ήχο της φύσης αγγίζει το μυαλό του και την καρδιά του, μιλώντας του για την αμείλικτη ροή του χρόνου, για τους αιώνες και τις ανθρώπινες ζωές που πέρασαν και χάθηκαν, άγνωστες, ξένες, την ακούει να του ψιθυρίζει συνωμοτικά για τους εφήμερους πόθους της και τις ακόμη πιο εφήμερες χάρες της.
Λουσμένος στον ιδρώτα, βγαίνει βίαια από τον ύπνο.
Από το παράθυρο που έμεινε ανοιχτό όλη την νύχτα, βλέπει πέρα στο άπιαστο του ορίζοντα τις πρώτες αχτίδες του ήλιου να τον καλημερίζουν.
Κοιτάζει δίπλα του στο κομοδίνο, σε δυο ώρες το βαπόρι φεύγει, σηκώνεται με βιάση, ντύνεται, ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπο του, βγάζει από την τσέπη του κάποια χρήματα και τα αφήνει στο κομοδίνο της γυναίκας.
Εκείνη ανοίγει τα μάτια της, τον κοιτά νυσταγμένα και αδιάφορα, μουρμουρίζει ένα «καλό ταξίδι» και αλλάζει πλευρό.
Εκείνος φεύγει βιαστικός, φτάνοντας στο λιμάνι ακούει την σειρήνα του «Μ/V Πήγασος» με το σήμα αναχώρησης. Ίσα που πρόλαβε ν' ανέβει στο βαπόρι και οι ναύτες αναφώναξαν: ο μαστρονίκος έρχεται, περιμένετε. Σηκώνουν τη σκάλα και τη δένουν γερά πάνω στα πλευρά του βαποριού, η σειρήνα εξακολουθεί να φωνάζει την αμετάκλητη απόφαση της αναχώρησης. Το βαπόρι αργά απομακρύνεται από το λιμάνι. Εκείνος στέκεται λίγο πάνω στην κουπαστή, ο ήλιος έχει προχωρήσει, το ρόδινο χρώμα της έδωσε το χρυσαφί του πρωινού. Παίρνει βαθιές ανάσες να συνέλθει από το όνειρο εφιάλτη που έζησε, το όνειρο μιας άλλης ζωής.
Ευτυχώς που ήταν όνειρο. Γύρισε και πήγε στην καμπίνα του να αλλάξει για τη βάρδια. «Για σκέψου να ήταν αληθινό το όνειρο» χαμογέλασε. Όχι δεν ήταν δικό του το όνειρο. Μέσα στα κομμάτια του ύπνου του θα είχε μπει στο όνειρο κάποιου άλλου. Τα δικά του όνειρα ήταν ελεύθερα και ταξίδευαν πάνω στα κύματα. Η σειρήνα του «Πήγασος» είχε μόλις δώσει το τελευταίο σήμα της αναχώρησης.
Πιο γλυκό ήχο στη ζωή του δεν είχε ξανακούσει. Θυμήθηκε την ιστορία του μυθικού Οδυσσέα με τις σειρήνες. Πώς του ήρθε στο μυαλό; Σκέφτηκε ότι τα πράγματα στη ζωή μας, αυτά που μοιάζουν με το θαύμα και το μυστήριο, δεν εξηγούνται, δεν πιάνει πάνω τους η λογική. Η βάρδιά του στο μηχανοστάσιο πέρασε γρήγορα, δεν έμοιαζε με τις άλλες. Δούλευε με κέφι χαρούμενος σ' όλη τη διάρκεια της τετραωρίας, ένοιωθε το ελαφρύ σκαμπανέβασμα του βαποριού και αισθανόταν μια απέραντη ευτυχία. Πού και πού σκεφτόταν το όνειρο που είδε στην αγκαλιά εκείνης της γυναίκας.
Προσπαθεί να θυμηθεί το πρόσωπο της, δυο μέρες μαζί της κι ούτε θυμάται πώς ήταν. Κουρασμένος, πέφτει για ύπνο και τότε έρχεται το δικό του όνειρο, γλυκό και ήρεμο, σαν από ατόφια λουρίδα παραδείσου που σώθηκε μέσα στο χρόνο των θνητών και η καρδιά του φτιάχνει τότε το δικό της παραμύθι.
Μερόνυχτα το βαπόρι ταξιδεύει στη ρότα του. Κι εκείνος προσπαθεί να συνέλθει από το όνειρο εκείνης της νύχτας που είχε λέει πάρει την απόφαση να μείνει στη στεριά. Για πολύ καιρό δεν έλεγε να φύγει από την σκέψη του το όνειρο, όλο συλλογισμένος ήταν. Αλήθεια, σκεφτόταν, ο Θεός δημιούργησε τη γη για να χαίρεται πάνω της ο άνθρωπος, να αγαπά, να κάνει ζαβολιές κι όχι να τυραννιέται.
Η γη δεν είναι μόνο η στεριά, είναι και η θάλασσα. Λοιπόν είναι απ' αυτούς που διάλεξαν τη θάλασσα. Η ζωή του στην ιστορία θα ήταν μέρες αδέσποτες.
Αιώνιο στοιχείο η θάλασσα. Όμως, πάντα νέο γεμάτο μυστήριο, τόσο στα απάτητα βάθη της, όσο και στην αφρισμένη γυάλινη επιφάνειά της. Μυστήριο που το επιτείνει η θηλυκιά  οντότητά της. Γεμάτο μεγαλοσύνη κι άγρια ομορφιά.
Οι ημέρες πέρασαν ταξιδεύοντας. Σε λίγο θα ακουστούν οι σειρήνες του «Πήγασος». Θα αρχίσει η προετοιμασία κατάπλου του βαποριού. Αύριο το πρωί θα μπουν στο λιμάνι.
Δίπλα του κάθεται ένας από το πλήρωμα και καπνίζει αμίλητος. Και οι δύο κοιτάζουν το δειλινό, που μπογιατίζει με τα χρώματα της ίριδας τα σπίτια που ξεχωρίζουν μακριά, τον ορίζοντα, τη θάλασσα.
Όλα τα χρώματα είναι ζεστά. Δένονται με τους απανωτούς ήχους των κυμάτων, με τη σιωπή τους, με τις μυρωδιές και με τους ήχους της καρδιάς τους.
Και ξαφνικά, ο ήλιος σαν άγουρο πορτοκάλι, βουτάει μέσα στη θάλασσα και μαζί χάνονται και τα χρώματα, πέφτει το σούρουπο με ασημένιες σκιές κι αυτοί πασχίζουν να μαντέψουν από πού θα ξεπροβάλει η σελήνη. «Τι λες να βγούμε παρέα αύριο», ακούει τον συνάδελφο να τον ρωτά. Όχι φίλε μου, δεν έχω σκοπό να βγω σ' αυτό το λιμάνι. Μια άλλη φορά ίσως. Στο νου του έχει το όνειρο - εφιάλτη, φοβάται να μην το ξαναζήσει. Ο άλλος απομακρύνεται. Μένει μόνος, σηκώνει τα μάτια του προς τον ουρανό.
Το σούρουπο έδωσε τη σκυτάλη στη νύχτα που μοσχοβολά την υγρή οσμή της θάλασσας και το φεγγάρι ένας χρυσαφένιος δίσκος, αναδύεται μέσα από τη γαληνεμένη θάλασσα έτοιμο να αρχίσει το ταξίδι του στον ουρανό, φτάνοντας πέρα μακριά στον ορίζοντα, στους μακρινούς ωκεανούς, στις μακρινές θάλασσες, κι αυτός συλλογιέται ακουμπισμένος στην κουπαστή, την αναχώρηση, να φέρνει στα μάτια του το βαπόρι, να απομακρύνεται μέσα στα κύματα και νοερά, στ' αυτιά του, να ακούει τον ήχο της σειρήνας του «Πήγασος».
Αληθινές ιστορίες σαν τις παραπάνω υπάρχουν πολλές. Ταξίδευα χρόνια με τα βαπόρια μέσα σ' ένα σύννεφο από εδώ κι απ' εκεί χαράσσοντας γραμμές σ' ένα κόσμο, που μου ήταν πλέον γνωστός. Το σπίτι μου ήταν η θάλασσα. Αυτή η κοφτή γραμμή που ενώνει και χωρίζει τη θάλασσα με τον ουρανό, μια μοναχική καμπίνα και η θέα του απέραντου γαλάζιου. Το σπίτι μου, κάποιο λιμάνι, κάποια χαρά περαστική σε κάποιο κατάπλου, πέρασαν και χάθηκαν και το μόνο που μένει είναι η γνώση της ωριμότητας, η αναμονή του γυρισμού, εκεί που ανήκω.
 Του Αριστείδη Πετρόπουλου


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button