Ads 468x68px

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Εκείνος, εκείνη, η θάλασσα και ο μακρινός ορίζοντας

"Στου αδελφού μου την μαρμάρινη κρύα πλάκα επάνω, 
εδέσποζε φωτογραφία μ' ένα πανέμορφο ιστιοφόρο.
Στην πρύμνη του κυμάτιζε τεραστία νορβηγική σημαία. 
Με το πέρασμα του χρόνου η φωτογραφία ξεθώριασε
σήμερα έγινε λάμψεις πάνω σ’ ένα κόκκινο φόντο.
Λες και την κοιτάζεις στο φως μεσ’ από κλειστά βλέφαρα."

Η ιστορία αυτή είναι ένας στοχασμός πάνω στη ζωή του πρόωρα αποθανόντος αδελφού μου, στα πεπραγμένα του, στους καιρούς που γνώρισε και στους απόηχους των χρόνων που πέρασαν.
Ο αδελφός μου ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος, με πολλή φαντασία. Δεν είχε πάντοτε δίκιο, αλλά τον διέκρινε αξιοθαύμαστη διορατικότητα. Το κακό – αν μπορεί να το πει κανείς «κακό» - ήταν πως είχε μέσα του πολλή ενεργητικότητα και πολλά ενδιαφέροντα.  Την εποχή της ιστορίας μας δεν είχε ακόμη τριανταρίσει, κάποια μέρα ίσως, τα χρόνια κι οι ευθύνες να τον έκαναν ωριμότερο, μέχρι τη στιγμή αυτή δεν το είχαν κατορθώσει. Ήταν πολύ εύκολο να τον χαρακτηρίσει κανένας σαν περίπτωση στασιμότητας της βιολογικής του ανάπτυξης, σαν ένα σχολιαρόπαιδο που δεν μπόρεσε να μεγαλώσει.
Επεδίωκε να είναι πάντα πρόσχαρος και χαμογελαστός με όλους. Προσφιλής του συνήθεια ήταν να λέει μικρά ανέκδοτα που ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα και δημιουργούν κλίμα ζεστασιάς.
Αν και μερικοί δεν τον συμπαθούσαν ιδιαίτερα, κανένας ωστόσο δεν επιθυμούσε το κακό του. Κινιόταν ανέγγιχτος μέσα στη μικρή ζούγκλα του περίγυρου του, κι είχε το χάρισμα της ειλικρίνειας. Ήταν εύκολο να μαντέψεις τις σκέψεις του, και δεν ήταν απαραίτητο να ζητήσεις την γνώμη του.
Την έλεγε πρώτος.
Ήταν το τυπικό του ανθρώπου να παίρνει τα πράγματα ελαφρά, μέχρι την τελευταία στιγμή, και στο τέλος μόνο να ξεσπά σε μια ασύγκριτη δραστηριότητα.
Ήταν η εποχή που ο αδελφός μου ζούσε στη Ρόδο. Γνώρισε το νησί πρώτη φορά πριν από μερικά χρόνια όταν το επισκέφθηκε στη διάρκεια της θητείας του με αφορμή στρατιωτικές ασκήσεις. Από τα πρώτα λεπτά που πάτησε το πόδι μου στο νησί δεν του άφησε πολλά περιθώρια συναισθηματικών επιλογών. Την ερωτεύτηκε αναγκαστικά. Και αστραπιαία. Πριν καν πατήσει το έδαφος της, ακόμα απ’ το καράβι, από την πρώτη του ματιά. Όπως ακριβώς όταν ερωτεύεσαι κάτι πριν το αγγίξεις, μόνον απ’ την αύρα του.
Η βιομηχανία αναψυχής και διακοπών είχε μεγάλη ανάπτυξη στο νησί,  και αυτό έφερε πολύ κόσμο αποφασισμένο να επενδύσει στον τομέα αυτό.
Η Ρόδος είναι από εκείνους τους προνομιούχους τόπους που διαθέτει μερικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Την μακραίωνη ιστορίας της, την μεγάλη σε διάρκεια ηλιοφάνεια το έτος, και την θάλασσα, με ότι αυτό συμπεριλαμβάνει. Αν δε σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και την φυσική ομορφιά του τοπίου, καταλαβαίνει εύκολα γιατί η Ρόδος αποτελεί ένα από τα πιο ελκυστικά σημεία της Μεσογείου.  Είναι ένα νησί γεμάτο σήμερα από αξιοθέατα που καλύπτουν τα ενδιαφέροντα και των πιο απαιτητικών επισκεπτών.
Κλείνοντας αισίως μια πενταετία στο νησί των ιπποτών, τελευταία αισθανόταν ότι η ζωή του είναι πια μόνο ρουτίνα. Η δουλειά που είχε επιλέξει σαν μεταβατική έγινε μόνιμη, πληκτική, και η σχέση του με την Ιρλανδή ζωγράφο αν και είχε κάνει τους πιο απίθανους συμβιβασμούς  κατέληξε σε αδιέξοδο. Είχε απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλο, ζούσαν δύο διαφορετικές πραγματικότητες που δεν συναντιόνταν πουθενά.
Η ζωή του δεν κυλούσε σε καλά χαραγμένες ράγες, άρχιζε να νιώθει ότι έχει τελματώσει.
Το να επουλώσεις τις πληγές είναι η μεγαλύτερη πρόκληση στην ζωή.
Είναι ο καιρός που πρέπει κάτι ν’ αλλάξει. K’ όμως, αυτό του φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο.
Τον πρώτο του χρόνο στη Ρόδο μπήκε στη δούλεψη μιας εταιρείας θαλασσίου τουρισμού. Έγινε κάτοχος διπλώματος ταχύπλοου και ταυτόχρονα αποφοίτησε τη ναυαγοσωστική σχολή και με την πάροδο του χρόνου έγινε το δεξί χέρι του διευθυντή της εταιρείας. Έμεινε κάτι παραπάνω από ένα χρόνο σ’ αυτή την δουλειά μέχρι που αποφάσισε να κάνει κάτι δικό του.
Αρχικά υπερεκτίμησε τις επιχειρηματικές του ικανότητες και συνάντησε μεγάλες δυσκολίες να σταθεί σταθερά στα δικά του πόδια. Από τις κοπιαστικές ατέλειωτες μέρες και τις ακόμα πιο οδυνηρές νύχτες ήρθαν επιτυχίες που σημάδεψαν την ζωή του. Μια επιχείρηση του με αντικείμενο την γρήγορη διατροφή κατάφερε να επιβιώσει στη διάρκεια της λειτουργίας της και να γίνει αρκετά κερδοφόρα επιχείρηση. Όλα κυλούσαν πάνω στις ράγες τις καθημερινής ρουτίνας, τίποτε δεν προμήνυε εκτροχιασμό κι ανατροπή. 
Δυστυχώς, σύντομα, όλα τα παραπάνω έγιναν η νέα του καθημερινότητα κι αυτό τον ασφυκτιούσε. Όμως, ο αδελφός μου ήταν γεννημένος για να γεννά συνεχώς νέες ανάγκες και να χρειάζεται καινούργια πράγματα. Πέντε χρόνια αργότερα διψούσε για νέες εμπειρίες, πούλησε την επιχείρηση που δημιούργησε και ανέπτυξε με μεράκι, με εξαιρετικά μεγάλο κέρδος.
Ο αδελφός μου όντας θαμώνας του καζίνο ξόδευε αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο του να το επισκέπτεται. Μερικές φορές όμως η διασκέδαση ξεπερνάει τα όρια, όπως έγινε στην περίπτωση του, που έχασε ένα μέρος από τα χρήματα του.
Έξω είχε αρχίσει να σουρουπώνει και η πιο λατρεμένη του ώρα της ημέρας τον βρήκε στους δρόμους της παλιάς πόλις να σέρνει αργά τα βήματά του. Είχε φτάσει η στιγμή για την πιο χαλαρωτική απόλαυση. Διάλεξε μια καφετέρια στο πολύβουο πεζόδρομο και κάθισε να απολαύσει μια δροσιστική μπύρα, ενώ ο ήλιος προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από τα επιβλητικά κτίρια. Το συνηθισμένο αυτό δροσιστικό υγρό ξύπνησε τις αισθήσεις του, βοηθώντας τον να ρουφήξει απερίσπαστος τις τελευταίες αχτίδες του πορτοκαλόχρου Ήλιου. Ένα αίσθημα ευεξίας και πληρότητας τον κατέλαβε μονομιάς. Άρχισε να χαζεύει τους περαστικούς και να μεταφέρεται νοητά στις επόμενες τρεις ώρες και στην προγραμματισμένη επαγγελματική συνάντηση που θα είχε με έναν Πέρση επιχειρηματία, έχοντας κατά νου να εξασφαλιστεί το βέλτιστο αποτέλεσμα από τις διαπραγματεύσεις τους.
Ένας ντόπιος επιχειρηματίας - έμπορος έργων τέχνης - περιστασιακά συνεργαζόταν με τον αδελφό μου, ήταν αυτός που είχε προγραμματίσει αυτό το ραντεβού, δηλώνοντας του ταυτόχρονα με έμφαση.
«Για τους ξένους επενδυτές, η ευγενική συμπεριφορά, ο σεβασμός, και η προσοχή είναι απαραίτητα στοιχεία ώστε να ανοίξουν οι πόρτες σε μια επιτυχημένη επαγγελματική συνάντηση.»
Και συνέχισε με νόημα.
«Όταν η τέχνη και το εμπόριο αντιμετωπίζονται ως βασικοί πυλώνες του πολιτισμού και της κοινωνικής εξέλιξης, τότε οι λαοί διαμορφώνουν και μια κοσμοπολίτικη αντίληψη, που οδηγεί στην έννοια πρόοδος.»
Στο διπλανό τραπέζι ένα ανέμελο νεαρό ζευγάρι είχε μόλις τελειώσει το φαγητό του και επιδιδόταν σ' ένα παθιασμένο φιλί. Τα βλέφαρα φτερούγιζαν αντανακλώντας το πάθος τους και η αλογοουρά της όμορφης κοπέλας λικνιζόταν με χάρη στην πλάτη της. Ο αδελφός μου χαμογέλασε συγκαταβατικά, καθώς χαιρόταν ιδιαίτερα να βλέπει ερωτευμένους ανθρώπους να πετάνε στα σύννεφα. Είχε νιώσει αρκετές φορές ερωτευμένος με κάποιες απ' τις γυναίκες που είχε κατά καιρούς στο πλάι του, όμως ο χρόνος ερχόταν αμείλικτος ν' αποδείξει ότι ήταν ένας απλός ενθουσιασμός. Η ιστορία δίδασκε ότι ο αδελφός μου πάντα έφευγε πρώτος από τις σχέσεις του. Εκείνο το γκρίζο δευτερόλεπτο που διαισθανόταν ότι σπαταλάει τις σταγόνες της ψυχής του σ' έναν δεσμό χωρίς μέλλον, εξαφανιζόταν χωρίς δεύτερη σκέψη. Αντιλαμβανόταν την ψυχή του ως πεπερασμένη κι ήθελε να διαφυλάξει το μεγαλύτερο δυνατό μέρος της ατόφιο για τη δικιά του μελλοντική πριγκίπισσα της καρδιάς του.
«Ο έρωτας είναι σαν μια καινούργια χώρα που ναι μεν κρατάς χάρτη για να την ανακαλύψεις αλλά στο βάθος εύχεσαι να χαθείς στα σύνορα της». Μιλούσε στον εαυτό του,  μιλούσε μέσα του.
Χαμογέλασε ενθυμούμενος τα παιδικά μας χρόνια και τις διηγήσεις του σοφού παππού μας.  «Είστε φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό όπως τα δέντρα. Όταν το πιστέψετε μπορείτε να ανθίσετε». Μας έλεγε με στοργική  αγάπη.
Με τον Τζαφέρ –όπως λεγόταν ο Πέρσης-  είχαν γνωριστεί μια κρύα νύχτα του τελευταίου χειμώνα την ώρα που ολόκληρη η πόλη κοιμόταν εκεί που μπορείτε να ικανοποιήσετε την αδρεναλίνη σας ή να απολαύσετε τον καφέ και το ποτό σας  στο πολυτελέστατο μπαρ του Καζίνο της Ρόδου.  Ήταν ένας τριανταπεντάρης κοσμοπολίτης άνδρας με καταγωγή από την Περσία κι από το κλειστό κύκλο του ανατραπέντος Σάχη. Τη νύχτα εκείνη φλυάρησαν ευχάριστα για αρκετό χρονικό διάστημα. Έκτοτε οι δρόμοι τους μέχρι και σήμερα δεν ξανασυναντήθηκαν.
Απόψε συναντιούνται και πάλι. Το ραντεβού με τον Τζαφέρ ήταν για τις εννέα και μισή άλλα φρόντισε να φτάσει δέκα λεπτά νωρίτερα Το γραφείο του Πέρση όπου θα γινόταν η συνάντηση ήταν σ’ να στενό δρόμο της παλιάς πόλις, στο εσωτερικό μια μικρής αυλής που δεν την έβρισκε κάνεις εύκολα. Ο αδελφός μου ενστικτωδώς το σημείωσε αυτό στο μυαλό του. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Το ένστικτο κι η διαίσθηση του τον προειδοποιούσαν. Το στομάχι του σφίχτηκε. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι αυτό που ένοιωθε είναι το τρακ της συνάντησης.
Σαν έφτασε βρήκε τον Τζαφέρ να  τον περιμένει στο δροσερό περιβάλλον του γραφείου. Το εσωτερικό του γραφείου με την εμφάνιση του έδινε την εντύπωση, άνεσης και πλούτου για τον ιδιοκτήτη του. Ο Τζαφέρ περνούσε λίγα χρόνια τον αδελφό μου αλλά τα γκριζαρισμένα μαλλιά πρόσθεταν αλλά πέντε στην ηλικία του. Ήταν ένας εύρωστος άνδρας γύρω στο μπόι του αδελφού μου – ένα ογδόντα τέσσερα – γεροδεμένος. Απόπνεε έναν αέρα ήρεμης αυτοπεποίθησης που δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως την εντύπωση ανθρώπου καλόβολου και ευτυχισμένου. 
Αντάλλαξαν χειραψία επιφυλακτικά αναμετρώντας ο ένας τον άλλο. Τότε από το πρόσωπο του αδελφού μου φάνηκε ένα διάφανο χαμόγελο. Ήταν το χαμόγελο του άνθρωπου που ενώ ανάλαβε μια δουλειά για την όποια δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα, είχε αποφασίσει να την κάνει όσο καλύτερα μπορούσε.
Ο Τζαφέρ του εκμυστηρεύτηκε πως είχε μια εταιρία με πλούσια εμπειρία σε υπηρεσίες που προσφέρονται σε ξενοδοχεία και στη θάλασσα στο χώρο σκαφών αναψυχής στη περιοχή του περσικού κόλπου. Απόφαση του ήταν να προχωρήσει σε παρόμοιες επενδύσεις στο νησί της Ρόδου και αναζητούσε συνεργάτη ικανό να μπορεί να διαχειριστεί την επένδυση. Το ζήτημα της χρηματοδότησης ήταν αποκλειστικά δική του ευθύνη, αυτός απλώς αναζητούσε τον άξιο μάνατζερ ώστε να προχωρήσει τα επιχειρηματικά σχεδία του.
Περνώντας οι μέρες ο αδελφός μου με τον Τζαφάρ είχαν δημιουργήσει μια περίεργη σχέση, που ήταν ταυτόχρονος φιλική και τυπική. Αν και είχαν πλέον μια οικειότητα που τους επέτρεπε να αποκαλούνται με τα μικρά τους ονόματα, ο αδελφός μου συνέχιζε να έχει ελάχιστες πληροφορίες για το παρελθόν του Τζαφέρ, και είχε σκεφτεί πολλές και διαφορετικές θεωρίες.
Ανάμεσα στα σχέδια τους ήταν και η αγορά ενός σκάφους με αντικείμενο τον θαλάσσιο τουρισμό. Ο αδελφός μου γνώριζε ότι στην αγορά προσφερόταν προς πώληση ένα παραδοσιακό εντυπωσιακό ξύλινο σκάφος αναψυχής, ένα τρεχαντήρι 18 μέτρων ο πιο χαρακτηριστικός και διαδεδομένος τύπος ξύλινου σκάφους στο Αιγαίο. Ένα σκαρί ναυπηγημένο στους φημισμένους ταρσανάδες της Σάμου.
Ήταν χωρίς υπερβολή ένα εντυπωσιακό σκάφος. Ήταν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο με πευκόξυλο από τα δάση της Σάμου.  Φαρδύ στη μέση και με χαμηλά ύφαλα είχε έντονα καμπυλωτές πρύμη και πλώρη κι ένα σκαλιστό άλμπουρο που ορθωνόταν ψηλά πάνω από την κουπαστή. Σαν ιστιοφόρο ήταν καλά εξοπλισμένο μ’ έναν τρίγκο μια μπούμα και δυο φλόκους. Ήταν ένα τυπικό δείγμα τρεχαντήρι, ήταν εντυπωσιακό και πολύ όμορφο. Το καθόλου ευκαταφρόνητο αμπάρι του είχε μετατραπεί σε καμπινές και το κατάστρωμα σε γέφυρα μ' ένα τεράστιο σαλόνι.
Μετά από μερικά τηλέφωνα έμαθε ότι το όμορφο σκαρί βρίσκεται αυτή την εποχή σε μαρίνα σκαφών αναψυχής στην Αττική.
Αναχώρησε αρχικά με το πλοίο της γραμμής για το νησί της Κω, να τακτοποιούσε κάποιες εκκρεμότητες σε μια μικρή επιχείρηση ειδών τουρισμού που συνεργαζόταν και ακολούθως θα πετούσε για την Αθήνα να συναντήσει τον πωλητή του σκάφους.
Το πρωινό τον βρήκε καθισμένο αναπαυτικά στη μικρή αίθουσα του αεροδρομίου, βλέποντας το πολύβουο πλήθος που ξεχυνόταν μπροστά του σαν ορδή μυρμηγκιών. Ένα συνονθύλευμα χρωμάτων, αρωμάτων και εκφράσεων γέμιζε το οπτικού του πεδίου. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε να καταγράψει τις εικόνες. Στο μαύρο φόντο των βλεφάρων του μια απρόσκλητη λάμψη άρχισε να μεγαλώνει. Όταν τα άνοιξε ξανά, ανακάλυψε μια φωτεινή γυναικεία οπτασία. Εστίασε ο βλέμμα στο πρόσωπο το σαγηνευτικά οικείο σ' αυτόν.
Η Ζανέτ!
Ήταν η λάμψη που αποτυπώθηκε στα βλέφαρά του, με τα ελεύθερα πυρρόξανθα μαλλιά της να πλαισιώνουν τ’ όμορφο πρόσωπο της.
Τα μάτια της γαλάζια με ασυνήθιστο βάθος. Η μυτούλα της αναιδής και τα σαρκώδη χείλη της μισάνοιχτα καθώς εισερχόταν στην κλιματιζόμενη αίθουσα με την θορυβώδη παρέα της.
Ο ήλιος της μεσογείου δεν είχε καταφέρει να σβήσει τις απαλές φακίδες που μόλις διακρίνονταν κάτω από το ηλιοκαμένο χρώμα της
Το σοκ ήταν ευχάριστο σαν βουτιά σε βουνίσιο χείμαρρο.
Στη θέα της αναρίγησε, αλλεπάλληλα κύματα άδραξαν τα σωθικά του και διάφορες εικόνες άρχισαν να περνούν από το μυαλό του.
Εκείνη τη στιγμή η Ζανέτ ειδοποιούμενη από κάποιο τηλεπαθητικό ένστικτο γύρισε προς το μέρος του και διέκρινε την ψηλή σιλουέτα του να κάθεται ανάμεσα στο πλήθος.
Για ένα λεπτό που κράτησε όσο μια αιωνιότητα, έμεινε σιωπηλή, κεραυνοβολημένη, από ένα αίσθημα κατάπληξης.
«Θεέ μου» ψιθύρισε.
Το βλέμμα τους έσμιξε και μείναμε να κοιτάζονται.
Πετάχτηκε όρθιος και με ένα τελευταίο βήμα εξαφάνισε την απόσταση που υπήρχε ανάμεσα τους.
«Πρέπει να κόψουμε αυτές τις συναντήσεις» της είπε. «Θ’ αρχίσουν να μας υποπτεύονται»
Ένα χαρούμενο πλατύ χαμόγελο εμφανίστηκε στο δροσερό πρόσωπο της.
Η αντίδραση της ήταν άμεση, όσο για τον τόνο της φωνής της, διατηρούσε πάντοτε τη  χαρακτηριστική μουσικότητα.
«Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που ξανανταμώνουμε, Χαρούμενο κάθαρμα!» του φώναξε εγκάρδια.
Φτερούγισε η καρδιά του, κάτι σαν ρίγος, κάτι δύσκολο να περιγράψει, ένοιωσε ανατριχιάζοντας, ενώ τα χέρια τους δυνάμωναν το σφίξιμο τους. Όχι ακριβώς σεξουαλικό, αλλά μάλλον ένα είδος εσωτερικής επικοινωνίας.Τα χεριά τους χωρίστηκαν. Ο δεσμός ανάμεσα τους διακόπηκε, αλλά δεν χάθηκε.
Είχαν συναντηθεί πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν. Την ύπαρξη με τη μικροσκοπική ελιά πάνω απ' τα χείλη την γνώριζε πολύ καλά εδώ και τρία χρόνια. Το μυαλό του έκανε χιλιάδες συσχετισμούς ταυτόχρονα, ταξιδεύοντας σε ενδόμυχες διαδρομές.
Ο χρόνος γύρισε πίσω τρία ολόκληρα χρόνια και «βυθίστηκε» στις αναμνήσεις του.
Ήταν όλοι τους νεαροί έως τριάντα ετών από διάφορες χώρες της Ευρώπης, με αφοπλιστική άνεση στον λόγο και στη σωματική επικοινωνία. Αποτελούσε κι εκείνος κρίκο μιας εκλεκτής παρέας που μοιράστηκαν εμπειρίες και βιώματα απολαμβάνοντας το γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού. Οι γυναίκες της παρέας ήταν στην πλειονότητά τους ξανθιές, όμορφες, γεμάτες δυναμισμό και γοητεία υπεροχής. Η ζεστή αύρα του και το πλατύ χαμόγελο του, κέρδιζαν αμέσως τις εντυπώσεις και τον καθιστούσαν στο επίκεντρο.
Ο κόσμος είναι όμορφος ακριβώς γιατί αποτελείται από χιλιάδες αγόρια και χιλιάδες κορίτσια.
Η Ζανέτ ήταν γέννημα θρέμμα το Νορβηγικού βορρά, εκεί που τα βράδια του καλοκαιριού οι εποχές μπερδεύονται. Τα μεσάνυχτα το φως του ήλιου στο βάθος του ορίζοντα παραμένει ακόμα αχνό, άλλα υπαρκτό μέσα σ’ ένα βαθύ μπλε τοπίο. Μεγάλωσε δίπλα στη θάλασσα και τα καταπράσινα δάση, με προπάππο ναυτικό και θείους ιστιοπλόους, είχε από πολύ μικρή τη θάλασσα στο αίμα της. Από πιτσιρίκα είχε ένα δικό της βαρκάκι κι έκανε συνεχώς βόλτες.
Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της, εργάστηκε στην εταιρεία πετροχημικών της οικογένειας, όμως πολύ σύντομα κατάλαβε ότι η συμβατική ζωή δεν της ταιριάζει. «Σε αντίθεση με τις φίλες μου, που ήθελαν να κάνουν καριέρα και οικογένεια, εγώ ήθελα να ταξιδεύω» έλεγε η Ζανέτ η οποία μέσω κοινών γνωστών είχε γνωρίσει τον αδελφό μου όταν η οικογένεια της πέρασε τις καλοκαιρινές διακοπές, με το ιδιόκτητο καταμαράν τους στο νησί της Ρόδου. Η οικογένεια της είχε στην κατοχή της ένα καταπληκτικό πανέμορφο λευκό με μαύρα ύφαλα ιστιοπλοϊκό καταμαράν.
Η Ζανέτ και ο αδελφός μου δεν ήταν παρά απλοί φίλοι.
Ήταν όμως, εξίσου αληθινό πως είχαν συμπαθήσει πολύ ο ένας τον άλλο, και πως όλοι στην παρέα το είχαν καταλάβει. Πολλοί από το περιβάλλον της Ζανέτ της είχαν πει επιδοκιμαστικά «Λιώνεις τον πάγο» και το κομπλιμέντο την είχε κολακέψει.
Τα αισθήματα του αδελφού μου ήταν τα φυσιολογικά αισθήματα οποιουδήποτε άνδρα προς μια κοπέλα τόσο γοητευτική όσο η Ζανέτ. Δεν ήξερε αν η σχέση εξελίσσονταν σε κάτι πιο σοβαρό. Δεν ήταν άλλωστε ακόμη σίγουρος αν ήθελε να γίνει κάτι τέτοιο.
Ούτε η Ζανέτ από την πλευρά της ήταν σίγουρο ότι το ήθελε. Μερικές φορές χανόταν μέσα στις ονειροπολήσεις, όπου η καριέρα της είχε δευτερεύουσα σημασία. Θα παντρευόταν φυσικά μια μέρα κι ο άνδρας που θα έπαιρνε θα ήθελε να έμοιαζε πολύ με τον αδελφό μου. Το ότι θα μπορούσε όμως να ήταν ο ίδιος ο αδελφός μου ήταν μια σκέψη που απέφευγε να την κάνει. Την γοήτευε με την απλότητα του, με την ανεπιτήδευτη συμπεριφορά του, με το ανέμελο ντύσιμο του – φορούσε σχεδόν πάντα τζιν – με τη φανερή περιφρόνηση του για την παράδοση και με την ακόμη πιο φανερή στάση του να μην τον δαμάσει η καθημερινότητα. Ο αδελφός μου ήταν η μεσογειακή φιγούρα του γοητευτικού νεαρού άνδρα που τραβούσε τα βλέμματα των θηλυκών που προσπερνούσε. Τα πάντα ήταν άψογα πάνω του. Κορμοστασιά ευθυτενής. Μαλλιά καστανόξανθα περιποιημένα, ελαφρώς κυματιστά. Πρόσωπο καθάριο. Βλέμμα ζεστό, διαπεραστικό μα και υπεροπτικό ανάβλυζε από τα μελιά του μάτια.
Έλξη υπήρχε δεν χωρούσε καμία αμφιβολία, έντονη και από τις δυο πλευρές.
Βρέθηκαν στο αεροπλάνο. Μ’ ένα μαγικό τρόπο κατάφεραν να κάθονται πλάι πλάι.
Το νησί του Ιπποκράτη, και οι ηλιόλουστες ακτές του βρισκόταν από κάτω τους καθώς το τζετ, που ανυψωνόταν τους έφερνε όλο και ψηλότερα στον ουρανό.
Ο Ζανέτ διάβαζε την εφημερίδα με απολυτή αυτοσυγκέντρωση που όμως δεν μπορούσε να ξεγελάσει τον αδελφό μου ούτε για μια στιγμή. Αποφάσισε να περιμένει για λίγο και να κάνει μερικές ερωτήσεις κατά την διάρκεια της πτήσης.
Αυτή ύψωσε το βλέμμα της, περιμένοντας τον αδελφό μου να μιλήσει πρώτος.
«Έχει περάσει καιρός από τότε.», μουρμούρισε αμήχανα.
«Από τότε που χωριστήκαμε, πόσες φορές η αύρα της άνοιξης διαδέχτηκε την πάχνη του χειμώνα;» τον ρώτησε.
Ακούγοντας τη να ομιλεί έτσι ο αδελφός μου του ξαναήρθαν στη μνήμη οι όμορφες εκείνες εποχές που ένοιωθε απέραντη τρυφερότητα γι’ αυτήν.
Ρουφούσε τα λόγια της και τα χρώματα που έβγαζαν οι λέξεις της, και τις μυρωδιές που έμοιαζαν σαν υπογραμμίσεις στις φράσεις της.
«Ε λοιπόν δεν θα σου έλεγα ψέματα, αν σου έλεγα ότι σε σκεπτόμουν όλο αυτόν τον καιρό.»
Της τόνισε με απόλυτη ειλικρίνεια.
Στη συνέχεια η πτήση για την Αθήνα ήταν επεισοδιακή με αναταράξεις.
Του κράτησε σφικτά το χέρι.
Ο αδελφός μου ανταποκρίθηκε ακουμπώντας στοργικά το χέρι στους ώμους της.
Ήταν σαν να προσπαθούσε να παρασύρει ο ένας τον άλλο σε άγνωστα νερά, μα κανείς δεν είχε το θάρρος να προχωρήσει πρώτος, αλλά και κανείς δεν ήθελε ν’ αντισταθεί στο δυνατό ρεύμα.
Η Ζανέτ πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να χαλαρώσει.
Μετά βυθίστηκαν στη σιωπή απορροφημένος ο καθένας από τις σκέψεις του.
Έκλεισαν τα μάτια κι όταν τα ξανάνοιξαν, μολονότι νόμιζαν πως πέρασαν μόλις λίγες στιγμές, διαπίστωσαν ότι ετοιμάζονταν να προσγειωθούν. Σηκώθηκαν απρόθυμα από τις θέσεις τους.
Το βραδάκι βρέθηκαν να συνωστίζονται οι δυο τους στα στενά δρομάκια και τις γραφικές πλατείες της Πλάκας. Το βράδυ ο ιερός βράχος της Ακρόπολης φάνταζε σαν κορώνα πάνω από την Πλάκα, λουσμένος καθώς ήταν στο φως των προβολέων που τον τύλιγαν σε μια γλυκιά άχλη. Την επομένη η Ζανέτ αναχώρησε για τις Σπέτσες να συναντήσει τους δικούς της.
Το προς πώληση παραδοσιακό σκάφος βρισκόταν ελλιμενισμένο στο λιμανάκι της Ζέας όπου επικρατεί συνωστισμός και φασαρία και πολλά σκάφη χρησιμοποιούν την μαρίνα για χειμερινό αγκυροβόλιο.
Για τον αδελφό μου υπήρχαν ακόμη πολλά πράγματα που έπρεπε να μάθει για το παραδοσιακό σκάφος αναψυχής. Ο πιο κατάλληλος να τον βοηθήσει ήταν ο Αλέκος. Ο Αλέκος ήταν ένας νεαρός άνδρας που είχε εργαστεί ένα ολόκληρο καλοκαίρι μαζί με τον αδελφό μου στην εταιρεία ιστιοφόρων σκαφών αναψυχής – σκιπερς- και είχαν δημιουργήσει μια εγκάρδια σχέση μεταξύ τους.
Ο πατέρας του Αλέκου, ψηλός λεπτός με πυκνά ακατάστατα μαλλιά και έντονα μαυρισμένο δέρμα, έμπειρος επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στο χώρο της κατασκευής και εμπορίας σκαφών αναψυχής με έδρα στη Δυτική Αττική και καλύπτει τον ευρύτερο χώρο της Ελλάδος ήταν αυτός που ανέλαβε να τον βοηθήσει. Άλλωστε το σκάφος αυτό είχε περάσει αρκετές φορές από το καρνάγιο του. Ήταν ένας κρητικός στην καταγωγή δαιμόνιος επιχειρηματίας, που ανδρώθηκε στη δύσκολη δουλειά της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης της ευρύτερης περιοχής και η επιχείρηση του ανθούσε. Η αγορά είχε σε μεγάλη υπόληψη τις ικανότητες του. 
«Ωραία ξέρεις στ’ αλήθεια ποιος είναι ο μυστηριώδης εργοδότης σου.» Τον ρώτησε τον αδελφό μου. «Λοιπόν άκουσε καλά τι θα σου πω. Εγώ τον γνωρίζω γιατί κάποια στιγμή τον είχα πελάτη.
Για τον Πέρση φίλο σου οι γνώμες διίστανται. Κατ’ άλλους είναι λαθρέμπορος, και κατ’ άλλους δαιμόνιος επιχειρηματίας. Εγώ τον θεωρώ λίγο και από τα δυο.
«Ο Τζαφέρ έχει διασυνδέσεις με Ινδούς και Πακιστανούς εμπόρους χρυσού. Είναι κρίκος μιας αλυσίδας που διακινεί παράνομα χρυσό από το Ντουμπάι στην Ινδία.»
«Δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά» του είπε ο αδελφός μου, βηματίζοντας νευρικά για να απελευθερώσει ένα μέρος της νευρικότητας που τον είχε πλημμυρίσει.
«Εγώ απλά προσπαθώ να σε προειδοποιήσω.»
«Καλύτερα να το ξανασκεφτείς»
«Μην μπαίνεις σε τέτοιους μπελάδες.» Συμπλήρωσε.
Τον απέτρεψε να δεχτεί αυτή την συνεργασία. Το θεωρούσε λάθος.
Μια αρχική παγωνιά σκέπασε ολόκληρο το κορμί του αδελφού μου, καθώς σκέφτηκε το δίλλημα που έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει. Η αλήθεια είναι ότι μ’ αυτά που άκουσε, μια ακόμη επαγγελματική ευκαιρία που του κτυπούσε την πόρτα έπρεπε να την απορρίψει. Ωστόσο δεν σήκωσε και μαύρα πανιά. Το ένστικτο του έλεγε ότι κάτι έκρυβε εκείνο το γραφείο πίσω από τη μικρή αυλή, αλλά ποτέ του δεν είχε αντιληφτεί τίποτα το σοβαρό.
Τις επόμενες ώρες είχε συνέλθει τελείως, ήταν εξαιρετικά ευδιάθετος. Δε θα ‘λεγες ότι δεν του καιγόταν καρφί. Ήταν όμως φανερό ότι ένοιωθε απελευθερωμένος. Αποφάσισε ότι δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να υποφέρει επειδή είχε αποτύχει να μαντέψει την πραγματικότητα που κρυβόταν πίσω από τις επαγγελματικές ασχολίες του Πέρση.
Δεν ήταν λοιπόν μεγάλη έκπληξη ότι ο αδελφός μου αποφάσισε να ακυρώσει το ραντεβού με τον μεσίτη του παραδοσιακού σκάφους. Είχε πάρει ήδη το μονοπάτι που θα τον ταξίδευε στα μυστικά βάθη μέσα στον ίδιο του τον εαυτό. Πέντε ώρες αργότερα σαλπάριζε με το πλοίο της γραμμής για τις Σπέτσες. Το γλυκό απογευματινό φως τον βρήκε ακουμπισμένο στην κουπαστή του πλοίου. Αγνάντευε το νησί και ένοιωσε χαμένος μέσα σε βαθιά γαλάζια μάτια και στο άρωμα που άφησε πίσω της η ηλιοφίλητη επιδερμίδα της.
Όταν η Ζανέτ έκανε την πρόταση στον αδελφό μου αν ήθελε να ταξιδέψουν με το ιστιοπλοϊκό νότια προς τη Μονεμβάσια και Ελαφόνησο αυτός παρ’ όλες τις επιφυλάξεις του ενθουσιάστηκε από την ιδέα. Το αναζητούσε αυτό, να φύγει μακριά, αναζητώντας καταφύγιο στην ηρεμία της θάλασσας. Εκεί πίστευε πως θα γιάτρευε τις πληγές του με τους ήχους του άνεμου και των κυμάτων.
Πιότερο από ποτέ, σήμερα λαχταρούσε να σαλπάρει και πάλι για κείνους τους  τόπους, που ‘χεν ακούσει τόσες και τόσες ιστορίες στα χρόνια που κύλησαν από τον ξενιτεμό τους.
«Είναι καλός καιρός για μετακίνηση;» τον ρώτησε την επομένη το πρωί. «Ο καλύτερος» της απάντησε και ήθελε τόσο πολύ να γευτεί την ευφορία μέσα στο αλάτι της θάλασσας.
Να ξεδιψάσει δηλαδή σε κείνη την  ακτή που βρέχεται από όλα τα… ενδεχόμενα.
Μετά τη ρώτησε επιφυλακτικά. «Και ποιος θα πλοηγήσει το σκάφος».
Η Ζανέτ έδειξε θιγμένη.
«Εγώ φυσικά». Απάντησε. «Το έχω κάνει πολλές φορές».
Περίμενε να αμφισβητήσει ο αδελφός μου τις ικανότητες της, αλλά αυτός το απέφυγε. Είχε αντιληφθεί πως η Ζανέτ ήταν ισορροπημένη κοπέλα, ίσως παραπάνω από όσο έπρεπε. Όταν διατεινόταν ότι μπορεί να κάνει μια δουλειά, δεν έλεγε ποτέ ψέματα.
Υπήρχε ωστόσο, ένα ακόμη σημείο που έπρεπε να κανονίσουν. Το σκάφος έπαιρνε τέσσερα άτομα. Έπρεπε να βρουν τους άλλους δυο.
Φίλοι του υγρού στοιχείου και οι δυο, τόλμησαν να αντιμετωπίσουν τον Ποσειδώνα! Με δίπλωμα ναυτοσύνης οι δυο τους, έδειξαν εμπιστοσύνη στην πείρα τους κι αποφάσισαν να ξελογιαστούνε από το μουσικό θρόισμα του αέρα στα πανιά, να μεθύσουν από το συρτό ήχο που κάνει το σκάφος γλιστρώντας στα κύματα!
Μονάχοι τους!.
Γενικά από πλευράς καιρικών συνθηκών οι πρώτες μέρες του Αυγούστου ήταν φθινοπωρινές. Σαν Οκτώβρης ήταν! Συννεφιά, ισχυροί άνεμοι και βροχές. Ο αδελφός μου το έβρισκε εντελώς ασυνήθιστο, και αστείο μαζί, να είσαι Αύγουστο στην Ελλάδα, και μάλιστα στις Σπέτσες, και να είσαι κουκουλωμένος με νιτσεράδα!
Εκείνο το πρωί όμως ήταν χαρά Θεού, η θάλασσα γυαλί. Ο ήλιος αναδυόταν μέσα από το Αιγαίο πέλαγος γεμίζοντας τον γαλάζιο ουρανό με πορτοκαλί λιωμένα τριαντάφυλλα. Ζέστη και μια διαύγεια στην ατμόσφαιρα απίστευτη, με ασθενείς άνεμους, ανήμπορους να φουσκώσουν τα πανιά του ιστιοπλοϊκού. Ακατάλληλος καιρός για ιστιοπλοΐα.
Μπρος η μια μηχανή λοιπόν, με πέντε κόμβους ταχύτητα, το σκάφος απέπλευσε από το κοσμοπολίτικο λιμένα των Σπετσών αφήνοντας  πίσω του το ακρωτήριο του Ζάστανο, αθόρυβα και αργά, αλλά σταθερά, έβαλε πορεία στο νοτιά, πλώρη για το Κυπαρίσσι και τη Μονεμβάσια. Με το μεγάλο τιμόνι να κάνει ένα "κλικ", πότε αριστερά και πότε δεξιά, στην προσπάθειά του να υπακούσει στις εντολές του αυτόματου πιλότου. Το καταμαράν είναι το κατ’ εξοχήν σκάφος κρουαζιέρας. Ξακουστό για την όρθια, γρήγορη και ασφαλή πλεύση του σε όλες τις θάλασσες, έχει μικρό βύθισμα και εύκολο χειρισμό. Πλεονεκτήματα του, που το κάνουν ασυναγώνιστο σε σχέση με πολλά συμβατικά σκάφη. Λόγω του πλάτους και των δυο πλωτήρων του, όταν αρμενίζει με τα πανιά δεν παίρνει κλίση, αλλά ταξιδεύει ίσια  και έτσι, οι επιβάτες έχουν το μέγιστο της ασφάλειας και της απόλαυσης του ταξιδιού. Λόγω του μικρού βυθίσματος των πλωτήρων, γλιστράει γρήγορα και αθόρυβα πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας, πάει παντού γρήγορα, άνετα και με ασφάλεια. Είναι από τα ασφαλέστερα ιστιοπλοϊκά σκάφη πρακτικά αβύθιστο, παντός καιρού, ικανό να διασχίσει και ωκεανούς. Ταυτόχρονα με τις δυο μηχανές του, μία σε κάθε πλωτήρα ότι και να συμβεί, και με μία θα φτάσει με ασφάλεια στο λιμάνι του. Ακόμη, με τις δυο μηχανές, οι μανούβρες και η προσέγγιση και στο πιο δύσκολο λιμάνι γίνονται ευκολότερα. Είναι το συνώνυμο της άνεσης και της απόλαυσης.
Είχαν απομακρυνθεί από τις Σπέτσες όταν τους θυμήθηκε ο Αίολος. Άνοιξαν τα πανιά και το ιστίο της πλώρης φούσκωνε από υπερηφάνεια. Είναι απίστευτη η δύναμη που κρύβει μέσα του ο αέρας! Με το πανί πλανάριζε το καταμαράν, ελαχιστοποιώντας έτσι την απόσταση που τους χώριζε από τον προορισμό τους.. Κάμποσες ώρες γλιστρούσαν ανάλαφρα στα κύματα, και στον ορίζοντα, εκεί που η θάλασσα σμίγει με τον ουρανό. Ήταν ένα γαλήνιο θέαμα να παρατηρείς το διπλό αφρισμένο αυλάκι που άφηναν στο πέρασμα τους και να χαϊδεύεις με το βλέμμα τα τεντωμένα και πανίσχυρα πανιά.
Από το Μυρτώο πέλαγος κρυφοκοιτάζουν πίσω από τις σχισμάδες των βράχων, και ο προορισμός τους έρχεται όλο και πιο κοντά.
Το Κυπαρίσσι!
Ανταύγειες εαρινού κήπου, άνθη ευφροσύνης σε τούλι μαγικό. Αεί ζωή και ρέμβη αγαλλίασης.
Το Κυπαρίσσι ίσως είναι ένας από τους ελάχιστους ανεπιτήδευτους παραδοσιακούς οικισμούς των ακτών του Μοριά που διατηρεί το χρώμα και τη γραφικότητά του. Βέβαια σ’ αυτό συντέλεσε η μακρόχρονη οδική απομόνωση του. Το Κυπαρίσσι ή αλλιώς Βρύση- ο παλαιότερος συνοικισμός εκ των τριών οι οποίοι αποτελούν σήμερα το χωριό (Παραλία, Μητρόπολη, Βρύση), βρίσκεται χτισμένο εκατό μέτρα ψηλά απ’ τη θάλασσα, σε μικρή απόσταση απ’ αυτήν, σε θέση με πυκνή μεσογειακή βλάστηση από πεύκα, πρίνα, χαρουπιές και κυπαρίσσια. Είναι αθέατο από την παραλία και κτίσθηκε έτσι για λόγους ασφάλειας από τους πειρατές, όταν αυτοί λυμαίνονταν τις ακτές της Πελοποννήσου. Αργότερα όταν πέρασε ο κίνδυνος, δημιουργήθηκαν οι παραθαλάσσιοι οικισμοί Παραλία και Μητρόπολη, τα επίνεια του Κυπαρισσιού.
Ανάμεσα στην Παραλία και στην Μητρόπολη απλώνεται μια υπέροχη απλωτή ακτή. Η ακρογιαλιά της είναι στρωμένη με βοτσαλάκι και άμμο. Λίγο πιο βόρεια ξεδιπλώνεται το βοτσαλωτό ακρογιάλι της Αγίας Κυριακής, όπου θα πάτε ακολουθώντας το δρόμο που καταλήγει στο λιμανάκι του Αγίου Νικολάου. Είναι μια επίσης πανέμορφη παραλία που στο νότιο άκρο της είναι σχεδόν πάντα ερημική, που δεν την πιάνει το μελτέμι.
Στην πλευρά του Πάρνωνα που βρέχεται από το Μυρτώο πέλαγος οι ακρογιαλιές της περιοχής φημίζονται για τα πεντακάθαρα νερά και την ησυχία τους. Αν έχετε δικό σας σκάφος θα γνωρίσετε απάτητες ακροθαλασσιές που προσεγγίζονται δύσκολα ή και καθόλου από την στεριά, όπως ο ορμίσκος Δρυμίσκος, τέσσερα μίλια νοτιότερα απ’ το μόλο της Παραλίας, το κλειστό ακρογιάλι της Βλυχάδας το απόμερο Μπαλογκέρι, και η εσωτερική θάλασσα του Γέρακα.
Είναι η τρίτη ημέρα της θαλάσσιας περιπλάνησης!
Μεσημέρι αναχώρησαν από το Μπαλογκέρι για το νοτιά.
Την επόμενη ώρα μεγάλος αριθμός από χαμηλά σύννεφα έκαναν την εμφάνιση τους στον ουρανό από τα δυτικα, προάγγελος της μπόρας που ερχόταν.
Κατέβασαν το πανί!
Το σκάφος έπλεε με τις μηχανές με όση ταχύτητα διέθετε κι ωστόσο φαινόταν να έμενε ακίνητο στο νοτιοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου χοροπηδώντας μέσα στην θαλασσοταραχή αψηφώντας τα κύματα και τον άνεμο.
Το μικρό σκάφος δεχόταν στη μάσκα του συμπαγείς υδατίνους τοίχους των κυμάτων κι ο άνεμος το μαστίγωνε μ’ αφρούς. Η θαλασσινή αχλή πλησίαζε την στεριά σαν μαργαριταρόσκονη, ερχόμενη από τα νερά του ρεύματος του Μυρτώου πελάγους και τα κύματα έσκαζαν σε αλλεπάλληλα μέτωπα ορμώντας στη λαμπερή λευκή άμμο και στη βάση των ανεμοδαρμένων βράχων απ’ τη θάλασσα και τους αέρηδες.
Η νοτιοανατολικές ακτές της Πελοποννήσου βρίσκονται στη ζώνη των Αληγών ανέμων. Συνηθέστερος άνεμος είναι ο νοτιοανατολικός, ο σιρόκος, αλλά το σύστημα των ανέμων αναστρέφεται εντελώς καμιά φορά και τότε ξεσπούν άγριες βορινές θύελλες που έρχονται από την βαλκανική χερσόνησο.
Το σκάφος τρεμούλιαζε στην κακοκαιρία σαν όχημα που έτρεχε πάνω σε ανώμαλο δρόμο. Οι σποραδικές αστραπές μεγάλωναν την αίσθηση του απειλητικού θυμωμένου καιρού.
Ο Ζανέτ για ένα λεπτό νόμισε πως είχε χάσει τον έλεγχο. Γρήγορα κατόρθωσε να ισορροπήσει και πάλι την πορεία, πλοηγούσε μ’ εξαιρετική προσοχή και δεξιοτεχνία. Είχε περάσει κάπου μισή ώρα που κλυδωνίζονταν και σκαμπανέβαζαν όταν συνειδητοποίησαν πως μέσα στα σύννεφα από αφρούς που στροβιλίζονταν γύρω τους, μπροστά τους ξεπρόβαλε ένα άνοιγμα, ένα κανάλι.
Αριστερά και δεξιά κάθετοι βράχοι που οι καταιγίδες αιώνων είχαν σμιλέψει τις λείες και στρογγυλές επιφάνειες τους, πλαισίωναν μια μακρόστενη λωρίδα νερού, φιδωτή μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα τους και συνέχιζε ακόμα. Τα κύματα έσπαζαν πάνω στους βράχους με αμείλικτη και επίμονη μανία, που ποτέ άλλοτε δεν είχε εντυπωσιάσει τον αδελφό μου όσο τώρα. Είχε δει πολλές φορές πριν άγρια κύματα, ποτέ όμως από τόσο κοντά και μάλιστα μέσα από ένα τόσο ελαφρύ πλοιάριο. Κοίταζε με αγωνία τα κύματα που έζωναν τους βράχους.
Η Ζανέτ έστρεψε την πλώρη του σκάφους μέσα στο άνοιγμα, με το σπρώξιμο του ανέμου να τους παρασύρει από την ανασφάλεια της τρικυμισμένης ανοικτής θάλασσας σε ήρεμα νερά. Από τη στιγμή που βρεθήκαν μέσα στο στενό πέρασμα τα ορμητικά κύματα είχαν χαλαρώσει.  Μαζί τους είχαν φύγει και οι χειρότεροι φόβοι, δεν υπήρχε πια κίνδυνος. Η ηρεμία φώλιασε ξανά στην κάρδια τους. Πέρα στον ανατολικό ορίζοντα άστραφτε ακόμη, και η βροχή που απομακρυνόταν ακουγόταν σαν χαμηλό μουρμουρητό, ενώ ο άνεμος πάνω στους ιστούς του σκάφους σφύριζε όλο και λιγότερο. Ο Ήλιος άρχισε να ξεπροβάλλει δειλά δειλά και τα σύννεφα αραίωναν. Καλωσόρισαν μ’ ανακούφιση τις νέες συνθήκες. Τελικά αποδείχτηκε πως η ικανότητα της Ζανέτ στη θάλασσα ήταν πρώτης τάξεως.
Σταδιακά η ταχύτητα του σκάφους έγινε ομαλή, ανέβασαν και πάλι το πανί. Σαν πουλί το καταμαράν διέσχισε χωρίς δυσκολία το στενό πέρασμα που οδηγούσε στον εσωτερικό κόλπο. Η θάλασσα μπροστά τους απάνεμη, το νερό γινόταν σχετικά ήρεμο και καθαρό ώστε να μπορείς να διακρίνεις τον αβαθή πυθμένα, εκεί μπορούσαν να αγκυροβολήσουν.
Ένας σταθερός νοτιοδυτικός άνεμος έπνεε και το σκάφος λικνιζόταν σαν ζωντανή ύπαρξη.
Ο αδελφός μου αμέσως κατέβασε το πανί και η Ζανέτ έκανε έναν κύκλο στον κόλπο για να βρεθούν στη θέση αγκυροβολίας.
 Μόλις το σκάφος αγκυροβόλησε στο ασφαλές λιμάνι ούτε ο αδελφός μου ούτε η Ζανέτ ένοιωθαν την ανάγκη να μιλήσουν. Υπήρχε κάποια σιωπηρή επικοινωνία μεταξύ τους, που δεν ήθελαν να την διαταράξουν με λόγια κι ήταν ευχαριστημένοι καθώς μοιράζονταν την γαληνή και το θαύμα της ήρεμης θάλασσας. Προς το παρόν τους ήταν ευχάριστο να ρουφούν το φρέσκο δροσερό αεράκι του απάνεμου αγκυροβολίου, να νοιώθουν τον ουρανό πάνω από το κεφάλι τους να καθαρίζει από τα μουντά σύννεφα, να παρακολουθούν τον ήλιο να συνεχίζει τη μακρά πορεία του προς την δύση, ζωγραφίζοντας πορφυρές και μοβ ακτίνες στον ουρανό και λούζοντας την περιοχή μ’ ένα μπρούντζινο χρώμα. Έμοιαζε σαν να μην υπήρχε στον κόσμο τίποτα άλλο γι’ αυτούς. Ακόμα κι ο χρόνος είχε σταματήσει. Ο αδελφός μου ένοιωθε πως μπορούσε να μείνει αραγμένος εκεί για πάντα, γαληνεμένος, απολαμβάνοντας το ανάδεμα του σκάφους στον μικρό κυματισμό. Ήταν ο ευτυχισμένος πολεμιστής που αναπαύεται μετά από τη μάχη. Έκτος από τον απαλό παφλασμό των κυμάτων και τον χτύπο της καρδία του, επικρατούσε απόλυτη σιγή. Ανά διαστήματα πέρα από το μικρά ταβερνάκια του χωριού ο απόηχος των γέλιων έσπαγε τη γαλήνη. Τίποτα άλλο από όσα η ζωή μπορούσε να προσφέρει δεν τον γέμιζε με τόση ευχαρίστηση και ήρεμη αίσθηση της δύναμης, όση τον πλημμύριζε αυτή η ελευθερία του ανοικτού ορίζοντα.
Χαλαρώνοντας μείνανε για λίγο σιωπηλοί, στιγμές ευδαιμονίας κάτω από τον έναστρο ουρανό.
Περνώντας η ώρα ένοιωθαν μεγάλη πείνα.
Η Ζανέτ έσπασε πρώτη τη σιωπή.
« Θα ετοιμάσω τώρα ένα γνήσιο παραδοσιακό νορβηγικό γεύμα», είπε.
Ο αδελφός μου της χαμογέλασε με εκείνο το κοφτό ανεπαίσθητο χαμόγελο του, που της άρεσε πολύ.
« Θα σε βοηθήσω» της είπε.
Τελειώνοντας το δείπνο τους και πίνοντας το δροσιστικό τους cocktail, απολάμβαναν ο ένας τη συντρόφια του άλλου, ξέροντας ότι η σιωπή ήταν φορτισμένη μ’ αυτό το κάτι.
Είχε πέσει παντού η νύκτα. Ωστόσο δεν απλωνόταν βαθύ σκοτάδι, γιατί το φεγγάρι συμπλήρωνε το γέμισμα του και έτσι ακόμη και με τη βοήθεια των φώτων της παραλίας υπήρχε ορατότητα.
Η Ζανέτ κοιτούσε προσεκτικά προς τα δυτικά του ουρανού, ψάχνοντας φανερά για κάτι. «Είναι αλήθεια», ρώτησε «πως αν ξέρεις προς ποια κατεύθυνση να κοιτάξεις, μπορείς να δεις την Αφροδίτη κατά τη διάρκεια της ημέρας; Χθες, μετά τη δύση του Ήλιου ήταν τόσο λαμπρή, που το πίστεψα».
«Είναι απόλυτα αληθινό» αποκρίθηκε ο αδελφός μου «Πρέπει να την εντοπίσεις, όταν το πετύχεις, μετά είναι πολύ εύκολο να τη δεις».
Έστρεψε τη ματιά του στον ουρανό, κι άφησε το νου του ελεύθερο να κάνει μια σύντομη βόλτα στο λαβύρινθο του απέραντου, του απάτητου χάους. Ένοιωσε ότι όλα γύρω τους αιωρούνται στο χείλος μιας αβύσσου που ξεπερνά τις βασικές ανθρώπινες γνώσεις.
«Τα επόμενα πρωινά», της είπε «αν κοιτάξεις χαμηλά στα ανατολικά -βορειοανατολικά περίπου τριάντα με σαράντα λεπτά πριν την ανατολή του ηλίου θ’ αντικρίσεις την Αφροδίτη αλλά και τον Δία, τους δύο λάμπρους πλανήτες κοντά στο λυκαυγές».

Της διηγήθηκε μια πολύ παλιά ιστορία .
«Η αγάπη, λένε αρχίζει από το σπίτι, και το γαλάζιο πουλί του έρωτα βρίσκεται μόνο στο πίσω μέρος της αυλής μας. Μπορεί να είναι κι έτσι, άλλα η γνώση ειν’ αδιαίρετη και βρίσκεται παντού.»

«Ήταν την εποχή του γιου του βασιλιά Γύγη. Κοντά στη Μίλητο στην Ιωνία, στις όχθες του Αιγαίου, ο Θαλής, γιός του Εξαμύου και της Κλεοβουλίνης, περπατούσε στην έξοχη.
Ο Θαλής ερευνούσε τον ουρανό για να ανακαλύψει τα μυστικά της τροχιάς των αστέρων. Η νεαρή υπηρέτρια που τον ακολουθούσε είδε μια μεγάλη τρύπα στη μέση του αγρού. Την απέφυγε. Αντίθετα ο Θαλής, που συνέχιζε να ερευνά τα’ αστέρια, έπεσε μέσα. «Δεν μπορείς να δεις μπροστά στα πόδια σου και νομίζεις πως θα καταλάβεις τι γίνεται στον ουρανό!» του πέταξε καθώς τον βοηθούσε να βγει από την τρύπα.»
-Ο Θαλής ήταν ο πρώτος «διανοητής» στην ιστορία, συνέχισε.
Η Ζανέτ το απολάμβανε! Η μεσημεριανή θαλασσοταραχή ήταν κιόλας πολύ μακρινή. Τα σκούρα μάτια της τον κοίταζαν χαμογελώντας με ικανοποίηση. « Είναι τόσο όμορφα εδώ», είπε. «Αυτός ο γαλήνιος κόλπος κάτω από τον έναστρο ουρανό μου θυμίζει λίγο τα φιόρδ της πατρίδας μου. Η διαφορά είναι οι φοίνικες και τα ελαιόδεντρα που δημιουργούν την μεσογειακή ατμόσφαιρα».
«Χαίρομαι που αισθάνεσαι όμορφα». Της είπε. «Μερικές φόρες είναι σαν να σε γνωρίζω όλη μου τη ζωή». Κοίταξε αλλού. «Είμαι ανόητος, σωστά;».
«Όχι». Άπλωσε το χέρι της στο μπράτσο του. Το άγγιγμα της ήταν απαλό.
Οι λέξεις βγήκαν από το στόμα του με ανάλαφρο τόνο. «Γνωρίζεις μια γυναίκα, ανακαλύπτεις ότι είναι γυναίκα που σου ταιριάζει, κάνετε τα ιδία όνειρα, γελάτε με τα δια πράγματα, έχετε τις ίδιες επιθυμίες. Τις νύκτες ξάγρυπνος και την ονειρεύεσαι. Μερικές φορές εύχεσαι η νύχτα να ’ναι ατέλειωτη, ώστε να βυθιστείς στις σκέψεις και τα ονειροπολήματά σου. Τι να προλάβεις να σκεφτείς σ’ ένα βράδυ και τι ν’ αφήσεις; και το πιο σημαντικό: τι ν’ αποφασίσεις;».
Έπνεε ένας άηχος άνεμος που τώρα πια δεν τάραζε τα υπόλοιπα στοιχεία της φύσης.
Τα μάτια της τον κοιτούσαν ερωτευμένα και τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα.
Ο Μορφέας ήταν πολύ γλυκός εκείνο το βράδυ. Είχαν ήδη αρχίσει να το συνηθίζουν κι' αυτό. Μεσάνυκτα, ρεμβάζοντας για λίγο τη θάλασσα και τα φώτα του οικισμού από το παράθυρο της καμπίνας τους, ένοιωσαν τα μάτια τους να κλείνουν.
Με το πρώτο φως της αυγής σηκώθηκε από το κρεβάτι ανανεωμένος. Στον ανατολικό ορίζοντα ξεπροβάλλει μια ωχρορόδινη αναλαμπή ανάμεσα στον ουρανό και τη θάλασσα ενώ η απαλή αύρα χάιδευε το πρόσωπο του.  Στάθηκε λουσμένος στη πρωινή ζεστασιά του νοιώθοντας μια απίστευτη γλυκιά ευχαρίστηση σαν παλίρροια να ρέει μέσα του, όπως η καθαρή ανοιξιάτικη βροχή που ξυπνά την κρυμμένη δύναμη μέσα σε εκατομμύρια μικροσκοπικούς σπόρους στη φύση.
Καθώς περνούν τα δευτερόλεπτα η αναλαμπή γίνεται τόξο κι ύστερα δίσκος πορφυρός. Αντίκρυ, χαμηλά στην ακτογραμμή διαγράφεται το χωριό του Γέρακα με τους ασβέστες των σπιτιών ν’ αστράφτουν στο πρώτο φως. Τράβηξε μια δυνατή τζούρα νέας πνοής, τεντώθηκε για να ξυπνήσουν όλοι οι μύες και έστρεψε απαλά το βλέμμα του στη μικρή κουκέτα. Το ήρεμο σμιλεμένο πρόσωπο της κοιμωμένης Ζανέτ ήταν το πιο όμορφο χαλί στα όνειρά του.
Ποτέ στη ζωή του μέχρι σήμερα δεν είχε νοιώσει τόσο προστατευτικά για κάποιον. Ήταν ένα καινούργιο συναίσθημα γι’ αυτόν, κι ήταν σίγουρος ότι του άρεσε αυτή η ένταση των αισθημάτων του.
Το κομψό ιστιοπλοϊκό λικνιζόταν νωχελικά αγκυροβολημένο στο απάνεμο λιμάνι του Γέρακα. Το ελαφρό αεράκι σχημάτιζε μικρά κύματα που ζωντάνευαν το νερό. Μπροστά στα μάτια τους απλωνόταν φωλιασμένη μέσα στα βουνά η λιμνοθάλασσα. Του άρεσε πολύ το υγρό στοιχείο. Ήταν ικανός να κάθεται ώρες ακίνητος να το χαζεύει
Εκείνος, εκείνη, η θάλασσα και ο μακρινός ορίζοντας.

Η Ζανέτ έβαλε μπροστά τις δηζελομηχανές. Στην αρχή το καταμαράν φάνταζε ακίνητο, ύστερα απομακρύνθηκε με νωχελική χάρη από το αγκυροβόλιο βάζοντας πλώρη για την έξοδο από την λιμνοθάλασσα. Στ’ απόνερα του αναρριπίζονταν λευκοί ιριδισμοί, σαν διαμαντένιο κολιέ πάνω σε μπλε βελούδο.
Ένα όμορφο ζευγάρι ζει τις πιο όμορφες μέρες του ταξιδεύοντας μ’ ένα ιστιοφόρο εννέα μέτρων, ακόμα και στις πιο απρόσιτες περιοχές του ακρωτηρίου Μαλέα, χωρίς σταθερή βάση και διεύθυνση.

Πόσο γοητευτικός ήταν αυτός ο ερωτευμένος.
Α! ο φασιανός τραγουδούσε τόσο όμορφα
Θυμούμενος τις ευτυχισμένες ημέρες
Αυτούς τους τόσο στενούς δεσμούς
Ποιος άραγε μπορούσε να τους κόψει;
Μόνο η σκληρή μοίρα.
.................................
...................................
..................................



Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Ο άνεμος της μνήμης σήμερα

"Μαζεύω τις θύμησες, τις παιδικές μου, απ’ τον οικισμό το μικρό, εκεί στα περίχωρα της Μονεμβασιάς. Σκαλίζω την μνήμη να βγάλει μέχρι και την τελευταία σταγόνα της θύμησης. Τις αποθέτω στο λευκό χαρτί εμπρός μου να ξαναφυτρώσουν."

Παρυφές της Πάρνηθας, χειμώνας του 2013.
Καθώς ο αέρας δαιμονισμένα κατέβαινε πάνω από τις κορυφές της Πάρνηθας, ξύριζε το οροπέδιο της πόλης παρασύροντας τα σύννεφα που κάλυπταν εναλλάξ το κόκκινο τ’ ουρανού με κηλίδες κατράμι, κι ο ήλιος που έγερνε πίσω τους πήρε να χάνεται, βουλιάζοντας προς το τα δυτικά του Θριάσιου πεδίου. Την ώρα τούτη βούλιαζε κι εκείνος στις αναμνήσεις του με το βλέμμα στραμμένο στα μολυβένια σύννεφα του ουρανού, που έρχονταν από άλλα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, από άλλο χρόνο, ίσκιοι αλαργινοί. Την ώρα τούτη με τα φτερά της φαντασίας του κατάφερε να περιπλανηθεί μακριά σ’ εκείνη την ιδιαίτερη γωνιά της γενέτειρας γης, και η φαντασία τον παρασύρει σε ένα ατέρμονο ταξίδι του χθες. Εκείνη τη στιγμή έμπαινε στο λαβύρινθο της μνήμης. Το τοπίο και η ζωή των ανθρώπων του χθες απλώνονται ολοζώντανα μπροστά του. Όλα ήταν στις αναμνήσεις του όπως τα θυμόταν από παλιά. Το μικρό χωριό πλαγιασμένο νωχελικά στο λιόφωτο χορταριασμένης πλαγιάς, με μυρωδάτη χλόη και πολύχρωμα λουλούδια. Μπορούσε να ακούσει τον αδιάκοπο ψίθυρο των δέντρων από το μικρό αλσύλλιο με τις χαρουπιές στα βορινά του οικισμού όταν λικνίζονταν στη πρωινή αύρα. Αγνάντεψε πέρα δυτικά προς το βουνό του Κουνου που ορθωνόταν μεγαλόπρεπές από την ακτή, με τις χαμηλότερες πλαγιές του πράσινες από τα κυματιστά δέντρα και με τη γυμνή του κορφή ν’ αγγίζει τα σύννεφα.
Σήμερα σαν πολίτης τρίτης ηλικίας που ζει και κινείται μέσα στην κοινωνική και οικονομική κρίση του αστικού ιστού είχε αβίαστα βγάλει το συμπέρασμα ότι άμα είσαι φτωχός στην πόλη δεν θα περάσεις καλά. Υπήρχαν όμως εποχές που σε κάποια μέρη ένας φτωχός μπορούσε να ζήσει λιτά, ευτυχισμένα και με αξιοπρέπεια. Ήταν η περίοδος της παιδικής του ηλικίας που οι φτωχοί χωρικοί, εξασφάλιζαν τα προς το ζην με τη λιγοστή γεωργική τους ασχολία και συμπλήρωναν τον επιούσιο με το κυνήγι.

Βουβουτσέλια, ένας χειμώνας της παιδικής του ηλικίας.
Η ρεματιά που ξεκινά από τους δυτικούς λόφους του οικισμού διασχίζει τη μικρή λιμνούλα με το μεγάλο πλάτανο κατηφορίζει μέχρι το λίμνασμα στους καλαμιώνες ενός ξεροπόταμου που αγκαλιάζει τη χέρσα γη, και από εκεί συνεχίζει νοτιοανατολικά σε μυχό του Μυρτώου πελάγους. Από το Μεγάλο πλάτανο μέχρι τους καλαμιώνες είναι μια απόσταση λίγες εκατοντάδες μέτρα. Θυμάται τον πατέρα του τους χειμώνες να θεωρεί το σύνορο αυτό τόπο ιερό για την διατροφή της φαμίλιας του. Εκεί έστηνε τις αγαπημένες του παγίδες για τα πουλιά. Εάν κάποιος συγχωριανός του καταπατούσε την περιοχή του, αγανακτούσε σαν τον ηγούμενο, που βλέπει να παραβιάζουν το κατώφλι του μοναστηριού του.
Ο ουρανός τη μέρα εκείνη μπορεί να ήταν γεμάτος από κακούς οιωνούς, η ατμόσφαιρα μπορεί να παλλόταν από τα άσχημα καιρικά φαινόμενα ο πατέρας του όμως δουλεύοντας πυρετωδώς συνέχιζε να νοιάζεται για να στήσει τις παγίδες του με πλήρη αδιαφορία για τις καιρικές αλλαγές που συμβαίνουν γύρω τους.
Πολλοί κυνηγοί της εποχής εκείνης χρησιμοποιούσαν τεχνικές παγίδευσης με δίχτυα και θηλιές που σήμερα δεν επιτρέπονται πλέον. Ο πατέρας του της παγωμένες νύκτες του Δεκέμβρη έπιανε μπεκάτσες με θηλιές που κατασκεύαζε από αλογότριχες, ώστε την επαύριον με τη λεία του να εξασφαλίζει περισσότερη τροφή στο φτωχικό τραπέζι της φαμίλιας. Το κυνήγι της μπεκάτσας και της τσίχλας με παγίδες το χειμώνα αποτελούσε ανταμοιβή του σκληρού καθημερινού μόχθου. Το κρέας τους, το πάστωναν σε κιούπια με λάδι, συνεχίζοντας να θυμίζουν τον τρόπο που κάποτε συντηρούνταν από το κυνήγι όλες οι οικογένειες ενός τόπου σκληρού, φτωχού και άγονου.

"Σήμερα η επέκταση των αστικών περιοχών, η κατασκευή μεγάλων αυτοκινητοδρόμων, οι προσχώσεις ελών και κοιλάδων, η παράχωση καλαμιώνων, η ισοπέδωση των λόφων και η αποψίλωση των δασών, και κάθε είδους άγριας βλάστησης, η καταστροφή βιοτόπων από τις επεκτάσεις οικιστικής και γεωργικής γης στερούν από τη πανίδα το φυσικό περιβάλλον που χρειάζονται."

Από νωρίς τις απογευματινές ώρες ανά διαστήματα έβρεχε, και η βροχή όσο έπεφτε, αυτός στεκόταν κάτω από τον πελώριο πλάτανο που ορθωνότανε επιβλητικά πλάι στην ανατολική πλευρά της λασπιασμένης όχθης της ρεματιάς. Μια φωτεινή λάμψη - ένα μεγάλο φωτεινό σκίσιμο με εκτυφλωτική λαμπρότητα, φάνηκε στον ουρανό, τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβε να ανοιγοκλείσει τα μάτια του, και μετά ένα πολύ δυνατό μπουμπουνητό.  Θυμήθηκε το δάσκαλο στο σχολειό που τους δίδασκε ότι ο κεραυνός μπορεί να κτυπήσει πάνω στο δέντρο που βρίσκεσαι και να σε σκοτώσει. Ο τόπος γύρω του είχε δέντρα. Πολλά δέντρα. Άραγε να υπήρχε κίνδυνος γι’ αυτόν, τώρα με τα πολλά δέντρα γύρω του «αναρωτήθηκε».
Δεν ήξερε.
Θα βοηθούσε σε τίποτα αν δεν ακουμπούσε πάνω στο δέντρο;
Ούτε αυτό το γνώριζε αλλά από ένστικτο απομακρύνθηκε δυο βήματα μακριά από τον κορμό του τεράστιου πλάτανου.
Οι Δίδυμοι βράχοι.
Περίμενε καρτερικά τον πατέρα του να γυρίσει εκεί που ήταν το σημείο αντάμωσης, στο ξέφωτο της ρεματιάς, καθώς το τελευταίο φως της ημέρας έσβηνε γύρω του. Άστραφτε ακόμη πέρα στον ορίζοντα κι η βροχή ακουγόταν σαν χαμηλό μουρμουρητό, καθώς η ώρα περνούσε βασανιστικά και ο πατέρας του αργούσε να δώσει σημεία ζωής. Και ψηλά, από την πνοή ανέμου που φυσά, τα γκρίζα σύννεφα, μ' ένα δυνατό θρόισμα τρέχουν ορμητικά προς την ανατολή, με μια κίνηση βουερή και σπασμωδική, ίδιος καταρράχτης πάνω από το μουντό τοίχο του ορίζοντα. Και στις όχθες της ρεματιάς δεν υπάρχει ούτε ησυχία ούτε σιωπή. Εν' απροσδιόριστο ψιθύρισμα βγαίνει από μέσα από τους θάμνους που αναταράζονται αδιάκοπα, και από τα δέντρα με τις ψηλές κορφές, σα να κυλούν υποχθόνια νερά. Και ξαφνικά, το φεγγάρι ανέτειλε μες από την ανάρια και χλωμή καταχνιά, και το χρώμα του ήτανε κατακόκκινο. Τα μάτια του έπεσαν πέρα στους πελώριους δίδυμους γκρίζους βράχους που δέσποζαν στην κορυφή της απέναντι ανηφορικής πλευρά του λόφου, και που τους φώτιζε το φως του φεγγαριού. Κι οι βράχοι ήταν γκρίζοι και ψηλοί, που ο άνεμος και η βροχή έχουν σμιλέψει την ασβεστολιθική τους επιφάνεια δίνοντας τους μια μεγαλοπρεπή, απέριττη, ομορφιά.
Η ομορφιά του έμοιαζε περισσότερο με αριστούργημα της τέχνης παρά με δημιούργημα της φύσης.
Οι βράχοι, φαντασμαγορικοί, ορθώνονταν στην άγονη απογυμνωμένη πλαγιά χιλιάδες χρόνια. Οι απρόσιτες και απόκρημνες κορφές τους αποτελούν ιδανικό καταφύγιο για μερικά ζευγάρια κιρκινέζια.
Για τα παιδιά του οικισμού, ήταν οικείοι, έχοντας ακούσει τόσες και τόσες παράξενες ιστορίες για την ύπαρξη τους. Την άνοιξη γινόταν ο τόπος εξόρμησης για τα παιδικές τους εξερευνήσεις. Στον ίσκιο των βράχων απολαμβάνοντας τις μυρωδιές του βρεγμένου χώματος, και την μεθυστική ευωδιά των κυκλάμινων που στόλιζαν τον λόφο, οραματίζονταν από κοινού το μέλλον τους, μοιράζονταν τα όνειρα τους.
Σκαρφάλωναν στους βράχους πολλές φορές με παιδική ανεμελιά που έθετε σε κίνδυνο τη ζωής τους, για να αγναντέψουν τον μακρινό ορίζοντα εκεί που η θάλασσα σμίγει με τον ουρανό, και με τα φτερά τ’ ονείρου αναζητούσαν τόπους μακρινούς φαντασμαγορικούς, πέρ’ από τα στενά σύνορα του φτωχικού οικισμού τους, πέρ’ από τη θάλασσα.
Απόψε το θέαμα των βράχων με τον ήλιο να έχει χαθεί πίσω τους, τυλιγμένους στην ομίχλη κάτω από το φως της γεμάτης σελήνης τον συνεπήρε, το τοπίο γίνεται μαγευτικό, λησμόνησε για μια στιγμή τον πάτερα του. Μόνο για μια στιγμή. Απομονωμένες σκέψεις πέρναγαν από το νου του. Ένιωσε ένα αδύναμο ρίγος στο κορμί του, προσπαθώντας να προσδιορίσει τι ήταν αυτό που δεν πήγαινε καλά με τον πατέρα του, συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα ότι αυτό που συνέβαινε ήταν κάτι το ασυνήθιστο. Ο χρόνος επιστροφής του από το συνηθισμένο στήσιμο στις παγίδες διαρκούσε αφύσικα πολύ.
Ανακάθισε κι έψαξε εναγωνίως με το βλέμμα την ρεματιά, γυρεύοντας ένα σημάδι που θα του έδινε απαντήσεις. Αγνάντευε μέσα απ’ το διάσελο αλλά δεν υπήρχε καμία κίνηση γύρω του. Έβαζε πολλά με το νου του, τρόμαζε στην ιδέα μήπως είχε κάτι κακό συμβεί, μαύρες σκέψεις πλημμύριζαν το μυαλό του, η καρδιά του φτερούγιζε, το σώμα του τσίτωνε, γύριζε πέρα δώθε, δεν μπορούσε άλλο να περιμένει, η νύκτα άρχισε ν’ απλώνει το πέπλο της ολόγυρα.
Ένιωθε να τον κυριεύουν ακατανίκητοι φόβοι, νοιώθει σαν τρομαγμένο σπουργίτι. Το θρόισμα στις φυλλωσιές των δέντρων, το ημίφως του φεγγαριού, απελευθερώνει και εξάπτει τη φαντασία του. Σαν να είδε μπροστά του τα δαιμόνια του έξω κόσμου να διαβαίνουν άυλες σκιές, πέρα στους δίδυμους βράχους, να κυκλοφορούν γύρω τους, μορφές αλλόκοτες, αέρινες ανατριχίλες. Μα μπορεί να ‘ναι και ψευδαίσθηση που τη δημιουργεί η ανταύγεια του φυσικού τοπίου σκέφτηκε.
Ξεσπάει τρομαχτικό μπουμπουνητό, πέφτει πυκνό σκοτάδι, αλλάζει ο τόπος. Μες στις αστραπές ξεκρίνει τώρα τους δίδυμους βράχους, κι απάνω στους βράχους άγρια δαιμονικά.
Κρατά την αναπνοή του μισό λεπτό κι ύστερα, ξεφυσώντας, πήρε μια βαθιά ανάσα, ίσιωσε το βλέμμα μπροστά κοιτάζοντας στον άδειο χώρο επίμονα, προσπαθώντας να κατανικήσει έναν ακατανόητο φόβο. Νοιώθει το στόμα του στεγνό, ιδρώτας να κυλάει στη ράχη του. Ένας κόμπος του ’κλεινε το λαιμό, καθώς συλλογιζόταν ότι η μόνη λύση ήταν να φύγει μόνος να γυρίσει στο δρόμο που οδηγούσε στον οικισμό, να ζητήσει βοήθεια.
Σιγαλιά οι σκιές αλαργεύουν, τ’ όραμα αραιώνεται κι αφανίζεται. Οι θόρυβοι ακούγονται πια πολύ απόμακρα, σα βουητό μέλισσας.
Σιγή. Ακούγονται μονάχα στο σκοτάδι φτερούγες κι αγκριφια και βαρύς στεναγμός.
Δεν πρόλαβε να αποσώσει το συλλογισμό του και επιτέλους το βλέμμα του πέφτει στο λευκό φως που άστραψε μέσα από τη ρεματιά, ο φωτεινός φακός του πατέρα του έλαμψε ζωηρά, μέσα από τις πρώτες συστάδες από τις άγριες χαμηλές βατομουριές που φύτρωναν στην αριστερή πλευρά του πλάτανου. Στο μανδύα της καταχνιάς και της δρόσου το περίγραμμα του κορμιού του ήταν θαμπό, αλλά τα χαρακτηριστικά του ήταν τα χαρακτηριστικά του πατρός του που στο φως του φεγγαριού, τον βλέπει ν’ ανηφορίζει με γοργές δρασκελιές κοντά του. Αντικρίζει τη ματιά του γεμάτη φροντίδες και στις λιγοστές ρυτίδες πάνω στο πρόσωπο του διαβάζει την κούραση, και μια φλόγα να σιγοκαίει πίσω από καλοσυνάτα μάτια, που τον έκαναν να μοιάζει με τους παλιούς δασκάλους.
«Πατέρα! Εδω είμαι! Πατέρα!» του φώναξε και η ανακούφιση άστραψε μέσα του.
Η βροχή είχε από νωρίς σταματήσει αλλά από τις φυλλωσιές του πλάτανου συνέχιζαν ακόμη να πέφτουν μια μια σταλαγματιές βροχής γύρω του.
«Φοβήθηκα που άργησες πατέρα». Είπε.
Τα χαρακτηριστικά του πατέρα του τη μια φωτίζονταν και την άλλη ξεθώριαζαν στο σκοτάδι, όταν τα κινούμενα σύννεφα έκρυβαν το φεγγάρι.
«Ήταν πιο δύσκολο απ' ότι περίμενα». Του δήλωσε ο πατέρας του φτάνοντας δίπλα του κοντανασαίνοντας και σκουπίζοντας το μέτωπό του. Με μια χειρονομία γεμάτη κατανόηση άπλωσε με στοργή και ακούμπησε το χέρι πάνω στο κεφάλι του.
«Αγόρι μου όλα είναι καλά, πάψε τώρα ν’ ανησυχείς», του είπε.
Αυτός έτρεμε και ψέλλιζε, περισσότερο από τη χαρά και τη συγκίνηση για το καλό τέλος, παρά από τον φόβο του.
«Λυπάμαι που έμεινες μόνος στον ερχομό της νύκτας. Έλα ώρα να πάμε πίσω στο σπίτι».
Ξεκίνησαν με βήματα γοργά για την επιστροφή στον οικισμό, η μητέρα του αφόρητα θ’ αγωνιούσε κ’ αυτή, καθώς τους περίμενε να γυρίσουν, ήταν πρόκληση η αργοπορία τους. Το κρύο γλιστρούσε μέσα στα ρούχα του και τον τρυπούσε ως το κόκαλο. Απορούσε πώς άντεχε ο πατέρας του, με τη σχετικά ελαφριά για τις συνθήκες ενδυμασία του, τελικά ίσως να ήταν πιο ανθεκτικός απ’ ότι νόμιζε, στους τριάντα χειμώνες του.
Όταν επέστρεψαν βρήκαν τη μητέρα τους να τους περιμένει στην εξώπορτα κρατώντας το φανάρι στο χέρι. Άνοιξε την αγκαλιά της και έκρυψε μέσα το παιδικό κεφάλι του. Ένας αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από τα σωθικά της, βγάζοντας τη συσσωρευμένη αγωνία της.
Όταν η γαληνή πλημμυρίζει τις αναστατωμένες ψυχές, είναι σαν το νερό που πέφτει πάνω στη χέρσα γη και την κάνει να βλαστήσει.

Στη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας, είναι αλήθεια ότι δοκίμασε πολλές φορές πλούσια γεύματα απ’ το κυνήγι. Πάντα όμως ξυπνούσε μέσα του ο ίδιος βαθύς πόνος και η σιωπηλή οδύνη που ένοιωθε κάθε φορά που επέστρεφε ο πατέρας του από το κυνήγι, γιατί δεν άντεχε να βρίσκεται αντιμέτωπος με τα άψυχα θηράματα. Το θεωρούσε βάρβαρη εξόντωση, που καλλιεργεί τη βία στη φύση και στη ζωή. Από τις πιο ακριβές αναμνήσεις της ζωής του είναι οι φορές, όπου τον έπαιρνε μαζί του ο πατέρας του στο κυνήγι και τον μάθαινε να μαζεύει μανιτάρια, βρούβες, βολβούς, οβριούς και άγρια σπαράγγια.

Ο Τσαλαπετεινός
Ο άνεμος της μνήμης σήμερα, γέμισε πολύχρωμες παιδικές εικόνες το μυαλό του, χρώματα της ανατολής, του γέρματος, του ουράνιου τόξου.
Γλυκοχαράζει. Η κορυφή του Κούνου σκεπασμένη με ανάλαφρη πάχνη. Ακούμε μονάχα τις πέρδικες να κακαρίζουν και τα πρώτα κελαηδοπουλια που ξυπνούν. Ακούμε ακόμα κουδούνια από κοπάδια και το θρόισμα του ανέμου.
Ήταν άνοιξη και το ελαφρό αεράκι σχημάτιζε μικρά κύματα που ζωντάνευαν τα γύρω δέντρα. Του άρεσε πολύ το ανοιξιάτικο στοιχείο. Ήταν ικανός να κάθεται ώρες ακίνητος να χαζεύει τη φύση. Το βλέμμα του ακλούθησε ένα περαστικό σύννεφο πάνω απ’ τους λόφους, καθώς ο ανοιξιάτικος ήλιος ανυψωνόταν βαριεστημένα. Έμπλεξε τα δάχτυλά του κι άρχισε να παρατηρεί αντικρίζοντας από μακριά τη φιγούρα ενός πολύχρωμου ψηφιδωτού που κάθισε και αναπαύεται στη διχάλα της μικρής συκιάς απέναντι στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη. Ένα πουλί -από τις εξωτικότερες μορφές πουλιών- της λακωνικής γης. Ένας τσαλαπετεινός (Upupa epops) από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της φύσης, που ξεχωρίζει από το μακρύ λοφίο του με τις μαύρες μύτες. Τον πρωτοείδε να ξεπροβάλλει αργά μέσα από μια συστάδα από σκίνα και πουρνάρια στο μπροστινό χαντάκι του σπιτιού πετώντας νωθρά, κυματιστά, ανοίγοντας χαρακτηριστικά αργά τις φτερούγες του, σαν πεταλούδα, αναδεικνύοντας με χάρη τούς πολύχρωμους σχηματισμούς των φτερών του. Ο Ήλιος τώρα χαμήλωνε πέρα στα δυτικά πάνω από το λόφο του Άγιου Παντελεήμονα λούζοντας στο γέρμα του με μια καθάρια ακτινοβολία γύρω του, που έκανε τα πλουμιστά χρώματα του τσαλαπετεινού να λαμπυρίζουν. Το πούλι έμεινε εκεί με τις κομψές καμπυλωτές γραμμές του και τραγουδούσε.
Πανέμορφα πουλιά, έχουν δημιουργηθεί μύθοι κι ιστορίες γι΄ αυτά από τα αρχαία χρόνια!
Δεν είναι πουλιά που περνούν απαρατήρητα!
Αυτός λουσμένος από τη ζεστασιά της καθαρής ανοιξιάτικης μέρας ένοιωσε μια απίστευτη ευχαρίστηση να φουσκώνει σαν την παλίρροια μέσα του.

.. .. .. .. .. .. .. ..

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Μια παλιά φωτογραφία, κι ένα γράμμα.

Χίλια εννιακόσια εβδομήντα τρία.
Ναυτικός.
Ήταν το πρώτο μου μπάρκο.
Δόκιμος μηχανικός σ’ ένα ατμοκίνητο γκαζάδικο του πενήντα.
Ταξιδεύουμε κάτω από τ’ άστρα πάνω στους πέντε ωκεανούς του πλανήτη. Νοιώθω το πλοίο να σκίζει τα κύματα. Χιλιάδες τόνοι μέταλλο κάτω από τ’ απόκοσμο και χαοτικό βάθος του ουρανού, κάτω από μακρινούς πλανήτες, γαλαξίες, ταξιδεύουν ακούραστα στις πέντε ηπείρους του πλανήτη. Χιλιάδες τόνοι μέταλλο ταξιδεύουν στο χρόνο με μοναδικό φόντο τον ορίζοντα, μια επίπεδη γαλάζια γραμμή που χωρίζει τον ουρανό από τους ωκεανούς.
Ώρα οκτώ το πρωί.
Είχε κτυπήσει το σήμαντρο παράδοσης της βάρδιας τέσσερεις οκτώ.
Αγκομαχώντας, ανέβηκα όλες τις σκάλες του Μηχανοστασίου, προχώρησα στο κατάστρωμα της πρύμνης και εξουθενωμένος, κάθισα στις πρυμιές πίντες, κοντά στον εργάτη για να ξεκουραστώ και να βλέπω πέρα από τη γέφυρα του καραβιού τις τροπικές θάλασσες.
Διαπλέοντας την τροπική θάλασσα με την ζέστη και την υγρασία, σ' αυτές τις πίντες, μακριά από τα καζάνια και τις τουρμπίνες του μηχανοστασίου, συνάντησα μετά την κοπιαστική βάρδια τον συριανό θερμαστή –τον Αντώνη.- Ανέβαινε πίσω μου από το στόκολο με τα ρούχα μουσκεμένα απ' τον ιδρώτα κάνοντας πάντα την ίδια κίνηση. Να σκουπίζεται στο λαιμό με ένα δικτυωτό μαντήλι –το μαντήλι της φωτιάς-. Κουρασμένος κι αυτός από την βάρδια του, παρακολουθώντας τις φωτιές και τα νερά στα καζάνια, προσπαθούσε, να ανασάνει και να δροσιστεί στις πίντες του καταστρώματος.
Τα σπαστά γκρίζα μαλλιά του είναι αραιά κι από κάτω τους φαίνεται το δέρμα. Ο Αντώνης είναι πενηντάρης και παρά την σκληρή δουλειά έχει την κοιλίτσα του.
Το στόκολο ήταν η περιοχή του, το βασίλειό του, όπου κυβερνούσε τις φωτιές και τα νερά στα καζάνια του πλοίου σαν απόλυτος μονάρχης.
Τώρα ξεκουραζόταν με τα χέρια πίσω από το σβέρκο, αραγμένος πάνω στο πρώτο σκαλοπάτι της σιδερένιας σκάλας που οδηγούσε στην τσιμινιέρα δίπλα από την οβάλ πόρτα της κουζίνας που δεν έκλεινε καλά. Μετά από λίγο χάιδευε τα αραιά γένια του, καπνίζοντας τσιγάρο, έγερνε προς τα πίσω και ακουμπούσε το κεφάλι του πάνω στον γκρίζο σιδερένιο μπουλμέ και χαμογελούσε με το τσιγάρο στο ακρόχειλο και με τα μάτια μισόκλειστα από τον καπνό του τσιγάρου. Τον παρατηρώ έτσι που χαμογελά, και νοιώθω ότι χάνεται στην ανακουφιστική αγκαλιά του χρόνου. Η μήπως και ονειρεύεται με τα μάτια μισόκλειστα;. Χαμογελώντας συνεχίζει να χαϊδεύει τα γένια του. Κι αυτή τη φορά για τα καλά κλείνει τα μάτια πλημμυρισμένος απ’ ένα πέπλο λάμψης στο μέτωπο, παραδίδεται στο όνειρο του. Ίσως να γυρνά στα χρονιά της εφηβείας του, περπατώντας τα σοκάκια της Άνω Σύρου, τότε που ερωτεύτηκε μια καθολική κοπελιά. Όταν την θυμόταν τα μάτια του λαμπύριζαν, κι έπειτα άρχιζαν να αλλάζουν να γίνονται υγρά, θολά και το χρώμα τους ν’ ανοίγει. Ίσως να βλέπει κάπου χωμένο σε μακρινές ομίχλες το πρόσωπο της που απομακρύνεται και χάνεται στα βάθη του ορίζοντα, ανάλαφρα σαν πούπουλο.
Αφήνοντας πίσω μας το Πορτ Λούις, συνεχίζουμε βόρεια κατά μήκος της μεγάλης δαντελωτής ακτογραμμής του Αγίου Μαυρικίου. Άσπρες αμμουδιές, οργιώδης ζούγκλα, απότομες βουνοπλαγιές, καταρράκτες και χιλιόμετρα κοραλλένιας δαντέλας στον Ινδικό ωκεανό. Ένας παράδεισος επί της γης. Ήλιος που καίει, σμαραγδένια νερά, τροπική βλάστηση και αμμουδιά απαλή σαν πούδρα. Ένας επίγειος παράδεισος ανατολικά της Μαδαγασκάρης, στον Τροπικό του Καρκίνου. Εδώ που πριν από εκατομμύρια χρόνια δημιουργήθηκε από έκρηξη υποθαλάσσιου ηφαιστείου ένα νησί.
Η θάλασσα λαμπερή γαλάζια, παντού όσο φτάνει το μάτι, λικνίζεται απαλά και αναστενάζει σαν μια πελώρια αναπνοή. Το φως του ήλιου ξεχύνεται σαν άστρα που σπιθίζουν, που παρασύρουν, ψιθυρίζουν και λαμπυρίζουν από τις κορυφές των κυμάτων πέρα μακριά και σχηματίζουν ένα φωτεινό μονοπάτι στην επιφάνεια, που συνεχίζει προς τον ορίζοντα.
Σιγά, σιγά μαζεύονται από το πλήρωμα, όσοι αυτή την ώρα ξυπνούν, στην πρύμη, για να πιουν τον πρωινό καφέ τους.
Σε λίγο θα πάμε όλοι για δουλειά, -over time- τόσο στο κατάστρωμα όσο και στη μηχανή. Σήμερα κάνει ζέστη. Στην κουβέρτα έχει αέρα και λίγη δροσιά, στην μηχανή όμως κάνει ζέστη, πολύ. Αυτή την εποχή που το πλοίο ταξιδεύει στα τροπικά θέλει μεγάλη προσοχή.
Το πλοίο είναι παλιό και ο εξαερισμός όχι τόσο καλός. «Σήμερα θα έχουμε καύσωνα στο μηχανοστάσιο». Λέει ο Λευτέρης ο λαδάς, που μόλις τώρα πίνει τον καφέ του κι αυτός. Οι συνθήκες εργασίας μέσα στον πιο «σκληρό» χώρο του πλοίου, στο μηχανοστάσιο, όπου οι θερμοκρασίες που επικρατούν είναι υψηλές και ο αέρας κακής ποιότητας είναι ιδιαίτερα δύσκολες. Εκτός από τα επικίνδυνα ταξίδια στη θάλασσα και τις όποιες στερήσεις συνεπάγεται η ζωή πάνω στο πλοίο, τα πληρώματα μηχανής, οι επαγγελματίες αυτοί, ασκούν μια κοπιαστική και ανθυγιεινή εργασία.
Κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα ήταν οκτώ και μισή. Ήξερα ότι εάν δεν ήθελα να έχω μουρμούρα από το Δεύτερο, έπρεπε να σηκωθώ αμέσως και να κατέβω στο μηχανοστάσιο. Στο πλοίο υπήρχε ένα γνωμικό για το Δεύτερο μηχανικό.
«Λένε ότι το δάγκωμα του είναι χειρότερο απ’ το γάβγισμα του».
Ο Αντώνης ήταν ακόμη μισοκοιμισμένος. «Που πας». Με ρώτησε. Είχε μια δυσκολία να σηκωθεί από το πρωινό ραχάτι, άλλα του ήταν αδύνατο να βρει κάποια δικαιολογία ώστε να μην κατέβει στο μηχανοστάσιο για το over time. «Περίμενε έρχομαι μαζί σου». Ακούμπησε στην άκρη το άδειο του φλιτζάνι, σηκώθηκε από το σκαλοπάτι, κούμπωσε τη φόρμα του και πέρασε γρήγορα την είσοδο του μηχανοστασίου. Κι εγώ αγαπώ τόσο πολύ αυτές τις πρωινές στιγμές της αδράνειας που στη διάρκεια τους ξεχνάς ακόμη και τα τέσσερα αυγά μάτια και το μπέικον με τα ψωμάκια που έμειναν άθικτα πίσω μας στη τραπεζαρία.
Ο Δεύτερος μοίρασε τις δουλειές του over time.
Στον Αντώνη ανέθεσε να βοηθήσει το θερμαστή της πρωινής βάρδιας. Το πλοίο τελευταία είχε εφοδιαστεί κακή ποιότητα καύσιμων. Οι μπόρνες στους λέβητες άφηναν στερεά κατάλοιπα στο δάπεδο της εστίας που έπρεπε να αναδευτούν και να καούν πριν αποκτήσουν όγκο και δημιουργήσουν περαιτέρω λειτουργικά προβλήματα.
Ο Αντώνης μ’ ένα μεγάλο σιδερένιο λοστό που χωνόταν βαθειά μέσα στο σωρό αποσπούσε από το δάπεδο τα ανθρακώδη κατάλοιπα. Ταυτόχρονα αύξησε την παροχή του αέρα καύσης στην εστία του λέβητα. Τα κατάλοιπα αμέσως αναφλέγονταν. Άστραφτε και βροντούσε η εστία . Η αναλαμπή απ’ τις φλόγες χόρευε τρελά πάνω στο δάπεδο, συνέχιζε το δαιμονισμένο της χορό πάνω στους πλαϊνούς υδρότοιχους και την οροφή. Κόκκινες και πορτοκαλιές σκιές σειούνται, λυγιούνται, σφιχταγκαλιάζονται ή ξαφνικά ξεμακραίνουν. Αργότερα ζαρώνουν και γίνονται τόσες δα μικρούλες, και μετά σε κάθε νέο ανάδεμα, ώσπου να πεις τρία σηκώνονται τεντώνουν το λαιμό τους με ορμή, και τα ανθρακώδη έπαιρναν και πάλι φωτιά, βγάζοντας μια κίτρινη στριγκή λάμψη. Σαν γιγαντιαίο ταμπούρλο που βροντούσε ρυθμικά.
Ο Αντώνης, χειριζόταν το λοστό με χορευτική ικανότητα. Σ’ αυτό ήταν άπιαστος. Η μια προσπάθεια μετά την άλλη, δώσ’ του, έριχνε με το λοστό και δε σταματούσε.
Ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπό του και έτρεχε στα μάτια του.
Έτσι κύλησε η ώρα μέχρι το coffee time των δέκα.
Ο μοναδικός χώρος στο πλοίο που είχε υποφερτό κλιματισμό ήταν το καπνιστήριο του πλοίου. Στη διάρκεια λοιπόν της εικοσάλεπτης διακοπής από τις εργασίες όλο το πλήρωμα μαζευόταν εκεί για τον καφέ του.
Ο Δεύτερος του πλοίου ήταν ένας τριανταπεντάρης άνδρας από εκείνους τους γυμνασμένους τύπους με ευθυτενές σώμα και έκφραση ετοιμότητας στο πρόσωπο.
Με ρώτησε για τον Αντώνη, και αν ξέρω γιατί δεν ήρθε στον καφέ.
Πήρε τηλέφωνο τη βάρδια του μηχανοστασίου και ρώτησε.
Ένοιωσε ανακούφιση μαθαίνοντας ότι ο Αντώνης πίνει τον καφέ του παρέα με τον συνάδελφο του στο στόκολο. Η ασφάλεια των ανδρών της επιστασίας του ήταν το πρώτο μέλημα του. Για την ακρίβεια ενδιαφερόταν για τη σωματική και ψυχική υγεία των υφισταμένων του και ας μη το φανέρωνε το στεγνό πρόσωπο του.
Τελειώνοντας το coffee time ο συναντηθήκαμε στο κοντρόλ του μηχανοστασίου. Ο Δεύτερος φώναξε εμένα και τον Αντώνη.
«Θα πας στην πλατφόρμα του βοηθητικού ψυγείου να σκουπίσεις το μπουλμέ στη πλευρά της θάλασσας». Είπε του Αντώνη.
Κατάλαβες;
«Κατάλαβα». Επανέλαβε ο Αντώνης γεμάτος ανακούφιση όταν συνειδητοποίησε την εργασία που του αναθέτει ο Δεύτερος.
«Διάβολε, είμαι το κατάλληλο άτομο γι’ αυτή τη δουλειά». Δήλωσε με στόμφο.
Ο Δεύτερος συγκρατήθηκε με κόπο για να μη γελάσει
«Εσύ θα πας στο αριστερό ιππάριο τροφοδοσίας να αλλάξεις σαλαμάστρες στα βάκτρα παλινδρόμησης. Μπορείς;». Με ρώτησε.
«Δεν έχω πρόβλημα». Είπα και το εννοούσα.
«Και έχε το νου σου στο θερμαστή δίπλα σου, θα αράξει άλλα μην τον ανησυχείς, έχει ταλαιπωρηθεί τις προηγούμενες ώρες, έχουμε και αυτή τη διαβόλου υγρασία που σου τρυπάει τα κόκκαλα». Με συμβούλεψε ο Δεύτερος.
Δεν είχε περάσει μισάωρο, ο Αντώνης νοιώθοντας ταλαιπωρημένος απ’ τον πόλεμο με τις φωτιές των καζανιών, έγειρε το κορμί του άβολα να αναπαυτεί στο μεγάλο εγκάρσιο νομέα του σκάφους πίσω από το τεράστιο ψυγείο, πάνω στην επιφάνεια της δροσερής λαμαρίνας. Εκεί που κανείς δεν τον έβλεπε. Ο τραχύς θόρυβος του μηχανοστασίου και οι δονήσεις της προπέλας τον νανούρισαν. Ο Αντώνης αποκοιμήθηκε. Χάνοντας τον Αντώνη από την οπτική επαφή χαμογέλασα με κατανόηση. Θυμήθηκα μια παλιά ιστορία που έλεγε ο παππούς για έναν κολλήγο εκατοχρονίτη γέροντα.
«Προσπαθούσε έντιμα να κάνει τη δουλειά που του ζητούσαν, δουλειά πολύ πάνω από τις δυνάμεις του, εξαντλημένος εδώ και πολύ καιρό. Υστέρα κοιμήθηκε».
Αποκοιμιόταν παντού, ακόμη και στο μηχανοστάσιο, με τον ιδρώτα να μουσκεύει τα ρούχα του.
Πετάχτηκε ξαφνιασμένος, διαπιστώνοντας ότι εγώ είχα ήδη φύγει από το μηχανοστάσιο αποκαρδιώθηκε. Δεν είχε ιδέα πόση ώρα κοιμήθηκε κουρνιασμένος εκεί.
«Σκατά», μονολόγησε όταν κατάλαβε ότι η ώρα ήταν ήδη δώδεκα, κατέβηκε στο δάπεδο της πλατφόρμας και με ύφος σκυθρωπό ξεκίνησε για το μεσημεριανό δείπνο.
Ώρα δώδεκα και δέκα μεσημέρι.
Βρισκόμασταν στο χώρο της μεγάλης τραπεζαρίας πληρώματος του πλοίου, το πλήρωμα βαδίζοντας γοργά ελάμβανε θέση για το μεσημεριανό γεύμα. Ο Αντώνης με το στόμα ορθάνοικτο κρατούσε τα ματιά προσεκτικά χαμηλωμένα έριχνε κλεφτές ματιές γύρω του και στο πρόσωπο του καμωνόταν επιδέξια τον δύσμοιρο και ταλαιπωρημένο από την δύσκολη εργασία που του είχαν αναθέσει να εκτελέσει. Είχε τα μελαγχολικά λαμπερά του ματιά καρφωμένα στο κενό με σφιγμένο χαμόγελο και πονεμένη ματιά. Τα αραιά μαλλιά του ήταν τραβηγμένα πίσω με το λευκό μαντήλι της φωτιάς δεμένο γύρω από το μέτωπο να συγκρατεί τον ιδρώτα του. Προσπαθούσε να προσελκύσει την προσοχή απ’ το πλήρωμα γύρω απ’ τα δυο μεγάλα τραπέζια της τραπεζαρίας του πλοίου στραμμένη επάνω του. Κοίταζε φευγαλέα προς τη διεύθυνση που βρισκόταν ο Δεύτερος μηχανικός με την άκρη του ματιού και το στόμα ανοικτό φροντίζοντας να μην χάσει την ταλαιπωρημένη έκφραση, ώστε να αποσπάσει την προσοχή του, να δείξει ότι εργάστηκε με ζήλο και έφερε εις πέρας τη δουλειά που του είχε αναθέσει.
Κάπου κάπου κοίταζε πάνω από τον ώμο του προς το μέρος μου, να δει εάν είχα αναφέρει κάτι για το ραχάτι του. Αντικρίζοντας το φιλικό μου χαμόγελο μάζεψε το κουράγιο του και προχώρησε να καθίσει στο κάθισμα του.
Ο καμαρωτός μη αναγνωρίζοντας τον καθημερινό μας Αντώνη, σ’ αυτή την γεμάτη ανησυχία έκφραση στο πρόσωπο του συνειδητοποίησε ότι κάτι συμβαίνει σήμερα.
«Είσαι καλά;» τον ρώτησε
«Τι;» ψιθύρισε.
Η φωνή του βγήκε βραχνή, σαν να μην ήταν συνηθισμένος να μιλά καθώς καθόταν στην θέση του.
Το πρόσωπο του στράφηκε στο καμαρότο, που η παρέμβαση του έγινε η αιτία να διακοπεί η πρόσκαιρη θεατρική του παράσταση.
Αυτό τον επανέφερε από την παράσταση του. Έμεινε για λίγο ασάλευτος σχεδόν υπνωτισμένος.
«Αναρωτιόμουν για την καλή σου υγεία. Χαλάρωσε δείχνεις χλωμός σαν ζυμάρι.» Συνέχισε ο καμαρωτός.
Τα καπνιστήρια και οι τραπεζαρίες των πλοίων είναι ένα περιβάλλον που τα αστεία και οι φάρσες ευδοκιμούν.
Ο Αντώνης ακόμη και στα πενήντα χρόνια του ζούσε ακόμη την εποχή της αθωότητας. Η αθωότητα κάποιες στιγμές, με εκείνο το ανόητο, λαμπερό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του, έμοιαζε λες και η χαρά είχε ριζώσει σαν ουράνιο τόξο μέσα στο κεφάλι του.
Για μένα είναι πολύ δύσκολο να δεχτώ -και με ξενίζει η κατάχρηση- αυτές τις φάρσες, που συνήθως έχουν σαν στόχο ορισμένα επιρρεπή άτομα. Πιστεύω ότι είναι βαναυσότητα απέναντι τους η ευκολία να γίνονται θύματα.
Θα κάνω μια αναδρομή σε πολύ πρόσφατα γεγονότα και πως περνούσαν την ελεύθερη ώρα τους το πλήρωμα.
Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στον πύρινο λόγο που έβγαλε ο Αντώνης στην τραπεζαρία την προηγουμένη εβδομάδα.
«Λόγο, θέλουμε λόγο». Τον παρότρυνε σύσσωμο το πλήρωμα.
Ο Αντώνης έπλεε σε πελάγη χαράς, ένοιωθε να υψώνει το ανάστημά του.
Για να τον βλέπει και να τον ακούει το πλήρωμα, έπειτα από παρότρυνση του Γραμματικού, έβγαλε τα παπούτσια του και ανέβηκε πάνω στο τραπέζι. Μιλούσε ενάντια στη ανάλγητη πραχτική της εφοπλιστικής εργοδοσίας και την ανύπαρκτη ευαισθησία τους.
Έλεγε πολλά και ασυνάρτητα μεταξύ τους.
Τον ρωτούσαν τι θα έκανε στο δικό του πλοίο.
Όπως ήταν αναμενόμενο, έπλεξε το εγκώμιό του φανταστικού πλοίου με την στεντόρεια φωνή του.
«Θα βάλω μασίνια με κόκα κόλα». Έλεγε.
Το πλήρωμα ξέσπασε στα γέλια και χειροκροτούσε ενθουσιωδώς από κάτω.
Ο Αντώνης ίσιωνε με καμάρι τους ώμους, και ανταπέδιδε το χειροκρότημα.
Είχε μια ψύχωση με τα μασίνια του νερού, τα ήθελε να ρέουν άφθονη κόκα κόλα.
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.
Τις στιγμές αυτές ο φτωχός καταφρονεμένος Θερμαστής μεταμορφώνεται,
ένοιωθε πως δεν ήταν ένας ξένος, ένας παρείσακτος.
«Ευδαιμονία» ήταν η λέξη που μου ερχόταν στο νου έτσι όπως έβλεπα την παρουσία του.
«Νοιώθει όμορφα», συλλογίστηκα. «Νοιώθει την ανάγκη του ανθρώπου να αφήσει τα ίχνη του.»
Ώρα εννέα το βράδυ.
Ο Αντώνης ήταν ανοικτός τύπος, ευδιάθετος και πομπώδης συνήθως, που εξακολουθούσε να φέρεται σαν μικρό παιδί στα πενήντα του χρόνια. Ήταν ένας πτωχός με αφάνταστα καλή καρδιά θερμαστής στο στόκολο του πλοίου.
Δεν ήξερε να πει όχι σε κανέναν. Μια τέτοια καλοσύνη καρδιάς συνήθως οι γύρω του τον αντάμειβαν με ευγένεια και συμπάθεια. Ήταν και φορές που μερικοί τον πλήγωναν και τον ταπείνωναν. Κρυφογελώντας συνωμοτικά έλεγαν πως, με το πέρασμα του χρόνου το μυαλό του έμεινε πίσω, δεν ακολούθησε τη βιολογική ανάπτυξη του κορμιού του.
Μάλλον δεν είχε τελειώσει τη βασική εκπαίδευση στο σχολείο της πόλης του. Μικρός έπαιζε ποδόσφαιρο στις αλάνες της γειτονιάς του. Στη περιπετειώδη εφηβεία του δούλευε εργάτης στην αποβάθρα του λιμανιού.
Στη στρατιωτική του θητεία, απαλλασσόμενος από το όπλο, είχε ξενοιάσει από σκοπιές και ένοπλες υπηρεσίες.
Από όσο γνώριζα δεν είχε παντρευτεί ποτέ του.
Τις ελεύθερες ώρες ο νεαρός Αντώνης τις περνούσε περιδιαβαίνοντας τους δρόμους που ζούσε η όμορφη Βενετία, με την οποία είναι ακόμη και σήμερα κρυφά ερωτευμένος.
Μια μουντή φθινοπωριάτικη ημέρα νεαρός άνδρας τώρα στέκεται στη παραλία της Σύρου. Το βήματα του τον έχουν οδηγήσει εκεί. Ο πατέρας του δεν υπάρχει πια και η μητέρα του πεθαίνει στο νοσοκομείο της πόλης. Το στομάχι του γουργούρισε σ’ αυτές τις σκέψεις. Ένας καυτός αφόρητος πόνος απλώθηκε στα σώθηκα του. Μεμιάς εικόνες – σπιτιού, ασφάλειας, λογικής, όλων όσων αντιπροσωπεύει μια οικογένεια, ξεπήδησαν και τον πλημμύρισαν. Δεν υπήρχε τρόπος να καταπνίξει η να παραμερίσει τα συναισθήματα του. Η μοναξιά τον πλημμύρισε. Ένοιωθε πια εντελώς μόνος και παρακατιανός. Δεν έχει καμία τάξη, κανένα νόημα η ζωή του. Ο Αντώνης έβαλε τα κλάματα. Δεν έκλαψε υστερικά, ούτε ούρλιαξε, όπως συνήθως κάνουν οι άνθρωποι για να πνίξουν την οργή τους στα δάκρυα. Έκλαψε με τα συνεχή μονότονα αναφιλητά κάποιου που μόλις ανακάλυψε ποσό μόνος είναι και θα συνεχίσει να είναι για πολύ καιρό ακόμη. Έκλαψε γιατί κάθε ίχνος ασφάλειας και λογικής έμοιαζε να έχει χαθεί από τον κόσμο του. Η μοναξιά ήταν μια πραγματικότητα. Σ’ αυτή την κατάσταση όμως, η παραφροσύνη ήταν ένα πολύ πιθανό ενδεχόμενο. Ο Αντώνης άρχισε να βαδίζει στον ανηφορικό δρόμο της μικρής πόλης, έχοντας πίσω του το λιμάνι και την ανατολή. Φθάνοντας στο μικρό τους σπίτι έπεσε βουβός στο κρεβάτι. Τα ματιά του γέμισαν και πάλι καυτά δάκρυα κι ευχήθηκε να ήταν εκεί η Βενετία για να τον αγκάλιαζε. Το πρόσωπο του κοκκίνισε σ’ αυτή τη σκέψη. Κοιμήθηκε προτού σταματήσουν ολότελα οι λυγμοί του. Κοιμήθηκε κουλουριασμένος γύρω από το μαξιλάρι του φορώντας τα καθαρά του ρούχα. Τα δάκρυα του είχαν ζωγραφίσει γραμμές στα πυρωμένα μάγουλα του και στο χέρι κρατούσε χαλαρά το ναυτικό φυλλάδιο που πρόσφατα είχε αποκτήσει.
Έξι μήνες αργότερα ο Αντώνης είχε σχεδόν ξεφύγει από την απελπισία του. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα, έμοιαζε να έχει ωριμάσει, παρακάμπτοντας τις φοβίες του, ώστε να γίνει αυτάρκης σαν ενήλικος.
Σε λίγο όλα πρόκειται να αλλάξουν για τον Αντώνη. Γιατί έχει διαλέξει να κάνει το πρώτο του ταξίδι. Μπαρκάρισε καθαριστής σ’ ένα Λίμπερτυ.
Ήταν πρώτη φορά υστέρα από πολύ καιρό που ο Αντώνης δεν φοβήθηκε καθόλου.
Αυτά συνέβησαν πριν είκοσι πέντε χρόνια.
Σήμερα μετά την βραδινή βάρδια των τέσσερεις οκτώ βρισκόμασταν στην μικρή, στενάχωρη γκρίζα καμπίνα του. Απολαμβάνοντας ένα ποτήρι ουίσκι με πάγο, μου ξετυλίγει κλωστή - κλωστή το κουβάρι της ζωής του.
«Τη ζωή πρέπει να τη δέχεσαι όπως έρχεται. Αυτή είναι η πρώτη εντολή ακόμα και πριν τις Δέκα εντολές. Πρέπει να δέχεσαι το απρόοπτο και ότι προκύπτει από αυτό. Χωρίς το απρόοπτο η ζωή δεν είναι ολοκληρωμένη, είναι σαν κάποιος που δεν ξέρει κολύμπι να τσαλαβουτάει στα ρηχά, όταν η πραγματική θάλασσα είναι μόνο εκεί που υπάρχει βάθος». Αυτό είναι κάτι που μου δίδαξε ο σοφός βοσκός παππούς μου, είπα.
.....................
Η ιδέα του, μου φαινόταν γελοία κι αναρωτιόμουν πως στα κομμάτια θα γλίτωνα απ’ αυτή την ιστορία.
Κι όμως το γράμμα που ζητούσε να του γράψω δεν ήταν ένα αστείο.
Όλα όσα είχαν σχέση μ’ αυτό το γράμμα για μένα ήταν ένα κακόγουστο αστείο, από την πρώτη στιγμή.
Τις τελευταίες μέρες ο Αντώνης βλέποντας πόσο σοβαρά τον αντιμετώπιζα εν αντίθεση με το υπόλοιπο πλήρωμα με γυρόφερνε για μια πολύ προσωπική υπόθεση.
«Θέλω να με βοηθήσεις να γράψω ένα γράμμα». Μου είπε.
Επειδή για πρώτη φορά βρισκόμουν στον ιδιωτικό του χώρο, είχα απορροφηθεί να κοιτάζω με ιδιαίτερη προσοχή ένα ημερολόγιο με καλλιτεχνική αξία κατά την κρίση μου, που βρισκόταν κρεμασμένο πάνω από το μικρό γραφειάκι.
Καθώς μου μιλούσε ο Αντώνης σκέφτηκα στην αρχή ότι αστειεύεται μ’ αυτή την παιδική αφέλεια που είχα συνηθίσει στη συμπεριφορά του.
Όταν όμως γύρισα το βλέμμα μου, διαπίστωσα έκπληκτος ότι μου μιλούσε με απόλυτη σοβαρότητα.
Βλέποντας πόσο σοβαρά αντιμετώπιζε ο Αντώνης την υπόθεση, χάρηκα που είχα προλάβει να συγκρατηθώ από κάποιο φθηνό σχόλιο.
Έτσι λοιπόν κάτι που ξεκίνησε σαν κακόγουστο αστείο για μένα, σύντομα έγινε πολύ αλλόκοτο, και αποκτούσε ενδιαφέρον.
«Δεν έχω πρόβλημα θα σε βοηθήσω όσο μπορώ». Του είπα και το εννοούσα.
«Είμαι φίλος σου». Ακόμη και αν θέλεις κάτι που είναι εναντία στις πεποιθήσεις μου θα σε βοηθήσω, ακόμα και αν δεν συμφωνώ μαζί σου.
«Σκέφτηκα λοιπόν να σου κάνω αυτή τη μικρή εξυπηρέτηση. Αλλά θα μου υποσχεθείς ότι θα κρατήσεις το στόμα σου κλειστό, αν δεν θέλεις να γίνουμε ο περίγελος του βαποριού».
Ο Αντώνης έγνεψε καταφατικά. «Ότι πεις εσύ, και σ’ ευχαριστώ». Είπε.
Ήταν μια απλή αυθόρμητη πράξη καλοσύνης, αλλά ο Αντώνης βρέθηκε να παλεύει για να πνίξει τα συναισθήματα του.
Τελικά κατόρθωσε να χαμογελάσει.
«Σ’ ευχαριστώ πολύ». Είπε πάλι.
Όλα αυτά απλά γρατζούνιζαν την επιφάνεια της χαράς του Αντώνη, που άγγιζε την απόλυτη ευδαιμονία.
Κουβεντιάζαμε για τα όνειρα του. Για τον μεγάλο έρωτα του. Την Βενετία, που χήρα σήμερα ζούσε μόνη της εκεί πίσω στην ανηφόρα της καθολικής συνοικίας.
Ήταν κάτι μαγικό η γυναικά αυτή για τον Αντώνη. Συζητώντας μαζί μου βίωνε ξανά το δέος και την ευφορία των ονειροφαντασίων του. Το συμπέρασμα που έβγαζα από την κουβέντα μας ήταν ότι οι ονειροφαντασίες του ήταν αληθινές και ο Αντώνης τις μοιραζόταν με κάποιο τρόπο μαζί μου. Και αυτό ήταν η χαρά του.
Κάτι μέσα του έλεγε πως πρέπει να το κάνει, πως θα ήταν για αυτόν ένας σκοπός, απελευθέρωση, ανάρρωση και ξύπνημα από το μαρμάρωμα του εαυτού του.
Έβγαλε από το πορτοφόλι του μια φωτογραφία, ένα γυναικείο, ασπρόμαυρο πορτραίτο, το απόθεσε θησαυρό πολύτιμο, στο μικρό τραπέζι εμπρός μας. Στη φωτογραφία είναι η Βενετία ένα γλυκό μελαχρινό κορίτσι. Με μακριά μαύρα μαλλιά, μάτια αμυγδαλωτά κι ένα χαμόγελο στα χείλη. Συνδυάζει την κοριτσίστικη γοητεία με την γυναικεία κομψότητα. Εικόνα ελαφρά ξεθωριασμένη, μισοχαμένη στην αχλή του παρελθόντος.
Πέρασαν χρόνια που απέκτησε αυτή τη φωτογραφία . Την φυλάει τυλιγμένη προσεκτικά, με ευλάβεια, σε καθαρό λευκό χαρτί να μην τη διαβρώσει ο χρόνος. Την ξετυλίγει αργά, αργά σε τακτά χρονικά διαστήματα και νοιώθει την ίδια συγκίνηση, όπως εδώ και πολλά χρόνια. Η λάμψη που ανέβλυζε απ’ τα μάτια της φωτογραφίας ήταν για τον Αντώνη μαγική πηγή. Νοιώθει αυτό το λαμπερό βλέμμα να τον λούζει, να τον χαϊδεύει. Αχ και να γινόταν να κρατήσει αυτή η μαγική στιγμή όσο γίνεται περισσότερο. Συναίσθημα ωραίο σαν ίλιγγος. Ένοιωθε ξαφνικά ότι η φωτογραφία ήταν όλη γεμάτη μέλι κι αρωματικά βότανα.
Για μια στιγμή ένοιωσε να τον πλημμυρίζει η νοσταλγία, είδε τον εαυτό του νεαρό, μ’ ένα σακάκι ριγμένο στον ώμο και τη γραβάτα του χαλαρή σαν κάποιος που επιστρέφει από το γύρο του κόσμου να ξαναβρισκόταν και πάλι στο δρόμο της γειτονίας της. Τα ποδιά που δεν ήθελαν να προχωρήσουν, όλοι οι μύες ως και τα κόκκαλα, του φαίνονταν δυο φόρες βαρύτερα. Αχ και να την έβλεπε να βγαίνει από το σπίτι της, από τη μπροστινή τη πόρτα, να διασχίζει τον πεζόδρομο, με τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά, το μεταξωτό φουλάρι ν’ ανεμίζει στους λεπτούς της ώμους και το άρωμα της γλυκιά ευωδία να διασκορπίζεται γύρω της, με τις ριπές τ’ απαλού ανέμου. Και, μ’ αυτή τη σκέψη, χαμογελούσε.
Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Στη καμπίνα έφτανε στα αυτιά μας ο ανεπαίσθητος θόρυβος από τις τουρμπίνες του μηχανοστασίου. Ο Αντώνης σήκωσε το ποτήρι με το ποτό στο χέρι του και πρόσεξε ένα μικρό ράγισμα στο χείλος. Προσπαθούσε να εκτιμήσει όλα όσα η φωτογραφία του ιστορούσε άλλα το μυαλό του αρνιόταν να συντονιστεί. « Πριν είκοσι πέντε χρόνια». Μουρμούρισε χαμηλόφωνα.
Γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε. Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω μου, με τη λάμψη να ‘χει χαθεί τώρα από μέσα τους, να ‘χει σβήσει σαν τη φλόγα ενός κεριού στον άνεμο. Ανοιγόκλεισε το στόμα του, δεν βγήκε κανένας ήχος όμως. Δεν ήξερε τι να πει. Ήταν τόσο βαθειά η συγκίνηση του.
Η μορφή της Βενετίας χάθηκε, και στη θέση της είδε τώρα το πρόσωπο της μητέρας του στο νοσοκομείο, με τα λευκά μαλλιά της να κρέμονται από την άκρη του φορείου με τα μάτια ολοσκότεινα, το δέρμα της κάτασπρο, και τα χείλια της να κουνιούνται σαν να παραμιλάνε, να απαγγέλλουν ποιήματα, χωρίς να βγάζουν μιλιά. Απλώνει το χέρι της, όμως αυτός δεν προλαβαίνει να το πιάσει. Δεν θα ξαναγυρίσει.
Εγώ τον κοιτούσα συμπονετικά.
Η ταραχή του δεν διήρκησε παρά μια στιγμή μονάχα. Η εικόνα του άλλαξε. Το πρόσωπο του σαν να ‘κρυβε ένα χαρούμενο μυστικό έγινε και πάλι εύθυμο.
Αυτός ήταν ο Αντώνης. Μ’ ευκολία κατόρθωνε να βάζει στο περιθώριο κάθε άσχημη σκέψη.
Αναστέναξε, πήρε μια τελευταία βαθειά ανάσα, ρουφώντας τη γλυκιά λάμψη που ανέδιδε η φωτογραφία αναζητώντας αυτή την αίσθηση της ευτυχίας, την αίσθηση του ουράνιου τόξου. Πίνοντας μια γουλιά από το ποτήρι του, δίπλωσε με αργές προσεκτικές κινήσεις την παλιά φωτογραφία και την έβαλε πάλι στο πορτοφόλι του.
Κάθισα όσο πιο αναπαυτικά μπορούσα και άρχισα να γράφω και να του διαβάζω τι έγραφα. Όσα άκουγε τον συνάρπαζαν. Ένοιωθε έξαψη.
Ήταν ήδη μεσάνυχτα. «Θα πρέπει κι εγώ να πηγαίνω τώρα». Του είπα.
Όταν τον άφησα ήταν αρκετά νηφάλιος.
Έμαθα ότι το γράμμα δεν το έστειλε ποτέ. Το χρησιμοποιούσε να τυλίγει με ευλάβεια την παλιά φωτογραφία.
Με το χρόνο όλες οι μαγείες είχαν χαθεί. Ήταν μόνος του με τον εαυτό του, με το παρελθόν του, και το κεφάλι του γεμάτο από παλιές βασανιστικές ιδέες. Ευχαρίστως θα ανανέωνε αυτό το σύντομο όνειρο τουλάχιστον για μερικές ακόμα στιγμές άλλα ήξερε πως το όνειρο είναι πια χλωμό και διαλύεται σαν το πρωινό σκοτάδι.

............................................................

...................................................................................

 
Web Informer Button