Ads 468x68px

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Αθεράπευτα ερωτευμένος

«Άνοιξα την πόρτα να κατέβω από το ταξί, ένα κύμα ζέστης με κτύπησε λες και κατέβαινα από αεροπλάνο σε αερολιμένα της κεντρικής Αφρικής.
Μπροστά μου απλωνόταν η μεγάλη μαρίνα γεμάτη από σκάφη, πίσω μου η μικρή πλατεία κρυμμένη στο πράσινο, όαση δροσιάς στην αποπνικτική ατμόσφαιρα, μια ζεστή καλοκαιρινή ημέρα. Βρέθηκα στο νούμερο που έγραφε η κάρτα ότι ήταν τα γραφεία της εταιρείας. Έριξα μια ερευνητική ματιά στην είσοδο και διαπίστωσα τον όροφο που βρισκόταν το γραφείο που αναζητούσα.
Αφήνοντας πίσω μου τον ανελκυστήρα ένας διάδρομος οδηγούσε σε μια μεγάλη αίθουσα που ακτινοβολούσε από το φως, άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί ολόγυρα. Μια σειρά από γραφεία με γυναίκες και άνδρες που πληκτρολογούσαν καθισμένοι πίσω από οθόνες υπολογιστών η απαντούσαν στα τηλέφωνα.
Την είδα όρθια μπροστά στο μεγάλο φωτοτυπικό μηχάνημα να περιμένει τις σελίδες της αντιγραφής. Φορούσε απαλό διακριτικό γκρίζο χρώμα ναυτικό παντελόνι όπως το χρώμα της πλυμένης καθαρής στάχτης, εφαρμοστό στους γλουτούς, φάρδαινε πάνω από τα γόνατα και τέλειωνε κουμπώνοντας σφικτά στην αρχή των μοιρών της κάτω από το γόνατο, αφήνοντας στην θέα τις υπέροχα λαξευμένες αθλητικές της γάμπες, το σύνολο το έκλεινε ένα πόλο βαμβακερό μπλουζάκι σε μπλε ελέκτρικ του ουρανού χρώμα, με ανασηκωμένο τον γιακά, που της αγκάλιαζε γάντι το ελκυστικό της σώμα και ένα ζευγάρι μπεζ εξώφτερνες γόβες απ’ αυτές που φορούν οι βραζιλιάνες χορεύτριες της σάμπα. Ευθυτενής, καθώς τέντωνε το κορμί της να φτάσει τις σελίδες μια λυγερή ευκινησία γεμάτη αέρινη χάρη χαρακτήριζε τις κινήσεις της, πραγματικά είχε ένα υπέροχο παράστημα, ήταν απλώς ακαταμάχητη, και απίστευτα σέξι. Λεπτή, ψηλή ένα εβδομήντα πέντε, με ένα ζευγάρι μαύρα μάτια να λάμπουν και αέρινα πλούσια καστανά μαλλιά, σαν της διαφήμισης του πρωτοποριακού μαλακτικού στα βραδινά σήριαλ της τηλεόρασης. Σηκώνοντας το δεξί της χέρι να ταχτοποιήσει της σελίδες παρατήρησα ότι φορούσε βέρα, ξαφνικά αναρωτήθηκα πως θα ήταν ο άνδρας της, ένα τσίμπημα ζήλειας με γέμισε σε κάθε ίνα του κορμιού, το συναίσθημα ήταν μοναδικό.
Την παρακολούθησα να περπατά προς το γραφείο της. Βυθιζόμουν σ’ ένα κόσμο όπου ένοιωσα να με πλημυρίζει πάλι εκείνο το αίσθημα που οι σκέψεις βγαίνουν από την κάρδια σου και όχι από το κεφάλι σου, μόνο που το ένοιωθα δυο φόρες χειρότερα σήμερα.
Ρώτησα να μάθω ποιος είναι ο υπεύθυνος πληρωμάτων.
Μου έδειξαν τα γραφείο της.
Ζαλισμένος στιγμιαία αποπροσανατολισμένος έμεινα ασάλευτος τουλάχιστον για ένα λεπτό, την κοίταξα λες και την έβλεπα μόλις τώρα για πρώτη φορά.
Με κοίταξε και μου χάρισε μια λάμψη από το μεγάλο χαμόγελο της, ένοιωσα έντονα το βλέμμα της, ένα πλούσιο χρώμα χαρακτήριζε την φωνή της.
Το χέρι της ήταν σταθερό και κράτησε το δικό μου, μου φάνηκε ότι μου το κρατούσε έναν αιώνα. Ιδιαίτερα ευχάριστη κυρία, σεμνή, προσιτή και διαλλακτική επαγγελματίας, που είχε όλα τα χαρακτηριστικά της λεπτότητας και της πνευματικής καλλιέργειας.»-------
Όταν τελείωσε την αφήγηση κάθισε για λίγη ώρα χαμένος στις σκέψεις του. Τελικά μ’ ένα τίναγμα, βγήκε από την ονειροπόληση του.
-Διηγείσαι ένα παραμύθι με νόημα του είπα, αφύπνισε μέσα σου η κρυμμένη διάθεση για περιπέτεια στο άγνωστο που κρύβεται στα σκοτεινά βάθη της ψυχής σου.
--Μάστορα δεν θα καταλάβεις ποτέ σου αυτό το συναίσθημα το έχουμε ξανασυζητήσει, η δική σου καρδιά είναι κτισμένη ολόγυρα με τους σκληρούς και άκαμπτους νορβηγικούς γρανίτες μου αντιγύρισε.
--Ίσως φαίνομαι κάποιες φορές παράξενος, αλλά απλά είμαι ντροπαλός και πολλοί δεν το καταλαβαίνουν. Δυσκολεύομαι γενικά να ανοιχτώ απάντησα.
Το βλέμμα του ταξιδέψε αργά γύρω του, δεν μίλησε.
--Καταλαβαίνω, μ’ ευκολία η έξαψη φωλιάζει σαν φίδι χαμηλά κάτω στην κοιλιά σου συνέχισα για να τον πειράξω.
Χαμογέλασε πλατιά, καλόκαρδα.
--Μάστορα κάπου διάβασα , «-- η φαντασία έχει τρεις πιστούς, τους εραστές, τους ποιητές και τους τρελούς.--»
Αυτός ήταν ο γραμματικός του πλοίου μας, μου διηγιόταν τον ερωτικό καημό του με ποιητική αδεία. Ένας όμορφος νεαρός άνδρας που έσφυζε από ζωντάνια και ενεργητικότητα, εξαιρετικά αρρενωπός, ξανθός με αετίσιο βλέμμα.
Βρισκόμασταν αραγμένοι στη πρύμνη ενός φορτηγού πλοίου γενικών φορτίων με προορισμό τον λιμένα Πουέρτο Ορντάνς στον ποταμό Ορινόκο, στην εσωτερική Βενεζουέλα, ρεμβάζοντας τη φύση και φιλοσοφώντας της ερωτικές του ιστορίες.
Στο Αυγουστιάτικο σούρουπο το πλοίο μας τραβά ήσυχα από ένα ευρύ κανάλι, μίλια μακριά από όπου τα ύδατα του τερατώδους ποταμού εκκενώνονται στον Ατλαντικό ωκεανό. Διάστικτα ασημένια και ρόδινα του γλυκού νερού δελφίνια ξεφυσούν και κυλούν στην επιφάνεια, συντροφιά στην απέραντη μοναξιά μας.
Στη γαλήνια και διαυγή ατμόσφαιρα το τοπίο είχε μια άγρια ομορφιά, μερικά σύννεφα έκαναν την εμφάνιση τους μακριά στα δυτικά.
Το βλέμμα αγκάλιαζε τη πλούσια σκούρα πράσινη βλάστηση που καλύπτει σαν ομοιόμορφος μανδύας τους μικρούς λόφους τους οποίους χωρίζουν βαθιές κοιλάδες. Υπάρχουν μονοπάτια αδιάβατα για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου ανάμεσα στους λόφους και πέρα στη πυκνή ζούγκλα που εκτείνεται σε μια έκταση απέραντη για χιλιάδες χιλιόμετρα, τυλιγμένη στη πάχνη της ζέστης.
Όταν η εποχή των βροχών φθάνει από το Μάιο μέχρι το Νοέμβριο, ο ποταμός αυξάνεται κατακλύζοντας μεγάλες περιοχές καλλιεργήσιμων εδαφών και βοσκοτόπια. Ένας ποταμός των αντιθέσεων, μια υδάτινη οδός που βρίσκεται για αιώνες στο χείλος της πολιτισμικής αλλαγής από της πηγές του όπου οι άγριοι άνθρωποι ζουν, ως της εκβολές του.
Τον θυμάμαι που τον πρωτογνώρισα, να δηλώνει ερωτοχτυπημένος με μια όμορφη ισπανικής καταγωγής γιατρό από το Καράκας την πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, έρωτας αγιάτρευτος μου εκμυστηρευόταν, τον είχε επισκεφτεί σε τρία τέσσερα λιμάνια τη καραϊβικής θάλασσας, οπού ερχόταν στο πλοίο μας με το αεροπλάνο της γραμμής να τον συναντήσει.
Του θύμιζα κάποιες ιστορίες που κυκλοφορούσαν στα κύματα.
--Μάστορα μην τις ακούς με διαβάλουν έλεγε χαμογελώντας με νόημα.
--Οι φήμες επιμένουν του απάντησα.
Απολάμβανα το μυρωδάτο διπλό εσπρέσο με το κρουασάν μου, προσπαθώντας μέσα στις σκέψεις να ψυχογραφήσω τον φίλο μου. Κάθε καινούργια γνωριμία του ήταν και μια αξέχαστη εμπειρία, μια περιπέτεια που τη ζούσε με πάθος.
--Έχεις ακούσει ένα ποίημα για κάποιο μεταλλωρύχο, που έψαχνε στα βάθη της γης να ανακαλύψει αυτό που ονειρευόταν τον ρώτησα.
Του φάνηκε πολύ παράξενη η ερώτηση μου.
……«Βράχε γίνε κομμάτια
έτσι όπως σε χτυπώ με το βαρύ σφυρί
για ν’ ακουστεί ο κρότος σου ως τον ουρανό!
Εκεί κάτω πρέπει να ανοίξω το δρόμο μου
προς ένα τέρμα που μόλις τολμώ να φανταστώ
Άραγε λάθεψα; Αυτό το μονοπάτι
δεν οδηγεί στο φως
Αν ψάχνω προς τα πάνω
το φως με τυφλώνει.
Όχι, πρέπει να κατέβω στα σπλάχνα της γης,
Εκεί που βασιλεύει νύχτα…
Βαρύ σφυρί άνοιξε μου το δρόμο.
Που πάει ολόισα στη κάρδια της φύσης.»….***

--Δηλαδή τι λέει το ποίημα, αναρωτήθηκε κοιτάζοντας ερωτηματικά το ποτήρι με την παγωμένη σάγκρια που κρατούσε στο χέρι του, λες και μπορούσε να εμπνευστεί και αποκρυπτογραφήσει την απάντηση στο περιεχόμενο του.
--Προσπαθώ να φτιάξω ένα πορτρέτο που να σου ταιριάζει του λέω, κάθε καινούργια γνωριμία σου είναι ένα αίσθημα εντονότερο από το προηγούμενο.
--Θα το εξειδικεύσεις στην καθημερινή διάλεκτο που η κοινή λογική μπορεί και κατανοεί μου απάντησε.
--Το ποίημα είναι όπως οι Περσίδες, που ίσως δούμε απόψε στον έναστρο ουρανό. Τ' αστράκια που γοητεύσαν και καθήλωσαν τη Δανάη, τη μητέρα του Περσέα, όταν βρέθηκε στην αγκαλιά του Δία.
Τα δεκάδες φωτεινά πεφταστέρια που στολίζουν τις νύχτες του Αυγούστου και μπορούν να τα απολαύσουν αυτές τις νύκτες οι αθεράπευτα ρομαντικοί και όχι.
Πρόκειται για μια βροχή αστεριών. Αποτελείται από υπολείμματα του κομήτη Swift-Tuttle που κάνει μια πλήρη περιφορά γύρω από τον ήλιο κάθε 130 χρόνια. Οι διάττοντες αστέρες που παρατηρούμε είναι τα σωματίδια σκόνης και βράχων που άφησε πίσω του ο κομήτης αυτός κατά την πορεία του μέσα από το ηλιακό μας σύστημα. Το όνομά τους οφείλεται στο βόρειο αστερισμό του Περσέα, όπου βρίσκεται και το σημείο εκκίνησης τους. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια.
Με κοίταξε παράξενα γεμάτος ευφορία, στη συνέχεια γύρισε το βλέμμα του αφήνοντας το να χαθεί στο μακρινό ορίζοντα, έβλεπε τ’ αστέρια καθώς κρυβόταν ένα, ένα, πίσω από τα σύννεφα που έφταναν από τη δύση κάνοντας το τοπίο μελαγχολικό.
Σαν από μηχανής θεός μια σκιά έκανε την εμφάνιση της στην αλέα της πρύμνης, έγινε πιο ευδιάκριτη, ήταν ο τρίτος πλοίαρχος του πλοίου ένα νεαρό γοητευτικό παλληκάρι από την Κρήτη.
--Αισθάνομαι θα είναι μακριά η νύκτα απόψε δήλωσα.
Γιαννάκη μόλις είχα ξεκινήσει να ανακρίνω τον φίλο μας εκ δεξιών για την τελευταία περιπέτεια σας στην Ιαπωνία. Λοιπόν κάθισε δίπλα μας πάρε ένα ποτήρι σάγκρια και διηγήσου την ιστορία με τον μοναδικό τρόπο που γνωρίζεται εσείς οι κρητικοί.
Έγινε σιωπή. Ήταν η σιωπή που πάντα γίνεται στην αναμονή.
«Είμαστε στα 1987 στο Καβασάκι, πόλη στην Ιαπωνία, στο νοτιοανατολικό νησί, μεταξύ του Τόκιο και της Γιοκοχάμα, στον κόλπο του Τόκιο σε μια ιδιαίτερα αστικοποιημένη περιοχή, είναι ένας σημαντικός λιμένας και βιομηχανικό κέντρο της μεγάλης βιομηχανικής ζώνης . Από τον τουριστικό οδηγό ανακαλύψαμε ότι στην ευρύτερη περιοχή λειτουργεί από το 1983 τεράστιο θεματικό πάρκο ψυχαγωγίας, το επιτυχές, γνωστό τουριστικό αξιοθέατο η ντίσνευλαντ του Τόκυο, ένας δημοφιλής πόλος έλξης για τους επισκέπτες.
Αποφασίσαμε λοιπόν το σαββατοκύριακο να την επισκεφτούμε, ο γραμματικός εγώ και ο δόκιμος μηχανικός με καταγωγή από τα μέρη του Γυθείου.
Βρισκόμαστε στο τελευταίο Σάββατο τον Ιούλιο, υπάρχει παραδοσιακό φεστιβάλ και εορτασμός πέρα από τον ποταμό που διασχίζει την περιοχή, και μια τεράστια επίδειξη πυροτεχνημάτων, που προσελκύει εκατομμύρια θεατές.
Ήταν πέντε κοριτσόπουλα από κάποια κολεγιακή ομάδα, νεαρές κομψές έφηβες, των δεκαοκτώ χρονών, με πλούσια μαύρα μαλλιά και αμυγδαλωτά μάτια.
Ντυμένες ομοιόμορφα με λευκά καθαρά πουκάμισα, αρκετά κοντές πλισέ φούστες γκριζογάλανο το χρώμα με μακριές τιράντες να κρέμονται από τους λεπτούς ώμους.
Κάλτσες λευκές αθλητικές λίγο κάτω από τα γόνατα, μαύρα σκαρπίνια παπούτσια.
Τα άβαφα πρόσωπα τους με τα διάφανα βλέμματα έδιναν μια σεμνή εμφάνιση στη νεανική τους παρουσία.
Είχε μια ικανότητα που κερδίζει τις εντυπώσεις, και αν δεν απατώμαι μάστορα, εσύ του έχεις προσδώσει τον ορισμό της θανατηφόρας έλξης που έχει ο φίλος μας με το γυναίκειο φύλλο. Στάθηκε τις παρακολουθούσε, τα πρόσωπα τους ακτινοβολούσαν, άρχισε να βγάζει το λευκό από ινδικό μετάξι πουκάμισο του. Έκπληξη ανάμεικτη με περίεργα ζωγραφίστηκε στα πρόσωπα των κοριτσιών. Το έστρωσε χαλί, γονάτισε προσκυνητής και ικέτευσε την μεγαλύτερη και αρχηγό της παρέας να περάσει πατώντας πάνω από το πουκάμισο του. Τον κοιτούσαν χωρίς να μπορούν να το πιστέψουν αυτό που συμβαίνει, γέλια σαν ανοιξιάτικα νεοσσών τιτιβίσματα αντήχησαν γύρω μας, ήταν μια χαρούμενη και απρόσμενη ενέργεια, το πήραν για παιγνίδι. Όταν το νεαρό κορίτσι επιτέλους αποφάσισε να του κάνει το χατίρι, σήκωσε το πουκάμισο του το πήρε στην αγκαλιά με ευλάβεια όπως κάτι το πολύ πολύτιμο, και με περίσσια τρυφερότητα το φίλησε.
--Θησαυρέ μου όταν σε είδα για πρώτη φορά με μάγεψες, ήθελα μόνο να δω τα μάτια σου να λάμπουν από ευτυχία είπε στο κορίτσι.
Γοητευμένες από την προσωπικότητα και το αδιαμφισβήτητο ταμπεραμέντο του, η εξέλιξη ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και τα αποτελέσματα εντυπωσιακά.
Είχε ένα χάρισμα ένα δώρο.
Ήταν απολαυστικός, ευχάριστος, θαυμάσιος.
Τρεις μεγάλοι κεραυνοβόλοι έρωτες ξεκινούσαν από εκείνη τη στιγμή στο πλακόστρωτο της ντίσνευλαντ.
Την ημέρα της αναχώρησης η προβλήτα γέμισε κοριτσόπουλα με λευκά μαντήλια στα χέρια και άφθονα δάκρυα στα μάτια, νομίζω ότι ο πιο δύσκολος χωρισμός ήταν αυτός του δόκιμου μηχανικού, με πάθος έχει αγκαλιαστεί με την κοπέλα του εκεί στη σκάλα εισόδου του πλοίου μέχρι που έλυσε και ο τελευταίος κάβος δεν έλεγαν να αποχωριστούν τα σώματα τους.»
--Αληθεύει μάστορα ότι το επόμενο ταξίδι είναι Γιοκοχάμα;
--Νομίζω.
-- Η έκφραση στο πρόσωπο τους με πληροφορούσε ότι ακόμη πονούσαν για το χωρισμό.
Για να διώξουν τις αναμνήσεις από το μυαλό τους, μετέφερα την κουβέντα.
--Νίκο αληθεύει η ιστορία με μια όμορφη γιατρό που έχει δηλώσει πως θα σε ευνουχίσει όταν και οπού σε συναντήσει;
-- Μάστορα μην ακούς φήμες είναι.

***Ο μεταλλωρύχος – Ερρίκος Ιψεν 1871

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Μια παλιά φωτογραφία, κι ένα γράμμα.

Χίλια εννιακόσια εβδομήντα τρία.
Ναυτικός.
Ήταν το πρώτο μου μπάρκο.
Δόκιμος μηχανικός σ’ ένα ατμοκίνητο γκαζάδικο του πενήντα.
Ταξιδεύουμε κάτω από τ’ άστρα πάνω στους πέντε ωκεανούς του πλανήτη. Νοιώθω το πλοίο να σκίζει τα κύματα. Χιλιάδες τόνοι μέταλλο κάτω από τ’ απόκοσμο και χαοτικό βάθος του ουρανού, κάτω από μακρινούς πλανήτες, γαλαξίες, ταξιδεύουν ακούραστα στις πέντε ηπείρους του πλανήτη. Χιλιάδες τόνοι μέταλλο ταξιδεύουν στο χρόνο με μοναδικό φόντο τον ορίζοντα, μια επίπεδη γαλάζια γραμμή που χωρίζει τον ουρανό από τους ωκεανούς.
Ώρα οκτώ το πρωί.
Είχε κτυπήσει το σήμαντρο παράδοσης της βάρδιας τέσσερεις οκτώ.
Αγκομαχώντας, ανέβηκα όλες τις σκάλες του Μηχανοστασίου, προχώρησα στο κατάστρωμα της πρύμνης και εξουθενωμένος, κάθισα στις πρυμιές πίντες, κοντά στον εργάτη για να ξεκουραστώ και να βλέπω πέρα από τη γέφυρα του καραβιού τις τροπικές θάλασσες.
Διαπλέοντας την τροπική θάλασσα με την ζέστη και την υγρασία, σ' αυτές τις πίντες, μακριά από τα καζάνια και τις τουρμπίνες του μηχανοστασίου, συνάντησα μετά την κοπιαστική βάρδια τον συριανό θερμαστή –τον Αντώνη.- Ανέβαινε πίσω μου από το στόκολο με τα ρούχα μουσκεμένα απ' τον ιδρώτα κάνοντας πάντα την ίδια κίνηση. Να σκουπίζεται στο λαιμό με ένα δικτυωτό μαντήλι –το μαντήλι της φωτιάς-. Κουρασμένος κι αυτός από την βάρδια του, παρακολουθώντας τις φωτιές και τα νερά στα καζάνια, προσπαθούσε, να ανασάνει και να δροσιστεί στις πίντες του καταστρώματος.
Τα σπαστά γκρίζα μαλλιά του είναι αραιά κι από κάτω τους φαίνεται το δέρμα. Ο Αντώνης είναι πενηντάρης και παρά την σκληρή δουλειά έχει την κοιλίτσα του.
Το στόκολο ήταν η περιοχή του, το βασίλειό του, όπου κυβερνούσε τις φωτιές και τα νερά στα καζάνια του πλοίου σαν απόλυτος μονάρχης.
Τώρα ξεκουραζόταν με τα χέρια πίσω από το σβέρκο, αραγμένος πάνω στο πρώτο σκαλοπάτι της σιδερένιας σκάλας που οδηγούσε στην τσιμινιέρα δίπλα από την οβάλ πόρτα της κουζίνας που δεν έκλεινε καλά. Μετά από λίγο χάιδευε τα αραιά γένια του, καπνίζοντας τσιγάρο, έγερνε προς τα πίσω και ακουμπούσε το κεφάλι του πάνω στον γκρίζο σιδερένιο μπουλμέ και χαμογελούσε με το τσιγάρο στο ακρόχειλο και με τα μάτια μισόκλειστα από τον καπνό του τσιγάρου. Τον παρατηρώ έτσι που χαμογελά, και νοιώθω ότι χάνεται στην ανακουφιστική αγκαλιά του χρόνου. Η μήπως και ονειρεύεται με τα μάτια μισόκλειστα;. Χαμογελώντας συνεχίζει να χαϊδεύει τα γένια του. Κι αυτή τη φορά για τα καλά κλείνει τα μάτια πλημμυρισμένος απ’ ένα πέπλο λάμψης στο μέτωπο, παραδίδεται στο όνειρο του. Ίσως να γυρνά στα χρονιά της εφηβείας του, περπατώντας τα σοκάκια της Άνω Σύρου, τότε που ερωτεύτηκε μια καθολική κοπελιά. Όταν την θυμόταν τα μάτια του λαμπύριζαν, κι έπειτα άρχιζαν να αλλάζουν να γίνονται υγρά, θολά και το χρώμα τους ν’ ανοίγει. Ίσως να βλέπει κάπου χωμένο σε μακρινές ομίχλες το πρόσωπο της που απομακρύνεται και χάνεται στα βάθη του ορίζοντα, ανάλαφρα σαν πούπουλο.
Αφήνοντας πίσω μας το Πορτ Λούις, συνεχίζουμε βόρεια κατά μήκος της μεγάλης δαντελωτής ακτογραμμής του Αγίου Μαυρικίου. Άσπρες αμμουδιές, οργιώδης ζούγκλα, απότομες βουνοπλαγιές, καταρράκτες και χιλιόμετρα κοραλλένιας δαντέλας στον Ινδικό ωκεανό. Ένας παράδεισος επί της γης. Ήλιος που καίει, σμαραγδένια νερά, τροπική βλάστηση και αμμουδιά απαλή σαν πούδρα. Ένας επίγειος παράδεισος ανατολικά της Μαδαγασκάρης, στον Τροπικό του Καρκίνου. Εδώ που πριν από εκατομμύρια χρόνια δημιουργήθηκε από έκρηξη υποθαλάσσιου ηφαιστείου ένα νησί.
Η θάλασσα λαμπερή γαλάζια, παντού όσο φτάνει το μάτι, λικνίζεται απαλά και αναστενάζει σαν μια πελώρια αναπνοή. Το φως του ήλιου ξεχύνεται σαν άστρα που σπιθίζουν, που παρασύρουν, ψιθυρίζουν και λαμπυρίζουν από τις κορυφές των κυμάτων πέρα μακριά και σχηματίζουν ένα φωτεινό μονοπάτι στην επιφάνεια, που συνεχίζει προς τον ορίζοντα.
Σιγά, σιγά μαζεύονται από το πλήρωμα, όσοι αυτή την ώρα ξυπνούν, στην πρύμη, για να πιουν τον πρωινό καφέ τους.
Σε λίγο θα πάμε όλοι για δουλειά, -over time- τόσο στο κατάστρωμα όσο και στη μηχανή. Σήμερα κάνει ζέστη. Στην κουβέρτα έχει αέρα και λίγη δροσιά, στην μηχανή όμως κάνει ζέστη, πολύ. Αυτή την εποχή που το πλοίο ταξιδεύει στα τροπικά θέλει μεγάλη προσοχή.
Το πλοίο είναι παλιό και ο εξαερισμός όχι τόσο καλός. «Σήμερα θα έχουμε καύσωνα στο μηχανοστάσιο». Λέει ο Λευτέρης ο λαδάς, που μόλις τώρα πίνει τον καφέ του κι αυτός. Οι συνθήκες εργασίας μέσα στον πιο «σκληρό» χώρο του πλοίου, στο μηχανοστάσιο, όπου οι θερμοκρασίες που επικρατούν είναι υψηλές και ο αέρας κακής ποιότητας είναι ιδιαίτερα δύσκολες. Εκτός από τα επικίνδυνα ταξίδια στη θάλασσα και τις όποιες στερήσεις συνεπάγεται η ζωή πάνω στο πλοίο, τα πληρώματα μηχανής, οι επαγγελματίες αυτοί, ασκούν μια κοπιαστική και ανθυγιεινή εργασία.
Κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα ήταν οκτώ και μισή. Ήξερα ότι εάν δεν ήθελα να έχω μουρμούρα από το Δεύτερο, έπρεπε να σηκωθώ αμέσως και να κατέβω στο μηχανοστάσιο. Στο πλοίο υπήρχε ένα γνωμικό για το Δεύτερο μηχανικό.
«Λένε ότι το δάγκωμα του είναι χειρότερο απ’ το γάβγισμα του».
Ο Αντώνης ήταν ακόμη μισοκοιμισμένος. «Που πας». Με ρώτησε. Είχε μια δυσκολία να σηκωθεί από το πρωινό ραχάτι, άλλα του ήταν αδύνατο να βρει κάποια δικαιολογία ώστε να μην κατέβει στο μηχανοστάσιο για το over time. «Περίμενε έρχομαι μαζί σου». Ακούμπησε στην άκρη το άδειο του φλιτζάνι, σηκώθηκε από το σκαλοπάτι, κούμπωσε τη φόρμα του και πέρασε γρήγορα την είσοδο του μηχανοστασίου. Κι εγώ αγαπώ τόσο πολύ αυτές τις πρωινές στιγμές της αδράνειας που στη διάρκεια τους ξεχνάς ακόμη και τα τέσσερα αυγά μάτια και το μπέικον με τα ψωμάκια που έμειναν άθικτα πίσω μας στη τραπεζαρία.
Ο Δεύτερος μοίρασε τις δουλειές του over time.
Στον Αντώνη ανέθεσε να βοηθήσει το θερμαστή της πρωινής βάρδιας. Το πλοίο τελευταία είχε εφοδιαστεί κακή ποιότητα καύσιμων. Οι μπόρνες στους λέβητες άφηναν στερεά κατάλοιπα στο δάπεδο της εστίας που έπρεπε να αναδευτούν και να καούν πριν αποκτήσουν όγκο και δημιουργήσουν περαιτέρω λειτουργικά προβλήματα.
Ο Αντώνης μ’ ένα μεγάλο σιδερένιο λοστό που χωνόταν βαθειά μέσα στο σωρό αποσπούσε από το δάπεδο τα ανθρακώδη κατάλοιπα. Ταυτόχρονα αύξησε την παροχή του αέρα καύσης στην εστία του λέβητα. Τα κατάλοιπα αμέσως αναφλέγονταν. Άστραφτε και βροντούσε η εστία . Η αναλαμπή απ’ τις φλόγες χόρευε τρελά πάνω στο δάπεδο, συνέχιζε το δαιμονισμένο της χορό πάνω στους πλαϊνούς υδρότοιχους και την οροφή. Κόκκινες και πορτοκαλιές σκιές σειούνται, λυγιούνται, σφιχταγκαλιάζονται ή ξαφνικά ξεμακραίνουν. Αργότερα ζαρώνουν και γίνονται τόσες δα μικρούλες, και μετά σε κάθε νέο ανάδεμα, ώσπου να πεις τρία σηκώνονται τεντώνουν το λαιμό τους με ορμή, και τα ανθρακώδη έπαιρναν και πάλι φωτιά, βγάζοντας μια κίτρινη στριγκή λάμψη. Σαν γιγαντιαίο ταμπούρλο που βροντούσε ρυθμικά.
Ο Αντώνης, χειριζόταν το λοστό με χορευτική ικανότητα. Σ’ αυτό ήταν άπιαστος. Η μια προσπάθεια μετά την άλλη, δώσ’ του, έριχνε με το λοστό και δε σταματούσε.
Ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπό του και έτρεχε στα μάτια του.
Έτσι κύλησε η ώρα μέχρι το coffee time των δέκα.
Ο μοναδικός χώρος στο πλοίο που είχε υποφερτό κλιματισμό ήταν το καπνιστήριο του πλοίου. Στη διάρκεια λοιπόν της εικοσάλεπτης διακοπής από τις εργασίες όλο το πλήρωμα μαζευόταν εκεί για τον καφέ του.
Ο Δεύτερος του πλοίου ήταν ένας τριανταπεντάρης άνδρας από εκείνους τους γυμνασμένους τύπους με ευθυτενές σώμα και έκφραση ετοιμότητας στο πρόσωπο.
Με ρώτησε για τον Αντώνη, και αν ξέρω γιατί δεν ήρθε στον καφέ.
Πήρε τηλέφωνο τη βάρδια του μηχανοστασίου και ρώτησε.
Ένοιωσε ανακούφιση μαθαίνοντας ότι ο Αντώνης πίνει τον καφέ του παρέα με τον συνάδελφο του στο στόκολο. Η ασφάλεια των ανδρών της επιστασίας του ήταν το πρώτο μέλημα του. Για την ακρίβεια ενδιαφερόταν για τη σωματική και ψυχική υγεία των υφισταμένων του και ας μη το φανέρωνε το στεγνό πρόσωπο του.
Τελειώνοντας το coffee time ο συναντηθήκαμε στο κοντρόλ του μηχανοστασίου. Ο Δεύτερος φώναξε εμένα και τον Αντώνη.
«Θα πας στην πλατφόρμα του βοηθητικού ψυγείου να σκουπίσεις το μπουλμέ στη πλευρά της θάλασσας». Είπε του Αντώνη.
Κατάλαβες;
«Κατάλαβα». Επανέλαβε ο Αντώνης γεμάτος ανακούφιση όταν συνειδητοποίησε την εργασία που του αναθέτει ο Δεύτερος.
«Διάβολε, είμαι το κατάλληλο άτομο γι’ αυτή τη δουλειά». Δήλωσε με στόμφο.
Ο Δεύτερος συγκρατήθηκε με κόπο για να μη γελάσει
«Εσύ θα πας στο αριστερό ιππάριο τροφοδοσίας να αλλάξεις σαλαμάστρες στα βάκτρα παλινδρόμησης. Μπορείς;». Με ρώτησε.
«Δεν έχω πρόβλημα». Είπα και το εννοούσα.
«Και έχε το νου σου στο θερμαστή δίπλα σου, θα αράξει άλλα μην τον ανησυχείς, έχει ταλαιπωρηθεί τις προηγούμενες ώρες, έχουμε και αυτή τη διαβόλου υγρασία που σου τρυπάει τα κόκκαλα». Με συμβούλεψε ο Δεύτερος.
Δεν είχε περάσει μισάωρο, ο Αντώνης νοιώθοντας ταλαιπωρημένος απ’ τον πόλεμο με τις φωτιές των καζανιών, έγειρε το κορμί του άβολα να αναπαυτεί στο μεγάλο εγκάρσιο νομέα του σκάφους πίσω από το τεράστιο ψυγείο, πάνω στην επιφάνεια της δροσερής λαμαρίνας. Εκεί που κανείς δεν τον έβλεπε. Ο τραχύς θόρυβος του μηχανοστασίου και οι δονήσεις της προπέλας τον νανούρισαν. Ο Αντώνης αποκοιμήθηκε. Χάνοντας τον Αντώνη από την οπτική επαφή χαμογέλασα με κατανόηση. Θυμήθηκα μια παλιά ιστορία που έλεγε ο παππούς για έναν κολλήγο εκατοχρονίτη γέροντα.
«Προσπαθούσε έντιμα να κάνει τη δουλειά που του ζητούσαν, δουλειά πολύ πάνω από τις δυνάμεις του, εξαντλημένος εδώ και πολύ καιρό. Υστέρα κοιμήθηκε».
Αποκοιμιόταν παντού, ακόμη και στο μηχανοστάσιο, με τον ιδρώτα να μουσκεύει τα ρούχα του.
Πετάχτηκε ξαφνιασμένος, διαπιστώνοντας ότι εγώ είχα ήδη φύγει από το μηχανοστάσιο αποκαρδιώθηκε. Δεν είχε ιδέα πόση ώρα κοιμήθηκε κουρνιασμένος εκεί.
«Σκατά», μονολόγησε όταν κατάλαβε ότι η ώρα ήταν ήδη δώδεκα, κατέβηκε στο δάπεδο της πλατφόρμας και με ύφος σκυθρωπό ξεκίνησε για το μεσημεριανό δείπνο.
Ώρα δώδεκα και δέκα μεσημέρι.
Βρισκόμασταν στο χώρο της μεγάλης τραπεζαρίας πληρώματος του πλοίου, το πλήρωμα βαδίζοντας γοργά ελάμβανε θέση για το μεσημεριανό γεύμα. Ο Αντώνης με το στόμα ορθάνοικτο κρατούσε τα ματιά προσεκτικά χαμηλωμένα έριχνε κλεφτές ματιές γύρω του και στο πρόσωπο του καμωνόταν επιδέξια τον δύσμοιρο και ταλαιπωρημένο από την δύσκολη εργασία που του είχαν αναθέσει να εκτελέσει. Είχε τα μελαγχολικά λαμπερά του ματιά καρφωμένα στο κενό με σφιγμένο χαμόγελο και πονεμένη ματιά. Τα αραιά μαλλιά του ήταν τραβηγμένα πίσω με το λευκό μαντήλι της φωτιάς δεμένο γύρω από το μέτωπο να συγκρατεί τον ιδρώτα του. Προσπαθούσε να προσελκύσει την προσοχή απ’ το πλήρωμα γύρω απ’ τα δυο μεγάλα τραπέζια της τραπεζαρίας του πλοίου στραμμένη επάνω του. Κοίταζε φευγαλέα προς τη διεύθυνση που βρισκόταν ο Δεύτερος μηχανικός με την άκρη του ματιού και το στόμα ανοικτό φροντίζοντας να μην χάσει την ταλαιπωρημένη έκφραση, ώστε να αποσπάσει την προσοχή του, να δείξει ότι εργάστηκε με ζήλο και έφερε εις πέρας τη δουλειά που του είχε αναθέσει.
Κάπου κάπου κοίταζε πάνω από τον ώμο του προς το μέρος μου, να δει εάν είχα αναφέρει κάτι για το ραχάτι του. Αντικρίζοντας το φιλικό μου χαμόγελο μάζεψε το κουράγιο του και προχώρησε να καθίσει στο κάθισμα του.
Ο καμαρωτός μη αναγνωρίζοντας τον καθημερινό μας Αντώνη, σ’ αυτή την γεμάτη ανησυχία έκφραση στο πρόσωπο του συνειδητοποίησε ότι κάτι συμβαίνει σήμερα.
«Είσαι καλά;» τον ρώτησε
«Τι;» ψιθύρισε.
Η φωνή του βγήκε βραχνή, σαν να μην ήταν συνηθισμένος να μιλά καθώς καθόταν στην θέση του.
Το πρόσωπο του στράφηκε στο καμαρότο, που η παρέμβαση του έγινε η αιτία να διακοπεί η πρόσκαιρη θεατρική του παράσταση.
Αυτό τον επανέφερε από την παράσταση του. Έμεινε για λίγο ασάλευτος σχεδόν υπνωτισμένος.
«Αναρωτιόμουν για την καλή σου υγεία. Χαλάρωσε δείχνεις χλωμός σαν ζυμάρι.» Συνέχισε ο καμαρωτός.
Τα καπνιστήρια και οι τραπεζαρίες των πλοίων είναι ένα περιβάλλον που τα αστεία και οι φάρσες ευδοκιμούν.
Ο Αντώνης ακόμη και στα πενήντα χρόνια του ζούσε ακόμη την εποχή της αθωότητας. Η αθωότητα κάποιες στιγμές, με εκείνο το ανόητο, λαμπερό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του, έμοιαζε λες και η χαρά είχε ριζώσει σαν ουράνιο τόξο μέσα στο κεφάλι του.
Για μένα είναι πολύ δύσκολο να δεχτώ -και με ξενίζει η κατάχρηση- αυτές τις φάρσες, που συνήθως έχουν σαν στόχο ορισμένα επιρρεπή άτομα. Πιστεύω ότι είναι βαναυσότητα απέναντι τους η ευκολία να γίνονται θύματα.
Θα κάνω μια αναδρομή σε πολύ πρόσφατα γεγονότα και πως περνούσαν την ελεύθερη ώρα τους το πλήρωμα.
Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στον πύρινο λόγο που έβγαλε ο Αντώνης στην τραπεζαρία την προηγουμένη εβδομάδα.
«Λόγο, θέλουμε λόγο». Τον παρότρυνε σύσσωμο το πλήρωμα.
Ο Αντώνης έπλεε σε πελάγη χαράς, ένοιωθε να υψώνει το ανάστημά του.
Για να τον βλέπει και να τον ακούει το πλήρωμα, έπειτα από παρότρυνση του Γραμματικού, έβγαλε τα παπούτσια του και ανέβηκε πάνω στο τραπέζι. Μιλούσε ενάντια στη ανάλγητη πραχτική της εφοπλιστικής εργοδοσίας και την ανύπαρκτη ευαισθησία τους.
Έλεγε πολλά και ασυνάρτητα μεταξύ τους.
Τον ρωτούσαν τι θα έκανε στο δικό του πλοίο.
Όπως ήταν αναμενόμενο, έπλεξε το εγκώμιό του φανταστικού πλοίου με την στεντόρεια φωνή του.
«Θα βάλω μασίνια με κόκα κόλα». Έλεγε.
Το πλήρωμα ξέσπασε στα γέλια και χειροκροτούσε ενθουσιωδώς από κάτω.
Ο Αντώνης ίσιωνε με καμάρι τους ώμους, και ανταπέδιδε το χειροκρότημα.
Είχε μια ψύχωση με τα μασίνια του νερού, τα ήθελε να ρέουν άφθονη κόκα κόλα.
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.
Τις στιγμές αυτές ο φτωχός καταφρονεμένος Θερμαστής μεταμορφώνεται,
ένοιωθε πως δεν ήταν ένας ξένος, ένας παρείσακτος.
«Ευδαιμονία» ήταν η λέξη που μου ερχόταν στο νου έτσι όπως έβλεπα την παρουσία του.
«Νοιώθει όμορφα», συλλογίστηκα. «Νοιώθει την ανάγκη του ανθρώπου να αφήσει τα ίχνη του.»
Ώρα εννέα το βράδυ.
Ο Αντώνης ήταν ανοικτός τύπος, ευδιάθετος και πομπώδης συνήθως, που εξακολουθούσε να φέρεται σαν μικρό παιδί στα πενήντα του χρόνια. Ήταν ένας πτωχός με αφάνταστα καλή καρδιά θερμαστής στο στόκολο του πλοίου.
Δεν ήξερε να πει όχι σε κανέναν. Μια τέτοια καλοσύνη καρδιάς συνήθως οι γύρω του τον αντάμειβαν με ευγένεια και συμπάθεια. Ήταν και φορές που μερικοί τον πλήγωναν και τον ταπείνωναν. Κρυφογελώντας συνωμοτικά έλεγαν πως, με το πέρασμα του χρόνου το μυαλό του έμεινε πίσω, δεν ακολούθησε τη βιολογική ανάπτυξη του κορμιού του.
Μάλλον δεν είχε τελειώσει τη βασική εκπαίδευση στο σχολείο της πόλης του. Μικρός έπαιζε ποδόσφαιρο στις αλάνες της γειτονιάς του. Στη περιπετειώδη εφηβεία του δούλευε εργάτης στην αποβάθρα του λιμανιού.
Στη στρατιωτική του θητεία, απαλλασσόμενος από το όπλο, είχε ξενοιάσει από σκοπιές και ένοπλες υπηρεσίες.
Από όσο γνώριζα δεν είχε παντρευτεί ποτέ του.
Τις ελεύθερες ώρες ο νεαρός Αντώνης τις περνούσε περιδιαβαίνοντας τους δρόμους που ζούσε η όμορφη Βενετία, με την οποία είναι ακόμη και σήμερα κρυφά ερωτευμένος.
Μια μουντή φθινοπωριάτικη ημέρα νεαρός άνδρας τώρα στέκεται στη παραλία της Σύρου. Το βήματα του τον έχουν οδηγήσει εκεί. Ο πατέρας του δεν υπάρχει πια και η μητέρα του πεθαίνει στο νοσοκομείο της πόλης. Το στομάχι του γουργούρισε σ’ αυτές τις σκέψεις. Ένας καυτός αφόρητος πόνος απλώθηκε στα σώθηκα του. Μεμιάς εικόνες – σπιτιού, ασφάλειας, λογικής, όλων όσων αντιπροσωπεύει μια οικογένεια, ξεπήδησαν και τον πλημμύρισαν. Δεν υπήρχε τρόπος να καταπνίξει η να παραμερίσει τα συναισθήματα του. Η μοναξιά τον πλημμύρισε. Ένοιωθε πια εντελώς μόνος και παρακατιανός. Δεν έχει καμία τάξη, κανένα νόημα η ζωή του. Ο Αντώνης έβαλε τα κλάματα. Δεν έκλαψε υστερικά, ούτε ούρλιαξε, όπως συνήθως κάνουν οι άνθρωποι για να πνίξουν την οργή τους στα δάκρυα. Έκλαψε με τα συνεχή μονότονα αναφιλητά κάποιου που μόλις ανακάλυψε ποσό μόνος είναι και θα συνεχίσει να είναι για πολύ καιρό ακόμη. Έκλαψε γιατί κάθε ίχνος ασφάλειας και λογικής έμοιαζε να έχει χαθεί από τον κόσμο του. Η μοναξιά ήταν μια πραγματικότητα. Σ’ αυτή την κατάσταση όμως, η παραφροσύνη ήταν ένα πολύ πιθανό ενδεχόμενο. Ο Αντώνης άρχισε να βαδίζει στον ανηφορικό δρόμο της μικρής πόλης, έχοντας πίσω του το λιμάνι και την ανατολή. Φθάνοντας στο μικρό τους σπίτι έπεσε βουβός στο κρεβάτι. Τα ματιά του γέμισαν και πάλι καυτά δάκρυα κι ευχήθηκε να ήταν εκεί η Βενετία για να τον αγκάλιαζε. Το πρόσωπο του κοκκίνισε σ’ αυτή τη σκέψη. Κοιμήθηκε προτού σταματήσουν ολότελα οι λυγμοί του. Κοιμήθηκε κουλουριασμένος γύρω από το μαξιλάρι του φορώντας τα καθαρά του ρούχα. Τα δάκρυα του είχαν ζωγραφίσει γραμμές στα πυρωμένα μάγουλα του και στο χέρι κρατούσε χαλαρά το ναυτικό φυλλάδιο που πρόσφατα είχε αποκτήσει.
Έξι μήνες αργότερα ο Αντώνης είχε σχεδόν ξεφύγει από την απελπισία του. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα, έμοιαζε να έχει ωριμάσει, παρακάμπτοντας τις φοβίες του, ώστε να γίνει αυτάρκης σαν ενήλικος.
Σε λίγο όλα πρόκειται να αλλάξουν για τον Αντώνη. Γιατί έχει διαλέξει να κάνει το πρώτο του ταξίδι. Μπαρκάρισε καθαριστής σ’ ένα Λίμπερτυ.
Ήταν πρώτη φορά υστέρα από πολύ καιρό που ο Αντώνης δεν φοβήθηκε καθόλου.
Αυτά συνέβησαν πριν είκοσι πέντε χρόνια.
Σήμερα μετά την βραδινή βάρδια των τέσσερεις οκτώ βρισκόμασταν στην μικρή, στενάχωρη γκρίζα καμπίνα του. Απολαμβάνοντας ένα ποτήρι ουίσκι με πάγο, μου ξετυλίγει κλωστή - κλωστή το κουβάρι της ζωής του.
«Τη ζωή πρέπει να τη δέχεσαι όπως έρχεται. Αυτή είναι η πρώτη εντολή ακόμα και πριν τις Δέκα εντολές. Πρέπει να δέχεσαι το απρόοπτο και ότι προκύπτει από αυτό. Χωρίς το απρόοπτο η ζωή δεν είναι ολοκληρωμένη, είναι σαν κάποιος που δεν ξέρει κολύμπι να τσαλαβουτάει στα ρηχά, όταν η πραγματική θάλασσα είναι μόνο εκεί που υπάρχει βάθος». Αυτό είναι κάτι που μου δίδαξε ο σοφός βοσκός παππούς μου, είπα.
.....................
Η ιδέα του, μου φαινόταν γελοία κι αναρωτιόμουν πως στα κομμάτια θα γλίτωνα απ’ αυτή την ιστορία.
Κι όμως το γράμμα που ζητούσε να του γράψω δεν ήταν ένα αστείο.
Όλα όσα είχαν σχέση μ’ αυτό το γράμμα για μένα ήταν ένα κακόγουστο αστείο, από την πρώτη στιγμή.
Τις τελευταίες μέρες ο Αντώνης βλέποντας πόσο σοβαρά τον αντιμετώπιζα εν αντίθεση με το υπόλοιπο πλήρωμα με γυρόφερνε για μια πολύ προσωπική υπόθεση.
«Θέλω να με βοηθήσεις να γράψω ένα γράμμα». Μου είπε.
Επειδή για πρώτη φορά βρισκόμουν στον ιδιωτικό του χώρο, είχα απορροφηθεί να κοιτάζω με ιδιαίτερη προσοχή ένα ημερολόγιο με καλλιτεχνική αξία κατά την κρίση μου, που βρισκόταν κρεμασμένο πάνω από το μικρό γραφειάκι.
Καθώς μου μιλούσε ο Αντώνης σκέφτηκα στην αρχή ότι αστειεύεται μ’ αυτή την παιδική αφέλεια που είχα συνηθίσει στη συμπεριφορά του.
Όταν όμως γύρισα το βλέμμα μου, διαπίστωσα έκπληκτος ότι μου μιλούσε με απόλυτη σοβαρότητα.
Βλέποντας πόσο σοβαρά αντιμετώπιζε ο Αντώνης την υπόθεση, χάρηκα που είχα προλάβει να συγκρατηθώ από κάποιο φθηνό σχόλιο.
Έτσι λοιπόν κάτι που ξεκίνησε σαν κακόγουστο αστείο για μένα, σύντομα έγινε πολύ αλλόκοτο, και αποκτούσε ενδιαφέρον.
«Δεν έχω πρόβλημα θα σε βοηθήσω όσο μπορώ». Του είπα και το εννοούσα.
«Είμαι φίλος σου». Ακόμη και αν θέλεις κάτι που είναι εναντία στις πεποιθήσεις μου θα σε βοηθήσω, ακόμα και αν δεν συμφωνώ μαζί σου.
«Σκέφτηκα λοιπόν να σου κάνω αυτή τη μικρή εξυπηρέτηση. Αλλά θα μου υποσχεθείς ότι θα κρατήσεις το στόμα σου κλειστό, αν δεν θέλεις να γίνουμε ο περίγελος του βαποριού».
Ο Αντώνης έγνεψε καταφατικά. «Ότι πεις εσύ, και σ’ ευχαριστώ». Είπε.
Ήταν μια απλή αυθόρμητη πράξη καλοσύνης, αλλά ο Αντώνης βρέθηκε να παλεύει για να πνίξει τα συναισθήματα του.
Τελικά κατόρθωσε να χαμογελάσει.
«Σ’ ευχαριστώ πολύ». Είπε πάλι.
Όλα αυτά απλά γρατζούνιζαν την επιφάνεια της χαράς του Αντώνη, που άγγιζε την απόλυτη ευδαιμονία.
Κουβεντιάζαμε για τα όνειρα του. Για τον μεγάλο έρωτα του. Την Βενετία, που χήρα σήμερα ζούσε μόνη της εκεί πίσω στην ανηφόρα της καθολικής συνοικίας.
Ήταν κάτι μαγικό η γυναικά αυτή για τον Αντώνη. Συζητώντας μαζί μου βίωνε ξανά το δέος και την ευφορία των ονειροφαντασίων του. Το συμπέρασμα που έβγαζα από την κουβέντα μας ήταν ότι οι ονειροφαντασίες του ήταν αληθινές και ο Αντώνης τις μοιραζόταν με κάποιο τρόπο μαζί μου. Και αυτό ήταν η χαρά του.
Κάτι μέσα του έλεγε πως πρέπει να το κάνει, πως θα ήταν για αυτόν ένας σκοπός, απελευθέρωση, ανάρρωση και ξύπνημα από το μαρμάρωμα του εαυτού του.
Έβγαλε από το πορτοφόλι του μια φωτογραφία, ένα γυναικείο, ασπρόμαυρο πορτραίτο, το απόθεσε θησαυρό πολύτιμο, στο μικρό τραπέζι εμπρός μας. Στη φωτογραφία είναι η Βενετία ένα γλυκό μελαχρινό κορίτσι. Με μακριά μαύρα μαλλιά, μάτια αμυγδαλωτά κι ένα χαμόγελο στα χείλη. Συνδυάζει την κοριτσίστικη γοητεία με την γυναικεία κομψότητα. Εικόνα ελαφρά ξεθωριασμένη, μισοχαμένη στην αχλή του παρελθόντος.
Πέρασαν χρόνια που απέκτησε αυτή τη φωτογραφία . Την φυλάει τυλιγμένη προσεκτικά, με ευλάβεια, σε καθαρό λευκό χαρτί να μην τη διαβρώσει ο χρόνος. Την ξετυλίγει αργά, αργά σε τακτά χρονικά διαστήματα και νοιώθει την ίδια συγκίνηση, όπως εδώ και πολλά χρόνια. Η λάμψη που ανέβλυζε απ’ τα μάτια της φωτογραφίας ήταν για τον Αντώνη μαγική πηγή. Νοιώθει αυτό το λαμπερό βλέμμα να τον λούζει, να τον χαϊδεύει. Αχ και να γινόταν να κρατήσει αυτή η μαγική στιγμή όσο γίνεται περισσότερο. Συναίσθημα ωραίο σαν ίλιγγος. Ένοιωθε ξαφνικά ότι η φωτογραφία ήταν όλη γεμάτη μέλι κι αρωματικά βότανα.
Για μια στιγμή ένοιωσε να τον πλημμυρίζει η νοσταλγία, είδε τον εαυτό του νεαρό, μ’ ένα σακάκι ριγμένο στον ώμο και τη γραβάτα του χαλαρή σαν κάποιος που επιστρέφει από το γύρο του κόσμου να ξαναβρισκόταν και πάλι στο δρόμο της γειτονίας της. Τα ποδιά που δεν ήθελαν να προχωρήσουν, όλοι οι μύες ως και τα κόκκαλα, του φαίνονταν δυο φόρες βαρύτερα. Αχ και να την έβλεπε να βγαίνει από το σπίτι της, από τη μπροστινή τη πόρτα, να διασχίζει τον πεζόδρομο, με τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά, το μεταξωτό φουλάρι ν’ ανεμίζει στους λεπτούς της ώμους και το άρωμα της γλυκιά ευωδία να διασκορπίζεται γύρω της, με τις ριπές τ’ απαλού ανέμου. Και, μ’ αυτή τη σκέψη, χαμογελούσε.
Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Στη καμπίνα έφτανε στα αυτιά μας ο ανεπαίσθητος θόρυβος από τις τουρμπίνες του μηχανοστασίου. Ο Αντώνης σήκωσε το ποτήρι με το ποτό στο χέρι του και πρόσεξε ένα μικρό ράγισμα στο χείλος. Προσπαθούσε να εκτιμήσει όλα όσα η φωτογραφία του ιστορούσε άλλα το μυαλό του αρνιόταν να συντονιστεί. « Πριν είκοσι πέντε χρόνια». Μουρμούρισε χαμηλόφωνα.
Γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε. Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω μου, με τη λάμψη να ‘χει χαθεί τώρα από μέσα τους, να ‘χει σβήσει σαν τη φλόγα ενός κεριού στον άνεμο. Ανοιγόκλεισε το στόμα του, δεν βγήκε κανένας ήχος όμως. Δεν ήξερε τι να πει. Ήταν τόσο βαθειά η συγκίνηση του.
Η μορφή της Βενετίας χάθηκε, και στη θέση της είδε τώρα το πρόσωπο της μητέρας του στο νοσοκομείο, με τα λευκά μαλλιά της να κρέμονται από την άκρη του φορείου με τα μάτια ολοσκότεινα, το δέρμα της κάτασπρο, και τα χείλια της να κουνιούνται σαν να παραμιλάνε, να απαγγέλλουν ποιήματα, χωρίς να βγάζουν μιλιά. Απλώνει το χέρι της, όμως αυτός δεν προλαβαίνει να το πιάσει. Δεν θα ξαναγυρίσει.
Εγώ τον κοιτούσα συμπονετικά.
Η ταραχή του δεν διήρκησε παρά μια στιγμή μονάχα. Η εικόνα του άλλαξε. Το πρόσωπο του σαν να ‘κρυβε ένα χαρούμενο μυστικό έγινε και πάλι εύθυμο.
Αυτός ήταν ο Αντώνης. Μ’ ευκολία κατόρθωνε να βάζει στο περιθώριο κάθε άσχημη σκέψη.
Αναστέναξε, πήρε μια τελευταία βαθειά ανάσα, ρουφώντας τη γλυκιά λάμψη που ανέδιδε η φωτογραφία αναζητώντας αυτή την αίσθηση της ευτυχίας, την αίσθηση του ουράνιου τόξου. Πίνοντας μια γουλιά από το ποτήρι του, δίπλωσε με αργές προσεκτικές κινήσεις την παλιά φωτογραφία και την έβαλε πάλι στο πορτοφόλι του.
Κάθισα όσο πιο αναπαυτικά μπορούσα και άρχισα να γράφω και να του διαβάζω τι έγραφα. Όσα άκουγε τον συνάρπαζαν. Ένοιωθε έξαψη.
Ήταν ήδη μεσάνυχτα. «Θα πρέπει κι εγώ να πηγαίνω τώρα». Του είπα.
Όταν τον άφησα ήταν αρκετά νηφάλιος.
Έμαθα ότι το γράμμα δεν το έστειλε ποτέ. Το χρησιμοποιούσε να τυλίγει με ευλάβεια την παλιά φωτογραφία.
Με το χρόνο όλες οι μαγείες είχαν χαθεί. Ήταν μόνος του με τον εαυτό του, με το παρελθόν του, και το κεφάλι του γεμάτο από παλιές βασανιστικές ιδέες. Ευχαρίστως θα ανανέωνε αυτό το σύντομο όνειρο τουλάχιστον για μερικές ακόμα στιγμές άλλα ήξερε πως το όνειρο είναι πια χλωμό και διαλύεται σαν το πρωινό σκοτάδι.

............................................................

...................................................................................

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

Η φόρτωσης στο Τακοράντι

--Αν μπορούσα να πετάξω εκεί στο χωριό που γεννήθηκα χρόνια τώρα πίσω θυμάμαι το γείτονα  να μιλούσε επίσης για αρχές και κανόνες. 
Είχε αρχές ο άνθρωπος, πίστευε ότι όταν λείπει ο άνδρας, η γυναίκα βγαίνει από το σπίτι μόνον αν πιάσει φωτιά, αν κάποιος πεθάνει, η αν πρέπει να γεννήσει.
Δεν θα τολμούσα να διανοηθώ  ότι πολλά πράγματα τα οποία στην πραγματικότητα αποτελούν κοινότυπα στοιχεία της ζωής τα εννοείς αυτού του είδους αρχές με τα κηρύγματα σου σφύριξα μέσα από τα δόντια μου.
Έχουμε αναχωρήσει  από τον λιμένα Μαρίνα Ντι Καράρα της Ιταλίας με προορισμό την Γκάνα προς φόρτωση και με τελικό προορισμό την Ιαπωνία για εκφόρτωση.
Ενδιάμεσα προγραμματίστηκε να προσεγγίσουμε τα Κανάρια νησιά προς παραλαβή τροφίμων, λιπαντικών και καύσιμα.
Ο πλοίαρχος  ένας σαρανταπεντάρης άνδρας ψηλός με γκρίζους κροτάφους , στρογγυλό καλοξυρισμένο πρόσωπο, γενικά η εικόνα του ήταν παχουλή και κάπως νεανική, ένα σύνηθες χαρακτηριστικό που ταιριάζει πολύ σε επιχειρηματίες, με το πουκάμισο του να κρέμεται συνήθως έξω από το παντελόνι, έχει αναλάβει πλοιαρχία στην εταιρεία για πρώτη φορά. Μέχρι πρόσφατα εργαζόταν στην ισραηλινών συμφερόντων ΖΙΜ LINE.
Ένας γνήσιος αρβανίτης από τα Μεσόγεια Αττικής, με σεβασμό στην νομοθετημένη διαχείριση και τους κανόνες  λειτουργίας των πλοίων.
Η εταιρεία που εργάζομαι είναι μια οικογενειακή εταιρεία, τα πληρώματα της είναι μόνιμα στελέχη από τον απλό ναύτη μέχρι τον πλοίαρχο, προσαρμοσμένα στο περιβάλλον λειτουργίας που επιτρέπει μερικές ανώδυνες αποκλίσεις από τους δικονομικούς κανόνες συνεργασίας προς όφελος όλων μας.
Η καρδιά της σύγκρουσης βρέθηκε στο αίτημα  που έχει να κάνει με τις προκαταβολές του πληρώματος στους λιμένες.
Τον προτείνω να πάρει εδώ στα Κανάρια νησιά αρκετά δολάρια γιατί στο πρώτο λιμάνι,  καθημερινά κάποιο από τα μέλη του πληρώματος θα του ζητά χρήματα προκαταβολή, αυτό μου έχει δείξει η μέχρι σήμερα σύντομη εμπειρία μου με τα πληρώματα της εταιρείας.
--Εκεί το έφερε η κουβέντα για κανόνες και αρχές, για τοπικά νομίσματα και όλα τα παρελκόμενα που σέρνουν οι κανόνες για να μας δυσκολεύουν τη ζωή πολλές φορές αντί να την διευθετούν.
Με κοίταξε με ύφος σκυθρωπό και γεμάτο δυσφορία, σχεδόν με θυμό.
Δεν δεχόταν κουβέντα τα πληρώματα, θα παίρνουν αυτά που δηλώνουν μόνο και σε τοπικό νόμισμα όπως ορίζουν οι συμβάσεις εργασίας τους ,και σε όποιον αρέσει..
Θα ζήσουμε ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί στα πρώτα λιμάνια σκέφτηκα μεγαλόφωνα.
Η νύκτα έπεφτε. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, το φεγγάρι μόλις που φαινόταν μέσα από τα σύννεφα, το πλοίο ταξίδευε αρμονικά στην απέραντη ηρεμία.
Την επομένη το πλοίο αγκυροβολούσε στο Λας Πάλμας.
Το Λας Πάλμας είναι γραφικός θαλάσσιος λιμένας στη βορειοδυτική ακτή της ομώνυμης πόλης των Κανάριων νήσων, στα μέσα του Ατλαντικού, στα σταυροδρόμια μεταξύ της Ευρώπης  της Αφρικής και της Αμερικής. Το παλαιότερο μέρος έχει τις στενές, οδούς και τα παλαιά κτήρια, συμπεριλαμβανομένου ενός καθεδρικού ναού από το 1492 .
Είναι ένας αγαπημένος προορισμός των διακοπών για τους ισπανούς και όχι μόνο.
Για αιώνες, ο λιμένας του Λας Πάλμας είναι η παραδοσιακή βάση των σκαφών στο δρόμο τους μέσω του μέσου Ατλαντικού ωκεανού. Η πόλη έχει αρκετά πάρκα, απλώνονται όσο βλέπει το μάτι, η γαλήνη τους είναι απόλυτη με πολλές αλέες και αιωνόβια υποτροπικά δένδρα.
Έγινε ανεφοδιασμός του πλοίου, σε τρόφιμα,  καύσιμα και λιπαντικά.
Ο ναύκληρος του πλοίου, ένας  πεπειραμένος ναυτικός από τα Βάτικα της Λακωνίας με πληροφόρησε ότι τα βαρέλια που θα αδειάσουμε από τα λιπαντικά που παραλάβαμε, μια εκατοντάδα περίπου, θα μας φανούν πολύ χρήσιμα στον λιμένα φόρτωσης.
Με την πάροδο του χρόνου ο πλοίαρχος μας έδειξε μεγάλη ικανότητα να κερδίζει τις εντυπώσεις, ένας άριστος επαγγελματίας, συνεργάσιμος, αποτελεσματικός με ευθύτητα λόγων και πράξεων να τον διακρίνει. Αυτό που στην καθημερινή συναλλαγή μας ονομάζουμε ντομπροσύνη, ακεραιότητα χαρακτήρα.
Απλώς ορισμένες φόρες ,σύμφωνα με τη δική μου θεώρηση, δυσκολευόταν να παρακάμψει με την ευλυγισία της στιγμιαίας απόκλισης τους κανόνες και τις αρχές  όταν αυτό είναι απαραίτητο μεν μη ουσιώδες δε, ώστε να λειτουργεί το σύστημα όσο επιτρέπεται χωρίς  παρενέργειες.
Ήταν πνευματώδης , ετοιμόλογος, μια σταθερή πηγή έμπνευσης, με γνήσια αριστοφάνεια κριτική στα γεγονότα. Ταυτόχρονα είχε το προνόμιο να κατέχει και να χειρίζεται άριστα τέσσερεις πέντε γλώσσες.
--Πως τα καταφέρνεις αθεόφοβε τον ρωτούσα.
--Με βοηθάνε τα αρβανίτικα μου απαντούσε.
Με μια έμφυτη κοινωνικότητα είχε απίθανο ταλέντο τα στο να διηγείται ιστορίες.
Μου άρεσε μια οικογενειακή του αφήγηση, που σας την διηγούμαι αλλά δυστυχώς η ψυχή της ιστορίας είναι η ίδια η αφήγηση του πλοιάρχου που δεν μεταφέρεται στη γραφή.
Στα πρώτα χρόνια της πλοιαρχίας του ταξιδεύει με την σύζυγο του.
Η κυρία Άννα, μια Κυριακή θέλησε να φτιάξει ένα σπιτικό γαλακτομπούρεκο, να το σερβίρει στον απογευματινό καφέ. Αφού το παρασκεύασε και το μέλωσε, έτοιμο  πλέον παίρνει το ταψί να το μεταφέρει στο σαλόνι  να σερβίρει το πλήρωμα.
Δυστυχώς στην πόρτα εξόδου από την κουζίνα στον άλουε [διάδρομο], σκόνταψε και το ταψί βρέθηκε αναποδογυρισμένο με το γαλακτομπούρεκο στο δάπεδο.
Σύμπτωση στο διάδρομο βρισκόταν ο πρώτος μηχανικός του πλοίου ένας ευχάριστος άνθρωπος, με πηγαίο χιούμορ και έξω καρδιά. Βλέποντας το ατύχημα, δεν χάνει την ψυχραιμία του σκύβει ατάραχος σηκώνει το ταψί μαζί το περιεχόμενο που συμμάζεψε από το δάπεδο, το δίνει πίσω στην καπετάνισσα, και βουτώντας το χέρι του μέσα στο περιεχόμενο αποσπά ένα μεγάλο κομμάτι και αρχίζει κυριολεκτικά να το καταβροχθίζει.
Δείχνοντας σαν τυλιγμένος σε μια απόλυτη ευτυχία από ευχαρίστηση που νοιώθει από τη γεύση του, γυρίζει και λέει στην καπετάνισσα.
--Κυρία Άννα μη μου στενοχωριέσαι, είναι απίθανη σου λέω, καλύτερη τυρόπιττα δεν έχω δοκιμάσει στη ζωή μου, θα πάρω ένα κομμάτι ακόμη, μου επιτρέπεις πιστεύω.
Κόκκαλο η  κυρία Άννα, άρχισε ένα νευρικό  γέλιο, που κατέληξε να γίνει χαρούμενο, απελευθερωτικό.
Η άφιξη στο λιμένα φόρτωσης έγινε το λυκόφως μιας θαυμάσιας ημέρας με ασυννέφιαστο ουρανό, και ο ορίζοντας πέρα στο τροπικό δάσος έδειχνε χρυσαφιά υπέροχος κάτω από τις ακτίνες του Ήλιου που έδυε.
Το Τακοράντι  είναι μια πόλη της Γκάνας στη Δυτική Αφρική κοντά στον ισημερινό, ένας λιμένας σε βαθιά νερά που εξυπηρετεί και ευημερεί από τα μεταλλεύματα που μεταφέρονται από την ενδοχώρα.
Η χρησιμότητα των βαρελιών έγινε ορατή από την πρώτη ημέρα.
Τοπικοί ψαράδες που έχουν μάθει την ύπαρξη τους, καταφθάνουν φορτωμένοι με αστακούς γαρίδες  καβούρια και λογής θαλασσινά  για ανταλλαγή με τα άδεια βαρέλια. Η κατάληξη ήταν  μετά την πρώτη εβδομάδα να είναι φορτωμένα τα τραπέζια στην τραπεζαρία με τα παραπάνω εδέσματα και κανείς  να μην τα πλησιάζει.
Μπουχτίσαμε στον αστακό τα καβούρια και τα υπόλοιπα θαλασσινά.
Βρισκόμαστε στην έναρξη της φόρτωσης που με επισκέφτηκε στο γραφείο μου νεαρός άνδρας αφρικανός μια συμπαθητική φιγούρα μέτριο ανάστημα , η γεροδεμένη κορμοστασιά  του θύμιζε αθλητή, και το φωτεινό του πρόσωπο φανέρωνε άτομο που έχει ζήσει σε αστικό περιβάλλον. Μου δείχνει κάποια χειρόγραφα πιστοποιητικά ότι έχει εργαστεί σε ελληνικά πλοία, έχει δε μεγάλη ανάγκη από εργασία, θα το εκτιμούσε εάν υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον από πλευράς μας να του δώσουμε την ευκαιρία να εργαστεί για όσο διάστημα θα παραμείνει το πλοίο στον λιμένα. Θα είναι ευχαριστημένος με την διατροφή του και κάποιο μικρό ημερομίσθιο τρία με τέσσερα δολάρια ημερησίως. Συμφώνησα να μείνει στο πλοίο για καθαρισμούς και βαφές σεντινων μηχανοστασίου, θα έχει ημερομίσθιο οκτώ δολάρια την ημέρα, την διατροφή του, και εάν μείνουμε ικανοποιημένοι θα υπάρξει και ένα μικρό έξτρα οικονομικό δώρο. Τα μάτια του άστραψαν με μια ξαφνική λάμψη συγκίνησης και χαράς , το πρόσωπο του φωτίστηκε από ενθουσιασμό, τα λόγια του μπερδεμένα από την ευχάριστη έκπληξη που τον συνεπήρε.
Το αντίτιμο της εργασίας ήταν μοναδικό, πέρα από κάθε προσδοκία πλουσιοπάροχο για τα στάνταρ της χώρας του.
Όρμησε μου άρπαξε τα χέρια δυνατά τα έσφιξε, γεμάτος έξαψη, μη γνωρίζοντας πως αλλιώς να δείξει την ευχαρίστηση του.
Το όνομα του ήταν Ανρί, μου εκμυστηρεύτηκε ότι είχε μεγαλώσει στη Γαλλία,  βρέθηκε εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα πίσω στην πατρίδα του για οικογενειακούς λόγους και σύντομα σκοπεύει να ξαναγυρίσει στην Ευρώπη.
Περιμένοντας το φορτίο του μεταλλεύματος από την ενδοχώρα το πλοίο θα παρέμενε στο λιμάνι το λιγότερο για είκοσι ημέρες.
Η ζωή στη διάρκεια της φόρτωσης κυλούσε σε ήρεμους ρυθμούς, είχα εφοδιαστεί ένα σεβαστό ποσό από δολάρια και είχα ενημερώσει το πλήρωμα μηχανής, εάν  έχουν ανάγκη από χρήματα πέρα από την προκαταβολή που πολύ μετρημένα ζητούν όπως πάντα στην άφιξη, να απευθύνονται σε μένα και να μην ενοχλούν τον πλοίαρχο, μόνο με μέτρο και ευθύνη, να μην ξεχνάμε ότι πρώτα και πάνω από όλα είναι η οικογένεια, κάθε δολάριο δε που σπαταλάμε σημαίνει ότι αφαιρείται ένα μπουκάλι γάλα από τη διατροφή της οικογένειας και του παιδιού.
Δεν χρειάστηκε να με ενοχλήσουν, γιατί ο αρβανίτης είχε μεριμνήσει, είχε  εφοδιάσει το ταμείο του, πρόβλημα δεν υπήρχε, αποδεικνύοντας ότι πέρα από ντομπροσύνη , είχε μια καθαρή και έντιμη καρδιά.
Τελικά ήταν ένας καλοσυνάτος τύπος, με αρχές πάνω από όλα.
Τις τελευταίες ημέρες φόρτωσης, εζήτησα από τον Ανρί, δίδοντας του το ανάλογο αντίτιμο, να μου προμηθεύσει μια ποσότητα με χώμα κατάλληλο για κήπους, και μερικούς κορμούς από το φυτό Yucca σαν αυτούς που  διαπίστωσα ότι υπάρχουν  σ’ αφθονία στους κήπους και τους αγρούς στα πέριξ της πόλης.
Το Yucca είναι ένα γένος από αιωνόβιους θάμνους και δένδρα της οικογένειας,  Agavaceae.  Τα 40-50 είδη του είναι αειθαλές στην ανάπτυξη δένδρα μέχρι και πάνω από πέντε μέτρα ύψος, με πυκνά σπειροειδώς τακτοποιημένα φύλλα σαν  ξιφολόγχες πάνω από έναν ευδιάκριτο βασικό κορμό, ο φλοιός είναι γκρίζος, καφετής, καλυμμένος με φύλλα κοντά στην κορυφή, που γίνεται ακανόνιστος τραχύς και φολιδωτός κοντά στο έδαφος. Τα φύλλα είναι μακριά, κυρτά, παχιά, πολύ άκαμπτα, και γαλαζοπράσινα στο χρώμα. Τα λουλούδια του είναι άσπρα, έχοντας μερικές φορές μια πορφυρή χροιά, με μίσχο σε σχήμα καμπάνας, που παράγονται σε μια συμπαγή βολβοειδή συστάδα ψηλά στην κορυφή του φυτού. Τα φρούτα είναι σαρκώδη και πράσινα, και ωριμάζοντας αποκτούν δερματοειδή σκούρο καφετή χρώμα.
Ήταν το απόγευμα μιας μουντής ημέρας από την τροπική ζέστη και την σαν ομίχλη υγρασία της ατμόσφαιρας σε συνδυασμό με την γλυφή μυρωδιά από την σκόνη που αναδυόταν στον ιμάντα φόρτωσης του σιδηρομεταλλεύματος.
Στον ουρανό υπήρχε ένα πολύ βαρύ γκρίζο, στο βάθος απλωνόταν η  μελαγχολική γη.
Στη προβλήτα, εμπρός στη σκάλα του πλοίου έχει παρκάρει ένα αυτοκίνητο Σιτροέν στεϊσιον, με τον Ανρί να βρίσκεται στη θέση του συνεπιβάτη και με οδηγό μια νεαρή μιγάδα, στην οροφή του είναι φορτωμένο με πολλούς κορμούς από το φυτό Yucca.
Είναι η στιγμή που ανοίγοντας την πόρτα από το αυτοκίνητο η οδηγός  ένα νεανικό πρόσωπο, ξεπρόβαλλε, κοίταξε γύρω της και κατέβηκε στην προβλήτα εκεί στην αρχή της σκάλας στο σκονισμένο δάπεδο.
Τι στην ευχή συμβαίνει εδώ αναρωτήθηκα, σφυρίζοντας από θαυμασμό βλέποντας το ατελείωτο κορμί να ξεδιπλώνεται μπρος μας, με το θαλασσί πουκάμισο και την κοντή μαύρη φούστα που φορούσε. Η αδρεναλίνη κύλησε στις αρτηρίες μου.
Αξιοθαύμαστα προσόντα ένας συνδυασμός από αστραφτερά βιολετιά μάτια με αθώο βλέμμα, κορμί αρχαίας  ελληνίδας θεάς, μακριά πόδια, ψηλό ευθυτενές ανάστημα που πρέπει να πλησίαζε το ένα και ογδόντα, κοντά πολύ μαύρα τα μαλλιά της και τα μισάνοικτα χείλη της χυμώδη φρούτα. Το χαμόγελο της, υψηλή αισθητική, το συναντούσες στις διαφημιστικές αφίσες των δρόμων που ομόρφυναν την καθημερινότητα μας.
Ομορφιά απόμακρη, απλησίαστη, πρόσωπο εξαιρετικά καθαρό και κανονικό, σαν σχεδιασμένο από μολυβί με πολύ λεπτή μύτη, ήταν το απόλυτο όνειρο, δεν υπήρχε επάνω της χυδαιότητα η πρόκληση.
Σύσσωμο το πλήρωμα του πλοίου μηδέ τους εργάτες εξαιρουμένους  ξεσηκώθηκαν εγκατέλειψαν τις ασχολίες τους έχουν πιάσει αμφιθέατρο την κουπαστή του πλοίου και τα μαγεμένα βλέμματα τους ταξίδευαν στο φινετσάτο κορμί της.
Ποιος θα τολμούσε να διανοηθεί αυτή την πραγματικότητα, που εμφανίστηκε απρόσμενα μπροστά μας μέσα στο σκονισμένο μουντό περιβάλλον, δεν είναι ένα συνηθισμένο γεγονός,  η ζωή είναι απείρως πιο παράξενη και από την φαντασία που μπορεί να επινοήσει ο νους του ανθρώπου σκέφτηκα.
Ένα λεπτό αργότερα που ο Ανρί ανέβηκε στο πλοίο, διόλου δεν κράτησα διακριτικότητα.
--Ανρί τον ρώτησα  με μια έκφραση έντονης περιεργείας, πως βρέθηκε στα μέρη μας αυτή η λαμπερή ομορφιά, η κομψή ύπαρξης, ο δραπέτης του παραδείσου;
Σήκωσε τους ώμους του, με το μόνιμα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο του, έκανε μια παύση σα να φρεσκάρισε την μνήμη του για ν’ απαντήσει στην απορία μου.
--Δεν είναι και καμία μεγάλη ιστορία, απλώς είναι μια  πολύ καλή φίλη γνωριζόμαστε από την Γαλλία και έχει έρθει αυτές τις ημέρες στην πατρίδα για διακοπές, επιστρέφει στο Παρίσι μεθαύριο, όπου απασχολείται σε εργασίες σχετικές με την παρουσίαση της γυναικείας  μόδας.
--Δεν θα προσβάλλω την νοημοσύνη σου λέγοντας σου ότι να έχεις το νου σου, γιατί έχω ακούσει αρκετές ιστορίες με τα μοντέλα από το Παρίσι, να συνηθίζεται το φαινόμενο να κουβαλούν και κάποια συσκευασία στο γυρισμό τους από την πατρίδα.
Χαμογέλασε πλατιά, χωρίς δυσαρέσκεια, με κατανόηση.
--Έλα το βράδυ στο ξενοδοχείο να πιούμε ένα ποτό θα είναι στην παρέα μου λέει.
--Δεν έχω πληρώσει το λογαριασμό και μου έκοψαν το τηλέφωνο του απάντησα.
Με κοιτούσε περίεργα, γελώντας βεβιασμένα,  προσπαθώντας να καταλάβει.
--Για να κατέβω τη σκάλα του πλοίου, πρέπει να πάρω άδεια πέρα μακριά από την πατρίδα και όπως καταλαβαίνεις χωρίς τηλέφωνο άδεια δεν υφίσταται.
Ξαναγέλασε τώρα τρανταχτά, χαρούμενα, ευχαρίστα.
--Εσύ χάνεις μου απάντησε με καλή διάθεση όπως συνήθιζε.
Η φόρτωση έλαβε τέλος και άρχισαν οι προετοιμασίες αναχώρησης. Μια παράμετρος της αναχώρησης έχει να κάνει με τους λαθρεπιβάτες. Στην διάρκεια του έλεγχου ο καμαρότος του πλοίου ανακάλυψε νεαρό αφρικανό κρυμμένο σε χώρο παρακείμενο στις αποθήκες τροφίμων. Ένα νεαρό φοβισμένο παλληκάρι δεκαεπτά , δεκαοκτώ χρονών περίπου.
--Είναι μια υπόθεση που χρειάζεται ευελιξία στο χειρισμό της πρότεινα στον πλοίαρχο, έχω κάποια εμπειρία από παρόμοιες υποθέσεις στο πρόσφατο παρελθόν, γι’ αυτό απαιτείται ψυχραιμία για την λύση, γνωρίζω ότι ο νεαρός  λογικά πρέπει να διαθέτει διαβατήριο το οποίο κάπου το έχει κρυμμένο.
Να του δώσουμε μια ευκαιρία λοιπόν να πάρει το διαβατήριο του και να αναχωρήσει από το πλοίο μας χωρίς να γίνει αντιληπτός από τις τοπικές αρχές που ήδη βρίσκονται στο πλοίο για την προσωπική του ασφάλεια και σωματική του ακεραιότητα.           
--Φαντάζομαι, να μη πω ότι είμαι απόλυτα σίγουρος ότι κάποιο άλλο πλοίο την επομένη προσέγγιση, θα έχει το ίδιο πρόβλημα με αυτό που εμείς αντιμετωπίζουμε τώρα, για το λόγο αυτό θα καλέσω τις αρχές να τον παραδώσω μου απάντησε.
Ήταν φανερό πως δεν κατανοούσε τον αφρικάνικο κόσμο.
-- Με ξέρεις πολύ καλά ώστε γνωρίζεις ότι δεν είναι κομπασμός από μέρος μου αν πω ότι προσεγγίζεις την υπόθεση με έλλειψη φαντασίας, και υποθέτω πως πολύ γρήγορα θα αντιληφθείς, ότι  η λαμπρή λογική σου δεν διαθέτει επίπεδο διαίσθησης και αυτό είναι το λάθος, το να είσαι τόσο ενθουσιώδης λάτρης στους κανόνες και τις αρχές έχει και παρενέργειες να το ξέρεις.
Υπήρξαμε μάρτυρες μιας τρομερής σκηνής εκεί στην είσοδο  του εξωτερικού  διάδρομου του πλοίου μας, από την συμπεριφορά των αρχών στο νεαρό λαθρεπιβάτη. Είχαμε να κάνουμε με πολύ σκληρούς ανθρώπους, ασυνήθιστα σκληρούς για την δική μας λογική.
Με ένα ραβδί τον κακοποίησαν ανελέητα, χτυπώντας τον βάναυσα, αλύπητα, και είναι πιο τρομερό καθώς πρόκειται για ένα κακόμοιρο, νεαρό, άκακο αγόρι στην πιο τρυφερή ηλικία, που το μόνο που ονειρευόταν ήταν μια καλύτερη ημέρα στη ζωή του.
--Τώρα είναι αργά για να ματώνει η αξιαγάπητη και τρυφερή καρδιά σου του είπα, αναμφίβολα τα επινοητικό μυαλό σου έχει άλλες ιδέες για την νομιμότητα.
Είχε μαλακώσει  μεμιάς, η κατάσταση και τα εξαντλημένα  χαρακτηριστικά του παιδιού, θα μαλάκωνε την καρδιά οποιουδήποτε.
Τότε είναι που το αρβανίτικο ταμπεραμέντο της ψυχής του, υπερίσχυσε ολοκληρωτικά κάθε άλλης σκέψης.
--Αν σου επιτεθούν μπορείς μοναχά να αντιδράσεις, η να το σκάσεις, μα δεν γίνεται κανείς πιο αθώος με το να μένει ακίνητος και αφεθεί να τον κομματιάσουν μου δήλωσε.
Δραστήρια κινήθηκε και πήρε από τα χέρια τους το εξαντλημένο αγόρι, συγκράτησε με κόπο την οργή του που τον έπνιγε, και απεύθυνε έξαλλος τον λόγο στον επικεφαλής από τις αρχές, στηλιτεύοντας τις ενέργειες τους.
--Στο πλοίο του δεν επιτρέπει να γίνονται κακοποιήσεις, και περισσότερο όταν πρόκειται για νεαρούς ανηλίκους, υποχρέωση σας είναι η προστασία τους.
-- Δεν ωφελεί πιστεύω ούτε είναι  ώρα για μάθημα, για τους κοινωνικούς θεσμούς και τα  κοινωνικά συμβόλαια μεταξύ των ανθρώπων μιας κοινωνίας, ο πράκτορας να τους πείσει να το αφήσουν ελεύθερο το παλληκάρι με το αζημίωτο βέβαια, μερικές κούτες τσιγάρα, δυο τρία μπουκάλια ουίσκι και θα τελειώσει αυτή η ιστορία κάπως πιο ευχάριστα.
Έτσι λειτουργεί η κρατική μηχανή σε τούτα τα μέρη και όχι μόνο.
------------------
Βρισκόμουν  ναυτολογημένος ήδη σε άλλο πλοίο,  εκεί έμαθα ότι το προηγούμενο πλοίο πουλήθηκε στους Νορβηγούς, η παράδοση του έλαβε χώρα στην Ελευσίνα και με πλοίαρχο τον ίδιο.
Σήμερα είμαστε κουμπάροι.
Στη βεράντα του σπιτιού του υπάρχουν δυο τεράστιες γλάστρες με φυτά  Yucca ολόκληρα δένδρα πλέον. Η σύζυγος μου του έχει υποσχεθεί ότι κάποια μέρα θα απουσιάζουν γιατί δεν του ανήκουν απλώς έκανε χρησικτησία.

 
Web Informer Button