ADS

click to open

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

(Abrolhos) ...Kratiste Ta Matia Sas Anoixta!

Μια παλιά ναυτική παροιμία, λέει. «Υπάρχουν τριών ειδών άνθρωποι, οι ζωντανοί, οι νεκροί, και αυτοί που ταξιδεύουν».
Η νοητή γραμμή που ενώνει την αφετηρία με τον προορισμό για τους πολλούς λέγεται διαδρομή, μα υπάρχουν και αρκετοί που την αποκαλούν ταξίδι. Η διαδρομή μοιάζει με διασκελισμό του διαβήτη πάνω στον χάρτη. Μια πορεία, ευθεία ή καμπύλη. Εδώ, όλα είναι προβλέψιμα και τακτοποιημένα. Το ταξίδι όμως είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό που αλλάζει δεν είναι η απόσταση και η διάρκεια, αλλά ο τρόπος που το βιώνουμε. Αυτό που αλλάζει είναι η διάθεσή μας να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση. Έτσι, το ταξίδι μεταμορφώνεται σε περιπέτεια. 
¨Ηταν ένας νέος απόφοιτος της ακαδημίας εμπορικού ναυτικού, που με το «θράσος» την ορμή της νιότης και την ακατανίκητη έλξη που ασκεί η θάλασσα σε όσους την αγαπούν, την επιλέγουν ως τρόπο ζωής. Για τους νέους αυτούς, το καράβι δεν είναι απλώς ένα μέσο εργασίας, αλλά ένα όχημα προς την περιπέτεια, την αυτογνωσία και τον κόσμο. Η θάλασσα, με την απρόβλεπτη φύση της, γίνεται ο καμβάς πάνω στον οποίο θα «ζωγραφίσουν» τα όνειρά τους και θα χτίσουν την ενήλικη ζωή τους. Αυτό το πέρασμα από τη στεριά της ακαδημίας στην απεραντοσύνη του ωκεανού είναι ίσως μια από τις πιο καθοριστικές στιγμές στη ζωή ενός ναυτικού. Είναι η στιγμή που η θεωρία των βιβλίων συναντά την αλμύρα, το κύμα και το δέος του άγνωστου.
Μάταια έκλαιγαν οι μανάδες και τα κορίτσια πίσω τους.
Ποιος μπορεί να είναι σίγουρος για το τι του επιφυλάσσει η ζωή όταν βρίσκεται ακόμα στο πρώιμο επαγγελματικό ξεκίνημα του.
Απλώς ονειρεύεται το τέλος σύμβασης εργασίας και την επιστροφή του στην πατρίδα και την οικογένειά του που πολλές φορές έχει αυξηθεί όσο αυτός έσκιζε τις θάλασσες. Το να επιστρέφουν σε ένα σπίτι όπου ο χρόνος έχει προχωρήσει χωρίς εκεινον —να βλέπει παιδιά που έχουν μεγαλώσει, να διαπιστώνει πως οι ρόλοι έχουν αλλάξει και πως η οικογένεια έχει αποκτήσει νέα μέλη που δεν πρόλαβε να «γνωρίσει» στα πρώτα τους βήματα— είναι η μεγάλη θυσία του ναυτικού.
«Καλά τους ταξίδια λοιπόν». Είναι η αναγνώριση για το τίμημα που πληρώνουν οι άνθρωποι της θάλασσας. Ο ήρωας μας, με το δίπλωμα του Γ' Μηχανικού στα χέρια, δεν κρατάει απλώς ένα χαρτί, κρατάει το «εισιτήριο» για έναν κόσμο που δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις. Η αποφασιστικότητά του είναι η κινητήριος δύναμή του. Σε μια εποχή που η αβεβαιότητα ήταν ο κανόνας, εκείνος επιλέγει τη βεβαιότητα της θάλασσας. Δεν είναι μια επιλογή ανάμεσα σε πολλές, είναι η ίδια του η ταυτότητα. Δεν υπήρξε ποτέ το «Plan B», γιατί η θάλασσα δεν αφήνει περιθώρια για τέτοια διλήμματα.
Οι μέρες του κυλούσαν γεμάτες νέα όνειρα και νέους στόχους. Κι όμως, πάντα κάτι του έλειπε. Και στους δυο μήνες επάνω ανέβηκε την σκάλα του αεροπλάνου με προορισμό το Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Τελικός προορισμός ο λιμένας Σάντα Φε στην ενδοχώρα και στις όχθες του ποταμού Salado κοντά στην συμβολή του με τον Ρίο Παρανά, για να μπαρκάρει με ένα μεγάλο ποντοπόρο εμπορικό πλοίο.
Ο ποταμός Rio Parana είναι ένας ποταμός στη κεντρική Νότια Αμερική, που διασχίζει τις χώρες Βραζιλία, Παραγουάη και Αργεντινή. Το όνομα Parana είναι μια σύντμηση της φράσης "para rehe onáva", η οποία προέρχεται από την τοπική γλώσσα «Tupi» που σημαίνει "τόσο μεγάλος όσο η θάλασσα". Στο ρου του συγχωνεύεται πρώτα με το ποταμό Παραγουάη και έπειτα μακρύτερα προς τα κάτω με τον ποταμό Ουρουγουάη για να διαμορφώσει τον μεγάλο Río de la Plata που εκκενώνει στον Ατλαντικό Ωκεανό. Στο τέλος του αεροπορικού ταξιδιού, αναστενάζοντας με ανακούφιση ο ήρωας μας σκαρφάλωσε στο βαγόνι του τραίνου που θα τον μετέφερε από το Μπουένος Άιρες στο Σάντα Φε. Έγειρε στο άβολο, σκληρό κάθισμα και έκλεισε κουρασμένος για λίγο τα μάτια του. Σύντομα τα ξανάνοιξε κοιτάζοντας το τοπίο στο μακρινό ορίζοντα που άλλαζε με ταχύτητα, από τα ψηλά βουνά στις βαθιές χαράδρες. Το μεγάλο ταξίδι είχε αρχίσει. Η περιπέτεια και όλα όσα είχε ακούσει από τις ιστορίες των παλιών ναυτικών για τις μαγευτικές πολιτείες της Νοτίου Αμερικής τον περίμεναν. Με αυτή την ιδέα ξανάκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να κλέψει λίγες ώρες ανάπαυσης.
Το ταξίδι από το Μπουένος Άιρες στην επαρχία Σάντα Φε αποδεικνύεται μια ακόμη έντονη εμπειρία. Το τραίνο με προορισμό το Ροζάριο, την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Αργεντινής και πρωτεύουσα της επαρχίας Σάντα Φε, ξεκινά από τον κεντρικό σταθμό, κοντά στο λιμάνι του Μπουένος Άιρες.
Η επιβίβαση γίνεται στον Estación Plaza Constitución που είναι ένας μεγάλος, ένας από τους πιο πολυάσχολους σιδηροδρομικούς σταθμούς της Αργεντινής.
Το κτήριο του σταθμού ένα κομψοτέχνημα γαλλικού ύφους σχεδιάστηκε από Βρετανούς αρχιτέκτονες. Για πολλά έτη θεωρήθηκε το σημαντικότερο παράδειγμα της δομικής εφαρμοσμένης μηχανικής στη Νότια Αμερική και αρχιτεκτονικά ένα από τα λεπτότερα κτήρια στον κόσμο. Το 1997 δηλώθηκε ως Εθνικό μνημείο της χώρας. Τέσσερις ώρες αργότερα η διασχίζοντας την ατέλειωτη Πάμπα φτάνεις στο Ροζάριο. Αφήνοντας πίσω το Ροζάριο το τραίνο συνεχίζει βόρεια, στην καρδιά της υπαίθρου. Καθώς το τρένο διέσχιζε το βόρειο κομμάτι της διαδρομής το τοπίο άρχισε να αλλάζει σιγά-σιγά, να σου δίνει μια αίσθηση μιας φύσης πιο ανοιχτής, πιο άγριας, πιο αυστηρής, πιο μεγάλης.
Ο ήλιος βρισκόταν στη δύση του, το σούρουπο πλημμύριζε την ατμόσφαιρα με πορφυρές αποχρώσεις. Άλλη μια μέρα είχε φτάσει στο τέλος της. Τι κι αν είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Ο νους διψούσε για εικόνες, άπληστος, αχόρταγος νους, να δει, να γεμίσει παραστάσεις, εμπειρίες, τοπία, να χωρέσει τον κόσμο. Χαζεύοντας το τοπίο ο ήρωας «χαμένος» κάπου σε αυτή την παράξενη αίσθηση, δεν αντιλήφθηκε ότι το τραίνο ήταν ήδη σχεδόν έξω από το σταθμό. Το τρένο σταμάτησε, ήταν ο τελευταίος σταθμός. Εκεί κατέβηκε και κίνησε για να συναντήσει τον πράκτορα του πλοίου που τον περίμενε στην αποβάθρα. Σ’ όλη την διάρκεια του ταξιδιού με το τραίνο δεν είχε φάει τίποτε, αλλά και πάλι δεν πεινούσε, σκέφτηκε για λίγο πίσω την πατρίδα, τους δικούς του, και αναστέναξε, μα η έλξη που ασκούσε πάνω του ο ορίζοντας της νέας επαγγελματικής του περιπέτειας ήταν πολύ μεγαλύτερη. Καθώς η ώρα περνά και η νύχτα απλώνεται η πόλη γεμίζει πολύχρωμα φώτα. Η νύχτα αυτή στην πόλη ήταν δροσερή, γεμάτη ήχους και κίνηση, όπως συμβαίνει συνήθως με τις πρώιμες φθινοπωρινές νύκτες.
Σάντα Φε.
Πόλη της βορειοδυτικής Αργεντινής, πρωτεύουσα της ομώνυμης περιφέρειας. Βρίσκεται στη συμβολή των ποταμών Σαλάδο και Κοράντα, στη δυτική πλευρά του Ρίο Παρανά, απέναντι από την πόλη Παρανά η οποία βρίσκεται στην ανατολική όχθη του ποταμού. Είναι συγκοινωνιακός κόμβος στη διασταύρωση πολλών σημαντικών οδών και σιδηροδρομικών γραμμών και διαθέτει ένα πολύ καλά εξοπλισμένο ποτάμιο λιμάνι που δέχεται πλοία μεγάλης χωρητικότητας, ενώ κοντά της βρίσκεται το διεθνές αεροδρόμιο Σάουσε Βιέχο. Με πολλά σημαντικά εμπορικά κέντρα, πολυάσχολη πολιτιστική ζωή, ενδιαφέρουσες επιλογές στον αθλητισμό και τον τουρισμό, πολυάριθμα καλλιτεχνικά και μουσικά γεγονότα, και μια συναρπαστική νυχτερινή ζωή.
Η συναρπαστική νυχτερινή ζωή της ενέπνευσε και τον βάρδο της θάλασσας Νίκο Καββαδία που την αναφέρει γλαφυρά
Θεέ μου! είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών,
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά,
Αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει.

Συγχώρεσε με ... Μια βραδιά θολή στο Σάντα Φε,
καθώς κάποια με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της,
ετράβηξα απ’ την κάλτσα της μια δέσμη από λεφτά
που όλη τη μέρα εμάζευεν απ’ την αισχρήν δουλειά της.

Απλωτή πόλη, ανοιχτή, χωρίς καμπύλες, δεν θα τη χαρακτήριζες εξαιρετικά «όμορφη», σίγουρα όμως μια πόλη «ιδιαίτερη», διαφορετική μέσα στην ιδιαιτερότητά της, με το βλέμμα να χάνεται στην επίπεδη γραμμή του ορίζοντα, αναζητώντας το σημείο που ο ουρανός συναντάει τη στεριά, σε ένα μπλε, που όμως είναι τελείως διαφορετικό από το έντονο, λαμπερό μπλε της ελληνικής γης, ένα μπλε πιο σκοτεινό, πιο άγριο, με λιγότερες διακυμάνσεις χρωμάτων και παιχνιδίσματα, ένα μπλε -γκρίζο.
Περασμένα μεσάνυχτα έφτασε στην προβλήτα του λιμένα όπου βρισκόταν σε εξέλιξη η φόρτωση του πλοίου. Το πλοίο ένα «tweendecker», ήταν όμορφο γιαπωνέζικο σκαρί. Όταν το πρώτο-αντίκρισε ο ήρωας μας έμεινε εκστασιασμένος να θαυμάζει την σπαθάτη πλώρη του.
Made in Japan.
Μία φράση η οποία για τους περισσότερους ναυτικούς στον τομέα της ναυπηγικής, περικλείει αξιοπιστία, εμπιστοσύνη, στιβαρότητα και ταυτίζεται με την εμπειρία και την τελειότητα. Έτσι, κάθε αναφορά σε πλοίο το οποίο έχει ναυπηγηθεί στην Ιαπωνία, μιλά για ένα πλοίο το οποίο μπορεί να πλεύσει και στις πιο δύσκολες θάλασσες αλλά και να ταξιδεύει σε αυτές για πολλά χρόνια.
Σήμερα ένα πλοίο «tweendecker» είναι πιο πιθανό να αναφέρεται ως πολλαπλών χρήσεων πλοίο, ένας όρος που είναι αρκετά ασαφής και έχει διαφορετικές σημασίες σε διαφορετικούς ανθρώπους.
Τα γιαπωνέζικα πλοία έχουν σπαθάτες οβάλ ναυπηγικές γραμμές. Είναι πιο όμορφα εξωτερικά σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά που είναι στρογγυλά, πιο εμπορικά πιο εκμεταλλεύσιμα.
Αυτό τ’ όμορφο σκαρί, το είχε ναυλώσει Ιαπωνική εταιρεία, για να μεταφέρει χαλυβουργικά προϊόντα από λιμένες της νοτίου Αμερικής στην ιαπωνική αγορά. Λόγω περιορισμένου βυθίσματος του λιμένος, από τον λιμένα Santa Fe το πλοίο φόρτωνε ένα μέρος του φορτίου και την επομένη θ’ απέπλεε για τον λιμένα του Μπουένος Άιρες. Η επαγγελματική του σχέση με την θάλασσα ήταν σχετικά πρόσφατη και από το πλήρωμα του πλοίου δεν είχε κάποια προηγούμενη γνωριμία από κοινή ναυτολόγηση. Έμεινε έκπληκτος όταν είδε μπροστά του τον Αργύρη από τα Βάτικα, μακρινό συγγενή του. Ο Αργύρης από μικρός ήταν δουλευτής καλός στα περιβόλια και στ’ αμπέλια του χωριού, αλλά μέσα του είχε άλλα όνειρα. Η ζωή στη χωριό δεν είχε την μαγεία των ονείρων του. Ονειρευόταν πως φεύγει για ταξίδια. Και τελειώνοντας το στρατιωτικό του στους τέσσερις μήνες επάνω μπαρκάρισε με ένα μεγάλο εμπορικό. Σήμερα ήταν ο λοστρόμος του πλοίου. Τώρα στα τριάντα του χρόνια, ο χρόνος τον είχε κάνει όμορφο άντρα, ευρύστερνο με μακριά καλογραμμένα πόδια, όλο μύες σκληρούς από τη χειρωνακτική εργασία. Η μακρόχρονη έκθεση στον ήλιο του είχε δώσει ένα μπρούντζινο χρώμα, ενώ πυκνό χνούδι σκέπαζε το πρόσωπό του. Όταν γελούσε, τα δόντια του άστραφταν κατάλευκα και τα μάτια του σπίθιζαν παιχνιδιάρικα.
Ο καπετάνιος του πλοίου, ένας πενηντάρης άνδρας με στεγνό αδύνατο σώμα, μέτριο ανάστημα στρογγυλό πρόσωπο και καλοσχηματισμένο πηγούνι, λεπτά χείλη, μάτια στρογγυλά και το βλέμμα του να στάζει μέλι. Δεν είχε πλούσια κόμη, μάλιστα είχε την τάση για αραίωση. Δεν ήταν ο άνδρας που έδινε σημασία στο ντύσιμό του και γενικότερα στην καλαισθησία. Αν και εργένης είχε μεγάλη αδυναμία στις θηλυκές υπάρξεις χωρίς κάποιες ιδιαίτερες προτιμήσεις. Σταθερή παράμενε η προτροπή του δεύτερου μηχανικού σε κάθε έξοδο του καπετάνιου από το πλοίο. «Κάπταιν μην ξεχάσεις τις γαλότσες, θα σου χρειαστούν στις λάσπες» του έλεγε γελώντας με νόημα.
Μια δεύτερη εξίσου μεγάλη αδυναμία του ήταν η ποδοσφαιρική ομάδα του Ολυμπιακού.
Ο Πρώτος μηχανικός, αν και γνήσιος Πειραιώτης ήταν χαρακτήρας χαμηλών τόνων, μέτοχος και ταυτόχρονα φανατικός οπαδός της ποδοσφαιρικής ομάδας του Εθνικού Πειραιά.
Με τον καπετάνιο γνωρίζονταν απ’ τα παλιά και οι ποδοσφαιρικές καζούρες μεταξύ τους ήταν θέμα συζήτησης τις Κυριακές στην τραπεζαρία του πλοίου.
Ο Δεύτερος μηχανικός από τα μέρη του Γυθείου ήταν ένας σωματώδης άνδρας με αθώα καρδιά. Μανιώδης κυνηγός που δεν έχανε ευκαιρία να διηγείται τα κυνηγετικά του κατορθώματα.
Γενικά το πλήρωμα του πλοίου τόσο οι αξιωματικοί καταστρώματος και μηχανής όσο και το κατώτερο πλήρωμα αποτελούσαν πολύ καλή ομάδα, δεμένη με αρμονία.
Τις επόμενες δυο ημέρες η φόρτωση τέλειωσε. Το πλοίο φόρτωσε στα αμπάρια του ένα μόνο μέρος του φορτίου του από βιομηχανικό χάλυβα, τόσο που ορίζει το επιτρεπόμενο βύθισμα του ποταμού για να ταξιδέψει με ασφάλεια. Με το τέλος των γραφειοκρατικών διαδικασιών επιβιβάστηκαν δυο πλοηγοί και το πλοίο αναχώρησε για λιμένες της Βραζιλίας να κομπλετάρει την φόρτωση.
Ξεκίνησαν με πορεία νότια, και αργότερα νοτιοανατολική.
Λίγες ώρες πριν ο ήλιος ανατείλει, τη δεύτερη ημέρα του ταξιδιού, πυκνή ομίχλη σκέπασε το ποτάμι. Ταξιδεύοντας με πλοίο σε ποτάμι με ομίχλη, δεν είναι και ο καλύτερος συνδυασμός. Αλλά όταν στο πλοίο υπάρχουν πεπειραμένοι πιλότοι που γνωρίζουν τον ποταμό σε κάθε του σπιθαμή όλες τις εποχές του έτους, και ταυτόχρονα το πλοίο έχει αξιόπιστα όργανα ναυσιπλοΐας, τα πράγματα γίνονται πιο απλά χωρίς βέβαια να παύουν να είναι επικίνδυνα. Τις επόμενες ώρες ανατέλλοντας ο ήλιος καθάρισε την ατμόσφαιρα από την βαριά ομίχλη, μια ηλιόλουστη φθινοπωρινή (για το νότιο ημισφαίριο) λαμπερή ημέρα του Απρίλη ξεπρόβαλε στις όχθες του μεγάλου ποταμού. O ποταμός μπροστά φάνταζε σαν ένα καφέ-ασημί φίδι μέσα στη πράσινη θάλασσα των πεδιάδων δεξιά και αριστερά. Χιλιοτραγουδισμένος κι αυτός κι η πεδιάδα, με όλα της τα πρόσωπα έγινε κομμάτι της καρδιάς πρώτα των ανθρώπων της Πάμπας των γκαούτσος, των ποιητών τους , των τραγουδιστών τους αλλά και της καρδιάς των ναυτικών μας που τόσες φορές ταξίδεψαν εκεί και αδελφωθήκανε με τον τόπο και τους ανθρώπους του. Κατεβαίνοντας τον ποταμό μετά το Santa Fe συνάντησαν εμπρός τους γνωστά στους ναυτικούς μέρη. Πόλεις λιμένες όπως, San Lorenzo, Rosario, Villa Constitution, San Nicolas και άλλες πόλεις. Αργά τ’ απόγευμα αφήνανε το ποτάμι του Παρανά προσπέρασαν δεξιά τους το φωταγωγημένο Buenos Aires και εισήρθαν στο αγκυροβόλιο του λιμένα, στα καφετιά νερά του Ρίο ντε λα Πλάτα, εν αναμονή τροφοδοσίας του πλοίου και παραλαβή καύσιμων και λιπαντικών.
Το βράδυ η υγρασία του ποταμού τρυπούσε κόκαλα. Η ατέλειωτες ώρες σταντ-μπάι στο μηχανοστάσιο και το ξενύχτι ήταν η αιτία που δεν επέτρεψαν στον ήρωα μας την απόλαυση της ενδιαφέρουσας διαδρομής.
Μπουένος Άιρες
"Η πόλης ονομάστηκε Μπουένος Άιρες προς τιμή της «Παναγίας των καλών ανέμων» (Santa Maria de los Buenos Aires), προστάτιδας των ναυτικών. Περιτριγυρισμένη από ατέλειωτη Πάμπα (εκτεταμένες πεδιάδες). Ο Ρίο ντε λα Πλάτα «ακίνητος ποταμός», διασχίζει το Μπουένος Άιρες.
Έντονα επηρεασμένο από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, το Μπουένος Άιρες είναι η Ευρώπη της Λατινικής Αμερικής. Η πρώτη ματιά από τα κτίρια, τους δρόμους και τους ανθρώπους, σου δημιουργεί την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε μια ευρωπαϊκή πόλη.
«Οι Μεξικανοί κατάγονται από τους Αζτέκους, οι Περουβιανοί από τους Ίνκας, οι Αργεντίνοι από τα πλοία». Το σχόλιο αυτό του Κάρλος Φουέντες εξηγεί εμμέσως γιατί η Αργεντινή είναι η πιο ευρωπαϊκή χώρα της Λατινικής Αμερικής. Τη διαμόρφωσαν εκείνοι που ήρθαν με τα πλοία: οι ευρωπαίοι μετανάστες, στη μεγάλη τους πλειονότητα Ισπανοί, Ιταλοί, Γάλλοι και Γερμανοί, που έφθαναν κατά κύματα στις ακτές της από τις αρχές του 19ου αιώνα ως τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το Μπουένος Άιρες είναι η πρωτεύουσα μιας απέραντης χώρας. Με αέρα λατινοαμερικάνας ντίβας, δεν είναι μια πόλη που απλώς επισκέπτεσαι. Ζεις μέσα σ' αυτήν, ακόμα κι όταν έχεις φύγεις μακριά της! Γιατί, εκτός από αμέτρητες εικόνες και παραστάσεις, η αργεντίνικη μεγαλούπολη προσφέρει δυνατά συναισθήματα που μιλούν κατευθείαν στην καρδιά σου. Είναι ένα αστικό και πληθυσμιακό «ψηφιδωτό» στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Αρχιτεκτονικά θυμίζει ταυτόχρονα το Παρίσι, τη Ρώμη, τη Μαδρίτη και τη Νέα Υόρκη και προσφέρει στέγη σε εκατομμύρια κατοίκους -ευρωπαϊκής καταγωγής οι περισσότεροι- που διακρίνονται για το έντονο μεσογειακό ταμπεραμέντο τους. Ζωντανές συνοικίες, και χρώματα παντού, υπαίθριες αγορές, πολυάριθμες γκαλερί, χορευτές τάνγκο στη μέση του δρόμου, γυναίκες με λάγνες ματιές, αυθόρμητα χαμόγελα, γαστρονομική πανδαισία, εκρηκτική νυχτερινή ζωή. Όλα αυτά, τυλιγμένα με μια γλυκιά αίσθηση διάχυτου ρομαντισμού, μελαγχολίας και παρακμής, αποτελούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πόλης των «Καλών Αέρηδων»."
Στο αγκυροβόλιο το πλήρωμα της μηχανής είχε μια ακόμη δύσκολη βραδιά μπροστά του. Τα λασπόνερα του ποταμού δημιούργησαν μεγάλα προβλήματα στα ψυγεία ψύξης των μηχανών του πλοίου και κρίθηκε απαραίτητο να καθαριστούν κατά την διάρκεια της παραμονής στο αγκυροβόλιο. Τελειώνοντας οι εργασίες τροφοδοσίας το πλοίο σήκωσε Άγκυρα και αναχώρησε με πορεία το Banco Chicoiο σημείο όπου συναντά το κανάλι του Buenos Aires αυτό του Montevideo, και συνέχισαν για Recalada Pilot station. Πρόκειται για έναν από τους πιο διάσημους πλοηγικούς σταθμούς, στον κόσμο της θάλασσας και των ναυτικών, που είναι αγκυροβολημένο, στις εκβολές του Rio de la Plata λίγα μίλια νότια του Montevideo της Ουρουγουάης. Οι πλοηγοί ευχαρίστησαν το πλήρωμα για την άριστη συνεργασία στη διακυβέρνηση του πλοίου, και για την ευγενική φιλοξενία που έτυχαν, ευχήθηκαν κάλο ταξίδι, κατέβηκαν στην πιλοτίνα και αναχώρησαν για το πλοίο ξενοδοχείο που βρίσκεται αγκυροβολημένο στη Recalada.
Δυτικά στο βάθος του ορίζοντα αχνοφαινόταν η Punta del Este,  που απλώνετε στη χερσόνησο Maldonado, τμήμα της νοτιοανατολικής Ουρουγουάη με τα ατέλειωτα χιλιόμετρα από λευκές αμμουδιές που χωρίζει τα νερά του Ρίο Ντε λα Πλάτα και του Ατλαντικού Ωκεανού. Τα καφετιά νερά του Ρίο ντε λα Πλάτα, σύντομα έσβησαν μακριά πίσω τους, το πλοίο εισήλθε σε νερά ωκεάνια, αλλιώτικα. Ο ουρανός εκεί φαντάζει ατέλειωτος και η απλωσιά του χώρου κάνει τη ψυχή και το πνεύμα να ανοίγουν. Το φως τονίζει τα περιγράμματα του ωκεανού με τρόπο μοναδικό. Το χρώμα στον ορίζοντα ακτινοβολεί.
Το ταξίδι είχε ξεκινήσει με τους καλύτερους οιωνούς, και συνεχίστηκε στον ίδιο ρυθμό, με πορεία βόρεια – βορειοανατολική, και με τον νότιο Ατλαντικό ωκεανό ακύμαντο όπως σπάνια τον βρίσκεις αυτή την εποχή του έτους. Τις πρώτες μέρες, ο ήρωας μας όπως ήταν αναμενόμενο αναλώθηκε να έλθει σε επαφή με το νέο μηχανολογικό περιβάλλον του καινούργιου πλοίου και διεισδύοντας στα μυστικά του μηχανοστασίου, να κάνει ακόμη ένα βήμα προς την ολοκλήρωση της επαγγελματικής οντότητας του. Η εξοικείωση και η εμπειρία, ακόμη και σήμερα παραμένει η πεμπτουσία της επαγγελματικής επιβίωσης στο δύσκολο ανταγωνιστικό περιβάλλον που δραστηριοποιείται.
Συμπλήρωναν την τρίτη ημέρα ταξιδιού στον ανοικτό ωκεανό. Η ατμόσφαιρα πεντακάθαρη και το λαμπύρισμα της πανέμορφο. Γύρω τους ο ωκεανός κυμάτιζε αργά και ρυθμικά από το ελαφρύ αεράκι του Νοτιά.
Ο ήρωας είναι αξιωματικός φυλακής μηχανοστασίου το βράδυ ετούτο. Περασμένα μεσάνυχτα. Άξαφνα, βαριά σύννεφα σκέπασαν τον έναστρο ουρανό. Οι αστραπές ξέσκιζαν τον ουρανό χωρίς έλεος. Τα σύννεφα πύκνωναν και ο αέρας ούρλιαζε. Περνούσε σφυρίζοντας από την γέφυρα και την τσιμινιέρα του πλοίου ζητώντας να ξεριζώσει ότι βρισκόταν επάνω τους. Ανήσυχος ο ήρωας μας ξεκίνησε για το μηχανοστάσιο την ώρα που άνοιξαν τα επουράνια. Η βροχή έπεφτε τουλούμι, και χτυπούσε με βία το σιδερένιο σκαρί.
Το φαινόμενο ήταν μια βίαιη τοπική καταιγίδα. Η Αbroholos.
«Το δέκατο έκτο αιώνα, οι ναυτικοί προειδοποιούσαν τους συναδέλφους τους όταν πλησίαζαν στους κοραλλιογενείς υφάλους στα ανοιχτά της πολιτείας Bahia, στη Βραζιλία: «Άμπρα ους όλιους!» (Κρατήστε τα μάτια σας ανοιχτά!) Σύμφωνα με την παράδοση, αυτή η συνεχώς επαναλαμβανόμενη προειδοποίηση έγινε το όνομα μιας συστάδας πέντε μικρών νησιών στην περιοχή του αρχιπελάγους Αbroholos  
Μια καταιγίδα Abroholos. εμφανίζεται συνήθως από το φθινόπωρο μέχρι το τέλος του χειμώνα για το νότιο ημισφαίριο, ανοικτά των ακτών της ανατολικής Βραζιλίας μεταξύ Cabo de Sao Tome και Cabo Frio. Οι νοτιοανατολικά αληγείς άνεμοι κατά μήκος της Ανταρκτικής και ψυχρά μέτωπα διεισδύουν στις τροπικές περιοχές αποκτούν θερμότητα και υγρασία διασχίζοντας το θερμό ρεύμα στις ακτές της Βραζιλίας προκαλώντας βίαιη καταιγίδα και έντονες βροχοπτώσεις. (Φαινόμενο thundersquall). Χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι προκύπτει γρήγορα, είναι μικρής διάρκειας και εξαφανίζεται γρήγορα και πάλι. Μέσα στη σκοτεινή νύχτα, με τους σφοδρούς ανέμους να σαρώνουν τη θάλασσα, ο καπετάνιος, για μεγαλύτερη ασφάλεια, έφερε το σκάφος δευτερόπλωρα, καθώς τα κύματα έσκαζαν στη μάσκα με τρομακτική δύναμη. Το καράβι, κλυδωνιζόμενο από τη σφοδρή θαλασσοταραχή, παρουσίασε ξαφνικά πρόβλημα στο σύστημα πηδαλιουχίας. Όταν το σκάφος χοροπήδησε πάνω από τις κορυφές των κυμάτων, η πλώρη βυθίστηκε με ορμή στο επόμενο σκοτεινό χάσμα του νερού, με ένα τόσο άγριο κουπαστάρισμα που το κατάστρωμα πλημμύρισε, λες και μια ζωντανή θάλασσα το κατάπιε ολόκληρο. Το σκάφος βρέθηκε έρμαιο στα στοιχεία της φύσης, ήταν λες και οι σειρήνες των θαλασσών είχαν βαλθεί να το βουλιάξουν, για να γλεντήσουν με τους άμοιρους ναυτικούς στα σκοτεινά και κρύα βάθη του ωκεανού.»
Ώρα πολλή δεν έτρεχε στο κύμα το καράβι,
γιατί ήρθ’ ευτύς ο Ζέφυρος, φριχτά λυσσομανώντας,
κι έσπασε η μπόρα και τα δυο του καραβιού τα ξάρτια
κι έπεσε πίσω. Τ’ άρμενα χυθήκανε στ’ αμπάρι.
Και το κατάρτι χτύπησε στου καραβιού την πρύμη,
του κυβερνήτη την κορφή, και του ᾽καμε όλα λιώμα
της κεφαλής τα κόκαλα κι έπεσε μες στο κύμα
σα βουτηχτής ο δύστυχος και πέταξε η ψυχή του.
Ομήρου Οδύσσεια: ραψωδία μ 407- 415 μετ. Σιδέρη
Παρά το ανελέητο σκαμπανέβασμα, ο ήρωάς μας άνοιξε τα χέρια του, κρατήθηκε γερά και κατάφερε να φτάσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο διαμέρισμα των πηδαλίων. Κοίταξε με αγωνία, αναζητώντας την έκταση της ζημιάς. Απρόσμενα, ο ήχος του συναγερμού από τον κεντρικό ηλεκτρικό πίνακα ελέγχου τον ξάφνιασε, προσφέροντάς του μια πρόσκαιρη ανακούφιση. Η ένδειξη έδειχνε ότι οι δεξαμενές ελαίου τροφοδοσίας ήταν κενές. Όμως το λάδι ήταν εκεί, στη θέση του, ακέραιο. Τι είχε συμβεί; Όταν το σκάφος χοροπήδησε πάνω από τις κορφές των κυμάτων, η μαγνητική επαφή ελέγχου στάθμης, λόγω μιας μικρής κατασκευαστικής αστοχίας, μετακινήθηκε εκτός θέσης, «τυφλώνοντας» τα συστήματα και θέτοντάς τα εκτός λειτουργίας. Η διαδικασία επαναφοράς ήταν απλή και γρήγορη. Με μια κίνηση, τα συστήματα τέθηκαν και πάλι σε λειτουργία. Ο ήρωας έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό, που νόμισε πως ακούστηκε μέχρι τη γέφυρα και ακόμα μακρύτερα. Ήταν ο αναστεναγμός της λύτρωσης. Το πηδάλιο του πλοίου ήταν επιτέλους και πάλι ενεργό, μέσα σε εκείνον τον αφηνιασμένο χαλασμό. Το πηδάλιο είχε αρχίσει να «ακούει» ξανά.
Η βροχή σταμάτησε κι ο αγέρας έπαψε πια να βρυχάται. Η θάλασσα, αν και πιο ήρεμη, παρέμενε φουρτουνιασμένη. Το καράβι συνέχιζε να αγαντάρει στα κύματα που το σάρωνε ακόμα η φορά τους. Η φρικτή θαλασσινή περιπέτεια ήταν ακόμη εκεί, ζωντανή και παρούσα, την ώρα που ο γραμματικός καθόταν να καταγράψει τα γεγονότα στο ημερολόγιο του πλοίου.»
«03:30 Ώρα: Πλέοντας στις συντεταγμένες 25° 20’ N, 43° 50’ W. Συναντήσαμε αιφνίδια επιδείνωση καιρού με ριπαίους ανέμους και έντονη καταιγίδα, συνοδευόμενη από ισχυρές βροχοπτώσεις, ηλεκτρικές εκκενώσεις και χαλαζόπτωση. Λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και της έντονης καταπόνησης του σκάφους, παρατηρήθηκε χαλάρωση στις αιχμάσεις συγκράτησης του φορτίου (Coils βιομηχανικού χάλυβα) στο Αμπάρι Νο. 3. Ως εκ τούτου, το πλοίο εμφάνισε κλίση 3 μοιρών. Καταβάλλονται προσπάθειες για την ασφάλιση του φορτίου. Το πλοίο συνεχίζει το ταξίδι του με ασφάλεια, με προορισμό τον λιμένα του Ρίο ντε Τζανέιρο.»
Το ξημέρωμα βρήκε τον ήρωά μας άυπνο και ταλαιπωρημένο στο Control Room του μηχανοστασίου, παρέα με τον δεύτερο μηχανικό και τον ηλεκτρολόγο. Μόλις κατάλαβε πως η σφοδρή καταιγίδα είχε πια περάσει, πήρε τον δρόμο για την πρύμνη. Με τι αγαλλίαση αντίκρισε την αφρισμένη θάλασσα! Ένιωθε πως όλη η πλάση αναγεννιόταν και πως όσα πέρασαν τη νύχτα θα γίνονταν μια θολή ανάμνηση, μια ελαφριά πνοή αγέρα από το παρελθόν. «Καλημέρα!» φώναξε, πλημμυρισμένος από χαρά. Τη φωνή του την πήρε ο άνεμος. Εκείνος έκλεισε σχεδόν ολότελα τα μάτια του, αφέθηκε στην πνοή του και ένιωσε, επιτέλους, τη λύτρωση. Το γεγονός ότι η φωνή του χάθηκε στον άνεμο του ενισχύει την αίσθηση ότι ο άνθρωπος είναι μικρός μπροστά στη δύναμη της θάλασσας, αλλά και ότι τώρα ο άνεμος δεν είναι πια εχθρικός, αλλά συνοδοιπόρος.
Απογευματινές ώρες, το πλοίο έπλεε στη θαλάσσια περιοχή νότια του Ρίο ντε Τζανέιρο, με κατεύθυνση το εξωτερικό αγκυροβόλιο του λιμένα. Η παραμονή εκεί είναι συχνά προβληματική, καθώς η ποιότητα του βυθού –πετρώδης και ακατάλληλος για καλό κράτημα της άγκυρας– καθιστά την ασφαλή αγκυροβολία επισφαλή υπό κακές καιρικές συνθήκες. Επιπλέον, η περιοχή δεν παρέχει επαρκή προστασία από τους ανέμους. Τα πλοία, παρασυρόμενα από την προσήνεμη πλευρά του ακρωτηρίου, κουπαστάρουν επικίνδυνα περιμένοντας τη σειρά τους για μια θέση στις προβλήτες φορτοεκφόρτωσης. Σχεδόν όλα τα σκάφη διατηρούν τις μηχανές τους σε συνεχή ετοιμότητα, έτοιμα να εγκαταλείψουν το αγκυροβόλιο με την πρώτη ένδειξη επιδείνωσης του καιρού.
Μετά από μια νύχτα μακάρια και ήσυχη στην άγκυρα, ο ήλιος ανέτειλε μέσα από τον ωκεανό, βάφοντας τον γαλάζιο ουρανό με χρώματα λιωμένου πορτοκαλί και τριανταφυλλί. Η σφοδρή καταιγίδα έμοιαζε πια με μια δυσάρεστη παρένθεση, μπροστά στην ηρεμία του απέραντου μπλε που γαλήνευε το βλέμμα και την ψυχή τους. Απέναντι από το αγκυροβόλιο εκτεινόταν ο κόλπος Γκουαναμπάρα του Ρίο ντε Τζανέιρο, με τις ατέλειωτες αμμώδεις ακτές του – μίλια ολόκληρα από χρυσή άμμο και ζεστά νερά, που σμίγουν τα καταπράσινα τροπικά δάση με το απέραντο γαλάζιο του Νότιου Ατλαντικού.»
Ανταύγειες ανοιξιάτικου κήπου, άνθη ευφροσύνης σε μέρη μαγικά. Ανέμελη ζωή, ρέμβη αγαλλίασης.
 Όμως, η πραγματικότητα είχε άλλους ρυθμούς. Ήταν ώρα πρωινού καφέ, όταν ο ναυτικός πράκτορας ανέβηκε στο πλοίο μαζί με τις λιμενικές αρχές για τις απαραίτητες επιθεωρήσεις και τις άδειες προσέγγισης και φόρτωσης. Μόλις ολοκληρώθηκε το πρατιγάρισμα, δόθηκε η άδεια στους επιθεωρητές των ασφαλιστικών εταιρειών να ανέβουν κι αυτοί στο κατάστρωμα, για να αποτιμήσουν τις ζημιές από τη σφοδρή κακοκαιρία.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ναυτικού δικαίου, η μετατόπιση του φορτίου στο Αμπάρι Νο. 3 χαρακτηρίστηκε ως «αβαρία]», περιορισμένη όμως στον χρόνο που θα απαιτούνταν για την αποκατάσταση της στοιβάδας. Αποφασίστηκε η εκφόρτωση των coils βιομηχανικού χάλυβα στην προβλήτα του λιμένα και η επαναφόρτωση τους με ασφαλέστερες αιχμάσεις. Η εργασία υπολογίστηκε σε αρκετές ημέρες και δεν θα ολοκληρωνόταν σε λιγότερο από μία εβδομάδα. Αυτό, για το πλήρωμα, ήταν ένα ευχάριστο νέο. Μετά από ένα ήρεμο διήμερο αναμονής στο αγκυροβόλιο, το πλοίο μεθόρμισε εντός του λιμένα, προσδένοντας στην προβλήτα φόρτωσης.»
Τα ευχάριστα νέα συνέχισαν να καταφθάνουν κατά ριπές, σκορπώντας ενθουσιασμό στο πλήρωμα. Η πρώτη έκπληξη ήταν η τοποθεσία της προβλήτας: βρισκόταν ακριβώς δίπλα στην περίφημη Praça Mauá, την καρδιά της πόλης, το ιστορικό κέντρο όπου γεννήθηκε το Ρίο. Η δεύτερη έκπληξη ήταν πως το νέο φορτίο –ράβδοι αλουμινίου– θα καθυστερούσε σημαντικά να φτάσει. Το φορτίο μεταφερόταν σιδηροδρομικώς από το εσωτερικό της χώρας προς το λιμάνι. Όμως, οι πρόσφατες ισχυρές βροχοπτώσεις και οι φονικές πλημμύρες είχαν προκαλέσει εκτεταμένες κατολισθήσεις στο δίκτυο, καθιστώντας τις μεταφορές αδύνατες μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες αποκατάστασης. Για τους ναυτικούς, αυτό σήμαινε πως το Ρίο δεν θα ήταν απλώς ένας λιμένας φόρτωσης, αλλά ένα λιμάνι αναψυχής.
Το ταξίδι με προορισμό το Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας αποτελεί όνειρο ζωής για κάθε ταξιδιώτη. Για τον ήρωά μας και το υπόλοιπο πλήρωμα, το όνειρο αυτό υλοποιήθηκε συνυφασμένο με το επαγγελματικό τους καθήκον. Αυτή η γωνιά του Ατλαντικού κρύβει μοναδικές μαγείες· η αναφορά και μόνο στο όνομα της πόλης προκαλεί ευχάριστους συνειρμούς και πυροδοτεί αχαλίνωτες φαντασιώσεις. Η γοητεία που ασκεί στον κόσμο είναι ακαταμάχητη, παραπέμποντας σε κάτι το συναρπαστικό, σχεδόν παραμυθένιο. Είναι δύσκολο να το περιγράψεις με λόγια – ό,τι και να πεις, θα είναι λίγο. Αν δεν το επισκεφτείς και δεν δεις με τα ίδια σου τα μάτια αυτή τη γωνιά της Γης, δύσκολα αποδέχεσαι τις ταξιδιωτικές περιγραφές. Πόλη για «ανήσυχους» ταξιδιώτες, που δεν αρκούνται στην εικόνα, αλλά αναζητούν την ψυχή του τόπου.
Ο καπετάνιος λησμόνησε την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό του για μια ζωή συνετή και επέστρεψε στις παλιές του συνήθειες. Κάθε βράδυ, αναζητούσε καταφύγιο στην αγκαλιά της ερωμένης του, δίπλα στο ζεστό, γυμνό κορμί της, λήθη σκέπαζε κάθε τι που τον βασάνιζε. Οι όρκοι του, κάποτε ιεροί, σκορπίστηκαν μακριά, παρασυρμένοι από τον ίδιο άνεμο που άλλοτε τον έδερνε στα πελάγη.
 Κι όμως, δεν ένιωθε ένοχος για την καταπάτηση των υποσχέσεών του. Συνειδητοποίησε πως τέτοιες δεσμεύσεις είναι μόνο για εκείνους τους ναυτικούς που δεν γνώρισαν ποτέ λιμάνια-ορόσημα, πόλεις με φλογερό ταμπεραμέντο και ηδονές που προσφέρονται απλόχερα. Όποιος συνάντησε τέτοιους τόπους, μαθαίνει πως η ζωή είναι πολύ σύντομη για να περιορίζεται από όρκους που δύσκολα αντέχουν το βάρος της πραγματικότητας.
Ο λοστρόμος από την πρώτη μέρα βρέθηκε με μια κοπέλα. Το κορίτσι μιλώντας του γλυκά στην απαλή, τραγουδιστή της γλώσσα, τον μάγεψε μόλις την πρώτο-αντίκρισε.
Το χαμόγελό της μαγευτικό, η επιδερμίδα της είχε το χρώμα σοκολάτας, τα μαλλιά της μακριά, μέχρι την μέση της, πυκνά και μαύρα σαν τον έβενο. Όμως τα μάτια της ήταν που έκαναν τον λοστρόμο  να ξεχάσει τις φουρτούνες που πέρασαν όταν μέρες ολόκληρες ταξίδευαν με άσχημο καιρό. Στα μεγάλα της μάτια μέσα ήταν κρυμμένα όλα τα αστέρια του ουρανού. Ένιωσε σαν να τον καλούσαν να χαθεί στα βάθη τους, σαν να ήταν εκεί φυλαγμένες όλες οι ηδονές του κόσμου και όλες οι περιπέτειες που αναζητούσε.
Του ήρωα μας έκλεψε ένα κομμάτι της καρδιάς του ο χαρακτηριστικός γρανιτένιος όγκος. Ο Κώνος από Ζάχαρη (Pao de Acucar)
Ας μάθουμε γιατί.
Ο Sugarloaf Mountain (Pao de Acucar) είναι ένα εντυπωσιακό φυσικό ορόσημο με θέα στο Ρίο ντε Τζανέιρο και βρίσκεται στην είσοδο του κόλπου Guanabara. Γνωστό ως Pao de Acucar στα πορτογαλικά, είναι το όνομα για το μοναδικό σχήμα του που μοιάζει με μια παραδοσιακή μορφή συσκευασίας της ραφιναρισμένης ζάχαρης που χρησιμοποιούσαν κατά τον 19ο αιώνα. Ο ψηλός κώνος  είναι ένας μονόλιθος. Πρόκειται για έναν εντυπωσιακό μονόλιθο από γρανίτη και χαλαζία, που δεσπόζει στην είσοδο του κόλπου Guanabara. Η πρόσβαση γίνεται σε δύο στάδια: Πρώτη στάση: Στο Morro da Urca, σε υψόμετρο 220 μέτρων, προσφέροντας θέα προς τον κόλπο και τις δαντελωτές ακτές Δεύτερη στάση (Κορυφή): Στα 396 μέτρα, όπου το θέαμα είναι κυριολεκτικά καθηλωτικό. Ο συνδυασμός των λόφων που μοιάζουν με «πράσινο χαλί» και η παρουσία του αγάλματος του Χριστού Λυτρωτή στο βάθος, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα απόκοσμη και μοναδική. Είναι φανερό ότι ο «Κώνος» δεν είναι απλώς ένας βράχος, αλλά ένας τόπος όπου ο άνθρωπος νιώθει την ορμή της φύσης σε όλο της το μεγαλείο. Μέσα από τα μάτια του ήρωά μας, το βουνό αυτό γίνεται ένα σύμβολο ελευθερίας μετά από τη δοκιμασία στη θάλασσα..
Η θέα κόβει την ανάσα.
Στο βάθος διακρίνεται το σύμβολο του Ρίο, το άγαλμα του Χριστού Λυτρωτή.
Από το τελεφερίκ, ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει τους αναρριχητές που παλεύουν με τις πλαγιές του Sugarloaf, καθώς και των άλλων δύο βουνών της περιοχής: του Morro da Babilonia και του Morro da Urca. Μαζί, οι σχηματισμοί αυτοί αποτελούν μία από τις σημαντικότερες και μεγαλύτερες αστικές περιοχές αναρρίχησης στον κόσμο. 
Για τους αναρριχητές, ο Sugarloaf παραμένει ο πιο δημοφιλής προορισμός στο Ρίο, προσφέροντας πάνω από πενήντα διαδρομές αναρρίχησης, διασκορπισμένες και στις τέσσερις πλευρές του βουνού. Η ποικιλία των διαδρομών είναι εντυπωσιακή, προσελκύοντας από ερασιτέχνες μέχρι τους πιο τολμηρούς αθλητές που αναζητούν την πρόκληση μέσα στο αστικό τοπίο.
Ο ήρωας μας ένιωσε μια ζήλια να τον πλημμυρίζει μέχρι το μεδούλι. Δεν ήταν φθόνος· ήταν το επίμονο τσίμπημα εκείνου του πάθους που μοιραζόταν με τον αναρριχητή. Το μόνο, το αληθινό τους αίτημα, ήταν η κορυφή. Χωρίς όρια, χωρίς φόβο, δίχως συστολή, απελευθερωμένοι από κάθε «επίγεια» άγκυρα.  Ήξεραν καλά πως για να φτάσουν εκεί, χρειαζόταν πειθαρχία! Μικρά, σταθερά βήματα, κατανόηση για κάθε κερδισμένο εκατοστό, πριν το επόμενο πέρασμα. Στην προσπάθειά τους, ο άνεμος μεταμορφωνόταν σε ψίθυρο στα πρόσωπά τους, χαρίζοντας τους την απόλυτη αίσθηση της ελευθερίας. Δεν αποζητούσαν τιμές, ούτε ηγετικούς ρόλους. Το μόνο που επιθυμούσαν ήταν να μοιραστούν το μεγαλείο της προσπάθειας και να αποκαλύψουν τους ορίζοντες που άνοιγαν μπροστά τους.
 Διαλέγουν τον επόμενό στόχο μέσα τους από τα όσα μαθαίνουν σε τούτον. Αν δεν μάθουν κάτι, τότε ο επόμενος θα είναι όμοιος με τούτον, με τους ίδιους φραγμούς που θα πρέπει να ξεπεράσουν.
Οι περιπέτειες του ήρωα μας δεν σταματούν εδώ. Υπάρχουν και άλλες στη μνήμη. Ο ήρωας μας όμως, δεν είναι μονοδιάστατος. Δεν είναι ούτε καν ένας. Είναι πολλοί, είναι όλοι οι ναυτικοί μας, οι οποίοι έστω κι αν πέρασαν πολλά κοντά στη γαλάζια τους κυρά, εξακολουθεί να τους λείπει το κύμα, η αλμύρα πάνω στα ρούχα τους, στο πετσί τους, το καινούργιο και το άγνωστο.
Όσοι έζησαν απ' τη θάλασσα, σπάνια διατήρησαν μόνο επαγγελματική σχέση μαζί της. Κατά κανόνα την αγάπησαν, τη μίσησαν ή και τα δύο.

"Σκυφτός στο δειλινό
ρίχνω τα δίχτυα μου θλιμμένα
στα ωκεάνια μάτια σου"
(Pablo Neruda)  

1 comments:

  1. Que Lindo!

    Ο ναυτικός πατρίδα του έχει την παγκοσμιότητα, θάλασσα το κρεββάτι του,
    Στο Ρίο φορτωμένοι κάρβουνο μείναμε πολλές μέρες αρόδου μέχρι να πέσουμε δίπλα το όλον 40 μέρες.
    Γενικά η ζωή του ναυτικού είναι μια συνεχή περιπέτεια, χωρίς τελειωμό.

    Γαβριήλ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

 
Web Informer Button