ADS

click to open

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

Mia Palia Photogafia K' Ena Gramma

Χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα.
Ναυτικός.
Ήταν το πρώτο μου μπάρκο.
Δόκιμος μηχανικός σ’ ένα ατμοκίνητο γκαζάδικο του χίλια εννιακόσια πενήντα.
Ταξιδεύουμε στης θάλασσας τα πλάτη κάτω απ' έναν έναστρο ουρανό, πάνω στους πέντε ωκεανούς του πλανήτη. Νοιώθω το πλοίο να σκίζει τα κύματα κάτω από τ’ απόκοσμο και χαοτικό βάθος του ουρανού, κάτω από μακρινούς πλανήτες και γαλαξίες. Χιλιάδες τόνοι μέταλλο ταξιδεύουν ακούραστα στις πέντε ηπείρους του πλανήτη μέσα στο χρόνο με μοναδικό φόντο τον ορίζοντα. Εκεί που το μπλε της θάλασσας ανταμώνει και φιλιώνει αρμονικά με το μπλε του ουρανού. Μια νοερή οριζόντια γραμμή τα χωρίζει. Η αείροη πηγή του μυστηρίου της ζωής τα συνδέει λειτουργώντας ως μια αέναη, ζωοποιός δύναμη..
Ώρα οκτώ το πρωί.
Ο μονότονα σταθερά επαναλαμβανόμενος χαρακτηριστικός ήχος που παράγεται από το σήμαντρο (καμπάνα) υπενθυμίζει στους εργαζόμενους του μηχανοστασίου ότι είναι η ώρα της κλασσικής παραδοσιακής παράδοσης-παραλαβής βάρδιας εργασίας. 
Η υγρασία και η ζέστη του μηχανοστασίου, αυτός ο συνδυασμός που δημιουργεί μια εξαιρετικά αποπνικτική ατμόσφαιρα, μου δυσχεραίνει την αναπνοή και μου προκαλεί δυσφορία καθώς ανέβαινα τις μεταλλικές σκάλες του μηχανοστασίου και προχώρησα στο εξωτερικό κατάστρωμα της πρύμνης! Εξαντλημένος κάθισα δίπλα στις πίντες (δέστρες), της πρύμνης του πλοίου κοντά στον τεράστιο εργάτη της Άγκυρας για να χαλαρώσω, να αναζωογονηθώ από αυτό το αίσθημα της κούρασης που ένιωθα. Άφησα το βλέμμα μου να ξεφύγει από τα όρια του πλοίου και να χαθεί στο απέραντο γαλάζιο της τροπικής θάλασσας, με στοχαστική διάθεση σε μια στιγμή περισυλλογής, μακριά από τα καζάνια και τις τουρμπίνες του μηχανοστασίου, να ηρεμήσει το μυαλό μου και να βοηθήσω το σώμα μου να χαλαρώσει.
Τις τελευταίες ήμερες το πλοίο ταξίδευε στην τροπική θάλασσα με την αφόρητη ζέστη και την ανυπόφορη υγρασία μια κατάσταση που επηρεάζει άμεσα την ικανότητα του οργανισμού να αναπνέει φυσιολογικά. Το ανθρώπινο σώμα μπορεί να αντέξει πολύ υψηλές θερμοκρασίες εάν η υγρασία είναι χαμηλή δεν μπορεί όμως να υποστηρίξει θερμοκρασίες με υψηλή υγρασία γιατί σ' αυτή την κατάσταση, το σώμα δεν μπορεί να δροσιστεί με την παραγωγή ιδρώτα. Πολύ σύντομα διαπίστωσα πως σ' αυτή την περιοχή της πρύμνης δεν ήμουν η μοναδική παρουσία. Ηταν και ο Συριανός θερμαστής, ο Αντώνης, που ανέβαινε πίσω μου μετά την κοπιαστική του βάρδια στο στόκολο των καζανιών με τη φόρμα εργασίας μούσκεμα απ' τον ιδρώτα και κάνοντας πάντα την ίδια μονότονη κίνηση. Να σκουπίζεται στο λαιμό με ένα δικτυωτό λευκό βαμβακερό μαντήλι, το μαντήλι της «φωτιάς». Το «μαντήλι της φωτιάς» ήταν ένα μαντήλι δεμένο στο λαιμό του θερμαστή που το χρησιμοποιούσε για να σκουπίζει τον ιδρώτα και τη σκόνη κατά τη διάρκεια της εργασίας του στο μηχανοστάσιο. Αποτελούσε μέρος της εικόνας του θερμαστή, σε παλιά ελληνικά πλοία και συνδεόταν με τη σκληρή δουλειά και τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης των ναυτικών, «χειμώνα καλοκαίρι».  Ο Θερμαστής καταπονημένος κ αυτός, απ’ τη σκληρή δουλειά στο «στόκολο» (λεβητοστάσιο) να παρακολουθεί τις φωτιές και τα νερά στα καζάνια, είχε μια έντονη ανάγκη τώρα για μια όαση δροσιάς και μια αίσθηση ανακούφισης εκεί στις πίντες του καταστρώματος της πρύμνης (stern deck) που του επιτρέπει να αποσυνδεθεί από την ένταση της βάρδιας σ' 'ένα διάλειμμα σωματικής χαλάρωσης από την καταπόνηση της εργασίας του. 
Ο Αντώνης ήταν ένας άνδρας πενήντα περίπου χρονών είχε μέτριο ανάστημα, ένα κανονικό σώμα, και παρά την πολύ σκληρή δουλειά στα καζάνια του πλοίου είχε μερικά έξτρα κιλά συγκεντρωμένα γύρω από την κοιλιά του. Η κοιλιά του, θύμιζε αυτή των εγκύων, έχοντας λεπτά χέρια και πόδια. Τα σπαστά γκρίζα μαλλιά του ήταν αραιά κι από κάτω τους φαίνεται το δέρμα της κεφαλής του.
Το στόκολο (από την αγγλική λέξη stokehold) του πλοίου ήταν η περιοχή του, το βασίλειό του, που παρακολουθούσε τους ατμολέβητες, τα μανόμετρα ένας χώρο με ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας εκεί όπου κυβερνούσε ο Αντώνης τις φωτιές και τα νερά των καζανιών του πλοίου σαν απόλυτος μονάρχης.
Κάθισε κατάχαμα δίπλα από την οβάλ πόρτα της κουζίνας που δεν έκλεινε καλά, σε μια στάση σώματος που υποδηλώνει εξάντληση και ανάγκη για ξεκούραση όπως η σκηνή από την ταινία «Πώς πέφτουν οι ισχυροί». Στήριξε την πλάτη στον μπουλμέ ακουμπώντας στο πρώτο σκαλοπάτι της σιδερένιας σκάλας που οδηγούσε στο ντεκ της τσιμινιέρας με τα χέρια πίσω από το σβέρκο και τη στάση αυτή καταλαβαίνω πως την επιλέγει για να του προσφέρει σταθερότητα και να ξεκουραστεί η σπονδυλική του στήλη. Άναψε ένα τσιγάρο και τον βλέπω μετά από λίγο να γέρνει προς τα πίσω ακούμπησε και το κεφάλι του  στον γκρίζο σιδερένιο μπουλμέ, χαμογελούσε με το τσιγάρο στο ακρόχειλο του με τα μάτια μισόκλειστα και ο καπνός από το τσιγάρο να κάνει δαχτυλίδια ανεβαίνοντας προς τα πάνω. Καπνίζοντας το τσιγάρο χαϊδεύει τα αραιά κοντά γένια του. Μια εικόνα που μου παραπέμπει σε έναν άνθρωπο κουρασμένο που βρίσκεται σε διαδικασία αναπόλησης. 
Τον παρατηρώ έτσι που έτσι καθισμένος χαμογελά, ίσως κοιτάζοντας το κενό, το μυαλό του να ταξιδεύει πίσω στο χρόνο. Η αναπόληση του αυτή ίσως να λειτουργεί ως καταφύγιο σε μια προσπάθεια του σύνδεσης με στιγμές που είχαν αξία, «ανακινώντας» μνήμες μέσα από την κούραση του. Ίσως να βρίσκεται σε κατάσταση ονειροπόλησης, με τα μάτια μισόκλειστα και με την αίσθηση ότι είναι «παρών» αλλά ταυτόχρονα «αλλού», το μυαλό του να αποσπάται από την πραγματικότητα και να ασχολείται με τις αναμνήσεις του και τις εμπειρίες του που ξεθώριασαν και χάθηκαν με τον καιρό, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί κάτι από αυτές που παραμένουν κρυμμένες στην ψυχή του, όπως αναμνήσεις και συναισθήματα που δεν σβήνουν ποτέ.
Χαμογελώντας συνεχίζει να χαϊδεύει τα γένια του. Κι αυτή τη φορά κλείνει τα μάτια για τα καλά πλημμυρισμένος απ’ ένα πέπλο λάμψης στο μέτωπο, παραδίδεται στο όνειρο του. Ίσως να γυρνά στα χρονιά της εφηβείας του, περπατώντας τα σοκάκια της Άνω Σύρου, στην εποχή που ερωτεύτηκε μια καθολική κοπελιά. Φαίνεται ότι την θυμόταν γιατί κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια του που λαμπύριζαν, κι έπειτα άρχιζαν να αλλάζουν να γίνονται υγρά, θολά και το χρώμα τους να σβήνει. Ίσως να βλέπει κάπου χωμένο σε μακρινές ομίχλες το πρόσωπο της που απομακρύνεται και χάνεται στα βάθη του ορίζοντα, σαν μια μακρινή ανάμνηση που σβήνει. Ένας ανεκπλήρωτος έρωτας που του είναι δύσκολο πλέον να τον ανακαλέσει καθαρά.
Ταξιδεύοντας αφήνουμε πίσω μας το Πορτ Λούις, συνεχίζουμε βόρεια κατά μήκος της μεγάλης δαντελωτής ακτογραμμής του Αγίου Μαυρικίου. Άσπρες αμμουδιές, οργιώδης ζούγκλα, απότομες βουνοπλαγιές, καταρράκτες και χιλιόμετρα κοραλλένιας δαντέλας στον Ινδικό ωκεανό. Ήλιος που καίει, σμαραγδένια νερά, τροπική βλάστηση και αμμουδιά απαλή σαν πούδρα. Ένας παράδεισος επί της γης. ανατολικά της Μαδαγασκάρης, στον Τροπικό του Καρκίνου. Εδώ που πριν από εκατομμύρια χρόνια δημιουργήθηκε από έκρηξη υποθαλάσσιου ηφαιστείου ένα νησί. Η θάλασσα εμπρός μας, λαμπερή γαλάζια, παντού όσο φτάνει το μάτι, τονίζοντας την αίσθηση του άπειρου, λικνίζεται απαλά και αναστενάζει σαν μια πελώρια αναπνοή. Το φως του ήλιου ξεχύνεται εκτυφλωτικό, σπινθηροβόλο σαν μικρά χιλιάδες άστρα που λαμπυρίζουν, όπως αυτό καθρεφτίζεται πάνω στην επιφάνεια του νερού πέρα μακριά και σχηματίζει ένα φωτεινό μονοπάτι στην επιφάνεια της θάλασσας, που συνεχίζει προς τον ορίζοντα.
Σιγά, σιγά ένας-ένας μαζεύονται από το πλήρωμα, όσοι αυτή την ώρα ξυπνούν, στην πρύμη, για να πιουν τον πρωινό καφέ τους.. Είναι η ώρα που σε λίγο θα πάμε όλοι για δουλειά, ...over time.... τόσο το προσωπικό καταστρώματος όσο και προσωπικό μηχανής. 
Σήμερα που η τροπική ζέστη είναι ανυπόφορη στο κατάστρωμα οι τρέχουσες καιρικές συνθήκες είναι σχετικά υποφερτές, πνέει ένας άνεμος με χαμηλή ταχύτητα, που χαρακτηρίζεται ως σχεδόν άπνοια, αισθητός ως «ελαφρύ αεράκι», που προκαλεί ήπια ρυτίδωση στην επιφάνεια της θάλασσας, είναι αναζωογονητικός και δροσίζει κάπως την ατμόσφαιρα. Στο μηχανοστάσιο όμως οι συνθήκες είναι πιο δύσκολες, οι θερμοκρασίες υψηλές και η υγρασία αφόρητη και αυτή την εποχή που ταξιδεύουν στα τροπικά κλίματα θέλει μεγάλη προσοχή.
Το πλοίο ένα χαλύβδινο γκαζάδικο, ατμοκίνητο, παλαιάς ήδη τεχνολογίας.... και ο αερισμός του όχι τόσο καλός σε ιδιαίτερα επιβαρυμένους θερμικά χώρους, όπως το μηχανοστάσιο και το λεβητοστάσιο.
«Σήμερα το μηχανοστάσιο λειτουργεί σε ρυθμούς καύσωνα που κάνει τη ζέστη πιο αφόρητη και την ατμόσφαιρα να μοιάζει πιο «πυκνή», λέει ο Λευτέρης ο λαδάς, που μόλις τώρα πίνει τον καφέ του κι αυτός. Οι συνθήκες εργασίας μέσα στον πιο «σκληρό» χώρο του πλοίου, στο μηχανοστάσιο, όπου οι θερμοκρασίες που επικρατούν είναι υψηλές και ο αέρας κακής ποιότητας είναι ιδιαίτερα δύσκολες. Εκτός από τα επικίνδυνα ταξίδια στη θάλασσα και τις όποιες στερήσεις έχει ως συνέπεια, ως επακόλουθο, η ζωή πάνω στο πλοίο, τα πληρώματα μηχανής, οι επαγγελματίες αυτοί, ασκούν μια ιδιαίτερα κοπιαστική, χειρωνακτική εργασία.
Κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα ήταν ήδη οκτώ και μισή. Ήξερα ότι εάν δεν ήθελα να έχω μουρμούρα από τον Δεύτερο, έπρεπε να σηκωθώ αμέσως και να κατέβω στο μηχανοστάσιο. 
Στο πλοίο υπήρχε ένα γνωμικό για το Δεύτερο μηχανικό. «Λένε ότι το δάγκωμα του είναι χειρότερο απ’ το γάβγισμα του».
Ο Αντώνης ήταν ακόμη μισοκοιμισμένος. 
«Που πας». Με ρώτησε. 
Είχε μια δυσκολία να σηκωθεί από το πρωινό ραχάτι, άλλα του ήταν αδύνατο να βρει κάποια δικαιολογία ώστε να μην κατέβει στο μηχανοστάσιο για το over time. 
«Περίμενε έρχομαι μαζί σου». 
Ακούμπησε στην άκρη το άδειο του φλιτζάνι, σηκώθηκε από το σκαλοπάτι, κούμπωσε τη φόρμα του και πέρασε γρήγορα την είσοδο του μηχανοστασίου. 
Κι εγώ αγαπώ τόσο πολύ αυτές τις πρωινές στιγμές της αδράνειας που προσφέρουν μια μοναδική αίσθηση ηρεμίας, ελευθερίας και σκέψης και στη διάρκεια τους ξεχνάς ακόμη και τα τέσσερα αυγά μάτια και το μπέικον με τα ψωμάκια που έμειναν άθικτα πίσω μας στη τραπεζαρία.
Ο Δεύτερος μοίρασε τις δουλειές του μηχανοστασίου. Tο μηχανοστάσιο είναι η καρδιά του πλοίου, καθώς εκεί στεγάζονται οι μηχανές, οι οποίες δουλεύουν ασταμάτητα για να παρέχουν την απαραίτητη ενέργεια! Η καρδιά είναι το μηχανοστάσιο του ανθρώπου. Η καρδιά δεν γνωρίζει τίποτα, απλώς δουλεύει ασταμάτητα για να παρέχει την απαραίτητη ενέργεια του ανθρώπου! Ενώ η γέφυρα είναι το κέντρο επιχειρήσεων (το «μυαλό»), το μηχανοστάσιο είναι ο χώρος που δίνει ζωή στο πλοίο.
Στον Αντώνη ανέθεσε να βοηθήσει το θερμαστή της πρωινής βάρδιας. Λόγω της κακής ποιότητας των καυσίμων που το πλοίο είχε εφοδιαστεί τελευταία, οι καυστήρες στους λέβητες άφηναν προσμίξεις από λασπώδη και στερεά κατάλοιπα  στο δάπεδο της εστίας που έπρεπε να αναδευτούν και να καούν πριν αποκτήσουν μεγάλο όγκο και δημιουργήσουν περαιτέρω λειτουργικά προβλήματα στο σύστημα.
Ο Αντώνης μ’ ένα μεγάλο σε μήκος σιδερένιο λοστό που χωνόταν βαθιά μέσα στο σωρό αποσπούσε από το δάπεδο τα ανθρακώδη στερεά κατάλοιπα. Ταυτόχρονα αύξανε την παροχή του αέρα καύσης στην εστία του λέβητα. Τα κατάλοιπα αμέσως αναφλέγονταν. Άστραφτε και βροντούσε η εστία του λέβητα. Η αναλαμπή απ’ τις φλόγες χόρευε τρελά πάνω στο δάπεδο, συνέχιζε το δαιμονισμένο της χορό πάνω στους πλαϊνούς υδρότοιχους και την οροφή. Κόκκινες και πορτοκαλιές σκιές σειούνται, λυγιούνται, σφιχταγκαλιάζονται ή ξαφνικά ξεμακραίνουν. Αργότερα ζαρώνουν και γίνονται τόσες δα μικρούλες, και μετά σε κάθε νέο ανάδεμα, ώσπου να πεις τρία σηκώνονται τεντώνουν το λαιμό τους με ορμή, και τα ανθρακώδη έπαιρναν και πάλι φωτιά, βγάζοντας μια κίτρινη στριγκή λάμψη. Σαν ένα γιγαντιαίο ταμπούρλο που βροντούσε ρυθμικά.
Ο Αντώνης, χειριζόταν το λοστό με εξαιρετική ικανότητα και ασυνήθιστη άνεση, μετατρέποντας τη βίαιη και βαριά εργασία σε μια σχεδόν χορευτική χορογραφία. Σ’ αυτό ήταν πραγματικά άπιαστος, ήταν ο καλλιτέχνης του στόκολου. Η μια προσπάθεια μετά την άλλη και δώσ’ του, έριχνε με το λοστό και δε σταματούσε ακόμη και όταν ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπό του.
Έτσι κύλησε η ώρα μέχρι το coffee time των δέκα. Ο μοναδικός χώρος στο πλοίο που είχε κλιματισμό ήταν η τραπεζαρία και το καπνιστήριο του πλοίου με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια υποφερτή ατμόσφαιρα. Στη διάρκεια λοιπόν της εικοσάλεπτης διακοπής από τις εργασίες όλο το πλήρωμα μαζευόταν εκεί για τον καφέ του.
Ο Δεύτερος μηχανικός του πλοίου ήταν ένας τριανταπεντάρης άνδρας από εκείνους τους γυμνασμένους τύπους με ευθυτενές σώμα και έκφραση ετοιμότητας στο πρόσωπο. Υποψιαζόμουν ότι πίσω απ’ το στεγνό του ύφος κρύβονταν ωκεανοί συναισθήματος. Αλλά εκείνος το κρατούσε για τον εαυτό του. Πάντα ψύχραιμος, ολιγόλογος, ολιγαρκής. Στεγνός, ναι, αυτή την αίσθηση που μου έδινε. Λες κι είχε μεγαλώσει σε μια Ατακάμα συναισθημάτων. Αν δεν ξέρετε τι είναι η Ατακάμα, αναζητήστε «η πιο άνυδρη έρημος της Γης».
Με ρώτησε για τον Αντώνη, και αν ξέρω γιατί δεν ήρθε στον καφέ. Δεν ήξερα γιατί δεν ήρθε!
Πήρε τηλέφωνο τη βάρδια στο μηχανοστάσιο και ρώτησε. Ένοιωσε ανακούφιση μαθαίνοντας ότι ο Αντώνης πίνει τον καφέ του παρέα με τον συνάδελφο του στο στόκολο. Η ασφάλεια των ανδρών της επιστασίας του ήταν το πρώτο μέλημα του. Για την ακρίβεια ενδιαφερόταν για τη σωματική και ψυχική υγεία των υφισταμένων του και ας μη το φανέρωνε το στεγνό πρόσωπο του.
Τελειώνοντας το coffee time το προσωπικό μηχανής συναντηθήκαμε στην πλατφόρμα έλεγχου του μηχανοστασίου. Ο Δεύτερος φώναξε εμένα και τον Αντώνη.
«Θα πας στην πλατφόρμα του βοηθητικού ψυγείου να σκουπίσεις και να καθαρίσεις το μπουλμέ στη πλευρά της θάλασσας». Είπε του Αντώνη.
«Κατάλαβες;»
«Κατάλαβα». Επανέλαβε ο Αντώνης γεμάτος ανακούφιση όταν συνειδητοποίησε την εργασία που του αναθέτει ο Δεύτερος.
«Διάβολε, είμαι το κατάλληλο άτομο γι’ αυτή τη δουλειά». Δήλωσε με στόμφο.
Ο Δεύτερος συγκρατήθηκε με κόπο για να μη γελάσει
«Εσύ θα πας στο αριστερό ιππάριο τροφοδοσίας να αλλάξεις σαλαμάστρες στα βάκτρα παλινδρόμησης. Μπορείς;». Με ρώτησε.
«Δεν έχω πρόβλημα». Είπα και το εννοούσα.
«Και έχε το νου σου στο θερμαστή δίπλα σου, θα αράξει άλλα μην τον ανησυχείς, έχει ταλαιπωρηθεί τις προηγούμενες ώρες, έχουμε και αυτή τη διαβόλου υγρασία που σου τρυπάει το κόκκαλο». Με συμβούλεψε ο Δεύτερος.
Δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα που ο Αντώνης νιώθοντας ταλαιπωρημένος και καταπονημένος απ’ τον πόλεμο με τις φωτιές των καζανιών, έγειρε το κορμί του άβολα να αναπαυτεί στο μεγάλο εγκάρσιο νομέα του σκάφους πίσω από το τεράστιο ψυγείο, πάνω στην επιφάνεια της δροσερής λαμαρίνας. Εκεί που κανείς δεν τον έβλεπε. Ο τραχύς θόρυβος του μηχανοστασίου και οι δονήσεις της προπέλας τον νανούρισαν. Ο Αντώνης αποκοιμήθηκε. Χάνοντας τον Αντώνη από την οπτική επαφή χαμογέλασα με κατανόηση. Θυμήθηκα μια παλιά ιστορία που έλεγε ο παππούς για έναν κολλήγο εκατοχρονίτη γέροντα. «Προσπαθούσε έντιμα να κάνει τη δουλειά που του ζητούσαν, δουλειά πολύ πάνω από τις δυνάμεις του, εξαντλημένος εδώ και πολύ καιρό. Υστέρα κοιμήθηκε».
Ο Αντώνης μετά από δύσκολες και κοπιαστικές ώρες εργασίας με ευκολία αποκοιμιόταν παντού, ακόμη και στο μηχανοστάσιο, με τον ιδρώτα να μουσκεύει τα ρούχα του.
Κάποια στιγμή ξύπνησε ξαφνικά σαστισμένος, αναπήδησε απότομα και σηκώθηκε ακαριαία διαπιστώνοντας ότι εγώ είχα ήδη φύγει από το μηχανοστάσιο απογοητεύτηκε. Δεν είχε επίγνωση του χρόνου που πέρασε, δεν μπορούσε να υπολογίσει πόσος χρόνος είχε περάσει που κοιμήθηκε κουρνιασμένος εκεί στο δροσερό ατσάλινο νομέα της γάστρας του πλοίου.
«Σκατά», μονολόγησε όταν κατάλαβε ότι η ώρα ήταν ήδη δώδεκα, κατέβηκε στο δάπεδο της πλατφόρμας και με ύφος παραπονεμένο, θλιμμένο ξεκίνησε για το μεσημεριανό του δείπνο.
Ώρα δώδεκα και δέκα μεσημέρι.
Βρισκόμασταν στο χώρο της μεγάλης τραπεζαρίας πληρώματος του πλοίου, το πλήρωμα βαδίζοντας γοργά ελάμβανε θέση για το μεσημεριανό γεύμα.Ο Αντώνης με το στόμα ορθάνοιχτο κρατούσε τα ματιά προσεκτικά χαμηλωμένα έριχνε κλεφτές ματιές γύρω του και στο πρόσωπο του καμωνόταν επιδέξια πως ταξιδεύει ο νους του, είναι απορροφημένος από τις σκέψεις του και ταλαιπωρημένος από την δύσκολη εργασία που του είχαν αναθέσει να εκτελέσει. Είχε τα μελαγχολικά λαμπερά του ματιά καρφωμένα στο κενό με σφιγμένο χαμόγελο και πονεμένη ματιά. Τα αραιά μαλλιά του ήταν τραβηγμένα πίσω με το λευκό μαντήλι της φωτιάς δεμένο γύρω από το μέτωπο να συγκρατεί τον ιδρώτα του. Προσπαθούσε να προσελκύσει την προσοχή απ’ το πλήρωμα γύρω απ’ τα δυο μεγάλα τραπέζια της τραπεζαρίας του πλοίου στραμμένη επάνω του. Κοίταζε φευγαλέα προς τη διεύθυνση που βρισκόταν ο Δεύτερος μηχανικός με την άκρη του ματιού και το στόμα ανοικτό φροντίζοντας να μην χάσει την ταλαιπωρημένη έκφραση, ώστε να αποσπάσει την προσοχή του, να δείξει ότι εργάστηκε με ζήλο και έφερε εις πέρας τη δουλειά που του είχε αναθέσει.
Κάπου κάπου κοίταζε πάνω από τον ώμο του προς το μέρος μου, να δει εάν είχα αναφέρει κάτι για το ραχάτι του. Αντικρίζοντας το φιλικό μου χαμόγελο μάζεψε το κουράγιο του και προχώρησε να καθίσει στο κάθισμα του.
Ο καμαρωτός μη αναγνωρίζοντας τον καθημερινό μας Αντώνη, σ’ αυτή την γεμάτη ανησυχία έκφραση στο πρόσωπο του συνειδητοποίησε ότι κάτι του συμβαίνει σήμερα.
«Είσαι καλά;» τον ρώτησε
«Τι;» ψιθύρισε.
Η φωνή του βγήκε βραχνή, σαν να μην ήταν συνηθισμένος να μιλά καθώς καθόταν στην θέση του.
Το πρόσωπο του στράφηκε στο καμαρότο, που η παρέμβαση του έγινε η αιτία να διακοπεί η πρόσκαιρη θεατρική του παράσταση.
Αυτό τον επανέφερε από την παράσταση του. Έμεινε για λίγο ασάλευτος σχεδόν υπνωτισμένος.
«Αναρωτιόμουν για την καλή σου υγεία. Χαλάρωσε δείχνεις χλωμός σαν ζυμάρι.» Συνέχισε ο καμαρωτός.
Τα καπνιστήρια και οι τραπεζαρίες των πλοίων είναι ένα περιβάλλον που υπό ορισμένες προϋποθέσεις τα αστεία και οι φάρσες ευδοκιμούν.
Ο Αντώνης ακόμη και στα πενήντα του, χρόνια - στον μισό αιώνα ζωής του - ζούσε ακόμη την εποχή της αθωότητας όσο περισσότερο γινόταν, στα τρυφερά, αθώα και πιθανότατα τα πιο νοσταλγικά του χρόνια, εκείνα της παιδική του ηλικίας, την εποχή της ανεμελιάς και της αμεριμνησίας. Η αθωότητα του κάποιες στιγμές, με εκείνο το κάπως χωρίς λόγο, λαμπερό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του, έμοιαζε λες και η χαρά είχε ριζώσει σαν ουράνιο τόξο μέσα στο κεφάλι του και είχε διώξει κάθε του γκρίζο σύννεφο. Για μένα είναι πολύ δύσκολο να δεχτώ ....και με ξενίζει η κατάχρηση.... σ' αυτές τις φάρσες, που συνήθως έχουν σαν στόχο ορισμένα επιρρεπή άτομα. Πιστεύω ότι είναι βαναυσότητα απέναντι τους η ευκολία να γίνονται θύματα συμπεριφοράς που απουσιάζει η ευαισθησία, η έλλειψη τρυφερότητας και συμπόνιας.
Θα κάνω μια διαδικασία ανάσυρσης και αναπόλησης σε πολύ πρόσφατα γεγονότα, το πως περνούσε τις ελεύθερες ώρες του το πλήρωμα στο πλοίο και θα αναφερθώ ιδιαίτερα στον πύρινο λόγο που έβγαλε ο Αντώνης στην τραπεζαρία του πλοίου την προηγουμένη εβδομάδα. Ο Αντώνης ήταν ο πρωταγωνιστής. 
«Λόγο, θέλουμε λόγο». Τον παρότρυνε εν χορώ σύσσωμο το πλήρωμα.
Ο Αντώνης έπλεε σε πελάγη ανείπωτης χαράς, με αίσθημα ενθουσιασμού ένιωθε να υψώνει το ανάστημά του και αυτό του δίνει θάρρος και δύναμη να υπερασπίζεται με πείσμα τις ιδέες του.
Για να τον βλέπει καλύτερα και να τον ακούει όλο το πλήρωμα, έπειτα από παρότρυνση του Γραμματικού, έβγαλε τα παπούτσια του και ανέβηκε πάνω στο τραπέζι. Μιλούσε ενάντια στη ανάλγητη πρακτική της εφοπλιστικής εργοδοσίας και την ανύπαρκτη ευαισθησία τους.
Έλεγε πολλά και ασυνάρτητα μεταξύ τους. Αναφερόταν σε σκέψεις και ιδέες! Ο λόγος του ήταν με πολλές και ασύντακτες σκέψεις μεταξύ τους, χωρίς καμία λογική σειρά!  
Τον ρωτούσαν τι θα έκανε στο δικό του πλοίο.
Όπως ήταν αναμενόμενο, έπλεξε το εγκώμιό του φανταστικού πλοίου με την στεντόρεια φωνή του.
«Θα βάλω μασίνια με κόκα κόλα». Έλεγε κλείνοντας τη διήγηση του φανταστικού του πλοίου 
Το πλήρωμα ξέσπασε στα γέλια και χειροκροτούσε ενθουσιωδώς από κάτω.
Ο Αντώνης ίσιωνε με καμάρι τους ώμους, και ανταπέδιδε το χειροκρότημα.
Είχε μια ψύχωση με τα μασίνια του νερού, τα ήθελε να ρέουν άφθονη κόκα κόλα.
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.
Τις στιγμές αυτές ο φτωχός καταφρονεμένος Θερμαστής μεταμορφώνεται, ένιωθε πως δεν ήταν ένας ξένος, ένας παρείσακτος. Ένιωθε ο κόσμος που ανήκει τον δέχεται σαν κάτι ξεχωριστό στην αγκαλιά του.
«Ευδαιμονία» ήταν η λέξη που μου ερχόταν στο νου έτσι όπως έβλεπα την παρουσία του.
«Αισθάνεται όμορφα», συλλογίστηκα. «Νιώθει την ανάγκη του ανθρώπου να αφήσει τα ίχνη του.»
Ώρα εννέα το βράδυ.
Ο Αντώνης ήταν ανοικτός τύπος, ευδιάθετος και συνήθως μια υπερβολή να τον χαρακτηρίζει, που εξακολουθούσε να φέρεται μερικές φορές σαν μικρό παιδί. Ήταν ένας πτωχός εργαζόμενος θερμαστής στο στόκολο του πλοίου με αφάνταστα αγαθή καρδιά. Μπορεί με τις φωτιές να μάλωνε μα δεν ήξερε να πει όχι σε κανέναν. Μια τέτοια καλοσύνη καρδιάς συνήθως οι γύρω του τον αντάμειβαν με ευγένεια και συμπάθεια. Ήταν και φορές που μερικοί τον πλήγωναν και τον ταπείνωναν. Κρυφογελώντας συνωμοτικά έλεγαν πως, με το πέρασμα του χρόνου το μυαλό του έμεινε πίσω, δεν ακολούθησε τη βιολογική ανάπτυξη του κορμιού του.
Λίγα πράγματα ήταν γνωστά για την προσωπική του ζωή. Δεν είχε τελειώσει σχεδόν ούτε το δημοτικό σχολείο στο νησί του τη Σύρα. Ο πατέρας του, απουσίαζε συχνά στα καράβια και μικρός έμενε με τη μητέρα του μια αγαθή νησιώτισσα. Η μητέρα του τον έστελνε στο σχολείο μα έλα όμως, που δεν άρεσαν στο Αντώνη τα αναθεματισμένα τα γράμματα. Προτιμούσε να κάθεται στο λιμάνι να χαζεύει τα καράβια και ο νους του ταξίδευε μακρυά. Καμιά φορά, έκανε και κανένα θέλημα, δούλευε σαν αχθοφόρος στην αγορά του λιμανιού και του δίνανε κάποιο χαρτζιλίκι, όταν δεν έπαιζε ποδόσφαιρο στις αλάνες της γειτονιάς του. Στη περιπετειώδη εφηβεία του δούλευε πρόσκαιρα σε βοηθητικές εργασίες στην αποβάθρα του λιμανιού. Τη στρατιωτική του θητεία, την υπηρέτησε απαλλασσόμενος από το όπλο, είχε ξενοιάσει από ένοπλες υπηρεσίες που του επίτρεψε να γλιτώσει από την περισσότερη ταλαιπωρία του στρατού, δεν εκτελούσε σκοπιές, δεν πήγαινε σε βολές, πορείες και ασκήσεις.
 Από όσα γνώριζα δεν είχε κάνει δική του οικογένεια ήταν ελεύθερος δεν είχε παντρευτεί ποτέ του.
Στην εφηβική του ηλικία πολλές φορές τις ελεύθερες ώρες ο Αντώνης τις περνούσε περιδιαβαίνοντας τακτικά το δρόμο της γειτονιάς τους στην πλευρά που ζούσε μια νεαρή και πολύ όμορφη γειτονοπούλα του η Βενετία, με την οποία ακόμη και σήμερα στις αναμνήσεις του είναι «το πάθος της ζωής του» ο κρυφός του έρωτας που καίει τα σωθικά του. Οι γονείς της αλλά και η ίδια η κοπέλα ήταν καθολικοί στο θρήσκευμα, έμεναν στην Άνω Χώρα, όπως αναφερόταν παλιότερα η Άνω Σύρος, που βρίσκεται στον έναν από τους δύο μεγάλους λόφους πάνω από την Ερμούπολη. Αναφέρεται ενίοτε και ως «λόφος των καθολικών» και είναι εκείνος που βρίσκεται αριστερά, μπαίνοντας στο λιμάνι. 
Ήταν μια μουντή φθινοπωριάτικη ημέρα που νεαρός άνδρας τώρα στέκεται στη παραλία της Σύρου. Τα βήματα του τον έχουν οδηγήσει εκεί, γιατί δεν ξέρει που να πάει. Ο πατέρας του εδώ και μερικά χρόνια δεν υπάρχει πια και η μητέρα του μόλις άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο της πόλης. Το στομάχι του γουργούρισε σ’ αυτές τις σκέψεις. Αφόρητη σιωπή τον πλάκωσε, σκίρτησε από τον πόνο που καυτός αφόρητος απλωνόταν σιγά σιγά στο κορμί του, ανέβασε λυγμούς από τα στήθη και πότισε με καυτά δάκρυα τα μάτια. Η μητέρα του ήταν γι' αυτόν η βαθιά, η μεγάλη, η τρυφερή του αγάπη. Ένιωσε ξαφνικά εντελώς μόνος και απροστάτευτος που πρέπει να διαχειριστεί την μοναξιά του. Μεμιάς εικόνες – ενός έρημου σπιτιού, ανασφάλειας, και όλων όσων αντιπροσωπεύει μια μητρική θαλπωρή, ξεπήδησαν στις σκέψεις του και τον πλημμύρισαν φόβους. Δεν υπήρχε τρόπος να καταπνίξει η να παραμερίσει τα συναισθήματα του. Η αίσθηση της μοναξιάς τον πλημμύρισε. Ένοιωθε εντελώς μόνος και απροστάτευτος με την αίσθηση ότι είναι μηδαμινός και μόνος σε όλο το σύμπαν. Και δεν έχει πλέον και κανένα στήριγμα, ουδείς στην οικογένεια υπάρχει να σταθεί στο πλευρό του. Μόνος κι έρημος είναι!
Ο Αντώνης έβαλε τα κλάματα. Δεν έκλαψε υστερικά, ούτε ούρλιαξε, όπως συνήθως κάνουν οι άνθρωποι για να πνίξουν την οργή τους στα δάκρυα. Έκλαψε με τα συνεχή μονότονα αναφιλητά κάποιου που μόλις ανακάλυψε ποσό μόνος είναι και θα συνεχίσει να είναι για πολύ καιρό ακόμη. Έκλαψε γιατί κάθε ίχνος ασφάλειας και λογικής έμοιαζε να έχει χαθεί από τον κόσμο του. Η μοναξιά ήταν μια πραγματικότητα. Σ’ αυτή την κατάσταση όμως, η παραφροσύνη ήταν ένα πολύ πιθανό ενδεχόμενο. Ο Αντώνης άρχισε να βαδίζει στον ανηφορικό δρόμο της μικρής πόλης, έχοντας πίσω του το λιμάνι και την ανατολή. Φθάνοντας στο μικρό τους σπίτι έπεσε βουβός μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι του. Τα δάκρυα του μούσκευαν το μαξιλάρι. 
«Είμαι ορφανό! Είμαι ορφανό!» έλεγε μέσα στ’ αναφιλητά, και μια ασήκωτη πέτρα του πλάκωνε το σβέρκο. Αυτό που του έδινε τον ίλιγγο ήταν ο θάνατος της μάνας του. 
«Είμαι ορφανό! Είμαι πεντάρφανο!» μουρμούριζε στο μαξιλάρι. 
Ήταν ένα τυφλό βρέφος που το ξεκόλλησαν απ’ το βυζί που θήλαζε. Ο κόσμος γύρω του ήταν καθαρό σκοτάδι. Τα ματιά του γέμισαν και πάλι καυτά δάκρυα κι ευχήθηκε να ήταν εκεί η Βενετία και να τον αγκάλιαζε. Το πρόσωπο του κοκκίνισε σ’ αυτή τη σκέψη. Ο ύπνος τον νίκησε. Κοιμήθηκε προτού σταματήσουν ολότελα οι λυγμοί του. Κοιμήθηκε κουλουριασμένος γύρω από το μαξιλάρι του φορώντας τα καθαρά του ρούχα. Τα δάκρυα του είχαν ζωγραφίσει γραμμές στα πυρωμένα μάγουλα του και στο χέρι κρατούσε χαλαρά το ναυτικό φυλλάδιο που πρόσφατα είχε αποκτήσει.
Έξι μήνες αργότερα ο νεαρός Αντώνης είχε σχεδόν ξεφύγει από την απελπισία του. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα, έμοιαζε να έχει ωριμάσει, παρακάμπτοντας τις φοβίες του, απόκτησε τη διάθεση που είχε χάσει ώστε να καταφέρει να επιβιώσει ολομόναχος σαν αυτάρκης ενήλικας πλέον.
Σύντομα στο μυαλό του τα έχει ξεχάσει όλα διότι απλούστατα στη ζωή η σαρκοβόρα σκόνη της πραγματικότητας κάθεται πάνω και στην πιο μαύρη εικόνα και ξεθωριάζει ακόμα και το πιο μαύρο γεγονός. «Ακόμα και η πιο σκοτεινή νύχτα τελειώνει και ο ήλιος ανατείλει ξανά.» Αποφάσισε να κάνει το πρώτο του ταξίδι. Μπαρκάρισε ναυτικός-καθαριστής- σ’ ένα  φορτηγό πλοίο Liberty.  Ένα από τα πολλά θρυλικά πλοία ανάγκης, γεννημένα μέσα στη δίνη και στην ταραχή του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου που το όνομά τους συνδέθηκε με την αναγέννηση της ελληνικής Εμπορικής Ναυτιλίας. Ήταν η πρώτη φορά υστέρα από πολύ καιρό που ο Αντώνης δεν φοβήθηκε να αντιμετωπίσει τη ζωή.
Αυτά όλα συνέβησαν πριν από τριάντα χρόνια.
.......Τις τελευταίες μέρες ο Αντώνης βλέποντας πόσο σοβαρά τον αντιμετώπιζα σε αντίθεση με το υπόλοιπο πλήρωμα με γυρόφερνε για μια πολύ προσωπική του υπόθεση.
Σήμερα μετά την βραδινή βάρδια των τέσσερις οκτώ βρισκόμασταν παρέα οι δυο μας στην μικρή, στενάχωρη γκρίζα καμπίνα του. Απολαμβάνοντας ένα ποτήρι ουίσκι με πάγο, μου ανοίγει την καρδιά του, και μιλάει με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τα δύσκολα χρόνια της εφηβείας του. 
Κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο Αντώνης ανατρέχει νοερά στο παρελθόν και ξετυλίγει σταδιακά κλωστή - κλωστή το κουβάρι του παρελθόντος και κεντά μια ιστορία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα.! Κάθε κόμπος της κλωστής και μια πίκρα, μια χαρακιά στο κέντημα της ζωής του. 
«Τη ζωή πρέπει να τη δέχεσαι όπως έρχεται. Αυτή είναι η πρώτη εντολή ακόμα και πριν τις Δέκα εντολές. Πρέπει να δέχεσαι το απρόοπτο και ότι προκύπτει από αυτό. Χωρίς το απρόοπτο η ζωή δεν είναι ολοκληρωμένη, είναι σαν κάποιος που δεν ξέρει κολύμπι να τσαλαβουτάει στα ρηχά, όταν η πραγματική θάλασσα είναι μόνο εκεί που υπάρχει βάθος. Αυτό είναι κάτι που μου δίδαξε ο σοφός βοσκός παππούς μου.» Του είπα.
«Θέλω να με βοηθήσεις να γράψω ένα γράμμα» και μου εξήγησε τι ακριβώς ζητούσε.
Ήταν η πρώτη μου φορά βρισκόμουν στον ιδιωτικό του χώρο, και είχα απορροφηθεί να κοιτάζω με ιδιαίτερη προσοχή ένα ημερολόγιο με καλλιτεχνική αξία κατά την κρίση μου, που βρισκόταν κρεμασμένο πάνω από το μικρό γραφειάκι του.
Καθώς μου μιλούσε ο Αντώνης σκέφτηκα στην αρχή ότι αστειεύεται μ’ αυτή την παιδική αφέλεια που είχα συνηθίσει στη συμπεριφορά του.
Τ’ άκουγα όλα αυτά χωρίς να λέω τίποτε. Μια τέτοια ιστορία μου φαινόταν εφηβικά καμώματα, κακόγουστη και αστεία και αναρωτιόμουν πως στα κομμάτια θα γλίτωνα απ’ αυτή την ιστορία.
Κι όμως το γράμμα που ζητούσε να του γράψω δεν ήταν γι’ αυτόν ένα αστείο με αποτέλεσμα να καταλάβω πως δεν θα γλίτωνα πια…… Πίσω από τα μαύρα λαμπερά μάτια του διαπίστωσα έκπληκτος ότι μου μιλούσε με απόλυτη σοβαρότητα.
Βλέποντας πόσο σοβαρά αντιμετώπιζε ο Αντώνης την υπόθεση, χάρηκα που είχα προλάβει να συγκρατηθώ από κάποιο πολύ φθηνό και πικρόχολο σχόλιο.
Έτσι λοιπόν κάτι που ξεκίνησε σαν κακόγουστο αστείο για μένα, σύντομα έγινε πολύ αλλόκοτο, και αποκτούσε ενδιαφέρον.
«Δεν έχω πρόβλημα θα σε βοηθήσω όσο μπορώ». Του είπα και το εννοούσα.
«Είμαι φίλος σου και θα σε βοηθήσω, ακόμα και αν δεν συμφωνώ μαζί σου. Λοιπόν να σου κάνω αυτή τη μικρή εξυπηρέτηση. Αλλά θα μου υποσχεθείς ότι θα κρατήσεις το στόμα σου κλειστό, αν δεν θέλεις να γίνουμε ο περίγελος του βαποριού».
Ο Αντώνης το σκέφτηκε πριν απαντήσει και κούνησε το κεφάλι καταφατικά λέγοντας πως, ναι, νόμιζε ότι καταλάβαινε. «Ότι πεις εσύ, και σ’ ευχαριστώ». Είπε.
Ήταν μια απλή αυθόρμητη πράξη καλοσύνης, αλλά ο Αντώνης βρέθηκε να παλεύει για να πνίξει τα χαρούμενα συναισθήματα του. Τελικά κατόρθωσε να χαμογελάσει. «Σ’ ευχαριστώ πολύ». Είπε πάλι. Όλα αυτά απλά γρατζούνιζαν την επιφάνεια της χαράς του Αντώνη, που άγγιζε την απόλυτη ευδαιμονία.
Ξεκινώντας την ιστορία, κουβεντιάζαμε για τις αναμνήσεις του τις γεμάτες όνειρα. Και η κουβέντα καθόλου δεν άργησε να φτάσει στον μεγάλο του καημό που τσιγκλούσε ακόμη και τότε τα σώθηκα του. Ναι η κουβέντα οδήγησε εκεί που σχεδόν όλοι ζήσαμε κάποια στιγμή! Έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. ..... Και του Αντώνη ο ανεκπλήρωτος έρωτας ήταν η Βενετία... Χήρα σήμερα ζούσε μόνη της εκεί πίσω στο ανηφορικό καλντερίμι της Άνω Σύρου και της καθολικής συνοικίας της γενέτειρας του. Στην Ερμούπολη της Σύρου. Πρέπει να είχε κάτι μαγικό πάνω της η γυναικά αυτή για τον Αντώνη. Συζητώντας μαζί μου βίωνε ξανά το δέος και την ευφορία των ονειροφαντασιών του. Το συμπέρασμα που έβγαζα από την κουβέντα μας ήταν ότι οι ονειροφαντασίες του ήταν αληθινές για τον  Αντώνη και τις μοιραζόταν με κάποιο τρόπο μαζί μου. Και αυτό ήταν η χαρά του. Κάτι μέσα του έλεγε πως πρέπει να το κάνει, πως θα ήταν για αυτόν ένας σκοπός, απελευθέρωση, ανάρρωση και ξύπνημα από το μαρμάρωμα του εαυτού του.
Μια ώρα μετά εγκατέλειψα την προσπάθεια να αποφύγω αυτό που μου ζητούσε. 
«Επιμένεις;»
«Ναι! Θέλω να μου γράψεις αυτό το γραμμα.» είπε.
«Έχεις φωτογραφία;»
«Ναι! Είναι απαραίτητη;»
«Τότε πώς θα στη περιγράψω;»
Με δέουσα προσοχή έβγαλε από το πορτοφόλι του μια φωτογραφία, ένα γυναικείο, ασπρόμαυρο πορτραίτο, την απέθεσε σαν θησαυρό πολύτιμο, στο μικρό τραπέζι εμπρός μας. Στη φωτογραφία είναι η Βενετία. Ένα γλυκό μελαχρινό κορίτσι, με μακριά μαύρα μαλλιά, μάτια αμυγδαλωτά κι ένα χαμόγελο στα χείλη. Συνδυάζει την κοριτσίστικη γοητεία με την γυναικεία κομψότητα. Εικόνα ελαφρά ξεθωριασμένη, μισοχαμένη στην αχλή του παρελθόντος.
Πέρασαν πολλά χρόνια που απέκτησε αυτή τη φωτογραφία. Την φυλάει τυλιγμένη προσεκτικά, με ευλάβεια, σε καθαρό λευκό χαρτί να μην τη διαβρώσει ο χρόνος. Την ξετυλίγει αργά, αργά σε τακτά χρονικά διαστήματα και νοιώθει την ίδια συγκίνηση, όπως εδώ και πολλά χρόνια. Η λάμψη που ανάβλυζε απ’ τα μάτια της φωτογραφίας ήταν για τον Αντώνη μαγική πηγή. Νοιώθει αυτό το λαμπερό βλέμμα να τον λούζει, να τον χαϊδεύει. Αχ και να γινόταν να κρατήσει αυτή η μαγική στιγμή όσο γίνεται περισσότερο. Συναίσθημα ωραίο σαν ίλιγγος. Ένοιωθε ξαφνικά ότι η φωτογραφία ήταν όλη γεμάτη μέλι κι αρωματικά βότανα. Για μια στιγμή πιστεύω ότι ένοιωσε να τον πλημμυρίζει η νοσταλγία. Είδε τον εαυτό του νεαρό, μ’ ένα σακάκι ριγμένο στον ώμο και τη γραβάτα του χαλαρή σαν κάποιος που επιστρέφει από το γύρο του κόσμου και ξαναβρισκόταν και πάλι στο δρόμο της γειτονίας της. Τα πόδια του δεν ήθελαν να προχωρήσουν, όλοι οι μύες ως και τα κόκαλα, του φαίνονταν δυο φόρες βαρύτερα. Αχ και να την έβλεπε να βγαίνει από το σπίτι της, από τη μπροστινή τη πόρτα, να διασχίζει τον πεζόδρομο, με τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά, το μεταξωτό φουλάρι ν’ ανεμίζει στους λεπτούς της ώμους και το άρωμα της γλυκιά ευωδία να διασκορπίζεται γύρω της, με τις ριπές τ’ απαλού ανέμου. Και, μ’ αυτή τη σκέψη, χαμογελούσε.
Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Στη καμπίνα έφτανε στα αυτιά μας ο ανεπαίσθητος θόρυβος από τις τουρμπίνες του μηχανοστασίου που στριφογυρίζουν αδιάκοπα σα να βαστούν από τα βάθη του πλοίου τον έντονο ρυθμό της ζωής. Ο Αντώνης σήκωσε το ποτήρι με το ποτό στο χέρι του και πρόσεξε ένα μικρό ράγισμα στο χείλος. Προσπαθούσε να εκτιμήσει όλα όσα η φωτογραφία του ιστορούσε άλλα το μυαλό του αρνιόταν να συντονιστεί. 
«Πριν είκοσι πέντε χρόνια». Μουρμούρισε χαμηλόφωνα.
«Την είδα,» είπε κάποια στιγμή, κι έπνιξε τον αναστεναγμό του. Είχαν ξυπνήσει μέσα του οι καημοί. 
«Ναι. Ωραία. Χαίρομαι για σένα. Αλλά… Όταν λες την είδες; Εννοείς τι;»
«Το πιο όμορφο κορίτσι του κόσμου.»
«Αυτό είναι καλό νέο. Πού την είδες;»
«Χθες βράδυ στον ύπνο μου! Είμαστε στη Ντελαγκράτσια.»
Είπε αυτή τη φράση, έχοντας την έκφραση της απόλυτης ευτυχίας στο πρόσωπο, περιμένοντας από μένα… Δεν ξέρω τι. Να χειροκροτήσω;
Αν ήταν κάποιος άλλος, κάποιος που να με είχε συνηθίσει σε παρόμοιες δηλώσεις, ίσως και να το έκανα. Ίσως να γελούσα. Αλλά ήταν ο πτωχός μου Αντώνης.
Συνήλθα όταν συνέχισε να μιλάει.
«Δεν ήταν απλό όνειρο. Ήταν εκεί, μπροστά μου, ολοζώντανη. Θυμάμαι κάθε λεπτομέρεια απ’ το πρόσωπο της.»
Χαμογέλασα και του γύρισα την πλάτη. Υποτίθεται για να βάλω ποτό! Όμως ήθελα να σκεφτώ πώς θα αντιδρούσα. Έπρεπε να πάρω μέρος στη ψευδαίσθηση του; Δεν ξέρω γιατί, αλλά αποφάσισα να είμαι ειλικρινής.
«Πως τη γνώρισες; είχατε κάποια σχέση, επαφή στο παρελθόν.» ρώτησα.
«Είναι μια γειτονοπούλα μου. Μια κοπελιά της Πάνω Γειτονιάς, που.......» είπε ο Αντώνης.
«Όχι, θέλω να πω. Έχετε μιλήσει έχετε βγει πουθενά; Κάπου. Πέρα απ’ τ’ όνειρο της Ντελαγκράτσια;». 
Ο Αντώνης δεν μ’ άκουγε. Δεν τέλειωσε ποτέ τη φράση του, την έκοψε στη μέση. Η λαχτάρα του πετούσε σε αλαργινούς καιρούς και στη φαντασία του σύχναζαν άλλες νωπότερες σκιές. 
Κάποια στιγμή γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε. Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω μου, με τη λάμψη να ‘χει χαθεί τώρα από μέσα τους, να ‘χει σβήσει σαν τη φλόγα ενός κεριού στον άνεμο. Ανοιγόκλεισε το στόμα του, δεν βγήκε κανένας ήχος όμως. Δεν ήξερε τι να πει. Ήταν τόσο βαθιά η συγκίνηση του.
Η μορφή της Βενετίας πρέπει να χάθηκε, και στη θέση της να είδε τώρα το πρόσωπο της μητέρας του στο νοσοκομείο, με τα λευκά μαλλιά της να κρέμονται από την άκρη του φορείου με τα μάτια ολοσκότεινα, το δέρμα της κάτασπρο, και τα χείλια της να κουνιούνται σαν να παραμιλάν, να απαγγέλλουν ποιήματα, χωρίς να βγάζουν μιλιά. Η μητέρα του απλώνει το χέρι της, όμως αυτός δεν προλαβαίνει να το πιάσει. Δεν θα ξαναγυρίσει. 
Πέθανε του λένε. «Πάει.» Κι αυτό το «πάει», αυτό το τελεσίδικο, το μαύρο του θανάτου, αδυνατεί να το καταλάβει. Δεν μπορεί να το δεχτεί ότι πέθανε, δεν μπορεί να δεχτεί πως δε θα την ξαναδεί, δε θα ξανακούσει τη φωνή της, δε θα μοιραστεί πράγματα μαζί του. Δάκρυα κυλούν στα μάτια του και παγώνει το μέσα του. Αρνείται.
Η ζωή είναι ένας κόμπος που διαρκώς πρέπει να θυμάσαι πώς λύνεται και ένα  ξέφτισμα του πανιού της ζωής μας φανερώνει ότι το υφάδι της είναι το πιο πολύ καμωμένο από τη θλίψη. Πέρασαν κιόλας τριάντα χρόνια θα συλλογίστηκε, όπως το βλέμμα του νοερά θα πλανιόταν στον κόλπο της Ντελαγκράτσια με τους κατάφυτους κήπους που κοσμούν το νησί, μέχρι την άκρη του φάρου στο Βιγλοστάσι. Έτσι απλά! Σαν ένα ανοιγόκλεισμα του ματιού.
Εγώ τον κοιτούσα παρασυρμένος, η ζωή του ξετυλίχτηκε μπροστά στα συμπονετικά μάτια μου.
Η ταραχή του δεν διήρκεσε παρά λίγες στιγμές μονάχα. Και να που μες στην κουρασμένη φαντασία του τα πράγματα αλλάζουν ξαφνικά όψη, όπως από τη νύχτα στη μέρα. Όλα είναι φως, μια γλύκα: Το πρόσωπο του σαν να έκρυβε ένα χαρούμενο μυστικό έγινε και πάλι εύθυμο και φωτεινό σαν όμορφη φθινοπωρινή μέρα. Αυτός ήταν ο Αντώνης. Πίσω απ' αυτό το χαρούμενο, αθώο κι καλόκαρδο πρόσωπο κρύβεται ένα θλιμμένο παιδί. Μ’ ευκολία κατόρθωνε να βάζει στο περιθώριο κάθε άσχημη σκέψη.
Αναστέναξε, πήρε μια τελευταία βαθιά ανάσα, ρουφώντας τη γλυκιά λάμψη που ανέδινε η φωτογραφία αναζητώντας αυτή την αίσθηση της ευτυχίας, την αίσθηση του ουράνιου τόξου. Πίνοντας μια γουλιά ουίσκι από το ποτήρι του, δίπλωσε με αργές προσεκτικές κινήσεις την παλιά φωτογραφία και την έβαλε πάλι στο πορτοφόλι του.
Κάθισα όσο πιο αναπαυτικά μπορούσα, άφησα τον Αντώνη να μιλήσει, τον ρώτησα για κείνα που δεν αφορούσαν τόσο το όνειρο του -την όμορφη κοπέλα- αλλά τον ίδιο τον ονειρευτή, καθώς ο ονειρευτής είναι ο μόνος πραγματικός ερμηνευτής των ονείρων του.. 
«Είναι ώρα να μάθω μερικά πράγματα για τον εαυτό σου. Σε καταλαβαίνω απόλυτα, η αφήγηση αυτή γράφεται αποκλειστικά για τη Βενετία κι όχι για σένα. Όπως και να το κάνουμε όμως, η ιστορία περνάει μέσα από τα δικά σου μάτια, εσύ είσαι ο πρωταγωνιστής, ο παρατηρητής και ο κριτής -ποια είναι η Βενετία και τι έκανε στη ζωή της,- άρα θα πρέπει να εξηγήσω ορισμένα πράγματα για τον αφηγητή. Για εσένα, με άλλα λόγια. Αν θέλεις λοιπόν να συνεχίσουμε την αφήγηση, πες μου τι έχεις στο μυαλό σου.»
«Μου είναι πάρα πολύ δύσκολο να μιλήσω για τον εαυτό μου, «ποιος είμαι εγώ;» λέει ταπεινά ο Αντώνης! Τον δυσκόλευε η διαδικασία να βάλει τον εαυτό του σε ένα «κουτί» και να χωρέσει σε αυτό. Το να δυσκολεύεται κανείς να απαντήσει στην ερώτηση «ποιος είμαι;» είναι απόλυτα φυσιολογικό και κατά κάποιο τρόπο, δεν περιορίζεται σε απλές ταμπέλες.
«Μην ψάχνεις κάποια «μεγάλη», βαθυστόχαστη απάντηση» τον προτρέπω. «Η ταυτότητά μας βρίσκεται στα μικρά, καθημερινά μας πράγματα. Απλά θέλω να ξέρω, τι είναι αυτό που ένιωθες στα χρόνια που πέρασαν για τη Βενετία! Έτσι θα καταφέρω να σχηματίσω μια σαφέστερη εικόνα για την επιθυμία σου να γράψω αυτό το γραμμα! Ξεκίνα με το τι ένιωσες. Βάλε τα γεγονότα στη σειρά. Τι συνέβη όταν την γνώρισες και τι μετά.»
«Δυσκολεύομαι να στο εξηγήσω.» Μου λέει.
Δεν επέμενα! Αποφάσισα να δω τον κόσμο του μέσα από τα μάτια τα δικά μου προσπαθώντας να κατανοήσω πως διατηρούσε τη φλόγα του έρωτα μέσα από την ελπίδα, περπατώντας στα παπούτσια του. Να ζήσω στην αφήγηση τα συναισθήματά του που δεν θα ανταποδόθηκαν. Αυτό που του δημιούργησε μια κατάσταση «αιώνιου αχού», όπου ο Αντώνης ένιωθε απίστευτα έντονα συναισθήματα, αλλά ταυτόχρονα βαθιά απελπισία, καθώς δεν μπόρεσε να ζήσει την πραγματική επαφή. Μπορεί να ένιωθε ανεπαρκής, να αναρωτιέται τι έφταιγε και να αισθανόταν ότι δεν ήταν αρκετά αξιαγάπητος. Να εγκλωβίστηκε σαν τραγικός ήρωας της δικής του ιστορίας και ο πόνος του αυτός να έγινε μέρος της ταυτότητάς του. 
Ακολούθησα μερικά βήματα για να μετατρέψω τις προσωπικές του μνήμες σε ιστορία να δώσω μορφή, δομή και νόημα σε μια ερωτική ανάμνηση, μετατρέποντάς την από μια σκόρπια εικόνα σε ένα αφήγημα που να μπορεί ο Αντώνης να το στείλει στην αγαπημένη του μορφή της φωτογραφίας. Συχνά όλοι μας βλέπουμε το παρελθόν μας μέσα από τις αναμνήσεις, οι οποίες αναδιαμορφώνουν την πραγματικότητα.
Άρχισα να γράφω και να του διαβάζω μες στη σιγαλιά της νύχτας. Δημιούργησα μια χρονολογική σειρά έβαλα τα γεγονότα στη σειρά και ανακαλώντας λεπτομέρειες, να του περιγράφω το περιβάλλον, και να μετατρέπω τις μνήμες, τις απώλειες, τους φόβους και τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες του Αντώνη σε ζωντανή σκηνή. Ήθελα η αφήγηση του να λειτουργήσει ως μια ζωντανή κατάθεση που μεταμορφώνεται σε λύτρωση και ως μια εμπειρία που ο Αντώνης θα αναγνωρίσει κομμάτια του εαυτού του. Έγραφα μια αφήγηση σ' ένα γράμμα όπου ο γραπτός ο λόγος δεν παράμενε επιφανειακός, αλλά εισχωρούσε στον εσωτερικό κόσμο του Αντώνη, δημιουργώντας του μια αίσθηση «μαγείας» και οικειότητας, παρόμοια με εκείνη που του περιέγραφα στο γραμμα. Έγραφα λέξεις σαν να του ζωγράφιζα εικόνες, που βρήκαν έδαφος, ρίζωσαν και βλάστησαν, και έγιναν μέρος της ύπαρξής του. Η αφήγηση έγινε μια έντονη νοσταλγική αναπόληση και ζωντανή επαναφορά αναμνήσεων από τα νιάτα του ως νοσταλγία του παρελθόντος και οι μνήμες του αποκτούσαν σώμα μέσα στην ψυχή του.
Μόλις τέλειωσα για τελευταία φορά την ανάγνωση δεν μπορείτε να φανταστείτε τη βαθιά εντύπωση που του έκανε καθώς και την συγκίνηση που προκάλεσε στην ψύχη του κάτι που έδειχνε το βάθος της δυσκολίας ότι αυτός θα μπορούσε να συντάξει αυτό το γραμμα και το μέγεθος του αισθήματος της ευτυχίας που τον έλουζε. Με παρακολουθούσε σιωπηλός, απορροφημένος και ρουφούσε τις λέξεις απνευστί. Όλα αυτά τον έφεραν σε κατάσταση συγκίνησης, τον γοήτευσαν τόσο, ώστε όλη η προσοχή και το ενδιαφέρον του να είναι απόλυτα στραμμένα στο σε εκείνο το γραμμα. Είχα την αίσθηση ότι όλα όσα άκουγε που του διάβαζα τα ένιωθε ότι τα έζησε στ’ αλήθεια και ένιωσε σαν να ήταν ο ευτυχέστερος άνθρωπος στον κόσμο.
Ήταν ήδη μεσάνυχτα. «Θα πρέπει κι εγώ να πηγαίνω τώρα». Του είπα.
Έμεινε και πάλι μόνος του με τον εαυτό του, με το παρελθόν του, και με το κεφάλι του γεμάτο από παλιές βασανιστικές ιδέες. Αναζητούσε γυναικεία χέρια αόρατα να τον πάρουν στη γλυκιά αγκαλιά τους, να βιώσει την αίσθηση στοργής και τρυφερότητας και να χαθεί βουτώντας στον πλούτο, της μαγείας των ονείρων του. 
Αείροη η θάλασσα του μυαλού του, άλλοτε βουτιά στα βαθιά, άλλοτε στα ρηχά και διαυγής ο βυθός όπως τα μάτια στη φωτογραφία της, πηγή της εκστάσεως και του ακοίμητου διαρκούς ερωτικού του πόθου. Ευχαρίστως θα ανανέωνε αυτά τα σύντομα όνειρα του τουλάχιστον για μερικές ακόμα στιγμές άλλα τελικά ακόμη και ο ίδιος το ήξερε πως τα όνειρα του είναι χλωμά και διαλύονται σαν το πρωινό σκοτάδι. Τον έρωτα που δεν γεύτηκε γιατί του τον πήρε στρόβιλος δυνατός και χάθηκε σαν τα κύματα που φεύγουν. Κι ο πόνος που φωλιάζει μέσα του σβήνει σιγά σιγά, σαν ταξιδιώτης με προορισμό το σιωπητήριο στο ακατοίκητο χάος.
Το γράμμα δεν το έστειλε ποτέ. Ήταν ένα γράμμα προορισμένο ότι δε θα έφτανε ποτέ στον παραλήπτη του ... Ξέρω ότι το χρησιμοποιούσε να τυλίγει με έκφραση περίσσειας λατρείας και με μοναδική ευλάβεια την παλιά φωτογραφία.
Κράτησε το λόγο του. Κανείς άλλος δεν έμαθε αυτά που εγώ του έγραψα εκείνο το βράδυ....

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Atherapeuta Eroteumenos

....Μια καλοκαιρινή μέρα, προς το τέλος της δεκαετίας του 1980. Βρισκόμουν αραγμένος στην πρύμνη ενός φορτηγού πλοίου γενικού φορτίου, ταξιδεύοντας στον ποταμό Ορινόκο με προορισμό το λιμάνι του Πουέρτο Ορντάς, βαθιά στο εσωτερικό της Βενεζουέλας. Ρεμβάζοντας την άγρια ομορφιά της φύσης, άφηνα τη σκέψη μου να περιπλανιέται σε φιλοσοφικούς δρόμους. Ήταν η ώρα που ο ήλιος ετοιμαζόταν να μας αποχαιρετήσει, η στιγμή που η φύση μοιάζει να επιτελεί καθημερινά το ίδιο μικρό θαύμα. Κάθε δειλινό, σχεδόν την ίδια ώρα και πάνω στον ίδιο ουράνιο καμβά, ζωγράφιζε με τα πιο απίθανα χρώματα τη μεγαλοπρεπή έξοδο του ουράνιου αναχωρητή. Σε εκείνο το φωτεινό μεταίχμιο ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα, τα πάντα γύρω λούζονταν από μια λάμψη σχεδόν θεϊκή, σαν ο κόσμος να κρατούσε για λίγο την ανάσα του πριν παραδοθεί στη σιωπή του σούρουπου.Μυριάδες πορφυροκόκκινες πινελιές βάφουν τον ορίζοντα, λούζουν με απόκοσμο φως τα νερά του θηριώδους ποταμού και διαπερνούν τα δαντελένια σύννεφα. Ο ήλιος βουτά στα δυτικά, πίσω από τις μακρινές οροσειρές, σαν κυνηγημένο πουλί που αναζητά καταφύγιο. Ο χρόνος μοιάζει να παγώνει, σαν να επιθυμεί να κρατήσει αυτή την εικόνα ζωντανή για πάντα. Εκείνες τις στιγμές τα λόγια περισσεύουν. Μόνο οι καρδιές χτυπούν πιο δυνατά και η σκέψη αφήνεται να ταξιδέψει πέρα από τον ορίζοντα, σε τόπους που μόνο η φαντασία γνωρίζει.  Μέσα σ' εκείνο το ηλιοβασίλεμα, με όλη την ομορφιά και τη μεγαλοπρέπεια της φύσης που μας αγκάλιαζε, ήρθε και κάθισε δίπλα μου ο γραμματικός του πλοίου.
«Χμ…», σκέφτηκα. Από την έκφρασή του καταλάβαινα πως οι έγνοιες της επίπονης δουλειάς, ύστερα από ένα δύσκολο και εξαντλητικό εικοσιτετράωρο, εξακολουθούσαν να τον κρατούν σε διαρκή υπερένταση. Αναζητούσα έναν τρόπο να τον αποσπάσω από τις σκέψεις της εργασίας, να μην τις αφήσω να τον συντροφεύουν ούτε σ' αυτές τις λιγοστές ώρες της ανάπαυσής του. Άλλωστε, μπροστά σε μια τόσο μαγευτική δύση, θα ήταν κρίμα να μη χαρίσει στον εαυτό του λίγες στιγμές γαλήνης. Άλλωστε, οι βάρδιες στη γέφυρα είχαν διακοπεί προσωρινά, ώστε να έχει λίγο ελεύθερο χρόνο πριν από την είσοδό μας στα δύσκολα, από κάθε άποψη, λιμάνια του ποταμού. Έμεινε για αρκετή ώρα βυθισμένος στις σκέψεις του, σιωπηλός, σαν να πάλευε με όσα κουβαλούσε μέσα του. Δεν θέλησα να   εκείνη τη σιωπή. Περίμενα υπομονετικά, ώσπου, όταν ένιωσα πως είχε αρχίσει να γαληνεύει, τον παρακίνησα να συνεχίσει την αφήγηση που είχαμε διακόψει την προηγούμενη μέρα! Tην εξομολόγηση για τα κρυφά, τα ανομολόγητα πάθη του και τις μικρές, ασήμαντες αμαρτίες που εξακολουθούσαν να βαραίνουν τη συνείδησή του.
 Αυτά που δεν λες, αυτά που δεν ζεις, αυτά που δεν θέλεις να παραδεχτείς ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό, είναι τελικά εκείνα που σε δυναστεύουν. Έχω καταλάβει πως οι συναισθηματικές του προκλήσεις τον καταπιέζουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλές φορές νιώθει την ανάγκη να δραπετεύσει, να βρει ένα κάλεσμα για φυγή. Κι αν σε αυτό προσθέσεις τον αισιόδοξο, ανέμελο χαρακτήρα του —την έμφυτη τάση του να μην επιβαρύνει κανέναν με τις δικές του σκοτούρες— γίνεται ακόμη πιο κατανοητό γιατί επιλέγει συχνά τη σιωπή αντί της εξομολόγησης.
 Κάθισε πιο αναπαυτικά και άφησε τις σκέψεις του ελεύθερες να σμίξουν με τον ορίζοντα, καθώς το ηλιοβασίλεμα γινόταν ο καμβάς πάνω στον οποίο ξεδιπλωνόταν ολόκληρη η ανάλυση του καημού του έρωτα που κουβαλούσε στα σπλάχνα του. Παρασυρμένος από τα εφήμερα πάθη και τα πρωτόγνωρα ερωτικά σκιρτήματα που του είχε ξυπνήσει η νεαρή κυρία, βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο στις σκέψεις του. Τόμοι ολόκληροι έχουν γραφτεί και ποτάμια δακρύων έχουν χυθεί για ιστορίες σαν κι αυτή. Γιατί ο έρωτας, όσο μοναδικός κι αν μοιάζει σε εκείνον που τον βιώνει, κουβαλά πάντοτε κάτι από τη διαχρονική ανθρώπινη μοίρα: την ελπίδα, την αυταπάτη, την προσμονή και, συχνά, την απώλεια.
 .........Άνοιξα την πόρτα του ταξί και, μόλις πάτησα το πόδι μου έξω, ένα κύμα ζέστης με χτύπησε καταπρόσωπο, σαν να είχα μόλις αποβιβαστεί από αεροπλάνο σε κάποιο αεροδρόμιο της κεντρικής Αφρικής. Μπροστά μου απλωνόταν η μεγάλη μαρίνα, γεμάτη σκάφη που λικνίζονταν νωχελικά στα ήρεμα νερά. Πίσω μου, μια μικρή πλατεία, κρυμμένη μέσα στο πράσινο, στεκόταν σαν όαση δροσιάς μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα εκείνης της ζεστής καλοκαιρινής ημέρας.. Βρέθηκα μπροστά στο κτίριο με τον αριθμό που ανέγραφε η κάρτα ως έδρα της εταιρείας. Έριξα μια ερευνητική ματιά στην είσοδο και γρήγορα εντόπισα τον όροφο όπου στεγάζονταν τα γραφεία που αναζητούσα. Βγαίνοντας από τον ανελκυστήρα, ένας μακρύς διάδρομος με οδήγησε σε μια ευρύχωρη αίθουσα, λουσμένη στο φυσικό φως. Άφησα το βλέμμα μου να περιπλανηθεί στον χώρο. Στη σειρά απλώνονταν γραφεία, πίσω από τα οποία γυναίκες και άνδρες εργάζονταν αθόρυβα, με τα δάχτυλά τους να χορεύουν πάνω στα πληκτρολόγια ή να απαντούν σε τηλεφωνικές κλήσεις. Ο χώρος έσφυζε από μια συγκρατημένη κινητικότητα, από εκείνη τη διακριτική, οργανωμένη ένταση που μαρτυρά ότι όλα λειτουργούν με ακρίβεια.Την είδα όρθια μπροστά στο μεγάλο φωτοτυπικό μηχάνημα, να περιμένει υπομονετικά τις σελίδες που ξεπρόβαλλαν μία-μία. Φορούσε ένα απαλό γκρι παντελόνι, σε απόχρωση πλυμένης στάχτης, που αγκάλιαζε διακριτικά τη σιλουέτα της και κατέληγε λίγο πάνω από τους αστραγάλους, αναδεικνύοντας τις καλλίγραμμες, αθλητικές γάμπες της. Το συνδύαζε με ένα αμάνικο βαμβακερό πόλο σε ζωηρό ηλεκτρίκ μπλε, με ανασηκωμένο γιακά, που εφάρμοζε άψογα πάνω στο σώμα της. Μια φαρδιά ζώνη σε σκούρα μολυβί απόχρωση τόνιζε τη λεπτή της μέση, ενώ ένα ζευγάρι μπεζ ξώφτερνες γόβες ολοκλήρωνε το σύνολο με διακριτική κομψότητα. Καθώς τεντώθηκε για να φτάσει τις τελευταίες σελίδες, οι κινήσεις της είχαν μια φυσική, αβίαστη χάρη. Ψηλή, λυγερή και ευθυτενής, έμοιαζε να κινείται με την άνεση ανθρώπου που αισθανόταν απόλυτα συμφιλιωμένος με τον εαυτό του. Τα μεγάλα, σκούρα μάτια της είχαν μια ιδιαίτερη λάμψη, ενώ τα πλούσια καστανά μαλλιά της κυμάτιζαν απαλά στους ώμους της, σαν να τα άγγιζε διαρκώς ένα ανεπαίσθητο αεράκι. Τη στιγμή που σήκωσε το δεξί της χέρι για να τακτοποιήσει τις φωτοτυπίες, πρόσεξα τη βέρα στο δάχτυλό της. Η εικόνα εκείνη με αιφνιδίασε. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα πώς να ήταν ο άντρας που είχε σταθεί αρκετά τυχερός ώστε να μοιράζεται τη ζωή του μαζί της. Ένα ανεπαίσθητο τσίμπημα ζήλιας με διαπέρασε· τόσο ξαφνικό και τόσο αληθινό, που με ξάφνιασε ακόμη και εμένα.
Την παρακολούθησα να κατευθύνεται προς το γραφείο της. Το παράστημα της απέπνεε μια αβίαστη κομψότητα, ενώ κάθε της βήμα είχε έναν φυσικό, ανεπιτήδευτο ρυθμό που αιχμαλώτιζε το βλέμμα μου. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της· το λικνιστό βάδισμά της είχε κάτι το μαγνητικό, κάτι που με αναστάτωνε χωρίς να μπορώ να εξηγήσω το γιατί. Ένιωθα να παρασύρομαι σε έναν κόσμο όπου οι σκέψεις δεν γεννιούνται στο μυαλό, αλλά αναβλύζουν από την καρδιά. Ήταν ένα συναίσθημα που νόμιζα πως είχα ξεχάσει, κι όμως εκείνη τη στιγμή επέστρεφε με διπλάσια δύναμη, αφήνοντάς με ανυπεράσπιστο απέναντί του. Προσπάθησα να επανέλθω στην πραγματικότητα. Ρώτησα ποιος ήταν ο υπεύθυνος πληρωμάτων. «Το γραφείο εκεί», μου απάντησαν, δείχνοντάς μου προς την άκρη της αίθουσας. Ακολούθησα με το βλέμμα την κατεύθυνση που μου υπέδειξαν. Ήταν εκείνη.
 Ζαλισμένος και στιγμιαία αποπροσανατολισμένος, έμεινα ασάλευτος για λίγα δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν ατελείωτα. Την κοίταξα σαν να την αντίκριζα εκείνη ακριβώς τη στιγμή για πρώτη φορά, λες και όλα όσα είχα παρατηρήσει νωρίτερα δεν ήταν παρά μια αμυδρή προετοιμασία για την πραγματική της παρουσία. Σήκωσε το βλέμμα της προς το μέρος μου και μου χάρισε ένα από εκείνα τα πλατιά, φωτεινά χαμόγελα που έχουν τη δύναμη να μεταμορφώνουν ολόκληρο έναν χώρο. Ένιωσα το βλέμμα της να με αγγίζει με μια ζεστασιά που δεν περίμενα. Όταν μίλησε, η φωνή της είχε ένα πλούσιο, μεστό ηχόχρωμα, ευχάριστο και καθησυχαστικό. Άπλωσε το χέρι της για να με χαιρετήσει. Η χειραψία της ήταν σταθερή και ειλικρινής. Για μια στιγμή μου φάνηκε πως το χέρι της έμεινε μέσα στο δικό μου περισσότερο απ’ όσο όριζαν οι κανόνες της ευγένειας, ίσως γιατί ο χρόνος είχε αρχίσει να κυλά διαφορετικά για μένα. Η πρώτη εντύπωση που σχημάτισα ήταν εκείνη μιας εξαιρετικά ευχάριστης γυναίκας. Σεμνής, προσιτής και διαλλακτικής. Πίσω από την επαγγελματική της παρουσία διέκρινες μια λεπτότητα χαρακτήρα και μια πνευματική καλλιέργεια που σπάνια αποκαλύπτονται τόσο γρήγορα σε μια πρώτη γνωριμία.
.......Όταν ολοκλήρωσε την αφήγησή του, έμεινε για λίγη ώρα βυθισμένος στις σκέψεις του. Έμοιαζε με ποιητή που, παρασυρμένος από τον ερωτικό του καημό, μετουσιώνει το μαρτύριο του σε αισθητική δημιουργία, σε πνευματική ομορφιά, αναζητώντας μέσα από τις λέξεις τη λύτρωση που δεν του χάρισε η ζωή. Ύστερα, με ένα απότομο τίναγμα, σαν να ξυπνούσε από βαθιά ονειροπόληση, επέστρεψε στην πραγματικότητα. Περιέφερε το βλέμμα του γύρω του και στο τέλος το κάρφωσε πάνω μου, σαν να περίμενε μια απάντηση, μια επιβεβαίωση ή έστω μια λέξη. 
Εγώ, όμως, έμεινα σιωπηλός. Δεν είπα τίποτα.
Αυτός ήταν ο γραμματικός του πλοίου μας. Ένας άνθρωπος που ξεχείλιζε από ζωή και πάθος και που αφηγούνταν τον τελευταίο του ερωτικό καημό με την ποιητική άδεια που μόνο οι βαθιά ερωτευμένοι δικαιούνται να παίρνουν. Ήταν ένας όμορφος νεαρός άνδρας, γεμάτος ζωντάνια και αστείρευτη ενεργητικότητα. Η παρουσία του απέπνεε μια αβίαστη αρρενωπότητα, ενώ τα ξανθά του μαλλιά και το αετίσιο, διαπεραστικό βλέμμα του συμπλήρωναν μια φυσιογνωμία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Πίσω όμως από την εξωστρεφή του εικόνα έκρυβε μια ευαισθησία που αποκαλυπτόταν μόνο όταν μιλούσε για τον έρωτα.
Περίμενε υπομονετικά να διαβάσει την αντίδρασή μου. Όσο, όμως, εγώ σιωπούσα, τόσο η προσμονή μεγάλωνε και η περιέργειά του γινόταν σχεδόν απτή. Δεν μπόρεσα να μην το βρω διασκεδαστικό, η ίδια η αναμονή τον είχε αιχμαλωτίσει περισσότερο κι από την απάντηση που περίμενε.
«Πώς είναι να διηγείσαι ξανά και ξανά μια επιθυμία τόσο παλιά όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος;» τον ρώτησα τελικά. Κράτησα για λίγο το βλέμμα μου πάνω στα ανοιχτοκάστανα μάτια του και συνέχισα:
«Νομίζω πως κάθε φορά που την αφηγείσαι, ξυπνά μέσα σου εκείνη η κρυφή ορμή να δοκιμάσεις ξανά τα όριά σου, να περπατήσεις στα μονοπάτια της περιπέτειας και να αντικρίσεις το άγνωστο που κατοικεί στα πιο σκοτεινά βάθη της ψυχής σου.»
«Μάστορα, το έχουμε ξαναπεί. Η δική σου καρδιά είναι χτισμένη με σκληρούς, άκαμπτους νορβηγικούς γρανίτες.» Μου χαμογέλασε πειρακτικά. «Ο έρωτας είναι παράξενο πράγμα. Σου χαρίζει μια μέθη που δεν ζαλίζει μόνο την καρδιά· τυλίγει και το μυαλό, αλλάζει τις σκέψεις, τις βεβαιότητες και, πριν το καταλάβεις, σε οδηγεί σε δρόμους που άλλοτε δεν θα τολμούσες ούτε να κοιτάξεις.»
«Ίσως να δείχνω απόμακρος ή ακόμη και παράξενος στον τρόπο που αντιμετωπίζω τις σχέσεις με το άλλο φύλο. Μην ξεχνάς, όμως, πως το «φαίνομαι» και το «είμαι» σπάνια ταυτίζονται. Η εικόνα που εκπέμπουμε είναι πολλές φορές μια σκιά της πραγματικής μας φύσης.» Του απάντησα με ύφος σχεδόν ακαδημαϊκό, σαν να εξετάζαμε μια φιλοσοφική έννοια κι όχι τις αδυναμίες της ανθρώπινης καρδιάς.
 ««Ο έρωτας βλέπει όχι με τα μάτια, αλλά με το μυαλό», είχε γράψει κάποτε ένας μεγάλος συγγραφέας. Κι εγώ πιστεύω πως η αγάπη δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα που αστράφτει σαν νεραϊδόσκονη. Είναι κάτι που ωριμάζει, δοκιμάζεται και, όταν είναι αληθινό, αντέχει πολύ περισσότερο από την πρώτη του λάμψη.» Συνέχισα τον αντίλογο μου, κρατώντας τον ίδιο φιλικό τόνο με τον οποίο μου είχε απευθυνθεί, αποδεχόμενος τη σπόντα του περισσότερο ως ένδειξη οικειότητας παρά ως πρόκληση.
Το βλέμμα του ταξίδεψε αργά γύρω του, ώσπου χάθηκε στην άκρη του ορίζοντα. Αυτή τη φορά ήταν η δική του σειρά να σωπάσει.
«Σε καταλαβαίνω. Η έξαψη βρίσκει εύκολα τον δρόμο της και φωλιάζει χαμηλά, στην κοιλιά, σαν φίδι που ξυπνάει από τον λήθαργό του.» Τον πείραξα γελώντας, με τις καλύτερες προθέσεις και μια διάθεση ανάλαφρη, σχεδόν συντροφική.
«Καλωσόρισες στην παρέα των φευγάτων», μου είπε χαρούμενα. Κούνησε το κεφάλι και χαμογέλασε πλατιά, μ' εκείνο το γνώριμο, αυθόρμητο γέλιο που φώτιζε το πρόσωπό του κάθε φορά που τον πείραζα καλόκαρδα. Σε λίγο γελούσαμε κι οι δυο με την καρδιά μας, σαν να είχε διαλυθεί κάθε ίχνος σοβαρότητας από τη συζήτησή μας.
«Μάστορα, κάπου διάβασα κι εγώ πως η φαντασία έχει τρεις πιστούς υπηρέτες: τον ερωτευμένο, τον ποιητή και τον τρελό.» Το είπε με τη γνώριμη μαλακή φωνή του. Εκείνη τη στιγμή έμοιαζε ο πιο καλόκαρδος νέος του κόσμου. Το πρόσωπό του ήταν καθαρό, σχεδόν φωτεινό, και το χαμόγελό του είχε μια αφοπλιστική αθωότητα που δύσκολα μπορούσε να προσποιηθεί κανείς.
Στο αυγουστιάτικο σούρουπο το πλοίο μας προχωρούσε αργά μέσα από ένα πλατύ κανάλι, μίλια μακριά από το σημείο όπου τα νερά του τεράστιου ποταμού ξεχύνονταν στον Ατλαντικό Ωκεανό. Γλυκού νερού δελφίνια, με ασημένιες και ρόδινες ανταύγειες πάνω στο σώμα τους, ξεφυσούσαν και κυλούσαν νωχελικά στην επιφάνεια, σαν να μας κρατούσαν συντροφιά μέσα στην απέραντη μοναξιά του ταξιδιού. Η ατμόσφαιρα ήταν γαλήνια και διάφανη, κι όμως το τοπίο απέπνεε μια πρωτόγονη αγριάδα. Μακριά, προς τα δυτικά, λίγα σύννεφα άρχιζαν να υψώνονται στον ορίζοντα. Το βλέμμα αγκάλιαζε την πυκνή, σκουροπράσινη βλάστηση που σκέπαζε σαν αδιάσπαστος μανδύας τους χαμηλούς λόφους, τους οποίους διέκοπταν βαθιές, σκοτεινές κοιλάδες. Ανάμεσά τους χάνονταν μονοπάτια που, το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, παρέμεναν αδιάβατα. Πιο πέρα απλωνόταν η πυκνή ζούγκλα, αχανής και ανεξερεύνητη, που εκτεινόταν για χιλιάδες χιλιόμετρα, τυλιγμένη στη θαμπή αχλή της ζέστης, σαν ένας κόσμος που αντιστεκόταν πεισματικά στην ανθρώπινη παρουσία.
Όταν φτάνει η εποχή των βροχών, από τον Μάιο έως τον Νοέμβριο, ο ποταμός φουσκώνει και τα νερά του ξεχειλίζουν, κατακλύζοντας αχανείς εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης και βοσκοτόπων. Εκεί όπου λίγους μήνες πριν απλώνονταν χωράφια και λιβάδια, απλώνεται τώρα μια ατέλειωτη υδάτινη επιφάνεια.
Είναι ένας ποταμός των αντιθέσεων· μια υδάτινη αρτηρία που εδώ και αιώνες ισορροπεί στο μεταίχμιο της πολιτισμικής αλλαγής. Από τις απομονωμένες πηγές του, όπου ακόμη επιβιώνουν κοινότητες αποκομμένες από τον σύγχρονο κόσμο, έως τις εκβολές του στον Ατλαντικό, ενώνει τόπους, ανθρώπους και εποχές που μοιάζουν να ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους.
Τον θυμάμαι όταν τον πρωτογνώρισα. Μου είχε εξομολογηθεί πως ήταν παράφορα ερωτευμένος με μια όμορφη γιατρό ισπανικής καταγωγής από το Caracas, την πρωτεύουσα της Venezuela.
 «Αγιάτρευτος έρωτας», μου έλεγε κάθε φορά που η κουβέντα έφερνε το όνομά της. Εκείνη τον είχε επισκεφθεί σε τρία ή τέσσερα λιμάνια της Caribbean Sea. Ταξίδευε αεροπορικώς και ερχόταν στο πλοίο μόνο και μόνο για να περάσει λίγες ώρες μαζί του. Ήταν από εκείνες τις μικρές, κλεμμένες συναντήσεις που κρατούν ελάχιστα, αλλά αρκούν για να θρέψουν έναν μεγάλο έρωτα.
Του θύμισα κάποιες ιστορίες που ταξίδευαν από στόμα σε στόμα πάνω στα κύματα, ιστορίες που αναφέρονταν στα παράξενα καμώματα του έρωτά του με την κυρία.
«Μάστορα, μην ακούς τις ιστορίες. Προσπαθούν να με διαβάλουν», είπε χαμογελώντας με νόημα.
«Οι φήμες, πάντως, επιμένουν και ολοένα φουντώνουν. Λένε πως κινδυνεύεις να καείς από ένα φλογερό ειδύλλιο», του απάντησα.
  Απολάμβανα τον μυρωδάτο διπλό εσπρέσο μαζί με το κρουασάν μου, ενώ οι σκέψεις μου περιπλανιόνταν προσπαθώντας να ψυχογραφήσουν τον φίλο μου. Κάθε καινούργια γνωριμία ήταν γι' αυτόν η αρχή ενός νέου κεφαλαίου, μια εμπειρία που τη βίωνε με πάθος, σαν να μπορούσε κάθε φορά να τον οδηγήσει στον μεγάλο έρωτα που αναζητούσε. Τον παρατηρούσα για λίγο σιωπηλός. Έπειτα τον ρώτησα:«Έχεις διαβάσει εκείνο το ποίημα για τον μεταλλωρύχο που έσκαβε αδιάκοπα στα βάθη της γης, αναζητώντας τον θησαυρό που ονειρευόταν να βρει;»
ΤΗ ερώτησή μου τού φάνηκε παράξενη. Για μια στιγμή με κοίταξε απορημένος, σαν να προσπαθούσε να μαντέψει πού απέβλεπα.
……«Βράχε γίνε κομμάτια
έτσι όπως σε χτυπώ με το βαρύ σφυρί
για ν’ ακουστεί ο κρότος σου ως τον ουρανό!
Εκεί κάτω πρέπει να ανοίξω το δρόμο μου
προς ένα τέρμα που μόλις τολμώ να φανταστώ
Άραγε λάθεψα; Αυτό το μονοπάτι
δεν οδηγεί στο φως
Αν ψάχνω προς τα πάνω
το φως με τυφλώνει.
Όχι, πρέπει να κατέβω στα σπλάχνα της γης,
Εκεί που βασιλεύει νύχτα…
Βαρύ σφυρί άνοιξε μου το δρόμο.
Που πάει ολόισα στη καρδιά της φύσης.»….***
«Δηλαδή, τι θέλει να πει το ποίημα;» αναρωτήθηκε.
Κρατώντας το ποτήρι με την παγωμένη σανγκρία, χαμήλωσε το βλέμμα και το περιεργάστηκε για λίγο, σαν να περίμενε πως κάπου μέσα στις κόκκινες ανταύγειες της κρυβόταν η απάντηση. Ύστερα σήκωσε ξανά τα μάτια του και με κοίταξε ερευνητικά.
«Προσπαθώ να ζωγραφίσω το πορτρέτο σου», του είπα χαμογελώντας. «Κι όσο σε παρατηρώ, τόσο πείθομαι πως κάθε καινούργια γνωριμία γίνεται για σένα ένα ακόμη ταξίδι. Κάθε συναίσθημα ξεπερνά το προηγούμενο σε ένταση, γιατί μέσα σε κάθε γυναίκα αναζητάς, συνειδητά ή ασυνείδητα, την ίδια ανεκπλήρωτη υπόσχεση του μεγάλου έρωτα.»
«Μπορείς να το πεις στην απλή γλώσσα; Στην καθημερινή διάλεκτο που καταλαβαίνει η κοινή λογική;» μου απάντησε χαμογελώντας.
  «Το ποίημα είναι σαν τις Περσείδες που ίσως σταθούμε τυχεροί και δούμε απόψε να διασχίζουν τον έναστρο ουρανό. Εκείνη τη βροχή από πεφταστέρια που κάθε Αύγουστο κάνει ακόμη και τους λιγότερο ρομαντικούς να σηκώνουν το βλέμμα ψηλά.
Ίσως γι' αυτό μου θυμίζουν τον μύθο της Δανάης· εκείνη τη χρυσή βροχή με την οποία ο Δίας την επισκέφθηκε, χαρίζοντας στον κόσμο τον Περσέα. Άλλο ο μύθος κι άλλο οι Περσείδες, κι όμως και τα δύο μιλούν στην ίδια ανθρώπινη ανάγκη: να πιστέψεις πως, κάποτε, κάτι φωτεινό θα πέσει από τον ουρανό και θα αλλάξει τη ζωή σου.»
Πρόκειται για μια βροχή αστεριών. Αποτελείται από υπολείμματα του κομήτη Swift-Tuttle που κάνει μια πλήρη περιφορά γύρω από τον ήλιο κάθε 130 χρόνια. Οι διάττοντες αστέρες που παρατηρούμε είναι τα σωματίδια σκόνης και βράχων που άφησε πίσω του ο κομήτης αυτός κατά την πορεία του μέσα από το ηλιακό μας σύστημα. Το όνομά τους οφείλεται στο βόρειο αστερισμό του Περσέα, όπου βρίσκεται και το σημείο εκκίνησης τους. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Με κοίταξε παράξενα γεμάτος ευφορία, στη συνέχεια γύρισε το βλέμμα του αφήνοντας το να χαθεί στο μακρινό ορίζοντα, έβλεπε τ’ αστέρια καθώς κρυβόταν ένα, ένα, πίσω από τα σύννεφα που έφταναν από τη δύση κάνοντας το τοπίο μελαγχολικό. Γύρισε με κοίταξε για λίγο ερευνητικά, σαν να ήμουν μηχάνημα που έκαιγε κάποιο άγνωστο μέχρι τότε καύσιμο. Χάνοντας κάθε ενδιαφέρον, γύρισε το βλέμμα του προς τον ουρανό και η συζήτησή μας ξέφτισε. «Δεν είναι αυτός για τέτοιες κουβέντες, πρέπει να είπε μέσα του.»  
Σαν από μηχανής θεός, μια σκιά φάνηκε στην αλέα της πρύμνης. Καθώς πλησίαζε και το φως αποκάλυπτε σιγά σιγά τα χαρακτηριστικά της, διακρίναμε τον τρίτο πλοίαρχο του πλοίου. Ήταν ένα νεαρό, γοητευτικό παλικάρι από την Κρήτη, που ήρθε χαμογελώντας να προστεθεί στην παρέα μας.
Τον καλωσορίσαμε με πειράγματα και μια θέση στο τραπέζι. Ήμουν βέβαιος πως η νύχτα μόλις άρχιζε και πως θα απλωνόταν μεγάλη, γεμάτη κουβέντες, γέλια και ιστορίες.
«Γιαννάκη, μόλις είχα αρχίσει να ανακρίνω τον φίλο μας, που κάθεται εκ δεξιών μου, για την τελευταία σας περιπέτεια στην Ιαπωνία. Έλα, λοιπόν, κάθισε δίπλα μας, πάρε ένα ποτήρι σανγκρία και διηγήσου την ιστορία με τον μοναδικό τρόπο που ξέρετε εσείς οι Κρητικοί να αφηγείστε.»
Έπεσε σιωπή. Από εκείνες τις σιωπές που γεννιούνται μόνο όταν όλοι περιμένουν κάτι να αρχίσει.
..... Βρισκόμαστε στο 1987, στο Kawasaki, μια μεγάλη βιομηχανική πόλη στο νησί Honshu, ανάμεσα στο Tokyo και τη Yokohama, στις ακτές του Tokyo Bay. Σημαντικός λιμένας και ένα από τα μεγαλύτερα βιομηχανικά κέντρα της χώρας, αποτελούσε τμήμα της αχανούς μητροπολιτικής ζώνης που απλωνόταν γύρω από το Τόκιο. Ξεφυλλίζοντας τον τουριστικό οδηγό, ανακαλύψαμε πως λίγα μόλις χρόνια νωρίτερα, το 1983, είχε ανοίξει τις πύλες του το Tokyo Disneyland. Το νέο θεματικό πάρκο είχε ήδη αποκτήσει τεράστια φήμη και θεωρούνταν ένας από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς της Ιαπωνίας. Η ιδέα να το επισκεφθούμε γεννήθηκε σχεδόν αυθόρμητα. 
Αποφασίσαμε, λοιπόν, να αφιερώσουμε το Σαββατοκύριακο σε μια εκδρομή εκεί. Ήμασταν τρεις: ο γραμματικός, εγώ και ο δόκιμος μηχανικός, ένα καλό παιδί με καταγωγή από την περιοχή του Γυθείου.
Βρισκόμασταν στο τελευταίο Σάββατο του Ιουλίου. Στην απέναντι όχθη του ποταμού που διέσχιζε την περιοχή γιορταζόταν ένα από τα μεγάλα καλοκαιρινά φεστιβάλ της Ιαπωνίας, που κορυφωνόταν με μια εντυπωσιακή επίδειξη πυροτεχνημάτων. Από νωρίς το απόγευμα πλήθη κόσμου κατέκλυζαν τις όχθες του ποταμού, περιμένοντας το νυχτερινό θέαμα που κάθε χρόνο συγκέντρωνε εκατοντάδες χιλιάδες, αν όχι και πάνω από ένα εκατομμύριο, θεατές.
Ήταν πέντε κορίτσια, μάλλον συμφοιτήτριες κάποιας κολεγιακής ομάδας. Νεαρές, γύρω στα δεκαοκτώ τους χρόνια, κομψές, με πλούσια μαύρα μαλλιά και αμυγδαλωτά μάτια που πρόδιδαν τη ζωηράδα της ηλικίας τους. Ήταν ντυμένες ομοιόμορφα. Φορούσαν λευκά, καλοσιδερωμένα πουκάμισα και κοντές γκριζογάλανες πλισέ φούστες με φαρδιές τιράντες που έπεφταν από τους λεπτούς ώμους τους. Λευκές αθλητικές κάλτσες έφταναν λίγο πιο κάτω από τα γόνατα, ενώ τα μαύρα δερμάτινα σκαρπίνια ολοκλήρωναν την προσεγμένη τους εμφάνιση. Η ομοιομορφία της ενδυμασίας τους, η ευγένεια των κινήσεών τους και η ανεπιτήδευτη χάρη της νιότης τους τραβούσαν αμέσως το βλέμμα, χωρίς να χρειάζονται τίποτε το επιτηδευμένο για να ξεχωρίζουν. Τα άβαφα πρόσωπά τους και τα διάφανα βλέμματά τους χάριζαν στη νεανική τους παρουσία μια αίσθηση σεμνότητας και αθωότητας.
Μάστορα, η εικόνα της σχολικής στολής έχει γίνει, εδώ και δεκαετίες, αντικείμενο της λαϊκής κουλτούρας και της φαντασίας..
Ο γραμματικός είχε έναν μοναδικό τρόπο να μαγνητίζει τις γυναίκες. Και, αν δεν κάνω λάθος, μάστορα, εσύ ήσουν που τον βάφτισες "άνθρωπο της θανατηφόρας έλξης". Από τότε το παρατσούκλι τού έμεινε.».
Στάθηκε απέναντί τους και τις παρακολουθούσε σιωπηλός. Τα πρόσωπά τους ακτινοβολούσαν από νιότη και ανεμελιά. Ξαφνικά, με μια κίνηση που κανείς μας δεν περίμενε, άρχισε να βγάζει το λευκό μεταξωτό πουκάμισό του, από φίνο ινδικό μετάξι. Η έκπληξη ζωγραφίστηκε στα πρόσωπα των κοριτσιών, ανακατεμένη με αμηχανία και περιέργεια. Το άπλωσε προσεκτικά στο έδαφος, σαν να έστρωνε ένα μικρό χαλί. Ύστερα γονάτισε μπροστά στην ψηλότερη, που έμοιαζε να είναι η αρχηγός της παρέας, και με μια θεατρική υπόκλιση την παρακάλεσε να περάσει πατώντας πάνω στο πουκάμισό του. Τα κορίτσια τον κοιτούσαν αποσβολωμένα, αδυνατώντας να πιστέψουν αυτό που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια τους. Ύστερα ξέσπασαν σε γέλια, καθάρια και κελαρυστά, σαν ανοιξιάτικα τιτιβίσματα νεοσσών που γέμισαν τον αέρα με ζωντάνια. Η απρόσμενη αυτή χειρονομία είχε μετατρέψει τη στιγμή σε παιχνίδι και εκείνες την ακολούθησαν με την αθωότητα της ηλικίας τους.
Όταν, ύστερα από λίγη διστακτικότητα, η νεαρή κοπέλα αποφάσισε να του κάνει το χατίρι και πέρασε πάνω από το απλωμένο πουκάμισο, εκείνος το σήκωσε αμέσως στην αγκαλιά του. Το κράτησε με ευλάβεια, σαν να ήταν ένα πολύτιμο κειμήλιο, και με μια κίνηση γεμάτη τρυφερότητα ακούμπησε τα χείλη του επάνω του.
«Θησαυρέ μου, από τη στιγμή που σε είδα, ήθελα μόνο να σου χαρίσω ένα χαμόγελο. Να δω τα μάτια σου να λάμπουν από χαρά», είπε με μια βαθιά υπόκλιση.
Γοητευμένες από την προσωπικότητά του και το αδιαμφισβήτητο ταμπεραμέντο του, τα κορίτσια ανταποκρίθηκαν με έναν αυθορμητισμό που ούτε εμείς περιμέναμε. Η εξέλιξη της μικρής αυτής παράστασης ήταν απρόσμενη και το αποτέλεσμα εντυπωσιακό. Ο γραμματικός διέθετε ένα σπάνιο χάρισμα. Ήξερε να κερδίζει τους ανθρώπους σχεδόν ακαριαία, με το χιούμορ, τη ζεστασιά και τη θεατρικότητα των κινήσεών του. Ήταν ένας άνθρωπος που δύσκολα περνούσε απαρατήρητος. Κι έτσι, πάνω στο πλακόστρωτο της Ντίσνεϊλαντ, γεννήθηκαν τρεις κεραυνοβόλοι εφηβικοί έρωτες. Ή, τουλάχιστον, έτσι μας άρεσε να πιστεύουμε εκείνο το απόγευμα. Την ημέρα της αναχώρησης, η προβλήτα είχε γεμίσει με νεαρές κοπέλες που κρατούσαν λευκά μαντίλια και προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους. Άλλες χαμογελούσαν μέσα από τη συγκίνησή τους, άλλες έκλαιγαν χωρίς να νοιάζονται ποιος τις έβλεπε. Ο πιο δύσκολος αποχαιρετισμός, όμως, ήταν εκείνος του δόκιμου μηχανικού. Στη σκάλα του πλοίου είχε σφιχταγκαλιαστεί με την κοπέλα του και κανείς από τους δύο δεν έδειχνε διατεθειμένος να αφήσει τον άλλον. Έμεναν εκεί, βυθισμένοι στην αγκαλιά τους, σαν να πίστευαν πως, αν κρατιούνταν λίγο ακόμη, θα μπορούσαν να σταματήσουν τον χρόνο. Μόνο όταν λύθηκε και ο τελευταίος κάβος αναγκάστηκαν να χωριστούν. Εκείνος ανέβηκε αργά στο κατάστρωμα, ενώ εκείνη έμεινε στην προβλήτα να τον κοιτάζει ώσπου το πλοίο χάθηκε σιγά σιγά από μπροστά της.
«Αληθεύει μάστορα ότι το επόμενο ταξίδι είναι Ιαπωνικοί λιμένες;.» Με ρώτησαν αδημονώντας να μάθουν αν όντως αληθεύει.
«Είναι πολύ πιθανόν.» Τους απάντησα τόσο αφηρημένα και τόσο αόριστα.
Η έκφραση στο πρόσωπο του ανθυποπλοιάρχου έμοιαζε να επιβεβαιώνει αυτό που όλοι γνωρίζαμε, αλλά κανείς δεν έλεγε δυνατά: ο χωρισμός πονάει, ακόμη κι όταν ξέρεις πως είναι αναπόφευκτος.
Πονάει όταν σκέφτεσαι. Πονάει όταν θυμάσαι. Πονάει ακόμη και όταν έχει περάσει ο καιρός και έχεις αποκτήσει την απαραίτητη απόσταση, ελπίζοντας πως η λήθη θα απαλύνει τις αναμνήσεις.
Βλέποντας τη συγκίνηση να βαραίνει την ατμόσφαιρα, αποφάσισα να αλλάξω κουβέντα. Με ένα χαμόγελο και λίγη διάθεση για πείραγμα προσπάθησα να διώξω από πάνω μας το βάρος του αποχωρισμού.
«Νίκο, αληθεύει εκείνη η ιστορία με την όμορφη γιατρό από το Καράκας, που έχει ορκιστεί πως, όπου κι αν σε συναντήσει, θα σε ευνουχίσει;» τον ρώτησα γελώντας.
«Μάστορα, μην ακούς τι λένε. Φήμες είναι», απάντησε χαμογελώντας πονηρά.
«Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, οι ερωτικές σου περιπέτειες με μπερδεύουν αφάνταστα», του είπα με ύφος τόσο σοβαρό, που για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν μιλούσα στ' αλήθεια. «Ξέρεις τι εννοώ... Πώς τα καταφέρνεις κάθε φορά;»
«Εσύ τι άποψη έχεις;» με ρώτησε.
«Η ερωτική επιθυμία δεν είναι κάτι που το εξηγείς ούτε κάτι που το καταλαβαίνεις απόλυτα», του απάντησα, δίνοντάς του επίτηδες μια νερόβραστη απάντηση. «Απλώς υπάρχει. Την ακούω στα κύματα που ψιθυρίζουν για μια ζεστή νύχτα με υγρασία, στο Μαρακαΐμπο, τότε που γνώρισες τη φιλήδονη Ιζαμπέλ και χορεύατε παθιασμένα, επαναλαμβάνοντας το “Live now. Life is short. Time is luck”.
Υποψιάζομαι πως κάτι έφτασε και στ' αυτιά της γιατρού για εκείνο το βράδυ. Κι οι φήμες λένε πως η κοπελιά δεν σηκώνει πολλά. Φυλάξου λοιπόν, και κράτα τον νου σου. Έχω δει ταύρο να ερωτεύεται και να μουγκρίζει σαν να τον τσίμπησε αλογόμυγα. Κι έχω δει τράγο να παίρνει από πίσω μια γίδα και να μην την αφήνει στιγμή από τα μάτια του. Ο έρωτας, φίλε μου, κάνει ακόμη και τα πιο περήφανα πλάσματα να ξεχνούν τον εαυτό τους.»
**.....Έγνων δὲ ἐγὼ καὶ ταῦρον ἐρασθέντα, καὶ ὡς οἴστρῳ πληγεὶς ἐμυκᾶτο· καὶ τράγον φιλήσαντα αἶγα, καὶ ἠκολούθει πανταχοῦ.

**Δάφνις και Χλόη.... Έλληνας Λόγγος, συγγραφέας του 3ου μ.Χ. αιώνα.
***Ο μεταλλωρύχος – Ερρίκος Ίψεν 1871
 
Web Informer Button