ADS

click to open

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2022

Koulentia Monemvasias

....Τα Κουλέντια (σήμερα Ελληνικό) είναι ένα ήρεμο, μικρό και γραφικό χωριό, κρυμμένο στη νοτιοανατολική γωνιά της Λακωνικής γης, με θέα που απλώνεται μακριά, μέχρι εκεί όπου ο ορίζοντας συναντά το γαλάζιο του Μυρτώου πελάγους. Το χωριό είναι σκαρφαλωμένο περίπου στα εξακόσια μέτρα υψόμετρο, κτισμένο κλιμακωτά στις πλαγιές της νότιας προέκτασης του Πάρνωνα, εκεί όπου το βουνό κατηφορίζει αργά προς το ακρωτήριο Μαλέας. Βρίσκεται πάνω στην ορεινή διαδρομή που συνδέει τη Μονεμβάσια και τις ακτές του Μυρτώου πελάγους με την Παντάνασσα και τις ακτές του Λακωνικού κόλπου. Ένας τόπος ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα, ανάμεσα στην πέτρα και στο φως, όπου οι άνθρωποι έμαθαν να ζουν με τον ρυθμό της φύσης και των εποχών. Εκεί, σ' αυτό το μικρό χωριό, έφτανε κάθε πρωί ο μικρός μαθητής από τα Μπουμπουτσέλια, διασχίζοντας τα μονοπάτια της παιδικής του ηλικίας, χωρίς να γνωρίζει ακόμη πως εκείνες οι διαδρομές θα έμεναν χαραγμένες μέσα του για πάντα.
Ορθοπλαγιασμένο σε μια άγονη και φτωχή περιοχή του νότου, το χωριό, σε κάποια άγνωστη ιστορική στιγμή, για λόγους ασφάλειας, προστασίας ή ανάγκης, οδήγησε τους ανθρώπους του να απομακρυνθούν από τη θάλασσα και να αναζητήσουν καταφύγιο στα βουνά. Εκεί, κρυμμένοι στις πλαγιές, μπορούσαν να προστατευτούν από τις επιδρομές των πειρατών και από τους κινδύνους που έφερνε η εποχή. Κι όμως, από εκείνον τον φυσικό εξώστη του χωριού, το βλέμμα αγκάλιαζε το Μυρτώο πέλαγος που απλωνόταν μακριά στον ορίζοντα. Τα Κουλέντια, κρεμασμένα στο φρύδι του Κούνου, έμοιαζαν άλλοτε σαν να κοιτούν περήφανα τον κόσμο κι άλλοτε σαν να ήταν έτοιμα να κυλήσουν απαλά προς το Μεγάλο Ρέμα, που άνοιγε βαθιά κάτω από τα πόδια τους.
Ο δρόμος, σ’ όλο το μήκος του, στριφογυρίζει ιλιγγιωδώς στις ορεινές πλαγιές, προσφέροντας ένα θέαμα από φαράγγια και γκρεμούς. Ένα πετρόχτιστο, ήσυχο μικρό χωριό, στη σκιά του Κούνου, με μοναδικό στολίδι την εξαιρετική φυσική ομορφιά του. Τα πέτρινα σπίτια με τα κεραμίδια δένουν αρμονικά με τη λακωνική γη και προσθέτουν τη δική τους πινελιά στην καλαίσθητη εικόνα του τοπίου.
Άτιμο πράγμα η νοσταλγία. Ο τόπος όπου ο άνθρωπος αντίκρισε για πρώτη φορά το φως της ημέρας και έζησε τα παιδικά του χρόνια ριζώνει βαθιά μέσα του. Λένε πως στα πρώτα χρόνια της ζωής μας αποθηκεύονται περισσότερες εικόνες απ’ όσες στα υπόλοιπα χρόνια που ακολουθούν. Εκεί όπου πρωτοαντικρίζεις τον ουρανό, εκεί όπου αναπνέεις για πρώτη φορά τον αέρα της γης, χτίζεται η πατρίδα σου και μπαίνουν τα θεμέλια της ύπαρξής σου. Ο νόστος για το παρελθόν ξυπνά μέσα του μια αστείρευτη δίψα. Ανασύρει από τα βάθη της μνήμης όμορφες εικόνες και αφουγκράζεται ξανά τόπους, χρώματα και μυρωδιές. Τον αέρα που πρωτοανάσανε, τα μονοπάτια που περπάτησε παιδί, τη ζωή που έζησε στις βουνοπλαγιές, εκεί όπου το θυμάρι μοσχοβολούσε και τα καψαλισμένα αγκάθια μαρτυρούσαν το σκληρό αλλά αγαπημένο τοπίο της παιδικής του ηλικίας.
Σήμερα, ξεκινώντας από τη Μονεμβάσια, προσπερνά τα Νόμια και αφήνοντας πίσω του τα Λυρά, συνεχίζει τη διαδρομή μέσα στις ορεινές στροφές, μέχρι το ψηλότερο σημείο του δρόμου. Μετά τις πρώτες στροφές της κατάβασης αρχίζει να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του ένα γοητευτικά όμορφο θέαμα. Το τοπίο δεν περνά απλώς από μπροστά του· μεταφράζεται στο βλέμμα, στο μυαλό, στην ψυχή του. Του γεννά εικόνες, αισθήματα και συγκινήσεις, καθώς ταξιδεύει και ταυτόχρονα νιώθει το βλέμμα του να χάνεται στις βουνοπλαγιές, αναζητώντας ξεχασμένα ίχνη της παιδικής του ζωής.
Μια βαθιά συγκινησιακή φόρτιση συσσωρεύεται μέσα του και σιγά-σιγά ξεχειλίζει. Όλα γύρω του έχουν μια παράξενη οικειότητα· σαν να τα έχει ξαναζήσει, σαν να τα ξαναβρίσκει ύστερα από μια μεγάλη απουσία. Είναι εικόνες που μοιάζουν να έρχονται από μακριά, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, τότε που μόλις είχε ανοίξει τα μάτια του στον κόσμο. Μήπως εκεί δεν είχε ζήσει κάποτε; Μήπως αυτό το τοπίο δεν ήταν πάντα κρυμμένο μέσα του; Είναι σαν ένα κομμάτι ονείρου που επιστρέφει ξαφνικά στη μνήμη. Και τότε αισθάνθηκε πως ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του χρόνου. Σαν να απέκτησε πάλι φτερά και να πετούσε πάνω από το χωριό, όπως τα αποδημητικά πουλιά που, χωρίς κανείς να τους δείξει τον δρόμο, βρίσκουν ενστικτωδώς την παλιά τους φωλιά.
Μακρινοί λόφοι, βράχια, σπίτια· ποτέ του δεν είχε νιώσει τόσο έντονα την αίσθηση πως στεκόταν πάνω από τον κόσμο και πως ο κόσμος απλωνόταν κάτω από τα πόδια του. Τ’ αγέρι εδώ μουρμουρίζει νοσταλγικά τραγούδια και η σκέψη του, σαν κρυφά φυλαγμένος θησαυρός, γυρίζει στα παλιά. Αγναντεύει από ψηλά τους δρόμους και τα σπίτια και βρίσκεται σε ένα γλυκό όνειρο, που όμως είναι αληθινό. Τα βουνά τριγύρω, οι δρόμοι του χωριού, τα στενά, η εκκλησιά, τα καφενεία· όλα έχουν τη δική τους ιστορία. Και τα σπίτια στέκουν όπως τα θυμάται, με τα κεραμίδια στις στέγες τους, κόκκινα σαν παπαρούνες μέσα στο τοπίο. Από μακριά όλα μοιάζουν αρμονικά ζυγισμένα μεταξύ τους, μικρότερα, σχεδόν σαν να γονατίζουν σε μια σιωπηλή προσευχή. Νιώθει πως όλα έχουν μικρύνει· ακόμα και τα μακρινά βουνά, που μέσα στην άπνοη ζέστη του ορίζοντα παίρνουν ένα σταχτί γαλάζιο χρώμα, μοιάζουν κι αυτά να έχουν υποκλιθεί στον χρόνο. Ρουφούσε με τον αισθητήρα της ψυχής του την αντηλιά του Μυρτώου πελάγους και τις ατέλειωτες αποχρώσεις του πράσινου, που έσπαζαν εδώ κι εκεί οι μικρές χρωματιστές πινελιές από τις ανθισμένες βουκαμβίλιες και τις κεραμιδόχρωμες στέγες των σκόρπιων σπιτιών.
Όπως το αντίκρισε για πρώτη φορά από μακριά, το χωριό κειτόταν γαλήνιο, βυθισμένο σε μια απέραντη ηρεμία, απλωμένο σαν δίχτυ πάνω στο πλούσιο ανάγλυφο των λόφων. Κάτω από τον άπλετο γαλάζιο ουρανό, στη σκιά του Κούνου, μέσα στην ομορφιά της φύσης, με τα έντονα χρώματα και τις καθαρές γραμμές του, έμοιαζε με πολύχρωμο τσαλαπετεινό που αμέριμνα τσιμπολογούσε στο μαλακό χώμα. Το πρωί ο ήλιος έμπαινε στο χωριό ύστερα από μια κόκκινη αυγή. Κι αργότερα, στο γιόμα, γύριζε και χάιδευε τις προσόψεις των σπιτιών, πριν γείρει πίσω από τους λόφους.
«Το χωριό μου!» έλεγε και ξανάλεγε με λαχτάρα. Και από τα μάτια του κυλούσαν δάκρυα. Δάκρυα χαράς, ευγνωμοσύνης και βαθιάς συγκίνησης για τη ζωή, που του επέτρεψε, έστω και αργά, να ξαναγυρίσει και να αντικρίσει τον τόπο όπου πρωτογεννήθηκε.
Θυμάται την εποχή που, αφήνοντας πίσω του το Μεγάλο Ρέμα και το μονοπάτι που οδηγούσε προς τον μικρό τους οικισμό, τα Μπουμπουτσέλια, έμπαινε από τη νοτιοανατολική είσοδο στον χωματόδρομο του χωριού τους, τα Κουλέντια.
Αυτόν τον χωματόδρομο, αυτά τα μέρη, τα είχε διασχίσει νοερά κάθε μέρα για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Κι ας είχαν περάσει τα χρόνια, όλα του φαίνονταν γνώριμα, τίποτα δεν του προκαλούσε ξενιτιά ή αμηχανία. Αναγνώριζε τα πάντα, σαν να γύριζε ξανά στο σπίτι του. Ήξερε κάθε στροφή, κάθε λακκούβα, κάθε μικρή ανωμαλία του δρόμου, μέχρι να φτάσει στον ασβεστωμένο μαντρότοιχο του γραφικού, κατάλευκου σπιτιού της νονάς του, της οικογένειας Καραστατήρη, του Θ. Καραστατήρη — του «Τσαχλαμπούρη». Με τα μπλε παράθυρα και τις μπλε πόρτες του, αριστοτεχνικά φτιαγμένο, το σπίτι στεκόταν όπως το θυμόταν, έτοιμο να τον υποδεχτεί και πάλι. Από εκεί περνούσε στη ζεστή αγκαλιά του χωριού, προσπερνούσε την παρακείμενη εκκλησία και έφτανε στο παλιό πέτρινο σχολείο.
Στο διάβα του παντού αντίκριζε το λευκό του ασβέστη. Σπίτια που έμοιαζαν να ξεφυτρώνουν σαν λευκά στολίδια πάνω στις γερτές πλαγιές της επάνω και της κάτω γειτονιάς, δεμένα αρμονικά με το τοπίο.
Το βλέπει από ψηλά, κατηφορίζοντας τις στροφές έτσι όπως είναι απλωμένο πάνω στην πλαγιά του υψώματος, με φόντο πίσω του τις κορυφές του Κούνου, σου δημιουργεί την εντύπωση του χωριού βίγλα. Αυτή η ξεχωριστή του θέση άλλωστε, «σαν κάστρο χωρίς τείχη», έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην τουρκοκρατία για την επιβίωση των κατοίκων του. Ένας παραδοσιακός οικισμός κτισμένος στη νότια πλευρά του λιόφυτου λόφου με κάτασπρα σπίτια στολισμένα με γλάστρες και μια πλακόστρωτη πλατεία στο κέντρο του χωριού που στη μέση της στέκεται η εκκλησία της Παναγίας, με το πέτρινο καμπαναριό της να καταλήγει σ’ έναν πυργίσκο μ, ένα ρολόι που κοιτάζει προς τον Λεβάντε
Το καλοκαίρι οι πελαργοί έστηναν τη φωλιά τους στον πυργίσκο του καμπαναριού. Κάτω από την πλατεία δέσποζε η τούρκικη βρύση, μια μεγάλη πέτρινη γούρνα με βρύσες που έδιναν καθαρό, πόσιμο νερό. Τα καλοκαίρια εκείνα τα μικρά διαβολάκια δεν έχαναν ευκαιρία να μπουγελώνονται. Το είχαν κάνει παιχνίδι τους. Γελούσαν, κυνηγιόντουσαν και στο τέλος πολλά από αυτά έβαζαν ολόκληρο το κεφάλι τους μέσα στη γούρνα, αφού πρώτα άνοιγαν τις βρύσες να γεμίσει με δροσερό νερό. Και το γεγονός ότι λίγο πριν μπορεί να είχαν πιει από εκεί οι γάιδαροι ή να είχαν ξεδιψάσει τα πρόβατα, δεν τους ενοχλούσε καθόλου. Εκείνη την εποχή η σχέση με τη φύση ήταν διαφορετική. Τα παιδιά του δημοτικού δεν ένιωθαν αποστροφή· το νερό της γούρνας ήταν κομμάτι της καθημερινής τους ζωής, όπως ήταν η αυλή, ο δρόμος, τα ζώα και το χώμα του χωριού.
Πόσο όμορφη ήταν η έξαψη που είχε νιώσει στην πρώτη του επαφή με το σχολείο του χωριού!Κτισμένο με γκρίζα πέτρα πάνω στον δυτικό λόφο, με τους μικρούς λιθόστρωτους δρόμους που οδηγούσαν σ’ αυτό, είχε μια μεγάλη και περιποιημένη αυλή που γέμιζε κάθε πρωί από παιδικές φωνές.
Και γύρω του, στις κακοτράχαλες πλαγιές, η φύση του φθινοπώρου μαστόρευε αθόρυβα τη συνέχεια του χρόνου. Φύτευε αγριολούλουδα, βατομουριές, μολόχες και τσουκνίδες, ενώ η δροσερή ανάσα του μαΐστρου, ελαφριά και υγρή, ξεχυνόταν πίσω από τις πλαγιές και περνούσε ανάμεσα από τα χαλκοπράσινα, φρέσκα φύλλα. Πριν ακόμη αρχίσουν τα μαθήματα, στο σχολείο περίμενε τα παιδιά το πρωινό ρόφημα. Η επιστάτρια, από το χάραμα, είχε ανάψει τη φωτιά και είχε βάλει στη φωτιά το μεγάλο καζάνι, γεμάτο πάνω από τη μέση με νερό. Όταν το νερό ζεσταινόταν, έριχνε μέσα αρκετές κουταλιές γάλα σε σκόνη από μια χάρτινη σακούλα με αμερικάνικα γράμματα τυπωμένα επάνω της. Μόλις το γάλα έπαιρνε βράση, έδινε το σύνθημα. Τα παιδιά άρπαζαν τα κύπελλα που ήταν τακτοποιημένα στο ράφι και στέκονταν στη σειρά, περιμένοντας. Η επιστάτρια έπιανε την κουτάλα, τη βουτούσε βαθιά στο καζάνι, ανακάτευε για τελευταία φορά το ζεστό ρόφημα και άρχιζε τη διανομή.
Ήταν μια μικρή καθημερινή στιγμή, αλλά για τα παιδιά εκείνα ήταν μια από τις πρώτες γεύσεις της χαράς που τους πρόσφερε το σχολείο.
Στο σχολείο θυμάται πως υπήρχε ο θεσμός της «υιοθεσίας» των παιδιών της Πρώτης δημοτικού από τους μαθητές της Έκτης. Ο Αλκιβιάδης, πρωτάκι τότε, έζησε έντονα τη στιγμή που έφτασε η σειρά του να «υιοθετηθεί». Ήταν μια μικρή τελετή, γεμάτη προσμονή και περιέργεια, σαν να άνοιγε μπροστά του ένας καινούργιος κόσμος. Για λόγους που σήμερα δεν μπορεί πια να εξηγήσει, έγινε μήλον της έριδος ανάμεσα σε ένα κορίτσι και ένα αγόρι της Έκτης. Και οι δύο ήθελαν να τον αναλάβουν, να γίνουν ο μεγάλος του φίλος και ο οδηγός του στις πρώτες του μέρες στο σχολείο. Τώρα, τόσα χρόνια μετά, στύβει τη μνήμη του, προσπαθώντας να ξαναφέρει εκείνη τη στιγμή στο φως. Όμως η μνήμη, όπως συμβαίνει συχνά, κρατά τις εικόνες αλλά αφήνει τις λεπτομέρειες να ξεθωριάσουν. Δεν θυμάται πια καθαρά ποιος τελικά τον υιοθέτησε. Το κορίτσι ή το αγόρι. Θυμάται όμως το συναίσθημα: εκείνη την πρώτη αίσθηση ότι μέσα στο μεγάλο σχολείο δεν ήταν μόνος, ότι κάποιος μεγαλύτερος θα ήταν δίπλα του για να τον καθοδηγήσει. Υπάρχουν κάποια μέρη που δεν τα θυμάσαι απλώς· τα ξαναζείς. Φέρνουν στο μυαλό εικόνες που γεμίζουν τις αισθήσεις και σε ταξιδεύουν πίσω στο παρελθόν, ντυμένο με την αίγλη εκείνων των χρόνων που πέρασαν. Ίσως τελικά να είναι ο τόπος που διαμορφώνει τους ανθρώπους. Ίσως η αόρατη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και στο τοπίο να αφήνει μέσα του ένα αποτύπωμα μοναδικό, που ο χρόνος δεν μπορεί να σβήσει. Είναι μαρτυρίες μνήμης, κομμάτια της πρώιμης ζωής του, εικόνες που μιλούν για την ιστορία του χωριού του, για τις συνήθειες και τις παραδόσεις των ανθρώπων του.
Και τώρα, μέσα στο μακρύ ταξίδι της ζωής, πλέει ξανά στο ποτάμι του χρόνου, επιστρέφοντας στη γλυκύτατη γη των προγόνων του. Απόμερο χωριό, χτισμένο αμφιθεατρικά, με όμορφη θέα και σκιερές ρεματιές, όπου κρύβεται η μαγεία μιας φύσης ριζωμένης βαθιά μέσα στον χρόνο. Η τραχιά και άγονη γη, γεμάτη λόγγους και δυσκολίες, χρειάστηκε χαλύβδινη θέληση, αδιάκοπο αγώνα και αμέτρητο μόχθο από τους πρώτους οικιστές για να μετατραπεί σε τόπο καλλιεργήσιμο και παραγωγικό. Εκείνοι άνοιξαν τη γη, έσπειραν σιτηρά, φύτεψαν αμπέλια και ελιές, μοίρασαν τα βοσκοτόπια και έδεσαν τη ζωή τους με τον τόπο. Ήταν άνθρωποι αυθεντικοί, ακούραστοι ξωμάχοι, που πάλευαν αιώνες με τη σκληρή αλλά ευλογημένη γη τους. Ρωμαλέοι αγρότες και κτηνοτρόφοι, άντρες και γυναίκες, δούλευαν τη μάνα γη με τα χέρια τους, για να βλαστήσει, να καρποφορήσει και να θρέψει τις οικογένειές τους και τα ζωντανά τους.
Χρέος μας είναι να τιμούμε αυτούς τους πρώτους οικιστές, να κρατούμε ζωντανή τη μνήμη τους και να θυμόμαστε την κληρονομιά που μας άφησαν. Η ζωή τους ήταν λιτή και δύσκολη. Δεν υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί· υπήρχαν φτωχοί και φτωχότεροι. Κι όμως, μέσα στις στερήσεις τους είχαν αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη και περηφάνια για τον τόπο τους. Πήγαιναν στην εκκλησία και στο σχολείο, περπατώντας σε δύσβατα μονοπάτια και χωματόδρομους. Επικοινωνούσαν πρόσωπο με πρόσωπο, κρατούσαν ζωντανές τις παραδόσεις και τα έθιμά τους και ένιωθαν πως το χωριό τους δεν ήταν απλώς ένας τόπος κατοικίας, αλλά κομμάτι της ίδιας τους της ύπαρξης.
Οι πρώτοι οικιστικοί πυρήνες του χωριού χάνονται βαθιά μέσα στον χρόνο. Η παρουσία του καταγράφεται ήδη κατά τη βυζαντινή περίοδο, με την ονομασία «Κουλενδία», σε χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου, το έτος 1301 μ.Χ.
Στο πολύτιμο αυτό έγγραφο, ο αυτοκράτορας παραχωρεί προνόμια στη Μονεμβασιά, ενώ η αναφορά της Κουλενδίας αποτελεί μια από τις παλαιότερες γραπτές μαρτυρίες για την ύπαρξη του οικισμού. Το χρυσόβουλο αυτό, ένα σπάνιο τεκμήριο της βυζαντινής ιστορίας της περιοχής, φυλάσσεται σήμερα στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών.
Έτσι, ανάμεσα στις πέτρες, στα μονοπάτια και στις πλαγιές του Κούνου δεν περπάτησαν μόνο οι άνθρωποι των νεότερων χρόνων. Πριν από αυτούς πέρασαν γενιές ολόκληρες, άνθρωποι που άφησαν τα ίχνη τους στη γη, στα σπίτια και στις μνήμες του τόπου............................................................... 

Παραθέτω επίσης μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία:

Σημείωση: Ι

... (Δημοσίευση Εφημερίδας ''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο 264 - Αύγουστος 2008)
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΗ΄ ΑΙ. Β΄ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ 1715-1821 ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΡΚΩΝ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ.
ΣΗΜ. 1.Ελένης Δ. Μπελιά. «Στατιστικά Στοιχεία της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς κατά το 1828».
-Κουλέντια: «Προ της αλώσεως της Πελοποννήσου [από τους Τούρκους στα 1715], το χωρίον τούτο κατωκείτο από 170 οικογενείας [χριστιανικάς]. Αύται υπήρχον και μέχρι της επαναστάσεως των 1770, όπου μια μόνον οικογένεια οθωμανική κατώκει τότε. Διασκορπισθέντων των χριστιανών τήδε κακείσε, εξήλθον του Φρουρίου [της Μονεμβασίας] οθωμανικαί οικογένειαι έως δέκα και κατώκησαν, ύστερον δε εκ διαλειμμάτων συνήχθησαν ολίγαι τινές χριστιανικαί, ώστε εις τους εσχάτους χρόνους των 1821 κατώκησαν οικογένειαι χριστιανικαί 35, οθωμανικαί 12. Ήδη [1828] ευρίσκονται οικογένειαι χριστιανικαί 45, ψυχαί 192».
Σήμερα στην περιοχή των Κουλεντίων διατηρούνται στον προφορικό λόγο τουρκικά τοπωνύμια όπως: Στου Μάτημπέη, στου Μεϊμέταγα κ.ά

Σημείωση: ΙΙ

Διοικητικές μεταβολές ΟΤΑ
Κ. Κουλεντίων Ν. Λακωνίας
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Σύσταση της Κοινότητας με έδρα τον οικισμό Κουλέντια
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Βουβουτσέλια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Φούτια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Κουλέντια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Ελληνικόν
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Βουβουτσέλια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Παναγίτσα
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Η Κοινότητα μετονομάζεται σε Κοινότητα Ελληνικού

Σημείωση: ΙΙΙ

Πηγη:http://old.eyploia.gr/modules.php
Την ύπαρξη του Linum hellenicum κατέγραψαν και στοιχειοθέτησαν δύο καθηγητές της Βιολογίας που υπογράφουν μια ανυπολόγιστης αξίας εργασία. Το βιβλίο τους, «Endemic Plants of Peloponnese»
«Ενδημικά φυτά της Πελοποννήσου» είναι μια εκπληκτική δουλειά καταγραφής των σπάνιων ή μοναδικών λουλουδιών του Μοριά, ζωγραφισμένα από τον Bent Johnson. Και, ώ, της ελληνικής πρωτοτυπίας, το βιβλίο αυτό δε χρηματοδοτήθηκε ούτε από ελληνικό υπουργείο, ούτε από την Περιφέρεια Πελοποννήσου, ούτε από Ελληνική Τράπεζα ή οργανισμό, ούτε και είναι έκδοση ελληνικού εκδοτικού οίκου. Εκδόθηκε από τον οίκο GADS FORLAG (KOBENHAVN 2001) με τη χορηγία του ιδρύματος Carlsberg Foudation και κυκλοφόρησε μόνο στην αγγλική.
Ο καθηγητής κ. Γρηγόρης Ιατρού μας είπε τα εξής για το λουλούδι «στη σελίδα 199 του βιβλίου μας απεικονίζονται τα δύο ενδημικά φυτά του γένους Linum, τα οποία εμφανίζονται αποκλειστικά στην Πελοπόννησο, από ολόκληρο τον κόσμο.
Το πρώτο ανακαλύφθηκε και περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1989 από την περιοχή του χωριού Ελληνικόν από όπου πήρε και το όνομά του και αργότερα βρέθηκε και σε κάποιες άλλες γειτονικές περιοχές της χερσονήσου του Μαλέα.
Δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο.
Το δεύτερο ανακαλύφθηκε και περιγράφηκε το 1994 από την περιοχή του Βλαχιώτη στη Λακωνία και ονομάστηκε προς τιμήν του καθ. Κ. Δ. Φοίτου και αυτό δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο εκτός από τις ελάχιστες περιοχές της Πελοποννήσου στην Λακωνία»…

  • Κατεβάστε τον νέο 3d χάρτη του Δήμου Μονεμβασιάς (Α4 pdf, 6 MB)
  • Η συνέχεια στο...
    Click to Open
    Θύμησες Παιδικές!
    .....

    Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2022

    Ta Monopatia Pou Odigousan Gia to Sxolio

    .....Ήρθε, λοιπόν, μια μέρα, στο τέλος εκείνου του καλοκαιριού, που οι γονείς του τού είπαν πως είχε φτάσει η ώρα να μάθει γράμματα. «Άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο», έλεγαν οι παλιοί, κι αυτή η λαϊκή σοφία ήταν αρκετή για να σημαδέψει την αρχή μιας καινούριας πορείας. Για τα παιδιά που ζούσαν στους απόμακρους συνοικισμούς, το σχολείο δεν ήταν μια γειτονική αυλή. Ήταν ένας καθημερινός αγώνας. Ένα μικρό ταξίδι προς τη γνώση, που ξεκινούσε πριν ακόμη ανατείλει καλά-καλά ο ήλιος, με την ελπίδα πως τα γράμματα θα τους άνοιγαν έναν δρόμο σε μια καλύτερη ζωή. Τα παιδιά από τα Μπουμπουτσέλια διένυαν κάθε μέρα πέντε ολόκληρα χιλιόμετρα. Μιάμιση ώρα ποδαρόδρομο, πάνω σε κακοτράχαλα μονοπάτια, ανάμεσα σε ρεματιές, πέτρες και ανηφοριές, ώσπου να φτάσουν στο σχολείο των Κουλεντίων. Για τα παιδικά τους πόδια, εκείνη η διαδρομή έμοιαζε ατέλειωτη. Κι όμως, την περπατούσαν χειμώνα και καλοκαίρι, χωρίς παράπονο, σαν να ήταν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους.
    Ήταν φθινόπωρο. Η γη είχε αρχίσει να πρασινίζει ύστερα από τις πρώτες βροχές. Ο τόπος ανέπνεε ήρεμα. Οι χωρικοί ετοιμάζονταν για το όργωμα, τη σπορά και τα ξεχερσώματα, ενώ τα κοπάδια απλώνονταν νωχελικά στις πλαγιές του βουνού. Μέσα σε εκείνη τη γαλήνη, άρχιζε και το δικό του ταξίδι· όχι μόνο προς το σχολείο, αλλά προς τη γνώση, τη ζωή και την ενηλικίωση. Με το γλυκοχάραμα της αυγής, στο πρώτο λάλημα του πετεινού, μέσα στο μισοσκόταδο του μικρού σπιτιού, η μάνα πλησίαζε το λιτό ξύλινο κρεβάτι όπου κοιμόταν το μικρό παιδί της. Χάιδευε απαλά το μέτωπό του, ενώ ένα γλυκό χαμόγελο φώτιζε για λίγο το αυλακωμένο από τα βάσανα πρόσωπό της. Ύστερα, όσο πιο τρυφερά μπορούσε, του ψιθύριζε: «Σήκω, γιε μου. Σήκω, μην σε πάρει η μέρα. Ο δρόμος είναι μακρύς.»
    Εκείνος σηκωνόταν αμέσως, ντυνόταν βιαστικά, έπαιρνε το μικρό δεματάκι με το λιτό κολατσιό που του είχε ετοιμάσει η μάνα του και, αφού αποχαιρετούσε τον πατέρα του, στεκόταν στην πόρτα του σπιτιού. Η μάνα τον σταύρωνε, τον φιλούσε με όλη τη στοργή που έκρυβε στην ψυχή της και τον ξεπροβόδιζε με την ίδια πάντοτε ευχή: «Άντε, καλό δρόμο, γιε μου. Στην ευχή του Θεού… και να προσέχεις, παιδί μου.»
    Κι εκείνος, με τη σχολική τσάντα στον ώμο και τη «Μπέττυ», την πιστή του σκυλίτσα, να βαδίζει χαρούμενα πλάι του, έπαιρνε τον χωματόδρομο που χανόταν πίσω από τη δυτική πλαγιά του αντικρινού λόφου. Από εκεί άρχιζε το καθημερινό μονοπάτι για τα Κουλέντια, την έδρα του οικισμού· ένα μονοπάτι που κάθε πρωί τον οδηγούσε όχι μόνο στο σχολείο, αλλά και ένα βήμα πιο κοντά στη ζωή.
    Ανηφορίζοντας προς τα βορειοδυτικά του οικισμού, περνούσε δίπλα από ένα μικρό δασύλλιο με χαρουπιές, απλωμένες σε πλούσιες φυλλωσιές, που τις λίκνιζε αδιάκοπα το πρωινό αεράκι. Ένιωθε τότε μια γλυκιά δροσιά να πλημμυρίζει την ψυχή του, σαν ανάλαφρη πνοή ζωής. Προχωρούσε μεθυσμένος από τις ευωδιές και τους χυμούς της φύσης. Το φθινοπωρινό χώμα ήταν παντού νοτισμένο από τη νυχτερινή δροσιά. Καθώς ο ήλιος αναδυόταν αργά πίσω από τις κορυφογραμμές, οι πρώτες ζεστές ακτίνες του τραβούσαν την υγρασία από τη γη και τη χλόη. Εκείνη ανασηκωνόταν αργά, σχηματίζοντας διάφανες κουρτίνες αχνού κάτω από τις φυλλωσιές των δέντρων, σαν να ξυπνούσε μαζί τους ολόκληρη η φύση. Φτάνοντας στην κορυφή του λόφου, στεκόταν για λίγο και άφηνε το βλέμμα του να χαθεί στην άλλη πλευρά. Μπροστά του απλωνόταν το Μεγάλο Ρέμα, η πλατιά κοιλάδα που χώριζε τον λόφο του συνοικισμού από τον λόφο του χωριού. Εκεί, στις μικρές πλατωσιές της κοιλάδας, ήταν σκόρπια τα καλλιεργήσιμα χωράφια, ανάμεσα σε ελιές, συκιές και αμυγδαλιές. Και λίγο πιο πέρα, σαν ξεχασμένο κομμάτι του Παραδείσου, υψωνόταν ένα πυκνό δάσος από ορεινά κυπαρίσσια, με τους κορμούς και τις φυλλωσιές τους σφιχταγκαλιασμένους, λες και η φύση είχε θελήσει να φυλάξει εκεί ένα δικό της μυστικό. Οι πλαγιές της κοιλάδας κατηφόριζαν γλυκά και αρμονικά προς τα χαμηλά και άνοιγαν διάπλατα στον μακρινό ορίζοντα, εκεί όπου, τις καθαρές μέρες, αχνοφαινόταν μια γαλάζια λουρίδα του Μυρτώου πελάγους.
     Όταν έμπαινε σ' εκείνη τη φωλιά της φύσης, η ψυχή του σπαρταρούσε σαν μικρό πουλί. Τον μεθούσαν οι ευωδιές από το θυμάρι, τις κουμαριές και τις λυγαριές. Κι ύστερα ήταν τα κοπάδια που έβοσκαν τριγύρω. Τα κουδούνια τους αντηχούσαν αδιάκοπα στις πλαγιές, πλημμυρίζοντας τον τόπο με μια μουσική που έμοιαζε να χαρίζει καινούργια ζωή και να κάνει την ανάσα του πιο βαθιά, πιο ελεύθερη. Πολλές φορές οι νοτιάδες έφερναν σύννεφα, το ένα πίσω από το άλλο, που κατέβαιναν και σκέπαζαν ολόκληρη την κοιλάδα. Μα όταν ο ουρανός άνοιγε ξανά, γινόταν διάφανος και ξάστερος, ροδοβαμμένος από το πρώτο φως. Χαμογελούσε ως πέρα, στις βουνοκορφές και στις μακρινές ράχες, ενώ ο ήλιος, χρυσαφένιος όσο δεν έπαιρνε άλλο, άπλωνε πάνω στο Μεγάλο Ρέμα ένα φως γλυκό, σαν μέλι που ξεχυνόταν αργά πάνω στη γη. 
    Στη μέση σχεδόν της διαδρομής, εκεί όπου άρχιζε η ανηφόρα της δυτικής πλαγιάς του Μεγάλου Ρέματος και το μονοπάτι οδηγούσε από τον συνοικισμό στο χωριό, απλωνόταν ένα μικρό πλάτωμα. Στη ρίζα ενός βράχου ανάβλυζε αδιάκοπα γάργαρο, κρυστάλλινο νερό. Πλάι στην πηγή υπήρχαν πάντοτε δυο-τρεις νεροκολοκύθες, κομμένες στα δύο, τα παλιά φλασκιά των χωρικών. Ήταν το κοινό ποτήρι όλων των περαστικών. Από εκεί έπιναν οι γεωργοί, οι βοσκοί, οι διαβάτες, τα παιδιά του σχολείου και κάθε κουρασμένος οδοιπόρος που σταματούσε για μια ανάσα πριν συνεχίσει την ανηφορική πορεία στα κακοτράχαλα μονοπάτια. Το πλάτωμα εκείνο ήταν ευλογία για τον ταξιδιώτη. Ύστερα από το πέρασμα από τους μουλαρόδρομους και τα λιθόστρωτα μονοπάτια, πρόσφερε λίγη σκιά, δροσερό νερό και μια πολύτιμη στιγμή ξεκούρασης. Εκεί χαμήλωνε η ανάσα, καταλάγιαζε η κούραση και ξανάπαιρνε δύναμη το σώμα. Έπειτα ο καθένας συνέχιζε τον δρόμο του, λες και η μικρή εκείνη πηγή του είχε χαρίσει λίγη ακόμη ζωή. Στο διάβα τους, οι ταξιδιώτες σταματούσαν για λίγο στην πηγή. Κάθονταν αναπαυτικά στο πεζούλι, κάτω από τον ίσκιο μιας μεγάλης, φουντωτής σκαμνιάς, έπιναν από το γάργαρο νερό και ξαπόσταιναν, μαζεύοντας τις δυνάμεις που χρειάζονταν για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Καθισμένοι στη δροσιά του ίσκιου, με το χέρι να χαϊδεύει αφηρημένα το μαλακό, νοτισμένο χώμα, ένιωθαν την κούραση να φεύγει σιγά σιγά από το σώμα τους. Για λίγες στιγμές γίνονταν ένα με τον τόπο. Άκουγαν το κελάρισμα του νερού, το θρόισμα των φύλλων και τα κουδούνια από τα κοπάδια στις απέναντι πλαγιές. Ήταν από εκείνες τις μικρές στάσεις που δεν ξεδιψούν μόνο το σώμα, αλλά γαληνεύουν και την ψυχή.
    Αγναντεύοντας το απλωμένο τοπίο, ο κουρασμένος διαβάτης ένιωθε τον νου του να ξαλαφρώνει. Το βλέμμα χανόταν στις πλαγιές, στα βουνά και στη μακρινή λουρίδα της θάλασσας, κι η σιωπή της φύσης γινόταν μια σιωπή γεμάτη φωνές. Θα 'λεγες πως άκουγε τις μυστικές συνομιλίες του ανέμου με τα κυπαρίσσια, των βράχων με τα σύννεφα, της γης με τον ουρανό. Δίπλα του η πηγή κυλούσε αδιάκοπα, χαρίζοντας νερό γλυκό και παγωμένο, σαν να πρόσφερε στον οδοιπόρο όχι μόνο δροσιά αλλά και λίγη δύναμη για τον δρόμο που απέμενε. Ήταν ένας τόπος που καλούσε τον άνθρωπο να σταθεί για λίγο, να πάρει ανάσα και να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Εκεί, κάτω από τον ίσκιο της φουντωτής σκαμνιάς, γεννιούνταν σκέψεις που δύσκολα γεννιούνται μέσα στη βοή της καθημερινότητας. Τα όνειρα ξανάβρισκαν τη χαμένη τους πνοή, οι ελπίδες ζωντάνευαν και οι αγωνίες γίνονταν ελαφρύτερες. Ο καθένας, μικρός ή μεγάλος, έφευγε από το πλάτωμα λίγο πιο δυνατός απ' όσο είχε φτάσει.
    Κι ο μικρός Αλκιβιάδης, χωρίς ακόμη να μπορεί να το εξηγήσει, ένιωθε πως κάθε πρωί, περνώντας από εκεί, δεν πήγαινε μονάχα προς το σχολείο. Διέσχιζε ένα μονοπάτι που τον έφερνε όλο και πιο κοντά στη φύση, στους ανθρώπους της και, σιγά σιγά, στον ίδιο του τον εαυτό.
    Ίσως γι' αυτό, ύστερα από τόσες δεκαετίες, εκείνο το μικρό πλάτωμα με τη γάργαρη πηγή παρέμενε στη μνήμη του πιο ζωντανό κι από πολλούς μεγάλους δρόμους που περπάτησε αργότερα στη ζωή του.
    Οι στρατοκόποι μπορούσαν να βυθιστούν στις σκέψεις τους και να αρχίσουν έναν σιωπηλό διάλογο με τον εαυτό τους, έχοντας έντονη την αίσθηση πως η φύση έκρυβε κάτι βαθύτερο από αυτό που φανέρωνε στα μάτια. Να αφεθούν στη γαλήνη του τόπου και να ταξιδέψουν με τον νου πέρα από τα ορατά, εκεί όπου το μυστήριο της ύπαρξης αγγίζει για μια στιγμή τον άνθρωπο.
    Εκεί, ο ίδιος ο τόπος γινόταν ο πρωταγωνιστής. Η άγρια ερημιά του, μακριά από τον θόρυβο και τη βιασύνη των ανθρώπων, κυριαρχούσε στο πνεύμα, μιλούσε αθόρυβα στις αισθήσεις και έδειχνε το μονοπάτι προς τη γνώση και την αυτογνωσία. Ήταν στιγμές που η γαλήνη πλημμύριζε τις κουρασμένες ψυχές, όπως η πρώτη βροχή ποτίζει τη διψασμένη γη και την κάνει να ξαναβλαστήσει. Και τότε ο άνθρωπος ένιωθε πως, έστω και για μια στιγμή, ανήκε ολοκληρωτικά στη φύση και στο αδιάκοπο θαύμα της ζωής.
    Μια αρχέγονη, σχεδόν μεταφυσική αίσθηση τον ωθούσε να ζωντανεύει με τη φαντασία του τους ανθρώπους που έζησαν σ' αυτόν τον τόπο, που μόχθησαν και πάλεψαν καθημερινά για την επιβίωσή τους. Σ' αυτή τη σκληρή, χέρσα γη, κάθε πέτρα έμοιαζε να είναι ένας σιωπηλός μάρτυρας του ιδρώτα, των κόπων και των ελπίδων τους. Άθελά του παρασυρόταν στα περασμένα. Το τοπίο δεν ήταν πια μόνο χώμα, βράχια και δέντρα· γινόταν ζωντανή μνήμη. Σαν να μπορούσε, με όλες του τις αισθήσεις, να αφουγκραστεί τον κόσμο μιας άλλης εποχής και να νιώσει την ανάσα των ανθρώπων που είχαν περάσει από εκεί πριν από αυτόν. Εκείνες τις ώρες, αμέτρητες λεπτομέρειες ξεπρόβαλλαν μπροστά του σαν σκόρπιες ψηφίδες μιας μεγάλης τοιχογραφίας. Κάθε εικόνα αποκάλυπτε κι ένα μικρό κομμάτι του παρελθόντος, τόσο ζωντανό και τόσο πυκνό, που έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να χωρέσει ολόκληρη τη θάλασσα μέσα στο βλέμμα του.
    Αφήνοντας πίσω του το πλάτωμα της πηγής, συνέχιζε το μονοπάτι που, σαν αποκριάτικη κορδέλα, ξετυλιγόταν κάτω από τα πόδια του, με τις μικρές απότομες στροφές και τα χωμάτινα σκαλοπάτια του.
    Στα ανατολικά, ο πρωινός ήλιος του Σεπτεμβρίου χάριζε στα σταφύλια τους αρωματικούς χυμούς τους, ενώ στα ώριμα σύκα το μέλι ξεχείλιζε, αφήνοντας στην άκρη τους μια σταγόνα διάφανη σαν ρουμπίνι. Πολύχρωμα ζουζούνια φτερούγιζαν αδιάκοπα γύρω του και αγριοπούλια πετάγονταν ξαφνιασμένα από τις ήσυχες φωλιές τους. Τα πουρνάρια, τα σκίνα και οι φασκομηλιές μοσχοβολούσαν, ενώ τα πρώτα φθινοπωρινά κρινάκια ξεπρόβαλλαν δειλά, ποτισμένα από τις πρώτες βροχές.
    Όταν τελείωνε η σχολική μέρα, το ίδιο μονοπάτι έμοιαζε διαφορετικό. Στον δρόμο της επιστροφής, το Μεγάλο Ρέμα άλλαζε όψη καθώς ο ήλιος έγερνε προς τη δύση. Το φως γινόταν βαθύτερο, σχεδόν διάφανο, και όλα γύρω λαμποκοπούσαν σαν κρύσταλλο. Οι διάσπαρτες ελιές άστραφταν με ασημένιες ανταύγειες, ενώ οι βράχοι των απέναντι λόφων έπαιρναν τη στιλπνή απόχρωση του γρανίτη, αναδεικνύοντας το βαθύ πράσινο των πεύκων που φύτρωναν ανάμεσά τους. Σιγά σιγά το χρυσοπράσινο των φύλλων σκοτείνιαζε και φανέρωνε την αληθινή τους όψη· γεμάτη νεανική δύναμη και ζωή. Ένας ανήσυχος ψίθυρος σηκωνόταν μέσα από τα πεύκα τη στιγμή που ο ήλιος βυθιζόταν πίσω από τις κορφές, βάφοντας τον δυτικό ορίζοντα με το κατακόκκινο αίμα του.
    Σκαλίζοντας σήμερα το ταξίδι της μνήμης, συνεχίζει να περιπλανιέται στα μονοπάτια της παιδικής του ηλικίας. Κι εκείνο που του απομένει, ύστερα από τόσα χρόνια, είναι η αίσθηση πως βαθιά μέσα του εξακολουθεί να είναι εκείνο το μικρό παιδί που ξεκίνησε κάποτε τον δρόμο του στον κόσμο. Στο μακρύ ταξίδι της ζωής δεν κουβάλησε πολλές αποσκευές· μονάχα τη μνήμη. Μια μνήμη γεμάτη εικόνες από έναν τόπο οικείο και πατρικό, που δεν έπαψε ποτέ να κατοικεί μέσα του σαν αιώνιο παρόν. Κουβαλά ακόμη το άρωμα του θυμαριού, τον ψίθυρο των πεύκων, το γάργαρο νερό της πηγής, το Μεγάλο Ρέμα και τα μονοπάτια που οδηγούσαν στο σχολείο. Μα μαζί τους κουβαλά και τις σκιές. Γιατί στο κάδρο της μνήμης δεν υπάρχουν μόνο οι φωτεινές εικόνες της παιδικής ηλικίας· υπάρχουν και εκείνες που γεννήθηκαν μέσα στους δύσκολους καιρούς, εικόνες που άφησαν το αποτύπωμά τους στην ψυχή και δεν έσβησαν ποτέ.
    Έτσι είναι η μνήμη. Δεν διαλέγει μόνο τα όμορφα. Φυλάσσει με την ίδια επιμονή το φως και το σκοτάδι, τη χαρά και τον πόνο, γιατί και τα δύο έγιναν το χώμα πάνω στο οποίο μεγάλωσε ο άνθρωπος.
    Κάποια καλοκαίρια το τοπίο φάνταζε ανεμοδαρμένο, σαν να το είχε σμιλέψει ο ίδιος ο χρόνος. Κι όμως, η φύση έμοιαζε να μένει αναλλοίωτη, πεισματικά ίδια, σαν να αντιστεκόταν στο πέρασμα των χρόνων. Σήμερα, ανακαλώντας εκείνες τις εικόνες, διαπιστώνει πως πολλές λεπτομέρειες ξεγλιστρούν από τη μνήμη του. Ίσως γιατί ανήκουν σε μια εποχή τόσο μακρινή, όπου η ζωή κυλούσε με άλλους ρυθμούς και οι άνθρωποι επικοινωνούσαν μόνο με τα πόδια, τη φωνή και την ανθρώπινη παρουσία.
    Στα μέρη εκείνα δεν υπήρχε ίχνος από τις μηχανές και τις ευκολίες που θεωρούμε σήμερα αυτονόητες. Μονάχα μονοπάτια, μουλαρόδρομοι, άνθρωποι, ζώα και η σιωπή του βουνού, που ένωνε τους οικισμούς πολύ περισσότερο απ' όσο θα μπορούσε ποτέ να το κάνει οποιοσδήποτε δρόμος.
    Ήταν οι εποχές που, κάτω από την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού, οι χωρικοί έβγαιναν στα χωράφια πριν ακόμη ξεμυτίσει ο ήλιος. Άρχιζαν τον κοπιαστικό θερισμό, κρατώντας στο ένα χέρι το δρεπάνι και στο άλλο την παλαμαριά, το ξύλινο προστατευτικό που φύλαγε την παλάμη από τις κοφτερές λεπίδες και συγκρατούσε τα στάχυα.
    «Ώρα καλή κι ευλογημένη!» εύχονταν όλοι μαζί. Κι ύστερα ακουγόταν το γνώριμο φραπ-φραπ από τα δρεπάνια που έκοβαν ρυθμικά τα χρυσοκίτρινα στάχυα. Με τι χαρά γινόταν ο θέρος τις πρωινές ώρες, όσο ακόμη η δροσιά δρόσιζε τη γη! Μα όταν ο ήλιος ανέβαινε ψηλά, το λιοπύρι γινόταν ανυπόφορο. Οι θεριστάδες άφηναν τα δρεπάνια στη γη και τραβούσαν στον ίσκιο κάποιου δέντρου, στην άκρη του χωραφιού. Εκεί άνοιγαν τα ταπεινά τους δισάκια, έτρωγαν το λιτό φαγητό τους, γελούσαν, πείραζαν ο ένας τον άλλον και αντάλλασσαν ιστορίες και χωρατά. Ύστερα πλάγιαζαν για λίγο πάνω στο χώμα, ώσπου να μαλακώσει η κάψα της ημέρας. Και μόλις έπεφτε πάλι η απογευματινή δροσιά, σηκώνονταν αμίλητοι, έπιαναν ξανά τα δρεπάνια και συνέχιζαν τον αγώνα τους με τη γη, ώσπου να βασιλέψει ο ήλιος.
    Στα ψηλώματα, στους λιβαδότοπους, συναντούσες τα πέτρινα κυκλικά αλώνια, χτισμένα σε διαλεγμένες τοποθεσίες, εκεί όπου οι καλοκαιρινοί νοτιάδες φυσούσαν με δύναμη και βοηθούσαν το λίχνισμα του καρπού. Γύρω από το αλώνι υψώνονταν οι ντραλίκοι, μεγάλες όρθιες πέτρες, τοποθετημένες κυκλικά, που οριοθετούσαν τον χώρο και εμπόδιζαν τα στάχυα να σκορπίζουν στον άνεμο. Καλότυχοι θεωρούνταν όσοι είχαν δίπλα στο αλώνι τους ένα δέντρο με πλατιά, πυκνή φούντα. Στη ντάλα του καλοκαιριού, εκεί έβρισκαν καταφύγιο από τον καυτό ήλιο. Κάθονταν στον ίσκιο του, έτρωγαν το λιτό τους φαγητό, ξάπλωναν για λίγο πάνω στα άχυρα να ξαποστάσουν και περίμεναν να γείρει ο ήλιος. Ύστερα σηκώνονταν, έπιαναν πάλι τη δουλειά και το αλώνι ξαναγέμιζε φωνές, γέλια και τον μονότονο ήχο του μόχθου.
    «Στριφογυρίζει τ' άλογο στ' αλώνι τριγυρνά, τ' αστάχυα, καλοπάτητα, ξεγδύνουν τα κεφάλια και δείχνουν του γεωργού τη χαρά, τη σιταροπλημμύρα.»
    Η καλλιέργεια του σιταριού και του κριθαριού άρχιζε με τις χειμωνιάτικες σπορές του Δεκέμβρη και αποτελούσε τον ίδιο τον κύκλο της ζωής του χωριού. Η σπορά, ο θερισμός, το αλώνισμα και τέλος η άλεση του καρπού δεν ήταν απλώς αγροτικές εργασίες· ήταν οι σταθμοί μιας ολόκληρης ζωής, δεμένοι με τις εποχές, τον καιρό και την ελπίδα.
    Σήμερα τα παλιά αλώνια στέκουν σιωπηλά, πέτρινες κορνίζες μιας άλλης εποχής. Δεν ακούγονται πια τα χλιμιντρίσματα των αλόγων, ούτε οι φωνές των αλωνιστάδων. Μονάχα ο άνεμος περνά ανάμεσά τους, σαν να ψιθυρίζει ιστορίες ανθρώπων που μόχθησαν πάνω σ' αυτή τη γη.
    Κι ίσως γι' αυτό επιβιώνει ακόμη στα σοκάκια του χωριού εκείνη η παλιά λαϊκή συμβουλή, που ταξιδεύει από στόμα σε στόμα:
    «Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ' άχερα στ' αλώνι,
    γιατί τα παίρνει ο άνεμος και δεν τα συμμαζώνει.»
    Ήταν όμως και εποχές που το τοπίο διένυε τα πιο αδυσώπητα καλοκαίρια. Το λιοπύρι γινόταν ανυπόφορο, ένα ολόφλογο καμίνι που έπεφτε πάνω στη σάρκα σαν βροχή από πυρωμένες βελόνες. Ούτε πνοή ανέμου δεν φυσούσε. Τα φύλλα των δέντρων έμεναν ακίνητα, τα λιγοστά νερά της μικρής λιμνούλας λαμποκοπούσαν ακίνητα, σαν λιωμένο μέταλλο ή σαν λάδι, και στους γύρω λόφους τ' αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα, τα σφεντάμια και οι φτέρες στέκονταν ασάλευτα, θαρρείς και είχαν πεθάνει. Τα πουλιά λούφαζαν βαθιά μέσα στις φυλλωσιές, αναζητώντας λίγη σκιά και λίγη δροσιά.
    Οι ξεροπόταμοι είχαν στεγνώσει. Στην επιφάνεια της γης σχηματιζόταν μια λεπτή, σκληρή κρούστα, ενώ τα αγριόχορτα είχαν καεί από τον ήλιο και είχαν απομείνει μονάχα οι ρίζες τους. Η ατμόσφαιρα γινόταν διάφανη και αραιή, ο ουρανός ολοένα και πιο ξέθωρος, κι όσο περνούσαν οι μέρες τόσο ξεθώριαζαν και τα χρώματα της γης. Το κοκκινόχωμα έπαιρνε μια τριανταφυλλιά απόχρωση και το γκρίζο χώμα άσπριζε κάτω από το ανελέητο φως. Μέσα στα χαντάκια το χώμα διαλυόταν σε ψιλή σκόνη, ενώ τα μυρμήγκια ξεχύνονταν σε ατέλειωτες πορείες προς τα σιτοχώραφα, λες και προαισθάνονταν πως κάθε σπυρί ήταν πολύτιμο για τον χειμώνα που θα ερχόταν.
    Υπήρχαν όμως και μέρες που το λιοπύρι γινόταν τόσο δυνατό και αβάσταχτο, ώστε πάνω στις πέτρες θαρρούσες πως μπορούσες να ψήσεις αυγά. Τότε μόνο το αδιάκοπο τραγούδι του τζίτζικα, η φωνή της λαύρας, χυνόταν παντού, σπάζοντας τη βαριά σιωπή του τόπου.
    Κι όμως, η ζωή ακολουθούσε υπομονετικά τον δρόμο της. Όταν η ανομβρία παρατεινόταν, όλο το χωριό συγκεντρωνόταν στην εκκλησία. Ο παπάς, κρατώντας τον Σταυρό και τις εικόνες, έβγαινε μπροστά, και πίσω του σχηματιζόταν η λιτανεία. Άντρες, γυναίκες και παιδιά ξεκινούσαν για τα χωράφια, κάτω από τον φλογερό ήλιο, ενώ ο γαρμπής, λιοβόρι πυρωμένο, σκόρπιζε κύματα καυτής ανάσας και η λαύρα του ανέμου έκαιγε τη διψασμένη γη.
    Όταν έφθαναν στα χωράφια, όλοι γονάτιζαν πάνω στο ξερό χώμα. Έκαναν τον σταυρό τους και ύψωναν τα μάτια στον γαλανό ουρανό, παρακαλώντας τον Θεό να λυπηθεί τον τόπο.
    «Αμήην!» αντηχούσε από τα χείλη μικρών και μεγάλων. Ήθελαν να βουίξουν οι ξεραμένες λαγκαδιές από τη δέηση τους, να φτάσει η φωνή τους ως τα αυτιά του Κυρίου και να ανοίξουν επιτέλους οι ουρανοί. Μα η λιτανεία τελείωνε κάτω από έναν ουρανό ανέφελο, σκληρό και πυρωμένο, ενώ ο ήλιος συνέχιζε να καίει σαν αναμμένο μαγκάλι πάνω από τα κεφάλια τους. Ήταν οι παλιές «λιτανείες της ανομβρίας», όταν οι άνθρωποι, πριν εμπιστευθούν τη μοίρα τους στις καιρικές προβλέψεις, την εμπιστεύονταν στην προσευχή.»....
    Τελειώνοντας την πεζοπορία στον ατέλειωτο μαίανδρο των μονοπατιών, αφήνει πίσω του τις στροφές, τις ανηφοριές και τις σιωπηλές συνομιλίες με τη φύση. Μπαίνει πλέον στον κύριο χωματόδρομο και μπροστά στα μάτια του ανοίγεται το χωριό.
    Τα Κουλέντια.

    Η συνέχεια στο...
    Click to Open
    Το Χωριό. Κουλέντια Μονεμβασιάς!.....

    Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

    O Tritos Gios! Se Xeskepo Spiti Sas Gennissa

    Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα) 1956

    Πριν η Ελένη γίνει η ξακουστή Ελένη της Τροίας, ήταν η Ελένη της Σπάρτης. Η γυναίκα με το μοναδικό κάλλος, που η ομορφιά της πέρασε στους αιώνες και έγινε μύθος. Λένε πως οι γυναίκες της Σπάρτης ξεχώριζαν για την ομορφιά τους, μα και για τη δύναμη του χαρακτήρα τους. Γιατί η γη που τις μεγάλωνε δεν ήταν εύκολη. Ήταν μια γη αυστηρή, που ζητούσε από τον άνθρωπο αντοχή, υπομονή και καρδιά δυνατή. Η μητέρα του ήταν γνήσια Σπαρτιάτισσα. Μια αυθεντική ζωγραφιά της γυναίκας του νότιου Πάρνωνα, από τα χωριά του Ζάρακα. Γεννημένη σε μια ακραία και περήφανη περιοχή, στο ανατολικό κομμάτι της Λακωνικής γης, στη νοτιότερη απόληξη της ηπειρωτικής Ευρώπης, εκεί όπου τα βουνά συναντούν το Μυρτώο πέλαγος. Είναι ένας τόπος δύσκολος και συνάμα μαγευτικός. Κακοτράχαλα βουνά, χαραγμένα από βαθιά φαράγγια, απόκρημνες ακτές, πέτρινα χωριά και διάσπαρτα δέντρα που επιμένουν μέσα στην άνυδρη γη. Συκιές, αμυγδαλιές και ελιές, που με τον πολύτιμο καρπό τους κρατούν ζωντανή τη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του. Ένας ήλιος ανελέητος και ταυτόχρονα ευεργετικός.
    Τα καλοκαίρια εκεί η γη πυρώνεται. Η πέτρα κρατά τη ζέστη της ημέρας και μόνο το αδιάκοπο τραγούδι των τζιτζικιών σπάει τη σιωπή του τοπίου. Πεζούλες και ξερολιθιές μαρτυρούν τον αιώνιο αγώνα του ανθρώπου με τη φύση. Η Ρειχιά, η Κρεμαστή, το Κυπαρίσσι, ο Γέρακας, οι μικρές αγροικίες στα Καρίκια, στα Πιστάματα, στον Λαδόκαμπο.
    Χωριά και τόποι που δεν χτίστηκαν για να επιβληθούν στο τοπίο, αλλά για να δεθούν μαζί του. Σπίτια που μοιάζουν σαν να φύτρωσαν μέσα από την ίδια την πέτρα, σαν φυσική συνέχεια της γης. Και ανάμεσά τους οι μικρές καλλιέργειες. Πεζούλες που για αιώνες δέχονται το ίδιο βασανιστικό έργο. Το όργωμα, το σκάψιμο, τη σπορά, τον θερισμό. Η γη που τρίζει, που ανασαίνει, που αλλάζει με τον μόχθο των ανθρώπων της.
    Εδώ έζησαν γενιές ανθρώπων που δεν προσπάθησαν να νικήσουν τη φύση, αλλά να συνυπάρξουν μαζί της. Άνθρωποι, ζώα, φυτά, πουλιά και έντομα σε μια αδιάσπαστη ενότητα ζωής. Και ανατολικά, το Μυρτώο πέλαγος. Τα νερά του σβήνουν πάνω στα ασβεστολιθικά και ηφαιστειακά πετρώματα των ακτών, ενώ ο παφλασμός και το αντιμάμαλο της θάλασσας χαράζουν συνεχώς τις πέτρες, όπως ο χρόνος χαράζει τις ζωές των ανθρώπων. Εκεί γεννήθηκε ο πολιτισμός της Λακωνικής γης.
    Μόνο όποιος έχει περπατήσει αυτά τα χώματα μπορεί πραγματικά να καταλάβει. Γιατί αυτή η γη δεν είναι απλώς ένας τόπος. 
    Είναι ζωντανή μαρτυρία.
    Κρατά στις πέτρες της τις ιστορίες των ανθρώπων της. Κρατά τον μόχθο τους, τα όνειρά τους, τις χαρές και τις λύπες τους. Είναι η γη που έμαθε στον άνθρωπο να στέκεται όρθιος.
    Να αντέχει.
    Να δημιουργεί.
    Να επιμένει.
    Παράστημα καλοφτιαγμένο και όμορφο. Σκελετός εύρωστος, κορμοστασιά στητή, με φαρδιούς καλοσχηματισμένους ώμους. Μάτια ακτινοβόλα και λαμπερά, με καθαρά χρώματα και βλέμμα βαθύ, ευθύ, που φανέρωνε άνθρωπο χωρίς φόβο και χωρίς προσποίηση. Ένα πρόσωπο μοναδικό, με χαρακτηριστικά αρμονικά δεμένα μεταξύ τους, χωρίς ίχνος έπαρσης.
    Μια ομορφιά ξεχωριστή.
    Μια ομορφιά που δεν περιοριζόταν στην εμφάνιση, αλλά καθρεφτιζόταν στο βλέμμα της. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που το πρόσωπό τους γίνεται καθρέφτης της ψυχής τους. Μια πανέμορφη Σπαρτιάτισσα, με κερασένια χείλη και καστανόμαυρα σγουρά μαλλιά. Μια φυσική ομορφιά, σαν δώρο Θεού. Το βήμα της σταθερό. Η παρουσία της αγέρωχη, περήφανη. Κι όμως, πίσω από αυτή την ομορφιά υπήρχε κάτι ακόμη πιο σημαντικό: η δύναμη της μάνας.
    «Τη Λήδα αγνάντεψα ύστερα, το ταίρι του Τυνδάρου,
    που γέννησε δύο αντρόψυχα παιδιά, τον Κάστορα έναν
    τον αλογάρη, κι άλλονε το μέγα Πολυδεύκη,
    το γροθομάχο· ζωντανούς η γης η ψυχοδότρα.»
    Όπως οι γυναίκες της αρχαίας Σπάρτης, έτσι κι εκείνη πίστευε πως η ανατροφή των παιδιών δεν ήταν μόνο θέμα αγάπης, αλλά και ευθύνης. Είχε επιλέξει να ακολουθεί έναν αυστηρό κώδικα ζωής. Δεν μεγάλωνε παιδιά που θα έκαναν πάντα ό,τι ήθελαν, αλλά ανθρώπους που θα γνώριζαν τα όρια, την τιμή και την ευθύνη των πράξεών τους. Τα καθοδηγούσε με αυστηρότητα, αλλά πίσω από κάθε αυστηρή της λέξη κρυβόταν η αγάπη. Ακόμη και σήμερα θυμάται με νοσταλγία εκείνη τη χαρακτηριστική νουθεσία της κάθε φορά που τα παιδιά έκαναν κάποια παιδική σκανταλιά: «Σε ξέσκεπο σπίτι σας γέννησα, στον ανοικτό ουρανό, κάτω απ’ τον ίσκιο της ελιάς.»
    Δεν ήταν απλή φράση.
    Ήταν ένα μήνυμα.
    Ήθελε να τους θυμίζει πως η ζωή τους πρέπει να είναι καθαρή και αληθινή. Πως οι πράξεις του ανθρώπου πρέπει να μπορούν να σταθούν μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου, χωρίς φόβο και χωρίς ντροπή. Πως ο άνθρωπος που δεν έχει τίποτα να κρύψει δεν φοβάται το φως.
    «Η ζωή σας να λάμπει… αλλά να μην λειτουργεί σαν παραμορφωτικός καθρέφτης», τους έλεγε. Να λάμπει, αλλά να παραμένει αληθινή.
    Το αγόρι που ήρθε στον κόσμο εκείνες τις ημέρες ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας, το στερνοπαίδι της Ιοκάστης. Πριν από εκείνον είχαν έρθει ο Αλκιβιάδης και ο Τηλέμαχος.
    Και η μάνα τους ήταν μόλις είκοσι οκτώ χρόνων.
    Μια νέα γυναίκα, με τρεις γιους πλέον στην αγκαλιά της, αλλά με μια ψυχή ήδη σφυρηλατημένη από τη ζωή.
    Τ’ αστέρια φέγγιζαν ακόμη και η μέρα είχε τραβήξει μονάχα μια αχνή πινελιά φωτός χαμηλά στον ανατολικό ουρανό. Οι κόκορες είχαν αρχίσει από ώρα το πρωινό τους κάλεσμα. Ένα δροσερό αεράκι, ευχάριστο και απαλό, χάιδευε τα μαλλιά και τα αγουροξυπνημένα πρόσωπα των χωριατών, που είχαν ήδη ξεκινήσει τον καθημερινό αγώνα της εποχής. Στο αλώνι μετέφεραν τα δεμάτια του σταριού. Τα κουβαλούσαν ένα-ένα και τα στοίβαζαν στη μεγάλη θημωνιά, περιμένοντας την ώρα που θα άρχιζε το αλώνισμα. Ήταν ο Αλωνάρης, ο μήνας του Ιουλίου, η εποχή που η γη παρέδιδε τον καρπό της στον άνθρωπο ύστερα από μήνες κόπου, αγωνίας και προσμονής. Το αλώνι βρισκόταν σε ανοιχτό χώρο, στο ύψωμα στην άκρη του οικισμού, εκεί όπου το χτυπούσαν οι άνεμοι. Ο αέρας ήταν πολύτιμος σύντροφος εκείνες τις ημέρες, γιατί βοηθούσε αργότερα στο λίχνισμα, ξεχωρίζοντας τον καρπό από το άχυρο. Για τους ανθρώπους του μικρού οικισμού ήταν ένα συνηθισμένο καλοκαιρινό πρωινό. Ένα ακόμη πρωινό από εκείνα που άρχιζαν πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος. Ξυπνούσαν νωρίς, όσο κρατούσε ακόμη η δροσιά της νύχτας, γιατί όλοι γνώριζαν πως λίγες ώρες αργότερα η ζέστη θα γινόταν βαριά και αμείλικτη. Έπρεπε να προλάβουν. Να ετοιμάσουν το αλώνι, να φέρουν τα ζώα, να ξεκινήσουν τη δουλειά πριν ο ήλιος ανέβει ψηλά στον ουρανό. Κι ενώ οι άνθρωποι ετοίμαζαν τον μόχθο της ημέρας, η φύση συνέχιζε το δικό της τραγούδι. Έξω από το αλώνι, σε μια συστάδα από αγραπιδιές, ένα σμήνος μικρών πουλιών τιτίβιζε ασταμάτητα και φτεροκοπούσε ανάμεσα στα κλαδιά, όπου κρέμονταν οι μικροί, στυφοί καρποί τους.
    Ήταν ένα ακόμη πρωινό στον Πάρνωνα.
    Ένα πρωινό γεμάτο φως, εργασία και ζωή.
    Η Ιοκάστη, η μητέρα του, δούλευε αβίαστα κι εκείνη, με την κοιλιά στο στόμα, χωρίς να εγκαταλείπει ούτε για μια στιγμή την προσπάθεια. Ήταν ήδη στον ένατο μήνα. Κοντά στις μέρες της.
    Εκείνα τα χρόνια οι γυναίκες της υπαίθρου δεν γνώριζαν πολυτέλειες και ξεκούραση. Η εγκυμοσύνη δεν ήταν λόγος να σταματήσει η ζωή. Συνέχιζαν μέχρι την τελευταία στιγμή. Στο χωράφι, στο θέρισμα, στο αλώνισμα. Πολλές φορές οι πόνοι του τοκετού τις έβρισκαν εκεί, ανάμεσα στη γη που καλλιεργούσαν και στον καρπό που με τόσο κόπο είχαν βοηθήσει να γεννηθεί.
    Η αυγή ήρθε γρήγορα. Στην αρχή μια αχνή γραμμή φωτός στον ορίζοντα. Έπειτα ένα αντιφέγγισμα, μια λάμψη, και τέλος μια έκρηξη φωτιάς, καθώς ο ήλιος αναδύθηκε πέρα από τη θάλασσα της Μονεμβασιάς και πλημμύρισε τον τόπο με το χρυσό του φως. Από μικρός ακόμη, συχνά απορούσε με τη δύναμη που έκρυβε μέσα της η μητέρα του.
    Μια δύναμη σιωπηλή, σιδερένια. Μπορούσε να αντέξει την κούραση, την κακουχία, τη στέρηση και την πείνα σχεδόν καλύτερα κι από τον πιο δυνατό άντρα. Δεν παραπονιόταν. Δεν λύγιζε. Προχωρούσε.
    «Πού βρίσκει τόση δύναμη;» αναρωτιόταν. Δεν γνώριζε τότε πως η δύναμη μιας μάνας δεν μετριέται μόνο στο σώμα.
    Βγαίνει από την καρδιά.
    Και από την αγάπη για τα παιδιά της.
    Και τώρα, εκείνο το πρωινό, μέσα στη βοή του αλωνιού και στον αδιάκοπο ρυθμό της δουλειάς, η φωνή της έσκισε ξαφνικά τον αέρα.
    Μια φωνή αγωνίας.
    Όλοι σταμάτησαν.
    «Τη μαμή!» φώναξε. «Φωνάξτε τη μαμή!»
    Οι άνθρωποι κοιτάχτηκαν για μια στιγμή σαστισμένοι.
    Η ώρα είχε φτάσει.
    Η Ιοκάστη ακούμπησε την πλάτη της στον κορμό της αγραπιδιάς. Με αργές κινήσεις, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει ακόμη την αξιοπρέπειά της μέσα στον πόνο, γλίστρησε σιγά σιγά και ξάπλωσε στη ρίζα του δέντρου. Οι γυναίκες άφησαν αμέσως το λίχνισμα. Τα χέρια που πριν κρατούσαν τα εργαλεία της δουλειάς τώρα έτρεχαν να βοηθήσουν. Άφησαν πίσω το αλώνι, το στάρι και τον καθημερινό μόχθο. Για λίγο, όλος ο κόσμος σταμάτησε. Γιατί ερχόταν μια νέα ζωή.
    Οι αχτίνες του καλοκαιρινού ήλιου περνούσαν ανάμεσα από το αραιό φύλλωμα της γκορτσιάς και ράντιζαν με χρυσές κηλίδες φωτός το χλωμό, λουσμένο στον κρύο ιδρώτα πρόσωπο της .
    Έφωτιζαν τη μορφή της μητέρας του. Τη γυναίκα εκείνη που λίγες στιγμές πριν κρατούσε ακόμη το ρυθμό της δουλειάς στο αλώνι και τώρα πάλευε με τον μεγαλύτερο πόνο και το μεγαλύτερο θαύμα της ζωής.
    Άρχισαν οι πόνοι.
    Η στιγμή είχε φτάσει.
    Ο πατέρας του, μόλις κατάλαβε πως δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο, ανέβηκε στο άλογο και ξεκίνησε γρήγορα για το χωριό, να φέρει τη μαμή που ξεγεννούσε τις γυναίκες όχι μόνο του δικού τους οικισμού, αλλά και των γύρω χωριών. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν ανέσεις, ούτε γιατροί κοντά, ούτε δρόμοι εύκολοι. Υπήρχαν μόνο οι πρακτικές μαμές. Γυναίκες με πείρα, με γνώση που είχε περάσει από γενιά σε γενιά, που πολλές φορές έφταναν μέσα στη νύχτα, με κρύο, βροχή ή ζέστη, όπου τις καλούσε η ανάγκη. Και όταν ακόμη κι αυτές δεν προλάβαιναν να φτάσουν, πολλές γυναίκες της υπαίθρου γεννούσαν μόνες τους, βοηθώντας η μία την άλλη με ό,τι μέσα είχαν.Με αγωνία περίμεναν την επιστροφή.
    Και όταν επιτέλους , όλοι μαζί, με μεγάλη προσπάθεια και κόπο, κατάφεραν να μεταφέρουν την κυρά  στην αυλή του σπιτιού. Εκεί, κάτω από τον ίδιο ουρανό που είχε δει τους κόπους και τις χαρές τους, θα ερχόταν στον κόσμο ο μικρότερος γιος της οικογένειας.
    Ο Αλκιβιάδης θυμάται πως έκανε μεγάλη ζέστη εκείνο το απομεσήμερο. Ήταν ένα από εκείνα τα λακωνικά καλοκαιρινά απογεύματα, όπου ο ήλιος έκαιγε την πέτρα, ο αέρας μύριζε χώμα και στάρι, και μέσα σε αυτή τη σκληρή αλλά ζωντανή φύση γεννιόταν ένα ακόμη παιδί.
    Ο μικρότερος αδελφός του.
    Ήταν Ιούλιος. Στον μικρό οικισμό επικρατούσε ησυχία. Μια βαθιά καλοκαιρινή ησυχία, που μόνο τα τζιτζίκια την έσπαζαν με το ασταμάτητο τραγούδι τους. Το ερωτικό κάλεσμα των αρσενικών, όπως λένε οι άνθρωποι της φύσης, γέμιζε τον τόπο με εκείνον τον χαρακτηριστικό ήχο του καλοκαιριού, που άλλοτε νανουρίζει κι άλλοτε σχεδόν ξεκουφαίνει. Δίπλα στη μητέρα του είχε σταθεί η γειτόνισσά τους, η κυρά Γιώργαινα η Καραστατήρη. Γυναίκα με πείρα στις γέννες, γνώριζε τα σημάδια, τους πόνους, τις δύσκολες στιγμές. Δίπλα της βοηθούσε και η εξαδέλφη του πατέρα του, η κυρά Καλλιόπη του Σεμπέπου, προσφέροντας κι εκείνη τη δική της συνδρομή. Εκείνα τα χρόνια η γέννα ήταν υπόθεση των γυναικών. Μια γνώση που περνούσε από στόμα σε στόμα, από μάνα σε κόρη, από γενιά σε γενιά.
    Από τον κοντινό ναό του Αγίου Παντελεήμονα έφεραν το εικόνισμα της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας. Άναψαν ένα κερί και προσευχήθηκαν σιωπηλά για την καλή έκβαση του τοκετού. Γιατί η γέννα, όσο φυσική κι αν είναι, παραμένει πάντα μια στιγμή αβεβαιότητας. Μια στιγμή όπου ο άνθρωπος κάνει ό,τι μπορεί, αλλά αφήνει και χώρο στην «εξ ύψους βοήθεια». Στην αυλή του σπιτιού άναψαν τον πέτρινο φούρνο. Έβαλαν τη σιδεριά πάνω στη φωτιά, τοποθέτησαν επάνω της τη μεγάλη χύτρα του σπιτιού και άρχισαν να ζεσταίνουν νερό.
    Όλα ήταν έτοιμα.
    Το σπίτι, οι γυναίκες, η προσευχή, η φωτιά.
    Κι ολόκληρος ο μικρός οικισμός, σιωπηλός μάρτυρας, περίμενε τη στιγμή που θα ερχόταν στον κόσμο μια νέα ζωή. Η ξαδέλφη τους, η κυρά Καλλιόπη, κατέβηκε στο μπροστινό χαντάκι και διάλεξε μια μεγάλη επίπεδη πέτρα, με φυσική υφή και λεία επιφάνεια από το πέρασμα του χρόνου. Την έπλυνε προσεκτικά με άφθονο καθαρό νερό και σαπούνι, σαν να ετοίμαζε ένα ιερό μέρος για τη μεγάλη στιγμή που πλησίαζε. Ύστερα πήρε τον αγιασμό από το εικονοστάσι του σπιτιού, ράντισε την πέτρα και έπλυνε τα χέρια των γυναικών. Ήταν μια πράξη καθαρισμού και φροντίδας, αλλά και μια σιωπηλή προσευχή. Η κυρά Γιώργαινα, όμως, δεν μπορούσε να ηρεμήσει.
    Η αγωνία την είχε κυριεύσει. Πηγαινοερχόταν νευρικά, έκανε μικρές ασυνείδητες κινήσεις, σαν να μην μπορούσε να κρατήσει το σώμα της ακίνητο από την ένταση της στιγμής. Μικρά βήματα, μικρά πηδηματάκια από την αγωνία, σαν να ήθελε με την κίνηση να επισπεύσει τον χρόνο. Ήταν «σε αναμμένα κάρβουνα».
    Το μεγάλο της άγχος ήταν ένα:
    Να προλάβουν.
    Να αντέξει η λεχώνα μέχρι να φτάσει η μαμή.
    Γύριζε κάθε τόσο προς τον δρόμο, περιμένοντας να φανεί η γνώριμη μορφή της γυναίκας που τόσες φορές είχε βοηθήσει να έρθουν παιδιά στον κόσμο.
    Κι όταν έβλεπε τη μητέρα του να δυσκολεύεται, της μιλούσε αυστηρά, όπως μιλούν οι γυναίκες της υπαίθρου όταν η αγάπη τους ντύνεται με αγωνία: «Κακούργα, περίμενε τη μαμή», της έλεγε.
    Δεν ήταν θυμός.
    Ήταν φόβος.
    Ο φόβος εκείνος που γεννιέται όταν κρατάς στα χέρια σου την ευθύνη μιας ζωής.
    Στο φαρδύ πεζούλι, δίπλα στην πόρτα του σπιτιού και κάτω από τον βαθύ ίσκιο της μεγάλης γέρικης ελιάς, έστρωσαν τη μαντανία. Το ανοιχτόχρωμο μάλλινο κρεβατοσκέπασμα, με το μπαμπακερό στημόνι και το μάλλινο υφάδι, στολισμένο με όμορφους γεωμετρικούς σχηματισμούς και υφασμένο διπλής όψεως, απλώθηκε πάνω στην πέτρα και στο χώμα της αυλής σαν ένα μικρό καταφύγιο για τη μεγάλη στιγμή. Επάνω της τοποθέτησαν την καθαρή, πλυμένη πέτρα που είχε ετοιμάσει η κυρά Καλλιόπη. Με προσοχή βοήθησαν τη λεχώνα να καθίσει. Οι γυναίκες γύρω της γνώριζαν τι έπρεπε να κάνουν. Με τα χέρια τους στήριζαν τη μέση και την κοιλιά της, με λόγια κουράγιου προσπαθούσαν να της δώσουν δύναμη. Ήταν εκεί, γονατιστές δίπλα της, με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, περιμένοντας τη στιγμή που μια νέα ζωή θα περνούσε από τον κόσμο της μητέρας στον κόσμο όλων.
    Και ύστερα ήρθε εκείνη η στιγμή. Το παιδί έκανε την εμφάνισή του στον κόσμο. Για μια ανάσα ο χρόνος σταμάτησε. Η αγωνία τόσων ωρών λύθηκε μέσα σε μια κραυγή χαράς.
    Η κυρά Γιώργαινα ανακουφίστηκε. Όμως, σαν να μην μπορούσε να αφήσει αμέσως τον φόβο που την είχε κρατήσει τόση ώρα σφιγμένη, συνέχισε να γκρινιάζει, όπως κάνουν οι άνθρωποι όταν η μεγάλη συγκίνηση ψάχνει έναν τρόπο να βγει από μέσα τους.
    «Κακούργα, το έβγαλες! Το έβγαλες, κακούργα!» Τα λόγια της ακούγονταν αυστηρά. Μα μέσα στην αγωνία τους έκρυβαν μια απέραντη τρυφερότητα.
    Ήταν τα λόγια μιας γυναίκας που μόλις είχε ξαναδεί τη ζωή να νικά. Δεν άργησε να φανεί στον δρόμο και ο σύζυγός της μαζί με τη μαμή.
    Μα η κυρά είχε ήδη γεννήσει. Το παιδί είχε δει το φως του κόσμου και η πρώτη του κραυγή, εκείνο το γνώριμο «ουά - ουά» του νεογέννητου, γέμισε την αυλή και έφτασε μέχρι τα γύρω σπίτια.
    «Αγόρι!... Αγόρι!» φώναξαν όλες μαζί οι γυναίκες
    «Να σου ζήσει! Να σας ζήσει! Να είναι γερό, ευτυχισμένο και τυχερό σε όλη του τη ζωή!»
    Χωρίς τη βοήθεια της μαμής, σχεδόν σαν από θαύμα, είχε γεννηθεί αρτιμελές και ζωηρό το στερνοπαίδι της οικογένειας.
    Ο Ιάσονας. Και αυτό το χρωστούσε η μάνα του στην αγάπη, στην πείρα και στην αμέριστη συμπαράσταση των γυναικών του μικρού οικισμού, που στάθηκαν δίπλα της την κρίσιμη εκείνη στιγμή. Μια καθαρή, πανέμορφη μελωδία απλώθηκε στη φτωχική αυλή τους. Όχι μια μελωδία από μουσικά όργανα, αλλά από φωνές, χαμόγελα, ευχές και ανακουφισμένες ανάσες. Μια μελωδία ζεστή και πλούσια, γεμάτη τα ζωηρά χρώματα της χαράς, που καθρεφτίζονταν στα πρόσωπα όλων.
    Ήταν όλοι ευτυχισμένοι.
    Όλοι συγκινημένοι.
    Όλοι μοιράζονταν τη χαρά της οικογένειας σαν να ήταν δική τους.
    Και η φύση γύρω τους έμοιαζε να συμμετέχει στη γιορτή. Απέναντι από το χαντάκι, πίσω από την αχυρώνα του γείτονά τους, του μπάρμπα Παναγιώτη, στις αγραπιδιές και στις συκιές, ένα σμήνος μικρά πουλιά τιτίβιζαν και φτεροκοπούσαν χαρούμενα.Σαν να καλωσόριζαν κι αυτά το νέο μέλος της μικρής κοινωνίας τους.
    Η λεχώνα, μετά τη γέννα, έμεινε στο δωμάτιο μαζί με το μωρό της. Ήταν ένας άγραφος νόμος εκείνων των χρόνων: κανείς δεν έπρεπε να την ενοχλεί. Η μάνα και το παιδί χρειάζονταν ησυχία, ξεκούραση και προστασία. Η απομόνωση αυτή κρατούσε σαράντα ημέρες. Οι παλιές αντιλήψεις, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες εκείνης της εποχής λειτουργούσαν σαν ένα αόρατο προστατευτικό τείχος γύρω από τη λεχώνα και το νεογέννητο. Φυλαχτά και σύμβολα της βασκανίας συνόδευαν τις πρώτες ημέρες της ζωής του παιδιού, με την ελπίδα να το προφυλάξουν από κάθε κακό. Ένας κόκκινος φιόγκος στη ρόμπα της μητέρας, μια σκελίδα σκόρδο, ένα φλουρί, ένα μικρό «μάτι» στο μωρό· όλα αυτά ήταν συνηθισμένα μέχρι το σαράντισμα. Και όταν πέρασαν οι σαράντα ημέρες, η μάνα, κρατώντας μέσα της τη χαρά και την ευγνωμοσύνη για το θησαυρό που της είχε χαρίσει η ζωή, δρασκέλισε το κατώφλι του ναού της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας στη Μονεμβασιά.
    Ήταν ταμένος στην Παναγία τη Χρυσαφίτισσα.
    Εκείνη τη στιγμή ένιωσε πως η εκκλησία δεν ήταν μόνο ένας τόπος προσευχής. Ήταν ένα ασφαλές λιμάνι, όπου μπορούσε να εμπιστευτεί το παιδί της στις προστατευτικές δυνάμεις της πίστης της.
    Και ύστερα ο χρόνος συνέχισε τον δρόμο του.Το αλώνι σήμερα αποτελεί μνημειακό κατάλοιπο και κομμάτι της παραδοσιακής μνήμης του μικρού οικισμού.
    Μα είναι έρημο.
    Βουβό.
    Δεν ακούγονται πια τα ξεφωνητά του βαλμά, δεν ακούγεται το ποδοβολητό των αλόγων, δεν ανεβαίνει στον αέρα η σκόνη από τα στάχυα και το λίχνισμα.
    Έμεινε μόνο η πέτρα, να θυμάται.
    Η αχρησία και ο χρόνος άρχισαν να φθείρουν το πλακόστρωτο. Σιγά σιγά οι αρμοί ανοίγουν, οι πλάκες αποσαθρώνονται και ίσως κάποτε να μην απομείνουν παρά μόνο λίγα ίχνη, κρυμμένα μέσα στη γη.
    Έτσι αλλάζουν οι καιροί.
    Οι άνθρωποι περνούν.
    Οι φωνές σβήνουν.
    Μα οι τόποι κρατούν μέσα τους τη μνήμη όσων έζησαν επάνω τους.

    Η συνέχεια στο...
    Click to Open
    Τα Μονοπάτια για το Σχολείο!
    .....

     
    Web Informer Button