Ορθοπλαγιασμένο σε μια άγονη και φτωχή περιοχή του νότου, το χωριό, σε κάποια άγνωστη ιστορική στιγμή, για λόγους ασφάλειας, προστασίας ή ανάγκης, οδήγησε τους ανθρώπους του να απομακρυνθούν από τη θάλασσα και να αναζητήσουν καταφύγιο στα βουνά. Εκεί, κρυμμένοι στις πλαγιές, μπορούσαν να προστατευτούν από τις επιδρομές των πειρατών και από τους κινδύνους που έφερνε η εποχή. Κι όμως, από εκείνον τον φυσικό εξώστη του χωριού, το βλέμμα αγκάλιαζε το Μυρτώο πέλαγος που απλωνόταν μακριά στον ορίζοντα. Τα Κουλέντια, κρεμασμένα στο φρύδι του Κούνου, έμοιαζαν άλλοτε σαν να κοιτούν περήφανα τον κόσμο κι άλλοτε σαν να ήταν έτοιμα να κυλήσουν απαλά προς το Μεγάλο Ρέμα, που άνοιγε βαθιά κάτω από τα πόδια τους.
Ο δρόμος, σ’ όλο το μήκος του, στριφογυρίζει ιλιγγιωδώς στις ορεινές πλαγιές, προσφέροντας ένα θέαμα από φαράγγια και γκρεμούς. Ένα πετρόχτιστο, ήσυχο μικρό χωριό, στη σκιά του Κούνου, με μοναδικό στολίδι την εξαιρετική φυσική ομορφιά του. Τα πέτρινα σπίτια με τα κεραμίδια δένουν αρμονικά με τη λακωνική γη και προσθέτουν τη δική τους πινελιά στην καλαίσθητη εικόνα του τοπίου.
Άτιμο πράγμα η νοσταλγία. Ο τόπος όπου ο άνθρωπος αντίκρισε για πρώτη φορά το φως της ημέρας και έζησε τα παιδικά του χρόνια ριζώνει βαθιά μέσα του. Λένε πως στα πρώτα χρόνια της ζωής μας αποθηκεύονται περισσότερες εικόνες απ’ όσες στα υπόλοιπα χρόνια που ακολουθούν. Εκεί όπου πρωτοαντικρίζεις τον ουρανό, εκεί όπου αναπνέεις για πρώτη φορά τον αέρα της γης, χτίζεται η πατρίδα σου και μπαίνουν τα θεμέλια της ύπαρξής σου. Ο νόστος για το παρελθόν ξυπνά μέσα του μια αστείρευτη δίψα. Ανασύρει από τα βάθη της μνήμης όμορφες εικόνες και αφουγκράζεται ξανά τόπους, χρώματα και μυρωδιές. Τον αέρα που πρωτοανάσανε, τα μονοπάτια που περπάτησε παιδί, τη ζωή που έζησε στις βουνοπλαγιές, εκεί όπου το θυμάρι μοσχοβολούσε και τα καψαλισμένα αγκάθια μαρτυρούσαν το σκληρό αλλά αγαπημένο τοπίο της παιδικής του ηλικίας.
Σήμερα, ξεκινώντας από τη Μονεμβάσια, προσπερνά τα Νόμια και αφήνοντας πίσω του τα Λυρά, συνεχίζει τη διαδρομή μέσα στις ορεινές στροφές, μέχρι το ψηλότερο σημείο του δρόμου. Μετά τις πρώτες στροφές της κατάβασης αρχίζει να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του ένα γοητευτικά όμορφο θέαμα. Το τοπίο δεν περνά απλώς από μπροστά του· μεταφράζεται στο βλέμμα, στο μυαλό, στην ψυχή του. Του γεννά εικόνες, αισθήματα και συγκινήσεις, καθώς ταξιδεύει και ταυτόχρονα νιώθει το βλέμμα του να χάνεται στις βουνοπλαγιές, αναζητώντας ξεχασμένα ίχνη της παιδικής του ζωής.
Μια βαθιά συγκινησιακή φόρτιση συσσωρεύεται μέσα του και σιγά-σιγά ξεχειλίζει. Όλα γύρω του έχουν μια παράξενη οικειότητα· σαν να τα έχει ξαναζήσει, σαν να τα ξαναβρίσκει ύστερα από μια μεγάλη απουσία. Είναι εικόνες που μοιάζουν να έρχονται από μακριά, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, τότε που μόλις είχε ανοίξει τα μάτια του στον κόσμο. Μήπως εκεί δεν είχε ζήσει κάποτε; Μήπως αυτό το τοπίο δεν ήταν πάντα κρυμμένο μέσα του; Είναι σαν ένα κομμάτι ονείρου που επιστρέφει ξαφνικά στη μνήμη. Και τότε αισθάνθηκε πως ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του χρόνου. Σαν να απέκτησε πάλι φτερά και να πετούσε πάνω από το χωριό, όπως τα αποδημητικά πουλιά που, χωρίς κανείς να τους δείξει τον δρόμο, βρίσκουν ενστικτωδώς την παλιά τους φωλιά.
Μακρινοί λόφοι, βράχια, σπίτια· ποτέ του δεν είχε νιώσει τόσο έντονα την αίσθηση πως στεκόταν πάνω από τον κόσμο και πως ο κόσμος απλωνόταν κάτω από τα πόδια του. Τ’ αγέρι εδώ μουρμουρίζει νοσταλγικά τραγούδια και η σκέψη του, σαν κρυφά φυλαγμένος θησαυρός, γυρίζει στα παλιά. Αγναντεύει από ψηλά τους δρόμους και τα σπίτια και βρίσκεται σε ένα γλυκό όνειρο, που όμως είναι αληθινό. Τα βουνά τριγύρω, οι δρόμοι του χωριού, τα στενά, η εκκλησιά, τα καφενεία· όλα έχουν τη δική τους ιστορία. Και τα σπίτια στέκουν όπως τα θυμάται, με τα κεραμίδια στις στέγες τους, κόκκινα σαν παπαρούνες μέσα στο τοπίο. Από μακριά όλα μοιάζουν αρμονικά ζυγισμένα μεταξύ τους, μικρότερα, σχεδόν σαν να γονατίζουν σε μια σιωπηλή προσευχή. Νιώθει πως όλα έχουν μικρύνει· ακόμα και τα μακρινά βουνά, που μέσα στην άπνοη ζέστη του ορίζοντα παίρνουν ένα σταχτί γαλάζιο χρώμα, μοιάζουν κι αυτά να έχουν υποκλιθεί στον χρόνο. Ρουφούσε με τον αισθητήρα της ψυχής του την αντηλιά του Μυρτώου πελάγους και τις ατέλειωτες αποχρώσεις του πράσινου, που έσπαζαν εδώ κι εκεί οι μικρές χρωματιστές πινελιές από τις ανθισμένες βουκαμβίλιες και τις κεραμιδόχρωμες στέγες των σκόρπιων σπιτιών.
Όπως το αντίκρισε για πρώτη φορά από μακριά, το χωριό κειτόταν γαλήνιο, βυθισμένο σε μια απέραντη ηρεμία, απλωμένο σαν δίχτυ πάνω στο πλούσιο ανάγλυφο των λόφων. Κάτω από τον άπλετο γαλάζιο ουρανό, στη σκιά του Κούνου, μέσα στην ομορφιά της φύσης, με τα έντονα χρώματα και τις καθαρές γραμμές του, έμοιαζε με πολύχρωμο τσαλαπετεινό που αμέριμνα τσιμπολογούσε στο μαλακό χώμα. Το πρωί ο ήλιος έμπαινε στο χωριό ύστερα από μια κόκκινη αυγή. Κι αργότερα, στο γιόμα, γύριζε και χάιδευε τις προσόψεις των σπιτιών, πριν γείρει πίσω από τους λόφους.
«Το χωριό μου!» έλεγε και ξανάλεγε με λαχτάρα. Και από τα μάτια του κυλούσαν δάκρυα. Δάκρυα χαράς, ευγνωμοσύνης και βαθιάς συγκίνησης για τη ζωή, που του επέτρεψε, έστω και αργά, να ξαναγυρίσει και να αντικρίσει τον τόπο όπου πρωτογεννήθηκε.
Θυμάται την εποχή που, αφήνοντας πίσω του το Μεγάλο Ρέμα και το μονοπάτι που οδηγούσε προς τον μικρό τους οικισμό, τα Μπουμπουτσέλια, έμπαινε από τη νοτιοανατολική είσοδο στον χωματόδρομο του χωριού τους, τα Κουλέντια.
Αυτόν τον χωματόδρομο, αυτά τα μέρη, τα είχε διασχίσει νοερά κάθε μέρα για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Κι ας είχαν περάσει τα χρόνια, όλα του φαίνονταν γνώριμα, τίποτα δεν του προκαλούσε ξενιτιά ή αμηχανία. Αναγνώριζε τα πάντα, σαν να γύριζε ξανά στο σπίτι του. Ήξερε κάθε στροφή, κάθε λακκούβα, κάθε μικρή ανωμαλία του δρόμου, μέχρι να φτάσει στον ασβεστωμένο μαντρότοιχο του γραφικού, κατάλευκου σπιτιού της νονάς του, της οικογένειας Καραστατήρη, του Θ. Καραστατήρη — του «Τσαχλαμπούρη». Με τα μπλε παράθυρα και τις μπλε πόρτες του, αριστοτεχνικά φτιαγμένο, το σπίτι στεκόταν όπως το θυμόταν, έτοιμο να τον υποδεχτεί και πάλι. Από εκεί περνούσε στη ζεστή αγκαλιά του χωριού, προσπερνούσε την παρακείμενη εκκλησία και έφτανε στο παλιό πέτρινο σχολείο.
Στο διάβα του παντού αντίκριζε το λευκό του ασβέστη. Σπίτια που έμοιαζαν να ξεφυτρώνουν σαν λευκά στολίδια πάνω στις γερτές πλαγιές της επάνω και της κάτω γειτονιάς, δεμένα αρμονικά με το τοπίο.
Το βλέπει από ψηλά, κατηφορίζοντας τις στροφές έτσι όπως είναι απλωμένο πάνω στην πλαγιά του υψώματος, με φόντο πίσω του τις κορυφές του Κούνου, σου δημιουργεί την εντύπωση του χωριού βίγλα. Αυτή η ξεχωριστή του θέση άλλωστε, «σαν κάστρο χωρίς τείχη», έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην τουρκοκρατία για την επιβίωση των κατοίκων του. Ένας παραδοσιακός οικισμός κτισμένος στη νότια πλευρά του λιόφυτου λόφου με κάτασπρα σπίτια στολισμένα με γλάστρες και μια πλακόστρωτη πλατεία στο κέντρο του χωριού που στη μέση της στέκεται η εκκλησία της Παναγίας, με το πέτρινο καμπαναριό της να καταλήγει σ’ έναν πυργίσκο μ, ένα ρολόι που κοιτάζει προς τον Λεβάντε
Το καλοκαίρι οι πελαργοί έστηναν τη φωλιά τους στον πυργίσκο του καμπαναριού. Κάτω από την πλατεία δέσποζε η τούρκικη βρύση, μια μεγάλη πέτρινη γούρνα με βρύσες που έδιναν καθαρό, πόσιμο νερό. Τα καλοκαίρια εκείνα τα μικρά διαβολάκια δεν έχαναν ευκαιρία να μπουγελώνονται. Το είχαν κάνει παιχνίδι τους. Γελούσαν, κυνηγιόντουσαν και στο τέλος πολλά από αυτά έβαζαν ολόκληρο το κεφάλι τους μέσα στη γούρνα, αφού πρώτα άνοιγαν τις βρύσες να γεμίσει με δροσερό νερό. Και το γεγονός ότι λίγο πριν μπορεί να είχαν πιει από εκεί οι γάιδαροι ή να είχαν ξεδιψάσει τα πρόβατα, δεν τους ενοχλούσε καθόλου. Εκείνη την εποχή η σχέση με τη φύση ήταν διαφορετική. Τα παιδιά του δημοτικού δεν ένιωθαν αποστροφή· το νερό της γούρνας ήταν κομμάτι της καθημερινής τους ζωής, όπως ήταν η αυλή, ο δρόμος, τα ζώα και το χώμα του χωριού.
Πόσο όμορφη ήταν η έξαψη που είχε νιώσει στην πρώτη του επαφή με το σχολείο του χωριού!Κτισμένο με γκρίζα πέτρα πάνω στον δυτικό λόφο, με τους μικρούς λιθόστρωτους δρόμους που οδηγούσαν σ’ αυτό, είχε μια μεγάλη και περιποιημένη αυλή που γέμιζε κάθε πρωί από παιδικές φωνές.
Και γύρω του, στις κακοτράχαλες πλαγιές, η φύση του φθινοπώρου μαστόρευε αθόρυβα τη συνέχεια του χρόνου. Φύτευε αγριολούλουδα, βατομουριές, μολόχες και τσουκνίδες, ενώ η δροσερή ανάσα του μαΐστρου, ελαφριά και υγρή, ξεχυνόταν πίσω από τις πλαγιές και περνούσε ανάμεσα από τα χαλκοπράσινα, φρέσκα φύλλα. Πριν ακόμη αρχίσουν τα μαθήματα, στο σχολείο περίμενε τα παιδιά το πρωινό ρόφημα. Η επιστάτρια, από το χάραμα, είχε ανάψει τη φωτιά και είχε βάλει στη φωτιά το μεγάλο καζάνι, γεμάτο πάνω από τη μέση με νερό. Όταν το νερό ζεσταινόταν, έριχνε μέσα αρκετές κουταλιές γάλα σε σκόνη από μια χάρτινη σακούλα με αμερικάνικα γράμματα τυπωμένα επάνω της. Μόλις το γάλα έπαιρνε βράση, έδινε το σύνθημα. Τα παιδιά άρπαζαν τα κύπελλα που ήταν τακτοποιημένα στο ράφι και στέκονταν στη σειρά, περιμένοντας. Η επιστάτρια έπιανε την κουτάλα, τη βουτούσε βαθιά στο καζάνι, ανακάτευε για τελευταία φορά το ζεστό ρόφημα και άρχιζε τη διανομή.
Ήταν μια μικρή καθημερινή στιγμή, αλλά για τα παιδιά εκείνα ήταν μια από τις πρώτες γεύσεις της χαράς που τους πρόσφερε το σχολείο.
Στο σχολείο θυμάται πως υπήρχε ο θεσμός της «υιοθεσίας» των παιδιών της Πρώτης δημοτικού από τους μαθητές της Έκτης. Ο Αλκιβιάδης, πρωτάκι τότε, έζησε έντονα τη στιγμή που έφτασε η σειρά του να «υιοθετηθεί». Ήταν μια μικρή τελετή, γεμάτη προσμονή και περιέργεια, σαν να άνοιγε μπροστά του ένας καινούργιος κόσμος. Για λόγους που σήμερα δεν μπορεί πια να εξηγήσει, έγινε μήλον της έριδος ανάμεσα σε ένα κορίτσι και ένα αγόρι της Έκτης. Και οι δύο ήθελαν να τον αναλάβουν, να γίνουν ο μεγάλος του φίλος και ο οδηγός του στις πρώτες του μέρες στο σχολείο. Τώρα, τόσα χρόνια μετά, στύβει τη μνήμη του, προσπαθώντας να ξαναφέρει εκείνη τη στιγμή στο φως. Όμως η μνήμη, όπως συμβαίνει συχνά, κρατά τις εικόνες αλλά αφήνει τις λεπτομέρειες να ξεθωριάσουν. Δεν θυμάται πια καθαρά ποιος τελικά τον υιοθέτησε. Το κορίτσι ή το αγόρι. Θυμάται όμως το συναίσθημα: εκείνη την πρώτη αίσθηση ότι μέσα στο μεγάλο σχολείο δεν ήταν μόνος, ότι κάποιος μεγαλύτερος θα ήταν δίπλα του για να τον καθοδηγήσει. Υπάρχουν κάποια μέρη που δεν τα θυμάσαι απλώς· τα ξαναζείς. Φέρνουν στο μυαλό εικόνες που γεμίζουν τις αισθήσεις και σε ταξιδεύουν πίσω στο παρελθόν, ντυμένο με την αίγλη εκείνων των χρόνων που πέρασαν. Ίσως τελικά να είναι ο τόπος που διαμορφώνει τους ανθρώπους. Ίσως η αόρατη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και στο τοπίο να αφήνει μέσα του ένα αποτύπωμα μοναδικό, που ο χρόνος δεν μπορεί να σβήσει. Είναι μαρτυρίες μνήμης, κομμάτια της πρώιμης ζωής του, εικόνες που μιλούν για την ιστορία του χωριού του, για τις συνήθειες και τις παραδόσεις των ανθρώπων του.
Και τώρα, μέσα στο μακρύ ταξίδι της ζωής, πλέει ξανά στο ποτάμι του χρόνου, επιστρέφοντας στη γλυκύτατη γη των προγόνων του. Απόμερο χωριό, χτισμένο αμφιθεατρικά, με όμορφη θέα και σκιερές ρεματιές, όπου κρύβεται η μαγεία μιας φύσης ριζωμένης βαθιά μέσα στον χρόνο. Η τραχιά και άγονη γη, γεμάτη λόγγους και δυσκολίες, χρειάστηκε χαλύβδινη θέληση, αδιάκοπο αγώνα και αμέτρητο μόχθο από τους πρώτους οικιστές για να μετατραπεί σε τόπο καλλιεργήσιμο και παραγωγικό. Εκείνοι άνοιξαν τη γη, έσπειραν σιτηρά, φύτεψαν αμπέλια και ελιές, μοίρασαν τα βοσκοτόπια και έδεσαν τη ζωή τους με τον τόπο. Ήταν άνθρωποι αυθεντικοί, ακούραστοι ξωμάχοι, που πάλευαν αιώνες με τη σκληρή αλλά ευλογημένη γη τους. Ρωμαλέοι αγρότες και κτηνοτρόφοι, άντρες και γυναίκες, δούλευαν τη μάνα γη με τα χέρια τους, για να βλαστήσει, να καρποφορήσει και να θρέψει τις οικογένειές τους και τα ζωντανά τους.
Χρέος μας είναι να τιμούμε αυτούς τους πρώτους οικιστές, να κρατούμε ζωντανή τη μνήμη τους και να θυμόμαστε την κληρονομιά που μας άφησαν. Η ζωή τους ήταν λιτή και δύσκολη. Δεν υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί· υπήρχαν φτωχοί και φτωχότεροι. Κι όμως, μέσα στις στερήσεις τους είχαν αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη και περηφάνια για τον τόπο τους. Πήγαιναν στην εκκλησία και στο σχολείο, περπατώντας σε δύσβατα μονοπάτια και χωματόδρομους. Επικοινωνούσαν πρόσωπο με πρόσωπο, κρατούσαν ζωντανές τις παραδόσεις και τα έθιμά τους και ένιωθαν πως το χωριό τους δεν ήταν απλώς ένας τόπος κατοικίας, αλλά κομμάτι της ίδιας τους της ύπαρξης.
Οι πρώτοι οικιστικοί πυρήνες του χωριού χάνονται βαθιά μέσα στον χρόνο. Η παρουσία του καταγράφεται ήδη κατά τη βυζαντινή περίοδο, με την ονομασία «Κουλενδία», σε χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου, το έτος 1301 μ.Χ.
Στο πολύτιμο αυτό έγγραφο, ο αυτοκράτορας παραχωρεί προνόμια στη Μονεμβασιά, ενώ η αναφορά της Κουλενδίας αποτελεί μια από τις παλαιότερες γραπτές μαρτυρίες για την ύπαρξη του οικισμού. Το χρυσόβουλο αυτό, ένα σπάνιο τεκμήριο της βυζαντινής ιστορίας της περιοχής, φυλάσσεται σήμερα στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών.
Έτσι, ανάμεσα στις πέτρες, στα μονοπάτια και στις πλαγιές του Κούνου δεν περπάτησαν μόνο οι άνθρωποι των νεότερων χρόνων. Πριν από αυτούς πέρασαν γενιές ολόκληρες, άνθρωποι που άφησαν τα ίχνη τους στη γη, στα σπίτια και στις μνήμες του τόπου............................................................... Παραθέτω επίσης μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία:
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΗ΄ ΑΙ. Β΄ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ 1715-1821 ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΡΚΩΝ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ.
ΣΗΜ. 1.Ελένης Δ. Μπελιά. «Στατιστικά Στοιχεία της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς κατά το 1828».
-Κουλέντια: «Προ της αλώσεως της Πελοποννήσου [από τους Τούρκους στα 1715], το χωρίον τούτο κατωκείτο από 170 οικογενείας [χριστιανικάς]. Αύται υπήρχον και μέχρι της επαναστάσεως των 1770, όπου μια μόνον οικογένεια οθωμανική κατώκει τότε. Διασκορπισθέντων των χριστιανών τήδε κακείσε, εξήλθον του Φρουρίου [της Μονεμβασίας] οθωμανικαί οικογένειαι έως δέκα και κατώκησαν, ύστερον δε εκ διαλειμμάτων συνήχθησαν ολίγαι τινές χριστιανικαί, ώστε εις τους εσχάτους χρόνους των 1821 κατώκησαν οικογένειαι χριστιανικαί 35, οθωμανικαί 12. Ήδη [1828] ευρίσκονται οικογένειαι χριστιανικαί 45, ψυχαί 192».
Σήμερα στην περιοχή των Κουλεντίων διατηρούνται στον προφορικό λόγο τουρκικά τοπωνύμια όπως: Στου Μάτημπέη, στου Μεϊμέταγα κ.ά
Κ. Κουλεντίων Ν. Λακωνίας
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Σύσταση της Κοινότητας με έδρα τον οικισμό Κουλέντια
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Βουβουτσέλια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Φούτια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Κουλέντια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Ελληνικόν
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Βουβουτσέλια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Παναγίτσα
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Η Κοινότητα μετονομάζεται σε Κοινότητα Ελληνικού
Την ύπαρξη του Linum hellenicum κατέγραψαν και στοιχειοθέτησαν δύο καθηγητές της Βιολογίας που υπογράφουν μια ανυπολόγιστης αξίας εργασία. Το βιβλίο τους, «Endemic Plants of Peloponnese»
«Ενδημικά φυτά της Πελοποννήσου» είναι μια εκπληκτική δουλειά καταγραφής των σπάνιων ή μοναδικών λουλουδιών του Μοριά, ζωγραφισμένα από τον Bent Johnson. Και, ώ, της ελληνικής πρωτοτυπίας, το βιβλίο αυτό δε χρηματοδοτήθηκε ούτε από ελληνικό υπουργείο, ούτε από την Περιφέρεια Πελοποννήσου, ούτε από Ελληνική Τράπεζα ή οργανισμό, ούτε και είναι έκδοση ελληνικού εκδοτικού οίκου. Εκδόθηκε από τον οίκο GADS FORLAG (KOBENHAVN 2001) με τη χορηγία του ιδρύματος Carlsberg Foudation και κυκλοφόρησε μόνο στην αγγλική.
Ο καθηγητής κ. Γρηγόρης Ιατρού μας είπε τα εξής για το λουλούδι «στη σελίδα 199 του βιβλίου μας απεικονίζονται τα δύο ενδημικά φυτά του γένους Linum, τα οποία εμφανίζονται αποκλειστικά στην Πελοπόννησο, από ολόκληρο τον κόσμο.
Το πρώτο ανακαλύφθηκε και περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1989 από την περιοχή του χωριού Ελληνικόν από όπου πήρε και το όνομά του και αργότερα βρέθηκε και σε κάποιες άλλες γειτονικές περιοχές της χερσονήσου του Μαλέα.
Δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο.
Το δεύτερο ανακαλύφθηκε και περιγράφηκε το 1994 από την περιοχή του Βλαχιώτη στη Λακωνία και ονομάστηκε προς τιμήν του καθ. Κ. Δ. Φοίτου και αυτό δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο εκτός από τις ελάχιστες περιοχές της Πελοποννήσου στην Λακωνία»…
Κατεβάστε τον νέο 3d χάρτη του Δήμου Μονεμβασιάς (Α4 pdf, 6 MB)
Η συνέχεια στο...

Θύμησες Παιδικές!.....
Σημείωση: Ι
... (Δημοσίευση Εφημερίδας ''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο 264 - Αύγουστος 2008)ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΗ΄ ΑΙ. Β΄ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ 1715-1821 ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΡΚΩΝ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ.
ΣΗΜ. 1.Ελένης Δ. Μπελιά. «Στατιστικά Στοιχεία της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς κατά το 1828».
-Κουλέντια: «Προ της αλώσεως της Πελοποννήσου [από τους Τούρκους στα 1715], το χωρίον τούτο κατωκείτο από 170 οικογενείας [χριστιανικάς]. Αύται υπήρχον και μέχρι της επαναστάσεως των 1770, όπου μια μόνον οικογένεια οθωμανική κατώκει τότε. Διασκορπισθέντων των χριστιανών τήδε κακείσε, εξήλθον του Φρουρίου [της Μονεμβασίας] οθωμανικαί οικογένειαι έως δέκα και κατώκησαν, ύστερον δε εκ διαλειμμάτων συνήχθησαν ολίγαι τινές χριστιανικαί, ώστε εις τους εσχάτους χρόνους των 1821 κατώκησαν οικογένειαι χριστιανικαί 35, οθωμανικαί 12. Ήδη [1828] ευρίσκονται οικογένειαι χριστιανικαί 45, ψυχαί 192».
Σήμερα στην περιοχή των Κουλεντίων διατηρούνται στον προφορικό λόγο τουρκικά τοπωνύμια όπως: Στου Μάτημπέη, στου Μεϊμέταγα κ.ά
Σημείωση: ΙΙ
Διοικητικές μεταβολές ΟΤΑΚ. Κουλεντίων Ν. Λακωνίας
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Σύσταση της Κοινότητας με έδρα τον οικισμό Κουλέντια
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Βουβουτσέλια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Φούτια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Κουλέντια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Ελληνικόν
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Βουβουτσέλια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Παναγίτσα
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Η Κοινότητα μετονομάζεται σε Κοινότητα Ελληνικού
Σημείωση: ΙΙΙ
Πηγη:http://old.eyploia.gr/modules.php«Ενδημικά φυτά της Πελοποννήσου» είναι μια εκπληκτική δουλειά καταγραφής των σπάνιων ή μοναδικών λουλουδιών του Μοριά, ζωγραφισμένα από τον Bent Johnson. Και, ώ, της ελληνικής πρωτοτυπίας, το βιβλίο αυτό δε χρηματοδοτήθηκε ούτε από ελληνικό υπουργείο, ούτε από την Περιφέρεια Πελοποννήσου, ούτε από Ελληνική Τράπεζα ή οργανισμό, ούτε και είναι έκδοση ελληνικού εκδοτικού οίκου. Εκδόθηκε από τον οίκο GADS FORLAG (KOBENHAVN 2001) με τη χορηγία του ιδρύματος Carlsberg Foudation και κυκλοφόρησε μόνο στην αγγλική.
Ο καθηγητής κ. Γρηγόρης Ιατρού μας είπε τα εξής για το λουλούδι «στη σελίδα 199 του βιβλίου μας απεικονίζονται τα δύο ενδημικά φυτά του γένους Linum, τα οποία εμφανίζονται αποκλειστικά στην Πελοπόννησο, από ολόκληρο τον κόσμο.Το πρώτο ανακαλύφθηκε και περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1989 από την περιοχή του χωριού Ελληνικόν από όπου πήρε και το όνομά του και αργότερα βρέθηκε και σε κάποιες άλλες γειτονικές περιοχές της χερσονήσου του Μαλέα.
Δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο.
Το δεύτερο ανακαλύφθηκε και περιγράφηκε το 1994 από την περιοχή του Βλαχιώτη στη Λακωνία και ονομάστηκε προς τιμήν του καθ. Κ. Δ. Φοίτου και αυτό δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο εκτός από τις ελάχιστες περιοχές της Πελοποννήσου στην Λακωνία»…
Κατεβάστε τον νέο 3d χάρτη του Δήμου Μονεμβασιάς (Α4 pdf, 6 MB)
Θύμησες Παιδικές!.....





'

