ADS

click to open

Σάββατο 24 Απριλίου 2021

From ULCC: Steam Tanker to SD14 (Ax auto to atimo to Jim Beam)

..Από το ULCC στο SD14
Είμαστε στα τέλη της άνοιξης, αρχές καλοκαιριού του 1981. Ταξιδεύω με πτήση της KLM, από την Αθήνα για το Κάιρο, με τελικό προορισμό το Suez, προκειμένου να επιβιβαστώ σε ένα φορτηγό πλοίο και να ναυτολογηθώ ως Β΄ Μηχανικός. Το πλοίο ήταν ένα SD14, κατασκευασμένο στα ναυπηγεία του Σάουθαμπτον, στην Αγγλία. Ένα από τα χαρακτηριστικά φορτηγά πλοία της εποχής, που έμελλε να αποτελέσει ακόμη έναν σταθμό στη δική μου ναυτική διαδρομή.
Στο διπλανό κάθισμα ταξίδευε ένας Έλληνας ασυρματιστής, ο οποίος, όπως μου συστήθηκε, καταγόταν από την Κέρκυρα. Κι εκείνος είχε προορισμό το Suez, για ναυτολόγηση σε πλοίο, αν θυμάμαι καλά, της εταιρείας του Ωνάση.
Δύο Έλληνες ναυτικοί, άγνωστοι μέχρι εκείνη τη στιγμή μεταξύ τους, ταξίδευαν προς τον ίδιο προορισμό. Ο καθένας με τον δικό του προορισμό πάνω στη θάλασσα, χωρίς να γνωρίζει ακόμη τι θα του επιφύλασσε το επόμενο μπάρκο.Ήταν το 1981. Μια εποχή που ο ναυτικός έφευγε από την Ελλάδα με μια βαλίτσα στο χέρι, το ναυτικό φυλλάδιο στην τσέπη και το βλέμμα στραμμένο προς ένα λιμάνι κάπου στον κόσμο.
Κάποια στιγμή, πάνω από τον αεροδιάδρομο μεταξύ Ρόδου και Κύπρου, άρχισαν ισχυρές αναταράξεις. Το αεροπλάνο πήγαινε σαν βάρκα, πότε πάνω και πότε κάτω. Είχαμε πέσει σε «κενό αέρος». Εκείνες τις στιγμές αισθανόμουν πως το αεροπλάνο βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση. Το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος και, όσο κι αν προσπαθούσα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, η αίσθηση του κινδύνου ήταν έντονη.
Όταν, κάποια στιγμή, οι αναταράξεις ηρέμησαν και ένιωθα ήδη καλύτερα, η έκπληξη ήρθε από τον συνεπιβάτη μου. στο απέναντι κάθισμα του διαδρόμου. Τότε ήταν που ο συνάδελφος ασυρματιστής 
βρήκε την ευκαιρία να μου μιλήσει για μια άλλη, πολύ πιο οδυνηρή πτήση της ζωής του.
Μου διηγήθηκε πως, δέκα χρόνια νωρίτερα, είχε ταξιδέψει με αεροσκάφος της Ολυμπιακής Αεροπορίας, το οποίο είχε απογειωθεί από το αεροδρόμιο  «Ιωάννης Καποδίστριας» της Κέρκυρας με προορισμό την Αθήνα. Το αεροσκάφος, όμως, δεν κατόρθωσε ποτέ να προσγειωθεί ομαλά. Κατέπεσε στη θάλασσα, σε απόσταση περίπου πέντε χιλιομέτρων από το αεροδρόμιο του Ελληνικού, στη θαλάσσια περιοχή της Βούλας, κοντά στο θεραπευτήριο του ΠΙΚΠΑ, όπου και συνετρίβη.
Τριάντα επτά ήταν τα θύματα εκείνου του τραγικού αεροπορικού δυστυχήματος. Οι διασωθέντες ήταν δεκαέξι. Και ανάμεσα στους δεκαέξι ήταν και ο τολμηρός συνεπιβάτης μου.
Τον κοίταξα με μια διαφορετική ματιά. Λίγα λεπτά νωρίτερα, οι αναταράξεις με είχαν κάνει να αισθανθώ ότι το αεροπλάνο έπεφτε στο κενό. Κι εκείνος, καθισμένος εκεί απέναντι μου, είχε ήδη γνωρίσει από πρώτο χέρι τι σημαίνει να βρίσκεσαι μέσα σε ένα αεροσκάφος που πραγματικά πέφτει.
Είχαν περάσει δέκα χρόνια από τότε. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, πάνω από το Αιγαίο, η μνήμη του τραγικού εκείνου ταξιδιού είχε επιστρέψει ξανά στη ζωή του. Μου εξομολογήθηκε ότι τη ζωή του την χρωστά, κατά κύριο λόγο, στην ψύχραιμη αεροσυνοδό, η οποία τον πέταξε έγκαιρα, ούτε ο ίδιος κατάλαβε πως, από την έξοδο κινδύνου στη θάλασσα. Αυτό μόνο θυμάται…
Εγώ είχα χάσει τη φωνή μου από την έκπληξη και το έντονο συναίσθημα. Με άφησε άναυδο το θάρρος του να ξαναταξιδεύει με αεροπλάνο, ύστερα από μια τέτοια εμπειρία. Βλέποντας, μάλιστα, πως συνέχιζα να κοιτάζω επίμονα τα φτερά του αεροπλάνου, που ακόμη δεν είχαν σταματήσει εντελώς να ταλαντεύονται, θέλησε να εκλογικεύσει τους φόβους μου. Βάλθηκε, λοιπόν, να με καθησυχάσει:
«Νεαρέ μου, η γνώση νικάει τον φόβο!» Έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε, βλέποντας πως εξακολουθούσα να κοιτάζω έξω από το παράθυρο. «Πρώτον, δεν υπάρχουν «κενά αέρος» στην ατμόσφαιρα. Αυτό που οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν έτσι είναι καθοδικά ρεύματα αέρα, τα οποία μπορεί να είναι ισχυρότερα από την ανυψωτική δύναμη του αεροσκάφους. Η είσοδος του αεροσκάφους σε ένα τέτοιο ρεύμα προκαλεί μια απότομη καθοδική κίνηση, η οποία στους επιβαίνοντες δημιουργεί την αίσθηση της πτώσης. Έπειτα, σαν να ήθελε να μου αποδείξει ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να φοβάμαι, πρόσθεσε. «Τα αεροσκάφη είναι φτιαγμένα για να αντέχουν σε κάτι τέτοιο. Φαντάσου ότι το φτερό που κοιτάς με τόση αγωνία έχει τη δυνατότητα να λυγίσει μέχρι και έξι μέτρα χωρίς να σπάσει!
Τον άκουγα σιωπηλός.
«Και κάτι ακόμη, νεαρέ μου. Η πιθανότητα να πεθάνει κανείς σε αεροπορικό δυστύχημα κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης πτήσης είναι μία στα έντεκα εκατομμύρια. Με άλλα λόγια, η πιθανότητα να πάθεις καρδιακή προσβολή μέσα στην καμπίνα του αεροπλάνου είναι οκτώ φορές μεγαλύτερη!
Χαμογέλασε. «Γι’ αυτό σου λέω… η γνώση νικάει τον φόβο!»
Κοίταξα ξανά το φτερό. Για πρώτη φορά, δεν μου φάνηκε τόσο εύθραυστο.
Ταυτόχρονα, επιδέξια, γύρισε τη συζήτηση σε προσωπικές ερωτήσεις. Μου έδωσε την αίσθηση πως ήθελε να αποφύγει οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στο δυστύχημα. Το κατάλαβα και το σεβάστηκα.
Πλέον, η συζήτησή μας περιστράφηκε γύρω από τα επαγγελματικά μας.
Εκείνος βρισκόταν κοντά στη συνταξιοδότηση. Υπολόγιζε πως θα έκανε ακόμη ένα-δυο μπάρκα και ύστερα θα κατέθετε την υπηρεσία του.
Εγώ τον πληροφόρησα πως ήμουν έτοιμος να αποκτήσω το δίπλωμα Μηχανικού Α΄ Τάξης. Επειδή όμως μέχρι τότε η υπηρεσία μου αφορούσε μεγάλα πετρελαιοφόρα, κινούμενα με ατμό, είχα αποφασίσει να αλλάξω παραστάσεις πριν από την απόκτηση του διπλώματος. Γι’ αυτό και τώρα ταξίδευα προς το Suez, με σκοπό να  ναυτολογηθώ σε ένα ντιζελοκίνητο φορτηγό πλοίο και συγκεκριμένα σ’ ένα SD14.
Ήταν η σειρά του να με κοιτάξει με περιέργεια. «Μεγάλη αλλαγή,» μου είπε. Και ύστερα, σαν να ήθελε να υπογραμμίσει το μέγεθος της απόφασης. «Από τους γίγαντες των 300.000 deadweight, σ’ ένα πλοίο 14.000 deadweight!
«Όντως… Τουλάχιστον, ελπίζω να ’ναι ενδιαφέρουσα η αλλαγή.» Περισσότερο το τόνισα στον εαυτό μου παρά του απάντησα. Δεν μπορούσα ακόμη να γνωρίζω πως αυτή η «μεγάλη αλλαγή» δεν θα ήταν απλώς μια αλλαγή πλοίου, μηχανής και μεγέθους. Θα ήταν ένα διαφορετικό κεφάλαιο στη θάλασσα.
Στη συνέχεια, κάποια στιγμή, πέσαμε πάλι σε μικρές αναταράξεις, λες και περνούσαμε πάνω από μικρά, κοφτά κύματα. Έριξα τελείως πίσω το κάθισμά μου, γύρισα στο πλάι και, με προσεκτική, κατευναστική φωνή, παρουσίασα χαμηλόφωνα τα στατιστικά δεδομένα στη γυναίκα που καθόταν δίπλα στο παράθυρο και, τρέμοντας από φόβο, αδημονούσε να τελειώσει το ταξίδι.
«Βεβαίως, οι στατιστικές δεν βοηθούν όταν φοβάστε, πρόσθεσα. Σας το λέω μόνο γιατί ξέρω τι περνάτε.»
Η γυναίκα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε το βλέμμα της καρφωμένο έξω από το παράθυρο, γύρισε και με κοίταξε, σαν να ανακάλυπτε μόλις εκείνη τη στιγμή ότι κάποιος καθόταν δίπλα της.
«Σας ευχαριστώ,» είπε. Έκανε μια προσπάθεια να χαμογελάσει και ύστερα ξαναγύρισε προς το παράθυρο. Ακούμπησε το μέτωπό της πάνω στο τζάμι, σαν να ήθελε να κρύψει τον φόβο της.
Τέλος πάντων, εγώ το καθήκον μου το είχα κάνει. «Με συγχωρείτε,« είπα. «Δεν είχα πρόθεση να σας
ενοχλήσω.»
Γύρισε ελάχιστα το σώμα της προς το μέρος μου. «Όχι, μη ζητάτε συγγνώμη. Είναι ωραίο που υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που νοιάζονται. Έστω κι ελάχιστοι. Συνήθως μας τρομοκρατεί οτιδήποτε στενάχωρο και θλιβερό.»
«Έχετε δίκιο,» της απάντησα. και προς μεγάλη μου χαρά, εκείνη ακριβώς τη στιγμή είχα μόλις βρει έναν σταθμό με rock μουσική. 
Ετοιμαζόμουν να φορέσω τα ακουστικά μου, όταν άναψε το φωτάκι με την ένδειξη «Προσδεθείτε».
Μια αεροσυνοδός ήρθε και έλεγξε τις ζώνες μας, καθώς πλησιάζαμε στην προσγείωση και εγώ έμεινα με τα ακουστικά στα χέρια.
Η πτήση πλησίαζε στο τέλος της. Φθάνοντας στο Κάιρο, τον καθένα μας τον παρέλαβε ο πράκτορας του. Χωρίσαμε και έκτοτε δεν συναπαντηθήκαμε ξανά. Τον θυμόμουν, όμως, κάθε φορά που ταξίδευα με αεροπλάνο και πέφταμε σε αναταράξεις.
Ευαγγέλιο μου έμειναν τα λόγια του: «Νεαρέ μου, η γνώση νικάει τον φόβο!» Και αμέσως μετά, σαν να ήθελε να μου αφήσει ένα μάθημα που θα κουβαλούσα μαζί μου. «Και να γνωρίζεις: δεν υπάρχουν κενά στην ατμόσφαιρα. Αυτό που οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν έτσι είναι καθοδικά ρεύματα αέρα, τα οποία είναι ισχυρότερα από την ανυψωτική δύναμη του αεροσκάφους.»
Ίσως να μην θυμάμαι σήμερα το όνομά του. Θυμάμαι όμως τη φωνή του. Και, κυρίως, θυμάμαι εκείνη τη φράση: «Η γνώση νικάει τον φόβο.» Μια φράση που ξεκίνησε από μια αναταραχή πάνω από το Αιγαίο και, χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος, έμεινε μαζί μου για πολλά χρόνια.
Στο πλοίο συνάντησα τον Πρώτο Μηχανικό, με τον οποίο είχαμε ήδη γνωριστεί από παλιά και μας συνέδεε οικογενειακή φιλία. Ο Πρώτος, όταν δεν ταξίδευε, εκτελούσε ταυτόχρονα και χρέη Αρχιμηχανικού στην εταιρεία, η οποία, να σημειώσω, ήταν οικογενειακή.
Το πλοίο ήταν ναυλωμένο από την Άπω Ανατολή, με προορισμό ευρωπαϊκούς λιμένες εκφόρτωσης. Στη συνέχεια είχαμε ναύλο από τις Κάτω Χώρες για λιμένες της ανατολικής ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών. Γενικά, τα ταξίδια μας ήταν πολύ καλά, με ήρεμες θάλασσες και χωρίς ιδιαίτερα απρόοπτα.
Πλοίαρχος στο πλοίο ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Πρώτου Μηχανικού, ένας αψύς Μανιάτης της Μεσσηνιακής Μάνης. Μια λεβέντικη καρδιά.
Έλεγε αυτό που ένιωθε και αυτό που σκεφτόταν, χωρίς περιστροφές. Ντόμπρος άνθρωπος, με κατανόηση και ειλικρίνεια απέναντι σου. Από εκείνους τους ανθρώπους που ήξερες πάντοτε πού στέκονταν και τι είχαν μέσα τους. Το πλήρωμα αποτελείτο, ως επί το πλείστον, από Μανιάτες και Βατικιώτες, με λίγες εξαιρέσεις. Μία από αυτές ήταν ο Γραμματικός του πλοίου, με 
καταγωγή από την Κεφαλλονιά. Πολιτικός πρόσφυγας στην Πολωνία, από τη ζοφερή περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, είχε παραμείνει εκεί και διέμενε ακόμη στην Πολωνία.Ο καπετάν Γεράσιμος ήταν μια ανεκτίμητη μονάδα του Εμπορικού μας Ναυτικού. Οι γνώσεις του στη ναυσιπλοΐα, αλλά και στην πρακτική των φορτώσεων και εκφορτώσεων των πλοίων, ήταν πραγματικά εντυπωσιακές. Είχε γνώσεις που έμοιαζαν με πανεπιστημιακή εγκυκλοπαίδεια της ναυτικής τέχνης. Μιλούσε και διαχειριζόταν τουλάχιστον έξι γλώσσες. Κι όμως, είχε ένα καημό: πίστευε πως δεν τα κατάφερνε όσο ικανοποιητικά 
θα ήθελε στα γαλλικά. Ήταν από εκείνους τους ναυτικούς που, όσο περισσότερο γνώριζαν, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνονταν πόσα ακόμη υπήρχαν να μάθουν. Και ο καπετάν Γεράσιμος ανήκε σ' αυτή την κατηγορία.
Η αφεντιά μου, σε προσωπικό επίπεδο, από τις ανέσεις ενδιαίτησης των γιγάντιων ULCC βρέθηκα ξαφνικά στριμωγμένος σε μια μικρή καμπίνα του SD14, με ένα υποτυπώδες γραφείο και κοινόχρηστα λουτρά. Η πρώτη μου αίσθηση ήταν πως είχα ξεστρατίσει. Σαν κάτι να μου είχαν πάρει από τον πολιτισμό μου. Όμως, σε αντιστάθμισμα, άρχισα να αντιλαμβάνομαι κάτι εντελώς διαφορετικό.Ένιωθα πολύ πιο ήρεμος και χαλαρός. Και, κυρίως, ο χρόνος έμοιαζε να κυλά διαφορετικά. Πιο αργά. Με μικρότερες ταχύτητες. Σαν να είχε αλλάξει ο ρυθμός της ίδιας της ζωής. Στους γίγαντες των ULCC υπήρχε το μέγεθος, η ισχύς, η άνεση, η αίσθηση ενός ολόκληρου πλωτού εργοστασίου. Εδώ, στο μικρότερο SD14, όλα ήταν πιο περιορισμένα, πιο απλά, πιο κοντά στον άνθρωπο.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την απλότητα, ανακάλυπτα μια ηρεμία που δεν την περίμενα. Γενικά, ήταν μια νέα εμπειρία. Και, παρά τις διαφορές, δεν είχα κανένα παράπονο.
Τελειώνοντας την εκφόρτωση στους λιμένες της ανατολικής ακτής, αρμενίζουμε νότια-νοτιοδυτικά, με προορισμό το λιμάνι του Χιούστον, στο νοτιοανατολικό άκρο της πολιτείας του Τέξας. Το Χιούστον, ένας από τους σημαντικότερους λιμένες των Ηνωμένων Πολιτειών, ήταν ο επόμενος σταθμός μας. Εκεί φορτώσαμε πρώτες ύλες για την πετροχημική βιομηχανία και αναχωρήσαμε στα τέλη Αυγούστου, με προορισμό τον λιμένα της Σαγκάης στην Κίνα. Το ταξίδι αυτό αποτέλεσε για μένα μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Για πρώτη φορά θα διέσχιζα τη Διώρυγα του Παναμά, τον περίφημο τεχνητό υδάτινο δρόμο που ενώνει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό.
Η διώρυγα, μήκους περίπου 82 χιλιομέτρων, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα τεχνικά έργα που δημιούργησε ο άνθρωπος και έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους δρόμους του κόσμου. Τα πλοία, μέσα από ένα σύστημα δεξαμενών και θυροφραγμάτων, ανυψώνονται περίπου 26 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, στο επίπεδο της τεχνητής λίμνης Gatún, και στη συνέχεια κατεβαίνουν ξανά στο επίπεδο της θάλασσας, στην άλλη πλευρά της διώρυγας. Για έναν μηχανικό της θάλασσας, η διέλευση ενός τέτοιου έργου δεν μπορούσε παρά να είναι μια ξεχωριστή εμπειρία.
Όταν αφήσαμε πίσω μας τη Διώρυγα του Παναμά και βγήκαμε στον Ειρηνικό, άνοιγε μπροστά μας ένας τεράστιος θαλάσσιος ορίζοντας. Ο ανθυποπλοίαρχος, με εντολή του πλοιάρχου, ανέλαβε να σχεδιάσει τον ορθοδρομικό πλου του πλοίου, δηλαδή την ελάχιστη δυνατή διαδρομή, από τον Παναμά μέχρι τον λιμένα προορισμού, τη Σαγκάη.
Ο πλους χαράχθηκε στον γνωμονικό ναυτικό χάρτη. Κοιτούσα τη γραμμή που ένωνε τον Παναμά με τη Σαγκάη και συνειδητοποιούσα το μέγεθος της διαδρομής που είχαμε μπροστά μας. Από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό. Και από εκεί, διασχίζοντας έναν ολόκληρο ωκεανό, μέχρι την Άπω Ανατολή.
Για μένα, το SD14 δεν ήταν πλέον απλώς μια αλλαγή από τους γίγαντες των ULCC. Είχε αρχίσει να γίνεται το πλοίο με το οποίο θα γνώριζα έναν διαφορετικό κόσμο.
Αρχές φθινοπώρου μας βρίσκουν να ταξιδεύουμε στην ωκεάνια διαδρομή, νοτιοανατολικά της Ιαπωνίας, όταν το δελτίο καιρού μας πληροφορεί πως νοτιότερα της πορείας μας η περιοχή σαρώνεται από μια ισχυρή τροπική καταιγίδα. Η «Λόλα».
Έχοντας ήδη σπείρει την καταστροφή στις Φιλιππίνες, η τροπική καταιγίδα «Λόλα» είχε πλήξει και τις ανατολικές ακτές της Φορμόζας, με πανίσχυρους ανέμους και τεράστια κύματα. Η ισχύς της είχε εξασθενήσει, όμως τα μετεωρολογικά δελτία προειδοποιούσαν πως, καθώς θα κινούνταν βόρεια, υπήρχε πιθανότητα να ενισχυθεί και πάλι σε τυφώνα,  προσεγγίζοντας τις ανατολικές ακτές της Ιαπωνίας. Οι προβλέψεις έδειχναν πως, πλησιάζοντας τις ακτές, θα έχανε μέρος της ισχύος της. Παρ’ όλα αυτά, παρέμενε επικίνδυνη, με ριπές ανέμου που έφθαναν τα 120 χιλιόμετρα την ώρα.
Ο πλοίαρχος αποφάσισε να ελαττώσουμε την ταχύτητά μας στο ελάχιστο. Θα περιμέναμε. Η τελική πορεία της καταιγίδας, αλλά και η αναμενόμενη εξασθένηση της, θα καθόριζαν τη συνέχεια του ταξιδιού μας. Το ζητούμενο ήταν απλό. Να αποφύγουμε οποιοδήποτε δυσάρεστο ενδεχόμενο και, κυρίως, να μη βρεθούμε στην πορεία του τυφώνα. Για τρεις ημέρες το πλοίο έμεινε ουσιαστικά σε αναμονή. Ένας ωκεανός ολόκληρος γύρω μας και εμείς, με τις μηχανές στο ελάχιστο, περιμέναμε τον καιρό να αποφασίσει για λογαριασμό μας. Τελικά, η καταιγίδα εξασθένησε. Ο κίνδυνος απομακρύνθηκε και ο πλοίαρχος έδωσε εντολή να επανέλθουμε στην κανονική μας ταχύτητα.
Το SD14 ξαναπήρε τον δρόμο του προς τον τελικό προορισμό. Η Σαγκάη μας περίμενε.
Το λιμάνι της Σαγκάης βρίσκεται στις εκβολές του ποταμού Γιανγκτσέ, με τη Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας στα ανατολικά και τον Κόλπο του Χανγκτσόου στα νότια. Η Σαγκάη ήταν ήδη τότε μια τεράστια και πολυσύχναστη κινεζική μεγαλούπολη, σημαντικό οικονομικό κέντρο και ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της χώρας.Το αποικιακό παρελθόν της ήταν έκδηλο σε κάθε γωνιά της και συνυπήρχε με το προφίλ μιας πόλης που διαρκώς αναπτυσσόταν. Παλιά κτίρια και ιστορικές συνοικίες δίπλα σε σύγχρονες κατασκευές, πελώριους ουρανοξύστες και τεράστια πολυκαταστήματα. Για μένα, η Σαγκάη ήταν ένας ακόμη καινούργιος κόσμος. Στην Κίνα πραγματοποιήθηκε και η αντικατάσταση της Επιστασίας του Μηχανοστασίου. Ο Πρώτος Μηχανικός, πριν αναχωρήσει από το πλοίο, με φώναξε ιδιαιτέρως στο γραφείο του.
«Θέλω να σου ζητήσω κάτι. Να προσέχεις και να μην τον στεναχωρείς». Κατάλαβα αμέσως πως αναφερόταν , τον αδελφό του τον πλοίαρχο.
 Έχει και κάποιο μικρό πρόβλημα με την καρδιά του…Έκανε μια μικρή παύση και με κοίταξε στα μάτια. «Βλέπω ότι ταιριάζετε. Αλλά στο λέω γιατί, ώρες-ώρες, είστε αγύριστα κεφάλια και οι δυο σας.» Χαμογέλασα.
«Και κάτι ακόμη. Αφήνω το μηχανοστάσιο στα χέρια σου. Ό,τι χρειαστείς, είμαι στη διάθεσή σου.
Τον κοίταξα λίγο απορημένος. «Εντάξει, δεν έχω κάποια αντίρρηση. Αλλά αυτό με το «μηχανοστάσιο στα χέρια σου» μου ακούγεται κάπως… παράταιρο.
Με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που είχε ο άνθρωπος που ήξερε ήδη περισσότερα απ’ όσα έλεγε.
«Έξυπνος είσαι. Ξέρεις εσύ πώς να το χειριστείς.» Και κάπως έτσι, χωρίς τυμπανοκρουσίες και χωρίς επίσημες παραδόσεις, βρέθηκα να έχω στα χέρια μου κάτι περισσότερο από μια θέση στο μηχανοστάσιο. Είχα την ευθύνη του.
Τελειώνει η εκφόρτωση και το πλοίο είναι πλέον ελεύθερο από φορτίο, χωρίς ναύλο και άμεσα διαθέσιμο στη ναυλαγορά. Μένουμε περίπου είκοσι ημέρες αρόδο, ανοικτά των ακτών, στο αγκυροβόλιο της Σαγκάης, περιμένοντας να βρεθεί ο κατάλληλος ναύλος. Ο νέος μας Πρώτος Μηχανικός ήταν ένας χαμηλών τόνων άνθρωπος, ευγενικός, με καταγωγή από κάποιο νησί των Κυκλάδων. Απλώς, ήταν μεγαλύτερης ηλικίας και ανήκε στην παλιά σχολή των μηχανικών, εκείνων που κάθε καινούργια τεχνολογία τους φαινόταν κάπως δύσκολη στην αποδοχή και στην εφαρμογή της.
Κι εκείνος, από την πρώτη στιγμή, μου τόνισε. « Το μηχανοστάσιο είναι στα χέρια σου.» Ήταν ήδη η δεύτερη φορά που άκουγα την ίδια φράση. Με τον καιρό, πάντως, αποδείχθηκε πως είχαμε μια πολύ καλή συνεργασία. Ο καθένας ήξερε τον ρόλο του και, κυρίως, υπήρχε αμοιβαίος σεβασμός.
Στο αγκυροβόλιο της Σαγκάης εφοδιαστήκαμε με καύσιμα. Όταν ο πράκτορας μας έδωσε τα απαραίτητα έγγραφα και τα πιστοποιητικά των καυσίμων, η πλούσια εμπειρία που είχα αποκτήσει στα γκαζάδικα μου επέτρεψε να ελέγξω τα χαρακτηριστικά τους. Ένιωσα βαθιά ικανοποίηση. Η ποιότητα των καυσίμων ήταν εξαιρετική, τουλάχιστον σύμφωνα με τα αναγραφόμενα χαρακτηριστικά και τις προδιαγραφές τους. Αργά το απόγευμα βρισκόμουν στη γέφυρα του πλοίου, παρέα με τον καπετάν Γεράσιμο. Είχαμε μια φιλική συζήτηση, όταν από τα ερτζιανά κύματα ακούσαμε τον Πρώτο Μηχανικό ενός άλλου πλοίου, που βρισκόταν κι εκείνο στο αγκυροβόλιο, να συνομιλεί με το γραφείο του.
Η συζήτησή του είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αρνιόταν πεισματικά να παραλάβει καύσιμα από τη Σαγκάη. Με έπιασε η περιέργεια. Ρώτησα τον πράκτορα, που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στο πλοίο, αν γνώριζε για ποιο λόγο ο συνάδελφος αρνιόταν τόσο κατηγορηματικά να παραλάβει τα καύσιμα.
«Κι εγώ δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το κάνει,» μου απάντησε. Και πρόσθεσε. «Είναι ακριβώς τα ίδια καύσιμα μ’ αυτά που εφοδιαστήκατε κι εσείς.» Η συζήτηση έκλεισε εκεί.
Εγώ, όμως, έμεινα με την απορία. Τι γνώριζε ο συνάδελφος που εγώ δεν γνώριζα; Ή μήπως απλώς είχε τις δικές του επιφυλάξεις; Δεν μπορούσα τότε να δώσω απάντηση.
Είχε μπει για τα καλά ο Νοέμβριος, όταν ήρθαν οι νέες οδηγίες. Ο προορισμός μας ήταν ο λιμένας Τσονγκτζίν, στα βορειοανατολικά της Βόρειας Κορέας, στην επαρχία Βόρειου Χαμγκιόνγκ, στις ακτές της Ιαπωνικής Θάλασσας. Προορισμός που, όπως θα αποδεικνυόταν, έκρυβε καινούργιες εμπειρίες.
Προχωρημένο φθινόπωρο. Το πλοίο, σε κατάσταση έρματος, ύστερα από ένα ταξίδι τεσσάρων ημερών, φτάνει στον προορισμό μας, στον λιμένα φόρτωσης. Κατά τη διάρκεια του πλου ο καιρός ήταν κατά διαστήματα βροχερός, όμως η ορατότητα παρέμενε καλή και ο άνεμος ασθενής. Το ταξίδι κύλησε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Το προς φόρτωση και μεταφορά εμπόρευμα ήταν ένα χύδην φορτίο αργιλοπυριτικού ορυκτού, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως στις γεωτρήσεις πετρελαίου. Προορισμός του φορτίου ήταν ο λιμένας εκφόρτωσης στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας. Το μετάλλευμα, προερχόμενο από την ενδοχώρα, έφτανε στο λιμάνι με πολύ χαμηλό ρυθμό. Έτσι, η φόρτωση του πλοίου προχωρούσε αργά και οι καθυστερήσεις άρχισαν να συσσωρεύονται. Ένας ακόμη ανασχετικός παράγοντας ήταν η κακοκαιρία που ενέσκηψε στην περιοχή. Ο χειμώνας εκείνες τις ημέρες έκανε αισθητή την παρουσία του, βαρύς και δύσκολος, με το θερμόμετρο να κατρακυλά όλο και χαμηλότερα.
Και κάτω από τέτοιες συνθήκες, η φόρτωση σταματούσε. Το φορτίο δεν έπρεπε να βραχεί. Έτσι, περιμέναμε. Το πλοίο ήταν έτοιμο, οι άνθρωποι περίμεναν, αλλά ο καιρός και ο αργός ρυθμός με τον οποίο έφτανε  το μετάλλευμα από την ενδοχώρα καθόριζαν πλέον τον χρόνο μας. Στο SD14, για άλλη μια φορά, μαθαίναμε πως στη θάλασσα δεν κυβερνά πάντοτε ο άνθρωπος. Κάποιες φορές, απλώς περιμένει. Βρισκόμαστε ήδη μερικές ημέρες στην προβλήτα, όταν η αντλία παροχής πετρελαίου προς τον λέβητα του πλοίου παρουσίασε πρόβλημα στην τροφοδοσία του καυσίμου προς καύση στην εστία του λέβητα. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Αλλάζουμε την αντλία με την εφεδρική και ξεκινώ αμέσως την επιθεώρηση της αφαιρεθείσας. Και τότε έμεινα έκπληκτος. Οι οδόντες του ογκομετρικού στροφείου της αντλίας ήταν απίστευτα φθαρμένοι. Ήταν κυριολεκτικά φαγωμένοι. Η εικόνα δεν ήταν φυσιολογική. Δεν είχε περάσει περισσότερο από ένα διήμερο και, δυστυχώς, και η καινούργια αντλία παρουσίασε πανομοιότυπο πρόβλημα. Με έζωσαν τα φίδια, κατά τα κοινώς λεγόμενα.Και τότε, σαν αστραπή, η μνήμη μου γύρισε στη Σαγκάη. Στον άλλο Πρώτο Μηχανικό. Εκείνον που, χωρίς να γνωρίζω τον λόγο, αρνιόταν πεισματικά να παραλάβει καύσιμα από τη Σαγκάη.
«Διάβολε… λες;» Η σκέψη πέρασε από το μυαλό μου και, μαζί της, άρχισαν να κουμπώνουν ένα-ένα τα γεγονότα. Τα σημάδια ήταν φανερά, πέρα από κάθε αμφιβολία. Οι βλάβες παρουσιάστηκαν όταν καταναλώσαμε το παλιό καύσιμο από τις ημερήσιες δεξαμενές κατανάλωσης και αυτές άρχισαν να πληρώνονται με το καινούργιο καύσιμο. Και η αλλαγή αυτή είχε ολοκληρωθεί μόλις λίγες ώρες πριν από την άφιξή μας στον λιμένα. Άρα, λογικά, η μηχανή είχε ήδη εργαστεί για κάποιες ώρες με το καινούργιο καύσιμο. Κοίταξα ξανά την αντλία. Η φθορά στους οδόντες του στροφείου δεν ήταν πλέον ένα απλό μηχανικό πρόβλημα.Ήταν ένα σημάδι. Θυμήθηκα εκείνον τον άγνωστο συνάδελφο στη 
Σαγκάη που, από τα ερτζιανά, αρνιόταν κατηγορηματικά να παραλάβει το ίδιο καύσιμο που είχαμε παραλάβει κι εμείς. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί. Τώρα άρχιζα να φοβάμαι πως γνώριζα την απάντηση. Τα προβλήματα ήταν υπαρκτά και δύσκολα. Το πλοίο διέθετε και δεύτερη, εφεδρική δεξαμενή ημερήσιας κατανάλωσης, η οποία ευτυχώς ήταν ακόμη γεμάτη με το παλιό καύσιμο.
Ο λέβητας, όμως, είχε μείνει χωρίς αντλία παροχής πετρελαίου. Με μεγάλο κόπο και αρκετή επινόηση καταφέραμε να προσαρμόσουμε μια άλλη αντλία και να θέσουμε ξανά τον λέβητα σε λειτουργία, χρησιμοποιώντας το καύσιμο της εφεδρικής δεξαμενής. Ο ατμός ήταν απολύτως απαραίτητος. Οι θερμοκρασίες στην περιοχή είχαν κατρακυλήσει στους 20 βαθμούς Κελσίου υπό το μηδέν και χωρίς ατμό οι συνθήκες στο πλοίο θα γίνονταν εξαιρετικά δύσκολες. Σε διαβούλευση με τον Πρώτο Μηχανικό, τον παρότρυνα να έρθει σε επαφή με το γραφείο και να ζητήσει να δοθεί άμεσα λύση στο πρόβλημα του καυσίμου. Τα σημάδια ήταν πλέον ορατά. Η μηχανή, αν συνεχίζαμε να καταναλώνουμε αυτό το καύσιμο, πολύ σύντομα θα αντιμετώπιζε σοβαρό λειτουργικό πρόβλημα.
Η αλήθεια είναι πως ο Πρώτος ήταν αρκετά διστακτικός και υποχωρητικός απέναντι στο γραφείο. Ίσως επειδή ο ίδιος δυσκολευόταν να πιστέψει ότι μπορούσε να προκύψει τόσο μεγάλο πρόβλημα από το καύσιμο. Δεν του είχε ξανασυμβεί. Κι όταν κάτι δεν σου έχει συμβεί ποτέ, είναι δύσκολο να φανταστείς πόσο γρήγορα μπορεί να πάρει μεγάλες διαστάσεις.
Συνομίλησα απευθείας με τον καπετάνιο.
«Κάπτεν! Το γνωρίζεις ότι πριν από τρεισήμισι μήνες έγινα πατέρας και δεν έχω δει ακόμη τον γιο μου;
Σταμάτησα για μια στιγμή. «Επειδή το γραφείο δεν συμμερίζεται τους φόβους μου, σου μιλώ ειλικρινά. Αν ο προορισμός μας ήταν ανατολικά, εγώ θα ετοίμαζα τη βαλίτσα μου και θα κατασκήνωνα στην προβλήτα, μέχρι να αποφάσιζαν οι Βορειοκορεάτες τι θα έκαναν μαζί μου.
Ο καπετάνιος με άκουγε σιωπηλός.
«Τώρα, όμως, πάμε νότια. Υπάρχουν τόσα πολλά ασφαλή λιμάνια προσέγγισης, που πιστεύω πως σε κάποιο από αυτά θα καταφέρουμε να προσεγγίσουμε. Γιατί, κατά τη γνώμη μου, τα σημάδια δείχνουν καθαρά ότι πάνω από μία εβδομάδα ταξίδι δεν κάνουμε.
Ο καπετάνιος με κοίταξε σκεπτικός.
«Έχω κι εγώ μιλήσει με το γραφείο και δεν συμμερίζονται τους φόβους σου…» Δεν ήθελα να αντιπαρατεθώ.
«Χίλιες φορές κι άλλες τόσες να βγω υπερβολικός και φαντασιόπληκτος, του απάντησα, αλλά τα προβλήματα βλέπω να ’ρχονται. Και αυτή τη φορά δεν μιλούσα μόνο ως μηχανικός.
Μιλούσα ως πατέρας. Ένας πατέρας που δεν είχε ακόμη προλάβει να γνωρίσει τον γιο του.
Ταυτόχρονα, ο κάπτεν άδραξε την ευκαιρία να μου απευθύνει μια φιλική επίπληξη, αλλά αυτή τη φορά με πολύ σοβαρό ύφος.
Την προηγούμενη ημέρα, ο κομισάριος, υπεύθυνος για το φορτίο αλλά και εκπρόσωπος του κόμματος στο πλοίο, είχε απευθύνει πρόσκληση σε ολόκληρο το πλήρωμα να παρευρεθεί σε μια εκδήλωση για τη «φιλία των λαών». Εγώ, με τρόπο ομολογουμένως επιδέξιο, είχα βρει διάφορες δικαιολογίες για να μην πάρω μέρος στην εκδήλωση.
Ο καπετάνιος όμως, δεν το είχε ξεχάσει. Μου το κρατούσε. 
«Τώρα στ’ αλήθεια, εγώ σου φταίω που είσαι η Κεφαλή του πλοίου και δεν μπόρεσες να την κάνεις κι εσύ μ’ ελαφρά πηδηματάκια από τις… ανούσιες παράτες τους;» του λέω. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελό του.
Τελείωσε η φόρτωση. Το πλοίο, συνοδεία ρυμουλκών, οδηγήθηκε προς την έξοδο του λιμένα. Αφήσαμε τον πιλότο και, λίγο αργότερα, βγήκαμε στην ανοικτή θάλασσα. Η πρώτη ημέρα του ταξιδιού κύλησε ομαλά. Ο καιρός είχε ηρεμήσει και είχαμε ακόμη μια μικρή ποσότητα από το παλιό πετρέλαιο. Τη δεύτερη ημέρα άρχισε η μηχανή να λειτουργεί με το νέο καύσιμο. Κι εγώ δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
Παρακολουθούσα συνεχώς τη λειτουργία της μηχανής, περιμένοντας να εμφανιστούν οι παρενέργειες που φοβόμουν.
Την τρίτη ημέρα ήρθαν. Οι αντλίες πετρελαίου υψηλής πίεσης άρχισαν να παρουσιάζουν διαρροές από τα εμβολοχιτώνιa τους. Το πρόβλημα ήταν πλέον ορατό. Και όσο περνούσαν οι ώρες, γινόταν ολοένα και σοβαρότερο. Δεν χρειαζόταν πλέον ιδιαίτερη εμπειρία για να αντιληφθεί κανείς πως η κατάσταση 
οδηγούνταν σε αδιέξοδο. Ξημερώματα της τέταρτης ημέρας, αποφασίσαμε πως το πλοίο αδυνατούσε να συνεχίσει για πολύ ακόμη τον πλου.Έπρεπε να αντιδράσουμε. Σε λίγες ώρες είχαμε τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε ένα ασφαλές λιμάνι. Μπροστά μας υπήρχαν δύο επιλογές: Χονγκ Κονγκ ή Καοσιούνγκ της Φορμόζας. Το ταξίδι προς το Ρότερνταμ μπορούσε να περιμένει. Προείχε να κρατήσουμε τη μηχανή ζωντανή. Επιλέξαμε το δεύτερο. Ήταν πιο κοντά και, από πολλές απόψεις, διέθετε ασφαλέστερο αγκυροβόλιο. Φτάσαμε λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Είναι γνωστό πως τόσο η αγκυροβολία όσο και η πρόσδεση στο λιμάνι αποτελούν από τις πιο αγχωτικές στιγμές ενός ταξιδιού. Απαιτούν προσεκτικούς χειρισμούς, σωστές μανούβρες και, πάνω απ’ όλα, απόλυτο συντονισμό 
του πληρώματος. 
«Κάπτεν, όλα τώρα είναι στα δικά σου χέρια και στη ναυτοσύνη σου. Κανόνισε την προετοιμασία για το φουντάρισμα όσο πιο ανώδυνα μπορείς, διότι, κατά 99%, όταν η μηχανή κάνει «κράτει», δεν τη βλέπω να ξαναπαίρνει μπροστά. Αντλίες και καυστήρες έχουν παραδώσει πνεύμα…»
Δεν χρειάστηκε να περιμένουμε πολύ για να επιβεβαιωθούν οι φόβοι μου. Η μηχανή πράγματι παρέδωσε πνεύμα και δεν ξαναξεκίνησε. Ίσως η ψυχή του Μανιάτη πλοιάρχου να είχε φτάσει στο στόμα του κατά τη διαδικασία, όμως έκανε άψογη και ασφαλή αγκυροβολία. Το πλοίο βρέθηκε πλέον ασφαλισμένο στο αγκυροβόλιο. Και τότε άρχισε ένας άλλος αγώνας.
Κατεπειγόντως κατέφθασε στο πλοίο ο πρώην Πρώτος Μηχανικός, ο οποίος εκτελούσε παράλληλα και χρέη Αρχιμηχανικού της εταιρείας. Πρώτη μας ενέργεια ήταν να πάρουμε δείγμα από το καύσιμο και να το στείλουμε σε εξειδικευμένο χημικό εργαστήριο για ανάλυση. Ταυτόχρονα, παραγγείλαμε τα απαραίτητα ανταλλακτικά για τις επισκευές των αντλιών και των καυστήρων της κύριας μηχανής.
Όταν ήρθαν τα αποτελέσματα της εργαστηριακής ανάλυσης, δεν άφηναν πλέον κανένα περιθώριο αμφιβολίας. Το καύσιμο περιείχε υπερβολικά υψηλές συγκεντρώσεις βαναδίου και πυριτίου και κρίθηκε ακατάλληλο για καύση στις μηχανές του πλοίου. Τότε μου ήρθε ξανά στο μυαλό ο Πρώτος Μηχανικός του άλλου πλοίου, εκεί στη ράδα της Σαγκάης, που ωρυόταν πως δεν πρόκειται να παραλάβει καύσιμα από εκεί.
«Εμ, γι’ αυτό, διάβολε, ο Πρώτος Μηχανικός στη Σαγκάη ωρυόταν πως δεν παίρνει καύσιμα από εκεί!» Ποιος ξέρει τι νίλα είχε πάθει ο καψερός στο παρελθόν…»
Και, με όλη την πίκρα της ιστορίας, δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ: «Τη νίλα του Δράμαλη!» Μόνο που αυτή τη φορά η «νίλα» δεν ήταν ιστορία που μας διηγήθηκαν.
Ήταν μπροστά μας, μέσα στις αντλίες, στους καυστήρες και κυριολεκτικά στην καρδιά της μηχανής.
Σαββατόβραδο στο πλοίο είχαν παραμείνει οι βάρδιες: ο Πρώτος Μηχανικός του πλοίου, ο Γραμματικός (ο καπετάν Γεράσιμος) και μερικοί ακόμη από το πλήρωμα. Η ομάδα εξόδου αποτελούνταν από τον Αρχιμηχανικό, τον Πλοίαρχο, τους αξιωματικούς καταστρώματος και μηχανής, τον ασυρματιστή,  κ.λ.π. Μια σχετικά μεγάλη και εύθυμη παρέα φίλων, συνολικά δώδεκα άτομα, που εκείνο το βράδυ είχαμε αποφασίσει να χαλαρώσουμε λίγο από την ένταση των τελευταίων ημερών
Γύρω στις δέκα το βράδυ, σύσσωμη η παρέα καταλήξαμε σ’ ένα μικρό μπαρ κοντά στον λιμένα, το 
«Μπάρκο». Ένας μικρός χώρος, με ευχάριστη και προσεγμένη διακόσμηση και μια ζεστή ατμόσφαιρα. Ένας γνήσιος τύπος American Bar, όπου η πελατεία δεν ήταν μόνιμη αλλά διεθνής, αποτελούμενη κυρίως από πληρώματα των πλοίων που έπιαναν στο λιμάνι. Τα σκαμπό του ήταν κινητά, γεγονός που μας επέτρεπε να τα μετακινήσουμε όπως θέλαμε, να καθίσουμε όλοι μαζί και να σχηματίσουμε μια μεγάλη παρέα γύρω από τον πάγκο. Πιάσαμε τον οβάλ πάγκο του μπαρ από άκρη σ’ άκρη, στριμωγμένοι μεν, αλλά με περίσσιο κέφι. Τα γέλια και οι κουβέντες δεν άργησαν να γεμίσουν τον μικρό χώρο. Περνώντας η ώρα, διαπιστώσαμε πως είχαμε γίνει οι μοναδικοί πελάτες. Για τα μέτρα του μαγαζιού, βέβαια, ήμασταν ήδη αρκετοί! Και κανείς μας δεν φαινόταν να βιάζεται να φύγει.
Περασμένα μεσάνυχτα και η μεγάλη παρέα είχε ήδη καταναλώσει τρία μπουκάλια Johnnie Walker.
Οι περισσότεροι ετοιμαζόμασταν πλέον για αναχώρηση. Ο κάπτεν κοιτάζει το ρολόι του και ξαφνικά βάζει τις φωνές:
«Πού πάτε, ορέ! Ένα μπουκάλι ακόμη και φύγαμε!»
«Έχουμε ήδη πιει πολύ, κάπτεν μου…»
Είχε ψιλομεθύσει κιόλας και είχε έρθει για τα καλά στο κέφι. Του άρεσε η παρέα μας και, φυσικά, δεν θέλαμε να του χαλάσουμε το χατίρι.
«Ένα τελευταίο ποτηράκι και φύγαμε.
Και αμέσως προς τον μπάρμαν. « Μπάρμαν, πιάσε άλλο ένα Johnnie Walker!» Δυστυχώς, το κατάστημα δεν είχε άλλο Johnnie Walker.
Ο μπάρμαν έφυγε για λίγο, μήπως και κατάφερνε να βρει κάπου ένα ακόμη μπουκάλι.Τζίφος!
Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια… Όλα κλειστά. Στην προθήκη του μπαρ φιγουράριζαν, μεταξύ άλλων, και δύο μπουκάλια Jim Beam. Τα μάτια του κάπτεν έπεσαν πάνω τους. «Κατέβασε μας ένα απ’ αυτά.»
Ο μάγειρας, ως ο πιο έμπειρος της παρέας στα ποτά, εξέφρασε αμέσως τις επιφυλάξεις του.
«Κάπτεν, καλύτερα να μην τ’ ανακατέψουμε…»Κι επειδή ήθελε να στηρίξει και  επιστημονικά την άποψή του, μας διηγήθηκε την ιστορία του Johnnie Walker που μόλις είχαμε τελειώσει. Πώς ένα μικρό
παντοπωλείο ξεκίνησε την ιστορία του και πώς, με τα χρόνια, ο Johnnie Walker έγινε ο διάσημος «Περπατητής». Τον ακούσαμε με προσοχή.
Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας. Ήταν πλέον φανερό πως δεν γινόταν να χαλάσουμε το χατίρι του κάπτεν.
«Χαλάλι του!» Και έτσι, παρά τις προειδοποιήσεις του μάγειρα, ανοίξαμε και το Jim Beam.
Η βραδιά είχε ακόμη δρόμο. Ο κάπτεν έβαλε λίγο στο ποτήρι του και ήπιε μια γουλιά. Ξίνισε κάπως το μούτρο του. Αμέσως καταλάβαμε πως η γεύση του ουίσκι δεν του άρεσε ιδιαίτερα. Άφησε το ποτήρι στον πάγκο και δεν το ξαναδοκίμασε. Ταυτόχρονα, δεν είδα κανέναν άλλον από την παρέα να τιμά ιδιαίτερα τον «Τζίμι». Έτσι, το μπουκάλι έμεινε σχεδόν γεμάτο. Δώρο στον μπάρμαν.
Εμείς, περασμένα μεσάνυχτα πλέον και με το μυαλό θολό από το ποτό, αποφασίσαμε πως είχε έρθει η ώρα να ξεκινήσουμε για το πλοίο. Ο μπάρμαν μας ευχαρίστησε, υποκλίθηκε σαν γνήσιος Ανατολίτης και μας έσφιξε τα χέρια. Τον διαβεβαιώσαμε πως είχαμε περάσει μια πολύ ευχάριστη βραδιά.Ύστερα μας άνοιξε αργά την πόρτα και μας άφησε να βγούμε στη νύχτα. Στεκόταν στην άκρη της πόρτας και συνέχισε να υποκλίνεται με χάρη, καθώς μας αποχαιρετούσε.
Πάνω από τον έρημο, απαλά φωτισμένο δρόμο, ένα μεγάλο φεγγάρι ορθωνόταν στον μισοσυννεφιασμένο ουρανό. Πήρα μια βαθιά ανάσα.
«Νομίζω πως η δροσιά της νύχτας θα μας κάνει καλό, είπα στην παρέα, τεντώνοντας το κορμί μου. Κι όχι τίποτα άλλο, αλλά είμαι και λίγο ζαλισμένος. Χωρίς να έχω πιει πολύ.
Και τότε, καθώς διαβαίναμε το κατώφλι του μπαρ, άρχισαν τα ωραία με τον κάπτεν. Άρχισε να ταλαντεύεται. Χρειάστηκε να κρατηθεί επίμονα από μια κολόνα, για να σιγουρευτεί πως πατούσε καλά στα πόδια του. Μα ούτε κι αυτό τον βοηθούσε ιδιαίτερα.
Να επισημάνω εδώ πως μιλάμε για έναν άνθρωπο που συνήθιζε να καταναλώνει πολύ λογικές ποσότητες αλκοόλ. Δεν ήταν από εκείνους που χρειάζονται ένα μπουκάλι ουίσκι για να… «το ακούσουν». Το παραπάνω ποτηράκι, λοιπόν, τον είχε επηρεάσει περισσότερο απ’ όσο ο ίδιος υπολόγιζε. Μετά τη χαλάρωση ήρθε η ευφορία και, γενικότερα, έγινε πολύ πιο αυθόρμητος από το 
συνηθισμένο. Βγαίνοντας έξω, στην υγρασία της νύχτας, άρχισε να παραπατά από το μεθύσι.
Ο αδελφός του μου έκανε διακριτικά νόημα να τον έχω τον νου μου και να τον βοηθήσω, αν χρειαζόταν. Σαν μικρότερος αδελφός τον σεβόταν και δεν ήθελε με τίποτα να του δείξει πως είχε ανάγκη από βοήθεια. Έτσι, χωρίς να το καταλάβει ο κάπτεν, βρέθηκα να τον προσέχω διακριτικά.
Εκείνος, βέβαια, συνέχιζε να περπατά σαν να μη συνέβαινε απολύτως τίποτα. Μόνο που ο δρόμος, 
εκείνο το βράδυ, είχε αποκτήσει μια παράξενη κλίση…Πηγαίνω δίπλα του, προσπαθώντας να τον πείσω να στηριχτεί επάνω μου, αλλά εκείνος αρνήθηκε πεισματικά και συνέχισε να προχωρά, μολονότι ήταν εμφανές πως δεν ήταν σε θέση να περπατήσει σταθερά.
«Απόψε δεν πάω πουθενά!» είπε μέσα στο μεθύσι του.
«Χάλια είναι εκεί που πάμε, γι’ αυτό μην πας πουθενά!»
Στη συνέχεια θυμήθηκε την ιστορία με τις δηλώσεις μου στην Βόρειο Κορέα, όταν του είχα πει πως, αν το ταξίδι ήταν ανατολικά, θα κατέβαινα από το πλοίο. Και άναψε σαν δαδί.
Όρθωσε το κορμί του και το μέχρι τότε γελαστό πρόσωπό του συννέφιασε σαν μαρτιάτικος ουρανός.
«Άλλο πάλι και τούτο! Είχε στραβώσει στ’ αλήθεια μ’ αυτή την ιστορία Είναι και το μυαλό του θολό από το ποτό, κι όλα του φταίνε», σκέφτηκα.
Και τότε, με τη μανιάτικη προφορά του, κομματιαστή και βαριά, συρμένη σαν να έβγαινε κάθε λέξη από τα βάθη του στήθους του, γύρισε προς το μέρος μου και μου είπε:
«Τελικά, είσαι πολύ μεγάλο καθίκι! Αλλά σε πάω!»
Δεν μπόρεσα να μη χαμογελάσω.
«Είμαι ένα κάθαρμα, δεν το αρνούμαι. Ναι, ξέρω πόσο άσχημα φέρθηκα και πόσο καθίκι είμαι. Αλλά έλα και στηρίξου επάνω μου.»
«Καλά, λοιπόν! Αφού επιμένεις. Αλλά σ’ το ξαναλέω: είσαι πολύ μεγάλο καθίκι!»
Και αυτή τη φορά δέχτηκε να στηριχτεί επάνω μου. Συνεχίσαμε, λοιπόν, να περπατάμε σιωπηλοί.
Ακούγοντας τον ήχο των βημάτων μας, προσπαθούσα να κρατήσω το βήμα μαζί του. Η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή και ο δρόμος απαλά φωτισμένος. Μπορούσα να βλέπω τα πόδια του ολοκάθαρα καθώς προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Κι εκεί, μέσα στη σιωπή, σκέφτηκα πως ο άνθρωπος που λίγες ώρες πριν μου μιλούσε αυστηρά σαν πλοίαρχος, τώρα περπατούσε δίπλα μου σαν ένας μεγαλύτερος αδελφός. Μόνο που, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, εξακολουθούσε να θεωρεί πως ήμουν… πολύ μεγάλο καθίκι! Ο Κάπτεν, τώρα δίπλα μου, περπατούσε αδιάφορα με το κεφάλι σκυφτό. Ούτε που μιλούσε. Λέξη δεν ανταλλάξαμε όσο τον κρατούσα αγκαζέ. Αυτό μου έκανε εντύπωση.Είχαμε φτάσει στην προβλήτα όταν τα πόδια μου είχαν αρχίσει να κουράζονται. Διασχίσαμε την είσοδο και φτάσαμε στο κιγκλίδωμα, όπου μας περίμεναν οι λάντζες. Εκεί επιβιβαστήκαμε. Απέναντι, στο αγκυροβόλιο, τα φώτα των πλοίων παιχνίδιζαν πάνω στο νερό. Ο αδελφός του πήδησε πρώτος στη λάντζα, για να τον κρατήσει καθώς θα κατέβαινε στο κατάστρωμα του σκάφους. Ο Κάπτεν προσγειώθηκε στο εξωτερικό κάθισμα της λάντζας. Τέντωσε την πλάτη, τους ώμους, τον λαιμό του και έγειρε το κορμί του πάνω στην κουπαστή. Άπλωσε τα πόδια του, στήριξε τους αγκώνες του και ακούμπησε το κεφάλι στην ξύλινη πλάτη κάτω από το στέγαστρο του μικρού σκάφους. Και έμεινε εκεί. Ακίνητος. Κοιτούσε επίμονα το φεγγαρόλουστο νερό, δίχως να σαλεύει. Τακτοποιήθηκα κι εγώ και κάθισα δίπλα του, παρατηρώντας τα φώτα των πλοίων απέναντι. Έμοιαζαν ακίνητα, κρεμασμένα πάνω στο νερό, σαν παραλυμένα. Μόλις ξεκίνησε η λάντζα, ο καπετάνιος, με μισόκλειστα τα βλέφαρα, έριξε ένα βλέμμα μπροστά του. Ύστερα έφερε αργά το χέρι στα μαλλιά και τα έστρωσε με την παλάμη.
«Είσαι εντάξει; Πώς αισθάνεσαι;» τον ρώτησα και τον κοίταξα. Δεν μου απάντησε.
Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, κάθε άλλος θόρυβος του λιμανιού πνιγόταν από το βίντσι ενός μεγάλου 
πετρελαιοφόρου που βρισκόταν αγκυροβολημένο έξω από τον λιμένα. Μαούνες φορτωμένες με σωρούς προϊόντων στριμώχνονταν στο βάθος της προβλήτας.
Και έπειτα, σαν να θυμήθηκε ξαφνικά κάτι, μου έπιασε το μπράτσο. Σαν κάτι να είχε ξεχάσει. Κάτι σημαντικό. Με κοίταξε χαμογελώντας, με ορθάνοιχτα μάτια.
«Ώστε, λοιπόν, είχες κιόλας σκοπό να φτάσεις ίσαμε εκεί!»
Το βίντσι του μεγάλου βαποριού σταμάτησε να κάνει θόρυβο, εκεί έξω, κοντά στον βραχίονα του λιμανιού. Κατάλαβα. Η μνήμη του είχε ξαναγυρίσει στα γεγονότα της Κορέας: στην απουσία μου από την «παράτα» και στη δήλωσή μου πως θα εγκατέλειπα το βαπόρι αν η πορεία μας ήταν ανατολική.
Καθισμένος κοντά του, έμεινα σιωπηλός. Τον άφησα να συνεχίσει τις σκέψεις του, προσπαθώντας παράλληλα να διακρίνω το πλοίο μας. Ο μακρύς, ογκώδης όγκος του πετρελαιοφόρου μπροστά μας έφραζε την ορατότητα. Κι έτσι, μέσα στη νύχτα, η λάντζα συνέχιζε αργά την πορεία της προς το πλοίο.
Κι εγώ περίμενα. Δεν ήξερα ακόμη τι ακριβώς είχε στο μυαλό του. Το βίντσι του βαποριού ακούστηκε πάλι, καθώς έτριζε.
«Διορθώνουν τα κλειδιά της άγκυρας», είπε ο καπετάνιος.
«Σαν να αγκυροβόλησε πολύ κοντά στον βραχίονα του λιμανιού,» συμπλήρωσα, περισσότερο για να σπάσω τη σιωπή. Δεν μίλησα ξανά. Ούτε ο καπετάνιος. Ήταν σιωπηλός και απόμακρος, αλλά τώρα πια νηφάλιος. Έτσι συνεχίσαμε σχεδόν αμίλητοι, μέχρι  που η λάντζα πλαγιοδέτησε στη σκάλα του βαποριού.
Την επόμενη μέρα, ένα κυριακάτικο πρωινό, σαν κι αυτό που ο Θεός ξημέρωσε με καθαρό ουρανό, ο καπετάνιος μας, ανάλαφρος σαν πούπουλο, σηκώθηκε νηφάλιος και με πλήρη διαύγεια πνεύματος. Προσπαθούσε να ανασυνθέσει την πραγματικότητα της προηγούμενης νύχτας. Τα θυμόταν όλα. Μα πιο πολύ θυμόταν το Jim Beam.
«Άτιμο πράγμα αυτό το Jim Beam! Με χάλασε!» Το θέμα είναι τώρα τι λες στον Κάπτεν μας, ο οποίος είχε κατεβάσει ένα μπουκάλι Johnnie Walker και απλώς είχε… βρέξει τα χείλη του με το Jim Beam;
Εγώ, πάντως, θυμήθηκα τα λόγια του παππού μου, που με συμβούλευε από την εφηβεία μου:
«Γιατί, όπως όλοι ξέρουμε, τελικά δε φταίει το ποτό γενικά. Φταίει εκείνο το τελευταίο ποτό για όλα!»
Και κάπως έτσι, το Jim Beam απέκτησε τη θέση που του άρμοζε στην ιστορία εκείνης της νύχτας.
Ο Johnnie Walker είχε κάνει το ταξίδι. Ο Jim Beam, όμως, είχε κάνει τη ζημιά.
Το πλοίο ανεφοδιάστηκε με καινούργια καύσιμα και τα μολυσμένα, διαβρωτικά καύσιμα παραδόθηκαν για παραλαβή στη στεριά. Έγιναν οι απαραίτητες επισκευές και, όταν όλα ήταν πλέον έτοιμα, συνεχίσαμε το ταξίδι μας προς τον λιμένα εκφόρτωσης. Στο Σουέζ ζήτησα και έγινε η αντικατάστασή μου. Είχα συμπληρώσει δέκα μήνες μπάρκο, έχοντας κάνει, σχεδόν χωρίς να το αντιληφθώ, έναν πλήρη γύρο του κόσμου. Έναν γύρο του κόσμου σαν άλλος Φιλέας Φογκ.
Μόνο που ο δικός μου γύρος δεν έγινε σε ογδόντα ημέρες. Ο γύρος του κόσμου σε δέκα μήνες…Και κάπου εκεί τελείωσε ένα ακόμη μπάρκο. Ένα μπάρκο που ξεκίνησε για μένα ως μια απλή επαγγελματική αλλαγή, από τους γίγαντες των 300.000 DWT στο μικρό SD14 των 14.000 DWT , και κατέληξε να μου χαρίσει έναν ολόκληρο κόσμο εμπειριών. Από τη Σαγκάη και τα  ακατάλληλα καύσιμα, μέχρι τη Βόρεια Κορέα, τη Φορμόζα και εκείνη τη νύχτα με το καταραμένο Jim Beam. Άλλο ένα μπάρκο είχε περάσει στην ιστορία.

 
Web Informer Button