ADS

click to open

Social Icons

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθοπλασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθοπλασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

One Night Stand at Thessaloniki

.Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι: (Part:2)....Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε για περισσότερες λεπτομέρειες Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)
Η Ναυσικά ένιωσε μια πρωτόγνωρη έξαψη να την κατακλύζει. Η πρόταση της Ανδρομάχης δεν ήταν απλώς μια πρόταση, ήταν ένα στοίχημα. Ένιωσε την καρδιά της να χτυπά με έναν ρυθμό που δεν είχε ξανακούσει – έναν ρυθμό ρυθμικό, σχεδόν προκλητικό. Η Ανδρομάχη δεν της ζήτησε απλώς να πάνε ένα ταξίδι. Της ζήτησε να συνωμοτήσουν, να γίνουν οι αρχιτέκτονες ενός παιχνιδιού όπου οι ρόλοι θα αντιστρέφονταν. Το βλέμμα της Ανδρομάχης παρέμενε καρφωμένο πάνω της, βαρύ από υποσχέσεις και μια σιγουριά που τρόμαζε και συνάμα μαγνήτιζε τη Ναυσικά. «Τρεις μέρες και δύο νύχτες...» ψιθύρισε η Ναυσικά, με τη φωνή της να ακούγεται ασυνήθιστα σταθερή, παρά την εσωτερική της αναταραχή. «Στη Θεσσαλονίκη, εδώ που ο αέρας μυρίζει πάντα θάλασσα και ανυπακοή.» Έσφιξε ανεπαίσθητα το χέρι της Ανδρομάχης, παρασυρμένη από την ένταση της στιγμής. Η λογική της, που πάντα την έκανε να ζυγίζει τα βήματά της, εκείνη τη στιγμή φάνταζε σαν ένα παλιό, ξεθωριασμένο ρούχο που δεν χρειαζόταν πια. «Δεν είναι μόνο η πρόκληση, Ανδρομάχη», απάντησε η Ναυσικά, τολμώντας να την κοιτάξει με μια νέα αυθάδεια. «Είναι η απελευθέρωση. Το να αφήσουμε άλλους να νομίζουν ότι κρατούν τα ηνία, ενώ εμείς θα κινούμαστε στις σκιές, παρατηρώντας τους να πέφτουν στην παγίδα της δικής μας αδιαφορίας... ή της δικής μας γοητείας. Είναι ένα παιχνίδι που δεν έχω παίξει ποτέ, αλλά νιώθω ότι οι κανόνες του είναι γραμμένοι στο αίμα μου.» Ένα μικρό, σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της Ναυσικάς. Η σκέψη των αντρών που θα πίστευαν πως ήταν οι κυρίαρχοι, ενώ στην πραγματικότητα θα ήταν απλώς πιόνια σε μια παρτίδα που η ίδια και η Ανδρομάχη θα διηύθυναν, της έδωσε μια αίσθηση δύναμης που δεν είχε γνωρίσει ποτέ. «Δέχομαι το στοίχημα», είπε η Ναυσικά, και η φωνή της τώρα είχε τη σιγουριά μιας γυναίκας που μόλις είχε αποφασίσει να κάψει τις γέφυρες με τον παλιό της εαυτό. 
Η Ανδρομάχη σταμάτησε για μια στιγμή, αφήνοντας το αεράκι του Θερμαϊκού να της ανακατέψει τα μαλλιά, και με το βλέμμα στραμμένο προς το βάθος του ορίζοντα, συμπλήρωσε με φωνή που έμοιαζε να κουβαλάει όλη τη μαγεία της πόλης: «Απόψε στη Θεσσαλονίκη ο έρωτας περιφέρεται ανάμεσα στα φώτα της παραλίας και τις σκιές των στενών! Είναι ένας έρωτας αλλιώτικος, Ναυσικά. Δεν κρατάει χάρτη και δεν υπόσχεται επιστροφές. Περιφέρεται ανάμεσα στα φώτα της παραλίας και τις σκιές των στενών, και μας περιμένει γιατί η Θεσσαλονίκη δεν κοιμάται ποτέ όταν έρχεται η νύχτα.». 
Η Ναυσικά έγνεψε καταφατικά, νιώθοντας πως η βραδιά μόλις είχε αρχίσει να ξεδιπλώνεται σαν ένα σπάνιο χειρόγραφο.
«Και ο ρασοφόρος;» ρώτησε η Ναυσικά, χαμηλώνοντας λίγο τον τόνο της φωνής της.
«Ο ρασοφόρος;» επανέλαβε η Ανδρομάχη, αφήνοντας το όνομα να γλιστρήσει από τα χείλη της σαν μια λέξη χωρίς πια κανένα βάρος.» Έκανε ένα βήμα πιο κοντά, τόσο που η Ναυσικά μπορούσε να νιώσει την ανάσα της, μια ανάσα που μύριζε υπόσχεση και ελευθερία. «Ξέχνα τον, Ναυσικά. Στη Θεσσαλονίκη, τα κλαμπ δεν είναι ναοί σιωπής. Είναι φωτεινές αρένες, γεμάτες ζωή, παλμό και δίψα. Εκεί θα βρεις δεκάδες ρασοφόρους. Θα είναι σαν κι εμάς, άνθρωποι που αναζητούν την ένταση για να νιώσουν ζωντανοί.» Η Ανδρομάχη χτύπησε ελαφρά το χέρι της Ναυσικάς, σαν να επικύρωνε μια συμφωνία. «Φαντάσου το. Να μπαίνουμε μέσα, να γινόμαστε το επίκεντρο χωρίς να προσπαθούμε, και να βλέπουμε τον καθέναν από αυτούς να προσπαθεί να μας κερδίσει, πιστεύοντας πως είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Θα παίξουμε μαζί τους, θα τους αφήσουμε να μας πλησιάσουν, θα τους αφήσουμε να πιστέψουν πως μας κατέκτησαν... και τη στιγμή που θα νομίζουν ότι έχουν τον έλεγχο, εμείς θα έχουμε ήδη φύγει, αφήνοντάς τους να αναρωτιούνται τι τους χτύπησε. Λοιπόν; Θα πάμε να βρούμε την πυρκαγιά που μας περιμένει;»
«Εμείς θα έχουμε ήδη φύγει, αφήνοντάς τους να αναρωτιούνται τι τους χτύπησε! Και αν μας ανάψουν φωτιές;» τη ρωτάει προβληματισμένη η Ναυσικά. 
Η Ανδρομάχη χαμογέλασε, ένα χαμόγελο που δεν έφτανε μόνο στα χείλη, αλλά φώτιζε όλο της το πρόσωπο με μια άγρια, σχεδόν αρχέγονη ικανοποίηση. «Αν μας ανάψουν φωτιές, Ναυσικά... τότε το παιχνίδι σταματά να είναι δικό τους και γίνεται δικό μας», απάντησε η Ανδρομάχη, «Αν μας ανάψουν φωτιές, δεν τις σβήνουμε. Τις αφήνουμε να φουντώσουν, γιατί μόνο μέσα στη φλόγα μπορείς να δεις ποιος άντρας έχει το θράσος να αντέξει το κάψιμο.» Σταμάτησε για μια στιγμή, αφήνοντας το βλέμμα της να περιπλανηθεί στο κενό, σαν να έβλεπε ήδη τις σκηνές που θα εκτυλίσσονταν στα κλαμπ της Θεσσαλονίκης. «Αν μας ανάψουν φωτιές, τους αφήνουμε να μας πλησιάσουν όσο πιο κοντά αντέχουν. Και όταν νιώσουν τη δύναμη της δικής μας πυρκαγιάς, όταν καταλάβουν πως η δική μας φλόγα είναι πολύ πιο ισχυρή, πολύ πιο καταστροφική από τη δική τους, τότε τους αναγκάζουμε να μας παραδοθούν. Δεν είναι πια θέμα κυριαρχίας, είναι θέμα επιβίωσης. Αν ένας άντρας ανάψει φωτιά μπροστά μας, θα απαιτήσουμε να μας την προσφέρει ολόκληρη. Θα τον κάνουμε να μας κοιτάξει και να καταλάβει πως, από εκείνη τη στιγμή, η ζωή του περιστρέφεται γύρω από τη δική μας θέληση.
Δεν φοβόμαστε τις πυρκαγιές, Ναυσικά. Εμείς είμαστε εκείνες που τις τροφοδοτούν. Αν κάποιος τολμήσει να παίξει μαζί μας, θα τον αφήσουμε να μας κάψει ακριβώς όσο χρειαζόμαστε για να νιώσουμε ζωντανές, και μετά... μετά θα τον αφήσουμε να καίγεται μόνος του, αναρωτώμενος πώς έχασε τα πάντα μέσα σε μια νύχτα. Είσαι έτοιμη να γίνεις η φωτιά που κανείς δεν μπορεί να τιθασεύσει;»
Παρασκευή βραδύ η Ναυσικά ενημέρωσε την επικεφαλής του γκρουπ πως πιθανόν δεν θα μείνουν απόψε στο ξενοδοχείο, διότι έχουν προγραμματίσει με την Ανδρομάχη να συναντήσουν μια ξαδέλφη της όπου θα διανυκτερεύσουν και το πρωί θα έλθουν να συναντηθούν με τους υπόλοιπους στο ξενοδοχείο για την συνέχεια του προγράμματος. Η κίνηση της Ναυσικάς ήταν η τέλεια «κάλυψη» για να ξεφύγουν από τα αδιάκριτα βλέμματα του γκρουπ.. Η ξαδέλφη της Ναυσικάς ήταν το εισιτήριό τους για την απόλυτη ελευθερία τους. Η Θεσσαλονίκη, με τη νυχτερινή της ατμόσφαιρα, το λιμάνι και τα στενά της, είναι το ιδανικό σκηνικό για να μετατραπεί η αγωνία της διαδρομής σε δράση. Ενώ το γκρουπ θα τακτοποιείται στο ξενοδοχείο, η Ανδρομάχη και η Ναυσικά θα αναζητήσουν το δικό τους καταφύγιο. Το ψέμα για την ξαδέλφη τους είχε ανοίξει τον δρόμο για μια νύχτα που δεν θα έμοιαζε με καμία άλλη.» Είναι πλέον ελεύθερες. 
«Και όλα αυτά τα κάνω για έναν και μόνο λόγο φιλενάδα... να μην νιώθεις άβολα,και μην τους δώσουμε πάτημα για κουτσομπολιά και ψιθύρους!
Άλλωστε γι αυτό το λόγο είμαι εδώ, να σε κάνω να νιώθεις ασφαλής… σύμμαχος… τείχος προστασίας.!» Της λέει πουτανιάρικα και φλυαρώντας αναχώρησαν προς το πάρκινγκ του ξενοδοχείου όπου τις ανέμενε η εξαδέλφη της Ναυσικάς.
Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που οι δυο φιλενάδες είχαν βγει να διασκεδάσουν οι δυο τους παρέα και απόψε ετοιμάστηκαν για μια ξέφρενη βραδινή έξοδο! ! Όσο κι αν δεν θέλουν να το συνειδητοποιήσουν τα τριάντα πέντε τους χρόνια έχουν χτυπήσει την πόρτα τους. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα βάψουν μαύρα. Βρίσκονται στην καλύτερη και πιο δημιουργική ηλικία για τη γυναίκα γενικότερα! Η αλήθεια είναι ότι θέλουν να βγουν, να φλερτάρουν, να διασκεδάσουν και να λειτουργήσουν  αποχαιρετώντας το καλοκαίρι όσο πιο αυθόρμητα γίνεται. Έχουν κουραστεί από τα πρέπει της λογικής και θέλουν απόψε να κάνουν του κεφαλιού τους. Διψάνε για λίγη περιπέτεια και ελευθερία. Μπούκωσαν από τις ευθύνες, από τα προβλήματα και θέλουν απόψε να ξεγράψουν αυτούς τους μπελάδες από το μυαλό τους. Τι θέλουν, τι πραγματικά ζητούν;  Ένα διάλειμμα από την καθημερινότητά τους. Έναν ερωτικό πειρασμό που ελλοχεύει εκεί έξω να τις βάλει σε περιπέτειες και να στείλει την αδρεναλίνη στα ύψη, σε ένα «παιχνίδι» ενηλίκων. Πολλές γυναίκες σ΄ αυτή την ηλικία καταφεύγουν στην αναζήτηση αυτής της συγκίνησης, ταράζοντας έτσι τα λιμνάζοντα νερά της καθημερινότητάς τους. Τα τελευταία χρόνια δεν είναι λίγες οι παντρεμένες γυναίκες που ενδίδουν στο φλερτ κάποιου άλλου άντρα, ακόμα κι αν έχουν καταφέρει επανειλημμένως να αντισταθούν στους «πειρασμούς» στο παρελθόν ώστε να ανανεώσουν την σεξουαλική τους ζωή. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο όρος «σεξουαλική ζωή» μοιάζει με άγνωστη λέξη σε μια μακροχρόνια σχέση. Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο που μια γυναίκα αναζητά άλλον παρτενέρ για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές της ανάγκες. Η σεξουαλική ανία στο γάμο της, είναι ίσως ο συνηθέστερος λόγος και τα κίνητρα που οδηγούν μια γυναίκα σε ξένη αγκαλιά που της προκαλεί ερεθισμό και σεξουαλική διέγερση και κυλιέται με τον εραστή στο κρεββάτι της «αμαρτίας.»
......Ο Αλκιβιάδης ένιωσε μια έντονη απορία για την την απάθεια της Ανδρομάχης, όταν του μετέφερε την είδηση πως ο ρασοφόρος πνευματικός της δεν έμεινε μαζί τους στο ξενοδοχείο αλλά αναχώρησε για το Άγιο όρος. Θυμάται πως η προσμονή της για αυτό το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη ήταν τόσο έντονη. Και όμως του μετέφερε την πληροφορία σαν να ένιωσε μια υποδόρια ανακούφιση. Ίσως όταν η Ανδρομάχη τον είδε τον «ρασοφόρο» να σαλιαρίζει με τη φοιτήτρια, η οργή της να λειτούργησε  σαν αρνητικός καταλύτης. Με το να αναχωρήσει λοιπόν ο ρασοφόρος ίσως να την απάλλαξε από το βάρος να διαχειριστεί την παρουσία του ενώ η ίδια έβραζε από θυμό. Η οργή να την «ξύπνησε» από τη μέθη της προσμονής για αυτό το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, που πριν έμοιαζε με μια ειδυλλιακή κοινή πορεία τους. ...Ο κατεργάρης φίλος του και πνευματικός της Ανδρομάχης, του είχε υποσχεθεί να κοιμάται ήσυχος, να μην ανησυχεί, για την συμπεριφορά της Ανδρομάχης. Αυτός θα είναι φύλακας φρουρός που θα φροντίζει και θα προσέχει ώστε το κορίτσι τους να μην απομακρυνθεί από τα μονοπάτια της κοινωνικής ηθικής και το δρόμου του Θεού στη διάρκεια της εκδρομής τους. Με την προσευχή του και την ευλογία του θα της κρατάει άγρυπνη την ηθική της συνείδηση, ώστε να μην πέσει στις  παγίδες και στις πλεκτάνες του διαβόλου. Ο Σατανάς στήνει τα δίχτυα του και απλώνει τα πλοκάμια του, σε παντρεμένες γυναίκες να παρασυρθούν σε εξωσυζυγικές ερωτικές σχέσεις! Και αυτός δεν παρέμεινε δίπλα της, να τον νιώθει φύλακα προστάτη της  ώστε να μην επηρεάζεται από τον ύπουλο πειρασμό των Πρωτοπλάστων αναζητώντας να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές της ανάγκες εκτός συζυγικής κλίνης. Με τη στιβαρή Ιερομαναχική παρουσία του με πλούσια εμπειρία από το γυναικείο κοινό της ενορίας του, να την προστατεύσει να μην πλανηθεί από τον απατεώνα σατανά, που παρακινεί με χίλιους δυο τρόπους τις γυναίκες, πονηρά και ύπουλα σε αμαρτωλές σκέψεις! Και εάν τις αμαρτωλές σκέψεις που της έβαλε ο Σατανάς στο νου όταν αρχίζει να τις κάνει πράξεις, τότε έχει ήδη διαβεί τον δρόμο της αμαρτίας και της ενοχής της. Πόσο διαφορετικό θα ήταν το συναίσθημα του αν αισθανόταν ο Αλκιβιάδης ότι ο ρασοφόρος φίλος του ήταν διαρκώς διπλά της φύλακας άγγελος της να την αποτρέψει από πονηρά ερωτικά παραστρατήματα. Κι όμως οι υποσχέσεις του έμειναν κενές περιεχόμενου όταν ο «άγιος» πατέρας πήρε τα όρη και τα βουνά της Χαλκιδικής. Δηλαδή αναρωτιέται ο Αλκιβιάδης ο ρασοφόρος φίλος της και πνευματικός της δεν προβληματίζεται πως αυτή τη νύχτα στη Θεσσαλονίκη ίσως κάποιος αδέσποτος εραστής της μιας βραδιάς να έχει το προνόμιο να κάνει μαζί της ερωτικά παιγνίδια, να γεύεται τα θεσπέσια καπούλια της!
 ............Τα κορίτσια λοιπόν αποφάσισαν μια βραδινή έξοδο στη Θεσσαλονίκη σε ένα club/bar, από μερικές πολύ δημοφιλείς επιλογές, με καλή μουσική, όμορφη ατμόσφαιρα και προσεγμένη εξυπηρέτηση, για μια κλασική «girls' night out», Το κέντρο της πόλης προσφέρεται να τους χαρίσει αξέχαστες εμπειρίες, αφού αδιαμφισβήτητο σήμα-κατατεθέν του αποτελούν τα bars του. Τα βήματά τους τις οδήγησαν σε ένα από τα πιο ιδιαίτερα club/bar της Θεσσαλονίκης, κρυμμένο μέσα σε μια στοά. Έναν χώρο με την ατμόσφαιρα ενός αυθεντικού μπαρ, που ευνοεί την παρέα και την όμορφη κουβέντα, ενώ παράλληλα σε ταξιδεύει σε μια διαφορετική γωνιά της πόλης μέσα από τον ξεχωριστό χαρακτήρα και την αισθητική του. Με την προσεγμένη εξυπηρέτηση, τη ζεστή φιλοξενία και τη μουσική που δημιουργεί την ιδανική διάθεση, τα κορίτσια είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν όμορφες, ποιοτικές και αξέχαστες στιγμές, κάνοντας τη βραδινή τους έξοδο στη Θεσσαλονίκη μια εμπειρία που θα θυμούνται για καιρό. Ήταν ένα ιδιαίτερο στέκι για τους νέους, αλλά και για ανθρώπους κάθε ηλικίας που αγαπούν την καλή μουσική και την όμορφη ατμόσφαιρα. Ένας χώρος όπου μια νέα γυναίκα, όπως η Ανδρομάχη, μπορούσε να βρεθεί με την παρέα της ή ακόμη και μόνη της, χωρίς να αισθάνεται άβολα, απολαμβάνοντας τη βραδιά με ασφάλεια, άνεση και καλή διάθεση. Εισήλθε αγέρωχη και αέρινη, λουσμένη σε μια ανεπιτήδευτη λάμψη που αναδείκνυε τη φυσική της ομορφιά. Κάθε της βήμα πρόδιδε αυτοπεποίθηση και μια ήρεμη βεβαιότητα για τον εαυτό της. Χωρίς να το επιδιώκει, μονοπωλούσε τα ανδρικά, και όχι μόνο,  βλέμματα. Οι φλογερές ματιές που τη συνόδευαν έμοιαζαν να μην την αγγίζουν· τις προσπερνούσε με διακριτική αδιαφορία, γιατί ο νους της ήταν στραμμένος αλλού. Ήξερε, ή τουλάχιστον ήθελε να πιστεύει, πως κάπου μέσα σε εκείνον τον χώρο βρισκόταν ο άνθρωπος που είχε έρθει να αναζητήσει εκείνο το βράδυ. Αναζητούσε έναν ελκυστικό νεαρό άνδρα, από εκείνους που εκείνη την εποχή κατέφθαναν στη Θεσσαλονίκη για να παρακολουθήσουν μεταπτυχιακά προγράμματα στα πανεπιστήμια της συμπρωτεύουσας. Νέοι γεμάτοι όνειρα, φιλοδοξίες και προσδοκίες, που, όσο κι αν αφοσιώνονταν στις ακαδημαϊκές τους υποχρεώσεις, είχαν ανάγκη από μικρές αποδράσεις από την απαιτητική καθημερινότητα. Έτσι, όταν έπεφτε η νύχτα, πολλοί από αυτούς αναζητούσαν λίγες στιγμές χαλάρωσης σε κάποιο μπαρ ή κλαμπ της πόλης. Με ένα ποτό, καλή μουσική και ευχάριστη παρέα προσπαθούσαν να αποφορτιστούν από την πίεση των σπουδών, να ξεφύγουν για λίγο από τη ρουτίνα και να νιώσουν τον παλμό της ζωντανής νυχτερινής ζωής της Θεσσαλονίκης. Ανάμεσα στους θαμώνες βρίσκονταν και νεαροί εμπορικοί αντιπρόσωποι ή στελέχη εταιρειών, που είχαν ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη με αφορμή την εμπορική έκθεση που φιλοξενούσε εκείνες τις ημέρες η πόλη. Μετά το τέλος των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων, πολλοί επέλεγαν να γνωρίσουν τη νυχτερινή ζωή της συμπρωτεύουσας, καταλήγοντας σε κάποιο μπαρ ή κλαμπ για ένα ποτό, λίγη μουσική και ευχάριστη συντροφιά, αφήνοντας τη συνέχεια της βραδιάς να εξελιχθεί αυθόρμητα. Για μια γυναίκα που δεν αναζητούσε μια σοβαρή ή μακροχρόνια σχέση, αλλά επιθυμούσε απλώς μια ευχάριστη γνωριμία, μια όμορφη συζήτηση ή μια βραδιά χωρίς δεσμεύσεις και υπερβολικές προσδοκίες, ένα τέτοιο περιβάλλον μπορούσε να προσφέρει ευκαιρίες για αυθόρμητες ανθρώπινες επαφές, βασισμένες στον αμοιβαίο σεβασμό και την κοινή διάθεση για διασκέδαση. Ιδίως για μια γυναίκα που δεν επιθυμούσε να οδηγήσει μια γνωριμία σε κάτι πιο σοβαρό ή μακροχρόνιο. Δεν αναζητούσε υποσχέσεις ούτε σχέδια για το μέλλον· της αρκούσε η μαγεία της στιγμής. Μια όμορφη συνάντηση, μια ειλικρινής έλξη, μια βραδιά γεμάτη κουβέντα, χαμόγελα και αμοιβαία επιθυμία να απολαύσουν ο ένας την παρέα του άλλου, χωρίς προσδοκίες και δεσμεύσεις πέρα από εκείνη τη νύχτα. Ίσως, τελικά, ορισμένες γνωριμίες να αποκτούν την αξία τους ακριβώς επειδή δεν υπόσχονται τίποτε περισσότερο από το να κάνουν δύο ανθρώπους να μοιραστούν μια όμορφη στιγμή. Η Ανδρομάχη, ήξερε καλά τι αναζητούσε και, κυρίως, τι δεν επιθυμούσε να υποσχεθεί ούτε στον εαυτό της ούτε σε κάποιον άλλον. Για εκείνη, η σωστή απόφαση ήταν να ζήσει τη στιγμή όπως ερχόταν, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς προσδοκίες και χωρίς να προβάλλει το μέλλον πάνω σε μια όμορφη γνωριμία. Άλλωστε, κάποιες συναντήσεις έχουν αξία ακριβώς επειδή ανήκουν μόνο σε μια νύχτα και δεν ζητούν τίποτε περισσότερο. Οκ... πάμε στα βαθιά!» σκέφτηκε χαμογελώντας. Αυτό που αναζητούσε εκείνο το βράδυ ήταν έναν νέο άνδρα με έντονο ερωτισμό, αυτοπεποίθηση και διάθεση να μοιραστεί μαζί της μια νύχτα γεμάτη πάθος και αμοιβαία απόλαυση. Δεν την απασχολούσε το αύριο ούτε οι υποσχέσεις μιας σχέσης· επιθυμούσε μια εμπειρία που θα την έκανε να νιώσει ξανά ζωντανή, επιθυμητή και ελεύθερη. Ήθελε έναν σύντροφο που να μπορούσε να ανταποκριθεί στον ρυθμό και στις επιθυμίες της, ώστε η νύχτα τους να κυλήσει χωρίς βιασύνη, με ένταση, εναλλαγές και στιγμές βαθιάς οικειότητας. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, επιζητούσε να βιώσει μια ολοκληρωμένη ερωτική εμπειρία που θα αναζωπύρωνε την αυτοπεποίθησή της και θα της θύμιζε τη δύναμη της έλξης, της επιθυμίας και της αμοιβαίας απόλαυσης. Στο μυαλό της Ανδρομάχης υπήρχε μια σκέψη που ολοένα και δυνάμωνε. Πίστευε πως ένας εραστής, απαλλαγμένος από τη φθορά της καθημερινότητας, ήταν συχνά πιο πρόθυμος να εκφράσει τον θαυμασμό του, να χαρίσει ένα ειλικρινές κομπλιμέντο και να κάνει μια γυναίκα να αισθανθεί επιθυμητή και ξεχωριστή. Αντίθετα, σε μια μακροχρόνια σχέση, η οικειότητα πολλές φορές έκανε τους ανθρώπους να θεωρούν ορισμένα πράγματα αυτονόητα. Τα λόγια θαυμασμού λιγόστεψαν, όχι απαραίτητα επειδή η αγάπη ή η έλξη είχαν χαθεί, αλλά επειδή η καθημερινότητα και η συνήθεια συχνά επισκίαζαν την ανάγκη να εκφράζονται. Και για μια γυναίκα όπως η Ανδρομάχη, που είχε ανάγκη να νιώθει πως την προσέχουν, την ποθούν και την εκτιμούν, αυτή η έλλειψη επιβεβαίωσης είχε αρχίσει να βαραίνει περισσότερο απ' όσο ήταν διατεθειμένη να παραδεχτεί. «Η μάχη είναι, όπως και να το κάνουμε, Αλκιβιάδη, άνιση», είπε με ένα αδιόρατο χαμόγελο. «Στο δικό μου μυαλό, τουλάχιστον, ο εραστής ξεκινά πάντοτε με προβάδισμα.»
Στα μάτια της Ανδρομάχης, ο εραστής είχε το πλεονέκτημα της προσμονής, της καινούργιας γνωριμίας και της ανάγκης να κατακτήσει. Πρόσεχε τις λεπτομέρειες, χάριζε απλόχερα τον θαυμασμό του και έκανε τη γυναίκα να αισθάνεται μοναδική. Ο μόνιμος σύντροφος, αντίθετα, συχνά παρασυρόταν από τη δύναμη της συνήθειας, αφήνοντας την καθημερινότητα να σκεπάσει όσα κάποτε εξέφραζε με ευκολία.
Ίσως να μην ήταν πάντα έτσι. Ίσως να υπήρχαν σχέσεις που διέψευδαν αυτή την πεποίθηση. Εκείνη, όμως, εκείνη τη στιγμή της ζωής της, ήταν βέβαιη πως, στη δική της προσωπική ζυγαριά, ο εραστής έβγαινε νικητής. Στη σκέψη της Ανδρομάχης, τα πράγματα έμοιαζαν σχεδόν αναπόφευκτα. Όταν μια γυναίκα αισθάνεται ότι η μοναξιά έχει φωλιάσει μέσα στη σχέση της και εμφανιστεί ένας άλλος άνδρας πρόθυμος να την ακούσει, να της σταθεί με κατανόηση και να της προσφέρει την προσοχή που της έχει λείψει, τότε οι άμυνες της αρχίζουν να υποχωρούν. Από εκεί και πέρα, πίστευε πως η απόσταση που χωρίζει τη συναισθηματική εγγύτητα από την ερωτική έλξη μπορεί να μικρύνει επικίνδυνα. Ο δρόμος προς την απιστία δεν ανοίγει απαραίτητα από την επιθυμία του σώματος, αλλά συχνά από την ανάγκη της ψυχής να νιώσει ξανά ότι κάποιος την βλέπει, την ακούει και την εκτιμά. Ο Αλκιβιάδης δεν μπορούσε να διώξει από το μυαλό του μια επίμονη σκέψη. Μήπως η Ανδρομάχη, η γυναίκα που λάτρευε τα ταξίδια, αναζητούσε διαρκώς νέες εμπειρίες, αγαπούσε την καλή παρέα, τη διασκέδαση και την αίσθηση της περιπέτειας, είχε οργανώσει εκείνη την τριήμερη απόδραση στη Θεσσαλονίκη με ένα κίνητρο που ξεπερνούσε την απλή αλλαγή παραστάσεων; Η σκέψη τον βασάνιζε. Ίσως να μην ήταν μόνο τα αξιοθέατα της πόλης, οι βόλτες στην παραλία ή η έντονη νυχτερινή ζωή που την είχαν ελκύσει. Ίσως να επιθυμούσε να αφεθεί στην ελευθερία που προσφέρει ένα ταξίδι μακριά από την καθημερινότητα, εκεί όπου κανείς δεν τη γνώριζε και τίποτε δεν τη δέσμευε. Δεν είχε αποδείξεις· μόνο εικασίες που γεννούσε η ζήλια και η φαντασία του. Κι όμως, δεν μπορούσε να αποφύγει την εικόνα που σχηματιζόταν μέσα του: οι νύχτες της να κυλούν ανάμεσα στη μουσική, τα φώτα της πόλης και τη συντροφιά ενός γοητευτικού νεαρού άνδρα, αφήνοντας την έλξη της στιγμής να οδηγήσει τη γνωριμία τους εκεί όπου μόνο οι δυο τους γνώριζαν. Η Ανδρομάχη ήταν μια γυναίκα πνευματώδης, κεφάτη και με έντονη μποέμικη διάθεση. Διέθετε εκείνη τη σπάνια ικανότητα να κάνει τους ανθρώπους γύρω της να αισθάνονται άνετα, να γελούν και να απολαμβάνουν τη συντροφιά της. Η γοητεία της δεν στηριζόταν μόνο στην εμφάνισή της, αλλά κυρίως στην ευστροφία, το χιούμορ και τον αυθορμητισμό της, στοιχεία που την έκαναν ιδιαίτερα ελκυστική. Γνώριζε πώς να κερδίζει έναν νεαρό συνομιλητή, να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του και να μετατρέπει μια απλή γνωριμία σε μια βραδιά γεμάτη ζωντάνια και όμορφες στιγμές. Δημιουργούσε εύκολα φιλίες και επαφές, καθώς της άρεσε να γνωρίζει νέους ανθρώπους και διαφορετικές προσωπικότητες. Ωστόσο, δεν ένιωθε την ανάγκη να μετατρέψει κάθε γνωριμία σε μια μακροχρόνια ή απαιτητική σχέση. Εκείνη την περίοδο της ζωής της προτιμούσε την ελευθερία, τον αυθορμητισμό και τις σχέσεις που άφηναν χώρο στην ανεξαρτησία της, χωρίς να στερούν τη ζεστασιά της ανθρώπινης επαφής. Ως ελεύθερο πνεύμα, η Ανδρομάχη είχε ανάγκη από έναν σύντροφο που να μπορεί να σταθεί απέναντί της ως ισότιμος συνομιλητής. Η διανοητική επικοινωνία ήταν για εκείνη εξίσου σημαντική με τη σωματική έλξη· δεν ανεχόταν την υποτίμηση, την αδιαφορία ή την προσπάθεια να περιοριστεί η ανεξαρτησία της. Δεν ήταν γυναίκα που θα δεχόταν να ζήσει στη σκιά κάποιου ή να αφήσει άλλους να καθορίσουν τα όριά της. Γνώριζε καλά την επίδραση που ασκούσε στους άνδρες και, όταν το έκρινε απαραίτητο, δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει αυτή τη δύναμη προς όφελός της. Δεν το αντιμετώπιζε ως παιχνίδι εξαπάτησης, αλλά ως μια μορφή επιρροής που αποτελούσε μέρος της προσωπικότητάς της και του τρόπου με τον οποίο επέλεγε να κινείται στις ανθρώπινες σχέσεις. Επινοεί πολλές ηδονικές και τολμηρές επιλογές ως παλιά καραβάνα με πολλά γραμμένα χιλιόμετρα στον ερωτικό στίβο, να πλανέψει με τη καυτή παρουσία της και να τους «ξυπνήσει» τα ερωτικά τους ένστικτα με δική της πρωτοβουλία και χωρίς αναστολές, σαν γυναίκα-αρπακτικό που ξέρει τι θέλει και πώς πρέπει να κινηθεί για να το αποκτήσει στην αναζήτησή μιας σχέσης με σεξ της μίας βραδιάς ώστε να καλύψει την έλλειψη του Αλκιβιάδη! Η Ανδρομάχη δεν αναζητούσε τον έρωτα της ζωής της. Δεν έψαχνε έναν άνθρωπο με τον οποίο θα σχεδίαζε το μέλλον ούτε μια σχέση που θα άλλαζε την πορεία της ζωής της. Αυτό που επιθυμούσε ήταν μια σύντομη συνάντηση, μια απόδραση από την καθημερινότητα, με έναν νεαρό άνδρα που θα της θύμιζε, σε κάποια στοιχεία του χαρακτήρα ή της παρουσίας του, τον νεότερο Αλκιβιάδη. Η νεότητα, η ζωντάνια, η αυτοπεποίθηση και η έντονη ερωτική ενέργεια ήταν εκείνα που την έλκυαν περισσότερο. Αναζητούσε μια γνωριμία που θα αφυπνίσει τις αισθήσεις της, θα της ξυπνήσει το αίσθημα της επιθυμίας και θα την κάνει να νιώσει ξανά ποθητή και ζωντανή. Για λίγες μόνο ώρες ήθελε να αφεθεί στη γοητεία του απρόβλεπτου, να ζήσει μια εμπειρία χωρίς υποσχέσεις και χωρίς την απαίτηση να υπάρξει συνέχεια· μια ανάμνηση που θα έμενε στη μνήμη της ως μια σύντομη, αλλά έντονη, παρένθεση στη ζωή της. Στα μάτια της Ανδρομάχης δεν υπήρχε τίποτε το μεμπτό σε αυτή την επιθυμία. Δεν ένιωθε ότι πρόδιδε τον εαυτό της· αντίθετα, πίστευε πως για μία μόνο νύχτα είχε το δικαίωμα να ζήσει μια διαφορετική εκδοχή του. Να αφήσει πίσω της τους ρόλους, τις προσδοκίες και τις αναστολές που τη συνόδευαν στην καθημερινότητά της και να γίνει εκείνη η γυναίκα που, κατά καιρούς, είχε φανταστεί ότι θα μπορούσε να είναι. Ήθελε να δοκιμάσει τα όριά της, να αφεθεί στον αυθορμητισμό της στιγμής και να εκφράσει πλευρές του εαυτού της που, όσο βρισκόταν δίπλα στον Αλκιβιάδη, παρέμεναν κρυφές ή ανείπωτες. Όχι επειδή της είχαν επιβληθεί, αλλά επειδή η ίδια δεν είχε ποτέ νιώσει ότι υπήρχε ο χώρος ή η διάθεση να τις φανερώσει. Εκείνη η νύχτα, στη σκέψη της, δεν ήταν μια απόρριψη της ζωής που είχε χτίσει· ήταν μια σύντομη απόδραση, μια προσπάθεια να γνωρίσει μια άλλη πλευρά του εαυτού της, αφήνοντας για λίγο τη φαντασία να συναντήσει την πραγματικότητα. Στο κάτω κάτω, τον άνθρωπο που θα γνώριζε εκείνο το βράδυ ήταν σχεδόν βέβαιο πως δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Η σκέψη αυτή της δημιουργούσε ένα παράξενο αίσθημα ελευθερίας. Γιατί, λοιπόν, να μην αφήσει για λίγο τον εαυτό της να ξεφύγει από όσα τον κρατούσαν διαρκώς συγκρατημένο; Γιατί να μη δώσει χώρο σε επιθυμίες και φαντασιώσεις που τόσα χρόνια παρέμεναν σιωπηλές, όχι επειδή τις φοβόταν, αλλά επειδή ποτέ δεν ένιωσε πως μπορούσαν να χωρέσουν στην καθημερινότητά της; Ίσως, συλλογιζόταν, μια τέτοια νύχτα να ήταν απλώς μια σύντομη παρένθεση. Μια εμπειρία που θα άρχιζε και θα τελείωνε εκεί, χωρίς υποσχέσεις και χωρίς συνέχεια. Και ύστερα θα επέστρεφε στη ζωή της, στην οικογένειά της, στους γνώριμους ρυθμούς της καθημερινότητας, έχοντας κρατήσει μόνο την ανάμνηση μιας βραδιάς όπου τόλμησε να γνωρίσει μια διαφορετική πλευρά του εαυτού της. Να νιώσει συναισθήματα πρωτόγνωρα, να καλύψει παράνομες επιθυμίες, να ζήσει το σεξ σε όλη του τη διάσταση, να αφεθεί κι ας πονέσει. Το θεωρεί ότι είναι φυσικό να βιώνει αυτές τις κοινωνικές κατακτήσεις του φύλου της και να μην αισθάνεται ενοχές ότι διαπράττει αταξίες ή αμαρτήματα επωφελούμενη από αυτές.
Ο Αλκιβιάδης έφερνε συνεχώς στο μυαλό του την ίδια εικόνα. Η Ανδρομάχη, μαζί με την κολλητή της, τη Ναυσικά, και την ξαδέρφη της, να μπαίνουν όλες μαζί σε ένα από τα δημοφιλή club/bar της Θεσσαλονίκης. Μια παρέα τριών γυναικών που απολάμβαναν τη βραδινή τους έξοδο, χωρίς να δείχνουν ότι αναζητούσαν γνωριμίες, κρατώντας διακριτικά τις αποστάσεις τους από κάθε βιαστική προσέγγιση. Στη φαντασία του, αυτή η στάση δεν αποτελούσε άρνηση, αλλά έναν τρόπο να διατηρούν τον έλεγχο της βραδιάς. Να επιλέγουν εκείνες πότε, με ποιον και μέχρι ποιο σημείο θα άφηναν μια κουβέντα ή ένα φλερτ να εξελιχθεί. Ίσως, συλλογιζόταν, αυτή η διακριτική αυτοσυγκράτηση να έκανε την παρουσία τους ακόμη πιο ενδιαφέρουσα στα μάτια των θαμώνων. Το παιχνίδι της γνωριμίας αποκτούσε έτσι έναν αέρα μυστηρίου, όπου τίποτε δεν ήταν δεδομένο και κάθε επόμενη κίνηση έπρεπε να κερδηθεί με ευγένεια, χιούμορ και υπομονή. Δεν ήξερε αν όλα αυτά συνέβαιναν πραγματικά ή αν ήταν αποκυήματα της ζήλιας και της φαντασίας του. Όσο περισσότερο, όμως, άφηνε το μυαλό του να πλάθει τέτοιες εικόνες, τόσο πιο αληθινές έμοιαζαν μέσα του. Δεν υπήρχε σχεδόν κανένα ανδρικό βλέμμα που να μην κοντοστεκόταν πάνω της. Η παρουσία της μαγνήτιζε την προσοχή με έναν τρόπο αβίαστο, σαν να εξέπεμπε μια γοητεία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Βάδιζε με την αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας που γνώριζε καλά τη δύναμη της εμφάνισης και της προσωπικότητάς της, χωρίς να έχει ανάγκη να την επιδεικνύει. Όποιος την παρατηρούσε θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί ότι, πριν τελειώσει η βραδιά, κάποιος θα είχε καταφέρει να κερδίσει το ενδιαφέρον της. Όχι επειδή εκείνη έδινε τέτοια δικαιώματα, αλλά επειδή η αύρα της άφηνε να αιωρείται η υπόσχεση πως η νύχτα έκρυβε ακόμη εκπλήξεις. Η Ανδρομάχη άφηνε το βλέμμα της να περιπλανιέται αργά στον χώρο. Παρατηρούσε διακριτικά τους θαμώνες, αναζητώντας εκείνο το βλέμμα που θα συναντούσε το δικό της και θα γεννούσε έναν αμοιβαίο, σιωπηλό διάλογο. Δεν την ενδιέφερε απλώς ένας όμορφος άνδρας· αναζητούσε εκείνη τη μορφή που, με την παρουσία και την αυτοπεποίθησή της, θα της ξυπνούσε τη διάθεση να φλερτάρει. Σάρωνε τα πρόσωπα ένα προς ένα, όμως κανένα δεν κατάφερνε να της κινήσει πραγματικά το ενδιαφέρον. Η μουσική γέμιζε την αίθουσα, οι παρέες γελούσαν, τα ποτήρια υψώνονταν σε πρόποση, μα εκείνη συνέχιζε να ψάχνει ανάμεσα στο πλήθος κάποιον που να ξεχωρίζει. Όταν έφτασε στη μεγάλη ξύλινη μπάρα, λουσμένη στον χαμηλό, ζεστό και ατμοσφαιρικό φωτισμό του club/bar, επιβράδυνε το βήμα της. Και τότε, σχεδόν αναπάντεχα, το βλέμμα της σταμάτησε. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, καθώς μια ευχάριστη έκπληξη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. Κάποιος είχε μόλις τραβήξει την προσοχή της, το βλέμμα της στάθηκε πάνω σε έναν νεαρό άνδρα που έμοιαζε να ξεχωρίζει αβίαστα από το πλήθος. Ήταν ψηλός, ευθυτενής, με αρρενωπά χαρακτηριστικά και μια σχεδόν αρμονική συμμετρία στο πρόσωπό του που του χάριζε μια διακριτική αλλά αδιαμφισβήτητη γοητεία. Δεν έκανε τίποτε για να τραβήξει την προσοχή, κι όμως, η παρουσία του αρκούσε για να τον κάνει να ξεχωρίζει μέσα στον χαμηλό φωτισμό του χώρου. Η Ανδρομάχη ένιωσε το βλέμμα της να μένει καρφωμένο πάνω του για λίγα δευτερόλεπτα περισσότερο απ' όσο συνήθιζε. Μια ευχάριστη έκπληξη ζωγραφίστηκε ασυναίσθητα στο πρόσωπό της. Δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί πως ο άγνωστος έμοιαζε εντυπωσιακά με την εικόνα που είχε πλάσει στη φαντασία της πριν ακόμη βγει εκείνο το βράδυ. Ήταν σαν να είχε πάρει σάρκα και οστά μια αόριστη προσδοκία, κάνοντάς την να αναρωτηθεί αν η νύχτα επρόκειτο τελικά να της επιφυλάσσει περισσότερες εκπλήξεις απ' όσες είχε τολμήσει να φανταστεί. Η μόνη διαφορά ήταν πως της φάνηκε ακόμη πιο νέος απ' ότι τον είχε φανταστεί. Τα καστανά, ανέμελα μαλλιά του έπεφταν ατημέλητα πάνω στο όμορφο πρόσωπό του, χαρίζοντας του εκείνη τη φυσική γοητεία που δεν μπορεί να κατασκευαστεί. Ήταν το προσεγμένο χάος της νιότης· οι ατίθασες τούφες έμοιαζαν σαν να μην είχαν ποτέ γνωρίσει χτένα, λες και μόλις είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και είχε βγει στον κόσμο με την ίδια ανεπιτήδευτη άνεση. Η εικόνα του απέπνεε φρεσκάδα, ζωντάνια και μια αβίαστη αρρενωπότητα που τον έκανε να ξεχωρίζει χωρίς καμία προσπάθεια. Η Ανδρομάχη δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Ο άγνωστος στεκόταν απέναντί της σχεδόν όπως τον είχε πλάσει η φαντασία της — μόνο που η πραγματικότητα αποδεικνυόταν ακόμη πιο γοητευτική. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα του που την έκανε να διστάζει. Τα μάτια του έμοιαζαν να αλλάζουν χρώμα καθώς έπεφτε πάνω τους ο χαμηλός φωτισμός του club/bar. Ήταν πράσινα ή μπλε; Δεν μπορούσε να αποφασίσει. Οι σκιές και οι αντανακλάσεις της νύχτας έκαναν το χρώμα τους να μεταμορφώνεται διαρκώς, προσθέτοντας ακόμη περισσότερο μυστήριο στην παρουσία του. Στα χείλη του σχηματιζόταν ένα χαμόγελο διακριτικό, με μια ανεπιτήδευτη παιχνιδιάρικη διάθεση. Δεν είχε τίποτε το επιτηδευμένο· έμοιαζε με το χαμόγελο ενός ανθρώπου που είχε μάθει να απολαμβάνει τις μικρές εκπλήξεις της ζωής και να αντιμετωπίζει τους άλλους με φυσική αυτοπεποίθηση. Η Ανδρομάχη δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πως η εμφάνισή του θα του άνοιγε συχνά πόρτες. Ήταν από εκείνους τους άνδρες που τραβούν τα βλέμματα χωρίς να το επιδιώκουν. Κι εκείνη τη στιγμή χαμογέλασε κι η ίδια. Ίσως, συλλογίστηκε, αυτή η φυσική γοητεία να έκανε λίγο πιο εύκολη και τη δική τους πρώτη γνωριμία, αν τελικά οι δρόμοι τους διασταυρώνονταν εκείνο το βράδυ.
Το τζιν του είναι λίγο φθαρμένο, και φοράει επώνυμης μάρκας παπούτσια. Είναι ένας ενδιαφέρον τύπος και άρχισε να σκέφτεται ότι αυτό το χρωστάει στο λακκάκι που έχει στο πιγούνι του. Τον κάνει ακόμα πιο αινιγματικό, και σ’ αυτό δύσκολα μια γυναίκα μπορεί να αντισταθεί. Μπορεί να μην ήταν καμία έφηβη, εξάλλου είχε κλείσει τα τριάντα πέντε της, όμως τέτοιον άντρα ήταν αδύνατον να τον προσπεράσει αδιάφορα. Καμιά γυναίκα δεν θα μπορούσε να περάσει από δίπλα του και να μην τον κοιτάξει. Είχε, επιτέλους, εντοπίσει τον άνδρα που είχε τραβήξει πραγματικά το ενδιαφέρον της. Κάτι στην παρουσία του, στον τρόπο που στεκόταν και στο βλέμμα του, της έδινε την αίσθηση πως η νύχτα αυτή ίσως να μην έμοιαζε με καμία άλλη. Δεν γνώριζε ακόμη αν η πρώτη εντύπωση θα επιβεβαιωνόταν, όμως η περιέργεια και η έλξη είχαν ήδη αρχίσει να κερδίζουν έδαφος. «Ίσως αυτή η ιστορία να έχει συνέχεια», σκέφτηκε, νιώθοντας μια ανεπαίσθητη ενοχή να περνά από μέσα της. Την ίδια στιγμή, όμως, αισθανόταν την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα και τις αισθήσεις της να ξυπνούν. Από τη στιγμή που τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν, μια έντονη προσμονή είχε φωλιάσει μέσα της. Η βραδιά μόλις άρχιζε και δεν μπορούσε να προβλέψει πού θα την οδηγούσε. Ως έμπειρη και δυναμική γυναίκα γνώριζε πως η πραγματική γοητεία δεν βρισκόταν στις βιαστικές κινήσεις ούτε στα προφανή μηνύματα. Αν ήθελε να τραβήξει την προσοχή του, θα το έκανε με τρόπο φυσικό και ανεπιτήδευτο. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή, μια αφορμή που θα έμοιαζε σχεδόν τυχαία, ώστε η πρώτη τους επαφή να εξελιχθεί αβίαστα. Δεν επιθυμούσε να προδώσει από την πρώτη στιγμή τις πραγματικές της προθέσεις. Προτιμούσε το παιχνίδι της προσέγγισης, όπου το ενδιαφέρον γεννιέται σταδιακά, μέσα από βλέμματα, μικρές συμπτώσεις και λίγες καλά διαλεγμένες κουβέντες. Ήθελε να κινήσει την περιέργειά του, να τον κάνει να αναζητήσει κι εκείνος το βλέμμα της και να επιθυμήσει να τη γνωρίσει καλύτερα. Για εκείνη, η γοητεία βρισκόταν όχι μόνο στην κατάκτηση, αλλά και στην προσμονή που προηγείται αυτής. Όποιος αποφάσιζε να πλησιάσει την Ανδρομάχη όφειλε να διαθέτει αυτοπεποίθηση, ψυχραιμία και μια δυνατή προσωπικότητα. Δεν ήταν από τις γυναίκες που άφηναν εύκολα τον άλλον να καθορίσει τους όρους της σχέσης ή της γνωριμίας. Είχε ανάγκη να αισθάνεται πως διατηρούσε τον έλεγχο των επιλογών της και πως η εξέλιξη κάθε ερωτικής ιστορίας παρέμενε, σε μεγάλο βαθμό, στα δικά της χέρια. Η έλξη, για εκείνη, δεν ήταν μια παθητική εμπειρία αλλά ένας διάλογος δύο ισχυρών προσωπικοτήτων. Της άρεσε να δίνει τον ρυθμό, να καθορίζει την ένταση της προσέγγισης και να αφήνει τα πράγματα να εξελίσσονται σύμφωνα με τη δική της επιθυμία. Δεν επεδίωκε να κυριαρχήσει πάνω στον άλλον· επιθυμούσε, όμως, να νιώθει ότι κρατούσε το τιμόνι της δικής της διαδρομής, χωρίς να παραχωρεί την ελευθερία και την αυτονομία που αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι του χαρακτήρα της. Η Ανδρομάχη ήταν μια γυναίκα εκρηκτική και παρορμητική. Όταν παραδινόταν ολοκληρωτικά στα συναισθήματα και στις επιθυμίες της, ζούσε κάθε εμπειρία με ένταση, χωρίς να φοβάται να εκφράσει τον ενθουσιασμό και το πάθος της. Κάτω από τη συγκροτημένη και κομψή της εικόνα έκρυβε έναν αυθόρμητο, ατίθασο εαυτό, που σπάνια άφηνε να φανεί. Αρχικά αντάλλαξε μαζί του μόνο μερικές διακριτικές ματιές. Όσο γοητευτικός κι αν της φαινόταν, πρόσεξε να μη σταθεί επίμονα πάνω του. Προτιμούσε να αφήνει την περιέργεια να γεννιέται αργά, μέσα από σύντομες συναντήσεις των βλεμμάτων και μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες κινήσεις. Δεν άργησε, ωστόσο, να αντιληφθεί ότι είχε ήδη τραβήξει την προσοχή του. Το βλέμμα του επέστρεφε διακριτικά πάνω της, σαν να προσπαθούσε να την παρατηρήσει χωρίς να γίνει αντιληπτός. Η κομψή της εμφάνιση, το προσεγμένο αλλά διακριτικό ντύσιμό της και ο τρόπος με τον οποίο το φόρεμα αναδείκνυε τη σιλουέτα της, χωρίς να γίνεται προκλητικό, της χάριζαν μια γοητεία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Αυτό το βράδυ η Ανδρομάχη είναι πιο χαλαρά, ντυμένη είχε προτιμήσει ένα ρούχο με έξω ώμους πολύ μα πολύ όμορφο και κολακευτικό. Μια τριανταπεντάρα γυναίκα, όμορφη, σικάτη, ευγενική, που έκλεβε την παράσταση με τη δήθεν διακριτικότητά της, αλλά και τον αέρα της ταυτόχρονα.
Αφού αντάλλαξαν τις πρώτες, διστακτικές ματιές, η Ανδρομάχη στράφηκε αργά προς την μπάρα για να παραγγείλει το ποτό της. Κάθε της κίνηση ήταν ήρεμη και μελετημένη, όχι από επιτήδευση, αλλά από τη σιγουριά μιας γυναίκας που γνώριζε ότι η γοητεία βρίσκεται συχνά σε όσα αφήνεις τον άλλον να ανακαλύψει μόνος του. Του έδωσε τον χρόνο να την παρατηρήσει, να σχηματίσει τη δική του πρώτη εντύπωση, να προσέξει τη φυσική της ομορφιά, την κομψότητα της εμφάνισής της και την αβίαστη αυτοπεποίθηση που εξέπεμπε. Όταν πήρε το ποτήρι της και γύρισε ξανά προς την αίθουσα, ένιωσε σχεδόν αμέσως το βλέμμα του να την αναζητά. Δεν ήταν ένα αδιάκριτο κοίταγμα· ήταν το βλέμμα ενός ανθρώπου που προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει την παρουσία της, σαν να αναρωτιόταν ποια ιστορία έκρυβε πίσω από εκείνο το ήρεμο χαμόγελο. Για λίγα δευτερόλεπτα τα μάτια τους συναντήθηκαν ξανά. Εκείνη δεν χαμήλωσε το βλέμμα ούτε επέμεινε περισσότερο απ' όσο χρειαζόταν. Του χάρισε μόνο ένα ανεπαίσθητο, γεμάτο αυτοπεποίθηση χαμόγελο και μια ματιά που άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας γνωριμίας, χωρίς όμως να προδίδει τις προθέσεις της.
Ο νεαρός έμεινε ακίνητος, σαν να είχε αιφνιδιαστεί από τη δύναμη της παρουσίας της. Ύστερα σήκωσε αργά το ποτήρι του και ήπιε μια μικρή γουλιά, περισσότερο για να κερδίσει χρόνο παρά επειδή διψούσε. Ένιωθε πως εκείνη η άγνωστη γυναίκα είχε διαταράξει απροσδόκητα την ηρεμία του. Χωρίς να έχει ανταλλάξει ούτε μία λέξη μαζί της, είχε ήδη καταφέρει να κεντρίσει την περιέργειά του και να μονοπωλήσει τη σκέψη του.Η Ανδρομάχη διέκρινε σχεδόν αμέσως την ανεπαίσθητη αμηχανία του. Η πρώτη τους οπτική επαφή, όσο σύντομη κι αν ήταν, έδειχνε πως εκείνος δεν είχε αποφασίσει ακόμη αν έπρεπε να κάνει το επόμενο βήμα ή να αφήσει την ευκαιρία να χαθεί. Χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Το ένστικτό της τής έλεγε πως αυτή ακριβώς η στιγμή του δισταγμού ήταν η κατάλληλη για να πάρει εκείνη διακριτικά την πρωτοβουλία. Χωρίς βιασύνη, του χάρισε το πιο γλυκό και ζεστό χαμόγελό της. Ήταν ένα χαμόγελο που δεν υποσχόταν τίποτα, αλλά ούτε και απέκλειε τίποτα. Ένα χαμόγελο που έλεγε απλώς πως μια γνωριμία θα ήταν καλοδεχούμενη. Το βλέμμα της έμεινε πάνω του για μια στιγμή ακόμη. Δεν υπήρχε πρόκληση, μόνο μια σιωπηλή πρόσκληση να αφήσει πίσω του την αμηχανία και να πλησιάσει. Μέσα της γεννήθηκε μια σκέψη, σχεδόν σαν ψίθυρος:
«Ίσως απόψε οι δρόμοι μας να μην τέμνονται τυχαία. Ίσως αυτή η νύχτα να κρύβει μια ιστορία που αξίζει να αρχίσει.»
Και, για πρώτη φορά από τη στιγμή που μπήκε στο μπαρ, ένιωσε πως η συνέχεια δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από εκείνη. Τώρα περίμενε να δει αν εκείνος θα έβρισκε το θάρρος να κάνει το επόμενο βήμα. Η ματιά της έμοιαζε να του μιλά πριν ακόμη προλάβει να αρθρώσει λέξη. «Σε νιώθω...» συλλογίστηκε. «Βλέπω την αμηχανία σου, την έλξη σου, τον τρόπο που προσπαθείς να κρύψεις όσα προδίδει το βλέμμα σου. Κι ίσως να μη διαφέρουμε και τόσο. Γιατί κι εγώ, από τη στιγμή που σε αντίκρισα, αισθάνομαι πως κάτι μέσα μου ξύπνησε.» Το χαμόγελό της έγινε λίγο πιο ζεστό, σχεδόν συνωμοτικό. «Απόψε δεν αναζητώ υποσχέσεις ούτε εξηγήσεις. Θέλω μόνο να ζήσω μια νύχτα έξω από τον χρόνο, όπου θα υπάρχουν μόνο η έλξη, η χημεία και η ελευθερία να είμαστε ο εαυτός μας. Χωρίς ρόλους, χωρίς «πρέπει» και «μη», χωρίς να μας απασχολεί το αύριο. Μόνο να αφήσουμε τη νύχτα να μας παρασύρει και να δούμε πού θα μας οδηγήσει, μέχρι το πρώτο φως της αυγής.» «Αχ... και να ήξερες», θα έλεγε ίσως ένας αόρατος αφηγητής, «πως τίποτα από όσα συμβαίνουν δεν είναι τόσο τυχαίο όσο νομίζεις. Κάποια πράγματα έχουν ήδη πάρει τον δρόμο τους, ακολουθώντας ένα σχέδιο που εσύ αγνοείς.» Και ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Γιατί, αν γνώριζε την αλήθεια, ίσως να δίσταζε. Ίσως να πρόσεχε περισσότερο τις κινήσεις της ή να άφηνε τον φόβο να επισκιάσει τον αυθορμητισμό της. Όμως η Ανδρομάχη δεν γνώριζε τίποτε απ' όλα αυτά. Με το ποτήρι στο χέρι, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη και την καρδιά της να χτυπά λίγο πιο γρήγορα, συνέχισε να βαδίζει προς την ιστορία που, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ακόμη, είχε ήδη αρχίσει να γράφεται.
«Προχώρα, Ανδρομάχη...» ψιθύριζε σχεδόν ειρωνικά η μοίρα. «Βρίσκεσαι ακριβώς εκεί όπου πρέπει να είσαι.» Οι κλεφτές ματιές και τα διακριτικά, παιχνιδιάρικα χαμόγελα είχαν αρχίσει να δημιουργούν ανάμεσά τους μια αδιόρατη, αλλά ολοένα ισχυρότερη σύνδεση. Κάθε νέα συνάντηση των βλεμμάτων τους έμοιαζε να λέει περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να εκφράσουν οι λέξεις. Το πρόσωπο του νεαρού φωτίστηκε από μια ευχάριστη έκπληξη. Ήταν φανερό πως η παρουσία της τον είχε αιχμαλωτίσει. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε διακριτικά πάνω της, θαυμάζοντας την κομψότητα της σιλουέτας της, την αρμονία των κινήσεών της και την αυτοπεποίθηση που εξέπεμπε. Στο μυαλό του σχηματιζόταν η εικόνα μιας γυναίκας γοητευτικής, με έντονη προσωπικότητα και μια εσωτερική φλόγα που έκανε την παρουσία της ακόμη πιο ελκυστική. Δεν ήξερε τίποτα γι' αυτήν, κι όμως ένιωθε πως πίσω από το ήρεμο χαμόγελο και το σικ παρουσιαστικό της κρυβόταν μια γυναίκα που ζούσε τις στιγμές με πάθος και αυθεντικότητα. Η περιέργειά του είχε πλέον μετατραπεί σε έντονη επιθυμία να τη γνωρίσει, να ακούσει τη φωνή της και να ανακαλύψει αν η πρώτη εντύπωση ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Για την Ανδρομάχη δεν υπήρχαν πια δεύτερες σκέψεις. Κάθε λεπτό που περνούσε έκανε την προσμονή της πιο έντονη. Η καρδιά της χτυπούσε ολοένα και πιο γρήγορα, ενώ προσπαθούσε να διατηρήσει την εξωτερική της ψυχραιμία. Δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που ένας άγνωστος είχε καταφέρει να την αναστατώσει τόσο. Και τότε, σαν να υπάκουσε σε μια αόρατη δύναμη, εκείνος γύρισε απότομα προς το μέρος της. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά και, αυτή τη φορά, κανείς από τους δύο δεν βιάστηκε να τα απομακρύνει. Για λίγα δευτερόλεπτα ο κόσμος γύρω τους έμοιαζε να χάνεται μέσα στη μουσική και στους χαμηλούς φωτισμούς του μπαρ. «Τον θέλω...» σκέφτηκε, νιώθοντας την καρδιά της να σφυροκοπά. Η ένταση της στιγμής την αιφνιδίαζε ακόμη και την ίδια. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς ένας άνθρωπος που είχε γνωρίσει μόνο μέσα από λίγες κλεφτές ματιές είχε καταφέρει να καταλάβει τόσο χώρο στη σκέψη της. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, να αποσπάσει το μυαλό της, να στραφεί αλλού. Μάταια. Κάθε φορά που σήκωνε το βλέμμα, το έβρισκε να επιστρέφει σ' εκείνον. Έπρεπε να υπάρξει μια αρχή.
Χωρίς να βιαστεί, σκέφτηκε μια απλή, απολύτως φυσική αφορμή για να τον πλησιάσει. Μια ερώτηση, μια μικρή πληροφορία, αρκετή για να σπάσει τον πάγο χωρίς να φανεί πως η προσέγγιση ήταν προσχεδιασμένη. Άλλωστε, ήξερε πως οι περισσότερες γνωριμίες ξεκινούν από τις πιο ασήμαντες αφορμές. Πήρε μια βαθιά ανάσα, χαμογέλασε διακριτικά και έκανε το πρώτο βήμα. Εκείνος, από την άλλη, έμοιαζε να περιμένει ακριβώς αυτή τη στιγμή. Από την πρώτη στιγμή που την είχε προσέξει, ευχόταν να βρεθεί μια ευκαιρία να της μιλήσει. Όταν την είδε να πλησιάζει, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Η νύχτα, όπως όλα έδειχναν, μόλις άρχιζε να γράφει τη δική της ιστορία.
«Κυρία μου, θα είναι μεγάλη μου χαρά να σας βοηθήσω», είπε με ένα ευγενικό χαμόγελο. «Σας ακούω. Πείτε μου τι ακριβώς αναζητάτε.» Μιλούσε με ηρεμία και μια φυσική ευγένεια που δεν έμοιαζε προσποιητή. Έπειτα άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της. Η Ανδρομάχη ανταπέδωσε τη χειραψία. Τη στιγμή που οι παλάμες τους συναντήθηκαν, ένιωσε μια ανεξήγητη συγκίνηση να τη διαπερνά. Δεν ήταν παρά μια τυπική χειρονομία· κι όμως, υπήρχε κάτι στον τρόπο που την κοίταζε, στη ζεστασιά του αγγίγματος του και στην αβίαστη αυτοπεποίθησή του που έκανε εκείνη τη στιγμή να μοιάζει ξεχωριστή. Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν να κοιτάζονται στα μάτια. Η βοή του μπαρ έμοιαζε να απομακρύνεται, ενώ γύρω τους απλωνόταν μια παράξενη αίσθηση οικειότητας, σαν να είχαν γνωριστεί πολύ πριν από εκείνη τη νύχτα. Η αμοιβαία έλξη ήταν πλέον φανερή, όχι μέσα από μεγάλες κινήσεις, αλλά από τις μικρές σιωπές, τα χαμόγελα και τις ματιές που διαρκούσαν λίγο περισσότερο απ' όσο επέβαλλε η ευγένεια. Η Ανδρομάχη προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Δεν συνήθιζε να αφήνει τα συναισθήματά της να προδίδονται τόσο εύκολα, όμως εκείνος είχε ήδη καταφέρει να κλονίσει τη συνήθη αυτοκυριαρχία της. Ο νεαρός χαμογέλασε ξανά, αυτή τη φορά με περισσότερη ζεστασιά. «Επιτρέψτε μου να συστηθώ», είπε. «Με λένε Φίλιππο.»
«Ανδρομάχη», απάντησε εκείνη, χωρίς να αποσύρει αμέσως το βλέμμα της. Και κάπως έτσι, με μια απλή χειραψία και δύο ονόματα που μόλις είχαν ανταλλαχθεί, άρχισε μια γνωριμία που έμοιαζε να υπόσχεται πως η νύχτα θα είχε πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από όσο έδειχνε το ρολόι.
«Χάρηκα πολύ, Ανδρομάχη», είπε ο Φίλιππος ευγενικά. «Είναι πραγματική χαρά που σε γνωρίζω.»
«Κι εγώ χάρηκα πολύ, Φίλιππε», ανταπέδωσε εκείνη, κοιτώντας τον στα μάτια.
Για μια στιγμή επικράτησε μια ευχάριστη σιωπή, σαν κανείς από τους δύο να μη βιαζόταν να τη διακόψει. «Θα μου επιτρέψεις μια μικρή παράκληση;» τη ρώτησε με διακριτικότητα. «Νομίζω πως θα ήταν πιο όμορφο να μιλάμε στον ενικό. Συμφωνείς;» Η Ανδρομάχη έγνεψε καταφατικά, αφήνοντας ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο να φωτίσει το πρόσωπό της. «Φυσικά», απάντησε. «Άλλωστε, μόλις γνωριστήκαμε. Δεν υπάρχει λόγος για τόσες επισημότητες.» Ο Φίλιππος χαμογέλασε με εμφανή ανακούφιση. Η διακριτική, γεμάτη αυτοπεποίθηση προσέγγισή του την είχε κολακέψει. Χωρίς να γίνεται πιεστικός ή υπερβολικός, είχε καταφέρει να την κάνει να νιώσει ξεχωριστή. Η αυτοπεποίθησή της ανέβηκε ακόμη περισσότερο και ένιωσε πως η αρχική αμηχανία είχε πλέον δώσει τη θέση της σε μια αβίαστη οικειότητα. Η συζήτηση μπορούσε πλέον να κυλήσει φυσικά, σαν να γνωρίζονταν περισσότερο απ' όσο μαρτυρούσε η πρώτη τους συνάντηση. Η Ναυσικά παρακολουθούσε διακριτικά τη φίλη της και δεν άργησε να καταλάβει ότι εκείνο το βράδυ δεν επρόκειτο για ένα ακόμη αθώο φλερτ. Ήξερε την Ανδρομάχη όσο λίγοι άνθρωποι. Αναγνώριζε κάθε της βλέμμα, κάθε ανεπαίσθητο χαμόγελο, κάθε κίνηση που πρόδιδε πως είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις της. «Ωχ...», σκέφτηκε χαμογελώντας μέσα της. «Αυτός ο καημένος δεν έχει καταλάβει ακόμη με ποια έχει μπλέξει.» Η Ανδρομάχη δεν ήταν γυναίκα των βιαστικών κινήσεων. Προτιμούσε τις έμμεσες προσεγγίσεις, εκείνες που έμοιαζαν να γεννιούνται αυθόρμητα, ενώ στην πραγματικότητα έκρυβαν υπομονή, παρατηρητικότητα και αυτοπεποίθηση. Προχωρούσε αργά, αφήνοντας την έλξη να χτίζεται φυσικά, μέχρι ο άλλος να θελήσει από μόνος του να τη γνωρίσει καλύτερα. Η Ναυσικά διέκρινε εύκολα πως ο νεαρός όχι μόνο είχε προσέξει την Ανδρομάχη, αλλά ανταποκρινόταν ολοένα και περισσότερο στην παρουσία της. Το ενδιαφέρον του φαινόταν ειλικρινές, σχεδόν αφοπλιστικό. Κάθε φορά που τα βλέμματά τους συναντιούνταν, εκείνος έμοιαζε να ξεχνά για λίγο οτιδήποτε συνέβαινε γύρω του.
«Τον έχει ήδη κερδίσει», μονολόγησε μέσα της με μια δόση πειράγματος. «Κι ούτε που θα καταλάβει πότε μια απλή γνωριμία θα μετατραπεί σε μια νύχτα που θα θυμάται για πολύ καιρό.»
Η ίδια γνώριζε καλά πως, όταν η Ανδρομάχη αποφάσιζε να διεκδικήσει το ενδιαφέρον κάποιου, το έκανε με τρόπο που δύσκολα περνούσε απαρατήρητος. Όχι με επιθετικότητα, αλλά με εκείνο το σπάνιο κράμα γοητείας, αυτοπεποίθησης και μυστηρίου που έκανε τους άλλους να θέλουν να ανακαλύψουν περισσότερα γι' αυτήν. Και ο Φίλιππος έμοιαζε ήδη να έχει κάνει το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς ίσως να αντιλαμβάνεται πόσο είχε αρχίσει να τον επηρεάζει η παρουσία της.
Η Ναυσικά, παρατηρώντας διακριτικά όσα εκτυλίσσονταν μπροστά της, χαμογέλασε με νόημα. Δεν χρειαζόταν να ειπωθεί τίποτε. Η Ανδρομάχη είχε πλέον βρει την παρέα που αναζητούσε και κάθε παρουσία δίπλα της θα ήταν περιττή. Με μια διακριτική ματιά προς την ξαδέρφη της, της έκανε νόημα να φύγουν. «Εμείς θα συνεχίσουμε τη βόλτα μας», είπε χαμογελώντας στην Ανδρομάχη. «Θα τα πούμε αργότερα στο ξενοδοχείο μας.»
Η Ανδρομάχη ανταπέδωσε το βλέμμα με ένα ευχαριστήριο χαμόγελο. Οι δυο γυναίκες απομακρύνθηκαν αθόρυβα, αφήνοντάς τη μόνη με τον νεαρό άνδρα.
«Λοιπόν...» είπε εκείνος, μόλις έμειναν οι δυο τους. «Νομίζω πως τώρα μπορούμε να γνωριστούμε καλύτερα.»
«Νομίζω πως έχεις δίκιο», απάντησε εκείνη.
«Βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη για επαγγελματικούς λόγους. Η εταιρεία στην οποία εργάζομαι συμμετέχει σε ένα συνέδριο και εκπροσωπώ το τμήμα μας. Εκμεταλλεύτηκα, λοιπόν, την ευκαιρία να γνωρίσω και λίγο τη νυχτερινή ζωή της πόλης.»
Η Ανδρομάχη έγνεψε καταφατικά. «Καλή επιλογή», είπε. «Η Θεσσαλονίκη ξέρει να χαρίζει όμορφες βραδιές.»
Ο Φίλιππος την κοίταξε για λίγες στιγμές χωρίς να μιλά. Έπειτα χαμογέλασε. «Αν μου επιτρέπεις μια ειλικρινή παρατήρηση... από τη στιγμή που μπήκες στον χώρο, ήταν αδύνατον να μη σε προσέξει κανείς. Διαθέτεις μια σπάνια κομψότητα και μια παρουσία που τραβά αβίαστα το βλέμμα.»
Η Ανδρομάχη χαμογέλασε πονηρά. «Είμαι σίγουρη ότι αυτά τα λες σε όλες τις γυναίκες που γνωρίζεις.»
Ο Φίλιππος γέλασε χαμηλόφωνα και κούνησε το κεφάλι. «Όχι, αυτό θα ήταν πολύ εύκολο. Και, μεταξύ μας, θα ήταν και βαρετό. Επιπλέον, με αδικείς... Έβγαλες συμπέρασμα για μένα προτού προλάβεις να με γνωρίσεις.»
«Ίσως», αποκρίθηκε εκείνη με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια. «Ίσως, όμως, να περιμένω να μου αποδείξεις ότι κάνω λάθος.»
Το χαμόγελο του Φίλιππου πλάτυνε. «Τότε μάλλον έχω μπροστά μου μια ενδιαφέρουσα πρόκληση.»
«Ας γνωριστούμε, λοιπόν», είπε αυθόρμητα η Ανδρομάχη. «Πάντα υπάρχει περιθώριο να γνωρίσει κανείς λίγο καλύτερα έναν ενδιαφέρον άνθρωπο. Και, όπως συμφωνήσαμε... στον ενικό.»
Μόλις τελείωσε τη φράση της, χαμήλωσε ασυναίσθητα το βλέμμα. Ένιωσε τα μάγουλά της να ζεσταίνονται και χαμογέλασε με τον εαυτό της. Της φαινόταν σχεδόν αστείο που, στην ηλικία της, εξακολουθούσε να κοκκινίζει. Κι όμως, εκείνος είχε καταφέρει να της προκαλέσει μια αμηχανία που νόμιζε πως είχε αφήσει πίσω της εδώ και χρόνια.
Ο Φίλιππος χαμογέλασε. «Σωστά... στον ενικό. Νέοι άνθρωποι είμαστε ακόμη. Και, για να είμαι ειλικρινής, ελπίζω να μη γνωριστούμε απλώς λίγο καλύτερα... αλλά πολύ καλύτερα.» Η φωνή του έκρυβε μια παιχνιδιάρικη διάθεση, αρκετή για να αφήσει το υπονοούμενο να αιωρηθεί χωρίς να γίνει ποτέ αδιάκριτο. Η κουβέντα τους άρχισε να κυλά αβίαστα, πηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο. Μιλούσαν για ταξίδια, μουσική, τη Θεσσαλονίκη, μικρές ιστορίες από την καθημερινότητά τους, ενώ τα πειράγματα διαδέχονταν το ένα το άλλο. Το γέλιο του ήταν ζεστό και καθησυχαστικό, κι εκείνη διαπίστωνε πως, όσο περνούσε η ώρα, οι άμυνες της χαλάρωναν. Ένιωθε όλο και πιο άνετα κοντά του.
Ήταν φανερό πως δεν του ήταν αδιάφορη. Ο τρόπος που την κοιτούσε, η προσοχή με την οποία άκουγε κάθε της λέξη και οι μικρές φιλοφρονήσεις που της έκανε, πάντοτε με διακριτικότητα και ευγένεια, μαρτυρούσαν το ενδιαφέρον του χωρίς να την πιέζουν.Στο βάθος, οι ροκ μπαλάντες έντυναν τη βραδιά με μια γλυκιά νοσταλγία. Η Ανδρομάχη ένιωθε την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα από όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Κάποια στιγμή, πρόσεξε μια ανεπαίσθητη, νευρική κίνηση του Φίλιππου. Έφερε ασυναίσθητα το χέρι του στη μέση του, περισσότερο σαν μια προσπάθεια να διαχειριστεί την αμηχανία και τη συγκίνησή του, ενώ τα μάτια του δεν έπαψαν ούτε στιγμή να αναζητούν τα δικά της. Το χαμόγελό του άνοιξε ακόμη περισσότερο και εκείνη κατάλαβε πως η έλξη που ένιωθε δεν ήταν μονόπλευρη. Η διαπίστωση αυτή την έκανε να χαμογελάσει κι εκείνη. Η χημεία ανάμεσά τους ήταν πλέον αδιαμφισβήτητη. Δεν χρειάζονταν βιαστικές κινήσεις ούτε μεγάλα λόγια. Η νύχτα είχε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά της και, για πρώτη φορά μετά από καιρό, η Ανδρομάχη ένιωθε ότι απολάμβανε πραγματικά κάθε λεπτό αυτής της απρόσμενης γνωριμίας.
«Μάλιστα...» σκέφτηκε η Ανδρομάχη, προσπαθώντας να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Η παρουσία μου μόνο απαρατήρητη δεν του πέρασε. Καλά ξεκινά η βραδιά...»
Η διαπίστωση αυτή της χάρισε μια μικρή, κρυφή ικανοποίηση. Η έλξη που ένιωθε δεν έμοιαζε να είναι μονόπλευρη και αυτό της έδινε ακόμη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
«Εσείς... συγγνώμη», είπε γελώντας ελαφρά. «Βλέπεις; Καμιά φορά ο ενικός δεν έρχεται τόσο εύκολα. Εσύ είσαι από τη Θεσσαλονίκη;»
«Όχι», απάντησε εκείνη. «Από την Αθήνα. Μια πολύ καλή φίλη μου συμμετέχει σε ένα τριήμερο σεμινάριο πληροφορικής που γίνεται εδώ και σκέφτηκα πως ήταν η ιδανική ευκαιρία να αποδράσω μαζί της και να γνωρίσω λίγο καλύτερα την όμορφη Θεσσαλονίκη. Κι εσύ;»
Ο Φίλιππος χαμογέλασε. «Εγώ κατάγομαι από την Κέρκυρα, αλλά σπούδασα εδώ και μόλις πρόσφατα ολοκλήρωσα το μεταπτυχιακό μου στο πανεπιστήμιο. Οπότε, όπως καταλαβαίνεις, η Θεσσαλονίκη είναι κάτι περισσότερο από μια πόλη για μένα. Έχω δεθεί μαζί της.»
«Αν δεν γίνομαι αδιάκριτη...» είπε η Ανδρομάχη με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια, «αυτοί οι δεσμοί περιλαμβάνουν και κάποια... ιδιαίτερη παρουσία στη ζωή σου;»
Ο Φίλιππος γέλασε. «Αν εννοείς σχέση, όχι. Αυτόν τον καιρό είμαι μόνος. Θα έλεγα... μοναχικός σαν λύκος.» 
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε χαμογελώντας. «Τότε μάλλον είμαι τυχερή», είπε ήρεμα. «Δεν συμβαίνει κάθε βράδυ να βρίσκει κανείς έναν τόσο ευγενικό και γοητευτικό συνομιλητή, πρόθυμο να αφιερώσει τον χρόνο του σε μια άγνωστη. Ομολογώ πως η παρέα σου κάνει αυτή τη βραδιά πολύ πιο όμορφη.»
Ο Φίλιππος κράτησε για λίγο το βλέμμα του πάνω της. «Νομίζω», αποκρίθηκε χαμηλόφωνα, «ότι το ίδιο ακριβώς θα μπορούσα να πω κι εγώ.»
Για μια ακόμη φορά χαμογέλασαν σχεδόν ταυτόχρονα. Η κουβέντα κυλούσε ολοένα πιο φυσικά και η αρχική αμηχανία είχε πια δώσει τη θέση της σε μια οικειότητα που έμοιαζε να έχει γεννηθεί πολύ πριν από εκείνη τη νύχτα.
«Ελπίζω η συντροφιά μου να σταθεί αντάξια της βραδιάς», είπε ο Φίλιππος με ένα ήρεμο χαμόγελο. «Θα ήθελα να σου προσφέρω μια όμορφη εμπειρία στη Θεσσαλονίκη. Να δημιουργηθεί η κατάλληλη ατμόσφαιρα, να κυριαρχήσουν το κέφι και η αισιοδοξία και να περάσουμε μια βραδιά που θα τη θυμόμαστε με χαμόγελο.»
Έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε: «Από τη στιγμή που βρεθήκαμε, θεωρώ τον εαυτό μου οικοδεσπότη σου. Αν θελήσεις ή χρειαστείς οτιδήποτε, μπορείς να βασιστείς πάνω μου. Θα χαρώ πραγματικά να σε βοηθήσω και να κάνω τη διαμονή σου στη Θεσσαλονίκη όσο πιο όμορφη και ευχάριστη γίνεται. Ελπίζω η παρέα μου να συμβάλει στο να περάσεις όμορφα και να απολαύσεις κάθε στιγμή της βραδιάς.» Τα λόγια του την έβγαλαν από τις σκέψεις στις οποίες είχε χαθεί. Τον κοίταξε προσεκτικά. Ο τρόπος που μιλούσε ήταν ευγενικός, όμως πίσω από τη διακριτικότητα των λέξεων διέκρινε μια διάθεση να πλησιάσει περισσότερο.
«Και για οποιαδήποτε επιθυμία ή ανάγκη σου, είμαι στη διάθεσή σου», πρόσθεσε εκείνος με ένα ζεστό χαμόγελο και με μια ανεπαίσθητη λάμψη στα μάτια. «Μη διστάσεις να μου το ζητήσεις. Αν μπορώ να κάνω τη βραδιά σου πιο όμορφη, θα το κάνω με μεγάλη μου χαρά.»
Η Ανδρομάχη έγειρε ελαφρά το κεφάλι και χαμογέλασε πονηρά. «Για οτιδήποτε;» τον ρώτησε, αφήνοντας τη φράση να αιωρηθεί. «Ακόμη κι αν αυτό που θα ζητήσω σε βγάλει λίγο έξω από τη ζώνη της άνεσης σου;»
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά. Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε. Ο Φίλιππος χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση. «Νομίζω πως αξίζει να ακούσω πρώτα την πρόταση», αποκρίθηκε. «Και μετά να αποφασίσω αν είναι τόσο τολμηρή όσο την παρουσιάζεις.» Η Ανδρομάχη γέλασε χαμηλόφωνα. Το παιχνίδι των υπαινιγμών είχε μόλις αρχίσει και, όπως όλα έδειχναν, κανείς από τους δύο δεν βιαζόταν να αποκαλύψει όλα του τα χαρτιά.
«Ωραία μου κυρία», είπε ο Φίλιππος χαμογελώντας, «θέλω να ξέρεις κάτι. Από τη στιγμή που γνωριστήκαμε, είμαι εδώ για να κάνω τη βραδιά σου όσο πιο όμορφη γίνεται. Χωρίς επισημότητες, χωρίς «πρέπει» και υποχρεώσεις. Απλώς να περάσουμε καλά, να γελάσουμε και να απολαύσουμε τη στιγμή. Και, πίστεψε με, ο άντρας που έχεις απέναντί σου ενδιαφέρεται πραγματικά να γνωρίσει τη γυναίκα που κρύβεται πίσω από αυτό το όμορφο χαμόγελο.» Η Ανδρομάχη τον κοίταξε με εμφανή ευχαρίστηση. 
«Σ' ευχαριστώ, Φίλιππε», είπε. «Η αλήθεια είναι πως απολαμβάνω πολύ την παρέα σου. Είσαι ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος, ευχάριστος, με χιούμορ, και έχεις έναν τρόπο να κάνεις μια γυναίκα να αισθάνεται όμορφα χωρίς να προσπαθείς υπερβολικά.»
 Έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και χαμογέλασε. «Μόνο μια μικρή χάρη θα σου ζητήσω. Άσε το «ωραία μου κυρία». Μου ακούγεται λίγο... βγαλμένο από άλλη εποχή. Οι φίλοι μου με φωνάζουν Μάχη. Είναι πιο απλό, πιο αυθόρμητο. Και, νομίζω, ταιριάζει περισσότερο στη βραδιά μας.»
Ο  Φίλιππος γέλασε. «Η αλήθεια είναι πως το φυσιολογικό πολλές φορές γίνεται προβλέψιμο», είπε πειρακτικά. «Όμως, όσο σε γνωρίζω, τόσο περισσότερο πείθομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα προβλέψιμο πάνω σου.» 
Η Ανδρομάχη ύψωσε παιχνιδιάρικα το φρύδι.  «Αλήθεια; Και τι σε κάνει να το πιστεύεις;»
«Το βλέμμα σου», απάντησε χωρίς να διστάσει. «Λέει διαφορετικά πράγματα από τα λόγια σου. Σαν να κρύβει ιστορίες που δεν αποφάσισες ακόμη αν θέλεις να αφηγηθείς.»
 Η Μάχη χαμογέλασε αινιγματικά, πήρε μια μικρή γουλιά από το ποτό της και κράτησε τη σιωπή για λίγα δευτερόλεπτα.
 «Ίσως», είπε τελικά. «Ίσως, όμως, οι πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες να αξίζει να αποκαλύπτονται σιγά σιγά.»
 «Τότε», αποκρίθηκε ο Φίλιππος, «ελπίζω η αποψινή νύχτα να είναι αρκετά μεγάλη για να ακούσω τουλάχιστον την αρχή τους.»
 Η μουσική συνέχισε να γεμίζει τον χώρο, ενώ τα χαμόγελα τους πρόδιδαν πως η γνωριμία τους είχε μόλις περάσει σε ένα πιο προσωπικό, αλλά ακόμη γεμάτο μυστήριο, επίπεδο.
Ανάμεσά τους υπήρχε ακόμη ένα άδειο σκαμπό, μα η απόσταση έμοιαζε να μικραίνει με κάθε λέξη που αντάλλασσαν. Η Ανδρομάχη έγειρε ανεπαίσθητα προς το μέρος του και σήκωσε το ποτήρι της.
«Ευχαριστώ... Πάντως, μου αρέσει που με φωνάζεις Μάχη», είπε πριν πιει μια μικρή γουλιά από το κοκτέιλ της.
Ο Φίλιππος χαμογέλασε. «Η χαρά είναι δική μου, Μάχη. Και εκτιμώ πολύ την ειλικρίνειά σου. Θα σου μιλήσω κι εγώ με την ίδια ειλικρίνεια. Από την πρώτη στιγμή ένιωσα πως υπάρχει ανάμεσά μας μια ιδιαίτερη χημεία. Δεν ξέρω αν εξηγείται· ξέρω μόνο ότι σε βρίσκω εξαιρετικά γοητευτική και χαίρομαι πραγματικά που σε γνώρισα απόψε.»
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε για λίγες στιγμές χωρίς να μιλήσει. «Δεν ξέρω αν πιστεύω στον έρωτα με την πρώτη ματιά», είπε τελικά χαμογελώντας. «Ξέρω όμως ότι η παρέα σου μου κάνει πολύ καλό. Νιώθω άνετα μαζί σου, σαν να γνωριζόμαστε περισσότερο απ' όσο δείχνει το ρολόι.»
Ο Φίλιππος έγειρε κι εκείνος λίγο προς το μέρος της. «Μερικές φορές», αποκρίθηκε, «οι πιο όμορφες γνωριμίες δεν χρειάζονται χρόνο. Χρειάζονται μόνο δύο ανθρώπους που απολαμβάνουν πραγματικά ο ένας την παρουσία του άλλου.»
Η Μάχη γέλασε χαμηλόφωνα. «Πρόσεχε... Αν συνεχίσεις έτσι, θα αρχίσω να πιστεύω ότι είσαι πολύ πιο επικίνδυνος απ' όσο δείχνεις.»
«Κι εσύ;» τη ρώτησε πειρακτικά.
Εκείνη άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί για λίγο στον χώρο. Διέκρινε μερικά περίεργα βλέμματα να στρέφονται προς το μέρος τους και χαμογέλασε με μια δόση αυτοσαρκασμού.
«Μάλλον έχουμε τραβήξει λίγη περισσότερη προσοχή απ' όση περίμενα και το μόνο σίγουρο είναι ότι νιώθω πως μεταξύ μας όντως υπάρχει χημεία και με κάνεις απόψε να νιώθω ξεχωριστή και οι φοιτήτριες που ξεσαλώνουν στο μπαρ με κοιτάζουν με μισό μάτι που ήρθε απόψε η μιλφάρα και τους πήρε το καλύτερο τεκνό. Αγκάθι στο μάτι τους έγινα.», είπε χαμηλόφωνα. «Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, απόψε με νοιάζει μόνο η κουβέντα που κάνουμε οι δυο μας.»
Ο Φίλιππος σήκωσε το ποτήρι του. «Τότε ας πιούμε στην πιο όμορφη γνωριμία της βραδιάς.»
Τα ποτήρια τους ακούμπησαν απαλά και, για μια στιγμή, ο θόρυβος του μπαρ έμοιαζε να χάνεται πίσω από τα χαμόγελα και τις ματιές που συνέχιζαν να ανταλλάσσουν.
«Είσαι νέα και ωραία γυναίκα, Μάχη μου! Και τόσο εντυπωσιακά νέα που είναι πολύ εύκολο να σε μπερδέψουν με τις εικοσάχρονες φοιτητριούλες σαν να είσαι από την ίδια γενιά. Συγνώμη που παίρνω το θάρρος, και σου εκφράζω ανοιχτά τις προθέσεις μου, νομίζω πως εμείς οι δυο ταιριάζουμε ως ζευγάρι και χωρίς να θέλω να σε κάνω να νιώθεις άβολα, γενικά το κλίμα το νιώθω ότι είναι ερωτικό και ελπίζω να εκτιμήσεις και εσύ την ειλικρίνειά μου!»
Είχε πλέον βραδιάσει για τα καλά, και η Ανδρομάχη αισθανόταν ευχάριστα με τα δυο ποτά που είχε πιει ενώ έκαναν παρέα. Βέβαια, τα ποτά που είχε πιει δεν ήταν πολύ δυνατά, αλλά άρχισε να νιώθει την επίδρασή τους πάνω της καθώς η ηδονή γλιστρούσε στη κιλότα της. Δεν ένιωθε μεθυσμένη αλλά ένιωθε  ευχάριστα άτακτη.
«Δεν νιώθω καθόλου άβολα, Φίλιππε», είπε η Ανδρομάχη χαμογελώντας. «Και, μεταξύ μας, δεν χρειάζεται να βάζεις τόσους περιορισμούς. Αντίθετα, νιώθω πολύ όμορφα και άνετα μαζί σου. Η παρέα σου κάνει αυτή τη βραδιά ξεχωριστή και μου δίνει την ευκαιρία να ξεφύγω για λίγο από τη μοναξιά της καθημερινότητας.» Τον κοίταξε στα μάτια με ειλικρίνεια. «Δεν λένε πως η ντομπροσύνη και η ειλικρίνεια είναι οι καλύτερες βάσεις για να γνωριστούν δύο άνθρωποι; Μέχρι στιγμής, μου δείχνεις και τα δύο. Κι αυτό το εκτιμώ πραγματικά.»
«Οπότε είναι όλα οκ! Στις σχέσεις έμαθα πως κανείς δεν υποχρεώνει κανέναν. Δεν υπάρχει ούτε βία ούτε χυδαιότητα. Ούτε καν σεξουαλική παρενόχληση. Αν θες να κερδίσεις κάποια, τότε θα πρέπει να είσαι και πρόθυμος να τη χάσεις.  Ελπίζω να μη σε φέρνω σε δύσκολη θέση με αυτό που θα σου προτείνω», είπε ο Φίλιππος με διακριτικότητα. «Αν έχεις χρόνο και δεν βιάζεσαι να επιστρέψεις στο ξενοδοχείο όπου σε περιμένουν οι φίλες σου, θα ήθελα να σε πάω σε ένα πολύ όμορφο μέρος εδώ κοντά. Είναι από εκείνα τα σημεία της πόλης που αξίζει να τα μοιράζεσαι με καλή παρέα. Φυσικά, μόνο αν το θέλεις κι εσύ.»
«Όχι Φίλιππε, δεν υπάρχει κανένα θέμα με τις φίλες μου! Είναι πολύ ξεχωριστές για μένα και όπως καταλαβαίνεις δείχνουν την απαραίτητη κατανόηση! Και όσο για το χρόνο το σημερινό βράδυ είμαι μια ελεύθερη γυναίκα γεμάτη ερωτικές φαντασιώσεις και τρελά όνειρα, και με τέτοιο σέξι άνδρα για συνοδό «φλερτάρω κι ερωτεύομαι» είναι το μότο της αποψινής μου βραδιάς και εάν ανέχεσαι την παρουσία μου ευχάριστα όπως εγώ τη δική σου τότε όλη η νύχτα είναι δική μας και μπορώ να γυρίσω ότι ώρα θέλω στο ξενοδοχείο. Αν το θες και εσύ μπορούμε να πάμε κάπου να είμαστε πιο άνετα και μακριά από αδιάκριτα μάτια, προσφέροντας ο ένας στον άλλον ότι επιθυμεί να δώσει και στο βαθμό που οι ίδιοι ελεύθερα αποφασίζουμε να το κάνουμε.»
«Ιδιαίτερα ευχάριστο ηχεί στα αυτιά μου το ελεύθερα αποφασίζουμε και αυτό το μότο της αποψινής βραδιάς! «Φλερτάρω κι ερωτεύομαι». Και εγώ ομορφιά μου ελεύθερος και αδέσμευτος είμαι και στην απόλυτη διάθεση σου το αποψινό βράδυ, δίχως πολλές εξηγήσεις και με ανέμελη διάθεσή, σε προτρέπω να ξεφύγεις από τη ρουτίνα σου, να κάνεις απόψε κάτι έξω από τα συνηθισμένα, και αν επιθυμείς μια ερωτική περιπέτεια, άφησε ελεύθερο τον εαυτό σου να την απολαύσει, με μια καυτή ερωτική βραδιά που θα τη θυμάσαι για πάντα. Συμφωνείς;»
Η Ανδρομάχη έγνεψε πρόθυμα και το λαμπερό σέξι χαμόγελο της που απλώνεται στο πρόσωπό τη είναι μια ενστικτώδης αντίδραση ικανοποίησης.
Συνεπώς, αποφασίστηκε», είπε ο Φίλιππος χαμογελώντας. «Είναι μόλις δέκα λεπτά από εδώ. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό ξενοδοχείο με όμορφο μπαρ-ρεστοράν, πισίνα, χαλαρή μουσική και υπέροχη ατμόσφαιρα. Νομίζω πως είναι το ιδανικό μέρος για να συνεχίσουμε τη βραδιά μας χωρίς τη φασαρία του κλαμπ.» Την κοίταξε για μια στιγμή, σαν να περίμενε την απάντησή της. «Τι λες; Ξεκινάμε; Ελπίζω η υπόλοιπη νύχτα να αποδειχθεί εξίσου όμορφη με τη γνωριμία μας. Κι αν είμαστε τυχεροί, ίσως αυτή η βραδιά μας χαρίσει στιγμές που θα θυμόμαστε με χαμόγελο για πολύ καιρό.»
Προφανώς η σκέψη τους είναι ίδια και η επαφή τους προσφέρει όλη τη διέγερση και την ένταση που χαρακτηρίζουν τα πρώτα ραντεβού. Όλα κυλούσαν με ευχάριστο ρυθμό, με κουβεντούλα, και μια πολύ καλή χημεία σαν συντροφιά. Ένιωθαν και οι δύο πως η γνωριμία τους είχε εξελιχθεί πολύ πιο γρήγορα απ' όσο θα περίμεναν. Η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους ήταν ζεστή, αβίαστη και γεμάτη εκείνη τη σπάνια αίσθηση οικειότητας που γεννιέται όταν δύο άνθρωποι ανακαλύπτουν ότι βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος. Κάθε χαμόγελο, κάθε βλέμμα και κάθε μικρή παύση στη συζήτησή τους επιβεβαίωνε πως η έλξη ήταν αμοιβαία. Δεν χρειάζονταν μεγαλόστομες εξομολογήσεις ούτε τολμηρές δηλώσεις. Η γλώσσα του σώματος, οι διακριτικοί υπαινιγμοί και ο τρόπος που κοιτούσε ο ένας τον άλλον αρκούσαν για να αποκαλύψουν πως και οι δύο επιθυμούσαν να παρατείνουν αυτή τη γνωριμία και να δουν πού θα μπορούσε να τους οδηγήσει. Όποιος τους παρατηρούσε από απόσταση θα διέκρινε εύκολα πως ανάμεσά τους είχε δημιουργηθεί μια ιδιαίτερη χημεία. Τα πρόσωπά τους ήταν φωτεινά, τα χαμόγελά τους αυθόρμητα και τα βλέμματά τους έμοιαζαν να ανταλλάσσουν σιωπηλά υποσχέσεις. Ήταν από εκείνες τις σπάνιες στιγμές όπου η έλξη δεν εκφράζεται με λόγια, αλλά με την αβίαστη επιθυμία δύο ανθρώπων να συνεχίσουν να μοιράζονται τον ίδιο χώρο, τον ίδιο χρόνο και την αρχή μιας έντονης ερωτικής βραδιάς που μόλις είχε ξεκινήσει.
«Εκεί μένεις;»
«Όχι μένω εδώ στο κοντινό ξενοδοχείο όπου έχω και το αυτοκίνητο μου στο πάρκινγκ! Για ευκολία αν  συμφωνείς και εσύ προτείνω να πάρουμε ταξί.»
«Συμφωνώ», είπε η Ανδρομάχη με ένα φωτεινό χαμόγελο. «Απόψε θα αφήσω στην άκρη κάθε δεύτερη σκέψη και θα αφεθώ στη μαγεία της στιγμής. Εσύ ανέλαβε το τιμόνι κι ας μας οδηγήσει η νύχτα όπου εκείνη θελήσει.» Ο Φίλιππος ανταπέδωσε το χαμόγελο χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της. 
«Τότε ας αφήσουμε τη βραδιά να γράψει τη δική της ιστορία.» 
Η Ανδρομάχη ένιωσε την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα. Το μυαλό της γέμισε εικόνες ανέμελες και φωτεινές· ανθρώπους που γελούσαν, ζευγάρια που αντάλλασσαν τρυφερά βλέμματα και χέρια που έσμιγαν χωρίς δισταγμό. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, δεν την απασχολούσε το αύριο. Την ενδιέφερε μόνο η στιγμή, η συντροφιά του και η γλυκιά αίσθηση πως η νύχτα έκρυβε ακόμη εκπλήξεις που περίμεναν να αποκαλυφθούν. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. Άφησε τη φαντασία της να την παρασύρει εκεί όπου συνήθως δεν τολμούσε να ταξιδέψει. Φαντάστηκε τον εαυτό της πιο τολμηρό, πιο ελεύθερο, απαλλαγμένο από τις αναστολές που τη συνόδευαν τόσα χρόνια. Σαν να άφηνε πίσω της τη γυναίκα που όφειλε πάντοτε να είναι και να συναντούσε εκείνη που κρατούσε καλά κρυμμένη μέσα της. Η παρουσία του Φίλιππου λειτουργούσε σαν αθόρυβη πρόσκληση να εμπιστευτεί το ένστικτό της. Για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, ένιωθε έτοιμη να αφήσει τον εαυτό της να παρασυρθεί από τη μαγεία της στιγμής, να ζήσει χωρίς φόβο όσα μέχρι τότε κρατούσε μόνο στη σφαίρα της φαντασίας και να επιτρέψει στη νύχτα να γράψει τη δική της ιστορία.
......Ο Αλκιβιάδης γνώριζε από πρώτο χέρι πως η Ανδρομάχη, προικισμένη με μια σπάνια φυσική γοητεία, είχε την ικανότητα να κεντρίζει το ενδιαφέρον των ανδρών σχεδόν αβίαστα. Όταν έβαζε έναν στόχο στο μυαλό της, διέθετε εκείνο το ιδιαίτερο κράμα αυτοπεποίθησης, εξυπνάδας και θηλυκότητας που δύσκολα άφηνε κάποιον ασυγκίνητο. Η φαντασία του άρχισε να πλάθει εικόνες.Τους έβλεπε να βγαίνουν από το club, να επιβιβάζονται σε ένα ταξί και να χάνονται στους φωτισμένους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Τους φανταζόταν να κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον, τόσο κοντά ώστε κάθε στροφή του αυτοκινήτου να μικραίνει ακόμη περισσότερο την απόσταση μεταξύ τους. Το χαμηλό φως της πόλης περνούσε από τα παράθυρα, ενώ η κουβέντα τους γινόταν ολοένα πιο προσωπική, γεμάτη πειράγματα, χαμόγελα και υπαινιγμούς. Η Ανδρομάχη, με εκείνο το παιχνιδιάρικο ύφος που τη χαρακτήριζε όταν ένιωθε άνετα, έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και τον κοίταξε με μάτια που έμοιαζαν να προκαλούν περισσότερο παρά να ρωτούν. Γλίστρησε ακόμη πιο κοντά του, ώσπου ο ώμος της άγγιξε τον δικό του. Έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και χαμήλωσε τη φωνή της. «Μου φαίνεται», είπε με ένα αργό, παιχνιδιάρικο χαμόγελο, «ότι η γνωριμία μας σε έχει αναστατώσει περισσότερο απ' όσο θέλεις να παραδεχτείς.» Ο Φίλιππος ένιωσε τον λαιμό του να στεγνώνει. Χαμογέλασε αμήχανα και έστρεψε για μια στιγμή το βλέμμα του προς το παράθυρο, λες και εκεί θα έβρισκε την ψυχραιμία που του ξέφευγε. «Είναι τόσο φανερό;» ρώτησε τελικά. 
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε χωρίς να απομακρυνθεί. Τα μάτια της έμειναν καρφωμένα στα δικά του για μια στιγμή παραπάνω απ' όσο επέτρεπε η ευγένεια. «Αρκετά», ψιθύρισε. Ένα πονηρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της. «Και, μεταξύ μας... το βρίσκω πολύ κολακευτικό.»
Άφησε τη σιωπή να αιωρηθεί ανάμεσά τους, χωρίς να πάρει το βλέμμα της από πάνω του, σαν να απολάμβανε την αμηχανία του λίγο περισσότερο απ' όσο θα παραδεχόταν.
Η αμηχανία του μετατράπηκε σε γέλιο. Η ένταση που υπήρχε ανάμεσά τους δεν χρειαζόταν πλέον υπερβολικές χειρονομίες ή τολμηρές κουβέντες. Ήταν ήδη παρούσα, κρυμμένη στις σιωπές, στα βλέμματα και στην προσμονή για όσα θα μπορούσε να επιφυλάσσει η συνέχεια της νύχτας. Κόλλησε δίπλα του και άρχισε να του χαϊδεύει το φούσκωμα στο καβάλο του παντελονιού του. Του έριξε ένα πονηρό βλέμμα και χαμογέλασε. «Ε! Τι βλέπω εδώ; Αντίσκηνο έχεις στήσει!» τον πείραξε χαμηλόφωνα. «Το είχα προσέξει ήδη από το κλαμπ ότι ήσουν... κάπως αναστατωμένος. Συμβαίνει συχνά αυτό ή έχω την τιμητική μου απόψε; Φταίω εγώ γι' αυτή την... αναστάτωση;»
Ο νεαρός άνδρας αιφνιδιάστηκε από το πείραγμα της και, για μια στιγμή, ένιωσε να τον κυριεύει αμηχανία. Απέφυγε το βλέμμα της, στρέφοντας το κεφάλι του προς το παρμπρίζ. Σχεδόν ενστικτωδώς έριξε μια διακριτική ματιά στον καθρέφτη του ταξί, προσπαθώντας να διαπιστώσει αν ο οδηγός είχε αντιληφθεί την κουβέντα τους. Ευτυχώς, ο ταξιτζής έμοιαζε απορροφημένος στην οδήγηση, αδιάφορος για όσα διαδραματίζονταν στο πίσω κάθισμα.
Ο Φίλιππος άφησε έναν ανεπαίσθητο αναστεναγμό ανακούφισης, ενώ ένα αμήχανο χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών του. Σιγά σιγά οι δισταγμοί του άρχισαν να υποχωρούν. Η παρουσία της, η οικειότητα που είχε αναπτυχθεί ανάμεσά τους και η σιωπηλή επιβεβαίωση που αντάλλασσαν με τα βλέμματά τους τού έδιναν το θάρρος να πλησιάσει περισσότερο. Ο νεαρός άνδρας δεν μπορούσε να βγάλει μιλιά. Ήταν σαν να ήταν σε νιρβάνα! Εκείνη χαμογέλασε με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια. «Απ' ό,τι βλέπω», του είπε πειρακτικά, «σου έχω προκαλέσει μεγάλη... αναστάτωση. Νομίζω, λοιπόν, πως έχω κι ένα μικρό χρέος να την αποκαταστήσω.» Το είπε γελώντας, αφήνοντας τα λόγια της να αιωρηθούν ανάμεσα τους σαν ένα διακριτικό πείραγμα, ενώ το βλέμμα της πρόδιδε τρυφερότητα και πρόκληση. Έριξε μια φευγαλέα ματιά πάνω του και χαμογέλασε με νόημα. «Και αυτόν», είπε πειρακτικά, «δεν γίνεται να τον αφήσουμε να... διαμαρτύρεται έτσι. Έχει σηκωθεί αγέρωχος, σαν τη βελόνα μιας μαγνητικής πυξίδας που δείχνει πεισματικά πάντα προς τον Βορρά.» Γέλασε χαμηλόφωνα και τον κοίταξε στα μάτια. «Μάλλον του έχεις χάσει τον έλεγχο απόψε.» Του ψιθύρισε σχεδόν συνωμοτικά, τόσο χαμηλόφωνα ώστε μόνο εκείνος να μπορεί να την ακούσει. Στα μάτια της χόρευε μια παιχνιδιάρικη σπίθα, ενώ το χαμόγελό της άφηνε να εννοηθούν περισσότερα απ' όσα αποκάλυπταν τα λόγια της. Η φωνή της είχε μια ζεστασιά και μια αδιόρατη πρόκληση που τον έκανε να την κοιτάξει ακόμη πιο έντονα, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει όσα έκρυβε πίσω από το βλέμμα της.
Με μια αργή, κίνηση, άφησε το χέρι του να ακουμπήσει απαλά πάνω στους μηρούς της αναζητώντας πρώτα τη συναίνεση της μέσα από το βλέμμα της. Εκείνη δεν αποτραβήχτηκε, αντίθετα, του χαμογέλασε ζεστά. Τότε τα δάχτυλά του γλίστρησαν απαλά κάτω από το φουστάνι της, σε ένα τρυφερό χάδι που εξέφραζε την αμοιβαία έλξη και την επιθυμία να μειώσουν κι άλλο την απόσταση ανάμεσά τους σε μια κίνηση πάθους. Οι άκρες των δαχτύλων του ταξίδευαν κατά μήκος των εσωτερικών μηρών της Ανδρομάχης, πλησιάζοντας όλο και πιο κοντά στο κέντρο της ηδονής της..................... 
.......«Αυτά και άλλα τόσα είναι τα σενάρια που υφαίνει ασταμάτητα το μυαλό μας, όταν η φαντασία παίρνει τα ηνία», συλλογίστηκε φευγαλέα ο Αλκιβιάδης. «Συχνά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, είναι απλώς οι φόβοι, οι επιθυμίες και οι αμφιβολίες μας που γεμίζουν τα κενά εκεί όπου λείπει η βεβαιότητα. Οι γνωστοί γρύλοι του μυαλού...» σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης. «Εκείνες οι επίμονες σκέψεις που αρχίζουν σαν ένας αθώος συλλογισμός και, πριν το καταλάβεις, μετατρέπονται σε αλυσίδα υποθέσεων. Όταν το μυαλό σκαλώνει, η μία αρνητική σκέψη διαδέχεται την άλλη, τα σενάρια διογκώνονται και οι λεπτομέρειές τους αποκτούν σχεδόν χειροπιαστή υπόσταση. Κι όσο περισσότερο τα αναπαράγεις, τόσο πιο αληθινά μοιάζουν, ακόμη κι αν δεν στηρίζονται σε κανένα πραγματικό γεγονός.» Τα σενάρια στο μυαλό του αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερη ζωντάνια. Οι εικόνες γίνονταν τόσο παραστατικές, ώστε άρχιζε να δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τι ήταν πραγματικότητα και τι αποκύημα της φαντασίας του. Κι εκεί ακριβώς ξεκινούσε ο πραγματικός κίνδυνος, όταν οι υποθέσεις φορούν το προσωπείο της αλήθειας, μπορούν εύκολα να γεννήσουν φόβους, παρεξηγήσεις και αποφάσεις που δεν στηρίζονται σε γεγονότα, αλλά στις ίδιες μας τις ανασφάλειες. Ο Αλκιβιάδης, όμως, δεν άφησε τη φαντασία του να του χαλάσει τη διάθεση. Συνειδητοποίησε πως όλα όσα είχε πλάσει στο μυαλό του δεν ήταν παρά υποθέσεις, χωρίς πραγματική βάση. «Δεν χρειάζεται να βασανίζομαι με εικασίες», σκέφτηκε. «Όσο δεν γνωρίζω την αλήθεια, κάθε συμπέρασμα είναι απλώς μια ιστορία που κατασκευάζει το μυαλό μου. Και δεν υπάρχει λόγος να αφήσω τη φαντασία να μεταμφιέζεται σε πραγματικότητα.» Χαμογέλασε αμυδρά και έδιωξε τις σκέψεις αυτές από το μυαλό του. Προτίμησε να μείνει σε όσα γνώριζε και όχι σε όσα υπέθετε. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να την αφήνεις να ασφυκτιά κάτω από το βάρος ατελείωτων υποθέσεων και διλημμάτων», σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης. «Κι όμως, η απιστία είναι από εκείνα τα ενδεχόμενα που εμφανίζονται συνήθως όταν δεν τα περιμένεις. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι μια τέτοια σκέψη θα μπορούσε να αγγίξει και τον ίδιο, να χτυπήσει τη δική του πόρτα, τη στιγμή μάλιστα που όλα στη σχέση του έμοιαζαν να κυλούν ήρεμα και αρμονικά.». 
Η συνέχεια στην ...

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Mantis Tiresias..

Είναι γνωστός ο μύθος που καταδιώκει επί αιώνες τη γυναικεία σεξουαλικότητα.
..........«Ο μύθος θέλει το μάντη Τειρεσία να τυφλώνεται από το εκδικητικό μένος της θεάς Ήρας, όταν τόλμησε να μην τη στηρίξει στη διαμάχη της με το Δία σχετικά με το ποιος έχει τον πιο έντονο οργασμό -ο άντρας ή η γυναίκα. Όταν εκείνος δήλωσε με βεβαιότητα ότι ο γυναικείος οργασμός είναι πολλάκις πιο ισχυρός από τον αντρικό, η Ήρα, νιώθοντας ότι ο Τειρεσίας πρόδωσε το πιο απόκρυφο γυναικείο μυστικό, τον τύφλωσε.».. 
(«νευρικός επιταχυντής»....Όταν η φύση «σχεδιάζει» κάτι τόσο ισχυρό, είναι παράλογο να περιμένουμε από το άτομο να το «απενεργοποιήσει» επειδή έτσι επιβάλλει ένα συμβόλαιο γάμου.)

Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία Ι: (Μέρος .Ι)....

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ta Logia Tis Tavernas

«Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ.» ...«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.........«Άτιμο το Ζουζούνι!» λέει η Εριφύλη.  Μας ταξίδεψε απόψε, μια καλοκαιρινή νύχτα, με τη μυθοπλαστική αφήγηση της, που με τόση δεξιοτεχνία έρχεται να ρίξει φως στα πιθανά σενάρια γύρω από τα εξωσυζυγικά παραστρατήματα της πεθεράς μου! Η εξαιρετική πλοκή της περιγράφει τα υποτιθέμενα γεγονότα με τρόπο σχεδόν μαγικό. Κι όταν τα ακούς έτσι, με τόση ζωντάνια και λεπτομέρεια, δύσκολα μένεις αδιάφορος. 
Όλα πρέπει να είχαν ξεκινήσει μια φλογισμένη καλοκαιριάτικη μέρα, σ’ ένα καταπράσινο, γαλήνιο και μυρωδάτο τοπίο, με καταπληκτική θέα στον κάμπο. Τριγύρω αγριόχορτα, μυρωδικά, λουλούδια κάθε λογής και χρώματος, κι ένας πλούσιος ίσκιος από θεόρατα πλατάνια. 
Δίπλα τους το αρτεσιανό με το γάργαρο νερό του. Μια ειδυλλιακή γωνιά, απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, που έκανε τους δυο τους να αισθάνονται ελεύθεροι. Ήταν μόνοι. Εντελώς μόνοι. Γύρω τους κανείς. Μόνο το τιτίβισμα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων. Και η φύση ολόκληρη να μοιάζει σαν να τους καλεί να ξεχάσουν για λίγο τον κόσμο.
Ο Λέανδρος την κοιτούσε με φανερό πόθο. «Ρε Ηρώ, της είπε, η μέρα είναι ακόμη μπροστά μας και σήμερα οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες. Στα δελτία μιλάνε για καύσωνα, γαμώ την τύχη μας! Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη. Τι θα έλεγες να περάσουμε μαζί μία-δυο ευχάριστες ώρες;
Η Ηρώ τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Αφεντικό, δε ντρέπεσαι; Εγώ, μια παντρεμένη γυναίκα, μαζί σου;» «Κορίτσι μου, τέτοια θα κοιτάμε τώρα; Πώς να στο πω πιο όμορφα; Καταλαβαίνεις πολύ καλά τι θέλω. Κι εγώ καταλαβαίνω πως κάτι ανάλογο αισθάνεσαι κι εσύ. Μη μου κάνεις τη δύσκολη. 
«Πραγματικά έχω πέσει από τα σύννεφα,» του είπε. «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν να ζητάς τέτοια πράγματα τόσο ανοιχτά. Δε γίνεται τίποτα. Βρες καμιά άλλη. Τζάμπα χάνεις την ώρα σου.»
 Ο Λέανδρος χαμογέλασε. «Η αδυναμία μου, όμως, είσαι εσύ. Κι ό,τι θέλεις από μένα, θα το έχεις.»
Η Ηρώ δεν είχε ξαναβρεθεί σε μια τέτοια κατάσταση. Κι όμως, εκείνη τη μέρα όλα έμοιαζαν να έχουν συμβεί χωρίς σχεδιασμό, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση, σχεδόν αυθόρμητα. Ίσως έτσι να γεννιούνται μερικές ιστορίες, όχι επειδή τις προγραμματίζει κανείς, αλλά επειδή κάποια στιγμή οι συνθήκες συναντιούνται και δημιουργούν τη δική τους δυναμική.
Μέσα στο καταπράσινο τοπίο, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, το χλοερό γρασίδι έφτανε μέχρι τα πόδια τους και το αρτεσιανό κελάρυζε δίπλα τους. Η Ηρώ γέλασε. Ύστερα χαμήλωσε για λίγο τα μάτια και κοίταξε τον Λέανδρο. 'Ηταν ωραίος άντρας. Ψηλός, καστανός, γεροδεμένος, λεβέντης. Και εκείνη τη στιγμή, ίσως για πρώτη φορά, αναγνώρισε μέσα της κάτι που μέχρι τότε είχε προσπαθήσει να κρύψει ακόμη κι από τον ίδιο της τον εαυτό. Μια επιθυμία. Μια φαντασίωση. Ίσως μια αλήθεια που τόσο καιρό είχε σπρώξει κάτω από το χαλί.
Η συνέχεια, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του «Ζουζουνιού,» δεν άργησε να έρθει. Και το παράξενο είναι πως η ιστορία της, παρόλο που ήταν φτιαγμένη από μυθοπλασία, μου φάνηκε τόσο βαθιά δεμένη με την πραγματική ζωή, ώστε για λίγο παρασύρθηκα κι εγώ. Τελικά, είπα, άσε την Ηρώ και τον Λέανδρο. Άλλαξε θέμα, γιατί θα μας πάρει το ξημέρωμα!
«Αλήθεια, ρε Ζουζούνι τι ηλικία έχει αυτός ο πώς τον λες… ο Γλίτσας;»
«Γύρω στα σαράντα πέντε »τον κάνω.
«Και με τη Φαίδρα, δηλαδή, τι παίζει; Πώς και έμπλεξε με τον κομψευόμενο τζιτζιφιόγκο; Είναι και κοντός, ανάθεμα τον! Για λέγε… Το θέμα είναι γαργαλιστικό και οι λεπτομέρειές του ακόμη γαργαλιστικότερες!»
Η Άλκηστις γέλασε. «Γιατί τον λες τζιτζιφιόγκο τον άνθρωπο, ξαδέρφη; Τι σημαίνει αυτό;»
«Τζιτζιφιόγκος είναι λαϊκή, σκωπτική λέξη. Λέγεται για άντρα με επιτηδευμένο ντύσιμο και παρουσιαστικό, που παριστάνει τον γόη.»
«Και πού το κατάλαβες ότι ο τύπος είναι τζιτζιφιόγκος;»
«Τι να σου πω, ξαδερφούλα μου; Αυτός κάνει μπαμ από χιλιόμετρα. Ντύνεται και 
συμπεριφέρεται επιδεικτικά, λες και είναι κόμης. Ένας ψευτοδανδής! Ένα χάρχαλο! Δεν ξέρω κιόλας αν μπορεί να υποστηρίξει τον ρόλο που παριστάνει.»
«Όπως κι αν τον χαρακτηρίζει κανείς, όσο τον αφορά, η συχνή συναναστροφή του με τη Φαίδρα εξάπτει τα κουτσομπολιά και δίνει τροφή για σχόλια. Ιδίως από τη στιγμή που ο σύζυγός της είναι ναυτικός και συνήθως απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα από την οικογένεια και το συζυγικό τους κρεβάτι. Ε, όπως λένε… δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.»
«Ναι είναι αλήθεια! Έτσι λένε για τη φωτιά και τον καπνό! Αναρωτιέμαι! Γιατί οι κοντοί έχουν πάντα τις καλύτερες γκόμενες; Είχε δίκιο η γιαγιά μας που μας έλεγε ότι «όλα τα καλά αιδοία έχουν πάει στους κοντούς»!
«Μπράβο η γιαγιά! Δηλαδή χωρίς ντροπή έλεγε τέτοια πράγματα;»
«Ντροπή-ξεντροπή, το ως άνω αξίωμα ότι όλα τα καλά αιδοία, για κάποιο μυστηριώδη λόγο, έχουν καταλήξει στους κοντούς, δεν είναι κάτι αόριστο και νεφελώδες. Επαληθεύεται πανηγυρικά!»
Η Άλκηστις σήκωσε το φρύδι της, διασκεδάζοντας. « Α, ώστε επαληθεύεται πανηγυρικά; Δεν έχω λόγους να το αμφισβητήσω ούτε βάσιμες αντιρρήσεις για την αλήθεια ή την ορθότητα του. Άλλωστε, όπως λες κι εσύ, τα ίδια τα γεγονότα φαίνεται να το επαληθεύουν. Ε, έτσι είναι η ζωή, καλή μου ξαδέρφη. Συμβαίνουν αυτά.» Και, αφού πήρε μια μικρή ανάσα, συνέχισε με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που ετοιμάζεται να εκφωνήσει σπουδαία κοινωνιολογική θεωρία. «Ειδικότερα στην παρούσα συγκυρία, όπου ο ερίτιμος σύζυγος της Φαίδρας απουσιάζει από τη συζυγική κλίνη και τον περισσότερο καιρό αλωνίζει τους ωκεανούς με τα καράβια. Είναι αναγκασμένος, βλέπεις, από το επάγγελμα που διάλεξε, να αγωνίζεται για να προσφέρει πλουσιοπάροχα τον άρτον της οικογένειας του.
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Και λοιπόν;»
«Και λοιπόν, καλή μου, όταν η μοναξιά κρατάει πολύ, η νοσταλγία γίνεται επίμονη και η επιθυμία αρχίζει να χτυπάει την πόρτα, τότε είναι που εμφανίζεται ο διάολος. Κι ο διάολος, όπως ξέρουμε, δεν χρωστάει ποτέ καλό!
«Δηλαδή ρε Ζουζούνι;»
«Δηλαδή βάζει την ουρά του στις ατέλειωτες μέρες και νύχτες που τη Φαίδρα την αγγίζουν η μοναξιά, η θλίψη και η νοσταλγία της ερωτικής συντροφιάς. Κι όταν η ανάγκη μεγαλώνει, η φαντασία αρχίζει να αναζητά διεξόδους. Πρώτα στις ονειροπολήσεις και ύστερα, ποιος ξέρει, μπορεί και στην πραγματική ζωή.
Η Εριφύλη την κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Μάλιστα… Άρα έχουμε πλέον και κοινωνιολογική ανάλυση.»
«Όχι μόνο κοινωνιολογική, Ζουζούνι μου. Έχουμε και εμπειρική έρευνα!»
Και οι δυο ξέσπασαν στα γέλια.
«Υποψιάζομαι πως μια εσωτερική σύγκρουση, από εκείνες τις συνηθισμένες ψυχολογικές διεργασίες που ταλαιπωρούν συχνά τις γυναίκες των ναυτικών, βασάνιζε και τη Φαίδρα.
Ήταν, λοιπόν, εγκλωβισμένη στο γνωστό δίπολο. «Παναγία ή Πόρνη». Από τη μια η γυναίκα που οφείλει να είναι σεμνή, υπομονετική, πιστή, αφοσιωμένη στο σπίτι και στην οικογένεια. Από την άλλη η γυναίκα που έχει επιθυμίες, φαντασιώσεις, ανάγκες και το δικαίωμα να αναγνωρίζει το σώμα και τη σεξουαλικότητά της ως δικά της.
Και κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές φωνές βρισκόταν η Φαίδρα.
Η μία ήταν η φωνή της φύσης. Εκείνη η βαθιά, επίμονη εσωτερική επιθυμία που δεν ενδιαφέρεται για κοινωνικούς κανόνες και στερεότυπα. Η άλλη ήταν η φωνή της κοινωνίας, η φωνή του «καλού κοριτσιού», που έχει διαμορφωθεί μέσα από αιώνες αντιλήψεων και θέλει τη γυναίκα παθητική, σεμνή, εγκρατή και προσανατολισμένη σχεδόν αποκλειστικά στον ρόλο της συζύγου και της νοικοκυράς.
Και η Φαίδρα βρισκόταν ανάμεσα στις δύο. Η μια φωνή της έλεγε. «Είναι φυσιολογικό να τον θέλεις.» Η άλλη ψιθύριζε. «Τι θα πουν οι άλλοι;» Κι εκεί ακριβώς γεννιόταν ο φόβος. Όχι τόσο ο φόβος της επιθυμίας, όσο ο φόβος της κρίσης. 
Και τότε η σεξουαλικότητα παύει να είναι απλώς μια ερωτική υπόθεση. Γίνεται ζήτημα ταυτότητας. Γίνεται η προσπάθεια μιας γυναίκας να αποφασίσει ποια είναι όταν κανείς δεν την κοιτάζει και δεν της υπαγορεύει πώς πρέπει να συμπεριφέρεται.
Το κλειδί, ίσως, δεν βρίσκεται ούτε στην καταπίεση ούτε στην άκριτη παράδοση στην επιθυμία., Βρίσκεται στην αποδοχή. Στην αποδοχή του εαυτού της και στην επαναδιαπραγμάτευση των προσωπικών της ορίων. Γιατί η επιθυμία από μόνη της δεν κάνει μια γυναίκα ούτε καλή ούτε κακή. Είναι απλώς ένα κομμάτι της ανθρώπινης φύσης.
Η Φαίδρα είχε πάρει την υπομονή της μητέρας της και μπορούσε να αντέξει πολλά πριν χάσει την ψυχραιμία της. Και δεν υπήρχε λόγος να τη χάσει στη συγκεκριμένη περίσταση. Τα βράδια όταν τα παιδιά της  κοιμόντουσαν, αυνανιζόταν στα σκοτάδια προσπαθώντας να καταπραΰνει την κάψα που ένοιωθε. Ήταν ένα ένοχο μυστικό, που ακόμα και τώρα, μετά τα τριάντα της χρόνια, τη βασάνιζε. Ο γάμος της με το πέρασμα του χρόνου δεν κάλυπτε τα ερωτικά της κενά, με αποτέλεσμα οι σεξουαλικές της επιθυμίες να επιστρέφουν ως φαντασιώσεις διαφυγής. Νιώθει την ανάγκη να παρακάμψει τους κανόνες τώρα να βρει επιτέλους το θάρρος να διεκδικήσει αυτό που πραγματικά επιθυμεί! Ίσως ένας εραστής να είναι αυτό ακριβώς που περιμένει. Ένιωθε έντονη επιθυμία να παρακάμψει τους κανόνες και να ικανοποιήσει την ανάγκη στις σεξουαλικές της ορμές!
 Παραβιάζοντας λοιπόν τους κανόνες τουλάχιστον δεν θα πήγαινε με τον πρώτο τυχόντα. Οπότε ο καθηγητής της κόρης της δεν ήταν ο πρώτος τυχόντας, ήταν και άμεσα διαθέσιμος και μια κάποια λύση. 
«Μη μου πεις ότι παίζει και «φάση» με τη Φαίδρα, και ότι έχει εμπλακεί σε μία σχέση μόνο για το σεξ μαζί του. Μα είναι δυνατόν! Είναι τόσο τυχερός ο τζιτζιφιόγκος που του κάθεται η κυρία;»  
«Είναι άλλωστε «κοινό μυστικό»  ότι έχουν περιστασιακά συνευρεθεί σε ερωτικές επαφές μεταξύ τους. Στην Αθήνα μάλιστα οι κακές γλώσσες του περίγυρου της τάξης της κόρης λένε διάφορα λίγο έως πολύ καυστικά! σχόλια.»
«Όπως;» 
«Ο «τζιτζιφιόγκος» είχε αναλάβει «φιλικά» τα καθήκοντα να βοηθά επικουρικά την κόρη της στα μαθήματα την χρονιά που ετοιμαζόταν για τις πανελλήνιες εξετάσεις της και η Φαίδρα ένιωθε βαθιά την υποχρέωση και αναζητούσε εύσχημο τρόπο να βγάλει την υποχρέωση και να τον ευχαριστήσει που παρείχε μαθησιακή καθοδήγηση στην κόρη της. Ταυτόχρονα όμως, και ο «Λιμοκοντόρος» έψαχνε την ευκαιρία για να πηδήξει την Φαίδρα. 
Η Φαίδρα δεν άργησε να του ανταποδώσει και αυτή την υποχρέωση της. Εε! Να οι κακόβουλες διαδόσεις, αφήνουν υπαινιγμούς και λένε ότι δέχεται απροσκόπτως τις επισκέψεις του και τον αποζημιώνει για την βοήθεια που προσφέρει στην κόρη της και τον πληρώνει καλά, και όταν χρειάζεται να την βοηθήσει καμία ώρα παραπάνω τον πληρώνει.. ακόμα πιο καλά... »
«Όταν λες ακόμα πιο καλά... πώς το εννοείς;»
«Ε, χρυσή μου, οι κακές γλώσσες δεν χρειάζονται και πολλή ενθάρρυνση για να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα. Λένε πως η Φαίδρα, αφού ένιωθε ευγνωμοσύνη για τη μαθησιακή βοήθεια που πρόσφερε στην κόρη της, έβρισκε κι εκείνη τον δικό της τρόπο να τον… ανταμείβει. Και όσο πιο πρόθυμος ήταν εκείνος να προσφέρει «έκτακτες» ώρες διδασκαλίας, τόσο πιο γενναιόδωρη γινόταν η κυρία στην… ανταπόδοση.»
«Δηλαδή, θέλεις να πεις πως όλη αυτή η ιστορία με τα μαθήματα ήταν απλώς η αφορμή;»
«Αυτό ακριβώς ψιθυρίζουν. Εγώ, βέβαια, δεν ξέρω τι από όλα αυτά είναι αλήθεια και τι είναι δημιούργημα της γειτονιάς. Ξέρεις πώς γίνεται. Μια επίσκεψη για μάθημα γίνεται δύο επισκέψεις, οι δύο γίνονται συχνές επισκέψεις και, πριν καλά-καλά το καταλάβεις, έχει γραφτεί ολόκληρο μυθιστόρημα.»
«Και ο τζιτζιφιόγκος; Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό;»
«Μάλλον όχι.»
«Και η Φαίδρα;»
«Η Φαίδρα είναι άλλη ιστορία. Αυτή δεν είναι γυναίκα που την παίρνει εύκολα ο άνεμος. Μπορεί να κάνει υπομονή, μπορεί να σωπαίνει, μπορεί να κουβαλάει πολλά μέσα της. Όταν όμως αποφασίσει πως θέλει κάτι, δύσκολα κάνει πίσω.»
«Άρα;»
«Άρα, χρυσή μου, αν οι φήμες έχουν έστω και μια σταγόνα αλήθειας, δεν ήταν μόνο εκείνος που έψαχνε ευκαιρία. Μπορεί να έψαχνε και η ίδια μια διέξοδο από τη ζωή που είχε αρχίσει να τη στενεύει.»
Η Άλκηστις την κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που προμήνυε πως η κουβέντα δεν είχε τελειώσει.
«Δηλαδή έχουμε έναν καθηγητή που προσφέρει επιπλέον ώρες και μια παντρεμένη γυναίκα που δείχνει ιδιαίτερη… ευγνωμοσύνη;»
«Εγώ δεν είπα τίποτα τέτοιο.»
«Όχι, βέβαια. Οι κακές γλώσσες το είπαν.»
«Ακριβώς. Εμείς απλώς τις ακούμε.»
«Και τις πιστεύουμε;»
«Αυτό είναι το δύσκολο. Στα κουτσομπολιά ποτέ δεν ξέρεις που τελειώνει η αλήθεια και πού αρχίζει η φαντασία.»
«Από την πίσω πόρτα, ε; Ή αλλιώς… οθωμανικό! Χμμμ… ωραία φάση είναι αυτή!»
«Ξαδέρφη, έχω μια απορία. Γιατί το λένε οθωμανικό;»
«Γιατί οι Τούρκοι μας πήραν καβάλα τετρακόσια χρόνια και το μάθανε!»
«Σοβαρά το λες;»
«Καλέ όχι! Υπάρχει και ένας πιο επίσημος, ιστορικοφανής και επιστημονικοφανής τρόπος να το εξηγήσουμε. Αν και, απ’ ό,τι φαίνεται, μάλλον πρόκειται για λάθος ορισμό που ταξιδεύει από λαό σε λαό.»
«Για λέγε…»
«Οι Δυτικοί το λένε «ελληνικό», εμείς «οθωμανικό», οι Τούρκοι «περσικό», ενώ οι Πέρσες το λένε «Qazvin style». Το Qazvin είναι πόλη της Περσίας που, σύμφωνα με τη σχετική φήμη, έχει αποκτήσει… ιδιαίτερη παράδοση σ’ αυτά τα πράγματα και αποτελεί πηγή ανεκδότων. Κάτι σαν τα δικά μας τα Ποντιακά.»
«Παράδειγμα;»
«Να, ένα απ’ αυτά τα παλιά μαύρα ανέκδοτα. Μια μάνα χάνει το παιδί της και πάει στην αστυνομία να δώσει περιγραφή. Οκτώ χρονών, στρουμπουλά μπούτια, φορούσε σορτσάκι, ροδαλά μαγουλάκια… Ο αστυνομικός αρπάζει τον ασύρματο και λέει. Οκτάχρονος αγνοούμενος στην περιοχή του νότιου Qazvin!»
Η Άλκηστις ξέσπασε στα γέλια.
«Άρα, αν το κατάλαβα σωστά, οι Δυτικοί το φορτώνουν σ’ εμάς, εμείς στους Τούρκους, οι Τούρκοι στους Πέρσες και οι Πέρσες… σε συγκεκριμένους Πέρσες!»
«Ακριβώς! Ένας ατελείωτος γεωγραφικός κύκλος ευθυνών!»
«Πάντως, όπως και να το λένε και ό,τι κι αν λέμε, ρε Άλκηστις, ένα είναι βέβαιο: η Φαίδρα είναι πραγματικά πολύ όμορφη γυναίκα. Αυτό που λέμε μπουκιά και συχώριο. Μου θυμίζει μάλιστα εκείνη την ηθοποιό που έπαιζε στο… Πρόεδρος για μια Μέρα. Πώς τη λένε, διάβολε; Μου διαφεύγει τώρα.»
«Και πού τη θυμήθηκες;»
«Έτσι μου ήρθε. Ίσως γιατί έχει εκείνη την κομψότητα, την αρχοντιά, αυτό το…κυρία με τα όλα της. Γι’ αυτό και δεν το πιστεύω ότι μπλέχτηκε μ’ αυτόν τον λιμοκοντόρο.»
«Γιατί, τι σου φταίει ο άνθρωπος;»
«Τι μου φταίει; Δεν μου φταίει τίποτα! Αλλά αυτή είναι κοκέτα, περιποιημένη, με παρουσία… κι αυτός, αγάπη μου, είναι σαν ζαρωμένη ρέγκα!»
«Καλά, καλά… Μην τον σταυρώνεις κιόλας!»
«Εγώ; Εγώ απλώς απορώ. Τόσος κόσμος κυκλοφορεί εκεί έξω και η κυρία βρήκε τον συγκεκριμένο για να του κάνει τα χατίρια!»
«Έρωτας είναι αυτός, ξαδέρφη μου. Ο έρωτας δεν παίρνει πάντα σωστές διαστάσεις και μετρήσεις!»
«Ή μήπως παίρνει… και τις δικές του διαστάσεις;»
Η Άλκηστις την κοίταξε για μια στιγμή και ξέσπασε πάλι στα γέλια. «Άντε, παράτα μας! Εσύ θα μας πεθάνεις σήμερα! Εριφύλη! Sigourney Weaver τη λένε. Και, απ’ όσο γνωρίζω, είναι και η μεγάλη αδυναμία του Νικηφόρου.»
«Ποια; Η Φαίδρα;»
«Για την ηθοποιό λέω, καλέ! Για τη Φαίδρα δεν ξέρω. Λες να τη γουστάρει ο Νικηφόρος; Διόλου απίθανο. Εσύ δεν λες ότι είναι πολύ ωραία γκόμενα; Λογικό το βρίσκω να κολλάει το ματάκι του.»
«Λογικό; Αμ, άμα θέλει να του τα βγάλω! Άκου λογικό! Πόσο χρονών είναι η Φαίδρα και πόσο η κόρη της;»
«Πρέπει να είναι γύρω στα τριάντα έξι με τριάντα επτά η Φαίδρα και δεκαοκτώ με δεκαεννιά η κόρη της.»
«Δηλαδή η Φαίδρα παντρεύτηκε πολύ μικρή;»
«Ναι. Οι κακές γλώσσες,που, ως συνήθως, στα χωριά δεν χρωστούν καλό σε άνθρωπο, λένε πως ήταν από μικρή λίγο ζωηρή και άτακτη, δεδομένης και της αναμφισβήτητης ομορφιάς της αλλά και του ιδιαιτέρως φλογερού ταμπεραμέντου της. Βεβαίως, ως γνωστόν, καπνός χωρίς φωτιά δεν βγαίνει και ίσως κάτι να υπήρχε πίσω απ’ όλα αυτά.»
«Και οι γονείς της;»
«Οι γονείς της την απέκτησαν σε μεγάλη ηλικία. Ήταν άνθρωποι συντηρητικοί και ήθελαν να τη δουν αποκαταστημένη, με έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να τη φροντίζει και να της προσφέρει μια ασφαλή ζωή. Γι’ αυτό φρόντισαν να την παντρέψουν νωρίς μ’ έναν κοντοχωριανό της, ναυτικό στο επάγγελμα.»
«Έτσι απότομα;»
«Έτσι περίπου. Εγώ υποψιάζομαι πως υπήρξε και αρκετή πίεση από την πλευρά των γονιών της. Έρωτας, πάντως, δεν νομίζω να υπήρχε ιδιαίτερος στην αρχή τουλάχιστον. Περισσότερο μια συμφωνία ζωής, όπως γινόταν συχνά παλιότερα.»
«Και τώρα;»
«Τώρα ζουν στην Αθήνα τον χειμώνα και το καλοκαίρι επιστρέφουν στο χωριό για διακοπές. Ο άντρας της λείπει μεγάλα διαστήματα στη θάλασσα κι εκείνη περνάει αρκετό καιρό μόνη της. Κι όπως καταλαβαίνεις… στα χωριά οι απουσίες είναι πάντα πιο εύκολες να σχολιαστούν απ’ όσο να εξηγηθούν.»
«Μάλιστα…» Η Εριφύλη την κοίταξε πλάγια. «Κι εσύ, βλέπω, έχεις αρχίσει να μου φτιάχνεις ολόκληρο βιογραφικό της γυναίκας.»
«Ε, κάπως πρέπει να καταλάβουμε και την ιστορία, δεν μπορούμε να πετάμε κουβέντες στον αέρα!»
«Άλκηστις, εσύ δεν καταλαβαίνεις την ιστορία. Την κατασκευάζεις!»
«Ε, καλά είπαμε… Ιστορικός με φαντασία είμαι, όχι ληξίαρχος!»
«Εννοείται, ξαδέρφη, πως δεν επικροτούμε την απιστία της. Σεβόμαστε όμως το δικαίωμά της να ζει όπως εκείνη επιλέγει και να μοιράζεται τον έρωτα με όποιον θέλει. Η νεαρή δεν ξέρει τίποτα;»
«Ίσως και να υποψιάζεται. Τι να σου πω; Δανάη τη λένε. Είναι κι αυτή πολύ όμορφη, μάλιστα, κατά τη γνώμη μου, ακόμη πιο εντυπωσιακή από τη μάνα της. Έχει ζωντανό ταμπεραμέντο, ψάχνεται, γνωρίζει κόσμο και, απ’ ό,τι μαθαίνω, τελευταία ερωτοτροπεί δεξιά κι αριστερά. Γι’ αυτό και έχει συχνούς καβγάδες με τη γιαγιά και τη μητέρα της, κάθε φορά που ξεπορτίζει και γυρίζει αργά.»
«Δηλαδή δεν είναι από τις κοπέλες που περιορίζουν εύκολα τον εαυτό τους.»
«Όχι ιδιαίτερα. Είναι λίγο κακομαθημένη, βέβαια, ίσως επειδή ξέρει πολύ καλά πως η εμφάνιση της της ανοίγει πόρτες. Την ομορφιά την κληρονόμησε από τη μάνα της. Η Φαίδρα, όμως, είναι πιο ήπια, πιο εκλεπτυσμένη και, θα έλεγα, πολύ πιο συμπονετική φύση. Η Δανάη έχει περισσότερο ανήσυχο πνεύμα· η μητέρα της περισσότερη τρυφερότητα.»
Η Εριφύλη κοίταξε για λίγο το ρολόι της και ύστερα μάζεψε αργά τα πράγματα της. «Τι λες; Ώρα δεν είναι να τα μαζεύουμε σιγά-σιγά; Ας φωνάξουμε τον Νικηφόρο. 

Η συνέχεια εδώ..
Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία II: (Μέρος.. 4) .....

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2025

Elegant Woman: Unrequited Love

...Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι: (Part:2)....Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε για περισσότερες λεπτομέρειες Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)
 .............................. (August 2023)...
Η ανάρτηση, αναμφίβολα, όταν θα ήταν πιο νηφάλιος θα κατέληγε στη «διαγραφή» ή να μείνει ανάμνηση στα «πρόχειρα», αλλά του άρεσε και η ιδέα (που σημαίνει ότι μετά από κάποια αρχική σκέψη και αντίσταση), να φλερτάρει με τον κίνδυνο πλησιάζοντας επικίνδυνα τα όρια μιας καταστροφικής κατάστασης, να την ανεβάσει στο blog του και να της στείλει το link .....να το διαβάσει.
(.................Ψηλή λεπτή και ένα διακριτικό μακιγιάζ συμπλήρωνε την εικόνα της μελαχρινής γυναίκας. Το χαριτωμένο μουτράκι της και η σκανταλιάρικη μύτη, της έδιναν ναζιάρικο ύφος, γεμάτο ζωντάνια και τρυφερότητα. Κοιτούσε τον κόσμο με ορθάνοιχτα μάτια, κατάμαυρα, χρώμα που προίκιζε το βλέμμα της με μεγάλη γκάμα εκφράσεων. Πάντα στην τρίχα! Ντυμένη με τέτοιο τρόπο που τόνιζε την εμφάνισή της...........................)  
.......Στη Θεσσαλονίκη περασμένα μεσάνυχτα Σαββάτου προς ξημερώματα της Κυριακής, όπως είδαμε η Ναυσικά και η Ανδρομάχη είχαν την ευκαιρία να ζήσουν μια συναρπαστική λεσβιακή εμπειρία γεμάτη έντονη σεξουαλική ενέργεια και πάθος, παρασυρμένες από το ανομολόγητο πάθος της μιας για την άλλη, που κατέκλυσε τα κορμιά τους, θόλωσε το μυαλό τους και εξαφάνισε την λογική τους με αποτέλεσμά να κάνουν το τόλμημα να επιδοθούν σε τολμηρά σεξουαλικά παιχνίδια μεταξύ τους. Η πόλη, με τη νυχτερινή της ενέργεια της, λειτουργούσε ως το ιδανικό σκηνικό για αυτή τη συνάντηση της Ναυσικάς και της Ανδρομάχης σε μια διαδικασία εσωτερικής απελευθέρωσης που υπερέβαινε τη σωματική επαφή τους και μετέτρεψε τη νύχτα τους σε μια πράξη αυτοδιάθεσης. Η αποτίναξη του βάρους του αμαρτήματος λειτουργούσε ως μια διαδικασία αποδόμησης παλαιότερων πεποιθήσεων τους . Στην ουσία, οι δύο γυναίκες δεν ανακάλυψαν μόνο η μία την άλλη, αλλά ανακάλυψαν μια νέα εκδοχή του εαυτού τους, μια εκδοχή που επιτρέπει στις φυσικές τους παρορμήσεις να υπάρχουν χωρίς ενοχές. Η σύγκρουση ανάμεσα στο πριν και στη διαδρομή τους ως ετερόφυλες γυναίκες σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο και το τώρα, την αποδοχή της λεσβιακής τους επιθυμίας, τους δημιούργησε μια έντονη εσωτερική κάθαρση. Το γεγονός ότι η πράξη τους έγινε στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη με πλούσια ιστορία και έντονη κοινωνική ζωή, προσέδωσε έναν τόνο τόλμης και επαναπροσδιορισμού της ταυτότητάς τους. Ήταν φανερό πως το πάθος και η απελευθέρωση που ένιωσαν οι δύο γυναίκες, άφησαν πίσω τους κάθε δισταγμό. Η χημεία ανάμεσά τους μετατράπηκε σε μια πρωτόγνωρη «καταιγίδα» αισθήσεων όπου η λογική υποχώρησε μπροστά στην επιταγή της επιθυμίας. Μια νύχτα που ξεκίνησε ως κάτι εφήμερο, φορτισμένη με την ένταση του «απαγορευμένου» και την ορμή του απρόσμενου, είχε πλέον τη δυναμική να ανατρέψει τις ισορροπίες στη ζωή της Ναυσικάς και της Ανδρομάχης. Το «one-night stand» μεταλλάσσεται σε μια αρχή, υποδηλώνοντας πως αυτή η νύχτα στη Θεσσαλονίκη δεν θα ξεχαστεί ποτέ, καθώς η ακαταμάχητη έλξη που τις ένωσε λειτούργησε ως κλειδί που ξεκλείδωσε κάτι πολύ βαθύτερο. Και οι δύο ομολογούσαν πως αναστατώθηκαν οι αισθήσεις τους όσο καμιά άλλη φορά και δεν είχαν την δύναμη να αντισταθούν ώστε τα πάντα μπορούσαν να συμβούν τη νύχτα τους στη Θεσσαλονίκη. Η ένταση της επιθυμίας, ο ίλιγγος των αισθήσεων και του έρωτα....«...Ο Έρωτας που βάσανα μοιράζει, ο Έρωτας που παραμύθια πλάθει άρπαξε την ψυχή μου και την τράνταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυμάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας» ..(Πρόκειται για έναν από τους πιο γνωστούς στίχους της αρχαίας Ελληνίδας λυρικής ποιήτριας Σαπφούς (7ος-6ος αι. π.Χ.), σε απόδοση του Οδυσσέα Ελύτη. Το ποίημα: Αποτελεί απόσπασμα (θραύσμα 47 LP) που περιγράφει την ορμητική, σχεδόν βίαιη φύση του έρωτα. Στο πρωτότυπο αρχαίο κείμενο, η εικόνα αποδίδεται ως: «Ἔρος δ᾽ ἐτίναξέ μοι φρένας, ὠς ἄνεμος κὰτ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων») 
Η συμπεριφορά τους ήταν αδιάψευστη, οι πράξεις τους ήταν τόσο ξεκάθαρες, κατηγορηματικές και προφανείς, που δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να παρερμηνευτούν, να παρεξηγηθούν ή να δημιουργηθούν αμφιβολίες για τις προθέσεις τους. Υπήρχε απόλυτη σαφήνεια! Δεν υπήρχε γκρίζα ζώνη. Το σεξουαλικό πάθος και η αξία του έρωτα υπερίσχυσε της όποιας λογικής τους και με αμοιβαίο σεβασμό επιτρέποντας και στις δύο να είναι ανοιχτές και ειλικρινείς μεταξύ τους, σε μια κατάσταση που τις είχε οδηγήσει σε έντονες εμπειρίες, όταν μοιράστηκαν πολλαπλούς οργασμούς σε σύντομο χρόνο μέχρι τον «επόμενο γύρο», δεδομένου ότι σαν γυναίκες ήξεραν τι ήθελαν και κατ΄επέκταση πως να φέρει την κορύφωση της σεξουαλικής διέγερσης η μία στην άλλη. Το ερωτικό πάθος είναι θεόσταλτο το οποίο πηγάζει απευθείας από τη θεϊκή υπόσταση της Αφροδίτης, δηλώνει στους στίχους του ο Ευριπίδης και «είναι φυσικό, άμα οι θεοί το θέλουν, οι θνητοί να σφάλλουν» με την έννοια ότι οι άνθρωποι δεν φέρουν πλήρη ευθύνη όταν ενεργούν υπό την επήρεια θεϊκής βούλησης, καθώς το «σφάλμα» είναι προδιαγεγραμμένο.
Η ικανότητά τους να αναγνωρίζουν και να ικανοποιούν τις ανάγκες της άλλης με τόση ακρίβεια και αμοιβαίο σεβασμό, μετατρέπει την πράξη τους σε μια μορφή επικοινωνίας που ξεπερνά τις λέξεις. Η γνώση τους του γυναικείου σώματος και η αμεσότητα με την οποία έφτασαν στην κορύφωση, υποδήλωνε μια βαθιά οικειότητα, ίσως και μια προϋπάρχουσα, αν και ανείπωτη, σύνδεση που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να εκδηλωθεί. Η ιδέα ότι οι θνητοί ενεργούν υπό την επήρεια μιας ανώτερης, αρχέγονης δύναμης, αφαιρεί το βάρος της ενοχής και τοποθετεί τη Ναυσικά και την Ανδρομάχη σε μια κατάσταση «ιερού» αυθορμητισμού. Δεν είναι πια απλώς δύο γυναίκες σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Θεσσαλονίκη· είναι δύο όντα που παραδόθηκαν σε μια φυσική νομοτέλεια, η οποία δικαιολογεί το πάθος τους ως κάτι απόλυτα φυσικό, ακόμα κι αν η κοινωνία το αντιλαμβάνεται ως «σφάλμα». Μια νύχτα που τις οδήγησε σε μια κατάσταση απόλυτης ειλικρίνειας και απελευθέρωσης, Αυτό που συνέβη αυτό το βράδυ δεν έμεινε στην επιφάνεια του δέρματος τους, αλλά εισχώρησε στην ουσία της ταυτότητάς τους. Παρά το γεγονός ότι είχαν ήδη μια πολύ ικανοποιητική σεξουαλική ζωή, αυτή η «απρόσμενη» συνάντηση λειτούργησε ως καθρέφτης που τους επέτρεψε να δουν πτυχές του εαυτού τους που παρέμεναν αθέατες, κλειδωμένες πίσω από κοινωνικά στερεότυπα και άρρητους κανόνες. Η στιγμή που το «απαγορευμένο» μετατρέπεται σε «φυσικό». Σταμάτησαν να βλέπουν τη σεξουαλικότητά τους μέσα από το πρίσμα του «πρέπει» και αφέθηκαν στην καθαρή, αδιαμεσολάβητη αίσθηση. Αναγνώρισαν τα όριά τους και, αντί να σταματήσουν εκεί, τα διεύρυναν, νιώθοντας μια πρωτόγνωρη οικειότητα με το ίδιο τους το σώμα. Η ανάγκη για έλεγχο υποχώρησε μπροστά στη ροή της εμπειρίας, επιτρέποντας στην ηδονή να γίνει μια μορφή ελευθερίας. Πλέον, η Ναυσικά και η Ανδρομάχη δεν είναι οι ίδιες γυναίκες που ήταν πριν από αυτό το Σαββατόβραδο. Έχουν κερδίσει μια νέα ελευθερία, μια «εσωτερική πυξίδα» που τους επιτρέπει να εξερευνούν την επιθυμία τους χωρίς τον φόβο της κριτικής, είτε της κοινωνικής είτε της αυτοκριτικής. Η βραδιά τους έκλεισε με μια αίσθηση απόλυτης πληρότητας και ηρεμίας. Η μετάβαση από το έντονο πάθος και την «καταιγίδα» των αισθήσεων, στην τρυφερότητα μιας αγκαλιάς και του βαθύ ύπνου, αποδίδει την ολοκλήρωση αυτής της εμπειρίας τους. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν,ότι «το σεξ με γυναίκα είναι αλλιώς», δεν αποτελούσε απλώς μια διαπίστωση, αλλά την επιβεβαίωση μιας νέας, βαθιάς σύνδεσης τους. Η ασφάλεια που ένιωσαν ήταν το κλειδί, σε έναν κόσμο που συχνά απαιτεί από τις γυναίκες να ανταποκρίνονται σε εξωτερικά πρότυπα. Η δική τους «γιορτή» των σωμάτων τους αποτέλεσε έναν ασφαλή χώρο, όπου ο αμοιβαίος σεβασμός και η ενστικτώδης κατανόηση των αναγκών της άλλης κυριάρχησαν. Τα σώματα τους επικοινώνησαν με μια γλώσσα πέρα από τις λέξεις.
....Πίσω στην Αθήνα το ίδιο σαββατόβραδο ο Αλκιβιάδης ατενίζοντας τα αστέρια στο νυχτερινό Αττικό ουρανό βιώνει «βουβό», το αίσθημα της μοναξιάς του σε μια φορτισμένη συναισθηματική κατάσταση, έχοντας έντονες νυχτερινές αϋπνίες, και οι αϋπνίες ως ένας «αγωγός» τον ταξίδευαν στα μονοπάτια της μνήμης.  Απόψε η αϋπνία για εκείνον δεν είναι απλώς έλλειψη ύπνου, η αϋπνία του μετατρέπεται σε έναν «αγωγό», και τον μεταφέρει σ' έναν χώρο όπου ο χρόνος ρευστοποιείται και τα «αν» της ζωής του απόψε παίρνουν μορφή. Ο νυχτερινός ουρανός, με το αχανές και «βουβό» του μέγεθος, γίνεται ο καθρέφτης της εσωτερικής του ερημιάς, τονίζοντας το μέγεθος των ανομολόγητων επιθυμιών του.
Η νύχτα και η μοναξιά του απογυμνώνουν τις άμυνες του. Στο σκοτάδι, οι μνήμες δεν είναι απλές σκέψεις, είναι ολοζώντανες παρουσίες που τον αναγκάζουν να επαναξιολογήσει τις επιλογές του. 
Ενώ στη Θεσσαλονίκη οι δύο γυναίκες «ξεκλείδωσαν» τον εαυτό τους μέσα από το πάθος, ο Αλκιβιάδης φαίνεται να είναι «κλειδωμένος» μέσα στον αναστοχασμό του. Η Ανδρομάχη, μία πλευρά της ανθρώπινης εμπειρίας που αγκαλιάζει το παρόν και το σώμα, και η άλλη η δική του που παλεύει με τις σκιές του παρελθόντος. Καθώς ο Αλκιβιάδης περιπλανιέται στα μονοπάτια της μνήμης του, υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο και μια αναπάντεχη συνάντηση που λειτούργησε ως καταλύτης ανατρέποντας την εσωτερική του ισορροπία. Είναι εντυπωσιακό πώς το ίδιο Σαββατόβραδο, ενώ η Ανδρομάχη βιώνει στη Θεσσαλονίκη μια κορύφωση απελευθέρωσης και υπέρβασης, ο Αλκιβιάδης στην Αθήνα βρίσκεται σε μια κατάσταση «παράλυσης» λόγω ενός συναισθήματος που επανέρχεται στη ζωή του με ορμή. 
Η επανεμφάνιση μιας παιδικής φίλης της Ανδρομάχης με τον σημερινό κόσμο του Αλκιβιάδη προσθέτει μια μοιραία διάσταση στις αϋπνίες του. Υπάρχει μια σχεδόν «συνωμοτική» αίσθηση σε αυτό που του συμβαίνει. Τα «θαμμένα» συναισθήματα του αποδεικνύονται πως είναι ακόμη ζωντανά. Δεν πρόκειται για μια απλή ανάμνηση, αλλά για μια «ανασκαφή» συναισθημάτων που, τον κατακλύζουν με μια αίσθηση μυστικού και ανησυχητικού ταυτόχρονα. Η πάλη απόψε του Αλκιβιάδη, το γεγονός ότι ο νους του γνωρίζει πως «θα έπρεπε» να σταματήσει, αλλά η επιθυμία του επιβάλλεται, δείχνει την αδυναμία του θνητού μπροστά στις παρορμήσεις που μας λέει ο Ευριπίδης. Ο Αλκιβιάδης νιώθει δέσμιος μιας «αυτόματης» λειτουργίας του μυαλού, όπου η σκέψη της συγκεκριμένης γυναίκας γίνεται το μοναδικό κέντρο βάρους γι αυτόν απόψε. Ενώ οι γυναίκες στη Θεσσαλονίκη αποφασίζουν να «αφεθούν» και να αποδεχτούν την επιθυμία τους, ο Αλκιβιάδης βρίσκεται σε μια φάση εσωτερικής σύγκρουσης, προσπαθώντας να διαχειριστεί το βάρος αυτής της «κολλημένης» σκέψης που τον στερεί από την ηρεμία του. Είναι σαν ο Αλκιβιάδης να βρίσκεται στην απέναντι όχθη. Η Ανδρομάχη γιορτάζει το «είναι» της στο παρόν, ενώ ο Αλκιβιάδης βασανίζεται από το «θα μπορούσε να είναι» του παρελθόντος. Λένε πως ο έρωτας δεν έρχεται ως επισκέπτης που χτυπά την πόρτα, αλλά ως δύναμη κατοχής που επιβάλλεται και αναδιοργανώνει το εσωτερικό μας τοπίο. Ο Αλκιβιάδης βρίσκεται σε μια κατάσταση συναισθηματικής παλινδρόμησης. Νιώθει απόψε αυτό το ρομαντικό συναίσθημα γι αυτή τη γυναίκα με τον ψυχισμό ενός εφήβου, που αναζητά συχνά το ρομαντικό, το ιδανικό και το απρόοπτο, αποφεύγοντας την πεζή καθημερινότητα.  Ο «ψυχισμός του εφήβου» λειτουργεί ως καταφύγιο από την «πεζή καθημερινότητα» που τόσο απεχθάνεται. Δεν είναι μόνο ότι τη σκέφτεται. Είναι ότι η παρουσία της μέσα του έχει εκτοπίσει κάθε άλλη λογική σκέψη. Έχει μετατραπεί σε μια «κυριαρχική» οντότητα που δεν του αφήνει περιθώριο για ηρεμία. Ενώ ο Αλκιβιάδης είναι ανήμπορος να αντισταθεί, η ίδια η φύση αυτής της «εφηβικής» αναζήτησης του δίνει μια ζωντάνια. Είναι μια γλυκιά αγωνία. Μέσα στον βουβό του κόσμο, αυτό το συναίσθημα είναι ίσως το πιο «ζωντανό» πράγμα που είχε να νιώσει εδώ και καιρό και ήρθε να του ταράξει τα νερά.
Η εικόνα της Βαλερίας, που παραμένει «αιθέρια» και αναλλοίωτη σαν όνειρο, φωτίζει απόψε το κεντρικό του δίλημμα. Την άρνηση να συμβιβαστεί με τη φθορά του χρόνου. Για τον Αλκιβιάδη, η Βαλερία δεν είναι απλώς μια γυναίκα, είναι ο χρόνος που γυρίζει πίσω. Είναι το σύμβολο μιας εποχής όπου τα πάντα ήταν δυνατά, όπου η αναζήτηση της ζωής δεν είχε ακόμη «στραγγιστεί» από τον κυνισμό και την ασφάλεια της ρουτίνας. Το γεγονός ότι τη βλέπει «ίδια» μετά από χρόνια, υποδηλώνει ότι ο Αλκιβιάδης την έχει εξιδανικεύσει. Την έχει τοποθετήσει σε ένα βάθρο όπου ο χρόνος δεν την αγγίζει, γεγονός που κάνει την επιθυμία του ακόμη πιο έντονη και ταυτόχρονα πιο απομακρυσμένη από την πραγματικότητα. Η καθημερινότητα των σαράντα και πλέον ετών, του φέρνει συχνά μια απογοήτευση και μια πεζή λογική που η Βαλερία, εμφανιζόμενη ξαφνικά, την ανατρέπει και λειτουργεί ως αντίδοτο. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ο Αλκιβιάδης νιώθει «ζωντανός» με εκείνον τον εφηβικό, ανήσυχο τρόπο που είχε ξεχάσει ότι κατέχει. Όπως συνέβη και στην περίπτωση της Ανδρομάχης στη Θεσσαλονίκη, πίσω γι αυτόν στην Αθήνα, η Βαλερία είναι ο «αστάθμητος παράγοντας» που απροσδόκητα εμφανίστηκε και η παρουσία της γίνεται απειλή στο status quo της ζωής του. Στη Θεσσαλονίκη, η Ανδρομάχη ζει μια «επανάσταση του σώματος» με τη Ναυσικά, ενώ στην Αθήνα, ο Αλκιβιάδης ζει μια «επανάσταση του πνεύματος» αναζητώντας τη Βαλερία. Και οι δύο περιπτώσεις αφορούν την ανάγκη του ανθρώπου να ξεφύγει από την πεζότητα και να αγγίξει το απόλυτο, είτε αυτό είναι σαρκικό είτε ιδεατό. Στα σαράντα του, ο Αλκιβιάδης φαίνεται να έχει φτάσει σε μια βαθιά εσωτερική αποδόμηση των κοινωνικών συμβάσεων. Μοιάζει να έχει απορρίψει την «αρετή» ως μια κατασκευασμένη, άυλη έννοια που εξυπηρετεί άλλους σκοπούς, προτιμώντας το «χειροπιαστό» της ηδονής. Η ιδέα ότι η σεξουαλική επιθυμία είναι το «πάθος στο οποίο υπάγονται όλα τα άλλα» δίνει στον Αλκιβιάδη μια κεντρική πυξίδα. Για εκείνον, ο έρωτας δεν είναι απλώς μια συναισθηματική έκφανση, αλλά η πρωταρχική κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης ύπαρξης. Θεωρώντας την αρετή ως κάτι που δεν προσφέρει «άμεση ικανοποίηση στις αισθήσεις», ο Αλκιβιάδης τοποθετεί τον εαυτό του εκτός του πλαισίου της «ορθής» κοινωνικής συμπεριφοράς. 
Η «αιθέρια» Βαλερία, λοιπόν, για τον Αλκιβιάδη δεν είναι απλώς μια γυναίκα, αλλά η ενσάρκωση αυτού του ηδονιστικού ιδεώδους. Αν εκείνη είναι η πηγή της νεότητας και της αίσθησης, τότε η επιθυμία του για εκείνη είναι η απόλυτη επιβεβαίωση της κοσμοθεωρίας του. Καθώς ο Αλκιβιάδης εδραιώνει αυτή τη φιλοσοφία στο μυαλό του, νιώθει πως η «αρετή ως αφηρημένη έννοια» τον εμποδίζει τελικά να συνδεθεί με τον «γήινο» κόσμο που εκείνη πιθανόν εκπροσωπεί.
....Η μέρα του είχε ξεκινήσει φυσιολογικά, με όλες τις συνήθειες της, τους εξαναγκασμούς και τις μικρές απολαύσεις της, και συνήθως, όταν η μέρα μας ξεκινά έτσι, μας προετοιμάζει για κάτι που «μια φορά κι έναν καιρό σε έναν τόπο όχι πολύ μακριά από εδώ, εκεί που ο ουρανός ενώνεται με τη θάλασσα και τα όνειρα μοιάζουν με πραγματικότητα......»  και ξαφνικά αλλάζουν τα δεδομένα με το αναπάντεχο, σχεδόν παραμυθένιο ξέσπασμα που ακολούθησε στη μέρα. Ήταν η αίσθηση του αέρα που μέχρι πριν συναντήσει αυτή τη γυναίκα ο χώρος του που μύριζε κλεισούρα της τακτοποιημένης ζωής του, ξαφνικά πλημμύρισε με την αλμύρα μιας θάλασσας που δεν υπήρχε εκεί. Η λογική του, η ρουτίνα του, η συνήθεια της ζωής του που μόλις πριν λίγα λεπτά θεωρούσε δεδομένα, άρχισαν να διαλύονται σαν παλιά χειρόγραφα στον άνεμο. Μια τυχαία συνάντηση θα τον έφερνε αντιμέτωπο με μια γυναίκα από το παρελθόν που την θεωρούσε ξεχασμένη. Η μοναξιά, που μέχρι εκείνη την ώρα λειτουργούσε ως προστατευτικό περίβλημα, ξαφνικά έγινε διαφανής. Το Σάββατο, αντί να προσφέρει την καθιερωμένη του άφεση από τα βάρη της εβδομάδας, λειτούργησε σαν ένας άδειος καμβάς πάνω στον οποίο άρχισε να προβάλλεται, με τρομακτική διαύγεια, η παρουσία της και ήταν μια ζωντανή υπενθύμιση του πόθου που είχε «θαφτεί» κάτω από την επιφάνεια του χρόνου και της καθημερινότητας.. Ήταν το Φάντασμα που έγινε Σάρκα. Εκείνη, η εφήμερη ηρωίδα του ανικανοποίητου πάθους του, φάνταζε να μην έχει αλλάξει, ενώ εκείνος ένιωθε το βάρος όλων των ετών που μεσολάβησαν. Σε ένα δευτερόλεπτο, η μοναξιά του έπαψε να είναι επιλογή. Η συνάντηση αυτή τον ανάγκασε να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια. Η επιθυμία του δεν είχε ξεχαστεί, απλώς περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να διεκδικήσει το μερίδιό της στην πραγματικότητά του. Υπάρχουν πρόσωπα που κουβαλάμε μέσα μας σαν ανοιχτές πληγές, τις καλύπτουμε με τη ρουτίνα, τις νανουρίζουμε με τη λήθη, αλλά μόλις αντικρίσουμε ξανά το βλέμμα τους, ο χρόνος υποχωρεί και η πληγή αρχίζει να αιμορραγεί ξανά, σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα. Καθώς οι δυο τους βρέθηκαν εκεί, στον ίδιο χώρο, το ερώτημα που αιωρείτο δεν ήταν αν θα μιλήσουν, αλλά αν εκείνη ήταν όντως εκεί ή αν ήταν μια προέκταση του ονείρου του που είχε αρχίσει να εισβάλλει στην πραγματικότητα του.
Το αντικείμενο του πάθους είναι μια παλιά οικογενειακή τους φίλη, η γοητευτική Βαλερία με την απαράμιλλη κομψότητα της. Η Βαλερία δεν ήταν απλώς μια γνώριμη, ήταν μια παρουσία που κουβαλούσε πάνω της το άρωμα μιας άλλης εποχής, μια γυναίκα που η κομψότητά της λειτουργούσε ως καμβάς για τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Το γεγονός ότι ήταν «οικογενειακή φίλη» προσέδιδε στην κατάσταση εκείνη την απαγορευμένη γοητεία που κάνει τον πόθο να καίει ακόμα πιο έντονα, μετατρέποντας την ανάμνηση της σε μια εμμονή που εισέβαλε βίαια στο καθεστώς της μοναξιάς του. Η λογική, που μέχρι τότε τον κρατούσε σε μια ασφαλή απόσταση από τα συναισθήματά του, υποχώρησε μπροστά στην ορμή του σώματος. Η Βαλερία δεν ήταν πια η φίλη της οικογένειας. Ήταν η γυναίκα της οποίας το δέρμα φανταζόταν κάτω από τα δικά του δάχτυλα, η γυναίκα των οποίων τα χείλη θα μπορούσαν να σβήσουν κάθε αμφιβολία και κάθε κενό που ένιωθε. Ο πόθος δεν ήταν πια μια νοητική εικόνα· ήταν μια φυσική κατάσταση. 
....Ο Αλκιβιάδης άνοιξε τα μάτια του στις επτά και δέκα. Τον είχε ξυπνήσει η καμπάνα της μικρής εκκλησίας τους, η μέρα φάνταζε ωραία, ηλιόλουστη, κάτι που έπρεπε να εκμεταλλευτεί, μια και το φθινόπωρο ήταν προ των πυλών. Ως συνήθως, τεντώθηκε απλώνοντας τα χέρια του στο κρεβάτι τα σεντόνια ήταν κρύα. Η Ανδρομάχη η εδώ και δέκα πέντε χρόνια σύντροφος του, είχε ήδη αποδράσει από χθες Παρασκευή πρωί για τη τριήμερη εκδρομή  της.   
Πήγε στο μπάνιο, έκανε την πρωινή του τουαλέτα έπλυνε τα δόντια του, μετά πήγε στο δωμάτιο έβγαλε τις πιτζάμες του και έβαλε ρούχα εργασίας κήπου. 'Έφτιαξε το πρωινό καφέ του, πήγε βόλτα το σκύλο, καθάρισε το κλουβί με τον παπαγάλο άνοιξε το Κομπιούτερ και  έλεγξε τα  Εmail του. Ο Αλκιβιάδης αυτό το ΠΣΚ ζει τη προσωρινά εργένικη ζωή του χαλαρός και νηφάλιος. Ξεκινώντας η μέρα του χωρίς αναταράξεις σαν να βρισκόταν σε ήρεμα νερά, ήταν η Ανδρομάχη του που του προκάλεσε μια ανησυχία! Συνήθως όταν απουσίαζε τον έπαιρνε πάντα πρώτη τηλέφωνο απ' τα άγρια χαράματα να μιλήσουν, να έχουν επαφή. Σήμερα ασυνήθιστο περνούσε η ώρα, ανέβηκε ο ήλιος και το τηλέφωνο δεν κτύπησε! Την πήρε πρώτος εκείνος και το τηλέφωνο δεν του απαντούσε. Ανησύχησε! Την πήρε και πάλι, άργησε να το σηκώσει και όταν το σήκωσε του δικαιολογήθηκε πως την πήρε βαθιά ο ύπνος γιατί από βραδύς τη ταλαιπώρησαν οι κολικοί της! Ο Αλκιβιάδης ανησύχησε και αναστατώθηκε που η Ανδρομάχη του βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα τέτοιο δυσάρεστο γεγονός μα η ίδια τον καθησύχασε, λέγοντάς του πως όλα είναι καλά και ήταν κάτι περαστικό και πάει της πέρασε! Τον διαβεβαίωσε πως ήδη ένιωθε πολύ πιο ευχάριστα αναμένοντας τις προγραμματισμένες εξόδους σ’ αυτή την τριήμερη «απόδραση» της που συμβάλλουν ακόμη περισσότερο στην καλή της διάθεση, και της προσφέρουν μία ανάλαφρη διάθεση ελευθερίας και παράλληλα θα ξεδώσει, θα εκτονωθεί, και θα αποβάλει άγος, νεύρα και φυσικά την κακή διάθεση.
«Ανδρομάχη Μωρό μου! Με έκανες ν’ ανησυχήσω. Καλά εγώ έλειπα από δίπλα σου! Ο ρασοφόρος ο φίλος μας που ήταν να σου συμπαρασταθεί στη ταλαιπωρία σου; Η Ναυσικά;!»
«Η Ναυσικά ο Θεός να την έχει καλά, χάρις την αδελφική φιλία που μας ενώνει μου συμπαραστάθηκε στις ιδιαίτερες αυτές στιγμές μου με αλληλεγγύη και εχεμύθεια αγάπη μου! Ευτυχώς που ήταν κάτι περαστικό, μπορεί να με ταλαιπώρησε αλλά σημασία έχει που στο τέλος όλα πήγαν καλά! Ήταν κάτι που το έζησα πολύ έντονα τη νύχτα αλλά δεν χρειάζεται να υπερβάλουμε και εσύ δεν χρειάζεται να ανησυχείς αγάπη μου γιατί έχω βρει το κατάλληλο καταπραϋντικό και να τώρα με την κουβέντα μας καθυστερώ να πάρω πάλι τη δόση μου στην ώρα της!»
«Ναι έχεις δίκιο αγάπη μου να μην σε καθυστερώ, και σε παρακαλώ Ανδρομάχη μου να προσέχεις τον εαυτό σου και να μη μου ταλαιπωρείσαι! Άλλωστε το ταξίδι το έκανες για να ξεδώσεις από τα καθημερινά. Ο καιρός πως είναι στη Θεσσαλονίκη;»   
«Εντάξει αφού το είπαμε αυτό, ότι και να ήταν πάει και πέρασε! Καλά είμαι τώρα και σ΄ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου. Ο καιρός είναι τέλειος αν και η πρόγνωση αναφέρει βροχή. Εσύ πως είσαι αγάπη μου; Για πες μου, σου λείπω;»
«Καλά είμαι αγάπη μου απλά μου λείπεις αλλά εσύ μη το σκέφτεσαι κοίτα να περνάς όμορφα και μη σε νοιάζει εγώ εδώ είμαι και θα σε περιμένω να μου πεις ωραίες και πολλές ιστορίες του ταξιδιού σου! Φιλιά πολλά!.»
«Κούκλε μου! δεν ξέρεις πόσο σε λατρεύω!» του ψιθύρισε. «Ποσό σε λατρεύω όταν είσαι τόσο χαλαρός και τρυφερός μαζί μου ! Σου στέλνω πολλά φιλιά.» 
Η αλήθεια είναι πως όταν ο Αλκιβιαδης ακούει τη φωνή της Ανδρομάχης, ειδικά η φωνή της στο τηλέφωνο νιώθει μια ευχαρίστηση. Η θύμηση αυτής της φωνής τον ευχαριστεί, αφού είναι η φωνή του προσώπου που αγαπά. Η φωνή της Ανδρομάχης είναι πολύ ηχηρή, ζεστή, ο τρόπος που λέει. «Εμπρός, η Ανδρομάχη είμαι,» όλα αυτά τα απροσδιόριστα πράγματα. Και όντως, υπάρχει μια πολύ φευγαλέα ευχαρίστηση στη θύμηση αυτής της φωνής και ειδικά τώρα που είναι στη μοναξιά του.
....... Και όμως! Σαν κάτι απροσδιόριστο να τον προβληματίζει σήμερα τον Αλκιβιάδη! Λίγο περίεργα μου τα λέει η Ανδρομάχη μου! Εντάξει για δέκα πέντε χρόνια παντρεμένοι πολύ καλά τα πάμε στη σχέση μας. Όταν όμως ξαφνικά «ξεχνάει» να σε πάρει τηλέφωνο και στο καπάκι πριν κλείσει το τηλέφωνο θυμήθηκε με έμφαση να σου πει πως σε «λατρεύει» λογικά σου δημιουργεί αντικρουόμενα συναισθήματα και ταυτόχρονα καταιγισμό από αρνητικές σκέψεις.» Μουρμούρισε προβληματισμένος ο Αλκιβιάδης κλείνοντας το τηλέφωνο! «Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, αυτά που λέει είναι αυτά που κάνει! Το μόνο σίγουρο είναι οι  εικασίες που έχεις. Γιατί στις εικασίες με τον εγκέφαλο βλέπεις και όχι με τα μάτια! Σκέψου Αλκιβιάδη σε τι πέλαγος άγνοιας κολυμπάς όταν αυτά που σου καλλιεργεί στον εγκέφαλο δεν είναι και τόσο σίγουρο ό,τι είναι έτσι όπως λέγονται! Βιάζεται λέει να πάρει το γιατρικό της!» Ύποπτο του φαίνεται! Συγκρατήθηκε όμως, αντιστάθηκε στον πειρασμό γιατί σε κάτι τέτοιες στιγμές προσπαθούσε να ‘ναι όσο μπορούσε πιο ευγενικός μαζί της. Τι να κάνει Σαββάτο πρωί! Να Ανοίξει κουβέντα με επιχειρήματα; Καλά κρασιά, επτά-μηδέν θα λήξει το σκορ εις βάρος του και θα τρώει και τι γκρίνια της για κάνα τριήμερο. Οπότε δεν έχει κανένα νόημα, να μπει σε κουβέντα με την Ανδρομάχη, τσάμπα χαμένος χρόνος αν υπάρχει διαφωνία. Δεν πρόκειται ποτέ να βρει άκρη. Της λέει «ναι αγάπη μου δίκιο έχεις» και καθάρισε. Απλά τρώει λίγη ώρα μέχρι να το πει, γιατί οι γυναίκες γενικά δεν αποδέχονται την εύκολη παράδοση. Τον θέλουν τον τσακωμό. Όπως θα 'θελαν αν μπορούσαν το κομμωτήριο, το μανικιούρ και το πεντικιούρ σε καθημερινή βάση. Το κομμωτήριο κι ο τσακωμός δεν είναι μια συνήθεια, είναι DNA. Δεν θέλουν να κερδίσουν το μπρα ντε φερ με μία κίνηση. Δεν γίνεσαι πειστικός Αλκιβιάδη. Το κάνεις όπως κάνουν αυτές τον ψεύτικο οργασμό. Δυσθυμείς, βογκάς, διαφωνείς και μετά παραδίνεσαι. Γι αυτό Αλκιβιάδη δώσε δύο-τρία λεπτά από το χρόνο σου. Αυτή είναι, σύμφωνα με τον σοφό παππού του, η καλύτερη συμβουλή αν θέλει να μην του τα ζαλίζει όλη την ώρα η γυναίκα του. Το τι θα κάνει τελικά είναι μια άλλη υπόθεση. Θα ξαναβγεί με τους κολλητούς του, θα ξαναστάξει το κατούρημα στη λεκάνη, θα ρίξει καφέ στο πάτωμα, θα συνεχίσει να κοιτά τον κώλο της κάθε Τζένιφερ Λοπέζ -απλά δεν θα το λέει. 
«Ναι αγάπη μου, έχεις δίκιο, εγώ φταίω!». Αυτό είναι το τρίπτυχο της ευτυχίας. Ο Αλκιβιάδης το έχει εμπεδώσει!
...Κατά τ’ άλλα, το Σάββατο του είχε ξεκινήσει φυσιολογικά. Ήταν εκείνες οι γνώριμες συνήθειες που τον κρατούσαν όρθιο: το πρώτο καφέ στη βεράντα, η αίσθηση του χαρτιού, οι μικροί εξαναγκασμοί που επέβαλε στον εαυτό του για να νιώθει ότι ελέγχει τον χρόνο. Απολάμβανε τις μικρές ιεροτελεστίες του με μια σχεδόν εμμονική προσήλωση, λες και αν τηρούσε το πρόγραμμα, θα μπορούσε να αναχαιτίσει το χάος που τον περίμενε παρακάτω.
Με τα χέρια ακόμα λερωμένα από το χώμα του κήπου –ένα «σκάλισμα» που είχε λειτουργήσει σαν ψυχολογική αποσυμπίεση– ο Αλκιβιάδης κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Το laptop άνοιξε, η οθόνη φώτισε το πρόσωπό του και τα ακουστικά απομόνωσαν τον έξω κόσμο, αφήνοντας μόνο τη φωνή της Σινέντ Ο' Κόνορ να γεμίζει το «Nothing Compares 2 U» το δωμάτιο.
Εκεί, μέσα στη δική του ψηφιακή φούσκα, το blog του έγινε το πεδίο όπου διοχέτευε όλη του την ένταση. Με επιδέξια δάχτυλα, άρχισε να πλέκει λέξεις, αναζητώντας εκείνο το ακριβές «γαργαλιστικό» επίθετο που θα παγίδευε τους αναγνώστες του. Ήταν ένα παιχνίδι: το blog ήταν το δόλωμα, η ζωή του η πρώτη ύλη και οι αναγνώστες του οι άβουλοι αποδέκτες της επιθυμίας του.
Έγραφε για πόθους, για προδοσίες, για «αδέσποτους» και για έρωτες που καίνε, μετατρέποντας τις ερωτικές φαντασιώσεις για την Ανδρομάχη του σε λογοτεχνική σαγήνη. Η μέρα κυλούσε γρήγορα, δημιουργικά, και καθώς οι λέξεις έρεαν, ο Αλκιβιάδης ένιωθε ότι, έστω και εικονικά, είχε τον έλεγχο – όσο οι αναγνώστες του «καταβρόχθιζαν» τις ιστορίες του, εκείνος γινόταν ο σκηνοθέτης του δικού του πάθους. Η έμπνευση είχε στερέψει, αφήνοντας πίσω της μόνο το ψηφιακό ίχνος των ιστοριών που μόλις είχε δημιουργήσει. Ο Αλκιβιάδης ένιωσε την ανάγκη να αποδράσει από το τραπέζι της κουζίνας. Το σπίτι, αν και γεμάτο, του φάνταζε ξαφνικά ασφυκτικό. Το ψυγείο του ήταν «φίσκα», όπως πάντα, αλλά το να καταφύγει σε κάτι κατεψυγμένο του φαινόταν σαν μια υποχώρηση, μια έκπτωση στην ποιότητα που δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει. Για τον Αλκιβιάδη, η διατροφή δεν ήταν απλώς βιολογική ανάγκη, ήταν η ηθική του γραμμή. Ένα ισορροπημένο, άπαχο γεύμα ήταν ο μόνος τρόπος να διατηρήσει την πνευματική του διαύγεια και το ηθικό του ακμαιότατο. Έτσι, βγήκε στον δρόμο, με τον ήλιο να τον χτυπά στο πρόσωπο, κατευθυνόμενος προς το γνωστό super market βιολογικών προϊόντων της περιοχής. Εκεί, ανάμεσα στα προσεγμένα ράφια, αναζήτησε το ιδανικό «γεύμα στο πόδι». Κάθε κουτί φαγητού, όμορφα τοποθετημένο, υποσχόταν όχι μόνο γεύση, αλλά και μια αίσθηση τάξης. Ήταν η δική του μικρή νίκη ενάντια στο χάος που ένιωθε να παραμονεύει.
Ο Αλκιβιάδης στάθηκε μπροστά στη τζαμαρία, παρατηρώντας τη φιγούρα του να καθρεφτίζεται στην αντηλιά. Το βαθύ κούρεμα, τα «ξεφτισμένα» μοκασίνια, το πρόχειρο ντύσιμο που τελικά κράτησε... όλα έμοιαζαν να συνθέτουν μια εικόνα που δεν τον κολάκευε καθόλου. «Να τον κλαίνε οι ρέγγες», σκέφτηκε με μια δόση κυνικής αυτοειρωνείας, καθώς η αντίθεση ανάμεσα στον «εαυτό» που είχε πλάσει στο blog του και σε αυτόν τον άντρα που έβλεπε μπροστά του, έγινε ξαφνικά χαοτική.
Είχε βγει από το σπίτι για να «αποδράσει», αλλά η εικόνα του καθρέφτη τον ακολουθούσε. Ήταν η στιγμή της γυμνής αλήθειας: η καθημερινότητα δεν έχει τη λάμψη των ιστοριών που γράφει, ούτε το πάθος που φαντάζεται. Ήταν απλώς ένας άντρας που πήγαινε να αγοράσει το μεσημεριανό του, προσπαθώντας να ξεφύγει από τη ζέστη και τους «γρύλους» του μυαλού του.
Ο Αλκιβιάδης στεκόταν μπροστά στα ράφια, με το βλέμμα του να γλιστρά πάνω στις ετικέτες με μια σχεδόν ευλαβική προσήλωση. Εκεί, ανάμεσα στα προϊόντα βιολογικής γεωργίας και τα πιστοποιημένα αγαθά κτηνοτροφίας, ένιωθε μια παράξενη, προσωρινή γαλήνη. Καθώς ανέμενε την εκτέλεση της παραγγελίας του από το τμήμα του εστιατορίου, ο χρόνος έμοιαζε να έχει επιβραδυνθεί. Τα «σενάρια» που πριν λίγο έπλεκαν στο μυαλό του –η Θεσσαλονίκη, ο ρασοφόρος, η «λύσσα» του πάθους– είχαν υποχωρήσει, παραχωρώντας τη θέση τους σε μια αίσθηση ελέγχου. Εδώ, όλα ήταν προδιαγεγραμμένα, καθαρά, χωρίς τις γκρίζες ζώνες της ηθικής ή της προδοσίας. Έπιασε ένα προϊόν στα χέρια του, μελετώντας τα συστατικά του με δέουσα προσοχή, όπως θα μελετούσε κανείς ένα χειρόγραφο. 
Η ηρεμία του εξατμίστηκε. Ανάμεσα στα ράφια, εκεί που η κανονικότητα συναντούσε το άγνωστο, μια γυναικεία φιγούρα έκοβε τον αέρα του καταστήματος με έναν τρόπο που τον έκανε να ξεχάσει ακόμα και την παραγγελία του. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της – ήταν μια ενέργεια σχεδόν ηλεκτρική, μια αύρα που φαινόταν να τον τραβάει με μια δύναμη ανεξήγητη. «Την ξέρω», σκέφτηκε, και η καρδιά του άρχισε να χτυπά με έναν ρυθμό που δεν ταίριαζε με το περιβάλλον του καταστήματος. Η σιλουέτα της, τόσο οικεία μέσα στη γνώριμη αίσθηση της απόστασης, τον καθήλωσε. Το βλέμμα του, ληστρικό πλέον, καρφώθηκε στις γάμπες της, που διαγράφονταν με μια αισθησιακή αυστηρότητα κάτω από την υφασμάτινη σικάτη φούστα της. Υπήρχε εκεί μια αντίφαση που τον «γονάτιζε». Η απόλυτη θηλυκή κομψότητα, που όμως εξέπεμπε έναν δυναμισμό ικανό να κυριαρχήσει σε κάθε χώρο.
Ήταν μια εικόνα που έμοιαζε να έχει δραπετεύσει από τα πιο «πικάντικα» σενάρια που έπλεκε στο blog του. Η γυναίκα εκείνη, με την κίνηση της σιλουέτας της, δεν ήταν απλώς μια περαστική· ήταν μια πρόκληση. Και το γεγονός ότι του φάνηκε τόσο γνώριμη, έκανε το αίμα του να βράζει. Ήταν η στιγμή που η φαντασία του Αλκιβιάδη έπαψε να είναι ψηφιακή και έγινε σάρκα, οστά, και μια ανυπόφορη ανάγκη για πλησίασμα. Ο Αλκιβιάδης παραμένει ακίνητος, παγιδευμένος ανάμεσα στην ευγένεια της κοινωνικής του παρουσίας και στην ορμή που του γεννά η θέα της.
Άραγε, αυτή η «γνώριμη» φιγούρα είναι κάποια που γνωρίζει ήδη από το παρελθόν του, ή μήπως το μυαλό του –αυτοί οι «γρύλοι» που έλεγε– παίζουν μαζί του ένα παιχνίδι, προβάλλοντας πάνω της την εικόνα που τόσο πολύ αναζητούσε; Η λέξη «ηδονοβλεψίας» ήταν μια ταμπέλα που δεν άντεχε – την ένιωθε ξένη, μια λέξη που ανήκε σε άλλους, σε ανθρώπους «μικρούς». Για τον Αλκιβιάδη, αυτό που έκανε ήταν μια αισθητική απόλαυση, ένα κυνήγι της ομορφιάς που είχε το δικαίωμα να παρατηρεί.
Καθώς η γυναίκα κατευθυνόταν προς τις βιτρίνες με τα θαλασσινά, η ατμόσφαιρα γύρω της έμοιαζε να αλλάζει. Ο συνωστισμός του super market, που μέχρι πριν λίγο του φάνταζε καθημερινός και ακίνδυνος, ξαφνικά συρρικνώθηκε. Οι διάδρομοι έμοιαζαν να στενεύουν, κάνοντας την παρουσία της ακόμα πιο επιβλητική. Και τότε, η αίσθηση του «γνώριμου» πήρε μορφή. Δεν ήταν μια απλή ομοιότητα, δεν ήταν μια προβολή των «γρύλων» του μυαλού του. Το πρόσωπο, ο τρόπος που έστριβε το κεφάλι της ανάμεσα στις προθήκες με τους πάγους και τα αλιεύματα, το στήσιμο του σώματός της-όλα κούμπωσαν. Ήταν εκείνη.  Η διαπίστωση της ταυτότητάς της λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ. Το «Σάββατο» του, που πριν από λίγα λεπτά ήταν μια ήρεμη ιεροτελεστία διατροφής και τάξης, μόλις είχε τιναχτεί στον αέρα. Το κυνήγι του «πικάντικου» είχε τελειώσει· τώρα, η ιστορία που έγραφε στο blog του αποκτούσε πρόσωπο και φωνή. Η συνειδητοποίηση ήρθε σαν κύμα, μια αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα στο «τότε» και το «τώρα». Η μορφή της δεν ήταν μια απλή ανάμνηση, ήταν ένα αρχείο κλειδωμένο βαθιά στο λογισμικό της μνήμης του, ένα «backup» που δεν είχε υποστεί καμία φθορά από την υγρασία του χρόνου. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της –που είχε ωριμάσει με μια νέα, πιο αιχμηρή γοητεία– ήταν η αίσθηση ότι το παρελθόν δεν είχε πάει ποτέ πουθενά. Είχε απλώς κάνει μια παύση, περιμένοντας τη στιγμή να εισβάλει ξανά στο «Σάββατο» του με μια ορμή που τον έκανε να ζαλίζεται.
Κάθε της κίνηση, ο τρόπος που το φως έπεφτε πάνω στα χαρακτηριστικά της, του άνοιγε πληγές που νόμιζε πως είχαν κλείσει. Η νοσταλγία δεν ήταν πια μια γλυκιά σκέψη, ήταν ένας σωματικός πόνος, μια συγκίνηση τόσο έντονη που του έκοβε την ανάσα. Εκείνο το «τέλος» που είχε βάλει χρόνια πριν, εκείνη η τελεία που νόμιζε ότι είχε χαράξει με τόση αποφασιστικότητα, αποδείχτηκε μια ψευδαίσθηση.
Το παρελθόν δεν ήταν μια μακρινή χώρα. Ήταν εκεί, μπροστά του, ανάμεσα στα παγωμένα θαλασσινά, πιο ζωντανό και σημαντικό από την ίδια του την καθημερινότητα. Η «αδέσποτη» που φανταζόταν στη Θεσσαλονίκη, η γυναίκα που «γεύονταν» οι πάντες, είχε πάρει τη μορφή της μοναδικής γυναίκας που είχε κατοικήσει για πάντα στο μυαλό του. Η στιγμή της συνάντησης είναι πλέον αναπόφευκτη. Το σενάριο που έπλεκε στο blog του έχει γίνει επικίνδυνα αληθινό, και η απόσταση μεταξύ τους μειώνεται δραματικά. Τώρα που το παρελθόν έγινε ξαφνικά παρόν, η «συνάντηση» που έρχεται θα είναι η ευκαιρία για μια επανεκκίνηση, ή μήπως η αποκάλυψη μιας πικρής αλήθειας που θα γκρεμίσει ό,τι είχε χτίσει όλα αυτά τα χρόνια;  Ίδια η Μία Γουάλας δίνει μια κινηματογραφική, σχεδόν «cult» διάσταση στη συνάντηση. Το συγκεκριμένο στυλ –το καρέ, το βλέμμα, η επιβλητική ηρεμία της Ούμα Θέρμαν στο Pulp Fiction– κουμπώνει απόλυτα με την εικόνα μιας γυναίκας που δεν είναι απλώς όμορφη, αλλά «επικίνδυνα» γοητευτική. Η ομοιότητα ήταν τόσο έντονη που ο Αλκιβιάδης ένιωσε ένα ρίγος να διατρέχει τη ράχη του. Η ψηλή, λεπτή σιλουέτα της, το διακριτικό μακιγιάζ που τόνιζε τη φυσική της αυστηρότητα, τον παρέπεμπε ακαριαία στη Μία Γουάλας.. Ο Αλκιβιάδης δεν βλέπει πια μόνο μια παλιά γνώριμη, βλέπει μια «Femme Fatale» που εισβάλλει στο Σάββατο του.
Η λέξη «Βαλερία» αντήχησε μέσα στο κεφάλι του σαν κωδικός που ξεκλειδώνει μια αποθήκη αναμνήσεων. Δεν ήταν απλώς μια ελκυστική άγνωστη· ήταν η Βαλερία, μια παρουσία που ακόμα και μετά από χρόνια, έμοιαζε να έχει τη δύναμη να σταματά τον χρόνο. Η έκπληξη του Αλκιβιάδη ήταν απόλυτη, σχεδόν παραλυτική. Το «Σάββατο» του, οι «γρύλοι» στο μυαλό του, τα σενάρια για τη Θεσσαλονίκη, όλα υποχώρησαν μπροστά στην οπτική επιβεβαίωση της ύπαρξής της.
Την παρακολουθούσε να κινείται ανάμεσα στα ψυγεία με μια χάρη που έκανε τον χώρο του super market να φαντάζει μικρός, σχεδόν ευτελής για την παρουσία της. Ήταν ψηλή, καλοσχηματισμένη, μια εικόνα «χάρμα ιδέσθαι» που τον έκανε να νιώθει πως η ζωή του, μέχρι αυτή τη στιγμή, ήταν απλώς μια προετοιμασία για αυτή τη συνάντηση. Η σέξι αύρα της, τόσο φυσική και αβίαστη, τον έκανε να συνειδητοποιήσει ότι όλα όσα έγραφε στο blog του, όλα όσα φαντασιωνόταν για το πάθος και τη λύσσα, ήταν παιδικά παιχνίδια μπροστά στην ηλεκτρισμένη πραγματικότητα της Βαλερίας.
Έμεινε εκεί, ακίνητος ανάμεσα στα βιολογικά προϊόντα, να είναι ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας αυτής της εξαιρετικής ομορφιάς.  Ο Αλκιβιάδης ένιωθε τη θύελλα που εξέπεμπε η Βαλερία να τον χτυπά κατά πρόσωπο. Δεν ήταν απλώς μια γυναίκα που περπατούσε στο διάδρομο του super market· ήταν ένα «αρχαίο άγαλμα» που είχε πάρει πνοή και είχε αρχίσει να κινείται ανάμεσα στα κατεψυγμένα θαλασσινά, μια αντίθεση που μόνο η πραγματικότητα θα μπορούσε να τολμήσει. Η επιδερμίδα της, με το χρώμα του ώριμου σταχυού, έμοιαζε να απορροφά το φως των φθορισμού, κάνοντάς την να ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος σαν οπτασία. Εκείνες οι ατημέλητες τούφες που πλαισίωναν το πρόσωπό της ήταν η μόνη «ατέλεια» στην άψογη, αγέρωχη εικόνα της — η λεπτομέρεια που υποδήλωνε μια εσωτερική ορμή, μια ένταση που κρυβόταν κάτω από τη φινέτσα. Καθώς παρατηρούσε τη λυγερή της περπατησιά, ο Αλκιβιάδης συνειδητοποίησε ότι η Βαλερία δεν είχε αλλάξει, είχε απλώς εξελιχθεί σε κάτι πιο δυνατό, πιο «σφιχτό», πιο ζωντανό. Η εικόνα της ήταν μια «θύελλα τεστοστερόνης» που τον παρέσυρε· η πειθαρχία που έδειχνε στο σώμα της —το τζόκινγκ, το γυμναστήριο— ήταν η απόδειξη ότι η Βαλερία δεν ήταν θήραμα, αλλά κυνηγός. Και τώρα, ο Αλκιβιάδης ένιωθε ότι ο ρόλος του είχε αντιστραφεί: δεν ήταν εκείνος που την παρατηρούσε από τη σκιά του «συγγραφέα», αλλά εκείνος που βρισκόταν εκτεθειμένος απέναντι σε μια δύναμη της φύσης.
Η Βαλερία περπατούσε με μια αδιαφορία που ήταν, από μόνη της, η μεγαλύτερη πρόκληση. Ήταν η απόλυτη κυρίαρχος του χώρου, ενώ γύρω της οι άλλοι πελάτες είχαν παγώσει· ο συνωστισμός των διαδρόμων υποχωρούσε, σαν να άνοιγε δρόμο για να περάσει μια δύναμη της φύσης. Ο Αλκιβιάδης ένιωθε το βλέμμα του να καίει πάνω της, προσπαθώντας να αποκολλήσει τη ματιά του, αλλά η ομορφιά της ήταν μια παγίδα που δεν είχε σκοπό να τον αφήσει να ξεφύγει. «Ένοχες σκέψεις», σκέφτηκε, παρατηρώντας τους γύρω του. Δεν ήταν ο μόνος. Οι άλλοι άντρες, εκείνοι οι «αδιάκριτοι», στριφογύριζαν το κεφάλι τους, παρασυρμένοι από τη θύελλα που άφηνε στο πέρασμά της. Εκείνη, όμως, συνέχιζε. Σαν να μην ένιωθε το βάρος των βλεμμάτων που την είχαν ήδη «γδύσει» χίλιες φορές σε κλάσματα δευτερολέπτου. Αυτή η άγνοια –ή μήπως η πλήρης επίγνωση και περιφρόνηση;– ήταν το πιο προκλητικό στοιχείο της. Το κορμί της, αυτό το «λαχταριστό» δημιούργημα που άναβε φωτιές, έμοιαζε να υπόσχεται ηδονές που ο Αλκιβιάδης μέχρι πριν λίγο έπλαθε μόνο στο blog του. Τώρα, η ψηφιακή φαντασίωση είχε εξαφανιστεί· έμεινε μόνο ο ήχος από τα τακούνια της, που αντηχούσε μέσα του σαν πρόσκληση. Η Βαλερία πλησίαζε, και ο χρόνος ανάμεσα στο «πριν» της αναγνώρισης και στο «μετά» της επαφής είχε αρχίσει να συρρικνώνεται επικίνδυνα.
Η Βαλερία ακόμη και σήμερα δεν του είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας του, αυτό είναι άλλο, κάτι διαφορετικό. Είναι ο ανομολόγητος έρωτας του που είναι μακράν πιο επίπονος από τον ανεκπλήρωτο. Η παραδοχή αυτή του Αλκιβιάδη είναι το κλειδί που ανοίγει την πόρτα του εσωτερικού του κόσμου.Ο «ανεκπλήρωτος» έρωτας είναι μια απώλεια που μπορείς να πενθήσεις, αλλά ο «ανομολόγητος» είναι μια επιλογή που κουβαλάς σαν δεσμοφύλακας. Η Βαλερία δεν ήταν μια ευκαιρία που χάθηκε – ήταν μια ευκαιρία που ο ίδιος φρόντισε να μην ανθίσει ποτέ, φυλακίζοντας την στις σκιές των λέξεων του. Η οδύνη του δεν προερχόταν από την απόρριψη, αλλά από την αυτοεπιβεβλημένη σιωπή. Το γεγονός ότι η Βαλερία στεκόταν εκεί, ζωντανή, ψηλή και αγέρωχη, καθιστούσε αυτή την «ισόβια κάθειρξη» ακόμα πιο ανυπόφορη.
Κάθε φορά που έγραφε για εκείνη στο blog του, δεν έκανε μια προσπάθεια επικοινωνίας, αλλά μια κηδεία. «Ξέπλενε» το πάθος του με λέξεις, μετατρέποντας το ζωντανό αίμα σε μελάνι, ώστε να μην χρειαστεί ποτέ να αντιμετωπίσει την πραγματική Βαλερία – μια γυναίκα που, αν την πλησίαζε, θα μπορούσε να διαλύσει την εύθραυστη ισορροπία της φαντασίωσής του.
Η καταδίκη της σιωπής του ήταν απόλυτη. Δεν υπήρχε ελπίδα για ένα χάδι ή ένα φιλί, γιατί ο Αλκιβιάδης είχε πείσει τον εαυτό του ότι το τίμημα της αποκάλυψης θα ήταν η καταστροφή της «ιδέας» που είχε πλάσει για εκείνη. Έτσι, παρακολουθώντας την να κινείται ανάμεσα στα ράφια, έβλεπε ταυτόχρονα το αντικείμενο του πόθου του και το «θύμα» της δικής του συνειδητής απόφασης. Ήταν ο βασανιστής και ο βασανιζόμενος στο ίδιο κελί, και η Βαλερία, ανυποψίαστη μέσα στη λαμπερή της παρουσία, ήταν η μοναδική αθώα σε αυτό το κρυφό, σκοτεινό του δράμα. Έτσι, μένει εκεί, ακίνητος, παρατηρώντας την να ενσαρκώνει όλα όσα εκείνος αρνείται να ζήσει. Το «αν» του αιωρείται στον αέρα, ανάμεσα στα βιολογικά προϊόντα και τον ψυχρό φωτισμό του καταστήματος. 
.....Την παρατηρούσε να επιλέγει τα προϊόντα της, πάντα «στην τρίχα», με μια προσοχή που έδειχνε ότι η εμφάνισή της δεν ήταν μια μάσκα, αλλά ο τρόπος της να επικοινωνεί με τον κόσμο. Το «ναζιάρικο ύφος» της, σε συνδυασμό με το σικ ντύσιμό της, δημιουργούσε ένα μείγμα που ο Αλκιβιάδης δυσκολευόταν να αποκωδικοποιήσει. Ήταν η εικόνα της γυναίκας που ξέρει τι θέλει, αλλά και της γυναίκας που ξέρει πώς να το διεκδικεί με ένα απλό βλέμμα. Καθώς την κοίταζε, ένιωθε ότι η Βαλερία δεν ήταν μόνο το αντικείμενο του «ανομολόγητου έρωτά» του, αλλά ένας καθρέφτης. Όσο εκείνη τον κοιτούσε με τα «ορθάνοιχτα» μάτια της, ο Αλκιβιάδης ένιωθε εκτεθειμένος, παρόλο που η απόσταση μεταξύ τους παρέμενε σταθερή. Η ζωντάνια που απέπνεε ήταν μια πρόκληση προς τη δική του «ισόβια κάθειρξη». Κάθε φορά που ένα χαμόγελο σχηματιζόταν στη σκανταλιάρικη μύτη της, ο Αλκιβιάδης ένιωθε να λυγίζει, λες και η ίδια η Βαλερία, μέσα από τη φυσική της παρουσία, τον καλούσε να βγει από το σκοτάδι των σκέψεών του και να τολμήσει την πραγματικότητα. Ο Αλκιβιάδης στέκεται ανάμεσα στα ράφια, ένας παρατηρητής που «διαβάζει» τη Βαλερία σαν να είναι το σημαντικότερο βιβλίο που έχει διαβάσει ποτέ. Η Βαλερία που έβλεπε μπροστά του ήταν η ίδια γυναίκα που είχε «αποθηκεύσει» στη μνήμη του: εκείνη που είχε το χάρισμα να μετατρέπει το ντύσιμο σε προέκταση της προσωπικότητάς της. Για τον Αλκιβιάδη, η αισθητική της Βαλερίας ήταν πάντα μια μορφή «σιωπηλής γλώσσας». Δεν φορούσε απλώς ρούχα, τα «κατοικούσε». Η επιλογή της να φορά κομψά, σοφιστικέ κομμάτια που της πρόσφεραν άνεση, δεν ήταν τυχαία. Ήταν η έκφραση μιας γυναίκας που είχε συμφιλιωθεί με τη θηλυκότητα της και δεν είχε ανάγκη από φωνακλάδικες υπερβολές για να δηλώσει την παρουσία της. Καθώς την παρατηρούσε να κινείται στον διάδρομο, ο Αλκιβιάδης ένιωσε μια παράξενη γαλήνη να αντικαθιστά τον αρχικό του ταραγμό. Ήταν σαν να αναγνώριζε ένα παλιό, αγαπημένο χειρόγραφο που είχε ξαναδιαβάσει χιλιάδες φορές. Η σοφιστικέ αισθητική της, το πώς η φούστα της και το πουκάμισό της έπεφταν πάνω στο σώμα της με εκείνη την αβίαστη ακρίβεια, ήταν ο δικός της τρόπος να δηλώνει πως ο κόσμος, ακόμα και μέσα σε ένα super market, οφείλει να έχει μια δόση αρμονίας. Αυτή η διαπίστωση έκανε το «βάρος» του ανομολόγητου έρωτά του ακόμα πιο συγκεκριμένο. Δεν ήταν ερωτευμένος με μια εικόνα, ήταν ερωτευμένος με τον τρόπο που εκείνη επέλεγε να υπάρχει μέσα στον κόσμο. Την άνεση μέσα στην κομψότητα, τη ζωντάνια μέσα στο στυλ. Και ενώ ο ίδιος ένιωθε «ξεφτισμένος» μέσα στα μοκασίνια του και το απλό τζιν του, εκείνη ακτινοβολούσε μια αυτοπεποίθηση που δεν χρειαζόταν «ρετούς».
Προς στιγμή «ελεημόνησε» τον εαυτό του αμήχανος! Ένιωθε πως  ήθελε κάπου να κρυφτεί με το θέαμα που παρουσίαζε. Καταστροφή! Έμοιαζε να συγκρούεται με τον εαυτό του, νοερά βλαστήμησε δις! Πρώτον γιατί δεν έβαλε το τζιν και το καθαρό πουκάμισο! Τα παπούτσια ας πούμε πως τρώγονται. Αμ! το άλλο με το κοντοκουρεμένο κεφάλι! Και του γκρίνιαζε η Ανδρομάχη! «Κούκλε» μου να σε χαρώ εγώ! Σαν ηλίθιος είσαι μ αυτό το κούρεμα! Τι μύγα σε τσίμπησε και κουρεύτηκες έτσι! Αχ βρε Ανδρομάχη μου πως γίνεται να έχεις πάντα δίκιο.! Μην αμελείς ποτέ την εξωτερική σου εμφάνιση του τόνιζε πάντα! Το σαν ψαράς ντύσιμο μπορεί να είναι δελεαστικό για σένα, αλλά σίγουρα όχι και για τους γύρω σου! 
 Καθώς το βλέμμα του κλειδώθηκε πάνω της μένει γοητευμένος, με το βλέμμα του να προδίδει μια εσωτερική σύγκρουση, του θαυμασμού και της επιθυμίας απ' αυτό που βλέπει. «Είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε δέσμιοι της χημείας και της φύσης. Κι αυτή η δέσμευση, που άρχισε εκατομμύρια χρόνια πριν, εξακολουθεί να ασκεί την ίδια έντονη επιρροή «τραβώντας» μας κυριολεκτικά από τη μύτη!»  Αυτά σκεφτόταν ο Αλκιβιαδης και δεν χρειάστηκε παρά ελάχιστο απόθεμα τόλμης μετά από μια ανεπαίσθητη στιγμή δισταγμού πριν μαζέψει το κουράγιο του και την πλησιάσει να τη χαιρετήσει! Χαιρετήθηκαν αλλά ακόμη ένιωθε ένα αίσθημα δυσφορίας, ανασφάλειας για την εν γένει εξωτερική εμφάνιση του και τυμπάνιζε νευρικά τα δάχτυλά του πάνω στο παντελόνι του.  Δίπλα του η Βαλερία με άψογο χτένισμα, σικάτο ντύσιμο, που τα υποστήριζε ένα φωτεινό χαμόγελο και αυτός σαν συνοδός που ετοιμαζόταν να βγάλει το σκύλο του βόλτα στα παρτέρια του γειτονικού πάρκου. Ακόμα και στη θλιβερή κατάσταση που ένιωθε ότι βρισκόταν του ήταν δύσκολο να μη σκάσει ένα φιλικό χαμόγελο βλέποντας την υποδοχή που του είχε επιφυλάξει με αφοπλιστική ειλικρίνεια η Βαλερία με τη χαρούμενη όψη της, μ' ένα εγκάρδιο και πλατύ χαμόγελό και το χέρι προτεταμένο για χειραψία. Αυτό ήταν το έναυσμα για μια πολύ ευεργετική επίδραση στα συναισθήματα του Αλκιβιάδη. Τώρα ένιωθε πολύ πιο χαλαρωμένος για την ασουλούπωτη εμφάνιση του. Ακόμα κι η στιγμιαία ψιλοκουβέντα της, που έπιασε με τον υπάλληλο στο πάγκο με τα ψάρια τον είχε ηρεμήσει και ξαναβρήκε και πάλι την καλή του διάθεση καθώς νιώθει τη φωνή της να κυριαρχεί ευχάριστα στα αυτιά του ανάμεσα στους συγχυσμένους θορύβους του καταστήματος. Της χαμογέλασε ευγενικά, μα είτε το θέλει, είτε όχι δεν μπορεί να ξεφύγει εύκολα από τους αρχικούς δυσάρεστους συνειρμούς για την εν γένει παρουσία του. Εντάξει δεν ήταν και γελοίο το θέαμα του μα αυτός αντικειμενικά πίστευε, πως η σημερινή αμφίεση του δεν ταίριαζε και πολύ στη φυσιογνωμία του όταν βρίσκεται ανάμεσα σε κόσμο.
Ο Υπάλληλος απευθυνόταν με κάτι μακρόσυρτα «κυρία μου! σε ψιλές φέτες θέλετε το σολομό», καθώς οι κλεφτές ματιές του όλο ξέφευγαν προς τις ωραίες γάμπες της Βαλερίας πέρα από το να βεβαιωθεί ότι της είχε φανεί χρήσιμος.
«Μη μου πεις πως συχνάζεις κι εσύ στο... βιολογικό τμήμα του σούπερ μάρκετ;» τον ρώτησε γελώντας.
Ήταν το είδος του αυθόρμητου πειράγματος που έσπαγε αμέσως τον πάγο και τον προκαλούσε να της απαντήσει στο ίδιο παιχνιδιάρικο ύφος. Ο Αλκιβιάδης γέλασε και σήκωσε τους ώμους με προσποιημένη αμηχανία.
«Όχι και τόσο συχνά», αποκρίθηκε χαμογελώντας. «Αλλά σήμερα, που είμαι εργένης στο σπίτι, προσπαθώ να εμπνευστώ για το γεύμα μου. Είπα να ακολουθήσω κι εγώ τη μόδα που λέει πως τα βιολογικά προϊόντα είναι η νέα hot τάση. Αν είναι και νόστιμα, υγιεινά και δεν παχαίνουν, τότε μάλλον αξίζει να τους δώσω μια ευκαιρία.»
Την κοίταξε με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια. «Βέβαια», συμπλήρωσε, «δεν αποκλείεται να χρειαστώ και τη γνώμη μιας πιο έμπειρης... καταναλώτριας για να κάνω τις σωστές επιλογές.»
Η Βαλερία χαμογέλασε και τον κοίταξε με μια δόση περιέργειας. «Ναι, έχεις δίκιο», είπε. «Αλλά πώς γίνεται να είσαι εργένης Σαββατοκύριακο; Η Ανδρομάχη λείπει ή σε άφησε να τα βγάλεις πέρα μόνος σου;» Η ερώτησή της ειπώθηκε με ανάλαφρο, πειρακτικό ύφος, περισσότερο από περιέργεια παρά από αδιακρισία.
«Είναι στη Θεσσαλονίκη», απάντησε χαμογελώντας. «Έφυγε για ένα τριήμερο με τη φίλη σας, τη Ναυσικά. Έτσι, προς το παρόν, απολαμβάνω... εργένικη ζωή και προσπαθώ να τα βγάλω πέρα μόνος μου.»
Η Βαλερία ανασήκωσε με απορία το φρύδι της.
«Με τη Ναυσικά;» ρώτησε. «Και τι ταξίδι είναι αυτό; Επαγγελματικό ή πήγαν για λίγες μέρες αναψυχής;»
Ένα τριήμερο ταξίδι αναψυχής», απάντησε. «Η Ναυσικά είχε την ιδέα και η Ανδρομάχη δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να πει το ναι. Βρήκαν την ευκαιρία να ξεφύγουν για λίγες μέρες από την καθημερινότητα και ακολούθησαν ένα οργανωμένο γκρουπ εκδρομής. Ήθελαν να χαλαρώσουν, να γνωρίσουν καλύτερα τη Θεσσαλονίκη και να περάσουν όμορφα. Νομίζω πως τους άξιζε αυτή η μικρή απόδραση.»
Βαλερία χαμογέλασε με ειλικρινή χαρά. «Μάλιστα... Τριήμερο ταξίδι αναψυχής!» είπε. «Χαίρομαι πολύ γι' αυτές. Είναι αλήθεια πως τον τελευταίο καιρό έχουμε χαθεί λίγο με τις υποχρεώσεις του καθενός, αλλά εύχομαι να περάσουν υπέροχα. Τους άξιζε μια μικρή απόδραση από την καθημερινότητα.»
«Με μεγάλη μου χαρά», απάντησε χαμογελώντας. «Μόλις μιλήσω με την Ανδρομάχη, θα της μεταφέρω τους χαιρετισμούς σου. Είμαι βέβαιος ότι θα χαρεί πολύ όταν μάθει πως τη θυμήθηκες.»
Η Βαλερία έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον. «Ποιος οργάνωσε το εκδρομικό γκρουπ;» ρώτησε. «Ήταν κάποιο ταξιδιωτικό γραφείο ή το κανόνισαν μόνοι τους;»
Η ενορία μας το οργάνωσε», απάντησε. «Εσύ έχεις φύγει εδώ και καιρό, οπότε μάλλον δεν πρόλαβες να γνωρίσεις τον νέο ιερομόναχο της ενορίας. Είναι αρκετά νέος στην ηλικία, πολύ κοινωνικός και ιδιαίτερα δραστήριος. Έχει φέρει μια νέα πνοή στις δραστηριότητες της ενορίας και οργανώνει συχνά εκδρομές, προσκυνηματικές επισκέψεις και διάφορες δράσεις που φέρνουν τον κόσμο πιο κοντά. Αυτή η τριήμερη απόδραση ήταν μία από τις πρωτοβουλίες του.»
Η Βαλερία χαμογέλασε με μια νότα νοσταλγίας. «Το θυμάμαι», είπε. «Η Ανδρομάχη είχε πάντα μια όμορφη σχέση με την Εκκλησία και συμμετείχε με χαρά στις δραστηριότητες της ενορίας. Δεν μου κάνει καθόλου εντύπωση που ακολούθησε κι αυτή την εκδρομή. Ελπίζω να περνάει υπέροχα.»
Ο Αλκιβιάδης έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Ο νέος ιερομόναχος και η Ανδρομάχη φαίνεται πως έχουν χτίσει μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση.» Η σκέψη του, όμως, δεν άργησε να ξεστρατίσει. «Κι αν δεν είναι μόνο πνευματική;» αναρωτήθηκε στιγμιαία. «Όχι... Δεν έχω κανέναν λόγο να πιστεύω κάτι τέτοιο. Είναι απλώς η φαντασία μου που καλπάζει.» Παρ' όλα αυτά, δεν μπορούσε να αγνοήσει μια παρατήρηση που τον απασχολούσε εδώ και καιρό. Κάθε φορά που η Ανδρομάχη αναφερόταν στον ιερομόναχο ή στις δράσεις της ενορίας, έμοιαζε πιο γαλήνια, πιο φωτεινή, σαν να αντλούσε από εκεί μια εσωτερική δύναμη που δυσκολευόταν να βρει αλλού. Ίσως τελικά να βρίσκει κοντά του κάτι που έχει ανάγκη», συλλογίστηκε.  Ίσως αυτή η πνευματική επαφή να της προσφέρει μια ισορροπία που η καθημερινότητα και οι δυσκολίες του γάμου μας δεν της χαρίζουν πάντα.»Αναστέναξε ανεπαίσθητα. «Ή ίσως όλα αυτά να είναι δικές μου προβολές και φόβοι. Όταν δεν γνωρίζεις τι πραγματικά συμβαίνει, το μυαλό συμπληρώνει μόνο του τα κενά. Και συνήθως τα συμπληρώνει με τα χειρότερα σενάρια.»
«Τώρα εκεί στη Θεσσαλονίκη διόλου απίθανο να εκτελέσουν οι δυο τους μια πολύ ιδιαίτερη θερμή «συνεδρία» με την Ανδρομάχη να προσφέρει σπονδή το σώμα της στο ρασοφόρο πνευματικό της  αναζητώντας το Άγιο Πνεύμα, που κατοικεί στους ανθρώπους που έχουν πίστη, ώστε να βρει το δρόμο που οδηγεί στη σωματική της λύτρωση και την εσωτερική πνευματική της γαλήνη.»
Η Βαλερία τον κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα, μην μπορώντας να κρύψει την έκπληξή της.
«Δεν το πιστεύω!» είπε γελώντας. «Πλάκα μου κάνεις μ' αυτά που λες! Αλήθεια τώρα ή προσπαθείς απλώς να με πειράξεις;»
Εκείνος χαμογέλασε με νόημα και σήκωσε τους ώμους. «Εντάξει», είπε γελώντας, «ας πούμε πως αστειεύομαι. Θεώρησέ το μια σύντομη εκδοχή της... μυθοπλασίας μου. Καμιά φορά η φαντασία μου τρέχει πιο γρήγορα από την πραγματικότητα.»
«Τα παιδιά; Στο χωριό με παππού και γιαγιά;»
«Ναι! η τελευταία τους εβδομάδα των διακοπών.» 
Απορροφημένοι στην αναμονή, όσο ο υπάλληλος ετοίμαζε την παραγγελία της Βαλερίας, αντάλλασσαν τις κλασικές κουβέντες δύο ανθρώπων που ξανασυναντιούνται έπειτα από καιρό. Μίλησαν για τον γάμο, τη δουλειά, την καθημερινότητά τους και τις αλλαγές που είχε φέρει ο χρόνος στη ζωή τους, παρεμβάλλοντας πότε πότε χιουμοριστικά σχόλια που έκαναν και τους δύο να γελούν. 
Λίγα λεπτά αργότερα, ο υπάλληλος τους ενημέρωσε πως τα φιλέτα φρέσκου σολομού που είχε παραγγείλει η Βαλερία ήταν έτοιμα. Εκείνη τον ευχαρίστησε, πήρε την παραγγελία της και μαζί κατευθύνθηκαν προς τα ταμεία του καταστήματος.
 Ο Αλκιβιάδης, ωστόσο, δεν μπορούσε να μην την παρατηρεί διακριτικά. Το βλέμμα του επέστρεφε πάνω της σχεδόν ασυναίσθητα, όσο κι αν προσπαθούσε να δείχνει αδιάφορος. Η κομψότητά της, η φυσική της ομορφιά και ο τρόπος με τον οποίο κινούνταν είχαν μια αβίαστη γοητεία που τον έκανε να τη θαυμάζει. Αναρωτήθηκε για μια στιγμή πώς θα ήταν να υπήρχε ανάμεσά τους κάτι περισσότερο από μια τυχαία συνάντηση, μα έδιωξε αμέσως τη σκέψη, θεωρώντας την μια στιγμιαία παρέκκλιση της φαντασίας του. Η Βαλερία αντιλήφθηκε τη ματιά του. Του έριξε μια σύντομη, διακριτική ματιά και χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Δεν ένιωσε αμηχανία ούτε ενόχληση. Αντίθετα, η διακριτική προσοχή του φάνηκε να την κολακεύει, κι έτσι συνέχισε να περπατά δίπλα του σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, αφήνοντας τη στιγμή να διατηρήσει τη γοητευτική της αμφισημία.
Βαλερία ήταν ο τρίτος και τελευταίος κρίκος της αχώριστης παρέας που είχε δημιουργηθεί ήδη από τα χρόνια του δημοτικού. Η Ανδρομάχη, η Ναυσικά και η Βαλερία μεγάλωσαν μαζί, μοιράστηκαν αμέτρητες στιγμές, μυστικά και όνειρα, ακολουθώντας η καθεμιά τη δική της πορεία χωρίς ποτέ να χαθεί ο δεσμός που τις ένωνε. Και οι τρεις ήταν όμορφες γυναίκες, η καθεμία με τη δική της προσωπικότητα. Η Βαλερία, όμως, ξεχώριζε για τον πιο εκκεντρικό και ανεξάρτητο χαρακτήρα της. Είχε μια αστείρευτη ζωντάνια, έβλεπε τη ζωή σαν περιπέτεια και διέθετε εκείνο το αυθόρμητο χιούμορ που έκανε τις φίλες της να ξεκαρδίζονται με τις απίθανες ιστορίες της. Παράλληλα, είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία στα μικρά παιδιά και έναν τρόπο να κερδίζει αμέσως την εμπιστοσύνη και τη συμπάθειά τους. Ο Αλκιβιάδης τη θυμόταν ακόμη από τα μαθητικά της χρόνια στο λύκειο. Δεν ήταν ποτέ άνθρωπος των υπερβολών ή των εντυπωσιασμών. Ζούσε μια απλή και ισορροπημένη ζωή, όπως, απ' όσο γνώριζε, συνέχιζε να κάνει και σήμερα. Πέρασε ήσυχα τα εφηβικά της χρόνια, αφοσιώθηκε στις σπουδές της και αργότερα παντρεύτηκε έναν άντρα που την ερωτεύτηκε βαθιά και στάθηκε δίπλα της με αγάπη και εκτίμηση. Στα μάτια του Αλκιβιάδη, η Βαλέρια είχε παραμείνει ένας άνθρωπος αυθεντικός, που δεν έχανε ποτέ τη ζεστασιά, την καλοσύνη και την ανεπιτήδευτη γοητεία του.
Και τελικά τα κατάφερε. Έγινε καθηγήτρια και πολύ γρήγορα απέδειξε πως ήταν πλασμένη γι' αυτό το λειτούργημα. Η επικοινωνία με τους ανθρώπους, η ζεστή ατμόσφαιρα της τάξης, ο γόνιμος διάλογος και οι ουσιαστικές συζητήσεις ήταν το φυσικό της περιβάλλον. Διέθετε εκείνη τη σπάνια ικανότητα να εμπνέει, να ακούει και να κάνει τους άλλους να αισθάνονται πως η γνώμη τους έχει αξία.
Ο Αλκιβιάδης την παρατηρούσε τώρα, έπειτα από τόσα χρόνια. Παρέμενε όμορφη, γεμάτη ζωντάνια και αυτοπεποίθηση. Η παρουσία της είχε μια ήρεμη δύναμη που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη και, χωρίς να το καταλάβει, τον έκανε να τη βλέπει με μια νέα ματιά.
«Άραγε», συλλογίστηκε, «πόσα πράγματα μπορεί να κρύβει ένας άνθρωπος πίσω από μια φαινομενικά ήρεμη και τακτοποιημένη ζωή;» Δεν είχε κανέναν λόγο να πιστεύει ότι η Βαλερία έκρυβε κάποιο ιδιαίτερο μυστικό. Ήταν απλώς μια σκέψη που γεννήθηκε αυθόρμητα καθώς την κοιτούσε. «Ίσως όλοι μας», συνέχισε μέσα του, «να έχουμε επιθυμίες, όνειρα ή πλευρές του εαυτού μας που κρατάμε μόνο για εμάς. Όχι απαραίτητα απαγορευμένες, αλλά βαθιά προσωπικές, εκείνες που δεν αποκαλύπτονται εύκολα ακόμη και στους πιο κοντινούς μας ανθρώπους.»  Το βλέμμα του μαλάκωσε. Χαμογέλασε ανεπαίσθητα, αφήνοντας τη σκέψη να χαθεί τόσο διακριτικά όσο είχε εμφανιστεί.
Τίποτα δεν προανήγγειλε και τίποτα δεν προμήνυε ότι μια απλή ουρανοκατέβατη συνάντηση με μια οικογενειακή φίλη από τα παλιά ανάμεσα στα ράφια ενός super market θα του πυροδοτούσε ένα τόσο έντονο αίσθημα κάψας που στο πέρασμα της ώρας άρχισε να απλώνεται χαμηλά στην κοιλιά του και ο ίδιος ολόκληρος να φλέγεται από πόθο που ζητούσε ικανοποίηση.
Ο Αλκιβιαδης δεν μπορούσε παρά να γοητευτεί από τη γοητεία της Βαλερίας που ξυπνούσε μέσα του μια πρωτόγονη λαχτάρα αλλά σαν άνδρας δεν είχε ταμπεραμέντο πιτ μπουλ που ορμάει σε ό,τι γυναικείο ποδόγυρο κινείται και του αρέσει, αλλά ήταν υπομονετικός και επίμονος, κάτι που πολλές φορές είχε αποδειχτεί εξίσου προσοδοφόρο με το θράσος που του έλειπε. Δεν είχε αυτή τη σπίθα της διαφθοράς, ώστε να δείξει τον απόκρυφο πόθου του στην ηρωίδα του με εμμονή και χωρίς ενοχές εγκαταλείποντας κάθε κοινωνικά θεμιτό, για να ικανοποιήσει τον ανικανοποίητο πόθο του εισβάλλοντας μέσα στο ασφαλές οικογενειακό της λιμάνι. Διάβολε! Αλήθεια πόσο ανόητος άραγε να της φαίνεται με τους δισταγμούς του! Η λογική του έλεγε ότι δεν μπορούσε να κάνει εκείνος το πρώτο βήμα. Η Βαλερία είναι το «κλειδί», ακόμη κι ένα ζεστό χαμόγελο της μπορεί να βοηθήσει πολύ στο να σπάσει ο πάγος!
Ο κόμπος στο στομάχι του γινόταν όλο και πιο σφιχτός όσο περπατούσαν ο ένας διπλά στον άλλο. Μόλις βγήκαν από την αυτόματη πόρτα του καταστήματός στο υπαίθριο πάρκινγκ, οι δυο τους ήταν σιωπηλοί. Ο Αλκιβιάδης στενάζει βαριά. Ένας τέλειος στεναγμός απίστευτης καύλας. Αλλά με μια δόση αθωότητας και ενοχής μαζί. Σαν να ομολογεί στον εαυτό του πως ξέρει πολύ καλά ότι δεν πρέπει να το σκέφτεται αυτό. Ότι είναι απαγορευμένο. Αλλά και ότι δεν μπορεί να σταματήσει να το σκέφτεται. Ότι ο πειρασμός είναι πολύ μεγάλος για να μπορέσει ν’ αντισταθεί. Πήρε μια γεμάτη ανάσα και προσπάθησε να συντονιστεί με το περιβάλλον.
Την παρακολουθούσε που πήγαινε στο αυτοκίνητο της. Είχε ένα απίστευτο βάδισμα. Κάτι στους γοφούς της θύμιζε αιλουροειδές και έδινε την αίσθηση ότι βάδιζε σε αργή κίνηση. Έπρεπε να σταματήσει να την κοιτάζει. Αν κοίταζε συνέχεια τα οπίσθια της κινδύνευε να στραβολαιμιάσει.
Πλάθει «σενάρια» που ανάβουν την ερωτική του φλόγα. Η σεξουαλική επιθυμία τείνει να σχετίζεται με τις φαντασιώσεις του και του ζητά να πάρει την πρωτοβουλία και να αφήσει τη συστολή του για λίγο στην άκρη.
Έπειτα, καθώς ο Αλκιβιάδης ετοιμαζόταν να πάρει το αυτοκίνητο, στάθηκε μπροστά στη πόρτα του και βλέποντάς την Βαλερία έτοιμη να μπει στο αυτοκίνητο της, αμφιταλαντεύτηκε για μερικά δεύτερα  και κοιτάζοντας τη στα μάτια ξεφούρνισε: «Συγγνώμη που σε κοιτάζω επίμονα, αλλά επιτρέψτε μου να πω ότι δεν το περίμενα μετά από τόσα χρόνια που είχαμε να ιδωθούμε να αντικρίσω μια τόσο όμορφη και σέξι γυναίκα!» Ο Αλκιβιαδης σαν σωστός που ήταν τζέντλεμαν κατά τη διάρκεια της επαφής τους της την έπεφτε μεν παιχνιδιάρικα, αλλά όχι πολύ περισσότερο του επιτρεπτού.
«Μην το πάρεις στραβά! Αν δεν είχες αυτοκίνητο θα δεχόσουν να σε πάω σπίτι σου; Έτσι, για να θυμηθούμε τα παλιά τότε που είμασταν γειτόνοι...» 
Απλώνεται μεταξύ τους μια παύση.
Μετά από κάμποσα δευτερόλεπτα της λέει, «είπα κάτι που δεν έπρεπε;»
«....»
«Βαλερία;»
«Μμμ;»
«Είπα κάτι κακό;»
«Σκέφτομαι.»
«Τι σκέφτεσαι;»
«Εε!, ναι, γιατί όχι», ψέλλισε η Βαλερία αιφνιδιασμένη. 
«Ωραία! χάρηκα πολύ που σε είδα. Προτείνω να κανονίσουμε, με την πρώτη ευκαιρία ένα φιλικό δείπνο να έρθουν και πάλι οι οικογένειες μας πιο κοντά.
Η Βαλερία τον λοξοκοίταξε κι έπειτα κούνησε το κεφάλι της θετικά. Του Φάνηκε πως προσπαθούσε να επιλέξει με προσοχή τα λόγια της.
Η κίνηση στην έξοδο του super market αυξανόταν διαρκώς και ο Αλκιβιαδης τη περιεργαζόταν μέσα από τα σκούρα τζάμια του αυτοκινήτου και από τη θέση του οδηγού όπου στρογγυλοκάθησε στο σκιερό πάρκινγκ! Σαν ένας περίεργος που κατασκοπεύει από κάποιο παράθυρο, μπορούσε να παρακολουθεί την Βαλερία χωρίς να είναι σίγουρος αν εκείνη ξέρει ότι ήταν αντικείμενο παρατήρησης του. Παρατηρούσε σχολαστικά κάθε της μορφασμό, επιζητώντας να εισβάλει λαθραία στις σκέψεις της και να αποκτήσει πολύχρωμο περιεχόμενο απ' τη προσωπική της ζωή. Όμορφη, προσεγμένη γυναίκα πραγματικό θηλυκό η όποια ξέρει με μαεστρία ν’ αναδεικνύει τα δυνατά της σημεία που της χάρισε η φύση. Τη θυμήθηκε πώς ήταν νεαρή δεκαοκτάχρονη, όταν τους σύστησε η Ανδρομάχη και πρωτογνωρίστηκαν. Κάτω από το σκανταλιάρικο βλέμμα της, το χαρούμενο γέλιο της κρυβόταν μια θερμή νεαρή γυναίκα πάντα έτοιμη να βοηθήσει τους φίλους της.
Η Βαλερία το κατάλαβε ότι ο Αλκιβιαδης είχε προσηλωθεί πάνω της επίμονα και διεκδικητικά και κινείτο ανέμελα, σχεδόν απρόσεκτα. Το ψηλό κορμί της ήταν ελαφρώς σκυφτό, το πρόσωπό της χαλαρωμένο, με μια μόνιμη ρυτίδα ανησυχίας στο χαμόγελο της. Το φως του μεσημεριανού ήλιου στο εσωτερικό του αυτοκινήτου της έπεφτε στο πρόσωπό της κι εκείνος δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από πάνω της. Ανεβαίνοντας στο αυτοκίνητο την είδε να κάθεται στο κάθισμα να τον κοιτά και του φάνηκε πως του χαμογέλασε με μια λάμψη σκανταλιάς στα μάτια της. Χαμογέλασε κι αυτός και χαιρέτησε κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του. Μπορεί να ήταν η λαχτάρα του, που έκανε το κορμί του να κινηθεί, γιατί εκείνη έστρεψε απότομα τη προσοχή της στην έξοδο του πάρκινγκ! Επιλέγει από ένστικτο, τη στιγμή που θα του ρίξει μία και μοναδική ματιά, λίγο πριν αποχωρήσει απ’ το σκηνικό. Ο Αλκιβιαδης, έχοντας περάσει τη βασανιστική δοκιμασία της αδιαφορίας, νιώθει το ακαριαίο κοίταγμα της να μαγνητίζει την προσοχή του και να καρφώνεται σαν κεντρί στην καρδιά του. Η Βαλερία αποχωρώντας αυτοκρατορικά, έχει ήδη θέσει τους κανόνες της. Εκείνη βασίλισσα στον θρόνο, εκείνος πιστός ιππότης αφιερωμένος στη γοητεία της.
Έμεινε να τη βλέπει να ξεμακραίνει ασάλευτα, βουβά. Τα βλέμματά τους ενώθηκαν τελευταία φορά. Ο Αλκιβιάδης. έκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να τιθασεύσει τις αισθήσεις του και με τη σκέψη στραμμένη στο τελευταίο χαμόγελο της. Αυτό το χαμόγελο! Πόσο λαχταρούσε ν΄ακουμπήσει τα χείλη του στα δικά της, φιλώντας τη στοργικά στα κερασένια της χείλια, ενώ θα τη κρατούσε προστατευτικά στην αγκαλιά του. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος, ο σφυγμός του είχε αφηνιάσει και το φούσκωμα ανάμεσα στα πόδια του δεν έπαυε να του υπενθυμίζει τη διέγερσή του με σουβλιές. Προσπάθησε μάταια να αντισταθεί στις ανήθικες σκέψεις του επικαλούμενος τη κοινωνική ηθική του που επιτάσσει σεβασμό και να μην εμπλέκεται σε παράνομες ερωτικές υποθέσεις! Ωστόσο, όπου υπερχειλίζει το συναίσθημα, είθισται να ωχριά η πειθώ του μυαλού. Πως το λέει ο μεγάλος δάσκαλος ο Φρόιντ! «Το σεξουαλικό ένστικτο, δεσπόζει κάθε άλλου, ακόμα και του ενστίκτου τής αυτοσυντήρησης.»
Έτσι, του Αλκιβιάδη, παρά τις ενστάσεις του αυτό το σαββατόβραδο η Βαλερία εντελώς ξαφνικά, από το πουθενά είχε εισβάλει στο συναίσθημα του σαν μια γλυκιά αμαρτία η παρουσία της. Μια αμαρτία κρυμμένη στο πάθος του. Αυτό είναι. Ένα πάθος. Ένα ανομολόγητο πάθος που είχε γίνει η βραδινή του ερωτική πρέζα στη μοναξιά του, σαν γρύλος που τραγουδά μες στο κεφάλι του, σαν γρύλος επίμονος! Αυτό το βράδυ σκέφτεται με τη ψυχή και το συναίσθημα κι όχι με τη λογική, και είναι κι αυτό το δάγκωμα που νιώθει σαν τη σκέφτεται! Στο μυαλό του τη φαντάζεται, ότι είναι ερωτικό ζευγάρι και αυτή η διαπίστωση του προκαλούσε μια συναισθηματική κατάσταση στην οποία βιώνει για κάτι που θα ήθελε να συμβεί στο εγγύς παρόν ή στο μέλλον!
..Έξω είχε αρχίσει να σουρουπώνει η πιο λατρεμένη του ώρα της ημέρας και ενώ ο ήλιος προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από το οροπέδιο της Πλάτωσης και το Θριάσιο πεδίο, είχε φτάσει η στιγμή για την πιο χαλαρωτική απόλαυση. Ο Αλκιβιαδης διάλεξε από το έπιπλο ένα μπουκάλι Mandarin Napoleon αυτό το εξαιρετικό βελγικό κονιάκ ηλικίας δέκα ετών ακούμπησε ένα ποτήρι στον πάγκο της κουζίνας πάνω στη μαρμάρινη επιφάνεια. Σέρβιρε προσεκτικά κονιάκ στο ποτήρι, δεν ήθελε λεκέδες στη λευκή επιφάνεια του μαρμάρου. Φέρνοντάς το στο στόμα, έκλεισε τα μάτια του απολαμβάνοντας τις αρωματικά αλκοολούχες γεύσεις του cognac που άρχισαν να ρέουν στις φλέβες του, και σε αρμονική συντροφιά να δένουν με τις γεύσεις του μαλακού ganache εσπρέσο και τις γεύσεις από κομποτέ μανταρίνι. Το συνηθισμένο του εκρηκτικό μείγμα ξύπνησε τις αισθήσεις του, και ένα αίσθημα ευεξίας και πληρότητας τον κατέλαβε μονομιάς. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, θεωρούσε ένα απολαυστικό άρωμα μια από τις πραγματικά απλές απολαύσεις της ζωής. Έκλεισε τα φώτα πήρε το ποτήρι με το λικέρ και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο όπου ήταν το γραφείου του. Το λάτρευε το μικρο του δωμάτιο. Ο χώρος σε συνδυασμό με το φως που έμπαινε από τα παράθυρα του δημιουργούσαν την αίσθηση ότι βρισκόταν σε μπαλκόνι. Το δωμάτιο το είχε διακοσμήσει η Ανδρομάχη όπως και το υπόλοιπο σπίτι. Είχε διαλέξει ταπετσαρίες, βιβλιοθήκες, γραφείο, φωτογραφίες και πίνακες για τους τοίχους. Και ο Αλκιβιαδης ήταν ενθουσιασμένος με ό,τι είχε κάνει. Ποτέ δεν αμφισβήτησε το γούστο της, μάλιστα, ένιωθε πολύ περήφανος! Ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι του κι ένιωσε την αψάδα του αλκοόλ να μειώνει την ένταση που ένιωθε. Όχι εντελώς, όμως. Πέρασε το χέρι του μέσα από τα κυματιστά μαύρα μαλλιά του και στριφογύρισε το ποτό μέσα στο ποτήρι του.
Άνοιξε την Τιβί on demand και πέφτει σε μια τηλεοπτική εκπομπή ποικίλου περιεχομένου που καλύπτει μεγάλο μέρος του πρωινού (το κουτσομπολιό δίνει και παίρνει στα πρωινάδικα), απ΄ αυτές που παρακολουθεί η πεθερά του με τις παρουσιάστριες που το κάνουν με όλους τους ισχυρούς της τηλεόρασης και των περιοδικών για να εξασφαλίσουν μια θέση στο γυαλί, και μετά βγάζουν στη φόρα το εσώρουχο και το ψεύτικο στήθος τους για να ξεχωρίσουν. Παίρνει η άλλη τηλέφωνο, λέει, είμαι σαράντα χρονών, παντρεμένη, με επιτυχημένη επαγγελματική καριέρα, βγάζω πολλά λεφτά και επειδή δουλεύω αρκετές ώρες είμαι πολύ κουρασμένη και όταν γυρίζω σπίτι και δε μπορώ να κάνω τις δουλειές του σπιτιού, οπότε τις κάνει ο άντρας μου. 
«Μα καλά κυρία μου, ο άντρας σας δε δουλεύει; δεν είναι κουρασμένος;»
«Ναι δουλεύει, είναι κουρασμένος αλλά εγώ βγάζω περισσότερα.»
«Συγγνώμη να σας ρωτήσω κάτι προσωπικό, εξωσυζυγική σχέση διατηρείτε;»
«Τι λέτε καλέ, βεβαίως και διατηρώ!»
«Παρντόν; Γιατί κυρία μου;»
«Γιατί το να βλέπω τον άντρα μου στην κουζίνα και γενικά να τον βλέπω να κάνει τις δουλειές του σπιτιού με ξενερώνει εύκολα, δεν με εξιτάρει στο ερωτικό παιχνίδι δεν μου δημιουργεί ένταση, πάθος και σεξουαλικό μαγνητισμό. Εγώ θέλω έναν ερωτικό παρτενέρ πολύ δυναμικό, εκρηκτικό που η αδρεναλίνη του να χτυπάει κόκκινο, και έτοιμο για δράση πάντα, ώστε να μου κινεί το ερωτικό και σεξουαλικό ενδιαφέρον συνεχώς. Κοινώς να διακρίνεται στον ερωτικό τομέα με απίστευτες αντοχές ώστε να παρασύρει και να τεντώνει τις αισθήσεις μου στα άκρα. Να με οδηγεί στην κορύφωση της σαρκικής και ψυχικής ηδονής.
Γρήγορα βαρέθηκε και έκλεισε την τηλεόραση καταλήγοντας στο εξής. Η Γυναίκα στις δυτικές κοινωνίες σήμερα, έχει εθιστεί στην αγορά και την δύναμη που αυτή της παρέχει. Κοινωνικό status κλπ. Αυτά τα πρότυπα έχει από την τηλεόραση και τις «πετυχημένες» φίλες, αυτά επιθυμεί. Αυτό όμως, είναι η διάσπαση της οικογένειας γενικά στον δυτικό κόσμο, κάνει συνειρμούς και σκέψεις για γνωστές τηλεπερσόνες που παριστάνουν τις κυρίες και δεν αφήνουν τεκνό για τεκνό χωρίς να το πηδήξουν. Παράγοντες του θεάτρου, της τηλεόρασης, του καλλιτεχνικού χώρου γενικώς, που εκβιάζουν. «Εσύ θα μου κάτσεις κι εγώ θα σε κάνω φίρμα» Νεαρά κοριτσόπουλα προκειμένου να αποκτήσουν κάποιο δεύτερο ρόλο σε σίριαλ πέφτουν στα γόνατα και με το στόμα ανοιχτό, αποθεώνουν και τον τελευταίο κάμεραμαν.
Βούλιαξε στην καρέκλα του γραφείου πίσω από τον υπολογιστή, έκανε μισή στροφή και βρέθηκε να κοιτάζει απ΄το παράθυρο ατενίζοντας στον ορίζοντα το νυχτερινό ουρανό λες και αναζητούσε εκεί τη μορφή της που θα ήθελε να βρίσκεται απόψε μαζί του. Ακολουθούσε βαθιά σιωπή. Το μυαλό του ήταν καθαρό σαν τον καθαρό νυχτερινό ουρανό, με το φεγγάρι και τον πολικό αστέρα στη θέση τους να τρεμοσβήνουν ζωηρά. Ο Αλκιβιαδης  ανοιγόκλεισε τα μάτια, όρθωσε το κορμί του στην καρέκλα και έκανε πάλι μισή στροφή, ώστε να βρεθεί αντίκρυ στην οθόνη του δεκαεφτάρη TOSHIBA Notebook. Κούνησε το ποντίκι και η οθόνη απέκτησε ζωή. Ήταν αργά, είχε ήδη πάει μεσάνυχτα, αλλά ο Αλκιβιάδης δεν είχε καμιά όρεξη να κοιμηθεί, ήταν πολύ νευρικός. Αν πήγαινε για ύπνο, θα αναμάσαγε τα ίδια και τα ίδια. Καλύτερα να απασχολούσε το μυαλό του. Άνοιξε τον πλοηγό ιντερνέτ, πληκτρολόγησε το κωδικό του blogger και άνοιξε νέα ανάρτηση. Είχε τόσα πράγματα να γράψει, τόσες ιστορίες να πει. Αυτό που του έλειπε ήταν η σωστή διέξοδος, απ’ όπου θα ξεχύνονταν οι σκέψεις και οι ιδέες, σαν λάβα που μετά θα έπηζε σε μια σταθερή ροή.
Η ανάρτηση, αναμφίβολα, όταν θα ήταν πιο νηφάλιος θα κατέληγε στη «διαγραφή» ή στα «πρόχειρα», αλλά του άρεσε και η ιδέα να φλερτάρει με τον κίνδυνο να το ανεβάσει στο blog του και να στείλει το link με MSN στη Βαλερία να το διαβάσει. Ήπιε μαζεμένες τρεις γουλιές από το ποτό του νιώθοντας το μελένιο υγρό να κατηφορίζει στο λαιμό του παρασύροντας μαζί του και έναν ενοχλητικό κόμπο. Ναι, αυτό έφταιγε. Η γυναίκα απόψε είναι συνεχώς στο μυαλό του σε σημείο που νιώθει μπερδεμένος και δεν μπορεί να ελέγξει τη σεξουαλική του ισορροπία!. Στη θύμηση της επιταχύνονται όλα: οι χτύποι της καρδιάς του, η ανάσα του, οι σκέψεις του. Τους φαντάζεται να βρίσκονται οι δυο τους σ΄ ένα μέρος και έναν χώρο απόλυτης ηρεμίας, αυθεντικής φιλοξενίας, αδιαπραγμάτευτης ποιότητας και διακριτικής πολυτέλειας.  Σ΄ ένα πεντάστερο ξενοδοχείο μέσα στη φύση, δίπλα στο κύμα, να μοιράζονται μαζί μοναδικές ερωτικές στιγμές. Έχει κατά νου και την μεγάλη έγκυρη πανεπιστημιακή έρευνα που πραγματοποιήθηκε και αναφέρεται για την απιστία μεταξύ συζύγων, να θέλει τις γυναίκες καθηγήτριες να είναι επιρρεπείς στην απιστία και οι πιο ευάλωτες στους πειρασμούς που θα εμφανιστούν στο δρόμο τους. Ταυτόχρονα όλο και κάτι είχε πάρει το αυτάκι του στα συνήθη γυναικεία κουτσομπολιά της Ανδρομάχης με την Ναυσικά για την πρώην μελαχρινή με μεγάλα όμορφα μάτια, καλοσχηματισμένο σώμα με όμορφες καμπύλες, φιλενάδα τους! Η Βαλερία είχε εξελιχθεί σε προσωπικότητα, που απέπνεε αυτοπεποίθηση. Οι περισσότεροι μάλιστα την θεωρούσαν «αβανγκάρντ» ότι είχε πρωτοποριακές, προχωρημένες, ενδεχομένως και εκκεντρικές, απόψεις, θέσεις και συμπεριφορές. Μεταξύ των άλλων ντύνονταν κομψά, βάση των επιταγών της εποχής και ήταν άκρως φιλική με τους μαθητές της. Με δυο λόγια είναι ένα γοητευτικό πλάσμα στην πολύβουη σφριγηλή κοινότητα του σχολείου της. Ένα «προχώ» άτομο στην αργκό των μαθητών και που τα περισσότερα αρσενικά στο λύκειο ονειρεύονται να ζήσουν μαζί της τον ερωτικό παράδεισο και να «πηδήξουν» μία τέτοια «μουνάρα» καθηγήτρια.. Οι μαθητές κάθε συχνά αναζητούσαν αφορμή και πήγαιναν στο γραφείο της για κάποια απορια τους. Σίγουρα από ολόκληρο το σχολικό συγκρότημα και απ' το εφηβικό πλήθος κάθε βράδυ χυνόταν άφθονο σπέρμα για χάρη της. Βέβαια δεν χρειάζεται να εισχωρήσεις στα άδυτα των ανδρικών κύκλων των καθηγητών, που χαρακτηρίζονται από μια δόση «παλαιάς κοπής» ακαδημαϊκού ύφους, αυθεντίες με σοβαροφάνεια για να μάθεις τις απόψεις τους για την νέα τους συνάδελφο. Από την πρώτη στιγμή που παρουσιάσθηκε στο σχολικό συγκρότημα έγινε αποδέκτης του «ενδιαφέροντος τους με αποτέλεσμα να ένιωσε ασφυκτικά, καθώς αντιλαμβανόταν ότι η προσέγγιση τους δεν ήταν αγνή. Αρκεί απλά να τους ακούσεις να μιλάνε για το πρόσωπο της, και σίγουρα είναι αρκετοι οι συνάδελφοι της που πολύ το επιθυμούσαν να την ρίξουν στο κρεβάτι τους και να τα δώσουν όλα για να γαμήσουν αυτό το μελαχρινό πανέμορφο μουνί! Όμως μάλλον δεν.
....... Οι δυο πρώην φιλενάδες της Βαλερίας στις συχνές επαφές τους είναι κάποιες φορές που μιλούν μεταξύ τους, αλλά όλο νόημα αναφέρονται και στο πρόσωπό της.
«Ανδρομάχη έχεις μάθει για τη φίλη μας τη Βαλερία;»
«Της Βαλερίας; όχι δεν ξέρω κάτι! Πάει πολύς καιρός που έχω να μάθω νέα της. Έχουμε χαθεί. Εσύ τι έχεις μάθει;»
«Να εγώ να σου πω κάτι που έχω μάθει! Οι φήμες και οι κακές γλώσσες λένε πως έχει ανακαλύψει ότι το απαγορευμένο και το παράνομο είναι πιο γλυκό από το επίσημο και το απολαμβάνει με έναν παίδαρο.»
«Δηλαδη; Όταν λες απαγορευμένο και γλυκό; Τι εννοείς; ότι τα φοράει στον άνδρα της;»
«Εσύ τι λες να εννοώ; Ότι ρίχνει άχνη στη μπουγάτσα;»
Στην αρχή η Ανδρομάχη ξαφνιάστηκε γιατί θυμάται τη φιλενάδα τους από το λύκειο! Την είχε για πολύ συμμαζεμένη και σοβαρή κοπέλα και δεν το περίμενε, της ήταν ξαφνικό, να ακούσει τέτοια σχόλια για τη προσωπικότητα της. 
«Τι να σου πω ρε Ναυσικά! Εγώ πάντως τη ήξερα πόλη σοβαρή, σεμνή και μετρημένη και ευτυχισμένη με το γάμο της. Μεταξύ μας το πιστεύεις ότι μπορεί να είναι αλήθεια τα κουτσομπολιά πως είναι δυνατόν η Βαλερία πέφτει σε παράνομο κρεβάτι;.»
«Αυτές οι σεμνές φιλενάδα μου, που λες «Αα» δεν το πιστεύω! Και όμως είναι άτακτες παντρεμένες γυναίκες που δεν τους φαίνεται ότι τους βγάζει ωραία γούστα και τις ικανοποιεί ο εραστής τους.»
«Προφανώς και το κάνουν οι άτακτες παντρεμένες. Περισσότερο από αρκετά μπορώ να σου πω. Δεν θα τις καταλάβεις εύκολα όμως. Εκτιμάνε πλήρως την εχεμύθεια, το διακριτικό φλερτ, τους καλούς τρόπους. Και το «βαρύ» παρελθόν του εραστή. Εξ' ου και οι μεγάλες επιτυχίες γίνονται πλέον είτε μέσω σόσιαλ μίντια, είτε σε χώρους εργασίας.»
«Στα σόσιαλ γίνεται πιο χοντρό παιχνίδι από ότι στους εργασιακούς χώρους.» Της λέει η Ναυσικά σαν ποιο έμπειρη με τα σόσιαλ μίντια.
«Ισχύει. Η άποψη ότι στα σόσιαλ μίντια το σεξουαλικό «παιχνίδι» γίνεται πιο έντονο και «χοντρό» σε σχέση με τους εργασιακούς χώρους. Στα σόσιαλ μίντια, η αίσθηση της ανωνυμίας και της απόστασης ενθαρρύνει πιο τολμηρές, άμεσες σεξουαλικές προσεγγίσεις και προσφέρουν ένα περιβάλλον όπου το σεξουαλικό «παιχνίδι» μπορεί να γίνει πιο «χοντρό» λόγω της έλλειψης άμεσων κοινωνικών συνεπειών. Στη δουλειά μπορεί να μπλέξει το πράγμα.» απαντάει η Ανδρομάχη. 
«Τι εννοείς ρε Ανδρομάχη, όταν λες το «βαρύ» παρελθόν του εραστή;» 
«Εννοώ ότι να είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης! Ο συνδυασμός ενός εχέμυθου, και έμπειρου εραστή που διαθέτει διακριτικότητα, ωριμότητα και γνώση πώς να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τις επιθυμίες μας προσφέροντας ασφάλεια, χωρίς τον φόβο να σε εκθέσει και κυρίως ικανότητα στην σεξουαλική επαφή. Από εμφάνιση έχουμε και λέμε: καθαρός συνέχεια, ακριβά και κυριλέ ρούχα και καμιά φορά φόρμα για να φαίνεται αθλητικός τύπος, περιποιημένο μούσι και απλό μαλλί. Και 1,82 τουλάχιστον.»
«Μάλιστα κατάλαβα! Δηλαδή για να είναι γαμάτος εμφανισιακά πρέπει να είναι τέλειος από τότε που γεννήθηκε. Θα πρέπει να έχει γεννηθεί όμορφος, κάτι σαν τον παπά της ενορίας μας που σου κούμπωσε εσένα για εραστής, εννοείς κατεργάρα φιλενάδα. Σε καταλαβαίνω πως όταν είσαι αναστατωμένη, ο παπάς, εκτός από πνευματικός σου λειτουργεί και ως εραστής σου και σου, προσφέρει έναν ασφαλή χώρο όπου μπορείτε να εκφραστείτε χωρίς φόβο κριτικής, και σου φτιάχνει τη διάθεση με ένα καλό γαμήσι.»
«Κάπως έτσι. Ο παπάς είναι προικισμένος εραστής, εχέμυθος πεντακάθαρος και έμπειρος γαμιάς που έχει διδάξει αρκετές τσούλες ενορίτισσες πώς να γαμιούνται. Όταν σμίγουμε δίνουμε και οι δυο νέο ενδιαφέρον στην ερωτική μας ζωή. Δηλαδή έχω μπλέξει σε μια κατάσταση από την οποία δεν μπορώ να βγω εύκολα, μια ερωτική «κόλαση». 
«Είναι και προικισμένος ο ρασοφόρος εραστής»!
«Τον έχει μεγάλο! Αλλά το ποιο σημαντικό είναι το πάχος του. Μου δημιουργεί μια πιο έντονη αίσθηση πλήρωσης του κόλπου, και σεξουαλική διέγερση. Αλλά τα είπαμε αυτά. Πάμε τώρα στο θέμα μας! Εσύ για λεγε τι έχεις μάθει για την πρώην φιλενάδα μας! Είμαι περίεργη και όλη αυτιά. Σε ακούω πολύ προσεκτικά και με ενδιαφέρον»
«Έμαθα από μια έγκυρη πηγή ότι το «πνίγει το κουνέλι» στην αγκαλιά του προσβληθέντα με τη νέα σχολική χρονιά νεαρού γυμναστή του λυκείου που εργάζεται.»
«Έχει μαθευτεί δηλαδή ότι έχει επιλέξει να ανοίξει την πόρτα στο σεξ που της χτύπησε ο νέος νοικάρης χωρίς να διώξει τον προηγούμενο νοικοκύρη;»
«Ε ναι! Και όπως συμβαίνει συχνά με κάθε μυστικό, από στόμα σε στόμα, τελικά γίνεται μουσικό όργανο κι ο ήχος του μπορεί να φτάσει πολύ μακριά.»
«Δηλαδη το παλικάρι έχει προσόντα; Τι έχεις μάθει;»
«Οι πληροφορίες μου λένε, ότι την προηγούμενη σχολική χρονιά που ήταν αδιόριστος ακόμη σε σχολείο της επαρχίας γαμούσε μια από τις φιλολόγους του σχολείου. Μια πραγματική ξεκωλιάρα ζωντοχήρα νυμφομανή. Και αυτή είχε διαδώσει πως το παλικάρι ήταν ο καλύτερος γαμιάς. Πρώτα της γάμησε και της ξεφτίλισε το μυαλό και στην συνέχεια της έδωσε το μουνί στο χέρι.»
«Το μουνί στο χέρι Εε! Δηλαδη ο γυμναστής είναι προικισμένο αρσενικό, με μεγάλη σεξουαλική ικανότητα.»
«Εντάξει ρε Ανδρομάχη! Τρόπος του λέγειν το μουνί στο χέρι! Ας πούμε πως με τη νυμφομανή που έμπλεξε ο άνδρας το ποιο σωστό είναι ότι η κυρία του έπαιρνε τον πούτσο Πασχαλινή λαμπάδα και του τον παρέδιδε καμένο φιτίλι.» 
«Δηλαδη μετά την «περιπέτεια» του ο γυμναστής με την φιλόλογο την έπεσε στη φιλενάδα μας;» τη ρωτάει η Εριφύλη σε μια κάπως καυστική και απορημένη ερώτηση.
«Ο γυμναστής στο νέο του σχολικό συγκρότημα, εντυπωσιάστηκε από την εμφάνιση της και της  δείχνει το έντονο ενδιαφέρον του, και προσπαθεί να την προσεγγίσει ερωτικά παρά την αρχική αδιαφορία της. Αυτός επιμένει σαν ς να νιώθει πως η φιλενάδα μας να είναι μόνιμα σε οίστρο και εκπέμπει φερομόνες που τον μαγνητίζουν σαν αστείρωτο αρσενικό σκύλο που μυρίζει την περιοχή και προσπαθεί να ζευγαρώσει.» Είναι ενστικτώδης η συμπεριφορά του και δεν είχε κάποιον ηθικό ενδοιασμό που την πολιορκούσε έντονα και κατά τρόπο μη «συμβατό» με τα αστικά μας ήθη και τους κανόνες της εποχής μας, αδιαφορώντας για τον συζυγικό της δεσμό. Η φιλενάδα μας σε μια πολύ κλασική και ανθρώπινη αντίδραση κολακεύτηκε, το ενδιαφέρον του λειτουργούσε θετικά, προκαλώντας της ικανοποίηση, είναι και ωραίος άνδρας ο γυμναστής, που της προκαλεί σωματική έλξη, και κάνει το ενδιαφέρον του ακόμα πιο ευπρόσδεκτο και συναρπαστικό, λειτουργούσε ως τόνωση της αυτοπεποίθησης της. Φαινομενικά μέσω της εξωτερικής της συμπεριφοράς και της καθημερινής της ρουτίνας, δημιουργεί την εντύπωση στους γύρω της ότι ο γυμναστής δεν την αγγίζει συναισθηματικά, με  έμφαση να δείχνει πώς της είναι αδιάφορος, ενώ η εσωτερική της πραγματικότητα είναι διαφορετική. Απλώς αυτή η συμπεριφορά της λειτουργούσε ως μηχανισμός άμυνας στα καθημερινά δρώμενα. Δεν είχε όμως υπολογίσει πως σαν γυναίκα με θηλυκότητα αναζητά να αναγνωριστεί, να επιβεβαιώσει την αξία της, τη γοητεία της και την ικανότητά της να επηρεάζει. Τελικά αποδείχθηκε, ότι οι βαθιές σεξουαλικές της ανάγκες καθόρισαν τη συμπεριφορά της περισσότερο από τη λογική. Η απρόσμενη ερωτική της έλξη για τον γυμναστή, αν και αρχικά μπορεί να την ξάφνιασε τελικά βρήκε ότι, είναι εξαιρετικά κοινό και έχει ψυχολογική και βιολογική βάση. Ο γυμναστής της αντιπροσωπεύει μια εικόνα υγείας, αυτοπεποίθησης και σωματικής ρώμης, στοιχεία που της ασκούσαν έλξη, εντείνοντας τη λίμπιντο και τη σεξουαλική της διέγερση. Και η έλξη της αυτή δεν πηγάζει από βαθιά συναισθηματική σύνδεση, αλλά αποτελεί μέρος μιας διαδικασίας εξερεύνησης και στην επιβεβαίωση της σεξουαλικότητας της, παρά στο «δέσιμο» της με το γυμναστή. Αναζητούσε να βρει μια νέα χαρά στα σκέλια της από έναν άλλο κόκορα που τελικά θα την κάνει να ζήσει κάτι που δεν έχει ξαναζήσει!.»
«Κατάλαβα η φιλενάδα μας αναζήτησε στην αγκαλιά του εραστή της αυτοεπιβεβαίωση στη θηλυκότητα της.»
«Έτσι Φαίνεται! Και μάλλον δεν άργησε να ενδώσει στην πολιορκία του και στα ερωτικά του καλέσματα χωρίς τελικά να αισθάνεται υποχρεωμένη να παίξει τον ρόλο της δύσκολης για να φανεί ανώτερη, φοβούμενη μην τον αρπάξει καμιά λυσσάρα φιλόλογος από εκείνες που διεκδικούν έντονα κάποιον και θέλουν να προχωρήσουν γρήγορα μαζί του, έτοιμες για όλα!» 
«Σε ποια τηλεοπτική σειρά ανήκει η παραπάνω μυθοπλασία. Και σε πόσες τηλεοπτικές σεζόν ολοκληρώνεται;» Ρωτάει ειρωνικά η Ανδρομάχη τη Ναυσικά.
.... Ο Αλκιβιάδης φαντάζεται τον εαυτό του και τη Βαλερία ότι είναι ήρωες σε ερωτική νουβέλα που έχουν βρει καταφύγιο σε παραλιακό ξενοδοχείο στην αγκαλιά του Μυρτώου πελάγους στις παρυφές της οροσειράς του Πάρνωνα! Θέλει να μεταφέρει και να αφηγηθεί τη νουβέλα σε κείμενο με το δίλημμα πώς να γράψει τις σεξιστικές εικόνες τους χωρίς ο ίδιος να φαίνεται σεξιστής. Απλά και ξεκάθαρα είναι ένα άτομο που απολαμβάνει να γράφει πολύ ερωτικές σκηνές και συχνά Touch of Taboo που οι αναγνώστες να απολαμβάνουν να τις διαβάζουν. Έτσι όμως που ο αναγνώστης να διαχωρίζει το χαρακτήρα από το μήνυμα του ίδιου του κειμένου. Πέρα από αυτό, νομίζει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι οι απόψεις ενός χαρακτήρα δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις του συγγραφέα, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο ότι όταν κάποιος γράφει για πολλούς ανθρώπους που σκοτώνονται, ελπίζει να μην πιστεύουν πως είναι ψυχοπαθής δολοφόνος.
.....Η μπαλκονόπορτα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου ήταν μισάνοιχτη, και ο μαΐστρος, το δροσερό αυτό θαλασσινό αεράκι συμβολίζει την απαλλαγή τους από τα προβλήματα που τους βασανίζουν, έκανε τις τραβηγμένες κουρτίνες να ανεμίζουν ελαφρά καθώς δυνάμωνε προμηνώντας μιαν φθινοπωρινή μπόρα. Είχε πέσει το σούρουπο, ο ουρανός είχε πάρει ένα χρώμα βαθύ μενεξεδί. Η θάλασσα ήταν όμοια με ζωγραφιά από λάδι, μα υπήρχε κάτι δυσοίωνο έτσι όπως φούσκωνε ο αφρός και τα κύματα έσκαγαν με μανία στη στεριά, στη μικρή προβλήτα και στα βράχια κάτω από το ξενοδοχείο. Εκεί νιώθουν προστατευμένοι και ασφαλείς σε κάθε στιγμή τους από περίεργα βλέμματα. Η Βαλερία ένιωθε όμορφη και δεν χρειαζόταν να αμφιβάλει ότι ο Αλκιβιάδης την ήθελε. Την κοιτούσε όλη την ώρα μ΄ ένα άπληστο βλέμμα. Επιτέλους μπορούν να αγκαλιαστούν. Οι κινήσεις τους έχουν τόση φυσικότητα, που δίνουν την εντύπωση ότι γνωρίζονται από πάντα. Για μια στιγμή, μια μικρούλα στιγμή, επέτρεψε στον εαυτό του να φανταστεί ότι ήταν στην αγκαλιά του τα μακριά, λεπτά δάχτυλά της να χώνονται μέσα στα σκούρα μαλλιά του, το σώμα της να λυγίζει στα δυνατά χέρια του που τη χάιδευαν και την άγγιζαν, τα χείλη της να σμίγουν με τα δικά του και τα βογκητά της να αντηχούν στον νυχτερινό αέρα από τα χάδια του. Τον κοίταξε καθώς το χέρι του ταξίδεψε στο λείο περίγραμμα του μπούστου της και στο στητό της στήθος το ελεύθερο στη νυχτερινή δροσιά. Τα δόντια του άστραψαν στο πονηρό χαμόγελό του, καθώς εκείνος κοίταξε προς τα κάτω τον ερεθισμένο μαστό και ψέλλισε «πανέμορφη», προτού χαμηλώσει τα χείλη του στη σκοτεινή κορυφή που είχε σκληρύνει από τον δροσερό αέρα και τη θερμή αγκαλιά του. Η Βαλερία άφησε το κεφάλι της να πέσει προς τα πίσω σε έκσταση, ανίκανη να ελέγξει την ευχαρίστηση που ένιωθε στα χέρια του, και απόμεινε ακίνητη, νιώθοντας τις θηλές της να σκληραίνουν καθώς το χέρι του τη χάιδευε και το στόμα που περνούσε ξανά και ξανά τη γλώσσα του πάνω από το στήθος της! «Αλκιβιάδη…» Το όνομά του, που ξέφυγε από τα χείλη της  με ένα βαθύ βογκητό, έσκισε τη σιωπή.Τα χέρια τους γλιστράνε παντού, σαν σε κατακτημένα εδάφη. Τα δικά του είναι πιο βιαστικά από τα δικά της. Η Βαλερία ανατρίχιασε καθώς το χέρι του χάιδεψε την πλάτη της.
Ο Αλκιβιαδης δεν έδινε σημασία, δεν άκουγε το σφύριγμα του αέρα, ούτε τον άγριο βόμβο του νερού καθώς, για εκείνον, τίποτα έξω από το δωμάτιο δεν υπήρχε εκείνη την ώρα. Το μόνο θρόισμα που έφτανε ως τα αυτιά του και τον μεθούσε ήταν εκείνο των σεντονιών, ήταν το θρόισμα από τα ρούχα της που έπεφταν στο δάπεδο με ένα ρυθμό γαλήνιο και παθιασμένο ταυτόχρονα, σε τέλειο συντονισμό με τις κινήσεις των χεριών του. Ακόμη και το πιο απαλό του άγγιγμα έκανε το κορμί της να τυλίγεται στις φλόγες. Η Βαλερία άφησε ένα σιγανό βογκητό ηδονής και σήκωσε τα χέρια στον αέρα, βοηθώντας τον να της βγάλει το αέρινο φουστάνι που είχε φορέσει νωρίτερα εκείνο το πρωί. Πολύ γρήγορα, ένας μικρός σωρός από ρούχα σχηματίστηκε γύρω από τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της, το μεταξωτό μαντίλι που είχε δέσει στο λαιμό, το φουστάνι, τα λευκά μικροσκοπικά εσώρουχά της.
«Κάνε μου έρωτα, θέλω να με λατρεύεις ως το ξημέρωμα, να γίνεις δικός μου σαν να μην υπάρχει ξημέρωμα…» μουρμούρισε ξέπνοα, έγειρε προς τα πίσω το κεφάλι και αφέθηκε στα χάδια του.
Οι άκρες των δαχτύλων του διέσχισαν απαλά τις καμπύλες της και η Βαλερία ένιωσε ρευστή, σαν να την έπλαθε ο Αλκιβιαδης με το χάδι, με το άγγιγμα του.
«Μη σταματάς, φίλα με, νιώσε με…» ψιθύρισε η Βαλερία, που δεν μπορούσε, πια, να ακούσει ή να ελέγξει τον εαυτό της.
Υπήρχε απελπισία στις ανάσες, στο λαχάνιασμα της, στη μαύρη πείνα που έκανε να στάζουν οι χυμοί του κορμιού της, να τρελαίνεται, να αγριεύει ο πόθος της και να τη σέρνει σε τοπία αχανή, απάτητα. Τα δάχτυλά της μπλέχτηκαν στα πυκνά καστανά του μαλλιά και η τυραννία της απόλαυσης εξακολούθησε για κάμποση ώρα, σχεδόν την έφερε στο απόγειο, μα η Βαλερία πρόλαβε να απομακρύνει τον εραστή της. Εκείνος χαμογέλασε, ανέβηκε στο κρεβάτι και την τράβηξε πλάι του.
Οι ανάσες τους, κοφτές, απεγνωσμένες, σαν να υποψιάζονταν ότι στ’ αλήθεια δε θα υπήρχε ξημέρωμα, έσμιξαν με τον ήχο του ανέμου και της θάλασσας, ακολούθησαν ασύνειδα τις κινήσεις και τις ενώσεις των νεφών οι στεναγμοί τους ήταν οι πρώτες βροντές, η κυοφορία της βροχής του φθινοπώρου, της λυσσασμένης μπόρας που μόνο αυτή θα μπορούσε, ίσως, να μετρηθεί, να συγκριθεί με το ανελέητο ρυθμικό σφυροκόπημα στις καρδιές τους. Και πώς να περιγράψει τη λαγνεία τους δίχως κανιβαλισμό! Χωρίς να διαγραφεί η οδοντοστοιχία τους πάνω στους γυμνούς τους ώμους, ίδιους με το σχήμα ενός αφάγωτου λωτού τη στιγμή της κορύφωσης που η θύελλα ξεσπά στον εγκέφαλο κάτι σαν έκρηξη πυροτεχνημάτων! Την κοιτάζει στα μάτια και η ανάσα του γίνεται πιο έντονη. Κάθε στιγμή κρατά μία αιωνιότητα και έχει τη δική της σημασία. Η ένταση του πόθου ολοένα και μεγαλώνει. Τα χείλη του μόλις που την ακουμπούν. Η φωνή του είναι σιγανή και αισθησιακή καθώς της ψιθυρίζει: «Σε θέλω. Θέλω να μπω μέσα σου και να σε νιώσω... έστω κι αν αυτό θα γίνει μόνο μία και μοναδική φορά»
Ακούμπησε την παλάμη της στο στήθος του. Η φωνή της ήταν βραχνή. «Κι εγώ εσένα! Σε θέλω!» Γλίστρησε τα δάχτυλά της προς τα κάτω ως το στομάχι του κι ένιωσε τα χέρια του να σφίγγουν τους γυμνούς ώμους της καθώς έπεφτε στα γόνατα μπροστά του. 
«Δεν είσαι υποχρεωμένη να…» 
«Είπα ότι σε θέλω! Δεν έχω επιλογή. Ήξερα τι ακριβώς ήθελα από τη στιγμή που συμφώνησα να έρθω εδώ μαζί σου». Ακολουθεί σιωπή και η Βαλερία απαλλαγμένη από όλα τα ρούχα της, γυμνή μπροστά του αφήνεται στις δικές της σαρκικές ανάγκες. ............(η συνέχεια.............ερωτική μυθοπλασία: Ι- Part: 2.................)
 Αποχαυνωμένος όπως ήταν, αποδεικνύοντας εν τέλει -έστω και μεταφορικά- πως οτιδήποτε δε βγαίνει από μέσα του, τελικά καταλήγει να τον φέρνει σε κατάσταση νωθρότητας και πλήρους αδράνειας, παραλύοντας τις σωματικές και διανοητικές δυνάμεις του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιδράσει. Του πήρε λίγα λεπτά για να βγει από τους φανταστικούς αισθησιακούς μαιάνδρους της αφήγησης του. Οι κρόταφοι του χτυπούσαν μισόκλεισε τα μάτια κι αναστέναξε ζαλισμένος από το ονειρικό σεξουαλικό του ταξίδι με τη Βαλερία να είναι εκεί παρούσα στο ταξίδι του για μεγάλα χρονικά διαστήματα, και να κατέχει τις σκέψεις του, όπως μια μεραρχία έχει υπό την κατοχή της μια αλλοτριωμένη εδαφική έκταση. Τα αφτιά του βούιζαν με τις ανήθικες σκέψεις που είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του. Απόμεινε να κοιτάζει την οθόνη με βαριά βλέφαρα. Όσο και να κοίταζε την οθόνη μπροστά του, δε θα έγραφε άλλο. Έβλεπε το δρομέα να αναβοσβήνει ανυπόμονα, μα το μυαλό του είχε αδειάσει από ιδέες. Ένα διάλειμμα, αυτό χρειαζόταν. 
Διάβασε και ξαναδιάβασε το κείμενο που ήταν αποθηκευμένο στο πρόχειρο προτού κλείσει τον υπολογιστή. Κράτησε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια και βάλθηκε να καταλάβει τι του είχε συμβεί παραδομένος σε έναν κυκεώνα συλλογισμών που υποτίθεται ότι θα του δώσουν το κλειδί της λύσης στις επιθυμίες του. Συλλογίζεται σαν τον Σπαρτιάτη στρατηγό που εξετάζει τα έντερα των ζώων πριν τη μάχη. Ναι, είναι πολύ σημαντική μια μάχη (το μέλλον ενός λαού) Δε μπορούμε να την αφήσουμε στην τύχη. Εκείνο το βράδυ έμεινε πολλές ώρες καθισμένος επάνω στην καρέκλα του γραφείου. Έβαλε ένα δεύτερο πότο το έπινε ήσυχα αφήνοντας τη φαντασία του να ταξιδέψει μέσα στον λαβύρινθο της αβεβαιότητας που νιώθει. Κοίταξε έξω από το παράθυρο του, το φωτισμένο δρόμο. Είχε νυχτώσει εδώ και ώρες, αλλά ήταν πολύ απορροφημένος με την εργασία του για να το καταλάβει.
 Έβλεπε τα φώτα από τα αυτοκίνητα να περνούν απέναντι στη γέφυρα του περιφερειακού της Αττικής οδού. Το διασκέδαζε να μαντεύει από πού έρχονται και που πηγαίνουν. Δεν είχε καμιά διάθεση να πάει να ξαπλώσει και η μοναχική ατμόσφαιρα στο γραφείο του, του φαινόταν ιδανική συντροφιά για την όντως παράξενη διάθεση του. Κάπως έτσι ένιωθε τις βραδινές εκείνες ώρες πριν κοιμηθεί. Συνειδητοποιεί πως οι ώρες αυτές, που γύρω επικρατεί ησυχία και ηρεμία, του δίνουν χρόνο να αναλογιστεί, να σκεφτεί, να κρίνει και οι επιθυμίες του ζητάνε πλέον τη λύση τους. Τα πρόβλημα που τον απασχολεί έρχεται για να του υπενθυμίσει πως πρέπει να κάνει κάτι γι’ αυτό ώστε να αμβλυνθεί. Οι φαντασιώσεις του επιστρέφουν απρόσκλητες κι εκείνο το συναίσθημα που προσπαθει να πείσει τον εαυτό του ότι είναι ανύπαρκτο, φροντίζει να ενισχυθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να το περάσει ανεπαίσθητα. Αυτά που φοβάται δεν μπορούν παρά να είναι όσα του έρχονται στο μυαλό! Είναι οι πιο ενδόμυχες, οι πιο δικές του σκέψεις. Το πορτρέτο της Βαλερίας του προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα, μελαγχολία ανάμεικτη με ελπίδα. Μελαγχολία και ελπίδα που μοιράζονται τον ίδιο χώρο! Με μια ελπίδα που καίει μέσα του σαν άλυτο σταυρόλεξο που λέγεται επιθυμία πως να κατακτήσει το ζωντανό πορτρέτο. Ονειρευόταν να γευτεί με θέρμη την αποδοχή της. Και εκεί που ετοιμάζεται για ακόμα μια φορά να αντιμετωπίσει τον εαυτό του, πως να ξεπεράσει το συναίσθημα του ανεκπλήρωτου ερωτικού απωθημένου που του προκάλεσε η τυχαία συνάντηση με τη Βαλερία, η μορφή της Ανδρομάχης εισβάλλει ανάμεσα στις σκέψεις του. Έπεσε σε λογισμούς να τη σκέφτεται στη Θεσσαλονίκη στο δικό της σενάριο! Ελεύθερη κι απενοχοποιημένη, σαφώς ανανεωμένη, μ’ αυτοπεποίθηση σε μια χαλαρή έξοδο μια ανέμελης βόλτας, για ένα ποτό σε ένα μπαρ, που σίγουρα θα της προσφέρει πολλές ευκαιρίες για ενδιαφέρουσες ανδρικές γνωριμίες με αποτέλεσμα οι παλμοί της να ανεβαίνουν κι η αδρεναλίνη της να χτυπάει κόκκινο, που την βάζει σε μια διαδικασία να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που της παρουσιάζεται να ζήσει έντονες ερωτικές στιγμές, σε μια άλλη ανδρική αγκαλιά που θα εκτοξεύσει στα ύψη το σε ύπνωση σεξουαλικό της πάθος. Ίσως της καλλονής η αίγλη της να της θύμισε μέσα της παροπλισμένα συναισθήματα, ερωτικές επιθυμίες και ανάγκες, που αυτός είναι συγκρατημένος και ανίκανος να τα εκτιμήσει και «παγωμένα» μένουν ανικανοποίητα και υποτιμούνται στη σχέση τους; Κρυφογέλασε με τις σκέψεις του. «Ίσως αύριο που θα έρθει να μου διώξει τα φαντάσματα της νύχτας. Όλα μες στης ζωής τα βήματα είναι», ψιθύρισε και κάπου εκεί χάθηκε στην αγκαλιά των σεντονιών.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε πιασμένος από έναν άσχημο ύπνο. Όλα τα χθεσινά του ξανάρχονταν στο νου, τριγύριζαν στο μυαλό του και τον απασχολούσαν. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και χασμουρήθηκε. Έριξε μια ματιά στο ξυπνητήρι που βρισκόταν πάνω στο κομοδίνο. Έκανε ένα μορφασμό βλέποντας το είδωλο του στον απέναντι καθρέπτη της κρεβατοκάμαρας. Αυτό που έβλεπε ήταν γένια τριών ημερών κύκλους γύρω από τα μάτια και μερικά ατίθασα ανακατεμένα μικρά τσουλούφια από τα κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά του, ξανάπεσε πίσω στο κρεβάτι. Ένιωθε ένας άλλος εαυτός του. «Σκατά! Είσαι αξιοθρήνητος!» Παραδέχθηκε συνοφρυωμένος. «Πρέπει να κάνεις ένα χλιαρό ντους να συνέλθεις» μονολόγησε. Ύστερα από αρκετή ώρα μέσα στο ντους βγαίνοντας στο μπαλκόνι τον καλημέρισε η πρωινή αύρα! Προσπαθεί να επανέλθει στην κανονικότητα του και να αφήσει πίσω του τις νυχτερινές ονειροφαντασίες του, ν΄ αφήσει πίσω το γεγονός, ότι η ανάμνηση της Βαλερίας «στοιχειώνει τη σκέψη του». Το καλύτερο που μπορεί να κάνει είναι να αναζητήσει μέσα του τις απαντήσεις στο πως θα προχωρήσει παρακάτω κλείνοντας τη πόρτα στις σφοδρές ερωτικές επιθυμίες του για τη Βαλερία και ακολούθησε το κλασικό του πρωινό σύστημα στις αργίες και στις μοναξιές του. Βόλτα το σκύλο στο πάρκο, περιποίηση στο παπαγάλο και σήμερα να μη ξεχάσει το καναρίνι και να καθαρίσει την λεκάνη της άμμου για την υγιεινή του γάτου τους.
Η επερχόμενες ώρες για τον Αλκιβιάδη ήταν απολύτως προβλέψιμες! Σαν άτομο νιώθει μια εσωτερική κινητοποίηση που περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων σαν μια φυσιολογική έκφανση του ψυχισμού του. Η εικόνα της Βαλερίας του ήταν στο μακρινό παρελθόν μια αμυδρή σπίθα που μπορεί να υποδήλωνε ένα συναίσθημα που αντιπροσώπευε μια μικρή ελπίδα, μια ιδέα, για ένα ξεκίνημα που ήταν πολύ αδύναμο αλλά υπήρχε. Χθες διαπίστωσε ότι όλα αυτά είχαν μείνει σ΄ ένα διαμέρισμα της ψυχής του και να που τώρα επιτακτικά αναζητούν να έρθουν στην επιφάνεια, με τρόπους τους οποίους δεν ελέγχει. Η εικόνα της επαναφέρει μια ξεχωριστή, αξιοπρόσεκτη και σημαντική επίδραση, όχι μόνο στο μυαλό του, αλλά και βαθιά μέσα στη ψυχή του με μια έντονη σεξουαλική επιθυμία που δύσκολα εξατμίζεται. Στις φαντασιώσεις του, που μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα, με αμεσότητα και αυθορμητισμό, χωρίς να ανησυχεί μήπως παρεξηγηθεί και εκτεθεί, η Βαλερία του έχει αφήσει αποτύπωμα ανεξίτηλο, που του χτυπάει μια χορδή μέσα του σε μια απέλπιδα, αέναη κι άγονη προσπάθεια για έναν «Άγονο έρωτα». Οι φαντασιώσεις του δεν στηρίζονται σε γόνιμο και εύφορο τόπο με αποτέλεσμα να παράγουν ένα αόριστο, βουβό στείρο και άγονο πάθος, ακαρποφόρητο. Οι σοφοί μας λένε πως, «ο νους οφείλει να υποκλίνεται στη σοφία της καρδιάς.» Ο φορτισμένος νους του Αλκιβιάδη αναζητά να ζήσει το ανέκφραστο υπόγειο πάθος του, που τόσο απρόσμενα συσσωρεύτηκε και κοχλάζει μέσα του, σα λάβα που αναζητά διέξοδο, ταυτόχρονα όμως οφείλει να βρει τη γενναιότητα και το θάρρος να δει την αλήθεια του και να πορευτεί με ακεραιότητα, όσο δύσκολο κι αν του μοιάζει! Είναι αυτές οι στιγμές που η επιθυμία της ψυχής δεν σβήνει μα γίνεται άνεμος που σκορπίζεται στο απέραντο κενό όπως και κάθε χαμένο όνειρο αναζητά να ζήσει ανεκπλήρωτους έρωτες και η καρδιά όσο και αν πονά οφείλει σιωπηλά να υποκλίνεται στη σοφία του νου.
Η συνέχεια στην ...
 
Web Informer Button