ADS

click to open

Labels

Social Icons

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα ταξίδια μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα ταξίδια μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Logia Tis Prymnis

..Ένα μικρο απόσπασμα από τo.......Ναυτικός! Το Δεύτερο Μπάρκο, Τρίτος μηχανικός...... Βλέπε: https://katianouba.blogspot.com/......
...........Τρεις ημέρες αργότερα τελειώνοντας την εκφόρτωση το πλοίο αμόλησε κάβους ελεύθερο για να αποπλεύσει και ξεκίνησε την έναρξη μιας νέας πορείας,! Αφήσαμε πίσω μας τη Χάβρη στο γλυκό απογευματινό φως και βάλαμε πλώρη νοτιοδυτικά, σαλπάραμε για τις ακτές της Νιγηρίας προς φόρτωση με προορισμό εκφόρτωσης τις Ολλανδικές Αντίλλες στην καραϊβική θάλασσα. Στο τέλος της πρώτης εβδομάδας διασχίζαμε τον ωκεανό με πλώρη στο νοτιά, αφήνοντας πίσω μας στα βορειοδυτικά την σκοτεινή θάλασσα των Σαργάσσων και με το πλοίο να πλέει λουσμένο στο ασημένιο φεγγαρόφωτο. Ολόκληρη η περιοχή χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά ευμετάβλητες καιρικές συνθήκες και ιδιαιτέρως έντονα μετεωρολογικά φαινόμενα τα οποία είναι συνήθως εντελώς απρόβλεπτα και βραχύβια. Περασμένα μεσάνυχτα έχουμε τελειώσει την δεύτερη τετράωρη βάρδια και βρισκόμαστε με τον ανθυποπλοίαρχο τον καπετάν Επαμεινώνδα στην πρύμνη του πλοίου για ένα τελευταίο τσιγάρο. Εκεί, στην πρύμνη, με τον καπετάν Επαμεινώνδα, η σιωπή δεν είναι κενή, είναι γεμάτη. Γύρω μας επικρατεί ηρεμία, γαλήνη. Σιωπηροί κοιτάζουμε την ήρεμη θήλασα βυθισμένοι ο καθένας στις σκέψεις του. Ο θόρυβος από την προπέλα του πλοίου που στροβίλιζε ρυθμικά στα ήσυχα νερά ήταν ο μόνος θόρυβος που ακουγόταν σαν μουσική που κάλυπτε όλους τους άλλους ήχους. Είναι η ώρα που αφήνουμε τις σκέψεις μας να ταξιδέψουν μαζί με το αφρισμένο απόνερο του πλοίου. Ο ρυθμός της προπέλας είναι ο μόνος σταθερός σύντροφος τέτοια ώρα. Σε κάνει να νιώθεις ότι ο χρόνος δεν κυλάει με τα ρολόγια, αλλά με τα μίλια. Η σιωπή παρατείνεται. Στο φως του φεγγαριού που κρεμόταν σαν χρυσοκόκκινο μενταγιόν στον ουρανό, ένα νησί ξεπρόβαλε μεσ’ από τα σκοτεινά νερά σαν μια ασαφή γραμμή στο σημείο που έσμιγαν ουρανός και θάλασσα,  Ο καπετάν Επαμεινώνδας μένει ακίνητος, με το βλέμμα καρφωμένο στα σκούρα, ασημένια νερά του ωκεανού. Κάποια στιγμή στρέφει αργά το κεφάλι του προς το μέρος μου. Το φως του φεγγαριού ζωγραφίζει αυλακώσεις στο πρόσωπό του, τονίζοντας κάθε γραμμή που χάραξε πάνω του η αλμύρα και ο χρόνος. Τα μάτια του, καθρεφτίζοντας το ασημένιο πέλαγος, μοιάζουν να βλέπουν πράγματα που κανένας ναυτικός χάρτης δεν μπορεί να αποτυπώσει. «Η θάλασσα των Σαργάσσων...» ψιθυρίζει, και η φωνή του μοιάζει να χάνεται μέσα στον απόκοσμο ψίθυρο των φυκιών που γλιστρούν αθέατα κάτω από την καρίνα μας. «Εδώ, το νερό δεν είναι απλώς νερό. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέει. Σ’ αυτές εδώ τις θάλασσες αγγίζουμε το μυστήριο. Κάθε τι που μας περιβάλλει και που δεν είναι ορατό, είναι μυστήριο.»
Τα λόγια του μοιάζουν να κουβαλούν το βάρος και την ηρεμία αμέτρητων νυχτών στη γέφυρα. Αφήνω τη σιωπή να επανέλθει για λίγο, νιώθοντας την αρμύρα να υγραίνει τον αέρα. Η αίσθηση του μυστηρίου, για την οποία μιλά, δεν είναι κάτι απόμακρο, είναι παρούσα στον ήχο του νερού που σχίζεται από την πλώρη και στις σκιές που παίζουν στο κατάστρωμα. Η απάντησή μου, έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τη ναυτική μεταφυσική του καπετάν Επαμεινώνδα. Είναι η κλασική διαμάχη ανάμεσα στον ναυτικό που έχει μάθει να «διαβάζει» τη θάλασσα μέσα από το δέος του αγνώστου και στον άνθρωπο που επιζητεί την απόλυτη εξήγηση για να νιώσει ασφαλής.
«Εγώ πιστεύω ότι αυτά είναι μύθοι και δεισιδαιμονίες. Προϊόντα καλπάζουσας φαντασίας ή φυσικά φαινόμενα που πήραν διαστάσεις λόγω άγνοιας.» Του απάντησα.
Ο καπετάν Επαμεινώνδας αφήνει ένα χαμηλό, σχεδόν αθέατο γέλιο να δραπετεύσει από τα χείλη του. Δεν είναι γέλιο ειρωνείας, αλλά μια βαθιά, παλιά απόκριση κάποιου που έχει ακούσει αυτή την απάντηση εκατοντάδες φορές, σε δεκάδες διαφορετικά καταστρώματα. Γέρνει ελαφρώς προς το μέρος μου, και το βλέμμα του αποκτά μια ένταση που σε κάνει να νιώθεις πως το φεγγαρόφωτο δεν είναι αρκετό για να αποκαλύψει όλα όσα κρύβονται στο πρόσωπό του. «Εσύ θεωρείς πως η άγνοια είναι εκείνη που γεννά τον μύθο. Εγώ θα έλεγα πως ο μύθος είναι μια άλλη μορφή γνώσης, πιο αρχαία, που οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεχάσουν όσο πιο πολύ εξελίσσονται. Όταν λες πως όλα αυτά είναι «απλώς φυσικά φαινόμενα», δεν μειώνεις το μυστήριο; Δεν το κάνεις πιο μικρό, πιο βολικό; Τότε γιατί, όταν κοιτάζεις το σύμπαν, δεν νιώθεις πλήρης, αλλά αναζητάς μια απάντηση πέρα από την απόδειξη; Αν η λογική σου είναι η μόνη σου άμυνα απέναντι στο άγνωστο, τι θα γίνει αν μια μέρα έρθεις αντιμέτωπος με κάτι που δεν μπορεί να εξηγηθεί, ούτε με τους νόμους της φύσης, ούτε με τη δύναμη της παρατήρησης;» μου αντέτεινε. Και με μια φευγαλέα κίνηση αγγίζει με το χέρι του τον ξύλινο στυλοβάτη της σημαίας στην πρύμνη, προκειμένου να επικαλεστεί την προστασία του και να μη μας συμβεί κάποιο κακό από κάτι που μόλις ειπώθηκε.
«Πάνε πάνω από έξι χιλιάδες χρόνια που η θεία εκδίκηση αλυσόδεσε στο βράχο τον Προμηθέα και ο Ηρακλής τον ελευθέρωσε για να απαλλαγούμε απ’ αυτά τα δεσμά.» Του ανταπάντησα.
Ο καπετάν Επαμεινώνδας σωπαίνει. Το βλέμμα του, που πριν ήταν καρφωμένο στο ασημένιο νερό, τώρα υψώνεται προς τον έναστρο ουρανό, σαν να αναζητά τον αστερισμό του Ηρακλή ανάμεσα στις μυριάδες φώτα. Μια βαριά σιωπή πέφτει ανάμεσά μας, την οποία διακόπτει μόνο ο ρυθμικός παφλασμός της θάλασσας στα πλευρά του πλοίου.
«Ο Προμηθέας...» ψιθυρίζει τελικά, και το όνομα του Τιτάνα ακούγεται σχεδόν ιερό μέσα στη νύχτα. «Έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά. Τη γνώση, δηλαδή. Την ικανότητα να βλέπουν στο σκοτάδι. Και η τιμωρία του ήταν ακριβώς αυτή. Να βλέπει, να κατανοεί, αλλά να μην μπορεί να αγγίξει την ελευθερία που ο ίδιος προσέφερε στους άλλους.»
Δεν υπήρχε στη σκέψη μου κάτι άλλο που θα μπορούσα να προσθέσω στη μακροσκελή συζήτηση για αντεπιχείρημα και ούτε το επιθυμούσα, από σεβασμό προς το πρόσωπο με το οποίο συζητούσα. Το θεώρησα απόλυτα φυσιολογικό, σε μια έντονη ανταλλαγή απόψεων, να νιώθω ότι πλησίασα το όριο όπου η επιχειρηματολογία μου μπορούσε να εκληφθεί ως επίθεση. Διαισθάνθηκα ότι ξεπέρασα από τις κόκκινες γραμμές με την αρνητική μου θέση στη συζήτηση μας και στα πιστεύω του και δεν το επιθυμούσα να χαρακτηριστώ αναιδής από τον συνομιλητή μου. Μερικές φορές, η μεγαλύτερη δύναμη σε έναν διάλογο δεν κρύβεται στο αντεπιχείρημα, αλλά στη σιωπή και στην ικανότητα να αναγνωρίζεις πότε είναι η ώρα να σταματήσεις. Συμφωνήσαμε ότι, διαφωνούμε με μια κομψή και ώριμη έξοδο κινδύνου στη δύσκολη συζήτηση! Έμεινα σιωπηλός με το βλέμμα στραμμένο στον έναστρο ουρανό. Μπροστά στην απεραντοσύνη του ουρανού, οι εντάσεις μιας ανθρώπινης διαφωνίας μοιάζουν μικρότερες. 
Παροδικά με συνεπήρε μια συγκίνηση ενθυμούμενος παρόμοιες συζητήσεις και στιγμές από τις πιο γλύκες της μέχρι τώρα ζωής μου. Την τελευταία χρονιά φοίτησης στην Ναυτική Ακαδημία, είχαμε την τύχη να έχουμε καθηγητή έναν νεαρό αξιωματικό του πολεμικού ναυτικού. Η μελέτη του μαθήματος ξέφευγε από τα συνηθισμένα και διεισδούσε σε μονοπάτια σκέψης σαν τα αποψινά. Ο λόγος του σε αιχμαλώτιζε, αβίαστα κυλούσε σαν μέλι στις παλλόμενες αρτηρίες των ακροατών του που είχαν την ευτυχία να τον ακούν. Υπάρχουν δάσκαλοι που δεν διδάσκουν απλώς μια ύλη, αλλά ανοίγουν το μυαλό των μαθητών τους, προσφέροντάς τους εργαλεία για να επεξεργαστούν τον κόσμο πολύ μετά το πέρας των σπουδών τους.
Ένιωσα μια βαθιά συγκίνηση το πώς, μέσα στη σιωπή της αποψινής μου διαφωνίας κάτω από τον έναστρο ουρανό, το μυαλό μου επέλεξε να ανασύρει αυτή τη συγκεκριμένη ανάμνηση. Ίσως γιατί εκείνα τα συγκεκριμένα μαθήματα στη Ναυτική Ακαδημία μου έμαθαν κάτι που σήμερα χρησιμοποιώ υποσυνείδητα, ότι η ουσία της επικοινωνίας δεν βρίσκεται στην επικράτηση, αλλά στη διαδικασία της αναζήτησης. Εκείνος ο νεαρός αξιωματικός, με το να μας έδειχνε αυτά τα «μονοπάτια σκέψης», μας άφηνε μια κληρονομιά που υπέρβαινε την επαγγελματική μας κατάρτιση. Μας έδωσε την ικανότητα να εκτιμάμε τη δύναμη του λόγου, αλλά και την ωριμότητα να αναγνωρίζεις πότε ο λόγος πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στη σιωπή.
Μείναμε εκεί έξω στην πρύμνη γύρω στα δέκα λεπτά και αναχωρήσαμε για ύπνο. «Έχουμε χρόνο να τα ξαναπούμε για το θέμα αυτό αγαπητέ μου φίλε,» Του είπα αναχωρώντας. Έτσι και αλλιώς η σχέση μας είχε βάθος και διάρκεια, οπότε δεν χρειαζόταν να εξαντληθεί όλο το θέμα σε μία μόνο βραδιά.
Ο καπετάν Επαμεινώνδας, είναι ο πρακτικός τρίτος πλοίαρχος του πλοίου, ένας σαρανταπεντάρης λεπτός, στεγνός, ζωντανός άνδρας, αγαπητός και χαμογελαστός, καταδεχτικός και πρόσχαρος, τόσο χαριτωμένος, που όλοι μας στο πλοίο τον αποκαλούσαν «ο καλός μας φίλος».
Εκτελώντας τις ίδιες βάρδιες, είχαμε αποκτήσει μεταξύ μας μια έκδηλη οικειότητα, κάνοντας ταυτόχρονα πολύ καλή παρέα και τελειώνοντας τις βάρδιες μας παίρναμε το βραδινό δείπνο παρέα.
Τον ενθυμούμαι που ποτέ του δεν με άφησε να τελειώσω ένα πλήρες χορταστικό γεύμα. «Από τραπέζι είναι απαράβατος κανόνας να σηκώνεσαι πεινασμένος.» Μου έλεγε. Περνώντας τα χρόνια ομολογώ πόσο δίκιο είχε.
Περνώντας τα χρόνια ομολογώ πόσο δίκιο είχε.................

Click to Open

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Sunset of Bliss

Ένα μικρο απόσπασμα από τo.......Ναυτικός! Το πρώτο Μπάρκο, Δόκιμος μηχανικός...... Βλέπε: https://katianouba.blogspot.com/......
Η τελευταία αναλαμπή του ήλιου χάθηκε στο δυτικό ουρανό. Το γαλάζιο τ' ουρανού έχει στραφεί στο μεταξύ προς το μενεξεδί, προς το μαβί, οι ακτίνες του ήλιου έχουν γίνει κόκκινες, ύστερα από το σταχτί και φαιό, ενώ η ασπράδα του φεγγαριού ξεπροβάλλει όλο και πιο αποφασιστική έτσι όπως το φωτεινό του τμήμα κυριεύει σιγά σιγά όλο το στρογγυλό δίσκο. Το φεγγάρι είναι το πιο άστατο από τα σώματα του ορατού σύμπαντος, αλλά και το πιο τακτικό όσον αφορά τις πολύπλοκες συνήθειες του, δε λείπει ποτέ από κανένα ραντεβού του. Ένα σύννεφο που τρέχει πίσω του από γκρίζο γίνεται φωτεινό και γαλακτερό, ο ουρανός έχει γίνει κατάμαυρος, τ' αστέρια έχουν ανάψει, και το φεγγάρι στη συνέχεια είναι ένας μεγάλος εκτυφλωτικός καθρέφτης που διαχέει στο σκοτάδι ένα ψυχρό ασημένιο φωτοστέφανο, πλημμυρίζοντας τους δρόμους των νυχτοβατών με άσπρο φως! T' άστρα του ουρανού έλαμψαν σκληρά, κοντινά στη γη, ασημώνοντας τον ουράνιο θόλο μ' ένα μεγαλείο που δεν μπορεί ούτε να διανοηθεί ένας κάτοικος της πόλης. Στο σκοτεινό Ουρανό η έλλειψη τεχνητού φωτός επιτρέπει να φανεί το πραγματικό βάθος του σύμπαντος, εκατοντάδες περισσότερα αστέρια γίνονται ορατά, δημιουργώντας μια αίσθηση δέους και μαγείας.
Τα λουλούδια του βάλτου εμπρός τους, μοσχοβολούν και χαρίζουν το μοναδικό έντονο άρωμα τους τριγύρω, το ολόγιομο φεγγάρι, με τα χρυσοκόκκινα χρώματα συνεχίζοντας την πορεία του έλαμπε τώρα πάνω στα ερείπια του εγκαταλειμμένου παλιού κάστρου, που φάνταζε σιωπηλό και ήρεμο προϊστορικό μνημείο. Πέρα από μια συστάδα θάμνων ερχόταν σαν επαναλαμβανόμενο τραγούδι ο απόηχος των γρύλων και ο αναστεναγμός των καλαμιών. Τα τζιτζίκια είχαν σωπάσει από νωρίς, στο νυχτερινό τοπίο γύρω τους βασίλευε σιωπή και η φύση σαν να  αποκοιμήθηκε είχε βυθιστεί σε μια κατάσταση ηρεμίας. H νύχτα που πέφτει γρήγορα, τους βρήκε τον ένα δίπλα στον άλλο, η ατμόσφαιρα είναι ευχάριστα δροσερή, και ο λικνιστικός ρυθμός του κύματος με το μονότονο μουρμούρισμα σαν εκείνο ενός μικρού παιδιού που αποκοιμιέται, απομακρύνει τις σκέψεις του και τον παρασύρει να βυθιστεί σε πρόσκαιρη λήθη, έτσι όπως ένιωθε την κοπέλα τρυφερά ακουμπισμένη πάνω στον ώμο του. Στο πλάτωμα ήρθαν και κάθισαν δύο γλάροι. Ήταν φαίνεται ζευγάρι γιατί για ένα λεπτό ένωσαν τα ράμφη τους, ένα φιλί να ήταν; Η Διδώ το εξέλαβε για καλό οιωνό. Έρωτας, αγάπη, πάθος, δεν μπορεί, παρά να ήταν οιωνός καλός. Ήρθαν να συντροφεύσουν την ευδαιμονία τους με τη δικιά τους τρυφερότητα, που είναι η ίδια για όλα τα όντα του ζωικού βασιλείου. Αυτός το επόμενο που θυμάται είναι μια δυνατή αγκωνιά στα πλευρά του και τη φωνή της Διδώ. 
«Ει Θαλασσοπόρε!»
Άνοιξε τα μάτια ξαφνιασμένος. Η Διδώ ήταν γονατισμένη μπροστά του. 
«Ε.. Τι;» 
«Αν είναι δυνατόν! Κοιμήθηκες; Χριστέ μου! Έτσι φέρεσαι πάντα όταν βγαίνεις ραντεβού;»
Στεκόταν πολύ κοντά του και ένοιωθε να βουλιάζει σ’ εκείνα τα βαθιά γκριζοπράσινα μάτια της. 
«Απλώς σκεφτόμουν»
Ανακάθισε στο έδαφος γύρισε στο πλάι, δίπλωσε τις γάμπες κάτω από τους μηρούς της απαλά, σαν γάτα, και τέντωσε τους λεπτούς αστραγάλους της .
«Ήθελα να ‘ξερα τι σκέπτεσαι»
Αυτός όπως την είδε να κάθεται στις γάμπες της σκέφτηκε αμέσως, ότι η κοπέλα είχε κάνει μαθήματα μπαλέτου. Στη συνέχεια πήρε πολύ σοβαρό ύφος και της λέει. 
«Αν αποκτήσω ένα τέτοιο σκάφος θα χρειαστώ και μούτσο» δείχνοντας το ιστιοφόρο που ελλιμενιζόταν στο βάθος του όρμου. Η Διδώ το σκέφτηκε λιγάκι! 
«Κάνε με δεύτερο καπετάνιο» και με μεγάλο χαμόγελο, κέφι και θετική ενέργεια! «και κόλλα το» του λέει.
Δεν της απάντησε αμέσως. Ήταν η σειρά του να ανακαθίσει στο έδαφος, έσυρε την άκρη του δαχτύλου του στο πάνω μέρος του ενός αυτιού της. Ήταν απίστευτα όμορφη στο φως του φεγγαριού. Τα μάτια της είχαν σκούρες και πράσινες πιτσιλιές. Σαν χαλκοπράσινα οπάλια. Ταξίδεψε τον αντίχειρά του στο πλάι του λαιμού της και ένιωσε το αδιόρατο κυμάτισμα όταν εκείνη ξεροκατάπιε. Υπήρχε κάτι το εξωπραγματικό στη στιγμή, κάτι ονειρικό που δεν ήθελε να τελειώσει. Καθώς τα ακροδάχτυλα του γλίστρησαν κατά μήκος του λαιμού της, το ανάλαφρο άγγιγμα φάνηκε να την αφοπλίζει. Το κορμί του αντέδρασε έντονα στο γεγονός ότι το κορίτσι βρισκόταν τόσο κοντά του. Κάψα γλίστρησε κάτω από την επιδερμίδα του και μαζεύτηκε σε άβολα σημεία. Μύες σφίχτηκαν, φούσκωσαν. 
Τώρα ήθελε να μάθει πώς να ήταν η επιδερμίδα της στο άγγιγμα, η λεία καμπύλη του γυμνού της ώμου κάτω από τα δάχτυλά του, ήθελε να εξερευνήσει με την άκρη της γλώσσας του τα αμέτρητα μυστικά που κρύβονταν κάτω από το φόρεμά της. Μπορούσε ήδη να ανακαλέσει κατά βούληση στο μυαλό του το σχήμα του σώματός της.
Έμειναν ακίνητοι, πιασμένοι, πρόσωπο με πρόσωπο, με τις ακανόνιστες ανάσες τους να μπερδεύονται μεταξύ τους. Οι δυο τους ήταν γονατισμένοι σε έναν καλοκαιρινό κήπο, ο αέρας ήταν φορτωμένος από την θαλασσινή αύρα και την ευωδιά των άλικων λουλουδιών του βάλτου και η κοπέλα βρισκόταν στην αγκαλιά του. Τα μαλλιά της έλαμπαν στο σεληνόφως, η επιδερμίδα της ήταν απαλή σαν πέταλο λουλουδιού. Το πάνω χείλι της ήταν σχεδόν τόσο γεμάτο όσο το κάτω, οι καμπύλες τόσο ντελικάτες και απαλές όσο ο ώριμος λωτός. Κοιτώντας το στόμα της, ένιωσε τις τρίχες στο σβέρκο του να σηκώνονται από έξαψη. 
Και το στόμα του χαμήλωσε στο δικό της. Επιτέλους, όλοι οι μύες του κορμιού του φάνηκαν να αναπνέουν. Επιτέλους. Βουλιάζοντας στην απόλαυση, την άφησε να τον παρασύρει. Έπαψε εντελώς να σκέφτεται και έκανε όλα όσα ήθελε, δάγκωσε απαλά το πάνω χείλι της και έπειτα το κάτω, σφράγισε τα στόματα τους, άγγιξε τη γλώσσα της με τη δική του, έπαιξε μαζί της. Ένα φιλί άρχιζε προτού τελειώσει το προηγούμενο, μια αλυσίδα από ερωτικά χάδια, ανάλαφρα αγγίγματα και σπρωξίματα. Η ευχαρίστηση τον διαπερνούσε ολόκληρο, αντηχώντας σε κάθε φλέβα και νεύρο. Η κοπέλα ανταποκρίθηκε, περνώντας το μπράτσο της γύρω από το λαιμό του. Κουνήθηκε πάνω του λες και οι αισθήσεις κατέφθαναν από παντού. Και κατέφθαναν. Πάσχισαν και οι δυο να έρθουν πιο κοντά, πιο σφιχτά, τα κορμιά τους αναζήτησαν έναν νέο, ασταθή ρυθμό. Αν δεν τους χώριζαν τα ρούχα, αυτό που έκαναν θα ήταν ένα κανονικό ερωτικό σμίξιμο. Συνέχισε να τη φιλά για πολλή ώρα αφότου θα έπρεπε να έχει σταματήσει, όχι μόνο γιατί το απολάμβανε, αλλά και γιατί ήταν απρόθυμος να αντιμετωπίσει αυτό που θα συνέβαινε στη συνέχεια. 
Έδειχναν ότι θα μείνουν για πάντα έτσι. Μια βαριά σιωπή έπεσε ανάμεσά τους. Εκείνος απλώς συνέχισε να την κοιτάζει επίμονα. Η Διδώ άρχισε να αισθάνεται τη νυχτερινή δροσιά στους γυμνούς της ώμους.  Δεν είχε κουνούπια ούτε για δείγμα. Ο βορινός άνεμος τα παρέσερνε προς τη μαγκρόβια βλάστηση, στην άλλη άκρη του κόλπου. Ανατρίχιασε, σηκώθηκε και απομακρύνθηκε αμίλητη, διέσχισε το πλάτωμα και στάθηκε στην άκρη του αγναντεύοντας το πέλαγος με την πλάτη στραμμένη προς το μέρος του. Δεν έκανε καμία κίνηση να την ακολουθήσει.
Ο χρυσός δίσκος της σελήνης ανέβαινε μεγαλόπρεπα στον ουρανό αναγγέλλοντας μια ακόμη όμορφη καλοκαιρινή νύχτα.  Ξαφνικά σηκώνεται στις μύτες των ποδιών τεντώνεται ολόκληρη και  απλώνει κουνώντας ρυθμικά τα χέρια της. Μοιάζει με χελιδόνα που ετοιμάζεται να πετάξει, από τη γωνία από όπου έβλεπε τη σκηνή δεν μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό της, είχε όμως εξαιρετική θέα της κορυφής του κεφαλιού της με τα όμορφα μαλλιά της γεμάτα χρυσοκόκκινες ανταύγειες λες και παίρνουν λάμψεις απ' τον ουρανό.
«Πες μου για σένα». της λέει.
«Τι θες να μάθεις;»
«Τα πάντα. Ξεκίνα και θα σου κάνω ερωτήσεις αν θέλω να μάθω περισσότερα».
«Οκέι». Κι άρχισε να μιλάει. Η φωνή της απέκτησε ένα αστείο σχεδόν βιμπράτο τόνο και γελάσανε κι οι δύο. Η εικόνα του κοριτσιού που αναδύθηκε από την ιστορία της του ήταν ακόμα πιο ξεκάθαρη από την εικόνα της γυναίκας που καθόταν τώρα κι ακουμπούσε επάνω του με το χέρι της κάτω από το μπράτσο του. ......

Η συνέχεια στο
Click to Open

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025

Daphne...The Fiancee

...Ένα μικρο απόσπασμα από την ανάρτηση «Ενήλικες συναινούντες». Βλέπε....(Ενήλικες συναινούντες)..
Καλοκαίρι και μόλις έχει μπει ο Αύγουστος όταν το  πλοίο βρέθηκε σε Ολλανδικό λιμένα.  Ηταν στο Ρότερνταμ το πλοίο και αφού ολοκλήρωσε την εκφόρτωση εισήλθε στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Verolme yard, located in Rotterdam's Botlek harbor, ξεκινώντας να πραγματοποιήσει την επιθεώρηση πενταετίας (special survey), που περιλαμβάνει εκτεταμένες επισκευές και ελέγχους κατά τη διάρκεια του δεξαμενισμού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το πλοίο να παραμείνει εκτός ναύλων για μερικές εβδομάδες, σύμφωνα με το πρόγραμμα δεξαμενισμού του. Έχουν ήδη διανύσει την πρώτη εβδομάδα που στο πλοίο κατέφθασε η Δάφνη επίσημη πλέον σύντροφος του Παυσανία που πρόκειται να την παντρευτεί.
Η Δάφνη ήταν μια νεαρή φινετσάτη γυναίκα είκοσι-δυο χρονών την εποχή εκείνη. Η Δάφνη στην εφηβεία της υπήρξε μια τυπική έφηβη των ανατολικών προαστίων, που  φοιτούσε σε ιδιωτικό κολέγιο και ζούσε σχετικά άνετα τη ζωή της όταν, γνώρισε τυχαία τον Παυσανία και οι ισορροπίες στη ζωή της μπαίνουν σε νέες γραμμές. Ο έρωτάς της για το νεαρό ναυτικό θα της φέρει τα πάνω-κάτω και θα τη βγάλει εκτός της συνηθισμένης τροχιάς της ζωή της. Είναι σημαντικό που άκουσε την καρδιά της, αλλά είναι και λογικό να αναρωτιέται για την επιλογή του συντρόφου της, καθώς η επιλογή συντρόφου είναι μια σύνθετη διαδικασία που περιλαμβάνει πολλά κριτήρια, όπως η συναισθηματική ωριμότητα, η επικοινωνία, η ειλικρίνεια, ο σεβασμός και η συμβατότητα.
Ο Αλκιβιάδης ενέδωσε στο ασφυκτικό πρέσσινγκ και στα παρακάλια του Παυσανία και πήγαν παρέα στο αεροδρόμιο Schiphol του Amsterdam να την καλωσορίσουν. 
«Σε θέλω έτσι και αλλιώς για κουμπάρο μας.» του λέει
«Το κορίτσι το ρώτησες αν με εγκρίνει;» τον ρωτάει.
«Όταν σε γνωρίσει είμαι σίγουρος πως θα δώσει την έγκριση της..» 
Δια χειραψίας και χαμογελαστός χαιρέτισε ο Αλκιβιάδης την Δάφνη αφού περίμενε υπομονετικά και πήρε σειρά μετά το θερμό εναγκαλισμό της με τον Παυσανία. Ο Αλκιβιαδης να της βαστά το χέρι και να την κοιτά όχι μέσα στα μάτια της μα, πίσω απ’ αυτά. 
«Πάει καιρός που γνωριστήκαμε χωρίς να συναντηθούμε. Καιρός ήταν να γνωριστούμε και να τα πούμε και εκ του σύνεγγυς. Κοπέλα μου όμορφη, αυτά τα μεγάλα γκρίζα-γαλάζια μάτια σου θα μπορούσα να τα κοιτάζω όλη μέρα!,» Της λέει ο Αλκιβιαδης στην πρώτη τους γνωριμία και την σκέφτεται μια απόλυτη ροκ σταρ στην κρεβατοκάμαρα.
Η Δάφνη έκανε ένα βήμα πίσω κι ελευθερώθηκε του χαμογέλασε αυτάρεσκα στου ανέμου το καλοκαιρινό παιχνίδισμα και τα μάτια της τα στεφάνωναν οι χρυσές ακίδες του πρώιμου καλοκαιριού.! «Σε ευχαριστώ συχνά μου κάνουν κομπλιμέντα για το χρώμα τους αλλά εσείς το κάνατε με τόσο ποιητική και ρομαντική έκφραση.»
«Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα να δεχτείς με τέτοιο ωραίο χαμόγελο το κομπλιμέντο μου! που αναρωτιόμουν και ήλπιζα να μη φάω ξύλο. Το «θα μπορούσα» υποδηλώνει μια φαντασίωση μου, ενώ το «όλη μέρα» ενισχύει την ένταση του θαυμασμού μου.» 
«Νιώθω πως με μαχαίρι τις λέξεις κόβεις αργά-αργά και αγνοείς όλο μου το armor και κάνεις damage να ξέρεις.» Του λέει η Δάφνη με το κελαρυστό της γέλιο που είναι διαυγές, καθαρό και ηχεί ευχάριστα στ' αυτιά του».
«Μακάρι να μπορούσα να πω ότι οι προθέσεις μου δεν ήταν θανατηφόρες, αλλά δεν ντρέπομαι να δηλώσω ένοχος! Δεν το ξεχνώ πως είσαι έτοιμη για λαμπρό αρραβώνα, με τον φίλο μου. Συγγνώμη που σε κοιτάζω, αλλά θα μπορούσα να δώσω μερικές προτάσεις για πολύτιμους λίθους στο δακτυλίδι του αρραβώνα σας που θα ταιριάζουν με το χρώμα των ματιών σου.»
«Λοιπόν, δεν είμαστε ακόμη αρραβωνιασμένοι, αλλά πρόσφατες συζητήσεις με το άλλο μου μισό τον φίλο σου με κάνουν να σκέφτομαι σχέδια δαχτυλιδιών. Μου αρέσει πολύ η ιδέα ενός πολύτιμου λίθου με χρώμα, αλλά υπάρχουν τόσα πολλά χρώματα που μου αρέσουν που είναι δύσκολο να περιοριστώ. Η πρόσφατη ιδέα μου είναι να πάρω ένα κόσμημα που να ταιριάζει κάπως με τα μάτια μου, οπότε θα ήταν ωραίο να έχω ένα συντονισμένο κόσμημα.»
Οι επόμενες ήμερες κύλησαν σε ένα φυσιολογικό ρυθμό όπως αυτόν που απαιτούσαν οι επισκευές ενός μεγάλου δεξαμενόπλοιου. Ο Αλκιβιάδης λόγω ειδικότητος ήταν συνήθως υπερβολικά απασχολημένος! Δουλεύει συνεχώς και βασικά νιώθει πως η δουλειά του παρέχει μια υπέροχη ισορροπία μεταξύ εργασίας και ζωής και έχει χρόνο κάποιες στιγμές για υποστηρίξει και την προσωπική του ζωή εκτός εργασίας. Τον Παυσανία τον έβλεπε τακτικά στους χώρους εργασίας άλλα την Δάφνη ελάχιστα και συνήθως τις ώρες του γεύματος στην τραπεζαρία των αξιωματικών. Την ρώτησε πως αισθάνεται τις ώρες της μοναξιά της στην καμπίνα του πλοίου αναμένοντας τον καλό της.
«Δυσκολεύομαι να συμφιλιώσω τα συναισθήματά μου, καθώς ο Παυσανίας είναι σε χειρότερη κατάσταση και τον νιώθω αγχωμένο, που δουλεύει συνεχώς και νιώθει πως δεν έχει τον απαιτούμενο χρόνο για μένα. Αρχίζω να νιώθω λίγο μοναξιά, αλλά μισώ να νιώθω έτσι, γιατί είμαι εδώ μαζί του τα βράδια και τα Σαββατοκύριακα για να περάσουμε χρόνο μαζί και τρώμε και το δείπνο μαζί.
Κάθε φορά που νιώθω  σε αυτή την κατάσταση, σκέφτομαι και εσένα, γιατί τελικά νιώθω ότι εσύ δουλεύεις τακτικά πάνω από δέκα δώδεκα ώρες την ημέρα κατά τη διάρκεια των επισκευών.
«Εξαρτάται δεν είναι πάντα το ίδιο και αυτή δεν θα είναι μια μόνιμη κατάσταση άλλα μια προσωρινή ανισορροπία. Εν κατακλείδι αυτός είναι ο τύπος απασχόλησης που θα απαιτεί πάντα η καριέρα μας, και τότε θα πρέπει να ρωτήσει ο καθένας τον εαυτό του αν μπορεί να ζήσει με αυτό και πρέπει να βρει τρόπους να κρατηθεί όρθιος και με ισορροπία.»
«Από ότι μου είχε εκμυστηρευτεί ο Παυσανίας δεν έχει περάσει και πολύς καιρός που είχες μια ενδιαφέρουσα σχέση με μια κοπέλα που εργαζόταν στον ιατρικό κλάδο. Θα ήθελα να μου μιλήσεις γι΄ αυτή τη σχέση σου. Τι συνέβει και χωρίσατε;»
«Μάλλον ερωτεύτηκε άλλον; Να βρέθηκε ένας τύπος διαφορετικός από μένα που να της πήρε τα μυαλά;. Ο σοφός παππους μου, μου έλεγε! Με την ψυχή της γυναίκας μη προσπαθείς να βρεις άκρη. Ούτε αυτές δεν βρίσκουν! Αν δεν μπορείς να το αντέξεις απομακρύνεσαι, η κάνεις ότι οι περισσότεροι, δεν δένεσαι. Βέβαια εάν εσύ την έχεις δαγκώσει την λαμαρίνα, τότε, με τις υγείες σου, θα σου περάσει.
«Και για ν’ απαντήσω και σοβαρά και στην ερώτηση σου! Η σχέση μας έληξε άδοξα, ήξερα ότι ήταν ένα θέμα που συσσωρευόταν καιρό, ότι είχε κουραστεί από το να λείπω και ήθελε να είμαι μαζί της, ένιωθε μόνη και είχε κουραστεί να νιώθει έτσι και μου ζήτησε να τα παρατήσω  και να μείνω στη στεριά. Ήταν σαν να μου αφαιρούσε τη χαρά και το θεώρησα εντελώς μάταιο να περιμένω πως η σχέση μας θα οδηγούσε στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα! Επιπλέον, δεν ήθελα να διακινδυνεύσω τη δουλειά μου που την αγαπάω. Και οι δύο αποφασίσαμε ότι ήταν καλύτερο να τελειώσει αυτή η σχέση. Τέλος πάντων. Τον πρώτο καιρό στα γενέθλια της, μου έστειλε μήνυμα λέγοντας ότι από όλους όσους θα της ευχόταν χρόνια πολλά, περίμενε ένα από εμένα. Το σκεφτόμουν, μιας και χωρίσαμε φιλικά, αλλά σκέφτηκα ότι το να της στείλω μήνυμα δεν θα βοηθούσε καθόλου, οπότε απλά αποφάσισα να μην το κάνω.
«Δεν αναρωτήθηκες αν προσπαθούσε να τα ξαναφτιάξει μαζί σου;» 
«Από ότι κατάλαβα αιφνιδιάστηκε από τον χωρισμό και γιατί δεν μπορούσαμε να τα καταφέρουμε, οπότε ξέρω ήδη ότι είναι πρόθυμη να τα ξαναφτιάξουμε, αλλά αυτό πλέον δεν είναι επιλογή μου, ακόμα περισσότερο, που δεν κράτησε η φλόγα για εκείνη αναμμένη! Πώς θα πηγαίναμε ένα βήμα παραπέρα τη σχέση; Δεν τρελαινόμουν, δεν περίμενα διαρκώς την επόμενη συνάντηση μας, δεν μετρούσα τις ώρες για να ενωθούμε μαζί της; Την καταλάβαινα! Αναζητούσε αυτό το αίσθημα της ασφάλειας αυτό το μικρό λιθαράκι στον θεμέλιο λίθο της σχέσης μας που λέγεται εμπιστοσύνη! Καλώς ή κακώς, πίστευα ότι δεν νιώθαμε και οι δυο μας ασφαλείς μέσα σε αυτή τη σχέση! Ακροβατούσαμε σε ρευστά θεμέλια και αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε στην έξοδο. Νιώθω λίγο άσχημα για όλο αυτό, αλλά έπρεπε να τελειώσει. Υποθέτω ότι ο λόγος που μοιράστηκα την εμπειρία μου είναι για να ξέρεις ότι μπορώ να σε καταλάβω. Είναι μια δύσκολη συζήτηση γιατί η δουλειά μας είναι σημαντική, αλλά, το ίδιο και ο ποιοτικός χρόνος στα ζευγάρια. Η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής είναι σημαντική.»
«Ευχαριστώ που άνοιξες την καρδιά σου! Είναι ένα τόσο δύσκολο σημείο όπου μπορείς να δεις κάποιον να κάνει τόσα πολλά και να είναι συνεχώς κουρασμένος, στρεσαρισμένος από τη δουλειά του και μετά απλά νιώθεις ανόητη που θέλεις να περάσεις περισσότερο χρόνο μαζί, ενώ η ζωή είναι μάλλον μια χαρά για σένα! Εκτιμώ αυτά που μοιράστηκες μαζί μου και πως με καταλαβαίνεις πως νιώθω!
Σαββάτο σήμερα και ο Παυσανίας με παρότρυνε να σου ζητήσω να βγεις μαζί μας το βράδυ, έκλεισε τραπέζι σ΄ ένα εστιατόριο στη συνοικία «Commercial Street» και στο το restaurant Willem van Gogh, νομίζω ότι το ξέρεις.»
«Πως το νομίζεις ότι το ξέρω;» εκφράζει την αμφιβολία του ο Αλκιβιαδης ώστε να αποσπάσει την πηγή της γνώσης της.»
«Κυκλοφορούν διάφορα, ακόμη και στο σαλόνι που συχνάζουν οι γυναίκες των αξιωματικών.»
«Κουβέντες του αέρα είναι, άλλες με μέλι, άλλες με δηλητήριο. Ιστορίες των ναυτικών που διαδραματίζονται σε πολυσύχναστα ή μελαγχολικά μπαρ, όπου ζωές μεθούν και θάνατοι ανασταίνονται, ή δαίμονες πνίγονται και άγγελοι γεννιούνται.» 
«Συμφωνώ για το κουβέντες του αέρα, αλλά νομίζω ότι ακόμα και έτσι δεν χαλάει πολύτιμες φιλίες για μένα. Οι άνθρωποι που σε αγαπούν, σε καταλαβαίνουν.»
«Είναι ωραίο να ξέρεις ότι οι φίλοι σε σκέφτονται και να νιώθεις ότι είσαι πραγματικά μέρος της παρέας μερικές φορές. Δέχομαι με μεγάλη μου ευχαρίστηση την πρόσκληση και ελπίζω ότι δεν θα με βρείτε πολύ βαρετό.»
«Αν Ανησυχείς ότι είσαι ένας βαρετός άνθρωπος στηρίξου επάνω μου και θα είμαι η κλινική ψυχολόγος σου να ξεπεράσεις την πλήξη σου.»
«Ίσως το δεύτερο χειρότερο έγκλημα στον κόσμο είναι η πλήξη. Το πρώτο είναι να είσαι βαρετός! Γι' αυτό για να το ξεπεράσω, αυτά τα μεγάλα γκρίζα-γαλάζια μάτια σου που θα μπορούσα να τα κοιτάζω όλη μέρα, θα συμπληρώσω και όλο το Σαββατόβραδο!» Της λέει ο Αλκιβιαδης «Οπότε το λύσαμε το πρόβλημα.» συμπληρώνει τη φράση του.
«Θα το λύσουμε, αφού πρώτα πιούμε ένα ποτηράκι ζενέβα, εσύ το κερνάς και εγώ κλινική ψυχολόγος σου.»
«Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι μου ’κάνεις πέτρα την καρδιά κι η κάμα σου στομώνει.»
«Και μετά μου λες βαρετός; Υπάρχει πραγματικά αυτή η έννοια για σένα;»
......Η Δάφνη πλημμυρισμένη από συγκίνηση, μ' ένα συναίσθημα βαρύ και ακαθόριστο της προκαλούσε το γεγονός πως οι επισκευές του πλοίου αποπερατώθηκαν και ο χρόνος παραμονής της στο λιμένα του Ρότερνταμ για εκείνη έφτασε στο τέλος του. Φανερά στενοχωρημένη με δάκρυα στα μάτια αποχαιρέτησε τον καλό της στην αναχώρηση που φεύγει για ένα ακόμη ταξίδι. Είχε φορέσει τα πιο καλά της ρούχα, και με τα δάκρυα στα μάτια της του λέει όλες τις ευχές. Και ο Παυσανίας ακούει τις ευχές της σαν ένα τραγούδι τόσο όμορφο. «Ένα πελώριο σ' αγαπώ και να προσέχεις!» από το στόμα της Δάφνης του που του άγγιξε την καρδιά! «Περιμένω πως και πως τη στιγμή που θα γυρίσω και θα στεφανωθούμε! Αντίο!» 
Όταν το λευκό μαντίλι τ’ αποχαιρετισμού βάραινε απ’ τα δάκρυα, το μεγάλο γκαζάδικο τραβούσε προς το πέλαγος. Τότε, γύρισε στεγνά τα μάτια της επάνω και τον είδε πίσω από τα ρέλια της γέφυρας να την κοιτάει και να τη χαιρετάει ανεμίζοντας τα χέρια του. «Αντήχησαν στ’ αφτιά της τα σ' αγαπώ του». Ένα χαμόγελο έσπασε την πικρή σφραγίδα των χειλιών της, και βρήκε διέξοδο ο ξαλαφρωτικός αναστεναγμός. Στο ξεπροβόδισμα της για κάλο ταξίδι η ψυχή του Παυσανία ξαστέρωσε, τέντωσε το κεφάλι του, να την βλέπει καλύτερα και όσο το πλοίο απομακρυνόταν ολοένα η φιγούρα της πάει και λιγοστεύει λες και βυθιζόταν στο έδαφος.
«Καλέ μου φίλε, σιγά σιγά θα συνηθίσεις τη νοσταλγία που φέρνει του ναυτικού η αναχώρηση από τα αγαπημένα του πρόσωπα.» τον παρηγορεί ο Αλκιβιάδης που είχε σταθεί για λίγο δίπλα του κουνώντας και εκείνος το χέρι του ανταποδίδοντας το χαιρετισμό της Δάφνης.
Ο Παυσανίας έμεινε μέχρι αργά καθώς η μέρα πλησιάζει στο τέλος της στην κουπαστή του πλοίου, παρακολουθώντας τον ήλιο σ΄ ένα εντυπωσιακό ηλιοβασίλεμα στο δυτικό ορίζοντα που έδιωχνε την αραιή ομίχλη, η όποια ως εκείνη τη στιγμή ήταν απλωμένη πάνω από τα νερά του καναλιού. Αυτό το σημείο του προσφέρει ένα γαλήνιο μέρος παρακολουθώντας τον ήλιο να βυθίζεται κάτω από τον ορίζοντα. «Οι σκέψεις του ταξιδεύουν» είναι απορροφημένος σε βαθιές σκέψεις, ανάμικτες με φαντασιώσεις και δεν είναι παρών στην πραγματικότητα. Η προσοχή του δεν είναι επικεντρωμένη στο εδώ και τώρα, αλλά σε κάτι άλλο, σε μελλοντικά γεγονότα και σ' ένα φανταστικό σενάριο. Το φανταστικό ταξίδι του, έχει συνοδοιπόρο την αγάπη του για τη Δάφνη και εκφράζει μια απόπειρα να μετατρέψει το όνειρο του σε πραγματικότητα και να αφήσει εκτός ονείρου τη μορφή μιας προσωπικότητας που έρχεται στην επιφάνεια σε συγκαλυμμένη μορφή. Να συγκρατήσει τις ορμές του και να καταπιέσει τις παρορμήσεις του που αναζητούν διέξοδο να απελευθερωθούν με κάποιο τρόπο.
Της ήμερες που πέρασε στην αγκαλιά της Δάφνης ήταν μια φλογισμένη άνοιξη, και είχε ρίξει στην πιο απόκρυφη γωνιά της καρδιάς του σαν ένα παράξενο όνειρο τις πρόσφατα ανθισμένες επιθυμίες του που είχαν ριζώσει μέσα του για τον Αλκιβιάδη, και αυτή η φλογισμένη άνοιξη, που η Δάφνη ξύπνησε στην καρδιά του μεμιάς του φάνταζε σαν κήπος, χρόνια φυτεμένος και φροντισμένος από χέρια έμπειρου κηπουρού.
Με τις ήμερες να διαβαίνουν στο πλοίο επικρατούσε η σιγή! Μα Αλίμονο του φαινόταν τόσο εκπληκτικό που η μορφή της Δάφνης ξεθώριαζε όσο οι μέρες περνούσαν και έγινε μια χαραμάδα στη σιωπή του. Ξεθώριασε όπως η τέντα από τον ήλιο στο μπαλκόνι του σπιτιού τους, και όσο κι ο κάθε άλλος, απατηλός, αντικατοπτρισμός, όσο ο ίσκιος του, είτε μακραίνοντας προς τη δύση του όταν ο ήλιος, πρόσχαρος, γεννιέται, είτε στρογγυλεύοντας γύρω του, όταν ο ήλιος, γαληνεμένος βασιλιάς της μέρας, μεσουρανεί, είτε απλώνοντας στην ανατολή, το δειλινό την ώρα που ο ήλιος θλιβερός πεθαίνει. Την ένιωθε μια σχέση δίχως πάθος σαν να είναι μια συννεφιασμένη μέρα μες στο καλοκαίρι.

Παρασκευή 24 Μαΐου 2024

Malaga... Playa de la Malagueta.. Ki Ena Mpoykali Sangria

Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.Ξαδέρφη αυτό το υπέροχο και απρόβλεπτο ταξίδι που λέγεται ζωή είναι γεμάτο συγκινήσεις και εναλλαγές! Γιατί η επιθυμία δεν ακολουθεί πάντα πρωτόκολλο. Δεν έχει ωράριο, ούτε ζητά άδεια για να εμφανιστεί. Υπάρχουν στιγμές που το σώμα και η φαντασία μιλούν με μια δική τους γλώσσα και η λογική προσπαθεί απλώς να μεταφράσει.
Και τότε δεν αρκεί να πεις στον εαυτό σου αυτό είναι σωστό ή αυτό είναι λάθος. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα κάνεις όταν βρεθείς απέναντι σε αυτό που αισθάνεσαι. Γιατί το σεξ και η επιθυμία αποκαλύπτουν πολλές φορές πλευρές του εαυτού μας που καταφέρνουμε να κρατάμε κρυμμένες στους υπόλοιπους τομείς της ζωής μας. Υπήρχε, υπάρχει και μάλλον θα υπάρχει πάντα το απαγορευμένο. Το απαγορευμένο μήλο. Η έλξη για εκείνο που ξέρουμε πως δεν μας ανήκει. Η περιέργεια για το κι αν….
Και πόσες ιστορίες, βγαλμένες από την ίδια τη ζωή, δεν έχουν ειπωθεί γι’ αυτό;
 Ακριβώς σαν την ιστορία που σου διηγήθηκε η καλή σου φίλη η Ελπινίκη. Την ιστορία της κυρίας Μελισσάνθης, της συζύγου ενός υποπλοιάρχου σε γκαζάδικο που έκανε ταξίδια από τη Μεσόγειο μέχρι τη Βραζιλία. Μια ερωτική ιστορία βασισμένη, όπως έλεγαν, σε αληθινά γεγονότα. Είχε συμβεί μερικά χρόνια νωρίτερα και η Ελπινίκη την είχε ακούσει με εκείνη τη γερή δόση κουτσομπολιού που, όταν ξεκινήσει, σπάνια μένει για πολύ καιρό στο ίδιο στόμα. Την είχε ακούσει από ανθρώπους των γραφείων της μεγάλης ναυτιλιακής εταιρείας όπου εργαζόταν ο σύζυγός της. Και, όπως ήταν σχεδόν αναμενόμενο, η ιστορία ταξίδεψε αυθημερόν από την Ελπινίκη στην Εριφύλη. Γιατί, τελικά, υπάρχουν ιστορίες που δεν χρειάζονται κανένα εισιτήριο για να ταξιδέψουν. Αρκεί να βρεθεί κάποιος που ξέρει κάποιον που ξέρει κάποιον…
Η Μελισσάνθη ήταν μια όμορφη και ιδιαίτερα γοητευτική γυναίκα, που εργαζόταν σε ασφαλιστική εταιρεία του νησιού της. Εκείνη την περίοδο είχε πάρει άδεια άνευ αποδοχών, μέσω μιας ειδικής μορφής μακροχρόνιας αναστολής της εργασιακής της σχέσης.
Στα τριάντα πέντε της, πρόσεχε πολύ τον εαυτό της. Γυμναζόταν συστηματικά, ακολουθούσε έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής και θεωρούσε τη φροντίδα του σώματος και της υγείας της αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς της. Ήταν γύρω στο ένα εβδομήντα, λεπτή, μελαχρινή, με σγουρά μαλλιά και μεγάλα μαύρα μάτια. Είχε έντονη παρουσία, πλούσιες καμπύλες και μακριά, καλοσχηματισμένα πόδια. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που, χωρίς να το επιδιώκουν ιδιαίτερα, τραβούσαν τα βλέμματα.
Κι εκείνη, όπως τόσες άλλες γυναίκες της ναυτικής κοινωνίας, ήταν παντρεμένη με ναυτικό, Κυκλαδίτη στην καταγωγή.
Εκείνη την εποχή ο σύζυγός της είχε μπαρκάρει ως υποπλοίαρχος σε ένα δεξαμενόπλοιο, το οποίο εκτελούσε ταξίδια από λιμένες της Βόρειας Αφρικής στη Βραζιλία, μεταφέροντας αργό πετρέλαιο — crude oil. 
Η Μελισσάνθη αποφάσισε να τον επισκεφθεί. Πήρε το αεροπλάνο με προορισμό τη Μάλαγα της Ισπανίας και από εκεί συνέχισε οδικώς για το Αλχεθίρας (Algeciras), το λιμάνι όπου θα περνούσε το πλοίο. Επιβιβάστηκε ως φιλοξενούμενη επιβάτης, με σκοπό να μείνει μαζί με τον σύζυγό της μερικές ημέρες, πριν συνεχίσει εκείνος το ταξίδι του.
Ο υποπλοίαρχος ήταν τότε περίπου σαράντα πέντε ετών. Έμπειρος ναυτικός, μαθημένος στις δυσκολίες της θάλασσας και στις απαιτήσεις των μεγάλων δεξαμενόπλοιων. Το πρόσωπό του είχε εκείνη τη χαρακτηριστική τραχύτητα που χαράζουν πάνω στον χρόνο ο ήλιος, το αλάτι, ο αέρας και η κούραση των μακρινών ταξιδιών. Δεν ήταν άνθρωπος που περνούσε απαρατήρητος, αλλά η ζωή πάνω στο πλοίο είχε αρχίσει να αφήνει τα σημάδια της.
Ως αξιωματικός υπεύθυνος για τις διαδικασίες φόρτωσης και εκφόρτωσης των υγρών και επικίνδυνων φορτίων, ερχόταν καθημερινά αντιμέτωπος με ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες εργασίας. Οι πιέσεις ήταν μεγάλες, οι ευθύνες πολλές και η ανάγκη για διαρκή διαθεσιμότητα σχεδόν αυτονόητη. Η εργασία δεν τελείωνε πάντοτε όταν τελείωνε η βάρδια. Υπήρχαν πρόσθετες ώρες, απρόβλεπτες καταστάσεις, έλεγχοι, συντονισμοί και αποφάσεις που απαιτούσαν εμπειρία και απόλυτη προσήλωση.
Η συσσωρευμένη κόπωση, όπως ήταν φυσικό, επηρέαζε σταδιακά και την προσωπική του ζωή. Στον ελεύθερο χρόνο του αισθανόταν συχνά εξαντλημένος. Το σώμα ζητούσε ξεκούραση, το μυαλό ησυχία και η διάθεση για ερωτική επαφή δεν ήταν πάντοτε ανάλογη με τις προσδοκίες της γυναίκας του. Και η Μελισσάνθη, από την άλλη πλευρά, είχε φτάσει στο πλοίο με εντελώς διαφορετική διάθεση.
Περίμενε αυτές τις λίγες ημέρες σαν μια μικρή γιορτή μέσα στη μακρά απουσία του συζύγου της. Ήθελε να τον χαρεί, να μιλήσουν, να ξαναβρούν τη μεταξύ τους οικειότητα και, φυσικά, να ζήσουν ως ζευγάρι εκείνες τις στιγμές που η απόσταση της θάλασσας τους στερούσε για μήνες. Όμως η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική. Ο υποπλοίαρχος, κουρασμένος και απορροφημένος από τις υποχρεώσεις του, δεν έδειχνε την ίδια διάθεση. Δεν ήταν ότι δεν αγαπούσε τη γυναίκα του ούτε ότι ήθελε να την απομακρύνει. Απλώς η εξάντληση είχε καταλάβει μεγάλο μέρος του χώρου που άλλοτε καταλάμβανε η επιθυμία. Για τη Μελισσάνθη, όμως, η εξήγηση δεν ήταν εύκολο να λειτουργήσει ως παρηγοριά. Η απογοήτευση άρχισε να μεγαλώνει. Είχε κάνει ολόκληρο το ταξίδι μέχρι την Ισπανία για να βρεθεί κοντά στον άνθρωπό της και, τελικά, όταν ήρθε η ώρα να ξεμπαρκάρει, έφευγε έχοντας την αίσθηση ότι είχε πάρει μαζί της περισσότερη προσμονή απ’ όση μπόρεσε να εκπληρώσει. Οι επιστροφές των ανθρώπων της θάλασσας έχουν συχνά τις δικές τους μικρές ειρωνείες. Η Μελισσάνθη είχε πάει στο πλοίο περιμένοντας να ξαναζήσει για λίγο τον γάμο της και έφευγε με την αίσθηση πως είχε περάσει από τη ζωή του συζύγου της περισσότερο ως επισκέπτρια παρά ως γυναίκα του. Και τότε, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες ιστορίες, άρχισαν να κυκλοφορούν και οι φήμες.
Κάποιοι έλεγαν ότι ο υποπλοίαρχος είχε προσβληθεί σε προηγούμενο ταξίδι από χλαμύδια, (Chlamydia trachomatis) ύστερα από μια περιστασιακή ερωτική περιπέτεια στη Βραζιλία και ότι μόλις είχε ολοκληρώσει τη θεραπεία του. Σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, γι’ αυτό ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός μαζί της τις πρώτες ημέρες και προτιμούσε να επικαλείται τον φόρτο εργασίας του, αποφεύγοντας τη στενότερη επαφή. Άλλοι πάλι έλεγαν πως όλα αυτά ήταν απλώς ναυτικό κουτσομπολιό. Και, όπως συμβαίνει με κάθε καλό κουτσομπολιό, κανείς δεν μπορούσε να ξεχωρίσει εύκολα πού τελείωνε η αλήθεια και πού άρχιζε η φαντασία.
Στην επιστροφή στο Αλχεθίρας, όταν ήρθε η ώρα της αποβίβασης, η Μελισσάνθη κατέβηκε από το πλοίο μαζί με έναν ακόμη ναυτικό. Ήταν ένας εικοσιπεντάχρονος μηχανικός, με καταγωγή από νησί του Αργοσαρωνικού. Και κανείς από τους δύο δεν μπορούσε τότε να γνωρίζει ότι η κοινή τους έξοδος από τον καταπέλτη του πλοίου θα αποτελούσε την αρχή μιας ιστορίας που, λίγο αργότερα, θα ταξίδευε από στόμα σε στόμα και τελικά, μέσα από τα γνωστά κανάλια της ναυτικής κοινωνίας, θα έφτανε μέχρι την Ελπινίκη και από εκεί στην Εριφύλη.
Ξεκίνησαν αργά το απόγευμα από το Αλχεθίρας, με το σούρουπο να τους ακολουθεί κατά μήκος της Costa del Sol Occidental. Ο ουρανός ήταν πλημμυρισμένος από ιριδίζοντα ρόδινα, γαλαζοπράσινα και πορφυρά χρώματα, μπλεγμένα αξεδιάλυτα μεταξύ τους, έτσι όπως μόνο η Φύση ξέρει να τα συνταιριάζει. Έφτασαν στη Μάλαγα την ώρα που ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, βάφοντας τον ορίζοντα μενεξεδένιο. Το φως της ημέρας ξεθώριαζε γρήγορα, παραχωρώντας τη θέση του σ’ ένα ήσυχο, μεσογειακό σούρουπο. Η βραδιά ήταν διαυγής και δροσερή, ενώ τα φώτα της πόλης άρχισαν να λαμπυρίζουν και να τρεμοπαίζουν, καλωσορίζοντας τους καθώς έφταναν στο ξενοδοχείο.
Τα νέα που τους περίμεναν στη Μάλαγα είχαν δύο όψεις,  ευχάριστη και δυσάρεστη, ανάλογα με το ποιος τα έβλεπε και από ποια πλευρά.
Εξαιτίας μιας παρατεταμένης απεργίας των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, οι πτήσεις του τελευταίου εικοσιτετραώρου είχαν ακυρωθεί. Η αναστάτωση είχε προκαλέσει μεγάλη πληρότητα στα ξενοδοχεία της πόλης και ο πράκτορας, εμφανώς πιεσμένος, τους εξήγησε πως με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να τους εξασφαλίσει ένα οικογενειακό δωμάτιο, διαμορφωμένο ουσιαστικά σαν μικρή οικογενειακή σουίτα. Διέθετε δύο ξεχωριστές κρεβατοκάμαρες, προσφέροντας έτσι την απαραίτητη ιδιωτικότητα, ενώ υπήρχε και ένα σχετικά μεγάλο σαλόνι με επιπλέον καναπέ-κρεβάτι.
«Κάτω από αυτές τις πιεστικές και επείγουσες συνθήκες, αυτό είναι ό,τι καλύτερο κατάφερα να βρω», τους είπε ο πράκτορας, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την επιλογή του. «Μπορεί να μην είναι ακριβώς το ιδανικό, αλλά είναι το καλύτερο δυνατό κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Και, από όσο γνωρίζω, θα χρειαστεί να μείνετε τουλάχιστον δύο ακόμη νύχτες μέχρι να αποκατασταθούν οι πτήσεις.»
Η Μελισσάνθη και ο νεαρός μηχανικός κοιτάχτηκαν για μια στιγμή. Η κατάσταση είχε ασφαλώς μια μικρή αμηχανία.
Υπήρχαν όμως και πρακτικές λύσεις. Έπρεπε να τη διαχειριστούν με ψυχραιμία και διπλωματία. Άλλωστε, δεν είχαν πολλές επιλογές. Με μερικά τυπικά «ναι μεν, αλλά» περισσότερο για την τιμή των όπλων, συμφώνησαν τελικά και οι δύο πως η συγκεκριμένη λύση κάλυπτε τις ανάγκες τους.
Κανείς δεν είχε διάθεση να διαπληκτιστεί με τον πράκτορα για μια κατάσταση που δεν είχε δημιουργήσει ο ίδιος. Εξάλλου, επρόκειτο για μια συμβίωση περιορισμένης διάρκειας. Θα απαιτούσε ευελιξία, προσαρμοστικότητα, διακριτικότητα και έναν ορισμένο βαθμό συμβιβασμού και από τους δύο. Μόνο που πίσω από αυτή τη λογική υπήρχε κάτι που κανείς τους δεν έσπευδε να ομολογήσει. Η απρόσμενη συνύπαρξη είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί έναν διαφορετικό χώρο στις σκέψεις τους.
Η Μελισσάνθη, απογοητευμένη από την πρόσφατη εμπειρία της στο πλοίο, κουβαλούσε μαζί της μια συσσωρευμένη ανάγκη για τρυφερότητα, οικειότητα και ανθρώπινη επαφή. Ο νεαρός μηχανικός, από την άλλη, βρισκόταν σε μια εντελώς διαφορετική φάση της ζωής του και δεν μπορούσε να αγνοήσει ότι η γυναίκα απέναντί του ήταν ελκυστική. Και τώρα η ζωή τούς είχε τοποθετήσει, σχεδόν ειρωνικά, κάτω από την ίδια στέγη.
Δεν υπήρχε λόγος να προεξοφλήσουν τίποτε. Ούτε να δημιουργήσουν προσδοκίες. Αν κάτι επρόκειτο να συμβεί, θα έπρεπε να προκύψει φυσικά, μέσα από την αμοιβαία συναίνεση, τον σεβασμό και τη σαφή επικοινωνία. Αν πάλι δεν συνέβαινε τίποτε, θα συνέχιζαν κανονικά το ταξίδι τους όταν θα άνοιγε ξανά ο αεροπορικός διάδρομος. Ωστόσο, η αλλαγή περιβάλλοντος, η απρόσμενη διαμονή στην ίδια σουίτα και η αίσθηση ότι για τρεις νύχτες η κανονική τους ζωή είχε μπει προσωρινά σε παρένθεση δημιουργούσαν μια παράξενη ατμόσφαιρα.
Μερικές φορές η ζωή δεν χρειάζεται να οργανώσει τίποτε. Αρκεί να μετακινήσει λίγο τα δεδομένα.
Και τότε οι άνθρωποι ανακαλύπτουν πως μέσα τους υπήρχαν σκέψεις που δεν είχαν ποτέ εξετάσει σοβαρά. Το ξενοδοχείο βρισκόταν πολύ κοντά στον λιμένα. Από τα μεγάλα μπαλκόνια του απλωνόταν μπροστά τους η ατελείωτη Μεσόγειος. Ο νεαρός μηχανικός τη βοήθησε να μεταφέρουν τις αποσκευές τους στη σουίτα. Η Μελισσάνθη μπήκε τελευταία, έκλεισε και κλείδωσε την πόρτα, έβγαλε τα παπούτσια της και φόρεσε τις παντόφλες του ξενοδοχείου. Τακτοποίησε προσεκτικά το πανωφόρι και την τσάντα της στον καλόγερο και ύστερα κάθισε στον καναπέ του σαλονιού. Τα δωμάτια ήταν καθαρά και τακτοποιημένα, κλιματιζόμενα, με δύο μονά κρεβάτια, τηλεόραση, ψυγείο, δωρεάν Wi-Fi και θέα προς το λιμάνι. Το ξενοδοχείο διέθετε επίσης εικοσιτετράωρο room service.
Ο νεαρός περιεργάστηκε τον χώρο με το βλέμμα του. «Τελικά, μια χαρά είναι εδώ. Και τα κρεβάτια είναι πραγματικά άνετα. Τουλάχιστον στον ύπνο δεν θα έχουμε πρόβλημα.»
Η Μελισσάνθη κοίταξε το ρολόι της. «Είμαι αρκετά κουρασμένη. Χθες το βράδυ δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Θα μπορούσαν βέβαια τα πράγματα να είναι και χειρότερα.»
«Σε νιώθω απόλυτα. Το να φεύγεις και να αφήνεις τον άνθρωπό σου πίσω δεν είναι εύκολο. Σημασία έχει να μη σε παίρνει από κάτω.»
Η Μελισσάνθη χαμογέλασε. «Εγώ, πάντως, με όλη αυτή την αναστάτωση άρχισα ήδη να πεινάω. Εσύ;»
«Κι εγώ το ίδιο. Με τόση διαδρομή, το στομάχι μου γουργουρίζει σαν να έχω να φάω από χθες. Αλλά δεν κάνουμε πρώτα ένα ντους;»
«Εννοείται. Αυτή τη στιγμή είναι ό,τι πιο αναγκαίο, μετά από δύο ώρες μέσα στο ταξί.»
Ο νεαρός πήγε πρώτος στο μπάνιο. Όταν βγήκε, ήταν ήδη ντυμένος και έτοιμος για έξοδο. «Μπες εσύ τώρα και κάνε το ντους σου με την ησυχία σου. Εγώ θα περιμένω στο μπαλκόνι.»
Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε, σχεδόν αυθόρμητα. «Αφού είμαστε μόνοι μας απόψε, χωρίς υποχρεώσεις και χωρίς πρόγραμμα, τι λες να βγούμε; Να φάμε κάτι, να πιούμε ένα ποτό, να γνωρίσουμε λίγο τη Μάλαγα;»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για μια στιγμή και χαμογέλασε. «Γιατί όχι;»
Ο νεαρός φάνηκε ειλικρινά χαρούμενος. «Ωραία. Όταν είσαστε έτοιμη, φώναξε με και παίρνουμε ταξί.»
Προχώρησε προς το μπαλκόνι και η Μελισσάνθη τον σταμάτησε με μια παιχνιδιάρικη απορία στο βλέμμα.
«Μια στιγμή…»
«Συμβαίνει κάτι;»
Εκείνη κοίταξε δήθεν εξεταστικά γύρω της.
«Κοιτάζω αν είμαστε πολλές.»
Ο νεαρός έβαλε τα γέλια.
«Για τον πληθυντικό εννοείς;»
«Μπορεί.»
Γέλασαν και οι δύο.
Η Μελισσάνθη έκλεισε πίσω της την πόρτα του μπάνιου και, καθώς έμεινε μόνη, συνειδητοποίησε για πρώτη φορά καθαρά την παράξενη τροπή που είχε πάρει η ημέρα. Τυχαία γεγονότα την είχαν φέρει απροσδόκητα και σχεδόν αναπόφευκτα να συγκατοικεί προσωρινά με έναν νεαρό άνδρα σε μια ξενοδοχειακή σουίτα, σε μια ξένη πόλη. Δεν ήταν κάτι που είχε επιλέξει. Όμως είχε αποφασίσει να μη σταθεί απέναντι στην κατάσταση με φόβο ή καχυποψία.
«Εντάξει», σκέφτηκε. «Μου έτυχε. Θα το ζήσω όπως έρχεται.»
Το κλειδί βρισκόταν στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τα πράγματα. Αντί να αναζητά συνεχώς τι θα μπορούσε να πάει στραβά, προτίμησε να αφήσει στην άκρη τις αρνητικές σκέψεις και να δει τη νέα εμπειρία σαν μια μικρή παρένθεση από την καθημερινότητά της.
Μπήκε στο ντους. Το ζεστό νερό έπεσε στους ώμους της και, σχεδόν αμέσως, ένιωσε το σώμα και το μυαλό της να ξυπνούν. Η κούραση υποχωρούσε σιγά σιγά και τη θέση της έπαιρνε μια ευχάριστη αίσθηση ανανέωσης.
Χωρίς βιασύνη, ακολούθησε τη μικρή προσωπική της ρουτίνα περιποίησης. Έβαλε τις κρέμες της, φρόντισε τα μαλλιά και το πρόσωπό της και στάθηκε για λίγο μπροστά στον καθρέφτη. Δεν είχε λόγο να βιαστεί. Απόψε δεν υπήρχε πρόγραμμα. Μόνο μια άγνωστη πόλη, μια όμορφη βραδιά και ένας καινούργιος άνθρωπος στην παρέα της.
Όταν τελικά βγήκε από το μπάνιο, φόρεσε ένα κομψό, εφαρμοστό casual φόρεμα, διάλεξε προσεκτικά τα παπούτσια της και έβαλε το αγαπημένο της άρωμα.
Στο μεταξύ, ο νεαρός μηχανικός περίμενε στο μπαλκόνι. Όσο περνούσε η ώρα, άρχισε να αισθάνεται εκείνη την ευχάριστη ανυπομονησία που γεννιέται όταν περιμένεις κάτι που θέλεις να πάει καλά. Δεν ήξερε πώς θα εξελισσόταν η βραδιά. Το μυαλό του έφτιαχνε σενάρια, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσε να τα κρατήσει σε απόσταση.
Η πόρτα άνοιξε. Η Μελισσάνθη εμφανίστηκε στο μπαλκόνι. «Δεν άργησα, ελπίζω;»
Ο νεαρός γύρισε και την κοίταξε.«Καθόλου.» Το φόρεμα της ήταν κομψό και εφαρμοστό, χωρίς υπερβολή. Η παρουσία της, όμως, είχε αλλάξει. Έμοιαζε πιο ξεκούραστη, πιο φωτεινή και κυρίως πιο άνετη με τον εαυτό της.
«Πάμε;» ρώτησε εκείνη.
«Πάμε.»
Το ταξί, ύστερα από μια σύντομη διαδρομή, τους άφησε στην Playa de la Malagueta, σε μια από τις πιο ζωντανές περιοχές της Μάλαγα.
Η νύχτα είχε πλέον πέσει. Τα φώτα της πόλης αντανακλούσαν πάνω στο νερό, ενώ τα κατάρτια των σκαφών σχημάτιζαν ένα πυκνό δάσος από λεπτές σκοτεινές γραμμές μπροστά στο φως της πανσελήνου.
Ο νεαρός μηχανικός κοίταξε γύρω του εντυπωσιασμένος. «Αυτό το τοπίο μοιάζει σαν να το ζωγράφισε ο Πικάσο. Ξέρεις ότι η Μάλαγα είναι η πόλη του Πικάσο;» είπε στη Μελισσάνθη.
Εκείνη χαμογέλασε. «Το ξέρω. Αλλά απόψε μάλλον θα προτιμήσω να τη γνωρίσω από την πλευρά του φαγητού.»
Ο αέρας ήταν γεμάτος μυρωδιές από σκόρδο, ελαιόλαδο, θαλασσινά, παέγια και τάπας. Ανάμεσα στα κτίρια, στα μεγάλα δέντρα και στους φοίνικες, η παραλία απλωνόταν φωτισμένη, με τη λευκή άμμο να χάνεται κάτω από το απαλό άγγιγμα των κυμάτων. Ήταν ένα σκηνικό σχεδόν σαν καρτ ποστάλ.
Ο νεαρός την άγγιξε διακριτικά στον αγκώνα για να την καθοδηγήσει ανάμεσα στους πεζούς και να περάσουν την ξύλινη πόρτα ενός μικρού ισπανικού εστιατορίου.
Η Μελισσάνθη ένιωσε ένα ανεπαίσθητο ρίγος. Ήταν όμως μια απλή, ευγενική χειρονομία. Τίποτε περισσότερο. Τουλάχιστον έτσι είπε στον εαυτό της. Εκείνος τράβηξε ευγενικά την καρέκλα της και η Μελισσάνθη κάθισε. Το τραπέζι τους βρισκόταν σε μια ήσυχη γωνιά, μακριά από τον θόρυβο της εισόδου. Το εστιατόριο συνδύαζε τη ζεστασιά ενός οικογενειακού μαγαζιού με τη θέα προς τη θάλασσα. Χάλκινα μαγειρικά σκεύη κρέμονταν στον έναν τοίχο, ενώ στον απέναντι υπήρχαν ξεθωριασμένα σχέδια και παλιές ζωγραφιές. Για τις επόμενες δύο ώρες μιλούσαν, έτρωγαν και έπιναν.
Η συζήτηση πήγαινε από τη ναυτική ζωή στη Μάλαγα, από τα ταξίδια στις οικογένειές τους, από τις προσωπικές τους συνήθειες σε μικρές ιστορίες της ζωής.
Και χωρίς να το καταλάβουν, άρχισαν να αισθάνονται όλο και πιο άνετα ο ένας με τον άλλον.
«Επιδόρπιο;» ρώτησε ο νεαρός, την ώρα που η Μελισσάνθη περνούσε απαλά την πετσέτα από τα χείλη της.
«Θ’ αστειεύεσαι! Κοντεύω να σκάσω.»
«Απ’ ό,τι βλέπω, χρειάζεσαι λίγη εξάσκηση στα πλούσια γεύματα. Δεν απορώ που είσαι τόσο λεπτή.»
«Ε, όχι και λεπτή!» διαμαρτυρήθηκε εκείνη.
Παρά την προσποιητή διαφωνία της, όμως, το κομπλιμέντο την είχε ευχαριστήσει. «Τα γονίδιά μου φταίνε», συμπλήρωσε γελώντας. «Πάντως, αδύνατη δεν υπήρξα ποτέ.»
«Και καλά κάνεις.»
Απόλαυσαν το δείπνο τους, δοκιμάζοντας διαφορετικά πιάτα και συνδυάζοντας τα με κρασί τη τοπική και σαγκρία.
Όταν το μπουκάλι είχε σχεδόν τελειώσει, ο νεαρός σήκωσε το ποτήρι του. «Εντάξει λοιπόν. Να απολαύσουμε και το υπόλοιπο και μετά να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο, αν συμφωνείς.»
«Συμφωνώ. Απόψε νιώθω όμορφα. Χαλαρά και ευχάριστα.»
«Χαίρομαι πολύ που το ακούω. Είναι σημαντικό να δίνουμε λίγο χρόνο στον εαυτό μας. Να χαλαρώνουμε και να γεμίζουμε ξανά τις μπαταρίες μας.»
«Σε ευχαριστώ. Η παρέα σου μου δημιουργεί μια πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα. Νιώθω όμορφα μαζί σου.»
Εκείνος χαμογέλασε. «Χαίρομαι που με βρίσκεις καλή παρέα.»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για λίγο πιο επίμονα. «Με παρασύρεις σαν βιβλίο που το ξεφυλλίζουν σελίδα-σελίδα. Και κάθε σελίδα μου φέρνει κάτι καινούργιο.»
Ο νεαρός χαμογέλασε χωρίς να απαντήσει αμέσως. Η βραδιά είχε ήδη αποκτήσει τη δική της μικρή ιστορία.
Και κανείς από τους δύο δεν βιαζόταν να φτάσει στην τελευταία σελίδα. Επιστρέφοντας από το εστιατόριο στο ξενοδοχείο, ανάμεσά τους είχε πλέον διαμορφωθεί μια έντονη ερωτική ατμόσφαιρα. Η επιθυμία ήταν αμοιβαία και, χωρίς να έχει ειπωθεί κάτι ξεκάθαρο, είχε γίνει σχεδόν αδύνατο να αγνοηθεί. Δεν ήταν ένας βίαιος παρασυρμός. Ήταν περισσότερο μια γλυκιά αιχμαλωσία· μια αργή, σχεδόν βασανιστικά ευχάριστη προσμονή για το επόμενο βήμα. Είχαν περάσει από τη γνωριμία στο φλερτ, από το φλερτ στην οικειότητα, και τώρα βρίσκονταν εκεί όπου η σιωπή άρχιζε να αποκτά περισσότερο νόημα από τα λόγια.
Το μόνο ερώτημα ήταν ποιος θα έκανε την πρώτη κίνηση. Πλησίαζαν τα μεσάνυχτα και, παρόλο που γνωρίζονταν μόλις λίγες ώρες, έμοιαζαν σαν να είχαν γνωριστεί πολύ παλαιότερα. Η επικοινωνία τους είχε γίνει άνετη, ζεστή, παιχνιδιάρικη. Γελούσαν πολύ. Μιλούσαν για τη δουλειά τους, για τη ζωή των ναυτικών, για ταξίδια και ανθρώπους που είχαν γνωρίσει, για όσα τους άρεσαν και όσα τους ενοχλούσαν.
Και, όπως ήταν σχεδόν αναπόφευκτο, η συζήτηση κάποια στιγμή πέρασε και στα ερωτικά. Η Μελισσάνθη ήταν αραγμένη στον μικρό καναπέ και ο νεαρός μηχανικός καθόταν απέναντί της. Κάθε τόσο τα βλέμματα τους συναντιούνταν και κανείς δεν τα απέστρεφε αμέσως.
Εκείνη το αντιλήφθηκε πρώτη. Και χαμογέλασε. Όχι ακριβώς προκλητικά. Περισσότερο σαν γυναίκα που είχε καταλάβει πως ο άνθρωπος απέναντί της δεν έκρυβε πλέον ιδιαίτερα καλά αυτό που ένιωθε.
Η ίδια δεν ήταν λιγότερο επηρεασμένη. «Με έχει πιάσει ένας φοβερός πονοκέφαλος στον αυχένα», είπε κάποια στιγμή. «Αυτό το άτιμο πιάσιμο που ξεκινάει από τον αυχένα και ανεβαίνει μέχρι το κεφάλι.»
Ο νεαρός χαμογέλασε. Ήταν ίσως η ευκαιρία που περίμενε. «Ένα καλό μασάζ μπορεί να βοηθήσει πολύ. Να σε χαλαρώσει και να σου πάρει λίγο από την ένταση.»
Σηκώθηκε και στάθηκε πίσω της. «Αν θέλεις…»
Η Μελισσάνθη δεν απάντησε αμέσως. Έκανε μόνο ένα μικρό νεύμα.
Εκείνος ακούμπησε απαλά τα δάχτυλά του στους κροτάφους της και άρχισε να της κάνει ένα ήρεμο μασάζ. Οι κινήσεις του κατέβηκαν αργά προς τον αυχένα, χωρίς βιασύνη, σαν να ήθελε πρώτα να βεβαιωθεί ότι εκείνη ένιωθε άνετα.
Η Μελισσάνθη έκλεισε τα μάτια. Ένας βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της.
«Ξέρεις πόση ώρα το ήθελα αυτό;» είπε χαμηλόφωνα. «Τόσες φορές το φαντάστηκα, που κάποια στιγμή άρχισα να πιστεύω πως δεν θα γινόταν ποτέ πραγματικότητα.»
«Εγώ να δεις.» Η φωνή του είχε χάσει το παιχνιδιάρικο ύφος της. «Το περίμενα τόσο, που μου φαίνεται σαν να έχει περάσει μια αιωνιότητα.»
Η Μελισσάνθη άνοιξε τα μάτια και γύρισε λίγο το κεφάλι της. «Το λες σοβαρά ή με πειράζεις;»
«Απολύτως σοβαρά.»
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Για λίγες στιγμές δεν μίλησε κανείς. Η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει. Δεν υπήρχε πλέον ανάγκη για υπονοούμενα. Και οι δύο γνώριζαν τι συνέβαινε.
«Θέλω μόνο να είσαι σίγουρη», είπε εκείνος. «Δεν θέλω να κάνουμε τίποτα επειδή απλώς μας παρέσυρε η στιγμή. Αν προχωρήσουμε, θέλω να είναι επειδή το θέλουμε και οι δύο.»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε ήρεμα.
«Αυτό ακριβώς θέλω κι εγώ. Να υπάρχει εμπιστοσύνη και σεβασμός. Τα υπόλοιπα βρίσκονται.»
«Θέλω να νιώθεις ασφαλής μαζί μου.»
«Ήδη νιώθω.»
Ένα μικρό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του.«Αυτό σημαίνει ότι έχω την άδειά σου να συνεχίσω;»
«Σημαίνει ότι περιμένω να δω τι θα κάνεις.»
Γέλασαν και οι δύο. Για μια στιγμή η ένταση έσπασε. Ύστερα επέστρεψε, ακόμη πιο δυνατή.
Ο νεαρός συνέχισε απαλά το μασάζ στον αυχένα της. Η Μελισσάνθη είχε χαλαρώσει και άφηνε την ένταση της ημέρας να υποχωρεί. Ταυτόχρονα, όμως, αισθανόταν ότι κάτω από αυτή την ηρεμία υπήρχε κάτι άλλο που μεγάλωνε.
Κάτι που δεν είχε σχέση πλέον με τον πονοκέφαλο.
«Να σε ρωτήσω κάτι;» είπε εκείνος.
«Ρώτα.»
«Όταν μου μίλησες για τον άντρα σου στο πλοίο… μου φάνηκε πως υπάρχει κάποια ένταση μεταξύ σας. Έπεσε έξω η εντύπωσή μου;»
Η Μελισσάνθη αναστέναξε. «Όχι ακριβώς. Το πρόβλημα είναι πως έχω την τάση να αναλύω υπερβολικά τα πράγματα. Εκείνος κουράζεται. Μου λέει πως οι συνήθειες μου έχουν αποκτήσει έναν επαναλαμβανόμενο, τελειομανή χαρακτήρα και ότι πολλές φορές προσπαθώ να ελέγχω τα πάντα.»
«Και αυτό επηρεάζει και τη σχέση σας;»
«Ίσως. Δεν ξέρω πώς ακριβώς να το ερμηνεύσω. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν όλες οι σχέσεις, όσο περνούν τα χρόνια, αποκτούν μια διαφορετική μορφή. Συνηθίζεις τον άλλον, ξέρεις τις αντιδράσεις του, ξέρεις τι θα πει πριν το πει…»
«Δεν συμφωνώ.»
«Γιατί;»
«Επειδή δεν είσαι καθόλου μεγάλη για να πιστεύεις πως τελείωσαν οι εκπλήξεις.»
Η Μελισσάνθη χαμογέλασε. «Και τι είμαι;»
«Μια νέα και πολύ ελκυστική γυναίκα που μόλις βρέθηκε, χωρίς να το έχει προγραμματίσει, σε μια κατάσταση που δεν περίμενε.»
Τα δάχτυλά του συνέχισαν να κινούνται απαλά στον αυχένα της. Η Μελισσάνθη έκλεισε ξανά τα μάτια.
Αυτή τη φορά όμως δεν ήθελε να χαλαρώσει. Ήθελε να παραμείνει ξύπνια μέσα στη στιγμή.
Γιατί ήξερε πια πως η βραδιά στη Μάλαγα είχε ξεφύγει από το αρχικό της σχέδιο. Και πως το επόμενο κεφάλαιο του μικρού τους ταξιδιού δεν θα γραφόταν με λόγια.
«Εσύ! Για πες τώρα… τι λέει η κοπέλα σου για το επάγγελμά σου;»
«Δεν υπάρχει κάτι αυτή την εποχή. Μόνος μου είμαι.»
«Έλα, βρε αγόρι μου! Σοβαρά μιλάς; Τόσο ωραίος άντρας και είσαι μόνος; Σίγουρα θα έχεις γνωρίσει πολλές γυναίκες στα ταξίδια σου. Άλλωστε, βλέπεις… οι διαθέσιμοι άντρες όλο και λιγοστεύουν, αν με καταλαβαίνεις.»
«Κάποιες γνωριμίες που είχα δεν ευδοκίμησαν. Έψαξαν για άλλα λιμάνια!»
Η Μελισσάνθη γέλασε. «Μάλιστα… Και η προσωπική σου ζωή τελευταία;»
Ο νεαρός ανασήκωσε τους ώμους. «Πικρή η αλήθεια, αλλά θα στην πω. Νιώθω εντελώς άδειος. Την παλεύω όπως μπορώ!»
«Αα… κρίμα. Καλά, κι εγώ είχα καιρό να νιώσω ξανά τόσο έντονα αυτή την πλευρά της ζωής. Και στο πλοίο, μην νομίζεις… Είχαμε κι εκεί τις δυσκολίες μας. Με τη συνεχή επαγρύπνηση για τα φορτία και τις ευθύνες, πού χρόνος για…» Άφησε τη φράση να αιωρηθεί, χωρίς να την ολοκληρώσει.
Ο νεαρός την κοίταξε για λίγο και χαμογέλασε.
«Με τέτοια μελαχρινή ομορφιά και τέτοια θηλυκότητα, μην προσπαθείς να με πείσεις ότι δεν έχεις θαυμαστές. Σίγουρα θα είσαι πολύ επιθυμητή. Νομίζω πως κάθε γυναίκα έχει, κάποια στιγμή, έναν θαυμαστή που, παρότι γνωρίζει ότι είναι δεσμευμένη, εξακολουθεί να την πλησιάζει διακριτικά.»
Έγειρε λίγο προς το μέρος της και πρόσθεσε παιχνιδιάρικα. «Σίγουρα προτάσεις δεν σου έχουν κάνει; Άσε τον ναυτικό και… παντρέψου εμένα!»
Η Μελισσάνθη ξέσπασε σε γέλια.
«Χυλόπιτα έχεις ρίξει;»
«Ναι, έχει χρειαστεί.»
«Και… εμμονικός θαυμαστής;»
«Τώρα όχι. Αλλά έχει υπάρξει.»
«Και τι έκανες;»
«Του μίλησα στα ίσα. Ήρεμα και χωρίς να τον προσβάλω. Του εξήγησα ότι δεν έχω διάθεση για κάτι περισσότερο και, τελικά, κατάφερα να τον απομακρύνω.»
«Μάλιστα…»
Η Μελισσάνθη σταμάτησε για λίγο. Ήταν φανερό πως κάτι άλλο ήθελε να ρωτήσει, αλλά δίσταζε. «Το θέμα είναι ότι απλώς δεν έχω συνηθίσει να…» Σταμάτησε απότομα. Έπειτα, σαν να της ήρθε ξαφνικά μια σκέψη, τον κοίταξε ευθεία. «Αυτό με τα αφροδίσια που κυκλοφορούσε στο πλοίο… ισχύει;»
Ο νεαρός πάγωσε για μια στιγμή. Δεν περίμενε με τίποτα την ερώτηση. Έμεινε άφωνος, κοιτάζοντάς την σαν να προσπαθούσε να καταλάβει από που ακριβώς είχε προκύψει.
Η Μελισσάνθη, βλέποντας τη σιωπή του, κατάλαβε ότι είχε πετύχει διάνα σε κάτι που την απασχολούσε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί.
«Τον… τον παλιομαλάκα! Τον γαμημένο! Αυτό μου έλειπε τώρα, να με έχει κολλήσει καμιά αρρώστια!»
Ο νεαρός σήκωσε τα χέρια ψηλά, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα γέλια του. «Ώπα! Αγρίεψαν τα πράγματα… Το θέμα έχει βαρύτητα και απαιτεί εις βάθος ανάλυση!»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε με μισό χαμόγελο και μισή αγωνία. Εκείνος κατάλαβε πως το χιούμορ ήταν ο καλύτερος τρόπος να απομακρύνει την ένταση. «Όσο για τα αφροδίσια, δεν ισχύει τίποτα απ’ όσα άκουσες. Σαν γραμματικός σε γκαζάδικο και υπεύθυνος για τη φόρτωση και την εκφόρτωση, δεν έχεις και πολλές ευκαιρίες να τριγυρνάς στα λιμάνια. Το ξέρεις κι εσύ.» Το είπε ήρεμα, σχεδόν καθησυχαστικά. «Οπότε, μην αγχώνεσαι.»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα. «Χμ… Ας το πιστέψω!»
«Όλα καλά;» τη ρώτησε.
Εκείνη χαμογέλασε και πήρε μια μικρή ανάσα. «Ναι. Όλα καλά.»
Και η κουβέντα, που για λίγες στιγμές είχε ακουμπήσει μια απρόσμενα ευαίσθητη χορδή, ξαναβρήκε σιγά-σιγά τον ανάλαφρο ρυθμό της.
Ο νεαρός μηχανικός συνέχισε το μασάζ με απαλές, επιδέξιες κινήσεις, κατεβαίνοντας αργά από τους ώμους προς την πλάτη της. Κάποια στιγμή, με μια ήρεμη αυτοπεποίθηση που δεν έκρυβε την πρόθεσή του, έλυσε το κούμπωμα του δαντελένιου σουτιέν της.  Η κίνηση αυτή ήταν μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη, κι όμως έμοιαζε σαν να άνοιγε έναν δρόμο που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμενε κλειστός.  Έναν δρόμο προς την απόλαυση, αλλά και προς κάτι πολύ βαθύτερο που η Μελισσάνθη προσπαθούσε τόση ώρα να κρατήσει υπό έλεγχο. Εκείνος συνέχισε αργά, αφήνοντάς την να τον καθοδηγεί με τις αντιδράσεις της. Δεν υπήρχε βιασύνη. Μόνο η σταδιακή αφύπνιση των αισθήσεων, η αυξανόμενη ένταση και η αίσθηση πως κάθε προηγούμενο όριο είχε αρχίσει να γίνεται λιγότερο σαφές. 
Η Μελισσάνθη έκλεισε τα μάτια. Το σώμα της είχε ξυπνήσει πριν ακόμη προλάβει η σκέψη της να αποφασίσει τι ακριβώς ήθελε. Για πρώτη φορά ύστερα από καιρό ένιωθε να υποχωρούν οι άμυνες που είχε χτίσει γύρω από τον εαυτό της. Δεν ήταν μόνο η σωματική επιθυμία. Ήταν η ανάγκη να νιώσει γυναίκα, επιθυμητή, ζωντανή. 
Για λίγες στιγμές έμειναν σιωπηλοί. Ακούγονταν μόνο οι ανάσες τους. Όταν άνοιξε τα μάτια της, τον βρήκε να την κοιτάζει. Το βλέμμα του είχε αλλάξει. Δεν υπήρχε πια η παιχνιδιάρικη διάθεση της προηγούμενης ώρας. Υπήρχε μια ένταση που και οι δυο αναγνώριζαν. 
Εκείνος την αγκάλιασε. Τα χείλη τους συναντήθηκαν.
 Η Μελισσάνθη ακούμπησε πίσω στον τοίχο, ξαφνιασμένη περισσότερο από τον εαυτό της παρά από εκείνον. Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό της να τον απομακρύνει. Τα χέρια της, όμως, δεν υπάκουσαν στη σκέψη της. Αντίθετα, βρέθηκαν πάνω του. Τ ο φιλί έγινε βαθύτερο και η αμηχανία της άρχισε να υποχωρεί. Η αντίσταση που είχε εμφανιστεί στην πρώτη στιγμή μετατράπηκε σιγά-σιγά σε συνειδητή ανταπόκριση. Τώρα πια δεν υπήρχε παρεξήγηση. Ήξεραν και οι δύο πού οδηγούσε εκείνη η στιγμή. Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για λίγο στα μάτια. Στο βλέμμα της υπήρχε ακόμη ένας τελευταίος δισταγμός, όχι φόβος, αλλά η επίγνωση ότι από εκεί και πέρα τίποτα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς μια αθώα γνωριμία στη Μάλαγα.
«Ωραία… τι κάνουμε τώρα;» ψιθύρισε εκείνος, χαμογελώντας.
Η Μελισσάνθη πήρε μια βαθιά ανάσα. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν απάντησε. Ύστερα, χωρίς να προσθέσει τίποτε άλλο, του έπιασε το χέρι. «Πάμε στο κρεβάτι», είπε. Και αυτή τη φορά δεν υπήρχε ούτε αμηχανία ούτε υπεκφυγή στη φωνή της. Η Μελισσάνθη τον τράβηξε κοντά της και τα χείλη τους συναντήθηκαν ξανά, αυτή τη φορά χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Τα χέρια του έκλεισαν γύρω από τη μέση της και τα σώματά τους ήρθαν κοντά, σαν να είχαν πάψει πια να υπάρχουν οι αποστάσεις που μέχρι πριν από λίγο τους κρατούσαν επιφυλακτικούς. Η ανυπομονησία είχε πάρει τη θέση της αμηχανίας.
Εκείνος την αγκάλιασε και την ανασήκωσε με ευκολία. Εκείνη τυλίχτηκε πάνω του, παραδομένη στη στιγμή, και για λίγες στιγμές έμειναν έτσι, γελώντας σχεδόν αθόρυβα ανάμεσα στα φιλιά τους, σαν να τους είχε ξαφνιάσει και τους ίδιους η ταχύτητα με την οποία είχαν φτάσει μέχρι εκεί. Τα στήθη της πιέστηκαν στο στέρνο του. Ο ερεθισμός του ήταν τόσο έντονος και εντυπωσιακός που η Μελισσάνθη ένιωσε ένα ρίγος ωμής γυναικείας δύναμης. «Σε θέλω τώρα. Τώρα», τον ικέτεψε. «Σε θέλω τώρα», του ψιθύρισε. «Τώρα.»
Το βλέμμα του σκοτείνιασε από την ένταση.  Τα ρούχα τους έπαψαν να έχουν σημασία. Έπεσαν βιαστικά στην άκρη, καθώς η απόσταση ανάμεσά τους μηδενιζόταν. «Θεέ μου… τι όμορφη που είσαι», της είπε χαμηλόφωνα .
Η Μελισσάνθη δεν απάντησε. Τον κοίταξε μόνο, με εκείνο το βλέμμα που δεν άφηνε πλέον χώρο για παρερμηνείες. Εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στο κρεβάτι. Εκείνη αφέθηκε στα χέρια του, ενώ τα φιλιά του έγιναν πιο τρυφερά, σαν να ήθελε ξαφνικά να ισορροπήσει την ένταση με κάτι πιο βαθύ και ουσιαστικό. 
Για μια στιγμή σταμάτησε. Την κοίταξε στα μάτια. «Είσαι σίγουρη;»
Η Μελισσάνθη κράτησε το βλέμμα του. «Ναι», απάντησε αποφασιστικά. «Είμαι.» Και αυτή η μία λέξη ήταν αρκετή. 
Δεν χρειάζονταν πλέον άλλες εξηγήσεις, ούτε υποσχέσεις για το αύριο. Εκείνη τη νύχτα στη Μάλαγα, δύο άνθρωποι που είχαν συναντηθεί σχεδόν τυχαία είχαν φτάσει στο τελευταίο όριο της μεταξύ τους έλξης.  Κι από εκεί και πέρα, οι λέξεις περίσσευαν.  Την ξάπλωσε ανάσκελα κι έπεσε από πάνω της. «Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι σε θέλω», της είπε με κομμένη ανάσα. Χάιδεψε τα στήθη και την κοιλιά της με τα χέρια και τη γλώσσα του, έπειτα κατέβηκε χαμηλότερα για να της ανοίξει τα πόδια. Η Μελισσάνθη ήταν ήδη έτοιμη, ζεστή, υγρή και πρόθυμη. 
«Δεν μπορώ να πιστέψω ότι...»  ήταν τα λόγια της όταν τον ένιωσε να ξαπλώνει ανάμεσα στα πόδια της, να μπαίνει μέσα της κι αυτή να τον τυλίγει σαν να ήταν φτιαγμένος για κείνη και μόνο. Οι κινήσεις του ήταν απαλές, το δικό της καλωσόρισμα φλογερό. Ένιωσε το πέος του να γλιστράει απαλά μέσα στο αιδοίο της της που ήταν μουσκεμένο από τα χάδια του. .
 Η Μελισσάνθη κλείνει τα βλέφαρα, απολαμβάνοντας την πληρότητα, την υπέροχη αίσθηση της κυριαρχίας του, καμπυλώνοντας ενστικτωδώς τη λεκάνη της προς τα επάνω για να τον συναντήσει, να ενωθεί μαζί του, βογκώντας δυνατά. Τραβιέται πίσω και με αργές κινήσεις την ξαναγεμίζει. Τα δάχτυλά της χώνονται μέσα στα ανακατωμένα μαλλιά του, και τον νιώθει που κουνιέται, αργά αργά, μέσα έξω. «Πιο γρήγορα αγορίνα μου... Πιο γρήγορα. Σε παρακαλώ...» Την κοιτάζει Θριαμβευτικά και τη φιλάει με πάθος. «Έτσι, μωρό μου... Θέλω να σ' ακούω». Μετά περνάει το ένα του χέρι γύρω από τη μέση της αρπάζοντας με το άλλο τον γοφό της και μπαίνει πιο δυνατά μέσα της, κάνοντάς τη να ξεφωνίσει ξανά. Και αρχίζει ο εξαντλητικός ρυθμός. Η ανάσα του γίνεται όλο και πιο τραχιά, σαν τη δική της. Νιώθει βαθιά μέσα της το γνωστό σκίρτημα. Πάλι! Είναι ολόκληρη μια αίσθηση που, κουρσεύει το κορμί της. «Ελα, μωρό μου...» μουγκρίζει μέσα από τα σφιγμένα δόντια του, ακριβώς τη στιγμή, που και η Μελισσάνθη αφήνεται και φτάνουν μαζί στην κορύφωση. 
Κοιταζόντουσαν στα μάτια. Μερικές στιγμές τα λόγια περιττεύουν και οι ηθικές ισορροπίες είναι αδύνατον να κρατηθούν..! Ό,τι συνέβηκε ήταν απίστευτο. Η επόμενη μέρα και νύχτα που θα ακολουθούσαν θα 'ταν ένα όνειρο, μια φαντασία, χαρίζοντας τους ατέλειωτες στιγμές ηδονής. Η συνέχεια ήταν φοβερά φιλήδονη. Κι οι δυο είχαν παραδοθεί κατά διαστήματα ανελέητα στις ορέξεις τους . Η συνέχεια εκείνης της νύχτας ήταν γεμάτη πάθος. Κι οι δυο, παρασυρμένοι από την αμοιβαία έλξη και την απροσδόκητη ελευθερία που τους είχε χαρίσει η Μάλαγα, αφέθηκαν στη στιγμή χωρίς πολλές σκέψεις για το αύριο.
Για τη Μελισσάνθη, όμως, εκείνη η γνωριμία έμελλε να μείνει σαν μια παράξενη παρένθεση στη ζωή της. Ο νεαρός μηχανικός δεν έμαθε ποτέ τίποτε περισσότερο για εκείνη. Δεν γνώριζε την οικογένειά της, την καθημερινότητά της, ούτε τι συνέβη μετά την επιστροφή της στο νησί. Κι εκείνη δεν του έδωσε ποτέ την ευκαιρία να τη γνωρίσει πραγματικά.
Χάθηκε από τη ζωή του σχεδόν τόσο ξαφνικά όσο είχε εμφανιστεί. Δεν προσπάθησε να την αναζητήσει. Δεν την πήρε τηλέφωνο, δεν έψαξε να βρει τα ίχνη της, δεν επιχείρησε να ξανανοίξει εκείνη την πόρτα. Ίσως επειδή κατάλαβε πως κάποια πράγματα είναι όμορφα ακριβώς επειδή μένουν εκεί όπου γεννήθηκαν: σε μια συγκεκριμένη νύχτα, σε μια ξένη πόλη, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που συναντήθηκαν τυχαία και ύστερα συνέχισαν τον δρόμο τους. Ίσως, πάλι, να ήθελε να γίνει έτσι.
Και η Μελισσάνθη, χρόνια αργότερα, όταν θυμόταν τη Μάλαγα, δεν ήταν τόσο το πρόσωπό του που ερχόταν πρώτο στη μνήμη της, όσο εκείνη η παράξενη αίσθηση ελευθερίας που είχε νιώσει για λίγο, σαν να είχε ανοίξει ένα παράθυρο σε μια ζωή που δεν θα γνώριζε ποτέ

Η συνέχεια στην ...
Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..2)
.....

Τετάρτη 24 Απριλίου 2024

Tha Perassei Kai Afti I Kataigida

....  Ο ήχος από την βροντή τον αιφνιδίασε, τον κατέλαβε απροετοίμαστο, ήρθε να διαταράξει την ηρεμία του. Σηκώθηκε όρθιος, κοίταξε έξω από το παράθυρο του μικρού του γραφείου να δει τι συνέβαινε. Παρατήρησε πως οι δρόμοι άδειαζαν από τους πεζούς και ο ουρανός σκοτείνιαζε. Τα πυκνά σύννεφα που συσσωρεύονταν, είχαν σκεπάσει τον ήλιο και προμήνυαν μια επερχόμενη καταιγίδα. Ήταν βαριά, φορτωμένα, συνδεδεμένα με την καταιγίδα που πλησίαζε, σκεπάζοντας το φως της ημέρας και δημιουργώντας μια αίσθηση αναμονής και οι άκρες τους είχαν ακόμη φωτεινές ανταύγειες που λαμπύριζαν σαν χαλκόχρωμο κεχριμπάρι, σαν κρυσταλλιασμένο αλάτι. Το βράδυ της προηγούμενης ημέρας τα δεδομένα στο ευαίσθητο βαρόμετρο του, δεν προμήνυαν το ξέσπασμα της καταιγίδας που θα ακολουθήσει. Αυτός για άλλη μια φορά, κοιτάζει πέρα στον ορίζοντα, που τον συνεπαίρνει και τον εμπνέει να δραπετεύσει το μυαλό του απ'το εδώ και το τώρα. Δεν εστιάζει στα κοντινά, αλλά αναζητά το μακρινό και ορίζοντας γίνεται μια οθόνη για τις αναμνήσεις του.
Τα μικρά καφέ της πλατείας απέναντι, είχαν γεμίσει όταν άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες και η πρώτη εκθαμβωτική αστραπή έσκισε στα δυο τον ορατό ορίζοντα εμπρός του. Όταν έβλεπε αστραπή είχε την συνήθεια να μετρά τα δευτερόλεπτα από την αντίληψη της αστραπής μέχρι την αντίληψη της βροντής. Την άκουσε τη βροντή όταν είχε μετρήσει με μια χρήσιμη μέθοδο μέτρησης των δευτερολέπτων «εννέα» και υπολόγισε πως η αστραπή είχε πέσει σε απόσταση τριών χιλιομέτρων περίπου.  Η βροχή δυνάμωνε όλο και πιο πολύ. Μια καθαρτική μπόρα που κατέβαινε µε βρυχηθμούς από τα ξεκοιλιασμένα σύννεφα. Το νερό έτρεχε ορμητικά στις πλαϊνές υδρορροές των δρόμων κατακαθίζοντας την σκόνη, κρατώντας τους δρόμους καθαρούς. Ένιωσε την αναπάντεχη δροσιά να γλιστράει στο δωμάτιο και να απλώνεται σαν κομπρέσα στους τοίχους. Ένιωσε ένα δροσερό αερικό να τον πλησιάζει και να χαϊδεύει το μέτωπό του. Έβρεχε, έβρεχε, η πόλη ξεπλενόταν. Οι όποιες σκέψεις του θα πρέπει να σκορπίστηκαν όταν στον ουρανό πρόβαλλε ένα διπλό ουράνιο τόξο μέσα από τα σύννεφα. Οι τελευταίες σταγόνες πιτσίλιζαν τα πεζοδρόμια οι βροντές μάκρυναν πέρα βόρειο ανατολικά αφήνοντας πίσω τους ένα μακρινό σιγανό μουρμουρητό. Η καταιγίδα είχε περάσει και η κεντρική πλατεία εκεί έξω άρχισε και πάλι να γεμίζει από ζωή.
Η ζωή στον πλανήτη μας, είναι ένα εύθραυστο και λεπτό φαινόμενο που ισορροπεί πάνω στην κόψη ενός ξυραφιού, ανάμεσα στις σφοδρές εναλλαγές του κλίματος μουρμούρισε χαμηλόφωνα. Ο άνθρωπος ωστόσο δεν ικανοποιείται από τους κινδύνους που κρύβει η φύση. Αντιθέτως παρεμβαίνοντας με θράσος στο οικοσύστημα, σκάβει με επιμελημένη προσοχή τον ίδιο του τον τάφο.
Αυτός χαλάρωσε πίσω από το μεγάλο παράθυρο μισόκλεισε τα μάτια του ξεφυλλίζοντας τη σιωπή που καμωμένη από σκέψεις, που τον συντροφεύει και τον παρασύρει στα άδυτα της μνήμης και στα μεγάλα και ζόρικα ταξίδια του, που έντονα του τα θυμίζει η σημερινή κακοκαιρία. Αξέχαστες εμπειρίες, που του χάρισαν τόσα πολλά και έντονα συναισθήματα! Τον πλημμυρίζουν οι αναμνήσεις του, εκείνες οι πολύτιμες κι ανεκτίμητες αναμνήσεις του, που δεν ξεθωριάζουν ποτέ. Συσσωρευμένη βρυχάται μέσα του η αλμύρα και το αλάτι που τόσα χρόνια πότισε την υπόσταση του και ψάχνει να βρει διέξοδο και να τον ταξιδέψει σ΄ εκείνες τις εποχές σ' εκείνα τα ταξίδια. 
Ας τον ακολουθήσουμε! Σύνορα Γερμανίας Ελβετίας στα χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε. Το τραίνο δεν έκοψε ταχύτητα καθώς σκαρφάλωνε πάνω στους σκιερούς λόφους. Δυτικά στον φλογισμένο ουρανό διαγραφόταν οι βουνοκορφές των Άλπεων, λουσμένες μέσα στις τελευταίες αχτίδες του Ήλιου που έδυε. Το σκοτάδι έπεφτε τόσο απότομα ώστε η πλαγιές των βουνών χάνονταν μέσα σ’ αυτό αφήνοντας μόνο τις κορυφές να φαίνονται λουσμένες στο φως, με τον ήλιο να χάνεται αιωρούμενος στον ορίζοντα μέχρι να σβήσει και η τελευταία αχτίδα του και οι κορυφές να χαθούν μέσα στο σκοτάδι.
Η μεγάλη παρέα στο βαγόνι του τραίνου ήταν Έλληνες ναυτικοί που ξεμπαρκάρισαν από τον λιμένα Μπρεμερχάφεν (Bremerhaven) που βρίσκεται στις εκβολές του ποταμού Βέζερ, ένα εμπορικό λιμάνι από τα πιο σημαντικά γερμανικά λιμάνια, διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο στο εμπόριο της Γερμανίας. Από το Μπρέμεν λοιπόν της Γερμανίας οι ναυτικοί αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα με το τραίνο, το φημισμένο «ακρόπολις εξπρές» της εποχής που εκτελούσε τα δρομολόγια Μόναχο- Θεσσαλονίκη- Αθήνα....
"«Ακρόπολις Εξπρές», το επονομαζόμενο «τρένο της ξενιτιάς», κουβαλούσε, τα καλοκαίρια ειδικά, στοιβαγμένους στα κουπέ και τους διαδρόμους, Έλληνες, αλλά και Τούρκους «γκασταρμπάιτερ» σε μια περιπετειώδη διαδρομή από τη Θεσσαλονίκη μέσω Γιουγκοσλαβίας προς το Μόναχο και αντίστροφα, η οποία κρατούσε κοντά δύο ημέρες.
Ήταν το τρένο που μετέφερε ελπίδες, προσδοκίες και όνειρα, από τη μεταπολεμική Ελλάδα της δεκαετίας του ΄60 στη Γερμανία. που αγωνίζεται να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του πολέμου. Τα βαγόνια του τρένου φυλάσσουν στο εσωτερικό τους ερμητικά κλεισμένες, χιλιάδες ιστορίες διαφορετικών ηρώων, που με ένα φτερούγισμα στην καρδιά εξορμούσαν για να κατακτήσουν μια καινούργια ζωή, μακριά από την Ελλάδα της δυστυχίας, με μόνη τους αποσκευή την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και κοινό τους στόχο η κατάκτηση του ονείρου."
Την παρέα των ναυτικών την αποτελούν, ο Γιάννης ο Τρίτος μηχανικός από την Ελευσίνα, ο Ιπποκράτης ο καμαρότος ομογενής εξ Αιγύπτου, ο Αγγελής ο ναύτης από τον προσφυγικό μαχαλά της Καισαριανής, ο Γιώργος Ανθυποπλοίαρχος από την Λευκάδα, ο Πασχάλης ο ναύτης, ένα γιγαντόσωμο θεριό από την Σαμοθράκη, ο Επαμεινώνδας ο λοστρόμος από την ναυτομάνα Άνδρο, και ο νεαρός δόκιμος μηχανικός μας από τα χωριά του Νότιου Πάρνωνα. 
Όλοι αυτοί συνθέτουν μια παρέα εύθυμη, ταλαιπωρημένη μεν αλλά άκρως ζωντανή που η πείνα για ζωή και εμπειρίες ξεχειλίζει μέσα τους.
Προχωρώντας η βραδιά ο νεαρός μηχανικός σηκώθηκε από την θέση του και έκανε το γύρο της κουκέτας να ξεμουδιάσει την απραξία του. Από τον τρόπο που περπατούσε, ένας έμπειρος ταξιδιώτης θα μπορούσε να καταλάβει πως ο νεαρός ήταν σχετικά νεόφερτος σε ταξίδι με το τραίνο. Οι κινήσεις του ήταν κάπως απότομες σε αντίθεση με τον ανάλαφρο, σταθερό βηματισμό πολλών συνταξιδιωτών του. Έριξε μια ματιά στο εξωτερικό τοπίο αλλά τα φώτα στο βαγόνι τον εμπόδιζαν να δει καθαρά εκεί έξω το σκοτεινό τοπίο. Μ’ αυτή τη σκέψη ετοιμάστηκε να γυρίσει στη θέση του όταν ξαφνικά βρέθηκαν σε σήραγγα κι ενστικτωδώς τραβήχτηκε μακριά απ’ το παράθυρό ανοίγω-κλείνοντας τα μάτια του.
 Όλο το υπόλοιπο πλήρωμα αντιμετώπιζαν το νεαρό μηχανικό με φιλική διάθεση και τον ενθάρρυναν να πάρει μέρος στην συζήτηση που είχε ανάψει για τα καλά στο διπλανό κουπέ. Τα κουπέ είναι για έξι άτομα αλλά συνήθως ποτέ δεν είναι γεμάτα στα χειμερινά τους δρομολόγια. Η παρέα τους είχε κάνει κατάληψη σε τρία κουπέ του βαγονιού. Ο ίδιος βρέθηκε να συνταξιδεύουν με τον Αγγελή και έναν Τούρκο φοιτητή από την Κωνσταντινούπολη.
Με τον Τούρκο φοιτητή η γνωριμία ήταν μια ευχάριστη νότα του ταξιδιού. Όταν τα βλέμματα τους συναντήθηκαν μια σιωπηλή αλληλοεκτίμηση διαχύθηκε στα πρόσωπα τους. Ο νεαρός μηχανικός χαμογέλασε και στο πρόσωπο του σχηματίστηκαν σκιερές αυλακιές όμοιες μ’ αυτές του γύρω αλπικού τοπίου. Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις και ήταν εγκάρδια φιλικές παρά τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου που ήταν ακόμη νωπά. Η σπίθα που είχε ανάψει στο νησί ήταν παρούσα γύρω τους. Το ότι δεν ξέσπασε πόλεμος σκέφτηκε ο νεαρός μηχανικός οφειλόταν σε μια τραγική συγκυρία περιστάσεων και όχι σε μια εσκεμμένη τακτική των κρατών μας. Η ισχυρογνωμοσύνη τόσο το χουντικού καθεστώτος όσο και του βαθύ κράτους της Γείτονος είχαν φέρει σαν μια κακόγουστη φάρσα σε τροχιά σύγκρουσης τα δυο έθνη. Δικαιολογίες υπήρχαν και για τις δυο πλευρές. Άλλωστε πάντα υπάρχουν.
Απολάμβανε στο ταξίδι να βλέπει τα τοπία να περνούν από μπροστά του σαν μεγάλη οθόνη που κάποιο αόρατο χέρι την άλλαζε συνεχώς.
Ξάπλωσε αναπαυτικά στην κουκέτα του τραίνου, ακούμπησε πίσω στη μαλακή ταπετσαρία κι έκλεισε τα βλέφαρα του. Το τραίνο ταξίδευε με σταθερή ταχύτητα σ’ ένα απαλό νανουριστικό γλίστρημα άλλα ο νεαρός μηχανικός δεν κοιμήθηκε. Αντίθετα σκεπτόταν έντονα τα γεγονότα του τελευταίου ταξιδιού στην μακρινή άπω ανατολή. Στο τραίνο βρίσκει ο ταξιδιώτης το χρόνο να κάνει την εσωτερική του περιήγηση και να παραδοθεί στα όνειρα του. 
Θέλησε να βουλιάξει στη σιωπή και στις αναμνήσεις του, σαν το πλοίο που το καταπίνουν σύννεφα από αφρούς που στροβιλίζονται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
............... Το τελευταίο ταξίδι ήταν από τη δυτική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών προς τη θάλασσα της Ινδονησίας και από εκεί θα συνέχιζαν για Ευρώπη.
Τις τελευταίες ώρες ο ουρανός καλύφθηκε ολόκληρος με μαύρα σύννεφα και απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα έρχονταν βροντές κι αστραπές που έκαναν την νύχτα μέρα. Αν και αρχικά τα μετεωρολογικά δελτία του καιρού προέβλεπαν σχετικά καλές καιρικές συνθήκες ο καιρός άρχισε να διαμορφώνεται διαφορετικά από αυτό που προβλέπει το μοντέλο. Γύρω τους ο ουρανός ήταν σκούρος και μαβής και ο ήλιος άσπρος και λερωμένος ταξίδευε γοργά, μέσα στα σύννεφα λες και βιαζόταν να κρυφτεί.
Οι ασύρματοι σε όλα τα μήκη και πλάτη του βορειοδυτικού Ειρηνικού, ωκεανού άρχισαν να στέλνουν αδιάκοπα μηνύματα για την μεγάλη καταιγίδα που εξελισσόταν σε τυφώνα. Είχε ξεκινήσει ανατολικά των Φιλιππίνων και σάρωνε ανεξέλεγκτα τον απέραντο ωκεανό, κινούμενος με τρομαχτική ταχύτητα βόρεια, βορειοανατολικά. Τα πλοία που ταξίδευαν κοντά σε απάνεμα λιμάνια, κόλπους ή προφυλαγμένα νησιά, έσπευσαν να αγκυροβολήσουν για λόγους ασφαλείας, μετά τις απανωτές προειδοποιήσεις που έστελναν τα ερτζιανά.
Πλάκωσε η νύχτα. Και τι νύχτα! Κόλαση σωστή. Ούτε άστρο στον ουρανό. Τα φώτα της καμπίνας του άναψαν καθώς βρήκε το διακόπτη και τον γύρισε. Για ένα λεπτό αισθανόταν πολύ ζαλισμένος για να κάνει κάτι και έμεινε ακίνητος κοιτάζοντας στο κενό.
Σηκώθηκε. Ακολούθησε τον αλουέ του πλοίου μέχρι την έξοδο του ντέκ.
Το πλοίο χόρευε στα λυσσασμένα κύματα τα οποία λες και ήθελαν να το καταπιούν.
 Αγκομαχούσε πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας κι όλο κλυδωνιζόταν και μούγκριζε κάτω από το ανελέητο σφυροκόπημα των κυμάτων.
Όταν κόπασαν οι αστραπές δεν μπορούσε να δει τίποτα, η νύχτα ποτέ δεν ήταν τόσο σκοτεινή όσο αυτή.
Όσα πλοία βρέθηκαν όμως μεσοπέλαγα, το μόνο που ήλπιζαν οι ναυτικοί τους, ήταν να μη βρεθεί στη ρότα τους τούτος ο ανισόρροπος τυφώνας που άλλαζε πορεία και κατεύθυνση συνεχώς. Μια διέσχιζε τον ωκεανό προς τα βορειοανατολικά, μια γύριζε απότομα νότια, και εκεί που περίμεναν όλοι οι μετεωρολόγοι πως θα κόπαζε και θα ξεθύμαινε, αυτός θαρρείς και έπαιρνε αιφνίδιες δυνάμεις, έστρεφε και πάλι βορειοανατολικά με μεγαλύτερη ακόμα ένταση.
Στη γέφυρα υπήρχε σύσκεψη για τα επερχόμενα.
Ο πλοίαρχος ήταν ένας άνδρας γύρω στα πενήντα, αλλά τα μαλλιά του ήσαν ακόμη αρκετά μαύρα και πυκνά. Ανήκε στη κατηγορία των όχι εξαιρετικά όμορφων ατόμων που εμπνέουν όμως εμπιστοσύνη από την πρώτη στιγμή που τα συναντάει κανένας. Έδινε την εντύπωση του ευχάριστου πεπειραμένου πλοιάρχου που δεν νοιαζόταν να δίνει συμβουλές χωρίς προκατάληψη, ωστόσο είχε πολύ καλή επαφή με τα πληρώματα του. Μια χρυσή καρδιά κάτω από μια τραχιά μορφή είχε σκεφτεί ο νεαρός μηχανικός στην αρχική τους γνωριμία και είχε επιδοκιμάσει με τον νου του την κοινοτοπία του χαρακτηρισμού του. Ο Γραμματικός του πλοίου ήταν ο καπετάν Γεράσιμος που ήταν γραμματικός με κεφαλαία γράμματα. Γεροδεμένος, τετράγωνες πλάτες, μετρίου αναστήματος, με αεικίνητα γαλάζια μάτια, που δεν άφηναν τίποτα απαρατήρητο. Τα εγγλέζικα του ήταν πολύ καλύτερα από του καπετάνιου και μιλούσε πέντε έξι γλώσσες ακόμα.
Είχε περάσει μια ώρα πριν βεβαιωθούν ότι η τροπική καταιγίδα έδειχνε μεταβαλλόμενη αλλαγή πορείας με άμεσο κίνδυνο να διασταυρωθεί με το δρομολόγιο του πλοίου, αλλά ακόμη δεν μπορούσαν να αποφανθούν ποσό σύντομα θα συνέβαινε αυτό.
Ο αμείλικτος δείκτης του βαρομέτρου στη γέφυρα του πλοίου τυλιγμένο μέσα στο πέπλο της νύκτας διέγραφε τα τελευταία λεπτά συνεχή πτώση κάνοντας αντιληπτά τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν.
Ο γραμματικός μίλησε πρώτος
«Όλοι φεύγουν σα να τους κυνηγάει ο διάβολος. Ο καιρός μπορεί να γίνει πολύ ζόρικος σε τούτα τα μέρη. Έχω ταξιδέψει στην καραϊβική θάλασσα τα πρώτα μου ναυτικά χρόνια, κι έχω δει μερικούς τυφώνες στα ταξίδια μου, άλλα τίποτα δεν συγκρίνεται με έναν κυκλώνα του Ειρηνικού.»
«Έχουμε μόνο δυο επιλογές να κάνουμε» είπε.
«Μπορούμε να μειώσουμε ταχύτητα να παραμείνουμε στην θαλάσσια περιοχή που βρισκόμαστε αναμένοντας ότι τελικά η καταιγίδα θα πάρει τη συνηθισμένη βορειοανατολική πορεία που ακολουθούν οι καταιγίδες της περιοχής αυτή την εποχή και να περάσει σε ασφαλή απόσταση από την θέση μας.»
Η άλλη λύση είναι να κάνουμε αναστροφή πορείας να γυρίσουμε νοτιά νοτιοανατολικά και να αναμένουμε το ξέσπασμα της μέχρι να εξαντληθεί στα βόρεια. Ας ελπίσουμε πως δεν θα χρειαστεί να δοκιμάσουμε την δεύτερη λύση.» Συμπλήρωσε.
Ο μεγάλος κίνδυνος ήταν η συνεχώς μεταβαλλόμενη και απρόβλεπτη πορεία της καταιγίδας. Ο καπετάνιος σκέφτηκε πως είχε πολύ καιρό ν’ ακούσει χειρότερο μαντάτο. Έκανε μερικούς αριθμητικούς υπολογισμούς με το μυαλό του για να υπολογίσει την ακριβή απόσταση της καταιγίδας και τις πιθανές πορείες της. Αν και αισθανόταν ότι το πλοίο θα ήταν φοβερά εκτεθειμένο στην απόφαση του αποφάσισε να ακολουθήσουν την πρώτη λύση.
Απόμεινε να διαπιστωθεί εάν η πρώτη λύση που αποφασίστηκε ήταν και η πιο κατάλληλη και αποτελεσματική για την αντιμετώπιση της καταιγίδας.
Βρίσκονταν κάπου νοτιοανατολικά της Ιαπωνίας και η θεομηνία να μην είχε σκοπό να λιγοστέψει. Όσο πήγαινε, και φούντωνε. Η θάλασσα σφυροκοπούσε το πλοίο απ’ άκρη σ’ άκρη και κυνηγούσαν το ένα το άλλο τα κύματα, ψήλωναν σαν θεριά ανήμερα καβαλίκεψαν το κατάστρωμα και σάρωναν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και περνούσαν μανιασμένα αφήνοντας τους αφρούς καταπάνω τους.
Τρεις ημέρες αργότερα ξημέρωσε με τον ουρανό και τη θάλασσα να έχουν ακόμη μια θωλομάρα που σου έσφιγγε την καρδιά. Κατά το μεσημέρι ο ήλιος έσχισε τα σύγνεφα κι έριξε μιαν αχτίνα του μακριά. Αν και δεν είχαν οριστικά μείνει ακόμη μακρυά από την ακτίνα δράσης της καταιγίδας, το πλοίο ανακτούσε ταχύτητα καθώς η αντίσταση της κακοκαιρίας λιγόστεψε.
Μπορεί να είχαν ακόμη δρόμο μέχρι να απομακρυνθούν τελείως και να βγουν έξω από την ακτίνα δράσης της και σε ασφαλή πορεία, μα ήξεραν ότι είχε περάσει κι αυτή η καταιγίδα, άγρια όπως όλες που χτυπάνε χωρίς λύπη και έλεος… και… κάποια στιγμή αρχίζει να χαράζει ο Ήλιος ζωηρός και τα πάντα γεμίζουν με φως. Τα νερά του ωκεανού ήρεμα καθρεφτίζουν τις ακτίνες του. Υπέροχες στιγμές. Χρειάζονται μοναχά λίγα δευτερόλεπτα να κοιτάξεις τέτοιες εικόνες, για να νιώσεις ευτυχισμένος άνθρωπος. Να ζεστάνεις την ψυχή σου με την ανάσα σου. Και να σκεφτείς πόσα πράγματα σημαντικά έχεις να κάνεις, μόλις περάσει η καταιγίδα. Κι όταν η καταιγίδα θα έχει περάσει, δεν θα θυμάσαι πως τα κατάφερες ή πως επιβίωσες.
Γιατί ότι γίνει στη θάλασσα γρήγορα λησμονιέται. Έγινε πέρασε, πάει με τ’ αγέρι, με το κύμα, με τον αφρό, με του καιρού τη  διάβα. 
Πόσο διαφορετική είναι τούτες τις ώρες η θάλασσα.
Γαλήνια! Μια ήρεμη γαλήνη, μια αβίαστη γαλήνη, μια απόμακρη γαλήνη. .............................

Η χαρούμενη παρέα των ναυτικών μας τις περισσότερες ώρες τις περνούσαν συνήθως μαζεμένοι σε μια κουκέτα φλυαρώντας ευχάριστα. Οι συζητήσεις τους περιφέρονταν γύρω από τα της πατρίδος και συμπληρωματικά με τη γνώση των αναγκών του επαγγέλματος τους, που οι αρχαιότεροι της παρέας μετέφεραν την συσσωρευμένη πείρα τους στους νεώτερους. Ο ανθυποπλοίαρχος ήταν αυτός που άλλαξε πρώτος το αντικείμενο της συζήτησης. Το να περάσεις την κουβέντα από την επαγγελματική συζήτηση στη πολιτική δε χρειαζόταν και μεγάλη δεξιοτεχνία, γιατί τις ήμερες εκείνες η πολιτική αποτελούσε το κύριο θέμα. Και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία, πως όλοι θα είχαν και κάποιο πειστικό επιχείρημα στο λόγο τους, και αν κάποιος προσπαθούσε να τους αντικρούσει θα του πρόβαλλαν τις συνηθισμένες κοινωνικές θεωρίες. Ο ανθυποπλοίαρχος είχε ξαναβρεθεί σε παρόμοιες συζητήσεις και με το ταλέντο του ομιλητή με την βαθιά καλλιεργημένη και ειλικρινή φωνή του έδινε προοδευτικά ζωηρό τόνο στην συζήτηση ώστε να μην καταλήξει σε ανιαρή κουβέντα. Χαμηλόφωνος και πάντα τόσο χαμογελαστός που σε προτρέπει να υποψιαστείς ότι ο πολίτικος διάλογος δεν του είναι μια άγνωστη πρακτική, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι ο κλασσικός τύπος επαναστάτη που θέλει να ανατρέψει τα σύγχρονα πολιτικά δρώμενα.
Έπεσε μια ξαφνική σιωπή στην κουκέτα. Μόνο το σφύριγμα της ατμομηχανής και το τρίξιμο των τροχών του σιδηροδρομικού συρμού ακουγόταν στην ατμόσφαιρα. Η πολύβουη παρέα είχε σταματήσει την κουβέντα της για να μπορέσει να ακούσει την αναγγελία από τα μεγάφωνα. Ο νεαρός μηχανικός έστρεψε το βλέμμα του προς τα διαγράμματα πάνω από τις πόρτες για να αναγνωρίσει τον σταθμό άφιξης του τραίνου.
 «Πλησιάζουμε το Ζάγκρεμπ.» Πληροφόρησε την ομήγυρη, στη συνέχεια περπάτησε όχι πολύ σταθερά προς το κοντινότερο παράθυρο κόλλησε το πρόσωπο του στο τζάμι, κοίταξε ίσια μπροστά του και σε μερικά δευτερόλεπτα εμφανίζεται σαν φωτεινή όαση σε σκοτεινή έρημο η πολιτεία του Ζάγκρεμπ. Έμεινε κολλημένος στο τζάμι παρατηρώντας εκεί που ο μεγάλος μεταλλικός θόλος του σταθμού έλαμπε στο ομιχλώδες πρωινό κάτω από το φως των λαμπτήρων.
Ένα μεγάλο γκρουπ με ποδοσφαιριστές της τοπικής ομάδας καταλαμβάνουν με θορυβώδη τρόπο τα μπροστινά βαγόνια, γεμίζουν με ζωή τα σαλόνια και τα παράθυρα των βαγονιών.
Οι νέοι ταξιδιώτες μπαίνουν στο τραίνο και ξεκίνησαν να βολεύονται στις θέσεις τους.
Για μια στιγμή το βλέμμα του ταξίδεψε στον σκοτεινό καθρέφτη του γυάλινου διαχωριστικού κι είδε το είδωλο της κάπως μισοφωτισμένο καθώς προβαλλόταν στο καθρέφτη. Το είδωλο μιας κοπέλας να στέκεται πίσω στο διάδρομο. Η ελκυστική εμφάνισή της τον απορρόφησε να την παρατηρεί, κι όσο περισσότερο την κοιτούσε του ήταν αδύνατο να τραβήξει τα μάτια του απ’ το είδωλό της. Έμοιαζε με έφηβη, και σίγουρα δεν ήταν πάνω από είκοσι χρόνων. Όλα τα χαρακτηριστικά της, ως κι ο τρόπος που στεκόταν, έμοιαζαν να τονίζουν την παιδικότητα του προσώπου της, και σύντομα κατάλαβε ότι η θέα της είχε αρχίσει να τον εξάπτει. Εκείνη βέβαια δεν φαινόταν να τον προσέχει, αλλά για να αποφύγει το βλέμμα του να συναντήσει το δικό της, κοίταξε για μια στιγμή αμήχανος τα χέρια του. Στο μυαλό του εξακολουθούσε να βλέπει το είδωλο της άγνωστης κοπέλας. 
Ξανασήκωσε το βλέμμα του.... Τότε, είδε το ίδιο καστανόξανθο κεφάλι, και μαζί του την υπόλοιπη εικόνα της. Στεκόταν όρθια στην είσοδο της κουκέτας χαμογελώντας ανάλαφρα, στα χέρια της κρατούσε ένα μεγάλο δερμάτινο ταξιδιωτικό σάκο, και είχε το βλέμμα της στραμμένο προς την πινακίδα της κουκέτας.
Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν. Ασυναίσθητα αυτός τραβήχτηκε προς τα πίσω, την ίδια στιγμή, όμως δεν σταμάτησε να την κοιτάζει. Αν και η κοπέλα προσποιούνταν ότι η προσοχή της χάνονταν στην πινακίδα, αισθανόταν το βλέμμα του να την εξερευνά, έδειξε αμήχανη όπως κι εκείνος. Τον κοίταξε μια στιγμή και μετά έριξε το βλέμμα πάνω από το κεφάλι του…. Έμεινε λοιπόν ακίνητη για μερικά λεπτά, ξαφνικά έστρεψε τα μάτια της πάνω του και είδε στο βλέμμα της «ματιά καθαρή» που πάσχιζε να ρωτήσει. Ίσιωσε το κορμί του σαν να δανειζόταν ενέργεια η αυτοπεποίθησή του κίνησε τα χείλη του σ’ ένα «την κουκέτα σας ψάχνεται» κ' επειδή δε βγήκε καθαρός ήχος.... πρόσθεσε βουβά «τι πριγκιπική κορμοστασιά θεέ μου». Ήταν ψηλή και στητή σαν λαμπάδα, ένα κορίτσι γύρω στα είκοσι, με εμφάνιση «νεράιδας» παρατηρούσε γοητευμένος το παράστημα της. Το ταξίδι απόχτησε άλλης ποιότητας ενδιαφέρον… σκέφτηκε.
*Ναʼ την έρχεται λικνισμένη με χάρη
Μ’ έναν πανέμορφο κότσο 
Με γυρισμένες προς τα επάνω τις άκρες των μαλλιών της.
Όπως το πουλί μέσα στα σύννεφα.
Μ’ ένα λινό φόρεμα.
Απλά ντυμένη.
Με πόση χάρη κουνούσε ανάλαφρα το κορμί της.
Η λεπτή και χαριτωμένη κορμοστασιά της.
Α! Τι εκπληκτική ομορφιά.
Μ’ αλαβάστρινα δάχτυλα που έμοιαζαν 
Με τους βλαστούς του μπαμπού την άνοιξη.
Τα ροδοκόκκινα χείλια της,
Στόλιζαν το αρωματισμένο στόμα της.
(*Το ποίημα προέρχεται από την κινεζική μυθολογία...)
Και τα δικά της χείλη κινήθηκαν επίσης. «Είναι ελεύθερα» ρώτησε μ’ ευχάριστα φιλικό τόνο δείχνοντας τις άδειες θέσεις. Η φωνή της έστω και στις τετριμμένες λέξεις ηχεί βαθιά, βελούδινη στ’ αυτιά του!
Κάτι πήγε να της πει αλλά τον πρόλαβε εκείνη λέγοντας: «Είστε Έλληνας; Η κάνω λάθος;»
«Ναι, ναι πραγματικά από την Ελλάδα είμαι… Αλήθεια και εσείς;  Πολύ ενδιαφέρον.».
«Νομίζω εδώ είναι η θέση μου! Μπορώ να καθίσω;;»
«Ναι βέβαια γιατί όχι».
Ξεπερνώντας την αρχική του αμηχανία ο νεαρός μηχανικός περπάτησε σιωπηλός την απόσταση που τους χώριζε, την πλησίασε να την βοηθήσει, ζήτησε ευγενικά τον ταξιδιωτικό σάκο τον πήρε στα στιβαρά του χεριά και τον τακτοποίησε στον ουρανό της κουκέτας.
Τον ευχαρίστησε που τη βοήθησε. «Ευχαριστώ πολύ ήταν, πολύ ευγενικό εκ μέρους σας» του είπε.
Η αρχική του αμηχανία ήταν ορατή με γυμνό μάτι. Φαινόταν ντροπαλός - σα να είχε καταπιεί τη γλώσσα του μολονότι η κοπέλα μιλούσε την γλώσσα του.
Την κοίταξε «Δεν είναι απαραίτητο να μ’ ευχαριστήσετε καν. Ακολούθησα κανόνες της λακωνικής γης.» της απάντησε βρίσκοντας το χαμόγελο του.
Έμεινε για λίγο ευχάριστα άναυδη «αιφνιδιασμένη».
«Μη μου πείτε! Και εσείς Λάκωνας» είπε.
Το πανωφόρι της παλλόταν στους ώμους όπως τον προσπερνούσε στα θυρόφυλλα της κουκέτας που έκλεισαν πίσω τους, γλίστρησε σαν χορεύτρια, ήταν υπέροχη, ήταν ένα όνειρο και το άρωμά της έμεινε εκεί δα, στη νοτισμένη πρωινή ατμόσφαιρα της κουκέτας.
Ένοιωσε και πάλι τον εαυτό του να κοκκινίζει ελαφρά.
«Από τα περίχωρα της Μονεμβασιάς» και προτείνοντας το χέρι του μ’ εγκαρδιότητα συστήθηκε.
Αυτή δίστασε ανεπαίσθητα, βλεφάρισε αντικρίζοντας δυο μάτια στο χρώμα του καπουτσίνο που θα έβαζαν σε πειρασμό κάθε γυναίκα. Μετά πήρε το χέρι του και το κράτησε για λίγο σφιχτά. «Να υποθέσω ότι θα βρεθούμε και συγγενείς;» αναρωτήθηκε «φορώντας» ένα αφοπλιστικό χαμόγελο. «Από τα ορεινά χωριά του Ζάρακα η καταγωγή μου. Τα κρυμμένα ανάμεσα στα βουνά», συμπλήρωσε, και της ξέφυγε ένας στεναγμός ευχαρίστησης καθώς καθόταν αναπαυτικά στην άδεια θέση. Και μόνο η σκέψη της απρόσμενης συνάντησης σ’ αυτό τον απόμακρο σιδηροδρομικό σταθμό των Βαλκανίων την έκανε να χαμογελάσει. Ίσως το ταξίδι της να μην εξελισσόταν άσχημα. Ο κόσμος τελικά είναι πολύ μικρός.
Ένιωσαν το απαλό συναίσθημα της επιτάχυνσης της αμαξοστοιχίας και μετά μια αόριστη, ελάχιστη αντιληπτή, αίσθηση ταχύτητας.
Η κοπέλα, πραγματικά ήταν πολύ όμορφη, το ντύσιμο της αν και ευπρεπές άφηνε αρκετά ερεθιστικά σημεία ακάλυπτα. 
Ο νεαρός μας μηχανικός προσποιήθηκε ότι άκουγε τον διπλανό του, τον Αγγελή τον ναύτη για να μην της δώσει να καταλάβει ότι χάζευε τις χυτές γάμπες της. Στο μεταξύ αναλογίστηκε το εσωτερικό του δίλημμα πως θα προετοιμάσει το έδαφος για ένα φλερτ. Ύστερα συγκράτησε την παρόρμηση του να πει κάτι «χαριτωμένο». Ήταν καθαρή διαίσθηση. Πρέπει να προσέξει πάρα πολύ καλά την αρχή, πώς θα το πάει. Σε πρώτη φάση τα βλέμματα τον γυναικών τον προσπερνούν. Βλέπουν έναν νεαρό άντρα µε όχι ιδιαίτερα προσεγμένα παπούτσια, µ’ ένα φθαρμένο τζιν κι από πάνω ένα βαμβακερό μπλουζάκι. Τα μαλλιά του είναι επίτηδες ανακατωμένα. Είχε μαλλιά που του το επιτρέπουν. Σκεφτόταν. «Μπας και πολύ το βασανίζω το θέμα;»
Αυτή η σκέψη ήταν τόσο έντονη που παρέλειψε όλες τις τυπικότητες και μπήκε κατευθείαν στην ουσία. Η νεαρή γυναίκα παρουσίαζε πλέον έντονο ενδιαφέρον για εκείνον ως άντρα. 
Είτε θα της έλεγε κατευθείαν την αλήθεια για τις σκέψεις του, ξέροντας τον κίνδυνο ότι η έλξη μεταξύ τους θα έκανε φτερά αν προσπαθούσε να δώσει μια ώθηση πέρα από τα επιτρεπτά όρια. Στριφογύρισε στη θέση του έτσι ώστε να την κοιτάζει κατάματα, ακουμπώντας το χέρι στην πλάτη του καθίσματος και γέρνοντας προς το μέρος της, τη ρώτησε όταν εκείνη έμεινε σιωπηλή: «Αν σας κάνω μια προσωπική ερώτηση, υπόσχεσαι να μην με παρεξηγήσετε;» 
«Εξαρτάται από την ερώτηση.»
Έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό. Ήταν ένας αναστεναγμός ανακούφισης. «Με συγχωρείς» είπε «Κλασσική γυναικεία απάντηση.»
Μισόκλεισε τα µάτια της. Τι άραγε να ρωτούσαν αυτά τα μισόκλειστα µάτια. «Α, ώστε το πρόσεξες ότι είμαι γυναίκα».
Χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω της, έθαψε προς στιγμήν τα δάχτυλά του στα μαλλιά του και τα τράβηξε ανέμελα προς τα πίσω, µε αποτέλεσμα να ανακατευτούν ακόμα πιο πολύ. Στο μεταξύ δεν κοιτούσε πια τον διπλανό του. Ήταν σαν να μην υπήρχε πια. Σαν να ήταν πια µόνο οι δυο τους. Η κοπέλα του χαμογέλασε. Και δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρύψει το σύντομο εξεταστικό βλέμμα που άφησε να γλιστρήσει πάνω από το υπόλοιπο σώμα του. Προφανώς της άρεσε αυτό που έβλεπε, γιατί το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ, δείχνοντας έτσι τα ωραία δόντια της. Και το χαμόγελο το νεαρού μηχανικού πλάτυνε και τα μάτια του τώρα λένε τόσα πολλά όσα δεν τολμά η φλύαρη γλώσσα του. Ήταν δυνατόν να μην προσέξει κάτι τέτοιο. Η αλήθεια ήταν ότι του άρεσε πολύ η νεαρή γυναίκα διπλά του. «Ναι και βέβαια το πρόσεξα πως είστε μια όμορφη και ενδιαφέρουσα γυναίκα και θα χαιρόμουν να γνωριστούμε καλύτερα.» 
«Δε νομίζετε πως βιάζεστε κύριε .....;»
«Αλκιβιαδης! Δίκιο έχετε, πάντα βιάζομαι για κάτι που μ’ ενδιαφέρει πολύ. Αυτό που στη γλώσσα μας ονομάζεται «τακτ», μου είναι δύσκολο να το εφαρμόσω,..»
«Μυρτώ! Βοηθάει όμως στις καλές σχέσεις δεν συμφωνείται;. »
«Οφείλω να δεχτώ πως έχετε δίκιο αλλά..... »
«Αλλά; Τι είναι αυτό που σας ενδιαφέρει και δεν το λέτε;».
«Όπως δείχνουν τα πράγματα, ας πούμε είστε εσείς.» της είπε αυτός χαμογελώντας.
«Βιάζεστε, βιάζεστε. Θα δούμε…προς το παρόν πρέπει πρώτα να γνωριστούμε».
«Σωστά, αλήθεια είστε δεσποινίς ή κυρία;». Παίρνει νέα ρίσκα  να την προσεγγίσει.
«Παίζει ρόλο αυτό; Στην εποχή μας ο διαχωρισμός αυτός είναι περιττός.»
«Ναι βέβαια, αλλά είναι ένας τρόπος να μάθω αν είστε παντρεμένη…».
«Και σε τι θα σας ωφελούσε αυτό;».
«Ε, πως, αν είστε παντρεμένη θα πρέπει να σας διεκδικήσω από το σύζυγο αν είστε δεσμευμένη…».
«Α, έτσι μπορείτε να φτάσετε ως εκεί; Δε θα χρειαστεί, δεν είμαι παντρεμένη».
 Ο Αλκιβιάδης δεν μπόρεσε να μη γελάσει. Κατάλαβε ότι η έμπνευση της στιγμής είχε αγγίξει την  νεαρή κοπέλα. ««Εμείς οι δυο έχουμε ακόμη πολλά να πούμε!»
Την είδε να ξεροκαταπίνει και πρόσεξε τη διαστολή στις κόρες των ματιών της, που μαρτυρούσε την στιγμιαία διέγερση της.
Τα σώθηκα του πήραν φωτιά. Όταν ανεβαίνει το θερμόμετρο, τα πάντα μπορούν να συμβούν.
Έκατσε πιο βαθιά στο κάθισμα κι έπαιξε με τα δάχτυλα την άκρη από το κορδόνι του πανωφοριού του, αφήνοντας το μυαλό του να παρασυρθεί σε προσωπικές σκέψεις.
«Η Ρηχειά ήταν στη νηπιακή ηλικία η καλοκαιρινή μου διαμονή. Αλλά και στην εφηβεία μου πέρασα δυο ολόκληρα καλοκαίρια εκεί. Στο δρόμο προς τη Βλυχάδα, τοπίο μαγικό η Ράχη. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως πολύ κοντά σε αυτό τον ορεινό οικισμό βρίσκεται η μαγευτική παραλία της Βλυχάδας. Άγνωστη για τους πολλούς, ακριβό προνόμιο για αυτούς που την γνωρίζουν. Είναι βίωμα, μαγεία, και δεν παίρνει περιγραφή η μαγευτική αυτή παραλία, εκεί που η θάλασσα λαμπυρίζει σε χιλιάδες σταγόνες φωτός. Ένα τοπίο με μυστική παρθενικότητα, με αρώματα βουνού και ψιθύρους της θάλασσας στη σκιά των βράχων, θαυμάζοντας το μαγευτικό και σπάνιο χρώμα των νερών. Παραλία δυσπρόσιτη, με ανοίγματα στους συμπαγείς βράχους, όπου σχηματίζεται ο εντυπωσιακός όρμος της Βλυχάδας. Η πρόσβαση γίνεται μέσα από μονοπάτια με πικροδάφνες, γαλατσίδες, κιτρινοξιλιές, συκιές και σκίνα. Τα καλοκαιρινά βράδια στη Βλυχάδα είναι δροσερά. Είναι ο γλυκός νυκτερινός αέρας που κατεβαίνει από τα βουνά του Ζάρακα με τα έλατα και περνάει από τα αμπέλια, τις ελιές, τις χαρουπιές και τις συκιές και φέρνει μαζί το θυμάρι που σμίγει με τη θαλασσινή αύρα. Αυτή η αύρα είναι που μαζί με τον ήσυχο παφλασμό του νερού σε νανουρίζουν τα βράδια κοντά στο κύμα, όταν αποκαμωμένος από το κολύμπι ησυχάζεις. Ένα άγριο και επιβλητικό τοπίο, που γίνεται όμως απρόσιτο και πολύ επικίνδυνο όταν λυσσομανούν τα μελτέμια.» Της είπε.
Είδε τη λάμψη στο χαμόγελο του προσώπου της, λες και κάποιος το είχε αποτυπώσει εκεί. Το μυαλό της πρέπει να ταξίδεψε σε ευτυχισμένες στιγμές....... σε χαρούμενους τόπους. Της χαμογέλασε καθησυχαστικά, και στο χαμόγελο του φάνηκε μια λάμψη ευχαρίστησης στην ανάμνηση αυτών των καλοκαιριών.
«Πως βρεθήκατε στο Ζάγκρεμπ;»
«Σπουδάζω σ' αυτή την πόλη.»
«Είστε Ελληνίδα και σπουδάζετε εδώ στο Ζάγκρεμπ;».
«Γιατί σπουδάζω στην Κροατία;. Εκτός από την ομορφιά της χώρας, η υψηλή ποιότητα σπουδών σε συνδυασμό με τα χαμηλά δίδακτρα είναι δέλεαρ.»
«Α, μάλιστα. Είστε τόσο νέα. Έχετε σκέψεις για κάποια ακαδημαϊκή καριέρα;»»
«Υπερβολές. Σπουδάζω ιατρική. Το κάνω γιατί μ’ αρέσει… αλλά πέστε μου εσείς πως ασχοληθήκατε με την θάλασσα;»
«Που το καταλάβατε;»
«Άκουσα κάποιες στιχομυθίες με τους φίλους σας και κατάλαβα..»
Πήγαν παρακάτω, μίλησαν όμως περισσότερο για τα ενδιαφέροντα τους παρά για την προσωπική τους ζωή. Τους απασχόλησε ακόμα η πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη άλλαζε αλλά κανένας δεν θα μπορούσε να βεβαιώσει πως πήγαινε προς το καλύτερο. Στην πατρίδα, έλεγαν, είχε επανέλθει η δημοκρατία αλλά πώς να επανέλθει κάτι που δεν είχε φύγει μια και δεν είχε υπάρξει; 
Πάνω από δυο ώρες, συζήτησαν. Εκείνη ξέσπασε πολλές φορές σε γέλια «Αγαπητέ μου, μένω κατάπληκτη! Γνωρίζετε πολύ καλύτερα από μένα, τα χωριά του Πάρνωνα.»
«Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δε θα μου περνούσε από το μυαλό ότι κάποτε θα αντάμωνα κάτω από τέτοιες συνθήκες μια Ζαρακιτισα με γνήσια ομορφιά και αντάξια απόγονο της πεντάμορφης Στάμω, την Παναρίτη. Της λυγερής της Στάμω, με την αέρινη κορμοστασιά».
«Με κολακεύετε. Πολύ φοβάμαι ότι δεν γνωρίζω, για το πρότυπο που μου λέτε.» Του αποκρίθηκε χαμογελώντας.
Του φάνηκε παράξενο που δεν γνώριζε την ιστορία τούτη.
Τις επόμενες ώρες της αφηγήθηκε την «ιστορία» της φημισμένης Στάμω.
Την αιχμάλωτη του Ιμπραήμ. ...........
"......... Την ώρα που ο ήλιος καταπόρφυρος, αναδυόταν βαθιά στον ορίζοντα, μέσα στα καταγάλανα νερά του Μυρτώου, άρχισε το μακελειό. Σκοτείνιασε ο ουρανός και ο ουρανός και ο ήλιος κρύφτηκε μες στη μεγάλη εκείνη σκοτεινιά. Άναψαν τα τούρκικα γιαταγάνια, καθώς τα σφαγμένα κορμιά κατρακύλαγαν το ένα πίσω από το άλλο στο βάθος της βαθιάς εκείνης λαγκάδας.
«Α! Ετούτη τη μορφονιά αφέντη μου, μην τη χαλάσουμε» είπε ο δήμιος στο σερασχέρη δείχνοντας με το ματωβαμμένο χέρι του τη Στάμω, που κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της το δωδεκάχρονο αδελφό της τον Αντώνη. «Είναι πολύ γκιουζέλ. Θα χαρεί ο πασάς σαν του την πάμε να την έχει στολίδι στο χαρέμι του»
Έτσι, την όμορφη Στάμω, την Παναρίτη και τον μοναδικό αδερφό της, τον Αντώνη, τους μπάρκαραν σε ένα πλεούμενο, και από την Πύλο βρέθηκαν στην Αλεξάνδρεια, συστημένοι για το χαρέμι του μεγάλου πασά. Τη λυγερή τη Στάμω,με την αέρινη κορμοστασιά, εκείνος ο πασάς τη στόλισε στα μετάξια και τα χρυσαφικά. Την έκανε βασίλισσα του χαρεμιού του. ....................."
.....Υπήρχε κάποιο πάθος και βαθύ αίσθημα πίσω από τα λόγια του, που έκρυβε μια βαθιά εσωτερική ζεστασιά. Είχε χαθεί μέσα στις λεπτομέρειες της αφήγησης του για αρκετή ώρα όταν άκουσε μ’ ευχαρίστηση την απαλή μουσική που πλημμύρισε ξαφνικά το βαγόνι, χωρίς να διασπασθεί η ροή της ιστορίας του. Όπως ξαφνικά άρχισε η μουσική έτσι ξαφνικά σταμάτησε. Μεσολάβησε μια σύντομη σιγή, και μια γλυκιά διακριτική φωνή ανήγγειλε τον επόμενο σταθμό.
Το τραίνο πλησίαζε τώρα στο τέλος του ταξιδιού του. Θα έφτανε στη Θεσσαλονίκη σε λιγότερο από μια ώρα. Στα μάτια του νεαρού μηχανικού απλώθηκε μια ονειροπόλα έκφραση. Κοίταξε την κοπέλα δίπλα του σιωπηλός. Την περίμενε αυτή την εξέλιξη. Όταν όμως το τέλος του ταξιδιού και ο χωρισμός όσο και αν είναι αναμενόμενος, γίνεται πραγματικότητα, πάντα προκαλεί ένα τρεμούλιασμα στην καρδιά. Είναι δύσκολη η αντιμετώπιση της πικρής αυτής αλήθειας, που σε βγάζει από έναν εφήμερο απατηλό παράδεισο. Για λίγο οι δυο νέοι κοιτάχτηκαν ο ένας με τον άλλον, εκτιμώντας, μελετώντας, ξεπερνώντας τα σύνορα της συστολής που χώριζαν τη σύντομη γνωριμία τους. Κάτι αναταράχτηκε μέσα τους, κι ορθώθηκε όπως το τρομαγμένο άλογο.
Άφιξη στη Θεσσαλονίκη.
Αισθάνθηκαν τον κρύο αέρα να τυλίγει τα πόδια τους και παγωμένες ψιχάλες βροχής να πέφτουν πάνω τους. Ζύγωνε η ώρα του χωρισμού.
Η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά στο στήθος.
Ήταν ένα φυσικό συναίσθημα, ωστόσο δεν ήθελαν να το αφήσουν να έλθει στην επιφάνεια.
Αυτή δεν ήταν χαρούμενη, ούτε ανάλαφρη η ομιλητική.
Μια σκιά απλώθηκε στο πρόσωπο της. « Έως εδώ ήταν λοιπόν;». Και κάποιο ίχνος παράκλησης φάνηκε στη φωνή της.
Την κοίταξε ερωτηματικά στα μάτια, με αμφιβολία για μια στιγμή, κι είπε.
«Δεν είμαι σίγουρος τι εννοείς μ’ αυτό. Ακούγεται σα μια θετική πρόταση.»
Εκείνη τον πλησίασε κι αυτός χωρίς δισταγμό την αγκάλιασε. Έβαλε το δάχτυλο της στα χείλια του κι αυτός το φίλησε ανάλαφρα. Κοιτάζοντας τον με ελαφρά δακρυσμένα τα γκριζοπράσινα μάτια της του είπε. «Φαινόσουν τόσο ευτυχισμένος τόσο χαρούμενος εκεί μέσα στην κουκέτα. Έμεινα κουρνιασμένη στον ώμο σου και άκουγα την καρδιά σου να κτυπάει γρήγορα στην αρχή και μετά αργά και πιο αργά.»
«Πρέπει να χωρίσουμε τώρα.» του είπε.
Εκείνος δίστασε και μετά έσκυψε και την φίλησε. Έμειναν αγκαλιασμένοι για λίγο.
«Θα ξαναϊδωθούμε σύντομα.» Της είπε.
«Το ελπίζω» του μουρμούρισε με θλίψη και κίνησε για το μικρό αυτοκίνητο που την ανέμενε εκεί έξω στην είσοδο του σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης.
Τα βλέμματα τους αποχωρίστηκαν με την σιωπηλή αλληλοεκτίμηση αυτών , που επιθυμούν οι δρόμοι τους να σμίγουν ξανά.
Στεκόταν ακίνητος στη μέση της αποβάθρας κι άκουγε τα βήματά της που απομακρύνονταν, την παρακολουθούσε μέχρι που έκλεισε η πόρτα του αυτοκινήτου πίσω της.
Κατέβασε τα μάτια του τα στύλωσε στο έδαφος και δεν τα σήκωσε παρά μόνο όταν τα μεγάφωνα του σταθμού ανήγγειλαν την αναχώρηση του τραίνου. Προχώρησε προς την σκάλα ανόδου μελαγχολικά και ανέβηκε στο βαγόνι για τη συνεχεία του ταξιδιού και το τέλος της διαδρομής. Δεν είχε καμία διάθεση για κουβέντα καθώς καθόταν στη φωτισμένη κουκέτα του. Το τραίνο ξεκίνησε.
Με την πλάτη ακουμπισμένη στο κάθισμα του, κοίταζε από το αχνισμένο τζάμι το σταθμό που έμενε πίσω τους με μάτια που δεν έβλεπαν. Ένοιωθε την καρδιά του να κτυπάει ξέφρενα στο στήθος του.
Την ονειρευόταν συχνά ...... όχι απόλυτα ερωτικά........ όταν επέστρεψε στα επαγγελματικά του θαλασσινά ταξίδια. Στα όνειρα του έβλεπε πάντα ότι ήταν αδύνατο να τη φτάσει. Δεν τον άκουγε όταν τη φώναζε. Του έφευγε, όσο την πλησίαζε.
Τα όνειρα αδυνάτισαν με τον καιρό.

............
**Τώρα που πίσω από πέλαγα
έχουν χαθεί τα παλαιά μου οράματα
και δεν με φθάνει η μορφή τους
κι η ανάμνηση τους μ’ άφησε…

Δεν τό ’θελα ποτέ
σε τέτοιες σκέψεις να γυρίσω.
Μα είναι νύχτες,
κάποιες ατέλειωτες,
που από τα πέλαγα
όλως ακούραστα
τα παλαιά μου οράματα
τα φέρνω πίσω.

**Από τη συλλογή Έρεβος (1956)
[πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 62005, σ. 14]
 
Web Informer Button