Ads 468x68px

Slider

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

Ο καλός ιεράρχης Παύλος

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019
Ο καλός ιεράρχης Παύλος

Γράφει ο Χρήστος Ξανθάκης

Τι περιμένετε δηλαδή, να πανηγυρίσω; Να βάλω τα μεταξωτά και να φυσάει; Εντάξει παλικάρια μου, την κέρδισε ο Τσίπρας την ψήφο εμπιστοσύνης χτες το βράδυ στη Βουλή. Αλλά υπήρχε και περίπτωση να μην την κερδίσει; Αφού τους είχε για πλάκα τους αντιπάλους του, όπως στο δημοτικό σχολείο όταν παίζαμε η τρίτη με την έκτη τάξη. Δεν πα’ να τρέχεις,..
δεν πα’ να σκούζεις, δεν πα’ να χτυπιέσαι οι μεγαλύτεροι θα το κερδίσουν το ματσάκι. Και ελπίζω να καταλάβατε τώρα πια ποιος είναι ο μεγαλύτερος σε αυτό το παιχνίδι και ποιοι είναι για να φωνάζουν τις μανάδες τους να τους αλλάξουν την πάνα βρακάκι. Τελεία.
Τα ξέραμε όμως όλα τα ανωτέρω, γνωστά ήταν και είναι στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ. Όπως αναμενόμενα ήταν και τα σημερινά τα πρωτοσέλιδα, που αφού χάθηκε η πρώτη μάχη προχωράνε στην επόμενη. Με φουλ Μακεδονικό φρόνημα και βόθρο από χυδαιολογίες, όπως αρμόζει στην περίπτωση. Γιατί η φυλή οφείλει να βάλει τα χεράκια της και να βγάλει τα ματάκια της. Γιατί η φυλή οφείλει να βγάλει το όπλο της και να πυροβολήσει το πόδι της. Γιατί η φυλή δεν μπορεί ν’ αντέξει ανθρώπους που ενώνουν και δεν χωρίζουν. Ανθρώπους σαν τον Μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης Παύλο, που μόλις εγκατέλειψε τα εγκόσμια…
Είναι, ξέρετε, μια στιγμή αμήχανη για εμάς τους αριστερούς, να πλέκουμε το εγκώμιο ενός ιεράρχη. Κανονικά, βλέπουμε ράσο και μας γυρίζει το μάτι. Ανεβαίνουν τα γράδα, ανεβαίνει κι η θερμοκρασία μαζί, στο τσακ είμαστε ν’ αρχίσουμε το σιχτίρι. Γιατί η οργανωμένη εκκλησία το έχει πάει καροτσάκι το επαναστατικό μήνυμα του Ιησού και την έχει ξεφτιλίσει την ανθρωπιστική διδασκαλία του. Όλα για την εξουσία, όλα για την κονόμα, όλα για το νταλαβεράκι. Κλείνοντας το μάτι στους κάθε λογής καταπιεστές, στους κάθε λογής ρατσιστές, στους κάθε λογής βρωμιάρηδες που επικαλούνται την πίστη για να εγκληματήσουν.
Όχι ο Παύλος όμως! Ο συγχωρεμένος ο Μητροπολίτης Σιατίστης βγήκε μπροστά σε ώρες δύσκολες και δεν κρύφτηκε. Και μίλησε με λόγια σταράτα για τη Χρυσή Αυγή και τη δράση της όταν έπρεπε, όταν έκαιγε το σίδερο, όχι κατόπιν εορτής. Με δικά του λόγια:
«Άφησα τελευταία τη Χρυσή Αυγή που στην πραγματικότητα είναι “μαύρη νύκτα”. Είναι θλιβερό ότι κάποιοι «χριστιανοί αγωνιστές» ταυτίστηκαν με τη χρυσή αυγή για να υπερασπιστούν τον Χριστό. Τον Χριστό που η Χρυσή Αυγή τον διώκει, τον προσβάλλει και τον εξευτελίζει καθημερινά και το πράττει στα πρόσωπα, των προσφύγων, των μεταναστών ακόμα και των παιδιών. Κάθε εναγκαλισμός και χάϊδεμα χριστιανού η πολύ περισσότερο ιερωμένου προς τη Χρυσή Αυγή δείχνει μπέρδεμα φρικτό και ακύρωση της πίστης».
Ο Παύλος, επίσης, δεν είχε μετρήσει τα λόγια του μιλώντας για το μεταναστευτικό ζήτημα και τις πάσης φύσεως αντιδράσεις απέναντι στις ταλαιπωρημένες ψυχές που περνούν καθημερινά το Αιγαίο. Σε μια σειρά από συνεντεύξεις του, είχε απευθύνει κάλεσμα προς τους πολίτες να βοηθήσουν τους πρόσφυγες που έφταναν στη χώρα μας και να κλείσουν τα αυτιά τους στις φωνές αυτές, τονίζοντας πως ο μεγάλος πρόσφυγας ήταν ο Χριστός. Όταν οι «συνάδελφοί» του στην Ιερά Σύνοδο, μόνο φραγγέλια δεν βγάζανε, για να αντιμετωπίσουν τους κακομοίρηδες που αναζητούν σωτηρία από πολέμους και αυταρχικά καθεστώτα…
Οπότε κλίνουμε το γόνυ. Και μια προσευχή κάνουμε για έναν ιεράρχη που δεν πρόδωσε την πίστη του ούτε μια στιγμή. Την πίστη σε ιδέες φωτεινές που μας βγάζουν από το βούρκο της αμοιβάδας και μας κάνουν ανθρώπους. Αγάπη, ειρήνη, αλληλεγγύη, η θρησκεία του Ιησού Χριστού, που στη διαδρομή της έφαγε ένα σωρό ντελαπαρίσματα. Για πολλούς και διάφορους λόγους, τους ξέρουμε όλοι και όλες, δεν έχει να τους αραδιάζουμε εδώ. Σημασία δεν έχει αυτό, σημασία έχει ότι ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Παύλος δεν έκανε πίσω, δεν ξεπούλησε. Και στις κρίσιμες στιγμές καθοδήγησε ορθά το ποίμνιό του. Αιωνία του η μνήμη, αν υπάρχει Θεός νομίζω ότι θα είναι πολύ περήφανος για τον ιεράρχη του!

- το κείμενο του Χρ. Ξανθάκη είναι από το newpost.gr
Posted by zoornalistas at Πέμπτη, Ιανουαρίου 17, 2019 

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Ο Τσίπρας και οι οκτώ (πολιτικοί) νάνοι

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019
Ο Τσίπρας και οι οκτώ (πολιτικοί) νάνοι
Ζούμε τη φάση που όλοι (πλην Σαμαρά – Καμμένου - Μιχαλολιάκου) επιθυμούν να περάσει η συμφωνία, αλλά δεν την ψηφίζουν μήπως... πέσει ο Τσίπρας!..
Γράφει ο Νίκος Τσαγκρής

«Κυβέρνηση είναι μια παρέα ανθρώπων που παρενοχλούν τους υπόλοιπους», έλεγε ο μέγας Ρώσος αναρχομηδενιστής Λέων Τολστόϊ – και αυτή είναι η πιο λαϊκή και, ταυτόχρονα, η πιο δημοκρατική θεώρηση της έννοιας «κυβέρνηση» που, προσωπικά, έχω ακούσει. Φυσικά, δεν θα εξαιρέσω την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ από τη συγκεκριμένη θεώρηση, κι ας είμαι
ένας από τους εκατοντάδες χιλιάδες… υπόλοιπους που, αν και παρενοχλούμενοι απ’ αυτήν, εξακολουθούν να την στηρίζουν.
Ωστόσο, δεν μπορώ παρά να σημειώσω ότι, στην περίπτωση της κυβέρνησης Τσίπρα, η θεώρηση του Τολστόι στέκει και αντεστραμμένη: Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ είναι μια παρέα ανθρώπων που παρενοχλείται απ’ τους υπόλοιπους. Ειδικά από τους εκπροσώπους των υπολοίπων στη Βουλή, ειδικότερα απ’ αυτούς της ΝΔ και του ΚΙΝ.ΑΛ και ειδικότατα απ’ τους αρχηγούς τους. Τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη και την κ. Φώφη Γεννηματά αντίστοιχα. Που ζουν για να παρενοχλούν την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Μέχρις τελικής… πτώσεως!..
Να την πολιορκούν, ακριβέστερα, με βασικό πολιορκητικό κριό το δεύτερο συνθετικό της, τουςΑΝΕΛ. Και ιδιαίτερα τον αρχηγό τους: την… «κότα την λειράτη», τον «ακροδεξιό», τον «εθνικιστή», τον «ψεκασμένο» Πάνο Καμμένο . Με τον οποίο ξαφνικά συμφώνησαν ότι… η Μακεδονία είναι Ελληνική… Και περιμένουν πώς και πώς το… διαζύγιό του με τον Τσίπρα. Μήπως και…
*******
Ωστόσο, μαθαίνω ότι ο πρόεδρος της ΝΔ επιθυμεί να περάσει η συμφωνία των Πρεσπών, «για να μην τη βρει μπροστά του», όπως λέει, ως ο επόμενος… πρωθυπουργός: «δημοσίως εμφανίζεται αρνητικός», μου λένε, διότι απ’ τη μια δεν θέλει να ρισκάρει την επιτυχημένη, όπως ισχυρίζεται, επένδυσή του στην εθνικιστική Δεξιά, και από την άλλη προσδοκά την απώλεια της δεδηλωμένης «που θα επιφέρει το διαζύγιο με τον Καμμένο». Και εξ αυτής τον κλονισμό (ακόμα και την… πτώση!) της κυβέρνησης, υποθέτω.
Αντίστοιχες, εξάλλου, αν όχι στοιχημένες με τις επιθυμίες και τις προσδοκίες του αρχηγού της ΝΔ, είναι και αυτές της κ. Γεννηματά του ΚΙΝΑΛ, καθώς και αυτές των κ.κ. Κουτσούμπα του ΚΚΕ, Θεοδωράκη του Ποταμιού και Λεβέντη της Ένωσης Κεντρώων. Με κάποιες μικροσυμφεροντολογικές διαφοροποιήσεις επικοινωνιακού, κυρίως, χαρακτήρα για τον καθένα…
Κάπως έτσι (με διακύβευμα την πολύτιμη για τα εθνικά συμφέροντα της χώρας μας συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ, παρακαλώ) ολοκληρώνεται η φάση πολιτικής παραλυσίας της μνημονιακής περιόδου∙ με τον αριβισμό, την εθνική ανευθυνότητα και την πολιτική αναξιοπιστία να χτυπούν κόκκινο: Ζούμε τη φάση που όλοι (πλην Σαμαρά – Καμμένου - Μιχαλολιάκου) επιθυμούν να περάσει η συμφωνία, αλλά δεν την ψηφίζουν μήπως... πέσει ο Τσίπρας!..
Αλλά η υποθήκευση της θετικής ή της αρνητικής ψήφου των βουλευτών για την κύρωση η μη της συμφωνίας των Πρεσπών στην πτώση (ή και στην επιβίωση) της κυβέρνησης, υπονομεύει σε βαθμό κατάλυσης τον θεσμό της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.
*******
Ψιλά γράμματα, θα μου πείτε. Όμως, τι θα μου έλεγαν τρείς πρώην πρωθυπουργοί (Κώστας Καραμανλής, Κώστας Σημίτης, Γιώργος Παπανδρέου) που διαχειρίστηκαν ανεπιτυχώς το μακεδονικό ζήτημα, αν τους ρωτούσα γιατί επιμένουν είτε να σιωπούν (Κώστας Σημίτης) είτε να κοροϊδεύουν την κοινωνία με μικροπολιτικές παρεμβάσεις (Κώστας Καραμανλής – Γιώργος Παπανδρέου) επί της ουσίας του θέματος της συμφωνίας των Πρεσπών και του πολιτειακού διακυβεύματος που εγείρει η υποθήκευση της θετικής ή της αρνητικής ψήφου των βουλευτών για την κύρωσή της ή μη σε συμφεροντολογικές σκοπιμότητες;
Προφανώς, θα επέμεναν είτε να σιωπούν (Κώστας Σημίτης) είτε να κοροϊδεύουν την κοινωνία με μικροπολιτικές αιτιάσεις (Κώστας Καραμανλής – Γιώργος Παπανδρέου), προσθέτοντας τα τελευταία ίχνη πολιτικής αξιοπιστίας που τους απέμεναν στην αναξιόπιστη πολιτική κουρελού της εποχής των μνημονίων. Κατά τη διάρκεια της οποίας οι ηγέτες των κυβερνώντων κομμάτων μεταβλήθηκαν σε απλούς διαχειριστές των επιβεβλημένων μνημονικών υποχρεώσεων, χάνοντας ακόμα και το «δικαίωμα στην υπόσχεση», το δικαίωμα στο «Θα»…
Όλοι πλην Τσίπρα. Ο οποίος, παρά τον αναγκαστικό συμβιβασμό του, ή και χάρις σ’ αυτόν, παραμένει ο πλέον αξιόπιστος πολιτικός ηγέτης της χώρας, καθώς την όποια αξιοπιστία του την στερέωσε όχι με υποσχέσεις αλλά με πράξεις, όχι με «Θα» αλλά με «Δεν»: Δεν πρόκειται να δειλιάσω μπροστά στο κόστος ή στο ρίσκο – θα υπερασπιστώ αυτό που θεωρούμε και είναι εθνικά ωφέλιμο για τη χώρα, δήλωνε μόλις προχθές υπερασπιζόμενος τη συνθήκη των Πρεσπών.
Κυκλωμένος από πολιτικούς νάνους. Από πέντε ανεύθυνους Νυν και από τρείς αναξιόπιστους Πρώην…
- το άρθρο του Νίκου Τσαγκρή είναι από την Αυγή της Κυριακής
Posted by zoornalistas at Κυριακή, Ιανουαρίου 13, 2019 

Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

Αθεράπευτα ερωτευμένος

«Άνοιξα την πόρτα να κατέβω από το ταξί, ένα κύμα ζέστης με κτύπησε λες και κατέβαινα από αεροπλάνο σε αερολιμένα της κεντρικής Αφρικής.
Μπροστά μου απλωνόταν η μεγάλη μαρίνα γεμάτη από σκάφη, πίσω μου η μικρή πλατεία κρυμμένη στο πράσινο, όαση δροσιάς στην αποπνικτική ατμόσφαιρα, μια ζεστή καλοκαιρινή ημέρα. Βρέθηκα στο νούμερο που έγραφε η κάρτα ότι ήταν τα γραφεία της εταιρείας. Έριξα μια ερευνητική ματιά στην είσοδο και διαπίστωσα τον όροφο που βρισκόταν το γραφείο που αναζητούσα.
Αφήνοντας πίσω μου τον ανελκυστήρα ένας διάδρομος οδηγούσε σε μια μεγάλη αίθουσα που ακτινοβολούσε από το φως, άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί ολόγυρα. Μια σειρά από γραφεία με γυναίκες και άνδρες που πληκτρολογούσαν καθισμένοι πίσω από οθόνες υπολογιστών η απαντούσαν στα τηλέφωνα.

Την είδα όρθια μπροστά στο μεγάλο φωτοτυπικό μηχάνημα να περιμένει τις σελίδες της αντιγραφής. Φορούσε απαλό διακριτικό γκρίζο χρώμα ναυτικό παντελόνι όπως το χρώμα της πλυμένης καθαρής στάχτης, εφαρμοστό στους γλουτούς, φάρδαινε πάνω από τα γόνατα και τέλειωνε κουμπώνοντας σφικτά στην αρχή των μοιρών της κάτω από το γόνατο, αφήνοντας στην θέα τις υπέροχα λαξευμένες αθλητικές της γάμπες, το σύνολο το έκλεινε ένα πόλο βαμβακερό μπλουζάκι σε μπλε ελέκτρικ του ουρανού χρώμα, με ανασηκωμένο τον γιακά, που της αγκάλιαζε γάντι το ελκυστικό της σώμα και ένα ζευγάρι μπεζ εξώφτερνες γόβες απ’ αυτές που φορούν οι βραζιλιάνες χορεύτριες της σάμπα. Ευθυτενής, καθώς τέντωνε το κορμί της να φτάσει τις σελίδες μια λυγερή ευκινησία γεμάτη αέρινη χάρη χαρακτήριζε τις κινήσεις της, πραγματικά είχε ένα υπέροχο παράστημα, ήταν απλώς ακαταμάχητη, και απίστευτα σέξι. Λεπτή, ψηλή ένα εβδομήντα πέντε, με ένα ζευγάρι μαύρα μάτια να λάμπουν και αέρινα πλούσια καστανά μαλλιά, σαν της διαφήμισης του πρωτοποριακού μαλακτικού στα βραδινά σήριαλ της τηλεόρασης. Σηκώνοντας το δεξί της χέρι να ταχτοποιήσει της σελίδες παρατήρησα ότι φορούσε βέρα, ξαφνικά αναρωτήθηκα πως θα ήταν ο άνδρας της, ένα τσίμπημα ζήλιας με γέμισε σε κάθε ίνα του κορμιού, το συναίσθημα ήταν μοναδικό.
Την παρακολούθησα να περπατά προς το γραφείο της. Βυθιζόμουν σ’ ένα κόσμο όπου ένοιωσα να με πλημμυρίζει πάλι εκείνο το αίσθημα που οι σκέψεις βγαίνουν από την καρδιά σου και όχι από το κεφάλι σου, μόνο που το ένοιωθα δυο φόρες χειρότερα σήμερα.
Ρώτησα να μάθω ποιος είναι ο υπεύθυνος πληρωμάτων.
Μου έδειξαν τα γραφείο της.
Ζαλισμένος στιγμιαία αποπροσανατολισμένος έμεινα ασάλευτος τουλάχιστον για ένα λεπτό, την κοίταξα λες και την έβλεπα μόλις τώρα για πρώτη φορά.
Με κοίταξε και μου χάρισε μια λάμψη από το μεγάλο χαμόγελο της, ένοιωσα έντονα το βλέμμα της, ένα πλούσιο χρώμα χαρακτήριζε την φωνή της.
Το χέρι της ήταν σταθερό και κράτησε το δικό μου, μου φάνηκε ότι μου το κρατούσε έναν αιώνα. Ιδιαίτερα ευχάριστη κυρία, σεμνή, προσιτή και διαλλακτική επαγγελματίας, που είχε όλα τα χαρακτηριστικά της λεπτότητας και της πνευματικής καλλιέργειας.»-------
Όταν τελείωσε την αφήγηση κάθισε για λίγη ώρα χαμένος στις σκέψεις του. Τελικά μ’ ένα τίναγμα, βγήκε από την ονειροπόληση του.
-Διηγείσαι ένα παραμύθι με νόημα του είπα, αφύπνισε μέσα σου η κρυμμένη διάθεση για περιπέτεια στο άγνωστο που κρύβεται στα σκοτεινά βάθη της ψυχής σου.
--Μάστορα δεν θα καταλάβεις ποτέ σου αυτό το συναίσθημα το έχουμε ξανασυζητήσει, η δική σου καρδιά είναι κτισμένη ολόγυρα με τους σκληρούς και άκαμπτους νορβηγικούς γρανίτες μου αντιγύρισε.
--Ίσως φαίνομαι κάποιες φορές παράξενος, αλλά απλά είμαι ντροπαλός και πολλοί δεν το καταλαβαίνουν. Δυσκολεύομαι γενικά να ανοιχτώ απάντησα.
Το βλέμμα του ταξιδέψε αργά γύρω του, δεν μίλησε.
--Καταλαβαίνω, μ’ ευκολία η έξαψη φωλιάζει σαν φίδι χαμηλά κάτω στην κοιλιά σου συνέχισα για να τον πειράξω.
Χαμογέλασε πλατιά, καλόκαρδα.
--Μάστορα κάπου διάβασα , «-- η φαντασία έχει τρεις πιστούς, τους εραστές, τους ποιητές και τους τρελούς.--»
Αυτός ήταν ο γραμματικός του πλοίου μας....... μου διηγείται τον ερωτικό καημό του με ποιητική αδεία.
Ένας όμορφος νεαρός άνδρας που έσφυζε από ζωντάνια και ενεργητικότητα, εξαιρετικά αρρενωπός, ξανθός με αετίσιο βλέμμα.
Βρισκόμασταν αραγμένοι στη πρύμνη ενός φορτηγού πλοίου γενικών φορτίων με προορισμό τον λιμένα Πουέρτο Ορντάνς στον ποταμό Ορινόκο, στην εσωτερική Βενεζουέλα, ρεμβάζοντας τη φύση και φιλοσοφώντας της ερωτικές του ιστορίες.
Στο Αυγουστιάτικο σούρουπο το πλοίο μας τραβά ήσυχα από ένα ευρύ κανάλι, μίλια μακριά από όπου τα ύδατα του τερατώδους ποταμού εκκενώνονται στον Ατλαντικό ωκεανό. Διάστικτα ασημένια και ρόδινα του γλυκού νερού δελφίνια ξεφυσούν και κυλούν στην επιφάνεια, συντροφιά στην απέραντη μοναξιά μας.
Στη γαλήνια και διαυγή ατμόσφαιρα το τοπίο είχε μια άγρια ομορφιά, μερικά σύννεφα έκαναν την εμφάνιση τους μακριά στα δυτικά.
Το βλέμμα αγκάλιαζε τη πλούσια σκούρα πράσινη βλάστηση που καλύπτει σαν ομοιόμορφος μανδύας τους μικρούς λόφους τους οποίους χωρίζουν βαθιές κοιλάδες. Υπάρχουν μονοπάτια αδιάβατα για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου ανάμεσα στους λόφους και πέρα στη πυκνή ζούγκλα που εκτείνεται σε μια έκταση απέραντη για χιλιάδες χιλιόμετρα, τυλιγμένη στη πάχνη της ζέστης.
Όταν η εποχή των βροχών φθάνει από το Μάιο μέχρι το Νοέμβριο, ο ποταμός αυξάνεται κατακλύζοντας μεγάλες περιοχές καλλιεργήσιμων εδαφών και βοσκοτόπια. Ένας ποταμός των αντιθέσεων, μια υδάτινη οδός που βρίσκεται για αιώνες στο χείλος της πολιτισμικής αλλαγής από της πηγές του όπου οι άγριοι άνθρωποι ζουν, ως της εκβολές του.
Τον θυμάμαι που τον πρωτογνώρισα, να δηλώνει ερωτοχτυπημένος με μια όμορφη ισπανικής καταγωγής γιατρό από το Καράκας την πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, έρωτας αγιάτρευτος μου εκμυστηρευόταν, τον είχε επισκεφτεί σε τρία τέσσερα λιμάνια τη καραϊβικής θάλασσας, οπού ερχόταν στο πλοίο μας με το αεροπλάνο της γραμμής να τον συναντήσει.
Του θύμιζα κάποιες ιστορίες που κυκλοφορούσαν στα κύματα.
--Μάστορα μην τις ακούς με διαβάλουν έλεγε χαμογελώντας με νόημα.
--Οι φήμες επιμένουν του απάντησα.
Απολάμβανα το μυρωδάτο διπλό εσπρέσο με το κρουασάν μου, προσπαθώντας μέσα στις σκέψεις να ψυχογραφήσω τον φίλο μου. Κάθε καινούργια γνωριμία του ήταν και μια αξέχαστη εμπειρία, μια περιπέτεια που τη ζούσε με πάθος.
--Έχεις ακούσει ένα ποίημα για κάποιο μεταλλωρύχο, που έψαχνε στα βάθη της γης να ανακαλύψει αυτό που ονειρευόταν τον ρώτησα.
Του φάνηκε πολύ παράξενη η ερώτηση μου.
……«Βράχε γίνε κομμάτια
έτσι όπως σε χτυπώ με το βαρύ σφυρί
για ν’ ακουστεί ο κρότος σου ως τον ουρανό!
Εκεί κάτω πρέπει να ανοίξω το δρόμο μου
προς ένα τέρμα που μόλις τολμώ να φανταστώ
Άραγε λάθεψα; Αυτό το μονοπάτι
δεν οδηγεί στο φως
Αν ψάχνω προς τα πάνω
το φως με τυφλώνει.
Όχι, πρέπει να κατέβω στα σπλάχνα της γης,
Εκεί που βασιλεύει νύχτα…
Βαρύ σφυρί άνοιξε μου το δρόμο.
Που πάει ολόισα στη καρδιά της φύσης.»….***
--Δηλαδή τι λέει το ποίημα, αναρωτήθηκε κοιτάζοντας ερωτηματικά το ποτήρι με την παγωμένη σάγκρια που κρατούσε στο χέρι του, λες και μπορούσε να εμπνευστεί και αποκρυπτογραφήσει την απάντηση στο περιεχόμενο του.
--Προσπαθώ να φτιάξω ένα πορτρέτο που να σου ταιριάζει του λέω, κάθε καινούργια γνωριμία σου είναι ένα αίσθημα εντονότερο από το προηγούμενο.
--Θα το εξειδικεύσεις στην καθημερινή διάλεκτο που η κοινή λογική μπορεί και κατανοεί μου απάντησε.
--Το ποίημα είναι όπως οι Περσίδες, που ίσως δούμε απόψε στον έναστρο ουρανό. Τ' αστράκια που γοήτευσαν και καθήλωσαν τη Δανάη, τη μητέρα του Περσέα, όταν βρέθηκε στην αγκαλιά του Δία.
Τα δεκάδες φωτεινά πεφταστέρια που στολίζουν τις νύχτες του Αυγούστου και μπορούν να τα απολαύσουν αυτές τις νύκτες οι αθεράπευτα ρομαντικοί και όχι.
Πρόκειται για μια βροχή αστεριών. Αποτελείται από υπολείμματα του κομήτη Swift-Tuttle που κάνει μια πλήρη περιφορά γύρω από τον ήλιο κάθε 130 χρόνια. Οι διάττοντες αστέρες που παρατηρούμε είναι τα σωματίδια σκόνης και βράχων που άφησε πίσω του ο κομήτης αυτός κατά την πορεία του μέσα από το ηλιακό μας σύστημα. Το όνομά τους οφείλεται στο βόρειο αστερισμό του Περσέα, όπου βρίσκεται και το σημείο εκκίνησης τους. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια.
Με κοίταξε παράξενα γεμάτος ευφορία, στη συνέχεια γύρισε το βλέμμα του αφήνοντας το να χαθεί στο μακρινό ορίζοντα, έβλεπε τ’ αστέρια καθώς κρυβόταν ένα, ένα, πίσω από τα σύννεφα που έφταναν από τη δύση κάνοντας το τοπίο μελαγχολικό.
Σαν από μηχανής θεός μια σκιά έκανε την εμφάνιση της στην αλέα της πρύμνης, έγινε πιο ευδιάκριτη, ήταν ο τρίτος πλοίαρχος του πλοίου ένα νεαρό γοητευτικό παλικάρι από την Κρήτη.
--Αισθάνομαι θα είναι μακριά η νύκτα απόψε δήλωσα.
Γιαννάκη μόλις είχα ξεκινήσει να ανακρίνω τον φίλο μας εκ δεξιών για την τελευταία περιπέτεια σας στην Ιαπωνία. Λοιπόν κάθισε δίπλα μας πάρε ένα ποτήρι σάγκρια και διηγήσου την ιστορία με τον μοναδικό τρόπο που γνωρίζεται εσείς οι κρητικοί.
Έγινε σιωπή. Ήταν η σιωπή που πάντα γίνεται στην αναμονή.
«Είμαστε στα 1987 στο Καβασάκι, πόλη στην Ιαπωνία, στο νοτιοανατολικό νησί, μεταξύ του Τόκιο και της Γιοκοχάμα, στον κόλπο του Τόκιο σε μια ιδιαίτερα αστικοποιημένη περιοχή, είναι ένας σημαντικός λιμένας και βιομηχανικό κέντρο της μεγάλης βιομηχανικής ζώνης . Από τον τουριστικό οδηγό ανακαλύψαμε ότι στην ευρύτερη περιοχή λειτουργεί από το 1983 τεράστιο θεματικό πάρκο ψυχαγωγίας, το επιτυχές, γνωστό τουριστικό αξιοθέατο η ντίσνευλαντ του Τόκιο, ένας δημοφιλής πόλος έλξης για τους επισκέπτες.
Αποφασίσαμε λοιπόν το σαββατοκύριακο να την επισκεφτούμε, ο γραμματικός εγώ και ο δόκιμος μηχανικός με καταγωγή από τα μέρη του Γυθείου.
Βρισκόμαστε στο τελευταίο Σάββατο τον Ιούλιο, υπάρχει παραδοσιακό φεστιβάλ και εορτασμός πέρα από τον ποταμό που διασχίζει την περιοχή, και μια τεράστια επίδειξη πυροτεχνημάτων, που προσελκύει εκατομμύρια θεατές.
Ήταν πέντε κοριτσόπουλα από κάποια κολεγιακή ομάδα, νεαρές κομψές έφηβες, των δεκαοκτώ χρονών, με πλούσια μαύρα μαλλιά και αμυγδαλωτά μάτια.
Ντυμένες ομοιόμορφα με λευκά καθαρά πουκάμισα, αρκετά κοντές πλισέ φούστες γκριζογάλανο το χρώμα με μακριές τιράντες να κρέμονται από τους λεπτούς ώμους.
Κάλτσες λευκές αθλητικές λίγο κάτω από τα γόνατα, μαύρα σκαρπίνια παπούτσια.
Τα άβαφα πρόσωπα τους με τα διάφανα βλέμματα έδιναν μια σεμνή εμφάνιση στη νεανική τους παρουσία.
Είχε μια ικανότητα που κερδίζει τις εντυπώσεις, και αν δεν απατώμαι μάστορα, εσύ του έχεις προσδώσει τον ορισμό της θανατηφόρας έλξης που έχει ο φίλος μας με το γυναίκειο φύλλο. Στάθηκε τις παρακολουθούσε, τα πρόσωπα τους ακτινοβολούσαν, άρχισε να βγάζει το λευκό από ινδικό μετάξι πουκάμισο του. Έκπληξη ανάμεικτη με περίεργα ζωγραφίστηκε στα πρόσωπα των κοριτσιών. Το έστρωσε χαλί, γονάτισε προσκυνητής και ικέτευσε την μεγαλύτερη και αρχηγό της παρέας να περάσει πατώντας πάνω από το πουκάμισο του. Τον κοιτούσαν χωρίς να μπορούν να το πιστέψουν αυτό που συμβαίνει, γέλια σαν ανοιξιάτικα νεοσσών τιτιβίσματα αντήχησαν γύρω μας, ήταν μια χαρούμενη και απρόσμενη ενέργεια, το πήραν για παιγνίδι. Όταν το νεαρό κορίτσι επιτέλους αποφάσισε να του κάνει το χατίρι, σήκωσε το πουκάμισο του το πήρε στην αγκαλιά με ευλάβεια όπως κάτι το πολύ πολύτιμο, και με περίσσια τρυφερότητα το φίλησε.
--Θησαυρέ μου όταν σε είδα για πρώτη φορά με μάγεψες, ήθελα μόνο να δω τα μάτια σου να λάμπουν από ευτυχία είπε στο κορίτσι.
Γοητευμένες από την προσωπικότητα και το αδιαμφισβήτητο ταμπεραμέντο του, η εξέλιξη ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και τα αποτελέσματα εντυπωσιακά.
Είχε ένα χάρισμα ένα δώρο.
Ήταν απολαυστικός, ευχάριστος, θαυμάσιος.
«Κάπως έτσι ξεκινούν οι μεγάλοι έρωτες». ... η ιστορία τους μόλις ξεκινούσε, από εκείνη τη στιγμή σ' ένα ειδυλλιακό πλακόστρωτο της ντίσνευλαντ του Τόκιο.
Την ημέρα της αναχώρησης η προβλήτα του λιμανιού γέμισε κοριτσόπουλα,,,,,,  με λευκά μαντήλια στα χέρια και άφθονα δάκρυα στα μάτια. Νομίζω ότι ο πιο δύσκολος χωρισμός ήταν αυτός του δόκιμου μηχανικού, που ξεχείλιζε από παράφορη αγάπη, με πάθος έχει αγκαλιαστεί με την κοπέλα του εκεί στη σκάλα εισόδου του πλοίου μέχρι που έλυσε και ο τελευταίος κάβος. Τα σώματα τους δεν θέλανε ν' αποχωριστούν το σμίξιμο τους, δεν αποδέχονταν τον αναπόφευκτο αποχωρισμό.
--Αληθεύει μάστορα ότι το επόμενο ταξίδι είναι Γιοκοχάμα; με ρώτησαν ταυτόχρονα.
--Νομίζω. Κάτι τέτοιο ψήνεται.
 Η έκφραση στα πρόσωπα τους με πληροφορούσε ότι υπήρχαν κατάλοιπα μέσα τους, Ο χωρισμός τους ήταν πιο επώδυνος απ' τα συνηθισμένα, με συνέπεια ακόμα να κουβαλάνε τη θλίψη τους.
Επειδή οι έρωτες όταν φεύγουν, γίνονται αναμνήσεις που στοιχειώνουν το μυαλό μας, για να τους αποφορτίσω από τα συναισθήματα, και τις όποιες αρνητικές αναμνήσεις που τους ερχόντουσαν στο μυαλό, μετέφερα την κουβέντα.
--Νίκο μου έρχονται στο μυαλό κάποιες ιστορίες με μια όμορφη γιατρό απ' το Καράκας που σ' αναζητά με πείσμα! Κι όταν θα σε συναντήσει, έχει υποσχεθεί ότι μονομιάς θα σ` ευνουχίσει. Αληθεύει;
-- Μάστορα φήμες.... μην ακούς τις φήμες.

***Ο μεταλλωρύχος – Ερρίκος Ιψεν 1871

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Ορχιδέα που ανθίζει στη σέρα


Καλοφτιαγμένος, ψηλός με φαρδιούς ώμους, το σώμα του ήταν δεμένο, είχε εκείνα τα κλασσικά όμορφα μεσογειακά χαρακτηριστικά. Πυκνά καστανά μαλλιά, με μια χωρίστρα που έκανε στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού, καλογραμμένο μεγάλο στόμα, σκούρα μελιά μάτια, λακκάκια. Ένας όμορφος νεαρός άνδρας, γοητευτικός, ολίγο εσωστρεφής, είχε περιορισμένους φίλους και πολλές ανησυχίες και προβληματισμό για το μέλλον του.
Γεννημένος πριν από 22 χρόνια στις παρυφές του Λακωνικού Πάρνωνα. Με το τέλος της στρατιωτικής θητείας στα μέσα της δεκαετίας του 1970-80,  αναζητούσε την ανεξαρτησία του ως προσώπου και ταυτόχρονα την διαδρομή και τις επιλογές προς την κατοπινή του εξέλιξη. ... χωρίς όμως να αγνοεί τους περιορισμούς του συστήματος και των αναγκών της καθημερινής επιβίωσης.
Αφού δοκίμασε αναζητώντας την ευκαιρία του, στο μαύρο κόσμο των «χρυσών ευκαιριών» σε διάφορες πρόσκαιρες εργασίες στη στεριά, διαπίστωσε με οδύνη ότι δεν ήξερε να πουλάει τον εαυτό µου, ντρεπόταν να τους αφήνει να τον χρησιμοποιούν ως γρανάζι μιας απρόσωπης μηχανής. Οι προγονοί του στην αγκαλιά του Πάρνωνα και του Ταϋγέτου εκεί στην κοιλάδα του Ευρώτα θεωρούσαν την ανδρεία αρετή ισότιμη του έρωτα και της αυτοθυσίας, ήθελε να πιστεύει μια σταγόνα από το DNA τους κυκλοφορούσε και στο δικό του στο αίμα.
Από καιρό η ιδέα να «μπαρκάρει» ως ναυτικός στριφογύριζε στο μυαλό του.
Η ιδέα του ταξιδιού ήταν δελεαστική. Τη θάλασσα την αγαπούσε και πάντα ήθελε να ταξιδέψει. Κι έτσι παραιτήθηκε από εκεί που εργαζόταν και αποφάσισε να μπαρκάρει.
Σύντομα βρέθηκε στην Ακτή Μιαούλη στον Πειραιά εφοδιασμένος με το Ναυτικό Φυλλάδιο και το βιογραφικό του ανά χείρας.  Είχε όλα τα τυπικά προσόντα για να αναζητήσει µια καλή θέση εργασίας την εποχή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ενδιαφέρουσα από πολλές απόψεις για τα πληρώματα.  Ήταν περιζήτητα  να επανδρώσουν τα πλοία του Ελληνικού Εμπορικού Ναυτικού. Η ανεργία στην ξηρά αναγκάζει χιλιάδες νέους αλλά και ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας να στραφούν προς τη θάλασσα. Η Ακτή Μιαούλη στον Πειραιά γέμιζε κάθε πρωί από ναυτικούς που ζητούν μια δουλειά.
Τα αδιέξοδα σύντομα θα αποτελούσαν κομμάτι στη μνήμη, καθώς στο χέρι κρατούσε το αεροπορικό εισιτήριο για το ταξίδι με προορισμό τον Περσικό κόλπο.
Μπάρκαρε ως Δόκιμος μηχανικός σ’ ένα ατμοκίνητο γκαζάδικο εικοσαετίας.
Και καθώς τώρα ένας καινούργιος κύκλος αρχίζει με μια καριέρα στη θάλασσα, όλα έδειχναν πως η συνέχεια των σπουδών του που τόσο πολύ επιθυμούσε, ήταν πλέον ένα όνειρο παραγκωνισμένο στο χώρο της φαντασίας.
Ίσως κάποια μέρα.
Ίσως.
Άφηνε πίσω του αρκετά επώδυνα είναι η αλήθεια μια σχετικά αδύνατη σχέση. Υστέρα από μια μεγάλη, γεμάτη ένταση και άφθονα δάκρυα συζήτηση αποφάσισε ότι όλα είχαν τελειώσει. Έτσι κι’ αλλιώς πότιζαν ένα μαραμένο λουλούδι εδώ και πολύ καιρό, του ήταν αδύνατον να αγνοήσει την πραγματικότητα.
Δεν θυμόταν από ποτέ είχε να κλάψει.  Σήμερα ήθελε να κλάψει, αλλά τα μάτια του δεν έτρεχαν.
Έχουν περάσει πάνω από πέντε μήνες που μπαρκάρισε στο πλοίο, βαφτίστηκε στην «αλμύρα» και βρέθηκε αντιμέτωπος με την σκληρή πραγματικότητα.
Συνθήκες άγνωστες πρωτόγνωρες. Συνθήκες που τείνουν να ανατρέψουν τις μέχρι χθες εμπειρίες του. Η ζωή στη θάλασσα δεν είναι “παιχνίδι” για όλους. Σκληρή σωματική δουλειά, ψυχολογική πίεση, δύσκολες καιρικές συνθήκες, δύσκολα ταξίδια, αλλά συνάμα περιπετειώδη και συναρπαστικά. Μαθαίνεις να αγωνίζεσαι. Αποκτάς γνώσεις, εμπειρίες, αναπτύσσεις προσωπικότητα.
Η θάλασσα είναι η μεγάλη αγάπη αλλά και το στοιχειό με το οποίο παλεύουν καθημερινά οι ναυτικοί για να τα βγάλουν πέρα στη σκληρή ζωή τους.
Το τελευταίο τους ταξίδι, με προορισμό την Ευρώπη από τον Περσικό κόλπο …. γίνεται με τον περίπλου της  Αφρικής από τα ανατολικά προς τα δυτικά.
Ενδιάμεσα σταμάτησαν για ανεφοδιασμό καυσίμων στα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου.
Κάποιο λειτουργικό πρόβλημα με το πλοίο του ανεφοδιασμού των καυσίμων, έγινε η αιτία να μείνουν «ράδα» στο ασφαλές αγκυροβόλιο του νησιού για περισσότερο από δυο ημέρες.
«Τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου, στον Ατλαντικό Ωκεανό, βρίσκονται δυτικά του πιο δυτικού σημείου της Αφρικής, Το αρχιπέλαγος αποτελείται από δέκα νησιά και πέντε νησάκια, τα οποία διαιρούνται σε προσήνεμες και υπήνεμες ομάδες.
Τα νησιά είναι ηφαιστειακά στην προέλευση, και όλα εκτός από τρία είναι ορεινά. Το κλίμα είναι τροπικό και ξηρό, παρουσιάζοντας λίγη παραλλαγή καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Οι άνεμοι είναι συχνοί, φέρνοντας περιστασιακά σύννεφα άμμου από την έρημο Σαχάρα της Αφρική στην ανατολή. Η βροχόπτωση είναι πολύ μικρή και ανώμαλη. Η βλάστηση είναι αραιή και αποτελείται από τους διάφορους θάμνους, την αλόη, και άλλα ενάντια στη ξηρασία είδη.
Οι παρατεταμένες ξηρασίες είναι ένα αυξανόμενο πρόβλημα για το μικρό αρχιπέλαγος, το οποίο δεν έχει καμία ανανεώσιμη πηγή γλυκού νερού.
Το Πράσινο Ακρωτήριο είναι συμβαλλόμενο μέρος στις διεθνείς συμφωνίες σχετικά με τη βιοποικιλότητα, την αλλαγή κλίματος, την ερήμωση, την περιβαλλοντική τροποποίηση, το νόμο προστασίας θαλασσίου περιβάλλοντος.»
Απογευματινές ώρες βρέθηκε μοναχικός και ξένος να περιπλανάται τους ήσυχους χωματόδρομους του νησιού, χωρίς πρόγραμμα η σχέδιο στο μυαλό του. Είχε αρκετό καιρό να περπατήσει στη στεριά, σήμερα ήταν ελεύθερος όλο το εικοσιτετράωρο να περιπλανηθεί στην πρωτεύουσα του νησιού που επεκτείνεται σε έναν λόφο με θέα το μικρο λιμάνι και τον κόλπο που αγκυροβολούν τα πλοία.
Στην πραγματικότητα δεν ήταν βέβαιος τι ακριβώς επιθυμούσε, αισθανόταν απλώς να διολισθαίνει σε κάτι για το οποίο δεν ήταν καθόλου σίγουρος τι είναι.
Χαμένος στις σκέψεις , συνέχισε την περιπλάνηση, αναπνέοντας το ζεστό ανοιξιάτικο αέρα και μυρίζοντας ασφοδέλους που ξεπηδούσαν στο έδαφος.
Σκούροι ηφαιστιογενείς βράχοι δίνουν την θέση τους σε περιορισμένα πράσινα τοπία, θαλασσινές εικόνες διαδέχονται τους φτωχούς γραφικούς οικισμούς.
Υπήρχε ένα πανδοχείο που εξυπηρετούσε τους επισκέπτες του νησιού ως επί το πλείστον, και κυρίως τα πληρώματα των πλοίων που έριχναν άγκυρα στο αγκυροβόλιο για ανεφοδιασμούς καύσιμων και για φρέσκα τρόφιμα.
Εκεί στον εξωτερικό χώρο του πανδοχείου είδε το νεαρό κορίτσι....... σαν μια ομίχλη που σχηματίστηκε από την ομορφιά της να έχει μπει μπροστά στα μάτια του. Μια λυγερή σιλουέτα, λεπτή και χυμώδης, με ατέλειωτα πόδια, που έδειχναν ακόμη πιο μακριά κάτω από το κοντό λινό αμάνικο φόρεμα που φορούσε και τελείωναν σε ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια, και εάν δεν τα εμπόδιζε το έδαφος θα συνέχιζαν χωρίς τελειωμό παρατήρησε. Μια κρεολή με κορμί κορινθιακού αμφορέα, μύτη μικρή ανασηκωμένη, μάτια αθώα γκρίζα πράσινα, πρόσωπο πρωτόγονα αισθησιακό. Όμορφη, ελκυστική, συναρπαστική ακτινοβολούσε το εφηβικό πρόσωπο της.
Είναι αυτό το θεϊκό αποτέλεσμα που φέρνουν οι διασταυρώσεις της Ευρώπης με την Αφρική, στις πολιτισμικές κοινωνίες.
Σκέφτηκε ότι πρέπει να ήταν λίγο μικρότερη του, δεν πρέπει να είχε κλείσει τη δεύτερη δεκαετία της ζωής της.
Στεκόταν εκεί σαν ανθισμένη ορχιδέα στη σέρα, και τον κοιτούσε κατά πρόσωπο με ένα ανυπόμονο και επίμονο βλέμμα, ανησυχητικό. Μια ζώνη που έσφιγγε την λεπτή μέση της αγκάλιαζε τα ονειρεμένα στήθη της.
Ήταν δύσκολο για ένα ξένο να μαντέψει την καταγωγή της. Υπήρχαν σκιές στο πρόσωπο της που ήταν μερικές φόρες μεσογειακές, άλλες κάποιας βόρειας φυλής, άλλες της Αλγερινής Σαχάρας. Τον μάγεψαν τα γκρίζα πράσινα σκούρα μάτια και τα σαρκώδη χείλη της...... πόσο ήθελε να αγγίξει το βελούδινο δέρμα της.
Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν ξανά και μια περίεργη ζεστασιά τον πλημμύρισε.
Έμεινε ασάλευτος προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του.
Δεν υπήρχαν φράσεις που θα την περιέγραφαν τέλεια, του ξεμυάλιζε τα μάτια.
Την πρώτη φορά λοιπόν που βρέθηκαν φάτσα με φάτσα, το πράγμα ήταν δύσκολο και για τους δυο τους. Κοιτάζονταν στα κλεφτά λες και ήθελαν να κατασκοπεύσει ο ένας τις κινήσεις του άλλου. Ήταν μόνοι τους, αλλά το ίδιο έκανε. Κάθε λεπτό που περνούσε έμοιαζε να δυσκολεύει περισσότερο το ξεκίνημα της κουβέντας. Το ένοιωθε και πάλι…. αυτό το κάτι… αυτό το κενό στο στομάχι…
Καθώς σκεφτόταν, ένοιωθε τα βιολετιά της μάτια να τον περιεργάζονται επίμονα.
Εκείνη κατάφερε να σπάσει πρώτη την σιωπή.
«Hello "-Γεια σου."»  Σε αργόσυρτα αγγλικά με τραγουδιστή πορτογαλική προφορά.
Την αισθάνθηκε ότι μύριζε σαν φρεσκοκομμένο λουλούδι.
Δίστασε μια στιγμή σαν να μην ήξερε ούτε το όνομα του. Μέσα του έκανε προσπάθειες για να φανεί ευγενικός κι αποφασιστικός, αλλά δεν τα κατάφερνε, λες κι είχε λυγίσει από ένα αόρατο βάρος. Προσπάθησε να μιλήσει, αλλά για μερικά δευτερόλεπτα νόμισε ότι υπήρχε ένα χώρισμα ανάμεσα στο μυαλό και στη γλώσσα του.
Μια αδεξιότητα δεν τον άφηνε να συγχρονιστεί, σαν αποτέλεσμα από ένα αίσθημα τόσο ισχυρό που εμφανίζεται όταν κάποιος συναντάει μια κοπέλα και δημιουργείται ένας ακαριαίος δεσμός με την πρώτη ματιά.
«Γεια σου.»
Μίλησε με δυσκολία, μασώντας τις λέξεις του. Στ' αλήθεια ένοιωθε ότι ήταν ανίκανος να μιλήσει σα να είχε ξεχάσει να μιλάει. Η άρθρωσή του είχε χάσει πρόσκαιρα την ακρίβεια της.
Ήταν μια οπτασία, με το μαγευτικό της το βλέμμα στο γλυκό δειλινό. Φοβόταν πως ήτανε ψέμα.
«Είσαι με το καράβι;» Την άκουσε να το ρωτά.
Το κεφάλι του τον πονούσε καθώς οι σκέψεις πολεμούσαν να βγουν να του προσφέρουν διαδρομές, να δώσει απαντήσεις.
Κάθισαν σε μια γωνιά στην εξωτερική αλέα του πανδοχείου σ’ ένα τραπέζι κάτω από μια συστάδα με δέντρα από τροπικούς μάγκους. Αυτή δίπλωσε προσεκτικά την ελαφριά ζακέτα της, δείχνοντας μια πλέρια αδιαφορία για τους γύρω τους και την ακούμπησε στην άδεια καρέκλα. Η αδιαφορία της ήταν προμελετημένη κι όμως ολότελα φυσική. Έμοιαζε να καταλαβαίνει ότι τον ξάφνιαζε και του χαμογελούσε αφοπλιστικά.
Φαινόταν πως περίμενε σχόλια η ερωτήσεις.
Αυτός ετοιμαζόταν κάτι να πει. Ένοιωθε κάτι παράξενο στο στομάχι, μια παράξενη νάρκη. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Οι σκέψεις πηγαινοερχόταν μπρος του σα να ‘ταν δύσκολο να πει αυτό που σκεφτόταν.
Την παρατηρούσε να απολαμβάνει νωχελικά το παγωτό της προσπαθώντας να προσαρμόσει τις σκέψεις του στα συναισθήματα του που μπλέκονται και γίνονται ένα κουβάρι μέσα του.
Η πρώτη επαφή ήταν δύσκολη και για τους δυο τους.
Κάθε λεπτό που περνούσε έμοιαζε να διώχνει την νευρικότητα στο ξεκίνημα της κουβέντας.
Τα συναισθήματα τους γίνονται λέξεις και οι λέξεις κάνουν τις καρδιές τους να χτυπάνε πιο δυνατά.
Η αυτοπεποίθηση γέμισε το είναι του.
«Μαγεία είναι να πιστεύεις στον εαυτό σου. Να το θυμάσαι αυτό έχει μεγάλη σημασία.» Τον συμβούλευε ο σοφός παππούς του.
«Έχεις εκπληκτικά όμορφα μάτια.» της είπε.
Σήκωσε τα φρύδια της σε μια κωμική γκριμάτσα.
Χαμογέλασε αυτάρεσκα, τέντωσε αδιάφορα το καλοφτιαγμένο κορμί της, τον κοίταξε τρυφερά, σούφρωσε παιχνιδιάρικα τη μύτη της και γεμάτη ικανοποίηση γέλασε μελωδικά.
Πόσο μαγικός ήταν αυτός ο ήχος, είχε περάσει πολύ καιρός από την τελευταία φορά που είχε να νοιώσει τέτοιο συναίσθημα. Ένοιωσε την καρδιά του να κτυπάει πιο δυνατά.
Βυθίστηκαν για λίγο στη σιωπή.
Ήταν σαν να προσπαθούσαν να παρασύρει ο ένας τον άλλο σε γνώριμα νερά. Κανείς τους δεν είχε το θάρρος να προχωρήσει πρώτος αλλά και κάνεις δεν ήθελε να αντισταθεί στο δυνατό ρεύμα.
Την έλεγαν Αντζελίνα.
Πλησίασε πολύ κοντά, του ζήτησε την παλάμη του να εξερευνήσει τα μελλούμενα. Κατάλοιπα των πορτογαλικών επιρροών στα νησιά.
Καθώς πήρε την παλάμη του στα χέρια της , ένοιωσε ένα παράξενο μούδιασμα, το μικρό θαύμα που του προκαλούσε το άγγιγμα της, οι αισθήσεις του ξύπνησαν, και πριν κατορθώσει να τις ελέγξει τα μάτια του έπεσαν επάνω της σαν τα άγρια άλογα που τα ελευθερώνουν από το μαντρί της αιχμαλωσίας τους. Είχε καταφέρει να κάνει απολύτως διάφανα τα αισθήματα του. Κάθε κίνηση της έστελνε αισθησιακές εικόνες στο μυαλό του και το μυαλό του τις μετέφερε στο κορμί του.
Του κράτησε το χέρι έσφιξε τα δάχτυλά της γύρω από την παλάμη του και για λίγο τα κράτησε έτσι, σφιχτά. Όταν τον άφησε είδε το λευκό αποτύπωμα των δακτύλων της πάνω στο χέρι του.
Σήκωσε τα μάτια της και τον ρώτησε πως αισθανόταν.
«Ευχόμουν να με κοιτάξεις , αναρωτιόμουν και ανησυχούσα αν θα το κάνεις.» Του είπε με ελαφρώς ψιθυριστή φωνή, και συνέχισε.
«Θέλω να φύγουμε από εδώ, δεν νοιώθω άνετα σε αυτό το περιβάλλον που βρισκόμαστε.»
Έμεινε για λίγο ακίνητος και αμίλητος, μόνο να την κοιτάζει, ήθελε να μοιραστεί τα συναισθήματα του μαζί της.
Τότε ξεχύθηκαν τα λόγια του σα να ξεπλακώθηκε. Της είπε ότι είχε την παράξενη αίσθηση πως δεν μπορούσε να μιλήσει η να σκεφτεί, κι όμως οι σκέψεις του ήταν πεντακάθαρες.
«Μου έκανες τίποτα μάγια;» Τη ρώτησε
«Προσπαθώ» Του είπε και γέλασε.
Σιγομουρμούρισε ένα λαϊκό σκοπό χτυπώντας με τα δάκτυλα της το ρυθμό στο τραπέζι. Τα μάτια της έλαμπαν. Έμοιαζαν να σπιθοβολούν. Μιλούσε τρυφερά.
Του πρότεινε να πάνε περίπατο στην παραλία , πέρα στο παλιό πορτογαλικό οχυρό.
Πήρε βαθιές ανάσες και ο θερμός αέρας γέμισε τα πνευμόνια του.
Κοίταξε στο χωματόδρομο που το έδαφος ανηφόριζε ελαφρά, εκεί στη βορειοδυτική άκρη της ακτής βρισκόταν το παλιό οχυρό και πίσω του απλώνονταν στις φτωχογειτονιές τα σπίτια από ξύλο και πέτρα με απαλούς ξεθωριασμένους χρωματικούς τόνους.
Δίστασε μόνο για λίγο .
«Είναι μακριά από εδώ;» Τη ρώτησε.
«Όχι δεν είναι πολύ μακριά, θα πάμε με τα πόδια.»
Ξεκίνησαν. Ο Ήλιος έγερνε πίσω στον ορίζοντα που βάφτηκε με το ζεστό θαμπό πορτοκαλί χρώμα εκεί που η θάλασσα συναντά τον ουρανό, οι σκιές τους είχαν μακρύνει, μακριά σαν τις ελπίδες και τους φόβους για το μέλλον τους.
Θαμνώδης χαμηλή βλάστηση και ένας φυσικός φράχτης από βάτα σαν ξέπλεκα μαλλιά περιβάλλει το παλιό οχυρό, και στο τέλος του προς τα δυτικά στη μεριά της θάλασσας ένας αβαθής βάλτος γεμάτος καλαμιώνες σε σχήμα τοξοειδές και επίμηκες προεκτεινόταν μέχρι το κύμα. Το λιγοστό νερό του κατάφερνε να συντηρεί τις συστάδες των θάμνων από τα σκίνα και τους αγκαθωτούς θάμνους τον κάλυπταν.
Ο άνεμος έφερνε στα αυτιά τους τον απόηχο από τις φωνές στο μικρο αγκυροβόλιο και τα κρωξίματα από τα χελιδόνια που διέγραφαν τόξα στον αέρα κυνηγώντας την τροφή τους στο βάλτο.
Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα από πάνω της, από τη θέα της, και να στραφεί στο τοπίο, όλα τα τοπία του κόσμου ήταν στο πρόσωπο της.
Τα συναισθήματα του ήταν ένα κουβάρι και δεν ήταν εύκολο να τα ξεμπερδέψει. Την ήθελε δική του και μόνο δική του αυτό ήταν αναμφίβολο, αισθανόταν πόθο και φόβο. Φόβο για την απογοήτευση που θα γέμιζε την ψυχή τους η αναχώρηση, η εγκατάλειψη.
Ήταν στιγμές που η μεταξύ τους σιωπή παρατεινόταν, άφηναν βαθιούς αναστεναγμούς που τους ανακούφιζαν από την πίεση των συναισθημάτων.
Πέρα από μια συστάδα θάμνων ερχόταν σαν επαναλαμβανόμενο τραγούδι ο απόηχος των γρύλων.
Τα τζιτζίκια είχαν σωπάσει από νωρίς και η φύση ετοιμαζόταν για την νυκτερινή γαλήνη.
H νύχτα που πέφτει γρήγορα, τους βρήκε καθισμένους τον ένα δίπλα στον άλλο, η ατμόσφαιρα είναι ευχάριστα δροσερή, και ο λικνιστικός ρυθμός του κύματος νανούριζε τις σκέψεις τους, έδειχναν ότι θα μείνουν έτσι για πάντα.
Η Αντζελινα σηκώθηκε.
«Έλα» είπε. Και τα μάτια της έλαμπαν με προσποιητή ανηθικότητα.
«Πάμε στο σπίτι, έχει νυχτώσει , ίσως θα μπορούσαμε να δειπνήσουμε μαζί το βράδυ.»
Έγνεψε καταφατικά και κοίταξε το βάλτο δίχως να δείχνει διατεθειμένος να ξεκινήσει.
Το νερό έλαμπε στο φως του πρώτου φεγγαριού, και η ασημένια εικόνα του φαίνεται τον ενέπνευσε για ενδοσκόπηση.
Γύρισε το βλέμμα στον αστροφώτιστο νυκτερινό ουρανό αφήνοντας το βλέμμα μου να χαθεί στα αστέρια που παρουσιάζονται με τη σαφήνεια των αστραφτερών διαμαντιών, στα βορειοδυτικά φαινόταν η ουρά του Δράκοντα, με την Μικρή Άρκτο από κάτω και τον Ηρακλή από πάνω. Αν υπάρχει παράδεισος πέρα από αυτό, σίγουρα δε με ενδιαφέρει να τον γνωρίσω, σιγοψιθύρισε στον εαυτό του. Σηκώθηκε, χαμογέλασε έγειρε την αγκάλιασε από την πλάτη την έσφιξε δυνατά επάνω του και την φίλησε απαλά στα χείλη μ’ εκείνο τον τρόπο που ξυπνούσε μεμιάς τις αισθήσεις.
O χρόνος είναι σχετικός σκέφτηκε, το παρελθόν πέρασε σαν να μην υπήρξε ποτέ, το μέλλον δεν υπάρχει γιατί δεν έχει συμβεί ακόμη, το παρόν είναι το μόνο που έχουμε στα χέρια μας και οφείλουμε να το ζήσουμε.
«Πάμε» της είπε.
Μια πρώην πορτογαλική αποθήκη είχε τροποποιηθεί σε άνετο και ευρύχωρο σπίτι από τον παππού της. Ο παππούς της ένα λυγερόκορμος άνδρας στη φωτογραφία, είχε έρθει στο νησί από την Ισπανία, από ένα μέρος κοντά στα γαλλικά σύνορα, ήταν Βάσκος στην καταγωγή, κανείς δε γνώριζε τους λόγους που είχε εγκαταλείψει την Ισπανία και είχε εγκατασταθεί στο νησί.
Η κυρίως κάμαρα νοικοκυρεμένη, σκουπισμένη με επιμέλεια, φτωχική είχε όλα τα απαραίτητα. Ποτέ του δεν ρώτησε και δεν έμαθε εάν έμενε μόνη της.
Βούλιαξε στα μαξιλάρια του καναπέ. Δεν είχε κοιμηθεί και πολύ τις τελευταίες σαράντα οκτώ ώρες αλλά τι να τον κάνει τον ύπνο.
Η Αντζελινα του έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της καθώς έμπαινε στην κουζίνα λικνίζοντας προκλητικά τους γοφούς της.
«Παλιοκόριτσο! Διαβολεμένα υπέροχο.» Μουρμούρισε χαμογελώντας πλατιά.
Εκείνη του έβγαλε περιπαιχτικά τη γλώσσα κι ύστερα εξαφανίστηκε στο εσωτερικό της κουζίνας.
Σηκώθηκε, τέντωσε, ίσιωσε το κορμί του και την ακολούθησε.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ενώ μιλούσαν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας λέξεις για να επικοινωνούν, άλλα μέρη του εαυτού τους είχαν πιάσει μια πιο λεπτομερή συζήτηση.
Η επαφή της σάρκας της, καταλυτικός παράγοντας, τον απορύθμιζε εντελώς, δεν ήξερε που βρισκόταν, το μυαλό του έβραζε.  Ήθελε ν’ αποκτήσει αυτή τη γυναίκα. Την έβρισκε τόσο απίστευτα ποθητή. Ένοιωθε την ενέργεια να διαστέλλεται μέσα του, σαν λάβα ενεργού ηφαιστείου που αναζητεί διέξοδο στο κεντρικό κρατήρα.
Ήταν να μην ξυπνήσει μέσα του το αρσενικό και η ακόρεστη δίψα στα θέλγητρα και στην μαγεία του έρωτα, και στις ερωτικές απολαύσεις.
Η Αντζελίνα τραβήχτηκε από την αγκαλιά του και στάθηκε στο κέντρο του δωματίου. Η ανάσα της ήταν τραχιά και τα μαλλιά της ανακατωμένα.
«Περίμενε» του είπε απλά.
Αυτός ξετρελαμένος μαζί της έκανε να την αγκαλιάσει ξανά, ένοιωθε τόσο όμορφα όταν μύριζε το υπέροχο ζεστό κορμί της, το γεμάτο ζωή.
Η Αντζελίνα έβλεπε να την καρφώνει με τρόπο έντονο, κι ίσως πρόστυχο και λάγνο. Κοκκίνισε… τον σταμάτησε τεντώνοντας τα χέρια στο στήθος του και πισωπάτησε στην κουζίνα να ετοιμάσει το γεύμα τους.
Στο ψυγείο υπήρχε πιλάφι με αστακοουρές που είχε μαγειρέψει μονάχη της την προηγουμένη.
Το πιλάφι με αστακοουρές ήτανε ονομαστό σ'όλο το νησί.
Η παράταση της προσδοκίας μιας ερωτικής απόλαυσης κάνει την αναμονή γλυκιά και βασανιστική.
Υπάκουσε έμεινε ακίνητος στη θέση του ενώ το πάθος του καταλάγιαζε αργά στα μάτια του.
Απήλαυσαν το γεύμα τους κοιτώντας ο ένας τον άλλο στα μάτια.
Τρισευτυχισμένοι αγκαλιάστηκαν, την σήκωσε στον αέρα και τη στριφογύρισε. Χωρίς να το ΄χουν σχεδιάσει, βρέθηκαν ξαφνικά στο κρεβάτι αγκαλιασμένοι πάντα. Άρχισαν να φιλιούνται, ώσπου τα γέλια έγιναν σιγανά μουρμουρητά κι ασυνάρτητοι ήχοι.
«Σε θέλω τόσο πολύ.» Της είπε ανάμεσα από στα φιλιά τους
Αυτή αναστέναξε τον αγκάλιασε με τα χέρια της και τον τράβηξε τον έφερε ακόμα πιο κοντά της.
Την γευόταν επιτέλους και η γεύση της ήταν πιο γλυκιά και καυτή από κάθε προσδοκία κι ονείρωξη του.
Άρχισαν να γδύνουν ο ένας τον άλλο με βιασύνη, καθώς και οι δυο τους απολάμβαναν αυτά τα παρατεταμένα υγρά φιλιά τους. Της έλυσε το στηθόδεσμο της και τα αλαβάστρινα στήθη της με τις μικρές ροζ θηλές ανέπνευσαν επιτέλους ελεύθερα και πανέμορφα.
Η φύση τους οδηγούσε σε πρωτόγνωρα μονοπάτια που όμως, έδειχναν να περπατούν με εμπειρία φλογερών εραστών.  Οι ανάσες τους έγιναν  βογκητά. Δεν άντεχαν άλλο.
Το φεγγαρόφωτο που τρύπωνε από το μικρό παράθυρο έριχνε τραχιές σκιές στον χώρο.
Τα λογία ήταν περιττά με την φωτιά που είχε κάψει και τους δυο.
Μόλις χαλάρωσαν λίγο και η αναπνοή τους επανήλθε στο φυσιολογικό της ρυθμό, η Αντζελίνα έσπασε πρώτη την σιωπή.
«Ξέρεις πως με κοιτάζεις;»
«Πως σε κοιτάζω;»
«Σαν να μπορούσες να με φας.»
«Μα θα μπορούσα να σε φάω, έχεις μια ατελείωτη γλυκύτητα.»
«Πότε φεύγεις;» τον ρώτησε.
«Τα πρωί.»
Αυτό την ευχαρίστησε.
Του χάιδεψε την πλάτη και έπαιξε γύρω από το λοβό του αυτιού του με τη γλώσσα της. Ενώ του ψιθύριζε… «Το πρωί αργεί να ξημερώσει σε τούτα τα μέρη, κι όλη η Νύχτα είναι μπροστά μας …όλη η Νύχτα.»
Και ανέβηκε πάλι επάνω του.
Αυτός τεντώθηκε ανάσκελα μ' όλους του τους μυς σφιγμένους από την ερωτική ένταση έτοιμος να εκραγεί. 
Το χαμηλό φως των κεριών που τρεμόπαιζε έκανε τις σκιές δυο ενωμένων κορμιών να χορεύουν στον τοίχο, σ ένα κρεσέντο περιπτύξεων. Ο ερωτικός χορός που βρισκόταν σε εξέλιξη απειλούσε να κάψει το μικρό δωμάτιο. Την έσφιξε πάνω του με τόση δύναμη που την πόνεσε. Τον ήθελε και παρακαλούσε μέσα της να κρατήσει κι άλλο κι άλλο, πολύ περισσότερο. Για πάντα.
Η καυτή του ανάσα μέτρησε κάθε ύψωμα στην σπονδυλική της στήλη. Έφτασε στη μέση της κι ακολούθησε το ερωτικό της ύψωμα. Δεν άντεχε άλλο, της ήλθε να λιποθυμήσει. Είχε πάψει να αναπνέει περίπου για ένα λεπτό κι άνοιξε διάπλατα το στόμα της.
Αυτός ανάσαινε πια, καυτά, στην είσοδο της σχισμούλας της που έλαμπε από την υγρασία… κι εκεί ακριβώς ήταν που άγγιξε τα κατακόκκινα έξω χείλη της με την άκρη της γλώσσας του. Πίεσε το πρόσωπό του εμπρός και την οδήγησε βίαια μέσα της.
Αυτό ήταν……μια αλυσιδωτή αντίδραση ξεκίνησε. Τον έπνιξαν τα υγρά της που έβγαιναν σε κύματα.. Τη γεύτηκε χαμογελώντας από ικανοποίηση….
Μέσα σε ανεμοψιθυρίσματα, τον πήρε στα κλεφτά για λίγο ο Μορφέας στην αγκαλιά του, όταν ξαφνικά αχτίδες του ανατέλλοντος Ήλιου εισχώρησαν στο δωμάτιο.
Έξω ακούγονταν οι πρώτες φωνές των πουλιών.
Η Αντζελίνα ξύπνησε την ώρα που αυτός ντυνόταν.
Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού γυμνή με τα ρούχα δίπλα της διπλωμένα προσεκτικά.
Τα τρυφερά της μάτια ήταν γεμάτα αθωότητα.
Έμεινε ασάλευτος ενώ μέσα του προσπαθούσε να φανεί ήρεμος κι αποφασιστικός, αλλά δεν τα κατάφερνε. Ήταν σαν αποβλακωμένος, λες και είχε λυγίσει από ένα αόρατο βάρος, αλλά ενθυμούμενος όλες εκείνες τις στιγμές που έζησαν το βράδυ του φαίνονται σαν απ’ τις πιο ευχάριστες  της ζωής του.
Μουρμούριζε λέξεις στα ελληνικά που εκείνη δεν καταλάβαινε. Στεκόταν σκεφτική, ήταν λίγο χλωμή. Ποιος ξέρει τι είχε μες το μυαλό της.
Η φωνή της έτρεμε και δεν άργησε να του μεταδώσει την νευρικότητα της.
«Το ξέρεις ότι παραμιλάς;»
«Υπάρχουν άγγελοι στη γη όπως και στον ουρανό, κι’ εσύ είσαι ένας απ’ αυτούς.» Της είπε.
 «Θα σ’ έχω πάντα στην καρδιά μου.»
Της ήρθαν δάκρυα στα μάτια.
«Σιώπα μην λες ανοησίες.» Του ψιθύρισε.
Πήγε στην άκρη του κρεβατιού, κάθισε κι ακούμπησε το χέρι στο μάγουλό της και της χάιδεψε τα μαλλιά.
«Πρέπει να φύγεις;»
Μάλλον τα λόγια της έκρυβαν έναν τόνο παραίτησης, μια σιγανή θλίψη και διάχυτη μελαγχολία να ρίχνει σκιά στο πρόσωπο της ... την φόβιζε η μοναξιά.
Έσκυψε το κεφάλι του και την φίλησε με μια βαθιά τρυφερότητα, δοκιμάζοντας την αλμύρα από τα μάτια της.
Για μια στιγμή τα πάντα σταμάτησαν μέσα του, λες μια βαθιά γαληνή είχε χυθεί επάνω του.
«Το πλοίο είναι έτοιμο για αναχώρηση και με περιμένει».
Εκείνη δεν κουνήθηκε καθάριζε τη φωνή της για να του πει αυτά που ήθελε, ενώ τα μάτια της ήταν σαν ένα δάσος σκιές. Δάγκωσε τα χείλη της. Η σκέψη ότι θα της έφευγε τώρα, ήταν τρομερή, τα χεριά της έτρεμαν, το πρόσωπο της συννέφιασε θλιμμένα, είχε γίνει κόκκινη σαν πιπεριά. Η φωνή της έτρεμε, τα χείλη και τα ρουθούνια της μύτης ανοιγόκλειναν όπως τα φύλλα από τον αγέρα, όπως τα φτερά του πουλιού κάτω από τον Ήλιο.
«Σε παρακαλώ μείνε εδώ μαζί μου». Του είπε με σπασμένη φωνή .
Κούνησε το κεφάλι του. « Αντζελίνα ακόμη κι’ αν έσκιζα την καρδιά μου στα δυο, δεν θ’ άλλαζε σε τίποτα η κατάσταση. Δεν μπορώ να μείνω εδώ στα νησιά του πράσινου ακρωτηρίου. Πρέπει να γυρίσω πίσω στο πλοίο μου. Ούτε και εσύ μπορείς να ‘ρθεις μαζί μου». Της είπε, και προχώρησε με αργά βήματα προς την πόρτα.
Εκείνη κοιτάζοντας τον με δακρυσμένα τα γκριζοπράσινα μάτια της  έτρεξε κοντά του και τον αγκάλιασε. «Περίμενε λίγο ακόμη» του είπε. Εκείνος δίστασε μια στιγμή και μετά έσκυψε και τη φίλησε με θέρμη με δύναμη, με μια αγάπη που δεν είχε νιώσει γι’ άλλη γυναίκα. Και πολλή ώρα, πολλή ώρα, τόσο που όταν απομάκρυνε τα χείλη του απ’ τα δικά της, η πιο αγνή τρυφερότητα είχε έρθει να φωλιάσει μέσα του.  Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα τώρα, όπως ακριβώς την ώρα που έκαναν έρωτα χθες το βράδυ. Έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι αρκετά.
Η φωνή της άλλαξε, λες κι είχε σκληρύνει, έμοιαζε πιο αποφασιστική
«Θα σε ξαναδώ;». Τον ρώτησε.
Αυτός νόμιζε πως θα ‘σβηνε, δεν τολμούσε να την κοιτάξει στο πρόσωπο.
«Δεν μπορώ να σου πω, το ελπίζω στο μέλλον. Πολλά μπορεί να συμβούν». Κι αναχώρησε, βγήκε από το σπίτι.
Στην επιστροφή για το πλοίο μέσα από τα χαμηλά σπίτια στο χωματόδρομο, ένα βαθύ κενό, ένα κομμάτι της ψυχής του έμεινε πίσω μαζί της, σαν σκιά ονείρου, για να του την θυμίζει.
Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του τραβηγμένα, το βλέμμα του χαμηλωμένο και άδειο, σημάδι πόνου που κουβαλούσε από τις εικόνες της χθεσινής βραδιάς.
Δεν κοίταξε πίσω του καθώς απομακρυνόταν από το χωριό, ισιώνοντας το κορμί του, τράβηξε το σκονισμένο δρόμο βαδίζοντας ολόισια, χωρίς να σταματήσει.
Στην αρχή πέρασε άγρυπνες νύχτες να σκέφτεται τα ίδια και τα ίδια σαν έπεφτε στο κρεβάτι να κοιμηθεί.
Μυροβόλα η αύρα της, ο αέρας του κορμιού της, έρχονταν να τον τριβελίζει επιθυμώντας το άγγιγμα της..... να γεύεται τα χάδια της μέχρι που τον έπνιγε η μοναξιά εκεί που τελειώνει η μελαγχολία, κ’ ένα σύννεφο ν’ απλώνεται παντού στις σκέψεις του.
Ο ήλιος έκανε την ίδια τροχιά όπως κάθε μέρα, κι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη ολόιδιες με τον ίδιο πόνο στα σωθικά, με τις ίδιες σκέψεις να του θαμπώνουν τα μάτια. Συνεχίζοντας τα ταξίδια τους, πλέον όλα είχαν πάρει το δρόμο τους, ήταν μοιραίο, αναπόφευκτο, είχε συμβιβαστεί μ’ αυτό που ήταν αδύνατον να γίνει. Δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, του ήταν αδύνατο ν’ αλλάξει γνώμη να κάνει πίσω.
Το πλοίο ήταν ήδη χιλιάδες λεύγες μακριά, ο χρόνος κυλούσε και οι μελαγχολικές αναμνήσεις θολές εικόνες, έγιναν αέρας, καπνός, λησμονιά στον πάτο του πηγαδιού.

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Μια παλιά φωτογραφία, κι ένα γράμμα.

Χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα.
Ναυτικός.
Ήταν το πρώτο μου μπάρκο.
Δόκιμος μηχανικός σ’ ένα ατμοκίνητο γκαζάδικο του χίλια εννιακόσια πενήντα.
Ταξιδεύουμε κάτω απ' έναν έναστρο ουρανό, πάνω στους πέντε ωκεανούς του πλανήτη. Νοιώθω το πλοίο να σκίζει τα κύματα κάτω από τ’ απόκοσμο και χαοτικό βάθος του ουρανού, κάτω από μακρινούς πλανήτες, γαλαξίες. Χιλιάδες τόνοι μέταλλο ταξιδεύουν ακούραστα στις πέντε ηπείρους του πλανήτη μέσα στο χρόνο με μοναδικό φόντο τον ορίζοντα, μια επίπεδη γαλάζια γραμμή που χωρίζει τον ουρανό από τους ωκεανούς.
Ώρα οκτώ το πρωί.
Είχε κτυπήσει το σήμαντρο παράδοσης της βάρδιας τέσσερεις οκτώ.
Αγκομαχώντας, ανέβηκα όλες τις σκάλες του Μηχανοστασίου, προχώρησα στο κατάστρωμα της πρύμνης και εξουθενωμένος, κάθισα στις πρυμιές πίντες, κοντά στον εργάτη για να ξεκουραστώ και να βλέπω πέρα από τη γέφυρα του καραβιού τις τροπικές θάλασσες.
Διαπλέοντας την τροπική θάλασσα με την ζέστη και την υγρασία, σ' αυτές τις πίντες, μακριά από τα καζάνια και τις τουρμπίνες του μηχανοστασίου, συνάντησα μετά την κοπιαστική βάρδια τον συριανό θερμαστή –τον Αντώνη.- Ανέβαινε πίσω μου από το στόκολο με τα ρούχα μουσκεμένα απ' τον ιδρώτα κάνοντας πάντα την ίδια κίνηση. Να σκουπίζεται στο λαιμό με ένα δικτυωτό μαντήλι –το μαντήλι της φωτιάς-. Κουρασμένος κι αυτός από την βάρδια του, παρακολουθώντας τις φωτιές και τα νερά στα καζάνια, προσπαθούσε, να ανασάνει και να δροσιστεί στις πίντες του καταστρώματος.
Τα σπαστά γκρίζα μαλλιά του είναι αραιά κι από κάτω τους φαίνεται το δέρμα. Ο Αντώνης είναι πενηντάρης και παρά την σκληρή δουλειά έχει την κοιλίτσα του.
Το στόκολο ήταν η περιοχή του, το βασίλειό του, όπου κυβερνούσε τις φωτιές και τα νερά στα καζάνια του πλοίου σαν απόλυτος μονάρχης.
Τώρα ξεκουραζόταν με τα χέρια πίσω από το σβέρκο, αραγμένος πάνω στο πρώτο σκαλοπάτι της σιδερένιας σκάλας που οδηγούσε στην τσιμινιέρα δίπλα από την οβάλ πόρτα της κουζίνας που δεν έκλεινε καλά. Μετά από λίγο χάιδευε τα αραιά γένια του, καπνίζοντας τσιγάρο, έγερνε προς τα πίσω και ακουμπούσε το κεφάλι του πάνω στον γκρίζο σιδερένιο μπουλμέ και χαμογελούσε με το τσιγάρο στο ακρόχειλο και με τα μάτια μισόκλειστα από τον καπνό του τσιγάρου. Τον παρατηρώ έτσι που χαμογελά, και νοιώθω ότι χάνεται στην ανακουφιστική αγκαλιά του χρόνου. Η μήπως και ονειρεύεται με τα μάτια μισόκλειστα;. Χαμογελώντας συνεχίζει να χαϊδεύει τα γένια του. Κι αυτή τη φορά για τα καλά κλείνει τα μάτια πλημμυρισμένος απ’ ένα πέπλο λάμψης στο μέτωπο, παραδίδεται στο όνειρο του. Ίσως να γυρνά στα χρονιά της εφηβείας του, περπατώντας τα σοκάκια της Άνω Σύρου, τότε που ερωτεύτηκε μια καθολική κοπελιά. Όταν την θυμόταν τα μάτια του λαμπύριζαν, κι έπειτα άρχιζαν να αλλάζουν να γίνονται υγρά, θολά και το χρώμα τους ν’ ανοίγει. Ίσως να βλέπει κάπου χωμένο σε μακρινές ομίχλες το πρόσωπο της που απομακρύνεται και χάνεται στα βάθη του ορίζοντα, ανάλαφρα σαν πούπουλο.
Αφήνοντας πίσω μας το Πορτ Λούις, συνεχίζουμε βόρεια κατά μήκος της μεγάλης δαντελωτής ακτογραμμής του Αγίου Μαυρικίου. Άσπρες αμμουδιές, οργιώδης ζούγκλα, απότομες βουνοπλαγιές, καταρράκτες και χιλιόμετρα κοραλλένιας δαντέλας στον Ινδικό ωκεανό. Ένας παράδεισος επί της γης. Ήλιος που καίει, σμαραγδένια νερά, τροπική βλάστηση και αμμουδιά απαλή σαν πούδρα. Ένας επίγειος παράδεισος ανατολικά της Μαδαγασκάρης, στον Τροπικό του Καρκίνου. Εδώ που πριν από εκατομμύρια χρόνια δημιουργήθηκε από έκρηξη υποθαλάσσιου ηφαιστείου ένα νησί.
Η θάλασσα λαμπερή γαλάζια, παντού όσο φτάνει το μάτι, λικνίζεται απαλά και αναστενάζει σαν μια πελώρια αναπνοή. Το φως του ήλιου ξεχύνεται σαν άστρα που σπιθίζουν, που παρασύρουν, ψιθυρίζουν και λαμπυρίζουν από τις κορυφές των κυμάτων πέρα μακριά και σχηματίζουν ένα φωτεινό μονοπάτι στην επιφάνεια, που συνεχίζει προς τον ορίζοντα.
Σιγά, σιγά μαζεύονται από το πλήρωμα, όσοι αυτή την ώρα ξυπνούν, στην πρύμη, για να πιουν τον πρωινό καφέ τους.
Είναι η ώρα που σε λίγο θα πάμε όλοι για δουλειά, --over time-- τόσο το προσωπικό καταστρώματος όσο και προσωπικό μηχανής. Σήμερα η ζέστη είναι ανυπόφορη. Στο κατάστρωμα οι τρέχουσες καιρικές συνθήκες είναι σχετικά υποφερτές, έχει ασθενή αέρα που είναι αναζωογονητικός και δροσίζει. Στο μηχανοστάσιο όμως οι συνθήκες είναι πιο δύσκολες, οι θερμοκρασίες υψηλές και η υγρασία αφόρητη. Αυτή την εποχή που ταξιδεύουν στα τροπικά κλίματα θέλει μεγάλη προσοχή.
Το πλοίο ένα χαλύβδινο γκαζάδικο, ατμοκίνητο, παλαιάς ήδη τεχνολογίας.... και ο αερισμός του όχι τόσο καλός σε ιδιαίτερα επιβαρυμένους θερμικά χώρους, όπως το μηχανοστάσιο και το λεβητοστάσιο.
«Σήμερα θα έχουμε καύσωνα στο μηχανοστάσιο». Λέει ο Λευτέρης ο λαδάς, που μόλις τώρα πίνει τον καφέ του κι αυτός. Οι συνθήκες εργασίας μέσα στον πιο «σκληρό» χώρο του πλοίου, στο μηχανοστάσιο, όπου οι θερμοκρασίες που επικρατούν είναι υψηλές και ο αέρας κακής ποιότητας είναι ιδιαίτερα δύσκολες. Εκτός από τα επικίνδυνα ταξίδια στη θάλασσα και τις όποιες στερήσεις συνεπάγεται η ζωή πάνω στο πλοίο, τα πληρώματα μηχανής, οι επαγγελματίες αυτοί, ασκούν μια κοπιαστική και ανθυγιεινή εργασία.
Κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα ήταν οκτώ και μισή. Ήξερα ότι εάν δεν ήθελα να έχω μουρμούρα από το Δεύτερο, έπρεπε να σηκωθώ αμέσως και να κατέβω στο μηχανοστάσιο. Στο πλοίο υπήρχε ένα γνωμικό για το Δεύτερο μηχανικό.
«Λένε ότι το δάγκωμα του είναι χειρότερο απ’ το γάβγισμα του».
Ο Αντώνης ήταν ακόμη μισοκοιμισμένος. «Που πας». Με ρώτησε. Είχε μια δυσκολία να σηκωθεί από το πρωινό ραχάτι, άλλα του ήταν αδύνατο να βρει κάποια δικαιολογία ώστε να μην κατέβει στο μηχανοστάσιο για το over time. «Περίμενε έρχομαι μαζί σου». Ακούμπησε στην άκρη το άδειο του φλιτζάνι, σηκώθηκε από το σκαλοπάτι, κούμπωσε τη φόρμα του και πέρασε γρήγορα την είσοδο του μηχανοστασίου. Κι εγώ αγαπώ τόσο πολύ αυτές τις πρωινές στιγμές της αδράνειας που στη διάρκεια τους ξεχνάς ακόμη και τα τέσσερα αυγά μάτια και το μπέικον με τα ψωμάκια που έμειναν άθικτα πίσω μας στη τραπεζαρία.
Ο Δεύτερος μοίρασε τις δουλειές του over time.
Στον Αντώνη ανέθεσε να βοηθήσει το θερμαστή της πρωινής βάρδιας. Λόγω της κακής ποιότητας των καυσίμων που το πλοίο είχε εφοδιαστεί τελευταία, οι καυστήρες στους λέβητες άφηναν προσμίξεις από λασπώδη και στερεά κατάλοιπα  στο δάπεδο της εστίας που έπρεπε να αναδευτούν και να καούν πριν αποκτήσουν μεγάλο όγκο και δημιουργήσουν περαιτέρω λειτουργικά προβλήματα στο σύστημα.
Ο Αντώνης μ’ ένα μεγάλο σε μήκος σιδερένιο λοστό που χωνόταν βαθειά μέσα στο σωρό αποσπούσε από το δάπεδο τα ανθρακώδη στερεά κατάλοιπα. Ταυτόχρονα αύξανε την παροχή του αέρα καύσης στην εστία του λέβητα. Τα κατάλοιπα αμέσως αναφλέγονταν. Άστραφτε και βροντούσε η εστία του λέβητα. Η αναλαμπή απ’ τις φλόγες χόρευε τρελά πάνω στο δάπεδο, συνέχιζε το δαιμονισμένο της χορό πάνω στους πλαϊνούς υδρότοιχους και την οροφή. Κόκκινες και πορτοκαλιές σκιές σειούνται, λυγιούνται, σφιχταγκαλιάζονται ή ξαφνικά ξεμακραίνουν. Αργότερα ζαρώνουν και γίνονται τόσες δα μικρούλες, και μετά σε κάθε νέο ανάδεμα, ώσπου να πεις τρία σηκώνονται τεντώνουν το λαιμό τους με ορμή, και τα ανθρακώδη έπαιρναν και πάλι φωτιά, βγάζοντας μια κίτρινη στριγκή λάμψη. Σαν ένα γιγαντιαίο ταμπούρλο που βροντούσε ρυθμικά.
Ο Αντώνης, χειριζόταν το λοστό με χορευτική ικανότητα. Σ’ αυτό ήταν πραγματικά άπιαστος, ήταν ο καλλιτέχνης του στόκολου. Η μια προσπάθεια μετά την άλλη, δώσ’ του, έριχνε με το λοστό και δε σταματούσε.
Ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπό του, έτρεχε στα μάτια του.
Έτσι κύλησε η ώρα μέχρι το coffee time των δέκα.
Ο μοναδικός χώρος στο πλοίο που είχε κλιματισμό ήταν η τραπεζαρία και το καπνιστήριο του πλοίου με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια υποφερτή ατμόσφαιρα. Στη διάρκεια λοιπόν της εικοσάλεπτης διακοπής από τις εργασίες όλο το πλήρωμα μαζευόταν εκεί για τον καφέ του.
Ο Δεύτερος του πλοίου ήταν ένας τριανταπεντάρης άνδρας από εκείνους τους γυμνασμένους τύπους με ευθυτενές σώμα και έκφραση ετοιμότητας στο πρόσωπο.
Με ρώτησε για τον Αντώνη, και αν ξέρω γιατί δεν ήρθε στον καφέ.
Πήρε τηλέφωνο τη βάρδια του μηχανοστασίου και ρώτησε.
Ένοιωσε ανακούφιση μαθαίνοντας ότι ο Αντώνης πίνει τον καφέ του παρέα με τον συνάδελφο του στο στόκολο. Η ασφάλεια των ανδρών της επιστασίας του ήταν το πρώτο μέλημα του. Για την ακρίβεια ενδιαφερόταν για τη σωματική και ψυχική υγεία των υφισταμένων του και ας μη το φανέρωνε το στεγνό πρόσωπο του.
Τελειώνοντας το coffee time το προσωπικό μηχανής συναντηθήκαμε στην πλατφόρμα έλεγχου του μηχανοστασίου. Ο Δεύτερος φώναξε εμένα και τον Αντώνη.
«Θα πας στην πλατφόρμα του βοηθητικού ψυγείου να σκουπίσεις και να καθαρίσεις το μπουλμέ στη πλευρά της θάλασσας». Είπε του Αντώνη.
«Κατάλαβες;»
«Κατάλαβα». Επανέλαβε ο Αντώνης γεμάτος ανακούφιση όταν συνειδητοποίησε την εργασία που του αναθέτει ο Δεύτερος.
«Διάβολε, είμαι το κατάλληλο άτομο γι’ αυτή τη δουλειά». Δήλωσε με στόμφο.
Ο Δεύτερος συγκρατήθηκε με κόπο για να μη γελάσει
«Εσύ θα πας στο αριστερό ιππάριο τροφοδοσίας να αλλάξεις σαλαμάστρες στα βάκτρα παλινδρόμησης. Μπορείς;». Με ρώτησε.
«Δεν έχω πρόβλημα». Είπα και το εννοούσα.
«Και έχε το νου σου στο θερμαστή δίπλα σου, θα αράξει άλλα μην τον ανησυχείς, έχει ταλαιπωρηθεί τις προηγούμενες ώρες, έχουμε και αυτή τη διαβόλου υγρασία που σου τρυπάει τα κόκκαλα». Με συμβούλεψε ο Δεύτερος.
Δεν είχε περάσει μισάωρο, ο Αντώνης νοιώθοντας ταλαιπωρημένος απ’ τον πόλεμο με τις φωτιές των καζανιών, έγειρε το κορμί του άβολα να αναπαυτεί στο μεγάλο εγκάρσιο νομέα του σκάφους πίσω από το τεράστιο ψυγείο, πάνω στην επιφάνεια της δροσερής λαμαρίνας. Εκεί που κανείς δεν τον έβλεπε. Ο τραχύς θόρυβος του μηχανοστασίου και οι δονήσεις της προπέλας τον νανούρισαν. Ο Αντώνης αποκοιμήθηκε. Χάνοντας τον Αντώνη από την οπτική επαφή χαμογέλασα με κατανόηση. Θυμήθηκα μια παλιά ιστορία που έλεγε ο παππούς για έναν κολλήγο εκατοχρονίτη γέροντα.
«Προσπαθούσε έντιμα να κάνει τη δουλειά που του ζητούσαν, δουλειά πολύ πάνω από τις δυνάμεις του, εξαντλημένος εδώ και πολύ καιρό. Υστέρα κοιμήθηκε».
Αποκοιμιόταν παντού, ακόμη και στο μηχανοστάσιο, με τον ιδρώτα να μουσκεύει τα ρούχα του.
Πετάχτηκε ξαφνιασμένος, διαπιστώνοντας ότι εγώ είχα ήδη φύγει από το μηχανοστάσιο αποκαρδιώθηκε. Δεν είχε ιδέα πόση ώρα κοιμήθηκε κουρνιασμένος εκεί.
«Σκατά», μονολόγησε όταν κατάλαβε ότι η ώρα ήταν ήδη δώδεκα, κατέβηκε στο δάπεδο της πλατφόρμας και με ύφος σκυθρωπό ξεκίνησε για το μεσημεριανό δείπνο.
Ώρα δώδεκα και δέκα μεσημέρι.
Βρισκόμασταν στο χώρο της μεγάλης τραπεζαρίας πληρώματος του πλοίου, το πλήρωμα βαδίζοντας γοργά ελάμβανε θέση για το μεσημεριανό γεύμα. Ο Αντώνης με το στόμα ορθάνοικτο κρατούσε τα ματιά προσεκτικά χαμηλωμένα έριχνε κλεφτές ματιές γύρω του και στο πρόσωπο του καμωνόταν επιδέξια τον δύσμοιρο και ταλαιπωρημένο από την δύσκολη εργασία που του είχαν αναθέσει να εκτελέσει. Είχε τα μελαγχολικά λαμπερά του ματιά καρφωμένα στο κενό με σφιγμένο χαμόγελο και πονεμένη ματιά. Τα αραιά μαλλιά του ήταν τραβηγμένα πίσω με το λευκό μαντήλι της φωτιάς δεμένο γύρω από το μέτωπο να συγκρατεί τον ιδρώτα του. Προσπαθούσε να προσελκύσει την προσοχή απ’ το πλήρωμα γύρω απ’ τα δυο μεγάλα τραπέζια της τραπεζαρίας του πλοίου στραμμένη επάνω του. Κοίταζε φευγαλέα προς τη διεύθυνση που βρισκόταν ο Δεύτερος μηχανικός με την άκρη του ματιού και το στόμα ανοικτό φροντίζοντας να μην χάσει την ταλαιπωρημένη έκφραση, ώστε να αποσπάσει την προσοχή του, να δείξει ότι εργάστηκε με ζήλο και έφερε εις πέρας τη δουλειά που του είχε αναθέσει.
Κάπου κάπου κοίταζε πάνω από τον ώμο του προς το μέρος μου, να δει εάν είχα αναφέρει κάτι για το ραχάτι του. Αντικρίζοντας το φιλικό μου χαμόγελο μάζεψε το κουράγιο του και προχώρησε να καθίσει στο κάθισμα του.
Ο καμαρωτός μη αναγνωρίζοντας τον καθημερινό μας Αντώνη, σ’ αυτή την γεμάτη ανησυχία έκφραση στο πρόσωπο του συνειδητοποίησε ότι κάτι συμβαίνει σήμερα.
«Είσαι καλά;» τον ρώτησε
«Τι;» ψιθύρισε.
Η φωνή του βγήκε βραχνή, σαν να μην ήταν συνηθισμένος να μιλά καθώς καθόταν στην θέση του.
Το πρόσωπο του στράφηκε στο καμαρότο, που η παρέμβαση του έγινε η αιτία να διακοπεί η πρόσκαιρη θεατρική του παράσταση.
Αυτό τον επανέφερε από την παράσταση του. Έμεινε για λίγο ασάλευτος σχεδόν υπνωτισμένος.
«Αναρωτιόμουν για την καλή σου υγεία. Χαλάρωσε δείχνεις χλωμός σαν ζυμάρι.» Συνέχισε ο καμαρωτός.
Τα καπνιστήρια και οι τραπεζαρίες των πλοίων είναι ένα περιβάλλον που τα αστεία και οι φάρσες ευδοκιμούν.
Ο Αντώνης ακόμη και στα πενήντα χρόνια του ζούσε ακόμη την εποχή της αθωότητας. Η αθωότητα κάποιες στιγμές, με εκείνο το ανόητο, λαμπερό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του, έμοιαζε λες και η χαρά είχε ριζώσει σαν ουράνιο τόξο μέσα στο κεφάλι του.
Για μένα είναι πολύ δύσκολο να δεχτώ -και με ξενίζει η κατάχρηση- αυτές τις φάρσες, που συνήθως έχουν σαν στόχο ορισμένα επιρρεπή άτομα. Πιστεύω ότι είναι βαναυσότητα απέναντι τους η ευκολία να γίνονται θύματα.
Θα κάνω μια αναδρομή σε πολύ πρόσφατα γεγονότα και πως περνούσαν την ελεύθερη ώρα τους το πλήρωμα.
Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στον πύρινο λόγο που έβγαλε ο Αντώνης στην τραπεζαρία την προηγουμένη εβδομάδα.
«Λόγο, θέλουμε λόγο». Τον παρότρυνε σύσσωμο το πλήρωμα.
Ο Αντώνης έπλεε σε πελάγη χαράς, ένοιωθε να υψώνει το ανάστημά του.
Για να τον βλέπει και να τον ακούει το πλήρωμα, έπειτα από παρότρυνση του Γραμματικού, έβγαλε τα παπούτσια του και ανέβηκε πάνω στο τραπέζι. Μιλούσε ενάντια στη ανάλγητη πραχτική της εφοπλιστικής εργοδοσίας και την ανύπαρκτη ευαισθησία τους.
Έλεγε πολλά και ασυνάρτητα μεταξύ τους.
Τον ρωτούσαν τι θα έκανε στο δικό του πλοίο.
Όπως ήταν αναμενόμενο, έπλεξε το εγκώμιό του φανταστικού πλοίου με την στεντόρεια φωνή του.
«Θα βάλω μασίνια με κόκα κόλα». Έλεγε.
Το πλήρωμα ξέσπασε στα γέλια και χειροκροτούσε ενθουσιωδώς από κάτω.
Ο Αντώνης ίσιωνε με καμάρι τους ώμους, και ανταπέδιδε το χειροκρότημα.
Είχε μια ψύχωση με τα μασίνια του νερού, τα ήθελε να ρέουν άφθονη κόκα κόλα.
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.
Τις στιγμές αυτές ο φτωχός καταφρονεμένος Θερμαστής μεταμορφώνεται,
ένοιωθε πως δεν ήταν ένας ξένος, ένας παρείσακτος.
«Ευδαιμονία» ήταν η λέξη που μου ερχόταν στο νου έτσι όπως έβλεπα την παρουσία του.
«Νοιώθει όμορφα», συλλογίστηκα. «Νοιώθει την ανάγκη του ανθρώπου να αφήσει τα ίχνη του.»
Ώρα εννέα το βράδυ.
Ο Αντώνης ήταν ανοικτός τύπος, ευδιάθετος και πομπώδης συνήθως, που εξακολουθούσε να φέρεται σαν μικρό παιδί στα πενήντα του χρόνια. Ήταν ένας πτωχός με αφάνταστα καλή καρδιά θερμαστής στο στόκολο του πλοίου.
Δεν ήξερε να πει όχι σε κανέναν. Μια τέτοια καλοσύνη καρδιάς συνήθως οι γύρω του τον αντάμειβαν με ευγένεια και συμπάθεια. Ήταν και φορές που μερικοί τον πλήγωναν και τον ταπείνωναν. Κρυφογελώντας συνωμοτικά έλεγαν πως, με το πέρασμα του χρόνου το μυαλό του έμεινε πίσω, δεν ακολούθησε τη βιολογική ανάπτυξη του κορμιού του.
Μάλλον δεν είχε τελειώσει τη βασική εκπαίδευση στο σχολείο της πόλης του. Μικρός έπαιζε ποδόσφαιρο στις αλάνες της γειτονιάς του. Στη περιπετειώδη εφηβεία του δούλευε εργάτης στην αποβάθρα του λιμανιού.
Στη στρατιωτική του θητεία, απαλλασσόμενος από το όπλο, είχε ξενοιάσει από σκοπιές και ένοπλες υπηρεσίες.
Από όσο γνώριζα δεν είχε παντρευτεί ποτέ του.
Τις ελεύθερες ώρες ο νεαρός Αντώνης τις περνούσε περιδιαβαίνοντας τους δρόμους που ζούσε η όμορφη Βενετία, με την οποία είναι ακόμη και σήμερα κρυφά ερωτευμένος.
Μια μουντή φθινοπωριάτικη ημέρα νεαρός άνδρας τώρα στέκεται στη παραλία της Σύρου. Το βήματα του τον έχουν οδηγήσει εκεί. Ο πατέρας του δεν υπάρχει πια και η μητέρα του πεθαίνει στο νοσοκομείο της πόλης. Το στομάχι του γουργούρισε σ’ αυτές τις σκέψεις. Ένας καυτός αφόρητος πόνος απλώθηκε στα σώθηκα του. Μεμιάς εικόνες – σπιτιού, ασφάλειας, λογικής, όλων όσων αντιπροσωπεύει μια οικογένεια, ξεπήδησαν και τον πλημμύρισαν. Δεν υπήρχε τρόπος να καταπνίξει η να παραμερίσει τα συναισθήματα του. Η μοναξιά τον πλημμύρισε. Ένοιωθε πια εντελώς μόνος και παρακατιανός. Δεν έχει καμία τάξη, κανένα νόημα η ζωή του. Ο Αντώνης έβαλε τα κλάματα. Δεν έκλαψε υστερικά, ούτε ούρλιαξε, όπως συνήθως κάνουν οι άνθρωποι για να πνίξουν την οργή τους στα δάκρυα. Έκλαψε με τα συνεχή μονότονα αναφιλητά κάποιου που μόλις ανακάλυψε ποσό μόνος είναι και θα συνεχίσει να είναι για πολύ καιρό ακόμη. Έκλαψε γιατί κάθε ίχνος ασφάλειας και λογικής έμοιαζε να έχει χαθεί από τον κόσμο του. Η μοναξιά ήταν μια πραγματικότητα. Σ’ αυτή την κατάσταση όμως, η παραφροσύνη ήταν ένα πολύ πιθανό ενδεχόμενο. Ο Αντώνης άρχισε να βαδίζει στον ανηφορικό δρόμο της μικρής πόλης, έχοντας πίσω του το λιμάνι και την ανατολή. Φθάνοντας στο μικρό τους σπίτι έπεσε βουβός στο κρεβάτι. Τα ματιά του γέμισαν και πάλι καυτά δάκρυα κι ευχήθηκε να ήταν εκεί η Βενετία για να τον αγκάλιαζε. Το πρόσωπο του κοκκίνισε σ’ αυτή τη σκέψη. Κοιμήθηκε προτού σταματήσουν ολότελα οι λυγμοί του. Κοιμήθηκε κουλουριασμένος γύρω από το μαξιλάρι του φορώντας τα καθαρά του ρούχα. Τα δάκρυα του είχαν ζωγραφίσει γραμμές στα πυρωμένα μάγουλα του και στο χέρι κρατούσε χαλαρά το ναυτικό φυλλάδιο που πρόσφατα είχε αποκτήσει.
Έξι μήνες αργότερα ο Αντώνης είχε σχεδόν ξεφύγει από την απελπισία του. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα, έμοιαζε να έχει ωριμάσει, παρακάμπτοντας τις φοβίες του, ώστε να γίνει αυτάρκης σαν ενήλικος.
Σε λίγο όλα πρόκειται να αλλάξουν για τον Αντώνη. Γιατί έχει διαλέξει να κάνει το πρώτο του ταξίδι. Μπαρκάρισε καθαριστής σ’ ένα Λίμπερτυ.
Ήταν πρώτη φορά υστέρα από πολύ καιρό που ο Αντώνης δεν φοβήθηκε καθόλου.
Αυτά συνέβησαν πριν είκοσι πέντε χρόνια.
Σήμερα μετά την βραδινή βάρδια των τέσσερεις οκτώ βρισκόμασταν στην μικρή, στενάχωρη γκρίζα καμπίνα του. Απολαμβάνοντας ένα ποτήρι ουίσκι με πάγο, μου ξετυλίγει κλωστή - κλωστή το κουβάρι της ζωής του.
«Τη ζωή πρέπει να τη δέχεσαι όπως έρχεται. Αυτή είναι η πρώτη εντολή ακόμα και πριν τις Δέκα εντολές. Πρέπει να δέχεσαι το απρόοπτο και ότι προκύπτει από αυτό. Χωρίς το απρόοπτο η ζωή δεν είναι ολοκληρωμένη, είναι σαν κάποιος που δεν ξέρει κολύμπι να τσαλαβουτάει στα ρηχά, όταν η πραγματική θάλασσα είναι μόνο εκεί που υπάρχει βάθος». Αυτό είναι κάτι που μου δίδαξε ο σοφός βοσκός παππούς μου, είπα.
................Τις τελευταίες μέρες ο Αντώνης βλέποντας πόσο σοβαρά τον αντιμετώπιζα σε αντίθεση με το υπόλοιπο πλήρωμα με γυρόφερνε για μια πολύ προσωπική του υπόθεση.
«Θέλω να με βοηθήσεις να γράψω ένα γράμμα». Και μου εξήγησε τι ακριβώς ζητούσε.
Μια τέτοια ιστορία μου φαινόταν εφηβική και γελοία. Όπως μου φαινόταν εξωφρενική και η ιδέα του για το γράμμα, κι αναρωτιόμουν πως στα κομμάτια θα γλίτωνα απ’ αυτή την ιστορία.
Όλα όσα είχαν σχέση μ’ αυτό το γράμμα για μένα ήταν ένα κακόγουστο αστείο, από την πρώτη στιγμή. Κι όμως το γράμμα που ζητούσε να του γράψω δεν ήταν γι’ αυτόν ένα αστείο. με αποτέλεσμα να καταλάβω πως δεν θα γλίτωνα πια…….
Ήταν η πρώτη μου φορά βρισκόμουν στον ιδιωτικό του χώρο, και είχα απορροφηθεί να κοιτάζω με ιδιαίτερη προσοχή ένα ημερολόγιο με καλλιτεχνική αξία κατά την κρίση μου, που βρισκόταν κρεμασμένο πάνω από το μικρό γραφειάκι του.
Καθώς μου μιλούσε ο Αντώνης σκέφτηκα στην αρχή ότι αστειεύεται μ’ αυτή την παιδική αφέλεια που είχα συνηθίσει στη συμπεριφορά του.
Όταν όμως γύρισα το βλέμμα μου, διαπίστωσα έκπληκτος ότι μου μιλούσε με απόλυτη σοβαρότητα.
Βλέποντας πόσο σοβαρά αντιμετώπιζε ο Αντώνης την υπόθεση, χάρηκα που είχα προλάβει να συγκρατηθώ από κάποιο φθηνό σχόλιο.
Έτσι λοιπόν κάτι που ξεκίνησε σαν κακόγουστο αστείο για μένα, σύντομα έγινε πολύ αλλόκοτο, και αποκτούσε ενδιαφέρον.
«Δεν έχω πρόβλημα θα σε βοηθήσω όσο μπορώ». Του είπα και το εννοούσα.
«Είμαι φίλος σου και θα σε βοηθήσω, ακόμα και αν δεν συμφωνώ μαζί σου».
«Λοιπόν να σου κάνω αυτή τη μικρή εξυπηρέτηση. Αλλά θα μου υποσχεθείς ότι θα κρατήσεις το στόμα σου κλειστό, αν δεν θέλεις να γίνουμε ο περίγελος του βαποριού».
Ο Αντώνης έγνεψε καταφατικά.
«Ότι πεις εσύ, και σ’ ευχαριστώ». Είπε.
Ήταν μια απλή αυθόρμητη πράξη καλοσύνης, αλλά ο Αντώνης βρέθηκε να παλεύει για να πνίξει τα χαρούμενα συναισθήματα του.
Τελικά κατόρθωσε να χαμογελάσει.
«Σ’ ευχαριστώ πολύ». Είπε πάλι.
Όλα αυτά απλά γρατζούνιζαν την επιφάνεια της χαράς του Αντώνη, που άγγιζε την απόλυτη ευδαιμονία.
Ξεκινώντας την ιστορία, κουβεντιάζαμε για τις αναμνήσεις του τις γεμάτες όνειρα. Για τον μεγάλο του καημό και τον ανεκπλήρωτο έρωτα του. Την Βενετία... Χήρα σήμερα ζούσε μόνη της εκεί πίσω στο ανηφορικό καλντερίμι καθολικής συνοικίας.
Ήταν κάτι μαγικό η γυναικά αυτή για τον Αντώνη. Συζητώντας μαζί μου βίωνε ξανά το δέος και την ευφορία των ονειροφαντασίων του. Το συμπέρασμα που έβγαζα από την κουβέντα μας ήταν ότι οι ονειροφαντασίες του ήταν αληθινές και ο Αντώνης τις μοιραζόταν με κάποιο τρόπο μαζί μου. Και αυτό ήταν η χαρά του.
Κάτι μέσα του έλεγε πως πρέπει να το κάνει, πως θα ήταν για αυτόν ένας σκοπός, απελευθέρωση, ανάρρωση και ξύπνημα από το μαρμάρωμα του εαυτού του.
Έβγαλε από το πορτοφόλι του μια φωτογραφία, ένα γυναικείο, ασπρόμαυρο πορτραίτο, το απόθεσε θησαυρό πολύτιμο, στο μικρό τραπέζι εμπρός μας. Στη φωτογραφία είναι η Βενετία ένα γλυκό μελαχρινό κορίτσι. Με μακριά μαύρα μαλλιά, μάτια αμυγδαλωτά κι ένα χαμόγελο στα χείλη. Συνδυάζει την κοριτσίστικη γοητεία με την γυναικεία κομψότητα. Εικόνα ελαφρά ξεθωριασμένη, μισοχαμένη στην αχλή του παρελθόντος.
Πέρασαν χρόνια που απέκτησε αυτή τη φωτογραφία . Την φυλάει τυλιγμένη προσεκτικά, με ευλάβεια, σε καθαρό λευκό χαρτί να μην τη διαβρώσει ο χρόνος. Την ξετυλίγει αργά, αργά σε τακτά χρονικά διαστήματα και νοιώθει την ίδια συγκίνηση, όπως εδώ και πολλά χρόνια. Η λάμψη που ανέβλυζε απ’ τα μάτια της φωτογραφίας ήταν για τον Αντώνη μαγική πηγή. Νοιώθει αυτό το λαμπερό βλέμμα να τον λούζει, να τον χαϊδεύει. Αχ και να γινόταν να κρατήσει αυτή η μαγική στιγμή όσο γίνεται περισσότερο. Συναίσθημα ωραίο σαν ίλιγγος. Ένοιωθε ξαφνικά ότι η φωτογραφία ήταν όλη γεμάτη μέλι κι αρωματικά βότανα.
Για μια στιγμή ένοιωσε να τον πλημμυρίζει η νοσταλγία, είδε τον εαυτό του νεαρό, μ’ ένα σακάκι ριγμένο στον ώμο και τη γραβάτα του χαλαρή σαν κάποιος που επιστρέφει από το γύρο του κόσμου να ξαναβρισκόταν και πάλι στο δρόμο της γειτονίας της. Τα ποδιά που δεν ήθελαν να προχωρήσουν, όλοι οι μύες ως και τα κόκκαλα, του φαίνονταν δυο φόρες βαρύτερα. Αχ και να την έβλεπε να βγαίνει από το σπίτι της, από τη μπροστινή τη πόρτα, να διασχίζει τον πεζόδρομο, με τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά, το μεταξωτό φουλάρι ν’ ανεμίζει στους λεπτούς της ώμους και το άρωμα της γλυκιά ευωδία να διασκορπίζεται γύρω της, με τις ριπές τ’ απαλού ανέμου. Και, μ’ αυτή τη σκέψη, χαμογελούσε.
Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Στη καμπίνα έφτανε στα αυτιά μας ο ανεπαίσθητος θόρυβος από τις τουρμπίνες του μηχανοστασίου. Ο Αντώνης σήκωσε το ποτήρι με το ποτό στο χέρι του και πρόσεξε ένα μικρό ράγισμα στο χείλος. Προσπαθούσε να εκτιμήσει όλα όσα η φωτογραφία του ιστορούσε άλλα το μυαλό του αρνιόταν να συντονιστεί. « Πριν είκοσι πέντε χρόνια». Μουρμούρισε χαμηλόφωνα.
Γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε. Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω μου, με τη λάμψη να ‘χει χαθεί τώρα από μέσα τους, να ‘χει σβήσει σαν τη φλόγα ενός κεριού στον άνεμο. Ανοιγόκλεισε το στόμα του, δεν βγήκε κανένας ήχος όμως. Δεν ήξερε τι να πει. Ήταν τόσο βαθειά η συγκίνηση του.
Η μορφή της Βενετίας χάθηκε, και στη θέση της είδε τώρα το πρόσωπο της μητέρας του στο νοσοκομείο, με τα λευκά μαλλιά της να κρέμονται από την άκρη του φορείου με τα μάτια ολοσκότεινα, το δέρμα της κάτασπρο, και τα χείλια της να κουνιούνται σαν να παραμιλάν, να απαγγέλλουν ποιήματα, χωρίς να βγάζουν μιλιά. Απλώνει το χέρι της, όμως αυτός δεν προλαβαίνει να το πιάσει. Δεν θα ξαναγυρίσει. Ένα  ξέφτισμα του πανιού της ζωής, μας φανερώνει ότι το υφάδι της είναι το πιο πολύ καμωμένο από τη θλίψη.
Εγώ τον κοιτούσα συμπονετικά.
Η ταραχή του δεν διήρκεσε παρά μια στιγμή μονάχα. Η εικόνα του άλλαξε. Το πρόσωπο του σαν να ‘κρυβε ένα χαρούμενο μυστικό έγινε και πάλι εύθυμο.
Αυτός ήταν ο Αντώνης. Μ’ ευκολία κατόρθωνε να βάζει στο περιθώριο κάθε άσχημη σκέψη.
Αναστέναξε, πήρε μια τελευταία βαθιά ανάσα, ρουφώντας τη γλυκιά λάμψη που ανέδινε η φωτογραφία αναζητώντας αυτή την αίσθηση της ευτυχίας, την αίσθηση του ουράνιου τόξου. Πίνοντας μια γουλιά από το ποτήρι του, δίπλωσε με αργές προσεκτικές κινήσεις την παλιά φωτογραφία και την έβαλε πάλι στο πορτοφόλι του.
Κάθισα όσο πιο αναπαυτικά μπορούσα και άρχισα να γράφω και να του διαβάζω.
Έγραφα λέξεις που ρίζωναν μέσα στην ψυχή του και στέκουν σαν αερικά μέσα του. Ένα γράμμα γεμάτο λέξεις που κατάφεραν να πετάξουν σα μαγικό χαλί κατευθείαν στην καρδιά του κι εκεί ρίζωσαν και βλάστησαν κι αναπόλησαν και σχημάτισαν χίλιες δύο άλλες εικόνες από εκείνες τις εποχές της νιότης του. Για όλα τα ανεκπλήρωτα όνειρα του, για όλα όσα πόθησε να κάνει. Και γέμισε η ψυχή του φως κι αγάπη και σκέψεις για όλα όσα φέρνει ο καιρός κι ο χρόνος. Έγραφα εικόνες που μένουν, θύμησες και λόγια που δεν θα θέλει να ξεχάσει. Του διάβασα πολλές φορές εκείνο το γράμμα. Ήθελε να θυμάται όλες τις λέξεις, τις φράσεις, το δέσιμο τους με εικόνες που ίσως κι αυτός έζησε κάποτε.
Όλα αυτά τον συνάρπαζαν.
Είχα την αίσθηση ότι όλα όσα άκουγε τα ένοιωθε ότι τα έζησε στ’ αλήθεια.
Ήταν ήδη μεσάνυχτα. 
«Θα πρέπει κι εγώ να πηγαίνω τώρα». Του είπα.
Όταν τον άφησα ήταν αρκετά νηφάλιος.
Έμεινε και πάλι μόνος του με τον εαυτό του, με το παρελθόν του, και με το κεφάλι του γεμάτο από παλιές βασανιστικές ιδέες. Αναζητούσε χέρια αόρατα να τον πάρουν στη γλυκιά αγκαλιά τους….  να βιώσει την αίσθηση…. να χαθεί βουτώντας στον πλούτο ... της μαγείας των ονείρων του. Ευχαρίστως θα ανανέωνε αυτά τα σύντομα όνειρα του τουλάχιστον για μερικές ακόμα στιγμές άλλα τελικά το ήξερε πως τα όνειρα του είναι χλωμά και διαλύονται σαν το πρωινό σκοτάδι.  Τον έρωτα του τον πήρε δυνατός στρόβιλος και χάθηκε σαν τα κύματα που φεύγουν. Κι ο πόνος του μοιάζει με «Σιωπητήριο» στο ακατοίκητο χάος.
Το γράμμα δεν το έστειλε ποτέ. Ήταν ένα γράμμα προορισμένο ότι δε θα έφτανε ποτέ στον παραλήπτη του ...
Το χρησιμοποιούσε να τυλίγει με έκφραση λατρείας και με μοναδική ευλάβεια την παλιά φωτογραφία.
Κράτησε το λόγο του.
Κανείς άλλος δεν  έμαθε αυτά που εγώ έμαθα εκείνο το βράδυ.

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

θα περάσει κι αυτή η καταιγίδα

Ο ήχος από την βροντή τον αιφνιδίασε, τον κατέλαβε απροετοίμαστο. Σηκώθηκε όρθιος, κοίταξε έξω από το παράθυρο του μικρού του γραφείου να δει τι συνέβαινε. Παρατήρησε πως οι δρόμοι άδειασαν από τους πεζούς και ο ουρανός σκοτείνιαζε. Τα μαύρα σύννεφα που συσσωρεύονταν, είχαν σκεπάσει τον ήλιο και δεν προμηνύουν τίποτα καλό. Ήταν κατάμαυρα αλλά οι άκρες τους είχαν φωτεινές ανταύγειες λαμπύριζαν σαν χαλκόχρωμο κεχριμπάρι, σαν κρυσταλλιασμένο αλάτι. Το βράδυ της προηγούμενης ημέρας τα δεδομένα στο ευαίσθητο βαρόμετρο του, δεν προμήνυαν το ξέσπασμα της καταιγίδας που θα ακολουθήσει. Αυτός για άλλη μια φορά παρακολουθούσε μια καταιγίδα που ερχόταν....... παρακολουθούσε την τέχνη της πλουσιοπάροχης φύσης και τις εικόνες που προβάλλονταν στον ορίζοντα με θαυμασμό. Τα μικρά καφέ της πλατείας απέναντι, είχαν γεμίσει όταν άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες και η πρώτη εκθαμβωτική αστραπή έσκισε στα δυο τον ορατό ορίζοντα εμπρός του. Όταν έβλεπε αστραπή είχε την συνήθεια να μετρά τα δευτερόλεπτα μέχρι να πέσει η βροντή. Την άκουσε όταν είχε μετρήσει «εννέα» και υπολόγισε πως είχε πέσει σε απόσταση τριών χιλιομέτρων περίπου.
Η βροχή δυνάμωνε όλο και πιο πολύ. Το νερό έτρεχε ορμητικά στις πλαϊνές υδρορροές των δρόμων κατακαθίζοντας την σκόνη, κρατώντας τους δρόμους καθαρούς. Οι όποιες σκέψεις του θα πρέπει να σκορπίστηκαν όταν στον ουρανό πρόβαλλε ένα διπλό ουράνιο τόξο μέσα από τα σύννεφα. Οι τελευταίες σταγόνες πιτσίλιζαν τα πεζοδρόμια οι βροντές μάκρυναν πέρα βόρειο ανατολικά αφήνοντας πίσω τους ένα μακρινό σιγανό μουρμουρητό. Η καταιγίδα είχε περάσει και η κεντρική πλατεία εκεί έξω άρχισε και πάλι να γεμίζει από ζωή.
Η ζωή στον πλανήτη μας, είναι ένα εύθραυστο και λεπτό φαινόμενο που ισορροπεί πάνω στην κόψη ενός ξυραφιού, ανάμεσα στις σφοδρές εναλλαγές του κλίματος μουρμούρισε χαμηλόφωνα. Ο άνθρωπος ωστόσο δεν ικανοποιείται από τους κινδύνους που κρύβει η φύση. Αντιθέτως παρεμβαίνοντας με θράσος στο οικοσύστημα, σκάβει με επιμελημένη προσοχή τον ίδιο του τον τάφο.
Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή που τον συντροφεύει, τον παρασύρει στα μεγάλα, στα ζόρικα ταξίδια του που ευχάριστα η σημερινή κακοκαιρία του θυμίζει. Η μνήμη δεν κρατιέται, σκαλίζει και αναθυμάται. Βρυχάται η αλμύρα και το αλάτι που τόσα χρόνια πότισε την υπόσταση του, θέλει να εκραγεί σαν ηφαίστειο.
Ας ακολουθήσουμε την έκρηξη του:
Σύνορα Γερμανίας Ελβετίας στα 1975.
Το τραίνο δεν έκοψε ταχύτητα καθώς σκαρφάλωνε πάνω στους σκιερούς λόφους. Δυτικά στον φλογισμένο ουρανό διαγραφόταν οι βουνοκορφές των Άλπεων, λουσμένες μέσα στις τελευταίες αχτίδες του Ήλιου που έδυε. Το σκοτάδι έπεφτε τόσο απότομα ώστε η πλαγιές των βουνών χάνονταν μέσα σ’ αυτό αφήνοντας μόνο τις κορυφές να φαίνονται λουσμένες στο φως, με τον ήλιο να χάνεται αιωρούμενος στον ορίζοντα μέχρι να σβήσει και η τελευταία αχτίδα του και οι κορυφές να χαθούν μέσα στο σκοτάδι.
Η μεγάλη παρέα στο βαγόνι του τραίνου ήταν έλληνες ναυτικοί που ξεμπαρκάρισαν από τον λιμένα Μπρέμεν ης Γερμανίας και αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα με το τραίνο. Το «ακρόπολις εξπρές» της εποχής που εκτελούσε τα δρομολόγια Μόναχο- Θεσσαλονίκη.
«Ακρόπολις Εξπρές», το επονομαζόμενο «τρένο της ξενιτιάς», κουβαλούσε, τα καλοκαίρια ειδικά, στοιβαγμένους στα κουπέ και τους διαδρόμους, Έλληνες, αλλά και Τούρκους «γκασταρμπάιτερ» σε μια περιπετειώδη διαδρομή από τη Θεσσαλονίκη μέσω Γιουγκοσλαβίας προς το Μόναχο και αντίστροφα, η οποία κρατούσε κοντά δύο ημέρες.
Ήταν το τρένο που μετέφερε ελπίδες, προσδοκίες και όνειρα, από τη μεταπολεμική Ελλάδα της δεκαετίας του ΄60 στη Γερμανία. που αγωνίζεται να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του πολέμου. Τα βαγόνια του τρένου φυλάσσουν στο εσωτερικό τους ερμητικά κλεισμένες, χιλιάδες ιστορίες διαφορετικών ηρώων, που με ένα φτερούγισμα στην καρδιά εξορμούσαν για να κατακτήσουν μια καινούργια ζωή, μακριά από την Ελλάδα της δυστυχίας, με μόνη τους αποσκευή την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και κοινό τους στόχο η κατάκτηση του ονείρου."
Την παρέα την αποτελούν, ο Γιάννης ο μηχανικός από την Ελευσίνα, ο Ιπποκράτης ο καμαρότος ομογενής εξ Αιγύπτου, ο Αγγελής ο ναύτης από τον προσφυγικό μαχαλά της Καισαριανής, ο Γιώργος Ανθυποπλοίαρχος από την Λευκάδα, ο Πασχάλης ο ναύτης, ένα γιγαντόσωμο θεριό από την Σαμοθράκη, ο Επαμεινώνδας ο λοστρόμος από την ναυτομάνα Άνδρο, και ο νεαρός μηχανικός μας από τα χωριά του Πάρνωνα. Όλοι αυτοί συνθέτουν ένα γαϊτανάκι εύθυμο, σοβαρό, ταλαιπωρημένο και άκρως ζωντανό που η πείνα για ζωή και εμπειρίες ξεχειλίζει μέσα τους.
Προχωρώντας η βραδιά ο νεαρός μηχανικός σηκώθηκε από την θέση του και έκανε το γύρο της κουκέτας να ξεμουδιάσει την απραξία του. Από τον τρόπο που περπατούσε, ένας έμπειρος ταξιδιώτης θα μπορούσε να καταλάβει πως ο νεαρός ήταν σχετικά νεόφερτος σε ταξίδι με το τραίνο. Οι κινήσεις του ήταν κάπως απότομες σε αντίθεση με τον ανάλαφρο, σταθερό βηματισμό πολλών συνταξιδιωτών του. Έριξε μια ματιά στο εξωτερικό τοπίο αλλά τα φώτα στο βαγόνι τον εμπόδιζαν να δει καθαρά εκεί έξω το σκοτεινό τοπίο.
Ο κάθε άνθρωπος έχει τις αδυναμίες του. Οι δίκες του ήταν τόσο φανερές, που ήταν άδικο να τις εκμεταλλευτεί ο καθένας. Όλο το υπόλοιπο πλήρωμα αντιμετώπιζαν το νεαρό μηχανικό με φιλική διάθεση και τον ενθάρρυναν να πάρει μέρος στην συζήτηση που είχε ανάψει για τα καλά στο διπλανό κουπέ. Τα κουπέ είναι για 6 άτομα αλλά συνήθως ποτέ δεν είναι γεμάτα στα χειμερινά τους δρομολόγια. Η παρέα τους είχε κάνει κατάληψη σε τρία κουπέ του βαγονιού. Ο ίδιος βρέθηκε να συνταξιδεύει με τον Αγγελή και έναν Τούρκο φοιτητή από την Κωνσταντινούπολη.
Με τον Τούρκο φοιτητή η γνωριμία ήταν μια ευχάριστη νότα του ταξιδιού. Όταν τα βλέμματα τους συναντήθηκαν μια σιωπηλή αλληλοεκτίμηση διαχύθηκε στα πρόσωπα τους. Ο νεαρός μηχανικός χαμογέλασε και στο πρόσωπο του σχηματίστηκαν σκιερές αυλακιές όμοιες μ’ αυτές του γύρω αλπικού τοπίου. Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις και ήταν εγκάρδια φιλικές παρά τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου που ήταν ακόμη νωπά. Η σπίθα που είχε ανάψει στο νησί ήταν παρούσα γύρω τους. Το ότι δεν ξέσπασε πόλεμος σκέφτηκε ο νεαρός μηχανικός οφειλόταν σε μια τραγική συγκύρια περιστάσεων και όχι σε μια εσκεμμένη τακτική των κρατών μας. Η ισχυρογνωμοσύνη τόσο το χουντικού καθεστώτος όσο και του βαθύ κράτους της Γείτονος είχαν φέρει σαν μια κακόγουστη φάρσα σε τροχιά σύγκρουσης τα δυο έθνη. Δικαιολογίες υπήρχαν και για τις δυο πλευρές. Άλλωστε πάντα υπάρχουν.
Ξάπλωσε αναπαυτικά στην κουκέτα του τραίνου, ακούμπησε πίσω στη μαλακή ταπετσαρία κι έκλεισε τα βλέφαρα του. Το τραίνο ταξίδευε με σταθερή ταχύτητα σ’ ένα απαλό νανουριστικό γλίστρημα άλλα ο νεαρός μηχανικός δεν κοιμήθηκε. Αντίθετα σκεπτόταν έντονα τα γεγονότα του τελευταίου ταξιδιού στην μακρινή άπω ανατολή. Στο τραίνο βρίσκει ο ταξιδιώτης το χρόνο να κάνει την εσωτερική του περιήγηση και να παραδοθεί στα όνειρα του. Θέλησε να βουλιάξει στη σιωπή και στις αναμνήσεις του, σαν το πλοίο που το καταπίνουν σύννεφα από αφρούς που στροβιλίζονται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
«Το τελευταίο ταξίδι ήταν από τη δυτική ακτή ηνωμένων πολιτειών προς τη θάλασσα της Ινδονησίας και από εκεί θα συνέχιζε για Ευρώπη.
Ο ουρανός καλύφθηκε ολόκληρος με μαύρα σύννεφα και απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα έρχονταν βροντές κι αστραπές που έκαναν την νύχτα μέρα. Αν και τα μετεωρολογικά δελτία προέβλεπαν καλές καιρικές συνθήκες η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Για μέρες έζησαν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Το πλοίο χόρευε στα λυσσασμένα κύματα τα οποία ήταν λες και ήθελαν να το καταπιούν.
Το πλοίο αγκομαχούσε πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας κι όλο κλυδωνιζόταν και μούγκριζε κάτω από το ανελέητο σφυροκόπημα των κυμάτων.
Τα φώτα της καμπίνας άναψαν καθώς βρήκε το διακόπτη κα τον γύρισε, για ένα λεπτό αισθανόταν πολύ ζαλισμένος για να κάνει κάτι και έμεινε ακίνητος κοιτάζοντας στο κενό.
Σηκώθηκε. Ακολούθησε τον αλουέ του πλοίου μέχρι την έξοδο του ντέκ.
Όταν κόπαζαν οι αστραπές δεν μπορούσε να δει τίποτα, η νύκτα ποτέ δεν ήταν τόσο σκοτεινή όσο αυτή. Μια βελούδινη κουρτίνα θα εμπόδιζε ίσως λιγότερο το φως. Μεγάλη τροπική καταιγίδα - η «Λόλα» - δημιουργήθηκε χίλια μιλιά δυτικά της πορείας του πλοίου.
Οι ασύρματοι σε όλα τα μήκη και πλάτη του βορειοδυτικού Ειρηνικού, ωκεανού άρχισαν να στέλνουν αδιάκοπα μηνύματα για την μεγάλη καταιγίδα που εξελισσόταν σε τυφώνα. Είχε ξεκινήσει ανατολικά των Φιλιππίνων και σάρωνε ανεξέλεγκτα τον απέραντο ωκεανό, κινούμενος με τρομαχτική ταχύτητα βόρεια, βορειοανατολικά. Τα πλοία που ταξίδευαν κοντά σε απάνεμα λιμάνια, κόλπους ή προφυλαγμένα νησιά, έσπευσαν να αγκυροβολήσουν για λόγους ασφαλείας, μετά τις απανωτές προειδοποιήσεις που έστελναν τα ερτζιανά.
Όσα πλοία βρέθηκαν όμως μεσοπέλαγα, το μόνο που ήλπιζαν οι ναυτικοί τους, ήταν να μη βρεθεί στη ρότα τους τούτος ο ανισόρροπος τυφώνας που άλλαζε πορεία και κατεύθυνση συνεχώς. Μια διέσχιζε τον ωκεανό προς τα βορειοανατολικά, μια γύριζε απότομα νότια, και εκεί που περίμεναν όλοι οι μετεωρολόγοι πως θα κόπαζε και θα ξεθύμαινε, αυτός θαρρείς και έπαιρνε αιφνίδιες δυνάμεις, έστρεφε και πάλι βορειοανατολικά με μεγαλύτερη ακόμα ένταση.
Στη γέφυρα υπήρχε σύσκεψη για τα επερχόμενα.
Ο πλοίαρχος ήταν ένας άνδρας γύρω στα πενήντα, αλλά τα μαλλιά του ήσαν ακόμη μαύρα και πυκνά. Ανήκε στη κατηγορία των όχι εξαιρετικά όμορφων ατόμων που εμπνέουν όμως εμπιστοσύνη από την πρώτη στιγμή που τα συναντάει κανένας. Έδινε την εντύπωση του ευχάριστου πεπειραμένου πλοιάρχου που δεν νοιαζόταν να δίνει συμβουλές χωρίς προκατάληψη και που ωστόσο ν έχει την επαφή με τα πληρώματα του. Μια χρυσή καρδιά κάτω από τραχιά μορφή είχε σκεφτεί ο νεαρός μηχανικός στην αρχική τους γνωριμία και είχε επιδοκιμάσει με τον νου του την κοινοτυπία του χαρακτηρισμού του. Ο γραμματικός του πλοίου ήταν ο καπετάν Γεράσιμος που ήταν γραμματικός με κεφαλαία γράμματα. Γεροδεμένος, τετράγωνες πλάτες, μετρίου αναστήματος, με αεικίνητα γαλάζια μάτια, που δεν άφηναν τίποτα απαρατήρητο. Τα εγγλέζικα του ήταν πολύ καλύτερα από του καπετάνιου και μιλούσε πέντε έξι γλώσσες ακόμα.
Είχε περάσει μια ώρα πριν βεβαιωθούν ότι η τροπική καταιγίδα έδειχνε μεταβαλλόμενη αλλαγή πορείας με άμεσο κίνδυνο να διασταυρωθεί με το δρομολόγιο του πλοίου, αλλά ακόμη δεν μπορούσαν να αποφανθούν ποσό σύντομα θα συνέβαινε αυτό.
Ο αμείλικτος δείκτης του βαρομέτρου στη γέφυρα του πλοίου τυλιγμένο μέσα στο πέπλο της νύκτας διέγραφε τα τελευταία λεπτά συνεχή πτώση κάνοντας αντιληπτά τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν.
Ο γραμματικός μίλησε πρώτος
-Όλοι φεύγουν σα να τους κυνηγάει ο διάβολος. Ο καιρός μπορεί να γίνει πολύ ζόρικος σε τούτα τα μέρη. Έχω ταξιδέψει στην καραϊβική θάλασσα τα πρώτα μου ναυτικά χρόνια, κι έχω δει μερικούς τυφώνες στα ταξίδια μου, άλλα τίποτα δεν συγκρίνεται με έναν κυκλώνα του Ειρηνικού.-Έχουμε μόνο δυο επιλογές να κάνουμε είπε.
-Μπορούμε να μειώσουμε ταχύτητα να παραμείνουμε στην θαλάσσια περιοχή που βρισκόμαστε αναμένοντας ότι τελικά η καταιγίδα θα πάρει τη συνηθισμένη βορειοανατολική πορεία που ακολουθούν οι καταιγίδες της περιοχής αυτή την εποχή και να περάσει σε ασφαλή απόσταση από την θέση μας.
-Η άλλη λύση είναι να κάνουμε αναστροφή πορείας να γυρίσουμε νοτιά νοτιοανατολικά και να αναμένουμε το ξέσπασμα της μέχρι να εξαντληθεί στα βόρεια. -Ας ελπίσουμε πως δεν θα χρειαστεί να δοκιμάσουμε την δεύτερη λύση συμπλήρωσε.
Ο μεγάλος κίνδυνος ήταν η συνεχώς μεταβαλλόμενη και απρόβλεπτη πορεία της καταιγίδας. Ο καπετάνιος σκέφτηκε πως είχε πολύ καιρό ν’ ακούσει χειρότερο μαντάτο. Έκανε μερικούς αριθμητικούς υπολογισμούς με το μυαλό του για να υπολογίσει την ακριβή απόσταση της καταιγίδας και τις πιθανές πορείες της. Αν και αισθανόταν ότι το πλοίο θα ήταν φοβερά εκτεθειμένο στην απόφαση του αποφάσισε να ακολουθήσουμε την πρώτη λύση.
Απόμενε να διαπιστωθεί εάν η πρώτη λύση που αποφασίστηκε είναι και η πιο κατάλληλη και αποτελεσματική για την αντιμετώπιση της καταιγίδας.
Τρεις ημέρες αργότερα αν και δεν είχαν οριστικά απομακρυνθεί ακόμη από την ακτίνα δράσης της καταιγίδας, το πλοίο ανακτούσε ταχύτητα καθώς η αντίσταση της κακοκαιρίας λιγόστεψε. Μπορεί να είχαν ακόμη δρόμο μέχρι να απομακρυνθούν τελείως και να βγουν έξω από την ακτίνα δράσης της και σε ασφαλή πορεία, μα ήξεραν ότι είχε περάσει κι αυτή η καταιγίδα, άγρια όπως όλες που χτυπάνε χωρίς λύπη και έλεος… και… κάποια στιγμή αρχίζει να χαράζει ο Ήλιος ζωηρός και τα πάντα γεμίζουν με φως. Τα νερά του ωκεανού ήρεμα καθρεφτίζουν τις ακτίνες του. Υπέροχες στιγμές. Χρειάζονται μοναχά λίγα δευτερόλεπτα να κοιτάξεις τέτοιες εικόνες, για να νιώσεις ευτυχισμένος άνθρωπος. Να ζεστάνεις την ψυχή σου με την ανάσα σου. Και να σκεφτείς πόσα πράγματα σημαντικά έχεις να κάνεις, μόλις περάσει η καταιγίδα. Κι όταν η καταιγίδα θα έχει περάσει, δεν θα θυμάσαι πως τα κατάφερες ή πως επιβίωσες. Ένα πράγμα είναι μόνο σίγουρο. Όταν θα περάσει δεν θα είσαι πια ο ίδιος άνθρωπος με αυτόν πριν ξεκινήσει.
Ο νεαρός μηχανικός έπιασε τον εαυτό του να ευγνωμονεί τις εμπειρίες στον ωκεανό και πιο πολύ την καταιγίδα, γιατί τώρα ήξερε ότι θα μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει τις συνθήκες που πιθανόν θα συναντούσε οποιουδήποτε καινούργιου ταξιδιού.
Πόσο διαφορετική είναι τούτες τις ώρες η θάλασσα. Γαλήνια, μια ήρεμη γαλήνη, μια αβίαστη γαλήνη, μια απόμακρη γαλήνη.»
Η χαρούμενη παρέα των ναυτικών μας τις περισσότερες ώρες τις περνούσαν συνήθως μαζεμένοι σε μια κουκέτα φλυαρώντας ευχάριστα. Οι συζητήσεις τους περιφέρονταν γύρω από τα της πατρίδος και συμπληρωματικά με τη γνώση των αναγκών του επαγγέλματος τους, που οι αρχαιότεροι της παρέας μετέφεραν την συσσωρευμένη πείρα τους στους νεώτερους. Ο ανθυποπλοίαρχος ήταν αυτός που άλλαξε πρώτος το αντικείμενο της συζήτησης. Το να περάσεις την κουβέντα από την επαγγελματική συζήτηση στη πολιτική δε χρειαζόταν και μεγάλη δεξιοτεχνία, γιατί τις ήμερες εκείνες η πολιτική αποτελούσε το κύριο θέμα. Και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία, πως όλοι θα είχαν και κάποιο πειστικό επιχείρημα στο λόγο τους, και αν κάποιος προσπαθούσε να τους αντικρούσει θα του πρόβαλλαν τις συνηθισμένες κοινωνικές θεωρίες. Ο ανθυποπλοίαρχος είχε ξαναβρεθεί σε παρόμοιες συζητήσεις και με το ταλέντο του ομιλητή με την βαθιά καλλιεργημένη και ειλικρινή φωνή του έδινε προοδευτικά ζωηρό τόνο στην συζήτηση ώστε να μην καταλήξει σε ανιαρή κουβέντα. Χαμηλόφωνος και πάντα τόσο χαμογελαστός που σε προτρέπει να υποψιαστείς ότι ο πολίτικος διάλογος δεν του είναι μια άγνωστη πρακτική, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι ο κλασσικός τύπος επαναστάτη που θέλει να ανατρέψει τα σύγχρονα πολιτικά δρώμενα.
Έπεσε μια ξαφνική σιωπή στην κουκέτα. Μόνο το σφύριγμα της ατμομηχανής και το τρίξιμο των τροχών του σιδηροδρομικού συρμού ακουγόταν στην ατμόσφαιρα. Η πολύβουη παρέα είχε σταματήσει την κουβέντα της για να μπορέσει να ακούσει την αναγγελία από τα μεγάφωνα. Ο νεαρός μηχανικός έστρεψε το βλέμμα του προς τα διαγράμματα πάνω από τις πόρτες για να αναγνωρίσει τον σταθμό άφιξης του τραίνου.
-Πλησιάζουμε το Ζάγκρεμπ πληροφόρησε την ομήγυρη, στη συνέχεια περπάτησε όχι πολύ σταθερά προς το κοντινότερο παράθυρο κόλλησε το πρόσωπο του στο τζάμι, κοίταξε ίσια μπροστά του, παρατηρώντας εκεί που ο μεγάλος μεταλλικός θόλος του σταθμού έλαμπε στο ομιχλώδες πρωινό κάτω από το φως των λαμπτήρων.
Ένα μεγάλο γκρουπ με ποδοσφαιριστές της τοπικής ομάδας καταλαμβάνουν με θορυβώδη τρόπο τα μπροστινά βαγόνια, γεμίζουν με ζωή τα σαλόνια και τα παράθυρα των βαγονιών.
Οι νέοι ταξιδιώτες μπαίνουν στο τραίνο και ξεκίνησαν να βολεύονται στις θέσεις τους.
Την πρόσεξε που κρατούσε στα χέρια της ένα μεγάλο δερμάτινο ταξιδιωτικό σάκο.
Στεκόταν όρθια στην είσοδο της κουκέτας χαμογελώντας ανάλαφρα.
Και πιο πολύ πρόσεξε τα μάτια της που διάβαζαν την πινακίδα της κουκέτας.
Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Είδε στο βλέμμα της "ματιά καθαρή" που πάσχιζε ν’ ανοίξει κουβέντα, να ρωτήσει. Ίσιωσε το κορμί του σαν να δανειζόταν ενέργεια και κίνησε τα χείλη του σ’ ένα «γεια σου» κ' επειδή δε βγήκε ήχος....πρόσθεσε βουβά «τι πριγκιπική κορμοστασιά θεέ μου». Ήταν ψηλή και στητή σαν λαμπάδα, ένα κορίτσι γύρω στα είκοσι, με εμφάνιση "νεράιδας" .
Μ’ έναν πανέμορφο κότσο 
Με γυρισμένες προς τα επάνω τις άκρες των μαλλιών της.
Όπως το πουλί μέσα στα σύννεφα.
Μ’ ένα λινό φόρεμα.
Απλά ντυμένη.
Με πόση χάρη κουνούσε ανάλαφρα το κορμί της.
Η λεπτή και χαριτωμένη κορμοστασιά της.
Α! Τι εκπληκτική ομορφιά.
Μ’ αλαβάστρινα δάχτυλα που έμοιαζαν 
Με τους βλαστούς του μπαμπού την άνοιξη.
Τα ροδοκόκκινα χείλια της,
Στόλιζαν το αρωματισμένο στόμα της.
Και τα δικά της χείλη κινήθηκαν επίσης. «Είναι ελεύθερα» ρώτησε μ’ ευχάριστα φιλικό τόνο δείχνοντας τις άδειες θέσεις. Η φωνή της ηχεί σαν ύμνος στ’ αυτιά του!
Ξεπερνώντας την αρχική του αμηχανία ο νεαρός μηχανικός περπάτησε σιωπηλός την απόσταση που τους χώριζε, την πλησίασε να την βοηθήσει, ζήτησε ευγενικά τον ταξιδιωτικό σάκο τον πήρε στα στιβαρά του χεριά και τον τακτοποίησε στον ουρανό της κουκέτας.
«Ευχαριστώ που με βοήθησες ήταν, πολύ ευγενικό» του είπε.
Η αρχική του αμηχανία αν κα ήταν ορατή με γυμνό μάτι ξεπεράστηκε.
Την κοίταξε «Δεν είναι απαραίτητο να μ’ ευχαριστήσετε καν. Ακολούθησα κανόνες της λακωνικής γης, δεν είχα άλλο τρόπο εκλογής» της απάντησε ξαναβρίσκοντας το χαμόγελο του.
Έμεινε για λίγο ευχάριστα άναυδη "αιφνιδιασμένη".
«Και εσείς Λάκωνας» είπε.
Το πανωφόρι της παλλόταν στους ώμους όπως τον προσπερνούσε στα θυρόφυλλα της κουκέτας που κλείσανε πίσω τους, γλίστρησε σαν χορεύτρια, ήταν υπέροχη, ήταν ένα όνειρο και το άρωμά της έμεινε εκεί δα, στη νοτισμένη πρωινή ατμόσφαιρα της κουκέτας.
Ένοιωσε και πάλι τον εαυτό του να κοκκινίζει ελαφρά.
«Από τα περίχωρα της Μονεμβασιάς» και προτείνοντας το χέρι του μ’ εγκαρδιότητα συστήθηκε.
Αυτή δίστασε ανεπαίσθητα, βλεφάρισε αντικρίζοντας δυο μάτια στο χρώμα του καπουτσίνο που θα έβαζαν σε πειρασμό κάθε γυναίκα. Μετά πήρε το χέρι του και το κράτησε για λίγο σφιχτά. «Να υποθέσω ότι θα βρεθούμε και συγγενείς;» αναρωτήθηκε «φορώντας» ένα αφοπλιστικό χαμόγελο. «Από τα ορεινά χωριά του Ζάρακα η καταγωγή μου. Τα κρυμμένα ανάμεσα στα βουνά», συμπλήρωσε, και της ξέφυγε ένας στεναγμός ευχαρίστησης καθώς καθόταν αναπαυτικά στην άδεια θέση. Και μόνο η σκέψη της απρόσμενης συνάντησης σ’ αυτό τον απόμακρο σιδηροδρομικό σταθμό των Βαλκανίων την έκανε να χαμογελάσει. Ίσως το ταξίδι της να μην εξελισσόταν άσχημα. Ο κόσμος τελικά είναι πολύ μικρός.
Ένιωσαν το απαλό συναίσθημα της επιτάχυνσης της αμαξοστοιχίας και μετά μια αόριστη, ελάχιστη αντιληπτή, αίσθηση ταχύτητας.
Ο νεαρός μηχανικός προσποιήθηκε ότι άκουγε τον διπλανό του Αγγελή τον ναύτη για να μην της δώσει να καταλάβει ότι χάζευε τις χυτές γάμπες της. Στο μεταξύ αναλογίστηκε το εσωτερικό του δίλημμα. Είτε θα της έλεγε κατευθείαν την αλήθεια για τις σκέψεις του, ξέροντας τον κίνδυνο ότι η έλξη μεταξύ τους θα έκανε φτερά αν προσπαθούσε να δώσει μια ώθηση πέρα από τα όρια. Στριφογύρισε στη θέση του έτσι ώστε να την κοιτάζει κατάματα, ακουμπώντας το χέρι στην πλάτη του καθίσματος.
«Αν σου κάνω μια ερώτηση, υπόσχεσαι να μην με παρεξηγήσεις;» τη ρώτησε όταν εκείνη έμεινε σιωπηλή.
«Εξαρτάται από την ερώτηση»
«Κλασσική γυναικεία απάντηση».
«Α, ώστε το πρόσεξες ότι είμαι γυναίκα».
Το χαμόγελο το νεαρού μηχανικού διαπλάτυνε .....τα έλεγε όλα. Ήταν δυνατόν να μην προσέξει κάτι τέτοιο . Η αλήθεια ήταν ότι του άρεσε πολύ η νεαρή γυναίκα διπλά του. «Εμείς οι δυο έχουμε πολλά να πούμε» της είπε.
Την είδε να ξεροκαταπίνει και πρόσεξε τη διαστολή στις κόρες των ματιών της, που μαρτυρούσε την στιγμιαία διέγερση της.
Τα σώθηκα του πήραν φωτιά. Όταν ανεβαίνει το θερμόμετρο, τα πάντα μπορούν να συμβούν.
Έκατσε πιο βαθιά στο κάθισμα κι έπαιξε με τα δάχτυλα την άκρη από το κορδόνι του πανωφοριού του, αφήνοντας το μυαλό του να παρασυρθεί σε προσωπικές σκέψεις.
«Στην εφηβεία μου πέρασα ένα ολόκληρο καλοκαίρι στη Ρειχιά, και στη μαγευτική παραλία της Βλυχάδας, εκεί που η θάλασσα λαμπυρίζει σε χιλιάδες σταγόνες φωτός . Ένα τοπίο με μυστική παρθενικότητα, με αρώματα βουνού και ψιθύρους της θάλασσας. Παραλία δυσπρόσιτη, η επίσκεψη γίνεται μέσα από μονοπάτια με πικροδάφνες, γαλατσίδες, κιτρινοξιλιές, συκιές και σκίνα. Τα καλοκαιρινά βράδια στη Βλυχάδα είναι δροσερά. Είναι ο γλυκός νυκτερινός αέρας που κατεβαίνει από τα βουνά του Ζάρακα με τα έλατα και περνάει από τα αμπέλια, τις ελιές, τις χαρουπιές και τις συκιές και φέρνει μαζί το θυμάρι που σμίγει με τη θαλασσινή αύρα. Αυτή η αύρα είναι που μαζί με τον ήσυχο παφλασμό του νερού σε νανουρίζουν τα βράδια κοντά στο κύμα, όταν αποκαμωμένος από το κολύμπι ησυχάζεις.» της είπε.
Είδε τη λάμψη στο χαμόγελο του προσώπου της, λες και κάποιος το είχε αποτυπώσει εκεί.
Το μυαλό της πρέπει να ταξίδεψε σε ευτυχισμένες στιγμές....... σε χαρούμενους τόπους.
Της χαμογέλασε καθησυχαστικά, και στο χαμόγελο του φάνηκε μια λάμψη ευχαρίστησης στην ανάμνηση αυτού του καλοκαιριού.
«Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δε θα μου περνούσε από το μυαλό ότι κάποτε θα αντάμωνα κάτω από τέτοιες συνθήκες μια γνήσια ομορφιά αντάξια απόγονο της πεντάμορφης Στάμω, την Παναρίτη. Της λυγερής της Στάμω, με την αέρινη κορμοστασιά».
«Με κολακεύετε» του αποκρίθηκε χαμογελώντας.
«Πολύ φοβάμαι ότι δεν γνωρίζω, για το πρότυπο που μου λέτε.»
Του φάνηκε παράξενο που δεν γνώριζε την ιστορία τούτη.
Τις επόμενες ώρες της αφηγήθηκε την «ιστορία» της φημισμένης Στάμω.
Την αιχμάλωτη του Ιμπραήμ. ...........
"......... Την ώρα που ο ήλιος καταπόρφυρος, αναδυόταν βαθιά στον ορίζοντα, μέσα στα καταγάλανα νερά του Μυρτώου, άρχισε το μακελειό. Σκοτείνιασε ο ουρανός και ο ουρανός και ο ήλιος κρύφτηκε μες στη μεγάλη εκείνη σκοτεινιά. Άναψαν τα τούρκικα γιαταγάνια, καθώς τα σφαγμένα κορμιά κατρακύλαγαν το ένα πίσω από το άλλο στο βάθος της βαθιάς εκείνης λαγκάδας.
«Α! Ετούτη τη μορφονιά αφέντη μου, μην τη χαλάσουμε» είπε ο δήμιος στο σερασχέρη δείχνοντας με το ματωβαμμένο χέρι του τη Στάμω, που κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της το δωδεκάχρονο αδελφό της τον Αντώνη. «Είναι πολύ γκιουζέλ. Θα χαρεί ο πασάς σαν του την πάμε να την έχει στολίδι στο χαρέμι του»
Έτσι, την όμορφη Στάμω, την Παναρίτη και τον μοναδικό αδερφό της, τον Αντώνη, τους μπάρκαραν σε ένα πλεούμενο, και από την Πύλο βρέθηκαν στην Αλεξάνδρεια, συστημένοι για το χαρέμι του μεγάλου πασά. Τη λυγερή τη Στάμω,με την αέρινη κορμοστασιά, εκείνος ο πασάς τη στόλισε στα μετάξια και τα χρυσαφικά. Την έκανε βασίλισσα του χαρεμιού του. ....................."
Υπήρχε κάποιο πάθος και βαθύ αίσθημα πίσω από τα λόγια του, που έκρυβε μια βαθιά εσωτερική ζεστασιά. Είχε χαθεί μέσα στις λεπτομέρειες της αφήγησης του για αρκετή ώρα όταν άκουσε μ’ ευχαρίστηση την απαλή μουσική που πλημμύρισε ξαφνικά το βαγόνι, χωρίς να διασπασθεί η ροή της ιστορίας του. Όπως ξαφνικά άρχισε η μουσική έτσι ξαφνικά σταμάτησε. Μεσολάβησε μια σύντομη σιγή, και μια γλυκιά διακριτική φωνή ανήγγειλε τον επόμενο σταθμό.
Το τραίνο πλησίαζε τώρα στο τέλος του ταξιδιού του. Θα έφτανε στη Θεσσαλονίκη σε λιγότερο από μια ώρα. Στα μάτια του νεαρού μηχανικού απλώθηκε μια ονειροπόλα έκφραση. Κοίταξε την σύντροφο του σιωπηλός. Την περίμενε αυτή την εξέλιξη. Όταν όμως το τέλος του ταξιδιού και ο χωρισμός όσο και αν είναι αναμενόμενος, γίνεται πραγματικότητα, πάντα προκαλεί ένα τρεμούλιασμα στην καρδιά. Είναι δύσκολη η αντιμετώπιση της πικρής αυτής αλήθειας, που σε βγάζει από έναν εφήμερο απατηλό παράδεισο. Για λίγο οι δυο νέοι κοιτάχτηκαν ο ένας με τον άλλον, εκτιμώντας, μελετώντας, ξεπερνώντας τα σύνορα της συστολής που χώριζαν τη σύντομη γνωριμία τους. Κάτι αναταράχτηκε μέσα τους, κι ορθώθηκε όπως το τρομαγμένο άλογο.
Άφιξη στη Θεσσαλονίκη.
Αισθάνθηκαν τον κρύο αέρα να τυλίγει τα πόδια τους και παγωμένες ψιχάλες βροχής να πέφτουν πάνω τους. Ζύγωνε η ώρα του χωρισμού.
Η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά στο στήθος.
Ήταν ένα φυσικό συναίσθημα, ωστόσο δεν ήθελαν να το αφήσουν να έλθει στην επιφάνεια.
Αυτή δεν ήταν χαρούμενη, ούτε ανάλαφρη η ομιλητική.
Μια σκιά απλώθηκε στο πρόσωπο της. « Έως εδώ ήταν λοιπόν;». Και κάποιο ίχνος παράκλησης φάνηκε στη φωνή της.
Την κοίταξε ερωτηματικά στα μάτια, με αμφιβολία για μια στιγμή, κι είπε.
«Δεν είμαι σίγουρος τι εννοείς μ’ αυτό. Ακούγεται σα μια θετική πρόταση.»
Εκείνη τον πλησίασε κι αυτός χωρίς δισταγμό την αγκάλιασε. Έβαλε το δάχτυλο της στα χείλια του κι αυτός το φίλησε ανάλαφρα. Κοιτάζοντας τον με ελαφρά δακρυσμένα τα γκριζοπράσινα μάτια της του είπε. «Φαινόσουν τόσο ευτυχισμένος τόσο χαρούμενος εκεί μέσα στην κουκέτα. Έμεινα κουρνιασμένη στον ώμο σου και άκουγα την καρδιά σου να κτυπάει γρήγορα στην αρχή και μετά αργά και πιο αργά.»
«Πρέπει να χωρίσουμε τώρα.» του είπε.
Εκείνος δίστασε και μετά έσκυψε και την φίλησε. Έμειναν αγκαλιασμένοι για λίγο.
«Θα ξαναϊδωθούμε σύντομα.» Της είπε.
«Το ελπίζω» του μουρμούρισε με θλίψη και κίνησε για το μικρό αυτοκίνητο που την ανέμενε εκεί έξω στην είσοδο του σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης.
Τα βλέμματα τους αποχωρίστηκαν με την σιωπηλή αλληλοεκτίμηση αυτών , που επιθυμούν οι δρόμοι τους να σμίγουν ξανά.
Στεκόταν ακίνητος στη μέση της αποβάθρας κι άκουγε τα βήματά της που απομακρύνονταν, την παρακολουθούσε μέχρι που έκλεισε η πόρτα του αυτοκινήτου πίσω της.
Κατέβασε τα μάτια του τα στύλωσε στο έδαφος και δεν τα σήκωσε παρά μόνο όταν τα μεγάφωνα του σταθμού ανήγγειλαν την αναχώρηση του τραίνου. Προχώρησε προς την σκάλα ανόδου μελαγχολικά και ανέβηκε στο βαγόνι για τη συνεχεία του ταξιδιού και το τέλος της διαδρομής. Δεν είχε καμία διάθεση για κουβέντα καθώς καθόταν στη φωτισμένη κουκέτα του. Το τραίνο ξεκίνησε.
Με την πλάτη ακουμπισμένη στο κάθισμα του, κοίταζε από το αχνισμένο τζάμι το σταθμό που έμενε πίσω τους με μάτια που δεν έβλεπαν. Ένοιωθε την καρδιά του να κτυπάει ξέφρενα στο στήθος του.
Την ονειρευόταν συχνά ...... όχι απόλυτα ερωτικά........ όταν επέστρεψε στα επαγγελματικά του θαλασσινά ταξίδια. Στα όνειρα του έβλεπε πάντα ότι ήταν αδύνατο να τη φτάσει. Δεν τον άκουγε όταν τη φώναζε. Του έφευγε, όσο την πλησίαζε.
Τα όνειρα αδυνάτισαν με τον καιρό.
............
Τώρα που πίσω από πέλαγα
έχουν χαθεί τα παλαιά μου οράματα
και δεν με φθάνει η μορφή τους
κι η ανάμνησή τους μ’ άφησε…

Δεν τό ’θελα ποτέ
σε τέτοιες σκέψεις να γυρίσω.
Μα είναι νύχτες,
κάποιες ατέλειωτες,
που από τα πέλαγα
όλως ακούραστα
τα παλαιά μου οράματα
τα φέρνω πίσω.

Από τη συλλογή Έρεβος (1956)
[πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 62005, σ. 14]
 
Web Informer Button