Ads 468x68px

Slider

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

εξηγείται γιατί έσκασαν 250 εκατομμύρια

http://www.enimerosi24.gr/



Κλυδωνίζεται η χώρα επειδή αλλάζουν χέρια δυο κανάλια
Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου, 2016, 11:00 πμ
ΜΜΕ


Ή αλλιώς γιατί πλήρωσαν 250 εκ ευρώ για επιχειρήσεις που δεν είναι κερδοφόρες

Εφτά χρόνια κρίση, τρία μνημόνια, ενάμιση εκατομμύριο άνεργοι, η φτώχια θερίζει τον πληθυσμό όπως η πανούκλα το Μεσαίωνα… Και δεν άνοιξε ρουθούνι… Μέχρι που ήρθε ο διαγωνισμός για τις τηλεοπτικές άδειες και η αντιπολιτευτική λύσσα κομμάτων και ΜΜΕ απειλεί να αφανίσει τη χώρα!

Κι όλη αυτή η οργή, το μίσος, η κινδυνολογία και η καταστροφολογία, επειδή τόλμησαν κάποιοι – ενδεχομένως άτσαλα, να ρυθμίσουν το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, με συνέπεια να θιγούν ορισμένα επιχειρηματικά συμφέροντα! Και συγκεκριμένα των ιδιοκτητών των τηλεοπτικών σταθμών που απέκτησαν ελέω Θεού!

Πώς είναι δυνατόν όμως να κλυδωνίζεται μια ολόκληρη χώρα, επειδή αλλάζουν χέρια δύο άδειες… Ενώ όταν χρεοκόπησε και ο λαός της φτωχοποιήθηκε δεν χύθηκε ούτε ένα δάκρυ από τα κανάλια της οργής;

Όχι μόνο δεν υπάρχει προηγούμενο στον τρόπο με τον οποίο ασκείται αντιπολίτευση από κόμματα και ΜΜΕ στην κυβέρνηση με αφορμή την αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών… Αποδεικνύοντας ποιος είναι το πραγματικό αφεντικό και γιατί 30 χρόνια καμία κυβέρνηση δεν τόλμησε να ρυθμίσει το τοπίο… Επιπλέον εξηγείται και γιατί έσκασαν 250 εκατομμύρια για επιχειρήσεις που μόνο κερδοφόρες δεν είναι!

l' etat c’ est nous! Το κράτος είμαστε εμείς.

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016
Το μέλλον έχει πολλή τρεχάλα...

Γράφει ο Θανάσης Καρτερός

Όσοι είχαν αυταπάτες να περάσουν από σεμινάριο με θέμα τι εστί Σύστημα, Κύκλωμα, Συμμορία, Μαφία. Που πολυκέφαλη, με διάφορα ονόματα, με θεσμικές απολήξεις και θρησκευτικές καταλήξεις όχι μόνο ζει, αλλά και βασιλεύει. Και θα βασιλεύει για πολύ καιρό ακόμα, όπως δείχνουν τα πράγματα. Διότι μπορεί ο Τσίπρας να είπε προεκλογικά το γνωστό «ή αυτοί ή εμείς». Παρέλειψε όμως να πει πόση χυδαιότητα, ανηθικότητα, ατιμία θα έχει να αντιμετωπίσει η κυβέρνησή του στη διαδικασία της απαλλαγής από «αυτούς».
Αν αφήσουμε στην μπάντα τα επικοινωνιακά, με τον Καλογρίτσα αυτοί σημείωσαν μια τακτική νίκη. Τον ξέσκισαν, τον λυντσάρισαν, τον καρατόμησαν, τον κουρέλιασαν, τον έδιωξαν. Πλημμύρισαν την κοινωνία με κιτρινισμό, αθλιότητα, λάσπη λύσσα. Επειδή μπήκε στα χωράφια τους. Επειδή.. ξεπέρασε την κόκκινη γραμμή -αυτή κι αν είναι κόκκινη και γραμμή- που αθόρυβα και χωρίς τυμπανοκρουσίες έχουν θέσει: Τα δικά μας, δικά μας, και τα δικά σας, δικά μας. Κι επειδή ήταν ύποπτος φυγής - προς τα αριστερά, αν τα κατάφερνε.
Δεν τα κατάφερε. Η επιχείρηση ανθρωποφαγίας πέτυχε. Πραγματώθηκε μπροστά στα μάτια μας η βαθιά ανήθικη, ακόμα βαθύτερα αντιδημοκρατική, ανατριχιαστική αλήθεια: Αυτοί μας έχουν ακόμα πιασμένους από τον λαιμό! Στην ενημέρωση, στις λεωφόρους του χρήματος, στην Τράπεζα της Ελλάδας, στις μεταφράσεις των εγγράφων για τη δίκη της Siemens, στους αστυνομικούς που κοιτάζουν απαθείς να κακοποιούνται πρόσφυγες και αλληλέγγυοι, στον ΣΕΒ, σε τοξικές οργανώσεις που παριστάνουν τα συνδικάτα.
Αυτοί στα οικονομικά, στα θρησκευτικά, στα δημοσκοπικά, στα τηλεοπτικά, στα χρήματα, στα νήματα, στα λύματα. Αυτοί, με τον καθημερινό φασισμό της δύναμής τους να απειλεί τη χώρα και να δολοφονεί χαρακτήρες. Τον Τσίπρα, τον Φίλη, τον Πολάκη, τον Σπίρτζη, τον Δραγασάκη. Σιγά μη γλίτωνε ο Καλογρίτσας! Αυτοί, πέτυχαν αυτό που επεδίωκαν. Έδωσαν το μήνυμα: l' etat c’ est nous! Το κράτος είμαστε εμείς. Ή καλύτερα το παρακράτος, η εξουσία, η δύναμη, οι γαμούντες και δέρνοντες. Τελεία, παράγραφος.
Δεν τέλειωσε όμως αυτός ο πόλεμος - πάει μακριά. Θα φαγωθούν άνθρωποι - σαν μαρούλια. Θα συνεχιστεί η μάχη των κουμπιών - ποιος να τα ελέγχει, οι πολίτες ή οι πωλητές. Θα πρέπει μόνο, μετά τα τελευταία, να προσθέσουν την αντοχή του μαραθωνοδρόμου στις αρετές τους οι επιμένοντες. Γιατί το μέλλον έχει πολλή τρεχάλα ακόμα...

Aυγή

Posted by zoornalistas at Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 28, 2016 

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Ο θάνατος χωράει από τις χαραµάδες.

Ιούλιος, δυο χιλιάδες δέκα τρία.
Παλιά είχε όνειρα πολλά.
Σήμερα απλώς ονειρεύεται τα παλιά.
«Λυπήσου αυτούς που δεν ονειρεύονται», έλεγε ο ποιητής  «κι αυτούς που δεν άκουσαν ποτέ στη ζωή τους παραμύθια».
Γιατί η ζωή είναι ταξίδι. Υπάρχουν εκεί έξω πλοία που σε περιμένουν να σε πάνε σε άγνωστους τόπους, σε πολλά διαφορετικά ταξίδια και περιπέτειες για να ‘χεις να ονειρεύεσαι.
Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται από τότε.
Τώρα, συνταξιούχος πια, ανακαλεί τη μνήμη του και προβαίνει σε μια αφηγηματική κατάθεση, μέσα από την παρατηρητική ματιά του, την αγάπη και το φόβο της θάλασσας. Ταξίδεψε σ' ωκεανούς και ηπείρους με φουρτούνες και μπουνάτσες. Οι ναυτικοί ζουν σε μια κοινωνία περίεργη, με προσδοκίες και όνειρα, και με την ελπίδα ότι οι ταλαιπωρίες, τα σκληρά ταξίδια που πλέκονται με μαγευτικές πλόες, και οι κίνδυνοι δεν αποτελούν παρά μια προσωρινή παρένθεση. Οι πολλοί τα καταφέρνουν, είναι και κάποιοι λίγοι που  αφήνουν τη ζωή τους μεσοπέλαγα, όπως ο εκλεκτός συνάδελφος του, νεαρός Πρώτος μηχανικός, από τα ορεινά χωριά της Αρκαδίας.
Τον σκεπτόταν για ώρες, ώστε συνθέτοντας τις αναμνήσεις του να καταφέρει να ζωγραφίσει την μορφή του. Από την σκέψη του περνούν μπερδεμένες εικόνες. Φαντάζεται τη ζωή του να προβάλλεται στη γραμμή του χρόνου, μικρά σημεία στον ατέλειωτο ορίζοντα, άτονοι κύκλοι που κάποτε κλείνουν. Να περνά και να μοιράζεται σε χειμώνες και καλοκαίρια και στο πέρασμα της να του θυμίζει τους φίλους που χάθηκαν σε μια επικίνδυνη στροφή, στα ταξίδια τους. Έχει η ζωή αναλαμπές, σπίθες πετά και ξεγελιόμαστε, γιατί η ζωή έχει και τις φουσκοθαλασσιές και τις τρικυμίες της. Θυμήθηκε! έπαιρνε σάρκα και οστά και η μνήμη. Η μνήμη με τους πικρούς θανάτους. Η ζωή με τα πικραμένα «αντίο».
Γύρισε πολλά χρόνια πίσω.
Βρισκόμαστε στον Πειραιά στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του χίλια εννιακόσια ογδόντα.
Ο Γενικός διευθυντής της ναυτιλιακής εταιρείας μέσω κοινής συγγενικής γνωριμίας του ζήτησε να περάσει από το γραφείο του. Η καταπληκτικά γοργή ανάπτυξη της ελληνικής  εμπορικής ναυτιλίας και των ναυτιλιακών εταιρειών, «οικογενειακής βάσης κυρίως», είχε ως αποτέλεσμα οι διαχειριστές τους να αναζητούν νέα στελέχη, ικανά να επανδρώσουν τα πλοία και τα γραφεία τους.
Η βροχή έπεφτε με δύναμη επάνω στα τζάμια των παραθύρων του γραφείου του γενικού διευθυντή της ναυτιλιακής εταιρείας, σχηματίζοντας μικρά αυλάκια νερού στα περβάζια τους. Τρεις ορόφους πιο κάτω, η Ακτή Μιαούλη εξακολουθούσε να τρέχει, να σπρώχνει, να στριμώχνει για να προλάβει να ζήσει άλλη μια ημέρα. Τα αυτοκίνητα πιτσιλούσαν τους δρόμους, κλάξον αυτοκίνητων ηχούσαν ανυπόμονα, άνθρωποι έτρεχαν στα πεζοδρόμια κάτω από ομπρέλες και διπλωμένες εφημερίδες η αντιμετώπιζαν θαρραλέα τη βροχή με ακάλυπτο κεφάλι. Οι γρήγοροι ρυθμοί και η ενεργητικότητα του δρόμου δεν μειωνόταν καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας.
Ο διευθυντής στεκόταν όρθιος εμπρός από το γραφείο του, απέπνεε μια αρχοντιά μέσα στο σκούρο κουστούμι του, και η ζεστή λάμψη των ματιών του ήρεμη δύναμη.
Η παρουσία του φαινόταν να κυριαρχεί στο χώρο.
Το γραφείο του είχε μια φινέτσα σε χαμηλούς διακριτικούς τόνους.
Αγωνιούσε να κάνει καλή εντύπωση, ήταν πολύ νευρικός αλλά ταυτόχρονα αποφασισμένος να απελευθερώσει ένα μέρος της νευρικότητας που τον είχε πλημμυρίσει. Ίσιωσε την ράχη του, σκούπισε τα ίχνη του ιδρώτα από το μέτωπο του με την ανάποδη του χεριού του και κοίταξε σταθερά εμπρός του.
-Χαίρομαι πραγματικά που βρίσκομαι εδώ είπε μεταφέροντας ταυτόχρονα τους θερμούς χαιρετισμούς του κοινού τους συγγενικού προσώπου.
Ο διευθυντής του έκανε νόημα να καθίσει.
-Παρακαλώ είπε, και κάθισε στην αναπαυτική πολυθρόνα, πιέζοντας τον εαυτό του να δείχνει χαλαρός και άνετος, διώχνοντας αποφασιστικά τις ενοχλητικές σκέψεις από το μυαλό του. Τελικά όλη η αρχική του ένταση ένοιωθε να διαλύεται, κατάφερε να ανακτήσει την αυτοπεποίθηση του.
Δίστασε για μερικά δευτερόλεπτα όταν αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να αντισταθεί να αρπάξει την ευκαιρία της αρχικής σιωπής, να σπάσει την εθιμοτυπία και να ξεκινήσει τη συζήτηση πρώτος. Το χάσιμο χρόνου το θεωρούσε ενοχλητικό.
Δείχνοντας με το βλέμμα του το χώρο ολόγυρα στο γραφείο απευθύνθηκε στον Γενικό Διευθυντή. «Έχετε πολύ λεπτό γούστο κύριε», του είπε.
Ο Γενικός χαμογέλασε, κι ο Πρώτος ανέπνευσε ανεπαίσθητα με ανακούφιση.
«Μου αρέσει να πιστεύω ότι έχω» του απάντησε.
Στη συνεχεία ο Γενικός άλλαξε συζήτηση. Τον ρώτησε πως απέκτησε την σχέση του με την θάλασσα και πόσο καλά τα πηγαίνει.
«Ίσως θεωρηθεί υπερβολικό από μέρους μου, αλλά στο επάγγελμα του ναυτικού βρίσκομαι κατά τύχη, αυτό συνέβη κατά την διάρκεια της γυμνασιακής μου θητείας που έπρεπε να διαλέξω το δρόμο της επαγγελματικής μου ασχολίας για την καθημερινή επιβίωση.  Ήταν η εποχή που έπρεπε να πάρω την ζωή στα χεριά μου, και ο κόσμος εκεί έξω στη θάλασσα είναι απέραντος γεμάτος προκλήσεις». Του απάντησε.
«Το ίδιο το επάγγελμα είναι μια σαγηνευτική περιπέτεια, ταξιδεύοντας στα κύματα την ίδια μας ζωή στη καθημερινότητα της». Συμπλήρωσε τον πρόλογο του.
Μια έκφραση ικανοποίησης απλώθηκε στο πρόσωπο του Γενικού διευθυντή, ενώ καθόταν πιο αναπαυτικά στο κάθισμα του και συνέχισε να περιεργάζεται με μεγαλύτερη προσοχή τον συνομιλητή του, το βλέμμα του καρφώθηκε επάνω του, γεμάτο ενδιαφέρον και πολλές ερωτήσεις.
-Κάποιοι λένε ότι οι προκλήσεις αρέσουν στους έξυπνους ανθρώπους του είπε. Γι’ αυτούς το χρήμα είναι αποτέλεσμα όχι ο στόχος. Και αυτοί που το κυνηγάνε το θέλουν γι’ αυτό που εκπροσωπεί, όχι γι’ αυτά που μπορεί να αγοράσει.
Εδώ στον δύσκολο κόσμο της ναυτιλίας θέλω να γνωρίζεις το πρώτο και κύριο μέλημα του κάθε γενικού διευθυντή είναι να προστατέψει τα συμφέροντα της εταιρείας και των εργαζομένων της συμπεριλαμβανομένων, όχι να ασχολείται με αφηρημένα ηθικά διλήμματα. Αλλά ταυτόχρονα η εταιρεία μας αναζητεί στελέχη με προσωπικότητα, αξιοπρέπεια, τίμια, έξυπνα, ικανά και ταλαντούχα, να τους πιστεύει και να τους εμπιστεύεται. Όταν ένα στέλεχος έχει ιδανικά και οράματα τότε είναι ικανός να υπηρετήσει αξίες.»
Αυτό το βροχερό μουντό απόγευμα του φθινόπωρου ξεκίνησε την νέα επαγγελματική συνεργασία του με την ναυτιλιακή εταιρεία στην Ακτή Μιαούλη. Είχε ήδη επτά χρόνια στο επάγγελμα, κρατούσε στα χεριά του από πρόσφατα το δίπλωμα του πρώτου μηχανικού και αναζητούσε νέους εργασιακούς ορίζοντες.
Το νέο του συμβόλαιο έφερε αυτόματα την απόρριψη μιας πολύ ενδιαφέρουσας από οικονομική άποψη πρότασης συνεργασίας με ναυτιλιακή εταιρεία που είχε στην κατοχή της πετρελαιοφόρα πλοία, λιβανέζικων συμφερόντων. Την διαχείριση της εταιρείας την εκτελούσαν ελληνικά γραφεία εγκατεστημένα στην Γλυφάδα. Προς αμοιβαία εξυπηρέτηση πρότεινε αξιόλογο συνάδελφο του, με κοινά οράματα και κοινούς στόχους για την ζωή. Του συνάδελφου του έκαναν μια αξιόλογη προσφορά την οποία την αποδέχτηκε μετά χαράς.
Τίποτα το παράξενο. Οι μεγάλες ευκαιριακές υλικές απολαβές που προσφέρονταν στους Έλληνες, στελέχη της ναυτιλίας, ώστε να επανδρώσουν πλοία με ξένη σημαία, « ανασφάλιστα», έβρισκε πολλούς πρόθυμους να ριψοκινδυνεύουν την επαγγελματική τους καριέρα και να θέτουν την ικανότητα και τον προσωπικό τους ζήλο, αναλαμβάνοντας το ρίσκο, να συνεργαστούν με πληρώματα αμφισβητούμενης ικανότητας.
Για τον συνάδελφο του ήταν το πρώτο του ταξίδι σε καθήκοντα επιστασίας μηχανοστασίου. Το πλήρωμα  ήταν τρεις τέσσερις Έλληνες και οι υπόλοιποι από τη νοτιοανατολική Ασία.
Σαν σήμερα τριάντα χρόνια ακριβώς από τότε τον περίμενε μία πολύ δυσάρεστη έκπληξη. Εφημερίδα της εποχής δημοσίευσε τη φωτογραφία του συναδέλφου του, αναφέροντας το γεγονός της μεγάλης έκρηξης που συνέβηκε στο πλοίο κατά την διάρκεια εργασιών εκφόρτωσης σε λιμένα της Δυτικής Ευρώπης σκορπώντας το θάνατο. Διαβάζοντας την είδηση ένοιωσε να τραντάζεται σαν να είχε φθάσει στο χείλος της αβύσσου. Η καρδιά του χτύπησε πιο δυνατά, στέγνωσε το λαρύγγι του, έχασε τη φωνή του συνειδητοποιώντας ποιο είναι το πρόσωπο που αναφέρεται στο ρεπορτάζ. Θεέ μου είπε στο τέλος. Μα αυτό είναι τρελό, δεν μπορεί να είναι αλήθεια.
Ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να τον ερεθίζουν τα γεγονότα που συνέβησαν τότε, νοιώθει ένα κενό, ότι έχει χάσει κάτι το ουσιαστικό. Το μυαλό του έχει δύσκολες αναμνήσεις, υπάρχουν εκεί μέσα του σαν ασύνδετες εικόνες που προβάλλουν μέσα από σκοτεινό φόντο. Νοιώθει απελπισμένα άβολα με τις μνήμες που ξεδιπλώνουν τα γεγονότα εκείνης της μοιραίας εποχής μπροστά του.
Τον θυμάται τον συνάδελφο του την τελευταία φορά που βρίσκονταν μαζί πέρα στη μακρινή ανατολή, εκτελούσαν επισκευές σ’ ένα τεράστιο πετρελαιοφόρο στα ναυπηγεία "Jurong" της Σιγκαπούρη.
Τον θυμάται καλά, όταν χαμογελούσε να φωτίζονται τα λαμπερά του μάτια. Το χαμόγελο που στο πρόσωπο του θύμιζε τα μικρά κύματα που σκάνε στην άκρη του γιαλού την ώρα που δεν φυσάει.
Στην μακρινή ανατολή την περίοδο που ζήσανε μαζί, συνηθίζεται όλοι οι γηγενείς κάτοικοι να χαμογελούν. Είναι όμως ένα διαφορετικό χαμόγελο αυτό που περιορίζεται στα χείλη, δεν φτάνει ως τα μάτια.
Ο συνάδελφος είχε σώμα δυνατό γεμάτο υγεία. Ήταν οι καλύτερες λέξεις για να τον περιγράψει. Περπατουσε περίτεχνα, στητά, με σιγουριά, έσφυζε από ζωή. Ήταν ο τύπος του ανθρώπου που δεν υποχωρούσε κάτω από δύσκολες συνθήκες, ο ίδιος έλεγε: «Ο άνθρωπος συναντάει αντιξοότητες, στο χέρι του είναι να τις υπερβαίνει». Ποτέ δεν φοβήθηκε την σκληρή δουλειά.
 Η ζωντάνια και η ενεργητικότητα επέκτειναν τον ζωτικό του χώρο.
Ξεκίνησε ο συνάδελφος του λοιπόν το νέο ταξίδι,  με πλοίο της λιβανέζικης εταιρείας, που πάει να πει να ταξιδεύει κόντρα στον καιρό, που πάει να πει να τα δίνει όλα για να ζήσει το δικό του επαγγελματικό όνειρο. Και βρέθηκε σ’ ένα άγνωστο περιβάλλον από πλευράς συνεργατών, και δεν πτοήθηκε, του άρεσε να γινόταν αρεστός, του άρεσε να πιστεύει ότι δεν ήταν δειλός, ήταν αποφασισμένος να οικοδομήσει την προσωπική και επαγγελματική του επιτυχία. Όλα έγιναν στο τρίτο του ταξίδι. Ήταν ένα τυχαίο περιστατικό που επέφερε το θανατηφόρο εργατικό ατύχημα.
Προφανώς ένα παρόμοιο γεγονός όπως η απώλεια ενός φίλου συναδέλφου είναι ένα έντονα παράξενο θλιβερό συναίσθημα και ψυχική δοκιμασία.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι σ’ αυτή την ηλικία ποτέ δεν περιμένεις το θάνατο, σε στιγμές της πραγμάτωσης του επαγγελματικού καθήκοντος, έρχεται χωρίς προειδοποίηση.
Οι επισταμένες έρευνες που ακολούθησαν από εμπειρογνώμονες για την αιτία της πρόκλησης της έκρηξης κατέληξαν στο συμπέρασμα του ανθρώπινου λάθους, από τον αξιωματικό φυλακής μηχανοστασίου, μ’ αποτέλεσμα σε δεδομένη ανωμαλία να επέλθει ισχυρή έκρηξη που συμπαρέσυρε στο θάνατο τον ίδιο, τον βοηθό φυλακής, και τον συνάδελφο Πρώτο μηχανικό.
Για τον έλεγχο της λειτουργίας στους λέβητες των πλοίων έγιναν ουσιώδης θεωρητικές μελέτες, και επινοήθηκαν  όλο και πιο επιτυχημένα συστήματα έλεγχου με πολύπλοκες κατασκευές που να οδηγούν όλες τις απορρέουσες καταστάσεις λειτουργίας στη μηδαμινότητα ανεπιθύμητων συμβάντων.
 Τι συνέβη λοιπόν και στο μηχανοστάσιο έγινε έκρηξη και πήρε φωτιά;
Στην πράξη αποδείχνεται τ’ αναπτυσσόμενα επιτυχημένα συστήματα έλεγχου ποτέ δεν είναι απόλυτα επιτυχημένα. Δεν μπορούν να είναι. Όσο τελειοποιημένο και πολύπλοκο κι αν είναι ένα σύστημα, πάντα θα υπάρχει τρόπος να προκαλέσει μια ανωμαλία. Αυτή είναι μια θεμελιώδης αλήθεια των μαθηματικών. Όσο σ’ όλο αυτό το σύστημα υπεισέρχεται και ο ανθρώπινος παράγοντας είναι αδύνατο να φτιάξεις ένα σύστημα τέλειο και πολύπλοκο όσο να μειώσεις την πιθανότητα της ανώμαλης λειτουργίας του στο μηδέν.
 Με τον ασφυκτικό δε και χωρίς περιορισμούς στα μέσα, ανταγωνισμό των επιχειρήσεων, και την εντατικοποίηση της εργασίας σε ρυθμό και χρόνο, καταρρίπτεται με τον πλέον απόλυτο τρόπο η πάγια αντίληψη ότι η τεχνολογία από μόνη της θα μπορέσει μέσα από την εξέλιξή της να προστατεύσει τον εργαζόμενο, να εγγυηθεί συνθήκες ασφάλειας.

Το φεγγαρόφωτο, γλιστρώντας ανάμεσα από την τσιμινιέρα και τα ξάρτια του πλοίου, ζωγράφιζε φωτεινές χρυσόπλεκες λουρίδες στο γαλήνιο πρόσωπο του συνάδελφου.
Το ταξίδι  γι’ αυτόν τέλειωσε. Το πλοίο πέρασε ήδη την άκρη της Χερσονήσου. Την ρωγμή που διαχωρίζει τη ζωή απ’ το θάνατο. Κανείς δεν είναι πάνω απ΄ το χρόνο, μπρος στην παντοδυναμία του θανάτου . Και μετά το θάνατο στο σώμα, θα επακολουθήσει ο θάνατος της μνήμης. Ο ανελέητος νόμος της ζωής.  Κανείς δεν θα σε ξέρει σαν να μην είχες ποτέ υπάρξει. Ο Ήλιος αδιάφορος θα ρίχνει τη ματιά του κάθε πρωί στα λιόδεντρα της γενέτειρας του Αρκαδικής γης και ο πρόωρα αδικοχαμένος συνάδελφος του, είναι σαν την σκόνη στην άκρη του δρόμου.
......................................................
Μια θλίψη σεργιανά μέσα του και σκοτεινιάζει κι ούτε μια ακτίδα δε στολίζει τις σκέψεις του που γίνονται λέξεις κι ύστερα χάνονται σαν ήχοι μακρινοί και απροσπέλαστοι. Γίνονται θάλασσα και απλώνονται να μην τελειώνουν πουθενά.
Του φαινόταν σα να ‘ταν χθες.
Που πήγε ο χρόνος; Τώρα βρίσκεται στην άκρη της μέρας.
Ο ήλιος φωτεινή σφαίρα χάνεται στο βάθος του ορίζοντα.
Ήρθε το σούρουπο. Το σούρουπο είναι η χαραμάδα ανάμεσα στους κόσμους, η πόρτα για το άγνωστο. Πέρα από την πόρτα υπάρχει η άβυσσος.
Και πέρα από την άβυσσο το άγνωστο της υπέρτατης ερημιάς, όταν ο άνθρωπος αντικρίζει το θάνατο και την μοναξιά του.
Τίποτα και κανένας δεν µπορεί τελικά να µας σώσει: το «κακό» εισβάλλει παντού. Ο θάνατος χωράει από τις χαραµάδες.
Όταν η μοίρα σε βάλει στο μάτι δε γλιτώνεις ακόμη κι αν κρυφτείς κάτω απ’ τις πέτρες.


Συνάδελφε
***Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια
για να του γίνει θάνατος πικρός σταυραδερφός του.
Πήγαινε, Ιγνάτιο. Μην  ακούς την πυρωμένη ανάσα.
Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει…

 Την αρχοντιά σου τραγουδώ με λόγια που στενάζουν
κι  εν’ αεράκι όπου ‘κλαιγε στα λιόδεντρα θυμάμαι.
 Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω.
Γι’ αυτούς που θ’ έρθουν τραγουδώ …….***


*** Λόρκα

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Εκεί που σκάει το κύμα


Όταν αρχίζει να σουρουπώνει, παίρνει το μονοπάτι και πηγαίνει στην ακτή, όπου κάθεται ώρες ολόκληρες εκεί που σκάει το κύμα, στην άμμο την ποτισμένη από την αλμύρα, και αγναντεύει το πέλαγος. Τα κύματα εσκάγανε στα πόδια του αμίλητα. Αυτός δεν άκουγε παρά τον παφλασμό και την αντάρα της ψυχής του, που βούβαινε τα πάντα γύρω του.
Το μυαλό του ανασύρει από τα ξεχασμένα υπόγειά του αναμνήσεις, είναι οι στιγμές που εύχεται να μπορούσε να γκρεμίσει τα σύνορα του Χώρου και του Χρόνου. Αισθάνεται τη μαγεία να αναβλύζει από κάθε κόκκο άμμου στην ακρογιαλιά, να εξαπλώνεται γύρω του με τα κύματα του νερού και του αέρα. Ξαναγυρίζει στα χρόνια της ξέγνοιαστης παιδικότητας, που τα κορμιά τους ήτανε στητά σαν λαμπάδες, τα πρόσωπα αρυτίδωτα σαν χυμώδη φρέσκα ροδάκινα, τα μάτια λαμπερά, γεμάτα φλόγα και το κεφάλι σκεπασμένο από πλούσια ατίθασα μαλλιά.Τα κύματα του σιγοτραγουδούσαν τραγούδια δίχως μουσική, σφύριζαν σκοπούς δίχως λόγια, με μόνο στόμα, με μόνη γλώσσα κι έκφραση, τη γλώσσα των κυμάτων.
               «Αγαπώ τη θάλασσα… είναι ο χώρος που αναπνέω καλύτερα… γεμίζω τα πνευμόνια μου με αρμύρα και χάνεται το βλέμμα μου στο μπλε… Αρχίζω να τρέχω στην αμμουδιά και χάνομαι στα κύματα… η απόλυτη αίσθηση της ελευθερίας… κι εκεί που χάνεται το βλέμμα μου και ζαλίζομαι απ’ την τόση ομορφιά, εκεί στο τέλος της αμμουδιάς, εκεί που η εικόνα είχε γίνει όσο μαγική νόμιζα ότι μπορούσε, ξεπροβάλλει η μορφή ενός μοναδικού αλόγου…
με μαγνήτισε και απορώ με το πόσο πολύ ταίριαζε στη μαγεία της στιγμής… ελευθερία, πάθος, δύναμη, μαγεία… άλογα… Αγνάντευα τη χαίτη του έτσι όπως ξεκίναγε από την αμμουδιά και χτένιζε τα κύματα… έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να ξεχωρίσω τον παφλασμό από τον καλπασμό του και η ηχώ της στιγμής γέμισε την ανάσα μου… αν έπρεπε να φυλακίσω μια στιγμή μέσα μου και να την κάνω ολόδικιά μου για πάντα θα ‘ταν αυτή… Μα δε φυλακίζεται η ελευθερία, ούτε το περήφανο αυτό ζώο που χάθηκε από μπροστά μου όπως εμφανίστηκε… κι ήταν η σπίθα στα μάτια του πιο λαμπερή κι απ’ το ηλιοβασίλεμα»
HorseRiders
Τα γεγονότα έλαβαν χώρα ένα χειμωνιάτικο βράδυ μεταξύ μιας Τρίτης και ξημερώματα Τετάρτης του Φλεβάρη του 1954
Τα φυλλοβόλα δένδρα στις χωμάτινες γυρτές πλαγιές απογυμνώθηκαν, νεκρά σάπια τα φύλλα κάτω απ’ τα δέντρα, βυθίζονταν στρώνοντας φαιό χαλί στο βρεγμένο και μαλακό χώμα.
Το μικρό αγροτικό σπιτάκι στου οικισμού την άκρη, πηχτό σκοτάδι το έχει κυκλώσει.
Λένε ότι το σκοτάδι της νύχτας δημιουργεί ένα ιδιαίτερο, ιδιότυπο τοπίο, στο οποίο όλα μπορούν να συμβούν ξαφνικά και απροειδοποίητα. Ένα περιβάλλον μεταφυσικό, μαγικό και αυτόνομο. Μέσα στο σκοτάδι, στην ερημία, την απομόνωση και την ησυχία των μεταμεσονύκτιων ωρών, τα πρόσωπα, οι χώροι, τα πράγματα, αλλάζουν όψη, μεταμορφώνονται. Είναι ένα κενό, μια ανάπαυλα, μια τομή στις καθημερινές ασχολίες, στις υποχρεώσεις, στις συμβάσεις. Προσφέρεται για σκέψη και περίσκεψη, για αποδράσεις στο χτες, περιπλανήσεις στο παρελθόν, νοσταλγικές αναδρομές, κουβέντες χωρίς αρχή και τέλος. Είναι το εφαλτήριο για νέες εκκινήσεις και ανασυντάξεις. Μια μικρή εκεχειρία, μια ανάσα πριν το αύριο που έρχεται αμείλικτο απαιτώντας δράση.
Κρατώντας ένα ξύλο στο χέρι ο πατέρας του, με περισυλλογή σκάλιζε τη φωτιά στο τζάκι σπρώχνοντας τα αποκαΐδια που είχαν απομείνει γύρω της, και μέσα στη σκοτεινιά της νύχτας γυρνούσε σιγανά το πρόσωπό του προς τα εκεί στην ορθάνοικτη ξύλινη εξώπορτα που φυσούσε ο αγέρας, προσπαθώντας να αφουγκραστεί τον καιρο, περιμένοντας τους επισκέπτες. Άκουγε το βοριά που χτυπούσε πάνω στη στέγη, βγάζοντας τους σφυριχτούς ήχους. Ήξερε και διέκρινε καλά τα σημάδια των καιρών, από το χρώμα του ουρανού, τις κινήσεις και τα σχέδια και τα τερτίπια που έκαναν τα σύννεφα, τις αστραπές και τις βροντές, στις ρεματιές και στις βουνοκορφές. Οι χωρικοί σ’ εκείνα τα μέρη, χιονιά λέγανε τον καιρό που το χειμώνα φύσαγε αγέρας από τα βόρεια και έκανε παγωνιά, κρύο πολύ, επειδή αλλού χιόνιζε, αλλά στο μικρό χωριό τους χιόνιζε πολύ σπάνια και συνήθως έριχνε χιονόνερο. Οι χωρικοί πάντα ξέρανε από τα σημάδια που βλέπανε, ότι άμα τον χειμώνα αστράφτει από τον Βοριά, θα φυσούσε από εκεί πολύ δυνατός αγέρας, που σήμαινε ότι για όσες μέρες θα διαρκούσε ο καιρός αυτός και πάντα όταν φυσούσαν βοριάδες, οι εργασίες στα περιβόλια παρέμεναν ανενεργές.
Ο πατέρας του το βράδυ αυτό φαινόταν υπερβολικά ανήσυχος κάτι που γι’ αυτόν ήταν εντελώς ασυνήθιστο, βρισκόταν σε μια κατάσταση βαθιάς και έντονης αγωνίας.
Δύο σκιές φάνηκαν έξω στο σκοτάδι της νύχτας από την ανοιχτή πόρτα, ο πατέρας του έριξε μερικά ξύλα στη φωτιά και σε λίγο η φωτιά στο τζάκι δυνάμωσε, κι η φωτιά έκαιγε λαμπερή, έλαμψε η κάμαρα. Οι δύο σκιές, φουσκωμένες από το δρόμο δεν μπορούσαν να βγάλουν λέξη, ήταν η μαμή του χωριού συνοδευόμενη από μεσόκοπη γειτόνισσα τους. Τις υποδέχτηκε σιωπηλός. Οι δυο γυναίκες προχώρησαν, μπήκαν στην κάμαρα κλίνοντας την πόρτα, -ήταν ολάνοιχτη- ερμητικά πίσω τους. Το σκηνικό της άφιξης των δυο γυναικών τον πατέρα του τον γέμισε σαν πυκνή ομίχλη ένα αίσθημα ασφάλειας, του πήρε την ανησυχία που είχε μέσα του, ησύχασε.
Η παγωνιά της νύχτας έφερνε ρίγος στο δέρμα τους. Κλείνοντας την ξύλινη πόρτα η κρύα αναπνοή του βοριά έγινε απρόσιτη, κλείστηκε έξω τη νύχτα αυτή, ανεπιθύμητος επισκέπτης στις κάμαρες του σπιτιού. Δυο κάμαρες μικρές είναι το σπίτι τους όλο. Κοντοστάθηκαν στο τζάκι για να συνέλθουν από το νυχτερινό κρύο και να χαρούν την λάμψη της φωτιάς, που σε λίγο θα τους ζεστάνει και θα τους στεγνώσει από τη νυχτερινή υγρασία.Ύστερα άφησαν το τζάκι και πλησίασαν στην απέναντι γωνιά της κάμαρας σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι καλυμμένο με μια λευκή φλοκάτη είχε κουρνιάσει η λεχώνα μητέρα του. Μια μάλλινη κουβέρτα κάλυπτε τους ώμους της. Βρισκόταν στο μεταίχμιο μιας διαδικασίας μεταξύ ύπνου και ξύπνου. Σχεδόν αλαφιασμένη παίρνοντας είδηση τους επισκέπτες αφυπνίστηκε.
Λιγνά κύματα σαν εκλάμψεις που διασταυρώνονταν ηλεκτρισμένα προσπαθούσαν να κινηθούν, από την ζωή που κυοφορούσε εντός της, και αναδύονταν στους τοίχους του κορμιού της. Μια αίσθηση αρχέτυπα οδυνηρή και συνάμα δροσερή την παράσερναν βίαια σε έναν γλυκό ίλιγγο. Η διαίσθηση ότι κείνες οι στιγμές ήσαν εύθραυστες την έκαναν να κινείται ανάλαφρα, από φόβο μήπως κουνήσει βίαια και διαλύσει κείνο το θαύμα, την τρυφερή ύπαρξη από φως κι αέρα που προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα της. Τα κύματα άλλαζαν αργόσυρτα ολοένα και με ψηλότερους, ξάστερους και έντονους ρυθμούς και βυθιζόταν ολοένα και βαθύτερα εντός της.
Και από στιγμή σε στιγμή, με ανάσα πάλλουσα, σκέψεις λαμπερές, σαν εκλάμψεις, τη βυθίζουν ολοένα και περισσότερο μέσα στη ρευστή περιοχή, και τη γεμίζουν φόβο κι ευτυχία.
Η μαμή με γοργές κινήσεις, μ’ ατελείωτη διαύγεια, ενδελεχώς και εξαιρετικά εξέτασε προσεκτικά και παστρικά όλα τα χρειαζούμενα για την γέννα. Το σπίτι το είχαν καθαρίσει από νωρίς, τα πάντα γύρω τους μύριζαν ροδόνερο και πράσινο σαπούνι. Από το εικονοστάσι ευλαβικά κατέβασαν της παναγιάς εικόνα, φιλώντας τη και παρακαλώντας να πάνε όλα καλά, άναψαν το καντήλι που κρεμόταν από την αλυσίδα, ρίξανε λιβάνι στο τζάκι. Η προσμονή της συνέχειας, ανυπόμονη και καρτερική, κυριαρχούσε τις ώρες εκείνες, και ο μόνος τρόπος να συγκρατήσει κανείς αυτόν τον φυσιολογικό φόβο και τη βιασύνη, ήταν πολύ σημαντικό να γίνουν ολ’ αυτά με το σωστό τρόπο.
Για τη μητέρα του ο χρόνος τριγύρω της έχει μουδιάσει. Αλλά μονάχα τριγύρω της. Μέσα της έχει στήσει τρελό πανηγύρι! Της θυμίζει με κάθε ευκαιρία ότι η μεγάλη στιγμή πλησίασε, είναι παρούσα. Κάνει κάθε της ανάσα πιο ηχηρή. Κάθε σφυγμό της δυνατότερο. Η στιγμή που η πλάση ολόκληρη θα της χαρίσει αυθόρμητα μια νέα ζωή. Η μεγάλη στιγμή της γέννησης του δεύτερου γιου της.
Την ώρα που η μαμή έκοβε τον ομφάλιο λώρο στο νεογέννητο αδελφό του, δίχως τυμπανοκρουσίες και φανφάρες, αξαφν' ακούστηκαν αλυχτήματα στην αυλή, ένα χλιμίντρισμα, σιγαλιάς φωνές έξω από το σπίτι, και την αμέσως επόμενη στιγμή βαριά πατήματα αντήχησαν στο πλατύσκαλο της πόρτας. Οι φανταστικές περιηγήσεις λένε ότι η σκοτεινότερη ώρα είναι πριν την αυγή, εκεί ανάμεσα έκανε την θορυβώδη εμφάνιση του ο νυχτερινός επισκέπτης. Τυλίγοντας το μουσκεμένο πανωφόρι γύρω από του ώμους του, διέσχισε του σπιτικού την πόρτα αφήνοντες πίσω του στο σκοτάδι τον αέρα να μουγκρίζει, τη βροχή να κοπάζει για λίγο. Είναι ο απρόβλεπτος, εκκεντρικός φίλος της οικογένειας, που έχοντας μονίμως τον σαρκασμό υπό μάλης εισέβαλε στην κάμαρα σαν χείμαρρος ορμητικός, φέρνοντας μαζί του το κλειδί της χαράς που πηγάζει απ' τα βάθη της καρδιάς του και σαρώνει τους ανέμους της αγωνίας και της προσμονής την κατασκότεινη νύχτα. Στάθηκε για λίγο σιωπηλός, τον επηρέασε η λάμψη της ζωντανής φλόγας που αντανακλούσε γύρω τους η ζωηρή φωτιά που καίει στο τζάκι, τα μάτια του έκλεισαν ξαφνικά μ’ ένα αίσθημα περιδίνησης.
Ο πατέρας του δεν έκανε καμία ερώτηση, -ήδη γνωρίζε την απάντηση- τον καλοδέχτηκε χαμογελαστός, χωρίς να σχολιάσει την ώρα της επίσκεψης, και ανάβοντας το φανάρι βγήκε έξω να ταχτοποιήσει το άλογο του επισκέπτη στον πλαϊνό αχυρώνα του σπιτιού. Ήταν περασμένα μεσάνυκτα.
Ο επισκέπτης ήταν ο δεύτερος ξάδελφος του πάτερα του, ο Κατσουλόγιαννος
Ο Κατσουλόγιαννος σε τραβούσε με την ανοιχτή του καρδιά και με τον εύθυμο χαραχτήρα του, γοήτευε και σκλάβωνε με τα φερσίματα του, με την καλοσύνη του, με το χιούμορ που στόλιζε και την πιο απλή κουβέντα του. Είχε κάτι ξεχωριστό αυτός ο άνθρωπος. Τον αγαπούσες, τόνε θαύμαζες, σε καταγοήτευε η συντροφιά του. Είχε έλθει μέσα στην νύκτα να συμμετάσχει στην χαρά –άλλωστε προοριζόταν για νονός- από τον οικισμό που απλώνεται στην πίσω πλευρά του λόφου την ανατολική.
Η μαμή με βαθειά συγκίνηση απόθεσε απαλά το νεογέννητο αγόρι στην αγκαλιά της μητέρας του χαϊδεύοντας στοργικά το κεφάλι του.  «Όλα γίνονται πάντα με βάση μια στρατηγική» είπε χαμογελώντας. Κύμα ενθουσιασμού πλημμύρισε την κάμαρα του σπιτιού, τα απειλητικά σύννεφα που είχαν τυλίξει τις σκέψεις του πάτερα του σκόρπισαν. Ένοιωσε το βάρος να φεύγει από επάνω του και η ζωτικότητα να τον ξαναπλημμυρίζει.
Στη κάμαρα έγινε για λίγο σιωπή, μόνο το κλάμα του νεογέννητου αδελφού του ηχούσε και κάλυπτε το θόρυβο της φωτιάς στο τζάκι.
 Όταν ο επισκέπτης συνήρθε από το αίσθημα της περιδίνησης,  μ’ ένταση αναφώνησε χαρούμενα. « Και η Άρτεμις απόψε γέννησε ένα πανέμορφο μαύρο πουλάρι».
Και απευθυνόμενος στην μαμή ρώτησε.
«Τι θα μπορούσα να κάνω για να σε βοηθήσω.»
«Είμαι ολόκληρος στη διάθεση σου». Συμπλήρωσε
«Τελείωσαν όλα ομαλά, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις». Είπε η μαμή.
Μάλλον η μαμή πρέπει να ένοιωσε άσχημα για την πρόσκαιρη απάντηση της και γρήγορα συμπλήρωσε με παιδιάστικο ύφος. «Θα’ θελες πραγματικά να βοηθήσεις;».
Της είπε για άλλη μια φορά ότι ήταν ολόκληρος στη διάθεση της.
Η μαμή χαμογέλασε πλατιά και του ζήτησε να τους διηγηθεί την ιστορία του αλόγου του της «Άρτεμις». Η αλλαγή της διάθεσης στην μικρή κάμαρα ήταν τόσο μεγάλη, η έκφραση της χαράς τους συνεπήρε όλους.
Το χωριό.
Το χωριό αγκαλιάζεται από θαμνώδη βλάστηση, κυρίως πουρνάρια κουμαριές σκίνα με πινελιές από πεδινά πεύκα, χαρουπιές και περιβόλια με καλλιεργήσιμα δέντρα.
Ανηφορίζοντας από την δυτική πλευρά του λόφου με τα πόδια προς την κορφή του χωριού. συναντάς την μικρή εκκλησία, λιτή και ολόασπρη ανάμεσα σε πεδινά πεύκα. Είναι ο Άγιος Παντελεήμονας. Κατηφορίζοντας ανατολικά φτάνεις σ’ ένα πλάτωμα εμπρός σου είναι το παλιό ελαιοτριβείο και σε μικρή απόσταση πέντε έξι σπίτια ομοιόμορφα κτισμένα το ένα διπλά στο άλλο, δίπατα, σκεπασμένα με στέγη από κατακόκκινα κεραμίδια. Η αυλές τους είναι τριγυρισμένες από πέτρινο μαντρότοιχο, βρίσκονται στην μπροστινή μεριά των σπιτιών και έχουν ξύλινες πόρτες με κεραμοσκεπή. Τα δάπεδα στις αυλές είναι πλακοστρωμένα, απευθείας πάνω στο χώμα, πράγμα που επιτρέπει να φυτρώνουν χόρτα στους αρμούς, δίνοντας έτσι μια εντελώς φυσική εικόνα. Ο φούρνος βρίσκεται έξω από το σπίτι, σε ιδιαίτερο κτίσμα και σε μια άκρη της αυλής, πίσω από το σπίτι είναι η χρεία, όπως το έλεγαν, το κοτέτσι, το χοιροστάσιο και άλλες βοηθητικές εγκαταστάσεις. Τα σπίτια αποτελούνται από ένα ενιαίο χώρο στο πάνω πάτωμα και το κατώι κάτω. Μια πέτρινη σκάλα οδηγεί στο χαγιάτι και στο πάνω σπίτι. Στο πάνω πάτωμα υπάρχουν τα δωμάτια και η σάλα υποδοχής. Tο κατώι είναι οι αποθήκες και ο αχυρώνας για τα ζώα. Στο τέλος του χωματόδρομου δεσπόζει οίκημα με νότιο προσανατολισμό, είναι η οικια του Κατσουλόγιαννου. Η διαφορά από τα υπόλοιπα σπίτια του μικρού οικισμού ήταν οι τεράστιοι από λιθοδομή ισόγειοι στάβλοι για τις αγελάδες, και τα αγαπημένα άλογα του. Η κατασκευή των στάβλων του στο ένα μέρος είναι διώροφος για να εξυπηρετηθεί η αποθήκευση των ζωοτροφών.
Το άλογο.
Για τον Κατσουλογιαννο η ενασχόληση με τα άλογα ήταν κάτι παραπάνω απ’ ένα απλό χόμπι. Με μια ματιά, μ’ ένα βλέμμα ήξερε πόσο χρονών είναι, τι χαρακτήρα έχει, και πολλά άλλα. Είχε πάθος, είχε έρωτα για τα άλογα δεν τα θεωρούσε βάρος και τα φρόντιζε μ’ αγάπη. Μιλάμε για εποχές που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στην περιοχή. Ότι γινόταν, γινόταν με τα μουλάρια και τα άλογα, τα κάρα και τις άμαξες. Είχε τρία άλογα. Δυο για τις αγροτικές του εργασίες, και την Άρτεμις η όποια ήταν η μεγάλη του αγάπη, η αδυναμία του από όσα άλογα είχε μέχρι σήμερα. Η Άρτεμις ήταν άλογο αγώνων. Δεν αγωνιζόταν πλέον. Ήταν ένα πολύ καλό αραβικό άλογο που σήμαινε πολλά για τον πρώην ιδιοκτήτη της, του είχε δώσει πολλές χαρές μέχρι να το αποσύρει, γιατί δυστυχώς τραυματίστηκε νωρίς. Η φοράδα η Άρτεμις τελευταία είχε ζευγαρώσει με αραβικό επιβήτορα και αυτή την κρύα νύκτα του χειμώνα γέννησε εύκολα, χωρίς επιπλοκές, χωρίς να χρειαστεί βοήθεια, μες 'του αχερώνα τη ζεστασιά, λίγες ώρες νωρίτερα από την γεννά της μητέρα του, ένα πανέμορφο αρσενικό πουλάρι.
Αυτό ο καλός φίλος της οικογένειας το θεώρησε καλόν οιωνό για το νεογέννητο αγόρι, θεωρούσε τα ωραία αρσενικά άλογα, σημάδι επιτυχίας της ζωής. Τα περισσότερα πουλάρια γεννιούνται συνήθως τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού όταν ο καιρός είναι ζεστός και η τροφή άφθονη. Αυτό το νεογέννητο πουλάρι γεννήθηκε μέσα στη βαρυχειμωνιά. Με τον απογαλακτισμό και την αποκοπή από την μάνα του, το  κραταιό κι ωραίο νιόβγαλτο πουλάρι ο Κατσουλόγιαννος ανακοίνωσε ότι  προσφέρει στην οικογένεια και δη στο μικρό του αδελφό. «Η θεά τύχη το έφερε να γεννηθούν ταυτόχρονα είπε στους γονείς του, ας μεγαλώσουν και παρέα. Και τους ευχήθηκε.» Το παρέλαβε η μητέρα του, το περιποιόταν με πολύ τρυφερότητα και περίσσια αγάπη, όπως και το μικρό το γιο της.
Μεγάλωσε γρήγορα και έγινε ένα δυνατό, πανέμορφο άλογο με κατάμαυρο τρίχωμα και ένα λευκό αστέρι στο μέτωπο του, μ’ εκπληκτική αντοχή και νοημοσύνη. Ο Κεραυνός – όπως τον ονόμασαν, και ήταν το πιο κατάλληλο όνομα για ένα τέτοιο περήφανο και ατίθασο άτι, όμοιο με τη νέα κυρά του- ήθελε δουλειά, γιατί έκανε του κεφαλιού του ήταν απείθαρχο. Η κυρά μητέρα του ήταν υπομονετική, αφοσιωμένη στον Κεραυνό, τον περιποιόταν με πολύ τρυφερότητα και αγάπη, όπως και το μικρό το γιο της. Καθώς ο χρόνος κυλούσε, σταδιακά το άλογο ανέπτυξε μεγάλη φιλία με την μητέρα τους και ήταν η μόνη που επέτρεπε να ανέβει στην πλάτη του.
Λένε πως το άλογο δεν ημερεύεται. Μέσα του καίει η φλόγα του αδάμαστου, του ελεύθερου. Διατηρεί την ασυμβίβαστη φύση του και παραχωρείται μόνο σε όσους επιλέγει. Δεν υποτάσσεται παρά υποχωρεί, μόνο γι' αυτούς που η ψυχή τους το κοιτά στα μάτια. Η κυρά Γιαννούλα από τα παιδικά της χρόνια αμαζόνα, ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να τιθασεύσει τον Κεραυνό στις απρόβλεπτες αντιδράσεις του. «Τα αρσενικά συνήθως παρουσιάζουν σημαντικά προβλήματα στο χειρισμό, επειδή σε ειδικές καταστάσεις, οι αντιδράσεις του αλόγου δεν είναι εύκολα ελεγχόμενες από τον αναβάτη του.»
Τα άλογα δεν αγαπάνε τα αφεντικά τους με τυφλή δουλοπρέπεια. Πρέπει να παλέψεις για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη αλλά και την εκτίμησή του, όσο παράδοξο και αν φαίνεται, και όταν το κάνεις θα έχεις όχι απλά έναν σύντροφο αλλά έναν φίλο. Αυτή ακριβώς είναι και η σχέση που μοιράζοταν η μητερα του και ο Κεραυνός, αγνή, ειλικρινής, γεμάτη αγάπη, και κατανόηση.
Το μαύρο άτι υπάκουε πειθήνια στις προσταγές της. Ανέβαινε στη ράχη του επάνω και το κατεύθυνε με το κορμί της. Δεν της χρειαζόταν ούτε χαλινάρια ,ούτε μαστίγιο. Οι δυο τους επικοινωνούσαν με τα νεύματα, τις κινήσεις, και την ψυχή τους.
Και κάλπαζαν σαν τον άνεμο.
Τον τελευταίο χρόνο πριν την αναχώρηση από το χωριό για το αστικό κέντρο είχε απόκτηση και ο ίδιος ιδιαίτερο δέσιμο με το άλογο τους. Φαντάζεστε την έκπληξη όλων όταν είδαν αυτό το απείθαρχο άλογο να ιππεύεται από ένα επτάχρονο μικρό αγόρι.
Μεταναστεύοντας η οικογένεια επέστρεψε το άλογο στον Κατσουλόγιαννο.
Στα χρόνια που πέρασαν η μητέρα του αραιά και που κατέβαινε στα πάτρια εδάφη.
Η επαφή της με τον Κεραυνό ήταν ημέρα χαράς και για τους δυο.
Όσο γερνούσε το άλογο η μητέρα του απόφευγε αυτές τις συναντήσεις, την πλήγωναν.
Μαθαίνοντας ότι έχει προβλήματα υγείας, αποφάσισε να το ξαναδεί .
Σταβλίζονταν στην παλιά αχερώνα.
Η ζωντανή όμως εικόνα του γερασμένου αλόγου, σε τίποτα δεν θύμιζε τις δοξασμένες στιγμές του παρελθόντος, είχε  χάσει την εκπληκτική αντοχή του, είχε χάσει την όραση του.
Την οσμίστηκε, χαρούμενα χωρίς δύναμη ψυχής χλιμίντρησε ευτυχισμένο.
Τα σκούρα συννεφιασμένα ματιά του ποταμιά δάκρυα έχυσαν, όταν η μητέρα του απαλά και τρυφερά το χάιδεψε φέρνοντας τα μαγούλα της στο λιπόσαρκο μέτωπο του.
Δάκρυσε από τη θλίψη της και η μεσόκοπη πλέον αμαζόνα.
.…………………………
Ο Καβάφης, αντλώντας από την ομηρική πηγή, στο ποίημά του «Τα άλογα του Αχιλλέως» βάζει τους δύο ίππους του Αχιλλέα να θρηνούν με ανθρώπινη λαλιά για τον χαμό του Πατρόκλου. Ο θρήνος τους είναι τόσο γνήσιος, τόσο αυθεντικά ανθρώπινος που ακόμα κι ο Δίας, θαυμάζοντας το μεγαλείο της ψυχής τους, λυπάται για τη θλιβερή μοίρα της ανθρωπότητας, στην οποία τα άλογα, άθελά τους, βρέθηκαν να διαδραματίζουν μοιραίο ρόλο.

«Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως».

Η ευγένεια και η αγνότητα των συναισθημάτων των αλόγων δεν εντυπωσιάζει μόνο τον αρχηγό των θεών και τον ποιητή αλλά και τον αναγνώστη, καθώς ο θρήνος τους προϋποθέτει όχι μόνον νου για τη συνειδητοποίηση της ματαιότητας της ανθρώπινων πραγμάτων αλλά και αγάπη είτε με τη στενή έννοια της φιλικής αγάπης μεταξύ ανθρώπων είτε με την ευρύτερη έννοια της αγάπης προς τον πλησίον.

«…Όμως τα δάκρυα των
για του θανάτου την παντοτινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή».

Το άλογο προσφέρει απλόχερα στον άνθρωπο την αίσθηση ελευθερίας με την κίνησή του, την αίσθηση της αιωνιότητας με την αρχοντιά και την περηφάνια του, την αίσθηση της ασφάλειας με την ταχύτητα και τη δύναμή του, την αίσθηση της συντροφικότητας με την ζεστασιά και την προσφορά των χαρισμάτων του και το έντονο αίσθημα της τρυφερότητας και της αγάπης με το κοίταγμά του. Και γίνεται φίλος αχώριστος του ανθρώπου, παρασύροντάς τον σε διαδρομές απέραντης ομορφιάς, οδηγώντας τον μέσα από δύσβατα και σκοτεινά μονοπάτια, ίσως ακόμα και συνοδεύοντας ή θρηνώντας τον στο τελευταίο του ταξίδι…
……………………………………
Εκεί που σκάει το κύμα, στην άμμο την ποτισμένη από την αλμύρα.
Ονειρεύεται και αυτός ένα οικείο παρελθόν. Νιώθει την ομίχλη να τρυπά το κορμί του σε κάθε δρασκελιά. Επισκέπτεται τα μονοπάτια στους μικρούς λόφους και στέκεται σιωπηλός κάτω από τις χαρουπιές ανακαλώντας το λησμονημένο παρελθόν με την τρέλα της ξέγνοιαστης παιδικότητας, που τα κορμιά τους ήτανε στητά σαν λαμπάδες, τα πρόσωπα αρυτίδωτα σαν χυμώδη φρέσκα ροδάκινα, τα μάτια λαμπερά, γεμάτα φλόγα και το κεφάλι σκεπασμένο από πλούσια ατίθασα μαλλιά. Τα κύματα του σιγοτραγουδούσαν τραγούδια δίχως μουσική, σφύριζαν σκοπούς δίχως λόγια, με μόνο στόμα, με μόνη γλώσσα κι έκφραση, τη γλώσσα των κυμάτων.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

μακρινό ταξίδι Ι

Ακόμη και το πιο μακρινό ταξίδι αναγκαστικά αρχίζει με ένα απλό πρώτο βήμα.
Βλέποντας αναδρομικά ήταν φανερό ότι όλα τα σκέπαζε μια χρυσή βροχή από αναμνήσεις που έρχονται να ταράξουν τα στάσιμα νερά της λήθης.
Λες και ήταν χθες.
Δεν ήταν βέβαια.
Θυμήθηκε μια ιστορία που του ‘χε πει κάποτε ο γέρος πάππους του, που παραπονιόταν πως η ζωή του ήταν τόσο σύντομη που του φαινόταν ότι μόλις μια μέρα πριν ήταν παιδί. Ο γέρος του είχε πει. «Θυμάμαι τα καινούργια παπούτσια που φόρεσα όταν ήμουν δέκα χρονών. Μου φαίνεται σα να ‘ταν χθες. Που πήγε ο χρόνος;»
Ο χρόνος συνεχίζοντας το αιώνιο και ακούραστο ταξίδι του μας αφήνει πίσω του να ζούμε με τις νοσταλγικές αναμνήσεις μας.
Η κάθε αναδρομή σε ότι βρίσκεται θαμμένο στους απέραντους κάμπους του χρόνου, είναι συγκινητική και οι μνήμες αυτές δεν πρέπει να φθείρονται, αλλά να διατηρούν την ομορφιά και την αξία των χρόνων εκείνων. Τότε που παιδιά αμέριμνα και ξυπόλητα, ξέγνοιαστα και πεινασμένα γυρνούσαν στις γειτονιές, στους δρόμους και στα χωράφια, χωρίς τους φόβους και του κινδύνους. Τότε, που τα χρόνια ήταν τόσο πλούσια σε... φτώχεια.
Έχει περάσει καιρός από τότε. Πολύς καιρός, από τα δύσκολα χρόνια, τα χρόνια της μετανάστευσης που οι κάτοικοι της ελληνικής υπαίθρου, σαν τα πουλιά σκορπίσανε και χαθήκαν στους ορίζοντες των μεγάλων αστικών κέντρων της χώρας.
Τι τους έβγαζε από τον τόπο τους, δεν ήταν και δύσκολο να το μαντέψεις.

Ελληνικό Επιδαύρου Λιμηράς Λακωνίας. (Οικισμός Παναγίτσα)**

Χίλια εννιακόσια πενήντα οκτώ.
Ήταν οκτώ χρονών, ο μεγαλύτερος (από τ' άλλα δυο αγόρια), γιος της οικογένειας.
Ένα μικρό αγόρι, ψηλό, λιπόσαρκο, σα λιγνό κυπαρισσάκι 'ταν το μπόι του, με θεληματικό πιγούνι, καστανά μαλλιά και έξυπνα ερευνητικά σκούρα μάτια. Είχε γεννηθεί στην ενδοχώρα σ’ ένα μικρό χωριό μιας πάμπτωχης περιοχής του ελληνικού Νότου στις ανατολικές άγονες πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα.
Μία δυσπρόσιτη περιοχή που είχε παραμείνει ανόθευτη και αληθινή.
Χωριά φωλιασμένα στα βουνά. Δεν υπήρχε εύκολος δρόμος να διαβείς, υπήρχαν όμως εκατοντάδες μονοπάτια. Δεν υπήρχαν αριστουργηματικά χωριά, υπήρχαν όμως μια χούφτα ξωμάχοι που αντιστέκονταν στον χρόνο, άνθρωποι φιλόξενοι, ταπεινοί, καταπονημένοι, αλλά περήφανοι για την καταγωγή τους.
Μιλάμε για εν’ από κείνα τα βουνίσια χωριά, που σκαρφαλώνουνε στην πλαγιά του βουνού κι είναι όλα τα ίδια. Όμορφα, μα φτωχά και μίζερα κι αφημένα στην τύχη τους κι από θεούς κι ανθρώπους. Απόμερο, ξεχασμένο χωριό, που σχεδόν είχε κι αυτό ξεχάσει τ’ όνομά του.
Δεν του χρειαζότανε, λες και του ’πεφτε βάρος.
Η ορεινή ύπαιθρος ήταν εγκαταλειμμένη, μια άγονη γη θανάτου, γεμάτη με πέτρα που λουζόταν από το ανελέητο εκτυφλωτικό φως του Ήλιου. Οι λιγοστοί κάτοικοι πάλευαν με κόπο και ιδρώτα να κερδίσουν την ζωή τους στη χέρσα γη από τα χαράματα μέχρι το βράδυ, καλλιεργώντας λίγες ελιές, λίγες συκιές, μερικά αμπέλια και ελάχιστα περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα και λαχανόκηπους.
Παιδεύονταν για το ψωμί, για το καρβέλι. Δύσκολο πράμα όμως.
Υπήρχαν ακόμη κάμποσες ιδιοκτησίες στις μικρές κοιλάδες με μεγαλύτερα λιβάδια που καλλιεργούσαν όσπρια και σιτηρά, αυτά άνηκαν σε πολύ λίγους προνομιούχους νοικοκυραίους του χωριού.
Στενοί χωματόδρομοι και φιδογυριστά μονοπάτια που θύμιζαν λαβύρινθο από μυρμηγκοφωλιές συνέδεαν τους μικρούς οικισμούς με την καλλιεργήσιμη γη. Οι απαιτούμενες μεταφορές προσώπων και αγαθών γίνονταν με μουλάρια άλογα και γαϊδουριά. Η σταδιακή ανάπτυξη που σημειωνόταν με το πέρασμα των χρονών στα βορειότερα της Λακωνικής πεδιάδας του Ευρώτα δεν είχε ακόμη κάνει το άλμα της στις τοπικές κοινωνίες του Νότου. Στους μικρούς και απομονωμένους οικισμούς οι κάτοικοι συνήθιζαν να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους με τη μέθοδο της αγροτικής οικονομίας και, όσο να το κάνεις, βολευόταν κάπως η κατάσταση.
Φτωχοί άνθρωποι οι περισσότεροι, είχαν την  ανάγκη ο ένας του άλλου.
Έτσι όταν ήθελαν  να καλλιεργήσουν τη γη, συνήθως συνεταιριζόταν .
Όταν είχε κάποιος ένα ζώο «καματερό» βόδι ή μουλάρι, το  έκανε ζευγάρι μ’ άλλον και με αυτό όργωναν και έσπερναν τα χωράφια και των δύο.
Στο θέρισμα που χρειαζόταν πολλά χέρια, βοηθούσαν όλοι.  Το ίδιο γινόταν και στο αλώνισμα.
Δύσκολα χρόνια, και η γη λίγη στο μερτικό τους και φτωχή, αδυνατούσε να τους θρέψει και να τους χαρίσει μια ζωή σύμφωνη μ' εκείνη που ο καθείς φτιάχνει στα όνειρα του. Τότε ο κόσμος έφευγε και πήγαινε μακριά, στην ξενιτιά, να βρει την τύχη του. Είδε κι απόειδε ο φουκαράς ο πατέρας του και πήρε τη μεγάλη απόφαση. Το απεφάσισε λοιπόν, σαν αστραπή έγιναν όλα, και σαν σε όνειρο.
Πούλησε και την μικρή οικία τους με τον όμορφο φούρνο, κι από κοντά και το κτηματάκι δίπλα στο φούρνο με τις αγκινάρες πούλησε και το μικρό περιβολάκι πίσω από την μικρή λιμνούλα. Μιαν αγάπη βαθιά, πλατιά, απέραντη ήταν κείνη που ένιωθε στα στήθια του γι’ αυτό το μικρό περιβόλι, με τα λίγα δέντρα στα σύνορα του.
Όλα για ένα κομμάτι ψωμί, για τα ναύλα της φαμίλιας με προορισμό τη Λαμία.
Χαλάλι ας του γίνονταν του φίλου του, τ' αδερφικού, που τα παρέλαβε.

Το ηλιοβασίλεμα έκανε διαβολεμένη ζέστη, αλλά εκεί στο ακρογιάλι της τσιμεντένιας προβλήτας το θαλασσινό αεράκι κρατούσε την θερμοκρασία σε ανεκτά επίπεδα.
Παρ’ όλα αυτά είχαν λουστεί στον ιδρώτα καθώς επιβιβάζονταν στη λέμβο που θα τους μετέφερε στο μεγάλο καράβι, που σαν κάτασπρο κάστρο, πάμφωτο, επιβλητικό και περήφανο, είχε φουντάρει άροδο στο αγκυροβόλιο στον ανοικτό κόρφο. Όταν η λέμβος ξερεμεντζάρησε κ' έβαλε πλώρη το ανοικτό πέλαγος και απομακρυνόταν από την ακτή μαζί της απομακρυνόταν και ίσως έφευγε για πάντα, το μικρό φτωχό χωριό, το πρώτο του σχολείο, η μικρούλα λίμνη με το λιγοστό τρεχούμενο νερό που άρδευε τα περιβόλια του οικισμού..
Πριν γνωρίσει τη θάλασσα γνώρισε τη μικρή τεχνητή λίμνη στα δυτικά όρια του οικισμού τους, κάτω από τη σκιά ενός γιγάντιου αιωνόβιου πλατάνου.
Πυκνοί θάμνοι από βάτα, σφεντάμια, φτέρες και ένα πλήθος από ανθοφόρα φυτά πλαισίωναν τριγύρω την όμορφη, ήρεμη, ασημένια μικρή λιμνούλα με καθάρια νερά, που ξεπρόβαλλε πίσω από τον αιωνόβιο πλάτανο στο τέλος μιας διχάλας από το στρατί που φιδοσερνόταν εμπρός του. Τα πανέμορφα και πολύχρωμα λουλούδια, τα υδρόβια φυτά που επέπλεαν, δημιουργούσαν μια πανδαισία χρωμάτων, και ο συνδυασμός των αρωμάτων με τις χιλιάδες ευωδιές να κατακλύζουν τα πνευμόνια σου.

"Τα σφεντάμια και οι φτέρες είναι ακόμα αδιάφθορα,
Αλλά χωρίς αμφιβολία, όταν αποκτήσουν συνείδηση
Θ’ αρχίσουν κι αυτά να καταριούνται και να βρίζουν."

Στοιβαγμένες εικόνες στα θολά διαμερίσματα της μνήμης, αβίαστα προβάλλουν εμπρος του.
Εικόνες της εποχής  μόλις που περπάτησε καλά, και στιγμή δεν εκαθότανε. Έτρεχε μες στα πεζούλια στις πλαγιές και ήταν ελεύθερος σαν τον άνεμο, χαρούμενος σαν την Άνοιξη και ανέμελος σαν το Καλοκαίρι.
Της  εποχής που πότιζε το μικρό μποστάνι τους και έτρεχε ξέγνοιαστος, τσαλαβουτώντας μέσα στα νερά  με το κοντοβράκι του και με το μακρύ το φτυάρι στα αδύνατα χέρια του, να αλλάζει τα κανάλια του ποτιστικού νερού ανάμεσα στα παρτέρια με τα λαχανικά και τις κολοκυθιές τις φορτωμένες πορτοκαλιά λουλούδια, μεγάλα σαν χάλκινες τρουμπέτες, ευτυχισμένος όπως το πουλί απάνω στο κλαδί του. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού, κάθονταν  στον ίσκιο κάτω από το μεγάλο πλάτανο, που πάνω στα κλαδιά του πετούσαν και κελαηδούσαν πουλιά, και τα χελιδόνια βουτούσαν χαριτωμένα πίνοντας το δροσερό νερό της λιμνούλας.
Τ' ήταν ο κόσμος τότε γι' αυτόν παρά ένα περιβόλι απέραντο, καταπράσινο και μοσχοβολημένο περιβόλι, με τη φύση να βρίσκεται στ’ αποκορύφωμα της λάμψης της, απ’ του ήλιου τις χρυσές ακτίνες.
Είναι μια ηδονή που δεν ξεχνιέται εύκολα απ' όσους την ένιωσαν. Όλα αυτά μνήμες και γεύσεις, μυρωδιές, ακοές, οράματα και αφές των παιδικών μας χρόνων που μας δυναστεύουν μιαν ολάκαιρη ζωή.

"Με της σκέψης τα πλάνα φτερά
στο χωριό μου τρέχω να φτάσω.
Στης λιμνούλας τ’ ασημένια νερά
τ’ όνειρό μου σφιχτά ν’ αγκαλιάσω"


Σήμερα μια ζωγραφιά, ένα κάδρο, η γαλήνια ομορφιά του τοπίου είναι πάντα στο νου του, με τη σιλουέτα του μικρού σπιτιού τους, και τον λιθοχτισμένο φούρνο δίπλα στη γέρικη αμυγδαλιά. Βρισκόταν στην νοτιοανατολική πλευρά του οικισμού κι είχε μπρος του χαντάκι. Ανάβαθο. Το χαντάκι γκρίζες πέτρες και βράχοι. Μερικές γκορτσιές εδώ και εκεί, φραγκοσυκιές και λίγα σκοίνα. Το ένα σε απόσταση από το άλλο. Με τον ερχομό της άνοιξης θρασομανούν τ’ αγριάγκαθα και το χαντάκι γεμίζει γαλάζιους ίσκιους. Θάμνοι γυμνοί, αγκαθωτοί και ξερά χόρτα που δυναστεύουν το τοπίο. Και για την ανάγκη τους χρησίμευε και για το σκουπίδι.  Ένα ταπεινό χαμόσπιτο, φτωχικό, πέτρινο σπιτάκι με κεραμίδια, με την αυλή στο νοτιά χωρίς μαντρότοιχο. Δίπλα στο σπίτι ήταν ένα καλύβι χτισμένο με ξερολιθιά, για αποθήκη που έβαζε η φαμίλια τα φτωχικά εισοδήματα τους, καρπούς, σιτάρι, το λάδι και το κρασί που έβγαζε η γη τους, «τα λιγοστά χτήματα τους», οι κόποι κι ο ιδρώτας τους. Πίσω από την αποθήκη, ήταν κι ένα άλλο καλύβι που έβαζαν τα ζωντανά μερικές κότες και γαλοπούλες, δυο κατσίκες, μια γαϊδουρίτσα και ένα εξαίσια όμορφο κατάμαυρο άτι μ’ ένα λευκό αστέρι κόσμημα στο μέτωπο του.
Οι νοσταλγικές αναδρομές έρχονται σα μυροβόλο αεράκι να τον δροσίζουν με τις αναμνήσεις του, η σκέψη του ατενίζει το με ιδιαίτερη χάρη το παραδοσιακό πανηγύρι του Άγιου Παντελεήμονα στην μικρή πλατεία του οικισμού.
Ο Άγιος Παντελεήμονας ακόμη και σήμερα είναι ένα μικρό εκκλησάκι χτισμένο στο ψηλότερο σημείο ενός υψώματος προστάτης φύλακας του οικισμού, με απόλυτη θέα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, για ν’ αγναντεύει τα βουνά του τόπου, περιτριγυρισμένο απ’ τη μοναδική πλατεία του οικισμού πάνω στο λόφο. Τέτοιες μέρες ολάκερο το χωριό σηκώνεται στο ποδάρι, και βουίζει από κίνηση και ζωή.
Οι καμπάνες χτυπάνε χαρούμενα.
Πλήθος κόσμου μαζεύετε μαζί την γιορτή του Αγίου Παντελεήμονα. Τα τραπεζάκια και οι καρέκλες στήνονται από τα χαράματα στον περίβολο του ναού, όταν ακόμα ο νυχτερινός ίσκιος σέρνεται απάνου στην ολόστρωτη άπλα του λόφου, που ανατριχιάζει κάθε τόσο με τις αλαφρές ριπές του ανέμου και παίρνει όλους τους τόνους τού γαλάζιου και του ρόδινου. Με τον ήλιο που ανηφορίζει, η πρωινή άχνα μαζεύεται στις άκρες του ορίζοντα, όσο να χαθεί ολότελα. Κι όλα αποθεώνονται μέσα στο χρυσό φως, σχήματα, όγκοι, απλωσιές και ψηλώματα` σπίτια, δέντρα, πλαγιές. Τα νερά της μικρής λίμνης αστράφτουνε, οι πέτρες κι ο αέρας αστράφτουνε.
Θυμάται τα πρώτα χρόνια που ένοιωθε τώρα πια τον εαυτό μου. Ήξερε πως ήταν φτωχοί, πως οι άνθρωποι έπρεπε να δουλεύουν για να ζήσουν, πως γι’ αυτό δούλευαν οι γονείς του την χέρσα γη, και πως σα μεγαλώσει θα δούλευε κι αυτός. Δηλαδή το ’ξερε, καθώς ήξερε πως κάθε βράδυ βασιλεύει ο ήλιος και χάνεται πίσω από το Μεγάλο Ρέμα. Το γιατί τους, δεν το απείκαζε. Στα παιδικά τα χρόνια τα παίρνουμε καθώς φαίνονται όλα. Ζωγραφιές μαζεύουμε, και τίποτα άλλο. Μα αυτό δεν πάει να πει και πως δεν ένοιωθε το κόσμο.
Και ήρθε μια μέρα στο τέλος του καλοκαιριού που οι γονείς του είπαν πως είναι καιρός ν’ αρχίσει να μαθαίνει γράμματα, καθότι «Άνθρωπος αγράμματος ξύλο απελέκητο».
Φθινόπωρο, ο τόπος χλοϊσμένος, ήσυχος, οι χωρικοί  ετοιμάζονταν για το όργωμα, τη σπορά και τα ξεχερσώματα, τα κοπάδια βοσκούσαν στις πλαγιές.
Με το γλυκοχάραμα της αυγής, στο πρώτο λάλημα του πετεινού ξεκινούσε για το σχολειό.  Έπαιρνε το δρόμο για το χωριό την έδρα του οικισμού πίσω από την άλλη μεριά του αντικρινού λόφου. Ανηφορίζοντας το δυτικό λόφο του οικισμού προσπερνούσε ένα μικρό δασύλλιο από χαρουπιές με πλούσιες φυλλωσιές, που τις λίκνιζε ο άνεμος. Ένοιωθε μια δροσιά στην ψυχή του σαν ανάλαφρη πνοή, μεθυσμένος από τους χυμούς της φύσης.Το χώμα είναι παντού νοτισμένο. Ο ήλιος τραβά το πρωί απ’ τη χλόη την υγρασία που τη βλέπεις ν’ ανεβαίνει σχηματίζοντας διαφανές κουρτίνες κάτω απ’ τις φυλλωσιές.
Φτάνοντας στην κορφή παρατηρούσε πως όλη η έκταση γύρω από την άλλη μεριά ήταν το Μεγάλο Ρέμα, η κοιλάδα που χωρίζει τον λόφο του οικισμού από το χωριό. Εκεί βρίσκονται σκόρπια μικρά καλλιεργήσιμα λιβάδια, πολλά δέντρα από ελιές, συκιές, αμυγδαλιές, και παράμερα, ξεχασμένο κομμάτι του Παραδείσου, δένδρα πυκνά το ένα πλάι στο άλλο, ένα δάσος από ορεινά κυπαρίσσια που βρέθηκε δω ανάμεσα στα βουνά. Οι πλευρές της κοιλάδας ορθάνοιχτες, να βλέπουν στο μακρινό ορίζοντα μια υποψία θάλασσας. Μια και μπεις σ’ αυτή τη φωλιά, σαν πουλί σπαρταράει η ψυχή σου, σε μεθάει το θυμάρι οι κουμαριές, κι η λυγαριά. Άφησε που σε κουφαίνουν τα κοπάδια τριγύρω με τα κουδούνια τους, σου δίνουν καινούργια ζωή, που σε κάνει κι ανασαίνεις πιο εύκολα.
Πολλές φορές οι νοτιάδες έφερναν σύγνεφα το ’να πίσω από τ’ άλλο στη κοιλάδα, μα όταν που ξαστέρωνε λιγάκι ο ουρανός, ήταν ο ήλιος όσο δεν παίρνει χρυσαφής, κάτι σα μέλι φωτεινό ξεχυνόταν στο Μεγάλο Ρέμα.
Στο Μεγάλο Ρέμα ήταν και μια απαλή πλαγιά μέχρι το βάθος της κοιλάδας, υπήρχε κει κοντά σ’ ένα γούπατο επικλινές μι’ άπλα, μια στενή λωρίδα γης, που κατέληγε σε μια ρεματιά, ένα φυσικό κανάλι για να φεύγουν τα βροχόνερα και τα λιγοστά νερά από τις γύρω πήγες που αναβλύζουν τη άνοιξη.
Η γη στην κοιλάδα και στις λοφοπλαγιές ήταν μοιρασμένη σε μικρά χωράφια και καλλιεργήσιμη, και ολόγυρα της στα ψηλώματα φαγωμένα βουνά, στο σύνολο της δημιουργούσε το αίσθημα της γύμνιας. Από αυτό το μέρος περνούσε ένα στριφτό μονοπάτι που ανηφορίζει μέχρι την κορυφή του φαραγγιού, είναι στενό, κακοτράχαλο και γεμάτο νεροφαγώματα.
To μονοπάτι που οδηγούσε στο χωριό τα Κουλέντια.
Ήταν ένα απομεσήμερο στα τέλη της άνοιξης που βρισκόταν σ’ ένα γυμνό πλάτωμα της ρεματιάς, στο γυρισμό από το καθημερινό σχολειό του.
Μια ώρα δρόμο με τα πόδια.
Φυσούσε απαλό βοριαδάκι στο πρόσωπο του, ένα υπέροχο ουράνιο τόξο είχε στηθεί πάνω από τη ρεματιά, κυματιστή βροχή έπεφτε απαλά γύρω του.
Ένα θέαμα μαγευτικό.
Στο φαράγγι υπήρχε άφθονο νερό από τις τελευταίες βροχές του Απρίλη.
Η δυνατή μυρωδιά από τις ιτιές της ρεματιάς και της υγρής κοπριάς γέμιζαν τα ρουθούνια του. Το μουρμουρητό των μικρών χείμαρρων έφτανε στα αυτιά του. Τα σύννεφα ψηλά στη δύση έμοιαζαν μπαμπακένιες τούφες σκορπισμένες στον ουρανό.
Στάθηκε μια στιγμή να αφουγκραστεί.
Όχι αυτό δεν είναι μουρμουρητό χειμάρρου. Για μια στιγμή στάθηκε ακίνητος αγναντεύοντας το δρόμο με προσοχή. Όλη του η ψυχή είχε πάει στα μάτια. Ανοιγμένα, ακίνητα δεν έκαναν δεξιά ούτε αριστερά. Καρφώνονταν με δύναμη στο μεγάλο νερόλακκο στην άκρη του μονοπατιού εκεί που το διέσχιζε ο μικρός χείμαρρος και ζήταγαν απαντήσεις. Το θέαμα του ‘φερε ανατριχίλα. Ο Μπάρμπα Παναγιώτης ο γείτονας τους ένας εβδομηντάρης ψηλός, λεβεντόκορμος και καλοσυνάτος γέροντας, κείτεται μέσα στη μεγάλη γούρνα που είχε σχηματίσει ο χείμαρρος, ανακυλιέται ξαπλωμένος στα νερά μ’ ορθάνοικτα χέρια και πόδια.
Βογγάει βαριά. Λιποθυμισμένος ημιθανής.
Προσπάθησε να του μιλήσει του γέροντα, αλλά μάταια μόνο μικρά μουγκρητά ήταν η απάντηση που έφτανε στ’ αφτιά του.
Ξυπολήθηκε και βούτηξε στα ρηχά νερά της γούρνας, προσπάθησε να τραβήξει το κορμί έξω από το χείμαρρο χωρίς αποτελεσματικότητα, δεν τα κατάφερε, έσκυψε το κεφάλι του, δεν άντεχε άλλο κουράστηκε, είχε εξαντληθεί. Το τεράστιο σώμα του γέροντα είχε γίνει δυο φορές βαρύτερο με τα βρεγμένα και λασπωμένα ρούχα του, μάταιος κόπος να τον ανασύρει να μην πνιγεί.
Έμεινε να κοιτάζει ανήμπορος.
Ήταν πρώτη του φορά που άκουγε άνθρωπο να βογκίζει έτσι.
Ένοιωθε τους σπασμούς του κι άκουγε τη βαριά ανάσα του. Ήξερε πως αν δεν τον ανασύρει ήταν χαμένος. Σωριάστηκε στην άκρη, ένοιωθε ασφυξία από την προσπάθεια.
Δεν μπόραγε πια, δεν άντεχε..
Και βρισκόταν μόνος, η σαγήνη του τοπίου γύρω ήταν μόνο μια ψευδαίσθηση, τίποτα δεν συγκρινόταν με την αγωνία και τη μοναξιά της στιγμής αυτής, η θλίψη του ήταν αβάσταχτη.
Ένοιωθε στο λαιμό του την αγωνία του πάθους για την ζωή που χαροπαλεύει εκεί μπρος του, αρνιόταν να την αποχαιρετήσει.
Ανακάθισε ξαφνικά με τους αδύνατους μύες συσπασμένους. Στριφογύρισε και αφουγκράστηκε προσεκτικά. Μια αναλαμπή ένας σχεδόν αδιόρατος ήχος τον διαπέρασε, ερχόταν από το βόρειο μέρος της πλατωσιάς, μέσα απ’ το σύδεντρο, άκουσε θόρυβο.
Ήταν ο Κύριος Λουκάς νοικοκύρης τρανός από το χωριό έκοβε ξύλα για το τζάκι του.
Αναγάλλιασε. Τι τύχη κι αυτή.
Το λιγνό κορμί του τρανταζόταν από του λυγμούς. Έτρεξε προς την άκρη του κτήματος με ανοικτά τα χέρια σα να ‘τρεχε να αγκαλιάσει κάποιον. Τα χείλη του σάλευαν, χαμηλόφωνα. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Όμως τότε μια εξωτερική δύναμη τον κυρίεψε, σήκωσε το κεφάλι και μίλησε δυνατά, η φωνή του ήταν πνιχτή και στεγνή σα βήχας.
«Τρέξε βοήθεια ο μπάρμπα Παναγιώτης πνίγηκε».
Ένοιωθε ένα αίσθημα φυσικής αγωνίας, ανάμικτα πόνο και ευχαρίστηση τόσο έντονα που μπόρεσε βρει τόσο ανέλπιστα βοήθεια. Δεν ξεχώριζε καλά ολόγυρα του, ήταν σα να 'βλεπε γύρω του τα βράχια, τη ρεματιά τα δένδρα μέσα από τα τοιχώματα μιας ομίχλης.
Μόλις καταλάγιασαν, ο ήλιος κόντευε να δύσει. Το ηλιόφως ανάλαφρο πορτοκαλί πέρα στα μακρινά βουνά του βορρά είχε σκοτεινιάσει. Μ’ όλη την ομορφιά του, το τοπίο ήταν θλιμμένο μοναχικό, του έφερνε την αίσθηση ενός ανεμόδαρτου ερήμου κόσμου.
 Ο μπάρμπα Παναγιώτης, εκτός του ότι ήταν παλικάρι στις χειρονακτικές εργασίες, ήταν και γερό ποτήρι. Ποτέ δεν έλεγε όχι στο κρασάκι του Θεού και τιμούσε πάντα με την παρουσία του τους φίλους που τον προσκαλούσαν.
Την επομένη μάθανε ότι συμμετείχε σε κρασοκατάνυξη στο χωριό και επίστρεφε στον οικισμό καβάλα στο γαϊδούρι του. Εκεί στο πέρασμα του χειμάρρου το συμπαθές αλλά αφιλότιμο το ζώο ξεφορτώθηκε το βάρος που κουβαλούσε.
Αν κανείς δεν τον ετύχαινε, να τον απελευθερώσει τότε ήταν καταδικασμένος, εκεί στην άκρη της γούρνας στη ρεματιά. Τα βροχόνερα που κατέβαιναν από τη πλαγιά, συνέχιζαν να ανεβάζουν τη στάθμη, γίνονταν χείμαρρος ορμητικός, θα τον παρέσερναν μαζί τους.
Θυμάται τα λόγια του γέροντα καθώς τον κοίταζε, χαρούμενος, ζωηρός μέρες αργότερα. Ο γέροντας ξεχειλίζοντας χαρά, απ’ τη μεγάλη του τύχη, που έσμιξαν οι δρόμοι τους και είχε αίσιο τέλος το θλιβερό του ατύχημα, τον κτύπησε στοργικά στην πλάτη. Τα μάτια του άστραφταν γαλήνια. Η φωνή του ήταν τρυφερή. Χωρίς ν’ αστειεύεται, ακουγόταν ευγενική και στενοχωρημένη.
«Η μοίρα όλων μας είναι εδώ και ξέρουμε πως είμαστε δέσμιοι της δύναμης της. Κάνεις δεν ξέρει το γιατί. Είχα όμως μεγάλη τύχη, που εσύ βρέθηκες και στάθηκες κοντά μου, στην καμπή της μοίρας μου». Μίλησε κάμποσο ακόμη για τα χθεσινά, και για το πώς οι μοίρες τους ήταν αλληλένδετες, και ότι ήταν ο ευεργέτης του.
Ένα κύμα ευτυχίας τον αγκάλιασε, έσκυψε το κεφάλι χαμογέλασε ντροπαλά, με ταπεινότητα. Ήταν η πρώτη του φορά που άκουγε τον Μπάρμπα Παναγιώτη να μιλάει έτσι. Τα λόγια του τα εξέλαβε για ευχαριστίες. Η ζεστασιά που ένοιωσε θα μείνει για πάντα ζωντανή σ’ όλη του τη ζωή.
Στη μέσα στην ανηφόρα της δυτικής πλαγιάς του ρέματος που οδηγούσε στο χωριό, σ’ ένα σταυροδρόμι, νερό γάργαρο καθάριο ανάβλυζε στη βάση ενός βράχου, νεροκολοκύθες κομμένες στα δυο υπήρχαν στο πλάτωμα της μικρής πηγής για τους κουρασμένους στρατοκόπους και τους διαβάτες που βάδιζαν τα ανηφορικά μονοπάτια.
Σταματούσαν εκεί για λίγο στο διάβα τους κάθονταν αναπαυτικά στο πεζούλι κάτω από τον ίσκιο της αχλαδιάς έπιναν το γάργαρο νερό να ξαποστάσουν και να μαζέψουν δύναμη που χρειάζονταν να συνεχίσουν το ταξίδι. Ταυτόχρονα στον δροσερό ίσκιο καθισμένοι, χαϊδεύοντας μαλακά το υγρό χώμα της αγαπημένης γης, μπορούν να κολυμπήσουν μέσα τους και να ξεκινήσουν τον εσωτερικό τους διάλογο. Ν’ απλώσουν τα φτερά της αντίληψης και να πετάξουν στην απεραντοσύνη, στην αντανάκλαση του απερίγραπτου κενού που περιέχει τα πάντα.
Η μοναξιά που δημιουργεί το γυμνό τοπίο, ελευθερώνει το πνεύμα, μιλεί στις αισθήσεις των ανθρώπων, δείχνει το μονοπάτι της συνάντησης με μια ψιχάλα από κόκκους της γνώσης. Είναι οι στιγμές που η γαλήνη πλημμυρίζει τις κουρασμένες ψυχές, σαν το νερό που πέφτει πάνω στη χέρσα γη και την κάνει να βλαστήσει.  Μια αρχέγονη σχεδόν μεταφυσική αίσθηση τον ωθεί να ζωντανέψει με την φαντασία του, τους ανθρώπους που ζούσαν, πολεμούσαν, για την επιβίωση τους σ’ αυτό το τόπο. Σ' αυτή την σκληρή γη κάθε πέτρα κι ένας σιωπηλός μάρτυρας του ιδρώτα τους.
Συγκεντρώνοντας νηφάλια τις αναμνήσεις παρασύρεται στα περασμένα γεγονότα που σήμαινε ότι κατόρθωνε να δει και να αισθανθεί μέσα από τις αισθήσεις του την περιγραφή του κόσμου της εποχής εκείνης. Το τοπίο φαντάζει ανεμοδαρμένο, γυμνό,ιδίως το καλοκαίρι, η φύση μοιάζει να έχει παραμείνει αναλλοίωτη στον πέρασμα των χρόνων. Οι εικόνες είναι τόσο φευγαλέες που του διαφεύγουν οι λεπτομέρειες, στη περιγραφή μιας εποχής όπου η φυσική επικοινωνία στις κοινότητες ήταν κάτι ολότελα φυσικό να είναι δύσκολη. Ίχνος, σημάδι, δεν υπήρχε από κάποια μηχανή της σημερινής μας εποχής στα μέρη εκείνα
Ήταν οι εποχές που κάτω απ’ την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού άρχιζε η κοπιαστική διαδικασία του θερισμού με το δρεπάνι στο ένα χέρι, με την παλαμαριά στο άλλο.
Στα ψηλώματα στους λιβαδότοπους συναντούσες πέτρινα κυκλικά αλώνια, σε τοποθεσίες επιλεγμένες, σε μέρη ανοιχτά που τα έπιαναν οι καλοκαιρινοί νοτιάδες.
Οι «ντραλίκοι», μεγάλες πέτρες όρθιες τοποθετημένες κυκλικά στ’ αλώνι να οριοθετούν το χώρο και να μην διασκορπίζονται τα στάχια.
Στη ντάλα του καλοκαιριού, καλότυχοι θεωρούνταν όσοι κοντά στο αλώνι τους είχαν κάποιο μεγάλο δέντρο στον ίσκιο του να ξαποσταίνουν

Στριφογυρίζει τ’ άλογο στο στρίγερο τριγύρα,
τ’ αστάχυα καλοπάτητα ξεγδύνουν τα κεφάλια
και δείχνουν, του γεωργού χαρά, τη σιταροπλημμύρα.


(Η καλλιέργεια του σταριού και του κριθαριού ξεκινούσε το Δεκέμβριο και αποτελούσε  για το χωριό τον ουσιαστικό κύκλο ζωής του. Ο κύκλος αυτός συνεχιζόταν με τη συγκομιδή, και την άλεση.)
Σήμερα τ' αλώνια είναι κορνίζα μιας άλλης εποχής.
Μον’ στις ρούγες του χωριού περιπαιχτικά την παροιμία πλάθουν.
«Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ' άχερα στ' αλώνι, γιατί τα παίρνει ο άνεμος και δεν τα συμμαζώνει».
Ήταν και εποχές που το λιοπύρι ήταν ανυπόφορο, καμίνι ολόφλογο, έπεφτε και τρυπούσε τη σάρκα σαν βροχή από βελόνες. Άνεμος δε φυσούσε, τα φύλλα των δέντρων δε σαλεύανε, τα λίγα νερά της μικρής λιμνούλας ακίνητα λαμποκοπούσανε, σαν από μέταλλο ή από λάδι, και στους γύρο λόφους τ' αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα, τα σφεντάμια και οι φτέρες άτρεμα φαίνονταν πεθαμένα, τα πουλιά χωνόντανε βαθύτερα, λούφαζαν μέσα στα κλαριά, η γη είχε καταξεραθεί. Μόνο το φλύαρο τραγούδι του τζίτζικα, φωνή της λαύρας χυνότανε ολούθε. Μα η ζωή ακολουθούσε υπομονητικά το δρόμο της, και στο χωριό έβγαιναν για λιτανεία κάτω από τον θερμό ήλιο που ακτινοβολούσε θαμπωτικά.

Σφύριζαν μαζί το καράβι και οι λέμβοι στους ταξιδεμένους. Σφύριζαν το φευγιό.
Για όσους ήτανε να φεύγουνε. Να πάνε μακριά σε άλλους τόπους. Σε τόπους που τους περιμένανε. Τα μαντίλια ανέμιζαν απάνω στο μουράγιο.
Ο ήλιος τραβά δυτικά πίσω απ’ τα ψηλώματα τις τελευταίες του αχτίνες, κι οι ίσκιοι πέφτουν βιαστικοί στα κύματα της λακωνικής ακτής.
Ανατολικά βρίσκεται το Μυρτώο Πέλαγος, το πλοίο σηκώνει άγκυρα χαράζει πορεία στον ανοικτό ορίζοντα.
Η Παλιά Μονεμβασιά, νότια του μεγάλου βράχου, μένει πίσω τους.
Ο ουρανός ήταν καθαρός, τα πρώτα άστρα φανήκαν στο στερέωμα.
Το σούρουπο έδωσε τη σκυτάλη στην νύχτα που μοσχοβολά την υγρή οσμή της θάλασσας και το φεγγάρι ένας χρυσαφένιος δίσκος, αναδύεται πέρα στον μακρινό ορίζοντα έτοιμο κι’ αυτό να αρχίσει το ταξίδι του στον ουρανό, φτάνοντας πέρα, στους μακρινούς ωκεανούς, στις μακρινές θάλασσες, κι αυτός συλλογιέται ακουμπισμένος στην κουπαστή την αναχώρηση, φέρνει στα μάτια του τη γη που γεννήθηκε ν’ απομακρύνεται μέσα στ' απόνερα από αφήνει πίσω της η προπέλα του «Ποσταλιού».

Το μακρινό ταξίδι μόλις είχε ξεκινήσει.
Ήταν το πρώτο του βήμα.

Υ.Γ.

Κάθε τι που κάνουμε κάθε τι που είμαστε στηρίζεται στην προσωπική μας δύναμη και θέληση. Αν έχουμε αρκετή τότε και η πιο απλή μας ενεργεία μπορεί να ‘ναι αρκετή ν’ αλλάξει το δρόμο της ζωής μας, να ξεπεράσει και να διευρύνει τα σύνορα μας. Μον’ η επιτυχία να μη γίνει έμμονη ιδέα. Αν κάποιος θέλει να επιτύχει κάτι, η επιτυχία πρέπει να ‘ρθει ομαλά, με μεγάλη προσπάθεια, αλλά χωρίς καταπόνηση η βασανιστικές ιδέες.
«Όποιος την τύχη του ορίζει,
Βαστάει τα ηνία όλα μαζί.»



Σημείωση:

**Ελληνικό, έως το 1955 ονομαζόταν Κουλέντια, οικισμός (υψόμετρο 500 μέτρα. ) του νομού Λακωνίας.
Διοικητικά ανήκει στον Δήμο Μονεμβασίας και έχει 177 κατοίκους (2001).
Τέως δήμος Ελληνικού 315 κάτοικοι.
Το Ελληνικό [ 177 ]
Η Παναγίτσα (Βουβουτσέλια) [ 15 ]
Τα Φούτια [ 123 ]


Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

Ορχιδέα που ανθίζει στη σέρα

Καλοφτιαγμένος, ψηλός με φαρδιούς ώμους, το σώμα του ήταν δεμένο, είχε εκείνα τα κλασσικά όμορφα μεσογειακά χαρακτηριστικά. Πυκνά καστανά μαλλιά, με μια χωρίστρα που έκανε στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού, καλογραμμένο μεγάλο στόμα, σκούρα μελιά μάτια, λακκάκια.
Ήταν ένας όμορφος νεαρός άνδρας, ολίγο εσωστρεφής είχε περιορισμένους φίλους.
Γεννημένος πριν από 22 χρόνια στις παρυφές του Λακωνικού Πάρνωνα, με το τέλος της στρατιωτικής θητείας στα μέσα της δεκαετίας του 70-80, αναζητούσε τη θέση του στον κοινωνικό ιστό .
Αφού δοκίμασε σε διάφορες , πρόσκαιρες εργασίες στη στεριά, διαπίστωσε με οδύνη ότι δεν ήξερε να πουλάει τον εαυτό µου, ντρεπόταν να τους αφήνει να τον χρησιμοποιούν ως γρανάζι μιας απρόσωπης μηχανής. Οι προγονοί του στην αγκαλιά του Πάρνωνα και του Ταϋγέτου εκεί στην κοιλάδα του Ευρώτα θεωρούσαν την ανδρεία αρετή ισότιμη του έρωτα και της αυτοθυσίας, ήθελε να πιστεύει μια σταγόνα από το DNA τους κυκλοφορούσε και στο δικό του στο αίμα.
Σύντομα βρέθηκε στην Ακτή Μιαούλη με το ναυτικό φυλλάδιο ανά χείρας, είχε τα τυπικά προσόντα προς αναζήτηση εργασίας την εποχή που τα πληρώματα ήταν περιζήτητα στην ελληνική εμπορική ναυτιλία.
Πολύ σύντομα κρατούσε εισιτήρια στο χέρι με προορισμό τον Περσικό κόλπο.
Δόκιμος μηχανικός σ’ ένα ατμοκίνητο γκαζάδικο 20ετιας.
Και καθώς τώρα άρχιζε μια καινούργια καριέρα στη θάλασσα, όλα έδειχναν πως η συνέχεια των σπουδών του που τόσο πολύ επιθυμούσε, ήταν πλέον ένα όνειρο παραγκωνισμένο στο χώρο της φαντασίας.
Ίσως κάποια μέρα.
Ίσως.
Άφηνε πίσω του αρκετά επώδυνα είναι η αλήθεια μια σχετικά αδύνατη σχέση. Υστέρα από μια μεγάλη, γεμάτη ένταση και άφθονα δάκρυα συζήτηση αποφάσισε ότι όλα είχαν τελειώσει. Έτσι κι’ αλλιώς πότιζαν ένα μαραμένο λουλούδι εδώ και πολύ καιρό, του ήταν αδύνατον να αγνοήσει την πραγματικότητα.
Δεν θυμόταν από ποτέ είχε να κλάψει, αλλά ήθελε να κλάψει τώρα.
Έχουν περάσει πάνω από τρεις μήνες που βρίσκεται στο πλοίο και στη σκληρή ζωή της θάλασσας συνθήκες άγνωστες πρωτόγνωρες για τις μέχρι χθες εμπειρίες του.
Το τελευταίο ταξίδι είναι από περσικό κόλπο στη Ευρώπη με περίπλου της Αφρικής.
Ενδιάμεσα σταματήσανε για ανεφοδιασμό καυσίμων στα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου.
Κάποιο πρόβλημα στο πλοίου ανεφοδιασμού τους καθυστέρησε στο αγκυροβόλιο του νησιού περισσότερο από δυο ημέρες.
«Τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου, στον Ατλαντικό Ωκεανό, βρίσκονται δυτικά του πιο δυτικού σημείου της Αφρικής, Το αρχιπέλαγος αποτελείται από δέκα νησιά και πέντε νησάκια, τα οποία διαιρούνται σε προσήνεμες και υπήνεμες ομάδες.
Τα νησιά είναι ηφαιστειακά στην προέλευση, και όλα εκτός από τρία είναι ορεινά. Το κλίμα είναι τροπικό και ξηρό, παρουσιάζοντας λίγη παραλλαγή καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Οι άνεμοι είναι συχνοί, φέρνοντας περιστασιακά σύννεφα άμμου από την έρημο Σαχάρα της Αφρική στην ανατολή. Η βροχόπτωση είναι πολύ μικρή και ανώμαλη. Η βλάστηση είναι αραιή και αποτελείται από τους διάφορους θάμνους, την αλόη, και άλλα ενάντια στη ξηρασία είδη.
Οι παρατεταμένες ξηρασίες είναι ένα αυξανόμενο πρόβλημα για το μικρό αρχιπέλαγος, το οποίο δεν έχει καμία ανανεώσιμη πηγή γλυκού νερού.
Το Πράσινο Ακρωτήριο είναι συμβαλλόμενο μέρος στις διεθνείς συμφωνίες σχετικά με τη βιοποικιλότητα, την αλλαγή κλίματος, την ερήμωση, την περιβαλλοντική τροποποίηση, το νόμο προστασίας θαλασσίου περιβάλλοντος.»
Απογευματινές ώρες βρέθηκε μοναχικός να περιπλανάται τους ήσυχους χωματόδρομους στο νησί, χωρίς πρόγραμμα η σχέδιο στο μυαλό του, είχε αρκετό καιρό να περπατήσει στη στεριά, σήμερα ήταν ελεύθερος όλο το εικοσιτετράωρο.
Στην πραγματικότητα δεν ήταν βέβαιος τι ακριβώς επιθυμούσε, αισθανόταν απλώς να διολισθαίνει σε κάτι για το οποίο δεν ήταν καθόλου σίγουρος τι είναι.
Χαμένος στις σκέψεις , συνέχισε την περιπλάνηση, αναπνέοντας το ζεστό ανοιξιάτικο αέρα και μυρίζοντας ασφοδέλους που ξεπηδούσαν στο έδαφος.
Σκούροι ηφαιστιογενείς βράχοι δίνουν την θέση τους σε περιορισμένα πράσινα τοπία, θαλασσινές εικόνες διαδέχονται τους φτωχούς γραφικούς οικισμούς.
Υπήρχε ένα πανδοχείο που εξυπηρετούσε τους επισκέπτες του νησιού ως επί το πλείστον, και κυρίως τα πληρώματα των πλοίων που σταματούσαν στο αγκυροβόλιο για ανεφοδιασμούς καύσιμων και για φρέσκα τρόφιμα.
Εκεί στον εξωτερικό χώρο είδε το νεαρό κορίτσι, σαν μια ομίχλη που σχηματίστηκε από την ομορφιά της να έχει μπει μπροστά στα μάτια του. Μια λυγερή σιλουέτα, λεπτή και χυμώδης, με ατέλειωτα πόδια, που έδειχναν ακόμη πιο μακριά κάτω από το κοντό λινό αμάνικο φόρεμα που φορούσε και τελείωναν σε ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια, και εάν δεν τα εμπόδιζε το έδαφος θα συνέχιζαν χωρίς τελειωμό παρατήρησε. Μια κρεολή με κορμί κορινθιακού αμφορέα, μύτη μικρή ανασηκωμένη, μάτια αθώα γκριζοπράσινα, πρόσωπο πρωτόγονα αισθησιακό. Όμορφη, ελκυστική, συναρπαστική ακτινοβολούσε το εφηβικό πρόσωπο της.
Είναι αυτό το θεϊκό αποτέλεσμα που φέρνουν οι διασταυρώσεις της Ευρώπης με την Αφρική, στις πολιτισμικές κοινωνίες.
Σκέφτηκε ότι πρέπει να ήταν λίγο μικρότερη του, δεν πρέπει να είχε κλείσει τη δεύτερη δεκαετία της ζωής της.
Στεκόταν εκεί σαν ανθισμένη ορχιδέα στη σέρα, και τον κοιτούσε κατά πρόσωπο με ένα ανυπόμονο και επίμονο βλέμμα, ανησυχητικό. Μια ζώνη που έσφιγγε την λεπτή μέση της αγκάλιαζε τα ονειρεμένα στήθη της.
Ήταν δύσκολο για ένα ξένο να μαντέψει την καταγωγή της. Υπήρχαν σκιές στο πρόσωπο της που ήταν μερικές φόρες μεσογειακές, άλλες κάποιας βόρειας φυλής, άλλες της Αλγερινής Σαχάρας. Τον μάγεψαν τα γκριζοπράσινα σκούρα ματιά και τα σαρκώδη χείλη της, ήθελε να αγγίξει το βελούδινο δέρμα της.
Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν ξανά και μια περίεργη ζεστασιά τον πλημμύρισε.
Έμεινε ασάλευτος προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του.
Δεν υπήρχαν φράσεις που θα την περιέγραφαν τέλεια, του ξεμυάλιζε τα μάτια.
Εκείνη κατάφερε να σπάσει τη σιωπή τους πρώτη.
--Γεια σου.
Την αισθάνθηκε ότι μύριζε σαν φρεσκοκομμένο λουλούδι.
Δίστασε μια στιγμή σαν να μην ήξερε ούτε το όνομα του. Μέσα του έκανε προσπάθειες για να φανεί ευγενικός κι αποφασιστικός, αλλά δεν τα κατάφερνε. Ήταν σαν αποβλακωμένος, λες κι είχε λυγίσει από ένα αόρατο βάρος. Προσπάθησε να μιλήσει, αλλά για μερικά δευτερόλεπτα νόμισε ότι υπήρχε ένα χώρισμα ανάμεσα στο μυαλό και στη γλώσσα του.
Μια αδεξιότητα δεν τον άφηνε να συγχρονιστεί, σαν αποτέλεσμα από ένα αίσθημα τόσο ισχυρό που εμφανίζεται όταν συναντάει μια κοπέλα και δημιουργείται ένας ακαριαίος δεσμός με την πρώτη ματιά.
--Γεια σου ονειρεμένη οπτασία.
--Είσαι από το καράβι;
Το κεφάλι του τον πονούσε καθώς οι σκέψεις πολεμούσαν να βγουν, η μηχανή του χρόνου προσπαθεί να διανύσει ένα ταξίδι στο παρελθόν, να του προσφέρει διαδρομές, να δώσει απαντήσεις.
Έπινε τον παγωμένο καφέ του, και την παρατηρούσε να απολαμβάνει νωχελικά το παγωτό της, στην εξωτερική αλέα του πανδοχείου καθισμένοι κάτω από μια συστάδα δέντρα από τροπικούς μάγκους, όπου ήταν διάσπαρτα τα τραπέζια, προσπαθώντας να προσαρμόσει τις σκέψεις του στα συναισθήματα του.
Η πρώτη επαφή ήταν δύσκολη και για τους δυο τους. Κοιτάζονταν στα κλεφτά λες και θελαν να κατασκοπεύσουν ο ένας τις κινήσεις του άλλου. Κάθε λεπτό που περνούσε έμοιαζε να διώχνει την νευρικότητα στο ξεκίνημα της κουβέντας. Τα συναισθήματα τους γίνονται λέξεις.
--Έχεις εκπληκτικά όμορφα μάτια της είπε.
Χαμογέλασε αυτάρεσκα ,τέντωσε αδιάφορα το καλοφτιαγμένο κορμί της, τον κοίταξε τρυφερά, σούφρωσε παιχνιδιάρικα τη μύτη της και γεμάτη ικανοποίηση γέλασε μελωδικά.
Πόσο μαγικός ήταν αυτός ο ήχος, είχε περάσει πολύ καιρός από την τελευταία φορά που είχε να νοιώσει τέτοιο συναίσθημα. Ένοιωσε την καρδιά του να κτυπάει πιο δυνατά.
Βυθίστηκαν για λίγο στη σιωπή.
Ήταν σαν να προσπαθούσαν να παρασύρει ο ένας τον άλλο σε γνώριμα νερά. Κανείς τους δεν είχε το θάρρος να προχωρήσει πρώτος αλλά και κάνεις δεν ήθελε να αντισταθεί στο δυνατό ρεύμα.
Την έλεγαν Αντζελίνα.
Πλησίασε πολύ κοντά, του ζήτησε την παλάμη του να εξερευνήσει τα μελλούμενα. Κατάλοιπα των πορτογαλικών επιρροών στα νησιά.
Καθώς πήρε την παλάμη του στα χέρια της , ένοιωσε ένα παράξενο μούδιασμα, το μικρό θαύμα που του προκαλούσε το άγγιγμα της, οι αισθήσεις του ξύπνησαν, και πριν κατορθώσει να τις ελέγξει τα μάτια του έπεσαν επάνω της σαν τα άγρια άλογα που τα ελευθερώνουν από το μαντρί της αιχμαλωσίας τους. Είχε καταφέρει να κάνει απολύτως διάφανα τα αισθήματα του. Κάθε κίνηση της έστελνε αισθησιακές εικόνες στο μυαλό του και το μυαλό του τις μετέφερε στο κορμί του.
Του κράτησε το χέρι σφικτά.
--Ευχόμουν να με κοιτάξεις , αναρωτιόμουν και ανησυχούσα αν θα το κάνεις του είπε με ελαφρώς ψιθυριστή φωνή, και συνέχισε.
--Θέλω να φύγουμε από εδώ, δεν νοιώθω άνετα σε αυτό το περιβάλλον που βρισκόμαστε.
Έμεινε ακίνητος και αμίλητος, μόνο να την κοιτάζει, ήθελε να μοιραστεί τα συναισθήματα του μαζί της εάν τούτο ήταν δυνατόν.
Του πρότεινε να πάνε περίπατο στην παραλία , πέρα στο παλιό πορτογαλικό οχυρό.
Πήρε βαθιές ανάσες και ο θερμός αέρας γέμισε τα πνευμόνια του.
Κοίταξε στο χωματόδρομο που το έδαφος ανηφόριζε ελαφρά, εκεί στη βορειοδυτική άκρη της ακτής βρισκόταν το παλιό οχυρό και πίσω του απλώνονταν στις φτωχογειτονιές τα σπίτια από ξύλο και πέτρα με απαλούς ξεθωριασμένους χρωματικούς τόνους.
Δίστασε μόνο για λίγο .
--Είναι μακριά από εδώ;
--Όχι δεν είναι πολύ μακριά, θα πάμε με τα πόδια.
Ξεκίνησαν, ο Ήλιος έγερνε πίσω στον ορίζοντα που βάφτηκε με το ζεστό θαμπό πορτοκαλί χρώμα εκεί που η θάλασσα συναντά τον ουρανό, οι σκιές τους είχαν μακρίνει, μακριά σαν τις ελπίδες και τους φόβους για το μέλλον τους.
Χαμηλή βλάστηση περιέβαλε το παλιό οχυρό, και στην άκρη του προς την μεριά της θάλασσας ένας μικρός βάλτος προεκτεινόταν μέχρι το κύμα.
Ο άνεμος έφερνε στα αυτιά τους τα κρωξίματα από τα χελιδόνια που διέγραφαν τόξα στον αέρα κυνηγώντας την τροφή τους στο βάλτο.
Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα από πάνω της, από τη θέα της, και να στραφεί στο τοπίο, όλα τα τοπία του κόσμου ήταν στο πρόσωπο της.
Τα συναισθήματα του ήταν ένα κουβάρι και δεν ήταν εύκολο να τα ξεμπερδέψει. Την ήθελε δική του και μόνο δική του αυτό ήταν αναμφίβολο, αισθανόταν πόθο και φόβο. Φόβο για την απογοήτευση που θα γέμιζε την ψυχή τους η αναχώρηση, η εγκατάλειψη.
Ήταν στιγμές που η μεταξύ τους σιωπή παρατεινόταν, άφηναν βαθιούς αναστεναγμούς που τους ανακούφιζαν από την πίεση των συναισθημάτων.
Πέρα από μια συστάδα θάμνων ερχόταν ο απόηχος των γρύλων. Τα τζιτζίκια είχαν σωπάσει από νωρίς και η φύση ετοιμαζόταν για την νυκτερινή γαλήνη.
H νύχτα που πέφτει γρήγορα, τους βρήκε καθισμένους τον ένα δίπλα στον άλλο, η ατμόσφαιρα είναι ευχάριστα δροσερή, και ο λικνιστός ρυθμός του κύματος νανούριζε τις σκέψεις τους, έδειχναν ότι θα μείνουν έτσι για πάντα.
Η Αντζελινα σηκώθηκε.
--Έλα είπε.
Και τα μάτια της έλαμπαν με προσποιητή ανηθικότητα.
--Πάμε στο σπίτι, έχει νυχτώσει , ίσως θα μπορούσαμε να δειπνήσουμε μαζί το βράδυ.
Έγνεψε καταφατικά και κοίταξε το βάλτο δίχως να δείχνει διατεθειμένος να ξεκινήσει.
Το νερό έλαμπε στο φως του πρώτου φεγγαριού, και η ασημένια εικόνα του φαίνεται τον ενέπνευσε για ενδοσκόπηση.
Γύρισε το βλέμμα στον αστροφώτιστο νυκτερινό ουρανό αφήνοντας το βλέμμα μου να χαθεί στα αστέρια που παρουσιάζονται με τη σαφήνεια των αστραφτερών διαμαντιών, στα βορειοδυτικά φαινόταν η ουρά του Δράκοντα, με την Μικρή Άρκτο από κάτω και τον Ηρακλή από πάνω. Αν υπάρχει παράδεισος πέρα από αυτό, σίγουρα δε με ενδιαφέρει να τον γνωρίσω, σιγοψιθύρισε στον εαυτό του. Σηκώθηκε, χαμογέλασε έγειρε την αγκάλιασε από την πλάτη την έσφιξε δυνατά επάνω του και την φίλησε απαλά στα χείλη μ’ εκείνο τον τρόπο που ξυπνούσε μεμιάς τις αισθήσεις.
O χρόνος είναι σχετικός σκέφτηκε, το παρελθόν πέρασε σαν να μην υπήρξε ποτέ, το μέλλον δεν υπάρχει γιατί δεν έχει συμβεί ακόμη, το παρόν είναι το μόνο που έχουμε στα χέρια μας και οφείλουμε να το ζήσουμε.
--Πάμε της είπε.
Μια πρώην πορτογαλική αποθήκη είχε τροποποιηθεί σε άνετο και ευρύχωρο σπίτι από τον παππού της. Ο παππούς της ένα λυγερόκορμος άνδρας στη φωτογραφία, είχε έρθει στο νησί από την Ισπανία, από ένα μέρος κοντά στα γαλλικά σύνορα, ήταν Βάσκος στην καταγωγή, κανείς δε γνώριζε τους λόγους που είχε εγκαταλείψει την Ισπανία και είχε εγκατασταθεί στο νησί.
Η κυρίως κάμαρα νοικοκυρεμένη, σκουπισμένη με επιμέλεια, φτωχική είχε όλα τα απαραίτητα. Ποτέ του δεν ρώτησε και δεν έμαθε εάν έμενε μόνη της.
Βούλιαξε στα μαξιλάρια του καναπέ. Δεν είχε κοιμηθεί και πολύ τις τελευταίες σαράντα οκτώ ώρες αλλά τι να τον κάνει τον ύπνο.
Στο ψυγείο είχε φρέσκα ψάρια, η Αντζελινα τα πήρε σε ένα πιάτο, του έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της και καθώς έμπαινε στην κουζίνα κούνησε προκλητικά τους γοφούς της.
--Παλιοκόριτσο μουρμούρισε.
Εκείνη του έβγαλε περιπαιχτικά τη γλώσσα κι ύστερα εξαφανίστηκε.
Σηκώθηκε και την ακολούθησε.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ενώ μιλούσαν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας λέξεις για να επικοινωνούν, άλλα μέρη του εαυτού τους είχαν πιάσει μια πιο λεπτομερή συζήτηση
Σιγά σιγά τα ρομαντικά φιλιά και χάδια πέρασαν σ’ ένα παθιασμένο αγκάλιασμα.
Η επαφή της σάρκας της, καταλυτικός παράγοντας, τον απορύθμιζε εντελώς, δεν ήξερε που βρισκόταν, το μυαλό του έβραζε. Θα μπορούσε να φωτίσει όλο το νησί με την ενέργεια που ένοιωθε να εκτονώνεται μέσα του, σαν λάβα ενεργού ηφαιστείου που αναζητεί διέξοδο στο κεντρικό κρατήρα.
--Περίμενε του είπε απλά σε θέλω και εγώ τόσο πολύ άλλα είναι ευχάριστο να διατηρείς την αναμονή.
Το φεγγαρόφωτο που τρύπωνε από το μικρό παράθυρο έριχνε τραχιές σκιές στον χώρο.
Τα λογία ήταν περιττά μετά την φωτιά που είχε κάψει και τους δυο.
Τελικά η Αντζελίνα έσπασε την σιωπή.
--Ξέρεις πως με κοιτάζεις;
--Πως σε κοιτάζω;
--Σαν να μπορούσες να με φας.
--Μα θα μπορούσα να σε φάω, έχεις μια ατελείωτη γλυκύτητα.
--Πότε φεύγεις; τον ρώτησε.
--Τα πρωί.
Αυτό την ευχαρίστησε.
--Το πρωί αργεί να ξημερώσει σε τούτα τα μέρη. Και ανέβηκε πάλι επάνω του. Εκείνος ανταποκρίθηκε αμέσως.
--Ποτέ δεν θα με ξεχάσεις
--Όχι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω Αντζελίνα.
Μέσα στη νύκτα ο έρωτας σαν ανεμοστρόβιλος , σάρωσε κάθε άλλη σκέψη τους.
Έκλεβε λίγη ώρα ύπνου, όταν ξαφνικά αχτίδες του ανατέλλοντος Ήλιου εισχώρησαν στο δωμάτιο, έξω ακούγονταν οι πρώτες φωνές των πουλιών.
Ξύπνησε την ώρα που αυτός ντυνόταν.
Η Αντζελίνα καθόταν στην άκρη του κρεβατιού γυμνή με τα ρούχα δίπλα της διπλωμένα προσεκτικά.
Τα τρυφερά μάτια της ελαφίνας ήταν γεμάτα αθωότητα.
Έμεινε ασάλευτος προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του.
Μουρμούριζε λέξεις στα ελληνικά που εκείνη δεν καταλάβαινε.
--Το ξέρεις ότι παραμιλάς;
--Υπάρχουν άγγελοι στη γη όπως και στον ουρανό, κι’ εσύ είσαι ένας απ’ αυτούς της είπε, θα σ’ έχω πάντα στην καρδιά μου.
Δάκρυα φάνηκαν στα μάτια της
--Σιώπα μην λες ανοησίες, ψιθύρισε.
Πήγε στην άκρη του κρεβατιού, κάθισε κι ακούμπησε το χέρι στο μάγουλό της και της χάιδεψε τα μαλλιά.
«Πρέπει να φύγεις;»
Έσκυψε το κεφάλι του και την φίλησε με μια βαθιά τρυφερότητα, δοκιμάζοντας την αλμύρα από τα μάτια της.
Για μια στιγμή τα πάντα σταμάτησαν μέσα του, λες μια βαθιά γαληνή είχε χυθεί επάνω του.
«Το πλοίο είναι έτοιμο για αναχώρηση και με περιμένει».
Εκείνη δεν κουνήθηκε καθάριζε τη φωνή της για να του πει αυτά που ήθελε, ενώ τα μάτια της ήταν σαν ένα δάσος σκιές. Δάγκωσε τα χείλη της. Η σκέψη ότι θα της έφευγε τώρα, ήταν τρομερή, τα χεριά της έτρεμαν, το πρόσωπο της συννέφιασε θλιμμένα. «Μείνε εδώ μαζί μου». Του είπε με σπασμένη φωνή .
Κούνησε το κεφάλι του. « Αντζελίνα ακόμη κι’ αν έσκιζα την καρδιά μου στα δυο, δεν θ’ άλλαζε σε τίποτα η κατάσταση. Δεν μπορώ να μείνω εδώ στα νησιά του πράσινου ακρωτηρίου. Πρέπει να γυρίσω πίσω στο πλοίο μου. Ούτε και εσύ μπορείς να ‘ρθεις μαζί μου». Της είπε, και προχώρησε με αργά βήματα προς την πόρτα. Εκείνη κοιτάζοντας τον με δακρυσμένα τα γκριζοπράσινα μάτια της  έτρεξε κοντά του και τον αγκάλιασε. «Περίμενε λίγο ακόμη» του είπε. Εκείνος δίστασε μια στιγμή και μετά έσκυψε και τη φίλησε.  Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα τώρα, όπως ακριβώς την ώρα που έκαναν έρωτα χθες το βράδυ. Έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι αρκετά. «Θα σε ξαναδώ;». Τον ρώτησε. Αυτός της είπε θλιμμένα. «Δεν μπορώ να σου πω, το ελπίζω στο μέλλον. Πολλά μπορεί να συμβούν».  Κι αναχώρησε, βγήκε από το σπίτι.
Στην επιστροφή για το πλοίο μέσα από τα χαμηλά σπίτια στο χωματόδρομο, ένα βαθύ κενό, ένα κομμάτι της ψυχής του έμεινε πίσω μαζί της, σαν σκιά ονείρου, για να του την θυμίζει.
Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του τραβηγμένα, το βλέμμα του χαμηλωμένο και άδειο, σημάδι πόνου που κουβαλούσε από τις εικόνες της χθεσινής βραδιάς.
Δεν κοίταξε πίσω του καθώς απομακρυνόταν από το χωριό, ισιώνοντας το κορμί του, τράβηξε το σκονισμένο δρόμο βαδίζοντας ολόισια, χωρίς να σταματήσει.
Στην αρχή οι σκέψεις τις νύχτες σαν έπεφτε στο κρεβάτι να κοιμηθεί έρχονταν να τον τριβελίζουν μέχρι που τον έπνιγε μια μελαγχολία. Οι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη συνεχίζοντας τα ταξίδια τους, είχε συμβιβαστεί με το αναπόφευκτο, μ’ αυτό που ήταν αδύνατον να γίνει. Το πλοίο ήταν ήδη χιλιάδες λεύγες μακριά, ο χρόνος κυλούσε και οι μελαγχολικές αναμνήσεις έγιναν αέρας, καπνός , λησμονιά στον πάτο του πηγαδιού.

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Αθεράπευτα ερωτευμένος

«Άνοιξα την πόρτα να κατέβω από το ταξί, ένα κύμα ζέστης με κτύπησε λες και κατέβαινα από αεροπλάνο σε αερολιμένα της κεντρικής Αφρικής.
Μπροστά μου απλωνόταν η μεγάλη μαρίνα γεμάτη από σκάφη, πίσω μου η μικρή πλατεία κρυμμένη στο πράσινο, όαση δροσιάς στην αποπνικτική ατμόσφαιρα, μια ζεστή καλοκαιρινή ημέρα. Βρέθηκα στο νούμερο που έγραφε η κάρτα ότι ήταν τα γραφεία της εταιρείας. Έριξα μια ερευνητική ματιά στην είσοδο και διαπίστωσα τον όροφο που βρισκόταν το γραφείο που αναζητούσα.
Αφήνοντας πίσω μου τον ανελκυστήρα ένας διάδρομος οδηγούσε σε μια μεγάλη αίθουσα που ακτινοβολούσε από το φως, άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί ολόγυρα. Μια σειρά από γραφεία με γυναίκες και άνδρες που πληκτρολογούσαν καθισμένοι πίσω από οθόνες υπολογιστών η απαντούσαν στα τηλέφωνα.
Την είδα όρθια μπροστά στο μεγάλο φωτοτυπικό μηχάνημα να περιμένει τις σελίδες της αντιγραφής. Φορούσε απαλό διακριτικό γκρίζο χρώμα ναυτικό παντελόνι όπως το χρώμα της πλυμένης καθαρής στάχτης, εφαρμοστό στους γλουτούς, φάρδαινε πάνω από τα γόνατα και τέλειωνε κουμπώνοντας σφικτά στην αρχή των μοιρών της κάτω από το γόνατο, αφήνοντας στην θέα τις υπέροχα λαξευμένες αθλητικές της γάμπες, το σύνολο το έκλεινε ένα πόλο βαμβακερό μπλουζάκι σε μπλε ελέκτρικ του ουρανού χρώμα, με ανασηκωμένο τον γιακά, που της αγκάλιαζε γάντι το ελκυστικό της σώμα και ένα ζευγάρι μπεζ εξώφτερνες γόβες απ’ αυτές που φορούν οι βραζιλιάνες χορεύτριες της σάμπα. Ευθυτενής, καθώς τέντωνε το κορμί της να φτάσει τις σελίδες μια λυγερή ευκινησία γεμάτη αέρινη χάρη χαρακτήριζε τις κινήσεις της, πραγματικά είχε ένα υπέροχο παράστημα, ήταν απλώς ακαταμάχητη, και απίστευτα σέξι. Λεπτή, ψηλή ένα εβδομήντα πέντε, με ένα ζευγάρι μαύρα μάτια να λάμπουν και αέρινα πλούσια καστανά μαλλιά, σαν της διαφήμισης του πρωτοποριακού μαλακτικού στα βραδινά σήριαλ της τηλεόρασης. Σηκώνοντας το δεξί της χέρι να ταχτοποιήσει της σελίδες παρατήρησα ότι φορούσε βέρα, ξαφνικά αναρωτήθηκα πως θα ήταν ο άνδρας της, ένα τσίμπημα ζήλειας με γέμισε σε κάθε ίνα του κορμιού, το συναίσθημα ήταν μοναδικό.
Την παρακολούθησα να περπατά προς το γραφείο της. Βυθιζόμουν σ’ ένα κόσμο όπου ένοιωσα να με πλημυρίζει πάλι εκείνο το αίσθημα που οι σκέψεις βγαίνουν από την κάρδια σου και όχι από το κεφάλι σου, μόνο που το ένοιωθα δυο φόρες χειρότερα σήμερα.
Ρώτησα να μάθω ποιος είναι ο υπεύθυνος πληρωμάτων.
Μου έδειξαν τα γραφείο της.
Ζαλισμένος στιγμιαία αποπροσανατολισμένος έμεινα ασάλευτος τουλάχιστον για ένα λεπτό, την κοίταξα λες και την έβλεπα μόλις τώρα για πρώτη φορά.
Με κοίταξε και μου χάρισε μια λάμψη από το μεγάλο χαμόγελο της, ένοιωσα έντονα το βλέμμα της, ένα πλούσιο χρώμα χαρακτήριζε την φωνή της.
Το χέρι της ήταν σταθερό και κράτησε το δικό μου, μου φάνηκε ότι μου το κρατούσε έναν αιώνα. Ιδιαίτερα ευχάριστη κυρία, σεμνή, προσιτή και διαλλακτική επαγγελματίας, που είχε όλα τα χαρακτηριστικά της λεπτότητας και της πνευματικής καλλιέργειας.»-------
Όταν τελείωσε την αφήγηση κάθισε για λίγη ώρα χαμένος στις σκέψεις του. Τελικά μ’ ένα τίναγμα, βγήκε από την ονειροπόληση του.
-Διηγείσαι ένα παραμύθι με νόημα του είπα, αφύπνισε μέσα σου η κρυμμένη διάθεση για περιπέτεια στο άγνωστο που κρύβεται στα σκοτεινά βάθη της ψυχής σου.
--Μάστορα δεν θα καταλάβεις ποτέ σου αυτό το συναίσθημα το έχουμε ξανασυζητήσει, η δική σου καρδιά είναι κτισμένη ολόγυρα με τους σκληρούς και άκαμπτους νορβηγικούς γρανίτες μου αντιγύρισε.
--Ίσως φαίνομαι κάποιες φορές παράξενος, αλλά απλά είμαι ντροπαλός και πολλοί δεν το καταλαβαίνουν. Δυσκολεύομαι γενικά να ανοιχτώ απάντησα.
Το βλέμμα του ταξιδέψε αργά γύρω του, δεν μίλησε.
--Καταλαβαίνω, μ’ ευκολία η έξαψη φωλιάζει σαν φίδι χαμηλά κάτω στην κοιλιά σου συνέχισα για να τον πειράξω.
Χαμογέλασε πλατιά, καλόκαρδα.
--Μάστορα κάπου διάβασα , «-- η φαντασία έχει τρεις πιστούς, τους εραστές, τους ποιητές και τους τρελούς.--»
Αυτός ήταν ο γραμματικός του πλοίου μας, μου διηγιόταν τον ερωτικό καημό του με ποιητική αδεία. Ένας όμορφος νεαρός άνδρας που έσφυζε από ζωντάνια και ενεργητικότητα, εξαιρετικά αρρενωπός, ξανθός με αετίσιο βλέμμα.
Βρισκόμασταν αραγμένοι στη πρύμνη ενός φορτηγού πλοίου γενικών φορτίων με προορισμό τον λιμένα Πουέρτο Ορντάνς στον ποταμό Ορινόκο, στην εσωτερική Βενεζουέλα, ρεμβάζοντας τη φύση και φιλοσοφώντας της ερωτικές του ιστορίες.
Στο Αυγουστιάτικο σούρουπο το πλοίο μας τραβά ήσυχα από ένα ευρύ κανάλι, μίλια μακριά από όπου τα ύδατα του τερατώδους ποταμού εκκενώνονται στον Ατλαντικό ωκεανό. Διάστικτα ασημένια και ρόδινα του γλυκού νερού δελφίνια ξεφυσούν και κυλούν στην επιφάνεια, συντροφιά στην απέραντη μοναξιά μας.
Στη γαλήνια και διαυγή ατμόσφαιρα το τοπίο είχε μια άγρια ομορφιά, μερικά σύννεφα έκαναν την εμφάνιση τους μακριά στα δυτικά.
Το βλέμμα αγκάλιαζε τη πλούσια σκούρα πράσινη βλάστηση που καλύπτει σαν ομοιόμορφος μανδύας τους μικρούς λόφους τους οποίους χωρίζουν βαθιές κοιλάδες. Υπάρχουν μονοπάτια αδιάβατα για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου ανάμεσα στους λόφους και πέρα στη πυκνή ζούγκλα που εκτείνεται σε μια έκταση απέραντη για χιλιάδες χιλιόμετρα, τυλιγμένη στη πάχνη της ζέστης.
Όταν η εποχή των βροχών φθάνει από το Μάιο μέχρι το Νοέμβριο, ο ποταμός αυξάνεται κατακλύζοντας μεγάλες περιοχές καλλιεργήσιμων εδαφών και βοσκοτόπια. Ένας ποταμός των αντιθέσεων, μια υδάτινη οδός που βρίσκεται για αιώνες στο χείλος της πολιτισμικής αλλαγής από της πηγές του όπου οι άγριοι άνθρωποι ζουν, ως της εκβολές του.
Τον θυμάμαι που τον πρωτογνώρισα, να δηλώνει ερωτοχτυπημένος με μια όμορφη ισπανικής καταγωγής γιατρό από το Καράκας την πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, έρωτας αγιάτρευτος μου εκμυστηρευόταν, τον είχε επισκεφτεί σε τρία τέσσερα λιμάνια τη καραϊβικής θάλασσας, οπού ερχόταν στο πλοίο μας με το αεροπλάνο της γραμμής να τον συναντήσει.
Του θύμιζα κάποιες ιστορίες που κυκλοφορούσαν στα κύματα.
--Μάστορα μην τις ακούς με διαβάλουν έλεγε χαμογελώντας με νόημα.
--Οι φήμες επιμένουν του απάντησα.
Απολάμβανα το μυρωδάτο διπλό εσπρέσο με το κρουασάν μου, προσπαθώντας μέσα στις σκέψεις να ψυχογραφήσω τον φίλο μου. Κάθε καινούργια γνωριμία του ήταν και μια αξέχαστη εμπειρία, μια περιπέτεια που τη ζούσε με πάθος.
--Έχεις ακούσει ένα ποίημα για κάποιο μεταλλωρύχο, που έψαχνε στα βάθη της γης να ανακαλύψει αυτό που ονειρευόταν τον ρώτησα.
Του φάνηκε πολύ παράξενη η ερώτηση μου.
……«Βράχε γίνε κομμάτια
έτσι όπως σε χτυπώ με το βαρύ σφυρί
για ν’ ακουστεί ο κρότος σου ως τον ουρανό!
Εκεί κάτω πρέπει να ανοίξω το δρόμο μου
προς ένα τέρμα που μόλις τολμώ να φανταστώ
Άραγε λάθεψα; Αυτό το μονοπάτι
δεν οδηγεί στο φως
Αν ψάχνω προς τα πάνω
το φως με τυφλώνει.
Όχι, πρέπει να κατέβω στα σπλάχνα της γης,
Εκεί που βασιλεύει νύχτα…
Βαρύ σφυρί άνοιξε μου το δρόμο.
Που πάει ολόισα στη κάρδια της φύσης.»….***

--Δηλαδή τι λέει το ποίημα, αναρωτήθηκε κοιτάζοντας ερωτηματικά το ποτήρι με την παγωμένη σάγκρια που κρατούσε στο χέρι του, λες και μπορούσε να εμπνευστεί και αποκρυπτογραφήσει την απάντηση στο περιεχόμενο του.
--Προσπαθώ να φτιάξω ένα πορτρέτο που να σου ταιριάζει του λέω, κάθε καινούργια γνωριμία σου είναι ένα αίσθημα εντονότερο από το προηγούμενο.
--Θα το εξειδικεύσεις στην καθημερινή διάλεκτο που η κοινή λογική μπορεί και κατανοεί μου απάντησε.
--Το ποίημα είναι όπως οι Περσίδες, που ίσως δούμε απόψε στον έναστρο ουρανό. Τ' αστράκια που γοητεύσαν και καθήλωσαν τη Δανάη, τη μητέρα του Περσέα, όταν βρέθηκε στην αγκαλιά του Δία.
Τα δεκάδες φωτεινά πεφταστέρια που στολίζουν τις νύχτες του Αυγούστου και μπορούν να τα απολαύσουν αυτές τις νύκτες οι αθεράπευτα ρομαντικοί και όχι.
Πρόκειται για μια βροχή αστεριών. Αποτελείται από υπολείμματα του κομήτη Swift-Tuttle που κάνει μια πλήρη περιφορά γύρω από τον ήλιο κάθε 130 χρόνια. Οι διάττοντες αστέρες που παρατηρούμε είναι τα σωματίδια σκόνης και βράχων που άφησε πίσω του ο κομήτης αυτός κατά την πορεία του μέσα από το ηλιακό μας σύστημα. Το όνομά τους οφείλεται στο βόρειο αστερισμό του Περσέα, όπου βρίσκεται και το σημείο εκκίνησης τους. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια.
Με κοίταξε παράξενα γεμάτος ευφορία, στη συνέχεια γύρισε το βλέμμα του αφήνοντας το να χαθεί στο μακρινό ορίζοντα, έβλεπε τ’ αστέρια καθώς κρυβόταν ένα, ένα, πίσω από τα σύννεφα που έφταναν από τη δύση κάνοντας το τοπίο μελαγχολικό.
Σαν από μηχανής θεός μια σκιά έκανε την εμφάνιση της στην αλέα της πρύμνης, έγινε πιο ευδιάκριτη, ήταν ο τρίτος πλοίαρχος του πλοίου ένα νεαρό γοητευτικό παλληκάρι από την Κρήτη.
--Αισθάνομαι θα είναι μακριά η νύκτα απόψε δήλωσα.
Γιαννάκη μόλις είχα ξεκινήσει να ανακρίνω τον φίλο μας εκ δεξιών για την τελευταία περιπέτεια σας στην Ιαπωνία. Λοιπόν κάθισε δίπλα μας πάρε ένα ποτήρι σάγκρια και διηγήσου την ιστορία με τον μοναδικό τρόπο που γνωρίζεται εσείς οι κρητικοί.
Έγινε σιωπή. Ήταν η σιωπή που πάντα γίνεται στην αναμονή.
«Είμαστε στα 1987 στο Καβασάκι, πόλη στην Ιαπωνία, στο νοτιοανατολικό νησί, μεταξύ του Τόκιο και της Γιοκοχάμα, στον κόλπο του Τόκιο σε μια ιδιαίτερα αστικοποιημένη περιοχή, είναι ένας σημαντικός λιμένας και βιομηχανικό κέντρο της μεγάλης βιομηχανικής ζώνης . Από τον τουριστικό οδηγό ανακαλύψαμε ότι στην ευρύτερη περιοχή λειτουργεί από το 1983 τεράστιο θεματικό πάρκο ψυχαγωγίας, το επιτυχές, γνωστό τουριστικό αξιοθέατο η ντίσνευλαντ του Τόκυο, ένας δημοφιλής πόλος έλξης για τους επισκέπτες.
Αποφασίσαμε λοιπόν το σαββατοκύριακο να την επισκεφτούμε, ο γραμματικός εγώ και ο δόκιμος μηχανικός με καταγωγή από τα μέρη του Γυθείου.
Βρισκόμαστε στο τελευταίο Σάββατο τον Ιούλιο, υπάρχει παραδοσιακό φεστιβάλ και εορτασμός πέρα από τον ποταμό που διασχίζει την περιοχή, και μια τεράστια επίδειξη πυροτεχνημάτων, που προσελκύει εκατομμύρια θεατές.
Ήταν πέντε κοριτσόπουλα από κάποια κολεγιακή ομάδα, νεαρές κομψές έφηβες, των δεκαοκτώ χρονών, με πλούσια μαύρα μαλλιά και αμυγδαλωτά μάτια.
Ντυμένες ομοιόμορφα με λευκά καθαρά πουκάμισα, αρκετά κοντές πλισέ φούστες γκριζογάλανο το χρώμα με μακριές τιράντες να κρέμονται από τους λεπτούς ώμους.
Κάλτσες λευκές αθλητικές λίγο κάτω από τα γόνατα, μαύρα σκαρπίνια παπούτσια.
Τα άβαφα πρόσωπα τους με τα διάφανα βλέμματα έδιναν μια σεμνή εμφάνιση στη νεανική τους παρουσία.
Είχε μια ικανότητα που κερδίζει τις εντυπώσεις, και αν δεν απατώμαι μάστορα, εσύ του έχεις προσδώσει τον ορισμό της θανατηφόρας έλξης που έχει ο φίλος μας με το γυναίκειο φύλλο. Στάθηκε τις παρακολουθούσε, τα πρόσωπα τους ακτινοβολούσαν, άρχισε να βγάζει το λευκό από ινδικό μετάξι πουκάμισο του. Έκπληξη ανάμεικτη με περίεργα ζωγραφίστηκε στα πρόσωπα των κοριτσιών. Το έστρωσε χαλί, γονάτισε προσκυνητής και ικέτευσε την μεγαλύτερη και αρχηγό της παρέας να περάσει πατώντας πάνω από το πουκάμισο του. Τον κοιτούσαν χωρίς να μπορούν να το πιστέψουν αυτό που συμβαίνει, γέλια σαν ανοιξιάτικα νεοσσών τιτιβίσματα αντήχησαν γύρω μας, ήταν μια χαρούμενη και απρόσμενη ενέργεια, το πήραν για παιγνίδι. Όταν το νεαρό κορίτσι επιτέλους αποφάσισε να του κάνει το χατίρι, σήκωσε το πουκάμισο του το πήρε στην αγκαλιά με ευλάβεια όπως κάτι το πολύ πολύτιμο, και με περίσσια τρυφερότητα το φίλησε.
--Θησαυρέ μου όταν σε είδα για πρώτη φορά με μάγεψες, ήθελα μόνο να δω τα μάτια σου να λάμπουν από ευτυχία είπε στο κορίτσι.
Γοητευμένες από την προσωπικότητα και το αδιαμφισβήτητο ταμπεραμέντο του, η εξέλιξη ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και τα αποτελέσματα εντυπωσιακά.
Είχε ένα χάρισμα ένα δώρο.
Ήταν απολαυστικός, ευχάριστος, θαυμάσιος.
Τρεις μεγάλοι κεραυνοβόλοι έρωτες ξεκινούσαν από εκείνη τη στιγμή στο πλακόστρωτο της ντίσνευλαντ.
Την ημέρα της αναχώρησης η προβλήτα γέμισε κοριτσόπουλα με λευκά μαντήλια στα χέρια και άφθονα δάκρυα στα μάτια, νομίζω ότι ο πιο δύσκολος χωρισμός ήταν αυτός του δόκιμου μηχανικού, με πάθος έχει αγκαλιαστεί με την κοπέλα του εκεί στη σκάλα εισόδου του πλοίου μέχρι που έλυσε και ο τελευταίος κάβος δεν έλεγαν να αποχωριστούν τα σώματα τους.»
--Αληθεύει μάστορα ότι το επόμενο ταξίδι είναι Γιοκοχάμα;
--Νομίζω.
-- Η έκφραση στο πρόσωπο τους με πληροφορούσε ότι ακόμη πονούσαν για το χωρισμό.
Για να διώξουν τις αναμνήσεις από το μυαλό τους, μετέφερα την κουβέντα.
--Νίκο αληθεύει η ιστορία με μια όμορφη γιατρό που έχει δηλώσει πως θα σε ευνουχίσει όταν και οπού σε συναντήσει;
-- Μάστορα μην ακούς φήμες είναι.

***Ο μεταλλωρύχος – Ερρίκος Ιψεν 1871

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Ασφαλής πορεία, Ανατολικά .

Αποβιβαστήκαμε στο αεροδρόμιο της Πίζας Ιταλία.
Ο ήλιος ήδη βρισκόταν ψηλά, ήταν μια φωτεινή μέρα του Μαΐου, ζεστή, μύριζε καλοκαίρι. Ταξίδευα με τον μέλλοντα πλοίαρχο του φορτηγού πλοίου που ξεφόρτωνε στον λιμένα Μαρίνα Ντι Καράρα όπου και ο τελικός προορισμός μας να παραλάβουμε πλοιαρχία και επιστασία μηχανοστασίου .
Στο αεροδρόμιο μας περίμενε αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε οδικώς για τον λιμένα. Θυμάμαι με ένα "Βόλβο" λιμουζίνα, και το κοντέρ κολλημένο μόνιμα πάνω από τα διακόσια χιλιόμετρα.
Ενώ ετοιμάζομαι να πληροφορήσω τον οδηγό ότι κυκλοφορούν εμφράγματα, εγκεφαλικά, καταθλίψεις και άλλα συναφή, στο δρόμο μας προσπέρασε μια "Άλφα Ρομέο" σαν σταματημένους. Αναστέναξα και δεν έβγαλα μιλιά . Υπάρχουν και χειρότερα σκέφτηκα.
Φθάνοντας στο λιμάνι κατά μήκος στην παραλία το χώμα κοκκίνιζε, κι ως εκεί που φθάνει το μάτι απλώνονταν μαρμάρινοι όγκοι φερμένοι από όλα τα μέρη του κόσμου.
Δύο τρία πλοία ήταν δεμένα στην προβλήτα στο βάθος του κόλπου.
Μία μικρή μεσογειακή πόλη που νωχελικά την αγκάλιαζε η θάλασσα.
Είχε την ομορφιά των λιμανιών αλλά και την συνήθως άσχημη μυρωδιά τους.
Τα λιμάνια της μεσογείου είναι πόλεις πόρνες που αποπνέουν σεξ και πατσουλί.
Όλες έχουν φιλοξενήσει κουρσάρους και λάγνους κατακτητές. Οι εραστές τους έχουν πεθάνει μα εκείνες ζουν.
Ένας Πιλότος μού είπε κάποτε ότι τα πάντα προέρχονται από την θάλασσα, και ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο ισχυρό από την θάλασσα, και ότι οι προγονοί μας δεν θα είχαν καν βρεθεί εδώ αν δεν προϋπήρχε η θάλασσα.
Τον πρώτο μηχανικό πού θα αντικαθιστούσα τον γνώριζα. Ήταν ο Μέντορας μου στο πρόσφατο ξεκίνημα της καριέρας μου στην επιστασία μηχανοστασίου. Ο αξεπέραστος Πέτρος Μουνδρέας.
Τρίπτυχο του, δράση, δυνατότητα απόφασης, θέληση. Ποτέ μην παρατάς την προσπάθεια.
Φθάσαμε στο πλοίο ένα φορτηγό γενικού φορτίου με φορτίο γρανίτες από την Ινδία.
Μία ζεστασιά και πλατιά χαμόγελα μαζεμένοι εκεί στο γραφείο του πλοιάρχου.
Μέσα από τον διάλογο πού αναπτύχθηκε στη συνάντηση μας μία αύρα μία χημεία
για της ζωής τα καθημερινά φάνηκε να μας συνδέει.
Κάπως έτσι γνώρισα τον Σταμάτη τον Κουράκο τον απερχόμενο πλοίαρχο.
Αυτός ολίγον συντηρητικός εγώ να φέρνω ολίγον αιρετικός,
Ψηλόλιγνος, ευθυτενής, ντυμένος όπως οι παριζιάνοι μέσα στο γκρίζο του κουστούμι, γραβατωμένος, ευγενικός. Μάτια σκούρα φωτεινά και σπινθηροβόλα. Είχε κουλτούρα και ποιότητα στην παρουσία του.
Η πρώτη μας γνωριμία κάπου εδω τελειώνει.
Πέρασε καιρός το επόμενο μπάρκο είναι πάλι ένα φορτηγό γενικού φορτίου, ένα πλοίο τελευταίας τεχνολογίας για την εποχή του.
Πλοίαρχος ο Σταμάτης Κουράκος.
Πρώτο ταξίδι μας έτυχε ναύλο για το νότο που λέει και ο ποιητής.
Ναυλωμένοι στην Ιαπωνική Μιτσούϊ.
Ξεκινήσαμε από Ιαπωνία, διάπλους βόρειου Ειρηνικού ωκεανού, διέλευση Παναμά, λιμένες Καραϊβικής, λιμένες Νοτίου Αμερικής, Αυστραλία, Φορμόζα και επαναπαράδοση Ιαπωνία. Προσέγγιση σε 43 Λιμένες εάν καλά θυμούμαι.
Εμπειρία πρώτη από την συνεργασία μου με τον πλοίαρχο. Αγκυροβολούμε στον πρώτο λιμένα. Μηχανή κράτει, ανάποδα , τέλος. Αγκυροβολούμε στον δεύτερο λιμένα. Μηχανή κράτει, ανάποδα, τέλος. Να μην το πλατειάζω αυτό γινόταν σε κάθε αγκυροβόλιο. Η ικανότητα του στην γνώση των συνθηκών του κάθε αγκυροβολίου ήταν αξεπέραστη.
Η γνώση της θάλασσας ήταν το φυσικό του προσόν. Της γνώσης που μετατρέπεται σε δράση.
Ίσως από πολλούς τεχνοκράτες αυτό να κρίνεται ως απαίτηση άλλων εποχών. Για μένα συνεχίζει να είναι διαχρονική η προσπάθεια εφαρμογής της θεωρίας στην πράξη.
Το πρώιμο στάδιο της ναυτιλίας ήταν οι ναυτικοί, η θάλασσα και ο καιρός.
Ασφαλώς ο Πυθέας δεν είχε πλεύση προς την Θούλη ταξιδεύοντας στα κουτουρού.
Το ιδανικό στέλεχος θα πρέπει να διέπεται από προσωπικά χαρακτηριστικά ικανά να του προσδώσουν τις ιδιαιτερότητες που απαιτεί το περιβάλλον της εργασίας στη θάλασσα.
Είχε αναβαθμισμένο σεβασμό προς την ανθρώπινη ζωή και στο φυσικό περιβάλλον, ποιότητα στις συνθήκες εργασίας, σεβασμό των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας.
Αρετές όπως η αντικειμενικότητα , η εργατικότητα, η συνέπεια, ο προγραμματισμός, η διαρκής αναζήτηση, το κριτικό πνεύμα, ο σεβασμός στις αξίες , η ικανότητα συνεργασίας, είναι μερικές που σκιαγραφούν το προφίλ του.
Η συνεργασία του με τους ναυλωτές, του υπεύθυνους φορτώσεων και με τις κατά τόπους αρχές γινόταν δημιουργία ενός υψηλού του επαγγέλματος.
Η ναυτιλία χρειάζεται ικανούς που να την πιστεύουν. Το ναυτικό επάγγελμα ίσως δεν ταιριάζει σε όλους, είναι βέβαιον όμως ότι ταιριάζει σε ικανούς που γνωρίζουν και αποδέχονται τα πραγματικά δεδομένα σαν συνειδητή επιλογή.
Δυστυχώς το ναυτικό επάγγελμα στις μέρες μας στην Ελλάδα δείχνει να έχει χάσει το κύρος του και την υψηλή κοινωνική αναγνώριση που κατείχε στο παρελθόν.
Η αξιοπρέπεια του ναυτικού βρίσκεται σε πλήρη κοινωνική απαξίωση με τον πλέον απογοητευτικό τρόπο.
Εδώ στη ξενιτιά και στη μοναξιά της θάλασσας σε αιχμαλωτίζει και σε συναρπάζει το απέραντο των ωκεανών και μοιράζεσαι μαζί τους αυτήν την απεραντοσύνη.
Οι μπαρμπακαραβάδες και σφυροκοπανιστές ξέρουν γράμματα σήμερα και μπορούν να κουβεντιάζουν ήσυχα και απλά.
Η επομένη ημέρα.
Στο ταξίδι αυτό ένας από τούς λιμένες προσέγγισης ήταν και το Μανάους στην ενδότερα της Βραζιλίας, αφού διασχίσεις κάπου 900 ναυτικά μίλια τον ποταμό Αμαζόνα.
Amazonas: ποταμός στη Νότια Αμερική, 6.400 χλμ από τις πηγές έως στις εκβολές, είναι δεύτερο στο μήκος μετά το Νείλο μεταξύ των ποταμών του κόσμου. Στραγγίζει μια περιοχή περισσότερο από 7 εκατομμύρια τετραγωνικών χλμ κατά προσέγγιση τα μισά από τα οποία είναι στη Βραζιλία το υπόλοιπο είναι στο Περού, τον Ισημερινό, τη Βολιβία, και τη Βενεζουέλα. Υπολογίζεται ότι ο απαλλάσσει μεταξύ 34 εκατομμύρια και 121 εκατομμύρια λίτρων ύδατος ανά δευτερόλεπτο και καταθέτει έναν καθημερινό μέσο όρο 3 εκατομμύρια τόνων ιζήματος κοντά στις εκβολές του. Η ετήσια εκροή από τον ποταμό αποτελεί το ένα πέμπτο όλου του γλυκού νερού που στραγγίζει στους ωκεανούς του κόσμου. Το ξέσπασμα του ύδατος και του ιζήματος είναι τόσο απέραντο που το αλατισμένο περιεχόμενο και το χρώμα του Ατλαντικού Ωκεανού αλλάζουν για μία απόσταση περίπου 320 χλμ από τις εκβολές του.
Manaus: πόλη στη βορειοδυτική Βραζιλία, πρωτεύουσα της Αμαζονίας, ένας λιμένας στον ποταμό Ρίο Νέγκρο , κοντά στη συμβολή του με τον ποταμό Αμαζόνιο. Όπου οι ποταμοί συναντιούνται είναι όπως αναμιγνύοντας τον καφέ με κρέμα. Ο σχεδόν μαύρος Ρίο Νέγκρο με το χώμα πού έπλυνε πάνω από τις ορεινές περιοχές, στροβιλίζει με το χλωμό καφετί του Αμαζόνα σε μια γραμμή που τεντώνει προς τα κάτω για μίλια. Ο λιμένας προσιτός για τα ποντοπόρα σκάφη, (περίπου 1,650 Ναυτικά μίλια) από τις εκβολές του ποταμού. Το Μανάους ιδρύθηκε από τους Πορτογάλους το 1669. Η άφιξη στις αποβάθρες του λιμένα στην όχθη του ποταμού έγινε τις απογευματινές ώρες. Τα νερά του θηριώδη ποταμού μαύρα ορμητικά και αγριεμένα. Το πλοίο ένα 28000 τόνων φορτηγό γενικής χρήσης με μία ορθόδοξη τουμπαριστή μηχανή. Και όμως η πρόσδεση στην προβλήτα ήταν σεμινάριο προς ναυτιλλόμενους. Ο πιλότος με χαρά άφησε το πρόσταγμα στις ικανότητες του πλοιάρχου μας. Στο τέλος μάς χαιρέτισε αδελφικά και μάς ζήτησε να τού κάνουμε την τιμή να τον έχουμε παρέα το βραδινό μας δείπνο.
Τιμήσαμε το βραζιλιάνικο βοδινό συνοδευόμενο από πορτογαλικό κρασί. Για αρχή και τέλος δεν μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από ένα ποτήρι καϊπιρίνια το παραδοσιακό βραζιλιάνικο ποτό.
Επόμενος λιμένας προσέγγισης το Μπελέμ πόλη στη βόρεια Βραζιλία, κοντά στον ισημερινό,. Το λιμάνι του βρίσκεται κατά μήκος του Ρίο Παρά, ένας παραπόταμος του Αμαζόνα που συνδέει την υδάτινη οδό με τον Ατλαντικό Ωκεανό και είναι προσιτό στα ποντοπόρα πλοία.
Ο αέρας είναι χλιαρός και υγρός. Ευνοϊκός για συναντήσεις, ευνοϊκός για ξεκινήματα.
Βρισκόμαστε με ένα ποτό στο χέρι καθισμένοι στο μπαρ του ξενοδοχείου Σέρατον.
Δύο τραπέζια μακρύτερα δύο αιθέριες θηλυκές υπάρξεις, άνετες με αυτοπεποίθηση, πρέπει να ήταν στο ξεκίνημα στα πρώτα άντα. Ήταν άψογα ντυμένες, πανέμορφες , κορμί σπαθί, δέρμα μεταξένιο, ξανθά μαλλιά με κοκκινωπές ανταύγειες, σημάδια μιας μακρινής βόρειας καταγωγής. Μάτια καθάρια, λαμπερά ζαφείρια, ξεχείλιζαν γοητεία.
Έτσι του είχε έρθει χωρίς καθόλου να το πολυσκεφτεί ζήτησε από τον σερβιτόρο να κεράσει τις καταπληκτικά όμορφες κυρίες.
Το ένστικτο μου έλεγε ότι κάνει λάθος αλλά καλό είναι να δοκιμάζουμε την τύχη μας ποτέ δε ξέρεις. Οι κυρίες δεν πτοηθήκανε από την μεσογειακή γοητεία μας, τα ποτά δεν έγιναν αποδεκτά, ευγενικά και πολιτισμένα είναι η αλήθεια αλλά η απόρριψης ήταν κάθετη.
Συνεχίζουμε το ταξίδι Σαλβαντόρ, Ρίο Ντε Τζανέϊρο, Ιτάτζαϊ, Ρίο Γκράντε, Μπουένος Άϊρες, Μοντεβίδεο, κ.λπ. Με τελευταίο λιμένα στην Νότιο Αμερική τον λιμένα του Σάντος Βραζιλία όπου είναι και τα κεντρικά γραφεία της ναυλώτριας εταιρίας. Επόμενος λιμένας προσέγγισης Μελβούρνη Αυστραλίας. Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα
Βρισκόμαστε στα μέσα του χειμώνα για το νότιο ημισφαίριο. Το ταξίδι από το Σάντος στην Μελβούρνη είναι 9.500 ναυτικά μίλια από το πέρασμα τού Μαγγελάνου και 11.100 ναυτικά μίλια από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. Ο πλοίαρχος το συζητά μαζί μου και μου αιτιολογεί την απόφαση του να πάμε ανατολικά από την Αφρική και όχι από το πέρασμα τού Μαγγελάνου. Τού τονίζω ότι το ταξίδι από ανατολικά είναι μακρύτερο περισσότερο από τέσσερις ημέρες, καύσιμα έχουμε μόνο για τις ημέρες του ταξιδιού και ελάχιστη ποσότητα καύσιμα ασφαλείας για ενδεχόμενες κακοκαιρίες. Να έχεις εμπιστοσύνη μου λέει και δεν θα χρειαστούμε επιπλέον καύσιμα Πάντα του είχα εμπιστοσύνη γιατί ήμουν σίγουρος ότι τα είχε κυριολεκτικά κτενίσει. Ανακοίνωσε την απόφαση μας στους ναυλωτές και άρχισαν οι συναθροίσεις και οι διαβουλεύσεις. Έρχεται στο πλοίο ο επικεφαλής του κεντρικού γραφείου των ναυλωτών απορημένος και έκπληκτος για την απόφαση μας. Επιμένει να πάμε από το σύνηθες δυτικό δρομολόγιο, μας τονίζει ότι και η εταιρεία μας συμφωνεί να πάμε από το πέρασμα τού Μαγγελάνου. Ο πλοίαρχος είναι ανένδοτος και δεν το συζητά. Το ταξίδι έχει αποφασισθεί και δεν αλλάζει.
Η αντικατάσταση μας είναι στη διάθεση της εταιρείας.
Αναχωρεί και πάλι ο επικεφαλής των γραφείων για διαβουλεύσεις, και όταν επανέρχεται μας εύχεται καλό ταξίδι όπως εμείς αποφασίσαμε, ανατολικά.
Παρένθεση. Στη μεταξύ μας συζήτηση ο πλοίαρχος μου εξήγησε την κατάσταση πού επικρατεί στο νότιο ειρηνικό ωκεανό και πέρα από τις σφοδρές κακοκαιρίες πού επικρατούν σε όλη την έκταση του μία ατελείωτη τρικυμία σάρωνε το νότιο τμήμα του ωκεανού από ένα στάσιμο ψυχρό μέτωπο.
Ταυτόχρονα βρίσκεται σε ιδιαίτερα έντονη δραστηριότητα το φαινόμενο Ελ Νίνιο.
«Ωκεάνιο και ατμοσφαιρικό φαινόμενο Ελ Νίνιο, στον Νότιο ειρηνικό ωκεανό, κατά τη διάρκεια του οποίου κατ' ασυνήθιστο τρόπο οι θερμοί ωκεάνιοι άνεμοι εμφανίζονται κατά μήκος της δυτικής ακτής του Ισημερινού του Περού και της Χιλής, προκαλώντας κλιματολογικές διαταραχές ποικίλης και μεγάλης δριμύτητας. Ο όρος αρχικά χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει το θερμό νότιο ρεύμα που εμφανίζεται στην περιοχή κάθε Δεκέμβριο, αλλά τώρα διατηρημένος όλο το έτος, περιγράφει διαταραχές κλίματος που προκαλούνται από Ελ Νίνιο όταν περιστατικά που εμφανίζονται είναι εξαιρετικά έντονα και επίμονα.»
------Fast bind, fast find, Λένε οι εγγλέζοι.----- (κάλιο γαϊδουρόδενε παρα γαϊδουρογύρευε)
Η σχέση του ανθρώπου με τη θάλασσα σε ώρες σκληρές είναι το πεδίο ανάπτυξης ηρωικής στάσης από απλούς και ταπεινούς ανθρώπους πού έχουν μία αίσθηση καθήκοντος.
Η θάλασσα είναι όμορφη όταν θυμώνει, μα συνάμα είναι τρομακτική και βίαιη.
Την προηγουμένη όταν προσεγγίζαμε στη προβλήτα του Σάντος αναχωρούσε κατά σύμπτωση ένα αδελφό πλοίο με Ιάπωνες πλήρωμα και με τον ίδιο προορισμό την Μελβούρνη ακολουθώντας την δυτική πορεία.
Πλεύσαμε αρκετά ανοικτά της Νοτίου Αφρικής για να αποφύγουμε από τη δυτική ακτή το κρύο ρεύμα "Μπεγκουέλα", και από την ανατολική ακτή το θερμό ρεύμα "Αγκούλας". Ένας ήρεμος χειμερινός παγετός εμφανίζονταν τις πρωινές ώρες χωρίς έντονα καιρικά φαινόμενα.
Μετά το ήσυχο πέρασμα της Νοτίου Αφρικής διασχίσαμε τα Γαλλικά νότια υπερπόντια εδάφη. Τα νησιά , μία ομάδα 20 μικρών ορεινών νησιών. Οι μόνοι κάτοικοι του εδάφους είναι προσωπικό των μόνιμων επιστημονικών σταθμών που βρίσκονται σε , , και ι. Το κλίμα ήταν εξαιρετικά υγρό και ήπιο. Οι άνεμοι ελαφριοί και μεταβλητοί φθάνοντας σπάνια σε περισσότερα από 30 συγκρατημένοι και ελάχιστα θυελλώδης.
Φθάσαμε στην Μελβούρνη και φορτοεκφορτώσαμε και ξεφαντώσαμε σε ένα κέντρο που εμφανίζονταν ο Σπύρος και η Ζωή Ζαγοραίου παρέα με απόδημους Έλληνες. Την ώρα του απόπλου κατέφθανε και το αδελφό πλοίο από το Σάντος. Έφυγε τριάντα ώρες νωρίτερα , έφθασε τριάντα ώρες αργότερα με χίλια πεντακόσια ναυτικά μίλια λιγότερα στον πλου του.
Όταν στο τέλος τού ταξιδιού φθάσαμε στην Ιαπωνία οι ναυλωτές μας υποδέχτηκαν με θέρμη, ενθουσιασμό και ικανοποίηση. Μάλιστα ζήτησαν από τον πλοίαρχο ένα πρόγραμμα να ακολουθούν και τα δικά τους πλοία το ανατολικό δρομολόγιο.
Μέσα σε αυτή τη θερμή φιλικότητα δεν ενθυμούμαι την ποσότητα από το ωμό ψάρι πού έφαγα για να μην στερήσω τον ενθουσιασμό πού διάχυτος και εν αφθονία υπήρχε στα τραπεζώματα τους. Καμπάϊ φίλοι μου καλοί.
Και αυτό πού μένει είναι μία σημαντική αίσθηση και απλή απόλαυση που πηγάζει από την ομαδική εργασία και την επιβεβαίωση της αξιοσύνης.
Η περιπέτεια του ταξιδιού, η πάλη με τα κύματα και τούς ανέμους είχε αίσιο τέλος. Αβαρίες στο φορτίο ποτέ δεν υπήρξαν μέσα στην αντάρα της θαλασσοταραχής.
Ήθελε πάντα να εγκατάλειψη την θάλασσα αλλά ποτέ δεν ξέκοψε από την επιρροή της.
Προσαρμόστηκε χωρίς δισταγμούς στο έντονα εξελίξιμο περιβάλλον μέσα στο οποίο σήμερα δραστηριοποιείται.
 
Web Informer Button