ADS

click to open

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

One Night Stand at Thessaloniki

.Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι: (Part:2)....Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε για περισσότερες λεπτομέρειες Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)
Το πρόγραμμα του εκκλησιαστικού τουρισμού βρίσκεται στη δεύτερη ήμερα του. Η περιήγησης του εκκλησιαστικού τουρισμού τελείωσε νωρίς το απόγευμα  και έτσι οι γυναίκες είχαν την ευκαιρία στον υπόλοιπο χρόνο τους να κάνουν ένα γρήγορο ντους και στη συνέχεια ο ελεύθερος χρόνος τους αποτελεί μια καλή αφορμή για να βγουν έξω και να το διασκεδάσουν, θέλοντας να εκμεταλλευτούν πλήρως τη βραδιά τους. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που οι δυο φιλενάδες είχαν βγει να διασκεδάσουν οι δυο τους παρέα και απόψε ετοιμάστηκαν για μια ξέφρενη βραδινή έξοδο! Όσο κι αν δεν θέλουν να το συνειδητοποιήσουν τα τριάντα πέντε τους χρόνια έχουν χτυπήσει την πόρτα τους. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα βάψουν μαύρα. Βρίσκονται στην καλύτερη και πιο δημιουργική ηλικία για τη γυναίκα γενικότερα! Η αλήθεια είναι ότι θέλουν να βγουν, να φλερτάρουν, να διασκεδάσουν και να λειτουργήσουν  αποχαιρετώντας το καλοκαίρι όσο πιο αυθόρμητα γίνεται. Έχουν κουραστεί από τα πρέπει της λογικής και θέλουν απόψε να κάνουν του κεφαλιού τους. Διψάνε για λίγη περιπέτεια και ελευθερία. Μπούκωσαν από τις ευθύνες, από τα προβλήματα και θέλουν απόψε να ξεγράψουν αυτούς τους μπελάδες από το μυαλό τους. Τι θέλουν, τι πραγματικά ζητούν;  Ένα διάλειμμα από την καθημερινότητά τους. Έναν ερωτικό πειρασμό που ελλοχεύει εκεί έξω να τις βάλει σε περιπέτειες και να στείλει την αδρεναλίνη στα ύψη, σε ένα «παιχνίδι» ενηλίκων. Πολλές γυναίκες σ΄ αυτή την ηλικία καταφεύγουν στην αναζήτηση αυτής της συγκίνησης, ταράζοντας έτσι τα λιμνάζοντα νερά της καθημερινότητάς τους. Τα τελευταία χρόνια δεν είναι λίγες οι παντρεμένες γυναίκες που ενδίδουν στο φλερτ κάποιου άλλου άντρα, ακόμα κι αν έχουν καταφέρει επανειλημμένως να αντισταθούν στους «πειρασμούς» στο παρελθόν ώστε να ανανεώσουν την σεξουαλική τους ζωή. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο όρος «σεξουαλική ζωή» μοιάζει με άγνωστη λέξη σε μια μακροχρόνια σχέση. Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο που μια γυναίκα αναζητά άλλον παρτενέρ για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές της ανάγκες. Η σεξουαλική ανία στο γάμο της, είναι ίσως ο συνηθέστερος λόγος και τα κίνητρα που οδηγούν μια γυναίκα σε ξένη αγκαλιά που της προκαλεί ερεθισμό και σεξουαλική διέγερση και κυλιέται με τον εραστή στο κρεββάτι της «αμαρτίας.»
.......Ο Αλκιβιάδης όταν έμαθε πως ο ρασοφόρος άφησε το ποίμνιο του και αναχώρησε για το Άγιο Όρος προβληματίζεται! Ο κατεργάρης φίλος του και πνευματικός της Ανδρομάχης, του είχε υποσχεθεί να κοιμάται ήσυχος, να μην ανησυχεί, για την συμπεριφορά της Ανδρομάχης. Αυτός θα είναι φύλακας φρουρός που θα φροντίζει και θα προσέχει ώστε το κορίτσι τους να μην απομακρυνθεί από τα μονοπάτια της κοινωνικής ηθικής και το δρόμου του Θεού στη διάρκεια της εκδρομής τους. Με την προσευχή του και την ευλογία του θα της κρατάει άγρυπνη την ηθική της συνείδηση, ώστε να μην πέσει στις  παγίδες και στις πλεκτάνες του διαβόλου. Ο Σατανάς στήνει τα δίχτυα του και απλώνει τα πλοκάμια του, σε παντρεμένες γυναίκες να παρασυρθούν σε εξωσυζυγικές ερωτικές σχέσεις! Και αυτός δεν παρέμεινε δίπλα της, να τον νιώθει φύλακα προστάτη της  ώστε να μην επηρεάζεται από τον ύπουλο πειρασμό των Πρωτοπλάστων αναζητώντας να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές της ανάγκες εκτός συζυγικής κλίνης.
 ............Τα κορίτσια λοιπόν αποφάσισαν μια βραδινή έξοδο στη Θεσσαλονίκη σε  ένα club/bar, από μερικές πολύ δημοφιλείς επιλογές, με καλή μουσική, όμορφη ατμόσφαιρα και προσεγμένη εξυπηρέτηση, για μια κλασική «girls' night out», Το κέντρο της πόλης προσφέρεται να τους χαρίσει αξέχαστες εμπειρίες, αφού αδιαμφισβήτητο σήμα-κατατεθέν του αποτελούν τα bars του. Τα βήματά τους τις οδήγησαν σε ένα από τα πιο ιδιαίτερα club/bar της Θεσσαλονίκης, κρυμμένο μέσα σε μια στοά. Έναν χώρο με την ατμόσφαιρα ενός αυθεντικού μπαρ, που ευνοεί την παρέα και την όμορφη κουβέντα, ενώ παράλληλα σε ταξιδεύει σε μια διαφορετική γωνιά της πόλης μέσα από τον ξεχωριστό χαρακτήρα και την αισθητική του. Με την προσεγμένη εξυπηρέτηση, τη ζεστή φιλοξενία και τη μουσική που δημιουργεί την ιδανική διάθεση, τα κορίτσια είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν όμορφες, ποιοτικές και αξέχαστες στιγμές, κάνοντας τη βραδινή τους έξοδο στη Θεσσαλονίκη μια εμπειρία που θα θυμούνται για καιρό. Ήταν ένα ιδιαίτερο στέκι για τους νέους, αλλά και για ανθρώπους κάθε ηλικίας που αγαπούν την καλή μουσική και την όμορφη ατμόσφαιρα. Ένας χώρος όπου μια νέα γυναίκα, όπως η Ανδρομάχη, μπορούσε να βρεθεί με την παρέα της ή ακόμη και μόνη της, χωρίς να αισθάνεται άβολα, απολαμβάνοντας τη βραδιά με ασφάλεια, άνεση και καλή διάθεση. Εισήλθε αγέρωχη και αέρινη, λουσμένη σε μια ανεπιτήδευτη λάμψη που αναδείκνυε τη φυσική της ομορφιά. Κάθε της βήμα πρόδιδε αυτοπεποίθηση και μια ήρεμη βεβαιότητα για τον εαυτό της. Χωρίς να το επιδιώκει, μονοπωλούσε τα ανδρικά —και όχι μόνο— βλέμματα. Οι φλογερές ματιές που τη συνόδευαν έμοιαζαν να μην την αγγίζουν· τις προσπερνούσε με διακριτική αδιαφορία, γιατί ο νους της ήταν στραμμένος αλλού. Ήξερε, ή τουλάχιστον ήθελε να πιστεύει, πως κάπου μέσα σε εκείνον τον χώρο βρισκόταν ο άνθρωπος που είχε έρθει να αναζητήσει εκείνο το βράδυ. Αναζητούσε έναν ελκυστικό νεαρό άνδρα, από εκείνους που εκείνη την εποχή κατέφθαναν στη Θεσσαλονίκη για να παρακολουθήσουν μεταπτυχιακά προγράμματα στα πανεπιστήμια της συμπρωτεύουσας. Νέοι γεμάτοι όνειρα, φιλοδοξίες και προσδοκίες, που, όσο κι αν αφοσιώνονταν στις ακαδημαϊκές τους υποχρεώσεις, είχαν ανάγκη από μικρές αποδράσεις από την απαιτητική καθημερινότητα. Έτσι, όταν έπεφτε η νύχτα, πολλοί από αυτούς αναζητούσαν λίγες στιγμές χαλάρωσης σε κάποιο μπαρ ή κλαμπ της πόλης. Με ένα ποτό, καλή μουσική και ευχάριστη παρέα προσπαθούσαν να αποφορτιστούν από την πίεση των σπουδών, να ξεφύγουν για λίγο από τη ρουτίνα και να νιώσουν τον παλμό της ζωντανής νυχτερινής ζωής της Θεσσαλονίκης. Ανάμεσα στους θαμώνες βρίσκονταν και νεαροί εμπορικοί αντιπρόσωποι ή στελέχη εταιρειών, που είχαν ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη με αφορμή την εμπορική έκθεση που φιλοξενούσε εκείνες τις ημέρες η πόλη. Μετά το τέλος των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων, πολλοί επέλεγαν να γνωρίσουν τη νυχτερινή ζωή της συμπρωτεύουσας, καταλήγοντας σε κάποιο μπαρ ή κλαμπ για ένα ποτό, λίγη μουσική και ευχάριστη συντροφιά, αφήνοντας τη συνέχεια της βραδιάς να εξελιχθεί αυθόρμητα. Για μια γυναίκα που δεν αναζητούσε μια σοβαρή ή μακροχρόνια σχέση, αλλά επιθυμούσε απλώς μια ευχάριστη γνωριμία, μια όμορφη συζήτηση ή μια βραδιά χωρίς δεσμεύσεις και υπερβολικές προσδοκίες, ένα τέτοιο περιβάλλον μπορούσε να προσφέρει ευκαιρίες για αυθόρμητες ανθρώπινες επαφές, βασισμένες στον αμοιβαίο σεβασμό και την κοινή διάθεση για διασκέδαση. Ιδίως για μια γυναίκα που δεν επιθυμούσε να οδηγήσει μια γνωριμία σε κάτι πιο σοβαρό ή μακροχρόνιο. Δεν αναζητούσε υποσχέσεις ούτε σχέδια για το μέλλον· της αρκούσε η μαγεία της στιγμής. Μια όμορφη συνάντηση, μια ειλικρινής έλξη, μια βραδιά γεμάτη κουβέντα, χαμόγελα και αμοιβαία επιθυμία να απολαύσουν ο ένας την παρέα του άλλου, χωρίς προσδοκίες και δεσμεύσεις πέρα από εκείνη τη νύχτα. Ίσως, τελικά, ορισμένες γνωριμίες να αποκτούν την αξία τους ακριβώς επειδή δεν υπόσχονται τίποτε περισσότερο από το να κάνουν δύο ανθρώπους να μοιραστούν μια όμορφη στιγμή. Η Ανδρομάχη, ήξερε καλά τι αναζητούσε και, κυρίως, τι δεν επιθυμούσε να υποσχεθεί ούτε στον εαυτό της ούτε σε κάποιον άλλον. Για εκείνη, η σωστή απόφαση ήταν να ζήσει τη στιγμή όπως ερχόταν, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς προσδοκίες και χωρίς να προβάλλει το μέλλον πάνω σε μια όμορφη γνωριμία. Άλλωστε, κάποιες συναντήσεις έχουν αξία ακριβώς επειδή ανήκουν μόνο σε μια νύχτα και δεν ζητούν τίποτε περισσότερο. Οκ... πάμε στα βαθιά!» σκέφτηκε χαμογελώντας. Αυτό που αναζητούσε εκείνο το βράδυ ήταν έναν νέο άνδρα με έντονο ερωτισμό, αυτοπεποίθηση και διάθεση να μοιραστεί μαζί της μια νύχτα γεμάτη πάθος και αμοιβαία απόλαυση. Δεν την απασχολούσε το αύριο ούτε οι υποσχέσεις μιας σχέσης· επιθυμούσε μια εμπειρία που θα την έκανε να νιώσει ξανά ζωντανή, επιθυμητή και ελεύθερη. Ήθελε έναν σύντροφο που να μπορούσε να ανταποκριθεί στον ρυθμό και στις επιθυμίες της, ώστε η νύχτα τους να κυλήσει χωρίς βιασύνη, με ένταση, εναλλαγές και στιγμές βαθιάς οικειότητας. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, επιζητούσε να βιώσει μια ολοκληρωμένη ερωτική εμπειρία που θα αναζωπύρωνε την αυτοπεποίθησή της και θα της θύμιζε τη δύναμη της έλξης, της επιθυμίας και της αμοιβαίας απόλαυσης. Στο μυαλό της Ανδρομάχης υπήρχε μια σκέψη που ολοένα και δυνάμωνε. Πίστευε πως ένας εραστής, απαλλαγμένος από τη φθορά της καθημερινότητας, ήταν συχνά πιο πρόθυμος να εκφράσει τον θαυμασμό του, να χαρίσει ένα ειλικρινές κομπλιμέντο και να κάνει μια γυναίκα να αισθανθεί επιθυμητή και ξεχωριστή. Αντίθετα, σε μια μακροχρόνια σχέση, η οικειότητα πολλές φορές έκανε τους ανθρώπους να θεωρούν ορισμένα πράγματα αυτονόητα. Τα λόγια θαυμασμού λιγόστευαν, όχι απαραίτητα επειδή η αγάπη ή η έλξη είχαν χαθεί, αλλά επειδή η καθημερινότητα και η συνήθεια συχνά επισκίαζαν την ανάγκη να εκφράζονται. Και για μια γυναίκα όπως η Ανδρομάχη, που είχε ανάγκη να νιώθει πως την προσέχουν, την ποθούν και την εκτιμούν, αυτή η έλλειψη επιβεβαίωσης είχε αρχίσει να βαραίνει περισσότερο απ' όσο ήταν διατεθειμένη να παραδεχτεί. «Η μάχη είναι, όπως και να το κάνουμε, Αλκιβιάδη, άνιση», είπε με ένα αδιόρατο χαμόγελο. «Στο δικό μου μυαλό, τουλάχιστον, ο εραστής ξεκινά πάντοτε με προβάδισμα.»
Στα μάτια της Ανδρομάχης, ο εραστής είχε το πλεονέκτημα της προσμονής, της καινούργιας γνωριμίας και της ανάγκης να κατακτήσει. Πρόσεχε τις λεπτομέρειες, χάριζε απλόχερα τον θαυμασμό του και έκανε τη γυναίκα να αισθάνεται μοναδική. Ο μόνιμος σύντροφος, αντίθετα, συχνά παρασυρόταν από τη δύναμη της συνήθειας, αφήνοντας την καθημερινότητα να σκεπάσει όσα κάποτε εξέφραζε με ευκολία.
Ίσως να μην ήταν πάντα έτσι. Ίσως να υπήρχαν σχέσεις που διέψευδαν αυτή την πεποίθηση. Εκείνη, όμως, εκείνη τη στιγμή της ζωής της, ήταν βέβαιη πως, στη δική της προσωπική ζυγαριά, ο εραστής έβγαινε νικητής. Στη σκέψη της Ανδρομάχης, τα πράγματα έμοιαζαν σχεδόν αναπόφευκτα. Όταν μια γυναίκα αισθάνεται ότι η μοναξιά έχει φωλιάσει μέσα στη σχέση της και εμφανιστεί ένας άλλος άνδρας πρόθυμος να την ακούσει, να της σταθεί με κατανόηση και να της προσφέρει την προσοχή που της έχει λείψει, τότε οι άμυνες της αρχίζουν να υποχωρούν. Από εκεί και πέρα, πίστευε πως η απόσταση που χωρίζει τη συναισθηματική εγγύτητα από την ερωτική έλξη μπορεί να μικρύνει επικίνδυνα. Ο δρόμος προς την απιστία δεν ανοίγει απαραίτητα από την επιθυμία του σώματος, αλλά συχνά από την ανάγκη της ψυχής να νιώσει ξανά ότι κάποιος την βλέπει, την ακούει και την εκτιμά. Ο Αλκιβιάδης δεν μπορούσε να διώξει από το μυαλό του μια επίμονη σκέψη. Μήπως η Ανδρομάχη, η γυναίκα που λάτρευε τα ταξίδια, αναζητούσε διαρκώς νέες εμπειρίες, αγαπούσε την καλή παρέα, τη διασκέδαση και την αίσθηση της περιπέτειας, είχε οργανώσει εκείνη την τριήμερη απόδραση στη Θεσσαλονίκη με ένα κίνητρο που ξεπερνούσε την απλή αλλαγή παραστάσεων; Η σκέψη τον βασάνιζε. Ίσως να μην ήταν μόνο τα αξιοθέατα της πόλης, οι βόλτες στην παραλία ή η έντονη νυχτερινή ζωή που την είχαν ελκύσει. Ίσως να επιθυμούσε να αφεθεί στην ελευθερία που προσφέρει ένα ταξίδι μακριά από την καθημερινότητα, εκεί όπου κανείς δεν τη γνώριζε και τίποτε δεν τη δέσμευε. Δεν είχε αποδείξεις· μόνο εικασίες που γεννούσε η ζήλια και η φαντασία του. Κι όμως, δεν μπορούσε να αποφύγει την εικόνα που σχηματιζόταν μέσα του: οι νύχτες της να κυλούν ανάμεσα στη μουσική, τα φώτα της πόλης και τη συντροφιά ενός γοητευτικού νεαρού άνδρα, αφήνοντας την έλξη της στιγμής να οδηγήσει τη γνωριμία τους εκεί όπου μόνο οι δυο τους γνώριζαν. Η Ανδρομάχη ήταν μια γυναίκα πνευματώδης, κεφάτη και με έντονη μποέμικη διάθεση. Διέθετε εκείνη τη σπάνια ικανότητα να κάνει τους ανθρώπους γύρω της να αισθάνονται άνετα, να γελούν και να απολαμβάνουν τη συντροφιά της. Η γοητεία της δεν στηριζόταν μόνο στην εμφάνισή της, αλλά κυρίως στην ευστροφία, το χιούμορ και τον αυθορμητισμό της, στοιχεία που την έκαναν ιδιαίτερα ελκυστική. Γνώριζε πώς να κερδίζει έναν νεαρό συνομιλητή, να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του και να μετατρέπει μια απλή γνωριμία σε μια βραδιά γεμάτη ζωντάνια και όμορφες στιγμές. Δημιουργούσε εύκολα φιλίες και επαφές, καθώς της άρεσε να γνωρίζει νέους ανθρώπους και διαφορετικές προσωπικότητες. Ωστόσο, δεν ένιωθε την ανάγκη να μετατρέψει κάθε γνωριμία σε μια μακροχρόνια ή απαιτητική σχέση. Εκείνη την περίοδο της ζωής της προτιμούσε την ελευθερία, τον αυθορμητισμό και τις σχέσεις που άφηναν χώρο στην ανεξαρτησία της, χωρίς να στερούν τη ζεστασιά της ανθρώπινης επαφής. Ως ελεύθερο πνεύμα, η Ανδρομάχη είχε ανάγκη από έναν σύντροφο που να μπορεί να σταθεί απέναντί της ως ισότιμος συνομιλητής. Η διανοητική επικοινωνία ήταν για εκείνη εξίσου σημαντική με τη σωματική έλξη· δεν ανεχόταν την υποτίμηση, την αδιαφορία ή την προσπάθεια να περιοριστεί η ανεξαρτησία της. Δεν ήταν γυναίκα που θα δεχόταν να ζήσει στη σκιά κάποιου ή να αφήσει άλλους να καθορίσουν τα όριά της. Γνώριζε καλά την επίδραση που ασκούσε στους άνδρες και, όταν το έκρινε απαραίτητο, δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει αυτή τη δύναμη προς όφελός της. Δεν το αντιμετώπιζε ως παιχνίδι εξαπάτησης, αλλά ως μια μορφή επιρροής που αποτελούσε μέρος της προσωπικότητάς της και του τρόπου με τον οποίο επέλεγε να κινείται στις ανθρώπινες σχέσεις. Επινοεί πολλές ηδονικές και τολμηρές επιλογές ως παλιά καραβάνα με πολλά γραμμένα χιλιόμετρα στον ερωτικό στίβο, να πλανέψει με τη καυτή παρουσία της και να τους «ξυπνήσει» τα ερωτικά τους ένστικτα με δική της πρωτοβουλία και χωρίς αναστολές, σαν γυναίκα-αρπακτικό που ξέρει τι θέλει και πώς πρέπει να κινηθεί για να το αποκτήσει στην αναζήτησή μιας σχέσης με σεξ της μίας βραδιάς ώστε να καλύψει την έλλειψη του Αλκιβιάδη! Η Ανδρομάχη δεν αναζητούσε τον έρωτα της ζωής της. Δεν έψαχνε έναν άνθρωπο με τον οποίο θα σχεδίαζε το μέλλον ούτε μια σχέση που θα άλλαζε την πορεία της ζωής της. Αυτό που επιθυμούσε ήταν μια σύντομη συνάντηση, μια απόδραση από την καθημερινότητα, με έναν νεαρό άνδρα που θα της θύμιζε, σε κάποια στοιχεία του χαρακτήρα ή της παρουσίας του, τον νεότερο Αλκιβιάδη. Η νεότητα, η ζωντάνια, η αυτοπεποίθηση και η έντονη ερωτική ενέργεια ήταν εκείνα που την έλκυαν περισσότερο. Αναζητούσε μια γνωριμία που θα αφυπνίσει τις αισθήσεις της, θα της ξυπνήσει το αίσθημα της επιθυμίας και θα την κάνει να νιώσει ξανά ποθητή και ζωντανή. Για λίγες μόνο ώρες ήθελε να αφεθεί στη γοητεία του απρόβλεπτου, να ζήσει μια εμπειρία χωρίς υποσχέσεις και χωρίς την απαίτηση να υπάρξει συνέχεια· μια ανάμνηση που θα έμενε στη μνήμη της ως μια σύντομη, αλλά έντονη, παρένθεση στη ζωή της. Στα μάτια της Ανδρομάχης δεν υπήρχε τίποτε το μεμπτό σε αυτή την επιθυμία. Δεν ένιωθε ότι πρόδιδε τον εαυτό της· αντίθετα, πίστευε πως για μία μόνο νύχτα είχε το δικαίωμα να ζήσει μια διαφορετική εκδοχή του. Να αφήσει πίσω της τους ρόλους, τις προσδοκίες και τις αναστολές που τη συνόδευαν στην καθημερινότητά της και να γίνει εκείνη η γυναίκα που, κατά καιρούς, είχε φανταστεί ότι θα μπορούσε να είναι. Ήθελε να δοκιμάσει τα όριά της, να αφεθεί στον αυθορμητισμό της στιγμής και να εκφράσει πλευρές του εαυτού της που, όσο βρισκόταν δίπλα στον Αλκιβιάδη, παρέμεναν κρυφές ή ανείπωτες. Όχι επειδή της είχαν επιβληθεί, αλλά επειδή η ίδια δεν είχε ποτέ νιώσει ότι υπήρχε ο χώρος ή η διάθεση να τις φανερώσει. Εκείνη η νύχτα, στη σκέψη της, δεν ήταν μια απόρριψη της ζωής που είχε χτίσει· ήταν μια σύντομη απόδραση, μια προσπάθεια να γνωρίσει μια άλλη πλευρά του εαυτού της, αφήνοντας για λίγο τη φαντασία να συναντήσει την πραγματικότητα. Στο κάτω κάτω, τον άνθρωπο που θα γνώριζε εκείνο το βράδυ ήταν σχεδόν βέβαιο πως δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Η σκέψη αυτή της δημιουργούσε ένα παράξενο αίσθημα ελευθερίας. Γιατί, λοιπόν, να μην αφήσει για λίγο τον εαυτό της να ξεφύγει από όσα τον κρατούσαν διαρκώς συγκρατημένο; Γιατί να μη δώσει χώρο σε επιθυμίες και φαντασιώσεις που τόσα χρόνια παρέμεναν σιωπηλές, όχι επειδή τις φοβόταν, αλλά επειδή ποτέ δεν ένιωσε πως μπορούσαν να χωρέσουν στην καθημερινότητά της; Ίσως, συλλογιζόταν, μια τέτοια νύχτα να ήταν απλώς μια σύντομη παρένθεση. Μια εμπειρία που θα άρχιζε και θα τελείωνε εκεί, χωρίς υποσχέσεις και χωρίς συνέχεια. Και ύστερα θα επέστρεφε στη ζωή της, στην οικογένειά της, στους γνώριμους ρυθμούς της καθημερινότητας, έχοντας κρατήσει μόνο την ανάμνηση μιας βραδιάς όπου τόλμησε να γνωρίσει μια διαφορετική πλευρά του εαυτού της. Να νιώσει συναισθήματα πρωτόγνωρα, να καλύψει παράνομες επιθυμίες, να ζήσει το σεξ σε όλη του τη διάσταση, να αφεθεί κι ας πονέσει. Το θεωρεί ότι είναι φυσικό να βιώνει αυτές τις κοινωνικές κατακτήσεις του φύλου της και να μην αισθάνεται ενοχές ότι διαπράττει αταξίες ή αμαρτήματα επωφελούμενη από αυτές.
Ο Αλκιβιάδης έφερνε συνεχώς στο μυαλό του την ίδια εικόνα. Η Ανδρομάχη, μαζί με την κολλητή της, τη Ναυσικά, και την ξαδέρφη της, να μπαίνουν όλες μαζί σε ένα από τα δημοφιλή club/bar της Θεσσαλονίκης. Μια παρέα τριών γυναικών που απολάμβαναν τη βραδινή τους έξοδο, χωρίς να δείχνουν ότι αναζητούσαν γνωριμίες, κρατώντας διακριτικά τις αποστάσεις τους από κάθε βιαστική προσέγγιση. Στη φαντασία του, αυτή η στάση δεν αποτελούσε άρνηση, αλλά έναν τρόπο να διατηρούν τον έλεγχο της βραδιάς. Να επιλέγουν εκείνες πότε, με ποιον και μέχρι ποιο σημείο θα άφηναν μια κουβέντα ή ένα φλερτ να εξελιχθεί. Ίσως, συλλογιζόταν, αυτή η διακριτική αυτοσυγκράτηση να έκανε την παρουσία τους ακόμη πιο ενδιαφέρουσα στα μάτια των θαμώνων. Το παιχνίδι της γνωριμίας αποκτούσε έτσι έναν αέρα μυστηρίου, όπου τίποτε δεν ήταν δεδομένο και κάθε επόμενη κίνηση έπρεπε να κερδηθεί με ευγένεια, χιούμορ και υπομονή. Δεν ήξερε αν όλα αυτά συνέβαιναν πραγματικά ή αν ήταν αποκυήματα της ζήλιας και της φαντασίας του. Όσο περισσότερο, όμως, άφηνε το μυαλό του να πλάθει τέτοιες εικόνες, τόσο πιο αληθινές έμοιαζαν μέσα του. Δεν υπήρχε σχεδόν κανένα ανδρικό βλέμμα που να μην κοντοστεκόταν πάνω της. Η παρουσία της μαγνήτιζε την προσοχή με έναν τρόπο αβίαστο, σαν να εξέπεμπε μια γοητεία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Βάδιζε με την αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας που γνώριζε καλά τη δύναμη της εμφάνισης και της προσωπικότητάς της, χωρίς να έχει ανάγκη να την επιδεικνύει. Όποιος την παρατηρούσε θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί ότι, πριν τελειώσει η βραδιά, κάποιος θα είχε καταφέρει να κερδίσει το ενδιαφέρον της. Όχι επειδή εκείνη έδινε τέτοια δικαιώματα, αλλά επειδή η αύρα της άφηνε να αιωρείται η υπόσχεση πως η νύχτα έκρυβε ακόμη εκπλήξεις. Η Ανδρομάχη άφηνε το βλέμμα της να περιπλανιέται αργά στον χώρο. Παρατηρούσε διακριτικά τους θαμώνες, αναζητώντας εκείνο το βλέμμα που θα συναντούσε το δικό της και θα γεννούσε έναν αμοιβαίο, σιωπηλό διάλογο. Δεν την ενδιέφερε απλώς ένας όμορφος άνδρας· αναζητούσε εκείνη τη μορφή που, με την παρουσία και την αυτοπεποίθησή της, θα της ξυπνούσε τη διάθεση να φλερτάρει. Σάρωνε τα πρόσωπα ένα προς ένα, όμως κανένα δεν κατάφερνε να της κινήσει πραγματικά το ενδιαφέρον. Η μουσική γέμιζε την αίθουσα, οι παρέες γελούσαν, τα ποτήρια υψώνονταν σε πρόποση, μα εκείνη συνέχιζε να ψάχνει ανάμεσα στο πλήθος κάποιον που να ξεχωρίζει. Όταν έφτασε στη μεγάλη ξύλινη μπάρα, λουσμένη στον χαμηλό, ζεστό και ατμοσφαιρικό φωτισμό του club/bar, επιβράδυνε το βήμα της. Και τότε, σχεδόν αναπάντεχα, το βλέμμα της σταμάτησε. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, καθώς μια ευχάριστη έκπληξη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. Κάποιος είχε μόλις τραβήξει την προσοχή της, το βλέμμα της στάθηκε πάνω σε έναν νεαρό άνδρα που έμοιαζε να ξεχωρίζει αβίαστα από το πλήθος. Ήταν ψηλός, ευθυτενής, με αρρενωπά χαρακτηριστικά και μια σχεδόν αρμονική συμμετρία στο πρόσωπό του που του χάριζε μια διακριτική αλλά αδιαμφισβήτητη γοητεία. Δεν έκανε τίποτε για να τραβήξει την προσοχή, κι όμως, η παρουσία του αρκούσε για να τον κάνει να ξεχωρίζει μέσα στον χαμηλό φωτισμό του χώρου. Η Ανδρομάχη ένιωσε το βλέμμα της να μένει καρφωμένο πάνω του για λίγα δευτερόλεπτα περισσότερο απ' όσο συνήθιζε. Μια ευχάριστη έκπληξη ζωγραφίστηκε ασυναίσθητα στο πρόσωπό της. Δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί πως ο άγνωστος έμοιαζε εντυπωσιακά με την εικόνα που είχε πλάσει στη φαντασία της πριν ακόμη βγει εκείνο το βράδυ. Ήταν σαν να είχε πάρει σάρκα και οστά μια αόριστη προσδοκία, κάνοντάς την να αναρωτηθεί αν η νύχτα επρόκειτο τελικά να της επιφυλάσσει περισσότερες εκπλήξεις απ' όσες είχε τολμήσει να φανταστεί. Η μόνη διαφορά ήταν πως της φάνηκε ακόμη πιο νέος απ' ότι τον είχε φανταστεί. Τα καστανά, ανέμελα μαλλιά του έπεφταν ατημέλητα πάνω στο όμορφο πρόσωπό του, χαρίζοντας του εκείνη τη φυσική γοητεία που δεν μπορεί να κατασκευαστεί. Ήταν το προσεγμένο χάος της νιότης· οι ατίθασες τούφες έμοιαζαν σαν να μην είχαν ποτέ γνωρίσει χτένα, λες και μόλις είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και είχε βγει στον κόσμο με την ίδια ανεπιτήδευτη άνεση. Η εικόνα του απέπνεε φρεσκάδα, ζωντάνια και μια αβίαστη αρρενωπότητα που τον έκανε να ξεχωρίζει χωρίς καμία προσπάθεια. Η Ανδρομάχη δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Ο άγνωστος στεκόταν απέναντί της σχεδόν όπως τον είχε πλάσει η φαντασία της — μόνο που η πραγματικότητα αποδεικνυόταν ακόμη πιο γοητευτική. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα του που την έκανε να διστάζει. Τα μάτια του έμοιαζαν να αλλάζουν χρώμα καθώς έπεφτε πάνω τους ο χαμηλός φωτισμός του club/bar. Ήταν πράσινα ή μπλε; Δεν μπορούσε να αποφασίσει. Οι σκιές και οι αντανακλάσεις της νύχτας έκαναν το χρώμα τους να μεταμορφώνεται διαρκώς, προσθέτοντας ακόμη περισσότερο μυστήριο στην παρουσία του. Στα χείλη του σχηματιζόταν ένα χαμόγελο διακριτικό, με μια ανεπιτήδευτη παιχνιδιάρικη διάθεση. Δεν είχε τίποτε το επιτηδευμένο· έμοιαζε με το χαμόγελο ενός ανθρώπου που είχε μάθει να απολαμβάνει τις μικρές εκπλήξεις της ζωής και να αντιμετωπίζει τους άλλους με φυσική αυτοπεποίθηση. Η Ανδρομάχη δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πως η εμφάνισή του θα του άνοιγε συχνά πόρτες. Ήταν από εκείνους τους άνδρες που τραβούν τα βλέμματα χωρίς να το επιδιώκουν. Κι εκείνη τη στιγμή χαμογέλασε κι η ίδια. Ίσως, συλλογίστηκε, αυτή η φυσική γοητεία να έκανε λίγο πιο εύκολη και τη δική τους πρώτη γνωριμία, αν τελικά οι δρόμοι τους διασταυρώνονταν εκείνο το βράδυ.
Το τζιν του είναι λίγο φθαρμένο, και φοράει επώνυμης μάρκας παπούτσια. Είναι ένας ενδιαφέρον τύπος και άρχισε να σκέφτεται ότι αυτό το χρωστάει στο λακκάκι που έχει στο πιγούνι του. Τον κάνει ακόμα πιο αινιγματικό, και σ’ αυτό δύσκολα μια γυναίκα μπορεί να αντισταθεί. Μπορεί να μην ήταν καμία έφηβη, εξάλλου είχε κλείσει τα τριάντα πέντε της, όμως τέτοιον άντρα ήταν αδύνατον να τον προσπεράσει αδιάφορα. Καμιά γυναίκα δεν θα μπορούσε να περάσει από δίπλα του και να μην τον κοιτάξει. Είχε, επιτέλους, εντοπίσει τον άνδρα που είχε τραβήξει πραγματικά το ενδιαφέρον της. Κάτι στην παρουσία του, στον τρόπο που στεκόταν και στο βλέμμα του, της έδινε την αίσθηση πως η νύχτα αυτή ίσως να μην έμοιαζε με καμία άλλη. Δεν γνώριζε ακόμη αν η πρώτη εντύπωση θα επιβεβαιωνόταν, όμως η περιέργεια και η έλξη είχαν ήδη αρχίσει να κερδίζουν έδαφος. «Ίσως αυτή η ιστορία να έχει συνέχεια», σκέφτηκε, νιώθοντας μια ανεπαίσθητη ενοχή να περνά από μέσα της. Την ίδια στιγμή, όμως, αισθανόταν την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα και τις αισθήσεις της να ξυπνούν. Από τη στιγμή που τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν, μια έντονη προσμονή είχε φωλιάσει μέσα της. Η βραδιά μόλις άρχιζε και δεν μπορούσε να προβλέψει πού θα την οδηγούσε. Ως έμπειρη και δυναμική γυναίκα γνώριζε πως η πραγματική γοητεία δεν βρισκόταν στις βιαστικές κινήσεις ούτε στα προφανή μηνύματα. Αν ήθελε να τραβήξει την προσοχή του, θα το έκανε με τρόπο φυσικό και ανεπιτήδευτο. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή, μια αφορμή που θα έμοιαζε σχεδόν τυχαία, ώστε η πρώτη τους επαφή να εξελιχθεί αβίαστα. Δεν επιθυμούσε να προδώσει από την πρώτη στιγμή τις πραγματικές της προθέσεις. Προτιμούσε το παιχνίδι της προσέγγισης, όπου το ενδιαφέρον γεννιέται σταδιακά, μέσα από βλέμματα, μικρές συμπτώσεις και λίγες καλά διαλεγμένες κουβέντες. Ήθελε να κινήσει την περιέργειά του, να τον κάνει να αναζητήσει κι εκείνος το βλέμμα της και να επιθυμήσει να τη γνωρίσει καλύτερα. Για εκείνη, η γοητεία βρισκόταν όχι μόνο στην κατάκτηση, αλλά και στην προσμονή που προηγείται αυτής. Όποιος αποφάσιζε να πλησιάσει την Ανδρομάχη όφειλε να διαθέτει αυτοπεποίθηση, ψυχραιμία και μια δυνατή προσωπικότητα. Δεν ήταν από τις γυναίκες που άφηναν εύκολα τον άλλον να καθορίσει τους όρους της σχέσης ή της γνωριμίας. Είχε ανάγκη να αισθάνεται πως διατηρούσε τον έλεγχο των επιλογών της και πως η εξέλιξη κάθε ερωτικής ιστορίας παρέμενε, σε μεγάλο βαθμό, στα δικά της χέρια. Η έλξη, για εκείνη, δεν ήταν μια παθητική εμπειρία αλλά ένας διάλογος δύο ισχυρών προσωπικοτήτων. Της άρεσε να δίνει τον ρυθμό, να καθορίζει την ένταση της προσέγγισης και να αφήνει τα πράγματα να εξελίσσονται σύμφωνα με τη δική της επιθυμία. Δεν επεδίωκε να κυριαρχήσει πάνω στον άλλον· επιθυμούσε, όμως, να νιώθει ότι κρατούσε το τιμόνι της δικής της διαδρομής, χωρίς να παραχωρεί την ελευθερία και την αυτονομία που αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι του χαρακτήρα της. Η Ανδρομάχη ήταν μια γυναίκα εκρηκτική και παρορμητική. Όταν παραδινόταν ολοκληρωτικά στα συναισθήματα και στις επιθυμίες της, ζούσε κάθε εμπειρία με ένταση, χωρίς να φοβάται να εκφράσει τον ενθουσιασμό και το πάθος της. Κάτω από τη συγκροτημένη και κομψή της εικόνα έκρυβε έναν αυθόρμητο, ατίθασο εαυτό, που σπάνια άφηνε να φανεί. Αρχικά αντάλλαξε μαζί του μόνο μερικές διακριτικές ματιές. Όσο γοητευτικός κι αν της φαινόταν, πρόσεξε να μη σταθεί επίμονα πάνω του. Προτιμούσε να αφήνει την περιέργεια να γεννιέται αργά, μέσα από σύντομες συναντήσεις των βλεμμάτων και μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες κινήσεις. Δεν άργησε, ωστόσο, να αντιληφθεί ότι είχε ήδη τραβήξει την προσοχή του. Το βλέμμα του επέστρεφε διακριτικά πάνω της, σαν να προσπαθούσε να την παρατηρήσει χωρίς να γίνει αντιληπτός. Η κομψή της εμφάνιση, το προσεγμένο αλλά διακριτικό ντύσιμό της και ο τρόπος με τον οποίο το φόρεμα αναδείκνυε τη σιλουέτα της, χωρίς να γίνεται προκλητικό, της χάριζαν μια γοητεία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Αυτό το βράδυ η Ανδρομάχη είναι πιο χαλαρά, ντυμένη είχε προτιμήσει ένα ρούχο με έξω ώμους πολύ μα πολύ όμορφο και κολακευτικό. Μια τριανταπεντάρα γυναίκα, όμορφη, σικάτη, ευγενική, που έκλεβε την παράσταση με τη δήθεν διακριτικότητά της, αλλά και τον αέρα της ταυτόχρονα.
Αφού αντάλλαξαν τις πρώτες, διστακτικές ματιές, η Ανδρομάχη στράφηκε αργά προς την μπάρα για να παραγγείλει το ποτό της. Κάθε της κίνηση ήταν ήρεμη και μελετημένη, όχι από επιτήδευση, αλλά από τη σιγουριά μιας γυναίκας που γνώριζε ότι η γοητεία βρίσκεται συχνά σε όσα αφήνεις τον άλλον να ανακαλύψει μόνος του. Του έδωσε τον χρόνο να την παρατηρήσει, να σχηματίσει τη δική του πρώτη εντύπωση, να προσέξει τη φυσική της ομορφιά, την κομψότητα της εμφάνισής της και την αβίαστη αυτοπεποίθηση που εξέπεμπε. Όταν πήρε το ποτήρι της και γύρισε ξανά προς την αίθουσα, ένιωσε σχεδόν αμέσως το βλέμμα του να την αναζητά. Δεν ήταν ένα αδιάκριτο κοίταγμα· ήταν το βλέμμα ενός ανθρώπου που προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει την παρουσία της, σαν να αναρωτιόταν ποια ιστορία έκρυβε πίσω από εκείνο το ήρεμο χαμόγελο. Για λίγα δευτερόλεπτα τα μάτια τους συναντήθηκαν ξανά. Εκείνη δεν χαμήλωσε το βλέμμα ούτε επέμεινε περισσότερο απ' όσο χρειαζόταν. Του χάρισε μόνο ένα ανεπαίσθητο, γεμάτο αυτοπεποίθηση χαμόγελο και μια ματιά που άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας γνωριμίας, χωρίς όμως να προδίδει τις προθέσεις της.
Ο νεαρός έμεινε ακίνητος, σαν να είχε αιφνιδιαστεί από τη δύναμη της παρουσίας της. Ύστερα σήκωσε αργά το ποτήρι του και ήπιε μια μικρή γουλιά, περισσότερο για να κερδίσει χρόνο παρά επειδή διψούσε. Ένιωθε πως εκείνη η άγνωστη γυναίκα είχε διαταράξει απροσδόκητα την ηρεμία του. Χωρίς να έχει ανταλλάξει ούτε μία λέξη μαζί της, είχε ήδη καταφέρει να κεντρίσει την περιέργειά του και να μονοπωλήσει τη σκέψη του.Η Ανδρομάχη διέκρινε σχεδόν αμέσως την ανεπαίσθητη αμηχανία του. Η πρώτη τους οπτική επαφή, όσο σύντομη κι αν ήταν, έδειχνε πως εκείνος δεν είχε αποφασίσει ακόμη αν έπρεπε να κάνει το επόμενο βήμα ή να αφήσει την ευκαιρία να χαθεί. Χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Το ένστικτό της τής έλεγε πως αυτή ακριβώς η στιγμή του δισταγμού ήταν η κατάλληλη για να πάρει εκείνη διακριτικά την πρωτοβουλία. Χωρίς βιασύνη, του χάρισε το πιο γλυκό και ζεστό χαμόγελό της. Ήταν ένα χαμόγελο που δεν υποσχόταν τίποτα, αλλά ούτε και απέκλειε τίποτα. Ένα χαμόγελο που έλεγε απλώς πως μια γνωριμία θα ήταν καλοδεχούμενη. Το βλέμμα της έμεινε πάνω του για μια στιγμή ακόμη. Δεν υπήρχε πρόκληση, μόνο μια σιωπηλή πρόσκληση να αφήσει πίσω του την αμηχανία και να πλησιάσει. Μέσα της γεννήθηκε μια σκέψη, σχεδόν σαν ψίθυρος:
«Ίσως απόψε οι δρόμοι μας να μην τέμνονται τυχαία. Ίσως αυτή η νύχτα να κρύβει μια ιστορία που αξίζει να αρχίσει.»
Και, για πρώτη φορά από τη στιγμή που μπήκε στο μπαρ, ένιωσε πως η συνέχεια δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από εκείνη. Τώρα περίμενε να δει αν εκείνος θα έβρισκε το θάρρος να κάνει το επόμενο βήμα. Η ματιά της έμοιαζε να του μιλά πριν ακόμη προλάβει να αρθρώσει λέξη. «Σε νιώθω...» συλλογίστηκε. «Βλέπω την αμηχανία σου, την έλξη σου, τον τρόπο που προσπαθείς να κρύψεις όσα προδίδει το βλέμμα σου. Κι ίσως να μη διαφέρουμε και τόσο. Γιατί κι εγώ, από τη στιγμή που σε αντίκρισα, αισθάνομαι πως κάτι μέσα μου ξύπνησε.» Το χαμόγελό της έγινε λίγο πιο ζεστό, σχεδόν συνωμοτικό. «Απόψε δεν αναζητώ υποσχέσεις ούτε εξηγήσεις. Θέλω μόνο να ζήσω μια νύχτα έξω από τον χρόνο, όπου θα υπάρχουν μόνο η έλξη, η χημεία και η ελευθερία να είμαστε ο εαυτός μας. Χωρίς ρόλους, χωρίς «πρέπει» και «μη», χωρίς να μας απασχολεί το αύριο. Μόνο να αφήσουμε τη νύχτα να μας παρασύρει και να δούμε πού θα μας οδηγήσει, μέχρι το πρώτο φως της αυγής.» «Αχ... και να ήξερες», θα έλεγε ίσως ένας αόρατος αφηγητής, «πως τίποτα από όσα συμβαίνουν δεν είναι τόσο τυχαίο όσο νομίζεις. Κάποια πράγματα έχουν ήδη πάρει τον δρόμο τους, ακολουθώντας ένα σχέδιο που εσύ αγνοείς.» Και ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Γιατί, αν γνώριζε την αλήθεια, ίσως να δίσταζε. Ίσως να πρόσεχε περισσότερο τις κινήσεις της ή να άφηνε τον φόβο να επισκιάσει τον αυθορμητισμό της. Όμως η Ανδρομάχη δεν γνώριζε τίποτε απ' όλα αυτά. Με το ποτήρι στο χέρι, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη και την καρδιά της να χτυπά λίγο πιο γρήγορα, συνέχισε να βαδίζει προς την ιστορία που, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ακόμη, είχε ήδη αρχίσει να γράφεται.
«Προχώρα, Ανδρομάχη...» ψιθύριζε σχεδόν ειρωνικά η μοίρα. «Βρίσκεσαι ακριβώς εκεί όπου πρέπει να είσαι.» Οι κλεφτές ματιές και τα διακριτικά, παιχνιδιάρικα χαμόγελα είχαν αρχίσει να δημιουργούν ανάμεσά τους μια αδιόρατη, αλλά ολοένα ισχυρότερη σύνδεση. Κάθε νέα συνάντηση των βλεμμάτων τους έμοιαζε να λέει περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να εκφράσουν οι λέξεις. Το πρόσωπο του νεαρού φωτίστηκε από μια ευχάριστη έκπληξη. Ήταν φανερό πως η παρουσία της τον είχε αιχμαλωτίσει. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε διακριτικά πάνω της, θαυμάζοντας την κομψότητα της σιλουέτας της, την αρμονία των κινήσεών της και την αυτοπεποίθηση που εξέπεμπε. Στο μυαλό του σχηματιζόταν η εικόνα μιας γυναίκας γοητευτικής, με έντονη προσωπικότητα και μια εσωτερική φλόγα που έκανε την παρουσία της ακόμη πιο ελκυστική. Δεν ήξερε τίποτα γι' αυτήν, κι όμως ένιωθε πως πίσω από το ήρεμο χαμόγελο και το σικ παρουσιαστικό της κρυβόταν μια γυναίκα που ζούσε τις στιγμές με πάθος και αυθεντικότητα. Η περιέργειά του είχε πλέον μετατραπεί σε έντονη επιθυμία να τη γνωρίσει, να ακούσει τη φωνή της και να ανακαλύψει αν η πρώτη εντύπωση ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Για την Ανδρομάχη δεν υπήρχαν πια δεύτερες σκέψεις. Κάθε λεπτό που περνούσε έκανε την προσμονή της πιο έντονη. Η καρδιά της χτυπούσε ολοένα και πιο γρήγορα, ενώ προσπαθούσε να διατηρήσει την εξωτερική της ψυχραιμία. Δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που ένας άγνωστος είχε καταφέρει να την αναστατώσει τόσο. Και τότε, σαν να υπάκουσε σε μια αόρατη δύναμη, εκείνος γύρισε απότομα προς το μέρος της. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά και, αυτή τη φορά, κανείς από τους δύο δεν βιάστηκε να τα απομακρύνει. Για λίγα δευτερόλεπτα ο κόσμος γύρω τους έμοιαζε να χάνεται μέσα στη μουσική και στους χαμηλούς φωτισμούς του μπαρ. «Τον θέλω...» σκέφτηκε, νιώθοντας την καρδιά της να σφυροκοπά. Η ένταση της στιγμής την αιφνιδίαζε ακόμη και την ίδια. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς ένας άνθρωπος που είχε γνωρίσει μόνο μέσα από λίγες κλεφτές ματιές είχε καταφέρει να καταλάβει τόσο χώρο στη σκέψη της. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, να αποσπάσει το μυαλό της, να στραφεί αλλού. Μάταια. Κάθε φορά που σήκωνε το βλέμμα, το έβρισκε να επιστρέφει σ' εκείνον. Έπρεπε να υπάρξει μια αρχή.
Χωρίς να βιαστεί, σκέφτηκε μια απλή, απολύτως φυσική αφορμή για να τον πλησιάσει. Μια ερώτηση, μια μικρή πληροφορία, αρκετή για να σπάσει τον πάγο χωρίς να φανεί πως η προσέγγιση ήταν προσχεδιασμένη. Άλλωστε, ήξερε πως οι περισσότερες γνωριμίες ξεκινούν από τις πιο ασήμαντες αφορμές. Πήρε μια βαθιά ανάσα, χαμογέλασε διακριτικά και έκανε το πρώτο βήμα. Εκείνος, από την άλλη, έμοιαζε να περιμένει ακριβώς αυτή τη στιγμή. Από την πρώτη στιγμή που την είχε προσέξει, ευχόταν να βρεθεί μια ευκαιρία να της μιλήσει. Όταν την είδε να πλησιάζει, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Η νύχτα, όπως όλα έδειχναν, μόλις άρχιζε να γράφει τη δική της ιστορία.
«Κυρία μου, θα είναι μεγάλη μου χαρά να σας βοηθήσω», είπε με ένα ευγενικό χαμόγελο. «Σας ακούω. Πείτε μου τι ακριβώς αναζητάτε.» Μιλούσε με ηρεμία και μια φυσική ευγένεια που δεν έμοιαζε προσποιητή. Έπειτα άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της. Η Ανδρομάχη ανταπέδωσε τη χειραψία. Τη στιγμή που οι παλάμες τους συναντήθηκαν, ένιωσε μια ανεξήγητη συγκίνηση να τη διαπερνά. Δεν ήταν παρά μια τυπική χειρονομία· κι όμως, υπήρχε κάτι στον τρόπο που την κοίταζε, στη ζεστασιά του αγγίγματος του και στην αβίαστη αυτοπεποίθησή του που έκανε εκείνη τη στιγμή να μοιάζει ξεχωριστή. Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν να κοιτάζονται στα μάτια. Η βοή του μπαρ έμοιαζε να απομακρύνεται, ενώ γύρω τους απλωνόταν μια παράξενη αίσθηση οικειότητας, σαν να είχαν γνωριστεί πολύ πριν από εκείνη τη νύχτα. Η αμοιβαία έλξη ήταν πλέον φανερή, όχι μέσα από μεγάλες κινήσεις, αλλά από τις μικρές σιωπές, τα χαμόγελα και τις ματιές που διαρκούσαν λίγο περισσότερο απ' όσο επέβαλλε η ευγένεια. Η Ανδρομάχη προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Δεν συνήθιζε να αφήνει τα συναισθήματά της να προδίδονται τόσο εύκολα, όμως εκείνος είχε ήδη καταφέρει να κλονίσει τη συνήθη αυτοκυριαρχία της. Ο νεαρός χαμογέλασε ξανά, αυτή τη φορά με περισσότερη ζεστασιά. «Επιτρέψτε μου να συστηθώ», είπε. «Με λένε Φίλιππο.»
«Ανδρομάχη», απάντησε εκείνη, χωρίς να αποσύρει αμέσως το βλέμμα της. Και κάπως έτσι, με μια απλή χειραψία και δύο ονόματα που μόλις είχαν ανταλλαχθεί, άρχισε μια γνωριμία που έμοιαζε να υπόσχεται πως η νύχτα θα είχε πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από όσο έδειχνε το ρολόι.
«Χάρηκα πολύ, Ανδρομάχη», είπε ο Φίλιππος ευγενικά. «Είναι πραγματική χαρά που σε γνωρίζω.»
«Κι εγώ χάρηκα πολύ, Φίλιππε», ανταπέδωσε εκείνη, κοιτώντας τον στα μάτια.
Για μια στιγμή επικράτησε μια ευχάριστη σιωπή, σαν κανείς από τους δύο να μη βιαζόταν να τη διακόψει. «Θα μου επιτρέψεις μια μικρή παράκληση;» τη ρώτησε με διακριτικότητα. «Νομίζω πως θα ήταν πιο όμορφο να μιλάμε στον ενικό. Συμφωνείς;» Η Ανδρομάχη έγνεψε καταφατικά, αφήνοντας ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο να φωτίσει το πρόσωπό της. «Φυσικά», απάντησε. «Άλλωστε, μόλις γνωριστήκαμε. Δεν υπάρχει λόγος για τόσες επισημότητες.» Ο Φίλιππος χαμογέλασε με εμφανή ανακούφιση. Η διακριτική, γεμάτη αυτοπεποίθηση προσέγγισή του την είχε κολακέψει. Χωρίς να γίνεται πιεστικός ή υπερβολικός, είχε καταφέρει να την κάνει να νιώσει ξεχωριστή. Η αυτοπεποίθησή της ανέβηκε ακόμη περισσότερο και ένιωσε πως η αρχική αμηχανία είχε πλέον δώσει τη θέση της σε μια αβίαστη οικειότητα. Η συζήτηση μπορούσε πλέον να κυλήσει φυσικά, σαν να γνωρίζονταν περισσότερο απ' όσο μαρτυρούσε η πρώτη τους συνάντηση. Η Ναυσικά παρακολουθούσε διακριτικά τη φίλη της και δεν άργησε να καταλάβει ότι εκείνο το βράδυ δεν επρόκειτο για ένα ακόμη αθώο φλερτ. Ήξερε την Ανδρομάχη όσο λίγοι άνθρωποι. Αναγνώριζε κάθε της βλέμμα, κάθε ανεπαίσθητο χαμόγελο, κάθε κίνηση που πρόδιδε πως είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις της. «Ωχ...», σκέφτηκε χαμογελώντας μέσα της. «Αυτός ο καημένος δεν έχει καταλάβει ακόμη με ποια έχει μπλέξει.» Η Ανδρομάχη δεν ήταν γυναίκα των βιαστικών κινήσεων. Προτιμούσε τις έμμεσες προσεγγίσεις, εκείνες που έμοιαζαν να γεννιούνται αυθόρμητα, ενώ στην πραγματικότητα έκρυβαν υπομονή, παρατηρητικότητα και αυτοπεποίθηση. Προχωρούσε αργά, αφήνοντας την έλξη να χτίζεται φυσικά, μέχρι ο άλλος να θελήσει από μόνος του να τη γνωρίσει καλύτερα. Η Ναυσικά διέκρινε εύκολα πως ο νεαρός όχι μόνο είχε προσέξει την Ανδρομάχη, αλλά ανταποκρινόταν ολοένα και περισσότερο στην παρουσία της. Το ενδιαφέρον του φαινόταν ειλικρινές, σχεδόν αφοπλιστικό. Κάθε φορά που τα βλέμματά τους συναντιούνταν, εκείνος έμοιαζε να ξεχνά για λίγο οτιδήποτε συνέβαινε γύρω του.
«Τον έχει ήδη κερδίσει», μονολόγησε μέσα της με μια δόση πειράγματος. «Κι ούτε που θα καταλάβει πότε μια απλή γνωριμία θα μετατραπεί σε μια νύχτα που θα θυμάται για πολύ καιρό.»
Η ίδια γνώριζε καλά πως, όταν η Ανδρομάχη αποφάσιζε να διεκδικήσει το ενδιαφέρον κάποιου, το έκανε με τρόπο που δύσκολα περνούσε απαρατήρητος. Όχι με επιθετικότητα, αλλά με εκείνο το σπάνιο κράμα γοητείας, αυτοπεποίθησης και μυστηρίου που έκανε τους άλλους να θέλουν να ανακαλύψουν περισσότερα γι' αυτήν. Και ο Φίλιππος έμοιαζε ήδη να έχει κάνει το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς ίσως να αντιλαμβάνεται πόσο είχε αρχίσει να τον επηρεάζει η παρουσία της.
Η Ναυσικά, παρατηρώντας διακριτικά όσα εκτυλίσσονταν μπροστά της, χαμογέλασε με νόημα. Δεν χρειαζόταν να ειπωθεί τίποτε. Η Ανδρομάχη είχε πλέον βρει την παρέα που αναζητούσε και κάθε παρουσία δίπλα της θα ήταν περιττή. Με μια διακριτική ματιά προς την ξαδέρφη της, της έκανε νόημα να φύγουν. «Εμείς θα συνεχίσουμε τη βόλτα μας», είπε χαμογελώντας στην Ανδρομάχη. «Θα τα πούμε αργότερα στο ξενοδοχείο.»
Η Ανδρομάχη ανταπέδωσε το βλέμμα με ένα ευχαριστήριο χαμόγελο. Οι δυο γυναίκες απομακρύνθηκαν αθόρυβα, αφήνοντάς τη μόνη με τον νεαρό άνδρα.
«Λοιπόν...» είπε εκείνος, μόλις έμειναν οι δυο τους. «Νομίζω πως τώρα μπορούμε να γνωριστούμε καλύτερα.»
«Νομίζω πως έχεις δίκιο», απάντησε εκείνη.
«Βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη για επαγγελματικούς λόγους. Η εταιρεία στην οποία εργάζομαι συμμετέχει σε ένα συνέδριο και εκπροσωπώ το τμήμα μας. Εκμεταλλεύτηκα, λοιπόν, την ευκαιρία να γνωρίσω και λίγο τη νυχτερινή ζωή της πόλης.»
Η Ανδρομάχη έγνεψε καταφατικά. «Καλή επιλογή», είπε. «Η Θεσσαλονίκη ξέρει να χαρίζει όμορφες βραδιές.»
Ο Φίλιππος την κοίταξε για λίγες στιγμές χωρίς να μιλά. Έπειτα χαμογέλασε. «Αν μου επιτρέπεις μια ειλικρινή παρατήρηση... από τη στιγμή που μπήκες στον χώρο, ήταν αδύνατον να μη σε προσέξει κανείς. Διαθέτεις μια σπάνια κομψότητα και μια παρουσία που τραβά αβίαστα το βλέμμα.»
Η Ανδρομάχη χαμογέλασε πονηρά. «Είμαι σίγουρη ότι αυτά τα λες σε όλες τις γυναίκες που γνωρίζεις.»
Ο Φίλιππος γέλασε χαμηλόφωνα και κούνησε το κεφάλι. «Όχι, αυτό θα ήταν πολύ εύκολο. Και, μεταξύ μας, θα ήταν και βαρετό. Επιπλέον, με αδικείς... Έβγαλες συμπέρασμα για μένα προτού προλάβεις να με γνωρίσεις.»
«Ίσως», αποκρίθηκε εκείνη με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια. «Ίσως, όμως, να περιμένω να μου αποδείξεις ότι κάνω λάθος.»
Το χαμόγελο του Φίλιππου πλάτυνε. «Τότε μάλλον έχω μπροστά μου μια ενδιαφέρουσα πρόκληση.»
«Ας γνωριστούμε, λοιπόν», είπε αυθόρμητα η Ανδρομάχη. «Πάντα υπάρχει περιθώριο να γνωρίσει κανείς λίγο καλύτερα έναν ενδιαφέρον άνθρωπο. Και, όπως συμφωνήσαμε... στον ενικό.»
Μόλις τελείωσε τη φράση της, χαμήλωσε ασυναίσθητα το βλέμμα. Ένιωσε τα μάγουλά της να ζεσταίνονται και χαμογέλασε με τον εαυτό της. Της φαινόταν σχεδόν αστείο που, στην ηλικία της, εξακολουθούσε να κοκκινίζει. Κι όμως, εκείνος είχε καταφέρει να της προκαλέσει μια αμηχανία που νόμιζε πως είχε αφήσει πίσω της εδώ και χρόνια.
Ο Φίλιππος χαμογέλασε. «Σωστά... στον ενικό. Νέοι άνθρωποι είμαστε ακόμη. Και, για να είμαι ειλικρινής, ελπίζω να μη γνωριστούμε απλώς λίγο καλύτερα... αλλά πολύ καλύτερα.» Η φωνή του έκρυβε μια παιχνιδιάρικη διάθεση, αρκετή για να αφήσει το υπονοούμενο να αιωρηθεί χωρίς να γίνει ποτέ αδιάκριτο. Η κουβέντα τους άρχισε να κυλά αβίαστα, πηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο. Μιλούσαν για ταξίδια, μουσική, τη Θεσσαλονίκη, μικρές ιστορίες από την καθημερινότητά τους, ενώ τα πειράγματα διαδέχονταν το ένα το άλλο. Το γέλιο του ήταν ζεστό και καθησυχαστικό, κι εκείνη διαπίστωνε πως, όσο περνούσε η ώρα, οι άμυνες της χαλάρωναν. Ένιωθε όλο και πιο άνετα κοντά του.
Ήταν φανερό πως δεν του ήταν αδιάφορη. Ο τρόπος που την κοιτούσε, η προσοχή με την οποία άκουγε κάθε της λέξη και οι μικρές φιλοφρονήσεις που της έκανε, πάντοτε με διακριτικότητα και ευγένεια, μαρτυρούσαν το ενδιαφέρον του χωρίς να την πιέζουν.Στο βάθος, οι ροκ μπαλάντες έντυναν τη βραδιά με μια γλυκιά νοσταλγία. Η Ανδρομάχη ένιωθε την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα από όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Κάποια στιγμή, πρόσεξε μια ανεπαίσθητη, νευρική κίνηση του Φίλιππου. Έφερε ασυναίσθητα το χέρι του στη μέση του, περισσότερο σαν μια προσπάθεια να διαχειριστεί την αμηχανία και τη συγκίνησή του, ενώ τα μάτια του δεν έπαψαν ούτε στιγμή να αναζητούν τα δικά της. Το χαμόγελό του άνοιξε ακόμη περισσότερο και εκείνη κατάλαβε πως η έλξη που ένιωθε δεν ήταν μονόπλευρη. Η διαπίστωση αυτή την έκανε να χαμογελάσει κι εκείνη. Η χημεία ανάμεσά τους ήταν πλέον αδιαμφισβήτητη. Δεν χρειάζονταν βιαστικές κινήσεις ούτε μεγάλα λόγια. Η νύχτα είχε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά της και, για πρώτη φορά μετά από καιρό, η Ανδρομάχη ένιωθε ότι απολάμβανε πραγματικά κάθε λεπτό αυτής της απρόσμενης γνωριμίας.
«Μάλιστα...» σκέφτηκε η Ανδρομάχη, προσπαθώντας να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Η παρουσία μου μόνο απαρατήρητη δεν του πέρασε. Καλά ξεκινά η βραδιά...»
Η διαπίστωση αυτή της χάρισε μια μικρή, κρυφή ικανοποίηση. Η έλξη που ένιωθε δεν έμοιαζε να είναι μονόπλευρη και αυτό της έδινε ακόμη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
«Εσείς... συγγνώμη», είπε γελώντας ελαφρά. «Βλέπεις; Καμιά φορά ο ενικός δεν έρχεται τόσο εύκολα. Εσύ είσαι από τη Θεσσαλονίκη;»
«Όχι», απάντησε εκείνη. «Από την Αθήνα. Μια πολύ καλή φίλη μου συμμετέχει σε ένα τριήμερο σεμινάριο πληροφορικής που γίνεται εδώ και σκέφτηκα πως ήταν η ιδανική ευκαιρία να αποδράσω μαζί της και να γνωρίσω λίγο καλύτερα την όμορφη Θεσσαλονίκη. Κι εσύ;»
Ο Φίλιππος χαμογέλασε. «Εγώ κατάγομαι από την Κέρκυρα, αλλά σπούδασα εδώ και μόλις πρόσφατα ολοκλήρωσα το μεταπτυχιακό μου στο πανεπιστήμιο. Οπότε, όπως καταλαβαίνεις, η Θεσσαλονίκη είναι κάτι περισσότερο από μια πόλη για μένα. Έχω δεθεί μαζί της.»
«Αν δεν γίνομαι αδιάκριτη...» είπε η Ανδρομάχη με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια, «αυτοί οι δεσμοί περιλαμβάνουν και κάποια... ιδιαίτερη παρουσία στη ζωή σου;»
Ο Φίλιππος γέλασε. «Αν εννοείς σχέση, όχι. Αυτόν τον καιρό είμαι μόνος. Θα έλεγα... μοναχικός σαν λύκος.» 
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε χαμογελώντας. «Τότε μάλλον είμαι τυχερή», είπε ήρεμα. «Δεν συμβαίνει κάθε βράδυ να βρίσκει κανείς έναν τόσο ευγενικό και γοητευτικό συνομιλητή, πρόθυμο να αφιερώσει τον χρόνο του σε μια άγνωστη. Ομολογώ πως η παρέα σου κάνει αυτή τη βραδιά πολύ πιο όμορφη.»
Ο Φίλιππος κράτησε για λίγο το βλέμμα του πάνω της. «Νομίζω», αποκρίθηκε χαμηλόφωνα, «ότι το ίδιο ακριβώς θα μπορούσα να πω κι εγώ.»
Για μια ακόμη φορά χαμογέλασαν σχεδόν ταυτόχρονα. Η κουβέντα κυλούσε ολοένα πιο φυσικά και η αρχική αμηχανία είχε πια δώσει τη θέση της σε μια οικειότητα που έμοιαζε να έχει γεννηθεί πολύ πριν από εκείνη τη νύχτα.
«Ελπίζω η συντροφιά μου να σταθεί αντάξια της βραδιάς», είπε ο Φίλιππος με ένα ήρεμο χαμόγελο. «Θα ήθελα να σου προσφέρω μια όμορφη εμπειρία στη Θεσσαλονίκη. Να δημιουργηθεί η κατάλληλη ατμόσφαιρα, να κυριαρχήσουν το κέφι και η αισιοδοξία και να περάσουμε μια βραδιά που θα τη θυμόμαστε με χαμόγελο.»
Έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε: «Από τη στιγμή που βρεθήκαμε, θεωρώ τον εαυτό μου οικοδεσπότη σου. Αν θελήσεις ή χρειαστείς οτιδήποτε, μπορείς να βασιστείς πάνω μου. Θα χαρώ πραγματικά να σε βοηθήσω και να κάνω τη διαμονή σου στη Θεσσαλονίκη όσο πιο όμορφη και ευχάριστη γίνεται. Ελπίζω η παρέα μου να συμβάλει στο να περάσεις όμορφα και να απολαύσεις κάθε στιγμή της βραδιάς.» Τα λόγια του την έβγαλαν από τις σκέψεις στις οποίες είχε χαθεί. Τον κοίταξε προσεκτικά. Ο τρόπος που μιλούσε ήταν ευγενικός, όμως πίσω από τη διακριτικότητα των λέξεων διέκρινε μια διάθεση να πλησιάσει περισσότερο.
«Και για οποιαδήποτε επιθυμία ή ανάγκη σου, είμαι στη διάθεσή σου», πρόσθεσε εκείνος με ένα ζεστό χαμόγελο και με μια ανεπαίσθητη λάμψη στα μάτια. «Μη διστάσεις να μου το ζητήσεις. Αν μπορώ να κάνω τη βραδιά σου πιο όμορφη, θα το κάνω με μεγάλη μου χαρά.»
Η Ανδρομάχη έγειρε ελαφρά το κεφάλι και χαμογέλασε πονηρά. «Για οτιδήποτε;» τον ρώτησε, αφήνοντας τη φράση να αιωρηθεί. «Ακόμη κι αν αυτό που θα ζητήσω σε βγάλει λίγο έξω από τη ζώνη της άνεσης σου;»
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά. Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε. Ο Φίλιππος χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση. «Νομίζω πως αξίζει να ακούσω πρώτα την πρόταση», αποκρίθηκε. «Και μετά να αποφασίσω αν είναι τόσο τολμηρή όσο την παρουσιάζεις.» Η Ανδρομάχη γέλασε χαμηλόφωνα. Το παιχνίδι των υπαινιγμών είχε μόλις αρχίσει και, όπως όλα έδειχναν, κανείς από τους δύο δεν βιαζόταν να αποκαλύψει όλα του τα χαρτιά.
«Ωραία μου κυρία», είπε ο Φίλιππος χαμογελώντας, «θέλω να ξέρεις κάτι. Από τη στιγμή που γνωριστήκαμε, είμαι εδώ για να κάνω τη βραδιά σου όσο πιο όμορφη γίνεται. Χωρίς επισημότητες, χωρίς «πρέπει» και υποχρεώσεις. Απλώς να περάσουμε καλά, να γελάσουμε και να απολαύσουμε τη στιγμή. Και, πίστεψε με, ο άντρας που έχεις απέναντί σου ενδιαφέρεται πραγματικά να γνωρίσει τη γυναίκα που κρύβεται πίσω από αυτό το όμορφο χαμόγελο.» Η Ανδρομάχη τον κοίταξε με εμφανή ευχαρίστηση. 
«Σ' ευχαριστώ, Φίλιππε», είπε. «Η αλήθεια είναι πως απολαμβάνω πολύ την παρέα σου. Είσαι ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος, ευχάριστος, με χιούμορ, και έχεις έναν τρόπο να κάνεις μια γυναίκα να αισθάνεται όμορφα χωρίς να προσπαθείς υπερβολικά.»
 Έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και χαμογέλασε. «Μόνο μια μικρή χάρη θα σου ζητήσω. Άσε το «ωραία μου κυρία». Μου ακούγεται λίγο... βγαλμένο από άλλη εποχή. Οι φίλοι μου με φωνάζουν Μάχη. Είναι πιο απλό, πιο αυθόρμητο. Και, νομίζω, ταιριάζει περισσότερο στη βραδιά μας.»
Ο  Φίλιππος γέλασε. «Η αλήθεια είναι πως το φυσιολογικό πολλές φορές γίνεται προβλέψιμο», είπε πειρακτικά. «Όμως, όσο σε γνωρίζω, τόσο περισσότερο πείθομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα προβλέψιμο πάνω σου.» 
Η Ανδρομάχη ύψωσε παιχνιδιάρικα το φρύδι.  «Αλήθεια; Και τι σε κάνει να το πιστεύεις;»
«Το βλέμμα σου», απάντησε χωρίς να διστάσει. «Λέει διαφορετικά πράγματα από τα λόγια σου. Σαν να κρύβει ιστορίες που δεν αποφάσισες ακόμη αν θέλεις να αφηγηθείς.»
 Η Μάχη χαμογέλασε αινιγματικά, πήρε μια μικρή γουλιά από το ποτό της και κράτησε τη σιωπή για λίγα δευτερόλεπτα.
 «Ίσως», είπε τελικά. «Ίσως, όμως, οι πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες να αξίζει να αποκαλύπτονται σιγά σιγά.»
 «Τότε», αποκρίθηκε ο Φίλιππος, «ελπίζω η αποψινή νύχτα να είναι αρκετά μεγάλη για να ακούσω τουλάχιστον την αρχή τους.»
 Η μουσική συνέχισε να γεμίζει τον χώρο, ενώ τα χαμόγελα τους πρόδιδαν πως η γνωριμία τους είχε μόλις περάσει σε ένα πιο προσωπικό, αλλά ακόμη γεμάτο μυστήριο, επίπεδο.
Ανάμεσά τους υπήρχε ακόμη ένα άδειο σκαμπό, μα η απόσταση έμοιαζε να μικραίνει με κάθε λέξη που αντάλλασσαν. Η Ανδρομάχη έγειρε ανεπαίσθητα προς το μέρος του και σήκωσε το ποτήρι της.
«Ευχαριστώ... Πάντως, μου αρέσει που με φωνάζεις Μάχη», είπε πριν πιει μια μικρή γουλιά από το κοκτέιλ της.
Ο Φίλιππος χαμογέλασε. «Η χαρά είναι δική μου, Μάχη. Και εκτιμώ πολύ την ειλικρίνειά σου. Θα σου μιλήσω κι εγώ με την ίδια ειλικρίνεια. Από την πρώτη στιγμή ένιωσα πως υπάρχει ανάμεσά μας μια ιδιαίτερη χημεία. Δεν ξέρω αν εξηγείται· ξέρω μόνο ότι σε βρίσκω εξαιρετικά γοητευτική και χαίρομαι πραγματικά που σε γνώρισα απόψε.»
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε για λίγες στιγμές χωρίς να μιλήσει. «Δεν ξέρω αν πιστεύω στον έρωτα με την πρώτη ματιά», είπε τελικά χαμογελώντας. «Ξέρω όμως ότι η παρέα σου μου κάνει πολύ καλό. Νιώθω άνετα μαζί σου, σαν να γνωριζόμαστε περισσότερο απ' όσο δείχνει το ρολόι.»
Ο Φίλιππος έγειρε κι εκείνος λίγο προς το μέρος της. «Μερικές φορές», αποκρίθηκε, «οι πιο όμορφες γνωριμίες δεν χρειάζονται χρόνο. Χρειάζονται μόνο δύο ανθρώπους που απολαμβάνουν πραγματικά ο ένας την παρουσία του άλλου.»
Η Μάχη γέλασε χαμηλόφωνα. «Πρόσεχε... Αν συνεχίσεις έτσι, θα αρχίσω να πιστεύω ότι είσαι πολύ πιο επικίνδυνος απ' όσο δείχνεις.»
«Κι εσύ;» τη ρώτησε πειρακτικά.
Εκείνη άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί για λίγο στον χώρο. Διέκρινε μερικά περίεργα βλέμματα να στρέφονται προς το μέρος τους και χαμογέλασε με μια δόση αυτοσαρκασμού.
«Μάλλον έχουμε τραβήξει λίγη περισσότερη προσοχή απ' όση περίμενα και το μόνο σίγουρο είναι ότι νιώθω πως μεταξύ μας όντως υπάρχει χημεία και με κάνεις απόψε να νιώθω ξεχωριστή και οι φοιτήτριες που ξεσαλώνουν στο μπαρ με κοιτάζουν με μισό μάτι που ήρθε απόψε η μιλφάρα και τους πήρε το καλύτερο τεκνό. Αγκάθι στο μάτι τους έγινα.», είπε χαμηλόφωνα. «Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, απόψε με νοιάζει μόνο η κουβέντα που κάνουμε οι δυο μας.»
Ο Φίλιππος σήκωσε το ποτήρι του. «Τότε ας πιούμε στην πιο όμορφη γνωριμία της βραδιάς.»
Τα ποτήρια τους ακούμπησαν απαλά και, για μια στιγμή, ο θόρυβος του μπαρ έμοιαζε να χάνεται πίσω από τα χαμόγελα και τις ματιές που συνέχιζαν να ανταλλάσσουν.
«Είσαι νέα και ωραία γυναίκα, Μάχη μου! Και τόσο εντυπωσιακά νέα που είναι πολύ εύκολο να σε μπερδέψουν με τις εικοσάχρονες φοιτητριούλες σαν να είσαι από την ίδια γενιά. Συγνώμη που παίρνω το θάρρος, και σου εκφράζω ανοιχτά τις προθέσεις μου, νομίζω πως εμείς οι δυο ταιριάζουμε ως ζευγάρι και χωρίς να θέλω να σε κάνω να νιώθεις άβολα, γενικά το κλίμα το νιώθω ότι είναι ερωτικό και ελπίζω να εκτιμήσεις και εσύ την ειλικρίνειά μου!»
Είχε πλέον βραδιάσει για τα καλά, και η Ανδρομάχη αισθανόταν ευχάριστα με τα δυο ποτά που είχε πιει ενώ έκαναν παρέα. Βέβαια, τα ποτά που είχε πιει δεν ήταν πολύ δυνατά, αλλά άρχισε να νιώθει την επίδρασή τους πάνω της καθώς η ηδονή γλιστρούσε στη κιλότα της. Δεν ένιωθε μεθυσμένη αλλά ένιωθε  ευχάριστα άτακτη.
«Δεν νιώθω καθόλου άβολα, Φίλιππε», είπε η Ανδρομάχη χαμογελώντας. «Και, μεταξύ μας, δεν χρειάζεται να βάζεις τόσους περιορισμούς. Αντίθετα, νιώθω πολύ όμορφα και άνετα μαζί σου. Η παρέα σου κάνει αυτή τη βραδιά ξεχωριστή και μου δίνει την ευκαιρία να ξεφύγω για λίγο από τη μοναξιά της καθημερινότητας.» Τον κοίταξε στα μάτια με ειλικρίνεια. «Δεν λένε πως η ντομπροσύνη και η ειλικρίνεια είναι οι καλύτερες βάσεις για να γνωριστούν δύο άνθρωποι; Μέχρι στιγμής, μου δείχνεις και τα δύο. Κι αυτό το εκτιμώ πραγματικά.»
«Οπότε είναι όλα οκ! Στις σχέσεις έμαθα πως κανείς δεν υποχρεώνει κανέναν. Δεν υπάρχει ούτε βία ούτε χυδαιότητα. Ούτε καν σεξουαλική παρενόχληση. Αν θες να κερδίσεις κάποια, τότε θα πρέπει να είσαι και πρόθυμος να τη χάσεις.  Ελπίζω να μη σε φέρνω σε δύσκολη θέση με αυτό που θα σου προτείνω», είπε ο Φίλιππος με διακριτικότητα. «Αν έχεις χρόνο και δεν βιάζεσαι να επιστρέψεις στο ξενοδοχείο όπου σε περιμένουν οι φίλες σου, θα ήθελα να σε πάω σε ένα πολύ όμορφο μέρος εδώ κοντά. Είναι από εκείνα τα σημεία της πόλης που αξίζει να τα μοιράζεσαι με καλή παρέα. Φυσικά, μόνο αν το θέλεις κι εσύ.»
«Όχι Φίλιππε, δεν υπάρχει κανένα θέμα με τις φίλες μου! Είναι πολύ ξεχωριστές για μένα και όπως καταλαβαίνεις δείχνουν την απαραίτητη κατανόηση! Και όσο για το χρόνο το σημερινό βράδυ είμαι μια ελεύθερη γυναίκα γεμάτη ερωτικές φαντασιώσεις και τρελά όνειρα, και με τέτοιο σέξι άνδρα για συνοδό «φλερτάρω κι ερωτεύομαι» είναι το μότο της αποψινής μου βραδιάς και εάν ανέχεσαι την παρουσία μου ευχάριστα όπως εγώ τη δική σου τότε όλη η νύχτα είναι δική μας και μπορώ να γυρίσω ότι ώρα θέλω στο ξενοδοχείο. Αν το θες και εσύ μπορούμε να πάμε κάπου να είμαστε πιο άνετα και μακριά από αδιάκριτα μάτια, προσφέροντας ο ένας στον άλλον ότι επιθυμεί να δώσει και στο βαθμό που οι ίδιοι ελεύθερα αποφασίζουμε να το κάνουμε.»
«Ιδιαίτερα ευχάριστο ηχεί στα αυτιά μου το ελεύθερα αποφασίζουμε και αυτό το μότο της αποψινής βραδιάς! «Φλερτάρω κι ερωτεύομαι». Και εγώ ομορφιά μου ελεύθερος και αδέσμευτος είμαι και στην απόλυτη διάθεση σου το αποψινό βράδυ, δίχως πολλές εξηγήσεις και με ανέμελη διάθεσή, σε προτρέπω να ξεφύγεις από τη ρουτίνα σου, να κάνεις απόψε κάτι έξω από τα συνηθισμένα, και αν επιθυμείς μια ερωτική περιπέτεια, άφησε ελεύθερο τον εαυτό σου να την απολαύσει, με μια καυτή ερωτική βραδιά που θα τη θυμάσαι για πάντα. Συμφωνείς;»
Η Ανδρομάχη έγνεψε πρόθυμα και το λαμπερό σέξι χαμόγελο της που απλώνεται στο πρόσωπό τη είναι μια ενστικτώδης αντίδραση ικανοποίησης.
Συνεπώς, αποφασίστηκε», είπε ο Φίλιππος χαμογελώντας. «Είναι μόλις δέκα λεπτά από εδώ. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό ξενοδοχείο με όμορφο μπαρ-ρεστοράν, πισίνα, χαλαρή μουσική και υπέροχη ατμόσφαιρα. Νομίζω πως είναι το ιδανικό μέρος για να συνεχίσουμε τη βραδιά μας χωρίς τη φασαρία του κλαμπ.» Την κοίταξε για μια στιγμή, σαν να περίμενε την απάντησή της. «Τι λες; Ξεκινάμε; Ελπίζω η υπόλοιπη νύχτα να αποδειχθεί εξίσου όμορφη με τη γνωριμία μας. Κι αν είμαστε τυχεροί, ίσως αυτή η βραδιά μας χαρίσει στιγμές που θα θυμόμαστε με χαμόγελο για πολύ καιρό.»
Προφανώς η σκέψη τους είναι ίδια και η επαφή τους προσφέρει όλη τη διέγερση και την ένταση που χαρακτηρίζουν τα πρώτα ραντεβού. Όλα κυλούσαν με ευχάριστο ρυθμό, με κουβεντούλα, και μια πολύ καλή χημεία σαν συντροφιά. Ένιωθαν και οι δύο πως η γνωριμία τους είχε εξελιχθεί πολύ πιο γρήγορα απ' όσο θα περίμεναν. Η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους ήταν ζεστή, αβίαστη και γεμάτη εκείνη τη σπάνια αίσθηση οικειότητας που γεννιέται όταν δύο άνθρωποι ανακαλύπτουν ότι βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος. Κάθε χαμόγελο, κάθε βλέμμα και κάθε μικρή παύση στη συζήτησή τους επιβεβαίωνε πως η έλξη ήταν αμοιβαία. Δεν χρειάζονταν μεγαλόστομες εξομολογήσεις ούτε τολμηρές δηλώσεις. Η γλώσσα του σώματος, οι διακριτικοί υπαινιγμοί και ο τρόπος που κοιτούσε ο ένας τον άλλον αρκούσαν για να αποκαλύψουν πως και οι δύο επιθυμούσαν να παρατείνουν αυτή τη γνωριμία και να δουν πού θα μπορούσε να τους οδηγήσει. Όποιος τους παρατηρούσε από απόσταση θα διέκρινε εύκολα πως ανάμεσά τους είχε δημιουργηθεί μια ιδιαίτερη χημεία. Τα πρόσωπά τους ήταν φωτεινά, τα χαμόγελά τους αυθόρμητα και τα βλέμματά τους έμοιαζαν να ανταλλάσσουν σιωπηλά υποσχέσεις. Ήταν από εκείνες τις σπάνιες στιγμές όπου η έλξη δεν εκφράζεται με λόγια, αλλά με την αβίαστη επιθυμία δύο ανθρώπων να συνεχίσουν να μοιράζονται τον ίδιο χώρο, τον ίδιο χρόνο και την αρχή μιας έντονης ερωτικής βραδιάς που μόλις είχε ξεκινήσει.
«Εκεί μένεις;»
«Όχι μένω εδώ στο κοντινό ξενοδοχείο όπου έχω και το αυτοκίνητο μου στο πάρκινγκ! Για ευκολία αν  συμφωνείς και εσύ προτείνω να πάρουμε ταξί.»
«Συμφωνώ», είπε η Ανδρομάχη με ένα φωτεινό χαμόγελο. «Απόψε θα αφήσω στην άκρη κάθε δεύτερη σκέψη και θα αφεθώ στη μαγεία της στιγμής. Εσύ ανέλαβε το τιμόνι κι ας μας οδηγήσει η νύχτα όπου εκείνη θελήσει.» Ο Φίλιππος ανταπέδωσε το χαμόγελο χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της. 
«Τότε ας αφήσουμε τη βραδιά να γράψει τη δική της ιστορία.» 
Η Ανδρομάχη ένιωσε την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα. Το μυαλό της γέμισε εικόνες ανέμελες και φωτεινές· ανθρώπους που γελούσαν, ζευγάρια που αντάλλασσαν τρυφερά βλέμματα και χέρια που έσμιγαν χωρίς δισταγμό. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, δεν την απασχολούσε το αύριο. Την ενδιέφερε μόνο η στιγμή, η συντροφιά του και η γλυκιά αίσθηση πως η νύχτα έκρυβε ακόμη εκπλήξεις που περίμεναν να αποκαλυφθούν. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. Άφησε τη φαντασία της να την παρασύρει εκεί όπου συνήθως δεν τολμούσε να ταξιδέψει. Φαντάστηκε τον εαυτό της πιο τολμηρό, πιο ελεύθερο, απαλλαγμένο από τις αναστολές που τη συνόδευαν τόσα χρόνια. Σαν να άφηνε πίσω της τη γυναίκα που όφειλε πάντοτε να είναι και να συναντούσε εκείνη που κρατούσε καλά κρυμμένη μέσα της. Η παρουσία του Φίλιππου λειτουργούσε σαν αθόρυβη πρόσκληση να εμπιστευτεί το ένστικτό της. Για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, ένιωθε έτοιμη να αφήσει τον εαυτό της να παρασυρθεί από τη μαγεία της στιγμής, να ζήσει χωρίς φόβο όσα μέχρι τότε κρατούσε μόνο στη σφαίρα της φαντασίας και να επιτρέψει στη νύχτα να γράψει τη δική της ιστορία.
......Ο Αλκιβιάδης γνώριζε από πρώτο χέρι πως η Ανδρομάχη, προικισμένη με μια σπάνια φυσική γοητεία, είχε την ικανότητα να κεντρίζει το ενδιαφέρον των ανδρών σχεδόν αβίαστα. Όταν έβαζε έναν στόχο στο μυαλό της, διέθετε εκείνο το ιδιαίτερο κράμα αυτοπεποίθησης, εξυπνάδας και θηλυκότητας που δύσκολα άφηνε κάποιον ασυγκίνητο. Η φαντασία του άρχισε να πλάθει εικόνες.Τους έβλεπε να βγαίνουν από το club, να επιβιβάζονται σε ένα ταξί και να χάνονται στους φωτισμένους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Τους φανταζόταν να κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον, τόσο κοντά ώστε κάθε στροφή του αυτοκινήτου να μικραίνει ακόμη περισσότερο την απόσταση μεταξύ τους. Το χαμηλό φως της πόλης περνούσε από τα παράθυρα, ενώ η κουβέντα τους γινόταν ολοένα πιο προσωπική, γεμάτη πειράγματα, χαμόγελα και υπαινιγμούς. Η Ανδρομάχη, με εκείνο το παιχνιδιάρικο ύφος που τη χαρακτήριζε όταν ένιωθε άνετα, έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και τον κοίταξε με μάτια που έμοιαζαν να προκαλούν περισσότερο παρά να ρωτούν. Γλίστρησε ακόμη πιο κοντά του, ώσπου ο ώμος της άγγιξε τον δικό του. Έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και χαμήλωσε τη φωνή της. «Μου φαίνεται», είπε με ένα αργό, παιχνιδιάρικο χαμόγελο, «ότι η γνωριμία μας σε έχει αναστατώσει περισσότερο απ' όσο θέλεις να παραδεχτείς.» Ο Φίλιππος ένιωσε τον λαιμό του να στεγνώνει. Χαμογέλασε αμήχανα και έστρεψε για μια στιγμή το βλέμμα του προς το παράθυρο, λες και εκεί θα έβρισκε την ψυχραιμία που του ξέφευγε. «Είναι τόσο φανερό;» ρώτησε τελικά. 
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε χωρίς να απομακρυνθεί. Τα μάτια της έμειναν καρφωμένα στα δικά του για μια στιγμή παραπάνω απ' όσο επέτρεπε η ευγένεια. «Αρκετά», ψιθύρισε. Ένα πονηρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της. «Και, μεταξύ μας... το βρίσκω πολύ κολακευτικό.»
Άφησε τη σιωπή να αιωρηθεί ανάμεσά τους, χωρίς να πάρει το βλέμμα της από πάνω του, σαν να απολάμβανε την αμηχανία του λίγο περισσότερο απ' όσο θα παραδεχόταν.
Η αμηχανία του μετατράπηκε σε γέλιο. Η ένταση που υπήρχε ανάμεσά τους δεν χρειαζόταν πλέον υπερβολικές χειρονομίες ή τολμηρές κουβέντες. Ήταν ήδη παρούσα, κρυμμένη στις σιωπές, στα βλέμματα και στην προσμονή για όσα θα μπορούσε να επιφυλάσσει η συνέχεια της νύχτας. Κόλλησε δίπλα του και άρχισε να του χαϊδεύει το φούσκωμα στο καβάλο του παντελονιού του. Του έριξε ένα πονηρό βλέμμα και χαμογέλασε. «Ε! Τι βλέπω εδώ; Αντίσκηνο έχεις στήσει!» τον πείραξε χαμηλόφωνα. «Το είχα προσέξει ήδη από το κλαμπ ότι ήσουν... κάπως αναστατωμένος. Συμβαίνει συχνά αυτό ή έχω την τιμητική μου απόψε; Φταίω εγώ γι' αυτή την... αναστάτωση;» »
Ο νεαρός άνδρας αιφνιδιάστηκε από το πείραγμα της και, για μια στιγμή, ένιωσε να τον κυριεύει αμηχανία. Απέφυγε το βλέμμα της, στρέφοντας το κεφάλι του προς το παρμπρίζ. Σχεδόν ενστικτωδώς έριξε μια διακριτική ματιά στον καθρέφτη του ταξί, προσπαθώντας να διαπιστώσει αν ο οδηγός είχε αντιληφθεί την κουβέντα τους. Ευτυχώς, ο ταξιτζής έμοιαζε απορροφημένος στην οδήγηση, αδιάφορος για όσα διαδραματίζονταν στο πίσω κάθισμα.
Ο Φίλιππος άφησε έναν ανεπαίσθητο αναστεναγμό ανακούφισης, ενώ ένα αμήχανο χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών του. Σιγά σιγά οι δισταγμοί του άρχισαν να υποχωρούν. Η παρουσία της, η οικειότητα που είχε αναπτυχθεί ανάμεσά τους και η σιωπηλή επιβεβαίωση που αντάλλασσαν με τα βλέμματά τους τού έδιναν το θάρρος να πλησιάσει περισσότερο. Ο νεαρός άνδρας δεν μπορούσε να βγάλει μιλιά. Ήταν σαν να ήταν σε νιρβάνα! Εκείνη χαμογέλασε με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια. «Απ' ό,τι βλέπω», του είπε πειρακτικά, «σου έχω προκαλέσει μεγάλη... αναστάτωση. Νομίζω, λοιπόν, πως έχω κι ένα μικρό χρέος να την αποκαταστήσω.» Το είπε γελώντας, αφήνοντας τα λόγια της να αιωρηθούν ανάμεσα τους σαν ένα διακριτικό πείραγμα, ενώ το βλέμμα της πρόδιδε τρυφερότητα και πρόκληση. Έριξε μια φευγαλέα ματιά πάνω του και χαμογέλασε με νόημα. «Και αυτόν», είπε πειρακτικά, «δεν γίνεται να τον αφήσουμε να... διαμαρτύρεται έτσι. Έχει σηκωθεί αγέρωχος, σαν τη βελόνα μιας μαγνητικής πυξίδας που δείχνει πεισματικά πάντα προς τον Βορρά.» Γέλασε χαμηλόφωνα και τον κοίταξε στα μάτια. «Μάλλον του έχεις χάσει τον έλεγχο απόψε.» Του ψιθύρισε σχεδόν συνωμοτικά, τόσο χαμηλόφωνα ώστε μόνο εκείνος να μπορεί να την ακούσει. Στα μάτια της χόρευε μια παιχνιδιάρικη σπίθα, ενώ το χαμόγελό της άφηνε να εννοηθούν περισσότερα απ' όσα αποκάλυπταν τα λόγια της. Η φωνή της είχε μια ζεστασιά και μια αδιόρατη πρόκληση που τον έκανε να την κοιτάξει ακόμη πιο έντονα, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει όσα έκρυβε πίσω από το βλέμμα της.
Με μια αργή, κίνηση, άφησε το χέρι του να ακουμπήσει απαλά πάνω στους μηρούς της αναζητώντας πρώτα τη συναίνεση της μέσα από το βλέμμα της. Εκείνη δεν αποτραβήχτηκε, αντίθετα, του χαμογέλασε ζεστά. Τότε τα δάχτυλά του γλίστρησαν απαλά κάτω από το φουστάνι της, σε ένα τρυφερό χάδι που εξέφραζε την αμοιβαία έλξη και την επιθυμία να μειώσουν κι άλλο την απόσταση ανάμεσά τους σε μια κίνηση πάθους. Οι άκρες των δαχτύλων του ταξίδευαν κατά μήκος των εσωτερικών μηρών της Ανδρομάχης, πλησιάζοντας όλο και πιο κοντά στο κέντρο της ηδονής της..................... 
.........................
.......«Αυτά και άλλα τόσα είναι τα σενάρια που υφαίνει ασταμάτητα το μυαλό μας, όταν η φαντασία παίρνει τα ηνία», συλλογίστηκε φευγαλέα ο Αλκιβιάδης. «Συχνά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, είναι απλώς οι φόβοι, οι επιθυμίες και οι αμφιβολίες μας που γεμίζουν τα κενά εκεί όπου λείπει η βεβαιότητα. Οι γνωστοί γρύλοι του μυαλού...» σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης. «Εκείνες οι επίμονες σκέψεις που αρχίζουν σαν ένας αθώος συλλογισμός και, πριν το καταλάβεις, μετατρέπονται σε αλυσίδα υποθέσεων. Όταν το μυαλό σκαλώνει, η μία αρνητική σκέψη διαδέχεται την άλλη, τα σενάρια διογκώνονται και οι λεπτομέρειές τους αποκτούν σχεδόν χειροπιαστή υπόσταση. Κι όσο περισσότερο τα αναπαράγεις, τόσο πιο αληθινά μοιάζουν, ακόμη κι αν δεν στηρίζονται σε κανένα πραγματικό γεγονός.» Τα σενάρια στο μυαλό του αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερη ζωντάνια. Οι εικόνες γίνονταν τόσο παραστατικές, ώστε άρχιζε να δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τι ήταν πραγματικότητα και τι αποκύημα της φαντασίας του. Κι εκεί ακριβώς ξεκινούσε ο πραγματικός κίνδυνος, όταν οι υποθέσεις φορούν το προσωπείο της αλήθειας, μπορούν εύκολα να γεννήσουν φόβους, παρεξηγήσεις και αποφάσεις που δεν στηρίζονται σε γεγονότα, αλλά στις ίδιες μας τις ανασφάλειες. Ο Αλκιβιάδης, όμως, δεν άφησε τη φαντασία του να του χαλάσει τη διάθεση. Συνειδητοποίησε πως όλα όσα είχε πλάσει στο μυαλό του δεν ήταν παρά υποθέσεις, χωρίς πραγματική βάση.
 «Δεν χρειάζεται να βασανίζομαι με εικασίες», σκέφτηκε. «Όσο δεν γνωρίζω την αλήθεια, κάθε συμπέρασμα είναι απλώς μια ιστορία που κατασκευάζει το μυαλό μου. Και δεν υπάρχει λόγος να αφήσω τη φαντασία να μεταμφιέζεται σε πραγματικότητα.» Χαμογέλασε αμυδρά και έδιωξε τις σκέψεις αυτές από το μυαλό του. Προτίμησε να μείνει σε όσα γνώριζε και όχι σε όσα υπέθετε. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να την αφήνεις να ασφυκτιά κάτω από το βάρος ατελείωτων υποθέσεων και διλημμάτων», σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης. «Κι όμως, η απιστία είναι από εκείνα τα ενδεχόμενα που εμφανίζονται συνήθως όταν δεν τα περιμένεις. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι μια τέτοια σκέψη θα μπορούσε να αγγίξει και τον ίδιο, να χτυπήσει τη δική του πόρτα, τη στιγμή μάλιστα που όλα στη σχέση του έμοιαζαν να κυλούν ήρεμα και αρμονικά.». 
Η συνέχεια στην ...
 
Web Informer Button