Ήταν στις αρχές του χειμώνα του έτους χίλια εννιακόσια ενενήντα, όταν μας συνέβησαν τα γεγονότα που πρόκειται να εξιστορήσω. Το πλοίο μας είχε αποπλεύσει από το Μπουσάν, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Νότιας Κορέας. Το απέραντο λιμάνι της, το μεγαλύτερο της χώρας και ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, απλωνόταν στο νοτιοανατολικό άκρο της κορεατικής χερσονήσου, εκεί όπου η στεριά παραδίδει τη θέση της στην ανοιχτή θάλασσα. Αφού αποβιβάσαμε τον πλοηγό (pilot), που είχε αναλάβει να οδηγήσει το πλοίο με ασφάλεια έξω από το λιμάνι, βγήκαμε στην ανοιχτή θάλασσα και χαράξαμε πορεία προς τα ανατολικά. Διασχίζαμε το στενό Tsugaru (Tsugaru Strait), ανάμεσα στα ιαπωνικά νησιά Χονσού (Honshu) και Χοκάιντο (Hokkaido), έχοντας βάλει πλώρη προς την έξοδο στον αχανή Ειρηνικό Ωκεανό, όταν τα πρώτα δυσοίωνα σημάδια της επερχόμενης κακοκαιρίας άρχισαν να ζωγραφίζονται στον ουρανό. Το δελτίο καιρού προέβλεπε βροχές στα στενά και σε ολόκληρη τη γύρω θαλάσσια περιοχή. Ο ουρανός έμοιαζε αποφασισμένος να μην διαψεύσει τους μετεωρολόγους και, λίγο αργότερα, άρχισε να βρέχει ασταμάτητα. Κάθε φορά που οι μπόρες δυνάμωναν, η ορατότητα περιοριζόταν σε λίγες μόλις εκατοντάδες μέτρα, μετατρέποντας το ήδη απαιτητικό πέρασμα σε πραγματική δοκιμασία για κάθε ναυτικό. Άλλωστε, ακόμη και με καλές καιρικές συνθήκες, η διέλευση της περιοχής θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολη.
Είχε ήδη περάσει ένα εικοσιτετράωρο από τότε που αφήσαμε πίσω μας το ακρωτήριο Έριμο Μισάκι (Erimo Misaki), στις νότιες ακτές του νησιού Χοκάιντο (Hokkaido), και συνεχίζαμε την πορεία μας προς τον ανοιχτό Ειρηνικό. Όλα έδειχναν πως η θάλασσα ετοιμαζόταν να μας δοκιμάσει. Το ακρωτήριο Έριμο Μισάκι (Erimo Misaki), το νοτιοανατολικότερο άκρο του Χοκάιντο, είναι ένας τραχύς, ανεμοδαρμένος τόπος, όπου μια αλυσίδα από μικρές βραχονησίδες ξεπροβάλλει μέσα από τα αφρισμένα νερά του Ειρηνικού. Οι ναυτικοί το γνωρίζουν και το σέβονται. Οι θυελλώδεις άνεμοι, τα μεγάλα κύματα και τα ισχυρά θαλάσσια ρεύματα καθιστούν την περιοχή μία από τις πιο απαιτητικές για τη ναυσιπλοΐα. Από την άνοιξη έως και τις αρχές του καλοκαιριού, η σύγκρουση του θερμού ρεύματος Κουροσίο (Kuroshio) με το ψυχρό ρεύμα Ογιάσιο (Oyashio) γεννά πυκνές νεφώσεις και συχνές ομίχλες, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο τη διέλευση των πλοίων.
Τη νύχτα, καθώς διασχίζαμε την περιοχή, ο χαμηλός ουρανός φωτιζόταν κατά διαστήματα από τις αργές, περιστρεφόμενες δέσμες των φάρων, που σάρωναν τη θάλασσα και τους βράχους, υπενθυμίζοντας αδιάκοπα στους ναυτικούς πως το Έριμο Μισάκι δεν συγχωρεί την απροσεξία.
Τα κύματα, καθώς πλησιάζαμε το ακρωτήριο, κατέφθαναν σε αλλεπάλληλα μέτωπα, ορμώντας με μανία πάνω στους ψηλούς, φαγωμένους από τη θάλασσα και τους αέρηδες βράχους. Μόλις συναντούσαν τη στεριά, υψώνονταν απότομα. Οι κορυφές τους έτρεμαν, φωσφόριζαν με πρασινωπές ανταύγειες και, την αμέσως επόμενη στιγμή, διαλύονταν σ' ένα σύννεφο αφρού, που ο άνεμος άρπαζε και διασκόρπιζε στον αέρα. Ύστερα οι υδάτινες μάζες καμπυλώνονταν, συγκρούονταν η μία με την άλλη και κατέρρεαν με έναν εκκωφαντικό βρυχηθμό, που έμοιαζε να ξεπηδά από τα έγκατα του ωκεανού.
Η βροχή, που μας συνόδευε όλες εκείνες τις ώρες, μεταβλήθηκε σε πραγματικό κατακλυσμό, ενώ τα σχετικά αραιά αστραπόβροντα έδωσαν τη θέση τους σε αδιάκοπες ομοβροντίες. Ο ουρανός είχε πάρει το χρώμα του μολυβιού και το πλοίο σκαμπανέβαζε ασταμάτητα, σχίζοντας με την πλώρη του, σαν τεράστιο μαχαίρι, την αγριεμένη θάλασσα. Τα αφρισμένα κύματα έσκαγαν με ορμή πάνω στο ατσάλινο σκαρί, σάρωναν το κατάστρωμα και έραναν με παγωμένο θαλασσινό αφρό τα φινιστρίνια του accommodation, που από τη γέφυρα έμοιαζε να είναι ένας καθρέφτης βρεγμένος από τη λύσσα της θάλασσας. Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν ήταν ούτε ο άνεμος ούτε τα κύματα. Ήταν το βαρόμετρο. Η βελόνα του κατέβαινε ασταμάτητα και με ανησυχητική ταχύτητα, προμηνύοντας ότι μπαίναμε στην καρδιά ενός βαθύτατου βαρομετρικού χαμηλού. Κανείς μας δεν χρειαζόταν περισσότερες εξηγήσεις· η θάλασσα ετοιμαζόταν να δείξει το πιο άγριο πρόσωπό της. Τις επόμενες ώρες ο καιρός αγρίευε ολοένα περισσότερο. Το κρύο γινόταν διαπεραστικό και η παγωμένη ανάσα του θυελλώδους ανέμου, ανακατεμένη με τη χιονοθύελλα, σου πάγωνε το μεδούλι. Η μία θύελλα διαδεχόταν την άλλη και τα κύματα υψώνονταν ολοένα πιο απειλητικά. Ο άνεμος, ουρλιάζοντας αδιάκοπα, κατέβαινε από τις βορειοδυτικές περιοχές των νήσων Κουρίλων και έσπρωχνε μπροστά του, σαν πανικόβλητη αγέλη, τη βροχή και το χιόνι, που σάρωναν τον ωκεανό και μαστίγωναν τα αφρισμένα κύματα.
Το βαρόμετρο είχε πέσει τόσο χαμηλά, ώστε ο δείκτης του είχε βγει έξω από την κλίμακα μέτρησης. Ήταν μια καταιγίδα αληθινά μανιασμένη, όμοια με ελάχιστες που είχα συναντήσει στα πολλά χρόνια που όργωνα τις θάλασσες. Ο αφρός και η αδιάκοπη εκτίναξη του νερού από τις κορυφές των κυμάτων δημιουργούσαν ένα αδιαπέραστο λευκό πέπλο. Ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς πού τελείωνε η θάλασσα και πού άρχιζε ο ουρανός. Το πλοίο, άλλοτε βρισκόταν σκαρφαλωμένο στις κορυφές των γιγάντιων κυμάτων, όπου δεχόταν ολόκληρη τη μανία του ανέμου, κι άλλοτε κατρακυλούσε στις βαθιές κοιλάδες που σχηματίζονταν ανάμεσά τους. Εκεί, για λίγες μόνο στιγμές, τα ίδια τα κύματα λειτουργούσαν σαν φυσικό προπέτασμα, προσφέροντας μια πρόσκαιρη προστασία από τη λυσσασμένη ορμή του αέρα. Ήταν ένα γιαπωνέζικο φορτηγό πλοίο, γερό σκαρί, ναυπηγημένο για να ταξιδεύει στους ανοιχτούς ωκεανούς και να αντέχει τις πιο σκληρές δοκιμασίες της θάλασσας. Κι όμως, εκείνη τη νύχτα ένιωθες πως είχε πάψει να είναι κύριος της πορείας του. Ήταν σαν ένα αόρατο γιγάντιο χέρι να το άρπαζε, να το σήκωνε ψηλά στις κορυφές των κυμάτων, να το τίναζε με δύναμη και ύστερα να το άφηνε να κατρακυλήσει στις σκοτεινές χαράδρες του ωκεανού.
Οι συνθήκες που ακολούθησαν ήταν εφιαλτικές. Ο πλοίαρχος μάς εξήγησε ότι η ενημέρωση από τους μετεωρολογικούς σταθμούς είχε φτάσει με καθυστέρηση. Ως αποτέλεσμα, η εικόνα που είχαμε σχηματίσει από τα δελτία καιρού ήταν ελλιπής και δεν αποτύπωνε το πραγματικό μέγεθος του φαινομένου. Έτσι, σχεδόν χωρίς να το αντιληφθούμε, βρεθήκαμε να ταξιδεύουμε στις παρυφές του κέντρου μιας απρόσμενα ισχυρής καταιγίδας στον Βόρειο Ειρηνικό. Καθώς ο άνεμος είχε πλέον ξεπεράσει τα δέκα μποφόρ και η καταπόνηση του πλοίου γινόταν ολοένα πιο ανησυχητική, αποφάσισε να συγκαλέσει σύσκεψη στην αίθουσα των ναυτικών χαρτών. Εκεί συγκεντρωθήκαμε όλοι οι επικεφαλής των τμημάτων του πλοίου, προκειμένου να εκτιμήσουμε από κοινού την κατάσταση και να εξετάσουμε τις διαθέσιμες επιλογές. Παρότι είχα ήδη ζήσει αρκετές σφοδρές κακοκαιρίες στις βόρειες θάλασσες, δυσκολευόμουν να πιστέψω πως βρισκόμασταν αντιμέτωποι με μια θύελλα έντασης σχεδόν κυκλωνικής, πέρα από τις Κουρίλες Νήσους, στον Βόρειο Ειρηνικό. Ήταν μια θαλάσσια περιοχή τόσο διαβόητη για τις χειμερινές φουρτούνες της, ώστε οι διεθνείς κανονισμοί να προβλέπουν ειδική γραμμή φόρτωσης για τα πλοία που ταξιδεύουν στα νερά αυτά. Εκείνη την ώρα, σχεδόν ασυναίσθητα, ήρθαν στον νου μου οι παράξενες και μυστηριώδεις ιστορίες που διηγούμασταν τις ατέλειωτες νύχτες στα καπνιστήρια των πλοίων. Μέχρι τότε τις άκουγα σαν θρύλους της θάλασσας· εκείνη τη νύχτα, όμως, έμοιαζαν να αποκτούν μια ανησυχητική αληθοφάνεια.
Ο πλοίαρχος μας κοίταξε έναν-έναν με βλέμμα ερευνητικό. Στα μάτια του διέκρινες εκείνο το δυσάρεστο προαίσθημα που γεννιέται όταν η εμπειρία προειδοποιεί πως τα δύσκολα βρίσκονται ακόμη μπροστά. Δεν επιχείρησε να επιβάλει την άποψή του· άφησε το ερώτημα να αιωρηθεί στην αίθουσα.
«Πώς αντιδρούμε;»
Ο υποπλοίαρχος, άνθρωπος συνήθως εύθυμος και γεμάτος ζωντάνια, έμοιαζε αγνώριστος. Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό και δυσκολευόταν να αποδεχθεί ότι, μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, είχαμε βρεθεί αντιμέτωποι με μια τόσο άγρια καταιγίδα. Έμοιαζε με καζάνι έτοιμο να εκραγεί από την πίεση. Μου θύμιζε ένα νευρικό τεριέ που τραβούσε αδιάκοπα το λουρί του. Πλησίασε στο γραφείο του ασυρμάτου, πήρε ένα τσιγάρο από το ανοιχτό πακέτο, το χτύπησε δυο φορές στον καρπό του, το έβαλε στα χείλη και το άναψε. Ρούφηξε βαθιά τον πρώτο καπνό και, καθώς τον άφηνε αργά να ξεφύγει από το στόμα του, στένεψε τα μάτια, παρακολουθώντας τον να αιωρείται μπροστά στο πρόσωπό του.
Ακολούθησε μια βαριά σιωπή. Ήταν σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος. Ο καθένας είχε βυθιστεί στις σκέψεις του, ζυγίζοντας μέσα του την κατάσταση.
«Χρειάζεται μεγάλο θράσος... και μεγάλη ασέβεια απέναντι στη θάλασσα για να πλησιάσει κανείς το μάτι ενός κυκλώνα», ψιθύρισε τελικά ο υποπλοίαρχος, λες και έδινε φωνή στις σκέψεις όλων μας.
«Σκέτη κόλαση...» μουρμούρισε ο ασυρματιστής, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από τον ναυτικό χάρτη και το τελευταίο δελτίο της μετεωρολογικής υπηρεσίας.
Το τελευταίο δελτίο της μετεωρολογικής υπηρεσίας δεν άφηνε περιθώρια αισιοδοξίας. Η χειμερινή καταιγίδα εκτεινόταν σε μια περιοχή ακτίνας περίπου οκτακοσίων ναυτικών μιλίων, με ανέμους που ξεπερνούσαν τα 90 χιλιόμετρα την ώρα και ριπές που έφθαναν ακόμη και τα 140.
Το πλοίο μας βρισκόταν ήδη σε απόσταση περίπου τριακοσίων ναυτικών μιλίων από το κέντρο του φαινομένου. Οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν τις χειμερινές καταιγίδες λιγότερο επικίνδυνες από τους τυφώνες ή τους τροπικούς κυκλώνες. Η πραγματικότητα όμως στη θάλασσα είναι διαφορετική. Μια ισχυρή χειμερινή καταιγίδα, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από χιονοθύελλα και πολικές αέριες μάζες, μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να μετατραπεί σε έναν πραγματικό εφιάλτη για κάθε πλοίο.
Τα κύματα είχαν πλέον θεριέψει. Κάθε φορά που το πλοίο έπεφτε με την πλώρη πάνω στον κυματισμό, έδινε την εντύπωση πως το μισό του σκαρί χανόταν μέσα στη σκοτεινή υδάτινη μάζα. Την αμέσως επόμενη στιγμή, τόνοι θαλασσινού νερού σηκώνονταν ορμητικά και έπεφταν με εκκωφαντικό πάταγο πάνω στα παράθυρα της γέφυρας, κάνοντάς τα να τρέμουν κάτω από τη μανία του ωκεανού.
Ο πλοίαρχος μάς κοίταξε έναν-έναν με βλέμμα ερωτηματικό, αναζητώντας τη σιωπηλή επιβεβαίωση της απόφασής του. Η αλλαγή πορείας, με στροφή προς τα νότια και επιστροφή στα ασφαλέστερα νερά, αποτελούσε τη μοναδική διέξοδο από την παγίδα στην οποία είχαμε βρεθεί. Η εξάντληση και η αγωνία των τελευταίων ωρών είχαν χαράξει βαθιές αυλακιές στο χλωμό, αξύριστο πρόσωπό του, κάνοντάς τον να δείχνει μεγαλύτερος από τα σαράντα πέντε χρόνια του.
Η γνωριμία και η συνεργασία μας κρατούσαν από τα χρόνια που υπηρετούσε ακόμη ως υποπλοίαρχος στα πλοία της εταιρείας. Ήταν το πρώτο πλοίο στο οποίο είχε αναλάβει καθήκοντα πλοιάρχου, κι όμως εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπες μπροστά σου έναν άνθρωπο που δοκιμαζόταν από το βάρος της ευθύνης. Έβλεπες έναν ναυτικό που γνώριζε ότι, όταν η θάλασσα αποφασίζει να δείξει τη δύναμή της, η επιμονή μετατρέπεται εύκολα σε απερισκεψία. Το σκληρό αυτό επάγγελμα, αλλά και οι ίδιες οι συνθήκες που επικρατούν στους ωκεανούς, δεν αφήνουν περιθώρια για προσωπικές αντιπαραθέσεις ή εγωισμούς. Εκεί έξω, η συνεργασία, η αλληλεγγύη και η αμοιβαία εμπιστοσύνη δεν είναι αρετές· είναι προϋποθέσεις επιβίωσης. Άλλωστε, πολλοί από εμάς είχαμε συνυπηρετήσει επί χρόνια στα περισσότερα πελάγη της γης, από τη Μεσόγειο μέχρι τους απέραντους θαλάσσιους δρόμους του Ατλαντικού και του Ειρηνικού. Οι δυσκολίες της θάλασσας μας είχαν διδάξει ότι, όταν το πλοίο δοκιμάζεται, όλοι αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας.
Υπήρχε, βέβαια, η πειθαρχία που απαιτούσε η ιεραρχία του πλοίου. Υπήρχε όμως και η ισοτιμία της γνώμης, όταν οι περιστάσεις το επέβαλλαν. Στις δύσκολες συνθήκες της ζωής και της εργασίας στη θάλασσα, η εμπειρία και η κρίση κάθε ανθρώπου μπορούσαν να αποδειχθούν πολύτιμες για την ασφάλεια όλων. Η ζωή των περισσότερων ανθρώπων μοιάζει με μια πολυκατοικία γεμάτη διαμερίσματα. Άλλα επικοινωνούν μεταξύ τους, άλλα παραμένουν κλειστά και απομονωμένα. Η ζωή των ναυτικών είναι διαφορετική. Οι ζωές τους ταξιδεύουν παράλληλα, μέσα στον ίδιο περιορισμένο χώρο, και ο ένας γνωρίζει τον άλλον όχι μόνο από τον χαρακτήρα του, αλλά κυρίως από την αξία, την εμπειρία και την ικανότητά του. Εκεί έξω, στον ωκεανό, ο αμοιβαίος σεβασμός δεν είναι τυπική ευγένεια· είναι όρος επιβίωσης. Η σύντομη εκείνη σύσκεψη φάνηκε να αναπτερώνει το ηθικό του πλοιάρχου. Χαλάρωσε για πρώτη φορά έπειτα από πολλές ώρες, έσκυψε πάνω στον ναυτικό χάρτη και, με σταθερό χέρι, χάραξε τη νέα πορεία που επέβαλλαν οι καιρικές συνθήκες.
Η επόμενη απόφαση ήταν άμεση. Το πλοίο άλλαξε πορεία, οι στροφές της κύριας μηχανής μειώθηκαν και κρατήσαμε την πλώρη κόντρα στον καιρό και στον κυματισμό, ώστε να διατηρήσουμε, έστω και οριακά, την πηδαλιουχία του και να μην παρασυρθούμε από τη μανία της θάλασσας. Με τη μεταβολή της πορείας απομακρυνόμασταν σταδιακά από το κέντρο της θύελλας, αλλά ταυτόχρονα και από τον λιμένα προορισμού μας. Ήταν πλέον βέβαιο πως το ταξίδι θα διαρκούσε πολύ περισσότερο απ' όσο είχαμε αρχικά υπολογίσει.
Με πολύ τύχη, αλλά και με περίσσιο κουράγιο, καταφέραμε να αφήσουμε πίσω μας τη σφοδρή χειμερινή καταιγίδα. Τρεις ημέρες αργότερα, με το πρώτο φως της αυγής, μια μεγάλη αλλαγή έγινε αισθητή σε ολόκληρη την πλάση. Στον ανατολικό ορίζοντα μια χρυσορόδινη αναλαμπή άρχισε να ξεπροβάλλει ανάμεσα στη θάλασσα και τον ουρανό. Ο ωκεανός είχε επιτέλους γαληνέψει και μια απαλή αύρα χάιδευε το πρόσωπό μας, σαν να ήθελε να σβήσει κάθε ίχνος από την οργή των προηγούμενων ημερών. Λίγο αργότερα, όταν ο πρωινός ήλιος υψώθηκε και πλημμύρισε τον ουρανό με το φως του, ο υποπλοίαρχος στεκόταν ακουμπισμένος στην κουπαστή της γέφυρας. Άφησε να του ξεφύγει μια βαθιά ανάσα και έμεινε σιωπηλός, κοιτάζοντας τον ορίζοντα. Συλλογιζόταν πόσο τυχεροί είχαμε σταθεί που ξεφύγαμε από την τρομερή καταιγίδα του Βόρειου Ειρηνικού με μικρές μόνο ζημιές και χωρίς καμία απώλεια στις υπερκατασκευές του πλοίου.
Τα μάτια του γυάλιζαν από ανακούφιση. Η ζωή είχε αρχίσει να βρίσκει ξανά τον γνώριμο ρυθμό της και το πλοίο συνέχιζε το ταξίδι του, σαν να μην είχε προηγηθεί εκείνη η άνιση αναμέτρηση με τη μανία του ωκεανού.
Το πλοίο ανέπτυξε και πάλι την κανονική ταχύτητά του και συνέχισε το ταξίδι με προορισμό τον λιμένα φόρτωσης, στο βορειοανατολικό τμήμα της νήσου Βανκούβερ, στη δυτική ακτή του Καναδά.
Είχαμε ακόμη πολλές ημέρες πλου μπροστά μας, ώσπου να φθάσουμε στα θαλάσσια στενά Χουάν ντε Φούκα (Juan de Fuca Strait).
Το στενό Χουάν ντε Φούκα, μήκους περίπου ενενήντα πέντε ναυτικών μιλίων, αποτελεί τη φυσική θαλάσσια πύλη που συνδέει τον Ειρηνικό Ωκεανό με τα εσωτερικά ύδατα της δυτικής ακτής της Βόρειας Αμερικής. Παράλληλα, στο μεγαλύτερο μέρος του, σχηματίζει το θαλάσσιο σύνορο ανάμεσα στον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το στενό Χουάν ντε Φούκα είναι ένα θαλάσσιο πέρασμα μοναδικής ομορφιάς, πλαισιωμένο από ορεινούς όγκους, βαθιές χαράδρες, δάση κωνοφόρων και ερημικούς παραλιακούς δρόμους. Τις νύχτες, κάτω από το απόκοσμο φως της σελήνης, η θαλασσινή αχλή απλώνεται πάνω από τη στεριά σαν πέπλο από μαργαριταρόσκονη, ενώ σμήνη θαλασσοπουλιών διαγράφουν αδιάκοπους κύκλους, βουτώντας με εντυπωσιακή επιδεξιότητα στα νερά. Η περιοχή επηρεάζεται από τις θερμές θαλάσσιες μάζες του βόρειου Ειρηνικού, που έχουν την καταγωγή τους από το μεγάλο ωκεάνιο ρεύμα Κουροσίο (Kuroshio), δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο μικροκλίμα με συχνές ομίχλες και θαλάσσια υγρασία. Το στενό πήρε το όνομά του το 1787 από τον Άγγλο πλοίαρχο και έμπορο γούνας William Barkley, προς τιμήν του Έλληνα πλοηγού Ιωάννη Φωκά — γνωστού στη διεθνή βιβλιογραφία ως Juan de Fuca — ο οποίος συμμετείχε σε ισπανική εξερευνητική αποστολή το 1592, αναζητώντας το θρυλικό Στενό του Ανιάν (Strait of Anian), το μυθικό πέρασμα που, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής, θα συνέδεε τον Ειρηνικό με τον Ατλαντικό Ωκεανό.
«Ύστερα από τις τρεις εφιαλτικές ημέρες στον Βόρειο Ειρηνικό, το καταπράσινο περίγραμμα της νήσου Βανκούβερ έμοιαζε στα μάτια μας περισσότερο με υπόσχεση παρά με στεριά. Τα πυκνά δάση της κατέβαιναν σχεδόν ως τη θάλασσα, σαν να προσπαθούσαν να αγκαλιάσουν τον κουρασμένο ταξιδιώτη που ερχόταν από τον ανοιχτό ωκεανό.»
Το νησί του Βανκούβερ βρίσκεται στη νοτιοδυτική γωνία της επαρχίας της βρετανικής Κολούμπια του Καναδά. Είναι χωρισμένο από την ηπειρωτική χώρα της βρετανικής Κολούμπια από τα στενά Johnstone, και Charlotte Strait στα βορειοανατολικά, και από τα στενά Georgia στο νοτιοανατολικό σημείο, το οποίο μαζί με το στενό Juan de Fuca κατά μήκος του νοτιοδυτικού σημείου που χωρίζουν τον Καναδά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο σύνολο του το νησί του Βανκούβερ είναι κατάφυτο σαν τροπικό δάσος με αυτοφυή κωνοφόρα μεγάλα δέντρα.
Η προβλήτα φόρτωσης ήταν φωλιασμένη στον βόρειο μυχό ενός μικρού κολπίσκου. Τα σκούρα πετρώματα της ακτής σχημάτιζαν ένα πλατύ μισοφέγγαρο, που κατέληγε, περισσότερο από ένα μίλι μακριά, στους πρόποδες ενός βραχώδους κάβου. Πίσω από τον κόλπο, η στεριά χανόταν μέσα σε πυκνά δάση από πανύψηλα κωνοφόρα, χαρακτηριστικά της βόρειας Βρετανικής Κολομβίας.
Δύο ρυμουλκά λικνίζονταν ήρεμα δεμένα στην προβλήτα. Ολόκληρη η εικόνα απέπνεε μια βαθιά γαλήνη, σαν ζωγραφικός πίνακας ή σαν εικόνα που θα περίμενε κανείς να δει σε καρτ ποστάλ.
Η φεγγαρόλουστη θάλασσα είχε το χρώμα του μολυβιού, σπασμένο μόνο από ασημένιες ανταύγειες. Ο ορίζοντας είχε σχεδόν σβήσει και η θάλασσα έμοιαζε να αγκαλιάζεται αθόρυβα με τον νυχτερινό ουρανό. Τι θαυμάσιο θέαμα!
Ο άκρατος καταναλωτισμός του σύγχρονου κόσμου δεν είχε ακόμη αλλοιώσει τον χαρακτήρα αυτού του απομονωμένου τόπου. Η φύση εξακολουθούσε να κυριαρχεί, επιβάλλοντας τη δική της σιωπή και το δικό της μέτρο.
Ύστερα από τόσες ημέρες στη θάλασσα, στο έλεος των κυμάτων και των αδιάκοπων σκαμπανεβασμάτων, ολόκληρο το πλήρωμα απολάμβανε με την ψυχή του τη συντροφιά στην τραπεζαρία του πλοίου. Ο καμαρότος μας είχε προμηθεύσει ένα εκλεκτό ουίσκι, κι αυτό ήταν αρκετό για να ζεστάνει ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα. Η γαλήνη έλυσε τις γλώσσες. Ο καθένας άρχισε να διηγείται ιστορίες από τη ζωή του και από τα ταξίδια του. Όπως ήταν φυσικό, οι συζητήσεις γρήγορα φούντωσαν, οι αναμνήσεις ζωντάνεψαν και οι σκέψεις αφέθηκαν ελεύθερες.
Δυνατά γέλια αντηχούσαν σε κάθε γωνιά του πλοίου. Ήταν όμορφο να βλέπεις ανθρώπους που, λίγες μόλις ώρες πριν, είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με τη μανία του ωκεανού, να χαλαρώνουν τώρα με ηρεμία, αυτοπεποίθηση και εκείνη τη σιωπηλή οικειότητα που γεννά η κοινή δοκιμασία. Έμοιαζαν να βρίσκονται στο σπίτι τους. Το πλοίο είχε ολοκληρώσει ακόμη ένα δύσκολο ταξίδι και είχε φθάσει με ασφάλεια στον προορισμό του. Εκείνη τη στιγμή επιβεβαιωνόταν, για ακόμη μία φορά, μια αλήθεια που η θάλασσα διδάσκει καλύτερα από κάθε άλλο σχολείο: τα σημαντικότερα επιτεύγματα είναι πάντοτε καρπός συλλογικής προσπάθειας. Μπορεί τα πρώτα βήματα να είναι διστακτικά ή αδέξια, όμως όταν οι άνθρωποι εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον και λειτουργούν ως ομάδα, μπορούν να ξεπεράσουν ακόμη και τις δυσκολότερες φουρτούνες.
Ο ασυρματιστής παραπονιόταν για τη σωματική του χαλάρωση. «Πρέπει να προσέχω», δήλωσε. «Βρίσκομαι σε επικίνδυνη ηλικία. Η κοιλιά, άμα την αφήσεις, παίρνει τα πάνω της. Λες και τρέφεται από μόνη της». Ένας ουδέτερος παρατηρητής μάλλον δεν θα συμφωνούσε μαζί του. Ο ασυρματιστής ήταν σαράντα ετών, αλλά έδειχνε μικρότερος. Είχε την εμφάνιση ανθρώπου στα τριάντα και μια αθλητική σιλουέτα, παρόλο που σπάνια τον είχα δει να γυμνάζεται. Φαινόταν πως ο μεταβολισμός του εργαζόταν ακόμη για λογαριασμό του.
Λίγο πιο πέρα, ο νεαρός ανθυποπλοίαρχος παρέμενε σιωπηλός, χαμένος στις σκέψεις του. Ίσως έκρυβε καλά μέσα του τη νεανική του ενεργητικότητα, περιμένοντας ασυνείδητα εκείνη τη στιγμή που μια γυναίκα με έντονο αισθησιασμό θα ερχόταν να ταράξει τα ήρεμα νερά της ζωής του.
Ο υποπλοίαρχος έβγαλε ένα πούρο από την τσέπη του, το άναψε και για λίγο έμεινε να παρακολουθεί τα δαχτυλίδια του αρωματικού καπνού που ανέβαιναν αργά προς την οροφή. Σταύρωσε τα πόδια του, βυθίστηκε αναπαυτικά στην πολυθρόνα και άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει πέρα από τα φινιστρίνια του πλοίου, στη γαλήνια εικόνα που απλωνόταν έξω από το σκάφος. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη φαντασία για να συμπληρώσει το σκηνικό. Το είχε ήδη δημιουργήσει μέσα στο μυαλό του. Κάπου, κάποτε, είχε διαβάσει μια παλιά ιστορία της Ανατολής που του είχε αφήσει αυτή την εικόνα, όμως δεν θυμόταν πια ούτε τον τίτλο ούτε τον συγγραφέα. Θυμόταν μόνο την αίσθηση: εκείνη τη μακρινή γοητεία ενός κόσμου διαφορετικού, όπου η σιωπή, η θάλασσα και η προσμονή είχαν τη δική τους γλώσσα.
****«Πέρα από τις θάλασσες υπάρχει ένα θαυμαστό βουνό,
που ονομάζεται Καρπός του Πεύκου.
Περίεργες πέτρες και θαυμαστοί γκρεμοί,
πανάρχαια κυπαρίσσια και γέρικα πεύκα,
λουλούδια που ποτέ δεν μαραίνονται
και καρποί που πάντοτε ωριμάζουν.
Ανάμεσα στα μπαμπού περιφέρονται ελάφια και ελαφίνες,
κρυμμένα μέσα στα σύννεφα και την ομίχλη.
Εκεί υπάρχουν γεύσεις γεμάτες ουσία,
τροφή αντάξια των θεών.
Ανέμελη ζωή!
Κατοικία των ευτυχισμένων αθανάτων.»*****
«Είστε όλοι σας τρελοί για δέσιμο», μουρμούρισε με ένα πλατύ χαμόγελο ο μάγειρας και χώθηκε ξανά στην κουζίνα του για να ετοιμάσει τα απαραίτητα επιδόρπια που θα τιμούσε η εκλεκτή μας ομήγυρη.
*****Το ποίημα αυτό ανήκε σε έναν παλιό ανατολικό μύθο, από εκείνες τις ξεχασμένες ιστορίες όπου η αναζήτηση της αθανασίας, η ομορφιά και η ανθρώπινη επιθυμία μπλέκονταν μεταξύ τους.
Αργότερα έγινε μέρος μιας ρομαντικής ιστορίας που τοποθετείται στα τέλη της πρώτης δυναστείας των Χαν — των λεγόμενων Δυτικών Χαν (206 π.Χ. - 8 μ.Χ.) — κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Τσενγκ (33 π.Χ. - 7 π.Χ.).
Στις μυθιστορηματικές βιογραφίες «Ζάο Φεϊγιαν Βεϊζουάν» και «Ζάο Φεϊγιαν Μπιεζουάν» περιγράφεται η εκπληκτική πορεία δύο φτωχών ορφανών κοριτσιών, της Φεϊγιαν και της Χέντε, οι οποίες, μέσα από μια αλληλουχία έρωτα, ίντριγκας, γοητείας και αυλικών μηχανορραφιών, κατόρθωσαν να φτάσουν η μία στον θρόνο ως Αυτοκράτειρα και η άλλη να γίνει η σημαντικότερη ευνοούμενη του Αυτοκράτορα.
.....................«Ο Ιωάννης Φωκάς ή Απόστολος Βαλεριάνος, γνωστός με το ισπανικό όνομα Χουάν ντε Φούκα ( 1536 – 1602)
Ήταν Έλληνας θαλασσοπόρος, που εξερεύνησε τις δυτικές ακτές της Βορείου Αμερικής για λογαριασμό του ισπανικού Θρόνου. Το όνομά του δόθηκε σε στενό ανάμεσα στην νήσο Βανκούβερ και τις ΗΠΑ, το οποίο οδηγεί στο λιμάνι του Βανκούβερ.
Ο Φωκάς ή Βαλεριάνος γεννήθηκε στο χωριό Βαλεριάνο της Κεφαλονιάς και ήταν ο τέταρτος γιος του Εμμανουήλ Φωκά ή Φωκά Βαλεριάνου με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Πιθανότατα το όνομά του ήταν Ιωάννης-Απόστολος.
Νέος ξενιτεύτηκε και εργάσθηκε επί σαράντα χρόνια ως πλοηγός στον στόλο των Δυτικών Ινδιών της Ισπανίας. Σε ένα του ταξίδι στις Φιλιππίνες, τον Νοέμβριο του 1587, το πλοίο στο οποίο επέβαινε, η Αγία Άννα (Santa Anna), το κατέλαβαν Άγγλοι και ο ίδιος πιάστηκε αιχμάλωτος χάνοντας όλες του τις οικονομίες και το φορτίο του πλοίου αξίας 60.000 δουκάτων.
Λίγο καιρό αργότερα αφέθηκε ελεύθερος και το 1588 πήγε στο Μεξικό, που τότε ονομάζονταν Νέα Ισπανία. Ο ισπανός αντιβασιλέας του Μεξικού, Λουίς ντε Βελασέο (Luis de Velaseo), τού έδωσε μία μικρή καραβέλα με την εντολή να εξερευνήσει τις δυτικές ακτές της Βορείου Αμερικής και να βρει τα μυθικά Στενά του Ανιάν (ισπ., Estrecho de Anián) που υποτίθεται πως ένωναν τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό.
Το πρώτο του ταξίδι το 1592 έληξε άδοξα, επειδή το πλήρωμά του στασίασε, και έτσι αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Ακαπούλκο. Κατά το δεύτερο ταξίδι του ανέβηκε βόρεια και νόμισε πως πραγματικά είχε βρει το πέρασμα προς τον Ατλαντικό μεταξύ του 47ου και 48ου γεωγραφικού παραλλήλου. Επέστρεψε στο Ακαπούλκο περιμένοντας για δύο χρόνια να λάβει την ανταμοιβή του για τις ανακαλύψεις του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το 1593 ή 1594, έφυγε για την Ισπανία ελπίζοντας πως θα τον ανταμείψει ο βασιλιάς της Ισπανίας. Τελικά, δεν βρήκε καμία ανταπόκριση και από τον ισπανικό Θρόνο και, απογοητευμένος, αποφάσισε να αποσυρθεί στην πατρίδα του.
Στην πορεία του προς την Κεφαλονιά, πέρασε και από την Φλωρεντία. Εκεί έτυχε να συναντήσει έναν Άγγλο ονόματι Τζον Ντούγκλας (John Douglass), στον οποίο αφηγήθηκε τις περιπέτειες του. Ο Ντάγκλας τού έδωσε μία συστατική επιστολή και τον έστειλε στον Μάικλ Λοκ (Michael Lok ή Locke), πλούσιο έμπορο και πρόξενο της Αγγλίας, ο οποίος έτυχε να βρίσκεται τότε στην Βενετία. Ο Φωκάς εξιστόρησε τις εξερευνήσεις του και στον Λοκ, ζητώντας από τον τελευταίο να μεσολαβήσει ώστε η Αγγλία να του χορηγήσει δύο πλοία για να συνεχίσει τις εξερευνήσεις του για το πέρασμα ανάμεσα στον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό. Ο Φωκάς ήλπιζε ακόμα πως οι Άγγλοι θα τον αποζημίωναν για το όσα έχασε όταν τον αιχμαλώτισαν στις Φιλιππίνες.
Ο Λοκ προσπάθησε να έρθει σε επαφή με την βρετανική κυβέρνηση, ζητώντας 100 λίρες για να πάει τον Φωκά στην Αγγλία, αλλά η απάντηση καθυστερούσε και ο Φωκάς έφυγε τελικά για την Κεφαλονιά. Το 1602, ο Λοκ έγραψε μία επιστολή στον Φωκά, αλλά δεν έλαβε ποτέ απάντηση. Έτσι, ο Λοκ υπέθεσε πως ο ηλικιωμένος Φωκάς είχε ήδη πεθάνει.
Η ιστορία του Φωκά, έτσι όπως την μετέφερε στον Λοκ, προδημοσιεύτηκε το 1625 στο βιβλίο του Άγγλου ταξιδιωτικού συγγραφέα Σάμιουελ Πούρτσας (Samuel Purchas, π. 1575–1626). Το 1787, ο Βρετανός πλοίαρχος Τσαρλς Μπάρκλεϋ (Charles Barkley), αναγνωρίζοντας τον πορθμό ανάμεσα στην νήσο Βανκούβερ και την Πολιτεία Ουάσιγκτον των ΗΠΑ ως τα μέρη που εξερεύνησε ο Φωκάς, έδωσε στην περιοχή το όνομα Στενά του Χουάν ντε Φούκα (αγγλ., Strait of Juan de Fuca).»
Πηγη: Wikipedia
Ήταν Έλληνας θαλασσοπόρος, που εξερεύνησε τις δυτικές ακτές της Βορείου Αμερικής για λογαριασμό του ισπανικού Θρόνου. Το όνομά του δόθηκε σε στενό ανάμεσα στην νήσο Βανκούβερ και τις ΗΠΑ, το οποίο οδηγεί στο λιμάνι του Βανκούβερ.
Ο Φωκάς ή Βαλεριάνος γεννήθηκε στο χωριό Βαλεριάνο της Κεφαλονιάς και ήταν ο τέταρτος γιος του Εμμανουήλ Φωκά ή Φωκά Βαλεριάνου με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Πιθανότατα το όνομά του ήταν Ιωάννης-Απόστολος.
Νέος ξενιτεύτηκε και εργάσθηκε επί σαράντα χρόνια ως πλοηγός στον στόλο των Δυτικών Ινδιών της Ισπανίας. Σε ένα του ταξίδι στις Φιλιππίνες, τον Νοέμβριο του 1587, το πλοίο στο οποίο επέβαινε, η Αγία Άννα (Santa Anna), το κατέλαβαν Άγγλοι και ο ίδιος πιάστηκε αιχμάλωτος χάνοντας όλες του τις οικονομίες και το φορτίο του πλοίου αξίας 60.000 δουκάτων.
Λίγο καιρό αργότερα αφέθηκε ελεύθερος και το 1588 πήγε στο Μεξικό, που τότε ονομάζονταν Νέα Ισπανία. Ο ισπανός αντιβασιλέας του Μεξικού, Λουίς ντε Βελασέο (Luis de Velaseo), τού έδωσε μία μικρή καραβέλα με την εντολή να εξερευνήσει τις δυτικές ακτές της Βορείου Αμερικής και να βρει τα μυθικά Στενά του Ανιάν (ισπ., Estrecho de Anián) που υποτίθεται πως ένωναν τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό.
Το πρώτο του ταξίδι το 1592 έληξε άδοξα, επειδή το πλήρωμά του στασίασε, και έτσι αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Ακαπούλκο. Κατά το δεύτερο ταξίδι του ανέβηκε βόρεια και νόμισε πως πραγματικά είχε βρει το πέρασμα προς τον Ατλαντικό μεταξύ του 47ου και 48ου γεωγραφικού παραλλήλου. Επέστρεψε στο Ακαπούλκο περιμένοντας για δύο χρόνια να λάβει την ανταμοιβή του για τις ανακαλύψεις του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το 1593 ή 1594, έφυγε για την Ισπανία ελπίζοντας πως θα τον ανταμείψει ο βασιλιάς της Ισπανίας. Τελικά, δεν βρήκε καμία ανταπόκριση και από τον ισπανικό Θρόνο και, απογοητευμένος, αποφάσισε να αποσυρθεί στην πατρίδα του.
Στην πορεία του προς την Κεφαλονιά, πέρασε και από την Φλωρεντία. Εκεί έτυχε να συναντήσει έναν Άγγλο ονόματι Τζον Ντούγκλας (John Douglass), στον οποίο αφηγήθηκε τις περιπέτειες του. Ο Ντάγκλας τού έδωσε μία συστατική επιστολή και τον έστειλε στον Μάικλ Λοκ (Michael Lok ή Locke), πλούσιο έμπορο και πρόξενο της Αγγλίας, ο οποίος έτυχε να βρίσκεται τότε στην Βενετία. Ο Φωκάς εξιστόρησε τις εξερευνήσεις του και στον Λοκ, ζητώντας από τον τελευταίο να μεσολαβήσει ώστε η Αγγλία να του χορηγήσει δύο πλοία για να συνεχίσει τις εξερευνήσεις του για το πέρασμα ανάμεσα στον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό. Ο Φωκάς ήλπιζε ακόμα πως οι Άγγλοι θα τον αποζημίωναν για το όσα έχασε όταν τον αιχμαλώτισαν στις Φιλιππίνες.
Ο Λοκ προσπάθησε να έρθει σε επαφή με την βρετανική κυβέρνηση, ζητώντας 100 λίρες για να πάει τον Φωκά στην Αγγλία, αλλά η απάντηση καθυστερούσε και ο Φωκάς έφυγε τελικά για την Κεφαλονιά. Το 1602, ο Λοκ έγραψε μία επιστολή στον Φωκά, αλλά δεν έλαβε ποτέ απάντηση. Έτσι, ο Λοκ υπέθεσε πως ο ηλικιωμένος Φωκάς είχε ήδη πεθάνει.
Η ιστορία του Φωκά, έτσι όπως την μετέφερε στον Λοκ, προδημοσιεύτηκε το 1625 στο βιβλίο του Άγγλου ταξιδιωτικού συγγραφέα Σάμιουελ Πούρτσας (Samuel Purchas, π. 1575–1626). Το 1787, ο Βρετανός πλοίαρχος Τσαρλς Μπάρκλεϋ (Charles Barkley), αναγνωρίζοντας τον πορθμό ανάμεσα στην νήσο Βανκούβερ και την Πολιτεία Ουάσιγκτον των ΗΠΑ ως τα μέρη που εξερεύνησε ο Φωκάς, έδωσε στην περιοχή το όνομα Στενά του Χουάν ντε Φούκα (αγγλ., Strait of Juan de Fuca).»
Πηγη: Wikipedia





'
