ADS

click to open

Τετάρτη 26 Μαΐου 2021

Daydreams! Sto Vathi Blue tou Okeanou Kai To Skyblue

...Μετά από μια δύσκολη και κοπιαστική ημέρα, έχοντας διασχίσει την ταραγμένη θάλασσα, ο Αλκιβιάδης άφησε έναν βαθύ στεναγμό να δραπετεύσει από τα στήθη του ως λυτρωτική βαλβίδα αποσυμπίεσης. Είναι η στιγμή της απόδρασης
 που το βλέμμα του, τον ταξιδεύει στο βαθύ μπλε του ωκεανού και στον γαλανό ουρανό, εκθέτοντας την ψυχή σε έναν ατέλειωτο ορίζοντα όπου ο χρόνος χάνει τη σημασία του και η φαντασία του γίνεται το μοναδικό του καταφύγιο. Όταν ο νους του ταξιδεύει σε αυτόν τον ατέλειωτο ορίζοντα, οι δείκτες του ρολογιού σταματούν και η πραγματικότητα δίνει τη θέση της σε μια εσωτερική του σιωπή.  Εξουθενωμένος, τεντώθηκε ηδονικά, απελευθερώνοντας την ένταση από την κοπιαστική ημέρα του, σήκωσε το κεφάλι κι άφησε το σπινθηροβόλο, ατίθασο βλέμμα του να πλανηθεί έξω από το μεγάλο φινιστρίνι του γραφείου του.
Στο βάθος του απέραντου ορίζοντα, οι τελευταίες αχτίδες από το φως της μέρας έβαφαν τον χώρο με σκούρες μπλε και μαβιές σκιές. Ήταν το βασίλειο του ωκεάνιου δειλινού, εκείνης της μαγικής, εφήμερης στιγμής που ποτέ δεν πρόλαβε πραγματικά να χαρεί, καθώς η νύχτα καταπίνει τη μέρα με μια ταχύτητα τόσο αμείλικτη, όσο και η ίδια η ροή του χρόνου.
Κατέβασε μια γουλιά απ’ το παλιό κονιάκ με την κεχριμπαρένια όψη και το ευγενικό του άρωμα, περίμενε δυο-τρία λεπτά πριν από τη δεύτερη γουλιά, όπως άρμοζε σε μια τελετουργία μυσταγωγίας, και ύστερα άφησε το ποτήρι του στο τραπέζι. Απλώθηκε στον αναπαυτικό καναπέ του γραφείου του και αφέθηκε στη σιωπή της βαθιάς σκέψης και στη γαλήνη των ονειροπολήσεων του, προκειμένου να ακούσει το μέσα του… την καρδιά του, την ψυχή του… την πεμπτουσία της ύπαρξής του! …Να φέρει ζωή στη ζωή τους!
Σε ελάχιστα λεπτά, η νύχτα θα έπεφτε, βαριά και βελούδινη, στον κόσμο γύρω του. «Καθώς η σιωπή της νύχτας τύλιγε το γραφείο του, οι σκέψεις του Αλκιβιάδη απομακρύνθηκαν από τις σκιές του παρελθόντος και ταξίδεψαν στο αληθινό του λιμάνι, την Ανδρομάχη του και τα παιδιά τους, το αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του και το θεμέλιο του μέλλοντος τους.
Μέσα στην δυσκολία της ημέρας και την κούραση της πραγματικότητας, η σκέψη του Αλκιβιάδη βρίσκει άγκυρα στην Ανδρομάχη. Μια σχέση που δεν λύγισε, αλλά σφυρηλατήθηκε μέσα στις δυσκολίες. Η βαθιά εμπιστοσύνη και η σιωπηλή επικοινωνία αποτελούν τα θεμέλια μιας σύνδεσης που ξεπερνά τα λόγια, προσφέροντας στον καθένα τους την απόλυτη ασφάλεια. Η αγάπη τους δεν τρέφεται από πρόσκαιρες εντάσεις, αλλά από το σταθερό, ανθεκτικό φως της αμοιβαίας αφοσίωσης και της αληθινής τρυφερότητας. Αυτή η αγάπη ήταν τόσο δυνατή που μπορούσε να επιβιώνει και να αντέχει ακόμα και στην απόσταση. Στην ίδια την απόσταση που, παραδόξως, αντί να φθείρει, συχνά δυνάμωνε και βελτίωνε τη λειτουργία της σχέσης τους, μετατρέποντας τη νοσταλγία σε μια αόρατη, αδιάσπαστη κλωστή που τους κρατούσε πάντα ενωμένους. Βέβαια, η απόσταση πρόσθετε έναν βαθμό δυσκολίας που απαιτούσε αδιάκοπη προσπάθεια και από τις δύο πλευρές, μαζί με ακλόνητη δέσμευση για τη διατήρηση του δεσμού. Ήταν μια διαρκής επένδυση στην εμπιστοσύνη και στη δύναμη του ζευγαριού να ορίσει το κοινό του μέλλον σε μια «δύσκολη πίστα», την οποία όριζε η γεωγραφική απόσταση.
Κι όμως, αυτή ακριβώς η απόσταση λειτουργούσε σαν παράδοξο ελιξήριο, πασπάλιζε τον έρωτά τους με πάθος, ένταση, βαθύ συναίσθημα και τη διαρκή επιβεβαίωση ότι αυτό που μοιράζονταν ήταν μοναδικό. Είναι δύσκολο να οριστεί και ακόμη πιο δύσκολο να μετρηθεί η ευτυχία. Μα αν η ευτυχία είναι πράγματι αυτή η κατάσταση ευφορίας και ψυχοσωματικής ικανοποίησης, τότε ο Αλκιβιάδης, καθισμένος μόνος στο μισοφώτιστο γραφείο του, ένιωθε να τον πλημμυρίζει ολόκληρο. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και ταξίδεψε πέρα από τα χιλιόμετρα, ονειρευόμενος πως βρισκόταν ήδη εκεί, τυλιγμένος στη ζεστασιά του σπιτιού τους, στην αγκαλιά όσων αγαπούσε.
Η Ανδρομάχη, με το σώμα της μελιχρό σιρόπι, μετατράπηκε σε μια ναζιάρα γατούλα που κούρνιασε γουργουρίζοντας πρόθυμα μέσα στην αγκαλιά του, απολαμβάνοντας τα χάδια και την αμέριστη προσοχή του συντρόφου της, κι αυτός τη γεύεται άπληστα, σαν το πολυτιμότερο δώρο της ζωής του.
Αγκαλιάστηκαν τρισευτυχισμένοι κι έπειτα ο Αλκιβιάδης, με μια αιφνίδια, παιχνιδιάρικη ορμή, την σήκωσε στον αέρα. Η σωματική τους ρώμη βρισκόταν σε ακμή, η αρτιμέλεια τους ζηλευτή. Ευκίνητος και δυνατός, με την Ανδρομάχη ανάλαφρη στην αγκαλιά του, τη στριφογύρισε με πάθος και την παρέσυρε σ' έναν αυθόρμητο, μεθυστικό στροβιλισμό. Τα πόδια της δεν άγγιζαν πια χάμω, τα χέρια της είχαν τυλιχτεί γύρω από τον λαιμό του, και τα μαλλιά της ανακατεύονταν ατίθασα στον χαρούμενο χορό τους, καθώς ο χρόνος σταματούσε για να τους αφήσει να ζήσουν την απόλυτη, καθαρή ευτυχία.
Ο Αλκιβιάδης φαινόταν να απολαμβάνει το ανεξέλεγκτο κοκκίνισμα του προσώπου της. Χάιδεψε με τον αντίχειρα του τη λεπτή, απαλή επιδερμίδα κάτω από το σαγόνι της.
«Δεν έχω ξαναδεί τέτοια μάτια» της είπε σχεδόν αφηρημένα. «Μου θυμίζουν την πρώτη φορά που αντίκρισα τη Θάλασσα.» Τα ακροδάχτυλα του ακολούθησαν τη γραμμή του σαγονιού της. «Όταν ο άνεμος κυνηγάει τα κύματα μπροστά του, το νερό έχει το ίδιο γκριζοπράσινο που έχουν τώρα τα μάτια σου... κι έπειτα, στο βάθος του ορίζοντα, γίνεται σκούρο γαλάζιο.»
Η Ανδρομάχη μπορούσε μόνο να υποθέσει ότι την περιέπαιζε πάλι. Παίρνοντας μια μεγάλη ανάσα, τον κοίταξε ευτυχισμένη.
«Τι θέλεις από μένα;»
Ο Αλκιβιάδης άργησε να απαντήσει. Τα δάχτυλά του σύρθηκαν μέχρι τον λοβό του αυτιού της, μαλάζοντας τον απαλά. «Θέλω τα μυστικά σου. Και θα τα μάθω, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο.»
Χωρίς να το συνειδητοποιήσουν, βρέθηκαν ξαφνικά στον καναπέ, αγκαλιασμένοι πάντα. Άρχισαν να φιλιούνται ώσπου τα γέλια τους έγιναν μουρμουρητά κι ασυνάρτητοι ήχοι. Κάποτε, η Ανδρομάχη τραβήχτηκε από την αγκαλιά του και σηκώθηκε όρθια. Στάθηκε στο κέντρο του δωματίου. Η ανάσα της ήταν τραχιά και τα μαλλιά της ανακατεμένα.
«Ε, φτάνει! Σταμάτα το αυτό.»
«Ανδρομάχη!»
Ο Αλκιβιάδης έκανε να σηκωθεί από τον καναπέ ξετρελαμένος μαζί της, αλλά εκείνη τον σταμάτησε, τεντώνοντας τα χέρια στο στήθος του και πισωπάτησε.
« Όχι, Αλκιβιάδη, άκουσέ με.»
Ο Αλκιβιάδης έχει περίσσεια αδρεναλίνης και την εκλιπαρεί με το βλέμμα του να μη του αρνηθεί, ζητιανεύοντας ψήγματα στοργής.
«Κοίτα, Αλκιβιάδη… Το ξέρεις πόσο θέλω να… Μα είναι η ώρα που όπου να 'ναι έρχονται τα λατρεμένα βλαστάρια μας. Τα φέρνει ο παππούς από το σχολείο τους… Καταλαβαίνεις!»
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε.
« Μάλιστα,» είπε και σηκώθηκε.
Πήγε ως το παράθυρο και κοίταξε έξω. Την ένιωσε που ήρθε και τον αγκάλιασε από πίσω, την ένιωσε να σφίγγεται πάνω του σαν να ζητούσε προστασία και συμπαράσταση. Γύρισε και την πήρε στην αγκαλιά του. Την αγαπούσε. Την αγαπούσε πολύ. Οκτώ χρόνια ήταν μαζί και ήξερε ότι ταίριαζαν οι δυο τους. Του άρεσε αυτό το κορίτσι από την πρώτη στιγμή· ήταν καλή πάστα ανθρώπου. Δεν κοιτούσε μόνο το συμφέρον της, ήταν γεμάτη αισθήματα και αισιοδοξία, της άρεσε να προσφέρει δίχως να περιμένει ανταμοιβή. Περνούσαν καλά οι δυο τους κι αυτό με τον καιρό τους είχε δέσει αρμονικά. Όμως ακόμα και στις αντιπαραθέσεις τους, ο καβγάς έβρισκε διέξοδο. Ξεθύμαιναν εύκολα. Άφηναν κατά μέρος τους εγωισμούς και έψαχναν για πιθανές λύσεις. Ξεκίνησε και πήγε στην πόρτα εξόδου. Σταμάτησε στο κατώφλι και κοίταξε πίσω του. Συμφιλιώνεται, ενώ ο πόθος του καταλάγιαζε αργά-αργά στα μάτια του... Υπακούοντας με καρτερία στην έκκληση της.
« Εντάξει! Προφανώς φοβάσαι πως αν συνεχίσω, δε θα καταφέρεις να ελέγξεις τον πόθο σου για μένα,» της είπε με ένα πονηρό, τρυφερό χαμόγελο.
Με πλατύ χαμόγελο, γελαστά μάτια και ένα ρόδινο χρώμα που έβαψε το πρόσωπο της, οι καθάριες γκρίζες ίριδες των ματιών της είχαν τώρα πινελιές στο πράσινο χρώμα του ωκεανού.
«Είσαι ένα άσωτο κάθαρμα, ένας ασυνείδητος παλιάνθρωπος, ένας...»
Εκείνος την κοίταξε πειρακτικά και άφησε το βλέμμα του να χρονοτριβήσει στη λυγερή, όμορφη σιλουέτα της. «Μην ξεχάσεις το «ακόλαστος μουρντάρης», της είπε, απολαμβάνοντας διαστροφικά να την ενοχλεί. «Διαφωνούμε συνεχώς. Δεν αντέχουμε ο ένας τον άλλον. Λες και είμαστε παντρεμένοι.» ...και βγήκε προτού εκείνη βρει κάτι να του πετάξει!
Ο Αλκιβιάδης βυθίζεται απολαυστικά στη μαγεία μιας τελευταίας ονειροπόλησης… Είναι στη στιγμή που τίποτα δεν τον βιάζει… που δεν έχει βιασύνη για τίποτα μέσα του… είναι στη στιγμή που ονειρεύεται τόσο ζωντανά πως αγκαλιάζει αυτούς που αγαπά, αυτούς στους οποίους είναι δοσμένος ολοκληρωτικά! Την Ανδρομάχη του που, με την τρυφερότητα και την αγάπη της μάνας, κρατά απ’ το χέρι τα λατρευτά βλαστάρια τους.
Το βράδυ τον βρήκε χωμένο στην πολυθρόνα του γραφείου του, κρατώντας το ποτήρι με το κονιάκ. Αν και αργά, συνεχίζει να ατενίζει τη θάλασσα που άλλαζε χρώμα, παίρνοντας τις μυστηριώδεις αποχρώσεις της νύχτας. Πόσο τον ηρεμούσε η γαλήνη της θάλασσας! Η μουσική από το CD του Αντρέα Μποτσέλι, «Best Songs Of Andrea Bocelli», στους ήχους του «Can't Help Falling In Love», ήταν για αυτόν πηγή έμπνευσης. Ο Αλκιβιάδης βυθίζεται απολαυστικά στη μαγεία μιας τελευταίας ονειροπόλησης… Είναι στη στιγμή που τίποτα δεν τον βιάζει… που δεν έχει βιασύνη για τίποτα μέσα του… είναι στη στιγμή που ονειρεύεται τόσο ζωντανά πως αγκαλιάζει αυτούς που αγαπά, αυτούς στους οποίους είναι δοσμένος ολοκληρωτικά! Την Ανδρομάχη του που, με την τρυφερότητα και την αγάπη της μάνας, κρατά απ’ το χέρι τα λατρευτά βλαστάρια τους. Οι αναμνήσεις χαϊδεύουν τα σφαλισμένα του μάτια και του υπόσχονται σύντομα έναν βαθύ, γλυκό ύπνο, που θα συνεχίσει να τον ταξιδεύει στον μαγικό κόσμο των ονείρων. Και όταν βυθίστηκε τελικά στον ύπνο, το όνειρο έγινε η όμορφη παλίρροια που έφτασε ως την Ανδρομάχη του και τα παιδιά τους. Τους αγαπούσε με μια μεγάλη ένταση που τον πλημμυρίζει, κι αυτή η πλημμύρα της αγάπης γεμίζει την ψυχή του από χαρά κι αγαλλίαση. Κι ας μην τους το έλεγε ίσως τόσο συχνά, όσο το ψιθύριζε στον ίδιο του τον εαυτό! Τώρα ήξερε. Θα τους το έλεγε από εδώ και πέρα. Θα τους το έλεγε σ’ όλη τους τη ζωή από εδώ και πέρα.

Click to OpenAndrea Bocelli .....
 
Web Informer Button