ADS

click to open

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ta Logia Tis Tavernas

«Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ.» ...«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.........«Άτιμο το Ζουζούνι!» λέει η Εριφύλη.  Μας ταξίδεψε απόψε, μια καλοκαιρινή νύχτα, με τη μυθοπλαστική αφήγηση της, που με τόση δεξιοτεχνία έρχεται να ρίξει φως στα πιθανά σενάρια γύρω από τα εξωσυζυγικά παραστρατήματα της πεθεράς μου! Η εξαιρετική πλοκή της περιγράφει τα υποτιθέμενα γεγονότα με τρόπο σχεδόν μαγικό. Κι όταν τα ακούς έτσι, με τόση ζωντάνια και λεπτομέρεια, δύσκολα μένεις αδιάφορος. 
Όλα πρέπει να είχαν ξεκινήσει μια φλογισμένη καλοκαιριάτικη μέρα, σ’ ένα καταπράσινο, γαλήνιο και μυρωδάτο τοπίο, με καταπληκτική θέα στον κάμπο. Τριγύρω αγριόχορτα, μυρωδικά, λουλούδια κάθε λογής και χρώματος, κι ένας πλούσιος ίσκιος από θεόρατα πλατάνια. 
Δίπλα τους το αρτεσιανό με το γάργαρο νερό του. Μια ειδυλλιακή γωνιά, απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, που έκανε τους δυο τους να αισθάνονται ελεύθεροι. Ήταν μόνοι. Εντελώς μόνοι. Γύρω τους κανείς. Μόνο το τιτίβισμα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων. Και η φύση ολόκληρη να μοιάζει σαν να τους καλεί να ξεχάσουν για λίγο τον κόσμο.
Ο Λέανδρος την κοιτούσε με φανερό πόθο. «Ρε Ηρώ, της είπε, η μέρα είναι ακόμη μπροστά μας και σήμερα οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες. Στα δελτία μιλάνε για καύσωνα, γαμώ την τύχη μας! Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη. Τι θα έλεγες να περάσουμε μαζί μία-δυο ευχάριστες ώρες;
Η Ηρώ τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Αφεντικό, δε ντρέπεσαι; Εγώ, μια παντρεμένη γυναίκα, μαζί σου;» «Κορίτσι μου, τέτοια θα κοιτάμε τώρα; Πώς να στο πω πιο όμορφα; Καταλαβαίνεις πολύ καλά τι θέλω. Κι εγώ καταλαβαίνω πως κάτι ανάλογο αισθάνεσαι κι εσύ. Μη μου κάνεις τη δύσκολη. 
«Πραγματικά έχω πέσει από τα σύννεφα,» του είπε. «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν να ζητάς τέτοια πράγματα τόσο ανοιχτά. Δε γίνεται τίποτα. Βρες καμιά άλλη. Τζάμπα χάνεις την ώρα σου.»
 Ο Λέανδρος χαμογέλασε. «Η αδυναμία μου, όμως, είσαι εσύ. Κι ό,τι θέλεις από μένα, θα το έχεις.»
Η Ηρώ δεν είχε ξαναβρεθεί σε μια τέτοια κατάσταση. Κι όμως, εκείνη τη μέρα όλα έμοιαζαν να έχουν συμβεί χωρίς σχεδιασμό, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση, σχεδόν αυθόρμητα. Ίσως έτσι να γεννιούνται μερικές ιστορίες, όχι επειδή τις προγραμματίζει κανείς, αλλά επειδή κάποια στιγμή οι συνθήκες συναντιούνται και δημιουργούν τη δική τους δυναμική.
Μέσα στο καταπράσινο τοπίο, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, το χλοερό γρασίδι έφτανε μέχρι τα πόδια τους και το αρτεσιανό κελάρυζε δίπλα τους. Η Ηρώ γέλασε. Ύστερα χαμήλωσε για λίγο τα μάτια και κοίταξε τον Λέανδρο. 'Ηταν ωραίος άντρας. Ψηλός, καστανός, γεροδεμένος, λεβέντης. Και εκείνη τη στιγμή, ίσως για πρώτη φορά, αναγνώρισε μέσα της κάτι που μέχρι τότε είχε προσπαθήσει να κρύψει ακόμη κι από τον ίδιο της τον εαυτό. Μια επιθυμία. Μια φαντασίωση. Ίσως μια αλήθεια που τόσο καιρό είχε σπρώξει κάτω από το χαλί.
Η συνέχεια, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του «Ζουζουνιού,» δεν άργησε να έρθει. Και το παράξενο είναι πως η ιστορία της, παρόλο που ήταν φτιαγμένη από μυθοπλασία, μου φάνηκε τόσο βαθιά δεμένη με την πραγματική ζωή, ώστε για λίγο παρασύρθηκα κι εγώ. Τελικά, είπα, άσε την Ηρώ και τον Λέανδρο. Άλλαξε θέμα, γιατί θα μας πάρει το ξημέρωμα!
«Αλήθεια, ρε Ζουζούνι τι ηλικία έχει αυτός ο πώς τον λες… ο Γλίτσας;»
«Γύρω στα σαράντα πέντε »τον κάνω.
«Και με τη Φαίδρα, δηλαδή, τι παίζει; Πώς και έμπλεξε με τον κομψευόμενο τζιτζιφιόγκο; Είναι και κοντός, ανάθεμα τον! Για λέγε… Το θέμα είναι γαργαλιστικό και οι λεπτομέρειές του ακόμη γαργαλιστικότερες!»
Η Άλκηστις γέλασε. «Γιατί τον λες τζιτζιφιόγκο τον άνθρωπο, ξαδέρφη; Τι σημαίνει αυτό;»
«Τζιτζιφιόγκος είναι λαϊκή, σκωπτική λέξη. Λέγεται για άντρα με επιτηδευμένο ντύσιμο και παρουσιαστικό, που παριστάνει τον γόη.»
«Και πού το κατάλαβες ότι ο τύπος είναι τζιτζιφιόγκος;»
«Τι να σου πω, ξαδερφούλα μου; Αυτός κάνει μπαμ από χιλιόμετρα. Ντύνεται και 
συμπεριφέρεται επιδεικτικά, λες και είναι κόμης. Ένας ψευτοδανδής! Ένα χάρχαλο! Δεν ξέρω κιόλας αν μπορεί να υποστηρίξει τον ρόλο που παριστάνει.»
«Όπως κι αν τον χαρακτηρίζει κανείς, όσο τον αφορά, η συχνή συναναστροφή του με τη Φαίδρα εξάπτει τα κουτσομπολιά και δίνει τροφή για σχόλια. Ιδίως από τη στιγμή που ο σύζυγός της είναι ναυτικός και συνήθως απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα από την οικογένεια και το συζυγικό τους κρεβάτι. Ε, όπως λένε… δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.»
«Ναι είναι αλήθεια! Έτσι λένε για τη φωτιά και τον καπνό! Αναρωτιέμαι! Γιατί οι κοντοί έχουν πάντα τις καλύτερες γκόμενες; Είχε δίκιο η γιαγιά μας που μας έλεγε ότι «όλα τα καλά αιδοία έχουν πάει στους κοντούς»!
«Μπράβο η γιαγιά! Δηλαδή χωρίς ντροπή έλεγε τέτοια πράγματα;»
«Ντροπή-ξεντροπή, το ως άνω αξίωμα ότι όλα τα καλά αιδοία, για κάποιο μυστηριώδη λόγο, έχουν καταλήξει στους κοντούς, δεν είναι κάτι αόριστο και νεφελώδες. Επαληθεύεται πανηγυρικά!»
Η Άλκηστις σήκωσε το φρύδι της, διασκεδάζοντας. « Α, ώστε επαληθεύεται πανηγυρικά; Δεν έχω λόγους να το αμφισβητήσω ούτε βάσιμες αντιρρήσεις για την αλήθεια ή την ορθότητα του. Άλλωστε, όπως λες κι εσύ, τα ίδια τα γεγονότα φαίνεται να το επαληθεύουν. Ε, έτσι είναι η ζωή, καλή μου ξαδέρφη. Συμβαίνουν αυτά.» Και, αφού πήρε μια μικρή ανάσα, συνέχισε με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που ετοιμάζεται να εκφωνήσει σπουδαία κοινωνιολογική θεωρία. «Ειδικότερα στην παρούσα συγκυρία, όπου ο ερίτιμος σύζυγος της Φαίδρας απουσιάζει από τη συζυγική κλίνη και τον περισσότερο καιρό αλωνίζει τους ωκεανούς με τα καράβια. Είναι αναγκασμένος, βλέπεις, από το επάγγελμα που διάλεξε, να αγωνίζεται για να προσφέρει πλουσιοπάροχα τον άρτον της οικογένειας του.
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Και λοιπόν;»
«Και λοιπόν, καλή μου, όταν η μοναξιά κρατάει πολύ, η νοσταλγία γίνεται επίμονη και η επιθυμία αρχίζει να χτυπάει την πόρτα, τότε είναι που εμφανίζεται ο διάολος. Κι ο διάολος, όπως ξέρουμε, δεν χρωστάει ποτέ καλό!
«Δηλαδή ρε Ζουζούνι;»
«Δηλαδή βάζει την ουρά του στις ατέλειωτες μέρες και νύχτες που τη Φαίδρα την αγγίζουν η μοναξιά, η θλίψη και η νοσταλγία της ερωτικής συντροφιάς. Κι όταν η ανάγκη μεγαλώνει, η φαντασία αρχίζει να αναζητά διεξόδους. Πρώτα στις ονειροπολήσεις και ύστερα, ποιος ξέρει, μπορεί και στην πραγματική ζωή.
Η Εριφύλη την κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Μάλιστα… Άρα έχουμε πλέον και κοινωνιολογική ανάλυση.»
«Όχι μόνο κοινωνιολογική, Ζουζούνι μου. Έχουμε και εμπειρική έρευνα!»
Και οι δυο ξέσπασαν στα γέλια.
«Υποψιάζομαι πως μια εσωτερική σύγκρουση, από εκείνες τις συνηθισμένες ψυχολογικές διεργασίες που ταλαιπωρούν συχνά τις γυναίκες των ναυτικών, βασάνιζε και τη Φαίδρα.
Ήταν, λοιπόν, εγκλωβισμένη στο γνωστό δίπολο. «Παναγία ή Πόρνη». Από τη μια η γυναίκα που οφείλει να είναι σεμνή, υπομονετική, πιστή, αφοσιωμένη στο σπίτι και στην οικογένεια. Από την άλλη η γυναίκα που έχει επιθυμίες, φαντασιώσεις, ανάγκες και το δικαίωμα να αναγνωρίζει το σώμα και τη σεξουαλικότητά της ως δικά της.
Και κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές φωνές βρισκόταν η Φαίδρα.
Η μία ήταν η φωνή της φύσης. Εκείνη η βαθιά, επίμονη εσωτερική επιθυμία που δεν ενδιαφέρεται για κοινωνικούς κανόνες και στερεότυπα. Η άλλη ήταν η φωνή της κοινωνίας, η φωνή του «καλού κοριτσιού», που έχει διαμορφωθεί μέσα από αιώνες αντιλήψεων και θέλει τη γυναίκα παθητική, σεμνή, εγκρατή και προσανατολισμένη σχεδόν αποκλειστικά στον ρόλο της συζύγου και της νοικοκυράς.
Και η Φαίδρα βρισκόταν ανάμεσα στις δύο. Η μια φωνή της έλεγε. «Είναι φυσιολογικό να τον θέλεις.» Η άλλη ψιθύριζε. «Τι θα πουν οι άλλοι;» Κι εκεί ακριβώς γεννιόταν ο φόβος. Όχι τόσο ο φόβος της επιθυμίας, όσο ο φόβος της κρίσης. 
Και τότε η σεξουαλικότητα παύει να είναι απλώς μια ερωτική υπόθεση. Γίνεται ζήτημα ταυτότητας. Γίνεται η προσπάθεια μιας γυναίκας να αποφασίσει ποια είναι όταν κανείς δεν την κοιτάζει και δεν της υπαγορεύει πώς πρέπει να συμπεριφέρεται.
Το κλειδί, ίσως, δεν βρίσκεται ούτε στην καταπίεση ούτε στην άκριτη παράδοση στην επιθυμία., Βρίσκεται στην αποδοχή. Στην αποδοχή του εαυτού της και στην επαναδιαπραγμάτευση των προσωπικών της ορίων. Γιατί η επιθυμία από μόνη της δεν κάνει μια γυναίκα ούτε καλή ούτε κακή. Είναι απλώς ένα κομμάτι της ανθρώπινης φύσης.
Η Φαίδρα είχε πάρει την υπομονή της μητέρας της και μπορούσε να αντέξει πολλά πριν χάσει την ψυχραιμία της. Και δεν υπήρχε λόγος να τη χάσει στη συγκεκριμένη περίσταση. Τα βράδια όταν τα παιδιά της  κοιμόντουσαν, αυνανιζόταν στα σκοτάδια προσπαθώντας να καταπραΰνει την κάψα που ένοιωθε. Ήταν ένα ένοχο μυστικό, που ακόμα και τώρα, μετά τα τριάντα της χρόνια, τη βασάνιζε. Ο γάμος της με το πέρασμα του χρόνου δεν κάλυπτε τα ερωτικά της κενά, με αποτέλεσμα οι σεξουαλικές της επιθυμίες να επιστρέφουν ως φαντασιώσεις διαφυγής. Νιώθει την ανάγκη να παρακάμψει τους κανόνες τώρα να βρει επιτέλους το θάρρος να διεκδικήσει αυτό που πραγματικά επιθυμεί! Ίσως ένας εραστής να είναι αυτό ακριβώς που περιμένει. Ένιωθε έντονη επιθυμία να παρακάμψει τους κανόνες και να ικανοποιήσει την ανάγκη στις σεξουαλικές της ορμές!
 Παραβιάζοντας λοιπόν τους κανόνες τουλάχιστον δεν θα πήγαινε με τον πρώτο τυχόντα. Οπότε ο καθηγητής της κόρης της δεν ήταν ο πρώτος τυχόντας, ήταν και άμεσα διαθέσιμος και μια κάποια λύση. 
«Μη μου πεις ότι παίζει και «φάση» με τη Φαίδρα, και ότι έχει εμπλακεί σε μία σχέση μόνο για το σεξ μαζί του. Μα είναι δυνατόν! Είναι τόσο τυχερός ο τζιτζιφιόγκος που του κάθεται η κυρία;»  
«Είναι άλλωστε «κοινό μυστικό»  ότι έχουν περιστασιακά συνευρεθεί σε ερωτικές επαφές μεταξύ τους. Στην Αθήνα μάλιστα οι κακές γλώσσες του περίγυρου της τάξης της κόρης λένε διάφορα λίγο έως πολύ καυστικά! σχόλια.»
«Όπως;» 
«Ο «τζιτζιφιόγκος» είχε αναλάβει «φιλικά» τα καθήκοντα να βοηθά επικουρικά την κόρη της στα μαθήματα την χρονιά που ετοιμαζόταν για τις πανελλήνιες εξετάσεις της και η Φαίδρα ένιωθε βαθιά την υποχρέωση και αναζητούσε εύσχημο τρόπο να βγάλει την υποχρέωση και να τον ευχαριστήσει που παρείχε μαθησιακή καθοδήγηση στην κόρη της. Ταυτόχρονα όμως, και ο «Λιμοκοντόρος» έψαχνε την ευκαιρία για να πηδήξει την Φαίδρα. 
Η Φαίδρα δεν άργησε να του ανταποδώσει και αυτή την υποχρέωση της. Εε! Να οι κακόβουλες διαδόσεις, αφήνουν υπαινιγμούς και λένε ότι δέχεται απροσκόπτως τις επισκέψεις του και τον αποζημιώνει για την βοήθεια που προσφέρει στην κόρη της και τον πληρώνει καλά, και όταν χρειάζεται να την βοηθήσει καμία ώρα παραπάνω τον πληρώνει.. ακόμα πιο καλά... »
«Όταν λες ακόμα πιο καλά... πώς το εννοείς;»
«Ε, χρυσή μου, οι κακές γλώσσες δεν χρειάζονται και πολλή ενθάρρυνση για να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα. Λένε πως η Φαίδρα, αφού ένιωθε ευγνωμοσύνη για τη μαθησιακή βοήθεια που πρόσφερε στην κόρη της, έβρισκε κι εκείνη τον δικό της τρόπο να τον… ανταμείβει. Και όσο πιο πρόθυμος ήταν εκείνος να προσφέρει «έκτακτες» ώρες διδασκαλίας, τόσο πιο γενναιόδωρη γινόταν η κυρία στην… ανταπόδοση.»
«Δηλαδή, θέλεις να πεις πως όλη αυτή η ιστορία με τα μαθήματα ήταν απλώς η αφορμή;»
«Αυτό ακριβώς ψιθυρίζουν. Εγώ, βέβαια, δεν ξέρω τι από όλα αυτά είναι αλήθεια και τι είναι δημιούργημα της γειτονιάς. Ξέρεις πώς γίνεται. Μια επίσκεψη για μάθημα γίνεται δύο επισκέψεις, οι δύο γίνονται συχνές επισκέψεις και, πριν καλά-καλά το καταλάβεις, έχει γραφτεί ολόκληρο μυθιστόρημα.»
«Και ο τζιτζιφιόγκος; Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό;»
«Μάλλον όχι.»
«Και η Φαίδρα;»
«Η Φαίδρα είναι άλλη ιστορία. Αυτή δεν είναι γυναίκα που την παίρνει εύκολα ο άνεμος. Μπορεί να κάνει υπομονή, μπορεί να σωπαίνει, μπορεί να κουβαλάει πολλά μέσα της. Όταν όμως αποφασίσει πως θέλει κάτι, δύσκολα κάνει πίσω.»
«Άρα;»
«Άρα, χρυσή μου, αν οι φήμες έχουν έστω και μια σταγόνα αλήθειας, δεν ήταν μόνο εκείνος που έψαχνε ευκαιρία. Μπορεί να έψαχνε και η ίδια μια διέξοδο από τη ζωή που είχε αρχίσει να τη στενεύει.»
Η Άλκηστις την κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που προμήνυε πως η κουβέντα δεν είχε τελειώσει.
«Δηλαδή έχουμε έναν καθηγητή που προσφέρει επιπλέον ώρες και μια παντρεμένη γυναίκα που δείχνει ιδιαίτερη… ευγνωμοσύνη;»
«Εγώ δεν είπα τίποτα τέτοιο.»
«Όχι, βέβαια. Οι κακές γλώσσες το είπαν.»
«Ακριβώς. Εμείς απλώς τις ακούμε.»
«Και τις πιστεύουμε;»
«Αυτό είναι το δύσκολο. Στα κουτσομπολιά ποτέ δεν ξέρεις που τελειώνει η αλήθεια και πού αρχίζει η φαντασία.»
«Από την πίσω πόρτα, ε; Ή αλλιώς… οθωμανικό! Χμμμ… ωραία φάση είναι αυτή!»
«Ξαδέρφη, έχω μια απορία. Γιατί το λένε οθωμανικό;»
«Γιατί οι Τούρκοι μας πήραν καβάλα τετρακόσια χρόνια και το μάθανε!»
«Σοβαρά το λες;»
«Καλέ όχι! Υπάρχει και ένας πιο επίσημος, ιστορικοφανής και επιστημονικοφανής τρόπος να το εξηγήσουμε. Αν και, απ’ ό,τι φαίνεται, μάλλον πρόκειται για λάθος ορισμό που ταξιδεύει από λαό σε λαό.»
«Για λέγε…»
«Οι Δυτικοί το λένε «ελληνικό», εμείς «οθωμανικό», οι Τούρκοι «περσικό», ενώ οι Πέρσες το λένε «Qazvin style». Το Qazvin είναι πόλη της Περσίας που, σύμφωνα με τη σχετική φήμη, έχει αποκτήσει… ιδιαίτερη παράδοση σ’ αυτά τα πράγματα και αποτελεί πηγή ανεκδότων. Κάτι σαν τα δικά μας τα Ποντιακά.»
«Παράδειγμα;»
«Να, ένα απ’ αυτά τα παλιά μαύρα ανέκδοτα. Μια μάνα χάνει το παιδί της και πάει στην αστυνομία να δώσει περιγραφή. Οκτώ χρονών, στρουμπουλά μπούτια, φορούσε σορτσάκι, ροδαλά μαγουλάκια… Ο αστυνομικός αρπάζει τον ασύρματο και λέει. Οκτάχρονος αγνοούμενος στην περιοχή του νότιου Qazvin!»
Η Άλκηστις ξέσπασε στα γέλια.
«Άρα, αν το κατάλαβα σωστά, οι Δυτικοί το φορτώνουν σ’ εμάς, εμείς στους Τούρκους, οι Τούρκοι στους Πέρσες και οι Πέρσες… σε συγκεκριμένους Πέρσες!»
«Ακριβώς! Ένας ατελείωτος γεωγραφικός κύκλος ευθυνών!»
«Πάντως, όπως και να το λένε και ό,τι κι αν λέμε, ρε Άλκηστις, ένα είναι βέβαιο: η Φαίδρα είναι πραγματικά πολύ όμορφη γυναίκα. Αυτό που λέμε μπουκιά και συχώριο. Μου θυμίζει μάλιστα εκείνη την ηθοποιό που έπαιζε στο… Πρόεδρος για μια Μέρα. Πώς τη λένε, διάβολε; Μου διαφεύγει τώρα.»
«Και πού τη θυμήθηκες;»
«Έτσι μου ήρθε. Ίσως γιατί έχει εκείνη την κομψότητα, την αρχοντιά, αυτό το…κυρία με τα όλα της. Γι’ αυτό και δεν το πιστεύω ότι μπλέχτηκε μ’ αυτόν τον λιμοκοντόρο.»
«Γιατί, τι σου φταίει ο άνθρωπος;»
«Τι μου φταίει; Δεν μου φταίει τίποτα! Αλλά αυτή είναι κοκέτα, περιποιημένη, με παρουσία… κι αυτός, αγάπη μου, είναι σαν ζαρωμένη ρέγκα!»
«Καλά, καλά… Μην τον σταυρώνεις κιόλας!»
«Εγώ; Εγώ απλώς απορώ. Τόσος κόσμος κυκλοφορεί εκεί έξω και η κυρία βρήκε τον συγκεκριμένο για να του κάνει τα χατίρια!»
«Έρωτας είναι αυτός, ξαδέρφη μου. Ο έρωτας δεν παίρνει πάντα σωστές διαστάσεις και μετρήσεις!»
«Ή μήπως παίρνει… και τις δικές του διαστάσεις;»
Η Άλκηστις την κοίταξε για μια στιγμή και ξέσπασε πάλι στα γέλια. «Άντε, παράτα μας! Εσύ θα μας πεθάνεις σήμερα! Εριφύλη! Sigourney Weaver τη λένε. Και, απ’ όσο γνωρίζω, είναι και η μεγάλη αδυναμία του Νικηφόρου.»
«Ποια; Η Φαίδρα;»
«Για την ηθοποιό λέω, καλέ! Για τη Φαίδρα δεν ξέρω. Λες να τη γουστάρει ο Νικηφόρος; Διόλου απίθανο. Εσύ δεν λες ότι είναι πολύ ωραία γκόμενα; Λογικό το βρίσκω να κολλάει το ματάκι του.»
«Λογικό; Αμ, άμα θέλει να του τα βγάλω! Άκου λογικό! Πόσο χρονών είναι η Φαίδρα και πόσο η κόρη της;»
«Πρέπει να είναι γύρω στα τριάντα έξι με τριάντα επτά η Φαίδρα και δεκαοκτώ με δεκαεννιά η κόρη της.»
«Δηλαδή η Φαίδρα παντρεύτηκε πολύ μικρή;»
«Ναι. Οι κακές γλώσσες,που, ως συνήθως, στα χωριά δεν χρωστούν καλό σε άνθρωπο, λένε πως ήταν από μικρή λίγο ζωηρή και άτακτη, δεδομένης και της αναμφισβήτητης ομορφιάς της αλλά και του ιδιαιτέρως φλογερού ταμπεραμέντου της. Βεβαίως, ως γνωστόν, καπνός χωρίς φωτιά δεν βγαίνει και ίσως κάτι να υπήρχε πίσω απ’ όλα αυτά.»
«Και οι γονείς της;»
«Οι γονείς της την απέκτησαν σε μεγάλη ηλικία. Ήταν άνθρωποι συντηρητικοί και ήθελαν να τη δουν αποκαταστημένη, με έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να τη φροντίζει και να της προσφέρει μια ασφαλή ζωή. Γι’ αυτό φρόντισαν να την παντρέψουν νωρίς μ’ έναν κοντοχωριανό της, ναυτικό στο επάγγελμα.»
«Έτσι απότομα;»
«Έτσι περίπου. Εγώ υποψιάζομαι πως υπήρξε και αρκετή πίεση από την πλευρά των γονιών της. Έρωτας, πάντως, δεν νομίζω να υπήρχε ιδιαίτερος στην αρχή τουλάχιστον. Περισσότερο μια συμφωνία ζωής, όπως γινόταν συχνά παλιότερα.»
«Και τώρα;»
«Τώρα ζουν στην Αθήνα τον χειμώνα και το καλοκαίρι επιστρέφουν στο χωριό για διακοπές. Ο άντρας της λείπει μεγάλα διαστήματα στη θάλασσα κι εκείνη περνάει αρκετό καιρό μόνη της. Κι όπως καταλαβαίνεις… στα χωριά οι απουσίες είναι πάντα πιο εύκολες να σχολιαστούν απ’ όσο να εξηγηθούν.»
«Μάλιστα…» Η Εριφύλη την κοίταξε πλάγια. «Κι εσύ, βλέπω, έχεις αρχίσει να μου φτιάχνεις ολόκληρο βιογραφικό της γυναίκας.»
«Ε, κάπως πρέπει να καταλάβουμε και την ιστορία, δεν μπορούμε να πετάμε κουβέντες στον αέρα!»
«Άλκηστις, εσύ δεν καταλαβαίνεις την ιστορία. Την κατασκευάζεις!»
«Ε, καλά είπαμε… Ιστορικός με φαντασία είμαι, όχι ληξίαρχος!»
«Εννοείται, ξαδέρφη, πως δεν επικροτούμε την απιστία της. Σεβόμαστε όμως το δικαίωμά της να ζει όπως εκείνη επιλέγει και να μοιράζεται τον έρωτα με όποιον θέλει. Η νεαρή δεν ξέρει τίποτα;»
«Ίσως και να υποψιάζεται. Τι να σου πω; Δανάη τη λένε. Είναι κι αυτή πολύ όμορφη, μάλιστα, κατά τη γνώμη μου, ακόμη πιο εντυπωσιακή από τη μάνα της. Έχει ζωντανό ταμπεραμέντο, ψάχνεται, γνωρίζει κόσμο και, απ’ ό,τι μαθαίνω, τελευταία ερωτοτροπεί δεξιά κι αριστερά. Γι’ αυτό και έχει συχνούς καβγάδες με τη γιαγιά και τη μητέρα της, κάθε φορά που ξεπορτίζει και γυρίζει αργά.»
«Δηλαδή δεν είναι από τις κοπέλες που περιορίζουν εύκολα τον εαυτό τους.»
«Όχι ιδιαίτερα. Είναι λίγο κακομαθημένη, βέβαια, ίσως επειδή ξέρει πολύ καλά πως η εμφάνιση της της ανοίγει πόρτες. Την ομορφιά την κληρονόμησε από τη μάνα της. Η Φαίδρα, όμως, είναι πιο ήπια, πιο εκλεπτυσμένη και, θα έλεγα, πολύ πιο συμπονετική φύση. Η Δανάη έχει περισσότερο ανήσυχο πνεύμα· η μητέρα της περισσότερη τρυφερότητα.»
Η Εριφύλη κοίταξε για λίγο το ρολόι της και ύστερα μάζεψε αργά τα πράγματα της. «Τι λες; Ώρα δεν είναι να τα μαζεύουμε σιγά-σιγά; Ας φωνάξουμε τον Νικηφόρο. 

Η συνέχεια εδώ..
Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία II: (Μέρος.. 4) .....

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Logia Tis Prymnis

..Ένα μικρο απόσπασμα από τo.......Ναυτικός! Το Δεύτερο Μπάρκο, Τρίτος μηχανικός...... Βλέπε: https://katianouba.blogspot.com/......
...........Τρεις ημέρες αργότερα τελειώνοντας την εκφόρτωση το πλοίο αμόλησε κάβους ελεύθερο για να αποπλεύσει και ξεκίνησε την έναρξη μιας νέας πορείας,! Αφήσαμε πίσω μας τη Χάβρη στο γλυκό απογευματινό φως και βάλαμε πλώρη νοτιοδυτικά, σαλπάραμε για τις ακτές της Νιγηρίας προς φόρτωση με προορισμό εκφόρτωσης τις Ολλανδικές Αντίλλες στην καραϊβική θάλασσα. Στο τέλος της πρώτης εβδομάδας διασχίζαμε τον ωκεανό με πλώρη στο νοτιά, αφήνοντας πίσω μας στα βορειοδυτικά την σκοτεινή θάλασσα των Σαργάσσων και με το πλοίο να πλέει λουσμένο στο ασημένιο φεγγαρόφωτο. Ολόκληρη η περιοχή χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά ευμετάβλητες καιρικές συνθήκες και ιδιαιτέρως έντονα μετεωρολογικά φαινόμενα τα οποία είναι συνήθως εντελώς απρόβλεπτα και βραχύβια. Περασμένα μεσάνυχτα έχουμε τελειώσει την δεύτερη τετράωρη βάρδια και βρισκόμαστε με τον ανθυποπλοίαρχο τον καπετάν Επαμεινώνδα στην πρύμνη του πλοίου για ένα τελευταίο τσιγάρο. Εκεί, στην πρύμνη, με τον καπετάν Επαμεινώνδα, η σιωπή δεν είναι κενή, είναι γεμάτη. Γύρω μας επικρατεί ηρεμία, γαλήνη. Σιωπηροί κοιτάζουμε την ήρεμη θήλασα βυθισμένοι ο καθένας στις σκέψεις του. Ο θόρυβος από την προπέλα του πλοίου που στροβίλιζε ρυθμικά στα ήσυχα νερά ήταν ο μόνος θόρυβος που ακουγόταν σαν μουσική που κάλυπτε όλους τους άλλους ήχους. Είναι η ώρα που αφήνουμε τις σκέψεις μας να ταξιδέψουν μαζί με το αφρισμένο απόνερο του πλοίου. Ο ρυθμός της προπέλας είναι ο μόνος σταθερός σύντροφος τέτοια ώρα. Σε κάνει να νιώθεις ότι ο χρόνος δεν κυλάει με τα ρολόγια, αλλά με τα μίλια. Η σιωπή παρατείνεται. Στο φως του φεγγαριού που κρεμόταν σαν χρυσοκόκκινο μενταγιόν στον ουρανό, ένα νησί ξεπρόβαλε μεσ’ από τα σκοτεινά νερά σαν μια ασαφή γραμμή στο σημείο που έσμιγαν ουρανός και θάλασσα,  Ο καπετάν Επαμεινώνδας μένει ακίνητος, με το βλέμμα καρφωμένο στα σκούρα, ασημένια νερά του ωκεανού. Κάποια στιγμή στρέφει αργά το κεφάλι του προς το μέρος μου. Το φως του φεγγαριού ζωγραφίζει αυλακώσεις στο πρόσωπό του, τονίζοντας κάθε γραμμή που χάραξε πάνω του η αλμύρα και ο χρόνος. Τα μάτια του, καθρεφτίζοντας το ασημένιο πέλαγος, μοιάζουν να βλέπουν πράγματα που κανένας ναυτικός χάρτης δεν μπορεί να αποτυπώσει. «Η θάλασσα των Σαργάσσων...» ψιθυρίζει, και η φωνή του μοιάζει να χάνεται μέσα στον απόκοσμο ψίθυρο των φυκιών που γλιστρούν αθέατα κάτω από την καρίνα μας. «Εδώ, το νερό δεν είναι απλώς νερό. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέει. Σ’ αυτές εδώ τις θάλασσες αγγίζουμε το μυστήριο. Κάθε τι που μας περιβάλλει και που δεν είναι ορατό, είναι μυστήριο.»
Τα λόγια του μοιάζουν να κουβαλούν το βάρος και την ηρεμία αμέτρητων νυχτών στη γέφυρα. Αφήνω τη σιωπή να επανέλθει για λίγο, νιώθοντας την αρμύρα να υγραίνει τον αέρα. Η αίσθηση του μυστηρίου, για την οποία μιλά, δεν είναι κάτι απόμακρο, είναι παρούσα στον ήχο του νερού που σχίζεται από την πλώρη και στις σκιές που παίζουν στο κατάστρωμα. Η απάντησή μου, έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τη ναυτική μεταφυσική του καπετάν Επαμεινώνδα. Είναι η κλασική διαμάχη ανάμεσα στον ναυτικό που έχει μάθει να «διαβάζει» τη θάλασσα μέσα από το δέος του αγνώστου και στον άνθρωπο που επιζητεί την απόλυτη εξήγηση για να νιώσει ασφαλής.
«Εγώ πιστεύω ότι αυτά είναι μύθοι και δεισιδαιμονίες. Προϊόντα καλπάζουσας φαντασίας ή φυσικά φαινόμενα που πήραν διαστάσεις λόγω άγνοιας.» Του απάντησα.
Ο καπετάν Επαμεινώνδας αφήνει ένα χαμηλό, σχεδόν αθέατο γέλιο να δραπετεύσει από τα χείλη του. Δεν είναι γέλιο ειρωνείας, αλλά μια βαθιά, παλιά απόκριση κάποιου που έχει ακούσει αυτή την απάντηση εκατοντάδες φορές, σε δεκάδες διαφορετικά καταστρώματα. Γέρνει ελαφρώς προς το μέρος μου, και το βλέμμα του αποκτά μια ένταση που σε κάνει να νιώθεις πως το φεγγαρόφωτο δεν είναι αρκετό για να αποκαλύψει όλα όσα κρύβονται στο πρόσωπό του. «Εσύ θεωρείς πως η άγνοια είναι εκείνη που γεννά τον μύθο. Εγώ θα έλεγα πως ο μύθος είναι μια άλλη μορφή γνώσης, πιο αρχαία, που οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεχάσουν όσο πιο πολύ εξελίσσονται. Όταν λες πως όλα αυτά είναι «απλώς φυσικά φαινόμενα», δεν μειώνεις το μυστήριο; Δεν το κάνεις πιο μικρό, πιο βολικό; Τότε γιατί, όταν κοιτάζεις το σύμπαν, δεν νιώθεις πλήρης, αλλά αναζητάς μια απάντηση πέρα από την απόδειξη; Αν η λογική σου είναι η μόνη σου άμυνα απέναντι στο άγνωστο, τι θα γίνει αν μια μέρα έρθεις αντιμέτωπος με κάτι που δεν μπορεί να εξηγηθεί, ούτε με τους νόμους της φύσης, ούτε με τη δύναμη της παρατήρησης;» μου αντέτεινε. Και με μια φευγαλέα κίνηση αγγίζει με το χέρι του τον ξύλινο στυλοβάτη της σημαίας στην πρύμνη, προκειμένου να επικαλεστεί την προστασία του και να μη μας συμβεί κάποιο κακό από κάτι που μόλις ειπώθηκε.
«Πάνε πάνω από έξι χιλιάδες χρόνια που η θεία εκδίκηση αλυσόδεσε στο βράχο τον Προμηθέα και ο Ηρακλής τον ελευθέρωσε για να απαλλαγούμε απ’ αυτά τα δεσμά.» Του ανταπάντησα.
Ο καπετάν Επαμεινώνδας σωπαίνει. Το βλέμμα του, που πριν ήταν καρφωμένο στο ασημένιο νερό, τώρα υψώνεται προς τον έναστρο ουρανό, σαν να αναζητά τον αστερισμό του Ηρακλή ανάμεσα στις μυριάδες φώτα. Μια βαριά σιωπή πέφτει ανάμεσά μας, την οποία διακόπτει μόνο ο ρυθμικός παφλασμός της θάλασσας στα πλευρά του πλοίου.
«Ο Προμηθέας...» ψιθυρίζει τελικά, και το όνομα του Τιτάνα ακούγεται σχεδόν ιερό μέσα στη νύχτα. «Έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά. Τη γνώση, δηλαδή. Την ικανότητα να βλέπουν στο σκοτάδι. Και η τιμωρία του ήταν ακριβώς αυτή. Να βλέπει, να κατανοεί, αλλά να μην μπορεί να αγγίξει την ελευθερία που ο ίδιος προσέφερε στους άλλους.»
Δεν υπήρχε στη σκέψη μου κάτι άλλο που θα μπορούσα να προσθέσω στη μακροσκελή συζήτηση για αντεπιχείρημα και ούτε το επιθυμούσα, από σεβασμό προς το πρόσωπο με το οποίο συζητούσα. Το θεώρησα απόλυτα φυσιολογικό, σε μια έντονη ανταλλαγή απόψεων, να νιώθω ότι πλησίασα το όριο όπου η επιχειρηματολογία μου μπορούσε να εκληφθεί ως επίθεση. Διαισθάνθηκα ότι ξεπέρασα από τις κόκκινες γραμμές με την αρνητική μου θέση στη συζήτηση μας και στα πιστεύω του και δεν το επιθυμούσα να χαρακτηριστώ αναιδής από τον συνομιλητή μου. Μερικές φορές, η μεγαλύτερη δύναμη σε έναν διάλογο δεν κρύβεται στο αντεπιχείρημα, αλλά στη σιωπή και στην ικανότητα να αναγνωρίζεις πότε είναι η ώρα να σταματήσεις. Συμφωνήσαμε ότι, διαφωνούμε με μια κομψή και ώριμη έξοδο κινδύνου στη δύσκολη συζήτηση! Έμεινα σιωπηλός με το βλέμμα στραμμένο στον έναστρο ουρανό. Μπροστά στην απεραντοσύνη του ουρανού, οι εντάσεις μιας ανθρώπινης διαφωνίας μοιάζουν μικρότερες. 
Παροδικά με συνεπήρε μια συγκίνηση ενθυμούμενος παρόμοιες συζητήσεις και στιγμές από τις πιο γλύκες της μέχρι τώρα ζωής μου. Την τελευταία χρονιά φοίτησης στην Ναυτική Ακαδημία, είχαμε την τύχη να έχουμε καθηγητή έναν νεαρό αξιωματικό του πολεμικού ναυτικού. Η μελέτη του μαθήματος ξέφευγε από τα συνηθισμένα και διεισδούσε σε μονοπάτια σκέψης σαν τα αποψινά. Ο λόγος του σε αιχμαλώτιζε, αβίαστα κυλούσε σαν μέλι στις παλλόμενες αρτηρίες των ακροατών του που είχαν την ευτυχία να τον ακούν. Υπάρχουν δάσκαλοι που δεν διδάσκουν απλώς μια ύλη, αλλά ανοίγουν το μυαλό των μαθητών τους, προσφέροντάς τους εργαλεία για να επεξεργαστούν τον κόσμο πολύ μετά το πέρας των σπουδών τους.
Ένιωσα μια βαθιά συγκίνηση το πώς, μέσα στη σιωπή της αποψινής μου διαφωνίας κάτω από τον έναστρο ουρανό, το μυαλό μου επέλεξε να ανασύρει αυτή τη συγκεκριμένη ανάμνηση. Ίσως γιατί εκείνα τα συγκεκριμένα μαθήματα στη Ναυτική Ακαδημία μου έμαθαν κάτι που σήμερα χρησιμοποιώ υποσυνείδητα, ότι η ουσία της επικοινωνίας δεν βρίσκεται στην επικράτηση, αλλά στη διαδικασία της αναζήτησης. Εκείνος ο νεαρός αξιωματικός, με το να μας έδειχνε αυτά τα «μονοπάτια σκέψης», μας άφηνε μια κληρονομιά που υπέρβαινε την επαγγελματική μας κατάρτιση. Μας έδωσε την ικανότητα να εκτιμάμε τη δύναμη του λόγου, αλλά και την ωριμότητα να αναγνωρίζεις πότε ο λόγος πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στη σιωπή.
Μείναμε εκεί έξω στην πρύμνη γύρω στα δέκα λεπτά και αναχωρήσαμε για ύπνο. «Έχουμε χρόνο να τα ξαναπούμε για το θέμα αυτό αγαπητέ μου φίλε,» Του είπα αναχωρώντας. Έτσι και αλλιώς η σχέση μας είχε βάθος και διάρκεια, οπότε δεν χρειαζόταν να εξαντληθεί όλο το θέμα σε μία μόνο βραδιά.
Ο καπετάν Επαμεινώνδας, είναι ο πρακτικός τρίτος πλοίαρχος του πλοίου, ένας σαρανταπεντάρης λεπτός, στεγνός, ζωντανός άνδρας, αγαπητός και χαμογελαστός, καταδεχτικός και πρόσχαρος, τόσο χαριτωμένος, που όλοι μας στο πλοίο τον αποκαλούσαν «ο καλός μας φίλος».
Εκτελώντας τις ίδιες βάρδιες, είχαμε αποκτήσει μεταξύ μας μια έκδηλη οικειότητα, κάνοντας ταυτόχρονα πολύ καλή παρέα και τελειώνοντας τις βάρδιες μας παίρναμε το βραδινό δείπνο παρέα.
Τον ενθυμούμαι που ποτέ του δεν με άφησε να τελειώσω ένα πλήρες χορταστικό γεύμα. «Από τραπέζι είναι απαράβατος κανόνας να σηκώνεσαι πεινασμένος.» Μου έλεγε. Περνώντας τα χρόνια ομολογώ πόσο δίκιο είχε.
Περνώντας τα χρόνια ομολογώ πόσο δίκιο είχε.................

Click to Open

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Sunset of Bliss

Ένα μικρο απόσπασμα από τo.......Ναυτικός! Το πρώτο Μπάρκο, Δόκιμος μηχανικός...... Βλέπε: https://katianouba.blogspot.com/......
Η τελευταία αναλαμπή του ήλιου χάθηκε στο δυτικό ουρανό. Το γαλάζιο τ' ουρανού έχει στραφεί στο μεταξύ προς το μενεξεδί, προς το μαβί, οι ακτίνες του ήλιου έχουν γίνει κόκκινες, ύστερα από το σταχτί και φαιό, ενώ η ασπράδα του φεγγαριού ξεπροβάλλει όλο και πιο αποφασιστική έτσι όπως το φωτεινό του τμήμα κυριεύει σιγά σιγά όλο το στρογγυλό δίσκο. Το φεγγάρι είναι το πιο άστατο από τα σώματα του ορατού σύμπαντος, αλλά και το πιο τακτικό όσον αφορά τις πολύπλοκες συνήθειες του, δε λείπει ποτέ από κανένα ραντεβού του. Ένα σύννεφο που τρέχει πίσω του από γκρίζο γίνεται φωτεινό και γαλακτερό, ο ουρανός έχει γίνει κατάμαυρος, τ' αστέρια έχουν ανάψει, και το φεγγάρι στη συνέχεια είναι ένας μεγάλος εκτυφλωτικός καθρέφτης που διαχέει στο σκοτάδι ένα ψυχρό ασημένιο φωτοστέφανο, πλημμυρίζοντας τους δρόμους των νυχτοβατών με άσπρο φως! T' άστρα του ουρανού έλαμψαν σκληρά, κοντινά στη γη, ασημώνοντας τον ουράνιο θόλο μ' ένα μεγαλείο που δεν μπορεί ούτε να διανοηθεί ένας κάτοικος της πόλης. Στο σκοτεινό Ουρανό η έλλειψη τεχνητού φωτός επιτρέπει να φανεί το πραγματικό βάθος του σύμπαντος, εκατοντάδες περισσότερα αστέρια γίνονται ορατά, δημιουργώντας μια αίσθηση δέους και μαγείας.
Τα λουλούδια του βάλτου εμπρός τους, μοσχοβολούν και χαρίζουν το μοναδικό έντονο άρωμα τους τριγύρω, το ολόγιομο φεγγάρι, με τα χρυσοκόκκινα χρώματα συνεχίζοντας την πορεία του έλαμπε τώρα πάνω στα ερείπια του εγκαταλειμμένου παλιού κάστρου, που φάνταζε σιωπηλό και ήρεμο προϊστορικό μνημείο. Πέρα από μια συστάδα θάμνων ερχόταν σαν επαναλαμβανόμενο τραγούδι ο απόηχος των γρύλων και ο αναστεναγμός των καλαμιών. Τα τζιτζίκια είχαν σωπάσει από νωρίς, στο νυχτερινό τοπίο γύρω τους βασίλευε σιωπή και η φύση σαν να  αποκοιμήθηκε είχε βυθιστεί σε μια κατάσταση ηρεμίας. H νύχτα που πέφτει γρήγορα, τους βρήκε τον ένα δίπλα στον άλλο, η ατμόσφαιρα είναι ευχάριστα δροσερή, και ο λικνιστικός ρυθμός του κύματος με το μονότονο μουρμούρισμα σαν εκείνο ενός μικρού παιδιού που αποκοιμιέται, απομακρύνει τις σκέψεις του και τον παρασύρει να βυθιστεί σε πρόσκαιρη λήθη, έτσι όπως ένιωθε την κοπέλα τρυφερά ακουμπισμένη πάνω στον ώμο του. Στο πλάτωμα ήρθαν και κάθισαν δύο γλάροι. Ήταν φαίνεται ζευγάρι γιατί για ένα λεπτό ένωσαν τα ράμφη τους, ένα φιλί να ήταν; Η Διδώ το εξέλαβε για καλό οιωνό. Έρωτας, αγάπη, πάθος, δεν μπορεί, παρά να ήταν οιωνός καλός. Ήρθαν να συντροφεύσουν την ευδαιμονία τους με τη δικιά τους τρυφερότητα, που είναι η ίδια για όλα τα όντα του ζωικού βασιλείου. Αυτός το επόμενο που θυμάται είναι μια δυνατή αγκωνιά στα πλευρά του και τη φωνή της Διδώ. 
«Ει Θαλασσοπόρε!»
Άνοιξε τα μάτια ξαφνιασμένος. Η Διδώ ήταν γονατισμένη μπροστά του. 
«Ε.. Τι;» 
«Αν είναι δυνατόν! Κοιμήθηκες; Χριστέ μου! Έτσι φέρεσαι πάντα όταν βγαίνεις ραντεβού;»
Στεκόταν πολύ κοντά του και ένοιωθε να βουλιάζει σ’ εκείνα τα βαθιά γκριζοπράσινα μάτια της. 
«Απλώς σκεφτόμουν»
Ανακάθισε στο έδαφος γύρισε στο πλάι, δίπλωσε τις γάμπες κάτω από τους μηρούς της απαλά, σαν γάτα, και τέντωσε τους λεπτούς αστραγάλους της .
«Ήθελα να ‘ξερα τι σκέπτεσαι»
Αυτός όπως την είδε να κάθεται στις γάμπες της σκέφτηκε αμέσως, ότι η κοπέλα είχε κάνει μαθήματα μπαλέτου. Στη συνέχεια πήρε πολύ σοβαρό ύφος και της λέει. 
«Αν αποκτήσω ένα τέτοιο σκάφος θα χρειαστώ και μούτσο» δείχνοντας το ιστιοφόρο που ελλιμενιζόταν στο βάθος του όρμου. Η Διδώ το σκέφτηκε λιγάκι! 
«Κάνε με δεύτερο καπετάνιο» και με μεγάλο χαμόγελο, κέφι και θετική ενέργεια! «και κόλλα το» του λέει.
Δεν της απάντησε αμέσως. Ήταν η σειρά του να ανακαθίσει στο έδαφος, έσυρε την άκρη του δαχτύλου του στο πάνω μέρος του ενός αυτιού της. Ήταν απίστευτα όμορφη στο φως του φεγγαριού. Τα μάτια της είχαν σκούρες και πράσινες πιτσιλιές. Σαν χαλκοπράσινα οπάλια. Ταξίδεψε τον αντίχειρά του στο πλάι του λαιμού της και ένιωσε το αδιόρατο κυμάτισμα όταν εκείνη ξεροκατάπιε. Υπήρχε κάτι το εξωπραγματικό στη στιγμή, κάτι ονειρικό που δεν ήθελε να τελειώσει. Καθώς τα ακροδάχτυλα του γλίστρησαν κατά μήκος του λαιμού της, το ανάλαφρο άγγιγμα φάνηκε να την αφοπλίζει. Το κορμί του αντέδρασε έντονα στο γεγονός ότι το κορίτσι βρισκόταν τόσο κοντά του. Κάψα γλίστρησε κάτω από την επιδερμίδα του και μαζεύτηκε σε άβολα σημεία. Μύες σφίχτηκαν, φούσκωσαν. 
Τώρα ήθελε να μάθει πώς να ήταν η επιδερμίδα της στο άγγιγμα, η λεία καμπύλη του γυμνού της ώμου κάτω από τα δάχτυλά του, ήθελε να εξερευνήσει με την άκρη της γλώσσας του τα αμέτρητα μυστικά που κρύβονταν κάτω από το φόρεμά της. Μπορούσε ήδη να ανακαλέσει κατά βούληση στο μυαλό του το σχήμα του σώματός της.
Έμειναν ακίνητοι, πιασμένοι, πρόσωπο με πρόσωπο, με τις ακανόνιστες ανάσες τους να μπερδεύονται μεταξύ τους. Οι δυο τους ήταν γονατισμένοι σε έναν καλοκαιρινό κήπο, ο αέρας ήταν φορτωμένος από την θαλασσινή αύρα και την ευωδιά των άλικων λουλουδιών του βάλτου και η κοπέλα βρισκόταν στην αγκαλιά του. Τα μαλλιά της έλαμπαν στο σεληνόφως, η επιδερμίδα της ήταν απαλή σαν πέταλο λουλουδιού. Το πάνω χείλι της ήταν σχεδόν τόσο γεμάτο όσο το κάτω, οι καμπύλες τόσο ντελικάτες και απαλές όσο ο ώριμος λωτός. Κοιτώντας το στόμα της, ένιωσε τις τρίχες στο σβέρκο του να σηκώνονται από έξαψη. 
Και το στόμα του χαμήλωσε στο δικό της. Επιτέλους, όλοι οι μύες του κορμιού του φάνηκαν να αναπνέουν. Επιτέλους. Βουλιάζοντας στην απόλαυση, την άφησε να τον παρασύρει. Έπαψε εντελώς να σκέφτεται και έκανε όλα όσα ήθελε, δάγκωσε απαλά το πάνω χείλι της και έπειτα το κάτω, σφράγισε τα στόματα τους, άγγιξε τη γλώσσα της με τη δική του, έπαιξε μαζί της. Ένα φιλί άρχιζε προτού τελειώσει το προηγούμενο, μια αλυσίδα από ερωτικά χάδια, ανάλαφρα αγγίγματα και σπρωξίματα. Η ευχαρίστηση τον διαπερνούσε ολόκληρο, αντηχώντας σε κάθε φλέβα και νεύρο. Η κοπέλα ανταποκρίθηκε, περνώντας το μπράτσο της γύρω από το λαιμό του. Κουνήθηκε πάνω του λες και οι αισθήσεις κατέφθαναν από παντού. Και κατέφθαναν. Πάσχισαν και οι δυο να έρθουν πιο κοντά, πιο σφιχτά, τα κορμιά τους αναζήτησαν έναν νέο, ασταθή ρυθμό. Αν δεν τους χώριζαν τα ρούχα, αυτό που έκαναν θα ήταν ένα κανονικό ερωτικό σμίξιμο. Συνέχισε να τη φιλά για πολλή ώρα αφότου θα έπρεπε να έχει σταματήσει, όχι μόνο γιατί το απολάμβανε, αλλά και γιατί ήταν απρόθυμος να αντιμετωπίσει αυτό που θα συνέβαινε στη συνέχεια. 
Έδειχναν ότι θα μείνουν για πάντα έτσι. Μια βαριά σιωπή έπεσε ανάμεσά τους. Εκείνος απλώς συνέχισε να την κοιτάζει επίμονα. Η Διδώ άρχισε να αισθάνεται τη νυχτερινή δροσιά στους γυμνούς της ώμους.  Δεν είχε κουνούπια ούτε για δείγμα. Ο βορινός άνεμος τα παρέσερνε προς τη μαγκρόβια βλάστηση, στην άλλη άκρη του κόλπου. Ανατρίχιασε, σηκώθηκε και απομακρύνθηκε αμίλητη, διέσχισε το πλάτωμα και στάθηκε στην άκρη του αγναντεύοντας το πέλαγος με την πλάτη στραμμένη προς το μέρος του. Δεν έκανε καμία κίνηση να την ακολουθήσει.
Ο χρυσός δίσκος της σελήνης ανέβαινε μεγαλόπρεπα στον ουρανό αναγγέλλοντας μια ακόμη όμορφη καλοκαιρινή νύχτα.  Ξαφνικά σηκώνεται στις μύτες των ποδιών τεντώνεται ολόκληρη και  απλώνει κουνώντας ρυθμικά τα χέρια της. Μοιάζει με χελιδόνα που ετοιμάζεται να πετάξει, από τη γωνία από όπου έβλεπε τη σκηνή δεν μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό της, είχε όμως εξαιρετική θέα της κορυφής του κεφαλιού της με τα όμορφα μαλλιά της γεμάτα χρυσοκόκκινες ανταύγειες λες και παίρνουν λάμψεις απ' τον ουρανό.
«Πες μου για σένα». της λέει.
«Τι θες να μάθεις;»
«Τα πάντα. Ξεκίνα και θα σου κάνω ερωτήσεις αν θέλω να μάθω περισσότερα».
«Οκέι». Κι άρχισε να μιλάει. Η φωνή της απέκτησε ένα αστείο σχεδόν βιμπράτο τόνο και γελάσανε κι οι δύο. Η εικόνα του κοριτσιού που αναδύθηκε από την ιστορία της του ήταν ακόμα πιο ξεκάθαρη από την εικόνα της γυναίκας που καθόταν τώρα κι ακουμπούσε επάνω του με το χέρι της κάτω από το μπράτσο του. ......

Η συνέχεια στο
Click to Open
 
Web Informer Button