ADS

click to open

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Asfalis Poreia Anatolika.

...Ένα ταξίδι με το αεροπλάνο, για να είναι πραγματικά ευχάριστο, δεν αρκεί μόνο να σε μεταφέρει γρήγορα στον προορισμό σου. Χρειάζεται άνεση, οργάνωση και μια αίσθηση ηρεμίας, χωρίς άγχος και ταλαιπωρία. Η ευχάριστη παραμονή μέσα στο αεροσκάφος, η εξυπηρέτηση, ο χώρος και η ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια της πτήσης είναι στοιχεία που κάνουν το ταξίδι μέρος της ίδιας της εμπειρίας.»
Η Alitalia φρόντισε να μας εξασφαλίσει ένα όσο το δυνατόν πιο ξένοιαστο και άνετο ταξίδι. Όλα κύλησαν ομαλά και, σε λιγότερο από δύο ώρες πτήσης, φτάσαμε ξεκούραστοι στον προορισμό μας, στον διεθνή αερολιμένα της Πίζας, στην Ιταλία. Το αεροδρόμιο βρίσκεται μέσα στα διοικητικά όρια της πόλης, γεγονός που κάνει την πρόσβαση ιδιαίτερα εύκολη, και εκεί αποβιβαστήκαμε με την ευχάριστη αίσθηση ότι το ταξίδι μας είχε ξεκινήσει με τον καλύτερο τρόπο. Η Πίζα διαθέτει ένα σχετικά μικρό αλλά σύγχρονο αεροδρόμιο, το Aeroporto Galileo Galilei, το οποίο εξυπηρετεί πτήσεις προς άλλα ιταλικά αεροδρόμια, καθώς και προς αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις.
Ο ήλιος είχε ήδη ανέβει ψηλά σε έναν καταγάλανο ουρανό χωρίς ούτε ένα σύννεφο. Ήταν μια φωτεινή ημέρα του Μαΐου, ζεστή, με τον αέρα να μυρίζει καλοκαίρι. Ταξιδεύαμε παρέα με τον μέλλοντα πλοίαρχο του φορτηγού πλοίου, το οποίο εκείνη την εποχή ξεφόρτωνε στον λιμένα της Μαρίνα ντι Καράρα, που αποτελούσε και τον τελικό προορισμό μας. Εκεί θα παραλαμβάναμε την πλοιαρχία και την επιστασία του μηχανοστασίου, αναλαμβάνοντας τη συνέχεια της υπηρεσίας του πλοίου.» Αν και σχετικά μικρό, το αεροδρόμιο διέθετε καταστήματα, εστιατόρια και καφέ, προσφέροντας στους ταξιδιώτες μια πιο ευχάριστη παραμονή κατά την αναμονή τους. Αφού ολοκληρώσαμε τον συνηθισμένο απαραίτητο έλεγχο των επιβατών, στην έξοδο του αεροδρομίου μας περίμενε το αυτοκίνητο του πρακτορείου μας. Χωρίς καθυστέρηση επιβιβαστήκαμε και ξεκινήσαμε με προορισμό τον λιμένα. Θυμάμαι ακόμη το αυτοκίνητο· ήταν ένα «Volvo λιμουζίνα», εντυπωσιακό για την εποχή του. Μόλις διανύσαμε τα πρώτα χιλιόμετρα και βγήκαμε στην εθνική οδό Ε80, τον δρόμο που οδηγούσε προς τη Μαρίνα ντι Καράρα (Marina di Carrara), άρχισα να παρατηρώ το τοπίο της δυτικής Ιταλίας. Η περιοχή, ιδιαίτερα αγαπητή τους καλοκαιρινούς μήνες, αποτελεί έναν από τους δημοφιλέστερους προορισμούς στις ακτές της Τοσκάνης.
Κάποια στιγμή, όμως, η προσοχή μου στράφηκε στο κοντέρ ταχύτητας. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι ο δείκτης παρέμενε σταθερά πάνω από τα διακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Ήταν μια στιγμή που μου προκάλεσε ανάμεικτα συναισθήματα: θαυμασμό για το αυτοκίνητο και τον δρόμο, αλλά και μια μικρή ανησυχία για την ταχύτητα με την οποία κινούμασταν.
Προσπάθησα να το χειριστώ διπλωματικά. Του εξήγησα ότι στις μέρες μας ακούμε συνεχώς για εμφράγματα, εγκεφαλικά, καταθλίψεις και τόσα άλλα συναφή, και πως προσωπικά θα αισθανόμουν πολύ πιο ασφαλής στο ταξίδι μας αν οδηγούσε λίγο πιο ήρεμα.
Τι το ήθελα όμως! Με περίμενε μια καινούργια έκπληξη. Ενώ το αυτοκίνητο κινούνταν στην άσφαλτο με μεγάλη ταχύτητα, ο οδηγός μας δεν έδειξε την παραμικρή έκπληξη όταν ξαφνικά μας προσπέρασε, σχεδόν σαν να ήμασταν σταματημένοι, μια «Άλφα Ρομέο στέισον βάγκον»!
Γυρίζει τότε ο «δικός μου», με κοιτάζει, μου χαρίζει ένα πλατύ, χρυσό χαμόγελο και με αφήνει άφωνο. Προσπάθησα κι εγώ να χαμογελάσω, περισσότερο από αμηχανία παρά από ψυχραιμία, και του είπα:
«Εντάξει, κατάλαβα… να ’σαι καλά!»
Οι Ιταλοί λένε πως όταν κάποιος οδηγεί στην Autostrada, στη δική τους «εθνική οδό», καλό είναι να κινείται πάντα στη μεσαία ή στη δεξιά λωρίδα. Γιατί, όσο γρήγορα κι αν πηγαίνεις, πάντα θα υπάρχει κάποιος «οικογενειάρχης» που θα έρχεται από πίσω και θα κινείται ακόμη πιο γρήγορα!
Αναστέναξα και από εκείνη τη στιγμή δεν έβγαλα άλλη μιλιά. Τι να πω; Υπάρχουν και χειρότερα, σκέφτηκα. Άλλωστε, μπροστά μας είχαμε ακόμη δρόμο μέχρι το λιμάνι.»
Διανύοντας μια απόσταση περίπου εξήντα χιλιομέτρων μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, φθάσαμε στην προβλήτα του λιμένα, όπου βρισκόταν πλαγιοδετημένο το πλοίο μας. Ήταν ένα φορτηγό πλοίο γενικού φορτίου, το οποίο εκείνη τη στιγμή εκτελούσε εργασίες εκφόρτωσης. Το φορτίο του αποτελούνταν από μεγάλους όγκους γρανίτη Indian Juparana, προερχόμενου από την Ινδία. Ο συγκεκριμένος γρανίτης είναι επίσης γνωστός με την ονομασία Carol Pink και αποτελεί έναν γκριζορόδινο μιγματίτη της Προκαμβριανής περιόδου. Χάρη στην ανθεκτικότητά του στις γρατζουνιές, στη θερμότητα και στα οξέα που χρησιμοποιούνται στην καθημερινή μαγειρική, θεωρείται ιδιαίτερα κατάλληλος για κατασκευές όπως οι πάγκοι κουζίνας.
Η Μαρίνα ντι Καράρα είναι μια μικρή μεσογειακή πόλη, που η θάλασσα την αγκαλιάζει νωχελικά. Η περιοχή αποτελεί έναν δημοφιλή τουριστικό προορισμό, αλλά είναι κυρίως γνωστή σε όλο τον κόσμο για την εξόρυξη και την παραγωγή μαρμάρου. Το εμπορικό της λιμάνι έχει εκείνη τη διπλή γοητεία των λιμανιών της Μεσογείου: από τη μια την ομορφιά της θάλασσας, των πλοίων και της κίνησης, και από την άλλη εκείνη τη χαρακτηριστική, βαριά μυρωδιά που συχνά συνοδεύει τους χώρους όπου συναντώνται η στεριά, το εμπόριο και το ταξίδι. Τα περισσότερα λιμάνια της Μεσογείου είναι πόλεις με έντονο χαρακτήρα· πόλεις που αποπνέουν πάθος, επιθυμία και μνήμες. Στους δρόμους τους πέρασαν κουρσάροι, ταξιδιώτες και κατακτητές, άνθρωποι που άφησαν πίσω τους ιστορίες, έρωτες και πάθη. Οι εραστές τους χάθηκαν στον χρόνο, μα εκείνες παραμένουν ζωντανές, συνεχίζοντας να αναπνέουν τη θάλασσα. Ένας πλοηγός μου είχε πει κάποτε:  «Τα πάντα προέρχονται από τη θάλασσα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ισχυρό από αυτήν. Οι πρόγονοί μας δεν θα είχαν φτάσει ποτέ εδώ, αν πριν από όλα δεν υπήρχε η θάλασσα».
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αλήθεια των λιμανιών: ότι δεν είναι απλώς τόποι αναχώρησης και άφιξης, αλλά σημεία όπου η ανθρώπινη ιστορία συναντά για πάντα τη δύναμη του νερού.
Τον πρώτο μηχανικό, τον οποίο θα αντικαθιστούσα στην επιστασία, τον γνώριζα ήδη. Είχαμε συνεργαστεί στο παρελθόν, όταν εγώ υπηρετούσα ως δεύτερος μηχανικός. Ουσιαστικά υπήρξε ο Μέντορας μου, στο μόλις πρόσφατο ξεκίνημα της νεαρής τότε καριέρας μου στην επιστασία του μηχανοστασίου. Ο αξεπέραστος Μάστρο Πέτρος…
Ένας άνθρωπος που είχε το δικό του τρίπτυχο ζωής και επαγγελματικής στάσης: δράση, δυνατότητα απόφασης, θέληση. Η συμβουλή του έμεινε χαραγμένη μέσα μου: «Ποτέ μην παρατάς την προσπάθεια.»
Οι προς παράδοση και οι προς παραλαβή επιστασίας βρεθήκαμε συγκεντρωμένοι εκεί, στο γραφείο του απερχόμενου πλοιάρχου, του καπετάν Σταμάτη. Και σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε, παρασυρθήκαμε από τη χαρακτηριστική λεπτότητα της παρουσίας του και από το πλατύ χαμόγελό του, ένα χαμόγελο που δεν ήταν απλώς έκφραση ευγένειας, αλλά φανέρωνε έναν άνθρωπο με εσωτερική ποιότητα. Μέσα από τον διάλογο που αναπτύχθηκε στη συνάντησή μας δημιουργήθηκε μια θετική αλληλεπίδραση. Για τα καθημερινά της ζωής, για τις εμπειρίες και τις μικρές ανθρώπινες ιστορίες, φάνηκε να μας συνδέει μια αδιόρατη οικειότητα.
Ήταν ψηλόλιγνος, ευθυτενής, ντυμένος με εκείνη την κομψότητα που θυμίζει Παριζιάνο: ένα φίνο, καλοραμμένο γκρίζο κοστούμι, γραβάτα, προσεγμένη εμφάνιση. Τα μάτια του, σκούρα, φωτεινά και σπινθηροβόλα, μαρτυρούσαν ζωντάνια και πνευματική καλλιέργεια. Είχε κουλτούρα και μια ποιότητα παρουσίας που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Η ζεστασιά της παρουσίας του ανθρώπου δεν πουλιέται ούτε αγοράζεται», μου τόνιζε ο φιλοσοφημένος βοσκός παππούς μου. Και ίσως αυτή ακριβώς η ζεστασιά ήταν που χαρακτήριζε τον καπετάν Σταμάτη.»
Διαπίστωσα ότι πολιτικά στεκόταν στη συντηρητική πλευρά της ιστορίας, χωρίς όμως να αποστρέφεται τις μεταρρυθμίσεις. Αντίθετα, πίστευε πως κάθε αλλαγή πρέπει να γίνεται με σύνεση και πως οφείλουμε να διατηρούμε ό,τι έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό. Το μότο του ήταν ότι σε κάθε κοινωνία υπάρχουν ιδέες, αξίες και δομές που λειτουργούν σωστά· επομένως δεν είναι πάντοτε φρόνιμο να ανατρέπονται όλα, μόνο και μόνο για χάρη της αλλαγής. Όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία παράδοσης και παραλαβής, περάσαμε τον ελεύθερο χρόνο μας ευχάριστα μαζί, απολαμβάνοντας το βραδινό μας γεύμα σε ένα τοπικό εστιατόριο πάνω στην υπέροχη παραλία.
Την επόμενη ημέρα, ο καπετάν Σταμάτης μαζί με τον Μάστρο Πέτρο αναχώρησαν για την Ελλάδα.»
Πέρασε ο καιρός και το επόμενο μπάρκο μου ήταν και πάλι σε ένα φορτηγό πλοίο γενικού φορτίου, ένα πλοίο τελευταίας τεχνολογίας για την εποχή του. Πλοίαρχος του πλοίου ήταν ο καπετάν Σταμάτης. Οι σκέψεις μου γύρισαν πίσω και με παρέσυραν στην πρώτη εκείνη ημέρα που τον είχα γνωρίσει. Οι αναμνήσεις μου ήταν, φυσικά, θετικές. Θυμόμουν την ευγένεια, την ποιότητα της παρουσίας του και εκείνη τη ζεστασιά που δεν ήταν απλώς τυπική συμπεριφορά. Ένιωθα μια ιδιαίτερη προσωπική ικανοποίηση που θα συνεργαζόμασταν ξανά. Ήξερα πως πέρα από την επαγγελματική σχέση, υπήρχε ήδη ένας αμοιβαίος σεβασμός που είχε δημιουργηθεί από την πρώτη μας συνάντηση.
Το πρώτο μας ταξίδι έτυχε να είναι ναύλος για τον Νότο, όπως λέει και ο ποιητής. Ναυλωθήκαμε από τη θηριώδη ιαπωνική εταιρεία θαλασσίων μεταφορών “Mitsui Line”.
Ξεκινήσαμε από λιμένες της Ιαπωνίας και το πλάνο του συμβολαίου προέβλεπε μια πραγματική ωκεάνια διαδρομή: διάσχιση του Βορείου Ειρηνικού Ωκεανού, διέλευση από τη Διώρυγα του Παναμά, προσέγγιση σε λιμένες της Καραϊβικής, λιμένες της Νοτίου Αμερικής, Αυστραλία, Φορμόζα και τελική επαναπαράδοση του πλοίου στην Ιαπωνία. Ένα ταξίδι με προσεγγίσεις σε περίπου σαράντα τρεις λιμένες, εάν η μνήμη μου δεν με απατά. Η εμπειρία μου από τη συνεργασία μας με τον πλοίαρχο και η ναυτική του ικανότητα στην πλοήγηση του πλοίου με άφησαν πραγματικά άναυδο. Ήταν από εκείνες τις περιπτώσεις όπου η γνώση, η εμπειρία και η ψυχραιμία ενός ανθρώπου γίνονται εμφανείς όχι στα λόγια, αλλά στις αποφάσεις που παίρνει καθημερινά στη θάλασσα.
Αγκυροβολήσαμε στον πρώτο λιμένα.
«Κύρια μηχανή κράτει». Μικρό διάλειμμα. Εντολή «ανάποδα». Εντολή «τέλος λειτουργίας κύριας μηχανής».
Αγκυροβολήσαμε στον δεύτερο λιμένα.
«Κύρια μηχανή κράτει». Μικρό διάλειμμα. Εντολή «ανάποδα». Εντολή «τέλος λειτουργίας κύριας μηχανής».
Και για να μην πλατειάσω τον λόγο για την ικανότητά του, αρκεί να σημειώσω ότι το ίδιο επαναλαμβανόταν σε κάθε αγκυροβόλιο. Η ικανότητά του, αλλά και η άριστη γνώση των ιδιαίτερων συνθηκών κάθε λιμένα και κάθε αγκυροβολίου, ήταν πραγματικά αξεπέραστες. Γνώριζε τα χαρακτηριστικά κάθε θαλάσσιας περιοχής, τις ιδιαιτερότητές της, τις απαιτήσεις και τις παγίδες της.
Και αυτό ακριβώς ήταν το φυσικό του χάρισμα: η γνώση που είχε αποκτήσει με τα χρόνια να μην παραμένει απλή εμπειρία, αλλά να μετατρέπεται άμεσα σε σωστή απόφαση και αποτελεσματική δράση.
Ίσως από πολλούς τεχνοκράτες η αντίληψη αυτή να θεωρείται απαίτηση άλλων εποχών. Για μένα, όμως, παραμένει διαχρονική η προσπάθεια εφαρμογής της θεωρίας στην πράξη.
Το πρώιμο στάδιο της ναυτιλίας στηρίχθηκε σε τρία βασικά στοιχεία: τους ναυτικούς, τη θάλασσα και τον καιρό. Η γνώση γεννήθηκε μέσα από την παρατήρηση, την εμπειρία και τη συνεχή προσπάθεια κατανόησης του φυσικού περιβάλλοντος. Ασφαλώς ο Πυθέας δεν πραγματοποίησε το ταξίδι του προς τη Θούλη ταξιδεύοντας στα κουτουρού. Πίσω από εκείνη τη θαλασσινή αναζήτηση υπήρχαν παρατήρηση, υπολογισμοί, γνώση των ανέμων, των ρευμάτων και των ουράνιων σωμάτων. Η τόλμη του δεν ήταν άγνοια του κινδύνου, αλλά αποτέλεσμα προετοιμασίας και γνώσης.
Το ιδανικό στέλεχος θα πρέπει να διαθέτει προσωπικά χαρακτηριστικά ικανά να του προσδώσουν εκείνες τις ιδιότητες που απαιτεί το ιδιαίτερο περιβάλλον της εργασίας στη θάλασσα.
Ο καπετάν Σταμάτης διέθετε έναν ιδιαίτερα ανεπτυγμένο σεβασμό προς την ανθρώπινη ζωή και το φυσικό περιβάλλον. Έδινε έμφαση στην ποιότητα των συνθηκών εργασίας, στην τήρηση των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας και στη δημιουργία ενός κλίματος επαγγελματισμού μέσα στο πλοίο. Αρετές όπως η αντικειμενικότητα, η εργατικότητα, η συνέπεια, ο σωστός προγραμματισμός, η διαρκής αναζήτηση γνώσης, το κριτικό πνεύμα, ο σεβασμός στις αξίες και η ικανότητα συνεργασίας είναι μερικά από τα στοιχεία που σκιαγραφούν το επαγγελματικό και ανθρώπινο προφίλ του.
Η συνεργασία του με τους ναυλωτές, τους υπεύθυνους φορτώσεων και τις κατά τόπους λιμενικές αρχές χαρακτηριζόταν από υπευθυνότητα και δημιουργούσε μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού, αναδεικνύοντας μια υψηλού επιπέδου προσέγγιση του ναυτικού επαγγέλματος.
Η ναυτιλία χρειάζεται ανθρώπους ικανούς που να την πιστεύουν. Το ναυτικό επάγγελμα ίσως δεν ταιριάζει σε όλους. Είναι βέβαιο όμως ότι ταιριάζει σε εκείνους που διαθέτουν ικανότητες, γνωρίζουν τις πραγματικές απαιτήσεις του και το επιλέγουν συνειδητά, αποδεχόμενοι τις ιδιαιτερότητές του.
Δυστυχώς, στις μέρες μας το ναυτικό επάγγελμα στην Ελλάδα φαίνεται να έχει χάσει μεγάλο μέρος από το κύρος και την υψηλή κοινωνική αναγνώριση που κατείχε στο παρελθόν. Η αξιοπρέπεια του ναυτικού δοκιμάζεται και πολλές φορές αντιμετωπίζεται με μια αδικαιολόγητη κοινωνική απαξίωση.
Κι όμως, εδώ, στη μοναξιά της θάλασσας και στη μακρινή ξενιτιά, σε κυριεύει και σε συναρπάζει το απέραντο των ωκεανών. Μοιράζεσαι αυτή την απεραντοσύνη με τους συναδέλφους σου, ανθρώπους που γνωρίζουν την ευθύνη, την αναμονή, την αγωνία αλλά και τη μοναδική γοητεία του θαλασσινού ταξιδιού. Οι σημερινοί «μπαρμπακαραβάδες» και «σφυροκοπανιστές» δεν είναι εκείνοι οι παλιοί, αγράμματοι ναυτικοί που κάποιοι φαντάζονται. Είναι άνθρωποι που γνωρίζουν, έχουν μορφωθεί, έχουν τεχνική κατάρτιση και έμαθαν να συζητούν ήρεμα και απλά, κουβαλώντας όμως μέσα τους την ίδια παλιά ναυτική ψυχή.
Οι επόμενες ημέρες…
Στο ταξίδι αυτό, ένας από τους λιμένες προσέγγισης ήταν και το Μανάους, βαθιά στην ενδοχώρα της Βραζιλίας, αφού προηγουμένως διασχίζαμε περίπου 900 ναυτικά μίλια στον ποταμό Αμαζόνιο.
Ο Αμαζόνιος είναι ένας από τους μεγαλύτερους ποταμούς του κόσμου. Με μήκος περίπου 6.400 χιλιομέτρων από τις πηγές έως τις εκβολές του, κατατάσσεται δεύτερος μετά τον Νείλο. Η λεκάνη απορροής του εκτείνεται σε περισσότερα από 7 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα και διασχίζει χώρες όπως η Βραζιλία, το Περού, ο Ισημερινός, η Βολιβία και η Βενεζουέλα. Η ποσότητα των υδάτων που μεταφέρει είναι ασύλληπτη, ενώ η δύναμή του επηρεάζει ακόμη και τον ίδιο τον Ατλαντικό Ωκεανό, αλλάζοντας το χρώμα και την αλατότητα του σε μεγάλη απόσταση από τις εκβολές του.
Το Μανάους, πρωτεύουσα της πολιτείας Αμαζόνας στη βορειοδυτική Βραζιλία, βρίσκεται στις όχθες του Ρίο Νέγκρο, κοντά στη συμβολή του με τον Αμαζόνιο. Εκεί όπου συναντώνται τα δύο ποτάμια δημιουργείται ένα μοναδικό φυσικό φαινόμενο: τα σκοτεινά νερά του Ρίο Νέγκρο, φορτωμένα με υλικά που έχουν παρασύρει από τις ορεινές περιοχές, ενώνονται με τα καφετιά νερά του Αμαζονίου, σαν να αναμειγνύεται ο καφές με την κρέμα. Τα διαφορετικά χρώματα παραμένουν ορατά για πολλά χιλιόμετρα, πριν τελικά ενωθούν.
Το λιμάνι του Μανάους είναι προσβάσιμο σε ποντοπόρα πλοία, παρά την τεράστια απόστασή του από τις εκβολές του ποταμού. Η πόλη ιδρύθηκε από τους Πορτογάλους το 1669 και η άφιξή μας στις αποβάθρες πραγματοποιήθηκε τις απογευματινές ώρες. Τα νερά του θηριώδους ποταμού ήταν σκοτεινά, ορμητικά και αγριεμένα. Η δύναμή τους δημιουργούσε μια συνεχή πρόκληση για την ασφαλή πλαγιοδέτηση του πλοίου. Το πλοίο μας, ένα φορτηγό γενικού φορτίου 28.000 τόνων, με μια συμβατική “τουμπαριστή” κύρια μηχανή, δεν ήταν ένα εύκολο σκάφος για χειρισμούς σε ένα τόσο απαιτητικό περιβάλλον. Οι συνθήκες του λιμανιού απαιτούσαν ακρίβεια, εμπειρία και απόλυτο έλεγχο.
Και όμως, η πρόσδεση στην προβλήτα πραγματοποιήθηκε με τέτοια ακρίβεια και ηρεμία, ώστε αποτέλεσε πραγματικό σεμινάριο προς ναυτιλλομένους.»
Ο πλοηγός, με χαρά, άφησε το πρόσταγμα στις ικανότητες του πλοιάρχου μας. Στο τέλος της διαδικασίας μας χαιρέτησε αδελφικά και μας ζήτησε την τιμή να τον έχουμε μαζί μας στο βραδινό μας δείπνο. Τιμήσαμε τη βραζιλιάνικη κουζίνα με ένα εκλεκτό βοδινό, συνοδευόμενο από πορτογαλικό κρασί. Και για αρχή αλλά και για το τέλος της βραδιάς, δεν θα μπορούσε να υπάρχει κάτι πιο χαρακτηριστικό από ένα ποτήρι καϊπιρίνια, το παραδοσιακό βραζιλιάνικο ποτό. Ήταν μια όμορφη βραδιά, από εκείνες που μένουν στη μνήμη του ναυτικού: μια δύσκολη μανούβρα που ολοκληρώθηκε με επιτυχία, η αναγνώριση ενός επαγγελματία προς έναν άλλο επαγγελματία και μια απλή ανθρώπινη στιγμή μακριά από την καθημερινή πίεση του πλοίου.
Επόμενος λιμένας προσέγγισης ήταν το Μπελέμ, πόλη στη βόρεια Βραζιλία, κοντά στον Ισημερινό. Το λιμάνι της βρίσκεται κατά μήκος του Ρίο Παρά, ενός μεγάλου παραποτάμου του Αμαζονίου, ο οποίος συνδέει αυτή την υδάτινη οδό με τον Ατλαντικό Ωκεανό και επιτρέπει την πρόσβαση σε ποντοπόρα πλοία. Ο αέρας ήταν χλιαρός και υγρός. Ένας αέρας ευνοϊκός για συναντήσεις, ευνοϊκός για νέα ξεκινήματα. Βρισκόμασταν στο μπαρ του ξενοδοχείου Σέρατον, καθισμένοι αναπαυτικά με ένα ποτό στο χέρι. Δύο τραπέζια πιο πέρα βρίσκονταν δύο αιθέριες γυναικείες παρουσίες. Άνετες, με αυτοπεποίθηση, πρέπει να βρίσκονταν στα πρώτα χρόνια της τέταρτης δεκαετίας της ζωής τους. Ήταν άψογα ντυμένες, εντυπωσιακά όμορφες, με κορμί σπαθί και δέρμα μεταξένιο. Τα ξανθά μαλλιά τους, με τις κοκκινωπές ανταύγειες, μαρτυρούσαν ίσως μια μακρινή βόρεια καταγωγή. Τα μάτια τους, καθαρά και φωτεινά σαν ζαφείρια, εξέπεμπαν γοητεία. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, έτσι όπως του ήρθε εκείνη τη στιγμή, ζήτησε από τον σερβιτόρο να κεράσει τις καταπληκτικά όμορφες κυρίες. Το ένστικτό μου έλεγε ότι ίσως έκανε λάθος, αλλά καλό είναι κάποτε να δοκιμάζουμε την τύχη μας. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί. Οι κυρίες, όμως, δεν παρασύρθηκαν από τη μεσογειακή μας γοητεία. Τα ποτά δεν έγιναν αποδεκτά. Ευγενικά και πολιτισμένα, είναι η αλήθεια, αλλά η απόρριψη ήταν απόλυτη.»
Συνεχίσαμε το κυκλικό μας ταξίδι με επόμενους λιμένες προσέγγισης το Σαλβαντόρ, το Ρίο ντε Τζανέιρο, το Ιτάτζαϊ, το Ρίο Γκράντε, το Μπουένος Άιρες, το Μοντεβιδέο και μερικούς ακόμη λιμένες. Τελευταίος σταθμός μας στη Νότια Αμερική ήταν ο λιμένας του Σάντος στη Βραζιλία, όπου βρίσκονταν και τα κεντρικά γραφεία της ναυλώτριας εταιρείας. Επόμενος προορισμός μας: η Μελβούρνη της Αυστραλίας.
Εδώ άρχισαν οι πραγματικές δυσκολίες του ταξιδιού, όσον αφορά την επόμενη θαλάσσια διαδρομή. Ο χειμώνας είχε κάνει αισθητή την παρουσία του στο νότιο ημισφαίριο. Ένας χειμώνας σκοτεινός, μελαγχολικός, και το ημερολόγιο έδειχνε ακόμη μόλις τα μέσα του Ιουνίου. Όλα έμοιαζαν ανάποδα για εμάς τους ανθρώπους της Μεσογείου. Ιούνιος μήνας και το σκηνικό γύρω μας να θυμίζει χειμωνιάτικο τοπίο, με βροχές, κρύο και χιόνια. Ποιος θα το φανταζόταν; Εκεί που στην πατρίδα μας ο Ιούνιος σημαίνει ήλιο, ζέστη και την προσμονή του καλοκαιριού, εδώ, στην άλλη πλευρά της γης, η φύση ακολουθούσε τον δικό της ρυθμό.»
Το ταξίδι από το Σάντος έως τη Μελβούρνη ήταν περίπου 9.500 ναυτικά μίλια μέσω του περάσματος του Μαγγελάνου και περίπου 11.100 ναυτικά μίλια μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας.
Ο πλοίαρχος συζήτησε μαζί μου το σχεδιασμό του ταξιδιού και μου εξήγησε την απόφασή του. Είχε επιλέξει να ακολουθήσουμε ανατολική πορεία, πλέοντας γύρω από το νότιο άκρο της Αφρικής, αντί να διασχίσουμε τη Γη του Πυρός και το Πέρασμα του Μαγγελάνου, τη συνηθισμένη θαλάσσια διαδρομή που ακολουθούν τα πλοία με προορισμό την Αυστραλία.
Του επισήμανα ότι η ανατολική διαδρομή θα απαιτούσε περισσότερες από τέσσερις επιπλέον ημέρες ταξιδιού και ότι τα καύσιμα είχαν υπολογιστεί με βάση την επίσημη θαλάσσια πορεία. Με την αλλαγή αυτή, το απόθεμα ασφαλείας σε καύσιμα θα περιοριζόταν σημαντικά, αφήνοντάς μας μικρότερο περιθώριο σε περίπτωση δυσμενών καιρικών συνθηκών.
«Να έχεις εμπιστοσύνη», μου είπε. «Δεν θα χρειαστούμε επιπλέον καύσιμα».
Πάντα του είχα εμπιστοσύνη, γιατί γνώριζα την υπευθυνότητά του και την ακρίβεια με την οποία αξιολογούσε όλες τις παραμέτρους ενός ταξιδιού. Δεν ήταν μια απόφαση βασισμένη στην τόλμη ή στην τύχη, αλλά στη βαθιά γνώση και στην εμπειρία του.
Ανακοίνωσε την απόφασή του στους ναυλωτές, εξηγώντας παράλληλα το σκεπτικό που την υποστήριζε. Η αντίδρασή τους ήταν άμεση. Απόλυτα αιφνιδιασμένοι από την επιλογή του πλοιάρχου, άρχισαν οι συσκέψεις και οι διαβουλεύσεις τόσο στα γραφεία των ναυλωτών όσο και στη δική μας ναυτιλιακή εταιρεία. Απορημένοι και έκπληκτοι, μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό τους από την απόφασή μας, οι ναυλωτές αποφάσισαν να στείλουν στο πλοίο από το Σάντος τον επικεφαλής των κεντρικών τους γραφείων. Μας εξήγησε ότι είχε τη σύμφωνη γνώμη τόσο των ναυλωτών όσο και της ναυτιλιακής εταιρείας του πλοίου, δηλαδή των εργοδοτών μας, και επέμενε ότι δεν μπορούσαμε να παρακάμψουμε το καθιερωμένο δυτικό δρομολόγιο, μέσω του Περάσματος του Μαγγελάνου και του Ακρωτηρίου Χορν. Ο πλοίαρχος, όμως, παρέμεινε ανένδοτος. Η ευθύνη και η εξουσία της διακυβέρνησης του πλοίου ανήκαν σε εκείνον και αυτό δεν αποτελούσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Το ταξίδι έχει αποφασιστεί. Η πορεία μας θα είναι ανατολική και δεν πρόκειται να αλλάξει όσο εγώ είμαι πλοίαρχος του πλοίου», ήταν η θέση του. Για να διευκολύνει μάλιστα την κατάσταση και να μην αφήσει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης, δήλωσε ότι η αντικατάστασή του στην πλοιαρχία ήταν στη διάθεση της εταιρείας, εφόσον αυτό θεωρούσαν απαραίτητο. Είναι αυτονόητο ότι και εγώ στάθηκα στο πλευρό του και συμμετείχα πλήρως στην απόφασή του. Δήλωσα και τη δική μου διαθεσιμότητα για αντικατάσταση, αν αυτή ήταν η επιλογή της εταιρείας.
Ο επικεφαλής των γραφείων αναχώρησε ξανά για νέες διαβουλεύσεις. Δεν πέρασε πολύς χρόνος και επέστρεψε στο πλοίο. Αυτή τη φορά το μήνυμα ήταν διαφορετικό: μας ευχήθηκε καλό ταξίδι, σύμφωνα με την απόφαση του πλοιάρχου. «Ασφαλής πορεία ανατολικά.»
«“Fast bind, fast find”, λένε οι Άγγλοι. Δηλαδή: «Κάλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε», όπως λένε στο χωριό μου.
Στη θάλασσα, περισσότερο ίσως από οπουδήποτε αλλού, η πρόνοια και η προετοιμασία δεν είναι υπερβολή· είναι απαραίτητη προϋπόθεση επιβίωσης. Η σχέση του ανθρώπου με τη θάλασσα, ιδιαίτερα στις δύσκολες και σκληρές ώρες, είναι το πεδίο όπου αναπτύσσεται μια ηρωική στάση από ανθρώπους απλούς και ταπεινούς, που τους καθοδηγεί πάνω απ’ όλα η αίσθηση του καθήκοντος. Η θάλασσα είναι όμορφη όταν θυμώνει και ζωντανεύει. Μέσα στην αγριότητά της αποκαλύπτει τη δύναμη και το μεγαλείο της. Μα την ίδια στιγμή παραμένει τρομακτική και βίαιη, υπενθυμίζοντας στον άνθρωπο ότι, όσο μεγάλη κι αν είναι η γνώση και η τεχνολογία του, βρίσκεται πάντοτε απέναντι σε μια δύναμη πολύ μεγαλύτερη από τον ίδιο.»
Εδώ θα κάνω μια μικρή παρένθεση.
Στη μεταξύ μας διαβούλευση, παρουσία του γραμματικού και του ασυρματιστή του πλοίου, ο πλοίαρχος μας εξήγησε την κατάσταση που επικρατούσε στον Νότιο Ειρηνικό Ωκεανό.
Πέρα από τις σφοδρές κακοκαιρίες που επικρατούσαν σε μεγάλη έκταση του ωκεανού, ένα ατελείωτο κύμα κακοκαιρίας σάρωνε το νότιο τμήμα του, εξαιτίας ενός στάσιμου ψυχρού μετώπου. Παράλληλα, στην περιοχή βρισκόταν σε ιδιαίτερα έντονη δραστηριότητα το εποχικό φαινόμενο Ελ Νίνιο (El Niño).
Το Ελ Νίνιο είναι ένα ωκεάνιο και ατμοσφαιρικό φαινόμενο στον τροπικό Ειρηνικό Ωκεανό, κατά το οποίο παρατηρείται ασυνήθιστη θέρμανση των επιφανειακών υδάτων, κυρίως κατά μήκος των δυτικών ακτών της Νότιας Αμερικής, επηρεάζοντας την ατμοσφαιρική κυκλοφορία και προκαλώντας σημαντικές κλιματικές μεταβολές σε πολλές περιοχές του πλανήτη.
Ο όρος αρχικά χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει το θερμό θαλάσσιο ρεύμα που εμφανιζόταν στην περιοχή γύρω από την περίοδο των Χριστουγέννων, γι’ αυτό και συνδέθηκε με την ισπανική ονομασία El Niño. Σήμερα χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις ευρύτερες ωκεανογραφικές και κλιματικές ανωμαλίες που προκαλεί το φαινόμενο, ιδιαίτερα όταν αυτές παρουσιάζουν μεγάλη ένταση και διάρκεια.»
Την ημέρα του κατάπλου μας στον λιμένα του Σάντος και ενώ προσεγγίζαμε την προβλήτα φόρτωσης, μια διαβολική σύμπτωση έφερε μπροστά μας ένα πανομοιότυπο αδελφό πλοίο της ίδιας ναυλώτριας εταιρείας, της Mitsui Line. Το πλοίο αυτό, με Ιάπωνες στο πλήρωμά του και με τον ίδιο λιμένα προορισμού, τη Μελβούρνη της Αυστραλίας, αναχωρούσε εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακολουθώντας τη συνήθη δυτική πορεία, μέσω του Περάσματος του Μαγγελάνου και του Ακρωτηρίου Χορν.
Εμείς ακολουθήσαμε διαφορετική πορεία. Πλεύσαμε αρκετά ανοικτά της Νοτίου Αφρικής, ώστε να αποφύγουμε από τη δυτική πλευρά το ψυχρό ρεύμα της Μπεγκουέλα και από την ανατολική το θερμό ρεύμα των Αγκούλας. Ο χειμώνας του νοτίου ημισφαιρίου μάς υποδέχθηκε ήπια. Ένας ήρεμος χειμωνιάτικος παγετός εμφανιζόταν τις πρωινές ώρες, χωρίς όμως έντονα καιρικά φαινόμενα.
Μετά το ήσυχο πέρασμα της Νοτίου Αφρικής συνεχίσαμε προς τα γαλλικά νότια υπερπόντια εδάφη, μια συστάδα περίπου είκοσι μικρών, ορεινών νησιών. Οι μοναδικοί κάτοικοι αυτών των απομονωμένων περιοχών ήταν το προσωπικό των μόνιμων επιστημονικών σταθμών που λειτουργούσαν εκεί. Το κλίμα ήταν εξαιρετικά υγρό αλλά ήπιο. Οι άνεμοι ελαφροί και μεταβλητοί, σπάνια ξεπερνούσαν τα 4 έως 5 μποφόρ, παραμένοντας ήρεμοι και ελάχιστα θυελλώδεις.
Με αυτές τις εξαιρετικές καιρικές συνθήκες, το πλοίο μας έφθασε έγκαιρα στη Μελβούρνη, ακριβώς σύμφωνα με το προγραμματισμένο ταξίδι του.
Την εποχή εκείνη, συνήθως η άφιξη ενός ελληνικού πλοίου στο λιμάνι της Μελβούρνης περιγραφόταν με ιδιαίτερα συγκινητικό και συναισθηματικό τρόπο. Εκεί τα πληρώματα είχαν την ευκαιρία να βρεθούν κοντά στη μεγάλη ελληνική ομογένεια, να ακούσουν τη γλώσσα τους, να συναντήσουν ανθρώπους που κουβαλούσαν την ίδια πατρίδα μακριά από αυτήν. Και για του λόγου το αληθές, το πλοίο ολοκλήρωσε τις απαραίτητες φορτοεκφορτώσεις και, παράλληλα, ένα μεγάλο μέρος του πληρώματος ξεφαντώσαμε μαζί με αρκετούς απόδημους Έλληνες σε ένα μεγάλο κέντρο διασκέδασης, όπου εμφανίζονταν ο Σπύρος και η Ζωή Ζαγοραίου. Τραγουδώντας όλοι μαζί το ανεπανάληπτο  «Μου λέτε να μη κλαίω», νιώσαμε για λίγο πως η απόσταση ανάμεσα στη θάλασσα και την πατρίδα είχε μικρύνει.
Την ώρα που λύναμε κάβους για τον απόπλου, κατέφθασε στον λιμένα και το αδελφό ιαπωνικό πλοίο της Mitsui Line, που είχε αναχωρήσει από το Σάντος. Είχε φύγει τριάντα ώρες νωρίτερα από το δικό μας πλοίο και, παρά το γεγονός ότι είχε διανύσει περίπου 1.500 ναυτικά μίλια λιγότερα, έφθασε τριάντα ώρες αργότερα, έχοντας ακολουθήσει τη συνήθη πορεία και αντιμετωπίζοντας τις δικές του δυσκολίες.“Fortis fortuna adiuvat”. Η τύχη βοηθά τους τολμηρούς, έλεγαν οι Λατίνοι.
Όταν, στο τέλος του μεγάλου κυκλικού μας ταξιδιού, φθάσαμε στην Ιαπωνία, το πλοίο και ο πλοίαρχος μας έτυχαν θερμής υποδοχής από τους ναυλωτές μας. Μας υποδέχθηκαν με ιδιαίτερη θέρμη και ενθουσιασμό, αλλά και με μια βαθιά ικανοποίηση για την επιτυχή ολοκλήρωση του ταξιδιού.
Ενσαρκώνοντας το πνεύμα της ασιατικής φιλοξενίας, οι Ιάπωνες φίλοι μας άφησαν στην άκρη την τυπική επαγγελματική επικοινωνία και μας πρόσφεραν μια ειλικρινή και εγκάρδια υποδοχή.
Δεν θυμάμαι την ποσότητα του ωμού ψαριού —του περίφημου σούσι— που, για λόγους ευγένειας, προσπάθησα να καταναλώσω ανταποκρινόμενος στον ενθουσιασμό των οικοδεσποτών μας. Θυμάμαι όμως πολύ καλά την ατμόσφαιρα: ένα γαστρονομικό ταξίδι μέσα από παραδοσιακά ιαπωνικά πιάτα, φιλικές συζητήσεις και χαμόγελα, με αποδέκτες εμάς, τους ανθρώπους που είχαμε φέρει το πλοίο τους ασφαλώς στον προορισμό του. Και τι κάνουν οι φίλοι όταν υπάρχει εκλεκτή παρέα και καλή διάθεση; Ευχαριστούν ο ένας τον άλλο και εύχονται καλά πράγματα.“Kanpai!” «Στην υγειά μας!» φίλοι μου καλοί.
Αυτό που τελικά μένει είναι μια σημαντική αίσθηση: η απλή χαρά που πηγάζει από την ομαδική εργασία, την αμοιβαία εμπιστοσύνη και την επιβεβαίωση της αξιοσύνης. Η περιπέτεια του ταξιδιού, η πάλη με τα κύματα και τους ανέμους του ωκεανού, είχε αίσιο τέλος. Παρά τις δύσκολες συνθήκες, παρά την αγριότητα της θάλασσας, δεν υπήρξαν ποτέ αβαρίες στο φορτίο. Το πλοίο ολοκλήρωσε την αποστολή του με ασφάλεια και επιτυχία.
...........Ήθελε πάντα να εγκαταλείψει τη θάλασσα, όμως ποτέ δεν μπόρεσε να απομακρυνθεί πραγματικά από τη δύναμη και την επιρροή της. Η θάλασσα είχε γίνει μέρος του χαρακτήρα του, τρόπος σκέψης και μνήμη που τον συνόδευε παντού. Όταν ήρθε η στιγμή της αλλαγής, προσαρμόστηκε χωρίς δισταγμούς στο έντονα εξελισσόμενο περιβάλλον της σύγχρονης ναυτιλίας, αποδεικνύοντας ότι η πραγματική ναυτική αξία δεν βρίσκεται μόνο στη θέση που κατέχει κάποιος, αλλά στη γνώση, στην εμπειρία και στην ικανότητα να ανταποκρίνεται στις νέες απαιτήσεις.»

 
Web Informer Button