Με αυτά και με τα άλλα, συζητώντας ακόμη για την ιστορία της Εριφύλης και του γυμναστή της, έφτασαν στην παραλία, στα εξοχικά τους σπίτια.
Ο Νικηφόρος ένιωσε πως χρειαζόταν κάτι για να σπάσει τον πάγο. Οι άνθρωποι ηρεμούν και χαμογελούν στη δύναμη των φιλοφρονήσεων, σκέφτηκε. Και δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο από ένα κομπλιμέντο. Την κοίταξε διακριτικά. Οι στιγμιαίες αναλαμπές του ήλιου περνούσαν ανάμεσα από τα αιωνόβια ελαιόδεντρα που στέκονταν εκατέρωθεν του δρόμου και χάιδευαν με φως το πρόσωπο και τη σιλουέτα της. Ο Νικηφόρος την παρατηρούσε χωρίς να βιάζεται να μιλήσει. Είχε την αίσθηση πως η Φαίδρα διέθετε μια σπάνια, αρμονική ομορφιά, από εκείνες που δεν περιορίζονται σε ένα χαρακτηριστικό, αλλά αποκαλύπτονται σιγά-σιγά, όσο περισσότερο τις κοιτάζει κανείς.
Ίσως, σκέφτηκε, να ήταν το πιο όμορφο γυναικείο σώμα που είχε δει ποτέ στην περιοχή τους.
Χαμογέλασε σχεδόν ανεπαίσθητα. Ίσως τώρα να ήταν η κατάλληλη στιγμή για το πρώτο κομπλιμέντο.
«Χωρίς να σε κολακεύω, έχεις αψεγάδιαστη εμφάνιση και μια φυσική ομορφιά. Είσαι τόσο όμορφη…» της είπε.
Η Φαίδρα χαμογέλασε αυθόρμητα. Εκείνο το χαμόγελο που δεν ήταν προσποιητό ούτε υπολογισμένο· της έβγαινε κάθε φορά που κάποιος της μιλούσε με ζεστασιά.
«Σ’ ευχαριστώ… Υπερβάλλεις όμως. Απλώς, οφείλω να πω πως προσέχω όσο μπορώ τον εαυτό μου.»
«Είμαι βέβαιος πως δεν υπερβάλλω…»
Τα λόγια του την έκαναν να χαμηλώσει για λίγο το βλέμμα. Δεν ήξερε αν έπρεπε να του απαντήσει ή απλώς να χαμογελάσει. Κι εκείνη η μικρή αμηχανία την πρόδιδε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε.
Η Φαίδρα είχε μια έμφυτη ανάγκη να γίνεται ευχάριστη στους ανθρώπους. Όχι από υπολογισμό· ήταν κάτι βαθύτερο, σχεδόν αυθόρμητο. Της άρεσε να δημιουργεί γύρω της μια ατμόσφαιρα ζεστασιάς, να ανταποκρίνεται στο συναίσθημα του άλλου, να αφήνει χώρο στην τρυφερότητα. Με τον Νικηφόρο, όμως, συνέβαινε κάτι διαφορετικό. Την ιντρίγκαρε.
Υπήρχε στον τρόπο που την κοιτούσε κάτι που την έκανε να αισθάνεται γυναίκα με έναν καινούριο τρόπο. Δεν ήταν μόνο το κομπλιμέντο. Ήταν η βεβαιότητα πίσω από τα λόγια του, εκείνη η διακριτική διεκδίκηση που δεν γινόταν πιεστική, αλλά ήταν αρκετά φανερή ώστε να μην μπορεί να την αγνοήσει.
Και, όσο κι αν δυσκολευόταν να το παραδεχτεί ακόμη και στον εαυτό της, της άρεσε. Πολύ.
Ένιωθε πως κάτι μέσα της μετακινούνταν αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Σαν να άρχιζε να φαντάζεται έναν εαυτό διαφορετικό από εκείνον που γνώριζε μέχρι τότε. Έναν εαυτό πιο μαλακό, πιο τρυφερό, που θα μπορούσε να αφεθεί στη φροντίδα ενός άντρα, να δεχτεί την προσοχή του χωρίς να χρειάζεται να την ανταποδώσει αμέσως. Η σκέψη αυτή την αιφνιδίασε. Γιατί, μαζί με την αμηχανία, έφερε και μια παράξενη γλυκύτητα.
Ίσως ο Νικηφόρος να μην ήταν απλώς ένας άντρας που της άρεσε να φλερτάρει. Ίσως άρχιζε να την ενδιαφέρει πραγματικά. Και αυτό ήταν πολύ πιο επικίνδυνο από ένα απλό παιχνίδι. Το παιχνίδι αυτό είχε αρχίσει να αρέσει πολύ στη Φαίδρα.
Ο Νικηφόρος ήταν, άλλωστε, ένας άντρας που δύσκολα περνούσε απαρατήρητος. Και, για να έλεγε την αλήθεια στον εαυτό της, το κουτσομπολιό της Νεφέλης, μαζί με όσα είχε ακούσει από τον ίδιο για την ιστορία του με την Εριφύλη και τον γυμναστή της, είχαν ανάψει μέσα της μια πρωτόγνωρη περιέργεια.
Δεν ήταν πια μόνο το φλερτ. Ήταν η φαντασία που είχε αρχίσει να συμπληρώνει όσα η πραγματικότητα άφηνε ανείπωτα. Κάθε φορά που τον κοιτούσε, ένιωθε μια παράξενη θερμότητα να την καταλαμβάνει. Η φυσική της ορμή, που μέχρι τότε ήξερε να την κρατά σε απόσταση ασφαλείας, τώρα έμοιαζε να την ενθαρρύνει να πλησιάσει. Να παίξει. Να δοκιμάσει τα όρια αυτού του καινούριου παιχνιδιού. Και όσο το σκεφτόταν, τόσο πιο έντονη γινόταν η επιθυμία της.
Τον φανταζόταν κάποια στιγμή να βρίσκεται κοντά της, τόσο κοντά ώστε να μπορεί να τον πάρει στην αγκαλιά της. Να κρατήσει για λίγο το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της και να τον φιλήσει με μια τρυφερότητα που δεν θα ήταν μόνο ερωτική. Υπήρχε κάτι σχεδόν προστατευτικό στη φαντασίωση της.
Ήθελε να του δώσει την αίσθηση πως κοντά της μπορούσε να ξεχάσει όσα τον είχαν πληγώσει, τις περιπέτειες της Εριφύλης, όλα εκείνα που είχε αφηγηθεί με τόση ψυχραιμία αλλά που ίσως έκρυβαν μέσα τους περισσότερη μοναξιά απ’ όση φαινόταν. Κι ύστερα, χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί τίποτε, να τον αφήσει να καταλάβει πως κι εκείνη τον επιθυμούσε. Η σκέψη αυτή την έκανε να χαμογελάσει μόνη της. Γιατί η Φαίδρα καταλάβαινε πλέον πως δεν ήταν απλώς η γυναίκα που άκουγε μια ιστορία.
Είχε αρχίσει να γίνεται μέρος της.
Μέσα της δούλευε πολύ καλά η εσωτερική σύγκρουση, από τη μια δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα σε αυτή την ξαφνική επιθυμία και από την άλλη αρχίζει, σχεδόν παιχνιδιάρικα, να δοκιμάζει την επίδρασή της πάνω στον Νικηφόρο.
Τι είχε πάθει όμως; Αναρωτήθηκε ξανά η Φαίδρα. Δεν ήξερε. Δεν είχε ιδέα.
Ίσως να έφταιγε ο αέρας του Παγασητικού. Ίσως εκείνο το παράξενο φως του απογεύματος, η θάλασσα, οι ελιές, η αίσθηση πως το καλοκαίρι δεν είχε ακόμη αποφασίσει να φύγει. Ή, ίσως, να έφταιγε απλώς ο Νικηφόρος. Γιατί είχε αρχίσει να υποψιάζεται κάτι που την αναστάτωνε περισσότερο απ’ όλα, πως αυτός ο άντρας είχε έναν τρόπο να ξυπνά μέσα της μια πλευρά της γυναικείας της φύσης που μέχρι τότε δεν είχε χρειαστεί να γνωρίσει.
Και αυτό την αναστάτωνε.Συγκρουόταν με όσα πίστευε πως γνώριζε για τον εαυτό της. Με την εικόνα που είχε χτίσει τόσα χρόνια για τη γυναίκα που ήταν, για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τους άντρες, για τα όρια που θεωρούσε αυτονόητα. Τώρα, όμως, τα όρια αυτά έμοιαζαν λιγότερο σταθερά.
Και το πιο παράξενο ήταν πως ένα μέρος της δεν ήθελε καθόλου να τα επαναφέρει. Κάποια στιγμή, σχεδόν ασυναίσθητα, τακτοποίησε τη ζώνη της έτσι ώστε να τονίζει περισσότερο τη γραμμή του στήθους της. Ύστερα, σαν να την ενοχλούσε η ζέστη, άνοιξε ανέμελα δυο κουμπιά από το πουκάμισό της. Δεν κοίταξε τον Νικηφόρο. Ή τουλάχιστον έτσι προσποιήθηκε. Έμεινε για λίγο σιωπηλή, αφήνοντας τον αέρα της θάλασσας να περάσει ανάμεσα στο ανοιχτό ύφασμα. Μόνο τότε γύρισε προς το μέρος του. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Και για μια στιγμή η Φαίδρα κατάλαβε πως το μικρό της τέχνασμα δεν είχε περάσει απαρατήρητο. Ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Δεν ήξερε ακόμη πού οδηγούσε αυτό το παιχνίδι. Ήξερε όμως πλέον πως το παιχνίδι υπήρχε.
Και, προς μεγάλη της έκπληξη, της άρεσε να ανακαλύπτει πως μπορούσε κι εκείνη να το παίζει.
Εδώ έχει ενδιαφέρον να μείνει η αμφιβολία του Νικηφόρου: δεν ξέρει αν η Νεφέλη κάνει απλώς ένα αυθόρμητο σχόλιο ή αν, μέσα από το βλέμμα της, αποκαλύπτεται κάτι περισσότερο. Αυτό δίνει στη σκηνή ερωτική ένταση χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί ευθέως.
«Έχει κορμάρα, με απίστευτα σφιχτό στήθος· λες και η βαρύτητα δεν έχει αρχίσει ακόμη να επιδρά πάνω της με την πάροδο του χρόνου», είπε η Νεφέλη.
Ο Νικηφόρος γύρισε προς το μέρος της. Δεν ήταν τόσο τα λόγια που τον ξάφνιασαν όσο ο τρόπος με τον οποίο τα είπε. Για μια στιγμή παρατήρησε το βλέμμα της Νεφέλης καθώς περνούσε πάνω από τη Φαίδρα. Ήταν ένα βλέμμα που κρατούσε λίγο περισσότερο απ’ όσο θα δικαιολογούσε μια απλή παρατήρηση. Ο Νικηφόρος προσπάθησε να το αποκωδικοποιήσει. Τι ακριβώς βλέπει η Νεφέλη; αναρωτήθηκε.
Το στήθος της Φαίδρας το παρατηρούσε απλώς σαν φίλη που θαυμάζει την εμφάνιση μιας άλλης γυναίκας; Ή υπήρχε κάτι περισσότερο πίσω από εκείνο το επίμονο, σχεδόν συνεπαρμένο βλέμμα;
Δεν μπορούσε να είναι βέβαιος. Κι όμως, όσο την παρατηρούσε, τόσο περισσότερο ένιωθε πως η Νεφέλη δεν έκρυβε ιδιαίτερα την έλξη της. Υπήρχε στα μάτια της μια ζωντάνια, μια προσήλωση που ξεπερνούσε την απλή περιέργεια.
Ο Νικηφόρος κράτησε την έκφρασή του ουδέτερη. Δεν ήθελε να προδώσει ότι την παρατηρούσε. Η Νεφέλη, όμως, συνέχιζε να κοιτάζει τη Φαίδρα με εκείνο το παράξενο μείγμα θαυμασμού και γοητείας.
Και τότε ο Νικηφόρος σκέφτηκε πως ίσως το παιχνίδι που είχε αρχίσει ανάμεσα σε εκείνον και τη Φαίδρα να ήταν πολύ πιο περίπλοκο απ’ όσο νόμιζε. Ίσως δεν ήταν ο μόνος που είχε αρχίσει να βλέπει τη Φαίδρα διαφορετικά.
«Νεφέλη, έχω μια απορία και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά. Έχεις ποτέ σου δοκιμάσει να κάνεις έρωτα με άλλη γυναίκα;» τη ρώτησε ο Νικηφόρος.
Η Νεφέλη τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Για μια στιγμή έμοιαζε σαν η ερώτηση να είχε αγγίξει κάτι που μέχρι τότε κρατούσε καλά κρυμμένο. «Τι έχεις στο νου σου;» τον ρώτησε, προσπαθώντας να διαβάσει την πρόθεσή του. Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Προς το παρόν, τίποτα. Απλώς… κάτι σκεφτόμουν.» Δεν είπε περισσότερα.
Γύρισε και κοίταξε τις δύο γυναίκες δίπλα του. Η Νεφέλη και η Φαίδρα αντάλλαξαν ένα βλέμμα και χαμογέλασαν πονηρά, σαν να είχαν ήδη καταλάβει πως η ερώτησή του έκρυβε περισσότερα απ’ όσα ήθελε να παραδεχτεί. Κι εκείνος αναρωτήθηκε τι άραγε να περνούσε από το μυαλό τους. Η ερώτηση προς τη Νεφέλη έμεινε μετέωρη, καθώς λίγα λεπτά αργότερα έφτασαν στον προορισμό τους. Από τη στιγμή που είχε αρχίσει εκείνο το διακριτικό φλερτ, ο Νικηφόρος δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να πάρει τα μάτια του από τη Φαίδρα. Η επιθυμία του είχε γίνει πλέον δύσκολο να αγνοηθεί.
Η Φαίδρα συνέχιζε να μιλά για τα προβλήματα στις σχέσεις μέσα στις οικογένειες, όμως εκείνος είχε πάψει από ώρα να παρακολουθεί πραγματικά τη συζήτηση. Το βλέμμα του την παρατηρούσε σιωπηλά, σαν να προσπαθούσε να απομνημονεύσει κάθε λεπτομέρεια.
Τη γραμμή των ώμων της. Την κίνηση των χεριών της καθώς μιλούσε. Και, περισσότερο απ’ όλα, τα χέρια της. Είχε πολύ όμορφα, λεπτά χέρια και μακριά δάχτυλα. Κάθε της κίνηση τού φαινόταν ανεξήγητα γοητευτική.
Κάποια στιγμή η Φαίδρα σταμάτησε να μιλά και τον κοίταξε. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Κανείς από τους δύο δεν είπε τίποτα. Όμως εκείνη η σιωπή έμοιαζε να λέει περισσότερα από ολόκληρη τη συζήτηση που είχε προηγηθεί.
Φθάνοντας στο σπίτι της Νεφέλης, ο Νικηφόρος κατέβηκε από το αυτοκίνητο, πήρε το δικό του από την αυλή και το μετέφερε δίπλα στο εξοχικό του. Μπήκε στη θέση του οδηγού και για λίγο έμεινε ακίνητος. Εικόνες με τη μορφή της Φαίδρας περνούσαν διαρκώς από το μυαλό του. Την έβλεπε ακόμη καθισμένη δίπλα του, όπως πριν από λίγο, με τη ζώνη ασφαλείας να τονίζει τη σιλουέτα της και το μαύρο παντελόνι να ακολουθεί κάθε κίνηση των γοφών της.
Η εικόνα της είχε χαραχτεί μέσα του με μια ένταση που δυσκολευόταν να ελέγξει. Χτύπησε απαλά τα δάχτυλά του πάνω στο τιμόνι. Η σκέψη του κάλπαζε. Τη θέλω. Το παραδέχτηκε επιτέλους στον εαυτό του χωρίς περιστροφές. Ύστερα η σκέψη του στάθηκε στα μάτια της. Εκείνα τα σκούρα μάτια, τόσο εκφραστικά, που έμοιαζαν να κρύβουν περισσότερα απ’ όσα αποκάλυπταν. Είχαν μια παράξενη θαλπωρή, μια γοητεία που τον είχε καθηλώσει από την πρώτη στιγμή που την είδε να περπατά προς το σπίτι της, αγέρωχη και ταυτόχρονα ανέμελη, αφήνοντας το θαλασσινό αεράκι να χαϊδεύει τα μαλλιά της.
Αναστέναξε βαθιά και κατάπιε δύσκολα. Το μυαλό του είχε ήδη προχωρήσει πολύ πιο πέρα από εκεί που βρισκόταν το σώμα του. Φανταζόταν τη στιγμή που θα μπορούσαν να μείνουν μόνοι, μακριά από τα βλέμματα της Νεφέλης και από τις κουβέντες που κρατούσαν ακόμη τις πραγματικές τους προθέσεις κρυμμένες. Ήθελε να τη φέρει κοντά του, να τη σφίξει στην αγκαλιά του και να αφήσουν επιτέλους όλη εκείνη την ένταση που είχε συσσωρευτεί ανάμεσά τους να βρει τον δρόμο της. Να ξεχάσουν για λίγο τα πάντα. Να μείνουν μόνο εκείνοι οι δύο, μέσα στη σιωπή του εξοχικού, και να αφήσουν την επιθυμία τους να τους παρασύρει. Χαμογέλασε μόνος του. Είχε καταλάβει πως η Φαίδρα δεν ήταν πια απλώς μια γυναίκα που τον γοήτευε. Είχε γίνει η σκέψη που επέστρεφε ξανά και ξανά, όσο κι αν προσπαθούσε να την απομακρύνει.
Και κάτι του έλεγε πως αυτή η ιστορία μόλις είχε αρχίσει.
Για τον Νικηφόρο, η τελευταία ερωτική επαφή του με τη Δανάη, και ιδιαίτερα το πάθος που είχε προηγηθεί, δεν ήταν μόνο απολαυστική. Ήταν και πηγή χαράς, ζωντάνιας και μιας βαθιάς αίσθησης ευεξίας. Όμως τώρα, ύστερα από εκείνες τις στιγμές όπου το πάθος είχε φτάσει στα άκρα, ένιωθε πως είχε ανάγκη από κάτι εντελώς διαφορετικό. Ένα ξέφωτο ηρεμίας. Λίγη ανάπαυση από την ένταση, από τις επιθυμίες, από όλα εκείνα που τον είχαν αναστατώσει μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Και, καθώς σκεφτόταν τη Φαίδρα, είχε ήδη αρχίσει να προετοιμάζει μέσα του μια μικρή δικαιολογία. Αν η Νεφέλη ή η Φαίδρα άνοιγαν απόψε τον δρόμο για κάτι περισσότερο, θα τους έλεγε πως ήταν συναισθηματικά φορτισμένος από ένα ιδιαίτερο γεγονός και πως η βραδιά δεν προσφερόταν για έναν έρωτα χωρίς όρια. Ένα μικρό, αθώο ψέμα. Τίποτε περισσότερο.
Μόνο που, όπως συμβαίνει καμιά φορά στη ζωή, η λύση ήρθε από εκεί που δεν την περίμενε. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν η Νεφέλη τον επισκέφθηκε στο εξοχικό. «Νικηφόρε, πρέπει να επιστρέψουμε απόψε στο χωριό», του είπε.
Εκείνος την κοίταξε με έκπληξη. «Τόσο ξαφνικά;»
«Ναι. Ο ξάδερφος της Φαίδρας, ο φαρμακοποιός, κάνει τον προεκλογικό του αγώνα για κοινοτάρχης και απόψε έχει συγκαλέσει μια έκτακτη συνάντηση. Θέλει να συζητήσουμε το πρόγραμμα του συνδυασμού.»
Έκανε μια μικρή παύση και χαμογέλασε. «Και, φυσικά, θέλει και τη Φαίδρα εκεί. Συμμετέχει στον συνδυασμό του και έχει αναλάβει να βοηθήσει σε αρκετά πράγματα.»
Ο Νικηφόρος ένιωσε μέσα του κάτι παράξενο. Ανακούφιση πρώτα. Και αμέσως μετά μια μικρή απογοήτευση. Η Νεφέλη, χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα για όσα περνούσαν από το μυαλό του, είχε μόλις του προσφέρει την τέλεια διέξοδο. Δεν χρειαζόταν πια κανένα ψεύτικο παραμύθι. Δεν χρειαζόταν να προσποιηθεί πως δεν είχε διάθεση. Η ίδια η ζωή είχε φροντίσει να αλλάξει το σκηνικό.
«Καταλαβαίνω», είπε τελικά, χαμογελώντας. Μόνο που, καθώς η Νεφέλη απομακρυνόταν, ο Νικηφόρος σκέφτηκε πως ίσως η ανακούφιση που ένιωθε να μην ήταν τόσο μεγάλη όσο θα έπρεπε. Γιατί τώρα που ήξερε πως η Φαίδρα θα έφευγε, συνειδητοποιούσε πόσο πολύ είχε αρχίσει να θέλει να μείνει.
Το βράδυ η Νεφέλη και η Φαίδρα θα διανυκτέρευαν στο χωριό, στο σπίτι της μητέρας της Φαίδρας, και θα επέστρεφαν στην παραλία την επόμενη μέρα. Ο Νικηφόρος θα τις περίμενε στο εξοχικό.
«Και αύριο θα σου φέρω και κατσικίσιο γάλα», του είπε η Νεφέλη. «Θα σου φτιάξω τη γαλατόπιτα με τη δική μου συνταγή. Ξέρω πόσο σου αρέσει.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. Δεν γνώριζε, βέβαια, πως στο μυαλό της Νεφέλης το αυριανό γεύμα είχε ήδη αρχίσει να παίρνει άλλες διαστάσεις. Σκεφτόταν να ετοιμάσει ένα πλούσιο, γευστικό αποχαιρετιστήριο τραπέζι. Καλό φαγητό, κρασί, αρώματα, κεράκια και εκείνη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που μπορεί να μετατρέψει ένα απλό δείπνο σε κάτι πολύ πιο προσωπικό.
Και, ποιος ξέρει; Ίσως το φαγητό, η καλή διάθεση και η κατάλληλη παρέα να έκαναν τα υπόλοιπα.
Τον κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Αύριο θα σου ετοιμάσω εγώ ένα φαγητό που θα σε κάνει να ξεχάσεις όλες σου τις σκοτούρες, ματάκια μου. Θα σε περιποιηθώ όπως πρέπει και θα φροντίσω να μη σου λείψει τίποτα.»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Να ανησυχώ;»
«Καθόλου. Να χαίρεσαι!»
Η Νεφέλη έκανε να φύγει, αλλά εκείνος την πρόλαβε. «Να σε ρωτήσω κάτι ακόμη;»
«Τι;»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε ευθέως, προσπαθώντας να κρατήσει αδιάφορο το ύφος του. «Στο αυριανό δείπνο θα είναι πάλι και η φίλη σου η Φαίδρα;»
Η Νεφέλη σταμάτησε για μια στιγμή. Τον κοίταξε. Και το μικρό χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της ήταν αρκετό για να καταλάβει πως η ερώτησή του δεν είχε περάσει καθόλου απαρατήρητη.
«Γιατί ρωτάς;» είπε τελικά.
Ο Νικηφόρος ανασήκωσε τους ώμους, σαν να ήταν η πιο αθώα ερώτηση του κόσμου. «Απλή περιέργεια.»
Η Νεφέλη τον κοίταξε για λίγο ακόμη. «Μάλιστα… απλή περιέργεια.» Και έφυγε χαμογελώντας, αφήνοντάς τον να αναρωτιέται αν είχε καταλάβει περισσότερα απ’ όσα εκείνος ήθελε να δείξει.
«Τι έγινε, Νικηφόρε;» τον πείραξε η Νεφέλη. «Άρχισε να σου αρέσει και να σε καυλώνει καιη Φαίδρα;»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Εντάξει, δεν λέω όχι, φυσικά. Είναι πολύ ελκυστική γυναίκα και, για να σου πω την αλήθεια, πολύ θα ήθελα να τη φλερτάρω.» Η Νεφέλη τον κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που τον έκανε να καταλαβαίνει πως δεν επρόκειτο να τον αφήσει να ξεφύγει εύκολα.
«Ναι, καυλιάρη μου; Μόνο να τη φλερτάρεις;»
Ο Νικηφόρος γέλασε αμήχανα. «Τι άλλο να σου πω;»
«Δηλαδή να υποθέσω πως απόψε, στις μοναξιές σου, θα τη σκέφτεσαι πως θα γινόταν να τη γαμούσες;»
Εκείνος σήκωσε τα φρύδια. «Δεν είπα κάτι τέτοιο.»
«Δεν χρειάστηκε. Το σκέφτηκες όμως.»
Ο Νικηφόρος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα χαμογέλασε και παραδέχτηκε. «Το σκέφτηκα.»
Η Νεφέλη σταύρωσε τα χέρια της, περιμένοντας τη συνέχεια. «Και τώρα που το παραδέχτηκες;»
Ο Νικηφόρος αναστέναξε. «Τώρα είναι το δύσκολο. Πώς πλησιάζεις μια γυναίκα σαν τη Φαίδρα χωρίς να την κάνεις να νιώσει πως την πιέζεις; Πώς της δείχνεις ότι σε ενδιαφέρει πραγματικά και ότι θα ήθελες να δεις αν μπορεί να υπάρξει κάτι περισσότερο ανάμεσά σας;»
Η Νεφέλη τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να μιλήσει. Ύστερα χαμογέλασε.
«Αν με ρωτάς εμένα, Νικηφόρε, το πρώτο βήμα δεν είναι να της πεις τι θέλεις. Είναι να της δείξεις ότι θέλεις να τη γνωρίσεις. Άφησέ την να καταλάβει πως σου αρέσει, χωρίς να της ζητήσεις αμέσως απάντηση.»
«Και αν το έχει ήδη καταλάβει;»
Η Νεφέλη χαμογέλασε ακόμη περισσότερο. «Τότε, αγαπημένε μου, το μισό παιχνίδι έχει ήδη παιχτεί.»
«Κοίταξέ με, αγάπη μου», είπε η Νεφέλη. «Και πρόσεξε με καλά.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με απορία.
«Αν θέλεις πραγματικά να πλησιάσεις οπως στο κρεβάτι της Φαίδρα, πρώτα πρέπει να μου ζητήσεις τη βοήθειά μου. Και μάλιστα όπως πρέπει.» Έκανε μια μικρή παύση και τον κοίταξε πονηρά. «Με όλο τον σεβασμό και την ταπεινοφροσύνη που απαιτεί η περίσταση.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Δηλαδή;»
«Δηλαδή να μου πεις. Καλή μου και πονόψυχη Νεφέλη μου, σας παρακαλώ πολύ… βοηθήστε με, να γαμήσω τη φιλενάδα σου!»
Ο Νικηφόρος ξέσπασε στα γέλια. «Μωρό μου εσύ με τις αμαρτωλές ιδέες σου!» Και πριν προλάβει να συγκρατηθεί, του ξέφυγε: «Θα ήθελα να σας είχα στο κρεβάτι και τις δυο μαζί μου…»
Η Νεφέλη έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή και μετά τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που φανέρωνε πως είχε μόλις επιβεβαιωθεί κάτι που ήδη υποψιαζόταν. Ο Νικηφόρος κατάλαβε αμέσως ότι είχε αποκαλύψει περισσότερα απ’ όσα σκόπευε.
«Α, μάλιστα!» είπε εκείνη. «Ώστε εκεί έχει φτάσει η φαντασία σου;»
Εκείνος χαμογέλασε αμήχανα.
Η Νεφέλη τον πλησίασε λίγο. «Κωλόπαιδο… Από τη στιγμή που μπήκες στο αυτοκίνητο δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Λες και εγώ δεν υπήρχα.»
Ο Νικηφόρος δεν απάντησε αμέσως. Γιατί ήξερε πως η Νεφέλη είχε δίκιο. Και το χειρότερο ήταν πως δεν μπορούσε πια να προσποιηθεί ότι επρόκειτο απλώς για ένα αθώο φλερτ. Η Φαίδρα είχε ήδη καταλάβει πολύ περισσότερο χώρο μέσα στη σκέψη του απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί.
«Μωρό μου, καυλιάρικο… » είπε η Νεφέλη με ένα πονηρό χαμόγελο.
Ο Νικηφόρος σοβάρεψε για λίγο. «Το ότι είναι παντρεμένη, και μάλιστα με ναυτικό, με ξενερώνει απίστευτα. Είναι πολύ τυχερός ο άντρας της που βρήκε μια τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα σαν κι αυτή. Ξέρω πως δεν είναι σωστό να τη φλερτάρω… αλλά, τι να σου πω; Πολύ θα ήθελα να τη φέρω κοντά μου. Να νιώσω πως ανάμεσα στα κορμιά μας δεν υπάρχει πια καμία απόσταση.»
Η Νεφέλη τον κοίταξε με ένα χαμόγελο γεμάτο νόημα. «Δηλαδή, κύριε Νικηφόρε, να κάνεις έρωτα στην μια κυρία και η άλλη κυρία να περιμένει καρτερικά να της κάνεις κι εκείνη έρωτα;»
«Πολύ κυριλάτη είναι η περιγραφή σου», απάντησε γελώντας. Έμεινε για λίγο σιωπηλός και ύστερα πρόσθεσε. «Εγώ, αν θέλεις να ξέρεις τι πραγματικά περνάει από το μυαλό μου, δεν το φαντάζομαι τόσο ρομαντικά. Δεν σκέφτομαι μεγάλες δηλώσεις και υποσχέσεις. Σκέφτομαι την έλξη, την ένταση, εκείνη τη στιγμή που δύο άνθρωποι παύουν να αντιστέκονται σε αυτό που ήδη έχει δημιουργηθεί ανάμεσά τους και κυλιούνται με πάθος στα σεντόνια..»
Η Νεφέλη τον κοίταξε προσεκτικά. «Άρα δεν μιλάς για έρωτα.»
«Όχι», είπε ο Νικηφόρος. «Μιλάω για επιθυμία.» Και για πρώτη φορά, η Νεφέλη κατάλαβε πως πίσω από τα πειράγματα και τα χαμόγελα υπήρχε κάτι πολύ πιο δυνατό. Ο Νικηφόρος είχε πραγματικά αρχίσει να θέλει σεξουαλικά τη Φαίδρα.
«Τελικά, κράτα ελπίδες. Ίσως κάτι μπορεί να γίνει. Δεν είναι και τόσο απλό, αλλά δεν είναι και ακατόρθωτο», του είπε η Νεφέλη, αφήνοντας επίτηδες τη φράση να αιωρείται. Ο τρόπος που τον κοίταξε, μάλιστα, άφηνε να εννοηθεί πως, όταν υπάρχει διάθεση και βρίσκεις τον κατάλληλο τρόπο, πολλές δυσκολίες παύουν να μοιάζουν ανυπέρβλητες.
«Για να το λες αυτό… Εσύ κάτι έχεις στο κοφτερό σου μυαλό, κάνω λάθος;» τη ρώτησε ο Νικηφόρος.
Η Νεφέλη χαμογέλασε πονηρά. «Γιατί τον τελευταίο καιρό όλο και μου παραπονιέται πως της λείπει ο άντρας της και πως δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να περιμένει την επιστροφή του.»
«Και λοιπόν; Τι το παράξενο; Οι γυναίκες των ναυτικών ξέρουν καλά τι σημαίνει η απουσία. Η αναμονή δεν είναι πάντα εύκολη.»
«Ακριβώς. Γι’ αυτό της εξήγησα πως για όλα στη ζωή, υπάρχουν κι άλλες λύσεις. Μια γυναίκα σαν κι εκείνη, με τόση ομορφιά και αυτοπεποίθηση, δεν είναι υποχρεωμένη να περιμένει παθητικά τη ζωή να αποφασίσει για λογαριασμό της.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε επίμονα. «Και;»
Η Νεφέλη κράτησε για λίγο τη σιωπή, απολαμβάνοντας φανερά την αγωνία του. «Και… δεν σου είπα ότι όλα όσα λέω δεν τα λέω τυχαία.»
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή, Νικηφόρε, μπορεί καμιά φορά μια γυναίκα να παραπονιέται όχι επειδή περιμένει απλώς μια λύση, αλλά επειδή θέλει κάποιος να την καταλάβει τι πραγματικά εννοεί .»
Νικηφόρος έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. Το χαμόγελο της Νεφέλης του έλεγε περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να του πουν οι ίδιες οι λέξεις.
«Αρχίζω να υποψιάζομαι πως δεν μου τα λες όλα», είπε τελικά. «Δηλαδή... να υποθέσω πως περιμένει κάποιον να της δώσει τη λύση;»
«Επιτέλους!» του απάντησε εκείνη, χαμογελώντας. «Αρχίζεις να καταλαβαίνεις.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε σκεφτικός, αμίλητος.
Η Νεφέλη αρχίζει να του δίνει διηγιέται το διάλογο της με την Φαίδρα. «Όταν της έκανα την πρόταση πως υπάρχουν και αλλού πορτοκαλιές, βέβαια στην αρχή μου το έπαιξε ανένδοτη. Μου είπε πως δεν το διαπραγματευόταν, πως δεν ήθελε ούτε να το συζητήσει. Σύντομα όμως, από τη στιγμή που σε γνώρισε, που έμαθε και για τη σχέση μας και κατάλαβε τι ακριβώς συμβαίνει μεταξύ μας, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν.»
Ο Νικηφόρος την άκουγε χωρίς να την διακόπτει.
«Μου εξομολογήθηκε πως το σκέφτεται πολύ. Τόσο πολύ, που, όπως μου είπε, την πιάνει ένας κόμπος στο στομάχι. Πώς να στο εξηγήσω μου λέει... Μου λείπει ο άντρας μου. Έχω μείνει μόνη μου για πολύ καιρό. Μου λείπει η συντροφιά, η αγκαλιά ενός άνδρα, η ερωτική επαφή. Κι όσο κι αν προσπαθώ να το αγνοήσω, η επιθυμία δεν εξαφανίζεται επειδή απλώς αποφασίζω να μην τη σκέφτεσαι.»
Η Νεφέλη σταμάτησε για λίγο. Τον κοίταξε στα μάτια και το χαμόγελό της έγινε πιο διακριτικό. «Και, απ’ ό,τι κατάλαβα...» είπε αργά, «εσύ έχεις γίνει μέρος αυτής της ένοχης σκέψης.»
Ο Νικηφόρος δεν απάντησε αμέσως. Για πρώτη φορά, εκείνο που μέχρι τότε έμοιαζε με μακρινό ενδεχόμενο άρχισε να αποκτά μορφή. Κοίταξε τη Νεφέλη, σαν να περίμενε από εκείνη να του επιβεβαιώσει πως είχε καταλάβει σωστά. Εκείνη, όμως, περιορίστηκε σε ένα μικρό, αινιγματικό χαμόγελο. Και ίσως αυτό το χαμόγελο να ήταν η πιο καθαρή απάντηση που μπορούσε να του δώσει.
Ο Νικηφόρος και πάλι έμεινε σιωπηλός δεν απάντησε.
«Θέλει», συνέχισε η Νεφέλη χαμηλότερα, «αλλά δυσκολεύεται να κάνει το βήμα. Δεν ξέρει πώς να το αποφασίσει, πώς να πάρει αυτό το ρίσκο. Από τη μια σε θέλει και από την άλλη φοβάται τη στιγμή που θα πρέπει να παραδεχτεί στον εαυτό της ότι το θέλει πραγματικά.»
«Και πως ξέρεις ότι θέλει εμένα;» τη ρώτησε εκείνος.
Η Νεφέλη χαμογέλασε. «Γιατί δεν είναι τόσο δύσκολο να καταλάβεις μια γυναίκα όταν την παρατηρείς. Και εκείνη παρατηρεί εσένα. Ακούει όσα της λες, προσέχει τον τρόπο που της μιλάς, τον τρόπο που την κοιτάς. Καταλαβαίνει πολύ καλά τον θαυμασμό σου.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Και, Νικηφόρε, της αρέσει.»
«Της αρέσει;»
«Πολύ. Της αρέσει που την ξελογιάζεις με όμορφο τρόπο. Χωρίς χυδαιότητες, χωρίς να την πιέζεις. Της αρέσει που την κάνεις να αισθάνεται γυναίκα και που της δείχνεις ότι τη βλέπεις πραγματικά.»
Ο Νικηφόρος χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα «Άρα...»
«Άρα», τον διέκοψε η Νεφέλη με ένα αινιγματικό χαμόγελο, «δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα βιαστικά. Μερικές φορές η επιθυμία χρειάζεται μόνο λίγο χώρο για να βρει μόνη της τον δρόμο της.»
«Δεν έχεις άδικο, Νεφέλη μου.» Σήκωσε ξανά το βλέμμα του. «Μήπως, τελικά, πολλά από εκείνα που λέμε πως θέλουμε να κάνουμε, όταν ξαφνικά τα συναντάμε μπροστά μας, μας τρομάζουν και δειλιάζουμε; Και μήπως, ακόμη περισσότερο, εκείνα που επιθυμούμε βαθύτερα είναι συχνά αυτά που ξέρουμε πως δεν θα έπρεπε να επιθυμούμε;» Σταμάτησε για λίγο. Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο πάνω της.
«Μωρό μου, να ξέρεις πως υπάρχουν παντρεμένες γυναίκες που δεν θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς. Γυναίκες υπεράνω κάθε υποψίας, που μπορεί να ζουν μια εντελώς διαφορετική, κρυφή ερωτική ζωή από εκείνη που δείχνουν στους γύρω τους. Η ίδια η Εριφύλη, η ανιψιά σου, είναι ένα παράδειγμα που έχουμε ήδη συζητήσει.»
Έγειρε λίγο προς το μέρος της. «Γι’ αυτό μη μου πεις πως η Φαίδρα αποκλείεται να έχει κι εκείνη μια πλευρά της ζωής της που δεν την ξέρουμε. Μια πλευρά που κρατάει μόνο για τον εαυτό της. Μια κρυφή ερωτική ζωή, ίσως, που δεν έχει τολμήσει ακόμη να μας αποκαλύψει.»
Η Νεφέλη τον κοίταξε για λίγες στιγμές χωρίς να απαντήσει. Το χαμόγελό της δεν ήταν ούτε καταφατικό ούτε αρνητικό. Περισσότερο έμοιαζε σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να του αποκαλύψει κάτι που ήδη γνώριζε. Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό της εκείνη η παλιά ιστορία. Μια ασαφής φήμη για τη Φαίδρα και έναν πρώην καθηγητή της Δανάης.
Τίποτα συγκεκριμένο, τίποτα που θα μπορούσε να θεωρηθεί απόδειξη. Μόνο ψίθυροι, μισές κουβέντες και υπονοούμενα που είχαν κυκλοφορήσει από στόμα σε στόμα, μέσα από εκείνο το παράξενο δίκτυο μικρών κουτσομπολιών που είχε ξεκινήσει κάποτε από την Άλκηστις και την Εριφύλη και, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είχε φτάσει τελικά και στ’ αυτιά του Νικηφόρου. Η Νεφέλη τα θυμήθηκε όλα αυτά και χαμογέλασε ακόμη πιο αινιγματικά.
«Οι φήμες, Νικηφόρε μου», είπε τελικά ήρεμα, «έχουν ένα περίεργο ταλέντο. Ξεκινούν συνήθως από κάτι μικρό και, μέχρι να φτάσουν στον τελευταίο άνθρωπο, έχουν γίνει ολόκληρη ιστορία.»
«Άρα δεν ξέρεις;»
Η Νεφέλη σήκωσε ελαφρά τους ώμους. «Δεν είπα αυτό.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με απορία.
Εκείνη γέλασε χαμηλόφωνα. «Είπα μόνο πως, στη ζωή, υπάρχουν πράγματα που ξέρεις, πράγματα που νομίζεις ότι ξέρεις και πράγματα που καλύτερα να αφήνεις τον ίδιο τον άνθρωπο να σου τα αποκαλύψει, όταν και αν θελήσει.»
Ο Νικηφόρος έμεινε σιωπηλός.
Και ξαφνικά η Φαίδρα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε πως γνώριζε αρκετά καλά, απέκτησε μέσα στο μυαλό του μια ακόμη άγνωστη πλευρά. «Εε! Γι’ αυτό, σαν φίλη της, σκέφτομαι να σας βοηθήσω να ξετυλίξετε τον Μίτο της Αριάδνης.»
Η Νεφέλη χαμογέλασε με εκείνο το πονηρό βλέμμα που έκανε τον Νικηφόρο να καταλαβαίνει πως είχε ήδη σκεφτεί πολύ περισσότερα απ’ όσα του έλεγε. «Τα είπαμε. Ο άντρας της λείπει για μεγάλο χρονικό διάστημα από την οικογενειακή τους στέγη και, κυρίως, από το συζυγικό της κρεβάτι. Η Φαίδρα έχει ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσε πραγματικά κοντά σε έναν άντρα. Η επιθυμία της έχει μαζευτεί μέσα της και πυρώνει το μουνάκι της που πλέον δυσκολεύεται να την αγνοήσει. Είναι νευρική, ανυπόμονη, εύκολα εκνευρίζεται… σαν να βρίσκεται συνεχώς στα όρια της.»
Έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε. «Τα νεύρα της είναι σαν τεντωμένο σχοινί. Κάποια στιγμή, όμως, αυτό το σχοινί θα πρέπει να χαλαρώσει. Κι εγώ, μωρό μου, μπορώ να της δώσω μερικές ιδέες. Εσύ, αν πραγματικά τη θέλεις τόσο πολύ, πρέπει απλώς να ξέρεις πώς θα σταθείς απέναντί της.»
«Και τι ακριβώς προτείνεις;» τη ρώτησε ο Νικηφόρος.
«Θα της κάνω πρώτα μια προκαταρκτική κουβέντα. Όχι τίποτα βαρύ ούτε κάτι που θα την τρομάξει. Θα της ανοίξω λίγο τον δρόμο, να δούμε πώς θα αντιδράσει. Εσύ από την πλευρά σου φέρσου έξυπνα. Μην πιέσεις καταστάσεις, μην κάνεις το λάθος να βιαστείς και, κυρίως, μην αφήσεις τον ενθουσιασμό σου να σε προδώσει.»
Τον κοίταξε χαμογελώντας. «Αφού σου αρέσει τόσο πολύ η γυναίκα, άφησε την να καταλάβει πως τη θαυμάζεις. Κάνε την να αισθανθεί όμορφα μαζί σου. Τα υπόλοιπα θα τα δείξει η ίδια.»
«Κι εσύ πιστεύεις πως θα προχωρήσει;»
«Πιστεύω πως, αν υπάρχει πραγματική έλξη και από τις δύο πλευρές, δεν χρειάζονται περίπλοκα σχέδια. Χρειάζεται μόνο η σωστή στιγμή και δύο άνθρωποι που θα αποφασίσουν τι πραγματικά θέλουν.»
Το χαμόγελό της έγινε ακόμη πιο αινιγματικό. «Και τότε, Νικηφόρε μου, ο Μίτος της Αριάδνης μπορεί να αρχίσει να ξετυλίγεται μόνος του.»
Ο Νικηφόρος έμεινε για μια στιγμή να την κοιτάζει, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν μιλούσε σοβαρά. «Εννοείς πως η Φαίδρα το συζήτησε μαζί σου; Δεν μπορώ να το πιστέψω. Πες μου, σε παρακαλώ, ότι δεν με δουλεύεις!»
Η Νεφέλη έμοιαζε να απολαμβάνει κάθε δευτερόλεπτο της αμηχανίας του. Χαμογέλασε και τον χτύπησε παιχνιδιάρικα στον ώμο. «Αγορίνα, άσ’ το επάνω μου! Εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μη βιάζεσαι και να μη χαλάσεις αυτό που μπορεί να γίνει.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε ακόμη πιο δύσπιστα. «Και τι ακριβώς έχεις στο μυαλό σου;»
«Αύριο να ξημερώσει με το καλό και θα καταλάβεις. Θα έχεις μπροστά σου τη Νεφέλη και τη Φαίδρα, δύο γυναίκες που ξέρουν καλά τι θέλουν, με αρκετή πείρα στη ζωή και ακόμη περισσότερη διάθεση για ερωτικά παιχνίδια.» Έκανε μια μικρή παύση και του έκλεισε πονηρά το μάτι. «Εσύ, λοιπόν, φρόντισε μόνο να είσαι έξυπνος και στιβαρός. Για τα υπόλοιπα… άσε με εμένα.»
Ο Νικηφόρος δεν απάντησε. Για πρώτη φορά, όμως, ένιωσε πως αυτό που μέχρι πριν λίγο έμοιαζε με μια τολμηρή φαντασίωση ίσως να μην ήταν τελικά τόσο μακριά από την πραγματικότητα.
«Νεφέλη, υποκλίνομαι! Έλα εδώ να σου δώσω μια μεγάλη αγκαλιά! Δεν ξέρεις πόσο μου ανεβάζεις το ηθικό. Είσαι πραγματικά μια υπέροχη γυναίκα… Πόσο τυχερός άντρας είμαι!»
Η Νεφέλη χώθηκε στην αγκαλιά του και, με το γνωστό πονηρό της χαμόγελο, τον πείραξε:
«Που έχεις τη θεία σου γκόμενα! Πες το, ντρέπεσαι;» Ο Νικηφόρος γέλασε και την έσφιξε περισσότερο στην αγκαλιά του.
«Όχι, αγάπη μου, δεν ντρέπομαι καθόλου! Τουναντίον, καμαρώνω που σε έχω δίπλα μου και μπορώ να σε κρατώ στην αγκαλιά μου.»
Η Νεφέλη τον κοίταξε για μια στιγμή στα μάτια. Το πονηρό της χαμόγελο μαλάκωσε και έγινε κάτι πιο τρυφερό. «Έτσι σε θέλω… να το λες και να το εννοείς.»
Και έμειναν για λίγο αγκαλιασμένοι, απολαμβάνοντας εκείνη τη σπάνια οικειότητα που έκανε ακόμη και τα πιο τολμηρά τους λόγια να μοιάζουν φυσικά.
Είχε αρχίσει να νυχτώνει για τα καλά όταν οι δύο γυναίκες αναχώρησαν για το χωριό. Ο Νικηφόρος έμεινε μόνος στο εξοχικό του, με την έρημη παραλία απλωμένη μπροστά του και τη σιωπή της νύχτας να μεγαλώνει γύρω του.
Το επόμενο πρωί είχε πια ηρεμήσει από την ένταση της προηγούμενης ημέρας. Πιο νηφάλιος τώρα, καθισμένος με τον καφέ του, ξαναγύριζε νοερά σε όσα είχαν συμβεί. Και τότε, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, η σκέψη του επέστρεψε στη Φαίδρα.
Η ιδέα μιας κρυφής ερωτικής ζωής της πέρασε ξανά μπροστά από τα μάτια του. Κάτι μέσα του αναδεύτηκε και τον ενόχλησε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Ζήλια. Μια παράλογη, ίσως και αδικαιολόγητη ζήλια, αφού δεν είχε κανένα δικαίωμα πάνω της. Κι όμως, υπήρχαν πράγματα που τον πείραζαν βαθιά. Είχε πλάσει μέσα του μια σχεδόν ιδανική εικόνα για τη Φαίδρα. Την έβλεπε ως μια γυναίκα ξεχωριστή, με εκείνη την κλασική ομορφιά που δεν χρειαζόταν προσπάθεια για να επιβληθεί, με μια γοητεία ήρεμη αλλά επίμονη. Και τώρα τον βασάνιζε η σκέψη πως ίσως κάποιος άλλος να είχε βρεθεί τόσο κοντά της. Και όχι οποιοσδήποτε. Η σκέψη ότι εκείνη μπορεί να είχε μοιραστεί το κρεβάτι της με έναν άντρα που ο ίδιος θεωρούσε ανάξιο της τον πλήγωνε περισσότερο απ’ όσο περίμενε. Δεν ήταν μόνο η ζήλια του άντρα. Ήταν και η πληγωμένη περηφάνια του ανθρώπου που είχε εξιδανικεύσει μια γυναίκα και ξαφνικά φοβόταν μήπως η πραγματικότητα ήταν διαφορετική από την εικόνα που είχε αγαπήσει.
Κι ύστερα ερχόταν η άλλη σκέψη, η πιο επικίνδυνη. Αν ποτέ βρισκόταν μαζί της, ήθελε να σβήσει κάθε αμφιβολία με τη δύναμη της μεταξύ τους έλξης. Να την παρασύρει σε μια ερωτική δίνη τόσο έντονη, ώστε να ξεχαστούν όλα τα υπόλοιπα. Στη φαντασία του υπήρχε κάτι σχεδόν σαν γλυκιά εκδίκηση, όχι απέναντι στη Φαίδρα, αλλά απέναντι σε εκείνον τον άγνωστο άντρα που είχε αρχίσει να καταλαμβάνει χώρο στο μυαλό του χωρίς καν να βρίσκεται μπροστά του. Κούνησε το κεφάλι του και ήπιε μια γουλιά καφέ. «Τι ανοησίες σκέφτομαι…» μουρμούρισε.
Όμως οι φήμες επέστρεφαν επίμονα. Είχαν φτάσει στα αυτιά του αρκετά πράγματα για τις «αταξίες» της Φαίδρας ώστε να μην μπορεί πλέον να τα αποδώσει όλα σε κακόβουλα κουτσομπολιά. Κι αυτό ήταν που τον αναστάτωνε περισσότερο. Δεν μπορούσε να συμφιλιώσει την εικόνα της γυναίκας που είχε γνωρίσει, τη σαγηνευτική, ξεχωριστή, σχεδόν αριστοκρατική Φαίδρα , με την πιθανότητα να είχε πράγματι υπάρξει στη ζωή της κάποιος άλλος. Και, κυρίως, δεν άντεχε την ιδέα ότι αυτός ο κάποιος θα μπορούσε να είναι εκείνος ο στεγνός, σταφιδιασμένος λιμοκοντόρος καθηγητής που οι φήμες επέμεναν να συνδέουν μαζί της. Η σκέψη αυτή τον έκανε να σφίξει τα χείλη. Ίσως, τελικά, δεν ήταν μόνο η επιθυμία που τον είχε αναστατώσει. Ήταν η ζήλια. Και η ζήλια, όπως κατάλαβε εκείνο το πρωινό, είχε αρχίσει να του αποκαλύπτει πόσο βαθιά είχε ήδη μπλέξει η Φαίδρα μέσα στις σκέψεις του Η ναρκισσιστική του φαντασίωση τον έκανε να πιστεύει σχεδόν ακράδαντα πως εκείνος θα ήταν ο «κατάλληλος» άντρας για τη Φαίδρα. Εκείνος που θα μπορούσε να την παρασύρει, να την κάνει να ξεχάσει κάθε προηγούμενη εμπειρία και να την οδηγήσει στα ύψη της ηδονής. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς την αντίφαση. Από τη μια ζητούσε να τη δει όπως πραγματικά ήταν, ως μια ελεύθερη και αυτόνομη γυναίκα με τις δικές της επιλογές. Από την άλλη, μέσα στη ζήλια του, την αντιμετώπιζε σχεδόν σαν να όφειλε να επιλέξει εκείνον. Η επιθυμία του είχε αρχίσει να μπλέκεται επικίνδυνα με την περηφάνια του. Και ο θυμός του, όσο κι αν προσπαθούσε να τον δικαιολογήσει ως ενδιαφέρον για εκείνη, ήταν στην πραγματικότητα βαθιά εγωκεντρικός: δεν τον βασάνιζε μόνο η σκέψη ότι η Φαίδρα μπορεί να είχε αγαπήσει ή ποθήσει κάποιον άλλον. Τον βασάνιζε η ιδέα ότι ίσως κάποιος άλλος είχε προλάβει να γίνει εκείνος που, στη δική του φαντασίωση, πίστευε πως θα έπρεπε να είναι ο ίδιος.
.Ήταν αργά το απομεσήμερο την επομένη που η Νεφέλη και η Φαίδρα είχαν γυρίσει στην παραλία χωρίς την Δανάη αυτή τη φορά. Μεγάλα, κάτασπρα σύννεφα πάλευαν να κλείσουν το φωτεινό κενό του ουρανού, απ’ όπου φαινόταν ένα μικρό κομμάτι γαλάζιου. Πάνω που πλησίαζε το ένα, το άλλο το έσπρωχνε με ορμή, ώσπου στο τέλος, νικημένα εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους και απομακρύνθηκαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Μεμιάς το στερέωμα μεταμορφώθηκε σε απέραντο πέλαγος και ο ήλιος, αν και με κατεύθυνση στη δύση του, εμφανίστηκε μεγαλοπρεπής. Δεν κουνιόταν φύλλο. Η μέρα, από το πρωί, ήταν ζεστή και υγρή, γεμάτη νωχέλεια και βαριεστημάρα. Η γειτονιά ήταν παντελώς έρημη. Η παραλία που δεν κοιμόταν ποτέ τους καλοκαιρινούς μήνες είχε αδειάσει από τους παραθεριστές και τους λιγοστούς κατοίκους της, οι οποίοι τελειώνοντας τις διακοπές τους, είχαν φύγει για τις πολιτείες τους, παραχωρώντας την περιοχή στους πτερωτούς αποδημητικούς επισκέπτες στο ταξίδι τους για το νοτιά.
Στη διαδρομή από το χωριό προς την παραλία, η Φαίδρα δεν κατάφερνε να κρύψει την περιέργεια της. Όσα είχαν συμβεί την προηγούμενη ημέρα, αλλά κυρίως όσα είχε αρχίσει να μαθαίνει χωρίς καν να τα υποψιάζεται, την έκαναν να θέλει να μάθει περισσότερα! Κατ' αρχήν για τη σχέση της Νεφέλης με τον Νικηφόρο και, πάνω απ’ όλα, για το πως είχε αρχίσει η μεταξύ τους ερωτική ιστορία.
Ύστερα από λίγη σιωπή, αποφάσισε να ρωτήσει. «Για πες μου αλήθεια, Νεφέλη μου, σε παρακαλώ. Αν δεν γίνομαι στα προσωπικά σου αδιάκριτη… πώς ξεκίνησε το ερωτικό σας παραμύθι; Πώς βρεθήκατε οι δυο σας τόσο κοντά;»
Η Νεφέλη χαμογέλασε και κράτησε για λίγο το βλέμμα της στον δρόμο. «Φαίδρα, όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο ή κάπως αμήχανο, αυτό που ζούμε συμβαίνει πολύ συχνότερα γύρω μας απ’ όσο νομίζουμε. Πολλές σχέσεις δεν αρχίζουν με ένα σχέδιο. Ξεκινούν από μια γνωριμία, μια έλξη, μια στιγμή που κανείς δεν περίμενε… και ύστερα τα πράγματα παίρνουν τον δικό τους δρόμο.»
Η Φαίδρα έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Χμμ…Και έτσι πήραν το δρόμο τους θεία και ανιψιός; Και η Εριφύλη;»
Η Νεφέλη αναστέναξε ελαφρά, σαν να περίμενε αυτή ακριβώς την ερώτηση. «Κοίτα, Φαίδρα. Ο Νικηφόρος είναι λίγο περισσότερο… αρσενικό απ’ όσο επιτρέπουν συνήθως οι συμβάσεις. Του αρέσουν πολύ οι γυναίκες και αυτό ουδέποτε το έκρυψε από την Εριφύλη.»
«Και εκείνη το δέχεται;»
«Δεν θα το έλεγα έτσι. Είναι κάτι πιο σύνθετο. Η Εριφύλη είναι το κορίτσι του, η γυναίκα του, η σύντροφός του και χρησιμοποιώ αυτές τις λέξεις με την ουσιαστική τους σημασία. Υπάρχει μεταξύ τους ένας δεσμός που δεν εξαρτάται από το αν η ζωή τους είναι ακριβώς όπως την αντιλαμβάνονται οι άλλοι.»
Η Φαίδρα γύρισε και την κοίταξε. «Δηλαδή;»
Η Νεφέλη χαμογέλασε αινιγματικά. «Δηλαδή, υπάρχουν ζευγάρια που έχουν βρει τους δικούς τους κανόνες. Και μερικές φορές οι κανόνες μιας σχέσης δεν είναι καθόλου ίδιοι με εκείνους που φανταζόμαστε εμείς απ’ έξω.»
Η Φαίδρα δεν απάντησε. Έμεινε να κοιτάζει τον δρόμο μπροστά τους, ενώ μέσα της μεγάλωνε η αίσθηση πως η Νεφέλη δεν της είχε πει ακόμη ούτε τα μισά. Κράτησε πιο έντονη την αμηχανία της Φαίδρας. «Δηλαδή, Νεφέλη μου, σαν να λέμε πως η Εριφύλη είναι το αγκυροβόλιό του, το ασφαλές λιμάνι του; Εκεί όπου, ό,τι κι αν συμβεί, θα επιστρέψει και θα αράξει, αφού προηγουμένως έχει απολαύσει το ταξίδι του και έχει γνωρίσει κι άλλες θάλασσες, από τον βοριά στον νότο και από τη δύση στην ανατολή. Αυτό μου λες;»
Η Νεφέλη χαμογέλασε. «Κάπως έτσι, Φαίδρα μου. Ο Νικηφόρος και η Εριφύλη είναι ένα σύγχρονο ζευγάρι. Από την αρχή της σχέσης τους συμφώνησαν πως οι μικρές τους περιπέτειες, εκείνες που με κάποιον τρόπο νοστιμίζουν τη ζωή, δεν θα έπρεπε να κλονίσουν αυτό που θεωρούν πιο σημαντικό. το δικό τους απάνεμο και ασφαλές αγκυροβόλι.»
Η Φαίδρα έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα χαμογέλασε δύσπιστα. «Απορώ με την Εριφύλη. Εγώ, στη θέση της, δεν ξέρω αν θα μπορούσα να το δεχτώ τόσο εύκολα. Θα του έλεγα. Φίλε μου, φαίνεται πως δεν ταιριάζουμε στα πιστεύω μας. Πάρε, λοιπόν, το κουβαδάκι σου κι εγώ παίρνω το δικό μου και πηγαίνω σε άλλη παραλία!»
Η Νεφέλη γέλασε.
«Εσύ, Φαίδρα μου, πάντα ήσουν πιο απόλυτη.»
«Ίσως», απάντησε εκείνη, κοιτάζοντας για λίγο έξω από το παράθυρο. «Ή ίσως απλώς χρειάζομαι να ξέρω πού τελειώνει το δικό μου λιμάνι και πού αρχίζει η θάλασσα του άλλου.»
Η Νεφέλη την κοίταξε για μια στιγμή χωρίς να σχολιάσει. Ύστερα χαμογέλασε. «Κι όμως, Φαίδρα μου, δεν συνέβη τίποτα απ’ όλα αυτά. Και, για να είμαι ειλικρινής, υπήρχαν δύο βασικοί λόγοι. Πρώτον, τον αγαπάει πολύ. Και δεύτερον...» έκανε μια μικρή παύση, σαν να απολάμβανε ήδη την έκφραση που θα έπαιρνε η φίλη της, «...η κυρία σήμερα είναι πανευτυχής.»
Η Φαίδρα την κοίταξε απορημένη. «Τι εννοείς;»
Η Νεφέλη χαμογέλασε πονηρά. «Κάποια στιγμή, λοιπόν, και η Εριφύλη πήρε κι εκείνη το κουβαδάκι της και πήγε και σε άλλη παραλία. Και, ως εκ θαύματος, εκεί βρήκε κι ένα άλλο πανέμορφο αρσενικό. Από τότε, η ζωή της απέκτησε μια εντελώς διαφορετική γεύση. Βρέθηκε, κάποια στιγμή, ανάμεσα σε δύο άντρες που τη λάτρευαν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο.»
Σταμάτησε και ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους.«Καλώς ή κακώς, Φαίδρα μου, αυτά συμβαίνουν στη ζωή.»
Η Φαίδρα την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα. Σιγά σιγά, ένα χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται στα χείλη της. «Δηλαδή ο αρχιτεκτονας... ο ωραίος Έλληνας από την Αγγλία, που είδαμε κάποιες ημέρες το καλοκαίρι... είναι εραστής της Εριφύλης;»
«Μάλλον, όπως φαίνεται.»
Η Φαίδρα έμεινε για λίγο σιωπηλή, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις πληροφορίες.
«Δεν το πιστεύω! Ρε συ... τώρα που το σκέφτομαι...» είπε και άνοιξε τα μάτια της με έκπληξη. «Το καλοκαίρι κάποια εβδομάδα ήταν όλοι μαζί, ο Νικηφόρος, η Εριφύλη, ο «Άγγλος» και η κόρη σου, η Άλκηστις...»
Κοντοστάθηκε. «Δηλαδή να υποθέσω ... τα βράδια η Εριφύλη μπορεί να ήταν με τον έναν και με τον άλλον;»
Η Νεφέλη δεν απάντησε αμέσως. Την κοίταξε με εκείνο το χαμόγελο που έμοιαζε να λέει πως η Φαίδρα είχε μόλις ανοίξει μια πόρτα πίσω από την οποία υπήρχαν ακόμη πολλές ιστορίες.
Η Φαίδρα κοίταξε για λίγο τη Νεφέλη και ύστερα χαμογέλασε καλοσυνάτα.
«Και τώρα έχεις κι εσύ έναν άντρα να σκαλίζει με την τσουγκράνα το παρτέρι σου.»
Η Νεφέλη γέλασε.«Μου έχει αναστατώσει τη ζωή. Δεν περίμενα να συμβεί, αλλά νιώθω όμορφα μαζί του. Με κάνει να ξεχνιέμαι, να αφήνομαι, να χάνομαι λίγο από την καθημερινότητα και να μπαίνω σε έναν κόσμο πιο δικό μου… έναν κόσμο ερωτικής φαντασίας.»
Η Φαίδρα γύρισε και την κοίταξε με ένα βλέμμα που έκρυβε περισσότερα απ’ όσα έλεγε.
«Ναι ε;» Μόνο δύο λέξεις.
Όμως η Νεφέλη κατάλαβε αμέσως ότι πίσω τους υπήρχε ολόκληρη ερώτηση.
«Ναι!» είπε η Νεφέλη και χαμογέλασε πονηρά. «Φαντάσου το εξής: έχω μια ερωτική σχέση με έναν νεότερο και πολύ γοητευτικό άνδρα. Κάθε φορά που συναντιόμαστε περνάμε υπέροχα. Υπάρχει μεταξύ μας μια απίστευτη χημεία, μια έλξη που δεν χρειάζεται πολλές εξηγήσεις.»
Η Φαίδρα την κοίταζε πλέον με έκδηλη έκπληξη.
«Και σαν να μην έφτανε αυτό», συνέχισε η Νεφέλη γελώντας, «όταν βρεθούμε στο εξοχικό του αρέσει να με βάζει σε μικρές, πονηρές δοκιμασίες μέσα στο σπίτι. Να αισθάνομαι πως ακόμη κι όταν κάνω κάτι εντελώς καθημερινό, υπάρχει ανάμεσα μας ένα μυστικό που μόνο εμείς γνωρίζουμε. Του αρέσει να με φαντάζεται έτσι και, ομολογώ, εμένα με διασκεδάζει πολύ.»
«Πάει, χάζεψες!» αναφώνησε η Φαίδρα. «Μωρή θεότρελη, θα τινάξετε τους γάμους σας στον αέρα! Παλαβοί είστε;»
Η Νεφέλη γέλασε. «Όχι. Αυτό είναι ακριβώς το πρώτο πράγμα που ξεκαθαρίσαμε. Ξέρουμε και οι δύο πού πατάμε και ποια είναι τα όρια. Απλώς, αρκετές φορές στη ζωή δημιουργούνται καταστάσεις που ανατρέπουν δεδομένα τα οποία θεωρούσες μέχρι τότε ακλόνητα.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Κάποια στιγμή ανακαλύψαμε πως ταιριάζουμε απίστευτα στις ερωτικές μας προτιμήσεις. Από εκεί και πέρα, τα πράγματα εξελίχθηκαν φυσικά, χωρίς πιέσεις και χωρίς να ζητάει ο ένας από τον άλλον περισσότερα απ’ όσα μπορεί να δώσει.»
Η Φαίδρα την άκουγε σιωπηλή.
«Δεν ξέρουμε πού θα καταλήξει αυτή η σχέση», συνέχισε η Νεφέλη. «Ίσως επειδή, κατά βάθος, ξέρουμε και οι δύο πως δεν είναι φτιαγμένη για να κρατήσει για πάντα. Έχει τη δική της ημερομηνία λήξης.»
«Και δεν σε φοβίζει αυτό;» ρώτησε η Φαίδρα.
Η Νεφέλη χαμογέλασε πιο ήρεμα αυτή τη φορά. «Όχι όσο θα περίμενες. Ίσως επειδή δεν προσπαθούμε να κάνουμε από μια όμορφη παρένθεση ολόκληρη τη ζωή μας. Υπάρχουν πράγματα που τα ζεις όσο υπάρχουν, χωρίς να απαιτείς από τον χρόνο να σου υποσχεθεί ότι θα κρατήσουν για πάντα.»
Η Φαίδρα έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Εσύ, λοιπόν, το βλέπεις σαν μια παρένθεση;»
Η Νεφέλη γύρισε και την κοίταξε. «Μια πολύ όμορφη παρένθεση», είπε. «Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς έχει τόση δύναμη. Αυτό σε τρελαίνει, ε;» είπε η Νεφέλη χαμογελώντας.
Η Φαίδρα ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν έχεις άδικο. Το ότι παντρευτήκαμε δεν σημαίνει πως ξαφνικά πάψαμε να αισθανόμαστε έλξη για άλλους ανθρώπους. Μπορεί να αγαπάς τον άνθρωπό σου και, παρ’ όλα αυτά, κάποια στιγμή να νιώσεις κάτι για κάποιον άλλον.»
Έμεινε για λίγο σιωπηλή, σαν να αναζητούσε τις σωστές λέξεις. «Ιδίως όταν μια σχέση έχει περάσει πολλά χρόνια, μπορεί να εμφανιστεί κάποιος που σου δίνει λίγη παραπάνω προσοχή, που σε κοιτάζει διαφορετικά, που σε κάνει να αισθανθείς ξανά γυναίκα. Και τότε, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να φαντάζεσαι πως ίσως αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να σπάσει για λίγο τη ρουτίνα της ζωής σου.»
Η Νεφέλη την κοίταξε προσεκτικά, χωρίς να μιλήσει.
Η Φαίδρα χαμογέλασε αμήχανα. «Για να μην σε αδικώ, όμως, πρέπει να παραδεχτώ κάτι. Υπάρχουν στιγμές που, μέσα στη μοναξιά μου, αυτό το συναίσθημα με κατατρώει. Κι έχω πιάσει τον εαυτό μου να ονειρεύεται πράγματα που, όταν τα σκέφτομαι ψύχραιμα, μοιάζουν σχεδόν απαγορευμένα.»
«Τι πράγματα;» ρώτησε ήρεμα η Νεφέλη.
Η Φαίδρα δίστασε. Έστρεψε για λίγο το βλέμμα αλλού, σαν να αναζητούσε έναν πιο ασφαλή τρόπο να το πει. «Να με πλησιάζει ένας νεότερος άντρας... σαν τον Νικηφόρο. Να μου δείχνει πως με θέλει πραγματικά και να με παρασύρει, έστω για λίγο, σε μια ζωή έξω από τη συνηθισμένη μου. Να μου ζητά να αφεθώ στην επιθυμία μου, χωρίς να σκέφτομαι συνεχώς τι επιτρέπεται και τι όχι, τι πρέπει και τι δεν πρέπει.» Σταμάτησε και χαμογέλασε αμήχανα. «Ξέρω. Είναι απλώς μια φαντασίωση.»
Η Νεφέλη δεν απάντησε αμέσως. Για πρώτη φορά, όμως, είχε την έντονη αίσθηση πως η Φαίδρα δεν της μιλούσε για έναν υποθετικό άντρα. Ούτε καν για μια αόριστη φαντασίωση. Της μιλούσε για τον Νικηφόρο.
Η σκέψη αυτή πέρασε από το μυαλό της σαν σπίθα, αλλά δεν την άφησε να φανεί. «Βλέπεις που σου λέω;» είπε τελικά με ένα μικρό χαμόγελο. «Κι υπάρχει και κάτι ακόμη. Μετά από εκείνη τη συζήτηση που είχαμε για το σεξ, κατάλαβα πως θέλει να έχει κάποια επαφή μαζί σου. Τον ελκύει η ίδια σου η παρουσία. Και, πίστεψέ με, όταν ένας άντρας σε θέλει, συνήθως το καταλαβαίνεις. Τα σημάδια είναι εξόφθαλμα. Απλώς δεν είναι πάντα σίγουρος αν υπάρχει ανταπόκριση.»
Η Φαίδρα την κοίταξε για λίγο, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν μιλούσε σοβαρά. «Αστειεύεσαι, προφανώς.»
Η Νεφέλη χαμογέλασε. «Καθόλου.»
Η Φαίδρα κατέβασε ξανά το βλέμμα. Εκείνη τη στιγμή, η φαντασίωση που πριν από λίγο είχε προσπαθήσει να παρουσιάσει ως κάτι αόριστο και ακίνδυνο είχε αποκτήσει πρόσωπο, φωνή και όνομα.
Και αυτό ήταν που την έκανε να αισθανθεί ξαφνικά πολύ πιο αμήχανα.
«Όχι. Γιατί να σου πω ψέματα; Μην σοκάρεσαι. Αυτή είναι η αλήθεια.» της λέει η Νεφέλη.
Η Φαίδρα χαμογέλασε αμήχανα και για μια στιγμή κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ύστερα γύρισε προς τη Νεφέλη. «Δεν σοκάρομαι. Ας μην υποκρινόμαστε μεταξύ μας. Ο άντρας μου απουσιάζει συνέχεια. Έχουν περάσει πάνω από οκτώ μήνες χωρίς να έχω την ερωτική επαφή που χρειάζομαι. Είναι, λοιπόν, τόσο παράλογο να σκέφτομαι άλλους άντρες; Όπως, λίγο-πολύ, συμβαίνει σε όλες μας;»
Σταμάτησε για λίγο, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να πει και το επόμενο. «Και, για να είμαι ειλικρινής μαζί σου… με αναστατώνει αφάνταστα η σκέψη του Νικηφόρου. Να με θέλει πραγματικά. Να με πλησιάζει και να μου δείχνει πως δεν είμαι απλώς μια γυναίκα που θαυμάζει από μακριά.»
Η Νεφέλη την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να μιλήσει. Εκείνη η τελευταία φράση είχε πει περισσότερα απ’ όσα ίσως σκόπευε η Φαίδρα. «Γι’ αυτό σου λέω… θα του προτείνω να σου κάνει ένα ωραίο μασάζ. Να ξέρεις, έχει ταλέντο σ’ αυτά. Ξέρει πώς να χαλαρώνει έναν άνθρωπο, να διώχνει την ένταση και το στρες… και, αν το αφήσεις, μπορεί να μετατρέψει όλη αυτή την κρυφή ένταση σε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον.»
Η Φαίδρα την κοίταξε με μισό χαμόγελο. «Δηλαδή;»
Η Νεφέλη ανασήκωσε παιχνιδιάρικα τα φρύδια. «Δηλαδή, αγαπημένη μου, ίσως ήρθε η ώρα να δεις αν κάποιες φαντασιώσεις μπορούν να βγουν από το μυαλό και να αποκτήσουν… λίγο πιο απτή μορφή.»
Έτσι η πρόταση της Νεφέλης γίνεται σχεδόν πρόκληση, ενώ η Φαίδρα καταλαβαίνει πολύ καλά το υπονοούμενο χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί ευθέως.
Μεσημέρι. Ο Νικηφόρος βοηθούσε τη Νεφέλη στην κουζίνα, ενώ η Φαίδρα, καθισμένη λίγο πιο πέρα, απολάμβανε το δροσιστικό ποτό της και συμμετείχε στην κουβέντα. Πέρασε σχεδόν μία ώρα με κουβέντες περί ανέμων και υδάτων, πειράγματα και υπονοούμενα που πότε πλησίαζαν το όριο και πότε υποχωρούσαν διακριτικά. Ο Νικηφόρος, όμως, δεν θέλησε να τραβήξει περισσότερο το σκοινί. Είχε καταλάβει αρκετά, αλλά περίμενε από τις δύο γυναίκες να κάνουν το επόμενο βήμα.
Κάποια στιγμή η Φαίδρα σηκώθηκε και, αφήνοντας τους δυο τους μόνους, πήγε στο διπλανό σπίτι μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό.
Ο Νικηφόρος δεν έχασε την ευκαιρία. Γύρισε προς τη Νεφέλη και χαμογέλασε. «Αρχικά, να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Σαν γυναίκα, είναι φανερό πως με αναστατώνει ιδιαίτερα.»
Η Νεφέλη δεν απάντησε αμέσως. Τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που σήμαινε πως ήξερε πολύ καλά πού ήθελε να οδηγήσει την κουβέντα.
«Η κοπέλα μας είναι σκέτη φωτιά, Νικηφόρε μου. Και, απ’ ό,τι βλέπω, σου έχει γίνει κάτι περισσότερο από απλή έλξη.»
«Και συμφωνείς να τη διεκδικήσω;»
Η Νεφέλη γέλασε. «Ρε Νικηφόρε, σοβαρά τώρα; Τι είναι αυτό που με ρωτάς; Σαν ποντιακό ανέκδοτο ακούγεται!»
Εκείνος γέλασε κι αυτός, αλλά το βλέμμα του παρέμεινε σοβαρό. «Φυσικά και τη θέλω. Και μάλιστα περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα να παραδεχτώ. Έχω την αίσθηση πως ξαναγίνομαι εικοσάρης που μόλις ανακάλυψε πόσο επικίνδυνα μπορεί να γίνει μια επιθυμία.»
Η Νεφέλη τον κοίταξε για λίγο σιωπηλή. «Αυτό ακριβώς φοβόμουν ότι θα μου έλεγες…Η λύση είναι μια! Προχωρά τι πολυσκέφτεσαι και περιμένεις; Λοιπόν πατά γκάζι κάνε την πρόταση πρώτος, είναι ο πιο ασφαλής τρόπος για να φτάσεις και να την γαμήσεις.»
Ήταν ακόμη νωπή η συζήτηση της Νεφέλης με τον Νικηφόρο, με αντικείμενο τη Φαίδρα, όταν ξαφνικά άκουσαν τη φωνή της να τους καλεί έντρομη από την αυλή του σπιτιού της.
Ο Νικηφόρος σηκώθηκε αμέσως. Παρά την αναστάτωση της, μέσα του δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει με μια παράξενη σκέψη: ίσως αυτό να ήταν ένα μικρό, απρόσμενο σημάδι για όσα, όπως ήλπιζε, θα έφερνε το μέλλον στην ερωτική του ιστορία με τη Φαίδρα.
Προχώρησε βιαστικά προς το παράθυρο και, από εκεί, διέκρινε την αυλή. Ένας θάμνος φορτωμένος με ροζ λουλούδια έμοιαζε να ξεχωρίζει μέσα στην καλοκαιρινή βλάστηση. Δίπλα του υψώνονταν οι φτελιές, ανάμεσα σε αειθαλείς θάμνους, ενώ πάνω στον φράκτη με τα κάγκελα είχαν απλωθεί αναρριχώμενες τριανταφυλλιές. Και ανάμεσα σε όλη αυτή τη γαλήνη είχε εμφανιστεί ένας απρόσμενος επισκέπτης. Μια ιδιαίτερα μεγάλη αράχνη είχε κάνει την εμφάνισή της πάνω στον ανθισμένο θάμνο και είχε τρομάξει τη Φαίδρα. Ο Νικηφόρος πλησίασε κοντά της και προσπάθησε να την καθησυχάσει.
«Όταν τη δεις για πρώτη φορά, ίσως τρομάξεις. Αν όμως την παρατηρήσεις λίγο καλύτερα, θα καταλάβεις πως είναι σχεδόν… γλυκούλα.»
Η Φαίδρα τον κοίταξε δύσπιστα. «Γλυκούλα; Αυτή;»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Έχει να κάνει με το χρώμα της. Κοίταξέ την. Το κόκκινο σώμα της με τις μαύρες βούλες θυμίζει λίγο πασχαλίτσα. Απλώς… σε πολύ μεγαλύτερη έκδοση.»
Η Φαίδρα παρέμενε επιφυλακτική. «Και είναι σίγουρα ακίνδυνη;»
«Ακίνδυνη. Δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς.»
Η Φαίδρα πήρε μια βαθιά ανάσα και έκανε ένα μικρό βήμα πίσω. «Ζητώ συγγνώμη… αλλά ξαφνικά μου ήρθαν ένα σωρό φοβίες στο μυαλό.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε για μια στιγμή χωρίς να μιλήσει. Ίσως, σκέφτηκε, η αράχνη να ήταν απλώς η αφορμή. Κάποιες φορές ο πραγματικός φόβος δεν βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας· κρύβεται λίγο βαθύτερα, εκεί όπου αρχίζουν οι επιθυμίες.
Ο Νικηφόρος, καθώς εκείνη του μιλούσε, την παρατηρούσε διακριτικά. Το βλέμμα του στάθηκε για λίγο στα μεγάλα μάτια της, στο πλατύ μέτωπο και στις ανεπαίσθητες κινήσεις των χειλιών της. Είχε κάτι εντελώς διαφορετικό από την Εριφύλη του. Όχι καλύτερο ή χειρότερο· απλώς διαφορετικό. Μια άλλη παρουσία, ένας άλλος τρόπος να γεμίζει μια γυναίκα τον χώρο γύρω της.
Η Φαίδρα, ακόμη επηρεασμένη από την τρομάρα της, του ζήτησε να μείνει λίγο μαζί της, μέχρι να ηρεμήσει. Μπήκαν μαζί στο σαλόνι. Ο Νικηφόρος, περνώντας το κατώφλι, έριξε μια αργή ματιά γύρω του. Το δωμάτιο ήταν μεγάλο, ελάχιστα μεγαλύτερο από το δικό τους, με την ατμόσφαιρα παλιάς εξοχικής αρχοντικής κατοικίας. Ψηλά ταβάνια, ξύλινα έπιπλα εποχής και μια διάχυτη αίσθηση πως ο χρόνος εδώ μέσα είχε αποφασίσει να κινηθεί πιο αργά. Ο ίδιος προτιμούσε τις καθαρές γραμμές, την τάξη και τα ουδέτερα χρώματα. Η Φαίδρα, αντίθετα, είχε διαλέξει έντονες αποχρώσεις και έναν σχεδόν εκλεκτικό συνδυασμό αντικειμένων, σαν να μην την ενδιέφερε τόσο η αρμονία όσο η προσωπικότητα που αυτά μπορούσαν να δώσουν στον χώρο. Στους τοίχους κρέμονταν πίνακες με νεκρές φύσεις. Στο πάτωμα, χαλιά διαφορετικών μεγεθών και αποχρώσεων ήταν σκορπισμένα χωρίς αυστηρή συμμετρία, μα με έναν τρόπο που τελικά έμοιαζε φυσικός. Ο ήλιος, χαμηλωμένος πια στον ορίζοντα, τρύπωνε ανάμεσα από τις κατάλευκες περσίδες και άφηνε στο δωμάτιο μακριές, χρυσαφένιες λωρίδες φωτός.
Στο κέντρο δέσποζε ένα τεράστιο τραπέζι μοναστηριακού τύπου, πλαισιωμένο από βαριές, σκαλιστές καρέκλες. Έμοιαζαν με αληθινές αντίκες και όχι με σύγχρονες απομιμήσεις. Στη μία πλευρά του δωματίου υπήρχε ένα τζάκι, σβηστό αυτή την εποχή. Δίπλα του, πάνω σε ένα μικρό τραπέζι σκεπασμένο με πλεκτό σεμέν, βρισκόταν ένα μεγάλο γαλανόλευκο βάζο με θολωτό καπάκι, σε chinoiserie ύφος. Μέσα του υπήρχαν αχνά κίτρινα λουλούδια, που είχαν αρχίσει να χάνουν τα πέταλά τους.
Ο Νικηφόρος στάθηκε για λίγο μπροστά στο τζάκι. Πάνω από αυτό κρέμονταν δύο έγχρωμες γκραβούρες. Η μία απεικόνιζε ένα ήρεμο ηλιοβασίλεμα, σχεδόν ίδιο με εκείνο που εκτυλισσόταν αυτή την ώρα έξω από το παράθυρο. Η άλλη έδειχνε μια παραλία μέσα σε τρικυμία· κύματα σηκωμένα από τον άνεμο, αφρισμένα νερά και έναν ουρανό που έμοιαζε έτοιμος να ξεσπάσει.
Η μία εικόνα απέπνεε γαλήνη. Η άλλη, αγριότητα. Ο Νικηφόρος τις κοίταξε για λίγο και ύστερα στράφηκε προς τη Φαίδρα. Άραγε, σκέφτηκε, ποια από τις δύο έκρυβε περισσότερο από τον χαρακτήρα της; Η γυναίκα της γαλήνης που έδειχνε προς τα έξω ή εκείνη η άλλη, η κρυμμένη, που περίμενε ίσως την κατάλληλη στιγμή για να σηκώσει κύμα; Και, κυρίως, σε ποιο βάθος έκρυβε μέσα της την καθεμιά;
Ο Νικηφόρος ανέβαλε για λίγο την αναχώρησή του. Η Φαίδρα είχε εμφανώς φοβηθεί και, παρότι η αράχνη είχε πια απομακρυνθεί από το προσκήνιο, το πρόσωπό της παρέμενε συννεφιασμένο.
Ίσως μια απλή κουβέντα να τη βοηθούσε να ξεχαστεί. «Βλέπω πως αγαπάτε την περιοχή σας. Τόσο εσείς όσο και η Νεφέλη.»
«Ναι, φυσικά. Το δίχως άλλο.»
«Ωραία είναι εδώ…»
Η Φαίδρα χαμογέλασε αχνά. «Ναι. Μοναχικά, όμως…»
«Είναι ωραίο πράγμα η εξοχή. Ανοίγει την ψυχή σου.»
«Ναι. Και προσωπικά, το χρειάζομαι αυτό.»
«Ο καθένας μας το χρειάζεται.»
«Πολύ σωστά…»
Ο Νικηφόρος έριξε άλλη μια ματιά γύρω του. «Και η διακόσμηση του σπιτιού σας είναι πολύ όμορφη.»
«Ευχαριστώ.»
«Και το τζάκι… Φαντάζομαι πως φτιάχνει ατμόσφαιρα.»
«Έχουμε κλιματισμό και θέρμανση. Σπάνια ανάβει το τζάκι.»
Ο Νικηφόρος κοίταξε τα ξύλα που ήταν τακτοποιημένα μέσα στην εστία. «Και τα ξύλα εκεί μέσα; Τα έχετε για ντεκόρ;»
Η Φαίδρα χαμογέλασε κάπως αμήχανα. «Περίπου έτσι…»
«Ωραία.»
Ακολούθησε μια μικρή σιωπή. Η Φαίδρα τον κοίταξε και είπε. «Να μιλάμε στον ενικό;»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Ναι… Απλώς καμιά φορά, από συνήθεια, διστάζω.»
«Και με μένα είσαι διστακτικός; Μα δεν πρέπει…»
«Έχετε δίκιο…» είπε σχεδόν μηχανικά, και αμέσως διόρθωσε τον εαυτό του. «Έχεις δίκιο.»
Η Φαίδρα τον κοίταξε για λίγο. «Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό.»
Ο Νικηφόρος συνοφρυώθηκε ελαφρά.
«Με συγχωρείς… Λυπάσαι πολύ; Τι εννοείς; Δεν καταλαβαίνω.»
Η σκηνή έχει ωραία λειτουργία ως επιστροφή στην πρώτη τους ουσιαστική συζήτηση. Θα κρατούσα το «σκύλο-μετάνιωσα» ως αυθόρμητο, λίγο αυτοσαρκαστικό γλίστρημα της Φαίδρας και θα έδινα περισσότερο βάρος στην τελευταία σκέψη του Νικηφόρου.
Η Φαίδρα έμεινε σιωπηλή για λίγα δευτερόλεπτα, σαν να αναζητούσε τις σωστές λέξεις. Ύστερα χαμήλωσε λίγο το βλέμμα. «Όταν έφυγες χθες... το μετάνιωσα, ένιωθα να με ενοχλούσουν τύψεις.» Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε. «Τι το ήθελα και σου μίλησα έτσι; Πρώτη φορά συζητούσα με τον άνθρωπο και βρήκα να σου σχολιάσω την Εριφύλη, τη γυναίκα σου...»
Ο Νικηφόρος δεν απάντησε αμέσως. Η Φαίδρα είχε μόλις ανοίξει, σχεδόν μόνη της, μια πόρτα που μέχρι εκείνη τη στιγμή κρατούσε προσεκτικά κλειστή. «Μην το λες αυτό. Εγώ, ειλικρινά, σου είμαι ευγνώμων για την κατανόηση που έδειξες τότε. Ήταν, μάλιστα, εκείνο το σχόλιο που μου κίνησε την περιέργεια. Αλλά πες μου... γιατί μια γυναίκα σαν εσένα αποφεύγει να μιλά για το σεξ;»
Η Φαίδρα τον κοίταξε για λίγο, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει μέχρι πού ήθελε να φτάσει η κουβέντα. «Χωρίς να θέλω να γίνω αδιάκριτη... αυτά τα θέματα τα συζητάς στο σπίτι με τη γυναίκα σου;»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε ανεπαίσθητα. «Δηλαδή, εσύ με τον άντρα σου δεν τα συζητάς;»
Η Φαίδρα χαμογέλασε αμήχανα. «Όχι. Με τον άντρα μου, το όλο θέμα του σεξ σχεδόν ποτέ δεν το θίγουμε.»
«Μα γιατί; Είναι κακό;»
Η Φαίδρα κούνησε αργά το κεφάλι. «Όχι. Φυσικά και όχι.»
Ο Νικηφόρος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα μίλησε πιο ήρεμα. «Δεν προσπαθώ να μάθω λεπτομέρειες για την ερωτική σου ζωή. Απλώς απάντησε στις ερωτήσεις μου. Είναι εντελώς άκακες.»
Η Φαίδρα τον κοίταξε με προσοχή.
«Πιστεύεις ειλικρινά πως το σεξ μπορεί να εκφράσει τα μυστικά που κρύβονται στις βαθύτερες επιθυμίες μας;»
Η Φαίδρα δεν απάντησε αμέσως. Τον κοίταξε για μια στιγμή βαθιά στα μάτια. Σαν να πέρασε μέσα της μια σκέψη που δεν ήταν ακόμη έτοιμη να γίνει λέξη. «Ναι.» Μόνο μία λέξη.
Κι όμως, ο Νικηφόρος ένιωσε πως πίσω της υπήρχαν πολύ περισσότερα. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν αυτή ήταν η έκφραση που έπαιρνε το πρόσωπό της όταν αφηνόταν στον έρωτα. Αν εκείνο το βλέμμα, τόσο ήρεμο και ταυτόχρονα τόσο δύσκολο να διαβαστεί, ήταν άραγε το ίδιο που αποκτούσε όταν άφηνε στην άκρη όλες τις αναστολές της και εμπιστευόταν απλώς αυτό που ένιωθε. Δεν είπε τίποτα. Ίσως γιατί κατάλαβε πως, ορισμένες φορές, μια σιωπή μπορεί να ρωτήσει πολύ περισσότερα από μια ολόκληρη σειρά ερωτήσεων.
«Εντάξει. Νομίζω πως είσαι ασφαλής και μπορώ να αναχωρήσω, Φαίδρα. Δεν υπάρχει πια λόγος να φοβάσαι την αράχνη. Όλα είναι ήσυχα τώρα...» της είπε ήρεμα. Και άρχισε να αποτραβιέται, έτοιμος να επιστρέψει στο σπίτι της Νεφέλης. Δεν ήθελε να πιέσει άλλο την κατάσταση. Είχε πει αρκετά. Είχε αφήσει να φανεί καθαρά πόσο πολύ την επιθυμούσε. Από εκεί και πέρα, η απόφαση ήταν δική της.
Το σαγόνι της σφίχτηκε για μια στιγμή. Ύστερα, σαν να πήρε ξαφνικά θάρρος από κάποια εσωτερική δύναμη, ίσιωσε τους ώμους και σήκωσε λίγο το πιγούνι της.
Ο Νικηφόρος την παρατηρούσε μαγεμένος. Κοιτάχτηκαν για αρκετή ώρα χωρίς να μιλούν. Ανάμεσά τους είχε δημιουργηθεί εκείνη η παράξενη σιωπή όπου μια ματιά μπορεί να πει περισσότερα από μια ολόκληρη συζήτηση.
Και τότε, προς έκπληξή του, η Φαίδρα χαμογέλασε. Ήταν ένα γλυκό, φυσικό, φωτεινό χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που του χάρισε χωρίς επιφύλαξη, σχεδόν σαν να του έλεγε πως η παρουσία του όχι μόνο δεν την ενοχλούσε, αλλά της ήταν ευχάριστη.
«Μείνε λίγο μαζί μου», είπε τελικά. «Να με βοηθήσεις να πάμε μερικά πράγματα στη Νεφέλη, που μας περιμένει για το δείπνο.»
Ο Νικηφόρος ένιωσε το στήθος του να σφίγγεται. Μια ζεστασιά τον διέτρεξε ολόκληρο, ξαφνική και σχεδόν μεθυστική. «Έχεις αψεγάδιαστο σώμα... Είσαι τόσο όμορφη...» ψιθύρισε.
Η Φαίδρα χαμήλωσε ελαφρά τα μάτια. «Σ’ ευχαριστώ...»
«Φαντάζομαι πως το έχεις ακούσει πολλές φορές αυτό.»
Ένα μικρό χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη της. «Υπερβάλλεις... Απλώς οφείλω να προσέχω τον εαυτό μου.»
Ο Νικηφόρος την παρατηρούσε καθώς άναβε ένα τσιγάρο. Η κίνησή της ήταν κάπως αμήχανη. Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και ύστερα άφησε αργά τον καπνό να φύγει από τα χείλη της. Για μια στιγμή, το βλέμμα τους συναντήθηκε ξανά. Ο καπνός αιωρήθηκε ανάμεσά τους σαν λεπτό πέπλο.Κανείς από τους δύο δεν μίλησε. Δεν χρειαζόταν. Η απόσταση που υπήρχε πριν από λίγα λεπτά ανάμεσά τους είχε μικρύνει, όχι επειδή κάποιος έκανε ένα βήμα, αλλά επειδή και οι δύο είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν τι μπορούσε να σημαίνει εκείνη η σιωπή.
«Νομίζεις πως δεν έχω προσέξει ότι μάλλον έχεις σταματήσει να μου μιλάς και με παρατηρείς;» του είπε, σχεδόν πειρακτικά.
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Ναι, είναι αλήθεια. Μπαίνω στον πειρασμό να σε παρατηρώ όσο μιλάμε. Και… έχεις πολύ όμορφα χείλη.»
Η Φαίδρα σήκωσε το βλέμμα της πάνω του.
«Ναι, αλλά αν υποκύπταμε μονίμως στις ορέξεις μας, δεν θα προσβάλαμε μόνο τον εαυτό μας, αλλά και τους ανθρώπους γύρω μας. Κι εκεί αρχίζουν οι δυσκολίες.»
Ο Νικηφόρος έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Χμμ… Αλήθεια, έχεις σκεφτεί ποτέ πως, αν η φύση θεωρούσε αυτές τις επιθυμίες μας κάτι αφύσικο, ίσως να μην τις είχε φυτέψει μέσα μας εξαρχής;»
Έκανε μια μικρή παύση και την κοίταξε στα μάτια. «Είναι δυνατόν να αισθάνομαι αυτή τη στιγμή τόσο έντονα έλξη για σένα και να είναι όλο αυτό κάτι που η ίδια η φύση έφτιαξε για να με προσβάλει;»
Η Φαίδρα χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα. Έσβησε αργά τη στάχτη από το τσιγάρο της και ύστερα τον κοίταξε ξανά. «Και οι επιπτώσεις στα συναισθήματα;» είπε ήσυχα.
Η ερώτηση έμεινε ανάμεσα τους.
Ο Νικηφόρος δεν απάντησε αμέσως. Για πρώτη φορά κατάλαβε πως η Φαίδρα δεν προσπαθούσε να αρνηθεί την επιθυμία. Προσπαθούσε να καταλάβει τι θα μπορούσε να αφήσει πίσω της, αν κάποτε αποφάσιζαν να της παραδοθούν.
«Πιστεύω πως, όταν κάνεις κάτι και θέλεις πραγματικά να το χαρείς, δεν σκέφτεσαι διαρκώς τις επιπτώσεις.»
Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη της. Ο Νικηφόρος είχε ήδη πλησιάσει. Έσκυψε προς το μέρος της και άφησε ένα τρυφερό φιλί στον λαιμό της, λίγο πιο κάτω από το αυτί. Ένιωσε το δέρμα της να ανατριχιάζει. Η Φαίδρα έμεινε ακίνητη. Δεν τον σταμάτησε. Ένας βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της όταν εκείνος της ψιθύρισε πως την ποθούσε. Για λίγες στιγμές δεν ακούστηκε τίποτε άλλο.
Ύστερα η Φαίδρα τον κοίταξε. Το βλέμμα της είχε αλλάξει. Ήταν πιο σκοτεινό, πιο τολμηρό, σαν να είχε αφήσει πίσω του τις τελευταίες αντιστάσεις της.
«Κι εγώ… σε θέλω», είπε χαμηλόφωνα. Τα δάχτυλά της γαντζώθηκαν για μια στιγμή στην πλάτη του, περισσότερο σαν αυθόρμητη αντίδραση παρά σαν συνειδητή κίνηση, και τον έφερε κοντύτερα. Τα χείλη τους συναντήθηκαν ξανά.
Ο Νικηφόρος απομακρύνθηκε για μια στιγμή και την κοίταξε, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως δεν είχε παρερμηνεύσει όσα συνέβαιναν.
Εκείνη δεν είπε τίποτε. Μόνο το βλέμμα της ήταν αρκετό. Ήταν σκοτεινό και γεμάτο επιθυμία, αλλά ταυτόχρονα έκρυβε κάτι ακόμη: μια παράξενη ανάγκη να διαπιστώσει μέχρι πού μπορούσε να τον οδηγήσει.
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. Και την έκλεισε στην αγκαλιά του. «Εγώ είμαι εδώ. Μη φοβάσαι… Δεν φεύγω», της ψιθύρισε στο αυτί.
Με μια τρυφερή κίνηση ίσιωσε με το δάχτυλό του τη γραμμή των φρυδιών της. Η φωνή του ήταν θερμή, ελαφρώς βραχνή, μα πάνω απ’ όλα πηγαία.
Η Φαίδρα τον αγκάλιασε δυνατά και έκρυψε το πρόσωπό της στον ώμο του. Εκείνος της χάιδεψε στοργικά την πλάτη και για λίγο έμειναν έτσι, ακούγοντας μόνο την ανάσα ο ένας του άλλου.
Γύρω τους το δωμάτιο είχε βυθιστεί στο απαλό φως του απογεύματος. Οι σκιές των περσίδων είχαν μετακινηθεί στους τοίχους και το ηλιοβασίλεμα έδινε στα παλιά αντικείμενα μια παράξενη, σχεδόν ονειρική όψη. Η επιθυμία τους είχε πλέον γίνει αισθητή, σχεδόν απτή. Δεν ήταν πια υπονοούμενο ούτε φαντασίωση. Ήταν εκεί, ανάμεσά τους, και περίμενε μόνο μια απόφαση.
Η Φαίδρα σήκωσε αργά το κεφάλι και τον κοίταξε κατάματα. Ο Νικηφόρος κράτησε το βλέμμα της.
«Φαίδρα… Φαίδρα μου… Ομορφιά μου… Ξέρω τι θέλεις. Και το ίδιο θέλω κι εγώ. Σε βλέπω, μου μιλάς, με κοιτάζεις… σε αγγίζω, και μόνο που βρίσκομαι στον ίδιο χώρο μαζί σου αρκεί για να χάσω την αυτοσυγκράτηση μου.» Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Σε θέλω εσένα. Δεν χρειάζεται να πούμε τίποτε άλλο. Μεγάλα παιδιά είμαστε, άλλωστε.»
Το βλέμμα της χάιδεψε παιχνιδιάρικα το πρόσωπό του. Μια τούφα από τα μαλλιά της είχε πέσει λοξά πάνω στο μέτωπό της. Στράβωσε χαριτωμένα το στόμα της και τη φύσηξε απαλά. Η τούφα αιωρήθηκε για μια στιγμή και ύστερα κατέληξε πίσω από το αυτί της.
Η Φαίδρα χαμογέλασε. Ήταν ένα μικρό, σχεδόν αθώο χαμόγελο, που όμως έμοιαζε να κρύβει πολύ περισσότερα απ’ όσα ήταν διατεθειμένη ακόμη να πει.
«Σ’ ευχαριστώ», του είπε, με το χαμόγελο ακόμη χαραγμένο στα χείλη της.
Η επόμενη στιγμή τον αιφνιδίασε. Η Φαίδρα πλησίασε περισσότερο και το φιλί της στον λαιμό του τον διαπέρασε σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Ένα ρίγος διέτρεξε ολόκληρο το σώμα του. Την έκλεισε αμέσως στην αγκαλιά του και η ζεστασιά των σωμάτων τους έσβησε την τελευταία απόσταση ανάμεσά τους.
Το φιλί τους έγινε βαθύτερο, πιο θερμό. Παρέμεναν σχεδόν ακίνητοι, κι όμως η Φαίδρα είχε την παράξενη αίσθηση πως βρισκόταν σε κίνηση. Η ανάσα της είχε παγιδευτεί για λίγο στα πνευμόνια της, ώσπου ξέφυγε τελικά σε έναν τρεμουλιαστό αναστεναγμό.
Το σώμα της, σφιγμένο μέχρι εκείνη τη στιγμή σαν ελατήριο, χαλάρωσε μέσα σε ένα κύμα συγκίνησης που την αιφνιδίασε. Κόλλησε ακόμη περισσότερο πάνω του και σήκωσε το χέρι της, αγγίζοντας απαλά το πρόσωπό του. Ο Νικηφόρος την οδήγησε αργά προς το μεγάλο τραπέζι κοντά στο παράθυρο. Καθώς προχωρούσαν, κάτι μουρμούρισε για την πόρτα που είχε μείνει ανοιχτή. Δεν είχε, όμως, καμία διάθεση να την αφήσει να του ξεφύγει.
Έκανε μια μικρή παράκαμψη και την οδήγησε απαλά προς την είσοδο. Η Φαίδρα κατάλαβε αμέσως τι εννοούσε. Με μια κίνηση πίσω της έσπρωξε την πόρτα και την έκλεισε. Για μια στιγμή έμειναν και οι δύο σιωπηλοί.
Τώρα δεν υπήρχε τίποτε άλλο ανάμεσά τους παρά μόνο εκείνη η κλειστή πόρτα, η σιωπή του σπιτιού και η αμοιβαία επίγνωση πως είχαν μόλις περάσει ένα όριο που μέχρι πριν από λίγο θεωρούσαν αδιανόητο. Η έλξη ανάμεσά τους ήταν αμοιβαία και ακαριαία. Τη στιγμή που τους κατέκλυσε εκείνο το έντονο συναίσθημα, γεννήθηκε ανάμεσά τους μια σπίθα σωματικού πάθους, τόσο δυνατή, ώστε έμοιαζε περισσότερο με μοιραίο γεγονός παρά με συνειδητή επιλογή.
Βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι με ένα απροσδόκητο πάθος, που κανείς από τους δύο δεν είχε αναζητήσει και, τώρα που είχε εμφανιστεί, κανείς δεν μπορούσε πια να αγνοήσει. Ήταν σαν κάτι αόρατο να είχε μετακινήσει τα όρια που μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσαν δεδομένα, αφήνοντάς τους για λίγες στιγμές χωρίς άμυνα απέναντι σε αυτό που ένιωθαν.
Χωρίς καλά καλά να το αντιληφθεί, η Φαίδρα βρέθηκε με την πλάτη στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού. Ο Νικηφόρος στάθηκε τόσο κοντά της, ώστε ανάμεσά τους έμεινε ελάχιστος χώρος. Το άγγιγμα του ήταν απαλό, σχεδόν καθησυχαστικό, μα η ένταση που γεννιόταν κάτω από αυτή την τρυφερότητα έκανε την ανάσα της να βαραίνει.
Η Φαίδρα δεν απομακρύνθηκε. Έμεινε εκεί, με τα βλέφαρα μισόκλειστα, αφήνοντας τη στιγμή να την παρασύρει. Δάγκωσε ασυναίσθητα το κάτω χείλος της και για λίγες στιγμές έμοιαζε να έχει ξεχάσει όλα όσα, μέχρι πριν από λίγο, θεωρούσε όρια. Ο Νικηφόρος της μιλούσε χαμηλόφωνα, με μια φωνή ήρεμη, σχεδόν προστατευτική. Εκείνη άκουγε τις λέξεις του, μα περισσότερο ένιωθε τον τόνο τους. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα και η αναπνοή της είχε χάσει τον ρυθμό της.
Ύστερα ήταν εκείνη που άγγιξε το χέρι του. Δεν χρειάστηκε να πει τίποτε. Η κίνηση ήταν μικρή, αλλά αρκετή. Σαν να είχε ανοίξει μόνη της μια πόρτα που μέχρι εκείνη τη στιγμή κρατούσε πεισματικά κλειστή. Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Εκείνος κατάλαβε. Κι εκείνη, βλέποντας στο βλέμμα του την ίδια επιθυμία που ένιωθε να την κατακλύζει, κατάλαβε πως δεν υπήρχε πια χώρος για προσποιήσεις. Δεν ήταν πλέον η περιέργεια μιας στιγμής ούτε ένα παιχνίδι υπαινιγμών. Ήταν η αμοιβαία έλξη που είχε ξεπεράσει τη λογική και ζητούσε να βιωθεί. Για μια στιγμή η Φαίδρα ένιωσε σαν να χανόταν το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Κι όμως, μέσα σε εκείνη την απώλεια ελέγχου, υπήρχε κάτι παράξενα ήρεμο: η βεβαιότητα πως τον ήθελε. Και ο Νικηφόρος το ήξερε πια.
Η Φαίδρα, χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω του, άφησε αργά να πέσει το τελευταίο εμπόδιο ανάμεσά τους. Ο Νικηφόρος έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. Το βλέμμα του στάθηκε πάνω της με έκπληξη και θαυμασμό, σαν να αντίκριζε ξαφνικά μια εικόνα που μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχε μόνο στη φαντασία του.
Τα βιολετιά μάτια της έλαμπαν. Δεν υπήρχε πια αμηχανία μέσα τους· μόνο η σιωπηλή πρόσκληση μιας γυναίκας που είχε αποφασίσει να πάψει να κρύβει αυτό που ένιωθε.
Με αργές, σχεδόν τελετουργικές κινήσεις, ξεκούμπωσε τη φούστα της και κατέβασε το φερμουάρ. Μετακίνησε λίγο τους γοφούς της και την άφησε να γλιστρήσει απαλά κατά μήκος των μηρών της. Δεν βιαζόταν. Ήθελε να τον αφήσει να παρακολουθήσει κάθε κίνησή της.
Η φούστα σταμάτησε στους αστραγάλους. Η Φαίδρα έγειρε ελαφρά προς τα πίσω, στηρίζοντας τα χέρια της στο τραπέζι. Το σώμα της πήρε μια στάση που έμοιαζε ταυτόχρονα αθώα και προκλητική. Τον κοίταζε ακίνητη, περιμένοντας να δει πώς θα αντιδρούσε. Κι ύστερα, ξαφνικά, σαν να θέλησε να σπάσει τη βαριά σιωπή που είχε δημιουργηθεί, τίναξε παιχνιδιάρικα τα πόδια της μπροστά.
Ο Νικηφόρος τινάχτηκε από την έκπληξη. Η φούστα εκσφενδονίστηκε προς το μέρος του και, πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, βρέθηκε για μια στιγμή πάνω στο πρόσωπό του.
Ένα αυθόρμητο γέλιο ξέφυγε από τη Φαίδρα. Εκείνος απομάκρυνε το ύφασμα και την κοίταξε αποσβολωμένος. Για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχαν μείνει μόνοι, η ατμόσφαιρα έσπασε από κάτι που έμοιαζε με παιχνίδι. Μα το βλέμμα της, όταν ξανασυναντήθηκε με το δικό του, δεν άφηνε περιθώριο για παρερμηνείες. Η Φαίδρα είχε πάψει να φοβάται. Και ο Νικηφόρος κατάλαβε πως η γυναίκα που μέχρι πριν λίγο δίσταζε μπροστά στην ίδια της την επιθυμία, τώρα είχε αποφασίσει να την αφήσει να μιλήσει μόνη της.
Ο πόθος τον έκαιγε. Με βιαστικές κινήσεις απαλλάχθηκε από τα τελευταία ρούχα που τους χώριζαν και στάθηκε για μια στιγμή απέναντί της, σαν να είχε δεχτεί πράγματι έναν κεραυνό που είχε διαπεράσει ολόκληρο το σώμα του, ξεκινώντας από τη σκέψη και φτάνοντας μέχρι την τελευταία του ανάσα. Την τράβηξε πάνω του σχεδόν υπνωτισμένος.
Η Φαίδρα δεν ήταν μια εύθραυστη παρουσία που θα χανόταν μέσα στην αγκαλιά του. Ήταν μια γυναίκα με έντονη, πληθωρική παρουσία, και όταν τα σώματά τους ενώθηκαν, εκείνος ένιωσε τη δύναμή της να απαντά στη δική του.
Τα χέρια του περιπλανήθηκαν πάνω της με τρυφερότητα, χωρίς βιασύνη πια. Εκείνη ανατρίχιασε στο άγγιγμα του και έκλεισε για λίγο τα μάτια. Μια βαθιά ανάσα ξέφυγε από τα χείλη της. Ύστερα αγκαλιάστηκαν σφιχτά.
Φιλήθηκαν με μια ένταση που δεν άφηνε χώρο για σκέψη. Η ανάσα του ενός μπλεκόταν με την ανάσα του άλλου, τα χέρια τους αναζητούσαν ο ένας τον άλλον και κάθε καινούργιο άγγιγμα έμοιαζε να δυναμώνει περισσότερο τη φωτιά που είχε ήδη ανάψει. Ήταν άγριο, σχεδόν πρωτόγονο, κι ωστόσο αμοιβαίο. Δεν υπήρχε κυριαρχία ούτε υποχώρηση· μόνο δύο άνθρωποι που είχαν παραδοθεί ταυτόχρονα σε κάτι που τους ξεπερνούσε.
Τα φιλιά τους έγιναν βαθύτερα, πιο παθιασμένα. Για λίγες στιγμές ο κόσμος έξω από το δωμάτιο έπαψε να υπάρχει. Υπήρχαν μόνο εκείνοι.
Και η αίσθηση πως είχαν φτάσει σε ένα σημείο απ' όπου κανείς τους δεν ήθελε πια να γυρίσει πίσω.
Στη συνέχεια, ο Νικηφόρος την πήρε στην αγκαλιά του και την ξάπλωσε πάνω στο μεγάλο μοναστηριακό τραπέζι. Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε πια χώρος για σκέψεις, αναστολές ή υπολογισμούς. Όταν το σώμα παραδίνεται στον πόθο, ξεχνά το πού και το πότε και αναζητά μόνο έναν τρόπο να καταλαγιάσει τη φωτιά που το διαπερνά.
Δεν είχαν ούτε τον χρόνο ούτε την υπομονή να γνωρίσουν ο ένας το σώμα του άλλου με την ησυχία που ίσως θα απαιτούσε μια διαφορετική αρχή. Όλα συνέβαιναν απότομα, σαν να τους είχε παρασύρει ένα ρεύμα που είχε φουσκώσει μέσα τους πολύ πριν το αντιληφθούν.
Η Φαίδρα αφέθηκε πίσω, με τα μαλλιά της να σκορπίζουν πάνω στο ξύλο. Ο Νικηφόρος έσκυψε πάνω της και τα σώματα τους ενώθηκαν σε μια αγκαλιά γεμάτη ένταση. Οι ανάσες τους έγιναν γρήγορες, τα φιλιά τους πιο βαθιά, και κάθε άγγιγμα έμοιαζε να μεταφέρει από τον έναν στον άλλον την ίδια πυρετώδη επιθυμία. Ήταν μια άγρια ανταλλαγή πόθου, αλλά μέσα στην ορμή υπήρχε και μια παράξενη τρυφερότητα. Στη Φαίδρα ξυπνούσαν ξεχασμένες αισθήσεις, παλιές μνήμες του σώματος και απολαύσεις που είχε αφήσει για χρόνια στην άκρη. Κι όλα αυτά τώρα έβρισκαν απέναντί τους τον πόθο του Νικηφόρου, δημιουργώντας ανάμεσά τους μια ένταση που έμοιαζε να τους ξεπερνά.
Η Φαίδρα παραδόθηκε στη στιγμή. Το σώμα της αναταράχθηκε από την ένταση και τα δάχτυλά της γαντζώθηκαν πάνω του. Μέσα στο παραλήρημα της στιγμής, τα νύχια της χάραξαν το δέρμα του, αφήνοντας πίσω τους μικρές κόκκινες γραμμές. Εκείνος αναστέναξε, μα δεν απομακρύνθηκε.
Η Φαίδρα τον έφερε πιο κοντά της και, με φωνή που μόλις ακουγόταν, ψιθύρισε στο αυτί του. «Μην σταματάς.»
Ο ρυθμός της επιταχυνόταν. Δεν ήταν ο Νικηφόρος που τον επέβαλλε· ήταν η ίδια η Φαίδρα που κινήθηκε τώρα με τον δικό της ρυθμό, παρασύροντας και τους δυο τους σε μια ολοένα μεγαλύτερη ένταση.
Η ανάσα της γινόταν βαριά. Για λίγες στιγμές έμοιαζε να μην υπάρχει τίποτε άλλο στο δωμάτιο παρά μόνο ο ήχος της και ο ρυθμός των σωμάτων τους. Ύστερα το κορμί της ακινητοποιήθηκε σχεδόν απότομα, τεντωμένο μέσα στην ένταση, ενώ εκείνη άφηνε τον εαυτό της να παρασυρθεί από το κύμα της απόλαυσης. Ο Νικηφόρος ένιωθε κι εκείνος πως έφτανε στα όριά του. Το κεφάλι του βούιζε και το αίμα χτυπούσε δυνατά στους κροτάφους του. Προσπάθησε να συγκρατήσει την ορμή του, να βρει έναν τρόπο να παρατείνει τη στιγμή. Και τότε, μέσα στη θολούρα της επιθυμίας, ο νους του πήγε στον Λεωνίδα. Σ' εκείνο το παπαδοπαίδι-καπετάνιο από την Άνδρο, που κάποτε του είχε μιλήσει με εκείνη την απίστευτη αυτοπεποίθηση για την περίφημη «τεχνική» του. Θυμήθηκε μάλιστα την ιστορία με τον ιερομόναχο φίλο του πατέρα του, έναν άνθρωπο που, σύμφωνα με τον ίδιο τον Λεωνίδα, διέθετε σχεδόν μυθικές επιδόσεις στις γυναίκες, «ο ίδιος ο Ρασπούτιν», όπως τον είχε αποκαλέσει γελώντας.
Και τότε ξαναθυμήθηκε τη συμβουλή του. «Ο χρόνος που μπορείς να επιμηκύνεις την απόλαυση είναι, πάνω απ' όλα, θέμα αναπνοής». Ο Νικηφόρος πήρε βαθιά ανάσα και προσπάθησε να βρει έναν πιο ελεγχόμενο ρυθμό. Εισπνοή. Εκπνοή. Ξανά.
Η Φαίδρα, όμως, δεν έδειχνε να έχει καμία διάθεση να τον βοηθήσει να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Το σώμα της στρεφόταν κάτω από το δικό του, σαν να είχε αποκτήσει ξαφνικά τη δική του ανεξάρτητη βούληση.
Εκείνος έσκυψε κοντά της, χαμογελώντας ανάμεσα στις βαριές ανάσες. « Βλέπω πως σου αρέσει όταν αφήνομαι λίγο περισσότερο ένταση στη στιγμή...»
Η Φαίδρα τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που δεν άφηνε καμία αμφιβολία. « Καθίκι! ψιθύρισε. Είσαι ένα καθίκι που με τρελαίνεις... Καίγομαι!» Και το είπε ξαναμμένη ερωτικά σχεδόν, σαν να είχε πλέον ξεχάσει κάθε ίχνος από την παλιά της συστολή.
Ο Νικηφόρος έσφιξε τα δόντια και ξανανιωμένος συνέχισε να την σφυροκοπά. « Θα σε ξεπατώσω... Τ' ορκίζομαι, Θα σε ξεπατώσω. Πάρτον όλον μέσα σου, γλυκιά μου σκρόφα!»
Η Φαίδρα είχε κλείσει τα μάτια της κι απολάμβανε τη στιγμή. Αυτό το απροσδιόριστο θραύσμα του χρόνου που η κορύφωση του ερωτικού πάθους άνοιγε τους ουρανούς και την αγκαλιά της Αφροδίτης και κάνει ιέρεια του έρωτα κάθε γυναίκα που μπορεί να ξεπερνά τις προκαταλήψεις και να παραδίνεται στη μαγεία της αρχέγονης θεάς. Ένιωσε το κορμί της να σφίγγεται, έπειτα τέντωσε τα πόδια και τα χέρια της, ανασήκωσε το κεφάλι, τον κοίταξε με έναν μορφασμό ευχαρίστησης κι ύστερα παραδόθηκε αναστενάζοντας ξεψυχισμένα: «Τελειώνω... Τελειώνω, το κέρατο μου. Το κέρατο σου, παλιοτόμαρο».
Το γαμήσι τους κράτησε δεν κράτησε κανένα πεντάλεπτο, ....αλλά ο Νικηφόρος δεν ξέρει πόσο κράτησε.. αισθάνθηκε ότι κράτησε πάρα πολύ, δεν άντεξε, αφέθηκε και ένιωσε το σπέρμα του ν’ ανεβαίνει με ορμή στο ορθωμένο του εργαλείο. Τραβήχτηκε απότομα και το πουτσοκέφαλο άρχισε να φτύνει ποτάμια λευκού σπέρματος πάνω στο κορμάκι της με ορμή. Η πρώτη ριπή έφτασε ως το λαιμό της και πρέπει να έχυνε για πολλή ώρα, η κοιλιά της και τα μουνόχειλα της είχαν λουστεί στο σπέρμα ενώ η Φαίδρα έπιανε τον πούτσο του, που ακόμη έβγαζε ζουμιά, σαν να ήθελε να του τον στραγγίσει. Αυτός χαλάρωσε τα μπούτια του και έμεινε με ανοιχτό το στόμα από την προσπάθεια!
Και τότε. «Μπαμ... μπαμ...»
Ένα ελαφρό, διστακτικό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα η οποία ήταν ήδη μισό-ανοιγμένη. Τόσο διακριτικό, που για μια στιγμή δεν ήταν βέβαιο αν το είχαν πράγματι ακούσει ή αν ήταν απλώς ένας ήχος της φαντασίας τους.
Η Φαίδρα άνοιξε διάπλατα τα μάτια. Κοίταξε τον Νικηφόρο έντρομη.
Εκείνος έκανε ενστικτωδώς να απομακρυνθεί, όμως η Φαίδρα τον κράτησε πάνω της, σαν να είχε παγώσει ο χρόνος και να μην ήξερε ακόμη πώς να επιστρέψει στην πραγματικότητα.
Ύστερα ακούστηκε ξανά ένα απαλό χτύπημα. Και πριν προλάβουν να αντιδράσουν, η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Η Νεφέλη εμφανίστηκε στο άνοιγμα.
Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε. Η Νεφέλη στάθηκε ακίνητη, παρατηρώντας τη σκηνή. Ο Νικηφόρος γύρισε προς το μέρος της. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Δεν χρειάστηκε ούτε μία λέξη. Ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της Νεφέλης. Ο Νικηφόρος κατάλαβε.
Και μέσα σε εκείνη τη μία, παράξενη στιγμή, οι δυο τους αντάλλαξαν ένα συνωμοτικό βλέμμα, σαν να μοιράζονταν ένα μυστικό που η Φαίδρα μόλις είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται πόσο μεγάλο ήταν.
Η Νεφέλη αντίκρισε τη σκηνή χωρίς να μιλήσει. Ο Νικηφόρος στεκόταν ακόμη μπροστά στο μεγάλο τραπέζι, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα του, ενώ η Φαίδρα παρέμενε ξαπλωμένη πάνω στο απαλόχρωμο, κεντητό τραπεζομάντηλο, με τα δασικά τοπία του κεντήματος να μοιάζουν τώρα παράταιρα κάτω από το σώμα της. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα, τα ρούχα της μισοτακτοποιημένα και η ανάσα της βαριά. Μόλις αντιλήφθηκε πραγματικά την παρουσία της Νεφέλης, το βλέμμα της άλλαξε. Ανασηκώθηκε αργά και την κοίταξε. Στα μάτια της υπήρχε ενοχή, αμηχανία, αλλά και κάτι άλλο, μια αδιόρατη επιθετικότητα, σαν να αισθανόταν ότι έπρεπε ήδη να υπερασπιστεί τον εαυτό της πριν ακόμη ακούσει την πρώτη κουβέντα.
Για μια στιγμή το βλέμμα της κατέβηκε στο δεξί της χέρι. Στη βέρα. Την κοίταξε σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά. Ήταν παντρεμένη. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή δεν αισθανόταν μόνο σύζυγος. Αισθανόταν γυναίκα. Μια γυναίκα που είχε για καιρό στερηθεί την εγγύτητα, το άγγιγμα, την επιβεβαίωση πως το σώμα της εξακολουθούσε να είναι ζωντανό και επιθυμητό. Ο άντρας της ήταν καλός στις υποχρεώσεις του, όσο μπορούσε να είναι. Όμως έλειπε για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οι αποστάσεις, τα ταξίδια και η συνήθεια είχαν δημιουργήσει ανάμεσά τους μια σιωπή που κανείς δεν είχε κατορθώσει να γεφυρώσει. Η ίδια δυσκολευόταν ακόμη και να θυμηθεί πότε είχαν πραγματικά βρεθεί κοντά ο ένας στον άλλον για τελευταία φορά. Και το σώμα της δεν είχε ξεχάσει. Αυτό ήταν ίσως το πιο δύσκολο να παραδεχτεί.
Για χρόνια είχε προσπαθήσει να το κάνει να σωπάσει. Σιγά σιγά όμως είχε ανακαλύψει έναν δικό της, κρυφό τρόπο να αντιμετωπίζει τη μοναξιά της. Όταν έμενε μόνη, έκλεινε την πόρτα του δωματίου της, έκλεινε τα μάτια και άφηνε τη φαντασία της να ταξιδεύει. Άντρες που δεν υπήρχαν, πρόσωπα που δεν γνώριζε, αγκαλιές που δεν είχε ζήσει ποτέ.
Και όταν, ύστερα από αυτές τις φαντασιώσεις, ερχόταν η λύτρωση, μια παράξενη σκέψη εμφανιζόταν σχεδόν πάντα. Κι αυτό, άραγε, είναι μια μορφή απιστίας; Την απασχολούσε περισσότερο απ' όσο ήθελε να παραδεχτεί.
Ίσως επειδή το μυαλό έχει τους δικούς του κανόνες, ενώ το σώμα ακολουθεί άλλους. Το σώμα δεν γνωρίζει πάντα τις απαγορεύσεις που επιβάλλει η συνείδηση. Θυμάται την αφή, την ανάγκη, την επιθυμία. Και όταν η ανάγκη γίνεται αρκετά δυνατή, βρίσκει τρόπους να δικαιολογήσει ακόμη και εκείνα που άλλοτε έμοιαζαν αδιανόητα.
Η Φαίδρα σήκωσε ξανά τα μάτια προς τη Νεφέλη. Δεν ήξερε αν έπρεπε να απολογηθεί ή να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Η Νεφέλη, όμως, δεν είπε τίποτα. Μόνο την κοίταξε. Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή η Φαίδρα κατάλαβε πως η πραγματική δοκιμασία δεν ήταν αυτό που είχε μόλις συμβεί. Ήταν αυτό που θα ακολουθούσε.
Η Φαίδρα, λοιπόν, ως μια όμορφη και γοητευτική γυναίκα, είχε γνωρίσει στη ζωή της πολλές κατακτήσεις. Και όσο περνούσαν τα χρόνια, δεν είχε πια λόγο να το κρύβει ούτε από τον ίδιο της τον εαυτό,: υπήρξαν στιγμές που ενέδωσε στο ανδρικό φλερτ και, κάποιες φορές, το φλερτ ξεπέρασε τα όρια του παιχνιδιού και εξελίχθηκε σε μια πρόσκαιρη ερωτική σχέση. Τώρα, όμως, μπροστά στη Νεφέλη, ένα ερώτημα επέστρεφε επίμονα. Είμαι αμαρτωλή; Και σχεδόν αμέσως ένα δεύτερο. Είμαι διεφθαρμένη;
Κοίταξε τη Νεφέλη με έκδηλη αμηχανία, περιμένοντας, ίσως περισσότερο απ' όσο ήθελε να παραδεχτεί να δει την αντίδρασή της. Ήθελε μια απάντηση, όχι απαραίτητα με λόγια. Ήθελε να καταλάβει αν αυτό που είχε κάνει την έκανε στα μάτια μιας άλλης γυναίκας λιγότερο αξιοπρεπή, λιγότερο άξια αγάπης.
Η Νεφέλη δεν είπε τίποτε. Το χαμόγελό της όμως ήταν ζεστό, ήρεμο και γεμάτο κατανόηση. Μέσα σ' εκείνο το χαμόγελο η Φαίδρα βρήκε όλες τις απαντήσεις που ζητούσε. Χαμογέλασε κι εκείνη.
Και τότε κάτι μέσα της χαλάρωσε. Ένα αίσθημα πληρότητας και ευεξίας απλώθηκε αργά σε ολόκληρη την ύπαρξή της. Μια ζεστασιά φούντωσε στο στομάχι της, καθώς η σκέψη της γύρισε ξανά στις έντονες στιγμές πάθους που είχε μόλις μοιραστεί με τον Νικηφόρο. Δεν ήταν πια μόνο η ενοχή που θυμόταν. Ήταν και η αίσθηση πως, ύστερα από πολύ καιρό, είχε ξανασυναντήσει ένα κομμάτι του εαυτού της που είχε αφήσει ξεχασμένο.
Εκείνες τις πρώτες στιγμές, η γλώσσα του σώματος του Νικηφόρου πρόδιδε τη νευρικότητα και την ανασφάλειά του. Οι κινήσεις του ήταν αμήχανες, σχεδόν διστακτικές, σαν να μην είχε ακόμη βρει τον τρόπο να διαχειριστεί αυτό που μόλις είχε συμβεί. Για πρώτη φορά ίσως, η αυτοπεποίθησή του έμοιαζε να τον εγκαταλείπει.
Έμενε ακόμη όρθιος, ακίνητος, στηρίζοντας το βάρος του στα χέρια του που κρατούσαν την άκρη του τραπεζιού. Δεν ήξερε αν έπρεπε να μιλήσει ή να αφήσει τη σιωπή να κάνει τη δουλειά της. Οι μακριές βλεφαρίδες της Φαίδρας τρεμόπαιζαν, καθώς οι τελευταίες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της. Εκείνος έσκυψε και τη φίλησε απαλά στα κλειστά βλέφαρα. Ύστερα πήρε μια τελευταία, βαθιά ανάσα, σαν να ήθελε να κρατήσει μέσα του το άρωμά της.
Όταν σηκώθηκε, η Νεφέλη τον παρατηρούσε ήδη. Το γυμνασμένο σώμα του, η αμηχανία στις κινήσεις του, η προσπάθειά του να ξαναβρεί την ψυχραιμία του, όλα αυτά έφτασαν στο βλέμμα της σαν μια εικόνα που δεν χρειαζόταν εξηγήσεις.
Για λίγες στιγμές τον άφησε να πιστεύει πως δεν θα πει τίποτε.Ύστερα τα χείλη της σχημάτισαν ένα πονηρό χαμόγελο. «Πιστεύω να μην το μετάνιωσες που ήρθες μαζί μας,» είπε κοροϊδευτικά.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε. Για πρώτη φορά από τότε που είχε ανοίξει η πόρτα, ένα αμήχανο χαμόγελο ξέφυγε από τα χείλη του.
Η Νεφέλη γέλασε χαμηλά.Και η ένταση που μέχρι πριν λίγο γέμιζε το δωμάτιο άρχισε επιτέλους να υποχωρεί, αφήνοντας πίσω της εκείνη την παράξενη σιωπή που έρχεται μετά από μια πράξη την οποία κανείς από τους τρεις δεν μπορούσε πια να προσποιηθεί πως δεν είχε συμβεί.
Εκείνος χαμογέλασε ντροπαλά. Ντύθηκε σιωπηλά, έφτιαξε τα μαλλιά του και, τρίβοντας τον αυχένα του σαν να ήθελε να ξαναβρεί λίγο από τον εαυτό του, βγήκε στο μπαλκόνι. Άφησε έναν πνιχτό αναστεναγμό. Η ηχώ του πλακόστρωτου μπαλκονιού τού τον επέστρεψε πολλαπλασιασμένο. Στάθηκε για λίγο ακίνητος, κοιτάζοντας έξω, και τότε σκέφτηκε τη Νεφέλη.
«Ευχάριστος άνθρωπος», όφειλε να παραδεχτεί. Από εκείνους που δεν χρειάζονται πολλές εξηγήσεις για να καταλάβεις ποιοι είναι.
Δεν ήταν φανατικά θρησκευόμενη, χωρίς όμως να στερείται τις δικές της ηθικές αρχές. Είχε μια ελευθερία στον λόγο που αντανακλούσε και την ελευθερία με την οποία αντιμετώπιζε τον έρωτα και την ηδονή. Δεν φοβόταν την επιθυμία ούτε αισθανόταν την ανάγκη να την κρύψει πίσω από καθωσπρεπισμούς. Δεν έμπλεκε τις σχέσεις με μεγάλες προσδοκίες και βαριές υποσχέσεις. Δεν έδειχνε να ζηλεύει, δεν κρατούσε κακίες και, πάνω απ’ όλα, διέθετε εκείνη τη σπάνια ικανότητα να χαίρεται τη ζωή χωρίς να τη φορτώνει με περιττές ενοχές. Είχε μπόλικο μυαλό, χιούμορ και μια φυσική άνεση απέναντι στη σεξουαλικότητα. Για εκείνη, η σεμνοτυφία, οι κοινωνικές συμβάσεις και οι αυστηροί κανόνες δεν έπρεπε να καταργούν την προσωπική ελευθερία ούτε να στερούν από τον άνθρωπο τη χαρά του έρωτα. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς τη συμπαθούσε τόσο ο Νικηφόρος.
Και η Φαίδρα την αγαπούσε με τον δικό της τρόπο. Τώρα, ύστερα απ’ όσα είχαν συμβεί εκείνο το απόγευμα, την ήθελαν και οι δυο ακόμη περισσότερο στη ζωή τους. Όχι μόνο επειδή η Νεφέλη γνώριζε τα μυστικά τους, αλλά επειδή είχε κάτι σπάνιο: μπορούσε να κοιτάζει την ανθρώπινη επιθυμία κατάματα, χωρίς φόβο, χωρίς υποκρισία και χωρίς να την καταδικάζει.
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε ξανά. Ίσως τελικά αυτό να ήταν το πιο γοητευτικό της γνώρισμα.
Τελικά η Φαίδρα αποφάσισε να μην επιστρέψει στο χωριό εκείνο το βράδυ. Θα έμενε μαζί τους στο εξοχικό της Νεφέλης. Ειδοποίησε τη μητέρα της και τη Δανάη πως ίσως περνούσε τη νύχτα εκεί, χωρίς να δώσει περισσότερες εξηγήσεις.
Ο Νικηφόρος είχε πεταχτεί για λίγο στο δικό του σπίτι, να τακτοποιήσει κάποιες εκκρεμότητες. Μόνο που, παράξενο πράγμα, αργούσε να επιστρέψει.
Οι δύο γυναίκες είχαν καθίσει μπροστά στο τζάκι και συζητούσαν ήρεμα, απολαμβάνοντας εκείνη τη ζεστή οικειότητα που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους. Το τραπέζι ήταν σχεδόν έτοιμο για το βραδινό δείπνο και από την κουζίνα έφταναν οι τελευταίες μυρωδιές του φαγητού.
Η Φαίδρα, κρατώντας το ποτήρι της, κοίταξε τη Νεφέλη μ’ ένα πονηρό χαμόγελο, χωρίς να χαθεί η οικειότητα της και το χιούμορ. «Η σχέση σας με τον Νικηφόρο κρατάει καιρό;»
Η Νεφέλη χαμογέλασε. «Όχι. Σμίξαμε προς το τέλος του καλοκαιριού. Ταιριάξαμε από την αρχή και περνάμε πολύ όμορφα μαζί.» Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ζύγιζε τα λόγια της. «Και υπάρχει ανάμεσά μας μια χημεία που δεν χρειάζεται πολλές εξηγήσεις.»
Η Φαίδρα έγνεψε καταφατικά. «Κι ο Παυσανίας;»
«Είναι στην Αθήνα, στον αδελφό του, αυτό τον καιρό. Χαλαρώνει, όπως λέει. Κοντά του νιώθει ήρεμος. Και, μεταξύ μας, λέει πως γλίτωσε και τη δική μας γκρίνια!»
Η Φαίδρα ξέσπασε σε γέλια. «Καλά κάνει! Τουλάχιστον ξέρει να προστατεύει την ηρεμία του.»
Η Νεφέλη χαμογέλασε κι εκείνη. «Έτσι φαίνεται.»
Η Φαίδρα την κοίταξε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα έγειρε ελαφρά προς το μέρος της. «Κι εσύ εδώ, με τον ανιψιό σου...» Άφησε τη φράση να αιωρηθεί για μια στιγμή και ύστερα συμπλήρωσε, με εκείνο το χαρακτηριστικό, πειραχτικό της ύφος: «..στις παραλιακές ερημιές, φαίνεται πως βρίσκετε κι εσείς τον δικό σας τρόπο να περνάτε καλά.»
Η Νεφέλη την κοίταξε δήθεν αυστηρά. «Είσαι αδιόρθωτη!»
«Εγώ; Μια αθώα φιλενάδα σου είμαι!» είπε η Φαίδρα γελώντας. «Που με παρέσυρες κι εμένα στην αγκαλιά του νεαρού ανιψιού σου. Ποιος να το ’λεγε! Στην παραλία του Παγασητικού, ένα Σαββατοκύριακο, ο ανιψιός με τις δυο θείες του!»
Η Νεφέλη άρχισε ήδη να γελάει. «Και, όπως λέει και το λαϊκό άσμα, Φαίδρα μου...» συνέχισε εκείνη, με ύφος δήθεν σοβαρό, «Κάνε, γιε μου, τη δουλειά σου, κι ύστερα είμαστε και πάλι θείες σου!»
Η Φαίδρα λύθηκε στα γέλια.
«Μη μου πεις, όμως, πως δεν το απόλαυσες!» πρόσθεσε η Νεφέλη, κλείνοντας της το μάτι.
«Εσύ δεν παίζεσαι!» κατάφερε να πει η Φαίδρα ανάμεσα στα γέλια της. Και οι δυο γυναίκες ξέσπασαν ξανά σε γέλια.
Η φωτιά έτριξε μέσα στο τζάκι και, για λίγο, η κουβέντα τους χάθηκε μέσα στη ζεστασιά του σπιτιού. Μόνο που και οι δύο ήξεραν πως, πίσω από τα πειράγματα, υπήρχαν πλέον πράγματα που δεν χρειάζονταν να ειπωθούν. Ήταν αρκετό ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο ή μια μικρή παύση για να καταλάβουν η μία την άλλη.
Ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, μια μικρή παύση ήταν αρκετά.
«Όντως έτσι είναι! Δεν είναι απλώς θερμός. Είναι σκέτη φωτιά και λάβρα! Έχει έναν τρόπο να σε παρασύρει, να σε κάνει να ξεχνάς όσα νόμιζες πως ήξερες για τον έρωτα. Και το πιο παράξενο; Τα κάνει όλα με μια αφοπλιστική απλότητα, σαν να είναι το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου.»
Η Φαίδρα χαμογέλασε, ενώ ένα ελαφρύ ρίγος πέρασε από μέσα της στη θύμησή του.
«Και ξέρεις τι άλλο με τρελαίνει; συνέχισε η Νεφέλη. Ότι εδώ, στην ερημιά, αισθάνομαι ελεύθερη. Δεν υπάρχουν βλέμματα, δεν υπάρχουν αυτιά πίσω από τους τοίχους, κανείς να μας υπενθυμίζει τι «πρέπει» και τι «δεν πρέπει». Μπορώ να αφεθώ χωρίς να σκέφτομαι τίποτε άλλο.»
Η Φαίδρα την κοίταξε με ένα χαμόγελο γεμάτο νόημα. «Δηλαδή ζεις το παραμύθι της βασιλοπούλας με τον ανιψιό σου, με εκείνον στον ρόλο του θερμού νεαρού εραστή!»
Η Νεφέλη γέλασε. «Κάπως έτσι!»
«Πώς το λέει και άλλη η παροιμία; συνέχισε η πειράζοντας την Φαίδρα. Χθες με τον γέρο σύζυγο, που οι ερωτικές του περιπτύξεις μου προκαλούσαν... «τούρτουρο»· και σήμερα με τον νεαρό εραστή, που σου ξύπνησε όσα είχες ξεχάσει!»
Οι δυο γυναίκες συνεχισαν το χαρουμενο γελιο τους. Ύστερα η Φαίδρα έσκυψε λίγο προς το μέρος της.
«Αλήθεια όμως... πώς ξεκίνησε το δικό σας παραμύθι;»
Η Νεφέλη χαμογέλασε πονηρά και ακούμπησε το ποτήρι της στο τραπεζάκι.[Αν θέλεις να ξέρεις πως ξεκίνησε όλο αυτό, θα σου πω την αλήθεια. Εγώ έκανα το πρώτο βήμα. Με πολλή προσοχή, βέβαια. Δεν ήθελα να τον φέρω σε δύσκολη θέση ούτε να διακινδυνεύσω κάτι που θα μπορούσε να μας χαλάσει τη σχέση.
Η Φαίδρα την άκουγε προσεκτικά. «Απλώς είχα σκεφτεί πως ο Νικηφόρος μπορούσε να μου προσφέρει κάτι διαφορετικό από εκείνο που έβρισκα κάθε βράδυ, όταν ξάπλωνα μόνη μου και όλα γύρω μου ησύχαζαν. Αναζήτησα λοιπόν τα αδύνατα σημεία του γάμου του, όχι για να του δημιουργήσω προβλήματα, αλλά για να του δείξω έναν άλλο τρόπο να βλέπει τη ζωή. Να ζήσουμε μια περιπέτεια, να χαρούμε ο ένας τον άλλον και, κυρίως, να μη φορτώνουμε τα πάντα με υπερβολικές σκέψεις.
Σταμάτησε για λίγο και χαμογέλασε. «Παντρεμένες είμαστε, φιλενάδα μου. Ξέρουμε από πρώτο χέρι πως ο γάμος, αν δεν τον φροντίζεις καθημερινά και με μεγάλη προσοχή, μπορεί σιγά σιγά να απενεργοποιήσει πράγματα που κάποτε ήταν ζωντανά.»
Η Φαίδρα έγνεψε αργά. «Και ποιο ήταν το μυστικό που σε έκανε να τολμήσεις να προκαλέσεις τον ανιψιό σου;»
Η Νεφέλη γέλασε χαμηλόφωνα. « Α, εκεί θέλει ιστορία...»
Της διηγήθηκε τότε το περιστατικό με το υπαίθριο ντους, όταν είχε εμφανιστεί μπροστά του γυμνή με μια άνεση που κάθε άλλο παρά αθώα ήταν. Από εκείνη τη στιγμή, είπε, άρχισε να παρατηρεί τις αντιδράσεις του και να πειραματίζεται με μικρές, προσεκτικά υπολογισμένες προκλήσεις. Ένα βλέμμα λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν, μια κίνηση που μπορούσε να παρερμηνευτεί, ένα χαμόγελο που άφηνε επίτηδες κάτι ανείπωτο στον αέρα.
Η Φαίδρα ξέσπασε στα γέλια. «Ρε, τι σκέφτηκε η θεία!»
«Ε, τι να σκεφτεί; είπε η Νεφέλη γελώντας. Καμιά φορά η γυναίκα ξέρει πολύ καλά πότε ένα παιχνίδι έχει αρχίσει, ακόμη κι όταν ο άντρας προσπαθεί να κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα την κοίταξε με εκείνο το πονηρό βλέμμα που προμήνυε πως είχε κι άλλο να πει.
«Αν σου δείξω όμως πώς ακριβώς το είχα σκεφτεί τότε, μπορείς να το κρατήσεις μυστικό;
Η Φαίδρα την κοίταξε με απορία. «Νομίζω πως μπορείς να με εμπιστευτείς. Άλλωστε, γιατί να αμφιβάλλεις;
«Μου δίνεις λοιπόν τον λόγο σου πως δεν θα με παρεξηγήσεις;»
«Για πες. Είμαι όλη αφτιά.»
Η Νεφέλη έσκυψε λίγο προς το μέρος της και χαμογέλασε συνωμοτικά. « Θα σου δείξω ένα ντοκιμαντέρ που έχει μια κάπως... παρεμφερή ιστορία. Μια παράξενη σχέση ανάμεσα σε μια θεία και τον ανιψιό της. Δεν θα κάνουμε τίποτε. Απλώς θα το δούμε και θα το απολαύσουμε σαν μια περίεργη ιστορία.
Η Φαίδρα σήκωσε τα φρύδια.«Παράξενο! Εσύ συνήθως δεν βλέπεις ντοκιμαντέρ. Τα σνόμπαρες. Προτιμούσες τις ταινίες ερωτικού περιεχομένου.
«Όλοι αυτές τις προτιμούν, είπε η Νεφέλη γελώντας. Εγώ, όμως, βλέπω τα πάντα. Από καθετί μπορείς να πάρεις κάτι.»
Η Φαίδρα την κοίταξε για μια στιγμή και χαμογέλασε. Κάτι της έλεγε πως το «ντοκιμαντέρ» της , εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει τι ακριβώς εννοούσε η Νεφέλη, μέχρι που την είδε να ανοίγει την τηλεόραση και να ρυθμίζει την εικόνα στο βίντεο.
Δεν χρειάστηκε πολύ για να αντιληφθεί πως στην οθόνη εμφανιζόταν το εσωτερικό ενός δωματίου σε κάποιο παραλιακό ξενοδοχείο.
Η Φαίδρα ένιωσε ένα παράξενο σκίρτημα.
Ο χώρος, όπως παρουσιαζόταν στην οθόνη, δεν διέφερε και πολύ από το σαλόνι της, όπου λίγο νωρίτερα είχε ζήσει με τον Νικηφόρο τη δική της παράδοση στο πάθος. Η ομοιότητα την έκανε να αισθανθεί ακόμη πιο αμήχανα. Στην οθόνη μόλις είχαν μπει ένας άντρας και μια γυναίκα. Στέκονταν ακόμη όρθιοι, αντικριστά. Εκείνη εμφανιζόταν προκλητικά άνετη απέναντί του, φορώντας μόνο τα κοσμήματα της, ενώ ο νεαρός άντρας την κοιτούσε επίμονα, σαν να γνώριζε ήδη πού θα οδηγούσε η συνάντησή τους.
Η Φαίδρα γύρισε απότομα προς τη Νεφέλη. «Έτσι έβλεπες κι εμάς;»
Η Νεφέλη της έριξε μια ματιά γεμάτη πονηριά. «Με συγχωρείς, καλή μου... αλλά εκείνη την ώρα ήμουν τόσο καυλωμένη από αυτό που έβλεπα, που δυσκολευόμουν να κρατήσω την ψυχραιμία όσο σας κοιτούσα που ήθελα να ξεσκιστώ μαζί σας! ».
Η Φαίδρα δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να ντραπεί. Έτσι προτίμησε να κοιτάξει ξανά την οθόνη.
Το ζευγάρι είχε αρχίσει να πλησιάζει. Ο νεαρός άνοιξε αργά το πουκάμισό του, αποκαλύπτοντας το γυμνασμένο στήθος του, ενώ η γυναίκα τον παρατηρούσε με ένα βλέμμα που έμοιαζε να τον προκαλεί να συνεχίσει. Η Φαίδρα ένιωσε πως η εικόνα την τραβούσε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. «Ήμασταν κι εμείς τόσο... ερωτικοί; ρώτησε ύστερα από λίγο. Μας έβλεπες εκεί στο τραπέζι και...
«Σσσς, την έκοψε απαλά η Νεφέλη. Δες τη συνέχεια!.»
Η Φαίδρα σώπασε. Στην οθόνη, η γυναίκα είχε πλησιάσει περισσότερο τον νεαρό άντρα. Εκείνος συνέχιζε να την κοιτάζει με ένα ύφος σχεδόν αλαζονικό, σαν να ήξερε ακριβώς την επίδραση που ασκούσε πάνω της.
Η Φαίδρα όμως δεν πρόσεχε τόσο το πρόσωπο του. Το βλέμμα της είχε καθηλωθεί πάνω του, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει ούτε στον εαυτό της γιατί.
Η Νεφέλη το αντιλήφθηκε. Ένα μικρό, σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Δεν είπε τίποτα.
«Είσασταν και εμείς τόσο ερωτικοί, που μας έβλεπες να πηδιόμαστε στο τραπέζι;» τη ρωτάει η Φαίδρα.
«Σστ, άκου» την έκοψε η Νεφέλη.
Ο νεαρός είχε ξεκουμπώσει το πουκάμισό του και διακρίνονταν οι μύες του στήθους του. Το παντελόνι του ήταν ανοικτό αρκετά για να έχει βγάλει την πούτσα του. Κοίταζε τη γυναίκα μ’ εκείνο το ενοχλητικό αλαζονικό του ύφος. Αλλά η Φαίδρα δεν το πρόσεχε. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στην ψωλή του.
Η φωνή του ακούστηκε μέσα από την οθόνη:
«Θέλεις τον πούτσο μου ξεκωλιάρα γυναίκα; Γονάτισε να τον προσκυνήσεις».
Η πληθωρική γυναίκα υπάκουσε χωρίς χρονοτριβή. Χάιδευε τις ρώγες της ενώ έσκυβε προς την πούτσα του νέου άντρα. Φίλησε απαλά το κεφαλάκι και γύρισε πάνω το βλέμμα της να τον κοιτάξει.
«Ναι ψωλοπνίχτρα μου, πάρτον στο στόμα σου, ετοίμασε τον» συνέχισε αυτός.
Η Φαίδρα στράφηκε προς την Νεφέλη. «Είδες πόση την έχει;» ρώτησε
Η Νεφέλη χαμογέλασε. «Ο Νικηφόρος την έχει μεγαλύτερη»
«Για να το λες εσύ¨κάτι θα ξέρεις.» Κάνει δήθεν την αθώα η Φαίδρα!
«Και είναι ο καλύτερος. Στο λέω εγώ που έχω δοκιμάσει πολλούς.» έσπευσε να πει η Νεφέλη.
Στην οθόνη, η γυναίκα ήταν πάλι όρθια ενώ ο νεαρός έβγαζε τα τελευταία ρούχα του.
«Γύρνα να σε γαμήσω» ακούστηκε πάλι η φωνή του.
Η γυναίκα έκανε μεταβολή κι έσκυψε πάνω στο τραπέζι του δωματίου.
«Το κάνουν πάνω στο τραπέζι». ψιθύρισε η Νεφέλη
Ο νεαρός γονάτισε πίσω της κι έβαλε το πρόσωπό του ανάμεσα στ’ ανοιγμένα μπούτια της. Από πίσω έγλειφε το μουνί και τον κώλο της. Η γυναίκα αγκομαχούσε. Σε λίγο ο νεαρός σηκώθηκε. Στάθηκε με την πούτσα του προτεταμένη. Η γυναίκα τον κοίταξε πάνω απ’ τον ώμο της. Τώρα έβαζε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της. Η ένταση στο πρόσωπό της έδειχνε πόσο το άγγιγμα του τη διέγειρε. Ο νεαρός την πλησίασε κι η πούτσα έβρισκε το δρόμο της στο μουνί που την περίμενε. Η γυναίκα τώρα τρανταζόταν ολόκληρη από τις αδιάκοπες διεισδύσεις στο μουνί της.
«Τι κάνουν τα κορίτσια;» ακούστηκε η φωνή του Νικηφόρου, καθώς έμπαινε φουριόζος στο σαλόνι από τον διάδρομο. Σταμάτησε όμως απότομα. Το βλέμμα του έπεσε στην οθόνη της τηλεόρασης και ύστερα μετακινήθηκε στις δύο γυναίκες. Τη μία στιγμή κοιτούσε τη Νεφέλη, την άλλη τη Φαίδρα, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί όσο εκείνος έλειπε.
Η Φαίδρα, από την πλευρά της, ένιωσε το βλέμμα της να κατεβαίνει ασυναίσθητα πάνω του. Στάθηκε για μια στιγμή στο παντελόνι του, λίγο πάνω από τον καβάλο, και μια σκέψη πέρασε από το μυαλό της: προσπάθησε να θυμηθεί αν η πραγματικότητα ήταν πράγματι τόσο διαφορετική από εκείνο που μόλις είχε δει στην οθόνη.
Ο Νικηφόρος παρέμενε αμήχανος. Κοίταζε την οθόνη, ύστερα τις γυναίκες, ξανά την οθόνη. Ήταν ολοφάνερο πως δεν ήξερε τι ακριβώς έπρεπε να πει.
Η Νεφέλη, όπως πάντα, ήταν εκείνη που έσπασε πρώτη τη σιωπή. «Μωρό μου, γιατί άργησες τόσο;»
Ύστερα στράφηκε προς τη Φαίδρα. «Κάτσε, καλή μου.»
Την έπιασε απαλά από τους ώμους και την οδήγησε στον καναπέ, σαν να ήθελε να την κάνει να νιώσει άνετα μέσα σε όλη αυτή την παράξενη κατάσταση. Έπειτα σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς τον Νικηφόρο με εκείνο το αργό, παιχνιδιάρικο βήμα που τον έκανε πάντοτε να καταλαβαίνει πως κάτι σκαρφιζόταν. Στάθηκε μπροστά του και τον κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Τι έγινε; Τόσο δύσκολο είναι να καταλάβεις τι βλέπουμε;»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε στραβά.
Η Νεφέλη έριξε μια ματιά προς την οθόνη και ύστερα ξανά πάνω του. «Μάλλον πρέπει να της αποδείξεις της Φαίδρας πως η πραγματικότητα είναι λίγο πιο ενδιαφέρουσα από την εικόνα.
Η Φαίδρα ένιωσε το πρόσωπό της να ζεσταίνεται. Ο Νικηφόρος κοίταξε τη μία και μετά την άλλη. Για πρώτη φορά κατάλαβε πως η επιστροφή του στο σπίτι είχε γίνει μέρος ενός παιχνιδιού για το οποίο μόνο εκείνος δεν είχε ενημερωθεί.
Η Φαίδρα κοίταξε προς την οθόνη και είδε τη γυναίκα ανάσκελα στο τραπέζι με τα μπούτια σηκωμένα πάνω στους ώμους του εραστή της που τη γαμούσε ακούραστα. Μάλλον του Νικηφόρου ήταν μεγαλύτερη… Τώρα η Νεφέλη είχε κατεβάσει τη μπλούζα της αποκαλύπτοντας τα βυζιά της. Κάθισε τον Νικηφόρο σε μια καρέκλα και γονάτισε παίρνοντας την ψωλή του στο στόμα της. Λίγο την έγλειφε και λίγο την έπαιζε στα βυζιά της. Και ξανά…
Η Φαίδρα κοίταζε μια Τη Νεφέλη με το Νικηφόρο και μια το ζευγάρι στην οθόνη. Τώρα η γυναίκα στην οθόνη ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι κι ο νεαρός ανάμεσα στα μπούτια της, την περιποιόταν πάλι με τη γλώσσα του. Στη θέση αυτή η κάμερα έπαιρνε καθαρότερα το πρόσωπο της κι η Φαίδρα μπορούσε να διακρίνει όλους τους μορφασμούς της ηδονής της. Φτιαχνόταν από το διπλό θέαμα. Ασυναίσθητα είχε σηκώσει τη φούστα της και το χέρι ήταν μέσα στην κιλότα της.
«Θέλεις να τον δοκιμάσεις κι εσύ;» Η φωνή της Νεφέλης την έβγαλε απ’ την ονειροπόληση.
Ο Νικηφόρος είχε σηκωθεί. Κοιτούσε τη Φαίδρα με βλέμμα θολωμένο από την ένταση της στιγμής. Η Νεφέλη, δίπλα του, παρακολουθούσε σιωπηλή.
Χωρίς να πει λέξη, η Φαίδρα σηκώθηκε κι εκείνη. Κάρφωσε τα μάτια της στα δικά του. Ένα αδιόρατο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. Για μια στιγμή έμοιαζε να τον προκαλεί χωρίς να χρειάζεται να πει τίποτα. Ύστερα άρχισε αργά να αφήνει πίσω της τα ρούχα της, ένα ένα, χωρίς βιασύνη. Κάθε της κίνηση είχε κάτι από τελετουργία. Ήταν σαν να είχε αποφασίσει πως αυτή τη φορά δεν θα άφηνε τον φόβο ή τις δεύτερες σκέψεις να πάρουν τη θέση της επιθυμίας. Ο Νικηφόρος την παρακολουθούσε μαγεμένος. Η Φαίδρα στάθηκε απέναντί του, έχοντας κρατήσει μόνο ό,τι άφηνε ακόμη μια λεπτή απόσταση ανάμεσά τους. Ύστερα έκανε και το τελευταίο βήμα.Εκείνος πλησίασε. Για λίγες στιγμές δεν ακούστηκε τίποτε άλλο παρά η ανάσα τους. Η Φαίδρα σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Δεν υπήρχε πια η αμηχανία της προηγούμενης ώρας. Μόνο εκείνη η σιωπηλή βεβαιότητα πως και οι δύο είχαν καταλάβει πού οδηγούσε η στιγμή.
Η Νεφέλη χαμογέλασε διακριτικά. Η Φαίδρα, χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω του, έκανε ένα ακόμη μικρό βήμα προς τον Νικηφόρο. Αγκαλιάστηκαν με πάθος. Εκείνη αφέθηκε πάνω του, τυλίγοντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του, κι εκείνος την κράτησε σφιχτά, σαν να φοβόταν μήπως η στιγμή χαθεί αν την αφήσει. Χωρίς να ανταλλάξουν λέξη, την οδήγησε προς τον ευρύχωρο καναπέ. Εκεί, μέσα στη σιωπή που είχε απλωθεί στο δωμάτιο, οι τελευταίες αναστολές τους έμοιαζαν να υποχωρούν. Η Φαίδρα τον κοίταξε για μια ακόμη φορά στα μάτια και ύστερα αφέθηκε ολοκληρωτικά στη στιγμή. Η Νεφέλη έμεινε διακριτικά στο πλάι, αφήνοντας τους δύο να ζήσουν τη δική τους στιγμή. Κι έξω, η νύχτα είχε ήδη σκεπάσει το σπίτι.
Είχε περάσει πάνω από μια ώρα που ο Νικηφόρος μάζεψε τα ρούχα του και πήγε προς το μπάνιο. Λίγο αργότερα φρεσκαρισμένος επέστρεφε στη σαλόνι, ενώ οι δύο γυναίκες έχοντας κι αυτές φρεσκαριστεί έπαιρναν επιτέλους εκείνο το γεύμα για το οποίο είχαν πολύ νωρίτερα καθίσει.
Στην οθόνη η ώριμη γυναίκα με τον εραστή της εγκαταλείπουν το ξενοδοχείο. Ήταν ανάλαφρη περπατώντας σχεδόν νεανικά ενώ το πρόσωπό της έλαμπε. Ο νεαρός την κρατούσε από το χέρι και δεν την άφηνε από τα μάτια του καθώς αυτή πλήρωνε το δωμάτιο. Η Φαίδρα παρατήρησε ότι το ύφος και το βλέμμα του νεαρού ήταν τώρα πολύ διαφορετικά. Κανένα ίχνος από την αλαζονεία με την οποία είχε μπει στο ξενοδοχείο νωρίτερα.
Στην οθόνη ένα νέο ζευγάρι έμπαινε στο δωμάτιο στο ξενοδοχείο, αλλά κανείς δεν είχε πολύ διάθεση να ασχοληθεί με την τηλεόραση.
Η Νεφέλη με τη Φαίδρα φλυαρούσαν χαμηλόφωνα. Η Φαίδρα είχε αρχίσει πάλι να ανάβει από τις αποκαλύψεις για τη ζωή της Εριφύλης και της Νεφέλης.
Ακούγοντας την αφήγηση με τις περιπέτειες και τις ερωτικές εικόνες της Εριφύλης εξάπτει και τη δική της φαντασία. Της Φαντάζει σαν σενάριο που η Νεφέλη με γερές δόσεις σασπένς πλέκει το κουβάρι μιας διήγησης όπου κεντρική ηρωίδα είναι η Εριφύλη και οι περιπέτειες με τον εραστής της. Είναι πραγματικά ενδιαφέρουσες οι αποκαλύψεις για τη κρυφή ζωή της Εριφύλης και την ερωτική εμπειρία που βιώνει.
Ο Νικηφόρος απολάμβανε την γεύση και ο άρωμα από το Jack Daniel's και προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Οι αποκαλύψεις για την Εριφύλη έκαναν την καρδιά του να σκιρτήσει. Εξέτασε το περιεχόμενο του ποτηριού του με μελετημένη βαρεμάρα.
«Που τα ξέρεις όλα αυτά;» Ρωτάει δήθεν με απορία τη Νεφέλη
«Τα είδα με τα μάτια μου.» η Νεφέλη απάντησε κάπως κυνικά.
«Πρέπει να είναι κανείς ιδιαίτερα παρατηρητικός σε ό,τι αφορά την Εριφύλη. Απ' ότι γνωρίζω δε μιλάει για τον εαυτό της.»
Ήπιε το υπόλοιπο μπράντι του, άφησε το ποτήρι του με προσοχή και έγειρε την πλάτη του στη ράχη της καρέκλας του πλέκοντας τα δάχτυλά του μεταξύ τους και ακουμπώντας τα πάνω στο επίπεδο στομάχι του.
Η Φαίδρα, ύστερα από λίγο πιο ώριμη σκέψη, αποφάσισε τελικά πως έπρεπε να αναχωρήσει. Ειδοποίησε τη Δανάη και τις ανιψιές της πως σύντομα θα περνούσε από τη ντισκοτέκ στη γειτονική παραλία και τους ζήτησε να είναι έτοιμες, ώστε να τις παραλάβει και να επιστρέψουν μαζί στο χωριό.
Πριν φύγει, γύρισε προς τη Νεφέλη και της χαμογέλασε. «Πιστεύω πως θα υπάρξουν και πάλι οι όροι και οι προϋποθέσεις για να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας... και, γιατί όχι, να επαναληφθεί και η ανεπανάληπτη εμπειρία που ζήσαμε σήμερα. Ο Νικηφόρος, άλλωστε, φαίνεται πως γνωρίζει πολύ καλά πώς να κάνει μια γυναίκα να αισθάνεται όμορφα.
Η Νεφέλη γέλασε.« Ε, ναι! Εννοείται! Θα τα κανονίσω εγώ όλα με τη δέουσα επιμέλεια. Αρκεί, φυσικά, να υπάρχει συναίνεση και καλή διάθεση.
«Ωραία. Χάρηκα που τα είπαμε...» Η Φαίδρα έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε με ένα βλέμμα γεμάτο νόημα. «...και όχι μόνον. Ελπίζω να υπάρξει και επόμενη φορά.»
Η Νεφέλη την αγκάλιασε.«Να είσαι σίγουρη πως θα υπάρξει.»
«Καλή σας συνέχεια, λοιπόν, σε ό,τι κι αν έχετε αποφασίσει.» Η Φαίδρα χαιρέτησε και τον Νικηφόρο. Το βλέμμα τους συναντήθηκε για μια στιγμή περισσότερο απ’ όσο επέβαλλε ένας απλός αποχαιρετισμός. Δεν χρειάστηκε να πουν τίποτε.Ύστερα έφυγε.
Όταν έκλεισε πίσω της η πόρτα, έμειναν οι δυο τους. Το σπίτι ξαφνικά φάνηκε μεγαλύτερο.Κακά τα ψέματα, στην ερημιά οι ώρες έχουν τον δικό τους ρυθμό. Κυλούν αργά, πολύ αργά. Και όσο ευχάριστο κι αν είναι το περιβάλλον, όσο ζεστή κι αν είναι η παρέα, υπάρχει πάντα εκείνη η παράξενη αίσθηση της αναμονής που κάνει τον χρόνο να βαραίνει.
Η Νεφέλη κοίταξε τον Νικηφόρο. Εκείνος την κοίταξε πίσω. Και οι δυο ήξεραν πως η βραδιά ήταν ακόμη μπροστά τους.
Ο Νικηφόρος, έχοντας πάντα κατά νου τα πλεονεκτήματα που απέδιδε στο κρύο ντους, αποφάσισε να μπει στο λουτρό και να κάνει ένα γρήγορο ντους. Το έντονο κρύο νερό τον βοήθησε να αισθανθεί το σώμα του να ξυπνά ξανά· μια αίσθηση αναζωογόνησης και ενέργειας απλώθηκε πάνω του. Υπήρχαν φορές που το προτιμούσε επίτηδες. Ένιωθε πως η μικρή αυτή δοκιμασία ενίσχυε την αυτοπειθαρχία του, τον έκανε πιο αποφασιστικό και του καλλιεργούσε εκείνη την εσωτερική πυγμή που θεωρούσε απαραίτητη στην καθημερινότητά του. Είχε διαβάσει μάλιστα και διάφορες μελέτες σχετικά με την επίδραση του κρύου στον ανδρικό οργανισμό, ακόμη και κάποιες αναφορές για πιθανές επιδράσεις στην ποιότητα του σπέρματος. Δεν ήξερε πόσο βάσιμες ήταν όλες αυτές οι πληροφορίες, αλλά του άρεσε η ιδέα πως ακόμη και μια απλή συνήθεια μπορούσε να λειτουργεί σαν μικρή άσκηση αυτοκυριαρχίας. Βγήκε από το λουτρό ανανεωμένος. Λίγα πράγματα, σκεφτόταν, μπορούσαν να συγκριθούν με μια φθινοπωρινή βραδιά στην εξοχή, όταν το σαλόνι μεταμορφωνόταν σε ένα μικρό, αυτοσχέδιο μπαρ για λίγους και εκλεκτούς. Η μουσική από το ηχείο έδινε τον ρυθμό με ζωηρές, upbeat μελωδίες, ενώ έξω η νύχτα είχε απλωθεί πάνω από τον έρημο παραλιακό οικισμό.
Η Νεφέλη είχε ήδη πάρει τη θέση της και τον παρακολουθούσε με εκείνο το χαμόγελο που έδειχνε πως περίμενε να δει τι είχε σκαρφιστεί αυτή τη φορά.
Το ερώτημα ήταν απλό. Πώς θα μπορούσαν να «απογειώσουν» εκείνη τη φθινοπωρινή βραδιά και, έστω για λίγες ώρες, να νιώσουν πως βρίσκονταν σε κάποιο beach bar της Σκιάθου, αντί για έναν σχεδόν έρημο παραλιακό οικισμό; Ο Νικηφόρος ήξερε την απάντηση. Τεκίλα.
Το αγαπημένο του ποτό ήταν, όπως έλεγε, το ιδανικό σημείο εκκίνησης. Διάλεξε προσεκτικά τα υλικά και άρχισε να ετοιμάζει τα κοκτέιλ. Αρώματα πιπεριού, επίμονη επίγευση, φρέσκες βοτανικές νότες και μια δροσερή αίσθηση συνέθεταν ένα γευστικό παιχνίδι που υποσχόταν να ταιριάξει απόλυτα με τη διάθεση της βραδιάς. Έριξε τα υλικά στο σέικερ και το κούνησε με ρυθμό. Ο ήχος του πάγου ανακατεύτηκε με τη μουσική.Ύστερα σέρβιρε τα δύο ποτήρια. Τα κοίταξε για μια στιγμή με ικανοποίηση και πήρε το ένα στο χέρι του. «Καλά είμαστε εδώ, της είπε. Χρειαζόμαστε ένα ποτό για να... θερμανθούμε.»
Η Νεφέλη γέλασε. «Με τεκίλα;»
«Με εκλεκτή τεκίλα, παρακαλώ.»
Της έδωσε το ποτήρι και κάθισε απέναντί της. Η βραδιά τους μόλις άρχιζε.
Ήταν μόνοι τους. Όσο ο Νικηφόρος ετοίμαζε τα κοκτέιλ, η Νεφέλη μπήκε στο λουτρό για ένα ντους.
«Πλύσου καλά, παντού,» της φώναξε πειραχτικά.
«Μάλιστα, κύριε!» του απάντησε γελώντας.
Και πράγματι, έκανε ένα αναζωογονητικό ντους με το αγαπημένο της αφρόλουτρο. Ύστερα άπλωσε στο δέρμα της την ενυδατική κρέμα, φόρεσε το αγαπημένο της μπουρνούζι και ετοιμάστηκε να βγει.
Μόλις όμως άγγιξε το χερούλι της πόρτας, μια σκέψη τής ήρθε ξαφνικά στο μυαλό και αναβόσβησε μπροστά της σαν φωτεινή επιγραφή νέον.
«Αποσμητικό έβαλα;» Στάθηκε για μια στιγμή. «Όχι... αποκλείεται να το ξέχασα!»
Γύρισε πίσω, το έβαλε και τότε μόνο ένιωσε πως η προετοιμασία της είχε ολοκληρωθεί. Στο σαλόνι ο Νικηφόρος είχε ξαπλώσει στον καναπέ και παρακολουθούσε τις βραδινές ειδήσεις. Στο χαμηλό τραπεζάκι μπροστά του στέκονταν τα δύο κοκτέιλ, δροσερά, λαχταριστά και παιχνιδιάρικα, σαν να περίμεναν κι αυτά τη δική τους ώρα. Η Νεφέλη έκλεισε πίσω της την πόρτα του λουτρού και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Πήρε το μπολ με τους ξηρούς καρπούς, καθάρισε και έκοψε ένα μήλο σε ένα μικρό όμορφο πιάτο και πρόσθεσε δύο μπανάνες. Πήρε τα τσιγάρα της και τον αναπτήρα.Ήταν χαρούμενη. Απόψε ήθελε να προσφέρει κάτι ιδιαίτερο και στους δυο τους. Όχι απαραίτητα κάτι μεγάλο· περισσότερο εκείνη τη μικρή τελετουργία που κάνει μια συνηθισμένη βραδιά να αποκτά ξεχωριστή σημασία. Έκλεισε την πόρτα της κουζίνας, άναψε το αμπαζούρ και κάθισε απέναντί του στην πολυθρόνα. Στο γλυκό, χαμηλωμένο φως ήπιε την πρώτη γουλιά. Άναψε το τσιγάρο της, τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και του έριξε ένα βλέμμα συνωμοτικό. Έφαγε λίγους ξηρούς καρπούς, ύστερα ένα κομμάτι μήλο. Πήρε μια μπανάνα, την ξεφλούδισε αργά και την έφαγε με την αμέριμνη απόλαυση κάποιου που δεν βιάζεται να φτάσει πουθενά. Η τηλεόραση είχε περάσει πλέον στα στιγμιότυπα των ποδοσφαιρικών αγώνων. Ο εκφωνητής, με το αυτάρεσκο ύφος εκείνου που αναλύει γεγονότα κοσμοϊστορικής σημασίας, σχολίαζε τις φάσεις. Η Νεφέλη τον κοίταξε για λίγο.«Μαλάκα...» Πήρε το τηλεχειριστήριο και με μία κίνηση τον εξαφάνισε από την οθόνη.
Αποτέλειωσε τη μπανάνα, ξανάφερε το τσιγάρο στα χείλη της και ήπιε άλλη μια γουλιά από το ποτό της. Απόψε θα γινόταν κάτι όμορφο. Το ένιωθε. Προσπάθησε να βολευτεί στην πολυθρόνα και να αφεθεί στη ρέμβη. Δεν τα κατάφερε. Σηκώθηκε. Γύρισε δυο φορές στο μικρό σαλόνι χωρίς συγκεκριμένο σκοπό. Ύστερα βγήκε στο μπαλκόνι. Νύχτα. Ερημιά.
Μόνο η σιωπή του παραλιακού οικισμού και, από μακριά, κάποιος αδύναμος ήχος που έφτανε σαν υπενθύμιση πως ο κόσμος υπήρχε ακόμη. Έμεινε λίγο εκεί και ύστερα ξαναμπήκε μέσα. Έκλεισε την μπαλκονόπορτα και τράβηξε την κουρτίνα. Γύρισε προς τον Νικηφόρο.Του έριξε ένα ναζιάρικο βλέμμα, πήρε το ποτήρι της και κατευθύνθηκε αργά προς την κρεβατοκάμαρα.Ακούμπησε το ποτήρι, το μικρό πιατάκι και τα τσιγάρα στο κομοδίνο. Άναψε το πορτατίφ, έσβησε το κεντρικό φως και το δωμάτιο βυθίστηκε σε μια απαλή, θαμπή φωτεινότητα. Για λίγες στιγμές στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Άφησε το μπουρνούζι να γλιστρήσει από πάνω της και κοίταξε την αντανάκλαση της.
Αγαπούσε το σώμα της. Αγαπούσε τη γυμνότητα της, όχι σαν επίδειξη, αλλά σαν μια φυσική συμφιλίωση με τον εαυτό της. Χαμογέλασε στον καθρέφτη και έκανε μια μικρή, παιχνιδιάρικη κίνηση, σαν να φλέρταρε για λίγο με τη δική της εικόνα. Ύστερα αισθάνθηκε την παρουσία του πίσω της.
Στον καθρέφτη εμφανίστηκε ο Νικηφόρος. Το βλέμμα τους συναντήθηκε μέσα από την αντανάκλαση.
Κανείς δεν μίλησε. Δεν υπήρχε λόγος. Ένα πλατύ, τρυφερό χάδι πέρασε πάνω από το σώμα της, όπου έφταναν τα χέρια του, και την παρέσυρε απαλά προς το κρεβάτι. Από το σαλόνι, το ηχείο συνέχιζε να σκορπά ζωηρές, upbeat μελωδίες, ένα γλυκό μουσικό συμπλήρωμα στη ζεστασιά εκείνης της ώρας.
Ο Νικηφόρος έσκυψε πάνω της και την κράτησε για λίγο στην αγκαλιά του. Τα χέρια του περιπλανήθηκαν τρυφερά πάνω στο σώμα της, ενώ εκείνη παραδόθηκε στην οικειότητα της στιγμής.
«Στο είπα, καυλιάρα γυναίκα, πως εμείς οι δύο έχουμε ακόμη πολλά να κάνουμε, μουρμούρισε παιχνιδιάρικα. Κι ακόμη δεν έχεις δει τίποτα.» Το βλέμμα του είχε εκείνη τη μόνιμη διάθεση για παιχνίδι και τρυφερότητα που είχε γίνει χαρακτηριστική στις μεταξύ τους στιγμές. Ύστερα την κοίταξε στα μάτια.«Μωρό μου, όλα εντάξει;»
«Ναι. Ήταν υπέροχα, του απάντησε χαμογελώντας.
Έκανε να σηκωθεί. « Πού πας; ρώτησε εκείνος απορημένος.»
«Να ξεπλυθώ λίγο.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε.
«Δεν νομίζω πως τελειώσαμε ακόμη.»
Η Νεφέλη γύρισε και τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που δεν άφηνε πολλές αμφιβολίες. «Τι έλεγες;»
Και η βραδιά συνέχισε τον δικό της ρυθμό, χωρίς βιασύνη και χωρίς κανέναν από τους δύο να θέλει να κοιτάξει το ρολόι. Τελικά έμειναν μαζί άλλες τρεις μέρες.
Τρεις μέρες στην είσοδο του φθινοπώρου, μακριά από τις συνήθειες και τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας. Τρεις μέρες γεμάτες γέλιο, μουσική, ποτά, κουβέντες που κρατούσαν μέχρι αργά και στιγμές πάθους που τους έκαναν να ξεχνούν τον χρόνο.
Έζησαν όμορφες και δυνατές στιγμές. Από εκείνες που δεν εμφανίζονται κάθε μέρα στη ζωή ενός ανθρώπου και γι’ αυτό ίσως μένουν περισσότερο στη μνήμη. Γιατί η απόλαυση του έρωτα, όπως την αντιλαμβάνονταν εκείνοι, δεν ήταν μόνο αυτό που παίρνεις από τον άλλον. Ήταν και αυτό που θέλεις να του προσφέρεις.
Και ίσως εκεί να βρισκόταν όλη η ουσία, στη χαρά που γίνεται αμοιβαία, στη διάθεση να δώσεις και να πάρεις, και στην αίσθηση πως, έστω για λίγο, δύο άνθρωποι μπορούν να συναντηθούν πραγματικά έξω από τα όρια της καθημερινότητας.