...Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι: (Part:2)....Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε για περισσότερες λεπτομέρειες Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1) .............................. (August 2023)...
Η ανάρτηση, αναμφίβολα, όταν θα ήταν πιο νηφάλιος θα κατέληγε στη «διαγραφή» ή να μείνει ανάμνηση στα «πρόχειρα», αλλά του άρεσε και η ιδέα (που σημαίνει ότι μετά από κάποια αρχική σκέψη και αντίσταση), να φλερτάρει με τον κίνδυνο πλησιάζοντας επικίνδυνα τα όρια μιας καταστροφικής κατάστασης, να την ανεβάσει στο blog του και να της στείλει το link .....να το διαβάσει.
(.................Ψηλή λεπτή και ένα διακριτικό μακιγιάζ συμπλήρωνε την εικόνα της μελαχρινής γυναίκας. Το χαριτωμένο μουτράκι της και η σκανταλιάρικη μύτη, της έδιναν ναζιάρικο ύφος, γεμάτο ζωντάνια και τρυφερότητα. Κοιτούσε τον κόσμο με ορθάνοιχτα μάτια, κατάμαυρα, χρώμα που προίκιζε το βλέμμα της με μεγάλη γκάμα εκφράσεων. Πάντα στην τρίχα! Ντυμένη με τέτοιο τρόπο που τόνιζε την εμφάνισή της...........................)
.......Στη Θεσσαλονίκη περασμένα μεσάνυχτα Σαββάτου προς ξημερώματα της Κυριακής, όπως είδαμε η Ναυσικά και η Ανδρομάχη είχαν την ευκαιρία να ζήσουν μια συναρπαστική λεσβιακή εμπειρία γεμάτη έντονη σεξουαλική ενέργεια και πάθος, παρασυρμένες από το ανομολόγητο πάθος της μιας για την άλλη, που κατέκλυσε τα κορμιά τους, θόλωσε το μυαλό τους και εξαφάνισε την λογική τους με αποτέλεσμά να κάνουν το τόλμημα να επιδοθούν σε τολμηρά σεξουαλικά παιχνίδια μεταξύ τους. Η πόλη, με τη νυχτερινή της ενέργεια της, λειτουργούσε ως το ιδανικό σκηνικό για αυτή τη συνάντηση της Ναυσικάς και της Ανδρομάχης σε μια διαδικασία εσωτερικής απελευθέρωσης που υπερέβαινε τη σωματική επαφή τους και μετέτρεψε τη νύχτα τους σε μια πράξη αυτοδιάθεσης. Η αποτίναξη του βάρους του αμαρτήματος λειτουργούσε ως μια διαδικασία αποδόμησης παλαιότερων πεποιθήσεων τους . Στην ουσία, οι δύο γυναίκες δεν ανακάλυψαν μόνο η μία την άλλη, αλλά ανακάλυψαν μια νέα εκδοχή του εαυτού τους, μια εκδοχή που επιτρέπει στις φυσικές τους παρορμήσεις να υπάρχουν χωρίς ενοχές. Η σύγκρουση ανάμεσα στο πριν και στη διαδρομή τους ως ετερόφυλες γυναίκες σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο και το τώρα, την αποδοχή της λεσβιακής τους επιθυμίας, τους δημιούργησε μια έντονη εσωτερική κάθαρση. Το γεγονός ότι η πράξη τους έγινε στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη με πλούσια ιστορία και έντονη κοινωνική ζωή, προσέδωσε έναν τόνο τόλμης και επαναπροσδιορισμού της ταυτότητάς τους. Ήταν φανερό πως το πάθος και η απελευθέρωση που ένιωσαν οι δύο γυναίκες, άφησαν πίσω τους κάθε δισταγμό. Η χημεία ανάμεσά τους μετατράπηκε σε μια πρωτόγνωρη «καταιγίδα» αισθήσεων όπου η λογική υποχώρησε μπροστά στην επιταγή της επιθυμίας. Μια νύχτα που ξεκίνησε ως κάτι εφήμερο, φορτισμένη με την ένταση του «απαγορευμένου» και την ορμή του απρόσμενου, είχε πλέον τη δυναμική να ανατρέψει τις ισορροπίες στη ζωή της Ναυσικάς και της Ανδρομάχης. Το «one-night stand» μεταλλάσσεται σε μια αρχή, υποδηλώνοντας πως αυτή η νύχτα στη Θεσσαλονίκη δεν θα ξεχαστεί ποτέ, καθώς η ακαταμάχητη έλξη που τις ένωσε λειτούργησε ως κλειδί που ξεκλείδωσε κάτι πολύ βαθύτερο. Και οι δύο ομολογούσαν πως αναστατώθηκαν οι αισθήσεις τους όσο καμιά άλλη φορά και δεν είχαν την δύναμη να αντισταθούν ώστε τα πάντα μπορούσαν να συμβούν τη νύχτα τους στη Θεσσαλονίκη. Η ένταση της επιθυμίας, ο ίλιγγος των αισθήσεων και του έρωτα....«...Ο Έρωτας που βάσανα μοιράζει, ο Έρωτας που παραμύθια πλάθει άρπαξε την ψυχή μου και την τράνταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυμάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας» ..(Πρόκειται για έναν από τους πιο γνωστούς στίχους της αρχαίας Ελληνίδας λυρικής ποιήτριας Σαπφούς (7ος-6ος αι. π.Χ.), σε απόδοση του Οδυσσέα Ελύτη. Το ποίημα: Αποτελεί απόσπασμα (θραύσμα 47 LP) που περιγράφει την ορμητική, σχεδόν βίαιη φύση του έρωτα. Στο πρωτότυπο αρχαίο κείμενο, η εικόνα αποδίδεται ως: «Ἔρος δ᾽ ἐτίναξέ μοι φρένας, ὠς ἄνεμος κὰτ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων»)
Η συμπεριφορά τους ήταν αδιάψευστη, οι πράξεις τους ήταν τόσο ξεκάθαρες, κατηγορηματικές και προφανείς, που δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να παρερμηνευτούν, να παρεξηγηθούν ή να δημιουργηθούν αμφιβολίες για τις προθέσεις τους. Υπήρχε απόλυτη σαφήνεια! Δεν υπήρχε γκρίζα ζώνη. Το σεξουαλικό πάθος και η αξία του έρωτα υπερίσχυσε της όποιας λογικής τους και με αμοιβαίο σεβασμό επιτρέποντας και στις δύο να είναι ανοιχτές και ειλικρινείς μεταξύ τους, σε μια κατάσταση που τις είχε οδηγήσει σε έντονες εμπειρίες, όταν μοιράστηκαν πολλαπλούς οργασμούς σε σύντομο χρόνο μέχρι τον «επόμενο γύρο», δεδομένου ότι σαν γυναίκες ήξεραν τι ήθελαν και κατ΄επέκταση πως να φέρει την κορύφωση της σεξουαλικής διέγερσης η μία στην άλλη. Το ερωτικό πάθος είναι θεόσταλτο το οποίο πηγάζει απευθείας από τη θεϊκή υπόσταση της Αφροδίτης, δηλώνει στους στίχους του ο Ευριπίδης και «είναι φυσικό, άμα οι θεοί το θέλουν, οι θνητοί να σφάλλουν» με την έννοια ότι οι άνθρωποι δεν φέρουν πλήρη ευθύνη όταν ενεργούν υπό την επήρεια θεϊκής βούλησης, καθώς το «σφάλμα» είναι προδιαγεγραμμένο.
Η ικανότητά τους να αναγνωρίζουν και να ικανοποιούν τις ανάγκες της άλλης με τόση ακρίβεια και αμοιβαίο σεβασμό, μετατρέπει την πράξη τους σε μια μορφή επικοινωνίας που ξεπερνά τις λέξεις. Η γνώση τους του γυναικείου σώματος και η αμεσότητα με την οποία έφτασαν στην κορύφωση, υποδήλωνε μια βαθιά οικειότητα, ίσως και μια προϋπάρχουσα, αν και ανείπωτη, σύνδεση που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να εκδηλωθεί. Η ιδέα ότι οι θνητοί ενεργούν υπό την επήρεια μιας ανώτερης, αρχέγονης δύναμης, αφαιρεί το βάρος της ενοχής και τοποθετεί τη Ναυσικά και την Ανδρομάχη σε μια κατάσταση «ιερού» αυθορμητισμού. Δεν είναι πια απλώς δύο γυναίκες σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Θεσσαλονίκη· είναι δύο όντα που παραδόθηκαν σε μια φυσική νομοτέλεια, η οποία δικαιολογεί το πάθος τους ως κάτι απόλυτα φυσικό, ακόμα κι αν η κοινωνία το αντιλαμβάνεται ως «σφάλμα». Μια νύχτα που τις οδήγησε σε μια κατάσταση απόλυτης ειλικρίνειας και απελευθέρωσης, Αυτό που συνέβη αυτό το βράδυ δεν έμεινε στην επιφάνεια του δέρματος τους, αλλά εισχώρησε στην ουσία της ταυτότητάς τους. Παρά το γεγονός ότι είχαν ήδη μια πολύ ικανοποιητική σεξουαλική ζωή, αυτή η «απρόσμενη» συνάντηση λειτούργησε ως καθρέφτης που τους επέτρεψε να δουν πτυχές του εαυτού τους που παρέμεναν αθέατες, κλειδωμένες πίσω από κοινωνικά στερεότυπα και άρρητους κανόνες. Η στιγμή που το «απαγορευμένο» μετατρέπεται σε «φυσικό». Σταμάτησαν να βλέπουν τη σεξουαλικότητά τους μέσα από το πρίσμα του «πρέπει» και αφέθηκαν στην καθαρή, αδιαμεσολάβητη αίσθηση. Αναγνώρισαν τα όριά τους και, αντί να σταματήσουν εκεί, τα διεύρυναν, νιώθοντας μια πρωτόγνωρη οικειότητα με το ίδιο τους το σώμα. Η ανάγκη για έλεγχο υποχώρησε μπροστά στη ροή της εμπειρίας, επιτρέποντας στην ηδονή να γίνει μια μορφή ελευθερίας. Πλέον, η Ναυσικά και η Ανδρομάχη δεν είναι οι ίδιες γυναίκες που ήταν πριν από αυτό το Σαββατόβραδο. Έχουν κερδίσει μια νέα ελευθερία, μια «εσωτερική πυξίδα» που τους επιτρέπει να εξερευνούν την επιθυμία τους χωρίς τον φόβο της κριτικής, είτε της κοινωνικής είτε της αυτοκριτικής. Η βραδιά τους έκλεισε με μια αίσθηση απόλυτης πληρότητας και ηρεμίας. Η μετάβαση από το έντονο πάθος και την «καταιγίδα» των αισθήσεων, στην τρυφερότητα μιας αγκαλιάς και του βαθύ ύπνου, αποδίδει την ολοκλήρωση αυτής της εμπειρίας τους. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν,ότι «το σεξ με γυναίκα είναι αλλιώς», δεν αποτελούσε απλώς μια διαπίστωση, αλλά την επιβεβαίωση μιας νέας, βαθιάς σύνδεσης τους. Η ασφάλεια που ένιωσαν ήταν το κλειδί, σε έναν κόσμο που συχνά απαιτεί από τις γυναίκες να ανταποκρίνονται σε εξωτερικά πρότυπα. Η δική τους «γιορτή» των σωμάτων τους αποτέλεσε έναν ασφαλή χώρο, όπου ο αμοιβαίος σεβασμός και η ενστικτώδης κατανόηση των αναγκών της άλλης κυριάρχησαν. Τα σώματα τους επικοινώνησαν με μια γλώσσα πέρα από τις λέξεις.
....Πίσω στην Αθήνα το ίδιο σαββατόβραδο ο Αλκιβιάδης ατενίζοντας τα αστέρια στο νυχτερινό Αττικό ουρανό βιώνει «βουβό», το αίσθημα της μοναξιάς του σε μια φορτισμένη συναισθηματική κατάσταση, έχοντας έντονες νυχτερινές αϋπνίες, και οι αϋπνίες ως ένας «αγωγός» τον ταξίδευαν στα μονοπάτια της μνήμης. Απόψε η αϋπνία για εκείνον δεν είναι απλώς έλλειψη ύπνου, η αϋπνία του μετατρέπεται σε έναν «αγωγό», και τον μεταφέρει σ' έναν χώρο όπου ο χρόνος ρευστοποιείται και τα «αν» της ζωής του απόψε παίρνουν μορφή. Ο νυχτερινός ουρανός, με το αχανές και «βουβό» του μέγεθος, γίνεται ο καθρέφτης της εσωτερικής του ερημιάς, τονίζοντας το μέγεθος των ανομολόγητων επιθυμιών του.
Η νύχτα και η μοναξιά του απογυμνώνουν τις άμυνες του. Στο σκοτάδι, οι μνήμες δεν είναι απλές σκέψεις, είναι ολοζώντανες παρουσίες που τον αναγκάζουν να επαναξιολογήσει τις επιλογές του.
Ενώ στη Θεσσαλονίκη οι δύο γυναίκες «ξεκλείδωσαν» τον εαυτό τους μέσα από το πάθος, ο Αλκιβιάδης φαίνεται να είναι «κλειδωμένος» μέσα στον αναστοχασμό του. Η Ανδρομάχη, μία πλευρά της ανθρώπινης εμπειρίας που αγκαλιάζει το παρόν και το σώμα, και η άλλη η δική του που παλεύει με τις σκιές του παρελθόντος. Καθώς ο Αλκιβιάδης περιπλανιέται στα μονοπάτια της μνήμης του, υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο και μια αναπάντεχη συνάντηση που λειτούργησε ως καταλύτης ανατρέποντας την εσωτερική του ισορροπία. Είναι εντυπωσιακό πώς το ίδιο Σαββατόβραδο, ενώ η Ανδρομάχη βιώνει στη Θεσσαλονίκη μια κορύφωση απελευθέρωσης και υπέρβασης, ο Αλκιβιάδης στην Αθήνα βρίσκεται σε μια κατάσταση «παράλυσης» λόγω ενός συναισθήματος που επανέρχεται στη ζωή του με ορμή.
Η επανεμφάνιση μιας παιδικής φίλης της Ανδρομάχης με τον σημερινό κόσμο του Αλκιβιάδη προσθέτει μια μοιραία διάσταση στις αϋπνίες του. Υπάρχει μια σχεδόν «συνωμοτική» αίσθηση σε αυτό που του συμβαίνει. Τα «θαμμένα» συναισθήματα του αποδεικνύονται πως είναι ακόμη ζωντανά. Δεν πρόκειται για μια απλή ανάμνηση, αλλά για μια «ανασκαφή» συναισθημάτων που, τον κατακλύζουν με μια αίσθηση μυστικού και ανησυχητικού ταυτόχρονα. Η πάλη απόψε του Αλκιβιάδη, το γεγονός ότι ο νους του γνωρίζει πως «θα έπρεπε» να σταματήσει, αλλά η επιθυμία του επιβάλλεται, δείχνει την αδυναμία του θνητού μπροστά στις παρορμήσεις που μας λέει ο Ευριπίδης. Ο Αλκιβιάδης νιώθει δέσμιος μιας «αυτόματης» λειτουργίας του μυαλού, όπου η σκέψη της συγκεκριμένης γυναίκας γίνεται το μοναδικό κέντρο βάρους γι αυτόν απόψε. Ενώ οι γυναίκες στη Θεσσαλονίκη αποφασίζουν να «αφεθούν» και να αποδεχτούν την επιθυμία τους, ο Αλκιβιάδης βρίσκεται σε μια φάση εσωτερικής σύγκρουσης, προσπαθώντας να διαχειριστεί το βάρος αυτής της «κολλημένης» σκέψης που τον στερεί από την ηρεμία του. Είναι σαν ο Αλκιβιάδης να βρίσκεται στην απέναντι όχθη. Η Ανδρομάχη γιορτάζει το «είναι» της στο παρόν, ενώ ο Αλκιβιάδης βασανίζεται από το «θα μπορούσε να είναι» του παρελθόντος. Λένε πως ο έρωτας δεν έρχεται ως επισκέπτης που χτυπά την πόρτα, αλλά ως δύναμη κατοχής που επιβάλλεται και αναδιοργανώνει το εσωτερικό μας τοπίο. Ο Αλκιβιάδης βρίσκεται σε μια κατάσταση συναισθηματικής παλινδρόμησης. Νιώθει απόψε αυτό το ρομαντικό συναίσθημα γι αυτή τη γυναίκα με τον ψυχισμό ενός εφήβου, που αναζητά συχνά το ρομαντικό, το ιδανικό και το απρόοπτο, αποφεύγοντας την πεζή καθημερινότητα. Ο «ψυχισμός του εφήβου» λειτουργεί ως καταφύγιο από την «πεζή καθημερινότητα» που τόσο απεχθάνεται. Δεν είναι μόνο ότι τη σκέφτεται. Είναι ότι η παρουσία της μέσα του έχει εκτοπίσει κάθε άλλη λογική σκέψη. Έχει μετατραπεί σε μια «κυριαρχική» οντότητα που δεν του αφήνει περιθώριο για ηρεμία. Ενώ ο Αλκιβιάδης είναι ανήμπορος να αντισταθεί, η ίδια η φύση αυτής της «εφηβικής» αναζήτησης του δίνει μια ζωντάνια. Είναι μια γλυκιά αγωνία. Μέσα στον βουβό του κόσμο, αυτό το συναίσθημα είναι ίσως το πιο «ζωντανό» πράγμα που είχε να νιώσει εδώ και καιρό και ήρθε να του ταράξει τα νερά.
Η εικόνα της Βαλερίας, που παραμένει «αιθέρια» και αναλλοίωτη σαν όνειρο, φωτίζει απόψε το κεντρικό του δίλημμα. Την άρνηση να συμβιβαστεί με τη φθορά του χρόνου. Για τον Αλκιβιάδη, η Βαλερία δεν είναι απλώς μια γυναίκα, είναι ο χρόνος που γυρίζει πίσω. Είναι το σύμβολο μιας εποχής όπου τα πάντα ήταν δυνατά, όπου η αναζήτηση της ζωής δεν είχε ακόμη «στραγγιστεί» από τον κυνισμό και την ασφάλεια της ρουτίνας. Το γεγονός ότι τη βλέπει «ίδια» μετά από χρόνια, υποδηλώνει ότι ο Αλκιβιάδης την έχει εξιδανικεύσει. Την έχει τοποθετήσει σε ένα βάθρο όπου ο χρόνος δεν την αγγίζει, γεγονός που κάνει την επιθυμία του ακόμη πιο έντονη και ταυτόχρονα πιο απομακρυσμένη από την πραγματικότητα. Η καθημερινότητα των σαράντα και πλέον ετών, του φέρνει συχνά μια απογοήτευση και μια πεζή λογική που η Βαλερία, εμφανιζόμενη ξαφνικά, την ανατρέπει και λειτουργεί ως αντίδοτο. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ο Αλκιβιάδης νιώθει «ζωντανός» με εκείνον τον εφηβικό, ανήσυχο τρόπο που είχε ξεχάσει ότι κατέχει. Όπως συνέβη και στην περίπτωση της Ανδρομάχης στη Θεσσαλονίκη, πίσω γι αυτόν στην Αθήνα, η Βαλερία είναι ο «αστάθμητος παράγοντας» που απροσδόκητα εμφανίστηκε και η παρουσία της γίνεται απειλή στο status quo της ζωής του. Στη Θεσσαλονίκη, η Ανδρομάχη ζει μια «επανάσταση του σώματος» με τη Ναυσικά, ενώ στην Αθήνα, ο Αλκιβιάδης ζει μια «επανάσταση του πνεύματος» αναζητώντας τη Βαλερία. Και οι δύο περιπτώσεις αφορούν την ανάγκη του ανθρώπου να ξεφύγει από την πεζότητα και να αγγίξει το απόλυτο, είτε αυτό είναι σαρκικό είτε ιδεατό. Στα σαράντα του, ο Αλκιβιάδης φαίνεται να έχει φτάσει σε μια βαθιά εσωτερική αποδόμηση των κοινωνικών συμβάσεων. Μοιάζει να έχει απορρίψει την «αρετή» ως μια κατασκευασμένη, άυλη έννοια που εξυπηρετεί άλλους σκοπούς, προτιμώντας το «χειροπιαστό» της ηδονής. Η ιδέα ότι η σεξουαλική επιθυμία είναι το «πάθος στο οποίο υπάγονται όλα τα άλλα» δίνει στον Αλκιβιάδη μια κεντρική πυξίδα. Για εκείνον, ο έρωτας δεν είναι απλώς μια συναισθηματική έκφανση, αλλά η πρωταρχική κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης ύπαρξης. Θεωρώντας την αρετή ως κάτι που δεν προσφέρει «άμεση ικανοποίηση στις αισθήσεις», ο Αλκιβιάδης τοποθετεί τον εαυτό του εκτός του πλαισίου της «ορθής» κοινωνικής συμπεριφοράς.
Η «αιθέρια» Βαλερία, λοιπόν, για τον Αλκιβιάδη δεν είναι απλώς μια γυναίκα, αλλά η ενσάρκωση αυτού του ηδονιστικού ιδεώδους. Αν εκείνη είναι η πηγή της νεότητας και της αίσθησης, τότε η επιθυμία του για εκείνη είναι η απόλυτη επιβεβαίωση της κοσμοθεωρίας του. Καθώς ο Αλκιβιάδης εδραιώνει αυτή τη φιλοσοφία στο μυαλό του, νιώθει πως η «αρετή ως αφηρημένη έννοια» τον εμποδίζει τελικά να συνδεθεί με τον «γήινο» κόσμο που εκείνη πιθανόν εκπροσωπεί.
....Η μέρα του είχε ξεκινήσει φυσιολογικά, με όλες τις συνήθειες της, τους εξαναγκασμούς και τις μικρές απολαύσεις της, και συνήθως, όταν η μέρα μας ξεκινά έτσι, μας προετοιμάζει για κάτι που «μια φορά κι έναν καιρό σε έναν τόπο όχι πολύ μακριά από εδώ, εκεί που ο ουρανός ενώνεται με τη θάλασσα και τα όνειρα μοιάζουν με πραγματικότητα......» και ξαφνικά αλλάζουν τα δεδομένα με το αναπάντεχο, σχεδόν παραμυθένιο ξέσπασμα που ακολούθησε στη μέρα. Ήταν η αίσθηση του αέρα που μέχρι πριν συναντήσει αυτή τη γυναίκα ο χώρος του που μύριζε κλεισούρα της τακτοποιημένης ζωής του, ξαφνικά πλημμύρισε με την αλμύρα μιας θάλασσας που δεν υπήρχε εκεί. Η λογική του, η ρουτίνα του, η συνήθεια της ζωής του που μόλις πριν λίγα λεπτά θεωρούσε δεδομένα, άρχισαν να διαλύονται σαν παλιά χειρόγραφα στον άνεμο. Μια τυχαία συνάντηση θα τον έφερνε αντιμέτωπο με μια γυναίκα από το παρελθόν που την θεωρούσε ξεχασμένη. Η μοναξιά, που μέχρι εκείνη την ώρα λειτουργούσε ως προστατευτικό περίβλημα, ξαφνικά έγινε διαφανής. Το Σάββατο, αντί να προσφέρει την καθιερωμένη του άφεση από τα βάρη της εβδομάδας, λειτούργησε σαν ένας άδειος καμβάς πάνω στον οποίο άρχισε να προβάλλεται, με τρομακτική διαύγεια, η παρουσία της και ήταν μια ζωντανή υπενθύμιση του πόθου που είχε «θαφτεί» κάτω από την επιφάνεια του χρόνου και της καθημερινότητας.. Ήταν το Φάντασμα που έγινε Σάρκα. Εκείνη, η εφήμερη ηρωίδα του ανικανοποίητου πάθους του, φάνταζε να μην έχει αλλάξει, ενώ εκείνος ένιωθε το βάρος όλων των ετών που μεσολάβησαν. Σε ένα δευτερόλεπτο, η μοναξιά του έπαψε να είναι επιλογή. Η συνάντηση αυτή τον ανάγκασε να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια. Η επιθυμία του δεν είχε ξεχαστεί, απλώς περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να διεκδικήσει το μερίδιό της στην πραγματικότητά του. Υπάρχουν πρόσωπα που κουβαλάμε μέσα μας σαν ανοιχτές πληγές, τις καλύπτουμε με τη ρουτίνα, τις νανουρίζουμε με τη λήθη, αλλά μόλις αντικρίσουμε ξανά το βλέμμα τους, ο χρόνος υποχωρεί και η πληγή αρχίζει να αιμορραγεί ξανά, σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα. Καθώς οι δυο τους βρέθηκαν εκεί, στον ίδιο χώρο, το ερώτημα που αιωρείτο δεν ήταν αν θα μιλήσουν, αλλά αν εκείνη ήταν όντως εκεί ή αν ήταν μια προέκταση του ονείρου του που είχε αρχίσει να εισβάλλει στην πραγματικότητα του.
Το αντικείμενο του πάθους είναι μια παλιά οικογενειακή τους φίλη, η γοητευτική Βαλερία με την απαράμιλλη κομψότητα της. Η Βαλερία δεν ήταν απλώς μια γνώριμη, ήταν μια παρουσία που κουβαλούσε πάνω της το άρωμα μιας άλλης εποχής, μια γυναίκα που η κομψότητά της λειτουργούσε ως καμβάς για τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Το γεγονός ότι ήταν «οικογενειακή φίλη» προσέδιδε στην κατάσταση εκείνη την απαγορευμένη γοητεία που κάνει τον πόθο να καίει ακόμα πιο έντονα, μετατρέποντας την ανάμνηση της σε μια εμμονή που εισέβαλε βίαια στο καθεστώς της μοναξιάς του. Η λογική, που μέχρι τότε τον κρατούσε σε μια ασφαλή απόσταση από τα συναισθήματά του, υποχώρησε μπροστά στην ορμή του σώματος. Η Βαλερία δεν ήταν πια η φίλη της οικογένειας. Ήταν η γυναίκα της οποίας το δέρμα φανταζόταν κάτω από τα δικά του δάχτυλα, η γυναίκα των οποίων τα χείλη θα μπορούσαν να σβήσουν κάθε αμφιβολία και κάθε κενό που ένιωθε. Ο πόθος δεν ήταν πια μια νοητική εικόνα· ήταν μια φυσική κατάσταση.
....Ο Αλκιβιάδης άνοιξε τα μάτια του στις επτά και δέκα. Τον είχε ξυπνήσει η καμπάνα της μικρής εκκλησίας τους, η μέρα φάνταζε ωραία, ηλιόλουστη, κάτι που έπρεπε να εκμεταλλευτεί, μια και το φθινόπωρο ήταν προ των πυλών. Ως συνήθως, τεντώθηκε απλώνοντας τα χέρια του στο κρεβάτι τα σεντόνια ήταν κρύα. Η Ανδρομάχη η εδώ και δέκα πέντε χρόνια σύντροφος του, είχε ήδη αποδράσει από χθες Παρασκευή πρωί για τη τριήμερη εκδρομή της.
Πήγε στο μπάνιο, έκανε την πρωινή του τουαλέτα έπλυνε τα δόντια του, μετά πήγε στο δωμάτιο έβγαλε τις πιτζάμες του και έβαλε ρούχα εργασίας κήπου. 'Έφτιαξε το πρωινό καφέ του, πήγε βόλτα το σκύλο, καθάρισε το κλουβί με τον παπαγάλο άνοιξε το Κομπιούτερ και έλεγξε τα Εmail του. Ο Αλκιβιάδης αυτό το ΠΣΚ ζει τη προσωρινά εργένικη ζωή του χαλαρός και νηφάλιος. Ξεκινώντας η μέρα του χωρίς αναταράξεις σαν να βρισκόταν σε ήρεμα νερά, ήταν η Ανδρομάχη του που του προκάλεσε μια ανησυχία! Συνήθως όταν απουσίαζε τον έπαιρνε πάντα πρώτη τηλέφωνο απ' τα άγρια χαράματα να μιλήσουν, να έχουν επαφή. Σήμερα ασυνήθιστο περνούσε η ώρα, ανέβηκε ο ήλιος και το τηλέφωνο δεν κτύπησε! Την πήρε πρώτος εκείνος και το τηλέφωνο δεν του απαντούσε. Ανησύχησε! Την πήρε και πάλι, άργησε να το σηκώσει και όταν το σήκωσε του δικαιολογήθηκε πως την πήρε βαθιά ο ύπνος γιατί από βραδύς τη ταλαιπώρησαν οι κολικοί της! Ο Αλκιβιάδης ανησύχησε και αναστατώθηκε που η Ανδρομάχη του βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα τέτοιο δυσάρεστο γεγονός μα η ίδια τον καθησύχασε, λέγοντάς του πως όλα είναι καλά και ήταν κάτι περαστικό και πάει της πέρασε! Τον διαβεβαίωσε πως ήδη ένιωθε πολύ πιο ευχάριστα αναμένοντας τις προγραμματισμένες εξόδους σ’ αυτή την τριήμερη «απόδραση» της που συμβάλλουν ακόμη περισσότερο στην καλή της διάθεση, και της προσφέρουν μία ανάλαφρη διάθεση ελευθερίας και παράλληλα θα ξεδώσει, θα εκτονωθεί, και θα αποβάλει άγος, νεύρα και φυσικά την κακή διάθεση.
«Ανδρομάχη Μωρό μου! Με έκανες ν’ ανησυχήσω. Καλά εγώ έλειπα από δίπλα σου! Ο ρασοφόρος ο φίλος μας που ήταν να σου συμπαρασταθεί στη ταλαιπωρία σου; Η Ναυσικά;!»
«Η Ναυσικά ο Θεός να την έχει καλά, χάρις την αδελφική φιλία που μας ενώνει μου συμπαραστάθηκε στις ιδιαίτερες αυτές στιγμές μου με αλληλεγγύη και εχεμύθεια αγάπη μου! Ευτυχώς που ήταν κάτι περαστικό, μπορεί να με ταλαιπώρησε αλλά σημασία έχει που στο τέλος όλα πήγαν καλά! Ήταν κάτι που το έζησα πολύ έντονα τη νύχτα αλλά δεν χρειάζεται να υπερβάλουμε και εσύ δεν χρειάζεται να ανησυχείς αγάπη μου γιατί έχω βρει το κατάλληλο καταπραϋντικό και να τώρα με την κουβέντα μας καθυστερώ να πάρω πάλι τη δόση μου στην ώρα της!»
«Ναι έχεις δίκιο αγάπη μου να μην σε καθυστερώ, και σε παρακαλώ Ανδρομάχη μου να προσέχεις τον εαυτό σου και να μη μου ταλαιπωρείσαι! Άλλωστε το ταξίδι το έκανες για να ξεδώσεις από τα καθημερινά. Ο καιρός πως είναι στη Θεσσαλονίκη;»
«Εντάξει αφού το είπαμε αυτό, ότι και να ήταν πάει και πέρασε! Καλά είμαι τώρα και σ΄ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου. Ο καιρός είναι τέλειος αν και η πρόγνωση αναφέρει βροχή. Εσύ πως είσαι αγάπη μου; Για πες μου, σου λείπω;»
«Καλά είμαι αγάπη μου απλά μου λείπεις αλλά εσύ μη το σκέφτεσαι κοίτα να περνάς όμορφα και μη σε νοιάζει εγώ εδώ είμαι και θα σε περιμένω να μου πεις ωραίες και πολλές ιστορίες του ταξιδιού σου! Φιλιά πολλά!.»
«Κούκλε μου! δεν ξέρεις πόσο σε λατρεύω!» του ψιθύρισε. «Ποσό σε λατρεύω όταν είσαι τόσο χαλαρός και τρυφερός μαζί μου ! Σου στέλνω πολλά φιλιά.»
Η αλήθεια είναι πως όταν ο Αλκιβιαδης ακούει τη φωνή της Ανδρομάχης, ειδικά η φωνή της στο τηλέφωνο νιώθει μια ευχαρίστηση. Η θύμηση αυτής της φωνής τον ευχαριστεί, αφού είναι η φωνή του προσώπου που αγαπά. Η φωνή της Ανδρομάχης είναι πολύ ηχηρή, ζεστή, ο τρόπος που λέει. «Εμπρός, η Ανδρομάχη είμαι,» όλα αυτά τα απροσδιόριστα πράγματα. Και όντως, υπάρχει μια πολύ φευγαλέα ευχαρίστηση στη θύμηση αυτής της φωνής και ειδικά τώρα που είναι στη μοναξιά του.
....... Και όμως! Σαν κάτι απροσδιόριστο να τον προβληματίζει σήμερα τον Αλκιβιάδη! Λίγο περίεργα μου τα λέει η Ανδρομάχη μου! Εντάξει για δέκα πέντε χρόνια παντρεμένοι πολύ καλά τα πάμε στη σχέση μας. Όταν όμως ξαφνικά «ξεχνάει» να σε πάρει τηλέφωνο και στο καπάκι πριν κλείσει το τηλέφωνο θυμήθηκε με έμφαση να σου πει πως σε «λατρεύει» λογικά σου δημιουργεί αντικρουόμενα συναισθήματα και ταυτόχρονα καταιγισμό από αρνητικές σκέψεις.» Μουρμούρισε προβληματισμένος ο Αλκιβιάδης κλείνοντας το τηλέφωνο! «Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, αυτά που λέει είναι αυτά που κάνει! Το μόνο σίγουρο είναι οι εικασίες που έχεις. Γιατί στις εικασίες με τον εγκέφαλο βλέπεις και όχι με τα μάτια! Σκέψου Αλκιβιάδη σε τι πέλαγος άγνοιας κολυμπάς όταν αυτά που σου καλλιεργεί στον εγκέφαλο δεν είναι και τόσο σίγουρο ό,τι είναι έτσι όπως λέγονται! Βιάζεται λέει να πάρει το γιατρικό της!» Ύποπτο του φαίνεται! Συγκρατήθηκε όμως, αντιστάθηκε στον πειρασμό γιατί σε κάτι τέτοιες στιγμές προσπαθούσε να ‘ναι όσο μπορούσε πιο ευγενικός μαζί της. Τι να κάνει Σαββάτο πρωί! Να Ανοίξει κουβέντα με επιχειρήματα; Καλά κρασιά, επτά-μηδέν θα λήξει το σκορ εις βάρος του και θα τρώει και τι γκρίνια της για κάνα τριήμερο. Οπότε δεν έχει κανένα νόημα, να μπει σε κουβέντα με την Ανδρομάχη, τσάμπα χαμένος χρόνος αν υπάρχει διαφωνία. Δεν πρόκειται ποτέ να βρει άκρη. Της λέει «ναι αγάπη μου δίκιο έχεις» και καθάρισε. Απλά τρώει λίγη ώρα μέχρι να το πει, γιατί οι γυναίκες γενικά δεν αποδέχονται την εύκολη παράδοση. Τον θέλουν τον τσακωμό. Όπως θα 'θελαν αν μπορούσαν το κομμωτήριο, το μανικιούρ και το πεντικιούρ σε καθημερινή βάση. Το κομμωτήριο κι ο τσακωμός δεν είναι μια συνήθεια, είναι DNA. Δεν θέλουν να κερδίσουν το μπρα ντε φερ με μία κίνηση. Δεν γίνεσαι πειστικός Αλκιβιάδη. Το κάνεις όπως κάνουν αυτές τον ψεύτικο οργασμό. Δυσθυμείς, βογκάς, διαφωνείς και μετά παραδίνεσαι. Γι αυτό Αλκιβιάδη δώσε δύο-τρία λεπτά από το χρόνο σου. Αυτή είναι, σύμφωνα με τον σοφό παππού του, η καλύτερη συμβουλή αν θέλει να μην του τα ζαλίζει όλη την ώρα η γυναίκα του. Το τι θα κάνει τελικά είναι μια άλλη υπόθεση. Θα ξαναβγεί με τους κολλητούς του, θα ξαναστάξει το κατούρημα στη λεκάνη, θα ρίξει καφέ στο πάτωμα, θα συνεχίσει να κοιτά τον κώλο της κάθε Τζένιφερ Λοπέζ -απλά δεν θα το λέει.
«Ναι αγάπη μου, έχεις δίκιο, εγώ φταίω!». Αυτό είναι το τρίπτυχο της ευτυχίας. Ο Αλκιβιάδης το έχει εμπεδώσει!
...Κατά τ’ άλλα, το Σάββατο του είχε ξεκινήσει φυσιολογικά. Ήταν εκείνες οι γνώριμες συνήθειες που τον κρατούσαν όρθιο: το πρώτο καφέ στη βεράντα, η αίσθηση του χαρτιού, οι μικροί εξαναγκασμοί που επέβαλε στον εαυτό του για να νιώθει ότι ελέγχει τον χρόνο. Απολάμβανε τις μικρές ιεροτελεστίες του με μια σχεδόν εμμονική προσήλωση, λες και αν τηρούσε το πρόγραμμα, θα μπορούσε να αναχαιτίσει το χάος που τον περίμενε παρακάτω.
Με τα χέρια ακόμα λερωμένα από το χώμα του κήπου –ένα «σκάλισμα» που είχε λειτουργήσει σαν ψυχολογική αποσυμπίεση– ο Αλκιβιάδης κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Το laptop άνοιξε, η οθόνη φώτισε το πρόσωπό του και τα ακουστικά απομόνωσαν τον έξω κόσμο, αφήνοντας μόνο τη φωνή της Σινέντ Ο' Κόνορ να γεμίζει το «Nothing Compares 2 U» το δωμάτιο.
Εκεί, μέσα στη δική του ψηφιακή φούσκα, το blog του έγινε το πεδίο όπου διοχέτευε όλη του την ένταση. Με επιδέξια δάχτυλα, άρχισε να πλέκει λέξεις, αναζητώντας εκείνο το ακριβές «γαργαλιστικό» επίθετο που θα παγίδευε τους αναγνώστες του. Ήταν ένα παιχνίδι: το blog ήταν το δόλωμα, η ζωή του η πρώτη ύλη και οι αναγνώστες του οι άβουλοι αποδέκτες της επιθυμίας του.
Έγραφε για πόθους, για προδοσίες, για «αδέσποτους» και για έρωτες που καίνε, μετατρέποντας τις ερωτικές φαντασιώσεις για την Ανδρομάχη του σε λογοτεχνική σαγήνη. Η μέρα κυλούσε γρήγορα, δημιουργικά, και καθώς οι λέξεις έρεαν, ο Αλκιβιάδης ένιωθε ότι, έστω και εικονικά, είχε τον έλεγχο – όσο οι αναγνώστες του «καταβρόχθιζαν» τις ιστορίες του, εκείνος γινόταν ο σκηνοθέτης του δικού του πάθους. Η έμπνευση είχε στερέψει, αφήνοντας πίσω της μόνο το ψηφιακό ίχνος των ιστοριών που μόλις είχε δημιουργήσει. Ο Αλκιβιάδης ένιωσε την ανάγκη να αποδράσει από το τραπέζι της κουζίνας. Το σπίτι, αν και γεμάτο, του φάνταζε ξαφνικά ασφυκτικό. Το ψυγείο του ήταν «φίσκα», όπως πάντα, αλλά το να καταφύγει σε κάτι κατεψυγμένο του φαινόταν σαν μια υποχώρηση, μια έκπτωση στην ποιότητα που δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει. Για τον Αλκιβιάδη, η διατροφή δεν ήταν απλώς βιολογική ανάγκη, ήταν η ηθική του γραμμή. Ένα ισορροπημένο, άπαχο γεύμα ήταν ο μόνος τρόπος να διατηρήσει την πνευματική του διαύγεια και το ηθικό του ακμαιότατο. Έτσι, βγήκε στον δρόμο, με τον ήλιο να τον χτυπά στο πρόσωπο, κατευθυνόμενος προς το γνωστό super market βιολογικών προϊόντων της περιοχής. Εκεί, ανάμεσα στα προσεγμένα ράφια, αναζήτησε το ιδανικό «γεύμα στο πόδι». Κάθε κουτί φαγητού, όμορφα τοποθετημένο, υποσχόταν όχι μόνο γεύση, αλλά και μια αίσθηση τάξης. Ήταν η δική του μικρή νίκη ενάντια στο χάος που ένιωθε να παραμονεύει.
Ο Αλκιβιάδης στάθηκε μπροστά στη τζαμαρία, παρατηρώντας τη φιγούρα του να καθρεφτίζεται στην αντηλιά. Το βαθύ κούρεμα, τα «ξεφτισμένα» μοκασίνια, το πρόχειρο ντύσιμο που τελικά κράτησε... όλα έμοιαζαν να συνθέτουν μια εικόνα που δεν τον κολάκευε καθόλου. «Να τον κλαίνε οι ρέγγες», σκέφτηκε με μια δόση κυνικής αυτοειρωνείας, καθώς η αντίθεση ανάμεσα στον «εαυτό» που είχε πλάσει στο blog του και σε αυτόν τον άντρα που έβλεπε μπροστά του, έγινε ξαφνικά χαοτική.
Είχε βγει από το σπίτι για να «αποδράσει», αλλά η εικόνα του καθρέφτη τον ακολουθούσε. Ήταν η στιγμή της γυμνής αλήθειας: η καθημερινότητα δεν έχει τη λάμψη των ιστοριών που γράφει, ούτε το πάθος που φαντάζεται. Ήταν απλώς ένας άντρας που πήγαινε να αγοράσει το μεσημεριανό του, προσπαθώντας να ξεφύγει από τη ζέστη και τους «γρύλους» του μυαλού του.
Ο Αλκιβιάδης στεκόταν μπροστά στα ράφια, με το βλέμμα του να γλιστρά πάνω στις ετικέτες με μια σχεδόν ευλαβική προσήλωση. Εκεί, ανάμεσα στα προϊόντα βιολογικής γεωργίας και τα πιστοποιημένα αγαθά κτηνοτροφίας, ένιωθε μια παράξενη, προσωρινή γαλήνη. Καθώς ανέμενε την εκτέλεση της παραγγελίας του από το τμήμα του εστιατορίου, ο χρόνος έμοιαζε να έχει επιβραδυνθεί. Τα «σενάρια» που πριν λίγο έπλεκαν στο μυαλό του –η Θεσσαλονίκη, ο ρασοφόρος, η «λύσσα» του πάθους– είχαν υποχωρήσει, παραχωρώντας τη θέση τους σε μια αίσθηση ελέγχου. Εδώ, όλα ήταν προδιαγεγραμμένα, καθαρά, χωρίς τις γκρίζες ζώνες της ηθικής ή της προδοσίας. Έπιασε ένα προϊόν στα χέρια του, μελετώντας τα συστατικά του με δέουσα προσοχή, όπως θα μελετούσε κανείς ένα χειρόγραφο.
Η ηρεμία του εξατμίστηκε. Ανάμεσα στα ράφια, εκεί που η κανονικότητα συναντούσε το άγνωστο, μια γυναικεία φιγούρα έκοβε τον αέρα του καταστήματος με έναν τρόπο που τον έκανε να ξεχάσει ακόμα και την παραγγελία του. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της – ήταν μια ενέργεια σχεδόν ηλεκτρική, μια αύρα που φαινόταν να τον τραβάει με μια δύναμη ανεξήγητη. «Την ξέρω», σκέφτηκε, και η καρδιά του άρχισε να χτυπά με έναν ρυθμό που δεν ταίριαζε με το περιβάλλον του καταστήματος. Η σιλουέτα της, τόσο οικεία μέσα στη γνώριμη αίσθηση της απόστασης, τον καθήλωσε. Το βλέμμα του, ληστρικό πλέον, καρφώθηκε στις γάμπες της, που διαγράφονταν με μια αισθησιακή αυστηρότητα κάτω από την υφασμάτινη σικάτη φούστα της. Υπήρχε εκεί μια αντίφαση που τον «γονάτιζε». Η απόλυτη θηλυκή κομψότητα, που όμως εξέπεμπε έναν δυναμισμό ικανό να κυριαρχήσει σε κάθε χώρο.
Ήταν μια εικόνα που έμοιαζε να έχει δραπετεύσει από τα πιο «πικάντικα» σενάρια που έπλεκε στο blog του. Η γυναίκα εκείνη, με την κίνηση της σιλουέτας της, δεν ήταν απλώς μια περαστική· ήταν μια πρόκληση. Και το γεγονός ότι του φάνηκε τόσο γνώριμη, έκανε το αίμα του να βράζει. Ήταν η στιγμή που η φαντασία του Αλκιβιάδη έπαψε να είναι ψηφιακή και έγινε σάρκα, οστά, και μια ανυπόφορη ανάγκη για πλησίασμα. Ο Αλκιβιάδης παραμένει ακίνητος, παγιδευμένος ανάμεσα στην ευγένεια της κοινωνικής του παρουσίας και στην ορμή που του γεννά η θέα της.
Άραγε, αυτή η «γνώριμη» φιγούρα είναι κάποια που γνωρίζει ήδη από το παρελθόν του, ή μήπως το μυαλό του –αυτοί οι «γρύλοι» που έλεγε– παίζουν μαζί του ένα παιχνίδι, προβάλλοντας πάνω της την εικόνα που τόσο πολύ αναζητούσε; Η λέξη «ηδονοβλεψίας» ήταν μια ταμπέλα που δεν άντεχε – την ένιωθε ξένη, μια λέξη που ανήκε σε άλλους, σε ανθρώπους «μικρούς». Για τον Αλκιβιάδη, αυτό που έκανε ήταν μια αισθητική απόλαυση, ένα κυνήγι της ομορφιάς που είχε το δικαίωμα να παρατηρεί.
Καθώς η γυναίκα κατευθυνόταν προς τις βιτρίνες με τα θαλασσινά, η ατμόσφαιρα γύρω της έμοιαζε να αλλάζει. Ο συνωστισμός του super market, που μέχρι πριν λίγο του φάνταζε καθημερινός και ακίνδυνος, ξαφνικά συρρικνώθηκε. Οι διάδρομοι έμοιαζαν να στενεύουν, κάνοντας την παρουσία της ακόμα πιο επιβλητική. Και τότε, η αίσθηση του «γνώριμου» πήρε μορφή. Δεν ήταν μια απλή ομοιότητα, δεν ήταν μια προβολή των «γρύλων» του μυαλού του. Το πρόσωπο, ο τρόπος που έστριβε το κεφάλι της ανάμεσα στις προθήκες με τους πάγους και τα αλιεύματα, το στήσιμο του σώματός της-όλα κούμπωσαν. Ήταν εκείνη. Η διαπίστωση της ταυτότητάς της λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ. Το «Σάββατο» του, που πριν από λίγα λεπτά ήταν μια ήρεμη ιεροτελεστία διατροφής και τάξης, μόλις είχε τιναχτεί στον αέρα. Το κυνήγι του «πικάντικου» είχε τελειώσει· τώρα, η ιστορία που έγραφε στο blog του αποκτούσε πρόσωπο και φωνή. Η συνειδητοποίηση ήρθε σαν κύμα, μια αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα στο «τότε» και το «τώρα». Η μορφή της δεν ήταν μια απλή ανάμνηση, ήταν ένα αρχείο κλειδωμένο βαθιά στο λογισμικό της μνήμης του, ένα «backup» που δεν είχε υποστεί καμία φθορά από την υγρασία του χρόνου. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της –που είχε ωριμάσει με μια νέα, πιο αιχμηρή γοητεία– ήταν η αίσθηση ότι το παρελθόν δεν είχε πάει ποτέ πουθενά. Είχε απλώς κάνει μια παύση, περιμένοντας τη στιγμή να εισβάλει ξανά στο «Σάββατο» του με μια ορμή που τον έκανε να ζαλίζεται.
Κάθε της κίνηση, ο τρόπος που το φως έπεφτε πάνω στα χαρακτηριστικά της, του άνοιγε πληγές που νόμιζε πως είχαν κλείσει. Η νοσταλγία δεν ήταν πια μια γλυκιά σκέψη, ήταν ένας σωματικός πόνος, μια συγκίνηση τόσο έντονη που του έκοβε την ανάσα. Εκείνο το «τέλος» που είχε βάλει χρόνια πριν, εκείνη η τελεία που νόμιζε ότι είχε χαράξει με τόση αποφασιστικότητα, αποδείχτηκε μια ψευδαίσθηση.
Το παρελθόν δεν ήταν μια μακρινή χώρα. Ήταν εκεί, μπροστά του, ανάμεσα στα παγωμένα θαλασσινά, πιο ζωντανό και σημαντικό από την ίδια του την καθημερινότητα. Η «αδέσποτη» που φανταζόταν στη Θεσσαλονίκη, η γυναίκα που «γεύονταν» οι πάντες, είχε πάρει τη μορφή της μοναδικής γυναίκας που είχε κατοικήσει για πάντα στο μυαλό του. Η στιγμή της συνάντησης είναι πλέον αναπόφευκτη. Το σενάριο που έπλεκε στο blog του έχει γίνει επικίνδυνα αληθινό, και η απόσταση μεταξύ τους μειώνεται δραματικά. Τώρα που το παρελθόν έγινε ξαφνικά παρόν, η «συνάντηση» που έρχεται θα είναι η ευκαιρία για μια επανεκκίνηση, ή μήπως η αποκάλυψη μιας πικρής αλήθειας που θα γκρεμίσει ό,τι είχε χτίσει όλα αυτά τα χρόνια; Ίδια η Μία Γουάλας δίνει μια κινηματογραφική, σχεδόν «cult» διάσταση στη συνάντηση. Το συγκεκριμένο στυλ –το καρέ, το βλέμμα, η επιβλητική ηρεμία της Ούμα Θέρμαν στο Pulp Fiction– κουμπώνει απόλυτα με την εικόνα μιας γυναίκας που δεν είναι απλώς όμορφη, αλλά «επικίνδυνα» γοητευτική. Η ομοιότητα ήταν τόσο έντονη που ο Αλκιβιάδης ένιωσε ένα ρίγος να διατρέχει τη ράχη του. Η ψηλή, λεπτή σιλουέτα της, το διακριτικό μακιγιάζ που τόνιζε τη φυσική της αυστηρότητα, τον παρέπεμπε ακαριαία στη Μία Γουάλας.. Ο Αλκιβιάδης δεν βλέπει πια μόνο μια παλιά γνώριμη, βλέπει μια «Femme Fatale» που εισβάλλει στο Σάββατο του.
Η λέξη «Βαλερία» αντήχησε μέσα στο κεφάλι του σαν κωδικός που ξεκλειδώνει μια αποθήκη αναμνήσεων. Δεν ήταν απλώς μια ελκυστική άγνωστη· ήταν η Βαλερία, μια παρουσία που ακόμα και μετά από χρόνια, έμοιαζε να έχει τη δύναμη να σταματά τον χρόνο. Η έκπληξη του Αλκιβιάδη ήταν απόλυτη, σχεδόν παραλυτική. Το «Σάββατο» του, οι «γρύλοι» στο μυαλό του, τα σενάρια για τη Θεσσαλονίκη, όλα υποχώρησαν μπροστά στην οπτική επιβεβαίωση της ύπαρξής της.
Την παρακολουθούσε να κινείται ανάμεσα στα ψυγεία με μια χάρη που έκανε τον χώρο του super market να φαντάζει μικρός, σχεδόν ευτελής για την παρουσία της. Ήταν ψηλή, καλοσχηματισμένη, μια εικόνα «χάρμα ιδέσθαι» που τον έκανε να νιώθει πως η ζωή του, μέχρι αυτή τη στιγμή, ήταν απλώς μια προετοιμασία για αυτή τη συνάντηση. Η σέξι αύρα της, τόσο φυσική και αβίαστη, τον έκανε να συνειδητοποιήσει ότι όλα όσα έγραφε στο blog του, όλα όσα φαντασιωνόταν για το πάθος και τη λύσσα, ήταν παιδικά παιχνίδια μπροστά στην ηλεκτρισμένη πραγματικότητα της Βαλερίας.
Έμεινε εκεί, ακίνητος ανάμεσα στα βιολογικά προϊόντα, να είναι ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας αυτής της εξαιρετικής ομορφιάς. Ο Αλκιβιάδης ένιωθε τη θύελλα που εξέπεμπε η Βαλερία να τον χτυπά κατά πρόσωπο. Δεν ήταν απλώς μια γυναίκα που περπατούσε στο διάδρομο του super market· ήταν ένα «αρχαίο άγαλμα» που είχε πάρει πνοή και είχε αρχίσει να κινείται ανάμεσα στα κατεψυγμένα θαλασσινά, μια αντίθεση που μόνο η πραγματικότητα θα μπορούσε να τολμήσει. Η επιδερμίδα της, με το χρώμα του ώριμου σταχυού, έμοιαζε να απορροφά το φως των φθορισμού, κάνοντάς την να ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος σαν οπτασία. Εκείνες οι ατημέλητες τούφες που πλαισίωναν το πρόσωπό της ήταν η μόνη «ατέλεια» στην άψογη, αγέρωχη εικόνα της — η λεπτομέρεια που υποδήλωνε μια εσωτερική ορμή, μια ένταση που κρυβόταν κάτω από τη φινέτσα. Καθώς παρατηρούσε τη λυγερή της περπατησιά, ο Αλκιβιάδης συνειδητοποίησε ότι η Βαλερία δεν είχε αλλάξει, είχε απλώς εξελιχθεί σε κάτι πιο δυνατό, πιο «σφιχτό», πιο ζωντανό. Η εικόνα της ήταν μια «θύελλα τεστοστερόνης» που τον παρέσυρε· η πειθαρχία που έδειχνε στο σώμα της —το τζόκινγκ, το γυμναστήριο— ήταν η απόδειξη ότι η Βαλερία δεν ήταν θήραμα, αλλά κυνηγός. Και τώρα, ο Αλκιβιάδης ένιωθε ότι ο ρόλος του είχε αντιστραφεί: δεν ήταν εκείνος που την παρατηρούσε από τη σκιά του «συγγραφέα», αλλά εκείνος που βρισκόταν εκτεθειμένος απέναντι σε μια δύναμη της φύσης.
Η Βαλερία περπατούσε με μια αδιαφορία που ήταν, από μόνη της, η μεγαλύτερη πρόκληση. Ήταν η απόλυτη κυρίαρχος του χώρου, ενώ γύρω της οι άλλοι πελάτες είχαν παγώσει· ο συνωστισμός των διαδρόμων υποχωρούσε, σαν να άνοιγε δρόμο για να περάσει μια δύναμη της φύσης. Ο Αλκιβιάδης ένιωθε το βλέμμα του να καίει πάνω της, προσπαθώντας να αποκολλήσει τη ματιά του, αλλά η ομορφιά της ήταν μια παγίδα που δεν είχε σκοπό να τον αφήσει να ξεφύγει. «Ένοχες σκέψεις», σκέφτηκε, παρατηρώντας τους γύρω του. Δεν ήταν ο μόνος. Οι άλλοι άντρες, εκείνοι οι «αδιάκριτοι», στριφογύριζαν το κεφάλι τους, παρασυρμένοι από τη θύελλα που άφηνε στο πέρασμά της. Εκείνη, όμως, συνέχιζε. Σαν να μην ένιωθε το βάρος των βλεμμάτων που την είχαν ήδη «γδύσει» χίλιες φορές σε κλάσματα δευτερολέπτου. Αυτή η άγνοια –ή μήπως η πλήρης επίγνωση και περιφρόνηση;– ήταν το πιο προκλητικό στοιχείο της. Το κορμί της, αυτό το «λαχταριστό» δημιούργημα που άναβε φωτιές, έμοιαζε να υπόσχεται ηδονές που ο Αλκιβιάδης μέχρι πριν λίγο έπλαθε μόνο στο blog του. Τώρα, η ψηφιακή φαντασίωση είχε εξαφανιστεί· έμεινε μόνο ο ήχος από τα τακούνια της, που αντηχούσε μέσα του σαν πρόσκληση. Η Βαλερία πλησίαζε, και ο χρόνος ανάμεσα στο «πριν» της αναγνώρισης και στο «μετά» της επαφής είχε αρχίσει να συρρικνώνεται επικίνδυνα.
Η Βαλερία ακόμη και σήμερα δεν του είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας του, αυτό είναι άλλο, κάτι διαφορετικό. Είναι ο ανομολόγητος έρωτας του που είναι μακράν πιο επίπονος από τον ανεκπλήρωτο. Η παραδοχή αυτή του Αλκιβιάδη είναι το κλειδί που ανοίγει την πόρτα του εσωτερικού του κόσμου.Ο «ανεκπλήρωτος» έρωτας είναι μια απώλεια που μπορείς να πενθήσεις, αλλά ο «ανομολόγητος» είναι μια επιλογή που κουβαλάς σαν δεσμοφύλακας. Η Βαλερία δεν ήταν μια ευκαιρία που χάθηκε – ήταν μια ευκαιρία που ο ίδιος φρόντισε να μην ανθίσει ποτέ, φυλακίζοντας την στις σκιές των λέξεων του. Η οδύνη του δεν προερχόταν από την απόρριψη, αλλά από την αυτοεπιβεβλημένη σιωπή. Το γεγονός ότι η Βαλερία στεκόταν εκεί, ζωντανή, ψηλή και αγέρωχη, καθιστούσε αυτή την «ισόβια κάθειρξη» ακόμα πιο ανυπόφορη.
Κάθε φορά που έγραφε για εκείνη στο blog του, δεν έκανε μια προσπάθεια επικοινωνίας, αλλά μια κηδεία. «Ξέπλενε» το πάθος του με λέξεις, μετατρέποντας το ζωντανό αίμα σε μελάνι, ώστε να μην χρειαστεί ποτέ να αντιμετωπίσει την πραγματική Βαλερία – μια γυναίκα που, αν την πλησίαζε, θα μπορούσε να διαλύσει την εύθραυστη ισορροπία της φαντασίωσής του.
Η καταδίκη της σιωπής του ήταν απόλυτη. Δεν υπήρχε ελπίδα για ένα χάδι ή ένα φιλί, γιατί ο Αλκιβιάδης είχε πείσει τον εαυτό του ότι το τίμημα της αποκάλυψης θα ήταν η καταστροφή της «ιδέας» που είχε πλάσει για εκείνη. Έτσι, παρακολουθώντας την να κινείται ανάμεσα στα ράφια, έβλεπε ταυτόχρονα το αντικείμενο του πόθου του και το «θύμα» της δικής του συνειδητής απόφασης. Ήταν ο βασανιστής και ο βασανιζόμενος στο ίδιο κελί, και η Βαλερία, ανυποψίαστη μέσα στη λαμπερή της παρουσία, ήταν η μοναδική αθώα σε αυτό το κρυφό, σκοτεινό του δράμα. Έτσι, μένει εκεί, ακίνητος, παρατηρώντας την να ενσαρκώνει όλα όσα εκείνος αρνείται να ζήσει. Το «αν» του αιωρείται στον αέρα, ανάμεσα στα βιολογικά προϊόντα και τον ψυχρό φωτισμό του καταστήματος.
.....Την παρατηρούσε να επιλέγει τα προϊόντα της, πάντα «στην τρίχα», με μια προσοχή που έδειχνε ότι η εμφάνισή της δεν ήταν μια μάσκα, αλλά ο τρόπος της να επικοινωνεί με τον κόσμο. Το «ναζιάρικο ύφος» της, σε συνδυασμό με το σικ ντύσιμό της, δημιουργούσε ένα μείγμα που ο Αλκιβιάδης δυσκολευόταν να αποκωδικοποιήσει. Ήταν η εικόνα της γυναίκας που ξέρει τι θέλει, αλλά και της γυναίκας που ξέρει πώς να το διεκδικεί με ένα απλό βλέμμα. Καθώς την κοίταζε, ένιωθε ότι η Βαλερία δεν ήταν μόνο το αντικείμενο του «ανομολόγητου έρωτά» του, αλλά ένας καθρέφτης. Όσο εκείνη τον κοιτούσε με τα «ορθάνοιχτα» μάτια της, ο Αλκιβιάδης ένιωθε εκτεθειμένος, παρόλο που η απόσταση μεταξύ τους παρέμενε σταθερή. Η ζωντάνια που απέπνεε ήταν μια πρόκληση προς τη δική του «ισόβια κάθειρξη». Κάθε φορά που ένα χαμόγελο σχηματιζόταν στη σκανταλιάρικη μύτη της, ο Αλκιβιάδης ένιωθε να λυγίζει, λες και η ίδια η Βαλερία, μέσα από τη φυσική της παρουσία, τον καλούσε να βγει από το σκοτάδι των σκέψεών του και να τολμήσει την πραγματικότητα. Ο Αλκιβιάδης στέκεται ανάμεσα στα ράφια, ένας παρατηρητής που «διαβάζει» τη Βαλερία σαν να είναι το σημαντικότερο βιβλίο που έχει διαβάσει ποτέ. Η Βαλερία που έβλεπε μπροστά του ήταν η ίδια γυναίκα που είχε «αποθηκεύσει» στη μνήμη του: εκείνη που είχε το χάρισμα να μετατρέπει το ντύσιμο σε προέκταση της προσωπικότητάς της. Για τον Αλκιβιάδη, η αισθητική της Βαλερίας ήταν πάντα μια μορφή «σιωπηλής γλώσσας». Δεν φορούσε απλώς ρούχα, τα «κατοικούσε». Η επιλογή της να φορά κομψά, σοφιστικέ κομμάτια που της πρόσφεραν άνεση, δεν ήταν τυχαία. Ήταν η έκφραση μιας γυναίκας που είχε συμφιλιωθεί με τη θηλυκότητα της και δεν είχε ανάγκη από φωνακλάδικες υπερβολές για να δηλώσει την παρουσία της. Καθώς την παρατηρούσε να κινείται στον διάδρομο, ο Αλκιβιάδης ένιωσε μια παράξενη γαλήνη να αντικαθιστά τον αρχικό του ταραγμό. Ήταν σαν να αναγνώριζε ένα παλιό, αγαπημένο χειρόγραφο που είχε ξαναδιαβάσει χιλιάδες φορές. Η σοφιστικέ αισθητική της, το πώς η φούστα της και το πουκάμισό της έπεφταν πάνω στο σώμα της με εκείνη την αβίαστη ακρίβεια, ήταν ο δικός της τρόπος να δηλώνει πως ο κόσμος, ακόμα και μέσα σε ένα super market, οφείλει να έχει μια δόση αρμονίας. Αυτή η διαπίστωση έκανε το «βάρος» του ανομολόγητου έρωτά του ακόμα πιο συγκεκριμένο. Δεν ήταν ερωτευμένος με μια εικόνα, ήταν ερωτευμένος με τον τρόπο που εκείνη επέλεγε να υπάρχει μέσα στον κόσμο. Την άνεση μέσα στην κομψότητα, τη ζωντάνια μέσα στο στυλ. Και ενώ ο ίδιος ένιωθε «ξεφτισμένος» μέσα στα μοκασίνια του και το απλό τζιν του, εκείνη ακτινοβολούσε μια αυτοπεποίθηση που δεν χρειαζόταν «ρετούς».
Προς στιγμή «ελεημόνησε» τον εαυτό του αμήχανος! Ένιωθε πως ήθελε κάπου να κρυφτεί με το θέαμα που παρουσίαζε. Καταστροφή! Έμοιαζε να συγκρούεται με τον εαυτό του, νοερά βλαστήμησε δις! Πρώτον γιατί δεν έβαλε το τζιν και το καθαρό πουκάμισο! Τα παπούτσια ας πούμε πως τρώγονται. Αμ! το άλλο με το κοντοκουρεμένο κεφάλι! Και του γκρίνιαζε η Ανδρομάχη! «Κούκλε» μου να σε χαρώ εγώ! Σαν ηλίθιος είσαι μ αυτό το κούρεμα! Τι μύγα σε τσίμπησε και κουρεύτηκες έτσι! Αχ βρε Ανδρομάχη μου πως γίνεται να έχεις πάντα δίκιο.! Μην αμελείς ποτέ την εξωτερική σου εμφάνιση του τόνιζε πάντα! Το σαν ψαράς ντύσιμο μπορεί να είναι δελεαστικό για σένα, αλλά σίγουρα όχι και για τους γύρω σου!
Καθώς το βλέμμα του κλειδώθηκε πάνω της μένει γοητευμένος, με το βλέμμα του να προδίδει μια εσωτερική σύγκρουση, του θαυμασμού και της επιθυμίας απ' αυτό που βλέπει. «Είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε δέσμιοι της χημείας και της φύσης. Κι αυτή η δέσμευση, που άρχισε εκατομμύρια χρόνια πριν, εξακολουθεί να ασκεί την ίδια έντονη επιρροή «τραβώντας» μας κυριολεκτικά από τη μύτη!» Αυτά σκεφτόταν ο Αλκιβιαδης και δεν χρειάστηκε παρά ελάχιστο απόθεμα τόλμης μετά από μια ανεπαίσθητη στιγμή δισταγμού πριν μαζέψει το κουράγιο του και την πλησιάσει να τη χαιρετήσει! Χαιρετήθηκαν αλλά ακόμη ένιωθε ένα αίσθημα δυσφορίας, ανασφάλειας για την εν γένει εξωτερική εμφάνιση του και τυμπάνιζε νευρικά τα δάχτυλά του πάνω στο παντελόνι του. Δίπλα του η Βαλερία με άψογο χτένισμα, σικάτο ντύσιμο, που τα υποστήριζε ένα φωτεινό χαμόγελο και αυτός σαν συνοδός που ετοιμαζόταν να βγάλει το σκύλο του βόλτα στα παρτέρια του γειτονικού πάρκου. Ακόμα και στη θλιβερή κατάσταση που ένιωθε ότι βρισκόταν του ήταν δύσκολο να μη σκάσει ένα φιλικό χαμόγελο βλέποντας την υποδοχή που του είχε επιφυλάξει με αφοπλιστική ειλικρίνεια η Βαλερία με τη χαρούμενη όψη της, μ' ένα εγκάρδιο και πλατύ χαμόγελό και το χέρι προτεταμένο για χειραψία. Αυτό ήταν το έναυσμα για μια πολύ ευεργετική επίδραση στα συναισθήματα του Αλκιβιάδη. Τώρα ένιωθε πολύ πιο χαλαρωμένος για την ασουλούπωτη εμφάνιση του. Ακόμα κι η στιγμιαία ψιλοκουβέντα της, που έπιασε με τον υπάλληλο στο πάγκο με τα ψάρια τον είχε ηρεμήσει και ξαναβρήκε και πάλι την καλή του διάθεση καθώς νιώθει τη φωνή της να κυριαρχεί ευχάριστα στα αυτιά του ανάμεσα στους συγχυσμένους θορύβους του καταστήματος. Της χαμογέλασε ευγενικά, μα είτε το θέλει, είτε όχι δεν μπορεί να ξεφύγει εύκολα από τους αρχικούς δυσάρεστους συνειρμούς για την εν γένει παρουσία του. Εντάξει δεν ήταν και γελοίο το θέαμα του μα αυτός αντικειμενικά πίστευε, πως η σημερινή αμφίεση του δεν ταίριαζε και πολύ στη φυσιογνωμία του όταν βρίσκεται ανάμεσα σε κόσμο.
Ο Υπάλληλος απευθυνόταν με κάτι μακρόσυρτα «κυρία μου! σε ψιλές φέτες θέλετε το σολομό», καθώς οι κλεφτές ματιές του όλο ξέφευγαν προς τις ωραίες γάμπες της Βαλερίας πέρα από το να βεβαιωθεί ότι της είχε φανεί χρήσιμος.
«Μη μου πεις πως συχνάζεις κι εσύ στο βιολογικό τμήμα του super market;» ήταν αναμενόμενο, το σχόλιο της.
«Όχι συχνά μα σήμερα που είμαι εργένης προσπαθώ να αντλήσω έμπνευση για το δείπνο μου! Ακολουθώ το συρμό που λέει πως τα βιολογικά προϊόντα είναι hot τάση, κι οι συνταγές τους είναι ισορροπημένες και δεν παχαίνουν.»
«Ναι, έχεις δίκιο! Πώς και Σαββατοκύριακο, είσαι εργένης; Η Ανδρομάχη;»
«Είναι Θεσσαλονίκη με τη φίλη σας τη Ναυσικά.»
«Με τι Ναυσικά; Επαγγελματικό ή ταξίδι αναψυχής;»
«Τριήμερο ταξίδι αναψυχής, που συμμετέχει και η φίλη σας η Ναυσικά. Βρήκαν ευκαιρια και απέδρασαν ένα τριήμερο παρέα με κάποιο οργανωμένο γκρουπ!»
«Μάλιστα! Τριήμερο ταξίδι αναψυχής! Αν και τελευταία έχουμε χαθεί! Χαίρομαι για τις φιλενάδες μου!»
«Ευχαρίστως να τους μεταφέρω τους χαιρετισμούς σου!»
«Ποιος οργάνωσε το εκδρομικό γκρουπ;»
«Η ενορία μας! Εσύ έχεις φύγει και δεν έχεις γνωρίσει το νέο μας και συνάμα νεαρό παπά της ενορίας μας, που είναι κοινωνικός και υπερδραστήριος.»
«Θυμάμαι! Η Ανδρομάχη πάντα είχε καλή σχέση με την εκκλησία!»
«Αα ο ρασοφόρος και η Ανδρομάχη έχουν χτίσει μια προσωπική πνευματική σχέση! (Και σωματική πιθανώς! Αυτό το σκέφτηκε αλλά δεν το είπε!) Έχω καταλάβει πως η παρουσία του ιερέα και η μορφή στη σχέση τους, επιβάλει ηρεμία στο μυαλό της και εσωτερική σοφία στο σώμα της που μάλλον δεν τα βρίσκει στα όρια του γάμου της, όταν η ψυχή της επαναστατεί και αναζητά διέξοδο για τις ελλείψεις της. Τώρα εκεί στη Θεσσαλονίκη διόλου απίθανο να εκτελέσουν οι δυο τους μια πολύ ιδιαίτερη θερμή «συνεδρία» με την Ανδρομάχη να προσφέρει σπονδή το σώμα της στο ρασοφόρο πνευματικό της αναζητώντας το Άγιο Πνεύμα, που κατοικεί στους ανθρώπους που έχουν πίστη, ώστε να βρει το δρόμο που οδηγεί στη σωματική της λύτρωση και την εσωτερική πνευματική της γαλήνη.»
«Δεν το πιστεύω! Πλάκα μου κάνεις μ' αυτά που λες!»
«Εντάξει, πες πως αστειεύομαι! Πως είναι μια σύντομη εκδοχή της μυθοπλασίας μου.»
«Τα παιδιά; Στο χωριό με παππού και γιαγιά;»
«Ναι! η τελευταία τους εβδομάδα των διακοπών.»
Απορροφημένοι στην αναμονή να ετοιμάσει ο υπάλληλος την παραγγελία της Βαλερίας έλεγαν πολλά και διάφορα, με τις γνωστές αμήχανες κουβέντες περί γάμου, δουλειάς και διαβίωσης με χιουμοριστικές παρενθέσεις, όταν ο υπάλληλος τη πληροφόρησε πως είναι έτοιμα τα φιλέτα του φρέσκου σολομού που είχε παραγγείλει και αμφότεροι ξεκίνησαν για τα ταμεία του καταστήματος. Ο Αλκιβιάδης όμως κοίταζε τη Βαλερία αχόρταγα, με ένα απροσδιόριστο βλέμμα. Έδειχνε αδιάφορος, ή μάλλον ήθελε να το παίξει αδιάφορος γιατί μέσα του σκεπτόταν πως αυτός ο λαχταριστός κορίτσαρος θα γινόταν ιδανικός παρτενέρ στο κρεβάτι του. Αυτό το πανέμορφο αψεγάδιαστο κορμί με τις αρμονικές καμπύλες και τα ατέλειωτα πόδια! Η Βαλερία έριξε μια κλεφτή ματιά και το κατάλαβε ότι τη κοιτάζει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν φάνηκε να πειράχτηκε. Ίσως να κολακεύτηκε κιόλας από την εμφάνιση της.
Η Βαλερία ήταν ο τελευταίος κρίκος της παρέας τριών κοριτσιών από το δημοτικό σχολείο. Η Ανδρομάχη, η Ναυσικά και η Βαλερία. Ήταν κι οι τρεις μια χαρά γκόμενες, η Βαλερία όμως ήταν η πιο εκκεντρική και ανεξάρτητη της ομάδας, ήταν πολύ καλή με τα μικρά παιδιά. Το περιπετειώδες ταμπεραμέντο της διασκέδαζε πολύ τις φίλες της, που τρελαίνονταν για τις θεοπάλαβες ιστορίες της.
Τη θυμάται από τα εφηβικά της χρόνια μαθήτρια του λυκείου! Απλή ζωή ζούσε και ζει η Βαλερία ακόμη και σήμερα από όσο γνωρίζει. Ήσυχα τα εφηβικά της χρόνια, συνετές σπουδές, γάμο µε άντρα που την ερωτεύτηκε και την αγάπησε! Και τα κατάφερε τελικά και έγινε καθηγητρια και αποδείχτηκε ότι ήταν πλασμένη γι’ αυτή τη δουλειά. Η επικοινωνία, η ζεστή ατμόσφαιρα, οι αιχμηρές συζητήσεις, αυτός ήταν ο δρόμος της! Ατενίζοντας την σήμερα, μετά από μερικά χρόνια που είχε να τη δει, τόσο όμορφη, τόσο ζωντανή του αγγίζει όλες τις αισθήσεις του μυαλό του, το οποίο λειτουργεί στιγμιαία και αναρωτιέται! Άραγε μήπως πίσω από αυτή τη σταθερή ζωή, καταφέρνει να κρύβει απαγορευμένες επιθυμίες και ένοχα μυστικά όπως όλοι μας.
Τίποτα δεν προανήγγειλε και τίποτα δεν προμήνυε ότι μια απλή ουρανοκατέβατη συνάντηση με μια οικογενειακή φίλη από τα παλιά ανάμεσα στα ράφια ενός super market θα του πυροδοτούσε ένα τόσο έντονο αίσθημα κάψας που στο πέρασμα της ώρας άρχισε να απλώνεται χαμηλά στην κοιλιά του και ο ίδιος ολόκληρος να φλέγεται από πόθο που ζητούσε ικανοποίηση.
Ο Αλκιβιαδης δεν μπορούσε παρά να γοητευτεί από τη γοητεία της Βαλερίας που ξυπνούσε μέσα του μια πρωτόγονη λαχτάρα αλλά σαν άνδρας δεν είχε ταμπεραμέντο πιτ μπουλ που ορμάει σε ό,τι γυναικείο ποδόγυρο κινείται και του αρέσει, αλλά ήταν υπομονετικός και επίμονος, κάτι που πολλές φορές είχε αποδειχτεί εξίσου προσοδοφόρο με το θράσος που του έλειπε. Δεν είχε αυτή τη σπίθα της διαφθοράς, ώστε να δείξει τον απόκρυφο πόθου του στην ηρωίδα του με εμμονή και χωρίς ενοχές εγκαταλείποντας κάθε κοινωνικά θεμιτό, για να ικανοποιήσει τον ανικανοποίητο πόθο του εισβάλλοντας μέσα στο ασφαλές οικογενειακό της λιμάνι. Διάβολε! Αλήθεια πόσο ανόητος άραγε να της φαίνεται με τους δισταγμούς του! Η λογική του έλεγε ότι δεν μπορούσε να κάνει εκείνος το πρώτο βήμα. Η Βαλερία είναι το «κλειδί», ακόμη κι ένα ζεστό χαμόγελο της μπορεί να βοηθήσει πολύ στο να σπάσει ο πάγος!
Ο κόμπος στο στομάχι του γινόταν όλο και πιο σφιχτός όσο περπατούσαν ο ένας διπλά στον άλλο. Μόλις βγήκαν από την αυτόματη πόρτα του καταστήματός στο υπαίθριο πάρκινγκ, οι δυο τους ήταν σιωπηλοί. Ο Αλκιβιάδης στενάζει βαριά. Ένας τέλειος στεναγμός απίστευτης καύλας. Αλλά με μια δόση αθωότητας και ενοχής μαζί. Σαν να ομολογεί στον εαυτό του πως ξέρει πολύ καλά ότι δεν πρέπει να το σκέφτεται αυτό. Ότι είναι απαγορευμένο. Αλλά και ότι δεν μπορεί να σταματήσει να το σκέφτεται. Ότι ο πειρασμός είναι πολύ μεγάλος για να μπορέσει ν’ αντισταθεί. Πήρε μια γεμάτη ανάσα και προσπάθησε να συντονιστεί με το περιβάλλον.
Την παρακολουθούσε που πήγαινε στο αυτοκίνητο της. Είχε ένα απίστευτο βάδισμα. Κάτι στους γοφούς της θύμιζε αιλουροειδές και έδινε την αίσθηση ότι βάδιζε σε αργή κίνηση. Έπρεπε να σταματήσει να την κοιτάζει. Αν κοίταζε συνέχεια τα οπίσθια της κινδύνευε να στραβολαιμιάσει.
Πλάθει «σενάρια» που ανάβουν την ερωτική του φλόγα. Η σεξουαλική επιθυμία τείνει να σχετίζεται με τις φαντασιώσεις του και του ζητά να πάρει την πρωτοβουλία και να αφήσει τη συστολή του για λίγο στην άκρη.
Έπειτα, καθώς ο Αλκιβιάδης ετοιμαζόταν να πάρει το αυτοκίνητο, στάθηκε μπροστά στη πόρτα του και βλέποντάς την Βαλερία έτοιμη να μπει στο αυτοκίνητο της, αμφιταλαντεύτηκε για μερικά δεύτερα και κοιτάζοντας τη στα μάτια ξεφούρνισε: «Συγγνώμη που σε κοιτάζω επίμονα, αλλά επιτρέψτε μου να πω ότι δεν το περίμενα μετά από τόσα χρόνια που είχαμε να ιδωθούμε να αντικρίσω μια τόσο όμορφη και σέξι γυναίκα!» Ο Αλκιβιαδης σαν σωστός που ήταν τζέντλεμαν κατά τη διάρκεια της επαφής τους της την έπεφτε μεν παιχνιδιάρικα, αλλά όχι πολύ περισσότερο του επιτρεπτού.
«Μην το πάρεις στραβά! Αν δεν είχες αυτοκίνητο θα δεχόσουν να σε πάω σπίτι σου; Έτσι, για να θυμηθούμε τα παλιά τότε που είμασταν γειτόνοι...»
Απλώνεται μεταξύ τους μια παύση.
Μετά από κάμποσα δευτερόλεπτα της λέει, «είπα κάτι που δεν έπρεπε;»
«....»
«Βαλερία;»
«Μμμ;»
«Είπα κάτι κακό;»
«Σκέφτομαι.»
«Τι σκέφτεσαι;»
«Εε!, ναι, γιατί όχι», ψέλλισε η Βαλερία αιφνιδιασμένη.
«Ωραία! χάρηκα πολύ που σε είδα. Προτείνω να κανονίσουμε, με την πρώτη ευκαιρία ένα φιλικό δείπνο να έρθουν και πάλι οι οικογένειες μας πιο κοντά.
Η Βαλερία τον λοξοκοίταξε κι έπειτα κούνησε το κεφάλι της θετικά. Του Φάνηκε πως προσπαθούσε να επιλέξει με προσοχή τα λόγια της.
Η κίνηση στην έξοδο του super market αυξανόταν διαρκώς και ο Αλκιβιαδης τη περιεργαζόταν μέσα από τα σκούρα τζάμια του αυτοκινήτου και από τη θέση του οδηγού όπου στρογγυλοκάθησε στο σκιερό πάρκινγκ! Σαν ένας περίεργος που κατασκοπεύει από κάποιο παράθυρο, μπορούσε να παρακολουθεί την Βαλερία χωρίς να είναι σίγουρος αν εκείνη ξέρει ότι ήταν αντικείμενο παρατήρησης του. Παρατηρούσε σχολαστικά κάθε της μορφασμό, επιζητώντας να εισβάλει λαθραία στις σκέψεις της και να αποκτήσει πολύχρωμο περιεχόμενο απ' τη προσωπική της ζωή. Όμορφη, προσεγμένη γυναίκα πραγματικό θηλυκό η όποια ξέρει με μαεστρία ν’ αναδεικνύει τα δυνατά της σημεία που της χάρισε η φύση. Τη θυμήθηκε πώς ήταν νεαρή δεκαοκτάχρονη, όταν τους σύστησε η Ανδρομάχη και πρωτογνωρίστηκαν. Κάτω από το σκανταλιάρικο βλέμμα της, το χαρούμενο γέλιο της κρυβόταν μια θερμή νεαρή γυναίκα πάντα έτοιμη να βοηθήσει τους φίλους της.
Η Βαλερία το κατάλαβε ότι ο Αλκιβιαδης είχε προσηλωθεί πάνω της επίμονα και διεκδικητικά και κινείτο ανέμελα, σχεδόν απρόσεκτα. Το ψηλό κορμί της ήταν ελαφρώς σκυφτό, το πρόσωπό της χαλαρωμένο, με μια μόνιμη ρυτίδα ανησυχίας στο χαμόγελο της. Το φως του μεσημεριανού ήλιου στο εσωτερικό του αυτοκινήτου της έπεφτε στο πρόσωπό της κι εκείνος δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από πάνω της. Ανεβαίνοντας στο αυτοκίνητο την είδε να κάθεται στο κάθισμα να τον κοιτά και του φάνηκε πως του χαμογέλασε με μια λάμψη σκανταλιάς στα μάτια της. Χαμογέλασε κι αυτός και χαιρέτησε κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του. Μπορεί να ήταν η λαχτάρα του, που έκανε το κορμί του να κινηθεί, γιατί εκείνη έστρεψε απότομα τη προσοχή της στην έξοδο του πάρκινγκ! Επιλέγει από ένστικτο, τη στιγμή που θα του ρίξει μία και μοναδική ματιά, λίγο πριν αποχωρήσει απ’ το σκηνικό. Ο Αλκιβιαδης, έχοντας περάσει τη βασανιστική δοκιμασία της αδιαφορίας, νιώθει το ακαριαίο κοίταγμα της να μαγνητίζει την προσοχή του και να καρφώνεται σαν κεντρί στην καρδιά του. Η Βαλερία αποχωρώντας αυτοκρατορικά, έχει ήδη θέσει τους κανόνες της. Εκείνη βασίλισσα στον θρόνο, εκείνος πιστός ιππότης αφιερωμένος στη γοητεία της.
Έμεινε να τη βλέπει να ξεμακραίνει ασάλευτα, βουβά. Τα βλέμματά τους ενώθηκαν τελευταία φορά. Ο Αλκιβιάδης. έκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να τιθασεύσει τις αισθήσεις του και με τη σκέψη στραμμένη στο τελευταίο χαμόγελο της. Αυτό το χαμόγελο! Πόσο λαχταρούσε ν΄ακουμπήσει τα χείλη του στα δικά της, φιλώντας τη στοργικά στα κερασένια της χείλια, ενώ θα τη κρατούσε προστατευτικά στην αγκαλιά του. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος, ο σφυγμός του είχε αφηνιάσει και το φούσκωμα ανάμεσα στα πόδια του δεν έπαυε να του υπενθυμίζει τη διέγερσή του με σουβλιές. Προσπάθησε μάταια να αντισταθεί στις ανήθικες σκέψεις του επικαλούμενος τη κοινωνική ηθική του που επιτάσσει σεβασμό και να μην εμπλέκεται σε παράνομες ερωτικές υποθέσεις! Ωστόσο, όπου υπερχειλίζει το συναίσθημα, είθισται να ωχριά η πειθώ του μυαλού. Πως το λέει ο μεγάλος δάσκαλος ο Φρόιντ! «Το σεξουαλικό ένστικτο, δεσπόζει κάθε άλλου, ακόμα και του ενστίκτου τής αυτοσυντήρησης.»
Έτσι, του Αλκιβιάδη, παρά τις ενστάσεις του αυτό το σαββατόβραδο η Βαλερία εντελώς ξαφνικά, από το πουθενά είχε εισβάλει στο συναίσθημα του σαν μια γλυκιά αμαρτία η παρουσία της. Μια αμαρτία κρυμμένη στο πάθος του. Αυτό είναι. Ένα πάθος. Ένα ανομολόγητο πάθος που είχε γίνει η βραδινή του ερωτική πρέζα στη μοναξιά του, σαν γρύλος που τραγουδά μες στο κεφάλι του, σαν γρύλος επίμονος! Αυτό το βράδυ σκέφτεται με τη ψυχή και το συναίσθημα κι όχι με τη λογική, και είναι κι αυτό το δάγκωμα που νιώθει σαν τη σκέφτεται! Στο μυαλό του τη φαντάζεται, ότι είναι ερωτικό ζευγάρι και αυτή η διαπίστωση του προκαλούσε μια συναισθηματική κατάσταση στην οποία βιώνει για κάτι που θα ήθελε να συμβεί στο εγγύς παρόν ή στο μέλλον!
..Έξω είχε αρχίσει να σουρουπώνει η πιο λατρεμένη του ώρα της ημέρας και ενώ ο ήλιος προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από το οροπέδιο της Πλάτωσης και το Θριάσιο πεδίο, είχε φτάσει η στιγμή για την πιο χαλαρωτική απόλαυση. Ο Αλκιβιαδης διάλεξε από το έπιπλο ένα μπουκάλι Mandarin Napoleon αυτό το εξαιρετικό βελγικό κονιάκ ηλικίας δέκα ετών ακούμπησε ένα ποτήρι στον πάγκο της κουζίνας πάνω στη μαρμάρινη επιφάνεια. Σέρβιρε προσεκτικά κονιάκ στο ποτήρι, δεν ήθελε λεκέδες στη λευκή επιφάνεια του μαρμάρου. Φέρνοντάς το στο στόμα, έκλεισε τα μάτια του απολαμβάνοντας τις αρωματικά αλκοολούχες γεύσεις του cognac που άρχισαν να ρέουν στις φλέβες του, και σε αρμονική συντροφιά να δένουν με τις γεύσεις του μαλακού ganache εσπρέσο και τις γεύσεις από κομποτέ μανταρίνι. Το συνηθισμένο του εκρηκτικό μείγμα ξύπνησε τις αισθήσεις του, και ένα αίσθημα ευεξίας και πληρότητας τον κατέλαβε μονομιάς. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, θεωρούσε ένα απολαυστικό άρωμα μια από τις πραγματικά απλές απολαύσεις της ζωής. Έκλεισε τα φώτα πήρε το ποτήρι με το λικέρ και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο όπου ήταν το γραφείου του. Το λάτρευε το μικρο του δωμάτιο. Ο χώρος σε συνδυασμό με το φως που έμπαινε από τα παράθυρα του δημιουργούσαν την αίσθηση ότι βρισκόταν σε μπαλκόνι. Το δωμάτιο το είχε διακοσμήσει η Ανδρομάχη όπως και το υπόλοιπο σπίτι. Είχε διαλέξει ταπετσαρίες, βιβλιοθήκες, γραφείο, φωτογραφίες και πίνακες για τους τοίχους. Και ο Αλκιβιαδης ήταν ενθουσιασμένος με ό,τι είχε κάνει. Ποτέ δεν αμφισβήτησε το γούστο της, μάλιστα, ένιωθε πολύ περήφανος! Ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι του κι ένιωσε την αψάδα του αλκοόλ να μειώνει την ένταση που ένιωθε. Όχι εντελώς, όμως. Πέρασε το χέρι του μέσα από τα κυματιστά μαύρα μαλλιά του και στριφογύρισε το ποτό μέσα στο ποτήρι του.
Άνοιξε την Τιβί on demand και πέφτει σε μια τηλεοπτική εκπομπή ποικίλου περιεχομένου που καλύπτει μεγάλο μέρος του πρωινού (το κουτσομπολιό δίνει και παίρνει στα πρωινάδικα), απ΄ αυτές που παρακολουθεί η πεθερά του με τις παρουσιάστριες που το κάνουν με όλους τους ισχυρούς της τηλεόρασης και των περιοδικών για να εξασφαλίσουν μια θέση στο γυαλί, και μετά βγάζουν στη φόρα το εσώρουχο και το ψεύτικο στήθος τους για να ξεχωρίσουν. Παίρνει η άλλη τηλέφωνο, λέει, είμαι σαράντα χρονών, παντρεμένη, με επιτυχημένη επαγγελματική καριέρα, βγάζω πολλά λεφτά και επειδή δουλεύω αρκετές ώρες είμαι πολύ κουρασμένη και όταν γυρίζω σπίτι και δε μπορώ να κάνω τις δουλειές του σπιτιού, οπότε τις κάνει ο άντρας μου.
«Μα καλά κυρία μου, ο άντρας σας δε δουλεύει; δεν είναι κουρασμένος;»
«Ναι δουλεύει, είναι κουρασμένος αλλά εγώ βγάζω περισσότερα.»
«Συγγνώμη να σας ρωτήσω κάτι προσωπικό, εξωσυζυγική σχέση διατηρείτε;»
«Τι λέτε καλέ, βεβαίως και διατηρώ!»
«Παρντόν; Γιατί κυρία μου;»
«Γιατί το να βλέπω τον άντρα μου στην κουζίνα και γενικά να τον βλέπω να κάνει τις δουλειές του σπιτιού με ξενερώνει εύκολα, δεν με εξιτάρει στο ερωτικό παιχνίδι δεν μου δημιουργεί ένταση, πάθος και σεξουαλικό μαγνητισμό. Εγώ θέλω έναν ερωτικό παρτενέρ πολύ δυναμικό, εκρηκτικό που η αδρεναλίνη του να χτυπάει κόκκινο, και έτοιμο για δράση πάντα, ώστε να μου κινεί το ερωτικό και σεξουαλικό ενδιαφέρον συνεχώς. Κοινώς να διακρίνεται στον ερωτικό τομέα με απίστευτες αντοχές ώστε να παρασύρει και να τεντώνει τις αισθήσεις μου στα άκρα. Να με οδηγεί στην κορύφωση της σαρκικής και ψυχικής ηδονής.
Γρήγορα βαρέθηκε και έκλεισε την τηλεόραση καταλήγοντας στο εξής. Η Γυναίκα στις δυτικές κοινωνίες σήμερα, έχει εθιστεί στην αγορά και την δύναμη που αυτή της παρέχει. Κοινωνικό status κλπ. Αυτά τα πρότυπα έχει από την τηλεόραση και τις «πετυχημένες» φίλες, αυτά επιθυμεί. Αυτό όμως, είναι η διάσπαση της οικογένειας γενικά στον δυτικό κόσμο, κάνει συνειρμούς και σκέψεις για γνωστές τηλεπερσόνες που παριστάνουν τις κυρίες και δεν αφήνουν τεκνό για τεκνό χωρίς να το πηδήξουν. Παράγοντες του θεάτρου, της τηλεόρασης, του καλλιτεχνικού χώρου γενικώς, που εκβιάζουν. «Εσύ θα μου κάτσεις κι εγώ θα σε κάνω φίρμα» Νεαρά κοριτσόπουλα προκειμένου να αποκτήσουν κάποιο δεύτερο ρόλο σε σίριαλ πέφτουν στα γόνατα και με το στόμα ανοιχτό, αποθεώνουν και τον τελευταίο κάμεραμαν.
Βούλιαξε στην καρέκλα του γραφείου πίσω από τον υπολογιστή, έκανε μισή στροφή και βρέθηκε να κοιτάζει απ΄το παράθυρο ατενίζοντας στον ορίζοντα το νυχτερινό ουρανό λες και αναζητούσε εκεί τη μορφή της που θα ήθελε να βρίσκεται απόψε μαζί του. Ακολουθούσε βαθιά σιωπή. Το μυαλό του ήταν καθαρό σαν τον καθαρό νυχτερινό ουρανό, με το φεγγάρι και τον πολικό αστέρα στη θέση τους να τρεμοσβήνουν ζωηρά. Ο Αλκιβιαδης ανοιγόκλεισε τα μάτια, όρθωσε το κορμί του στην καρέκλα και έκανε πάλι μισή στροφή, ώστε να βρεθεί αντίκρυ στην οθόνη του δεκαεφτάρη TOSHIBA Notebook. Κούνησε το ποντίκι και η οθόνη απέκτησε ζωή. Ήταν αργά, είχε ήδη πάει μεσάνυχτα, αλλά ο Αλκιβιάδης δεν είχε καμιά όρεξη να κοιμηθεί, ήταν πολύ νευρικός. Αν πήγαινε για ύπνο, θα αναμάσαγε τα ίδια και τα ίδια. Καλύτερα να απασχολούσε το μυαλό του. Άνοιξε τον πλοηγό ιντερνέτ, πληκτρολόγησε το κωδικό του blogger και άνοιξε νέα ανάρτηση. Είχε τόσα πράγματα να γράψει, τόσες ιστορίες να πει. Αυτό που του έλειπε ήταν η σωστή διέξοδος, απ’ όπου θα ξεχύνονταν οι σκέψεις και οι ιδέες, σαν λάβα που μετά θα έπηζε σε μια σταθερή ροή.
Η ανάρτηση, αναμφίβολα, όταν θα ήταν πιο νηφάλιος θα κατέληγε στη «διαγραφή» ή στα «πρόχειρα», αλλά του άρεσε και η ιδέα να φλερτάρει με τον κίνδυνο να το ανεβάσει στο blog του και να στείλει το link με MSN στη Βαλερία να το διαβάσει. Ήπιε μαζεμένες τρεις γουλιές από το ποτό του νιώθοντας το μελένιο υγρό να κατηφορίζει στο λαιμό του παρασύροντας μαζί του και έναν ενοχλητικό κόμπο. Ναι, αυτό έφταιγε. Η γυναίκα απόψε είναι συνεχώς στο μυαλό του σε σημείο που νιώθει μπερδεμένος και δεν μπορεί να ελέγξει τη σεξουαλική του ισορροπία!. Στη θύμηση της επιταχύνονται όλα: οι χτύποι της καρδιάς του, η ανάσα του, οι σκέψεις του. Τους φαντάζεται να βρίσκονται οι δυο τους σ΄ ένα μέρος και έναν χώρο απόλυτης ηρεμίας, αυθεντικής φιλοξενίας, αδιαπραγμάτευτης ποιότητας και διακριτικής πολυτέλειας. Σ΄ ένα πεντάστερο ξενοδοχείο μέσα στη φύση, δίπλα στο κύμα, να μοιράζονται μαζί μοναδικές ερωτικές στιγμές. Έχει κατά νου και την μεγάλη έγκυρη πανεπιστημιακή έρευνα που πραγματοποιήθηκε και αναφέρεται για την απιστία μεταξύ συζύγων, να θέλει τις γυναίκες καθηγήτριες να είναι επιρρεπείς στην απιστία και οι πιο ευάλωτες στους πειρασμούς που θα εμφανιστούν στο δρόμο τους. Ταυτόχρονα όλο και κάτι είχε πάρει το αυτάκι του στα συνήθη γυναικεία κουτσομπολιά της Ανδρομάχης με την Ναυσικά για την πρώην μελαχρινή με μεγάλα όμορφα μάτια, καλοσχηματισμένο σώμα με όμορφες καμπύλες, φιλενάδα τους! Η Βαλερία είχε εξελιχθεί σε προσωπικότητα, που απέπνεε αυτοπεποίθηση. Οι περισσότεροι μάλιστα την θεωρούσαν «αβανγκάρντ» ότι είχε πρωτοποριακές, προχωρημένες, ενδεχομένως και εκκεντρικές, απόψεις, θέσεις και συμπεριφορές. Μεταξύ των άλλων ντύνονταν κομψά, βάση των επιταγών της εποχής και ήταν άκρως φιλική με τους μαθητές της. Με δυο λόγια είναι ένα γοητευτικό πλάσμα στην πολύβουη σφριγηλή κοινότητα του σχολείου της. Ένα «προχώ» άτομο στην αργκό των μαθητών και που τα περισσότερα αρσενικά στο λύκειο ονειρεύονται να ζήσουν μαζί της τον ερωτικό παράδεισο και να «πηδήξουν» μία τέτοια «μουνάρα» καθηγήτρια.. Οι μαθητές κάθε συχνά αναζητούσαν αφορμή και πήγαιναν στο γραφείο της για κάποια απορια τους. Σίγουρα από ολόκληρο το σχολικό συγκρότημα και απ' το εφηβικό πλήθος κάθε βράδυ χυνόταν άφθονο σπέρμα για χάρη της. Βέβαια δεν χρειάζεται να εισχωρήσεις στα άδυτα των ανδρικών κύκλων των καθηγητών, που χαρακτηρίζονται από μια δόση «παλαιάς κοπής» ακαδημαϊκού ύφους, αυθεντίες με σοβαροφάνεια για να μάθεις τις απόψεις τους για την νέα τους συνάδελφο. Από την πρώτη στιγμή που παρουσιάσθηκε στο σχολικό συγκρότημα έγινε αποδέκτης του «ενδιαφέροντος τους με αποτέλεσμα να ένιωσε ασφυκτικά, καθώς αντιλαμβανόταν ότι η προσέγγιση τους δεν ήταν αγνή. Αρκεί απλά να τους ακούσεις να μιλάνε για το πρόσωπο της, και σίγουρα είναι αρκετοι οι συνάδελφοι της που πολύ το επιθυμούσαν να την ρίξουν στο κρεβάτι τους και να τα δώσουν όλα για να γαμήσουν αυτό το μελαχρινό πανέμορφο μουνί! Όμως μάλλον δεν.
....... Οι δυο πρώην φιλενάδες της Βαλερίας στις συχνές επαφές τους είναι κάποιες φορές που μιλούν μεταξύ τους, αλλά όλο νόημα αναφέρονται και στο πρόσωπό της.
«Ανδρομάχη έχεις μάθει για τη φίλη μας τη Βαλερία;»
«Της Βαλερίας; όχι δεν ξέρω κάτι! Πάει πολύς καιρός που έχω να μάθω νέα της. Έχουμε χαθεί. Εσύ τι έχεις μάθει;»
«Να εγώ να σου πω κάτι που έχω μάθει! Οι φήμες και οι κακές γλώσσες λένε πως έχει ανακαλύψει ότι το απαγορευμένο και το παράνομο είναι πιο γλυκό από το επίσημο και το απολαμβάνει με έναν παίδαρο.»
«Δηλαδη; Όταν λες απαγορευμένο και γλυκό; Τι εννοείς; ότι τα φοράει στον άνδρα της;»
«Εσύ τι λες να εννοώ; Ότι ρίχνει άχνη στη μπουγάτσα;»
Στην αρχή η Ανδρομάχη ξαφνιάστηκε γιατί θυμάται τη φιλενάδα τους από το λύκειο! Την είχε για πολύ συμμαζεμένη και σοβαρή κοπέλα και δεν το περίμενε, της ήταν ξαφνικό, να ακούσει τέτοια σχόλια για τη προσωπικότητα της.
«Τι να σου πω ρε Ναυσικά! Εγώ πάντως τη ήξερα πόλη σοβαρή, σεμνή και μετρημένη και ευτυχισμένη με το γάμο της. Μεταξύ μας το πιστεύεις ότι μπορεί να είναι αλήθεια τα κουτσομπολιά πως είναι δυνατόν η Βαλερία πέφτει σε παράνομο κρεβάτι;.»
«Αυτές οι σεμνές φιλενάδα μου, που λες «Αα» δεν το πιστεύω! Και όμως είναι άτακτες παντρεμένες γυναίκες που δεν τους φαίνεται ότι τους βγάζει ωραία γούστα και τις ικανοποιεί ο εραστής τους.»
«Προφανώς και το κάνουν οι άτακτες παντρεμένες. Περισσότερο από αρκετά μπορώ να σου πω. Δεν θα τις καταλάβεις εύκολα όμως. Εκτιμάνε πλήρως την εχεμύθεια, το διακριτικό φλερτ, τους καλούς τρόπους. Και το «βαρύ» παρελθόν του εραστή. Εξ' ου και οι μεγάλες επιτυχίες γίνονται πλέον είτε μέσω σόσιαλ μίντια, είτε σε χώρους εργασίας.»
«Στα σόσιαλ γίνεται πιο χοντρό παιχνίδι από ότι στους εργασιακούς χώρους.» Της λέει η Ναυσικά σαν ποιο έμπειρη με τα σόσιαλ μίντια.
«Ισχύει. Η άποψη ότι στα σόσιαλ μίντια το σεξουαλικό «παιχνίδι» γίνεται πιο έντονο και «χοντρό» σε σχέση με τους εργασιακούς χώρους. Στα σόσιαλ μίντια, η αίσθηση της ανωνυμίας και της απόστασης ενθαρρύνει πιο τολμηρές, άμεσες σεξουαλικές προσεγγίσεις και προσφέρουν ένα περιβάλλον όπου το σεξουαλικό «παιχνίδι» μπορεί να γίνει πιο «χοντρό» λόγω της έλλειψης άμεσων κοινωνικών συνεπειών. Στη δουλειά μπορεί να μπλέξει το πράγμα.» απαντάει η Ανδρομάχη.
«Τι εννοείς ρε Ανδρομάχη, όταν λες το «βαρύ» παρελθόν του εραστή;»
«Εννοώ ότι να είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης! Ο συνδυασμός ενός εχέμυθου, και έμπειρου εραστή που διαθέτει διακριτικότητα, ωριμότητα και γνώση πώς να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τις επιθυμίες μας προσφέροντας ασφάλεια, χωρίς τον φόβο να σε εκθέσει και κυρίως ικανότητα στην σεξουαλική επαφή. Από εμφάνιση έχουμε και λέμε: καθαρός συνέχεια, ακριβά και κυριλέ ρούχα και καμιά φορά φόρμα για να φαίνεται αθλητικός τύπος, περιποιημένο μούσι και απλό μαλλί. Και 1,82 τουλάχιστον.»
«Μάλιστα κατάλαβα! Δηλαδή για να είναι γαμάτος εμφανισιακά πρέπει να είναι τέλειος από τότε που γεννήθηκε. Θα πρέπει να έχει γεννηθεί όμορφος, κάτι σαν τον παπά της ενορίας μας που σου κούμπωσε εσένα για εραστής, εννοείς κατεργάρα φιλενάδα. Σε καταλαβαίνω πως όταν είσαι αναστατωμένη, ο παπάς, εκτός από πνευματικός σου λειτουργεί και ως εραστής σου και σου, προσφέρει έναν ασφαλή χώρο όπου μπορείτε να εκφραστείτε χωρίς φόβο κριτικής, και σου φτιάχνει τη διάθεση με ένα καλό γαμήσι.»
«Κάπως έτσι. Ο παπάς είναι προικισμένος εραστής, εχέμυθος πεντακάθαρος και έμπειρος γαμιάς που έχει διδάξει αρκετές τσούλες ενορίτισσες πώς να γαμιούνται. Όταν σμίγουμε δίνουμε και οι δυο νέο ενδιαφέρον στην ερωτική μας ζωή. Δηλαδή έχω μπλέξει σε μια κατάσταση από την οποία δεν μπορώ να βγω εύκολα, μια ερωτική «κόλαση».
«Είναι και προικισμένος ο ρασοφόρος εραστής»!
«Τον έχει μεγάλο! Αλλά το ποιο σημαντικό είναι το πάχος του. Μου δημιουργεί μια πιο έντονη αίσθηση πλήρωσης του κόλπου, και σεξουαλική διέγερση. Αλλά τα είπαμε αυτά. Πάμε τώρα στο θέμα μας! Εσύ για λεγε τι έχεις μάθει για την πρώην φιλενάδα μας! Είμαι περίεργη και όλη αυτιά. Σε ακούω πολύ προσεκτικά και με ενδιαφέρον»
«Έμαθα από μια έγκυρη πηγή ότι το «πνίγει το κουνέλι» στην αγκαλιά του προσβληθέντα με τη νέα σχολική χρονιά νεαρού γυμναστή του λυκείου που εργάζεται.»
«Έχει μαθευτεί δηλαδή ότι έχει επιλέξει να ανοίξει την πόρτα στο σεξ που της χτύπησε ο νέος νοικάρης χωρίς να διώξει τον προηγούμενο νοικοκύρη;»
«Ε ναι! Και όπως συμβαίνει συχνά με κάθε μυστικό, από στόμα σε στόμα, τελικά γίνεται μουσικό όργανο κι ο ήχος του μπορεί να φτάσει πολύ μακριά.»
«Δηλαδη το παλικάρι έχει προσόντα; Τι έχεις μάθει;»
«Οι πληροφορίες μου λένε, ότι την προηγούμενη σχολική χρονιά που ήταν αδιόριστος ακόμη σε σχολείο της επαρχίας γαμούσε μια από τις φιλολόγους του σχολείου. Μια πραγματική ξεκωλιάρα ζωντοχήρα νυμφομανή. Και αυτή είχε διαδώσει πως το παλικάρι ήταν ο καλύτερος γαμιάς. Πρώτα της γάμησε και της ξεφτίλισε το μυαλό και στην συνέχεια της έδωσε το μουνί στο χέρι.»
«Το μουνί στο χέρι Εε! Δηλαδη ο γυμναστής είναι προικισμένο αρσενικό, με μεγάλη σεξουαλική ικανότητα.»
«Εντάξει ρε Ανδρομάχη! Τρόπος του λέγειν το μουνί στο χέρι! Ας πούμε πως με τη νυμφομανή που έμπλεξε ο άνδρας το ποιο σωστό είναι ότι η κυρία του έπαιρνε τον πούτσο Πασχαλινή λαμπάδα και του τον παρέδιδε καμένο φιτίλι.»
«Δηλαδη μετά την «περιπέτεια» του ο γυμναστής με την φιλόλογο την έπεσε στη φιλενάδα μας;» τη ρωτάει η Εριφύλη σε μια κάπως καυστική και απορημένη ερώτηση.
«Ο γυμναστής στο νέο του σχολικό συγκρότημα, εντυπωσιάστηκε από την εμφάνιση της και της δείχνει το έντονο ενδιαφέρον του, και προσπαθεί να την προσεγγίσει ερωτικά παρά την αρχική αδιαφορία της. Αυτός επιμένει σαν ς να νιώθει πως η φιλενάδα μας να είναι μόνιμα σε οίστρο και εκπέμπει φερομόνες που τον μαγνητίζουν σαν αστείρωτο αρσενικό σκύλο που μυρίζει την περιοχή και προσπαθεί να ζευγαρώσει.» Είναι ενστικτώδης η συμπεριφορά του και δεν είχε κάποιον ηθικό ενδοιασμό που την πολιορκούσε έντονα και κατά τρόπο μη «συμβατό» με τα αστικά μας ήθη και τους κανόνες της εποχής μας, αδιαφορώντας για τον συζυγικό της δεσμό. Η φιλενάδα μας σε μια πολύ κλασική και ανθρώπινη αντίδραση κολακεύτηκε, το ενδιαφέρον του λειτουργούσε θετικά, προκαλώντας της ικανοποίηση, είναι και ωραίος άνδρας ο γυμναστής, που της προκαλεί σωματική έλξη, και κάνει το ενδιαφέρον του ακόμα πιο ευπρόσδεκτο και συναρπαστικό, λειτουργούσε ως τόνωση της αυτοπεποίθησης της. Φαινομενικά μέσω της εξωτερικής της συμπεριφοράς και της καθημερινής της ρουτίνας, δημιουργεί την εντύπωση στους γύρω της ότι ο γυμναστής δεν την αγγίζει συναισθηματικά, με έμφαση να δείχνει πώς της είναι αδιάφορος, ενώ η εσωτερική της πραγματικότητα είναι διαφορετική. Απλώς αυτή η συμπεριφορά της λειτουργούσε ως μηχανισμός άμυνας στα καθημερινά δρώμενα. Δεν είχε όμως υπολογίσει πως σαν γυναίκα με θηλυκότητα αναζητά να αναγνωριστεί, να επιβεβαιώσει την αξία της, τη γοητεία της και την ικανότητά της να επηρεάζει. Τελικά αποδείχθηκε, ότι οι βαθιές σεξουαλικές της ανάγκες καθόρισαν τη συμπεριφορά της περισσότερο από τη λογική. Η απρόσμενη ερωτική της έλξη για τον γυμναστή, αν και αρχικά μπορεί να την ξάφνιασε τελικά βρήκε ότι, είναι εξαιρετικά κοινό και έχει ψυχολογική και βιολογική βάση. Ο γυμναστής της αντιπροσωπεύει μια εικόνα υγείας, αυτοπεποίθησης και σωματικής ρώμης, στοιχεία που της ασκούσαν έλξη, εντείνοντας τη λίμπιντο και τη σεξουαλική της διέγερση. Και η έλξη της αυτή δεν πηγάζει από βαθιά συναισθηματική σύνδεση, αλλά αποτελεί μέρος μιας διαδικασίας εξερεύνησης και στην επιβεβαίωση της σεξουαλικότητας της, παρά στο «δέσιμο» της με το γυμναστή. Αναζητούσε να βρει μια νέα χαρά στα σκέλια της από έναν άλλο κόκορα που τελικά θα την κάνει να ζήσει κάτι που δεν έχει ξαναζήσει!.»
«Κατάλαβα η φιλενάδα μας αναζήτησε στην αγκαλιά του εραστή της αυτοεπιβεβαίωση στη θηλυκότητα της.»
«Έτσι Φαίνεται! Και μάλλον δεν άργησε να ενδώσει στην πολιορκία του και στα ερωτικά του καλέσματα χωρίς τελικά να αισθάνεται υποχρεωμένη να παίξει τον ρόλο της δύσκολης για να φανεί ανώτερη, φοβούμενη μην τον αρπάξει καμιά λυσσάρα φιλόλογος από εκείνες που διεκδικούν έντονα κάποιον και θέλουν να προχωρήσουν γρήγορα μαζί του, έτοιμες για όλα!»
«Σε ποια τηλεοπτική σειρά ανήκει η παραπάνω μυθοπλασία. Και σε πόσες τηλεοπτικές σεζόν ολοκληρώνεται;» Ρωτάει ειρωνικά η Ανδρομάχη τη Ναυσικά.
.... Ο Αλκιβιάδης φαντάζεται τον εαυτό του και τη Βαλερία ότι είναι ήρωες σε ερωτική νουβέλα που έχουν βρει καταφύγιο σε παραλιακό ξενοδοχείο στην αγκαλιά του Μυρτώου πελάγους στις παρυφές της οροσειράς του Πάρνωνα! Θέλει να μεταφέρει και να αφηγηθεί τη νουβέλα σε κείμενο με το δίλημμα πώς να γράψει τις σεξιστικές εικόνες τους χωρίς ο ίδιος να φαίνεται σεξιστής. Απλά και ξεκάθαρα είναι ένα άτομο που απολαμβάνει να γράφει πολύ ερωτικές σκηνές και συχνά Touch of Taboo που οι αναγνώστες να απολαμβάνουν να τις διαβάζουν. Έτσι όμως που ο αναγνώστης να διαχωρίζει το χαρακτήρα από το μήνυμα του ίδιου του κειμένου. Πέρα από αυτό, νομίζει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι οι απόψεις ενός χαρακτήρα δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις του συγγραφέα, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο ότι όταν κάποιος γράφει για πολλούς ανθρώπους που σκοτώνονται, ελπίζει να μην πιστεύουν πως είναι ψυχοπαθής δολοφόνος.
.....Η μπαλκονόπορτα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου ήταν μισάνοιχτη, και ο μαΐστρος, το δροσερό αυτό θαλασσινό αεράκι συμβολίζει την απαλλαγή τους από τα προβλήματα που τους βασανίζουν, έκανε τις τραβηγμένες κουρτίνες να ανεμίζουν ελαφρά καθώς δυνάμωνε προμηνώντας μιαν φθινοπωρινή μπόρα. Είχε πέσει το σούρουπο, ο ουρανός είχε πάρει ένα χρώμα βαθύ μενεξεδί. Η θάλασσα ήταν όμοια με ζωγραφιά από λάδι, μα υπήρχε κάτι δυσοίωνο έτσι όπως φούσκωνε ο αφρός και τα κύματα έσκαγαν με μανία στη στεριά, στη μικρή προβλήτα και στα βράχια κάτω από το ξενοδοχείο. Εκεί νιώθουν προστατευμένοι και ασφαλείς σε κάθε στιγμή τους από περίεργα βλέμματα. Η Βαλερία ένιωθε όμορφη και δεν χρειαζόταν να αμφιβάλει ότι ο Αλκιβιάδης την ήθελε. Την κοιτούσε όλη την ώρα μ΄ ένα άπληστο βλέμμα. Επιτέλους μπορούν να αγκαλιαστούν. Οι κινήσεις τους έχουν τόση φυσικότητα, που δίνουν την εντύπωση ότι γνωρίζονται από πάντα. Για μια στιγμή, μια μικρούλα στιγμή, επέτρεψε στον εαυτό του να φανταστεί ότι ήταν στην αγκαλιά του τα μακριά, λεπτά δάχτυλά της να χώνονται μέσα στα σκούρα μαλλιά του, το σώμα της να λυγίζει στα δυνατά χέρια του που τη χάιδευαν και την άγγιζαν, τα χείλη της να σμίγουν με τα δικά του και τα βογκητά της να αντηχούν στον νυχτερινό αέρα από τα χάδια του. Τον κοίταξε καθώς το χέρι του ταξίδεψε στο λείο περίγραμμα του μπούστου της και στο στητό της στήθος το ελεύθερο στη νυχτερινή δροσιά. Τα δόντια του άστραψαν στο πονηρό χαμόγελό του, καθώς εκείνος κοίταξε προς τα κάτω τον ερεθισμένο μαστό και ψέλλισε «πανέμορφη», προτού χαμηλώσει τα χείλη του στη σκοτεινή κορυφή που είχε σκληρύνει από τον δροσερό αέρα και τη θερμή αγκαλιά του. Η Βαλερία άφησε το κεφάλι της να πέσει προς τα πίσω σε έκσταση, ανίκανη να ελέγξει την ευχαρίστηση που ένιωθε στα χέρια του, και απόμεινε ακίνητη, νιώθοντας τις θηλές της να σκληραίνουν καθώς το χέρι του τη χάιδευε και το στόμα που περνούσε ξανά και ξανά τη γλώσσα του πάνω από το στήθος της! «Αλκιβιάδη…» Το όνομά του, που ξέφυγε από τα χείλη της με ένα βαθύ βογκητό, έσκισε τη σιωπή.Τα χέρια τους γλιστράνε παντού, σαν σε κατακτημένα εδάφη. Τα δικά του είναι πιο βιαστικά από τα δικά της. Η Βαλερία ανατρίχιασε καθώς το χέρι του χάιδεψε την πλάτη της.
Ο Αλκιβιαδης δεν έδινε σημασία, δεν άκουγε το σφύριγμα του αέρα, ούτε τον άγριο βόμβο του νερού καθώς, για εκείνον, τίποτα έξω από το δωμάτιο δεν υπήρχε εκείνη την ώρα. Το μόνο θρόισμα που έφτανε ως τα αυτιά του και τον μεθούσε ήταν εκείνο των σεντονιών, ήταν το θρόισμα από τα ρούχα της που έπεφταν στο δάπεδο με ένα ρυθμό γαλήνιο και παθιασμένο ταυτόχρονα, σε τέλειο συντονισμό με τις κινήσεις των χεριών του. Ακόμη και το πιο απαλό του άγγιγμα έκανε το κορμί της να τυλίγεται στις φλόγες. Η Βαλερία άφησε ένα σιγανό βογκητό ηδονής και σήκωσε τα χέρια στον αέρα, βοηθώντας τον να της βγάλει το αέρινο φουστάνι που είχε φορέσει νωρίτερα εκείνο το πρωί. Πολύ γρήγορα, ένας μικρός σωρός από ρούχα σχηματίστηκε γύρω από τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της, το μεταξωτό μαντίλι που είχε δέσει στο λαιμό, το φουστάνι, τα λευκά μικροσκοπικά εσώρουχά της.
«Κάνε μου έρωτα, θέλω να με λατρεύεις ως το ξημέρωμα, να γίνεις δικός μου σαν να μην υπάρχει ξημέρωμα…» μουρμούρισε ξέπνοα, έγειρε προς τα πίσω το κεφάλι και αφέθηκε στα χάδια του.
Οι άκρες των δαχτύλων του διέσχισαν απαλά τις καμπύλες της και η Βαλερία ένιωσε ρευστή, σαν να την έπλαθε ο Αλκιβιαδης με το χάδι, με το άγγιγμα του.
«Μη σταματάς, φίλα με, νιώσε με…» ψιθύρισε η Βαλερία, που δεν μπορούσε, πια, να ακούσει ή να ελέγξει τον εαυτό της.
Υπήρχε απελπισία στις ανάσες, στο λαχάνιασμα της, στη μαύρη πείνα που έκανε να στάζουν οι χυμοί του κορμιού της, να τρελαίνεται, να αγριεύει ο πόθος της και να τη σέρνει σε τοπία αχανή, απάτητα. Τα δάχτυλά της μπλέχτηκαν στα πυκνά καστανά του μαλλιά και η τυραννία της απόλαυσης εξακολούθησε για κάμποση ώρα, σχεδόν την έφερε στο απόγειο, μα η Βαλερία πρόλαβε να απομακρύνει τον εραστή της. Εκείνος χαμογέλασε, ανέβηκε στο κρεβάτι και την τράβηξε πλάι του.
Οι ανάσες τους, κοφτές, απεγνωσμένες, σαν να υποψιάζονταν ότι στ’ αλήθεια δε θα υπήρχε ξημέρωμα, έσμιξαν με τον ήχο του ανέμου και της θάλασσας, ακολούθησαν ασύνειδα τις κινήσεις και τις ενώσεις των νεφών οι στεναγμοί τους ήταν οι πρώτες βροντές, η κυοφορία της βροχής του φθινοπώρου, της λυσσασμένης μπόρας που μόνο αυτή θα μπορούσε, ίσως, να μετρηθεί, να συγκριθεί με το ανελέητο ρυθμικό σφυροκόπημα στις καρδιές τους. Και πώς να περιγράψει τη λαγνεία τους δίχως κανιβαλισμό! Χωρίς να διαγραφεί η οδοντοστοιχία τους πάνω στους γυμνούς τους ώμους, ίδιους με το σχήμα ενός αφάγωτου λωτού τη στιγμή της κορύφωσης που η θύελλα ξεσπά στον εγκέφαλο κάτι σαν έκρηξη πυροτεχνημάτων! Την κοιτάζει στα μάτια και η ανάσα του γίνεται πιο έντονη. Κάθε στιγμή κρατά μία αιωνιότητα και έχει τη δική της σημασία. Η ένταση του πόθου ολοένα και μεγαλώνει. Τα χείλη του μόλις που την ακουμπούν. Η φωνή του είναι σιγανή και αισθησιακή καθώς της ψιθυρίζει: «Σε θέλω. Θέλω να μπω μέσα σου και να σε νιώσω... έστω κι αν αυτό θα γίνει μόνο μία και μοναδική φορά»
Ακούμπησε την παλάμη της στο στήθος του. Η φωνή της ήταν βραχνή. «Κι εγώ εσένα! Σε θέλω!» Γλίστρησε τα δάχτυλά της προς τα κάτω ως το στομάχι του κι ένιωσε τα χέρια του να σφίγγουν τους γυμνούς ώμους της καθώς έπεφτε στα γόνατα μπροστά του.
«Δεν είσαι υποχρεωμένη να…»
«Είπα ότι σε θέλω! Δεν έχω επιλογή. Ήξερα τι ακριβώς ήθελα από τη στιγμή που συμφώνησα να έρθω εδώ μαζί σου». Ακολουθεί σιωπή και η Βαλερία απαλλαγμένη από όλα τα ρούχα της, γυμνή μπροστά του αφήνεται στις δικές της σαρκικές ανάγκες. ............(η συνέχεια.............ερωτική μυθοπλασία: Ι- Part: 2.................)
Αποχαυνωμένος όπως ήταν, αποδεικνύοντας εν τέλει -έστω και μεταφορικά- πως οτιδήποτε δε βγαίνει από μέσα του, τελικά καταλήγει να τον φέρνει σε κατάσταση νωθρότητας και πλήρους αδράνειας, παραλύοντας τις σωματικές και διανοητικές δυνάμεις του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιδράσει. Του πήρε λίγα λεπτά για να βγει από τους φανταστικούς αισθησιακούς μαιάνδρους της αφήγησης του. Οι κρόταφοι του χτυπούσαν μισόκλεισε τα μάτια κι αναστέναξε ζαλισμένος από το ονειρικό σεξουαλικό του ταξίδι με τη Βαλερία να είναι εκεί παρούσα στο ταξίδι του για μεγάλα χρονικά διαστήματα, και να κατέχει τις σκέψεις του, όπως μια μεραρχία έχει υπό την κατοχή της μια αλλοτριωμένη εδαφική έκταση. Τα αφτιά του βούιζαν με τις ανήθικες σκέψεις που είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του. Απόμεινε να κοιτάζει την οθόνη με βαριά βλέφαρα. Όσο και να κοίταζε την οθόνη μπροστά του, δε θα έγραφε άλλο. Έβλεπε το δρομέα να αναβοσβήνει ανυπόμονα, μα το μυαλό του είχε αδειάσει από ιδέες. Ένα διάλειμμα, αυτό χρειαζόταν.
Διάβασε και ξαναδιάβασε το κείμενο που ήταν αποθηκευμένο στο πρόχειρο προτού κλείσει τον υπολογιστή. Κράτησε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια και βάλθηκε να καταλάβει τι του είχε συμβεί παραδομένος σε έναν κυκεώνα συλλογισμών που υποτίθεται ότι θα του δώσουν το κλειδί της λύσης στις επιθυμίες του. Συλλογίζεται σαν τον Σπαρτιάτη στρατηγό που εξετάζει τα έντερα των ζώων πριν τη μάχη. Ναι, είναι πολύ σημαντική μια μάχη (το μέλλον ενός λαού) Δε μπορούμε να την αφήσουμε στην τύχη. Εκείνο το βράδυ έμεινε πολλές ώρες καθισμένος επάνω στην καρέκλα του γραφείου. Έβαλε ένα δεύτερο πότο το έπινε ήσυχα αφήνοντας τη φαντασία του να ταξιδέψει μέσα στον λαβύρινθο της αβεβαιότητας που νιώθει. Κοίταξε έξω από το παράθυρο του, το φωτισμένο δρόμο. Είχε νυχτώσει εδώ και ώρες, αλλά ήταν πολύ απορροφημένος με την εργασία του για να το καταλάβει.
Έβλεπε τα φώτα από τα αυτοκίνητα να περνούν απέναντι στη γέφυρα του περιφερειακού της Αττικής οδού. Το διασκέδαζε να μαντεύει από πού έρχονται και που πηγαίνουν. Δεν είχε καμιά διάθεση να πάει να ξαπλώσει και η μοναχική ατμόσφαιρα στο γραφείο του, του φαινόταν ιδανική συντροφιά για την όντως παράξενη διάθεση του. Κάπως έτσι ένιωθε τις βραδινές εκείνες ώρες πριν κοιμηθεί. Συνειδητοποιεί πως οι ώρες αυτές, που γύρω επικρατεί ησυχία και ηρεμία, του δίνουν χρόνο να αναλογιστεί, να σκεφτεί, να κρίνει και οι επιθυμίες του ζητάνε πλέον τη λύση τους. Τα πρόβλημα που τον απασχολεί έρχεται για να του υπενθυμίσει πως πρέπει να κάνει κάτι γι’ αυτό ώστε να αμβλυνθεί. Οι φαντασιώσεις του επιστρέφουν απρόσκλητες κι εκείνο το συναίσθημα που προσπαθει να πείσει τον εαυτό του ότι είναι ανύπαρκτο, φροντίζει να ενισχυθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να το περάσει ανεπαίσθητα. Αυτά που φοβάται δεν μπορούν παρά να είναι όσα του έρχονται στο μυαλό! Είναι οι πιο ενδόμυχες, οι πιο δικές του σκέψεις. Το πορτρέτο της Βαλερίας του προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα, μελαγχολία ανάμεικτη με ελπίδα. Μελαγχολία και ελπίδα που μοιράζονται τον ίδιο χώρο! Με μια ελπίδα που καίει μέσα του σαν άλυτο σταυρόλεξο που λέγεται επιθυμία πως να κατακτήσει το ζωντανό πορτρέτο. Ονειρευόταν να γευτεί με θέρμη την αποδοχή της. Και εκεί που ετοιμάζεται για ακόμα μια φορά να αντιμετωπίσει τον εαυτό του, πως να ξεπεράσει το συναίσθημα του ανεκπλήρωτου ερωτικού απωθημένου που του προκάλεσε η τυχαία συνάντηση με τη Βαλερία, η μορφή της Ανδρομάχης εισβάλλει ανάμεσα στις σκέψεις του. Έπεσε σε λογισμούς να τη σκέφτεται στη Θεσσαλονίκη στο δικό της σενάριο! Ελεύθερη κι απενοχοποιημένη, σαφώς ανανεωμένη, μ’ αυτοπεποίθηση σε μια χαλαρή έξοδο μια ανέμελης βόλτας, για ένα ποτό σε ένα μπαρ, που σίγουρα θα της προσφέρει πολλές ευκαιρίες για ενδιαφέρουσες ανδρικές γνωριμίες με αποτέλεσμα οι παλμοί της να ανεβαίνουν κι η αδρεναλίνη της να χτυπάει κόκκινο, που την βάζει σε μια διαδικασία να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που της παρουσιάζεται να ζήσει έντονες ερωτικές στιγμές, σε μια άλλη ανδρική αγκαλιά που θα εκτοξεύσει στα ύψη το σε ύπνωση σεξουαλικό της πάθος. Ίσως της καλλονής η αίγλη της να της θύμισε μέσα της παροπλισμένα συναισθήματα, ερωτικές επιθυμίες και ανάγκες, που αυτός είναι συγκρατημένος και ανίκανος να τα εκτιμήσει και «παγωμένα» μένουν ανικανοποίητα και υποτιμούνται στη σχέση τους; Κρυφογέλασε με τις σκέψεις του. «Ίσως αύριο που θα έρθει να μου διώξει τα φαντάσματα της νύχτας. Όλα μες στης ζωής τα βήματα είναι», ψιθύρισε και κάπου εκεί χάθηκε στην αγκαλιά των σεντονιών.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε πιασμένος από έναν άσχημο ύπνο. Όλα τα χθεσινά του ξανάρχονταν στο νου, τριγύριζαν στο μυαλό του και τον απασχολούσαν. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και χασμουρήθηκε. Έριξε μια ματιά στο ξυπνητήρι που βρισκόταν πάνω στο κομοδίνο. Έκανε ένα μορφασμό βλέποντας το είδωλο του στον απέναντι καθρέπτη της κρεβατοκάμαρας. Αυτό που έβλεπε ήταν γένια τριών ημερών κύκλους γύρω από τα μάτια και μερικά ατίθασα ανακατεμένα μικρά τσουλούφια από τα κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά του, ξανάπεσε πίσω στο κρεβάτι. Ένιωθε ένας άλλος εαυτός του. «Σκατά! Είσαι αξιοθρήνητος!» Παραδέχθηκε συνοφρυωμένος. «Πρέπει να κάνεις ένα χλιαρό ντους να συνέλθεις» μονολόγησε. Ύστερα από αρκετή ώρα μέσα στο ντους βγαίνοντας στο μπαλκόνι τον καλημέρισε η πρωινή αύρα! Προσπαθεί να επανέλθει στην κανονικότητα του και να αφήσει πίσω του τις νυχτερινές ονειροφαντασίες του, ν΄ αφήσει πίσω το γεγονός, ότι η ανάμνηση της Βαλερίας «στοιχειώνει τη σκέψη του». Το καλύτερο που μπορεί να κάνει είναι να αναζητήσει μέσα του τις απαντήσεις στο πως θα προχωρήσει παρακάτω κλείνοντας τη πόρτα στις σφοδρές ερωτικές επιθυμίες του για τη Βαλερία και ακολούθησε το κλασικό του πρωινό σύστημα στις αργίες και στις μοναξιές του. Βόλτα το σκύλο στο πάρκο, περιποίηση στο παπαγάλο και σήμερα να μη ξεχάσει το καναρίνι και να καθαρίσει την λεκάνη της άμμου για την υγιεινή του γάτου τους.
Η επερχόμενες ώρες για τον Αλκιβιάδη ήταν απολύτως προβλέψιμες! Σαν άτομο νιώθει μια εσωτερική κινητοποίηση που περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων σαν μια φυσιολογική έκφανση του ψυχισμού του. Η εικόνα της Βαλερίας του ήταν στο μακρινό παρελθόν μια αμυδρή σπίθα που μπορεί να υποδήλωνε ένα συναίσθημα που αντιπροσώπευε μια μικρή ελπίδα, μια ιδέα, για ένα ξεκίνημα που ήταν πολύ αδύναμο αλλά υπήρχε. Χθες διαπίστωσε ότι όλα αυτά είχαν μείνει σ΄ ένα διαμέρισμα της ψυχής του και να που τώρα επιτακτικά αναζητούν να έρθουν στην επιφάνεια, με τρόπους τους οποίους δεν ελέγχει. Η εικόνα της επαναφέρει μια ξεχωριστή, αξιοπρόσεκτη και σημαντική επίδραση, όχι μόνο στο μυαλό του, αλλά και βαθιά μέσα στη ψυχή του με μια έντονη σεξουαλική επιθυμία που δύσκολα εξατμίζεται. Στις φαντασιώσεις του, που μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα, με αμεσότητα και αυθορμητισμό, χωρίς να ανησυχεί μήπως παρεξηγηθεί και εκτεθεί, η Βαλερία του έχει αφήσει αποτύπωμα ανεξίτηλο, που του χτυπάει μια χορδή μέσα του σε μια απέλπιδα, αέναη κι άγονη προσπάθεια για έναν «Άγονο έρωτα». Οι φαντασιώσεις του δεν στηρίζονται σε γόνιμο και εύφορο τόπο με αποτέλεσμα να παράγουν ένα αόριστο, βουβό στείρο και άγονο πάθος, ακαρποφόρητο. Οι σοφοί μας λένε πως, «ο νους οφείλει να υποκλίνεται στη σοφία της καρδιάς.» Ο φορτισμένος νους του Αλκιβιάδη αναζητά να ζήσει το ανέκφραστο υπόγειο πάθος του, που τόσο απρόσμενα συσσωρεύτηκε και κοχλάζει μέσα του, σα λάβα που αναζητά διέξοδο, ταυτόχρονα όμως οφείλει να βρει τη γενναιότητα και το θάρρος να δει την αλήθεια του και να πορευτεί με ακεραιότητα, όσο δύσκολο κι αν του μοιάζει! Είναι αυτές οι στιγμές που η επιθυμία της ψυχής δεν σβήνει μα γίνεται άνεμος που σκορπίζεται στο απέραντο κενό όπως και κάθε χαμένο όνειρο αναζητά να ζήσει ανεκπλήρωτους έρωτες και η καρδιά όσο και αν πονά οφείλει σιωπηλά να υποκλίνεται στη σοφία του νου.
Η συνέχεια στην ...