ADS

click to open

Slider

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Was Will Das Weib?

.«Αλκιβιάδη, η αγάπη είναι ο χάρτης, αλλά η απιστία είναι ο καιρός. Μπορεί να έχεις τον καλύτερο χάρτη στον κόσμο, αλλά αν ξεσπάσει η καταιγίδα, το πλοίο θα κουνηθεί. Το να λες ότι η αγάπη δεν αφήνει χώρο για απιστία, είναι σαν να λες ότι ο ωκεανός δεν αφήνει χώρο για κύματα. Η αγάπη είναι το καταφύγιο, αλλά το ένστικτο, είναι η άγρια θάλασσα που έρχεται και χτυπάει την πόρτα του καταφυγίου.» 
Ο καπετάνιος, με το βλέμμα στον ορίζοντα, ξεστομίζει την απόλυτη αλήθεια που ο Αλκιβιάδης φοβόταν να αντικρίσει. «Κανα ξέρεις» του τόνισε απτόητος την συνέχεια της ανάλυσις ο θαλασσόλυκος. «Φυσιολογικοί άνθρωποι δεν υπάρχουν, είναι ένας μύθος η κανονικότητα. Όταν οι «μάσκες πέφτουν» παύουν να είναι όλα καλά και φυσιολογικά. Ακόμα κι εκείνος που σου φαίνεται τόσο κανονικός, τόσο απλός, κρύβει στην ντουλάπα του σκελετούς και δυναμίτες, πτώματα, ενοχές και πόθους. Οι μόνοι φυσιολογικοί άνθρωποι είναι αυτοί που δεν γνωρίζουμε!» Ο καπετάνιος του δίνει το πιο πολύτιμο μάθημα. Δεν υπάρχει «φυσιολογική σχέση που να μην έχει περάσει από τη φωτιά. Η «αγάπη» που πίστευε ο Αλκιβιάδης πως ήταν ο τοίχος ενάντια στην απιστία, αποδεικνύεται πως ήταν απλώς το σεντόνι που κάλυπτε το χάος. 
Ο Αλκιβιάδης δεν πρέπει να προσπαθεί να επιστρέψει στο «φυσιολογικό», γιατί αυτό δεν υπήρξε ποτέ. Πρέπει να μάθει να ζει μέσα στο χάος και να σταμάτα να ζητά μια σχέση που να είναι «όλα καλά». Τέτοιες υπάρχουν μόνο στα παραμύθια ή στους αγνώστους που βλέπει στον δρόμο. Στη δική του ζωή, το μόνο που μένει είναι να αποφασίσει αν θα κάψει τα πτώματα στην ντουλάπα και θα φύγει, ή αν θα μάθει να συνυπάρχει με τους σκελετούς του.»
«Γεννηθήκαμε άπιστοι!» Διακηρύσσει ο καπετάνιος, και έρχεται να επιβεβαιώσει τη βιολογική πραγματικότητα «Το σεξ δεν αποδέχεται την ηθική γιατί το σεξ είναι και ανήθικο και ακόλαστο. Δεν μπορείς να το μετρήσεις με όρους ηθικούς. Μπορεί να δώσει κάποιος εντολή σε μία επιθυμία που είναι «πρωτόγονη!» όχι! Το σεξ δεν ρωτάει αν είσαι παντρεμένος, δεν ρωτάει αν είναι ηθικό. Ρωτάει μόνο αν έχεις τη φωτιά να το ζήσεις. Κι αν η φωτιά σας έσβησε, δεν φταίει η ηθική. Φταίει το ότι το καύσιμο εξαντλήθηκε. 
Η προσπάθεια να επιβληθεί ηθική στο σεξ είναι σαν να προσπαθείς να βάλεις λουρί σε έναν τυφώνα. Η σεξουαλική επιθυμία γεννιέται στο πιο αρχέγονο μέρος του εγκεφάλου μας, εκεί που η λογική και οι κοινωνικές συμβάσεις δεν έχουν καμία εξουσία. Το να ζητάς από έναν άνθρωπο να «υπακούσει» στην ηθική όταν η επιθυμία του «φωνάζει», είναι σαν να του ζητάς να μην αναπνέει. 
Γνωρίζουμε τη διάσημη αυτή φράση του Freud,! Ο Φρόιντ, μετά από τριάντα χρόνια που πέρασε αναλύοντας τα σκοτεινά μονοπάτια του υποσυνείδητου, κατέληξε σε αυτή τη διαβόητη ομολογία αδυναμίας.
«Was will das Weib?» «Τι θέλει επιτέλους η γυναίκα;».
«Αλκιβιάδη η ερώτηση «τι θέλει η γυναίκα» είναι ίσως η πιο άχρηστη ερώτηση στον κόσμο. Η γυναίκα θέλει να είναι ελεύθερη να είναι αυτό που η φύση της επιτάσσει ανά πάσα στιγμή. Θέλει την ένταση, θέλει τον ηλεκτρισμό, θέλει την αναγνώριση της δύναμής της. 
Τώρα που η «αυθεντία» (ο καπετάνιος) και η «επιστήμη» (ο Φρόιντ) συμφωνούν στο ότι η γυναικεία επιθυμία είναι μια άγνωστη δύναμη, αισθάνεται και ο Αλκιβιάδης πως το μυστήριο δεν είναι κάτι που λύνεται, αλλά κάτι που απλώς, συμβαίνει. 
Ο θαλασσόλυκος, με το βλέμμα του γεμάτο μια σκληρή, γνώριμη αλήθεια του λέει. «Να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Ο εραστής δεν ρωτάει πολλά. Δεν θέλουν να γίνουν φιλαράκια, ούτε θα λύσουν την οικονομική κρίση. Δεδομένου του περιορισμένου χρόνου, εστιάζουν στο θέμα που τους αφορά. Το σεξ. Ο εραστής δεν κάνει σχέδια για το μέλλον. Το πιο πιθανό είναι ότι το μέλλον του είναι ήδη τόσο γεμάτο από σχέδια, που δεν χωράει ούτε ένα μικρό σκίτσο. Περιορίζονται λοιπόν στο σχέδιο της επόμενης συνάντησης, εκτός απροόπτου δηλαδή.
Ταυτόχρονα υπάρχει μια ζωώδης αλήθεια της γυναικείας επιθυμίας.! Ο εραστής της βγάζει τον πιο ακομπλεξάριστο εαυτό της και δεν αφήνει χώρο σε ντροπές και στερεότυπα. Τα «μη», τα «όχι» και τα «πρέπει» τα έχει ήδη. Στην αγκαλιά του, τα όρια μεταξύ «επιτρεπτού» και «απαγορευμένου» καταρρέουν. Ο εραστής δεν ρωτάει «τι έχεις;» ο εραστής ξέρει ακριβώς τι έχει, γιατί το βλέπει στο σώμα της, στις ανάσες της, στην ένταση που εκείνη απελευθερώνει.
Και αν ο εραστής είναι και νεαρός είναι καλύτερος. Οι λόγοι είναι προφανείς! Είναι η ενέργεια που δεν σπαταλιέται σε λογαριασμούς και στόχους. Με τον νεαρό εραστή, το βλέμμα της αλλάζει. Εκείνος δεν την κοιτάζει για να δει «αν πληρώθηκαν τα κοινόχρηστα». Εκεί που ο σύζυγος βλέπει υποχρεώσεις και προγραμματισμό, ο εραστής βλέπει μόνο πρώτες ύλες για ηδονή. Δεν τον ενδιαφέρουν οι ευθύνες της. Δεν τον ενδιαφέρουν τα προβλήματα του σπιτιού της. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το σώμα της. 
Όταν μια γυναίκα, μετά από χρόνια ρουτίνας, εισπράττει αυτό το βλέμμα, το βλέμμα που τη θέλει «εδώ και τώρα», χωρίς όρους και χωρίς αύριο, νιώθει να «ξεκλειδώνει». Είναι η στιγμή που παύει να είναι η «κυρία του σπιτιού» και γίνεται ξανά το «θηλυκό». O εραστής τη λατρεύει να τη γαμάει. Στην αγκαλιά του εραστή, η πράξη αυτή είναι απόδειξη λατρείας. Είναι η στιγμή που η γυναίκα νιώθει ότι είναι ακόμα «επιθυμητή», ότι μπορεί ακόμα να προκαλέσει «φωτιά» σε έναν άντρα που η ορμή του δεν έχει αναλωθεί στην καθημερινή «μάχη» για την επιβίωση. Στο γάμο, ο σύζυγος προσφέρει ασφάλεια, αλλά το DNA, διψάει για ένταση. 
Ερωτήματα πολλά για τον Αλκιβιάδη. «Τι έχεις να πεις προφέσορα;» Ρώτησε με απορημένο ύφος.
«Δηλαδή;»
«Τι συμβουλή σου ζητάω»
Ο θαλασσόλυκος, κάθισε πιο αναπαυτικά στην καρέκλα του, καρφώνει τα μάτια του στον Αλκιβιάδη. Δεν είναι πια το ειρωνικό βλέμμα του ανθρώπου που διασκεδάζει με τα πάθη των άλλων, αλλά το βλέμμα κάποιου που έχει δει καταιγίδες να βουλιάζουν πλοία που φαίνονταν αβύθιστα. Είχε τη σοβαρότητα ενός ανθρώπου που ξέρει πως, όταν η θάλασσα φουρτουνιάζει, οι πολλές συμβουλές μόνο το πλοίο βουλιάζουν. «Μου ζητάς τη συμβουλή μου, Αλκιβιάδη; Η συμβουλή μου είναι ότι η μεγαλύτερη φυλακή που έφτιαξε ποτέ ο άνθρωπος δεν είναι η απιστία, είναι η ανάγκη του να ξέρει. Θέλεις τη συμβουλή ενός ανθρώπου που έμαθε ότι στον ωκεανό δεν κερδίζεις ποτέ τον άνεμο, απλώς μαθαίνεις πώς να μη σπάσει το κατάρτι σου;» 
Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. 
«Πρώτον: Σταμάτα να ψάχνεις για αποδείξεις. Αν το ψάξεις, θα το βρεις. Αν όχι στο κρεβάτι σου, στο τηλέφωνό της, αν όχι στο τηλέφωνο, στο βλέμμα της. Όταν ο άνθρωπος αποφασίσει να γίνει ντετέκτιβ στη ζωή του, καταστρέφει τον σύντροφο του, αλλά κυρίως καταστρέφει τον εαυτό του. Η αλήθεια που αναζητάς δεν θα σε κάνει ελεύθερο, θα σε κάνει αιχμάλωτο μιας εικόνας που δεν θα μπορείς να ξεχάσεις. 
Δεύτερον: Μην την ανταγωνίζεσαι. Μην προσπαθήσεις να γίνεις ο «νεαρός». Δεν μπορείς να κλέψεις χρόνια από το ρολόι, και η προσπάθεια να το κάνεις θα σε κάνει να φαίνεσαι αξιοθρήνητος στα δικά της μάτια. Μην προσπαθείς να γίνεις ο εραστής, γιατί εσύ είσαι ο Σύζυγος, ο Πατέρας, ο Άνθρωπος που έχτισε τον κόσμο της. Αν προσπαθήσεις να παίξεις ένα παιχνίδι που δεν είναι δικό σου, θα χάσεις και τον σεβασμό που σου έχει απομείνει. Η ζωή, φίλε μου, δεν είναι μια εξίσωση που λύνεται. Είναι ένας χορός. Κι αν κάποια στιγμή η Ανδρομάχη αποφάσισε να χορέψει με κάποιον άλλον, δεν φταίει η ηθική της. Φταίει ότι η μουσική που της έπαιζες εσύ, ίσως είχε γίνει πολύ μονότονη για να την κρατήσει στη σκηνή. 
Τρίτον: Επέστρεψε στην ουσία. Αν νιώθεις ότι η Ανδρομάχη απομακρύνθηκε, είναι γιατί άφησες το «εμείς» να γίνει «αυτή και τα παιδιά». Αν θέλεις να δεις αν υπάρχει ακόμα χώρος για σένα, μην την ανακρίνεις, προκάλεσε την. Όχι με ζήλια, αλλά με μια νέα παρουσία. Γίνε ξανά αυτός που εκείνη κάποτε ερωτεύτηκε, όχι επειδή «πρέπει» να την κρατήσεις, αλλά επειδή αυτός είσαι. Αν ανταποκριθεί, η ομίχλη θα διαλυθεί. Αν δεν ανταποκριθεί, αν το βλέμμα της είναι πλέον στραμμένο μόνιμα στο λιμάνι του άλλου, τότε θα ξέρεις, χωρίς να χρειαστεί να κάνεις καμία έρευνα. 
Και η τελική μου συμβουλή; Αν ανακαλύψεις πως η «εξαίρεση» δεν ισχύει για σένα, μην την πετάξεις έξω με θυμό. Πέταξε έξω τον φόβο σου. Αν η Ανδρομάχη διάλεξε να χορέψει με κάποιον άλλον, είναι δική της απώλεια, όχι δική σου. Μην αφήσεις μια γυναίκα, όσο κι αν την αγαπάς, να ορίζει το αν είσαι άντρας ή αν η ζωή σου έχει αξία. Η ζωή σου είναι δική σου, Αλκιβιάδη. Μην την αφήσεις να βουλιάξει επειδή κάποιος άλλος τράβηξε την άγκυρα.»
 Ο θαλασσόλυκος έγειρε πίσω, τον κοίταξε με ένα μειδίαμα που δεν ήταν πια κοροϊδευτικό, αλλά σχεδόν πατρικό. «Τώρα, τι λες; Θα συνεχίσεις να κοιτάς το ποτήρι σου ή θα σηκωθείς να πας να τη συναντήσεις, όχι ως δικαστής, αλλά ως άντρας που δεν φοβάται ούτε την αλήθεια ούτε τη μοναξιά;»
Ο Αλκιβιάδης μένει να κοιτάζει το κενό. Τα λόγια του θαλασσόλυκου, εμποτισμένα με την κυνική σοφία της αλμύρας, λειτουργούν σαν το πιο σκληρό αντίδοτο. Ο καπετάνιος δεν τον χαϊδεύει. Του πετάει στα μούτρα το «μετάλλιο» του κερατά, κάνοντάς τον να συνειδητοποιήσει ότι ο πόνος του δεν είναι μοναδικός, είναι ένα παλαιό, κλασικό έργο που παίζεται στη σκηνή της ανθρωπότητας από τότε που οι θεοί κατέβηκαν στη γη.  
Άμα νοιώσει ο κερατάς τη γλύκα του κεράτου, μέλι και γάλα γίνεται με τη νοικοκυρά του. Όταν ο θαλασσόλυκος του λέει ότι ο «κερατάς γίνεται μέλι και γάλα», δεν εννοεί ότι ο απατημένος σύζυγος «ξευτιλίζεται». Εννοεί ότι απελευθερώνεται. Από τη στιγμή που αποδέχεσαι ότι η γυναίκα του μπορεί να έχει κι άλλη ζωή, παύει να είναι ο «φύλακας» της ηθικής της. Του μνημονεύει τον Ήφαιστο, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο. Του θυμίζει ότι η ιστορία δεν γράφτηκε από «πιστούς συζύγους», αλλά από ανθρώπους που έζησαν το μεγαλείο τους παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες τους, εδώδιμες ή θεϊκές, επέλεξαν άλλα μονοπάτια.»
Τον προτρέπει να σταματήσει να ψάχνει. Τον προτρέπει να γελάσει με την ίδια του την απόγνωση. Γιατί αν ο Μενέλαος έκανε πόλεμο για την Ελένη, ο Αλκιβιάδης θα πρέπει να αποφασίσει αν ο δικός του γάμος αξίζει έναν «Τρωικό Πόλεμο» ή αν αξίζει απλώς μια συγκατάβαση στην ανθρώπινη ατέλεια.
«Αλκιβιάδη, η καχυποψία σου είναι σαν να προσπαθείς να μετρήσεις το βάθος του ωκεανού με μια κλωστή. Δεν θα βρεις ποτέ πάτο. Το μόνο που θα καταφέρεις είναι να πνιγείς μέσα στην ίδια σου την αναζήτηση. Δέξου το κερί σου, σήκωσε το κεφάλι και μάθε να χορεύεις ακόμα κι όταν η μουσική δεν παίζει μόνο για σένα.»
«Σόρυ φίλε μου που στα λέω χύμα, αλλά έτσι δουλεύει η ζωή. Τι να κάνουμε; Και μήνυση να της κάνεις δεν αλλάζει.»
Ο Αλκιβιάδης νιώθει τα λόγια του θαλασσόλυκου να τον ξυπνάνε από έναν πυρετώδη ύπνο. «Μήνυση...» επαναλαμβάνει σιγανά, προς τον ίδιο του τον εαυτό. «Πώς να μηνύσεις την ίδια τη φύση; Πώς να στείλεις την ορμή στα δικαστήρια;» Όπως λέει ο καπετάνιος, η μήνυση δεν αλλάζει το αποτέλεσμα. Το μόνο που κάνει είναι να βυθίζει τον «δικαστή», τον ίδιο τον Αλκιβιάδη, σε μια διαδικασία που θα τον κάνει να ξαναζήσει την προδοσία εκατό φορές, μέχρι να στερέψει κάθε ίχνος αξιοπρέπειάς του.
«Πως το είπες το ποσοστό έξι στις δέκα; Κι εγώ θα είμαι η εξαίρεση;» Αναρωτήθηκε μέσα από τα δόντια του ο Αλκιβιάδης. Φαίνεται ότι το κοροϊδευτικό ύφος του θαλασσόλυκου δεν γαληνεύει την ψυχή του. Η επανάληψη αυτής της σκέψης γύρω από το στατιστικό νούμερο δείχνει πόσο βαθιά έχει καρφωθεί το αγκίστρι στο μυαλό του Αλκιβιάδη. Το ποσοστό αφαιρεί κάθε ίχνος ρομαντισμού ή φιλοσοφικής θεωρίας και μετατρέπει την αγωνία του σε ψυχρά, αμείλικτα μαθηματικά και το 60% σημαίνει ότι η απιστία δεν είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας. Το να ελπίζει ότι ανήκει στη μειοψηφία του μοιάζει πλέον με παιδική αφέλεια. Το σαράκι της αμφιβολίας πήρε σάρκα και οστά. 
Εδώ και καιρό γνωρίζει ένα ζευγάρι αγαπημένο, με ζωή ασυννέφιαστη. Και ξαφνικά μαθαίνει πως η κυρία πηδιέται σαν σκύλα. Ο αφελής σύζυγος την κοιτάει στα μάτια. Συμβαίνει βέβαια και το αντίθετο. Αλλά αυτό δεν τον αφορά. Συνέχισε τις σκέψεις του.

Salty Captain

.Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
... Η εικόνα όμως της συμπεριφοράς της Ανδρομάχης του έχει δημιουργήσει έντονο προβληματισμό καθώς είναι διάχυτη η αίσθηση του ότι «κάτι» συμβαίνει. Όταν μάλιστα, στην περίοδο που αυτός της δείχνει να την θέλει αρκετά σεξουαλικά εκφράζοντας με θόρυβο το παράπονο του ότι «τον πάει στη γωνία», βλέποντας τις προτεραιότητές της, χωρίς το σεξ! 
Αποφασίζει πως είναι καιρός να συζητήσει για το πρόβλημα που τον απασχολεί με ένα φίλο από τα παλιά, έναν θαλασσόλυκο καπετάνιο που τον θεωρεί αυθεντία στα ερωτικά. Η αυθεντία με το κύρος του, σαν έτοιμος από καιρό προσπαθεί να του δώσει τη λύση. Αρχίζει από το χειρότερο αλλά πιθανό σενάριο που μπορεί να συμβαίνει.
«Καλέ μου φίλε, τα πράγματα είναι απλά στη ζωή. Μην σε πιάνει πανικός! Μείνε ψύχραιμος. Γιατί μάλλον υπάρχει άλλος.» Τον συμβουλεύει και σαν άλλος επιθεωρητής Κλουζώ εν δράσει του αναλύει τα σημάδια.
Παρά την επικρατούσα άποψη ότι ο άνδρας είναι ο κυνηγός και η γυναίκα το θήραμα, συνήθως γίνεται το αντίθετο. Η γυναίκα, σε αντίθεση με τους άντρες, όταν ερωτεύεται δίνει ψυχή και σώμα. Αν λοιπόν έχει ενθουσιαστεί με κάποιον άλλον, μην περιμένεις να κάνει σεξ μαζί σου, τουλάχιστον όχι με την καρδιά της. Το μυαλό της είναι αλλού και δυστυχώς για εσένα εκεί ακριβώς θα επιθυμούσε να είναι και το σώμα της. Και γιατί να κάνετε σεξ, αφού εκείνη αντλεί ικανοποίηση  από αλλού; Ακόμα και αν δεν είναι άπιστη, ακόμα και αν δε σε έχει κερατώσει, σίγουρα το ερωτικό στοιχείο μεταξύ σας έχει εξασθενήσει υπερβολικά πολύ. 
Έχει μούτρα, αποφεύγει να σε κοιτάξει στα μάτια, μιλάει ελάχιστα. Είναι φανερό πως με κάτι είναι ενοχλημένη, ωστόσο, δεν μπαίνει στη διαδικασία να στο εξηγήσει όσες φορές κι αν εσύ ρωτήσεις «τι έχεις;». Δεν είναι νάζι, δεν είναι κοριτσίστικη ιδιοτροπία, δεν είναι τακτική ή στρατηγική. Είναι μια κουρασμένη γυναίκα που έχει βαρεθεί να τονίζει το αυτονόητο. Τι της απομένει; Τα μούτρα η έχω πονοκέφαλο! Δεν υπάρχει εραστής, φίλος ή σύζυγος που δεν έχει ακούσει έστω για μια φορά τη δημοφιλέστερη δικαιολογία για να μην κάνει μια γυναίκα σεξ. 
Η αλήθεια είναι προφανώς πως απλά δεν θέλει. Γιατί, τότε, δεν το λέει. Και πάλι ενοχικά σύνδρομα, κατάλοιπα παλαιότερων γενεών, είναι η αιτία. Η γυναίκα θέλει να σερβίρει την απόρριψη ευγενικά, ώστε να σε πληγώσει όσο γίνεται λιγότερο. Το «έχω πονοκέφαλο» είναι σαφώς ηπιότερο από το «δεν θέλω ούτε να με αγγίξεις σήμερα», δεν βρίσκεις;
Τώρα αν είσαι άτυχος και πέσεις σε μία τέτοια γυναίκα, θα σε έχει σίγουρα βασιλιά, αλλά ψάχνε κάθε τόσο το κεφάλι σου! Η εμφάνιση και γενικότερα η παρουσία δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο, καθώς δεν είναι λίγες οι φορές που μπορεί να δούμε μία γυναίκα σεμνή και χαμηλοβλεπούσα, που όμως  μπορεί να κουβαλάει μέσα της μια ηφαιστειακή επιθυμία που απλώς δεν βρίσκει δίοδο στον γάμο της. Όταν αυτή η επιθυμία βρει τον κατάλληλο αποδέκτη, αυτόν που δεν την ξέρει ως «σύζυγο» και «νοικοκυρά», και μετά από λίγο να μάθουμε ότι έχει κάνει τα τέρατα! Να ξέρεις, ότι όλες οι γυναίκες, ότι εμφάνιση κι αν διαθέτουν, έχουν τουλάχιστον έναν θαυμαστή στο περιβάλλον τους ο οποίος παρά το γεγονός ότι γνωρίζει ότι είναι δεσμευμένες, τις πολιορκεί διακριτικά κάτι που οι περισσότεροι σύζυγοι αρνούνται να δουν. Δεν είναι πρωτοφανές, όσο κι αν σου ακούγεται περίεργο, μια γυναίκα μέσα στην πορεία της ζωής ενός γάμου να χάσει το σεξουαλικό ενδιαφέρον χωρίς όμως να χαθεί η συναισθηματική αναγνώριση και η αγάπη προς τον σύντροφο της, έχοντας όμως διαχωρίσει τη σεξουαλικότητα από τη συναισθηματική επαφή.
Μάλιστα όλες αυτές που συνειδητοποιούν ότι δεν έχουν πια το σεξουαλικό ενδιαφέρον για τον σύντροφό τους, δεν σημαίνει ότι έχουν μπει οι ίδιες σε σεξουαλική σιγή, καθώς μόλις αποκτήσουν καινούργιο σύντροφο, η λίμπιντο επιστρέφει στα ύψη.» 
Αυτή είναι η πιο σκληρή, αλλά και η πιο ρεαλιστική αλήθεια που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας άνδρας στην κατάσταση του Αλκιβιάδη. Αυτό που του περιγράφει ο θαλασσόλυκος του καταρρίπτει τον μύθο της «σεξουαλικής κούρασης» και της «φυσιολογικής πτώσης της λίμπιντο λόγω ηλικίας ή ρουτίνας». Όταν μια γυναίκα που παρουσιάζει «σεξουαλική σιγή» στον γάμο της «ανθίζει» ακαριαία με έναν νέο σύντροφο, δεν πρόκειται για ιατρικό θαύμα. Πρόκειται για ενεργειακή ανακατεύθυνση.
«Ένας φίλος μου ταξιδιάρης και φιλόσοφος του δρόμου μου ’χε πει κάποτε ότι «οι γυναίκες έχουν δυο ηλικίες, τις ανέραστες που γεννήθηκαν γριές και τις ερωτιάρες που είναι και μένουν πάντα νέες, η ηλικία τους είναι απλώς ένας αριθμός μπροστά στην ορμή της ψυχής τους. Αυτές οι γυναίκες, δεν «γερνάνε» ποτέ γιατί η σεξουαλικότητά τους δεν ήταν προσκολλημένη στη νεανική επιδερμίδα τους, αλλά στην ψυχική ανάγκη για επιβεβαίωση, κατάκτηση και απόλαυση. Δεν έχει σημασία η ηλικία τους αλλά ο πόθος και το πάθος τους για έρωτα. Αυτό δεν έχει σημασία με την μούρη αλλά με την ψυχή τους. 
Κι είχε δίκιο, μια φορά είδα εξηντάρα να παίρνει παρτούζα δυο νεαρά αρσενικά και να τους κάνει να φτύνουν τις μάνας τους το γάλα. Η λίμπιντο δεν γνωρίζει ηλικιακά σύνορα, ούτε κοινωνικά «πρέπει». Όταν μια γυναίκα, ανεξαρτήτως αν είναι είκοσι ή εξήντα ετών, αποφασίζει να «σπάσει τα δεσμά» και να αφήσει την κλειτορίδα της να οδηγήσει το παιχνίδι, μετατρέπεται σε μια δύναμη της φύσης που κανένας άνδρας, όσο νέος ή ακμαίος κι αν είναι, δεν μπορεί εύκολα να διαχειριστεί.
Και οι στατιστικές, σαφέστατες! Σύμφωνα με την πιο έγκυρη, το εξήντα πέντε τα εκατό των γυναικών ομολογούν πως έχουν απατήσει τους άντρες τους. 
Και μήπως είναι σίγουρο το άλλο τριάντα πέντε; Αυτές απλώς δεν το λένε! «Αφού το κάνει αυτή γιατί να μην το κάνω κι εγώ;» φαίνεται να σκέφτονται όλο και περισσότερες γυναίκες. Το 65% και το «ύποπτο» 35% που απομένει δεν είναι απλώς αριθμοί. Είναι η ομολογία μιας νέας εποχής. Με τέτοια συντριπτικά ποσοστά, μάλλον κάποια ανυπέρβλητη ανάγκη οδηγεί όλες αυτές τις γυναίκες στην απιστία ή ακόμα και η ίδια η φύση. Στη φύση κανένα ζώο δεν είναι εκατό τοις εκατό μονογαμικό στο εκατό τοις εκατό της ζωής του και ο άνθρωπος, παρά τον πολιτισμό του, παραμένει ένα ον με ένστικτα. Πόσο εύκολο είναι να αντισταθεί στα «γραμμένα» του DNA της; Ίσως, τελικά, η μονογαμία να επιτυγχάνεται μόνο μέσω της μοιχείας να είναι μια κυνική αλλά ενδεχομένως ακριβής παρατήρηση. Ίσως η «πιστότητα» σε μια μακροχρόνια σχέση να απαιτεί μια τέτοια εσωτερική ελευθερία, ώστε να μπορεί το άτομο να διοχετεύσει την «ηλεκτρισμένη» ορμή του αλλού, διατηρώντας έτσι τις ισορροπίες στο «επίσημο» σπίτι. Και να μην ξεχνάς την κλειτορίδα ως το μοναδικό όργανο που είναι σχεδιασμένο αποκλειστικά για ευχαρίστηση, καθώς διαθέτει 8.000 νευρικές απολήξεις, διπλάσιες από αυτές του πέους. Η κλειτορίδα είναι η Ιερή, η Μεγάλη πιστοποίηση της γυναίκας ως σεξουαλικού όντος. Μητέρα του οργασμού, απαράβατο κέντρο λατρείας και φροντίδας από το οποίο πηγάζουν ανεκτίμητης ορμής ποτάμια, ηλεκτρισμένα, σχεδόν θανατηφόρα. Πώς αλλιώς; Αφού μιλάμε για το γυναικείο ανάλογο του πέους.
 Η ανάλυση του θαλασσόλυκου αγγίζει τον πυρήνα μιας «βιολογικής επανάστασης» ενάντια στο κοινωνικό οικοδόμημα της μονογαμίας. Η σύγκρουση ανάμεσα στο DNA και το «πρέπει» είναι ο λόγος που ο Αλκιβιάδης και ο κάθε άνδρας νιώθει συχνά ότι παλεύει με φαντάσματα. Όταν θέτει το ζήτημα της κλειτορίδας ως «Ιερής πιστοποίησης», μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο της ηθικής στο επίπεδο της ανατομικής αλήθειας. Το ανεξάρτητο» όργανο με τις 8.000 νευρικές απολήξεις, η κλειτορίδα δεν είναι απλώς ένα κομμάτι του γυναικείου σώματος, είναι ένας «νευρικός επιταχυντής» που δεν έχει κανέναν ρόλο στην αναπαραγωγή. 
Είναι ένα όργανο που υπάρχει μόνο για την σεξουαλική απόλαυση της γυναίκας. Όταν η φύση «σχεδιάζει» κάτι τόσο ισχυρό, είναι παράλογο να περιμένουμε από το άτομο να το «απενεργοποιήσει» επειδή έτσι επιβάλλει ένα συμβόλαιο γάμου. Αν η γυναίκα είναι πιο ικανή στην ηδονή, τότε η κυριαρχία του άνδρα είναι μια ψευδαίσθηση., όπως στο γνωστό μύθο του μάντη Τειρεσία που καταδιώκει επί αιώνες τη γυναικεία σεξουαλικότητα.
.«Ο μύθος θέλει το μάντη Τειρεσία να τυφλώνεται από το εκδικητικό μένος της θεάς Ήρας, όταν τόλμησε να μην τη στηρίξει στη διαμάχη της με το Δία σχετικά με το ποιος έχει τον πιο έντονο οργασμό -ο άντρας ή η γυναίκα. Όταν εκείνος δήλωσε με βεβαιότητα ότι ο γυναικείος οργασμός είναι πολλάκις πιο ισχυρός από τον αντρικό, η Ήρα, νιώθοντας ότι ο Τειρεσίας πρόδωσε το πιο απόκρυφο γυναικείο μυστικό, τον τύφλωσε.»......
«Δηλαδή μου λες είναι αναπόφευκτο! Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή μας που η απιστία μας χτυπάει την πόρτα; Όλοι κάποια στιγμή θα κερατώσουμε ή θα κερατωθούμε; Ρητορικό το ερώτημα μου προφέσορα!.»
Ο θαλασσόλυκος καπετάνιος, καθώς το βλέμμα του χάνεται στα απόνερα της σκέψης του, δεν βιάζεται να απαντήσει. Δεν είναι η ώρα για παρηγορητικά λόγια, είναι η ώρα για την «αλμυρή» αλήθεια της ανοιχτής θάλασσας. «Κοίτα, Αλκιβιάδη στον κόσμο που ζούμε, η μονογαμία είναι σαν το πλοίο που προσπαθεί να μείνει ακίνητο στη μέση του ωκεανού. Το ρεύμα, οι άνεμοι, οι παλίρροιες, όλα δουλεύουν εναντίον σου. Δεν είναι θέμα ηθικής, είναι θέμα φυσικής. Είναι ότι η ζωή είναι μακρύτερη και πολυπλοκότερη από τις υποσχέσεις που δίνουμε στα είκοσι ή στα τριάντα μας χρόνια», συνεχίζει. «Όταν δύο άνθρωποι δένονται, δεν υπολογίζουν ότι οι ίδιοι θα αλλάξουν. Ότι το δικό τους σήμερα δεν θα έχει καμία σχέση με το αύριο. Η απιστία δεν είναι η αιτία της διάλυσης είναι το σύμπτωμα. Είναι η στιγμή που ο ένας ή και οι δύο συνειδητοποιούν πως η ζωή που επέλεξαν δεν χωράει πια την ορμή τους, τα όνειρά τους και στη βιολογική τους ανάγκη για το νέο. 
Θέλεις την αλήθεια; Η απιστία δεν «χτυπάει την πόρτα» επειδή είναι κακιά. Χτυπάει επειδή ο άνθρωπος είναι ανήσυχο πνεύμα. Κι όταν μέσα στο σπίτι η πόρτα είναι κλειστή, όταν η επιθυμία έχει γίνει «πονοκέφαλος» και ο άλλος έχει γίνει «έπιπλο», τότε η απιστία είναι η ανάσα που ψάχνουμε για να μην πνιγούμε. Δεν θα κερατώσουν ή θα κερατωθούν όλοι, Αλκιβιάδη. Θα ζήσουν όλοι τη στιγμή εκείνη που η μονογαμία θα τους φανεί σαν κλουβί. Το τι θα κάνουν μετά, εκεί κρίνεται ο άνθρωπος. Μην αναρωτιέσαι αν είναι αναπόφευκτο. Αναρωτήσου αν το «λιμάνι» στο οποίο είσαι αξίζει τον κόπο να το υπερασπίζεσαι, ακόμα κι όταν τα κύματα σε σπρώχνουν έξω. 
Η απιστία είναι ένα ενδεχόμενο που συνοδεύει κάθε σχέση. Το αν θα γίνει πράξη, εξαρτάται από το αν οι δύο «καπετάνιοι» του σπιτιού εξακολουθούν να θέλουν να ταξιδεύουν μαζί, ή αν ο καθένας έχει ήδη χαράξει πορεία για άλλα νερά.»

Extramarital Affair... Nausicaa

Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
... Η Ναυσικά μέχρι να καλοσκεφτεί τι της συμβαίνει, αισθάνθηκε το χέρι του Αλκιβιάδη της τρίβει απαλά τη γάμπα και ν' ανεβαίνει αργόσυρτα προς τα πάνω. Αναστατώθηκε. Το αντρικό χέρι ταξίδευε τελετουργικά πάνω στην επιδερμίδα της και την ανατρίχιασε. Της χάιδεψε για λίγο το γόνατο και μετά προχώρησε πιο μέσα, προς το μπούτι της. Την έτριψε αρκετή ώρα και μετά, βάζοντας το χέρι του ανάμεσα στα μπούτια της της τα 'σφιξε δυνατά, αναστατώνοντας την.
Δεκαπέντε λεπτά μετά βρίσκονταν στο σπίτι της..
Φιλήθηκαν. Η ανάσα της ένα κοκτέιλ τσιγάρου, καπουτσίνο, πάθους και ζέστης που αναδυόταν από το στομάχι της. Η ανάσα της να κόβεται καθώς τα χέρια του περνούσαν γύρω από τη μέση της και το στήθος του πίεζε το δικό της, με τις σκληρές ρώγες της να κολλάνε πάνω του, προδίδοντας την αναστάτωση της.  Η συνειδητοποίηση πως είχε φτάσει το σημείο χωρίς επιστροφή, είχαν ξεπεραστεί τα όρια και το γαμήσι ήταν πλέον αναπόφευκτο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, εισπνέοντας το αμυδρό, μη οικείο άρωμα του βουτύρου κακάο. «Τι άρωμα φοράς;» τη ρώτησε, με την περιέργειά του κεντρισμένη από την ασυνήθιστη εκείνη οσμή. «Α, αυτό!» έκανε η Ναυσικά χαμογελώντας με νόημα. «Δεν είναι άρωμα, είναι απλώς η κρέμα που απλώνω στην επιδερμίδα μου κάθε πρωί. Διατηρεί το σώμα μου απαλό. Δε σου αρέσει;» 
«Είναι ασυνήθιστο, το ομολογώ», απάντησε. 
Η Ναυσικά ξεκούμπωσε το σουτιέν της και το στήθος της ξεχύθηκε, απρόσμενα στητό και σφιχτό. Οι παλάμες του Αλκιβιάδη ταξίδεψαν μέχρι τις σκληρές σκούρες θηλές της. Την παρακολούθησε καθώς κατέβαζε το φερμουάρ της επώνυμης φούστας της, αφήνοντάς τη να σωριαστεί στο πάτωμα και περνώντας στη συνέχεια από πάνω της με τις καφέ δερμάτινες γόβες της. Είχε δυνατούς μηρούς, σε αρμονία με τον ψηλό κορμό της, κι όπως στεκόταν ακίνητη, με τα στήθη της γυμνά, να προβάλλουν περήφανα και στητά, ντυμένη μόνο με το ψηλοκάβαλο μαύρο εσώρουχό της. 
Ήταν πραγματικά υπέροχη, μα όταν κατάλαβε ότι αυτός δεν άντεχε να συγκρατήσει τον εαυτό του άλλο σταμάτησε το χορό του στριπτήζ, άλλωστε δεν έμενε και τίποτα να βγάλει και γονάτισε εμπρός του ανάμεσα στα πόδια του. Η ανάσα της βάρυνε τον κοίταξε με ύφος πρόστυχο, ερωτικό, ερεθισμένο. Απρόσμενη για εκείνον ήταν η επόμενη κίνηση της. Έπιασε το πούτσο του τύλιξε τα δάχτυλα της γύρω του και χωρίς να βιάζετε, άρχισε απαλά να γλείφει κυκλικά το κεφάλι της ψωλής και μετά όλη από πάνω μέχρι τ’ αρχίδια. Με ένα βασανιστικό ρυθμό το έβαζε και το έβγαζε στο στόμα της. Τον άκουγε να βαριανασαίνει. Καταλάβαινε εύκολο πόσο πολύ του άρεσε. Δεν χρειάστηκε να βάλει όλη της την τέχνη. Ήταν έτοιμος… Αλίμονο! τι συμφορά! Ήδη με τα πρώτα γλειψίματα ένιωθε ότι ο πούτσος του είχε γίνει καυτός και ότι σε λίγο θα έσκαγε. Πράγματι, μετά από λίγο ένιωσε το καυτό του σπέρμα, να ξεχύνεται σαν ιπτάμενος πίδακας να εκτοξεύεται από την κορυφή του πέους και να πέφτει πάνω στο πρόσωπό, στο κορμί και μέσα στο στόμα της Ναυσικάς .
Κάνοντας μια προσπάθεια να συνέλθει, έκλεισε τα μάτια του πήρε βαθιές ανάσες, αφού φύσηξε, ξεφύσηξε, μουρμούρισε εμφανώς απογοητευμένος και χωρίς να μπορεί να χωνέψει ακόμα την απιστία του. «Σκατά τα έκανα!».
Ο Αλκιβιάδης αλλιώς το φανταζόταν το ερωτικό κλίμα στην πρώτη φορά μιας εξωσυζυγικής περιπέτειας και δη με μια γυναίκα που γνώριζε καλά και ποθούσε. Σιωπηλός και απογοητευμένος με τη γρήγορη εκσπερμάτωση, κοίταξε προς τη Ναυσικά αμήχανος και με μια στωικότητα ότι δεν την περίμενε και για την δική της ικανοποίηση και ένιωθε άβολα. Η «καταιγίδα» κόπασε, αλλά η «ατμόσφαιρα» στο δωμάτιο παρέμεινε φορτισμένη. Ο Αλκιβιάδης αισθάνεται «άδειος» και εκτεθειμένος, περιμένοντας τη «δίκαση» από τη Ναυσικά. Η Ναυσικά αναλαμβάνει τον ρόλο της «λύτρωσης».  
«Εγώ τα έχω αφήσει πίσω αυτά και σε καταλαβαίνω απόλυτα.», δεν καθησυχάζει απλώς τον Αλκιβιάδη· επαναπροσδιορίζει τους όρους του παιχνιδιού.  Τον πήρε από το χέρι και του είπε «Νομίζω ότι πρέπει να πάμε στην κρεβατοκάμαρα για να σου εξηγήσω πως θα ηρεμήσεις.» Η μεταφορά από το σαλόνι στην κρεβατοκάμαρα σηματοδότησε την απόλυτη παράδοση του Αλκιβιάδη. Εκείνη δεν ήταν πλέον απλώς μια ερωμένη, ήταν η «θεραπεύτρια» και η οδηγός του. Με τη φράση της «θα σου εξηγήσω πώς θα ηρεμήσεις», η Ναυσικά παίρνει πλήρως τον έλεγχο, μετατρέποντας την αμηχανία του σε μια δεύτερη, πολύ πιο ισχυρή και παρατεταμένη πράξη. Έτσι, για πολλή ώρα, η Ναυσικά έπαιρνε μέσα της το χοντρό πούτσο του και ο Αλκιβιάδης αισθανόταν να κάνει ένα από τα πιο βαθιά γαμήσια της ζωής του και η γλώσσα του είχε γίνει ωμή, σχεδόν βίαιη και η Ναυσικά απολαμβάνει ακριβώς αυτή την «άγρια» πλευρά του! Αυτή η πράξη, που ξεκίνησε με απογοήτευση μετατράπηκε σε μια «βαθιά» συνεύρεση, είχε πλέον σφραγίσει τη σχέση τους. Δεν υπήρχε πια «απλό σεξ». Υπήρχε μια συμφωνία πάθους που στηριζόταν στην αμοιβαία αποκάλυψη των σκοτεινών τους επιθυμιών! Φιλούσε απανωτά το πρόσωπο και τα χείλη της Ναυσικάς, φωνάζοντάς της. «Πάρ' τον, μωρή καριόλα. Ξεσκίσου μαζί μου. Δώσ' τα όλα. Πολύ θα ήθελα να μάθω πως νιώθεις τώρα που γαμιέσαι με τον άνδρα της κολλητής σου φίλης;» 
Είναι η στιγμή που χαλαρώνουν μετά απ' την κορύφωση του σεξουαλικού παιχνιδιού τους που ο Αλκιβιάδης, ψιθυρίζει της Ναυσικάς. «Για πες πώς νιώθεις τώρα που είσαι στο κρεβάτι γυμνή αγκαλιά με τον άνδρα της κολλητής σου φίλης;» Η Ναυσικά δεν αφήνει την ευκαιρία, του αναποδογυριζει την ερώτηση, και ανταποδίδει το καρφί της.
«Τώρα μου ρωτάς πώς νιώθω;» ακούστηκε η φωνή της Ναυσικάς, κοφτερή και παιχνιδιάρικη διάθεση. Ανασηκώθηκε ελαφρά στον αγκώνα της, κοιτάζοντας τον κατάματα με ένα βλέμμα που έκρυβε μέσα του μια παράξενη, σκοτεινή ικανοποίηση αλλά και μια αμείλικτη σκληρότητα.
«Με ρωτάς πώς νιώθω που απατάμε τη γλυκιά, ξετσίπωτη φιλενάδα μου; Την ίδια που έχει καταντήσει τσούλα για τα μαύρα μάτια του ιερέα;» Η φωνή της ανέβηκε τόνους, με μια παράξενη ζήλια.
«Μωρό μου, έχω καταλάβει εδώ και καιρό πώς τη βρίσκει στην αγκαλιά του νεαρού ιερομόναχου της ενορίας μας! Όταν τον βλέπει διαθέσιμο, ξεχνάει τα πάντα, δεν υπολογίζει τίποτα. Το κορμί της, το μουνί της, ξαναμμένο γίνεται μούσκεμα στο πέρασμά του, αναζητώντας να της σβήσει τη φωτιά ο πούτσος του. Υποψιάζομαι πως απ' την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε είχε βάλει μπρος τα μεγάλα σχέδια και τον έχει ήδη ξελογιάσει. Δεν μου το βγάζεις απ' το μυαλό πως μετά τις ιερές αγρυπνίες τους απολαμβάνουν και τα «ιερά» γαμήσια τους μες στα στασίδια και τα ιερά!»
Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο έχασε για λίγο όλη τη νωχελική ζεστασιά της. Ο ιδρώτας πάνω στο δέρμα τους δεν έκαιγε πια. Ο Αλκιβιάδης έμεινε ακίνητος, με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι. Τα λόγια της Ναυσικάς δεν ήταν απλώς ένα «καρφί», ήταν μια λεπίδα που γκρέμισε σε δευτερόλεπτα δεκαπέντε χρόνια βεβαιότητας. Παρέμεινε ακίνητος, το μυαλό του φόρτωνε, προσπαθώντας να συναρμολογήσει τα κομμάτια μιας πραγματικότητας. Δεν ήταν πια η αόριστη ιδέα, η σκιώδης υποψία που τον βασάνιζε, ήταν ωμή, αμείλικτη αλήθεια. Η Ανδρομάχη του, η δική του Ανδρομάχη, είχε πέσει στα δίχτυα του ρασοφόρου πνευματικού της.
«Η Ανδρομάχη μου... γαμιέται με τον πνευματικό της;» Η φωνή του βγήκε βραχνή, σχεδόν ανήμπορη, καθώς κοιτούσε τη Ναυσικά με μάτια ορθάνοιχτα από το σοκ.
«Τι μου λες ρε Ναυσικά; Καλά, γίνονται αυτά; Και εγώ... εγώ να μην παίρνω χαμπάρι τίποτα; Μπροστά στα μάτια μου; Πέντε οικοδομικά τετράγωνα τόπος είναι η ενορία μας, Ναυσικά... Πέντε τετράγωνα! Και να μην πάρω μια στο τόσο είδηση;»
Η Ναυσικά χαμογέλασε πικρά, τραβώντας το σεντόνι να σκεπάσει το γυμνό της σώμα, ενώ το βλέμμα της τον τρυπούσε.
«Και πέντε και εκατόν πέντε να είναι, Αλκιβιάδη μου...» του αποκρίθηκε με μια φωνή κοφτή σαν μαχαίρι, «άμα το χωράφι διψάει για νερό και στη βαρέσει στο κεφάλι, θέλει πολύ; Ακόμα και η πλημμυρίδα σε πνίγει, όταν σκας από τη δίψα.»
«Δεν το πιστεύω πλάκα μου κάνεις. Αν και να σου πω την αλήθεια, έτσι που είμαστε γυμνοί και αγκαλιά τώρα με καυλώνει η ιδέα πως ο ρασοφόρος οργώνει το μουνί της Ανδρομάχης. Και είναι λεβέντης, σαν καρτ ποστάλ από εμφάνιση πανάθεμα τον και νταβραντισμένος άνδρας. 
Θα της το ποτίζει καλά το περιβόλι της.» Η είδηση ότι ο «αντίζηλος» του είναι ένας άνδρας που ο ίδιος αναγνωρίζει ως «νταβραντισμένο» και «λεβέντη» δεν τον εξοργίζει πια, αλλά λειτουργεί ως το απόλυτο καύσιμο για τη δική του σεξουαλική ορμή. Τώρα, η ιδέα ότι κάποιος άλλος, ο ρασοφόρος, ικανοποιεί τις δικές της ανάγκες, τον κάνει να νιώθει ότι και ο ίδιος έχει το «πράσινο φως» να κάνει ακριβώς το ίδιο με τη Ναυσικά. Η προδοσία της Ανδρομάχης του έχει γίνει, το μεγαλύτερο αφροδισιακό που θα μπορούσε να του συμβεί. 
«Αχ, γαμιά μου. Μόνο της το ποτίζει. Πλημμύρα θα γίνεται με τα υγρά τους κάθε φορά που την «εξομολογεί» από εμπρός και από πίσω.» του απάντησε η χαριεντζόμενη Ναυσικά.
«Και όλα αυτά κάτω από τη μύτη μου.» Ο Αλκιβιάδης άρχισε να σκέφτεται ακόμα πιο έντονα την Ανδρομάχη αγκαλιά με το ρασοφόρο. Φανταζόταν πως ο ρασοφόρος γαμούσε την Ανδρομάχη και φανταζόταν κυριολεκτικά πως τη γαμούσε αλύπητα. Να τσαλακώνει το μουνί της με την πούτσα του και αυτό τον καύλωνε περισσότερο που φανταζόταν ότι ο ρασοφόρος ενώ έψελνε παράκληση, την πηδούσε τόσο άγρια. Τάκα! τάκα! τάκα!, μέχρι λιποθυμίας. 
Η εικόνα που έπλαθε ο Αλκιβιάδης στο μυαλό του είχε ξεπεράσει κάθε όριο λογικής , είχε μετατραπεί σε μια αχαλίνωτη φαντασίωση που τον τροφοδοτεί με μια εκρηκτική καύλα. Το «τάκα! τάκα! τάκα!» που αντηχεί στο μυαλό του, δεν είναι πλέον ο ήχος της προδοσίας, αλλά το ρυθμικό κίνητρο για τη δική του πράξη. Η Ανδρομάχη, για τον Αλκιβιάδη, είχε πάψει να είναι η σύζυγός του, είχε γίνει το αντικείμενο μιας φαντασίωσης που τον «ξεκλειδώνει» εντελώς. 
Η νύχτα τους αυτή λειτούργησε σαν μια βαλβίδα αποσυμπίεσης που κανείς από τους δύο δεν φανταζόταν πόσο το είχε ανάγκη. Η Ναυσικά και ο Αλκιβιάδης κατάφεραν να μετατρέψουν μια στιγμή παρανομίας σε μια συμφωνία αμοιβαίας αναζωογόνησης. Η χημεία τους πλέον δεν ήταν μόνο σαρκική. Ήταν μια «συνωμοτική» χημεία. Το μυστικό που μοιράζονται, οι λεπτομέρειες για τον παπά, οι εξομολογήσεις, η νύχτα στο αγροτόσπιτο, τους δένει με δεσμά που είναι πολύ πιο ισχυρά από τον απλό έρωτα. 
Αργά την επόμενη ήμερα ένιωθε ανήσυχος για την απιστία του, ένιωθε σαν να είχε κλέψει σύκα σε ξένο περιβόλι και περίμενε τον αγροφύλακα να τον τσακώσει για την απιστία του. Προφασίστηκε ότι του τηλεφώνησαν απ' την εταιρεία του πως υπάρχει επείγον πρόβλημα στην εργασία του. Της ζήτησε μια μεγάλη συγνώμη, ανέβαλε για αργότερα τον τελικό προορισμό για το εξοχικό τους στο χωριό και αναχώρησαν για την επιστροφή στην Αθήνα. 
Στο δρόμο ενώ αυτός οδηγεί η Ναυσικά ενθουσιασμένη απ' τα βραδινά, τον χαϊδεύει παιχνιδιάρικα και του απευθύνει ασταμάτητη ερωτική βωμολοχία, ενώ ταυτόχρονα το άλλο χέρι της το έχει χώσει κάτω από το φουστάνι της και χαδευόταν στο μουνί της. Μέχρι να φτάσουν στου γυρισμού τον προορισμό, προσπαθούσε να εξισορροπήσει την αντιφατική πραγματικότητα που βίωσε. ..Και με την επιθυμία να ξεπεράσει τις αδυναμίες του τις στιγμές εκείνες, την κοιτούσε μπερδεμένος, και για να μην τη χαλάσει το χατήρι, της έδωσε υποσχέσεις για μελλοντικές ερωτικές στιγμές που θα της μείνουν αξέχαστες. Σε καμία από αυτές τις δεσμεύσεις δεν αποδείχτηκε συνεπής. Δεν τήρησε καμιά υπόσχεσή του!.!

Marital Infidelity:

Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
...Όταν μια σχέση παύει να είναι πηγή τροφοδότησης από ζωντάνια, ενθουσιασμό, ερωτισμό και θετικών συναισθημάτων, τότε η προδοσία χτυπάει την πόρτα της σχέσης. Η προδοσία, σε μια σχέση που έχει στερέψει, δεν είναι πάντα ένα «ατύχημα» ή μια στιγμή αδυναμίας, είναι μια απεγνωσμένη απόπειρα επιβίωσης του ατόμου που πνίγεται στη στασιμότητα. 
Αυτός αντέδρασε με την αδιαφορία της, και δεν είναι καθόλου περίεργο που αποφάσισε ότι είναι καιρός, να αγνοήσει όρκους και κανόνες να κάνει την υπέρβαση, κοινώς να ψάξει άλλου πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια. Νιώθει ότι η κύρια πηγή ικανοποίησης του, ο γάμος του, έχει γίνει μια «αδιέξοδη στοά» και η απιστία παρουσιάζεται στο μυαλό του ως λογική διέξοδος. Δεν αναζητά μια ερωμένη, αναζητά το «εγώ» του. Αρχικά, η επιθυμία του αυτή κρατήθηκε μέσα του. Αλλά σιγά – σιγά η σκέψη αυτή άρχισε να μετεξελίσσεται. 
Το μυαλό του άρχισε να κάνει ερωτικά ταξίδια σε κάθε πιθανό «προορισμό» και με κάθε πιθανή  παρτενέρ. Μέχρι τώρα, το σύμπαν του ήταν εγκλωβισμένο σε μία γυναίκα, την Ανδρομάχη. Τώρα, το σύμπαν του ανοίγει. Εδώ και μια τετραετία στο πολύ στενό φιλικό τους κύκλο έχει πάρει διαζύγιο και από τότε δεν έχει ξανακάνει σχέση μία πληθωρική γυναίκα με πηγαία σεξουαλικότητα, η Ναυσικά!
Η Ναυσικά είναι συνομήλικη της Ανδρομάχης και παιδικές φίλες από τον καιρό που κοριτσόπουλα μικρά μάθαιναν παρέα την αλφαβήτα στο νηπιαγωγείο. Είναι ένας καταπληκτικός άνθρωπος, πολύ έξυπνη και καλλιεργημένη γυναίκα που ήταν μόνη στη ζωή, ανεξάρτητη, είχε το θάρρος της γνώμης της αλλά και θράσος, και ταυτόχρονα ήταν ευγενική και συμπονετική. 
Ο Αλκιβιάδης τη λάτρεψε από την πρώτη στιγμή που τη γνώρισε, και εκεί στα χρόνια της εφηβείας της αν και ερωτευμένος με την Ανδρομάχη είχε αρχίσει να έχει ένοχες ερωτικές φαντασιώσεις για την φίλη της.
Η Ναυσικά παντρεύτηκε την ίδια εποχή με την Ανδρομάχη αλλά ήρθε μία ημέρα που άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι ο γάμος της δεν είχε καμιά τύχη, με αποτέλεσμα να είχε ημερομηνία λήξης. 
Το ζευγάρι βρισκόταν αρκετό καιρό σε διάσταση, διότι η κακές γλώσσες έλεγαν πως ο τύπος είχε κάνει δεύτερη οικογένεια στη Λατινική Αμερική! Οι κόκκοι της άμμου βρίσκονταν ήδη μέσα στα γρανάζια της οικογένειας της. Η βάρκα είχε κάνει ήδη νερά και η ρήξη στη σχέση τους δεν άργησε να έρθει και το διαζύγιο επίσης δεν άργησε να έρθει. 
Για τη Ναυσικά, αυτό δεν ήταν μόνο το τέλος ενός γάμου. Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησε ότι τα χρόνια που πέρασε ήταν χτισμένα πάνω σε ένα ψέμα. Σήμερα λοιπόν η Ναυσικά δουλεύει στο δημόσιο, και περιμένει το πρώτο πράσινο φως από έναν άνδρα για να του εκδηλώσει το ενδιαφέρον της. Νιώθει πως είναι σέξι, όμορφη, ευχάριστη, έξυπνη, ερωτική, κι έτσι προκαλεί το ενδιαφέρον να την βλέπουν με τον ίδιο τρόπο. Κάνει τον εαυτό της να φαίνεται σαν, λάφυρο γι αυτόν που θα την κατακτήσει.
Τελευταία κάθε φορά που ο Αλκιβιάδης έβλεπε τη Ναυσικά, θυμάται ότι «αυτή η γυναίκα ήξερε ότι την ποθούσε» και αυτή η αμοιβαία γνώση ήταν ο πιο ισχυρός αφροδισιακός παράγοντας.
Θυμάται μια παλιά ιστορία που πίστευε ότι, είχε ξεχαστεί άλλα τελικά ήταν μια εικόνα που έχει μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη του και να που στην πρώτη ευκαιρία επανήλθε. Χρόνια πριν το διαζύγιο της νεαρά ζευγάρια, είχαν πάει μαζί εκείνο το καλοκαίρι σε οικογενειακές διακοπές. Μετά το θαλάσσιο μπάνιο είναι οι δυο τους στην αυλή του εξοχικού τους.
 Η Ναυσικά έχει ξεπλύνει την αλμύρα του κορμιού της κάτω από το ντους, έχει βγάλει το μαγιό της και χωρίς να σκουπίσει τα νερά που τρέχουν πάνω της φορά ένα κοντό μπουρνούζι. Πηγαίνει στην πλακόστρωτη αυλή όπου ρεμβάζει ο Αλκιβιαδης μονάχος του και κάθεται απέναντι του. Απίστευτα καυτή, του ποζάρει με χαμόγελο, ανοίγει τα πόδια της αργά- αργά, και μοστράρει το ροδαλό καυλιάρικο μουνάκι της, αφήνοντας  ελεύθερα στη θέα του το όρος της Αφροδίτης με τα μεγάλα κόκκινα χείλη του αιδοίου της γυμνά, και του κάνει με το στόμα της κινήσεις πεοθηλασμού. Όλα αυτά για χάρη του από απόσταση δύο μέτρων.
Απ' τον περιποιημένο στιλπνό θάμνο του εφηβαίου της λαμπερές και διάφανες σταγόνες νερού κυλούν και λαμπυρίζουν στο φως του ήλιου. Ο Αλκιβιάδης απέναντι της, έχει ιδρώσει, οι κόρες των ματιών του έχουν ανοίξει διάπλατα, βαριανάσαινε. Η Ναυσικά δεν του άφηνε πλέον περιθώρια για παρερμηνείες! Ήταν σαν να του έλεγε! «Το είδες; το βλέπεις; είναι δικό σου, αν το τολμήσεις»
Είναι η στιγμή που ως άνδρας έρχεται αντιμέτωπος με το απόλυτο δίλημμα. Την άβυσσο της στιγμιαίας ηδονής έναντι του «οχυρού» της πολυετούς σχέσης του με την Ανδρομάχη. Σήκωσε τα μάτια του ψηλά και έκανε πως δεν είδε τίποτα. Φοβάται το λάθος μονοπάτι και τη σεξουαλική παρέκκλιση που του προτείνει η Ναυσικά. Παρόλο που τα μάτια του ήταν κλειστά, το μυαλό του είχε ήδη «φωτογραφίσει» τη σκηνή. Αυτή η ανάμνηση που «ξεθάβεται» από τη μνήμη του Αλκιβιάδη λειτουργεί ως ένας χάρτης που τον οδηγεί κατευθείαν στον πυρήνα της επιθυμίας του. 
..Μέχρι σήμερα όλα εκείνα ανήκαν πια στο παρελθόν. Το «συρτάρι των σκέψεων» που είχε κλειδώσει με τόσο κόπο, τώρα νιώθει να παραβιάζεται. Ο Αλκιβιάδης, που προσπαθούσε να προστατέψει τον γάμο του, νιώθει τώρα ότι οι αντιστάσεις του λιώνουν σαν το κερί μπροστά στη ζέστη εκείνου του Αυγούστου. Το σώμα του έχει ήδη αποφασίσει για εκείνον, πολύ πριν το μυαλό του το παραδεχτεί. Το «συρτάρι» δεν κλειδώνει πια. Οι εικόνες δεν ξεθωριάζουν, αλλά γίνονται πιο έντονες.  Στο σκοτάδι της νύχτας, ο Αλκιβιάδης «δραπετεύει» από τον ρόλο του συζύγου, του φίλου, του σοβαρού άνδρα. Εκεί, στο μυαλό του, δεν υπάρχει η Ανδρομάχη, δεν υπάρχουν οι ηθικοί φραγμοί. Υπάρχει μόνο η απόλυτη ηδονή και η εικόνα της Ναυσικάς στην αυλή που δεν ήταν απλώς μια ανάμνηση, ήταν ένα τραύμα ομορφιάς. 
Μια φθινοπωρινή μέρα λοιπόν προφασίζεται ότι είναι ανάγκη να πάει στο χωριό γιατί τον θέλει ο εργολάβος που ανακαινίζει την εξωτερική μάντρα του σπιτιού τους. 
Η Ναυσικά έχει ένα μικρό αγρόκτημα στο μέσον της διαδρομής με ελιές και με μια μικρή αγροτική κατοικία μέσα στο κτήμα. Από το καλοκαίρι το συζητούσε με την Ανδρομάχη ότι το σπίτι της έχει ανάγκη για μερικές επείγουσες επισκευές συντήρησης στα συστήματα ύδρευσης και πως θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν. Η συγκυρία ήταν απίστευτη, λες και ειχαν στήσει το σκηνικό εδώ και καιρό. Συζητώντας για τις επισκευές με την Ανδρομάχη η Ναυσικά, είχε εξασφαλίσει δύο πράγματα. Αν ο Αλκιβιάδης βρεθεί στο δρόμο της, δεν είναι «έκτακτο γεγονός». Είναι μια προγραμματισμένη βοήθεια προς μια φίλη.
....Το σκέφτηκε και το αποφάσισε... Ήταν η ευκαιρία που ζητούσε, είχε έρθει η στιγμή να αντιδράσει. Ένα σχέδιο έπαιρνε ήδη σχήμα και μορφή στο μυαλό του και δεν τον ενδιέφερε αν πήγαινε κατευθείαν στην κόλαση μετά από τέτοιες σκέψεις. Της τηλεφωνεί της Ναυσικάς και την πληροφορεί ότι σαββατοκύριακο σχεδιάζει να πάει στο χωριό. «Ανυπομονώ να ταξιδέψουμε εσύ κι εγώ μαζί.»της λέει. «Αλλά το θεωρώ ότι θα ήταν φρόνιμο η συζήτηση του ταξιδιού να γίνει με την φιλενάδα σου. Δεν χρειάζεται να σου το πω βέβαια, αλλά να ξέρεις ότι είναι από πάντα δίπλα σου σε ότι θελήσεις, σε θεωρεί ανεκτίμητη φίλη. Άλλωστε για να κρατήσει η φιλία σας από τα παιδικά σας χρόνια σημαίνει ότι είναι δυνατή... Πόσες φορές δεν σας άκουσα να αναπολείτε με νοσταλγία τα περασμένα παιδικά σας χρόνια, και αργότερα στην εφηβεία σας που καθόσασταν στο λύκειο στο ίδιο θρανίο.» Αυτό που της προτείνει, να συζητήσει το ταξίδι με την Ανδρομάχη, είναι η φωνή της λογικής. Όπως ήταν επόμενο η Ανδρομάχη του ζήτησε να βοηθήσει την κολλητή της φίλη ώστε να μην είναι μόνη στην αναζήτηση συνεργείων και ο Αλκιβιάδης δέχτηκε μ' ευχαρίστηση τα καθήκοντα αυτά. 
Η χαρά του δεν είναι για την «υδραυλική βλάβη», αλλά για την προοπτική της συνεύρεσης με τη γυναίκα που τον στοιχειώνει. Είχε κάποιους δισταγμούς  δεν του είναι και τόσο εύκολο να φτάσει ένα βήμα πριν υποκύψει στον πειρασμό να δοκιμάσει τον απαγορευμένο καρπό, το φλερτ, την ερωτική συνεύρεση, με έναν άλλον άνθρωπο και δη με την κολλητή της Ανδρομάχης. Η Ανδρομάχη, με την αθωότητα και την εμπιστοσύνη της, έχει μετατραπεί χωρίς να το ξέρει στον «αρχιτέκτονα» της ίδιας της της προδοσίας. Ζητώντας από τον Αλκιβιάδη να βοηθήσει τη Ναυσικά, του δίνει το «πράσινο φως» που χρειαζόταν, το απαραίτητο ηθικό άλλοθι για να δικαιολογήσει την παρουσία του δίπλα της.
........ Παρασκευή λοιπόν απόγευμα της τηλεφώνησε να ετοιμάσει τα πράγματα τους και θα περάσει από το σπίτι της να την πάρει. Η Ναυσικά δεν εμφανίστηκε απλώς «πανέμορφη», εμφανίστηκε ως μια γυναίκα που ξέρει ακριβώς τη δύναμη της παρουσίας της και δεν διστάζει να την εξαπολύσει. Το κοντό μαύρο φόρεμα της και τα κόκκινα νύχια είναι μια δήλωση. «Είμαι εδώ, είμαι γυναίκα, και είμαι το κέντρο του κόσμου σου για αυτό το ταξίδι». Τον είχε σαγηνεύσει. Έτρεξε της άνοιξε τη πόρτα και το αυτοκίνητο γέμισε από το χαμόγελο της. Το άρωμα της τον περιτριγύρισε, όταν εκείνη στρογγυλοκάθισε στη θέση του συνοδηγού κι έβαλε το ένα πόδι πάνω στ' άλλο.
«Βλέπω είσαι εντάξει στα ραντεβού σου. Έτσι είσαι και με τη φιλενάδα μου;» 
Δεν της απάντησε και περιορίστηκε να σηκώσει τους ώμους του.
«Λοιπόν», του είπε καθώς έβγαζε από την τσάντα της μια ασημένια σιγαροθήκη. 
«Όλα είναι έτοιμα», της είπε και ξεκίνησε. 
«Σταμάτα σε λίγο να πάρουμε καφέδες, έχουμε ώρα έτσι;». Έβγαλε ένα τσιγάρο το έφερε στο στόμα της και το άναψε μ’ έναν επίσης ασημένιο αναπτήρα, ρωτώντας τον πρώτα ευγενικά αν είχε αντίρρηση, καθώς ο ίδιος δεν κάπνιζε. .
«Μπορώ να καπνίσω, εσύ το ξέρω δεν  καπνίζεις!».  
«Όχι δεν καπνίζω».  
«Και καλά κάνεις, είναι μια πολύ κακή συνήθεια».
Μέσα στα πέντε λεπτά που χρειάστηκε να καπνίσει το τσιγάρο της, έφτασαν και σταμάτησαν στο συνοικιακό τους βενζινάδικο για να εφοδιάσουν καύσιμα στο αυτοκίνητο.
Την ώρα που αυτός εφοδιάζει βενζίνη το αυτοκίνητο, η Ναυσικά πηγαίνοντας στο αυτόματο μηχάνημα για τους καφέδες, οι εξαίσιες καμπύλες στους γοφούς της λικνίζονται σαν τα κύματα του μελτεμιού.
Να 'σου μπροστά τους η τσουχτερή κουτσομπόλα γειτόνισσα του. Περίεργη που βλέπει την νεαρή ζωντοχήρα να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο του πλησιάζει διπλά του και τον καλημερίζει. Έχεις «ενδιαφέρουσα» παρέα! και έκανε ένα νεύμα γεμάτο νόημα προς το μέρος της Ναυσικάς.
Αυτός χαμογελάει την κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω χαρούμενα και χαλαρά. Η γειτόνισσα του κλείνει το μάτι με πονηρό χαμόγελο πάνω από τον ώμο της, σκύβει προς το μέρος του και του ψιθυρίζει, σχεδόν συνωμοτικά. «Τη βλέπω πολύ ενθουσιασμένη τη κυρά, όλο σκέρτσο, νάζι και τσαχπινιά..... κουνά τον πισινό της σαν τη βαρκούλα σ' ένα χάιδεμα του μελτεμιού! Προφανή σημάδια πως σε γουστάρει. Σε φλερτάρει απροκάλυπτα και θα έπρεπε να το είχες καταλάβει, αλλά πρόσεχε γιατί εκτός από το φαλλό, θα σου ξεζουμίσει και το μυαλό.»
Διάβολε στο θηλυκό μυαλό της, κάθε συνάντηση της χωρισμένης γυναίκας θεωρείτο βρώμικη, έκλυτη και λάγνα για την γειτόνισσα. Αποτύπωνε εξαιρετικά το στερεότυπο της «μικρής κοινωνίας» και τον κοινωνικό στιγματισμό που συχνά αντιμετώπιζαν οι χωρισμένες γυναίκες στο παρελθόν.
Η Ναυσικά μπήκε στο αμάξι και το άρωμά της ήταν ικανό να τον καυλώσει από μόνο του. Η κίνηση στην εθνική ήταν πάλι αφόρητη λες και είχαν βαλθεί όλοι να τους δημιουργήσουν καθυστέρηση. Χιλιόμετρα ουράς αυτοκινήτων να κινούνται αργά και νωχελικά. Οι ταχύτητες ούτε καν πρώτη, δευτέρα. Ακουμπούσε το χέρι του στο λεβιέ ταχυτήτων. Από το μυαλό του περνούσαν μύριες φαντασιώσεις. Η Ναυσικά έσκυψε γυρίζοντας του ελαφρά την πλάτη όπως καθόταν στο αυτοκίνητο και ο Αλκιβιαδης διέκρινε ένα δαντελένιο κιλοτάκι, που αχνοξεχώριζε κάτω από το λινό της φόρεμα που μισοσκεπάζε τους γλουτούς της. Για μια στιγμή, μισάνοιξαν οι μηροί της κι ανάμεσά τους άστραψε στα μάτια του σαν σε φλας, η λευκότητα της κιλότας της.
Φυσικά το τι ένιωσε στη θέα αυτής της εικόνας, δεν περιγράφεται, θα έφτανε ίσως η παρατήρηση το φούσκωμα στο παντελόνι του, στα γεννητικά του όργανα. Ήταν περίπου μια σεξουαλική εισαγωγή, που έκανε τον Αλκιβιάδη να νιώθει ένα ηδονικό κενό στο στομάχι
Ο δρόμος κάποια στιγμή άνοιξε και τώρα στη διαδρομή ένιωθαν πολύ όμορφα, και μέχρι να φτάσουν στο εξοχικό η συζήτηση πέρασε από πολλές φάσεις, με την Ναυσικά περίεργη να μάθει τα πάντα για τον Αλκιβιάδη και την σχέση του με την Ανδρομάχη, ακόμη και για τη σχέση τους στα ερωτικά. 
Αργά μετά την δύση του ήλιου φτάσανε στο κτήμα της, που περιελάμβανε και μια μονοκατοικία, με μεγάλο κήπο, δέντρα και πολύ όμορφη θέα σε όλο τον κόλπο, τζάκι για το χειμώνα και δυο κρεβατοκάμαρες. Σύντομα συναντήθηκαν με γνωστό τους εργολάβο και κανόνισαν τα της εργασίας..
Στη συνέχεια άραξαν σε μια μικρή ψαροταβέρνα που βρισκόταν χωμένη στους ευκαλύπτους με εξαιρετικό ψάρι και θαλασσινά κατά μήκος της παλιάς εθνικής. Απολαμβάνοντας έναν γευστικό συνδυασμό από σαλάτα και ψάρι με ελαφριά μπύρα σιταριού και το τέλειο συμπλήρωμα για επιδόρπιο τάρτα φρούτων πιάσανε την κουβέντα περί τα προσωπικά τους. Η κουβέντα προχωρούσε και έφτασε φυσικά και στο παρελθόν τους.
Η Ναυσικά τελευταία παρακολουθούσε σεμινάρια που είχαν σχέση με το αντικείμενο της εργασίας της στο υπουργείο που εργαζόταν.
«Λοιπόν, έμεινες ευχαριστημένη από τον κύκλο των σεμιναρίων;» την ρώτησε.
«Απόλυτα», επιβεβαίωσε εκείνη. 
«Και τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα; Θα μείνεις Αθήνα τελικά;»  
«Πιθανότατα» Μια λεπτή φράντζα έπεφτε στο μέτωπο της. «Θα ήθελα να ξεκινήσω κάτι δικό μου, όμως δε νομίζω ότι είμαι ακόμα εντελώς έτοιμη. Μου έχουν προτείνει θέση διδασκαλίας στις σχολές επιμόρφωσης πληροφορικής αλλά δεν την δέχτηκα». 
«Κρίμα!» 
Τα λόγια του την ξάφνιασαν ευχάριστα. «Δεν ξέρω αν θα τα κατάφερνα...», είπε χαμηλόφωνα.
«Νομίζω ότι θα ήσουν πολύ καλή σε αυτό».
«Αλήθεια; Ωραία ψήφος εμπιστοσύνης... να τη θυμάμαι αν το αποφασίσω ποτέ», του απάντησε χαμογελώντας..
«Να το αποφασίσεις, νομίζω θα σου ταιριάζει γάντι » 
«Κοίτα να δεις... και νόμιζα ότι με θεωρούσες άσχετη!», είπε πειραχτικά.
«Εγώ λέω να το ξανασκεφτείς!»
«Λες ε;»
«Ναι».
«Με κολακεύεις», είπε εκείνη, αφήνοντας το βλέμμα της να σταθεί για λίγο στο πρόσωπό του.
Ο σερβιτόρος είχε φέρει τους καφέδες τους, το συνηθισμένο διπλό εσπρέσο για τον Αλκιβιάδη και κάποια περισσότερο εξεζητημένη εκδοχή του καπουτσίνο με δήθεν ιταλική γαρνιτούρα για την Ναυσικά. Ο Αλκιβιαδης ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του. Ήταν καυτός, δυνατός και γλυκός. Είχε βάλει τέσσερις κύβους ζάχαρης μέσα, ανακατεύοντας μέχρι να λιώσουν εντελώς, για να εξαλείψει κάθε ίχνος της αρχικής πικρίλας. 
«Παρακαλώ! Βρίσκω ότι είσαι εξαιρετική σ' αυτό», πρόσθεσε, χαμηλώνοντας το βλέμμα του. Σήκωσε ξανά το βλέμμα του, και παρατήρησε πως ο λαιμός της ήταν αναψοκοκκινισμένος μέχρι το βάθος της εντυπωσιακής σχισμής του στήθους της, όπου ένα λευκό ενισχυμένο σουτιέν τόνιζε τις απαλές και γυαλιστερές σφαίρες των στριμωγμένων βυζιών της. 
Φορούσε πάντοτε εφαρμοστά λευκά πουκάμισα που στένευαν στη μέση, έτσι ώστε να τονίζονται τα πλούσια κάλλη της. Το σήμα ήταν αδιαμφισβήτητο. Ο Αλκιβιάδης κράτησε την ανάσα του καθώς ζύγιαζε την κατάσταση. Να πάρει, ήταν πολύ γοητευτική, και μια σκέψη που πέρασε φευγαλέα από το μυαλό του, είχε περάσει μια δεκαετία από την τελευταία φορά εκεί στο υπαίθριο ντους. 
Ο Ναυσικά παρατηρώντας τον Αλκιβιάδη, είδε τα μάτια του να καρφώνονται από πάνω στο ανοιχτό ντεκολτέ της. Από το βλέμμα του κατάλαβε πως πρόσεχε τα στριμωγμένα βυζιά της και του χαμογέλασε αμήχανα. Ήπιαν το καφέ τους  και κάποια στιγμή του λέει:
«Είσαι να συνεχίσουμε στο σπίτι μου; Κάνει ψόφο εδώ.»
«Καμία αντίρρηση…» της απαντάει. Με αργές κινήσεις, άπλωσε το χέρι του πάνω στην ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού και άγγιξε ανάλαφρα τα δάχτυλά της. Οι παλάμες της ήταν υπερβολικά ζεστές για την εποχή. 
Το φαγητό ήταν η αρχή.... Η γεύση και η αίσθηση λειτούργησε αφροδισιακά επάνω τους ώστε να αναζητούν την ολοκλήρωση της ευχαρίστησης..
Αποφάσισε να μην οδηγήσει άλλο, για τον προορισμό του και να μείνει στο αγρόκτημα της το βραδύ και το ξημέρωμα του Σαββάτου να αναχωρήσει για το χωριό του.
Πράγματι, βγήκαν απ' το εστιατόριο και μπήκαν στο αυτοκίνητο.
Η ήσυχη τοποθεσία, το αεράκι της θάλασσας, με το αγροτόσπιτο δίπλα σε μια μικρή παραλία ήταν η κατάλληλη ερωτική φωλιά, το ιδανικό σκηνικό για στιγμές χαλάρωσης που θα απογειώσει τις αισθήσεις τους και θα αφήσουν τους εαυτούς τους ελεύθερους να απολαύσουν μια ερωτική βραδιά.
«Έχεις καταλάβει πως σήμερα με έχεις τρελάνει; Θυμάσαι εκείνες τις εποχές που ήσουν μαθήτρια του λυκείου ακόμη κι ένα βράδυ ήθελα να σε πηδήξω;»
«Έλα ρε Αλκιβιάδη τι θυμήθηκες τώρα. Αυτά συνέβησαν πριν πολλά χρόνια και τελικά πήδηξες τι φιλενάδα μου» Του απαντάει!
«Τι να θυμήθηκα ρε Ναυσικά; Σε βλέπω μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι και δε σκέπτομαι τίποτε άλλο..... Τι λες να κάνουμε ένα ματσάκι που δεν κάναμε στα παλιά;»
«Αλκιβιάδη για  ηρέμησε λίγο σε παρακαλώ.» Η αλήθεια είναι πως πολύ απλά ήθελε να κάνει σεξ μαζί του! Με το να του κάνει τη δύσκολη, και να του αρνηθεί, το μόνο που θα κατάφερνε, ήταν απλά να μην κάνουν σεξ. 
«Πως να ηρεμήσω ρε Μωρό μου! Εγώ απόψε είμαι διαθέσιμος και όλος δικός σου! Να κλειστούμε στο σπίτι και να ορμίσουμε ο ένας στον άλλο.»
«Με δουλεύεις;» Τον ρώτησε η Ναυσικά.
«Κάθε άλλο», συνέχισε αυτός, « Εγώ πάντως πιστεύω ότι μπορούμε να τα βρούμε και αν και εσύ θα ήθελες να περάσουμε τη νύχτα μαζί.»
Η ιδέα της άρεσε πολύ, τον θέλει και τη θέλει αλλά η σκέψη πως ο Αλκιβιάδης ήταν ο άνδρας της καλύτερης φίλης της τη συγκρατούσε.
«Ασε τις τρέλες», είπε στον Αλκιβιάδη, 
«Αυτό δεν γίνεται. Δεν μπορώ ξαφνικά να ξαπλώσω στο κρεβάτι με τον άνδρα της Ανδρομάχης.'»
«Σαχλαμάρες», της απάντησε ο Αλκιβιαδης 
«Αφού και εσύ το θέλεις πολύ να κάνουμε σεξ, χωρίς να ψάχνουμε ανταλλάγματα! Θα γαμηθούμε επειδή μας αρέσει να γαμηθούμε χωρίς ενοχές! Για τη χαρά που προσφέρει το γαμήσι και για τίποτα άλλο πέρα από αυτό. Περιπέτεια μιας νύχτας θα ‘ναι, δεν θα γίνω μόνιμος εραστής σου.»
Η Ναυσικά έμεινε άφωνη. Όχι ότι ήθελε και πολύ να ψηθεί βέβαια! Αισθάνθηκε τη θηλυκότητα της να διεγείρεται και τις ρόγες της να φουσκώνουν με έντονη σεξουαλική διάθεση και να επιζητεί ακόμη περισσότερο τη σεξουαλική επαφή τους.
«Δηλαδη τελικά να να κάνουμε ότι αποφύγαμε να κάναμε τα παλιά;» Τον ρώτησε.
«Ναι! κάπως έτσι!» της είπε με ένα πονηρό, λαίμαργο χαμόγελο. «Απόψε ξέχνα τα παλιά. Είμαι όλος δικός σου, έτοιμος να σε τρελάνω και να κάνω πράξη όλα όσα φανταζόσουν.»

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

The Couple: Alkiviadis And Andromachi

..Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
... Ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη μετρούν ήδη δέκα πέντε χρόνια ζωής ζευγάρι σε μια όμορφη μια σχέση που έχει ωριμάσει με τον πιο υγιή τρόπο. Αυτά τα δεκαπέντε χρόνια (κρυστάλλινη επέτειος) αποτελούν μια ουσιαστική απόδειξη ότι η αγάπη, όταν στηρίζεται στην αμοιβαία κατανόηση, την πνευματική επικοινωνία και τον σεβασμό, εξελίσσεται σε κάτι πολύ πιο σταθερό και βαθύ από ένα απλό πάθος.
 Η «γλυκιά αύρα» που τους περιβάλλει αποδίδει υπέροχα αυτό που συχνά ονομάζουμε συντροφικότητα. Είναι η κατάσταση όπου δύο άνθρωποι δεν είναι πλέον μόνο εραστές, αλλά οι πιο στενοί σύμμαχοι στη ζωή, έχοντας χτίσει έναν «κόσμο» που είναι κοινός και αδιαπέραστος, μετά από μιάμιση δεκαετία κοινής πορείας.
Ο Αλκιβιάδης έχει κάνει έναν κύκλο ζωής κλείνοντας πρόσφατα τα σαράντα του χρόνια, παραμένει πλάσμα αρκετά μάχιμο, και ανταγωνιστικό. Στην πυραμίδα της ενεργής ηλικίας βλέπει πίσω τι έφτιαξε, κοιτάει μπροστά τι μπορεί να φτιάξει. Ταυτόχρονα είναι ώρα ν' αναζητήσει και αυτός, εγωιστικά, λίγη ποιότητα, λίγη ξενοιασιά. Ένας γοητευτικός ομορφάντρας με μελαγχολικά μάτια και γλυκό χαμόγελο όπως του καταμαρτυρεί η σύντροφος του…… που ντύνεται σαν ψαράς..
Η Ανδρομάχη! Αν και κλείνει τα τριάντα πέντε της χρόνια, δείχνει πολύ νεότερη βάζοντας κάτω γυναίκες που έχουν τη μισή της ηλικία! Το ότι η ηλικία είναι απλά ένας αριθμός, της ταιριάζει «γάντι». Ο χρόνος της έχει φερθεί άψογα. Γοητευτική, έχει ποιότητα, με μια φυσική ομορφιά, που εκπέμπει αθωότητα και ζεστασιά κάνοντας έτσι όσους βρίσκονται γύρω της να νιώθουν ευτυχισμένοι που είναι κοντά της δείχνοντας πως άμα μια γυναίκα έχει έμφυτη την θηλυκή συμπεριφορά... είναι απλά ανίκητη.
Μια γυναίκα με περισσή φροντίδα, είναι αφοσιωμένη σύντροφος και μητέρα στον έγγαμο βίο τους. Έχει αφιερωθεί με αγάπη και υπευθυνότητα στην οικογένεια της, όχι ως φροντιστής, αλλά ως η πραγματική δημιουργός ενός υποστηρικτικού, υγιούς και «γόνιμου» περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο η σχέση και τα παιδιά μπορούν να αναπτυχθούν και να ανθίσουν.
 Με τα χρόνια έχει αποκτήσει μια βαθιά και ώριμη θηλυκότητα, σταράτο δέρμα χαρίζοντας της μια λάμψη υγείας και φρεσκάδας, προικισμένο μπούστο, καλοφτιαγμένα λαγόνια. Ψηλή, το ύψος της πάνω από τον μέσο όρο, ένας πειρασμός με χυμώδες σώμα. Ειδικά τα καλοκαίρια όταν εμφανίζεται στην παραλία οι γλουτοί της δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από πολλές άλλες με απίθανη πίσω όψη και η κοπέλα καυλώνει κόσμο και το ξέρει! 
Την θυμάται από πάντα ανεπιτήδευτη να ντύνεται απλά, ελάχιστα μακιγιαρισμένη, ειλικρινής στον τρόπο που μιλά ή σε κοιτάζει. Μια ομορφιά γυναίκας, κατά το πρότυπο παλαιότερων εποχών, που η αίσθηση της θηλυκότητας αναβλύζει σαν αφρός, περιχύνοντας τις γραμμές του κορμιού της.
Αμφότεροι έχουν συνειδητοποιήσει ότι η απόλυτη ταύτιση τους δεν είναι εφικτή, οι συζυγικές τους σχέσεις δεν είναι μια στατική κατάσταση.  Ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη δεν είναι πια δύο κομμάτια ενός παζλ που πρέπει να εφαρμόσουν τέλεια, αλλά δύο αυτοτελείς προσωπικότητες που επιλέγουν να περπατούν δίπλα-δίπλα. Η προσδοκία ότι όλα πρέπει να είναι πάντα τέλεια, είναι μη ρεαλιστική και το γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει κάπου αυτός ο «τέλειος σύντροφος». 
Αντί να αναρωτιούνται «γιατί δεν είναι έτσι όπως τον/την ονειρεύτηκα;», εκτιμούν το «αυθεντικό» που έχουν μπροστά τους.
Στον έρωτα μας λέει ο Φρόιντ, προβάλλουμε στον άλλο το ιδανικό μας «Εγώ», δηλαδή προβάλλουμε στον άλλο, αυτό που θα θέλαμε να είμαστε αλλά δεν είμαστε. Δηλαδή θέλουμε να κάνουμε σχέση με τον καλύτερο εαυτό μας!
Δεν υπάρχει αυτός ο ιδανικός σύντροφος που δε θα τους πληγώσει ποτέ είναι η πιο ώριμη «γειωμένη» παραδοχή που μπορεί να κάνει ένα ζευγάρι. H ιδέα του ταιριαστού ζευγαριού, αγγίζει τα όρια της μυθοπλασίας. O γάμος είναι μια μηχανή παραγωγής συγκρούσεων, είναι μια ρεαλιστική και αναμφισβήτητη παραδοχή! Όταν δύο άνθρωποι μοιράζονται το ίδιο «πεδίο μάχης», οι τριβές είναι μαθηματικά βέβαιες. 
Όλα τα ζευγάρια διαφωνούν για τα ίδια πράγματα, τα χρήματα, το σεξ, τα παιδιά, τη διαχείριση του ελευθέρου χρόνου και αυτά είναι οι  «πυλώνες» πάνω στους οποίους δοκιμάζονται οι αντοχές όλων των ζευγαριών.
Ο σοφός ποιμένας παππούς του έλεγε. «Πριν τον γάμο κράτα και τα δύο σου μάτια ανοιχτά, αλλά μετά τον γάμο κλείσε το ένα.»
 Εννοώντας, ότι ένας γάμος για να διατηρηθεί και να θεωρείτε επιτυχημένος πρέπει να υπάρχει σ’ αυτόν κατανόηση συγχώρεση και αποδοχή. Η σοφία του παππού του συμπύκνωνε σε μια φράση όλη τη διαδρομή που διανύουν ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη. Είναι ο κανόνας της «επιλεκτικής όρασης», που αποτελεί ίσως το πολυτιμότερο εργαλείο για κάθε μακροχρόνια σχέση. 
Πριν τον γάμο είναι η φάση της κρίσης, της επιλογής και της συνειδητοποίησης. Μετά τον γάμο δεν σημαίνει ούτε τύφλωση, ούτε αφέλεια, ούτε ανοχή σε οτιδήποτε τοξικό. Σημαίνει συνειδητή επιλογή να μην εστιάζεις στις μικρές, καθημερινές ατέλειες που είναι αναπόφευκτο να υπάρξουν σε δύο ανθρώπους που συμβιώνουν. 
Εξάλλου, ο έρωτας είναι μοναδικός, το πάθος μοιραίο και το σεξ επιτυχημένο όταν ικανοποιεί και τους δύο, χωρίς ή με ημερομηνία λήξης.» Του συμπλήρωνε ο παππούς του.
Ξαφνικά μετά από τόσα χρόνια ευτυχισμένου γάμου η Ανδρομάχη άρχισε να χάνεται στο δικό της κόσμο. Η πρώτη «μεγάλη δοκιμασία» τους και μια ρωγμή στην «αρμονική συμφωνία» τους δεν προέρχεται από μια εξωτερική σύγκρουση, αλλά από μια εσωτερική απομάκρυνση. Η ερωτική της επιθυμία για σεξουαλική επαφή τους έχει μπει σε τροχιά μεγάλης ύφεσης.  Προσπαθεί να της μιλήσει, να καταλάβει να βρει απαντήσεις. 
«Τίποτα όλα καλά» του λέει. 
Το «Τίποτα, όλα καλά» είναι ίσως η πιο επικίνδυνη φράση σε μια σχέση. Είναι οι στιγμές του γάμου που σταματούν να παράγουν θόρυβο και παράγουν κενό. Όταν η Ανδρομάχη λέει «όλα καλά», στην πραγματικότητα δηλώνει ότι δεν έχει τον τρόπο ή τις λέξεις να μοιραστεί αυτό που της συμβαίνει. 
Το σεξ μοιάζει απλά, να έχει αποκτήσει χαρακτήρα παγιωμένης αδιαφορίας να μην την απασχολεί, και αυτή η έλλειψη ερωτικής επιθυμίας είναι αναπόφευκτο να δημιουργεί έντονη δυσαρέσκεια για την αδιαφορία της και χάσματα στις προσωπικές τους σχέσεις.
Τον βλέπει σαν έναν πολύ καλό της σύντροφο που τον αγαπά, νοιάζεται γι’ αυτόν, είναι ο πατέρας των παιδιών τους, ένας καλός άνθρωπος, αλλά η σεξουαλική τους ζωή περνά στο πίσω πλάνο, έχει κάνει μια εσωτερική ανακατάταξη στη σχέση τους. Τον έχει μετατοπίσει από τη θέση του εραστή στη θέση του «συγγενή». 
 Όταν η ερωτική ορμή (libido), αυτή η πρωταρχική, δημιουργική και καταστροφική ενέργεια, δεν βρίσκει διέξοδο μέσα στη σχέση, δεν εξαφανίζεται. Απλώς μεταλλάσσεται και αναζητά δρόμους διαφυγής. Αίσθηση και προβληματισμό, αν μη τι άλλο, προκάλεσε ο κύκλος της αντιπαράθεσης που ξεκίνησε μεταξύ τους την τελευταία φορά με λεκτικές αψιμαχίες για το θέμα αυτό σε «σημείο βρασμού». Όπως την τελευταία φορά που εισέπραξε μια περιπαιχτική της στάση, που σχεδόν τον ευνούχιζε. 
Πρώτη ήταν που τον προκάλεσε ειρωνικά. «Σου σηκώνεται ακόμα;» Δεν ήταν απλώς μια προσβολή. Ήταν ένα χειρουργικό πλήγμα στον πυρήνα του ανδρισμού του Αλκιβιάδη και μια κατάφωρη παραβίαση της ιερής οικειότητας στη σχέση τους.
«Εμ βέβαια εσύ που να ξέρεις, έχεις ξεχάσει πως είναι να το κάνουν.» Με αυτή την απάντηση, ο Αλκιβιάδης περνά από την άμυνα στην αντεπίθεση. Χρησιμοποιεί το ίδιο όπλο, την προσβολή που χτυπά στο κέντρο της θηλυκότητας και της ικανοποίησης της Ανδρομάχης, για να της ανταποδώσει το πλήγμα του ευνουχισμού. 
«Δεν το έχω ανάγκη. Δεν μου χει λείψει.» Συνέχισε με την ανάλογη ειρωνεία την αντίδραση της. Η απάντηση της Ανδρομάχης είναι το τελειωτικό χτύπημα σε αυτόν τον πόλεμο φθοράς. Με το «Δεν το έχω ανάγκη. Δεν μου χει λείψει», δεν προσβάλλει απλώς την ερωτική ικανότητα του Αλκιβιάδη, καταργεί την ίδια την ύπαρξή του ως εραστή μέσα στη ζωή της.
Ο Αλκιβιάδης, μην μπορώντας να διαχειριστεί την απουσία της επιθυμίας της, καταφεύγει στον κυνισμό. «Σωστά! καταλήξαμε να γνωριζόμαστε, με τη Βιβλική έννοια του όρου, στη χάση και στη φέξη. Ιεραποστολικώς και με την παθητική συμμετοχή σου, εσύ που άλλοτε ήσουν η δραστήρια, η πιο ευφάνταστη και η πιο ενθουσιώδης. 
Τώρα πλέον πρωτοβουλία μηδέν, όσο για ποικιλία και τέτοιες νοστιμιές, τις ξεχάσαμε. Μάλλον εσύ βρίσκεις πλέον τον εαυτό σου με τους παπάδες και τις αγρυπνίες τους. Ας είμαστε ειλικρινείς! Υποψιάζομαι ότι καυλώνεις όταν δεις άνδρα ντυμένο με ράσα.  
Αυτή σαν να μην πίστευε στ' αυτιά της! Έμεινε στην κυριολεξία με το στόμα ανοιχτό!. Η έκπληξη στο πρόσωπο της δεν πηγάζει μόνο από το περιεχόμενο της προσβολής, αλλά από την στιγμή που ο σύντροφος της, που την λάτρευε, μετατράπηκε σε έναν άνδρα που την περιφρονεί, ώστε να την χλευάζει. Η όψη της σκοτείνιασε από την οργή της για το υπονοούμενο. Στην κάθε κουβέντα του είναι έτοιμη να πάρει φωτιά και όταν απάντησε η φωνή της έτριξε σαν φωτιά σε θάμνους. 
«Δε μου λες: Είσαι τελείως βλαμμένος;! Έλεος έχεις ξεφύγει τελείως και δεν ξέρεις τι λες.!» Με αυτόν τον τρόπο, η Ανδρομάχη ανταποδίδει με τόκο το χτύπημα που δέχτηκε για το «ράσο». 
«Έχουμε ξεφύγει! Είναι προφανές..... Είναι προφανές ότι κάτι δεν πάει καλά.» 
Ο Αλκιβιάδης, μέσα στην οργή κάνει την πρώτη παραδοχή ότι η κατάσταση έχει βγει από τον έλεγχο και των δύο.
«Αα!, εσύ όμως το χοντραίνεις πολύ, δε νομίζεις;! Πως είναι δυνατόν να λες αυτές τις μυθομανίες. Δεν μπορώ να το πιστέψω. Τρελάθηκες; ∆εν είναι κουβέντες αυτές! Έχεις χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, και  επινοείς ιστορίες! Το μόνο που μου μένει να πω είναι πως ντρέπομαι για σένα. Και κοίτα, ως εδώ, δεν θέλω να το συζητήσω παραπέρα γιατί το βρακί μου δεν πρόκειται να το ξαναδείς ούτε ζωγραφιστό.» 
Του δήλωσε με δυσαρέσκεια και εκνευρισμό μέσα σε ένα κλίμα έντασης που επικρατεί μεταξύ τους. Η Ανδρομάχη δεν τραβάει απλώς μια «κόκκινη γραμμή», γκρεμίζει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας τους και πετάει το κλειδί. 
Ο Αλκιβιάδης, ένας άνθρωπος «μετρημένος» που αναγκάζεται να χάσει τον έλεγχο, βρίσκεται εγκλωβισμένος σε έναν ρόλο που δεν του ταιριάζει, ενώ η Ανδρομάχη έχει υψώσει ένα τείχος που κανένας διάλογος δεν μπορεί πλέον να διαπεράσει και ο Αλκιβιάδης επιλέγει να «σηκώσει λευκή σημαία». 
Και το βρακί της σάμπως το έβλεπε και τακτικά τώρα τελευταία.
«Μου το έφαγε η εκκλησία δεν υπάρχει άλλη εξήγηση». Της μουρμούριζε μέσα από τα δόντια του.
Δεν λύνουν το πρόβλημα, απλώς αποσύρονται στα χαρακώματα τους, περιμένοντας να περάσει η καταιγίδα. Αν ερχόταν κάποιος και του λεγε ότι θα 'ρχόταν μια μέρα που η ξαναμμένη Ανδρομάχη θα μετατρεπόταν, ως δια μαγείας, σε ανέραστη πουλάδα, θα κάγχαζε και θα χαρακτήριζε τον μετά Χριστόν προφήτη όπως του άρμοζε. 
Έλα όμως που οι κακές προφητείες έχουν το εκνευριστικό συνήθειο να βγαίνουν!...

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

The Curtain Came Down

........Ένα απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι....Μέρος ΙΙ»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:2)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
....Το μεθεπόμενο πρωινό, η Ανδρομάχη του έπιασε το χέρι και κοιτώντας τον στα μάτια σκεπτική του λέει. «Λέω να μην πάμε με την παρέα στην Τήνο! Μόνο να πάμε οι δυο μας όπως κάνουμε πάντα.»
«Γιατί; Μωρό μου! Ωραίες οι φαντασιώσεις αλλά με μέτρο;»
Η Ανδρομάχη χαμήλωσε το βλέμμα, αφήνοντας το χέρι του να γλιστρήσει αργά από το δικό της. Η σιωπή που έπεσε στην κρεβατοκάμαρα είχε το βάρος της επόμενης μέρας, εκείνης της αμήχανης στιγμής που τα φώτα σβήνουν, η αδρεναλίνη πέφτει και η σκληρή πραγματικότητα του «καθώς πρέπει» κόσμου χτυπά την πόρτα.
«Δεν είναι απλά θέμα μέτρου, Αλκιβιάδη...» του είπε με φωνή χαμηλή, σχεδόν απολογητική, καθώς προσπαθούσε να μαζέψει τα μαλλιά της πίσω από τ' αυτιά. «Άλλο να το παίζεις στα όνειρα και στις φαντασιώσεις, και άλλο να το κουβαλάς στο φως της ημέρας, να κοιτάς τους ίδιους ανθρώπους στα μάτια, να σκέφτεσαι τι θα πουν, πού θα σταθούμε... Φοβάμαι μήπως ανοίξαμε μια πόρτα που δεν θα μπορούμε πια να κλείσουμε.» 
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε βαθιά, ακούγοντας τις ανασφάλειες να ξεπροβάλλουν εκεί ακριβώς που λίγες ώρες πριν υπήρχε μόνο φωτιά. Κατάλαβε απόλυτα. Η υπέρβαση είχε το κόστος της. Η σύζυγος του, η γυναίκα που είχε μόλις τσαλακώσει κάθε ταμπού, ένιωθε τώρα το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια της από το ίδιο της το θάρρος.
Την πλησίασε, της έπιασε απαλά το πιγούνι και την ανάγκασε να τον κοιτάξει στα μάτια. Το βλέμμα του δεν είχε ούτε πίεση ούτε απογοήτευση, είχε μια βαθιά, γαλήνια κατανόηση.
«Αγάπη μου» της είπε ήρεμα, χαϊδεύοντας της το μάγουλο. «Οι φαντασιώσεις δεν είναι για να γίνουν συμβόλαια ζωής. Είναι εκείνα τα σκοτεινά, μαγικά δωμάτια του μυαλού μας που μας δίνουν ανάσα, που μας θυμίζουν ότι είμαστε ζωντανοί πέρα από τους ρόλους μας, πέρα από τα παιδιά, πέρα από τα σχολεία και τις εκκλησίες. 
Αν η Τήνος σού φαίνεται βουνό τώρα, αν θες να πάμε οι δυο μας να περπατήσουμε στα σοκάκια, να πιούμε τον καφέ μας αγκαλιά και να αφήσουμε την ησυχία να μας γιατρέψει, θα το κάνουμε. Χωρίς δεύτερη σκέψη.»
Έκανε μια μικρή παύση, αφήνοντας τα λόγια του να κατασταλάξουν, πριν προσθέσει με ένα τρυφερό, πονηρό χαμόγελο.
«Αλλά να ξέρεις κάτι... Ακόμα κι αν κλείσουμε την πόρτα σε εκείνο το δωμάτιο για λίγο, το κλειδί το έχουμε πια στην τσέπη μας. Και κανείς δεν μπορεί να μας πάρει πίσω όσα ζήσαμε, ούτε όσα μάθαμε για τους εαυτούς μας.»
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε, άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης και έπεσε στην αγκαλιά του, κρύβοντας το πρόσωπό της στον λαιμό του.
«Πάμε οι δυο μας στην Τήνο...» του ψιθύρισε, σφίγγοντας τον δυνατά. 
«Μόνο εμείς;...»
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε με τα μάτια της να λάμπουν, μια μίξη συγκίνησης και ερωτικής έξαψης που γύρισε αμέσως την ατμόσφαιρα. Η αφοπλιστική της ειλικρίνεια και η απόλυτη εμπιστοσύνη που του έδειχνε ήταν το πιο δυνατό αφροδισιακό, πιο ισχυρό ακόμα και από τις πιο τρελές φαντασιώσεις που είχαν μοιραστεί τις προηγούμενες μέρες.
«Είσαι απίστευτος...» του ψιθύρισε, χαμογελώντας πλατιά καθώς τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. «Δηλαδή, για να καταλάβω... μου βάζεις όρο να κάνουμε το ταξίδι τετράδα, με τη Ναυσικά και τον παπά, στο ίδιο ταχύπλοο, για να ζήσει η φιλενάδα μου το απόλυτο ερωτικό της όνειρο;»
Ο Αλκιβιάδης τη σφιχταγκάλιασε, νιώθοντας τη ζεστή της αναπνοή στο δέρμα του.
«Ακριβώς, μωρό μου» της απάντησε με πονηρό, σαγηνευτικό χαμόγελο. «Αφού το ταξίδι και ο έρωτας είναι η απόπειρα να κάνουμε το όνειρο πραγματικότητα, γιατί να της το στερήσουμε; Θα πάρουμε τις καλύτερες θέσεις στο ταχύπλοο, με την πολυτέλεια και την άνεση που μας αξίζει, κι ας αφήσουμε τον αέρα του Αιγαίου να παρασύρει τα σχέδιά μας. Ο καλός ταξιδευτής, όπως λες κι εσύ, δεν νοιάζεται πού θα φτάσει, αλλά τι θα ζήσει στη διαδρομή!»
«Φαντάζεσαι σκηνικό;» είπε η Ανδρομάχη, ξεσπώντας σε ένα μικρό, συγκρατημένο γέλιο που έσταζε πονηριά. 
«Ο ιερέας μας με πολιτικά ή ακόμα καλύτερα, με το ράσο στο κατάστρωμα να το παίρνει ο αέρας, η Ναυσικά δίπλα του να στάζει καύλα και να του ψιθυρίζει αμαρτίες, κι εμείς οι δυο να τους καμαρώνουμε και να σχεδιάζουμε τις νύχτες μας στο νησί;»
«Αυτό δεν θα είναι απλό ταξίδι για την Τήνο» συμπλήρωσε ο Αλκιβιάδης, φιλώνοντας την απαλά με ένα βαθύ, ερωτικό φιλί στα χείλη. «Αυτό θα είναι η δική μας, ιδιωτική κρουαζιέρα ακολασίας. Και αφού είμαστε μαζί, εγώ είμαι έτοιμος για όλα τα κύματα...»
...Έτσι, με μια απλή στροφή της τύχης, ένα αλλεργικό άσθμα της Ναυσικάς και κάτι γραφειοκρατικά μπλεξίματα του ρασοφόρου με τη βίζα, το μεγάλο, αμαρτωλό σενάριο της τετράδας διαλύθηκε σαν καπνός στον αέρα. Ο διαβολάκος, αφού έκανε την αναστάτωση του, έβαλε την ουρά του και αποσύρθηκε, αφήνοντας τις ακραίες φαντασιώσεις να αιωρούνται σαν ανεκτέλεστες υποσχέσεις μιας νύχτας που πέρασε.
«Τα ταξίδια, όπως οι καλλιτέχνες, γεννιούνται, δεν γίνονται, μωρό μου...» της είπε ο Αλκιβιάδης, χαμογελώντας γλυκά καθώς της χάιδευε τα μαλλιά. «Το δικό μας ήταν γραπτό να κοπεί στην κυοφορία του. Ίσως γιατί ο δρόμος μας ήταν πάντα άλλος.»
Και πράγματι, εκείνο το πολύβουο, ανατρεπτικό ταξίδι των τεσσάρων δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.
Λίγο καιρό αργότερα, το ταχύπλοο ταξίδεψε στο μπλε του Αιγαίου μόνο για τους δυο τους, όπως ακριβώς το συνήθιζαν όλα αυτά τα χρόνια. 
Ο Αλκιβιάδης στάθηκε για άλλη μια φορά δίπλα στην Ανδρομάχη, συνοδεύοντας την με υπομονή και σεβασμό στο δικό της εσωτερικό τάμα, στη Μεγαλόχαρη της Τήνου. 
Την έβλεπε να ανάβει το κερί της, να γονατίζει με κατάνυξη στη θεία λατρεία, κι εκείνος έστεκε εκεί όχι απλά σαν σύζυγος, αλλά σαν ο άνθρωπος που γνώριζε κάθε κρυφή, σκοτεινή και φωτεινή γωνιά της ψυχής της.
Εκείνη του το αναγνώριζε με κάθε της βλέμμα, με κάθε άγγιγμα του χεριού της μέσα στο πλήθος.
Μέσα από τις θύελλες των πειρασμών, τα παιχνίδια του μυαλού και τις αμαρτωλές εξομολογήσεις, οι δυο τους είχαν καταφέρει κάτι σπάνιο. Να χτίσουν μια σχέση υπέροχη, βαθιά και αδιάσπαστη, βασισμένη στην απόλυτη αποδοχή, την ελευθερία και μια αγάπη που δεν φοβόταν ούτε το φως ούτε το σκοτάδι.
...Έχει μπει ο Σεπτέμβριος για τα καλά και ο ιερομόναχος-Αρχιμανδρίτης,  ετοιμάζεται για αναχωρήσει με προορισμό το πατριαρχείο στα νέα καθήκοντα του. 
Η Ανδρομάχη θεωρούσε αδιανόητο να μην κάνουν μια αποχαιρετιστήρια γιορτή, ένα τραπέζι…. κάτι με αφορμή το τέλος της συνεργασίας του ρασοφόρου με την ενορία τους. Της φαινόταν γρουσουζιά, αλλά και μόνο στη σκέψη να το συζητήσει με τον σύντροφο της την έπιαναν ενοχές...
Περίμενε ότι ο Αλκιβιάδης θα δίσταζε ή θα συνοφρυωνόταν, εκείνος όμως την κοίταξε σκεπτικός. Κατόπιν, πήρε τα χέρια της συντρόφου του μέσα στα δικά του και εξέτασε τα νύχια της, όπως έκανε στα πρώτα χρόνια της γνωριμίας τους, και μετά την κοίταξε κατάματα.
«Ένα τραπέζι» είπε. «Πράγματι. Ωραία ιδέα»..
Η κίνηση αυτή του Αλκιβιάδη, τόσο γνώριμη, ζεστή και φορτισμένη με μνήμες από τα πρώτα χρόνια του έρωτά τους, έκανε την καρδιά της Ανδρομάχης να σκιρτήσει. Οι ενοχές που την έσφιγγαν τόσες μέρες έλιωσαν ακαριαία, δίνοντας τη θέση τους σε μια ανακούφιση που σχεδόν την έκανε να βουρκώσει.
«Αλήθεια λες, Αλκιβιάδη;» ψιθύρισε, σφίγγοντας τα δάχτυλά της γύρω από τα δικά του. «Δεν... δεν σε πειράζει;» 
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε ήρεμα, με εκείνο το σοφό, αινιγματικό μειδίαμα που είχε μάθει πια να αποκωδικοποιεί. Στα μάτια του δεν υπήρχε ούτε ίχνος ζήλιας, ούτε καχυποψία. Υπήρχε μόνο η βαθιά αποδοχή του ανθρώπου που έχει κοιτάξει μαζί της στην άβυσσο των επιθυμιών και δεν φοβάται πια τις σκιές.
«Γιατί να με πειράζει, μωρό μου;» της είπε, χαϊδεύοντας απαλά τη ράχη του χεριού της. 
«Ο Αρχιμανδρίτης πια φεύγει για το Πατριαρχείο, ανεβαίνει σε άλλα αξιώματα. Προσέφερε στην ενορία, αναστάτωσε τις καρδιές, μας χάρισε... έμπνευση και συζητήσεις που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Ένα αποχαιρετιστήριο τραπέζι είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε για να τον ξεπροβοδίσουμε όπως του αξίζει. Σαν φίλοι, σαν ευσεβείς ενορίτες, αλλά και σαν άνθρωποι που ξέρουν να εκτιμούν τις όμορφες ανατροπές της ζωής.»
Η Ανδρομάχη τον αγκάλιασε σφιχτά, κρύβοντας το πρόσωπο της στον στέρνο του, νιώθοντας τον χτύπο της καρδιάς του.
«Είσαι μοναδικός, το ξέρεις;» του ψιθύρισε.
«Το ξέρω» απάντησε εκείνος γελώντας σιγανά. «Λοιπόν, οργάνωσε το! Αλλά πρόσεξε... αυτή τη φορά, πρόσεξε ποιους θα καλέσεις. Μην έχουμε πάλι καμία επίτροπο να μας κόβει την όρεξη και να μας κάνει τη ζωή πατρίδα!»
Η Ανδρομάχη ξέσπασε σε ένα λαμπερό, απελευθερωτικό γέλιο. Ο Σεπτέμβριος είχε μπει για τα καλά, φέρνοντας μαζί του το αγεράκι της αλλαγής, και το αποχαιρετιστήριο τραπέζι του Αρχιμανδρίτη προμηνυόταν τουλάχιστον αξιομνημόνευτο...
«Ένα πολύ ιδιαίτερο, αποχαιρετιστήριο, τραπέζι, με μοναδικούς καλεσμένους τον ιερέα μας και τη φιλενάδα σου την Ναυσικά μας και κύριο πιάτο τη συγκίνηση.» Της είπε με τρυφερότητα.
Η Ανδρομάχη, νιώθοντας το καυτό, καθαρό ποτό να κατεβαίνει στον λαιμό της και να σκορπίζει μια ακαριαία, γλυκιά ζέστη στα σπλάχνα της, τίναξε ελαφρά τους ώμους της. 
Οι τελευταίοι ενδοιασμοί, τα «πρέπει» και οι ψίθυροι της γειτονιάς διαλύθηκαν σαν καπνός μέσα στη δροσιά της ρακής.
Βγήκε στη μεγάλη βεράντα με ένα δίσκο γεμάτο μεζέδες στα χέρια, κοιτάζοντας γύρω της με υπερηφάνεια. Το σκηνικό ήταν μαγικό. Η πέργκολα με την κληματαριά και τις κατακόκκινες βουκαμβίλιες έμοιαζε να αγκαλιάζει τον χώρο, το λευκό κεντητό τραπεζομάντιλο έλαμπε στο ζεστό φως των φαναριών, και οι μυρωδιές από τα ψητά και τα μυρωδικά είχαν μεταμορφώσει το σπίτι τους σε μια αυθεντική, ζεστή εξοχική ταβέρνα. 
Στα απέναντι πεύκα, τα τζιτζίκια συνέχιζαν το ασταμάτητο, μελωδικό τους τραγούδι, δίνοντας τον ρυθμό σε μια βραδιά που υποσχόταν να μείνει αξέχαστη.
Τα δάκρυα της Ανδρομάχης κύλησαν ζεστά στα μάγουλα της, λαμπυρίζοντας στο χαμηλό φως της βεράντας. Ήταν η αλμύρα της ρακής, ο πυκνός καπνός από τα σκουμπριά που ψήνονταν στη σχάρα, αλλά πάνω από όλα ήταν αυτή η γλυκόπικρη βεβαιότητα. Το οριστικό τέλος μιας εποχής. 
Η φαντασιακή, αμαρτωλή ερωτική σχέση που τους είχε αναστατώσει, που είχε δοκιμάσει τα όρια τους και είχε ανάψει τις πιο κρυφές τους επιθυμίες, έφτανε στο αναπόφευκτο τέρμα της. 
Εξατμιζόταν αργά στον αέρα του Σεπτέμβρη, αφήνοντας πίσω της μόνο την επίγευση της νοσταλγικής συγκίνησης.
Ο Αλκιβιάδης τη κοίταξε με μια απέραντη τρυφερότητα. Δεν υπήρχε ίχνος πικρίας στα μάτια του· μόνο μια βαθιά, ώριμη κατανόηση για τη γυναίκα του που στεκόταν εκεί, ευάλωτη και πανέμορφη, ανάμεσα στη θεοσέβεια και το πάθος. Πλησίασε, σκούπισε απαλά το δάκρυ από το μάγουλό της και της φίλησε το μέτωπο, 
Το τραπέζι ήταν ένα αληθινό ποίημα, φτιαγμένο με όλο το μεράκι και την τέχνη της Ανδρομάχης. Οι μοσχοβολιστές γαρίδες με τη σκορδάτη, η πρωτότυπη μαγιονέζα με τα τραγανά κρίταμα, τα ζουμερά, καπνιστά σκουμπριά που έλιωναν στο στόμα, μαζί με τη δροσερή μαϊντανοσαλάτα, τη λεμονάτη μελιτζανοσαλάτα και τη φρέσκια σαλάτα με τον άνηθο, μετέτρεψαν τη βεράντα σε μια ιεροτελεστία των αισθήσεων.
Το μεστό, γεμάτο νεύρο Σαββατιανό έρρεε άφθονο στα ποτήρια , συνοδεύοντας κάθε μπουκιά, κάθε εξομολόγηση και κάθε βλέμμα που ανταλλάσσονταν στην πυκνή σκιά της κληματαριάς.
Καθώς το δείπνο πλησίαζε στο τέλος του, ο Αλκιβιάδης σήκωσε το μικρό ποτηράκι με τη ρακή για τον τελικό αποχαιρετισμό.
«Στον ιερέα μας, που φεύγει για τα ψηλά...» είπε χαμογελώντας ήρεμα, «και στην Ανδρομάχη μου, που ξέρει να αγαπάει με όλη της την ψυχή. Στα όνειρα που ζήσαμε και σε αυτά που μας περιμένουν.»
Τα ποτήρια τσούγκρισαν για τελευταία φορά. Η φαντασίωση μπορεί να εξατμιζόταν, αλλά η ουσία, η απόλυτη αγάπη, η εμπιστοσύνη και η ελευθερία ανάμεσα στον Αλκιβιάδη και την Ανδρομάχη, έμενε εκεί, πιο δυνατή και πιο στέρεη από ποτέ.
Η νύχτα στη βεράντα έκλεισε σιγά σιγά, σαν μια αυλαία που πέφτει αργά σε θεατρική σκηνή, αφήνοντας πίσω της μόνο τη ζεστασιά από τα ποτήρια και την αύρα του Σεπτέμβρη. Ο ιερέας και η Ναυσικά έφυγαν, όπως έπρεπε να φύγουν· σαν οπτασίες μιας άλλης πραγματικότητας που φώτισαν για λίγο το σκοτάδι τους, έβαλαν φωτιά στα ταμπού τους και μετά τράβηξαν τον δρόμο τους.
Καθώς έμειναν πάλι μόνοι κάτω από την κληματαριά, ο Αλκιβιάδης κοίταξε την Ανδρομάχη. 
Το ερώτημα που τον βασάνιζε σιωπηλά έπλεε στον αέρα ανάμεσα τους. Ήταν τελικά αυτοί οι ίδιοι;
Μήπως ο ιερέας με τα ράσα και η ατίθαση Ναυσικά δεν ήταν παρά οι κρυφές, ανεκπλήρωτες πτυχές του δικού τους εαυτού; Μήπως ήταν τα alter ego τους, οι καθρέφτες που τόλμησαν να δείξουν όσα οι ίδιοι έκρυβαν στα πιο βαθιά, σκοτεινά δωμάτια του μυαλού τους;
Τη θυμήθηκε και τη διηγήθηκε όλη αυτή την ιστορία όχι με πίκρα, αλλά με μια βαθιά, σχεδόν συγκινητική τρυφερότητα. Γιατί κατάλαβε πως η δική τους ερωτική ιστορία δεν διέφερε σε τίποτα από αυτήν των ηρώων τους. Ισορροπούσε κι αυτή στην ίδια λεπτή κλωστή, ανάμεσα στο φαντασιακό και το πραγματικό, στην καθημερινή ρουτίνα και στο ιδανικό παραμύθι.
Για λίγο, ο πραγματικός τους κόσμος είχε σταματήσει. Είχαν μιλήσει τη γλώσσα του ονείρου, είχαν περπατήσει στα μονοπάτια της απόλυτης ελευθερίας, και μέσα από τις λέξεις και τα συναισθήματα είχαν ανακαλύψει ξανά ο ένας τον άλλον.
Οι περισσότεροι έρωτες χάνονται. Εξατμίζονται σιγά σιγά στο πέρασμα του χρόνου, πνιγμένοι από τις έγνοιες, τα «πρέπει» και τη φθορά των ημερών. Αλλά όχι ο δικός τους.
Ο Αλκιβιάδης αρνιόταν να αφήσει τη φλόγα να σβήσει. Ήξερε πως το μυστικό δεν ήταν να ζεις διαρκώς μέσα στην ψευδαίσθηση, αλλά να κρατάς το κλειδί εκείνου του μαγικού δωματίου στην τσέπη σου. Να μπορείς, ακόμα και μέσα στην πιο απλή καθημερινότητα σε ένα πρωινό καφέ, σε ένα βλέμμα στον δρόμο, σε μια τυχαία επαφή, να ξαναζωντανεύεις το όνειρο.
«Λοιπόν...» της είπε χαμογελώντας απαλά, πιάνοντας ξανά το χέρι της και τραβώντας την στην αγκαλιά του κάτω από το φεγγάρι. 
«Τι λες; Συνεχίζουμε το παραμύθι;»
Η Ανδρομάχη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του, έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε. 
Το ταξίδι μπορεί να τελείωνε εδώ για τους άλλους, αλλά για εκείνους μόλις είχε αρχίσει να γράφεται ξανά.
Οι λέξεις που γράφει απόψε αφήνουν μια αίσθηση από αιχμηρό μέταλλο. Έχουν σκοινιά που σφίγγουν και σύρματα αγκαθωτά, καθώς κάθε πρόταση γίνεται το εργαλείο για να κόψει τους δεσμούς, να αποχωριστεί τις μορφές που τον συντρόφευσαν τόσο καιρό στο εσωτερικό του ταξίδι.
Ήρθε όμως η κατάλληλη ώρα. Το παραμύθι έφτασε στην τελευταία του σελίδα.
Με μια κίνηση σχεδόν τελετουργική, κατεβάζει τον διακόπτη. Κλείνει απαλά την πόρτα του φαντασιακού εκείνου δωματίου, αφήνοντας απ' έξω τον ιερέα και τη Ναυσικά τις δύο αέρινες οπτασίες που έδωσαν σάρκα και οστά στις πιο βαθιές, ανείπωτες επιθυμίες του. 
Όσο κι αν οι σκέψεις που κατακλύζουν το μυαλό του δεν χωρούν σε λόγια, ξεδιαλέγει τις φιγούρες τους από τη μνήμη, επιτρέποντάς τους να σβήσουν ήσυχα, να χαθούν στο κενό με τον ίδιο ακριβώς αθόρυβο τρόπο που εμφανίστηκαν στο συναισθηματικό του σύμπαν. 
Δεν υπάρχει οργή ή βία σε αυτόν τον αποχωρισμό. Υπάρχει μια ήρεμη αποδοχή του τέλους, μια λύτρωση μέσα από τη σιωπή και τη λήθη.
Έξω, η νύχτα καταφθάνει συμπονετική και δροσερή. Απλώνει παντού τα αθόρυβα σεντόνια της σιωπής, γλυκαίνοντας την αποκοπή. 
Ψηλά στον σκοτεινό ουρανό, τα λιγοστά σύννεφα τρέχουν βιαστικά, αλλάζοντας συνεχώς σχήματα, σαν να παλεύουν κι αυτά όπως κι ο ίδιος, να βρουν την ιδεατή, τέλεια μορφή τους πριν χαθούν στη νύχτα.
Ο Αλκιβιάδης αφήνει την τελευταία τελεία να κατασταλάξει στο χαρτί, ανασαίνει βαθιά και στρέφεται στην πραγματικότητα που τον περιμένει, στη ζεστή, αληθινή αγκαλιά της Ανδρομάχης.
Η νύχτα τύλιξε απαλά τη βεράντα, αφήνοντας πίσω της κάθε περιττό θόρυβο. Ο Αλκιβιάδης έκλεισε τα μάτια, αφήνοντας το σώμα του να χαλαρώσει εντελώς. Δεν υπήρχε πια καμία ανάγκη για λέξεις, καμία αγωνία για το πού τελειώνει η πραγματικότητα και πού αρχίζει το όνειρο.
Άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί στη ροή των αναμνήσεων, εκεί όπου ο πόθος και η φαντασία τραγουδούσαν σαν Σειρήνες μέσα στο στήθος του μια γλυκιά, ακαταμάχητη μουσική στην οποία δεν είχε καμία διάθεση να αντισταθεί.
Μπροστά στα κλειστά του βλέφαρα άρχισαν να ξεδιπλώνονται οι εικόνες της πρώτης τους επαφής. Σαν φύλλα και κλαράκια που ταξίδευαν μαζί, νωχελικά και αβίαστα, στα νερά ενός μικρού, καθαρού ποταμού. Εκείνος ορμητικός και ήρεμος μαζί, η Ανδρομάχη δίπλα του να κυλάει στο ίδιο ρεύμα. Από εκείνο το πρώτο, αθώο κύμα είχε γεννηθεί ο σπόρος. Και τι δέντρο είχε γίνει από τότε! Ένα θαυμαστό, αειθαλές φυτό αγάπης που είχε ριζώσει βαθιά, είχε θεριέψει, είχε απλώσει κλαδιά και άνθη μέσα στα χρόνια, αντέχοντας σε καταιγίδες και ανέμους.
Και είχε δώσει την αμετάκλητη υπόσχεση στον εαυτό του. Ποτέ, με καμία μικρή ή ποταπή πράξη, δεν θα άφηνε το χέρι του να αγγίξει το κλαδί εκείνου του δέντρου για να το κλαδέψει ή να το πληγώσει.
Τα χνάρια της ζωής τους ήταν όλα εκεί, ολοζώντανα, άθικτα από τη φθορά του χρόνου. Κάθε σημάδι, κάθε βλέμμα, κάθε γέλιο και κάθε δάκρυ στα είκοσι τόσα χρόνια της κοινής τους πορείας δεν είχαν χαθεί, περίμεναν υπομονετικά να φωτιστούν από το φεγγαρόφωτο.
Τι γλυκιά μελωδία που είχαν αλήθεια κάποιες αναμνήσεις...
Ένα κύμα από τρυφερή, ασφυκτική νοσταλγία τον έπνιξε για λίγο, κάνοντας την καρδιά του να χτυπήσει πιο δυνατά. Άνοιξε αργά τα μάτια του. Δίπλα του, η Ανδρομάχη καθόταν ήσυχη, νανουρισμένη από τη σιωπή της νύχτας, με το βλέμμα της στραμμένο σ' εκείνον.
Δεν χρειαζόταν να πουν τίποτα. 
Εκείνος άλωσε το χέρι της, το έσφιξε απαλά στην παλάμη του, και το ποτάμι της ζωής τους συνέχισε να κυλάει, αιώνιο, ζεστό και δικό τους.
Καθώς η νύχτα τύλιγε τη βεράντα με τη δροσερή, γαλήνια αγκαλιά της, οι δυο τους έμειναν εκεί, καθισμένοι δίπλα-δίπλα κάτω από την κληματαριά. Ο Αλκιβιάδης, σταθερός και αταλάντευτος σύντροφος, ένιωθε τον χρόνο να κυλά ήρεμα, κουβαλώντας μαζί του όλες τις χαρές και τις λύπες που είχαν μοιραστεί όλα αυτά τα χρόνια.
Συνειδητοποίησε πως η ζωή τους δεν είχε ποτέ μπροστά της λαβυρίνθους με αμέτρητους δρόμους και διασταυρώσεις για πολλές, τυχαίες επιλογές. Η δική τους διαδρομή ήταν μία και μοναδική, εκείνος ο μοναδικός, ανηφορικός αλλά υπέροχος δρόμος που οδηγούσε σταθερά στα ασφαλή, ζεστά λημέρια της οικογένειάς τους, στο δικό τους αληθινό καταφύγιο.
Και μπορεί το ερωτικό πάθος να είχε αλλάξει μορφή, να μην είχε πια την τυφλή, ορμητική έκρηξη της πρώτης νιότης, όμως ήξερε καλά πως δεν είχε χαθεί. Μπορούσε να αναβιώσει ξανά και ξανά, κάθε φορά που η εμπιστοσύνη και η βαθιά οικειότητα άνοιγαν την πόρτα. Γιατί κατάλαβε το μεγαλύτερο μυστικό της αγάπης τους: δεν ήταν η ίδια η σεξουαλική επιθυμία που τροφοδοτούσε το ερωτικό συναίσθημα, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Ήταν εκείνα τα μικρά, καθημερινά, τρυφερά συναισθήματα, ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα, η σιωπηλή παρουσία του ενός δίπλα στον άλλον, που ξύπναγαν ξανά και ξανά τη φλόγα και την επιθυμία, κάνοντας τον κύκλο της ζωής τους να μοιάζει με ένα αέναο, γλυκό ταξίδι.
Έτσι, το τραπέζι στη βεράντα, κάτω από την πυκνή σκιά της κληματαριάς και τις βουκαμβίλιες, άλλαξε αμέσως όψη. Δεν υπήρχε πια χώρος για λύπη, ούτε για τη γλυκόπικρη θλίψη του αποχαιρετισμού. Ήταν ένα τραπέζι γιορτής, γεμάτο φως, γέλια και αληθινή ευτυχία, με μοναδικούς πρωταγωνιστές τους δυο τους.
Απόψε γιόρταζαν δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια κοινής πορείας και συμβίωσης. Δεκαπέντε χρόνια γεμάτα αναμνήσεις, δοκιμασίες, κρυφές φαντασιώσεις και αδιάσπαστη αφοσίωση. Η χαρά τους ήταν τόσο αυθεντική και βαθιά που τα πρόσωπά τους πραγματικά έλαμπαν μέσα στη γλυκιά ατμόσφαιρα της νύχτας.
Η ευτυχία δεν ήταν πια μια μακρινή ιδέα ή ένα άπιαστο όνειρο· ήταν εκεί, απλωμένη παντού γύρω τους, τους πολιορκούσε στοργικά από κάθε γωνιά. Χτυπούσε την πόρτα της καρδιάς τους με κάθε ανάσα, με το δροσερό αεράκι που έφερνε τη μυρωδιά των πεύκων, με τον ήχο του κρασιού που έπεφτε στα ποτήρια.
«Τι μεγάλη χαρά να βλέπω γύρω μου χαρούμενους ανθρώπους...» του είπε η Ανδρομάχη, γέρνοντας ελαφρά προς το μέρος του, με τα μάτια της να λάμπουν ηδονικά και καθαρά κάτω από το θερμό φως των φαναριών.
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε με όλη την αγάπη και τον θαυμασμό που συγκέντρωνε στην ψυχή του όλα αυτά τα χρόνια. Άπλωσε το χέρι του, αγγίζοντας απαλά το δικό της πάνω στο λευκό κεντητό τραπεζομάντιλο.
«Και εγώ, άγγελε μου!» της απάντησε με φωνή ζεστή και γεμάτη σιγουριά. «Κι όταν εμείς είμαστε ευτυχισμένοι, τότε όλος ο κόσμος γύρω μας φέγγει. Όταν εμείς είμαστε καλά, η ευτυχία μας καθρεφτίζεται και στους γύρω μας.»
Σήκωσαν τα ποτήρια τους με το δροσερό Σαββατιανό, σφραγίζοντας όχι μόνο τη δεκαπενταετία που πέρασε, αλλά και κάθε μέρα που απλωνόταν μπροστά τους, έτοιμοι να συνεχίσουν να ζουν το δικό τους, αληθινό παραμύθι.
Καθώς οι ήχοι και τα πάθη της νύχτας ενώθηκαν σε μια μοναδική, αχαλίνωτη έκρηξη, το σαλόνι γέμισε από την παλμό και τη ζεστασιά της δικής τους, αληθινής ζωής. Τα πάντα είχαν καταλαγιάσει στα πιο καθαρά, αιώνια νερά τους.
Ο Αλκιβιάδης την κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του, καθισμένος πια αναπαυτικά στον καναπέ, με την Ανδρομάχη να ανασαίνει βαριά πάνω στο στήθος του, έχοντας τα χέρια της τυλιγμένα γύρω του. Κοιτάζοντας το σκοτεινό, μαγικό δωμάτιο του μυαλού τους, κατάλαβε πως δεν χρειάζονταν πια ούτε φαντασιώσεις, ούτε οπτασίες, ούτε ξένα πρόσωπα. Το παραμύθι τους ήταν εδώ, ζωντανό, αψεγάδιαστο και δικό τους.
«Είσαι η ζωή μου όλη...» της ψιθύρισε στο αφτί, φιλώντας την απαλά στα μαλλιά.
Η Ανδρομάχη έκλεισε τα μάτια, χαμογέλασε και ακούμπησε πιο βαθιά στην αγκαλιά του, έτοιμη να ονειρευτεί την επόμενη μέρα, σταθερά δεμένη στο πλευρό του, για πάντα.
Καθώς οι παλμοί τους καταλάγιαζαν και η ζεστασιά των σωμάτων τους γινόταν ένα με τη σιωπή του σαλονιού, η νύχτα έξω έμοιαζε να έχει σταματήσει την ανάσα της αποκλειστικά γι' αυτούς.
Δεν υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο πέρα από εκείνη τη στιγμή. Οι λέξεις είχαν στερέψει από καιρό, περιττές και ασήμαντες μπροστά στη δύναμη μιας σιωπής που τα έλεγε όλα. Τα μάτια τους συναντήθηκαν μέσα στο ημίφως, μιλώντας μια γλώσσα αρχέγονη, δική τους, ικανή να γεμίσει κάθε κενό, να απαλύνει κάθε παλιό σημάδι και να φωτίσει κάθε γωνιά της ψυχής τους.
Οι ανάσες τους έγιναν μία, οι χτύποι της καρδιάς τους συντονίστηκαν στον ίδιο, αιώνιο ρυθμό, χαράζοντας κοινές νότες ευτυχίας στον αέρα. Ένιωθαν «ένας»  ακριβώς όπως έκαναν εδώ και δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.
Ο Αλκιβιάδης την τράβηξε πιο κοντά του, κλείνοντας τα μάτια του, και η Ανδρομάχη χάθηκε στην αγκαλιά του, γνωρίζοντας πως το πιο αληθινό, το πιο μαγικό παραμύθι δεν βρισκόταν σε φανταστικούς κόσμους ούτε σε ξένες οπτασίες, αλλά ακριβώς εκεί, στα χέρια του ανθρώπου της, στη ζεστασιά του σπιτιού τους, στην αιωνιότητα μιας αγάπης που δεν είχε ανάγκη από τίποτα άλλο παρά μόνο από τους δυό τους.
..Σε μια ρουτίνα που δε μιλάνε τα χείλη αλλά τα βλέμματα. Καταργούνται οι λέξεις και απλά της φανερώνει την αγάπη του με πράξεις. Και μαζί ανταμώνουν τ’ όνειρο σ ’έναν κόσμο δικό τους κάτω απ’ την επήρεια εθιστικών αγγιγμάτων, κι αισθήσεων που συγκρούονται κι εκρήγνυται σε ένα ερωτικό παραλήρημα που δίνει ενέργεια στις σεξουαλικές φαντασιώσεις τους.
Τα δάχτυλα και τα χέρια του, της χαρίζουν λυτρωτικά χάδια και χαλαρώνουν κάθε της αντίσταση, κάθε της ενδοιασμό. 
Το μασάζ σε κάθε σημείο του σώματος της την κάνουν να παραδίνεται άνευ όρων και να ξεχνά κάθε «πρέπει», «μη» και «δεν». Μαζί του δεν υπάρχουν «απαγορεύεται» κι «επιτρέπεται» και όλα γίνονται σκόνη που τη φυσάει, κάθε φορά που αφήνει μικρές αναπνοές πάνω στο κορμί της. Κάνει το σώμα της δικό του κι αυτή δοκιμάζει και δοκιμάζεται, παίζει, ταξιδεύει, τρελαίνεται και του προσφέρεται. Κάθε φορά που την κάνει να «τελειώνει», νιώθει να δαμάζεται κι απολαμβάνει δυνατά τον ρόλο της. Τον νιώθει να εισχωρεί στο κορμί της και τον εκλιπαρεί να μη σταματήσει. 
Όταν είναι υπό το καθεστώς της καύλας, δεν κρατά μεζούρες. Μόνο παρακαλά αυτός ο «τύραννος» να συνεχίσει να τη βασανίζει. Μόνη της λύτρωση η ένωσή τους και αυτό που θα κάνει όλες τους τις αισθήσεις να χτυπήσουν συναγερμό και να φτάσει το μυαλό τους στο «κόκκινο». Λόγια, κραυγές, μουγκρητά.
Ιδρώτας, αναστεναγμοί που μπερδεύονται με τους χτύπους της καρδιάς τους μέσα στη νύχτα.
Όλα γίνονται ένας χείμαρρος χωρίς επιστροφή. Το σαλόνι μεταμορφώνεται στον δικό τους, απόλυτο ναό, όπου οι κανόνες του έξω κόσμου, τα στερεότυπα και τα κοινωνικά ταμπού διαλύονται ακαριαία, σαν λεπτή σκόνη στον αέρα.
Τα δάχτυλα του γλιστρούν με σιγουριά πάνω στο καυτό της δέρμα, διαγράφοντας διαδρομές που η Ανδρομάχη γνωρίζει, λαχταρά και παραδίδεται σε αυτές χωρίς καμία αντίσταση. Κάθε άγγιγμα, κάθε πίεση των χεριών του, κάθε ζεστή αναπνοή που αφήνει στα ευαίσθητα σημεία του κορμιού της, σπάει και ένα ακόμα οχυρό.
Δεν υπάρχουν πια μέτρα, ζυγίσματα ή «πρέπει». Υπάρχει μόνο η απόλυτη, αχαλίνωτη επιθυμία δύο ανθρώπων που ξέρουν να χάνονται ο ένας μέσα στον άλλον και να ξαναγεννιούνται.
Εκείνος γίνεσαι ο «τύραννος» που με κάθε του κίνηση, με κάθε βαθιά, ηδονική εισχώρηση, οδηγεί το μυαλό της στο «κόκκινο». Κι εκείνη, τεντωμένη, παραδομένη, με τα νύχια της γαντζωμένα στην πλάτη του, εκλιπαρεί για περισσότερο, απολαμβάνοντας κάθε στιγμή αυτής της λυτρωτικής υποταγής στο πάθος τους.
Οι κραυγές της γίνονται η δική του επιβεβαίωση, τα μουγκρητά του η δική της δικαίωση.
Η ένωση τους είναι η απόλυτη λύτρωση, μια έκρηξη αισθήσεων που χτυπά συναγερμό σε κάθε κύτταρο του σώματος τους.
Μέσα σε αυτό το ερωτικό παραλήρημα, ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη φτάνουν μαζί στην κορύφωση, εκεί όπου ο χρόνος σταματά τελείως και μένει μόνο η αιώνια, αδιάσπαστη αλήθεια της αγάπης και του πάθους τους.
..Ξάπλωσε δίπλα της άνοιξε τα καυτά χείλη του αιδοίου της, και άρχισε απαλά να γλείφει το θάμνο γύρω του. Η Ανδρομάχη αρχίζει να αναδεύεται ανήσυχα, αρχίζει να βογκά και να αναστενάζει γεμάτη λαγνεία. Αμέσως μετά η γλώσσα του βυθίζεται και το κορμί της σφαδάζει φρενιασμένα. Όσο τη ρουφάει και τη πηδάει με τη γλώσσα του, νιώθει ηδονικό σκίρτημα παντού, σε όλο της το κορμί, δεν μπορεί να αντισταθεί στο κάλεσμά του, τύλιξε τα πόδια της στο λαιμό του και τον κράτησε εκεί.
Της αρέσει αυτή η στάση. Δεν δέχονται όλες οι γυναίκες να πέσει ένας οποιοσδήποτε άντρας ανάμεσα στα σκέλια τους, πρέπει πρώτα να τις κερδίσει για να του δώσουν το σινιάλο. 
Με τη γλώσσα του διαχώρισε τα δυο χείλη και όταν τ' άνοιξε πια ήταν υγρά και έτριψε τη γλώσσα του πάνω κάτω ανάμεσα στα στρώματα της ευαίσθητης της σάρκας, πέρασε τα χέρια του κάτω απ' τα γόνατα της, έπιασε τους γοφούς της και τη κοιλιά της με της παλάμες του, την χάιδεψε και της άνοιξε τα πόδια. 
Όλα γίνονται απαλά, με ευγένεια, είναι μια προσευχή που θέλει την ώρα της.
Τον ικανοποιεί βαθιά το να φέρνει τη σύντροφο του σε σπασμούς έκστασης με τα φιλιά του.
Το πιστεύει βαθιά ότι μεταξύ δύο συντρόφων δεν υπάρχει καμία διαφθορά, ενοχή ή ντροπή, γιατί η σαρκική ανισότητα παύει να υπάρχει στο κρεβάτι. Υπάρχει μόνο η υπόσχεση της ευχαρίστησης και η εκπλήρωση των αμοιβαίων επιθυμιών.
Η θέα των χειλιών του αιδοίου και των αστραφτερών ρόδινων πτυχών έστειλαν όλο το αίμα από το σώμα του να ξεχυθεί σαν χείμαρρος στο πέος του. 
Εκείνη βόγκηξε απελπισμένα. «Σε παρακαλώ» είπε λαχανιασμένα, τον ικέτεψε να βάλει ένα τέλος στα ηδονικά βασανιστήρια που της έκανε με τη γλώσσα του.
Καθώς εκείνος ξεκίνησε να κινείται με αργές ωθήσεις, εκείνη ανασηκώθηκε για να τον συναντήσει, άρχισε να κινείται ρυθμικά μέσα της σ’ ένα ξέφρενο οργασμό που δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει, οι απότομοι σπασμοί του ξύπνησαν μέσα της κύματα, σαν φλόγες, αστραφτερές που έκαναν τα σωθικά της να λιώνουν. Είναι σαν να διαδέχονται το ένα το άλλο, πολλά κύματα ευχαρίστησης. 
Σχεδόν σαν πυροτεχνήματα, όπου υπάρχει μια έκρηξη και μετά έρχεται μια άλλη, λίγο μετά μια ακόμα και είναι όλες υπέροχες.. Η απελευθέρωση του ήρθε καυτή, ο σφυγμός του σφυροκοπούσε στα αυτιά του και ούτε που κατάλαβε τις άναρθρες κραυγές της σαν πληγωμένο θηλυκό ζώο που δεν έβγαζαν κανένα νόημα, καθώς άλλος ένας οργασμός που την κυρίευσε της εξουθένωσε σώμα και ψυχή. Έμεινε να βαριανασαίνει με κλειστά μάτια για καμπόση ώρα και μετά τον έβγαλε απότομα από μέσα της, καθώς συνερχόταν σιγά σιγά.
Καθώς ο τελευταίος απόηχος από το ξέφρενο παραλήρημα της ηδονής έσβησε απαλά μες στη σιωπή του δωματίου, η ανάσα τους άρχισε σιγά-σιγά να βρίσκει και πάλι τον κανονικό της ρυθμό.
Ο Αλκιβιάδης γύρισε και ξάπλωσε ανάσκελα δίπλα της, νιώθοντας τους μυς του χαλαρούς, το σώμα του κατάκοπο αλλά την ψυχή του ανάλαφρη και απόλυτα γαλήνια. 
Η ζεστασιά της Ανδρομάχης ακουμπούσε πάνω του, μια αίσθηση οικειότητας και ασφάλειας που ούτε ο χρόνος ούτε οι πιο τρελές φαντασιώσεις μπόρεσαν ποτέ να αγγίξουν.
Έσκυψε ελαφρά προς το μέρος της, έδιωξε με απαλή κίνηση μια τούφα ιδρωμένων μαλλιών από το μέτωπο της και της ψιθύρισε σχεδόν αθόρυβα στο αυτί, σαν μυστικό που μόνο οι δυο τους 
γνώριζαν.
 «Η χημεία μας... η μαγεία μας... δεν χάνονται ποτέ, μωρό μου. Είναι εκείνη η όαση που μας περιμένει 
πάντα, όπου κι αν βρισκόμαστε. Αρκεί να κλείνουμε τα μάτια και να παρασυρόμαστε... μέχρι να μας βρει το ξημέρωμα αγκαλιά.»
Η Ανδρομάχη γύρισε το κεφάλι της, ακούμπησε το ζεστό της μάγουλο στο στήθος του και χαμογέλασε με τα μάτια κλειστά.
Η νύχτα συνέχισε να κυλάει αργά, τυλίγοντας τους με τα μαλακά, αόρατα σεντόνια της, αφήνοντας τους να κοιμηθούν επιτέλους ήσυχοι, ενωμένοι, στο τέλος ενός ταξιδιού που δεν είχε πια τίποτα να αποδείξει και κανέναν άλλο φόβο να αντιμετωπίσει. Μόνο το αύριο, που ξημέρωνε αποκλειστικά δικό τους.
Η εικόνα τους μέσα στη σιωπή του δωματίου ήταν η απόλυτη αποθέωση της αρμονίας. Ο Αλκιβιάδης, κουλουριασμένος πίσω της σαν χαδιάρης γάτος, ένιωθε την κάθε καμπύλη του σώματος της να θηλυκώνει τέλεια με το δικό του. Το μυώδες στομάχι του στην καμάρα της πλάτης της, οι μηροί του στην κοιλότητα των λυγισμένων ποδιών της, και τα μακριά, μυώδη μπράτσα του τυλιγμένα γύρω της σαν προστατευτικό καταφύγιο.
Καθώς το απαλό λίκνισμα της αναπνοής του την νανούριζε και η Ανδρομάχη αποκοιμιόταν πρώτη, η σκέψη του ταξίδευε στη δική της μοναδική φύση.
Θυμήθηκε τη σταθερή της υπενθύμιση, πως όταν κοιμούνται μαζί, μπορεί να αφήνει το πνεύμα του στα χέρια της με απόλυτη ασφάλεια, γιατί δεν πρόκειται να βγει ποτέ από τα δίχτυα της. Κι εκείνος, άλλωστε, ποτέ δεν θέλησε να ξεφύγει. Πώς θα μπορούσε να δραπετεύσει από την ισόβια σύντροφο του, που συνέχιζε να τον σαγηνεύει με την άδολη χάρη της και τον φυσικό, αυθεντικό αισθησιασμό της.
Πίσω από τη φαινομενική της ευθραυστότητα έκρυβε μια τεράστια, ακατάβλητη δύναμη επιβίωσης, μια δύναμη ικανή να προσφέρει απόλυτη ασφάλεια και προστασία στη σχέση τους, στα παιδιά τους, σε  ολόκληρη την οικογένεια τους. 
Ήξερε καλά πως η Ανδρομάχη δεν θα δείλιαζε ποτέ, δεν θα έκανε πίσω ούτε σπιθαμή για εκείνους που αγαπούσε, αν χρειαζόταν, θα γύριζε τον κόσμο ανάποδα για το χατίρι τους. 
Αυτή η μία και μοναδική γυναίκα ήταν το απάνεμο λιμάνι τους. Ο κυματοθραύστης στις καταιγίδες της ζωής και ο σηματοφόρος της χαράς τους. 
Η παρουσία της μέσα στο σπίτι έπεφτε πάντα σαν τη σταγόνα του λαδιού στο ταραγμένο νερό, μια σταγόνα που απλώνεται αθόρυβα, απαλύνει τις γωνίες και γαληνεύει ολόκληρη την υδάτινη επιφάνεια.
Με ένα ελαφρύ, σχεδόν ανεπαίσθητο φιλί στον αυχένα της, ο Αλκιβιάδης έκλεισε κι εκείνος τα μάτια του, αφήνοντας την ψυχή του να αναπαυθεί στην πιο γλυκιά, αιώνια βεβαιότητα της ζωής του.
Είναι σημαντικό γι αυτόν, γιατί την αγάπησε τελικά από μέσα προς τα έξω, όχι για τις εικόνες ή τα φευγαλέα φαντάσματα, αλλά για την ίδια την ουσία της. Έμαθε πως δεν χρειάζεται να κυνηγά σκιές στον ορίζοντα ούτε να ψάχνει κάτι καλύτερο από αυτό που ήδη κρατά στα χέρια του, γιατί η ίδια η κοινή τους ζωή είναι το πιο πλούσιο, το πιο αληθινό δώρο.
Μαζί, χέρι-χέρι, έμαθαν να πορεύονται με τις συμφωνίες και τις διαφωνίες τους, να μοιράζονται και τις λιακάδες και τις μπόρες, στεκάμενοι πάντα δίπλα ο ένας στον άλλο και ποτέ απέναντι.
Και τι πιο ταιριαστό επίλογο για μια τέτοια πορεία; Μια σχέση που, όπως ακριβώς και τα τραπέζια που έστηναν με μεράκι κάτω από την κληματαριά, ξέρει να τη μαγειρεύει με αγάπη, αλλά και ξέρει να 
την τρώει, απολαμβάνοντας κάθε της μπουκιά, κάθε της γεύση, από την πιο γλυκιά μέχρι την πιο αλμυρή, μέχρι το τέλος.
Και με αυτά τα λόγια, βαρυσήμαντα και κομμένα από την αλμύρα της εμπειρίας και τη σοφία της ανοιχτής θάλασσας, ο παλιόφιλος ο καπετάνιος άφησε την τελευταία του παρακαταθήκη πριν ανοίξει πανιά για ταξίδια μακρινά.
Ήταν μια κουβέντα σταράτη, από εκείνες που δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες. Ο καπετάνιος, αφού πρώτα του είχε βάλει φωτιά στα λογικά με τις αναλύσεις και τα σενάρια του, έτρεχε τώρα να σβήσει τη σπίθα πριν γίνει πυρκαγιά, θυμίζοντάς του την πιο απλή, αγνή αλήθεια. Η ευτυχία στο σπίτι δεν χτίζεται με φόβους και καχυποψίες, αλλά με έργα.
«Αν μία γυναίκα περνάει καλά, δεν κάνει σχέδια παρά μόνο για τον άντρα στον οποίο οφείλει την ευτυχία της...»  
Μια φράση που ηχούσε σαν άγκυρα ασφαλείας μέσα στο κεφάλι του Αλκιβιάδη. Και βέβαια, η ιστορία επαναλαμβάνεται πάντα για εκείνους που ξέρουν να διαβάζουν τα σημάδια. Στο τέλος, η Πηνελόπη πάντα με τον Οδυσσέα μένει, αρκεί ο Οδυσσέας να είναι εκεί, άξιος και παρών, να την κρατάει ζωντανή στην καρδιά και στο μυαλό του.
Η μαγκιά δεν είναι να κρατάς το σπίτι με αλυσίδες, αλλά να γίνεσαι εσύ ο ίδιος ο προορισμός της, έτσι που ο «δαίμονας» να μην βρίσκει ούτε χαραμάδα να τρυπώσει. Και πάνω απ' όλα, η μεγάλη αλήθεια για το σεξ και τον πόθο, τίποτα δεν επιβάλλεται, τίποτα δεν εκβιάζεται. 
Το πάθος είναι ιεροτελεστία, είναι η λαχτάρα να θες τη γυναίκα σου ολόκληρη, μυαλό και κορμί. Και τελικά, όπως ήξερε καλά ο καπετάνιος, το κλειδί το κρατάει εκείνη. Εκείνη ξέρει πώς να παίζει με τα 
κουμπιά του άντρα, πώς να τον φέρνει από την άκρη του κόσμου και πώς να τον λυγίζει με ένα της βλέμμα.
Καθώς τα βήματα του καπετάνιου χάνονταν στον δρόμο της επιστροφής, ο Αλκιβιάδης κοίταξε πίσω του, στο σπίτι, στη βεράντα με την κληματαριά και, πάνω απ' όλα, στην Ανδρομάχη του που κοιμόταν ήσυχη, τυλιγμένη στην αγκαλιά του.
Όλες οι φαντασιώσεις, οι φόβοι και οι αναλύσεις είχαν διαλυθεί. Είχε πάρει το μάθημά του. Στην αγάπη, όπως και στη  θάλασσα, δεν μετράει πόσο δυνατή είναι η φουρτούνα, αλλά πόσο καλά κρατάει το σκαρί. Και το δικό τους σκαρί, μετά από δεκαπέντε χρόνια, ήταν φτιαγμένο για να αντέχει σε όλους τους ανέμους.
...........................Ο Αλκιβιάδης σκέφτηκε το απόφθεγμα του Μπερνς με ένα χαμόγελο που φώτισε το πρόσωπό του, ένα χαμόγελο που έκρυβε μια ολόκληρη φιλοσοφία ζωής, αναγνωρίζοντας την αλήθεια σε αυτά τα λόγια. «Ο Μπερνς είχε δίκιο,» σκέφτηκε. 
«Εκείνη η εποχή που λέει... τότε που το σεξ ήταν «βρώμικο», ήταν και η εποχή που είχε την πιο αληθινή του δύναμη. Ήταν απαγορευμένο, ήταν σκοτεινό, ήταν κάτι που έκαιγε πίσω από κλειστές πόρτες. Και τώρα; Τώρα το έχουμε εξορθολογίσει, το έχουμε κάνει «υγιεινό», το έχουμε αναλύσει μέχρι θανάτου. Το έχουμε κάνει να μοιάζει με διατροφική συμβουλή.»
Στράφηκε το βλέμμα του στην Ανδρομάχη! «Είναι έτοιμη άραγε να τολμήσουμε να λερώσουμε ξανά το σεξ με την αλήθεια της επιθυμίας μας;» αναρωτήθηκε..
Μια βαθιά, σχεδόν ανατρεπτική σκέψη που έρχεται να ταράξει τα νερά της σύγχρονης «αποστειρωμένης» πραγματικότητας.
Ο Αλκιβιάδης, χαμογελώντας στη σιωπή της νύχτας, συνειδητοποιεί πόσο δίκιο είχε ο George Burns. Σήμερα, έχουμε φροντίσει να τοποθετήσουμε τον έρωτα και τη σαρκική επαφή κάτω από το φως ενός υπερβολικού εξορθολογισμού. Το έχουμε κάνει ασφαλές, καθωσπρέπει, προβλέψιμο, σχεδόν γραφειοκρατικό. Το ντύσαμε με τα καλά του ρούχα, το μετρήσαμε, το αναλύσαμε σε άρθρα και εγχειρίδια, του αφαιρέσαμε το μυστήριο, την άγρια ομορφιά του κινδύνου και τη σπίθα της παράβασης.
Αλλά η αληθινή, η βαθιά επιθυμία δεν χωράει σε αποστειρωμένα κουτάκια. 
Ζει στις σκιές, τρέφεται από την ένταση, καίει πίσω από κλειστές πόρτες και δεν φοβάται να λερώσει τα χέρια της.
Στρεφόμενος προς την Ανδρομάχη, ο Αλκιβιάδης θέτει το πιο τολμηρό, το πιο απολαυστικό ερώτημα. Είναι έτοιμοι να αφήσουν πίσω τους τους τύπους και να ξαναλερώσουν το σεξ με την ωμή, ακατέργαστη αλήθεια της επιθυμίας τους;
Μετά από δεκαπέντε χρόνια κοινής πορείας, η απάντηση δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στα κορμιά τους που ξέρουν να μιλούν τη γλώσσα της φωτιάς, έτοιμα να ξαναζωντανέψουν εκείνο το σκοτεινό, μεθυστικό πάθος που δεν χρειάζεται άδεια από κανέναν για να υπάρξει.
.......Ο Αλκιβιάδης διαβάζει στις σκέψεις του έναν καθρέφτη της ίδιας του της ζωής. Γιατί κατάλαβε από πρώτο χέρι αυτό που οι πολλοί αρνούνται να παραδεχτούν. Ο ιδανικός σύντροφος δεν είναι εκείνος που ταιριάζει σε όλα, αλλά εκείνος που αντέχει το μέγεθος σου.
Σε μια εποχή που οι άνθρωποι ψάχνουν απεγνωσμένα έναν τέλειο «καθρέφτη» μια προέκταση του 
εαυτού τους χωρίς γωνίες, χωρίς τριβές και χωρίς χαρές ή φουρτούνες, καταλήγουν να χτίζουν αποστειρωμένες συμβάσεις. Σχέσεις-εταιρείες, βασισμένες σε λογιστικά φύλλα, σε ρόλους και σε άτυπα συμβόλαια που διαλύονται με την πρώτη ρωγμή. Όταν η επιφάνεια ζορίζει, η «σύμβαση» καταγγέλλεται.
Αλλά ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη δεν έφτιαξαν ποτέ σύμβαση. Έφτιαξαν έναν ζωντανό οργανισμό.
Ο «ιδανικός» σύντροφος δεν ήρθε για να του χαϊδέψει τα αυτιά ούτε για να κρύψει τις σκιές του. Είναι εκείνος που δεν τρομάζει ούτε όταν η γυναίκα του γίνεται «σκέτη σάρκα» και φωτιά, ούτε όταν αναζητά την πιο βαθιά, υπαρξιακή λύτρωση. Είναι εκείνος που ξέρει να διαχειρίζεται τις σπίθες χωρίς να καίγεται, ή ακόμα καλύτερα, που καίγεται μαζί σου.
Και πάνω από όλα, η πιο ώριμη συνειδητοποίηση, η αναζήτηση του «τέλειου άλλου» δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια βολική δικαιολογία. Ένας τρόπος για να κρυφτούμε από την ευθύνη του να σταθούμε εμείς οι ίδιοι ολόκληροι, ακατέργαστοι και αληθινοί απέναντι στον άλλον.
Κοιτάζοντας την Ανδρομάχη να κοιμάται ήσυχη δίπλα του, ο Αλκιβιάδης ξέρει καλά πως δεν βρήκε κάποιο πλαστικό, αψεγάδιαστο πρότυπο από τα περιοδικά. Βρήκε την ψυχή που άντεξε τις καταιγίδες του, που μοιράστηκε τον χώρο του χωρίς να τον πνίγει, και που έκανε τη ζωή τους όχι μια κοινότυπη συμφωνία, αλλά ένα αληθινό, ασυμβίβαστο ταξίδι.



 
Web Informer Button