Ads 468x68px

Slider

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

κύριε, πού βρήκατε τα λεφτά;

πιτσιρίκος
Εσείς, κύριε, πού βρήκατε τα λεφτά;
31 Μαρ, ’18 7:45 ΜΜ
Δεν είναι δική μου αυτή η απορία. Εμένα δεν με νοιάζει, πού μπορεί να βρήκε κάποιος τα λεφτά του.
Η προβοκατόρικη ερώτηση του συμπαθούς δημοσιογράφου Δημήτρη Καμπουράκη, απευθύνεται στους φιλελεύθερους αναγνώστες του site που αρθρογραφεί. 
Και δεν θα καθόμουν να απαντήσω στον αγωνιώδη προβληματισμό του κύριου Καμπουράκη, τον οποίο εκτιμώ απεριόριστα, όπως και όλοι φαντάζομαι οι αναγνώστες του Πιτσιρίκου, αν στη σελίδα μου δεν εμφανιζόταν μια πληρωμένη διαφήμιση του Liberal, που μου πρότεινε να διαβάσω το άρθρο του. Προφανώς για να ανοίξουν τα μάτια μου.
Προσωπικά, για να πω την αλήθεια μου, δεν μπήκα ποτέ στη σελίδα του Liberal για να διαβάσω άρθρα του Μαυρίδη, του Πανούτσου και του Χειμωνά. Αν το είχα κάνει, μέσα από τα cookies τους, θα με είχαν φακελώσει σαν ένα εν δυνάμει αναγνώστη τους.
Είναι προφανές ότι, στην χορηγούμενη καμπάνια τους, θα έστειλαν το περί ου ο λόγος άρθρο στους ακόλουθους της σελίδας τους και στους φίλους των ακολούθων.
Δεν αποκλείεται κάποιος από τους φίλους μου να είναι ακροδεξιός ή και φασίστας, και έτσι να μπήκα, άθελα μου, στο κοινό επιλογής του Facebook.
Επίσης, αν και ψάχνω για πελάτες με λεφτά, δεν καταχώρησα ποτέ διαφήμιση της δουλειάς μου, ούτε στο Liberal ούτε και σε κανένα άλλο φιλελέδικο site.
Εντάξει, μπορεί πολιτικά να είμαι αντίθετος με τις απόψεις κομματικών sites, αλλά δεν εγκλημάτησαν κιόλας οι άνθρωποι με το να μου μοστράρουν την άποψη ενός συνεργάτη τους.
Στο πλαίσιο του δημοκρατικού πολιτισμού που διακρίνει εμάς τους ευγενείς αριστερούς, και μιας και το Liberal μπήκε στη σελίδα μου προτείνοντας μου ένα κείμενο του εκλεκτού συνεργάτη του Δημήτρη Καμπουράκη, σκέφθηκα να λύσω την απορία του αρθρογράφου, γιατί οι πατριώτες μας απευθύνουν το ερώτημα του σε κάποιον, που δεν ήξερε προηγούμενα ούτε η ίδια του η μάνα και σήμερα φυσάει τον παρά.
Το ρεζουμέ του άρθρου είναι η καχυποψία που δείχνουν οι Έλληνες για τους συμπατριώτες τους, που κατάφεραν και έκαναν περιουσία, και η άρνησή τους να παραδεχθούν ότι κάποιος μπορεί να κάνει λεφτά επειδή είναι τσακάλι και δεν είναι κακομοίρης.
Να κάθεται, δηλαδή, και να κλαίει τη μοίρα του, αντί να στύψει το κεφάλι του για να βγάλει λεφτά.
Για να γίνει πιο πειστικός, ή και να μου ανοίξει την όρεξη να διαβάσω αυτά που ήθελε να πει, ο Δημήτρης ξεκινάει το κείμενό του με μια βιωματική του εμπειρία:
«Γνώρισα κάποτε έναν τύπο που, αν και ήταν καταφανώς φαιδρή και αλλοπρόσαλλη προσωπικότητα, είχε βγάλει πολλά λεφτά στην ζωή του».
Καταρχάς, το ότι γνώρισε ένα φαιδρό τύπο, δεν μου κάνει καμία εντύπωση. Θα μου έκανε εντύπωση, αν, από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα που πέρασε, γνώρισε κάποιον που να μην ήταν φαιδρός.
Το ότι, όμως, ήταν φαιδρός ο γνωστός του, δεν σημαίνει ότι είναι και λαμόγιο.
«Όχι με κομπίνες» μας λέει στη συνέχεια -αυτό έλειπε, ένας έντιμος δημοσιογράφος σαν τον Δημήτρη να γνώριζε κομπιναδόρους- «αλλά με πολλές και απανωτές δουλειές που όλες του ‘βγαίναν. Πέτρα έπιανε ο άτιμος, χρυσάφι γινόταν».
Τους θαυμάζω κάτι τέτοιους ανθρώπους. Και ήταν λάθος του Δημήτρη που δεν κουβάλησε πέτρες στο Mega, ώστε να του πει, ο φαιδρός αυτός τύπος, πώς να τις πιάσει για να τις κάνει χρυσάφι.
Θα ξοφλούσε τα χρέη των προηγούμενων αφεντικών του, θα γινόταν καναλάρχης, και δεν θα ‘χε ανάγκη να κλαίγεται από το δελτίο, για το τι μπορεί να κάνει στα πενηνταπέντε του.
Για να σοβαρευτούμε, όμως, γιατί αυτά που γράφει ο Δημήτρης δεν είναι της πλάκας, ο κύριος Καμπουράκης, στο κατεβατό που αράδιασε στη σελίδα μου, αναφέρει τις συνέπειες του εθισμού των Ελλήνων που καλλιεργήθηκε -εννοείται επί ΣΥΡΙΖΑ- να δαιμονοποιούν την ικανότητα ενός ανθρώπου να βγάζει χρήματα.
Ο εθισμός αυτός, κατά τον αρθρογράφο, έχει σαν συνέπεια την εκδήλωση ενός κόμπλεξ απέναντι σε ανθρώπους ικανούς να δημιουργούν πλούτο.
Ο κύριος Καμπουράκης, στην επικεφαλίδα του άρθρου, δεν είναι ο ερωτών. Ο φουκαράς, που δαιμονοποιεί τους πλούσιους, είναι αυτός που ρωτάει.
Γιατί, αν ρωτούσε ο ίδιος, πώς μπορεί κάποιος να βγάλει χρήματα, θα του έλεγα να πάει να ρωτήσει τον συνάδελφό του τον Οικονομέα, αυτόν με τον οποίο κάνανε την πρωινή κατήχηση, να του πει εκείνος πού τα βρήκε.

Και αν ο Οικονομέας, με τον οποίο χωρίσανε τα τσανάκια τους, δεν του έδινε απάντηση, θα του πρότεινα να ανατρέξει στους συναδέλφους του, που με sites των πεντακοσίων αναγνωστών πήραν δεκάδες χιλιάδες ευρώ ο καθένας τους, από τις διαφημίσεις του ΚΕΕΛΠΝΟ.
Επειδή, όμως, ο κύριος Καμπουράκης δεν ρωτάει ό ίδιος, αλλά κάποιος τρίτος, και στο θράσος αυτού του τρίτου που θα τολμήσει να ρωτήσει έναν οποιονδήποτε λεφτά, πού βρήκε τα χρήματα και ζει άνετα, γράφει μια ολόκληρη ιδεολογική ανάλυση, χωρίς να δίνει απάντηση στο ερώτημα που βάζει, θα απαντήσω εγώ ο ίδιος.
Για λογαριασμό του λεφτά, που τον ρωτάει ένας κομπλεξικός αριστερός.
Τι θα έλεγα στον αναιδή αριστερό; Να σας πω τι θα του έλεγα:
-Πώς έβγαλα λεφτά; Εγώ που ξεκίνησα από μια μικρή βιοτεχνία;
Ε να, έστηνα την μία εταιρία πίσω από την άλλη. H μία έκοβε στην άλλη εικονικά τιμολόγια. Ο τζίρος ανέβαινε σαν αλβανική πυραμίδα. Με βάλανε στο Χρηματιστήριο την καλή εποχή, πήρα λεφτά από βλάκες και με τα λεφτά άρχισα να εξαγοράζω ψοφίμια ή ετοιμοθάνατες επιχειρήσεις. Έφτιαξα όμιλο εταιρειών, ο όμιλος μπήκε και αυτός στο Χρηματιστήριο, έκανε συνεχείς αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και οι μετοχές μου ανέβαιναν σαν τρελές.
Πώς ανέβαιναν;
Να, ένας Πρωθυπουργός, κάποιος Σημίτης, και ένας σήμερα καταδικασμένος υπουργός Οικονομικών, για να ξαναβγεί η κυβέρνησή τους στις εκλογές, κάνανε τα παπαγαλάκια μας. Στο πανηγύρι που γινότανε εκείνη την εποχή στη Σοφοκλέους, πούλησα μετοχές σε ηλίθιους και μάζεψα τόσα χρήματα, που με τα χρήματα εξαγόρασα μια πεθαμένη τράπεζα.
Η τράπεζα, που είχα πιά στα χέρια μου, χρηματοδοτούσε τις παναμέζικες offshore μου και οι παναμέζικες εξαγόραζαν τις ατομικές εταιρείες μου.
Με τα λεφτά που είχα από τις εξαγορές, αγόραζα μετοχές της δικής μου τράπεζας, για να ανέβει η αξία των μετοχών της.
Τις παλιές μου εταιρείες, που τώρα ανήκαν στις παναμέζικες offshore τις δάνειζε άλλη τράπεζα, και τον διοικητή της τράπεζας που δάνειζε τις εταιρείες μου, τον δάνειζε η νέα δική μου τράπεζα.
Για να αγοράσει και αυτός την τράπεζα στην οποία ήταν διοικητής της.
Το ξέρω, μπερδεύτηκες.
Γιατί λεφτά δεν βάζαμε, και λεφτά βγάζαμε.
Μήπως νομίζεις η Τράπεζα της Ελλάδος δεν είχε μπερδευτεί;
Πού να βρει άκρη μέσα σε όλο αυτό το αλισβερίσι;
Όταν οι μετοχές φτάσανε στα ύψη βάλαμε στο κόλπο και την Εκκλησία.
Δανείσαμε την Εκκλησία, να αγοράσει μετοχές της τράπεζάς μας, και τις μετοχές της Εκκλησίας τις βάζαμε ενέχυρο για να πάρει νέα δάνεια η Εκκλησία, και να αγοράσει ακίνητα που θα τα νοίκιαζε στο Δημόσιο.
Τα ακίνητα που έπαιρνε η Εκκλησία τα έκανε, με τη σειρά της, ανταλλαγή με ακίνητα που ήταν ιδιοκτησίας μοναστηριακών μονών.
Οι μοναστηριακές μονές είχαν και αυτές τα δικά τους ακίνητα. Τα είχαν πάρει από το Δημόσιο, δίνοντας τους αποξηραμένες λίμνες και βαλτότοπους.
Εκείνη την εποχή, είχαμε μπλεχτεί τόσο πολύ που δεν ξεχωρίζαμε ποιος ήταν μέτοχος ποιανού.
Εμείς είχαμε την Εκκλησία μέτοχο και η Εκκλησία είχε εμάς μετόχους.
Όλος ο κόσμος μιλούσε για το επιχειρηματικό μου δαιμόνιο.
Με βράβευσε, σαν επιχειρηματία της χρονιάς, επιχειρηματίας-εκδότης που έριξε την δική του εταιρεία έξω.
Δυο Πατριαρχεία με ανακήρυξαν εθνικό ευεργέτη.
Το λάθος μου ξέρεις ποιο ήταν;
Ότι πήγα να αγοράσω από Αμερικάνους στο ένα τρίτο της τιμής την ίδια εταιρεία που τους είχα πουλήσει πριν δύο χρόνια.
Τα πήραν οι Αμερικάνοι -αυτοί δεν αστειεύονται με τέτοια κόλπα- και έβαλαν το FBI.
Να ξέρεις κάτι. Όταν το FBI μπαίνει σε υποθέσεις απάτης, δεν υπάρχει περίπτωση να βγεις καθαρός.
Αποτέλεσμα;
Αναγκάστηκε η Τράπεζα της Ελλάδος, που ήταν εξαφανισμένη όλα τα προηγούμενα χρόνια να ελέγξει την Τράπεζά μου. Χρεοκόπησε η Τράπεζα, μπήκα στον Κορυδαλλό για κανένα χρόνο, και στο χρόνο πάνω αποφυλακίστηκα με περιοριστικούς όρους.
Ξέρεις ποιο είναι το παράπονό μου; Εμένα που έριξα μια τράπεζα έξω, με πιάσανε.
Αυτούς που έριξαν μια ολόκληρη χώρα έξω, γιατί δεν τους πιάνουν;
-Τα λεφτά τα έφτιαξα μέσα από την δουλειά μου. Ήμουνα σύζυγος Διοικητή τραπέζης, που έβαζε ψοφίμια στη Σοφοκλέους και αναλάμβανα να φτιάχνω τα ενημερωτικά έντυπα, για να πείθω αφελείς να ποντάρουν τις αποταμιεύσεις τους.
Και όταν αργότερα ο σύζυγος μου έγινε Υπουργός Οικονομικών και κανόνιζε τις πληρωμές φαρμακευτικών εταιρειών, εγώ αναλάμβανα να τους διοργανώνω συνέδρια και να βάζω τον άντρα μου αβανταδόρο-ομιλητή. Όλες μου οι συναλλαγές ήταν νόμιμες και απορώ για την ερώτησή σας.
-Και εγώ από την δουλειά μου, τα έφτιαξα. Μπορεί να ήμουνα κόρη Υπουργού από οικογένεια με πολιτική παράδοση, αλλά έφτιαξα μια εταιρεία που κάνει εράνους για ιδρύματα.
Ιδρύματα σοβαρά, που είχαν στην κυριότητά τους νοσοκομεία.
Ο διοικητής του Ιδρύματος -είναι στη φυλακή σήμερα ο κακομοίρης- έριξε το νοσοκομείο τελείως έξω.
Γιατί; Προφανώς από κακοδιαχείριση.
Α ναι, δεν έπαιρνε νοσήλια από τους πολιτικούς και φίλους ψηφοφόρους ή γνωστούς των πολιτικών του κόμματος της μητέρας μου.
Το νοσοκομείο φορτώθηκε με δάνεια από μια τράπεζα, που στο διοικητή της έχει σήμερα ασκηθεί ποινική δίωξη, αλλά αυτό εμένα δεν με αφορά.
Με δάνεια, χωρίς έσοδα και απλήρωτους τους εργαζόμενούς του, δεν ήθελε και πολύ το νοσοκομείο να υποθηκευτεί και να βγει στο σφυρί.
Ποιος αγόρασε το νοσοκομείο; Η ίδια η τράπεζα που το χρηματοδοτούσε, μέσω μιας θυγατρικής της real estate.
Το αγόρασε κοψοχρονιά.
Κανείς δεν πήρε χαμπάρι, γιατί το ΔΣ του νοσοκομείου ήταν άνθρωποι διορισμένοι από συνάδελφο της μητέρας μου υπουργό.
Δεν ξέρω αν το κατάλαβες, αλλά το νοσοκομείο που χτίστηκε με δωρεές και συντηρείται με εράνους έπρεπε να περάσει σε ιδιώτες για να εξυγιανθεί.
Οι έρανοι, ξέρετε, δεν είναι εύκολη δουλειά. Για να συντονίσεις άμισθους εθελοντές και αστυνόμους, που κτυπάνε τις πόρτες και ζητιανεύουν, θέλει οργάνωση.
Η εταιρεία μου προσφέρει το Management του εράνου και αμείβεται με ποσοστά επί του τζίρου.
Όλες οι δουλειές μας γίνονται με συμφωνητικά και αποδίδουμε έγκαιρα τους φόρους μας.
Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω γιατί ρωτάτε εμένα και δεν ρωτάτε τις ξεβράκωτες του ΣΥΡΙΖΑ, που έπιασαν όλα τα πόστα.
-Τα λεφτά μου, ρε μ@λάκα, τα έφτιαξα με το μουvί μου. Πώς νομίζεις, ότι έγινα τηλεπαρουσιάστρια, όταν δεν μπορούσα να πω μια πρόταση; Από γλάστρα σε τηλεπαιχνίδια ξεκίνησα. Για να πάρω εκπομπή με γ@μησε ο κάθε μαλάκας Διευθυντής Προγράμματος και ο κάθε σιχαμένος Καναλάρχης.
Πήρα την εκπομπή και νομίζεις ότι ησύχασα; Κάνεις λάθος. Τότε ήταν που δούλεψα πιο σκληρά.
Όχι, ρε, τι ρεπορτάζ, ειδήσεις και μ@λακίες; Μαύρη διαφήμιση κάναμε. Στα πλατό μου, κάνανε πιάτσα γυμνάστριες, ζιγκολό, μάγειροι και χαρτορίχτρες που δεν τους έδινα μία.
Γιατί; Γιατί τους έδινα δωρεάν προβολή για να πάρουν τις δικές τους δουλειές.
Αλλά με μία συμφωνία. Όλες οι δουλειές τους να περνάνε μέσα από μια βουλγάρικη ΕΠΕ.
Οι πελάτες ήταν υποχρεωμένοι να δώσουν και διαφημίσεις στο κανάλι. Έτσι τζάμπα έβγαζα στη πασαρέλα τα ρούχα της κάθε κουρελούς;
Από την δουλειά μου, ζούνε οικογένειες και οικογένειες.
Και έχει και ρίσκο η δουλειά μας.
Μια συνάδελφο μου, που είχε ανάλογη εκπομπή σε περιθωριακό κανάλι, την πιάσανε με την κατηγορία της μαστρoπείας.
Εγώ, δεν κάνω τέτοια πράγματα. Τα πρακτορεία μοντέλων που συνεργάζομαι είναι ένα και ένα.
Το πολύ-πολύ, τα κορίτσια που μας φέρνουν για επίδειξη ρούχων να τα καλέσουν οι πελάτες για κανένα weekend στη Μύκονο. Το κέφι τους πάνε και κάνουνε τα κορίτσια, δεν είναι πουτάvες.
-Εγώ, χρήματα έβγαλα από την ικανότητά μου να βρίσκομαι δίπλα στους σωστούς ανθρώπους. Και στο σωστό Κόμμα, όταν ήταν στα πάνω του. Ναι, τα χρήματα που βλέπεις στην ετήσια δήλωση του πόθεν έσχες που υποβάλλουμε, και απορείς πώς μια κοπέλα στα τριανταπέντε της είχε καταθέσεις πεντακόσια χιλιάρικα, χωρίς στην προηγούμενη της ζωή να έχει δουλέψει, τα κέρδισα από την δουλειά μου.
Για να με γνωρίσει ο κόσμος ξεκίνησα την πολιτική μου καριέρα σαν δημοτικός σύμβουλος, αλλά, στην ουσία, αντί να ασχολούμαι με τα σκουπίδια του Δήμου, ασχολήθηκα με τα σκουπίδια του κόμματος.
Ήμουνα η παραδουλεύτρα του πολιτικού μου προστάτη. Έκανα πρόθυμα όλες τις κομματικές δουλειές.
Ήμουν αυτή που καθάρισα από την περιφέρεια μας τον μεγάλο εσωκομματικό αντίπαλό του.
Μόλις τον καθάρισα, ο άνθρωπός μου, που έλυνε και έδενε μέσα στο κόμμα, με πρότεινε για τη Βουλή.
Ήταν το πρώτο μου μεγάλο βήμα.
Μη νομίζεις ότι βγήκα εύκολα. Έτρεχα από γκαλά σε γκαλά και από κοπή πίτας σε κοπή πίτας. Από την σελίδα μου στο Facebook απαντούσα στη μ@λακία του κάθε μ@λάκα. Εκεί έτρωγα τη μισή μου μέρα.
Για να γίνω πιο γνωστή, ο πολιτικός μου μέντορας κανόνιζε με τους καναλάρχες που τον έσπρωχναν για την αρχηγία του κόμματος, να βγαίνω στις περισσότερες πολιτικές εκπομπές.
Οι τηλεθεατές βλέπανε μια όμορφη κοπέλα και δεν πρόσεχαν τι βλακείες έλεγα.
Με τα πολλά, βγήκα στη Βουλή και πήρα τα πρώτα μου λεφτά.
Τα λεφτά από το βουλευτιλίκι, αν θες να μάθεις, δεν φτάνουν ούτε για τις τσάντες μου.
Λεφτά, καλά για την εποχή τους, έβγαλα όταν άρχισα να διαβάζω μέσα από το χαρτί τις ειδήσεις, που μου έδιναν, σε ένα καταχρεωμένο κανάλι.
Όχι, δεν ήμουνα δημοσιογράφος και ούτε είχα τον τηλεοπτικό αέρα της Στάη ή της Τρέμη.
Ένα εργαστήρι ελευθέρων σπουδών τέλειωσα, αλλά, αν είσαι εμφανίσιμη, τι να την κάνεις την μόρφωση;
Στεναχωρήθηκα, μωρέ, που έκλεισε το κανάλι.
Τους είμαι ευγνώμων, πάντως, γιατί με κάνανε γνωστή σε όλους. Είχα γίνει μια νέα Μιλένα Αποστολάκη.
Όποια ανοησία και να έλεγα, είτε στην Ελλάδα είτε στην Ευρώπη, το κανάλι την έπαιζε αμέσως.
Και την προσωπική ζωή μου την προφύλαξα. Δεν άλλαζα τους γκόμενους τον ένα πίσω από τον άλλον, δεν παντρεύτηκα και χώρισα, και αν εξαιρέσεις μια άτυχη σχέση μου με ένα απατεώνα που έφαγε πολλά εκατομμύρια από το Δημόσιο, δεν άφησα να κυκλοφορούν πίσω από την πλάτη μου κουτσομπολιά.
Για να μην πολυλογούμε, για να φτάσω σήμερα εκεί που έφτασα, έλεγα του κόσμου τις σαχλαμάρες στη Βουλή.
Το μυαλό μου, ορισμένες φορές, δεν επικοινωνούσε με την γλώσσα μου.
Για να προκαλέσω το ενδιαφέρον τού κόσμου, έφτασα να πω ότι τον παππού μου τον σκότωσαν αντάρτες στην Κατοχή και μετά θυμήθηκα ότι ο παππούς μου γεννήθηκε μετά την Κατοχή.
Στην πραγματικότητα, μια σαχλογκόμενα ήμουνα.
Αλλά μη νομίζεις ότι και οι άλλες είναι καλύτερες από εμένα.
Άλλη μπήκε στην Βουλή, γιατί δήλωνε στα εικοσιπέντε της σαν επάγγελμα την φιλανθρωπική δράση, άλλη κοντεύει τα εξήντα και κάνει ακόμη τάματα για να βρει άντρα και άλλη τσιρίζει για τα κωλόχαρτα που δεν έχει η Βενεζουέλα.
Στο κάτω- κάτω, παρέμεινα και πιστή στο κόμμα που με ανέδειξε. Δεν το εγκατέλειψα, ούτε όταν πάτωσε.
Άλλες, να μη λέμε ονόματα, αλλάζουν τα κόμματα σαν τα φορέματά τους.
Συγγνώμη, πρέπει να σας αφήσω.
Οι followers μου -έχω πάνω από πέντε χιλιάδες- άρχισαν να σχολιάζουν την ανάρτησή μου με την πρόταση για την δημιουργία μιας νέας ομάδας δράσης για την σίτιση ανθρώπων που υποφέρουν από την κρίση στα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ.
-Απορείς πώς έβγαλα τα λεφτά μου και με ρωτάς με τι κεφάλαια ξεκίνησα; Με μηδέν προσωπικό κεφάλαιο ξεκίνησα. Δεν έβαλα ούτε ένα ευρώ δικό μου. Διορατικός ήμουν και άρπαξα την ευκαιρία που μου έδινε ο Νόμος να φτιάξω μια από τις πρώτες ηλεκτρικές εταιρείες. Όχι, δεν κάναμε παραγωγή ρεύματος. Δεν είχαμε ούτε εργοστάσια, ούτε ανεμογεννήτριες. Διαμεσολάβηση σε πωλήσεις κάναμε. Για να δικαιολογήσει η ΔΕΗ στους ξένους ότι δεν είναι μονοπώλιο. Μας είχανε φορτώσει και την είσπραξη φόρων του Δημοσίου. Μπορεί να οφείλεται σε κάποια διαχειριστική αμέλεια το ότι δεν αποδώσαμε φόρους, τέλη και ΦΠΑ.
Ναι, μπήκα και φυλακή. Αλλά αποφυλακίστηκα στους 8 μήνες με δικαστικό βούλευμα.
Στην δίκη που έγινε, μου ρίξανε δέκα χρόνια φυλακή με αναστολή.
Ο δικηγόρος μου, βουλευτής και πρώην Υπουργός, κατάφερε να πείσει στο Δικαστήριο ότι δεν έκανα ξέπλυμα μαύρου χρήματος.
Η Ferrari, τα πάρτι στη Μύκονο και τα λουλούδια στο Ρέμο, δεν έπεισαν τους δικαστές.
Με καταδικάσανε για απλή υπεξαίρεση και συνέργεια, γιατί, όταν αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο της εταιρείας, η εταιρεία δεν ανήκε σε εμένα αλλά σε ένα αραβορώσικο fund.
-Με την δημοσιογραφική μου δουλειά τα έβγαλα. Θέλει και ρώτημα; Αλλά δεν κόλλησα στο γραφείο μου να τρώω την μέρα μου για να ψάχνω ένα θέμα. Έγραφα άρπα κόλλα ένα κείμενο και, μετά, σε συνεννόηση με τον Διευθυντή μου, φρόντιζα το δελτίο τύπου της εταιρείας που έκανε διαφημίσεις στην εφημερίδα μου.
Αν μου περίσσευε χρόνος, έγραφα και σε siteς άρθρα για την προώθηση νέων προιόντων.
Και μην φανταστείς ότι έκανα τίποτα πολλά λεφτά. Ο συνάδελφος μου, ο Παύλος Τσίμας -είναι και αυτός αριστερός σαν εσένα- που αρθρογραφούσε στα ΝΕΑ, μιλούσε στο ραδιόφωνο και έβγαινε σε νυχτερινή εκπομπή στην τηλεόραση, μετά βίας και είχε μαζέψει τις τρεις επόμενες δόσεις του στεγαστικού δανείου του.
Και για να δει την αγαπημένη του Εθνική ομάδα, τα έξοδα του ταξιδιού του του τα έκανε ο καταζητούμενος Χριστοφοράκος, ο γιος ενός κατοχικού δωσίλογου.
-Εμένα, μη με ρωτάς σήμερα. Να με ρωτούσες πέντε χρόνια πριν. Τότε που είχα πάρει λεφτά από τις τράπεζες και έβγαζα lifestyle περιοδικά. Ένας επαρχιώτης ήμουνα, αλλά μου άρεσε η καλή ζωή. Ηθελα να αλλάξω την ζωή των Ελλήνων. Εγώ τους έπεισα να δανείζονται για να αγοράζουν άχρηστα πράγματα, από μαγαζιά που έβαζαν διαφημίσεις στα περιοδικά μου.
Από το ραδιοφωνικό μου σταθμό πλάσαρα τα πιο in club της παραλιακής και έδινα συμβουλές πώς να εντυπωσιάζεις μια γκόμενα, ξοδεύοντας χρήματα που έχεις πάρει από δάνεια.
Ήμουνα έξυπνος. Με γουστάρανε στις παρέες, γιατί τους διασκέδαζα με τις ατάκες μου. Και είχα και ένα όραμα: Να κάνω την κάθε πουτάvα μοντέλα και την κάθε μοντέλα πουτάvα.
Τα κατάφερα. Γέμισα τη Μύκονο με μοντέλες.
-Α, σας παρακαλώ, εμένα μη με ρωτάτε τέτοια πράγματα. Ανήκω στο old money. Εγώ βρήκα ακίνητα, πίνακες και μετοχές από τους γονείς μου. Αυτά αξιοποιώ και ζω με την άνεση, για την οποία εσείς απορείτε πού βρίσκω χρήματα, χωρίς να έχω δουλέψει ούτε μία μέρα.
Οι γονείς και οι παππούδες μου ανήκαν στους Πατριάρχες της Ελληνικής Βιομηχανίας. Αξιοποίησαν τα δάνεια από το σχέδιο Marshall και έκτισαν εργοστάσια.
Τα χρήματα που κερδίσαμε δεν τα φάγαμε ούτε στα μπουζούκια, ούτε στα σκάφη.
Και να τα φάγανε ορισμένοι, δεν υπήρχαν τότε οι κωλοφυλλάδες να μας κάνουν ρόμπα.
Ένας Χατζηφωτίου μόνο υπήρχε, και αυτός μόνο καλά λόγια είχε να γράψει για μας.
Τα μερίσματα από τα κέρδη μας τα επενδύσαμε σε άλλους τομείς. Ναι, τα βγάλαμε στην Ελβετία. Ήταν δική μας επιλογή. Κανείς δεν μας υποχρέωσε να εκσυγχρονιστούμε.
Ήρθατε εσείς οι σοσιαλιστές το ’81 και θέλατε να τα κοινωνικοποιήσετε.
Τα πήρατε και ησυχάσαμε.
Και ύστερα, αυτοί που μείναμε, τι φταίμε αν μπήκαν στην αγορά οι Βούλγαροι και μας συνέφερε να πάμε τις επιχειρήσεις μας έξω ή να γίνουμε εμπορικοί αντιπρόσωποι;
Στη νέα παγκοσμιοποιημένη οικονομία, γίναμε οι εισαγωγείς των προϊόντων που παλιότερα φτιάχναμε στα εργοστάσιά μας. Γιατί να πληρώνουμε ακριβούς Έλληνες εργάτες, όταν οι Κινέζοι δουλεύουν τζάμπα;
-Και εμένα, μη με ρωτάτε. Και εγώ από την διαχείριση της πατρικής μου περιουσίας ζω. Τι πότε έκαναν οι δικοί μου περιουσία; Τα χρόνια του μεγάλου πολέμου την έκαναν. Όταν οι άλλοι ξεπουλούσαν σπίτια για ένα τενεκέ λάδι, ο παππούς μου έκανε εμπόριο λαδιού και σταφίδων. Συναλλαγές έκανε μόνο με λίρες, όχι με κατοχικά δισεκατομμύρια. Όποιος δεν είχε λίρες, κοσμήματα ή πίνακες, έδινε στον παππού σπίτια ή οικόπεδα.
Στην Κατοχή τα ακίνητα δεν είχαν καμία αξία. Στην μεγάλη υποτίμηση που έκανε ο Μαρκεζίνης το ’53, διπλασιάσαμε τα χρήματα μας, εξαργυρώνοντας τις λίρες που είχαμε μαζέψει. Λίγα χρόνια αργότερα που ήρθε στα πράγματα ο Εθνάρχης, ο πατέρας μου, νέος τότε, χωρίς να έχει σπουδάσει τίποτα, έγινε εργολάβος οικοδομών. Η Αθήνα χρειαζόταν πολυκατοικίες, για να μαζέψει τον κόσμο που έφευγε από τις επαρχία και τα χωριά.
Έφευγαν, τότε, για να γλυτώσουν από τους χωροφύλακες.
Όσοι δεν βρίσκονταν στις εξορίες, δεν είχαν ακολουθήσει τους αντάρτες στις ανατολικές χώρες, ή δεν είχαν πάει μετανάστες στη Γερμανία, εγκατέλειπαν σταδιακά τα χωριά και τα χωράφια τους.
Ψάχνανε για δουλειά στην Αθήνα. Οι μισοί έγιναν θυρωροί και οι άλλοι μισοί περιπτεράδες.
Και σας κακοφαίνεται που η Αθήνα γέμισε με άθλιες πολυκατοικίες;
Ποιοι νομίζετε ότι έχτισαν την μεταπολεμική Αθήνα με αντιπαροχή; Ο Πικιώνης, ο Βαλσαμάκης και ο Κωνσταντινίδης;
Αγράμματοι εργολάβοι, σαν τον πατέρα μου, την έκτισαν.
Με μαγιά τα λεφτά που έβγαλαν οι δικοί τους στην Κατοχή.
Είμαι ο νόμιμος κληρονόμος τους σήμερα, και τα ακίνητα που νοικιάζω τα δηλώνω στην Εφορία.
Όχι, δεν γνωρίζω τις συνθήκες που γίνονταν οι εμπορικές πράξεις στην Κατοχή και δεν με ενδιαφέρει.
Εγώ, άλλωστε, ήμουνα αγέννητος τότε.
Και σας παρακαλώ πολύ, μην ξαναναφέρετε ότι ο παππούς μου ήταν μαυραγορίτης. Θα σας κάνω μήνυση για προσβολή μνήμης νεκρού.
-Φτωχόπαιδο ήμουνα, φίλε μου, όπως κι εσύ καλή ώρα τώρα. Οι γονείς μου με τα χίλια ζόρια με σπουδάσανε. Στα φοιτητικά μου χρόνια οργανώθηκα στην ΠΑΣΠ. Δίπλα σε μεγαλύτερο συμφοιτητή μου που ήταν στην κατάληψη του Πολυτεχνείου. Δεν άφησα κολώνα για κολώνα χωρίς αφίσα. Με ένα κουβά αλευρόκολλα και μια βούρτσα ήμουνα όλη μέρα. Τα μαθήματα τα περνούσα με την δεύτερη ή με την τρίτη. Το δίπλωμά μου το πήρα με χίλια ζόρια.
Όχι, δεν ήμουνα καλός μηχανικός, αν με ρωτάς για καμία καινοτόμο τεχνολογία που προώθησα.
Είχα, όμως, πολιτικό ένστικτο και ήμουνα επικοινωνιακός.
Άρπαξα τις ευκαιρίες που μου έδωσε το ΠΑΣΟΚ.
Ο συμφοιτητής μου, αυτός που ήταν στην κατάληψη, έγινε γραμματέας σε Υπουργείο.
Μίλησε σε κομματικό δήμαρχο και μου έδωσαν τα πρώτα έργα.
Μικρά δημοτικά έργα, μη φανταστείς τίποτα σπουδαίο. Με πλακοστρώσεις πεζοδρομίων και πλατείες άρχισα.
Αλλά είχα τσαγανό. Παζάρευα αναθεωρήσεις τιμών και πληρωνόμουνα στην ώρα μου.
Και τα βράδια πήγαινα στη κομματική οργάνωση των νέων μηχανικών.
Συμμετείχα στις προεκλογικές συγκεντρώσεις, οργάνωνα μεταφορές οπαδών στην επαρχία, βοήθησα το κόμμα να ανέβει.
Μη θεωρείς ότι οι πολιτικοί είναι αχάριστοι. Μου έδωσαν στη συνέχεια και άλλα έργα. Πιο μεγάλα.
Συμμετείχα με νοικιασμένο εργοληπτικό πτυχίο σε στημένους διαγωνισμούς του Δημοσίου, μπήκα στην αρχή σε υπεργολαβίες και μετά σε μεγάλες εργολαβίες. 
Πήρα νέους μηχανικούς, με συστάσεις από τις κλαδικές, οργάνωσα το γραφείο μου και αγόρασα μηχανήματα για νέα πιο μεγάλα έργα.
Show off με σκάφη και εξόδους σε νυχτερινά κέντρα δεν έκανα. Ένα ουισκάκι πίναμε με τους συντρόφους, άντε και καμία φτηνή πουτάvα να παίρναμε το πολύ-πολύ σε κανένα ξενοδοχείο στη Βικτώρια.
Μπήκα στο Χρηματιστήριο την εποχή που έμπαινες, αν είχες δύο μπουλντόζες και ένα φορτηγό.
Εκεί έβγαλα τα πρώτα πολύ καλά λεφτά.
Και το κόμμα το βοηθούσα, δεν το ξέχασα.
Έφτασα να χρηματοδοτώ τα προεκλογικά περίπτερα και να πληρώνω νοίκια για προεκλογικά γραφεία των πολιτευτών της περιφέρειάς μου.
Αυτό με βοήθησε να διορίσω μέχρι και δικό μου περιφερειάρχη.
Μετά πήρα ολυμπιακά έργα και έφτιαξα ανεξάρτητη εταιρεία real estate.
Στη κρίση του 2008, όπως όλες οι εταιρείες, φουντάραμε και εμείς.
Προσωπικά περιουσιακά στοιχεία δεν είχα πότε στο όνομά μου. Όλα στη γυναίκα μου.
Ξέρεις τι πήρανε οι τράπεζες; Τα αρxίδια μου πήρανε.
Σιγά μην έδινα πίσω λεφτά στο κάθε καθίκι που με παρακαλούσε να μου δώσει δάνειο.
Έτσι εύκολα βγαίνει το χρήμα; Δουλέψαμε σκληρά εκείνες τις εποχές. Αχ, να γυρίζανε τα όμορφα χρόνια πίσω.
-Μια αδίσταχτη πουτάvα ήμουνα. Εκμεταλλεύτηκα την ομορφιά μου. Βρήκα ένα μ@λάκα τριάντα χρόνια μεγαλύτερο μου με λεφτά, και τον παντρεύτηκα. Καθόλου δεν με νοιάζει πώς έβγαλε τα λεφτά του. Δε ‘πα να ήτανε και τοκογλύφος, εγώ ήμουνα καθαρή. Τον κληρονόμησα και βρήκα τα λεφτά. Έχασα τα καλύτερα μου χρόνια δίπλα σε ένα γέρο. Και χαλάλι το χαρτζιλίκι που δίνω στους νεαρούς, για να μου κρατάνε σήμερα συντροφιά. Λοιπόν, για να τελειώνουμε. Με τα λεφτά του πρώην μου ζώ. Ικανοποιήθηκες; Ούτε η πρώτη είμαι, και δεν θα είμαι και η τελευταία.
-Από μικρός δούλεψα για να φτάσω εδώ που έφτασα. Από αφισοκολλητής νεολαίας ξεκίνησα και εγώ. Στα χρόνια τα φοιτητικά μου, όταν εσείς πηγαίνατε στις μεταμεσονύχτιες της ΕΛΛΗΣ και του ΤΡΙΑΝΟΝ, και βλέπατε Ταρκόφσκι και Ζαν Λυκ Γκοντάρ, εγώ με τους Κένταυρους και τους Rangers κυνηγούσα κομμουνιστές και αναρχικούς.
Τα πρωινά, στα αμφιθέατρα, έκανα θελήματα της κόρης του μεγάλου αρχηγού μας.
Έτσι εύκολα σε κάνουν Υπουργό;
Και εάν νομίζεις ότι με ένα μισθό Υπουργού μπορείς να φτάσεις να έχεις σκάφος και ακίνητα, σε γελάσανε.
Αναγκάστηκα να πάω σε τράπεζα, να πάρω με δανεικά της ίδιας της τράπεζας δικά της ακίνητα και να τα νοικιάσω σε αυτή που με δάνεισε μέσω μιας offshore.
Η γυναίκα μου, αντί να ξύνεται, οπώς κάνει πιθανόν η δικιά σου, έκανε συμβόλαια για δάση που αγόραζαν μοναστήρια και τα έκαναν στη συνέχεια οικόπεδα.
Μας κατηγορήσανε, αλλά αθωωθήκαμε.
Και ξέρετε γιατί;
Γιατί οι συναλλαγές μας ήταν νόμιμες. Και άρα, ηθικές.
-Λεφτά; Μη μας μιλάτε για χρήμα. Εμείς είμαστε διανοούμενοι, συγγραφείς, καλλιτέχνες. Με το συγγραφικό μας έργο, καταφέρνουμε και ζούμε με αξιοπρέπεια. Το χρήμα για εμάς είναι μέσον, δεν είναι σκοπός. Μη νομίζετε, ότι έχουμε και καμία περιουσία. Συνάδελφος μας, φιλόσοφος, για να μπορεί να ζει με άνεση και να γυρίζει από κανάλι σε κανάλι, κάνει ιδιαίτερα μαθήματα σε Κυρίες των βορείων προαστίων. Για να εξασφαλίσουμε αυτό το μέσον, το χρήμα δηλαδή, έφτασαν να μας πούνε ότι είμαστε οι τζαμπατζήδες της πολιτικής και οι γυρολόγοι των κομμάτων. Μας είπαν γελωτοποιούς, καραγκιόζηδες, πουλημένους.

Αλλά κατάλαβαν το λάθος τους και στη συνέχεια, όταν υποστηρίξαμε με λύσσα αυτούς που θέλανε να υποστηρίξουμε, μας είπαν ότι είμαστε οι αριστεροί του Βολταίρου. Δηλαδή, οι έντιμοι αριστεροί. Οι ίδιοι, που λίγα χρόνια πριν μας έλεγαν γελοίους, μας πρόβαλαν μέσα από τις ίδιες τις σελίδες τους σαν τους νέους Hemingway.
Εμείς πηγαίναμε στα Public με βαριά καρδιά να πάρουμε τα βραβεία. Ξέραμε ότι εκεί μέσα οι υπάλληλοι δούλευαν δωδεκάωρα ορθοστασίας με μισθούς Βουλγαρίας, αλλά δε λέγαμε τίποτα για να μην σπείρουμε το ταξικό μίσος.
Κι αν κόπτεστε γιατί δεν είπαμε μία κουβέντα για τους άνεργους του ραδιοφωνικού σταθμού που έκλεισε, εκεί που πηγαίναμε εναλλάξ με τον Πάγκαλο, μια φορά την βδομάδα, ναι, δεν είπαμε ούτε μία λέξη. Γιατί εάν λέγαμε, έστω και μια κουβέντα, σήμερα δεν θα μας ακούγατε από άλλο ραδιοφωνικό σταθμό.
-Είμαι γιος παλιού πολιτικού και δικηγόρος. Χρειάζεται να δώσω και εξηγήσεις πού βρήκα τα λεφτά; Έφτιαξα δικηγορική εταιρεία και ανέλαβα εργολαβικά ανείσπρακτες οφειλές δημόσιων οργανισμών. Πήγαμε καλά και στη συνέχεια μας ανέθεσαν οι τράπεζες τα δικά τους ανείσπρακτά δάνεια. Προσλάβαμε δικηγόρους να τηλεφωνούν στους συγγενείς, τους φίλους και τους συνάδελφους των οφειλετών, για να τους ξεφτιλίσουμε που δεν είχαν να πληρώσουνε τα δάνεια που πήρανε. Όχι, κύριε, δεν απειλούμε κανένα δανειολήπτη. Εμείς δεν είμαστε νονοί της νύχτας.
-Τι πού βρήκα τα λεφτά; Με τη δουλειά μου τα έφτιαξα. Συνεργάστηκα με έναν ξεπεσμένο βιομήχανο που είχε παλιότερα εργοστάσιο με ζωοτροφές. Αυτός μειοδότησε σε ένα διαγωνισμό μιας εκκλησιαστικής ΜΚΟ, και αναλάβαμε να τους πουλήσουμε κοτόπουλα για συσσίτια αστέγων και απόρων.
Τι με νοιάζει εμένα, αν είχανε έλλειμμα δέκα εκατομμύρια ευρώ; Στο κάτω-κάτω, αλλάξανε όνομα και ΑΦΜ, και διορίσανε νέο ΔΣ.
Μη μου πείς ότι φταίω εγώ που τα μισά από τα μέλη του νέου ΔΣ μπήκαν και αυτά στη συνέχεια φυλακή.
Και αυτά που λένε, ότι τα κοτόπουλα ήταν ληγμένα, τα λένε οι ανταγωνιστές μας.
Νόμιζεις ότι είναι εύκολο να κάνεις δουλειά με παπάδες;
Εδώ αυτοί κατηγορούν ό ένας των άλλον για κακοδιαχείριση οίκων ευγηρίας και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, και δεν θα λέγανε για μας ότι τα πήραμε;
-Από την δουλειά μου τα έβγαλα τα λεφτά μου, ρε. Δεν βλέπεις το μαγαζί μου; Καθαριστήριο στην Πετρούπολη έχω, εδώ και είκοσι χρόνια. Όταν ήμουνα πιο νέος, τις Κυριακές, που το μαγαζί ήτανε κλειστό, έκανα τον διαιτητή σε αγώνες πρωταθλήματος. Δύσκολη δουλειά. Δυο φορές μου έκαψαν το μαγαζί. Με είπαν πουλημένο, με κατηγόρησαν για στημένα παιγνίδια και συμμετοχή σε παράνομο τζόγο. Στην Ευελπίδων πηγαινοερχόμουνα, αλλά τίποτα δεν βρήκαν να μου προσάψουν. Είχα δικηγόρο τζιμάνι. Αυτός είχε αθωώσει κλέφτες και εμπόρους ναρκωτικών. Και δεν θα αθώωνε εμένα; Η προσφορά μου στο ποδόσφαιρο αναγνωρίστηκε. Με έκαναν Πρόεδρο ένωσης αθλητικών σωματείων της Γ΄ Εθνικής. Σήμερα είμαι ποδοσφαιρικός παράγοντας. Λεφτά, ναι έβγαλα. Να ‘ναι καλά το καθαριστήριο στην Πετρούπολη. Έχω βάλει και συνεταίρο τον γαμπρό μου.
Να συνεχίσω να απαντάω για λογαριασμό αυτών που ο κύριος Καμπουράκης θαυμάζει σαν έξυπνους και καταφερτζήδες;
Καλύτερα να μην συνεχίσω.
Και απλά να διευκρινίσω, ότι δεν απάντησα για λογαριασμό προέδρων ποδοσφαιρικών ομάδων, γιατί για αυτούς το ερώτημα πού βρήκανε τα λεφτά έχει απαντηθεί από τα έντυπα, τα ραδιόφωνα και τα κανάλια που ελέγχονται από τους ίδιους τους προέδρους.
Ο ένας κατηγορεί τον άλλον και όλοι κατηγορούν όλους για εμπόριο ναρκωτικών, λαθρεμπόριο καυσίμων ή τσιγάρων και προστασία νυχτερινών κέντρων.
Από τις απαντήσεις που διαβάσατε, δεν είναι δύσκολο να καταλάβετε ποιος είναι ο κοινός παρονομαστής της μεθόδου συσσώρευσης πλούτου.
Είναι το σύστημα.
Δεν το λέω εγώ. Το λέει η μακαρίτισσα η Ρίτα Σακελλαρίου:
«Να ευλογάς το σύστημα και τα παράθυρά του
 Όπου περνάς τις γνώμες σου
 και ‘κανες τις κονόμες σου
 με πλάτες φιλαράκια.
Έκανες την αρπαχτή σου και έχεις φτιάξει τη ζωή σου»
Η αρπαχτή, για την οποία κάνει μνεία το ομώνυμο τραγούδι, δεν σημαίνει και λαμογιά.
Μας το επιβεβαίωσε ο Δημήτρης για τον γνωστό του που τα κονόμησε χωρίς να είναι απατεώνας.
Μετά από όλα αυτά, σίγουρα θα αναρωτηθείτε:
«Μα ποιοι είναι, ρε πoύστη μου, αυτοί που βγάλανε λεφτά, και είναι αδίσταχτοι κλέφτες ή φοροφυγάδες;»
Την απάντηση, δεν θα σας την δώσω εγώ. Σας την έχουνε ήδη δώσει οι συνάδελφοι του κύριου Καμπουράκη.
Είναι οι καστανάδες, οι υδραυλικοί και οι ταβερνιάρηδες. Αυτοί είναι οι μεγάλοι φοροφυγάδες. Και εξαιτίας τους, την νύφη την πληρώνουμε όλοι εμείς οι υπόλοιποι.
Ας τα αφήσουμε, όμως, αυτά.
Γιατί, άλλο είναι το θέμα που απασχολεί τον Δημήτρη.
Είναι γιατί οι άφραγκοι να αντιπαθούν τους λεφτάδες.
Προς τι η απέχθεια των μικρομεσαίων για κάποιους που τους είδαν ξαφνικά να τα ‘κονομάνε;
Ο κύριος Καμπουράκης θεωρεί ως βασική αιτία της ανάγωγης απορίας «Πού βρήκες τα λεφτά ρε;» το ταξικό μίσος που καλλιεργήθηκε τα τελευταία τρία χρόνια στην καταραμένη, όπως την χαρακτηρίζει, μεσαία τάξη και την συλλήβδην καταγγελία -είναι δική του η έκφραση και παρατίθεται με ποιητική άδεια, που λένε οι φιλόλογοι- του πολιτικού συστήματος ως «κλεπτοκρατικού».
Αυτό είναι. Οι Συριζαίοι, με τα ψέματα και την προπαγάνδα τους, μας έκαναν πλύση εγκεφάλου.
Και φτάσαμε σήμερα στο σημείο να καταγγέλλουμε τον Σημίτη, τον Παπαντωνίου και τον Στουρνάρα σαν εκφραστές του κλεπτοκρατικού συστήματος.
Τα πλαστά στοιχεία κρατικών υπηρεσιών και τα σημαδεμένα swaps της Goldman Sachs με τα οποία μπήκαμε στην ΟΝΕ, το ότι πήραμε αβέρτα δάνεια από ξένες τράπεζες και τα δώσαμε για υποβρύχια που γέρνουν, για άχρηστα ολυμπιακά έργα και για εμβόλια που μείνανε στις αποθήκες, δεν ήταν πράξεις κλεπτοκρατών. Ήταν πράξεις εθνικών ευεργετών.
Η είσοδος στο μνημόνιο με παραποιημένα στοιχεία, από έναν πρώην υπάλληλο της ιδίας της Goldman Sachs, η υπαγωγή του δημόσιου χρέους ενός ολόκληρου λαού σε δίκαιο ξένο από αυτό της πατρίδας του και το ξεπούλημα της χώρας για την διάσωση ξένων τραπεζών δεν έγιναν από μέλη συμμορίας κλεπτοκρατών.
Από πατριώτες έγιναν. Και μην το γελάτε.
Θα τα ακούσει ο Θέμος, ο οποίος δεν αλλάζει το όνομα της Μακεδονίας ούτε με χίλιες Novartis, και θα μας πει ότι το ταξικό μίσος μας έχει τυφλώσει τόσο πολύ, που δεν βλέπουμε τι αγώνα δίνουν ο Άνθιμος, ο Φραγκούλης και όλοι οι Χρυσαυγίτες για την πατρίδα.
Για να φουντώσει το ταξικό μίσος, που τόσο πολύ δείχνει να φοβάται ο αρθρογράφος, η ανέχεια, η μετανάστευση των νέων και η εξαθλίωση ολόκληρων κοινωνικών ομάδων δεν έφθανε.
Έπρεπε να προσληφθεί σύμβουλος του Τσίπρα ο αιμοβόρος Καρανίκας, για να φορτώσει στις ψυχές των κατώτερων ανθρώπων αυτό το μίσος.
Και να πυροδοτήσει το ξεκίνημα μιας νέας πάλης των τάξεων.
Μέσα από το Facebook, μάλιστα. (Παρεμπιπτόντως, φίλη που τον έχει συναντήσει, μου είπε ότι είναι πολύ συμπαθής και καθόλου εριστικός.)
Κι αν απορείτε, γιατί υπουργοί αλλοίωναν λίστες φοροφυγάδων ή έκρυβαν στικάκια στα συρτάρια τους για να καθυστερήσουν οι έλεγχοι και να αθωωθούν από δικαστές, λόγω παραγραφής του αδικήματος, ξέρετε γιατί το έκαναν;
Για να μην καλλιεργήσουν το μίσος.
Αλλά το μίσος δεν το καλλιέργησαν μόνο οι Συριζαίοι.
Ήρθε, από πάνω, να ανακατευτεί και το FBI.
Να μας πει, στα ίσια, ότι δυο Πρωθυπουργοί και οκτώ πολιτικοί είναι μπλεγμένοι σε υποθέσεις μαύρου χρήματος και, έμμεσα, να επιβεβαιώσει τα περί κλεπτοκρατικού πολιτικού συστήματος.
Το ταξικό μίσος, κύριε Καμπουράκη, αυτό που δείχνει να σας φοβίζει, πριν καλλιεργηθεί, σπέρνεται.
Το ξέρω, εσείς δεν είχατε τους σπόρους. Τους σπόρους, άλλοι σας τους έδιναν. Μόνο που στο χωράφι της ελληνικής κοινωνίας, εσείς μπήκατε μέσα για να το σπείρετε.
Κανένας Τόμσον και καμία Βελκουλέσκου δεν τα έβαλε στα ίσια με τους φορτηγατζήδες και τους ταξιτζήδες. Ο εκλεκτός συνάδελφός σας, ο Μανώλης Καψής, πλακωνότανε τα βράδια στις 8 μαζί τους.
Ο αξιαγάπητος συνάδελφός σας, ο Πρετεντέρης, ήταν αυτός που τα έχωνε στους ταβερνιάρηδες.
Όχι, δεν τα έχωσε στον Βγενόπουλο, που έριξε μια χώρα -την Κύπρο- μια τράπεζα, μια ποδοσφαιρική ομάδα και πέντε -έξι επιχειρήσεις έξω.
Σε αυτόν έκανε αγιογραφίες ο άλλος εκλεκτός συνάδελφος σας, ο Νίκος Ευαγγελάτος.

Το μίσος, όχι το αρρωστημένο οπαδικό ποδοσφαιρικών ομάδων, κύριε Καμπουράκη, είναι η απενοχοποιημένη αντίδραση της κοινωνικής αδικίας.
Θα σας πρότεινα να δείτε την ομότιτλη ταινία του Ματιέ Κασοβίτς για να καταλάβετε τις κοινωνικές αιτίες που δημιουργούν το μίσος.
Και για να σας καθησυχάσω λίγο, η μαζική διασπορά φόβου και ενοχών, με τα οποία το σινάφι σας προσπάθησε συστηματικά να ντοπάρει την ελληνική κοινωνία, δεν προκάλεσε κανένα ταξικό μίσος.
Τηλεοπτικό μίσος προκάλεσε.
Μπορεί, στα πρώτα χρόνια των μνημονίων, ο κόσμος να αγνοούσε ότι η Ισλανδία έστειλε στη φυλακή τους τραπεζίτες της, επειδή εσείς, από τα κανάλια σας, δεν λέγατε κουβέντα.
Ίσως, αργότερα, να έγραφε στα αρxίδια του και τον Πάγκαλο, που φιλοξενούσατε, εσείς οι δημοσιογράφοι, κάθε βδομάδα από τα ραδιόφωνά σας, και έλεγε ότι όλοι μαζί τα φάγαμε.
Σίγουρα, ο κόσμος, θα γελούσε, όταν άκουγε τον συνταξιούχο πολιτικό, καταδότη του Οτσαλάν, να βρίζει τον Τσίπρα κωλόπαιδo και τσογλάνι, αλλά, κατά βάθος, περίμενε πότε θα ξεκουμπιστεί να φύγει, για να μπουν στα studio σας ο Ψαριανός και ο Τατσόπουλος.
Τα έξυπνα αστεία και την αργκό γλώσσα πρώην “αριστερών” που βρίζουν αριστερούς, όλοι τα περιμέναμε. Για να δούμε πού μπορεί να φτάσει η ξεφτίλα και η γελοιότητα ανθρώπων, που γυρίζουν από κόμμα σε κόμμα.

Και σαν να μην έφτανε η πρωινή παρέλαση από τα κανάλια σας ανθρώπων που, με πάθος μεγαλύτερο και από το δικό σας, υποστήριζαν κάθε νέο μέτρο λιτότητας, κάθε περικοπή δημοσίων δαπανών και κάθε καταπάτηση εργασιακών διακιωμάτων, μια Αντιγόνη Λυμπεράκη -που ξεκίνησε από την Δράση, πήγε στο ΠΟΤΑΜΙ και στις επόμενες εκλογές δεν αποκλείεται να μετακομίσει στον Κυριάκο- είχε την απορία γιατί να πάρουν οι χαμηλοσυνταξιούχοι επιδόματα, αφου δεν προσφέρουν τίποτα στην οικονομία, μας πλασάρατε και το βράδυ τον Έλληνα συνάδελφο του Paulo Coelho, τον Στέλιο Ράμφο.
Για να μας πει και αυτός, ότι για την κατάντια της χώρας μας δεν φταίνε οι πολιτικοί, αλλά η απληστία των πολιτών.
Αν και φορές-φορές, από μέσα τους, οι τηλεθεατές γαμωσταύριζαν όλους αυτούς τους απίθανους τύπους που βγάζατε στον αέρα, τα πράγματα ήταν ακόμη ελεγχόμενα.
Ξέρετε πότε τα πράγματα άρχισαν να γίνονται σκούρα;
Όταν όλος αυτός ο κόσμος, που παρακολουθούσε τις ειδήσεις των 7, των 8 ή των 9 -ανάλογα με τις ώρες που βάζατε κάθε φορά να παίξουν τα τούρκικα- είδε τα μαγαζιά του, στις γειτονιές, να κλείνουν και άκουγε τον συνάδελφό σας, τον Μπάμπη τον Παπαδημητρίου, να βγαίνει και να ζητάει εξηγήσεις, γιατί καθυστερούσε η αδειοδότηση για κάποιο νέο Mall.
Μας έλεγε ότι υπήρχε κίνδυνος να ακυρωθεί η επένδυση και να χαθούν πεντακόσιες νέες θέσεις εργασίας των τετρακοσίων ευρώ.
Δεν μας έλεγε πόσα μαγαζιά θα κλείσουν στις γύρω περιοχές και πόσες οικογένειες θα μείνουν χωρίς δουλειά.
Η αγανάκτηση των πρώτων χρόνων, κύριε Καμπουράκη, είχε πια μεταλλαχθεί σε αηδία.
Ε, όταν αρχίσατε και να λέτε ότι ένας Σόιμπλε μας χρειάζεται, όταν λιβανίζατε τον Παπαδήμο και τον Στουρνάρα, και όταν κρύβατε τα ονόματα από την λίστα Lagarde, τι νομίζετε, ήθελε πολύ η αηδία να γίνει τηλεοπτικό μίσος;
Το τηλεοπτικό μίσος, σε αντίθεση με το ταξικό, έχει μνήμη.
Δουλειά των κοινωνιολόγων είναι να εξηγήσουν γιατί μια κοινωνία, ενώ μπορεί να ξεχάσει τα προβλήματα που έχει δημιουργήσει μια κρίση, δεν μπορεί να ξεχάσει τους ανθρώπους που προκάλεσαν την κρίση.
Την έλλειψη αγαθών, που δημιούργησε μια ολόκληρη γερμανική κατοχή, η μεταπολεμική γενιά την ξέχασε. Δεν ξέχασε τους δωσίλογους, τους καταδότες και τους μαυραγορίτες.
Η μνήμη του λαού είναι ίσως αυτό που φοβίζει τους ανθρώπους, οι οποίοι όλα αυτά τα τελευταία χρόνια υπηρέτησαν καταστάσεις κοινωνικής κατοχής.
Την περικοπή των συντάξεων η των επιδομάτων πρόνοιας μπορεί με τα χρόνια να τα ξεχάσεις.
Εκείνους που δεν θα ξεχάσεις είναι τον Πρετεντέρη, τον Χιώτη και τον Παπαχρήστο.
Δεν Θυμάμαι ποιος είπε «Όλοι αυτοί που στην ζωή μου περάσανε μπροστά από τα μάτια μου, χωρίς να θέλω να τους βλέπω, μου έρχεται να βάλω τα κλάματα και να τους πνίξω», αλλά είναι ευχής έργον που ο ελληνικός λαός, αντί να καθίσει να κλάψει, γελάει.
Γιατί εάν τον έπιαναν τα κλάματα, θα είχε εξαφανισθεί αυτό το είδος της γκεμπελικής δημοσιογραφίας.
Ο κύριος Καμπουράκης, όμως, έχει και άλλη απορία:
«Δεν υπάρχουν ικανοί, καταφερτζήδες, έξυπνοι, τυχεροί ή μορφωμένοι, που απολαμβάνουν το αποτέλεσμα των κόπων και των δεξιοτήτων τους; Υπάρχουν μόνο κλέφτες, απατεώνες και κομπιναδόροι που πλούτισαν κλέβοντας τα λεφτά των άλλων; Και όχι γενικώς των άλλων, αλλά ειδικώς των φτωχών και των καταφρονεμένων;».
Ναι, Κύριε Καμπουράκη, υπάρχουν. Και έξυπνοι και μορφωμένοι.
Αλλά ο απλός κόσμος δεν ρωτάει ούτε ένα επιτυχημένο επιστήμονα ούτε έναν καινοτόμο επιχειρηματία.
Ξέρετε ποιους ρωτάει; Τους καταφερτζήδες, τους απατεώνες και τους άχρηστους ρωτάει.
Αυτούς που πέρασαν από τα κανάλια σας και από κοινωνικά παράσιτα μεταμορφώθηκαν σε celebrities.
Ο κοσμάκης δεν ρωτάει ούτε ακόμη και έναν πλουσιοπάροχα αμειβόμενο αθλητή. Ρώτησε κανένας τον Αντετοκούνμπο, πού βρήκε τα λεφτά του;
Όχι, βέβαια. Για τη γυναίκα του Παπαντωνίου ρωτάνε.
Τους κάνει εντύπωση, πώς μια γραμματέας -παντρεμένη με ένα πρώην αλουμινά- κατάφερε να έχει στο λογαριασμό της στην Ελβετία ένα εκατομμύριο τριακόσιες χιλιάδες ευρώ.
Για το νέο αφεντικό των παλιών σας συναδέλφων του ΜEGA ρωτάνε.
Τους τρώει η περιέργεια να μάθουν, πού βρήκε πέντε εκατομμύρια και τα πήγε μέσα σε σακούλα για να τα καταθέσει στην Τράπεζα.
Για τον κάθε Κάντα -υπάλληλο ενός Υπουργείου- τον κάθε μεσάζοντα όπλων και τον κάθε άγνωστο που από το πουθενά βρέθηκε με χρήματα, ρωτάνε. Χρήματα, που ό κάθε επιστήμονας πρέπει να δουλέψει εκατό ζωές για να τα βγάλει.
Υπάρχουν και άλλοι πολλοί, για τους οποίους τρώει η περιέργεια τον κόσμο, να μάθει πως τα κονομήσανε.
Για τον μόνο που δεν ρωτάνε, πού βρήκε τρία εκατομμύρια και πήγε και πλήρωσε το πρόστιμό του, είναι για τον Παπασταύρου.
Το παιδί αυτό, είναι σαν τον τυπάκο που περιγράφεται στη εισαγωγή σας, που καταπιάνεται με απανωτές δουλειές. Και όλες, του βγαίνουν.
Μόνο που ο κύριος Παπασταύρου, σε αντίθεση με τον γνωστό σας, δεν είναι καθόλου φαιδρός. Φαιδροί είναι αυτοί που λένε ότι πρέπει να είχαμε δέκα Παπασταύρου. Για να μη μείνει ούτε ευρώ στη τσέπη μας.
Και όσο για την κοινωνική συνείδηση, που λέτε ότι έχει διαμορφωθεί- πάλι τα τελευταία χρόνια- και θεωρεί τον εύπορο όχι εν δυνάμει κεφαλαιούχο, αλλά κλέφτη που πρέπει να γυρίσει τα λεφτά και να τιμωρηθεί για την πράξη του, χρειαζόταν να έρθουν οι Συριζαίοι για να σπιλώσουν τους εύπορους;
Δεν έφταναν τα lifestyle περιοδικά του Λυμπέρη και του Κωστόπουλου, δύο χρεοκοπημένων σήμερα εκδοτών, που έδειχναν τον κάθε τυχάρπαστο επιχειρηματία να γλεντάει στην Μύκονο με τα εξαερωμένα από το Χρηματιστήριο λεφτά του κοσμάκη;
Οι εύποροι συμπολίτες μας, κύριε Καμπουράκη, ήταν αυτοί που παραπλανούσαν με την βοήθεια χρηματιστών, τραπεζιτών και πολιτικών τους αφελείς να πάνε και να σπρώξουν όλες τους τις οικονομίες στα σαπάκια της Σοφοκλέους. Δεν ήταν οι άποροι, που σήμερα στήνονται στην ουρά των δημοτικών συσσιτίων.
Τα αποθεματικά των Ταμείων, κύριε Καμπουράκη, δεν τα τζόγαραν σε χρηματιστηριακές πυραμίδες, ούτε οι κομπλεξικοί ούτε οι ανίκανοι. Τα έπαιξαν οι άριστοι των οικονομικών επιστημών, που εσείς θαυμάζετε για τις δεξιότητές τους.
Οι κουμπάροι πολιτικών, οι διοικητές οργανισμών και οι τραπεζίτες ήταν αυτοί που πόνταραν ξένα χρήματα σε στοιχήματα της Lehman Brothers. Ήταν τα golden boys με το εξαιρετικό ταλέντο τους να πιάνουν ευρώ και να τα κάνουν κωλόχαρτα. Τουλάχιστον, ο φαιδρός αυτός γνωστός σας έπιανε πέτρες και τις έκανε χρυσάφι.
Κύριε Καμπουράκη, μπορεί κάθε πρωί να λέτε εξυπνάδες από το ραδιόφωνο και να κάνετε χωρατά που αρέσουν σε νοικοκυρές και συνταξιούχους, αλλά, κατά βάθος, δεν είσαστε και πολύ έξυπνος.
Και θα σας πω, γιατί. Γιατί δεν πήρατε το μάθημά σας από το ΜΕGA. Εξακολουθείτε να υποστηρίζετε μια σάπια κοινωνική πλευρά.
Δεν είδατε πόσο έξυπνα η παλιά σας συνάδελφος, η Όλγα Τρέμη, αποσύρθηκε από την πιάτσα; Σε λίγα χρόνια κανείς δεν θα ασχολείται μαζί της. Θα μπορεί άφοβα να παίζει στα γεράματά της μπιρίμπα, στα ξενοδοχεία των φίλων της. Στη Κω και την Ρόδο.
Εντάξει, το καταλαβαίνω, μπορεί να έχετε ανάγκη για δουλειά, και στην ανάγκη πάνω, να γράφετε με λύσσα ό,τι σας κατέβει, προκειμένου να υποστηρίξετε έναν ακροδεξιό φιλελευθερισμό.
Αλλά την απέχθεια της κοινωνίας, για όλα αυτά τα τομάρια που την εξαθλίωσαν, δεν την έχετε ακόμη αντιληφθεί;
Αλήθεια, ρωτάω εσάς τους αναγνώστες, τι μπορεί να είναι εκείνο που κάνει ένα δημοσιογράφο, να ρίχνει το φταίξιμο για την εξαθλίωση της μεσαίας και της εργατικής τάξης στο υποτιθέμενο κόμπλεξ που τρέφουν για τους πλούσιους;
Ρωτάνε, λέει, οι κομπλεξικοί: «Εσύ πού βρήκες τα λεφτά ρε;».
Αμ, δεν ρωτάνε μόνο οι κομπλεξικοί τους έξυπνους πού βρήκανε τα λεφτά. Ρωτάνε και οι εργαζόμενοι τους άνεργους συναδέλφους τους, με τι λεφτά ζούνε.
Τον κύριο Καμπουράκη που κάνει αυτές τις έξυπνες ρητορικές αναλύσεις, δεν τον άκουσα να ρωτάει τους απλήρωτους πρώην συνάδελφους του στο ΜEGA: «Εσείς, ρε παιδιά, με τι λεφτά ζείτε;».
Θα σας πω εγώ, γιατί δεν τους ρωτάει. Όχι γιατί τους γράφει στα αρxίδια του, επειδή εκείνος βολεύτηκε, αλλά γιατί δεν είχαν την ικανότητα να ξεχωρίσουν μέσα από χρεωκοπημένα ΜΜΕ, το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, τα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΆ ή τον Real Fm. Και να πηδήξουν πρώτοι έξω από το βουλιαγμένο καράβι του Ψυχάρη και του Μπόμπολα.
Όχι, οι ταλαντούχοι συνάδελφοι του κυρίου Καμπουράκη, αυτοί που μετακόμισαν από το MEGA και το ΒΗΜΑ σε άλλα κομματικά παραμάγαζα του Τύπου, δεν είναι τα ποντίκια που πρώτα φεύγουν από τα καράβια. Είναι οι έξυπνοι που πήραν τα λεφτά στην ώρα τους, και οι άριστοι της δημοσιογραφίας.
Ανάρπαστοι γίνονται, από νέα αφεντικά, για το δημοσιογραφικό ταλέντο τους. Όχι, γιατί είναι πουλημένοι και γράφουν ό,τι τους λένε να γράψουν.
Στην ελεύθερη αγορά, αυτή που λατρεύει ο κύριος Καμπουράκης, η δουλοπρέπεια τετρακοσίων είκοσι εργαζομένων, να εξακολουθούν, μέσα από μια καταπατημένη δημόσια συχνότητα, να τα βάζουν με μια νέα κυβέρνηση, που την έβριζαν, από τότε που ήταν στην αντιπολίτευση, για να φανούν αρεστοί στα νέα αφεντικά, χωρίς να τολμούν να πουν έστω μια κουβέντα για τους καλοπληρωμένους συναδέλφους τους που τους πούλησαν, δεν έφθανε για να κρατήσουν μια δουλειά.
Χρειαζότανε και μια γερή δόση μ@λακίας. Να δουλεύουν τζάμπα για να ξοφλήσει το κανάλι τις χρεοκοπημένες τράπεζες, που τα είχαν κάνει πλακάκια με τα παλιά αφεντικά τους.
Για να πούμε, πάντως, και του στραβού το δίκιο, ο Δημήτρης είχε φροντίσει να τους συμβουλεύσει, μέσα από το MEGA, τι θα έπρεπε να κάνουν εάν έχαναν την δουλειά τους:
Να πάνε και να μαζέψουνε φράουλες στη Μανωλάδα.
Στη βαθυστόχαστη ανάλυσή του, ο αγαπητός σε όλους μας, κύριος Καμπουράκης, δεν παραλείπει να μας θυμίζει με τσιτάτα λογικής Αρκά, πόσο κινδυνεύει η σοσιαλδημοκρατία από την ταξική ιδεοληψία -δικός του και αυτός ό όρος- της σημερινής Αριστεράς.
«Η κλασσική σοσιαλδημοκρατική συνταγή, τα σημερινά τους κέρδη» -εννοεί των πλουσίων – «είναι οι αυριανές επενδύσεις και οι μεθαυριανοί φόροι και θέσεις εργασίας».
Πολύ σοφά τα λόγια του Δημήτρη. Τα έκαναν πράξη οι Ολάντ, Ρέντσι και Σούλτς.
Θα υπάρχουν, φαίνεται, και σε άλλες χώρες πολίτες μπολιασμένοι με ταξικό μίσος.
Γιατι διαφορετικά, πώς να εξηγηθεί ο εκλογικός πάτος που έπιασαν οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες και εκσυγχρονιστές;
Τέλος, η ανησυχία του κυρίου Καμπουράκη κορυφώνεται στον επίλογο του άρθρου του.
Εκεί μιλάει για την «ταξική μεροληπτικότητα» του λαού -ο μπαγάσας χρησιμοποιεί πολύ ωραίες εκφράσεις και απορώ γιατι δεν τις στέλνει σαν λήμματα στο λεξικό εκείνου του συνταξιούχου συναδέλφου του που έφτιαξε το «Λεξικό χωρίς γραβάτα»- και η οποία μεροληπτικότητα, μας λέει, «σε συνθήκες πολιτικής όξυνσης μπορεί να οδηγήσει στο άρπαγμα του πορτοφολιού του έξυπνου και δημιουργικού συμπολίτη μας και την μετατροπή του χρήματος του σε νέα επιδόματα».
Ανησυχεί, παιδιά, ο Δημήτρης. Μην και βάλουν χέρι οι Συριζαίοι στις τσέπες των καταφερτζήδων.
Να μην ανησυχεί, όμως.
Όλο και κάποιος πατριώτης Διοικητής τράπεζας, θα βρεθεί να χτυπήσει την καμπάνα του πανικού και να προτείνει στον έξυπνο και δημιουργικό συμπολίτη μας, να αδειάσει το πορτοφόλι του στην Ελβετία.
Για ένα να είναι σίγουρος, ο κύριος Καμπουράκης. Ότι ποτέ δεν θα τον ρωτήσει, πού βρήκε τα λεφτά.
Γ.Κ.
Υ.Γ.1 Στο ζωικό βασίλειο συνυπάρχουν ύαινες και χαμαιλέοντες. Οι ύαινες σκίζουν το θύμα τους και το κατασπαράζουν. Όταν εμφανίζεται τίγρης ή λιοντάρι, αποχωρούν διακριτικά και πάνε σε άλλη αγέλη. Οι χαμαιλέοντες αλλάζουν χρώμα ανάλογα με το περιβάλλον. Αν απειληθούν, μένουν ακίνητοι για να παραπλανήσουν τον εχθρό τους. Η γλώσσα τους είναι δύο φορές περίπου το μήκος του σώματος τους.
Υ.Γ.2 Όταν ακούς παραδοσιακούς δεξιούς να λένε «να δεις που θα ξαναβγεί ο Τσίπρας», δεν το λένε γιατί γουστάρουνε το μπουλούκι των Συριζαίων, που δεν ξέρουν πού πατάνε και πού βρίσκονται.
Είναι γιατί βλέπουν και ακούν όλα αυτά τα σιχάματα του παρελθόντος, να εξακολουθούν να ζητάνε τα ρέστα για τα χάλια στα οποία έφεραν την χώρα.
(Αγαπητέ φίλε, έχετε τον θαυμασμό μου που ασχολείστε ακόμα με τους Καμπουράκηδες. Είναι ενδεικτικό της κατάστασης της χώρας πως υπάρχουν ακόμα όλοι αυτοί που συμβολίζουν την χρεοκοπία της. Τραγική χώρα. Για τους Έλληνες δημοσιογράφους -με ελάχιστες εξαιρέσεις- τα λέει όλα αυτό το σκίτσο του Γιάννη Δερμεντζόγλου:

Θυμάστε κάτι λίστες με τους δημοσιογράφους που ήταν στο payroll; Δεν βγήκε καμία. Γιατί; Γιατί ήταν σχεδόν όλοι οι δημοσιογράφοι στο payroll. Αλλά αυτοί ακόμα …ενημερώνουν. Από τα σαπάκια ΜΜΕ των μαφιόζων-ολιγαρχών. Και ποτέ δεν αναρωτήθηκαν πού βρήκαν τα λεφτά οι μαφιόζοι που τους πληρώνουν. Πάντως, αγαπητέ φίλε, εγώ παρακαλάω να βγει ξανά η Νέα Δημοκρατία και να κυβερνήσει μαζί με το ΠΑΣΟΚ. Είμαι έτοιμος με τις σαμπάνιες στο χέρι. Πάρτι θα κάνω. Να είστε καλά.)

Read more: https://pitsirikos.net/2018/03/εσείς-κύριε-πού-βρήκατε-τα-λεφτά/#ixzz5BP09J3cO

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Ο θάνατος χωράει από τις χαραµάδες.

Παλιά είχε όνειρα πολλά. Σήμερα απλώς ονειρεύεται τα παλιά.
«Λυπήσου αυτούς που δεν ονειρεύονται», έλεγε ο ποιητής  «κι αυτούς που δεν άκουσαν ποτέ στη ζωή τους παραμύθια».
Γιατί η ζωή είναι ταξίδι. Υπάρχουν εκεί έξω πλοία που σε περιμένουν να σε πάνε σε άγνωστους τόπους, σε πολλά διαφορετικά ταξίδια και περιπέτειες για να ‘χεις να ονειρεύεσαι..

Συνταξιούχος πια, πάει ολάκαιρος χρόνος που δεν έχει κάτι να γράψει . Οι μέρες τις βλέπει να περνούν και πολλές φορές μοιάζουν να’ χουν φτερά κι άλλες πάλι να μοιάζουν παράλυτες. Σήμερα αφήνει την φαντασία του να πετάξει ελευθέρα πολλά χρόνια πίσω.  Ανακαλεί τη μνήμη του και προβαίνει σε μια αφηγηματική κατάθεση, μέσα από την παρατηρητική ματιά του, την αγάπη και το φόβο της θάλασσας. Ταξίδεψε  σ ένα κόσμο που απλώνεται σε έξι ηπείρους, διασχίζοντας τους ωκεανούς με φουρτούνες και με μπουνάτσες. Οι ναυτικοί ζουν σε μια κοινωνία περίεργη, με προσδοκίες και όνειρα, και με την ελπίδα ότι οι ταλαιπωρίες, τα σκληρά ταξίδια που πλέκονται με μαγευτικές πλόες, και οι κίνδυνοι δεν αποτελούν παρά μια προσωρινή παρένθεση. Οι πολλοί τα καταφέρνουν, είναι και κάποιοι λίγοι που  αφήνουν τη ζωή τους μεσοπέλαγα, όπως ο εκλεκτός συνάδελφος του, νεαρός Πρώτος μηχανικός, από τα ορεινά χωριά της Αρκαδίας.
Συνθέτοντας τις αναμνήσεις του από μπερδεμένες εικόνες, ξεπροβάλλει την μορφή του μέσα από μια αναλαμπή που γεμίζει τις σκέψεις του. Φαντάζεται τη ζωή να προβάλλεται στη γραμμή του χρόνου, μικρά σημεία στον ατέλειωτο ορίζοντα, άτονοι κύκλοι που κάποτε κλείνουν. Να περνά και να μοιράζεται σε χειμώνες και καλοκαίρια και στο πέρασμα της να του θυμίζει τους φίλους που χάθηκαν σε μια επικίνδυνη στροφή, στα ταξίδια τους. Έχει η ζωή αναλαμπές, σπίθες πετά και ξεγελιόμαστε, γιατί η ζωή έχει και τις φουσκοθαλασσιές και τις τρικυμίες της. Θυμήθηκε! έπαιρνε σάρκα και οστά και η μνήμη. Η μνήμη με τους πικρούς θανάτους. Η ζωή με τα πικραμένα «αντίο».
Όλοι οι θνητοί με τον ίδιο τρόπο γεννιόμαστε, αλλά μεγαλώνοντας η μοίρα μοιάζει να παίζει μαζί μας λες και είμαστε πλαστελίνη, ενώ μας σπρώχνει από διαφορετικά μονοπάτια προς το ίδιο τέλος, το θάνατο.
>>>Βρισκόμαστε στον Πειραιά στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του χίλια εννιακόσια ογδόντα.
Ο Γενικός διευθυντής της ναυτιλιακής εταιρείας μέσω κοινής συγγενικής γνωριμίας του ζήτησε να περάσει από το γραφείο του. Η καταπληκτικά γοργή ανάπτυξη της ελληνικής  εμπορικής ναυτιλίας και των ναυτιλιακών εταιρειών, «οικογενειακής βάσης κυρίως», είχε ως αποτέλεσμα οι διαχειριστές τους να αναζητούν νέα στελέχη, ικανά να επανδρώσουν τα πλοία και τα γραφεία τους.
Η βροχή έπεφτε με δύναμη επάνω στα τζάμια των παραθύρων του γραφείου του γενικού διευθυντή της ναυτιλιακής εταιρείας, σχηματίζοντας μικρά αυλάκια νερού στα περβάζια τους. Τρεις ορόφους πιο κάτω, η Ακτή Μιαούλη εξακολουθούσε να τρέχει, να σπρώχνει, να στριμώχνει για να προλάβει να ζήσει άλλη μια ημέρα. Τα αυτοκίνητα πιτσιλούσαν τους δρόμους, κλάξον αυτοκίνητων ηχούσαν ανυπόμονα, άνθρωποι έτρεχαν στα πεζοδρόμια κάτω από ομπρέλες και διπλωμένες εφημερίδες η αντιμετώπιζαν θαρραλέα τη βροχή με ακάλυπτο κεφάλι. Οι γρήγοροι ρυθμοί και η ενεργητικότητα του δρόμου δεν μειωνόταν καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας.
Ο διευθυντής στεκόταν όρθιος εμπρός από το γραφείο του, απέπνεε μια αρχοντιά μέσα στο σκούρο κουστούμι του, και η ζεστή λάμψη των ματιών του ήρεμη δύναμη.
Η παρουσία του φαινόταν να κυριαρχεί στο χώρο.
Το γραφείο του είχε μια φινέτσα σε χαμηλούς διακριτικούς τόνους.
Αγωνιούσε να κάνει καλή εντύπωση, ήταν πολύ νευρικός αλλά ταυτόχρονα αποφασισμένος να απελευθερώσει ένα μέρος της νευρικότητας που τον είχε πλημμυρίσει. Ίσιωσε την ράχη του, σκούπισε τα ίχνη του ιδρώτα από το μέτωπο του με την ανάποδη του χεριού του και κοίταξε σταθερά εμπρός του.
-Χαίρομαι πραγματικά που βρίσκομαι εδώ είπε μεταφέροντας ταυτόχρονα τους θερμούς χαιρετισμούς του κοινού τους συγγενικού προσώπου.
Ο διευθυντής του έκανε νόημα να καθίσει.
-Παρακαλώ είπε, και κάθισε στην αναπαυτική πολυθρόνα, πιέζοντας τον εαυτό του να δείχνει χαλαρός και άνετος, διώχνοντας αποφασιστικά τις ενοχλητικές σκέψεις από το μυαλό του. Τελικά όλη η αρχική του ένταση ένοιωθε να διαλύεται, κατάφερε να ανακτήσει την αυτοπεποίθηση του.
Δίστασε για μερικά δευτερόλεπτα όταν αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να αντισταθεί να αρπάξει την ευκαιρία της αρχικής σιωπής, να σπάσει την εθιμοτυπία και να ξεκινήσει τη συζήτηση πρώτος. Το χάσιμο χρόνου το θεωρούσε ενοχλητικό.
Δείχνοντας με το βλέμμα του το χώρο ολόγυρα στο γραφείο απευθύνθηκε στον Γενικό Διευθυντή. «Έχετε πολύ λεπτό γούστο κύριε», του είπε.
Ο Γενικός χαμογέλασε, κι ο Πρώτος ανέπνευσε ανεπαίσθητα με ανακούφιση.
«Μου αρέσει να πιστεύω ότι έχω» του απάντησε.
Στη συνεχεία ο Γενικός άλλαξε συζήτηση. Τον ρώτησε πως απέκτησε την σχέση του με την θάλασσα και πόσο καλά τα πηγαίνει.
«Ίσως θεωρηθεί υπερβολικό από μέρους μου, αλλά στο επάγγελμα του ναυτικού βρίσκομαι κατά τύχη, αυτό συνέβη κατά την διάρκεια της γυμνασιακής μου θητείας που έπρεπε να διαλέξω το δρόμο της επαγγελματικής μου ασχολίας για την καθημερινή επιβίωση.  Ήταν η εποχή που έπρεπε να πάρω την ζωή στα χεριά μου, και ο κόσμος εκεί έξω στη θάλασσα είναι απέραντος γεμάτος προκλήσεις». Του απάντησε.
«Το ίδιο το επάγγελμα είναι μια σαγηνευτική περιπέτεια, ταξιδεύοντας στα κύματα την ίδια μας ζωή στη καθημερινότητα της». Συμπλήρωσε τον πρόλογο του.
Μια έκφραση ικανοποίησης απλώθηκε στο πρόσωπο του Γενικού διευθυντή, ενώ καθόταν πιο αναπαυτικά στο κάθισμα του και συνέχισε να περιεργάζεται με μεγαλύτερη προσοχή τον συνομιλητή του, το βλέμμα του καρφώθηκε επάνω του, γεμάτο ενδιαφέρον και πολλές ερωτήσεις.
-Κάποιοι λένε ότι οι προκλήσεις αρέσουν στους έξυπνους ανθρώπους του είπε. Γι’ αυτούς το χρήμα είναι αποτέλεσμα όχι ο στόχος. Και αυτοί που το κυνηγάνε το θέλουν γι’ αυτό που εκπροσωπεί, όχι γι’ αυτά που μπορεί να αγοράσει.
Εδώ στον δύσκολο κόσμο της ναυτιλίας θέλω να γνωρίζεις το πρώτο και κύριο μέλημα του κάθε γενικού διευθυντή είναι να προστατέψει τα συμφέροντα της εταιρείας και των εργαζομένων της συμπεριλαμβανομένων, όχι να ασχολείται με αφηρημένα ηθικά διλήμματα. Αλλά ταυτόχρονα η εταιρεία μας αναζητεί στελέχη με προσωπικότητα, αξιοπρέπεια, τίμια, έξυπνα, ικανά και ταλαντούχα, να τους πιστεύει και να τους εμπιστεύεται. Όταν ένα στέλεχος έχει ιδανικά και οράματα τότε είναι ικανός να υπηρετήσει αξίες.»
Αυτό το βροχερό μουντό απόγευμα του φθινόπωρου ξεκίνησε την νέα επαγγελματική συνεργασία του με την ναυτιλιακή εταιρεία στην Ακτή Μιαούλη. Είχε ήδη επτά χρόνια στο επάγγελμα, κρατούσε στα χεριά του από πρόσφατα το δίπλωμα του πρώτου μηχανικού και αναζητούσε νέους εργασιακούς ορίζοντες.
Το νέο του συμβόλαιο έφερε αυτόματα την απόρριψη μιας πολύ ενδιαφέρουσας από οικονομική άποψη πρότασης συνεργασίας με ναυτιλιακή εταιρεία που είχε στην κατοχή της πετρελαιοφόρα πλοία, λιβανέζικων συμφερόντων. Την διαχείριση της εταιρείας την εκτελούσαν ελληνικά γραφεία εγκατεστημένα στην Γλυφάδα. Προς αμοιβαία εξυπηρέτηση πρότεινε αξιόλογο συνάδελφο του, με κοινά οράματα και κοινούς στόχους για την ζωή. Του συνάδελφου του έκαναν μια αξιόλογη προσφορά την οποία την αποδέχτηκε μετά χαράς.
Τίποτα το παράξενο. Οι μεγάλες ευκαιριακές υλικές απολαβές που προσφέρονταν στους Έλληνες, στελέχη της ναυτιλίας, ώστε να επανδρώσουν πλοία με ξένη σημαία, « ανασφάλιστα», έβρισκε πολλούς πρόθυμους να ριψοκινδυνεύουν την επαγγελματική τους καριέρα και να θέτουν την ικανότητα και τον προσωπικό τους ζήλο, αναλαμβάνοντας το ρίσκο, να συνεργαστούν με πληρώματα αμφισβητούμενης ικανότητας.
Για τον συνάδελφο του ήταν το πρώτο του ταξίδι σε καθήκοντα επιστασίας μηχανοστασίου. Το πλήρωμα  ήταν τρεις τέσσερις Έλληνες και οι υπόλοιποι από τη νοτιοανατολική Ασία.
Σαν σήμερα τριάντα χρόνια ακριβώς από τότε τον περίμενε μία πολύ δυσάρεστη έκπληξη. Εφημερίδα της εποχής δημοσίευσε τη φωτογραφία του συναδέλφου του, αναφέροντας το γεγονός της μεγάλης έκρηξης που συνέβηκε στο πλοίο κατά την διάρκεια εργασιών εκφόρτωσης σε λιμένα της Δυτικής Ευρώπης σκορπώντας το θάνατο. Διαβάζοντας την είδηση ένοιωσε να τραντάζεται σαν να είχε φθάσει στο χείλος της αβύσσου. Η καρδιά του χτύπησε πιο δυνατά, στέγνωσε το λαρύγγι του, έχασε τη φωνή του συνειδητοποιώντας ποιο είναι το πρόσωπο που αναφέρεται στο ρεπορτάζ. Θεέ μου είπε στο τέλος. Μα αυτό είναι τρελό, δεν μπορεί να είναι αλήθεια.
Ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να τον ερεθίζουν τα γεγονότα που συνέβησαν τότε, νοιώθει ένα κενό, ότι έχει χάσει κάτι το ουσιαστικό. Το μυαλό του έχει δύσκολες αναμνήσεις, υπάρχουν εκεί μέσα του σαν ασύνδετες εικόνες που προβάλλουν μέσα από σκοτεινό φόντο. Νοιώθει απελπισμένα άβολα με τις μνήμες που ξεδιπλώνουν τα γεγονότα εκείνης της μοιραίας εποχής μπροστά του.
Τον θυμάται τον συνάδελφο του την τελευταία φορά που βρίσκονταν μαζί πέρα στη μακρινή ανατολή, εκτελούσαν επισκευές σ’ ένα τεράστιο πετρελαιοφόρο στα ναυπηγεία "Jurong" της Σιγκαπούρη.
Τον θυμάται καλά, όταν χαμογελούσε να φωτίζονται τα λαμπερά του μάτια. Το χαμόγελο που στο πρόσωπο του θύμιζε τα μικρά κύματα που σκάνε στην άκρη του γιαλού την ώρα που δεν φυσάει.
Στην μακρινή ανατολή την περίοδο που ζήσανε μαζί, συνηθίζεται όλοι οι γηγενείς κάτοικοι να χαμογελούν. Είναι όμως ένα διαφορετικό χαμόγελο αυτό που περιορίζεται στα χείλη, δεν φτάνει ως τα μάτια.
Ο συνάδελφος είχε σώμα δυνατό γεμάτο υγεία. Ήταν οι καλύτερες λέξεις για να τον περιγράψει. Περπατουσε περίτεχνα, στητά, με σιγουριά, έσφυζε από ζωή. Ήταν ο τύπος του ανθρώπου που δεν υποχωρούσε κάτω από δύσκολες συνθήκες, ο ίδιος έλεγε: «Ο άνθρωπος συναντάει αντιξοότητες, στο χέρι του είναι να τις υπερβαίνει». Ποτέ δεν φοβήθηκε την σκληρή δουλειά.
 Η ζωντάνια και η ενεργητικότητα επέκτειναν τον ζωτικό του χώρο.
Ξεκίνησε ο συνάδελφος του λοιπόν το νέο ταξίδι,  με πλοίο της λιβανέζικης εταιρείας, που πάει να πει να ταξιδεύει κόντρα στον καιρό, που πάει να πει να τα δίνει όλα για να ζήσει το δικό του επαγγελματικό όνειρο. Και βρέθηκε σ’ ένα άγνωστο περιβάλλον από πλευράς συνεργατών, και δεν πτοήθηκε, του άρεσε να γινόταν αρεστός, του άρεσε να πιστεύει ότι δεν ήταν δειλός, ήταν αποφασισμένος να οικοδομήσει την προσωπική και επαγγελματική του επιτυχία. Όλα έγιναν στο τρίτο του ταξίδι. Ήταν ένα τυχαίο περιστατικό που επέφερε το θανατηφόρο εργατικό ατύχημα.
Προφανώς ένα παρόμοιο γεγονός όπως η απώλεια ενός φίλου συναδέλφου είναι ένα έντονα παράξενο θλιβερό συναίσθημα και ψυχική δοκιμασία.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι σ’ αυτή την ηλικία ποτέ δεν περιμένεις το θάνατο, σε στιγμές της πραγμάτωσης του επαγγελματικού καθήκοντος, έρχεται χωρίς προειδοποίηση.
Οι επισταμένες έρευνες που ακολούθησαν από εμπειρογνώμονες για την αιτία της πρόκλησης της έκρηξης κατέληξαν στο συμπέρασμα του ανθρώπινου λάθους, από τον αξιωματικό φυλακής μηχανοστασίου, μ’ αποτέλεσμα σε δεδομένη ανωμαλία να επέλθει ισχυρή έκρηξη που συμπαρέσυρε στο θάνατο τον ίδιο, τον βοηθό φυλακής, και τον συνάδελφο Πρώτο μηχανικό.
Για τον έλεγχο της λειτουργίας στους λέβητες των πλοίων έγιναν ουσιώδης θεωρητικές μελέτες, και επινοήθηκαν  όλο και πιο επιτυχημένα συστήματα έλεγχου με πολύπλοκες κατασκευές που να οδηγούν όλες τις απορρέουσες καταστάσεις λειτουργίας στη μηδαμινότητα ανεπιθύμητων συμβάντων.
 Τι συνέβη λοιπόν και στο μηχανοστάσιο έγινε έκρηξη και πήρε φωτιά;
Στην πράξη αποδείχνεται τ’ αναπτυσσόμενα επιτυχημένα συστήματα έλεγχου ποτέ δεν είναι απόλυτα επιτυχημένα. Δεν μπορούν να είναι. Όσο τελειοποιημένο και πολύπλοκο κι αν είναι ένα σύστημα, πάντα θα υπάρχει τρόπος να προκαλέσει μια ανωμαλία. Αυτή είναι μια θεμελιώδης αλήθεια των μαθηματικών. Όσο σ’ όλο αυτό το σύστημα υπεισέρχεται και ο ανθρώπινος παράγοντας είναι αδύνατο να φτιάξεις ένα σύστημα τέλειο και πολύπλοκο όσο να μειώσεις την πιθανότητα της ανώμαλης λειτουργίας του στο μηδέν.
 Με τον ασφυκτικό δε και χωρίς περιορισμούς στα μέσα, ανταγωνισμό των επιχειρήσεων, και την εντατικοποίηση της εργασίας σε ρυθμό και χρόνο, καταρρίπτεται με τον πλέον απόλυτο τρόπο η πάγια αντίληψη ότι η τεχνολογία από μόνη της θα μπορέσει μέσα από την εξέλιξή της να προστατεύσει τον εργαζόμενο, να εγγυηθεί συνθήκες ασφάλειας.

Το φεγγαρόφωτο, γλιστρώντας ανάμεσα από την τσιμινιέρα και τα ξάρτια του πλοίου, ζωγράφιζε φωτεινές χρυσόπλεκες λουρίδες στο γαλήνιο πρόσωπο του συνάδελφου.
Το ταξίδι  γι’ αυτόν τέλειωσε. Το πλοίο πέρασε ήδη την άκρη της Χερσονήσου. Την ρωγμή που διαχωρίζει τη ζωή απ’ το θάνατο. Κανείς δεν είναι πάνω απ΄ το χρόνο, μπρος στην παντοδυναμία του θανάτου . Και μετά το θάνατο στο σώμα, θα επακολουθήσει ο θάνατος της μνήμης. Ο ανελέητος νόμος της ζωής.  Κανείς δεν θα σε ξέρει σαν να μην είχες ποτέ υπάρξει. Ο Ήλιος αδιάφορος θα ρίχνει τη ματιά του κάθε πρωί στα λιόδεντρα της γενέτειρας του Αρκαδικής γης και ο πρόωρα αδικοχαμένος συνάδελφος του, είναι σαν την σκόνη στην άκρη του δρόμου.
......................................................
Μια θλίψη σεργιανά μέσα του....σκοτεινιάζει .... κι ούτε μια ακτίδα δε στολίζει τις σκέψεις του που γίνονται λέξεις κι ύστερα χάνονται σαν ήχοι μακρινοί και απροσπέλαστοι. Γίνονται θάλασσα και απλώνονται να μην τελειώνουν πουθενά.
Του φαινόταν σα να ‘ταν χθες.
Που πήγε ο χρόνος; Τώρα βρίσκεται στην άκρη της μέρας.
Ο ήλιος φωτεινή σφαίρα χάνεται στο βάθος του ορίζοντα.
Ήρθε το σούρουπο. Το σούρουπο....... η χαραμάδα, η πόρτα για το άγνωστο. Πέρα από την πόρτα η άβυσσος, και πέρα από την άβυσσο το άγνωστο της υπέρτατης ερημιάς, όταν ο άνθρωπος αντικρίζει τη μοναξιά και το θάνατο του.
Τίποτα και κανένας δεν µπορεί τελικά να µας σώσει: το «κακό» εισβάλλει παντού. Ο θάνατος χωράει από τις χαραµάδες.
Όταν η μοίρα σε βάλει στο μάτι δε γλιτώνεις ακόμη κι αν κρυφτείς κάτω απ’ τις πέτρες.


Συνάδελφε
***Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια
για να του γίνει θάνατος πικρός σταυραδερφός του.
Πήγαινε, Ιγνάτιο. Μην  ακούς την πυρωμένη ανάσα.
Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει…

 Την αρχοντιά σου τραγουδώ με λόγια που στενάζουν
κι  εν’ αεράκι όπου ‘κλαιγε στα λιόδεντρα θυμάμαι.
 Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω.
Γι’ αυτούς που θ’ έρθουν τραγουδώ …….***


*** Λόρκα

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Εκεί που σκάει το κύμα


Όταν αρχίζει να σουρουπώνει, παίρνει το μονοπάτι και πηγαίνει στην ακτή, όπου κάθεται ώρες ολόκληρες εκεί που σκάει το κύμα, στην άμμο την ποτισμένη από την αλμύρα, και αγναντεύει το πέλαγος. Τα κύματα εσκάγανε στα πόδια του αμίλητα. Αυτός δεν άκουγε παρά τον παφλασμό και την αντάρα της ψυχής του, που βούβαινε τα πάντα γύρω του.
Το μυαλό του ανασύρει από τα ξεχασμένα υπόγειά του αναμνήσεις, είναι οι στιγμές που εύχεται να μπορούσε να γκρεμίσει τα σύνορα του Χώρου και του Χρόνου. Αισθάνεται τη μαγεία να αναβλύζει από κάθε κόκκο άμμου στην ακρογιαλιά, να εξαπλώνεται γύρω του με τα κύματα του νερού και του αέρα. Ξαναγυρίζει στα χρόνια της ξέγνοιαστης παιδικότητας, που τα κορμιά τους ήτανε στητά σαν λαμπάδες, τα πρόσωπα αρυτίδωτα σαν χυμώδη φρέσκα ροδάκινα, τα μάτια λαμπερά, γεμάτα φλόγα και το κεφάλι σκεπασμένο από πλούσια ατίθασα μαλλιά.Τα κύματα του σιγοτραγουδούσαν τραγούδια δίχως μουσική, σφύριζαν σκοπούς δίχως λόγια, με μόνο στόμα, με μόνη γλώσσα κι έκφραση, τη γλώσσα των κυμάτων.
               «Αγαπώ τη θάλασσα… είναι ο χώρος που αναπνέω καλύτερα… γεμίζω τα πνευμόνια μου με αρμύρα και χάνεται το βλέμμα μου στο μπλε… Αρχίζω να τρέχω στην αμμουδιά και χάνομαι στα κύματα… η απόλυτη αίσθηση της ελευθερίας… κι εκεί που χάνεται το βλέμμα μου και ζαλίζομαι απ’ την τόση ομορφιά, εκεί στο τέλος της αμμουδιάς, εκεί που η εικόνα είχε γίνει όσο μαγική νόμιζα ότι μπορούσε, ξεπροβάλλει η μορφή ενός μοναδικού αλόγου…
με μαγνήτισε και απορώ με το πόσο πολύ ταίριαζε στη μαγεία της στιγμής… ελευθερία, πάθος, δύναμη, μαγεία… άλογα… Αγνάντευα τη χαίτη του έτσι όπως ξεκίναγε από την αμμουδιά και χτένιζε τα κύματα… έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να ξεχωρίσω τον παφλασμό από τον καλπασμό του και η ηχώ της στιγμής γέμισε την ανάσα μου… αν έπρεπε να φυλακίσω μια στιγμή μέσα μου και να την κάνω ολόδικιά μου για πάντα θα ‘ταν αυτή… Μα δε φυλακίζεται η ελευθερία, ούτε το περήφανο αυτό ζώο που χάθηκε από μπροστά μου όπως εμφανίστηκε… κι ήταν η σπίθα στα μάτια του πιο λαμπερή κι απ’ το ηλιοβασίλεμα»
HorseRiders
Τα γεγονότα έλαβαν χώρα ένα χειμωνιάτικο βράδυ μεταξύ μιας Τρίτης και ξημερώματα Τετάρτης του Φλεβάρη του 1954
Τα φυλλοβόλα δένδρα στις χωμάτινες γυρτές πλαγιές απογυμνώθηκαν, νεκρά σάπια τα φύλλα κάτω απ’ τα δέντρα, βυθίζονταν στρώνοντας φαιό χαλί στο βρεγμένο και μαλακό χώμα.
Το μικρό αγροτικό σπιτάκι στου οικισμού την άκρη, πηχτό σκοτάδι το έχει κυκλώσει.
Λένε ότι το σκοτάδι της νύχτας δημιουργεί ένα ιδιαίτερο, ιδιότυπο τοπίο, στο οποίο όλα μπορούν να συμβούν ξαφνικά και απροειδοποίητα. Ένα περιβάλλον μεταφυσικό, μαγικό και αυτόνομο. Μέσα στο σκοτάδι, στην ερημία, την απομόνωση και την ησυχία των μεταμεσονύκτιων ωρών, τα πρόσωπα, οι χώροι, τα πράγματα, αλλάζουν όψη, μεταμορφώνονται. Είναι ένα κενό, μια ανάπαυλα, μια τομή στις καθημερινές ασχολίες, στις υποχρεώσεις, στις συμβάσεις. Προσφέρεται για σκέψη και περίσκεψη, για αποδράσεις στο χτες, περιπλανήσεις στο παρελθόν, νοσταλγικές αναδρομές, κουβέντες χωρίς αρχή και τέλος. Είναι το εφαλτήριο για νέες εκκινήσεις και ανασυντάξεις. Μια μικρή εκεχειρία, μια ανάσα πριν το αύριο που έρχεται αμείλικτο απαιτώντας δράση.
Κρατώντας ένα ξύλο στο χέρι ο πατέρας του, με περισυλλογή σκάλιζε τη φωτιά στο τζάκι σπρώχνοντας τα αποκαΐδια που είχαν απομείνει γύρω της, και μέσα στη σκοτεινιά της νύχτας γυρνούσε σιγανά το πρόσωπό του προς τα εκεί στην ορθάνοικτη ξύλινη εξώπορτα που φυσούσε ο αγέρας, προσπαθώντας να αφουγκραστεί τον καιρο, περιμένοντας τους επισκέπτες. Άκουγε το βοριά που χτυπούσε πάνω στη στέγη, βγάζοντας τους σφυριχτούς ήχους. Ήξερε και διέκρινε καλά τα σημάδια των καιρών, από το χρώμα του ουρανού, τις κινήσεις και τα σχέδια και τα τερτίπια που έκαναν τα σύννεφα, τις αστραπές και τις βροντές, στις ρεματιές και στις βουνοκορφές. Οι χωρικοί σ’ εκείνα τα μέρη, χιονιά λέγανε τον καιρό που το χειμώνα φύσαγε αγέρας από τα βόρεια και έκανε παγωνιά, κρύο πολύ, επειδή αλλού χιόνιζε, αλλά στο μικρό χωριό τους χιόνιζε πολύ σπάνια και συνήθως έριχνε χιονόνερο. Οι χωρικοί πάντα ξέρανε από τα σημάδια που βλέπανε, ότι άμα τον χειμώνα αστράφτει από τον Βοριά, θα φυσούσε από εκεί πολύ δυνατός αγέρας, που σήμαινε ότι για όσες μέρες θα διαρκούσε ο καιρός αυτός και πάντα όταν φυσούσαν βοριάδες, οι εργασίες στα περιβόλια παρέμεναν ανενεργές.
Ο πατέρας του το βράδυ αυτό φαινόταν υπερβολικά ανήσυχος κάτι που γι’ αυτόν ήταν εντελώς ασυνήθιστο, βρισκόταν σε μια κατάσταση βαθιάς και έντονης αγωνίας.
Δύο σκιές φάνηκαν έξω στο σκοτάδι της νύχτας από την ανοιχτή πόρτα, ο πατέρας του έριξε μερικά ξύλα στη φωτιά και σε λίγο η φωτιά στο τζάκι δυνάμωσε, κι η φωτιά έκαιγε λαμπερή, έλαμψε η κάμαρα. Οι δύο σκιές, φουσκωμένες από το δρόμο δεν μπορούσαν να βγάλουν λέξη, ήταν η μαμή του χωριού συνοδευόμενη από μεσόκοπη γειτόνισσα τους. Τις υποδέχτηκε σιωπηλός. Οι δυο γυναίκες προχώρησαν, μπήκαν στην κάμαρα κλίνοντας την πόρτα, -ήταν ολάνοιχτη- ερμητικά πίσω τους. Το σκηνικό της άφιξης των δυο γυναικών τον πατέρα του τον γέμισε σαν πυκνή ομίχλη ένα αίσθημα ασφάλειας, του πήρε την ανησυχία που είχε μέσα του, ησύχασε.
Η παγωνιά της νύχτας έφερνε ρίγος στο δέρμα τους. Κλείνοντας την ξύλινη πόρτα η κρύα αναπνοή του βοριά έγινε απρόσιτη, κλείστηκε έξω τη νύχτα αυτή, ανεπιθύμητος επισκέπτης στις κάμαρες του σπιτιού. Δυο κάμαρες μικρές είναι το σπίτι τους όλο. Κοντοστάθηκαν στο τζάκι για να συνέλθουν από το νυχτερινό κρύο και να χαρούν την λάμψη της φωτιάς, που σε λίγο θα τους ζεστάνει και θα τους στεγνώσει από τη νυχτερινή υγρασία.Ύστερα άφησαν το τζάκι και πλησίασαν στην απέναντι γωνιά της κάμαρας σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι καλυμμένο με μια λευκή φλοκάτη είχε κουρνιάσει η λεχώνα μητέρα του. Μια μάλλινη κουβέρτα κάλυπτε τους ώμους της. Βρισκόταν στο μεταίχμιο μιας διαδικασίας μεταξύ ύπνου και ξύπνου. Σχεδόν αλαφιασμένη παίρνοντας είδηση τους επισκέπτες αφυπνίστηκε.
Λιγνά κύματα σαν εκλάμψεις που διασταυρώνονταν ηλεκτρισμένα προσπαθούσαν να κινηθούν, από την ζωή που κυοφορούσε εντός της, και αναδύονταν στους τοίχους του κορμιού της. Μια αίσθηση αρχέτυπα οδυνηρή και συνάμα δροσερή την παράσερναν βίαια σε έναν γλυκό ίλιγγο. Η διαίσθηση ότι κείνες οι στιγμές ήσαν εύθραυστες την έκαναν να κινείται ανάλαφρα, από φόβο μήπως κουνήσει βίαια και διαλύσει κείνο το θαύμα, την τρυφερή ύπαρξη από φως κι αέρα που προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα της. Τα κύματα άλλαζαν αργόσυρτα ολοένα και με ψηλότερους, ξάστερους και έντονους ρυθμούς και βυθιζόταν ολοένα και βαθύτερα εντός της.
Και από στιγμή σε στιγμή, με ανάσα πάλλουσα, σκέψεις λαμπερές, σαν εκλάμψεις, τη βυθίζουν ολοένα και περισσότερο μέσα στη ρευστή περιοχή, και τη γεμίζουν φόβο κι ευτυχία.
Η μαμή με γοργές κινήσεις, μ’ ατελείωτη διαύγεια, ενδελεχώς και εξαιρετικά εξέτασε προσεκτικά και παστρικά όλα τα χρειαζούμενα για την γέννα. Το σπίτι το είχαν καθαρίσει από νωρίς, τα πάντα γύρω τους μύριζαν ροδόνερο και πράσινο σαπούνι. Από το εικονοστάσι ευλαβικά κατέβασαν της παναγιάς εικόνα, φιλώντας τη και παρακαλώντας να πάνε όλα καλά, άναψαν το καντήλι που κρεμόταν από την αλυσίδα, ρίξανε λιβάνι στο τζάκι. Η προσμονή της συνέχειας, ανυπόμονη και καρτερική, κυριαρχούσε τις ώρες εκείνες, και ο μόνος τρόπος να συγκρατήσει κανείς αυτόν τον φυσιολογικό φόβο και τη βιασύνη, ήταν πολύ σημαντικό να γίνουν ολ’ αυτά με το σωστό τρόπο.
Για τη μητέρα του ο χρόνος τριγύρω της έχει μουδιάσει. Αλλά μονάχα τριγύρω της. Μέσα της έχει στήσει τρελό πανηγύρι! Της θυμίζει με κάθε ευκαιρία ότι η μεγάλη στιγμή πλησίασε, είναι παρούσα. Κάνει κάθε της ανάσα πιο ηχηρή. Κάθε σφυγμό της δυνατότερο. Η στιγμή που η πλάση ολόκληρη θα της χαρίσει αυθόρμητα μια νέα ζωή. Η μεγάλη στιγμή της γέννησης του δεύτερου γιου της.
Την ώρα που η μαμή έκοβε τον ομφάλιο λώρο στο νεογέννητο αδελφό του, δίχως τυμπανοκρουσίες και φανφάρες, αξαφν' ακούστηκαν αλυχτήματα στην αυλή, ένα χλιμίντρισμα, σιγαλιάς φωνές έξω από το σπίτι, και την αμέσως επόμενη στιγμή βαριά πατήματα αντήχησαν στο πλατύσκαλο της πόρτας. Οι φανταστικές περιηγήσεις λένε ότι η σκοτεινότερη ώρα είναι πριν την αυγή, εκεί ανάμεσα έκανε την θορυβώδη εμφάνιση του ο νυχτερινός επισκέπτης. Τυλίγοντας το μουσκεμένο πανωφόρι γύρω από του ώμους του, διέσχισε του σπιτικού την πόρτα αφήνοντες πίσω του στο σκοτάδι τον αέρα να μουγκρίζει, τη βροχή να κοπάζει για λίγο. Είναι ο απρόβλεπτος, εκκεντρικός φίλος της οικογένειας, που έχοντας μονίμως τον σαρκασμό υπό μάλης εισέβαλε στην κάμαρα σαν χείμαρρος ορμητικός, φέρνοντας μαζί του το κλειδί της χαράς που πηγάζει απ' τα βάθη της καρδιάς του και σαρώνει τους ανέμους της αγωνίας και της προσμονής την κατασκότεινη νύχτα. Στάθηκε για λίγο σιωπηλός, τον επηρέασε η λάμψη της ζωντανής φλόγας που αντανακλούσε γύρω τους η ζωηρή φωτιά που καίει στο τζάκι, τα μάτια του έκλεισαν ξαφνικά μ’ ένα αίσθημα περιδίνησης.
Ο πατέρας του δεν έκανε καμία ερώτηση, -ήδη γνωρίζε την απάντηση- τον καλοδέχτηκε χαμογελαστός, χωρίς να σχολιάσει την ώρα της επίσκεψης, και ανάβοντας το φανάρι βγήκε έξω να ταχτοποιήσει το άλογο του επισκέπτη στον πλαϊνό αχυρώνα του σπιτιού. Ήταν περασμένα μεσάνυκτα.
Ο επισκέπτης ήταν ο δεύτερος ξάδελφος του πάτερα του, ο Κατσουλόγιαννος
Ο Κατσουλόγιαννος σε τραβούσε με την ανοιχτή του καρδιά και με τον εύθυμο χαραχτήρα του, γοήτευε και σκλάβωνε με τα φερσίματα του, με την καλοσύνη του, με το χιούμορ που στόλιζε και την πιο απλή κουβέντα του. Είχε κάτι ξεχωριστό αυτός ο άνθρωπος. Τον αγαπούσες, τόνε θαύμαζες, σε καταγοήτευε η συντροφιά του. Είχε έλθει μέσα στην νύκτα να συμμετάσχει στην χαρά –άλλωστε προοριζόταν για νονός- από τον οικισμό που απλώνεται στην πίσω πλευρά του λόφου την ανατολική.
Η μαμή με βαθειά συγκίνηση απόθεσε απαλά το νεογέννητο αγόρι στην αγκαλιά της μητέρας του χαϊδεύοντας στοργικά το κεφάλι του.  «Όλα γίνονται πάντα με βάση μια στρατηγική» είπε χαμογελώντας. Κύμα ενθουσιασμού πλημμύρισε την κάμαρα του σπιτιού, τα απειλητικά σύννεφα που είχαν τυλίξει τις σκέψεις του πάτερα του σκόρπισαν. Ένοιωσε το βάρος να φεύγει από επάνω του και η ζωτικότητα να τον ξαναπλημμυρίζει.
Στη κάμαρα έγινε για λίγο σιωπή, μόνο το κλάμα του νεογέννητου αδελφού του ηχούσε και κάλυπτε το θόρυβο της φωτιάς στο τζάκι.
 Όταν ο επισκέπτης συνήρθε από το αίσθημα της περιδίνησης,  μ’ ένταση αναφώνησε χαρούμενα. « Και η Άρτεμις απόψε γέννησε ένα πανέμορφο μαύρο πουλάρι».
Και απευθυνόμενος στην μαμή ρώτησε.
«Τι θα μπορούσα να κάνω για να σε βοηθήσω.»
«Είμαι ολόκληρος στη διάθεση σου». Συμπλήρωσε
«Τελείωσαν όλα ομαλά, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις». Είπε η μαμή.
Μάλλον η μαμή πρέπει να ένοιωσε άσχημα για την πρόσκαιρη απάντηση της και γρήγορα συμπλήρωσε με παιδιάστικο ύφος. «Θα’ θελες πραγματικά να βοηθήσεις;».
Της είπε για άλλη μια φορά ότι ήταν ολόκληρος στη διάθεση της.
Η μαμή χαμογέλασε πλατιά και του ζήτησε να τους διηγηθεί την ιστορία του αλόγου του της «Άρτεμις». Η αλλαγή της διάθεσης στην μικρή κάμαρα ήταν τόσο μεγάλη, η έκφραση της χαράς τους συνεπήρε όλους.
Το χωριό.
Το χωριό αγκαλιάζεται από θαμνώδη βλάστηση, κυρίως πουρνάρια κουμαριές σκίνα με πινελιές από πεδινά πεύκα, χαρουπιές και περιβόλια με καλλιεργήσιμα δέντρα.
Ανηφορίζοντας από την δυτική πλευρά του λόφου με τα πόδια προς την κορφή του χωριού. συναντάς την μικρή εκκλησία, λιτή και ολόασπρη ανάμεσα σε πεδινά πεύκα. Είναι ο Άγιος Παντελεήμονας. Κατηφορίζοντας ανατολικά φτάνεις σ’ ένα πλάτωμα εμπρός σου είναι το παλιό ελαιοτριβείο και σε μικρή απόσταση πέντε έξι σπίτια ομοιόμορφα κτισμένα το ένα διπλά στο άλλο, δίπατα, σκεπασμένα με στέγη από κατακόκκινα κεραμίδια. Η αυλές τους είναι τριγυρισμένες από πέτρινο μαντρότοιχο, βρίσκονται στην μπροστινή μεριά των σπιτιών και έχουν ξύλινες πόρτες με κεραμοσκεπή. Τα δάπεδα στις αυλές είναι πλακοστρωμένα, απευθείας πάνω στο χώμα, πράγμα που επιτρέπει να φυτρώνουν χόρτα στους αρμούς, δίνοντας έτσι μια εντελώς φυσική εικόνα. Ο φούρνος βρίσκεται έξω από το σπίτι, σε ιδιαίτερο κτίσμα και σε μια άκρη της αυλής, πίσω από το σπίτι είναι η χρεία, όπως το έλεγαν, το κοτέτσι, το χοιροστάσιο και άλλες βοηθητικές εγκαταστάσεις. Τα σπίτια αποτελούνται από ένα ενιαίο χώρο στο πάνω πάτωμα και το κατώι κάτω. Μια πέτρινη σκάλα οδηγεί στο χαγιάτι και στο πάνω σπίτι. Στο πάνω πάτωμα υπάρχουν τα δωμάτια και η σάλα υποδοχής. Tο κατώι είναι οι αποθήκες και ο αχυρώνας για τα ζώα. Στο τέλος του χωματόδρομου δεσπόζει οίκημα με νότιο προσανατολισμό, είναι η οικια του Κατσουλόγιαννου. Η διαφορά από τα υπόλοιπα σπίτια του μικρού οικισμού ήταν οι τεράστιοι από λιθοδομή ισόγειοι στάβλοι για τις αγελάδες, και τα αγαπημένα άλογα του. Η κατασκευή των στάβλων του στο ένα μέρος είναι διώροφος για να εξυπηρετηθεί η αποθήκευση των ζωοτροφών.
Το άλογο.
Για τον Κατσουλογιαννο η ενασχόληση με τα άλογα ήταν κάτι παραπάνω απ’ ένα απλό χόμπι. Με μια ματιά, μ’ ένα βλέμμα ήξερε πόσο χρονών είναι, τι χαρακτήρα έχει, και πολλά άλλα. Είχε πάθος, είχε έρωτα για τα άλογα δεν τα θεωρούσε βάρος και τα φρόντιζε μ’ αγάπη. Μιλάμε για εποχές που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στην περιοχή. Ότι γινόταν, γινόταν με τα μουλάρια και τα άλογα, τα κάρα και τις άμαξες. Είχε τρία άλογα. Δυο για τις αγροτικές του εργασίες, και την Άρτεμις η όποια ήταν η μεγάλη του αγάπη, η αδυναμία του από όσα άλογα είχε μέχρι σήμερα. Η Άρτεμις ήταν άλογο αγώνων. Δεν αγωνιζόταν πλέον. Ήταν ένα πολύ καλό αραβικό άλογο που σήμαινε πολλά για τον πρώην ιδιοκτήτη της, του είχε δώσει πολλές χαρές μέχρι να το αποσύρει, γιατί δυστυχώς τραυματίστηκε νωρίς. Η φοράδα η Άρτεμις τελευταία είχε ζευγαρώσει με αραβικό επιβήτορα και αυτή την κρύα νύκτα του χειμώνα γέννησε εύκολα, χωρίς επιπλοκές, χωρίς να χρειαστεί βοήθεια, μες 'του αχερώνα τη ζεστασιά, λίγες ώρες νωρίτερα από την γεννά της μητέρα του, ένα πανέμορφο αρσενικό πουλάρι.
Αυτό ο καλός φίλος της οικογένειας το θεώρησε καλόν οιωνό για το νεογέννητο αγόρι, θεωρούσε τα ωραία αρσενικά άλογα, σημάδι επιτυχίας της ζωής. Τα περισσότερα πουλάρια γεννιούνται συνήθως τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού όταν ο καιρός είναι ζεστός και η τροφή άφθονη. Αυτό το νεογέννητο πουλάρι γεννήθηκε μέσα στη βαρυχειμωνιά. Με τον απογαλακτισμό και την αποκοπή από την μάνα του, το  κραταιό κι ωραίο νιόβγαλτο πουλάρι ο Κατσουλόγιαννος ανακοίνωσε ότι  προσφέρει στην οικογένεια και δη στο μικρό του αδελφό. «Η θεά τύχη το έφερε να γεννηθούν ταυτόχρονα είπε στους γονείς του, ας μεγαλώσουν και παρέα. Και τους ευχήθηκε.» Το παρέλαβε η μητέρα του, το περιποιόταν με πολύ τρυφερότητα και περίσσια αγάπη, όπως και το μικρό το γιο της.
Μεγάλωσε γρήγορα και έγινε ένα δυνατό, πανέμορφο άλογο με κατάμαυρο τρίχωμα και ένα λευκό αστέρι στο μέτωπο του, μ’ εκπληκτική αντοχή και νοημοσύνη. Ο Κεραυνός – όπως τον ονόμασαν, και ήταν το πιο κατάλληλο όνομα για ένα τέτοιο περήφανο και ατίθασο άτι, όμοιο με τη νέα κυρά του- ήθελε δουλειά, γιατί έκανε του κεφαλιού του ήταν απείθαρχο. Η κυρά μητέρα του ήταν υπομονετική, αφοσιωμένη στον Κεραυνό, τον περιποιόταν με πολύ τρυφερότητα και αγάπη, όπως και το μικρό το γιο της. Καθώς ο χρόνος κυλούσε, σταδιακά το άλογο ανέπτυξε μεγάλη φιλία με την μητέρα τους και ήταν η μόνη που επέτρεπε να ανέβει στην πλάτη του.
Λένε πως το άλογο δεν ημερεύεται. Μέσα του καίει η φλόγα του αδάμαστου, του ελεύθερου. Διατηρεί την ασυμβίβαστη φύση του και παραχωρείται μόνο σε όσους επιλέγει. Δεν υποτάσσεται παρά υποχωρεί, μόνο γι' αυτούς που η ψυχή τους το κοιτά στα μάτια. Η κυρά Γιαννούλα από τα παιδικά της χρόνια αμαζόνα, ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να τιθασεύσει τον Κεραυνό στις απρόβλεπτες αντιδράσεις του. «Τα αρσενικά συνήθως παρουσιάζουν σημαντικά προβλήματα στο χειρισμό, επειδή σε ειδικές καταστάσεις, οι αντιδράσεις του αλόγου δεν είναι εύκολα ελεγχόμενες από τον αναβάτη του.»
Τα άλογα δεν αγαπάνε τα αφεντικά τους με τυφλή δουλοπρέπεια. Πρέπει να παλέψεις για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη αλλά και την εκτίμησή του, όσο παράδοξο και αν φαίνεται, και όταν το κάνεις θα έχεις όχι απλά έναν σύντροφο αλλά έναν φίλο. Αυτή ακριβώς είναι και η σχέση που μοιράζοταν η μητερα του και ο Κεραυνός, αγνή, ειλικρινής, γεμάτη αγάπη, και κατανόηση.
Το μαύρο άτι υπάκουε πειθήνια στις προσταγές της. Ανέβαινε στη ράχη του επάνω και το κατεύθυνε με το κορμί της. Δεν της χρειαζόταν ούτε χαλινάρια ,ούτε μαστίγιο. Οι δυο τους επικοινωνούσαν με τα νεύματα, τις κινήσεις, και την ψυχή τους.
Και κάλπαζαν σαν τον άνεμο.
Τον τελευταίο χρόνο πριν την αναχώρηση από το χωριό για το αστικό κέντρο είχε απόκτηση και ο ίδιος ιδιαίτερο δέσιμο με το άλογο τους. Φαντάζεστε την έκπληξη όλων όταν είδαν αυτό το απείθαρχο άλογο να ιππεύεται από ένα επτάχρονο μικρό αγόρι.
Μεταναστεύοντας η οικογένεια επέστρεψε το άλογο στον Κατσουλόγιαννο.
Στα χρόνια που πέρασαν η μητέρα του αραιά και που κατέβαινε στα πάτρια εδάφη.
Η επαφή της με τον Κεραυνό ήταν ημέρα χαράς και για τους δυο.
Όσο γερνούσε το άλογο η μητέρα του απόφευγε αυτές τις συναντήσεις, την πλήγωναν.
Μαθαίνοντας ότι έχει προβλήματα υγείας, αποφάσισε να το ξαναδεί .
Σταβλίζονταν στην παλιά αχερώνα.
Η ζωντανή όμως εικόνα του γερασμένου αλόγου, σε τίποτα δεν θύμιζε τις δοξασμένες στιγμές του παρελθόντος, είχε  χάσει την εκπληκτική αντοχή του, είχε χάσει την όραση του.
Την οσμίστηκε, χαρούμενα χωρίς δύναμη ψυχής χλιμίντρησε ευτυχισμένο.
Τα σκούρα συννεφιασμένα ματιά του ποταμιά δάκρυα έχυσαν, όταν η μητέρα του απαλά και τρυφερά το χάιδεψε φέρνοντας τα μαγούλα της στο λιπόσαρκο μέτωπο του.
Δάκρυσε από τη θλίψη της και η μεσόκοπη πλέον αμαζόνα.
.…………………………
Ο Καβάφης, αντλώντας από την ομηρική πηγή, στο ποίημά του «Τα άλογα του Αχιλλέως» βάζει τους δύο ίππους του Αχιλλέα να θρηνούν με ανθρώπινη λαλιά για τον χαμό του Πατρόκλου. Ο θρήνος τους είναι τόσο γνήσιος, τόσο αυθεντικά ανθρώπινος που ακόμα κι ο Δίας, θαυμάζοντας το μεγαλείο της ψυχής τους, λυπάται για τη θλιβερή μοίρα της ανθρωπότητας, στην οποία τα άλογα, άθελά τους, βρέθηκαν να διαδραματίζουν μοιραίο ρόλο.

«Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως».

Η ευγένεια και η αγνότητα των συναισθημάτων των αλόγων δεν εντυπωσιάζει μόνο τον αρχηγό των θεών και τον ποιητή αλλά και τον αναγνώστη, καθώς ο θρήνος τους προϋποθέτει όχι μόνον νου για τη συνειδητοποίηση της ματαιότητας της ανθρώπινων πραγμάτων αλλά και αγάπη είτε με τη στενή έννοια της φιλικής αγάπης μεταξύ ανθρώπων είτε με την ευρύτερη έννοια της αγάπης προς τον πλησίον.

«…Όμως τα δάκρυα των
για του θανάτου την παντοτινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή».

Το άλογο προσφέρει απλόχερα στον άνθρωπο την αίσθηση ελευθερίας με την κίνησή του, την αίσθηση της αιωνιότητας με την αρχοντιά και την περηφάνια του, την αίσθηση της ασφάλειας με την ταχύτητα και τη δύναμή του, την αίσθηση της συντροφικότητας με την ζεστασιά και την προσφορά των χαρισμάτων του και το έντονο αίσθημα της τρυφερότητας και της αγάπης με το κοίταγμά του. Και γίνεται φίλος αχώριστος του ανθρώπου, παρασύροντάς τον σε διαδρομές απέραντης ομορφιάς, οδηγώντας τον μέσα από δύσβατα και σκοτεινά μονοπάτια, ίσως ακόμα και συνοδεύοντας ή θρηνώντας τον στο τελευταίο του ταξίδι…
……………………………………
Εκεί που σκάει το κύμα, στην άμμο την ποτισμένη από την αλμύρα.
Ονειρεύεται και αυτός ένα οικείο παρελθόν. Νιώθει την ομίχλη να τρυπά το κορμί του σε κάθε δρασκελιά. Επισκέπτεται τα μονοπάτια στους μικρούς λόφους και στέκεται σιωπηλός κάτω από τις χαρουπιές ανακαλώντας το λησμονημένο παρελθόν με την τρέλα της ξέγνοιαστης παιδικότητας, που τα κορμιά τους ήτανε στητά σαν λαμπάδες, τα πρόσωπα αρυτίδωτα σαν χυμώδη φρέσκα ροδάκινα, τα μάτια λαμπερά, γεμάτα φλόγα και το κεφάλι σκεπασμένο από πλούσια ατίθασα μαλλιά. Τα κύματα του σιγοτραγουδούσαν τραγούδια δίχως μουσική, σφύριζαν σκοπούς δίχως λόγια, με μόνο στόμα, με μόνη γλώσσα κι έκφραση, τη γλώσσα των κυμάτων.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

μακρινό ταξίδι Ι

Ακόμη και το πιο μακρινό ταξίδι αναγκαστικά αρχίζει με ένα απλό πρώτο βήμα.
Βλέποντας αναδρομικά ήταν φανερό ότι όλα τα σκέπαζε μια χρυσή βροχή από αναμνήσεις που έρχονται να ταράξουν τα στάσιμα νερά της λήθης.
Λες και ήταν χθες.
Δεν ήταν βέβαια.
Θυμήθηκε μια ιστορία που του ‘χε πει κάποτε ο γέρος πάππους του, που παραπονιόταν πως η ζωή του ήταν τόσο σύντομη που του φαινόταν ότι μόλις μια μέρα πριν ήταν παιδί. Ο γέρος του είχε πει. «Θυμάμαι τα καινούργια παπούτσια που φόρεσα όταν ήμουν δέκα χρονών. Μου φαίνεται σα να ‘ταν χθες. Που πήγε ο χρόνος;»
Ο χρόνος συνεχίζοντας το αιώνιο και ακούραστο ταξίδι του μας αφήνει πίσω του να ζούμε με τις νοσταλγικές αναμνήσεις μας.
Η κάθε αναδρομή σε ότι βρίσκεται θαμμένο στους απέραντους κάμπους του χρόνου, είναι συγκινητική και οι μνήμες αυτές δεν πρέπει να φθείρονται, αλλά να διατηρούν την ομορφιά και την αξία των χρόνων εκείνων. Τότε που παιδιά αμέριμνα και ξυπόλητα, ξέγνοιαστα και πεινασμένα γυρνούσαν στις γειτονιές, στους δρόμους και στα χωράφια, χωρίς τους φόβους και του κινδύνους. Τότε, που τα χρόνια ήταν τόσο πλούσια σε... φτώχεια.
Έχει περάσει καιρός από τότε. Πολύς καιρός, από τα δύσκολα χρόνια, τα χρόνια της μετανάστευσης που οι κάτοικοι της ελληνικής υπαίθρου, σαν τα πουλιά σκορπίσανε και χαθήκαν στους ορίζοντες των μεγάλων αστικών κέντρων της χώρας.
Τι τους έβγαζε από τον τόπο τους, δεν ήταν και δύσκολο να το μαντέψεις.

Ελληνικό Επιδαύρου Λιμηράς Λακωνίας. (Οικισμός Παναγίτσα)**

Χίλια εννιακόσια πενήντα οκτώ.
Ήταν οκτώ χρονών, ο μεγαλύτερος (από τ' άλλα δυο αγόρια), γιος της οικογένειας.
Ένα μικρό αγόρι, ψηλό, λιπόσαρκο, σα λιγνό κυπαρισσάκι 'ταν το μπόι του, με θεληματικό πιγούνι, καστανά μαλλιά και έξυπνα ερευνητικά σκούρα μάτια. Είχε γεννηθεί στην ενδοχώρα σ’ ένα μικρό χωριό μιας πάμπτωχης περιοχής του ελληνικού Νότου στις ανατολικές άγονες πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα.
Μία δυσπρόσιτη περιοχή που είχε παραμείνει ανόθευτη και αληθινή.
Χωριά φωλιασμένα στα βουνά. Δεν υπήρχε εύκολος δρόμος να διαβείς, υπήρχαν όμως εκατοντάδες μονοπάτια. Δεν υπήρχαν αριστουργηματικά χωριά, υπήρχαν όμως μια χούφτα ξωμάχοι που αντιστέκονταν στον χρόνο, άνθρωποι φιλόξενοι, ταπεινοί, καταπονημένοι, αλλά περήφανοι για την καταγωγή τους.
Μιλάμε για εν’ από κείνα τα βουνίσια χωριά, που σκαρφαλώνουνε στην πλαγιά του βουνού κι είναι όλα τα ίδια. Όμορφα, μα φτωχά και μίζερα κι αφημένα στην τύχη τους κι από θεούς κι ανθρώπους. Απόμερο, ξεχασμένο χωριό, που σχεδόν είχε κι αυτό ξεχάσει τ’ όνομά του.
Δεν του χρειαζότανε, λες και του ’πεφτε βάρος.
Η ορεινή ύπαιθρος ήταν εγκαταλειμμένη, μια άγονη γη θανάτου, γεμάτη με πέτρα που λουζόταν από το ανελέητο εκτυφλωτικό φως του Ήλιου. Οι λιγοστοί κάτοικοι πάλευαν με κόπο και ιδρώτα να κερδίσουν την ζωή τους στη χέρσα γη από τα χαράματα μέχρι το βράδυ, καλλιεργώντας λίγες ελιές, λίγες συκιές, μερικά αμπέλια και ελάχιστα περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα και λαχανόκηπους.
Παιδεύονταν για το ψωμί, για το καρβέλι. Δύσκολο πράμα όμως.
Υπήρχαν ακόμη κάμποσες ιδιοκτησίες στις μικρές κοιλάδες με μεγαλύτερα λιβάδια που καλλιεργούσαν όσπρια και σιτηρά, αυτά άνηκαν σε πολύ λίγους προνομιούχους νοικοκυραίους του χωριού.
Στενοί χωματόδρομοι και φιδογυριστά μονοπάτια που θύμιζαν λαβύρινθο από μυρμηγκοφωλιές συνέδεαν τους μικρούς οικισμούς με την καλλιεργήσιμη γη. Οι απαιτούμενες μεταφορές προσώπων και αγαθών γίνονταν με μουλάρια άλογα και γαϊδουριά. Η σταδιακή ανάπτυξη που σημειωνόταν με το πέρασμα των χρονών στα βορειότερα της Λακωνικής πεδιάδας του Ευρώτα δεν είχε ακόμη κάνει το άλμα της στις τοπικές κοινωνίες του Νότου. Στους μικρούς και απομονωμένους οικισμούς οι κάτοικοι συνήθιζαν να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους με τη μέθοδο της αγροτικής οικονομίας και, όσο να το κάνεις, βολευόταν κάπως η κατάσταση.
Φτωχοί άνθρωποι οι περισσότεροι, είχαν την  ανάγκη ο ένας του άλλου.
Έτσι όταν ήθελαν  να καλλιεργήσουν τη γη, συνήθως συνεταιριζόταν .
Όταν είχε κάποιος ένα ζώο «καματερό» βόδι ή μουλάρι, το  έκανε ζευγάρι μ’ άλλον και με αυτό όργωναν και έσπερναν τα χωράφια και των δύο.
Στο θέρισμα που χρειαζόταν πολλά χέρια, βοηθούσαν όλοι.  Το ίδιο γινόταν και στο αλώνισμα.
Δύσκολα χρόνια, και η γη λίγη στο μερτικό τους και φτωχή, αδυνατούσε να τους θρέψει και να τους χαρίσει μια ζωή σύμφωνη μ' εκείνη που ο καθείς φτιάχνει στα όνειρα του. Τότε ο κόσμος έφευγε και πήγαινε μακριά, στην ξενιτιά, να βρει την τύχη του. Είδε κι απόειδε ο φουκαράς ο πατέρας του και πήρε τη μεγάλη απόφαση. Το απεφάσισε λοιπόν, σαν αστραπή έγιναν όλα, και σαν σε όνειρο.
Πούλησε και την μικρή οικία τους με τον όμορφο φούρνο, κι από κοντά και το κτηματάκι δίπλα στο φούρνο με τις αγκινάρες πούλησε και το μικρό περιβολάκι πίσω από την μικρή λιμνούλα. Μιαν αγάπη βαθιά, πλατιά, απέραντη ήταν κείνη που ένιωθε στα στήθια του γι’ αυτό το μικρό περιβόλι, με τα λίγα δέντρα στα σύνορα του.
Όλα για ένα κομμάτι ψωμί, για τα ναύλα της φαμίλιας με προορισμό τη Λαμία.
Χαλάλι ας του γίνονταν του φίλου του, τ' αδερφικού, που τα παρέλαβε.

Το ηλιοβασίλεμα έκανε διαβολεμένη ζέστη, αλλά εκεί στο ακρογιάλι της τσιμεντένιας προβλήτας το θαλασσινό αεράκι κρατούσε την θερμοκρασία σε ανεκτά επίπεδα.
Παρ’ όλα αυτά είχαν λουστεί στον ιδρώτα καθώς επιβιβάζονταν στη λέμβο που θα τους μετέφερε στο μεγάλο καράβι, που σαν κάτασπρο κάστρο, πάμφωτο, επιβλητικό και περήφανο, είχε φουντάρει άροδο στο αγκυροβόλιο στον ανοικτό κόρφο. Όταν η λέμβος ξερεμεντζάρησε κ' έβαλε πλώρη το ανοικτό πέλαγος και απομακρυνόταν από την ακτή μαζί της απομακρυνόταν και ίσως έφευγε για πάντα, το μικρό φτωχό χωριό, το πρώτο του σχολείο, η μικρούλα λίμνη με το λιγοστό τρεχούμενο νερό που άρδευε τα περιβόλια του οικισμού..
Πριν γνωρίσει τη θάλασσα γνώρισε τη μικρή τεχνητή λίμνη στα δυτικά όρια του οικισμού τους, κάτω από τη σκιά ενός γιγάντιου αιωνόβιου πλατάνου.
Πυκνοί θάμνοι από βάτα, σφεντάμια, φτέρες και ένα πλήθος από ανθοφόρα φυτά πλαισίωναν τριγύρω την όμορφη, ήρεμη, ασημένια μικρή λιμνούλα με καθάρια νερά, που ξεπρόβαλλε πίσω από τον αιωνόβιο πλάτανο στο τέλος μιας διχάλας από το στρατί που φιδοσερνόταν εμπρός του. Τα πανέμορφα και πολύχρωμα λουλούδια, τα υδρόβια φυτά που επέπλεαν, δημιουργούσαν μια πανδαισία χρωμάτων, και ο συνδυασμός των αρωμάτων με τις χιλιάδες ευωδιές να κατακλύζουν τα πνευμόνια σου.

"Τα σφεντάμια και οι φτέρες είναι ακόμα αδιάφθορα,
Αλλά χωρίς αμφιβολία, όταν αποκτήσουν συνείδηση
Θ’ αρχίσουν κι αυτά να καταριούνται και να βρίζουν."

Στοιβαγμένες εικόνες στα θολά διαμερίσματα της μνήμης, αβίαστα προβάλλουν εμπρος του.
Εικόνες της εποχής  μόλις που περπάτησε καλά, και στιγμή δεν εκαθότανε. Έτρεχε μες στα πεζούλια στις πλαγιές και ήταν ελεύθερος σαν τον άνεμο, χαρούμενος σαν την Άνοιξη και ανέμελος σαν το Καλοκαίρι.
Της  εποχής που πότιζε το μικρό μποστάνι τους και έτρεχε ξέγνοιαστος, τσαλαβουτώντας μέσα στα νερά  με το κοντοβράκι του και με το μακρύ το φτυάρι στα αδύνατα χέρια του, να αλλάζει τα κανάλια του ποτιστικού νερού ανάμεσα στα παρτέρια με τα λαχανικά και τις κολοκυθιές τις φορτωμένες πορτοκαλιά λουλούδια, μεγάλα σαν χάλκινες τρουμπέτες, ευτυχισμένος όπως το πουλί απάνω στο κλαδί του. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού, κάθονταν  στον ίσκιο κάτω από το μεγάλο πλάτανο, που πάνω στα κλαδιά του πετούσαν και κελαηδούσαν πουλιά, και τα χελιδόνια βουτούσαν χαριτωμένα πίνοντας το δροσερό νερό της λιμνούλας.
Τ' ήταν ο κόσμος τότε γι' αυτόν παρά ένα περιβόλι απέραντο, καταπράσινο και μοσχοβολημένο περιβόλι, με τη φύση να βρίσκεται στ’ αποκορύφωμα της λάμψης της, απ’ του ήλιου τις χρυσές ακτίνες.
Είναι μια ηδονή που δεν ξεχνιέται εύκολα απ' όσους την ένιωσαν. Όλα αυτά μνήμες και γεύσεις, μυρωδιές, ακοές, οράματα και αφές των παιδικών μας χρόνων που μας δυναστεύουν μιαν ολάκαιρη ζωή.

"Με της σκέψης τα πλάνα φτερά
στο χωριό μου τρέχω να φτάσω.
Στης λιμνούλας τ’ ασημένια νερά
τ’ όνειρό μου σφιχτά ν’ αγκαλιάσω"


Σήμερα μια ζωγραφιά, ένα κάδρο, η γαλήνια ομορφιά του τοπίου είναι πάντα στο νου του, με τη σιλουέτα του μικρού σπιτιού τους, και τον λιθοχτισμένο φούρνο δίπλα στη γέρικη αμυγδαλιά. Βρισκόταν στην νοτιοανατολική πλευρά του οικισμού κι είχε μπρος του χαντάκι. Ανάβαθο. Το χαντάκι γκρίζες πέτρες και βράχοι. Μερικές γκορτσιές εδώ και εκεί, φραγκοσυκιές και λίγα σκοίνα. Το ένα σε απόσταση από το άλλο. Με τον ερχομό της άνοιξης θρασομανούν τ’ αγριάγκαθα και το χαντάκι γεμίζει γαλάζιους ίσκιους. Θάμνοι γυμνοί, αγκαθωτοί και ξερά χόρτα που δυναστεύουν το τοπίο. Και για την ανάγκη τους χρησίμευε και για το σκουπίδι.  Ένα ταπεινό χαμόσπιτο, φτωχικό, πέτρινο σπιτάκι με κεραμίδια, με την αυλή στο νοτιά χωρίς μαντρότοιχο. Δίπλα στο σπίτι ήταν ένα καλύβι χτισμένο με ξερολιθιά, για αποθήκη που έβαζε η φαμίλια τα φτωχικά εισοδήματα τους, καρπούς, σιτάρι, το λάδι και το κρασί που έβγαζε η γη τους, «τα λιγοστά χτήματα τους», οι κόποι κι ο ιδρώτας τους. Πίσω από την αποθήκη, ήταν κι ένα άλλο καλύβι που έβαζαν τα ζωντανά μερικές κότες και γαλοπούλες, δυο κατσίκες, μια γαϊδουρίτσα και ένα εξαίσια όμορφο κατάμαυρο άτι μ’ ένα λευκό αστέρι κόσμημα στο μέτωπο του.
Οι νοσταλγικές αναδρομές έρχονται σα μυροβόλο αεράκι να τον δροσίζουν με τις αναμνήσεις του, η σκέψη του ατενίζει το με ιδιαίτερη χάρη το παραδοσιακό πανηγύρι του Άγιου Παντελεήμονα στην μικρή πλατεία του οικισμού.
Ο Άγιος Παντελεήμονας ακόμη και σήμερα είναι ένα μικρό εκκλησάκι χτισμένο στο ψηλότερο σημείο ενός υψώματος προστάτης φύλακας του οικισμού, με απόλυτη θέα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, για ν’ αγναντεύει τα βουνά του τόπου, περιτριγυρισμένο απ’ τη μοναδική πλατεία του οικισμού πάνω στο λόφο. Τέτοιες μέρες ολάκερο το χωριό σηκώνεται στο ποδάρι, και βουίζει από κίνηση και ζωή.
Οι καμπάνες χτυπάνε χαρούμενα.
Πλήθος κόσμου μαζεύετε μαζί την γιορτή του Αγίου Παντελεήμονα. Τα τραπεζάκια και οι καρέκλες στήνονται από τα χαράματα στον περίβολο του ναού, όταν ακόμα ο νυχτερινός ίσκιος σέρνεται απάνου στην ολόστρωτη άπλα του λόφου, που ανατριχιάζει κάθε τόσο με τις αλαφρές ριπές του ανέμου και παίρνει όλους τους τόνους τού γαλάζιου και του ρόδινου. Με τον ήλιο που ανηφορίζει, η πρωινή άχνα μαζεύεται στις άκρες του ορίζοντα, όσο να χαθεί ολότελα. Κι όλα αποθεώνονται μέσα στο χρυσό φως, σχήματα, όγκοι, απλωσιές και ψηλώματα` σπίτια, δέντρα, πλαγιές. Τα νερά της μικρής λίμνης αστράφτουνε, οι πέτρες κι ο αέρας αστράφτουνε.
Θυμάται τα πρώτα χρόνια που ένοιωθε τώρα πια τον εαυτό μου. Ήξερε πως ήταν φτωχοί, πως οι άνθρωποι έπρεπε να δουλεύουν για να ζήσουν, πως γι’ αυτό δούλευαν οι γονείς του την χέρσα γη, και πως σα μεγαλώσει θα δούλευε κι αυτός. Δηλαδή το ’ξερε, καθώς ήξερε πως κάθε βράδυ βασιλεύει ο ήλιος και χάνεται πίσω από το Μεγάλο Ρέμα. Το γιατί τους, δεν το απείκαζε. Στα παιδικά τα χρόνια τα παίρνουμε καθώς φαίνονται όλα. Ζωγραφιές μαζεύουμε, και τίποτα άλλο. Μα αυτό δεν πάει να πει και πως δεν ένοιωθε το κόσμο.
Και ήρθε μια μέρα στο τέλος του καλοκαιριού που οι γονείς του είπαν πως είναι καιρός ν’ αρχίσει να μαθαίνει γράμματα, καθότι «Άνθρωπος αγράμματος ξύλο απελέκητο».
Φθινόπωρο, ο τόπος χλοϊσμένος, ήσυχος, οι χωρικοί  ετοιμάζονταν για το όργωμα, τη σπορά και τα ξεχερσώματα, τα κοπάδια βοσκούσαν στις πλαγιές.
Με το γλυκοχάραμα της αυγής, στο πρώτο λάλημα του πετεινού ξεκινούσε για το σχολειό.  Έπαιρνε το δρόμο για το χωριό την έδρα του οικισμού πίσω από την άλλη μεριά του αντικρινού λόφου. Ανηφορίζοντας το δυτικό λόφο του οικισμού προσπερνούσε ένα μικρό δασύλλιο από χαρουπιές με πλούσιες φυλλωσιές, που τις λίκνιζε ο άνεμος. Ένοιωθε μια δροσιά στην ψυχή του σαν ανάλαφρη πνοή, μεθυσμένος από τους χυμούς της φύσης.Το χώμα είναι παντού νοτισμένο. Ο ήλιος τραβά το πρωί απ’ τη χλόη την υγρασία που τη βλέπεις ν’ ανεβαίνει σχηματίζοντας διαφανές κουρτίνες κάτω απ’ τις φυλλωσιές.
Φτάνοντας στην κορφή παρατηρούσε πως όλη η έκταση γύρω από την άλλη μεριά ήταν το Μεγάλο Ρέμα, η κοιλάδα που χωρίζει τον λόφο του οικισμού από το χωριό. Εκεί βρίσκονται σκόρπια μικρά καλλιεργήσιμα λιβάδια, πολλά δέντρα από ελιές, συκιές, αμυγδαλιές, και παράμερα, ξεχασμένο κομμάτι του Παραδείσου, δένδρα πυκνά το ένα πλάι στο άλλο, ένα δάσος από ορεινά κυπαρίσσια που βρέθηκε δω ανάμεσα στα βουνά. Οι πλευρές της κοιλάδας ορθάνοιχτες, να βλέπουν στο μακρινό ορίζοντα μια υποψία θάλασσας. Μια και μπεις σ’ αυτή τη φωλιά, σαν πουλί σπαρταράει η ψυχή σου, σε μεθάει το θυμάρι οι κουμαριές, κι η λυγαριά. Άφησε που σε κουφαίνουν τα κοπάδια τριγύρω με τα κουδούνια τους, σου δίνουν καινούργια ζωή, που σε κάνει κι ανασαίνεις πιο εύκολα.
Πολλές φορές οι νοτιάδες έφερναν σύγνεφα το ’να πίσω από τ’ άλλο στη κοιλάδα, μα όταν που ξαστέρωνε λιγάκι ο ουρανός, ήταν ο ήλιος όσο δεν παίρνει χρυσαφής, κάτι σα μέλι φωτεινό ξεχυνόταν στο Μεγάλο Ρέμα.
Στο Μεγάλο Ρέμα ήταν και μια απαλή πλαγιά μέχρι το βάθος της κοιλάδας, υπήρχε κει κοντά σ’ ένα γούπατο επικλινές μι’ άπλα, μια στενή λωρίδα γης, που κατέληγε σε μια ρεματιά, ένα φυσικό κανάλι για να φεύγουν τα βροχόνερα και τα λιγοστά νερά από τις γύρω πήγες που αναβλύζουν τη άνοιξη.
Η γη στην κοιλάδα και στις λοφοπλαγιές ήταν μοιρασμένη σε μικρά χωράφια και καλλιεργήσιμη, και ολόγυρα της στα ψηλώματα φαγωμένα βουνά, στο σύνολο της δημιουργούσε το αίσθημα της γύμνιας. Από αυτό το μέρος περνούσε ένα στριφτό μονοπάτι που ανηφορίζει μέχρι την κορυφή του φαραγγιού, είναι στενό, κακοτράχαλο και γεμάτο νεροφαγώματα.
To μονοπάτι που οδηγούσε στο χωριό τα Κουλέντια.
Ήταν ένα απομεσήμερο στα τέλη της άνοιξης που βρισκόταν σ’ ένα γυμνό πλάτωμα της ρεματιάς, στο γυρισμό από το καθημερινό σχολειό του.
Μια ώρα δρόμο με τα πόδια.
Φυσούσε απαλό βοριαδάκι στο πρόσωπο του, ένα υπέροχο ουράνιο τόξο είχε στηθεί πάνω από τη ρεματιά, κυματιστή βροχή έπεφτε απαλά γύρω του.
Ένα θέαμα μαγευτικό.
Στο φαράγγι υπήρχε άφθονο νερό από τις τελευταίες βροχές του Απρίλη.
Η δυνατή μυρωδιά από τις ιτιές της ρεματιάς και της υγρής κοπριάς γέμιζαν τα ρουθούνια του. Το μουρμουρητό των μικρών χείμαρρων έφτανε στα αυτιά του. Τα σύννεφα ψηλά στη δύση έμοιαζαν μπαμπακένιες τούφες σκορπισμένες στον ουρανό.
Στάθηκε μια στιγμή να αφουγκραστεί.
Όχι αυτό δεν είναι μουρμουρητό χειμάρρου. Για μια στιγμή στάθηκε ακίνητος αγναντεύοντας το δρόμο με προσοχή. Όλη του η ψυχή είχε πάει στα μάτια. Ανοιγμένα, ακίνητα δεν έκαναν δεξιά ούτε αριστερά. Καρφώνονταν με δύναμη στο μεγάλο νερόλακκο στην άκρη του μονοπατιού εκεί που το διέσχιζε ο μικρός χείμαρρος και ζήταγαν απαντήσεις. Το θέαμα του ‘φερε ανατριχίλα. Ο Μπάρμπα Παναγιώτης ο γείτονας τους ένας εβδομηντάρης ψηλός, λεβεντόκορμος και καλοσυνάτος γέροντας, κείτεται μέσα στη μεγάλη γούρνα που είχε σχηματίσει ο χείμαρρος, ανακυλιέται ξαπλωμένος στα νερά μ’ ορθάνοικτα χέρια και πόδια.
Βογγάει βαριά. Λιποθυμισμένος ημιθανής.
Προσπάθησε να του μιλήσει του γέροντα, αλλά μάταια μόνο μικρά μουγκρητά ήταν η απάντηση που έφτανε στ’ αφτιά του.
Ξυπολήθηκε και βούτηξε στα ρηχά νερά της γούρνας, προσπάθησε να τραβήξει το κορμί έξω από το χείμαρρο χωρίς αποτελεσματικότητα, δεν τα κατάφερε, έσκυψε το κεφάλι του, δεν άντεχε άλλο κουράστηκε, είχε εξαντληθεί. Το τεράστιο σώμα του γέροντα είχε γίνει δυο φορές βαρύτερο με τα βρεγμένα και λασπωμένα ρούχα του, μάταιος κόπος να τον ανασύρει να μην πνιγεί.
Έμεινε να κοιτάζει ανήμπορος.
Ήταν πρώτη του φορά που άκουγε άνθρωπο να βογκίζει έτσι.
Ένοιωθε τους σπασμούς του κι άκουγε τη βαριά ανάσα του. Ήξερε πως αν δεν τον ανασύρει ήταν χαμένος. Σωριάστηκε στην άκρη, ένοιωθε ασφυξία από την προσπάθεια.
Δεν μπόραγε πια, δεν άντεχε..
Και βρισκόταν μόνος, η σαγήνη του τοπίου γύρω ήταν μόνο μια ψευδαίσθηση, τίποτα δεν συγκρινόταν με την αγωνία και τη μοναξιά της στιγμής αυτής, η θλίψη του ήταν αβάσταχτη.
Ένοιωθε στο λαιμό του την αγωνία του πάθους για την ζωή που χαροπαλεύει εκεί μπρος του, αρνιόταν να την αποχαιρετήσει.
Ανακάθισε ξαφνικά με τους αδύνατους μύες συσπασμένους. Στριφογύρισε και αφουγκράστηκε προσεκτικά. Μια αναλαμπή ένας σχεδόν αδιόρατος ήχος τον διαπέρασε, ερχόταν από το βόρειο μέρος της πλατωσιάς, μέσα απ’ το σύδεντρο, άκουσε θόρυβο.
Ήταν ο Κύριος Λουκάς νοικοκύρης τρανός από το χωριό έκοβε ξύλα για το τζάκι του.
Αναγάλλιασε. Τι τύχη κι αυτή.
Το λιγνό κορμί του τρανταζόταν από του λυγμούς. Έτρεξε προς την άκρη του κτήματος με ανοικτά τα χέρια σα να ‘τρεχε να αγκαλιάσει κάποιον. Τα χείλη του σάλευαν, χαμηλόφωνα. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Όμως τότε μια εξωτερική δύναμη τον κυρίεψε, σήκωσε το κεφάλι και μίλησε δυνατά, η φωνή του ήταν πνιχτή και στεγνή σα βήχας.
«Τρέξε βοήθεια ο μπάρμπα Παναγιώτης πνίγηκε».
Ένοιωθε ένα αίσθημα φυσικής αγωνίας, ανάμικτα πόνο και ευχαρίστηση τόσο έντονα που μπόρεσε βρει τόσο ανέλπιστα βοήθεια. Δεν ξεχώριζε καλά ολόγυρα του, ήταν σα να 'βλεπε γύρω του τα βράχια, τη ρεματιά τα δένδρα μέσα από τα τοιχώματα μιας ομίχλης.
Μόλις καταλάγιασαν, ο ήλιος κόντευε να δύσει. Το ηλιόφως ανάλαφρο πορτοκαλί πέρα στα μακρινά βουνά του βορρά είχε σκοτεινιάσει. Μ’ όλη την ομορφιά του, το τοπίο ήταν θλιμμένο μοναχικό, του έφερνε την αίσθηση ενός ανεμόδαρτου ερήμου κόσμου.
 Ο μπάρμπα Παναγιώτης, εκτός του ότι ήταν παλικάρι στις χειρονακτικές εργασίες, ήταν και γερό ποτήρι. Ποτέ δεν έλεγε όχι στο κρασάκι του Θεού και τιμούσε πάντα με την παρουσία του τους φίλους που τον προσκαλούσαν.
Την επομένη μάθανε ότι συμμετείχε σε κρασοκατάνυξη στο χωριό και επίστρεφε στον οικισμό καβάλα στο γαϊδούρι του. Εκεί στο πέρασμα του χειμάρρου το συμπαθές αλλά αφιλότιμο το ζώο ξεφορτώθηκε το βάρος που κουβαλούσε.
Αν κανείς δεν τον ετύχαινε, να τον απελευθερώσει τότε ήταν καταδικασμένος, εκεί στην άκρη της γούρνας στη ρεματιά. Τα βροχόνερα που κατέβαιναν από τη πλαγιά, συνέχιζαν να ανεβάζουν τη στάθμη, γίνονταν χείμαρρος ορμητικός, θα τον παρέσερναν μαζί τους.
Θυμάται τα λόγια του γέροντα καθώς τον κοίταζε, χαρούμενος, ζωηρός μέρες αργότερα. Ο γέροντας ξεχειλίζοντας χαρά, απ’ τη μεγάλη του τύχη, που έσμιξαν οι δρόμοι τους και είχε αίσιο τέλος το θλιβερό του ατύχημα, τον κτύπησε στοργικά στην πλάτη. Τα μάτια του άστραφταν γαλήνια. Η φωνή του ήταν τρυφερή. Χωρίς ν’ αστειεύεται, ακουγόταν ευγενική και στενοχωρημένη.
«Η μοίρα όλων μας είναι εδώ και ξέρουμε πως είμαστε δέσμιοι της δύναμης της. Κάνεις δεν ξέρει το γιατί. Είχα όμως μεγάλη τύχη, που εσύ βρέθηκες και στάθηκες κοντά μου, στην καμπή της μοίρας μου». Μίλησε κάμποσο ακόμη για τα χθεσινά, και για το πώς οι μοίρες τους ήταν αλληλένδετες, και ότι ήταν ο ευεργέτης του.
Ένα κύμα ευτυχίας τον αγκάλιασε, έσκυψε το κεφάλι χαμογέλασε ντροπαλά, με ταπεινότητα. Ήταν η πρώτη του φορά που άκουγε τον Μπάρμπα Παναγιώτη να μιλάει έτσι. Τα λόγια του τα εξέλαβε για ευχαριστίες. Η ζεστασιά που ένοιωσε θα μείνει για πάντα ζωντανή σ’ όλη του τη ζωή.
Στη μέσα στην ανηφόρα της δυτικής πλαγιάς του ρέματος που οδηγούσε στο χωριό, σ’ ένα σταυροδρόμι, νερό γάργαρο καθάριο ανάβλυζε στη βάση ενός βράχου, νεροκολοκύθες κομμένες στα δυο υπήρχαν στο πλάτωμα της μικρής πηγής για τους κουρασμένους στρατοκόπους και τους διαβάτες που βάδιζαν τα ανηφορικά μονοπάτια.
Σταματούσαν εκεί για λίγο στο διάβα τους κάθονταν αναπαυτικά στο πεζούλι κάτω από τον ίσκιο της αχλαδιάς έπιναν το γάργαρο νερό να ξαποστάσουν και να μαζέψουν δύναμη που χρειάζονταν να συνεχίσουν το ταξίδι. Ταυτόχρονα στον δροσερό ίσκιο καθισμένοι, χαϊδεύοντας μαλακά το υγρό χώμα της αγαπημένης γης, μπορούν να κολυμπήσουν μέσα τους και να ξεκινήσουν τον εσωτερικό τους διάλογο. Ν’ απλώσουν τα φτερά της αντίληψης και να πετάξουν στην απεραντοσύνη, στην αντανάκλαση του απερίγραπτου κενού που περιέχει τα πάντα.
Η μοναξιά που δημιουργεί το γυμνό τοπίο, ελευθερώνει το πνεύμα, μιλεί στις αισθήσεις των ανθρώπων, δείχνει το μονοπάτι της συνάντησης με μια ψιχάλα από κόκκους της γνώσης. Είναι οι στιγμές που η γαλήνη πλημμυρίζει τις κουρασμένες ψυχές, σαν το νερό που πέφτει πάνω στη χέρσα γη και την κάνει να βλαστήσει.  Μια αρχέγονη σχεδόν μεταφυσική αίσθηση τον ωθεί να ζωντανέψει με την φαντασία του, τους ανθρώπους που ζούσαν, πολεμούσαν, για την επιβίωση τους σ’ αυτό το τόπο. Σ' αυτή την σκληρή γη κάθε πέτρα κι ένας σιωπηλός μάρτυρας του ιδρώτα τους.
Συγκεντρώνοντας νηφάλια τις αναμνήσεις παρασύρεται στα περασμένα γεγονότα που σήμαινε ότι κατόρθωνε να δει και να αισθανθεί μέσα από τις αισθήσεις του την περιγραφή του κόσμου της εποχής εκείνης. Το τοπίο φαντάζει ανεμοδαρμένο, γυμνό,ιδίως το καλοκαίρι, η φύση μοιάζει να έχει παραμείνει αναλλοίωτη στον πέρασμα των χρόνων. Οι εικόνες είναι τόσο φευγαλέες που του διαφεύγουν οι λεπτομέρειες, στη περιγραφή μιας εποχής όπου η φυσική επικοινωνία στις κοινότητες ήταν κάτι ολότελα φυσικό να είναι δύσκολη. Ίχνος, σημάδι, δεν υπήρχε από κάποια μηχανή της σημερινής μας εποχής στα μέρη εκείνα
Ήταν οι εποχές που κάτω απ’ την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού άρχιζε η κοπιαστική διαδικασία του θερισμού με το δρεπάνι στο ένα χέρι, με την παλαμαριά στο άλλο.
Στα ψηλώματα στους λιβαδότοπους συναντούσες πέτρινα κυκλικά αλώνια, σε τοποθεσίες επιλεγμένες, σε μέρη ανοιχτά που τα έπιαναν οι καλοκαιρινοί νοτιάδες.
Οι «ντραλίκοι», μεγάλες πέτρες όρθιες τοποθετημένες κυκλικά στ’ αλώνι να οριοθετούν το χώρο και να μην διασκορπίζονται τα στάχια.
Στη ντάλα του καλοκαιριού, καλότυχοι θεωρούνταν όσοι κοντά στο αλώνι τους είχαν κάποιο μεγάλο δέντρο στον ίσκιο του να ξαποσταίνουν

Στριφογυρίζει τ’ άλογο στο στρίγερο τριγύρα,
τ’ αστάχυα καλοπάτητα ξεγδύνουν τα κεφάλια
και δείχνουν, του γεωργού χαρά, τη σιταροπλημμύρα.


(Η καλλιέργεια του σταριού και του κριθαριού ξεκινούσε το Δεκέμβριο και αποτελούσε  για το χωριό τον ουσιαστικό κύκλο ζωής του. Ο κύκλος αυτός συνεχιζόταν με τη συγκομιδή, και την άλεση.)
Σήμερα τ' αλώνια είναι κορνίζα μιας άλλης εποχής.
Μον’ στις ρούγες του χωριού περιπαιχτικά την παροιμία πλάθουν.
«Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ' άχερα στ' αλώνι, γιατί τα παίρνει ο άνεμος και δεν τα συμμαζώνει».
Ήταν και εποχές που το λιοπύρι ήταν ανυπόφορο, καμίνι ολόφλογο, έπεφτε και τρυπούσε τη σάρκα σαν βροχή από βελόνες. Άνεμος δε φυσούσε, τα φύλλα των δέντρων δε σαλεύανε, τα λίγα νερά της μικρής λιμνούλας ακίνητα λαμποκοπούσανε, σαν από μέταλλο ή από λάδι, και στους γύρο λόφους τ' αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα, τα σφεντάμια και οι φτέρες άτρεμα φαίνονταν πεθαμένα, τα πουλιά χωνόντανε βαθύτερα, λούφαζαν μέσα στα κλαριά, η γη είχε καταξεραθεί. Μόνο το φλύαρο τραγούδι του τζίτζικα, φωνή της λαύρας χυνότανε ολούθε. Μα η ζωή ακολουθούσε υπομονητικά το δρόμο της, και στο χωριό έβγαιναν για λιτανεία κάτω από τον θερμό ήλιο που ακτινοβολούσε θαμπωτικά.

Σφύριζαν μαζί το καράβι και οι λέμβοι στους ταξιδεμένους. Σφύριζαν το φευγιό.
Για όσους ήτανε να φεύγουνε. Να πάνε μακριά σε άλλους τόπους. Σε τόπους που τους περιμένανε. Τα μαντίλια ανέμιζαν απάνω στο μουράγιο.
Ο ήλιος τραβά δυτικά πίσω απ’ τα ψηλώματα τις τελευταίες του αχτίνες, κι οι ίσκιοι πέφτουν βιαστικοί στα κύματα της λακωνικής ακτής.
Ανατολικά βρίσκεται το Μυρτώο Πέλαγος, το πλοίο σηκώνει άγκυρα χαράζει πορεία στον ανοικτό ορίζοντα.
Η Παλιά Μονεμβασιά, νότια του μεγάλου βράχου, μένει πίσω τους.
Ο ουρανός ήταν καθαρός, τα πρώτα άστρα φανήκαν στο στερέωμα.
Το σούρουπο έδωσε τη σκυτάλη στην νύχτα που μοσχοβολά την υγρή οσμή της θάλασσας και το φεγγάρι ένας χρυσαφένιος δίσκος, αναδύεται πέρα στον μακρινό ορίζοντα έτοιμο κι’ αυτό να αρχίσει το ταξίδι του στον ουρανό, φτάνοντας πέρα, στους μακρινούς ωκεανούς, στις μακρινές θάλασσες, κι αυτός συλλογιέται ακουμπισμένος στην κουπαστή την αναχώρηση, φέρνει στα μάτια του τη γη που γεννήθηκε ν’ απομακρύνεται μέσα στ' απόνερα από αφήνει πίσω της η προπέλα του «Ποσταλιού».

Το μακρινό ταξίδι μόλις είχε ξεκινήσει.
Ήταν το πρώτο του βήμα.

Υ.Γ.

Κάθε τι που κάνουμε κάθε τι που είμαστε στηρίζεται στην προσωπική μας δύναμη και θέληση. Αν έχουμε αρκετή τότε και η πιο απλή μας ενεργεία μπορεί να ‘ναι αρκετή ν’ αλλάξει το δρόμο της ζωής μας, να ξεπεράσει και να διευρύνει τα σύνορα μας. Μον’ η επιτυχία να μη γίνει έμμονη ιδέα. Αν κάποιος θέλει να επιτύχει κάτι, η επιτυχία πρέπει να ‘ρθει ομαλά, με μεγάλη προσπάθεια, αλλά χωρίς καταπόνηση η βασανιστικές ιδέες.
«Όποιος την τύχη του ορίζει,
Βαστάει τα ηνία όλα μαζί.»



Σημείωση:

**Ελληνικό, έως το 1955 ονομαζόταν Κουλέντια, οικισμός (υψόμετρο 500 μέτρα. ) του νομού Λακωνίας.
Διοικητικά ανήκει στον Δήμο Μονεμβασίας και έχει 177 κατοίκους (2001).
Τέως δήμος Ελληνικού 315 κάτοικοι.
Το Ελληνικό [ 177 ]
Η Παναγίτσα (Βουβουτσέλια) [ 15 ]
Τα Φούτια [ 123 ]


Προβολή μεγαλύτερου χάρτη
 
Web Informer Button