Ads 468x68px

Slider

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2020

Ο Νικόλας και το .. Audi Sport Quattro.. της Μισέλ Μουτόν

Πάνε κιόλας μερικά χρόνια από τον θάνατο του εμβληματικού φίλου και συναδέλφου ναυτικού του Καπετάν Νικόλα. Κάποιοι άνθρωποι που ανταμώνουμε στη ζωή, αφήνουν αναμνήσεις μοναδικές, οι οποίες μένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στο μυαλό σαν το χνάρι που δεν έσβησε και οι οποίοι άφησαν το αποτύπωμα τους στην καρδιά μας. Σήμερα από μια τυχαία συνάντηση με έντονη συναισθηματική φόρτιση έτερος φίλος από τα παλιά μου θύμισε τον Νικολό και μια προσωπική μας ιστορία της εποχή εκείνης, από την κοινή μας θητεία στις θάλασσες. Ήμαστε στα 1987 και ταξιδεύουμε μ’ ένα φορτηγό πλοίο Multi-Purpose. Ο Νικολό είναι γραμματικός του πλοίου στα τριάντα πέντε χρόνια της ζωής του. Είναι η πρώτη φορά που βρισκόμαστε στο ίδιο μπάρκο. Ένας όμορφος άνδρας που έσφυζε από ζωντάνια και ενεργητικότητα, εξαιρετικά στιβαρός, ξανθός με αετίσιο βλέμμα. Ήταν πάντα πρόσχαρος αισιόδοξος, κι ευδιάθετος σαν ανέμελο παιδί που περνά τη ζωή του ανέμελα ξοδεύοντας τα λίγα χρόνια του στη γη, χωρίς υπαρξιακές ανησυχίες. Άνθρωπος έξω καρδιά μ’ ένα ειλικρινές χαμόγελο να στολίζει το πρόσωπο του. Όχι, δε ζούσε σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, ούτε όλα στη ζωή του κυλούσαν ρόδινα, ήταν όμως φύσει αισιόδοξο και θετικό άτομο. Είχε πάντα ένα καλό λόγο για να πει, η καλή του διάθεση ήταν μεταδοτική, ενώ η ενέργειά του πολλές φορές ήταν αρκετή για να καλυτερεύσει και την δική μας στις δύσκολες ώρες. Γενικά το γέλιο του έβγαινε από το στόμα του εύκολα και αβίαστα.  Όπως τότε στο Αλγέρι. Έχουμε πιάσει τον μεσογειακό λιμένα και ξεφορτώνουμε βαρέα αυτοκινούμενα γερανοφόρα οχήματα. Από μια βιομηχανική αστοχία υλικού είχαμε ένα ατύχημα. Έχασε την πάκτωση ένα συρματόσκοινο από το γερανό του πλοίου και ο βαρύ όχημα προσεδαφιστεί στην προβλήτα από ύψος μερικών μέτρων. Υπήρξε μια εκδήλωσης πανικού και παντελούς έλλειψης ψυχραιμίας τόσο στο χειριστή του γερανού όσο και στους εργάτες της προβλήτας. Βεβαία λόγο των ασφαλιστικών μέτρων εργασίας ουδέν έτερο συνέβη. Απλά απαιτείτο χρόνος και ιδιαίτερος κόπος για αποκατάσταση. Ο Νικολός σαν επικεφαλής καταστρώματος ατάραχος και γαλήνιος, αφού άνθρωπος δεν είχε ούτε αμυχή, φωνάζει τον Κωνσταντή ένα νεαρό κοντόσωμο ναύτη από τα Δωδεκάνησα. «Έλα εδώ βρε ζουλάπι. Πες μας τι αμαρτωλές ατασθαλίες έκανε χθες εκεί έξω που γυρνούσες για να γνωρίζουμε τι αμαρτίες έχουμε να πληρώσουμε για να πάρουμε άφεση.» Όλοι οι υπόλοιποι στο πλήρωμα κρυφογελούσαν. 
«Οι φήμες τον ήθελαν τον Κωνσταντή, ν' απολαμβάνει χωρίς ενοχές, και χωρίς αναστολές, σεξουαλική επαφή κάτω από μια υπόγεια γέφυρα με παρτενέρ τρανσέξουαλ.» 
Την αρχική παγωμάρα διαδέχθηκαν τα χαμόγελα και η αποκατάσταση του προβλήματος έλαβε χώρα λίαν συντόμως. 
Αυτός ήταν ο Νικόλας. 
Στο ίδιο μπάρκο βρισκόμαστε στον λιμένα Κόμπε της Ιαπωνίας. Ο Νικόλας είχε και κάποια πάθη όπως με τις γυναίκες, .....Διαβάστε περισσότερα: Αθεράπευτα ερωτευμένος ..... τις μηχανές και φυσικά τα αυτοκίνητα! ... 
Τον γοήτευε πάντα οτιδήποτε είχε ρόδες, κυρίως τέσσερις. Απολάμβανα ατέλειωτες συζητήσεις μαζί του για τα μηχανοκίνητα. 
Αργά με το σούρουπο στολίστηκε μια παρέα για έξοδο με επικεφαλής τον καπετάν Γιωργή έναν πενηνταπεντάρη αλανιάρη καπετάνιο. Στην παρέα και ο γραμματικός μας ο Νικόλας. 
Από τα πολυπληθή διαφημιστικά φυλλάδια της απέραντης αγοράς ηλεκτρονικών του Κόμπε είχα επιλέξει ένα τηλεκατευθυνόμενο όχημα αντίγραφο σε μικρή κλίμακα το αυτοκίνητο που οδηγούσε την εποχή εκείνη η διάσημη οδηγός αγώνων η Γαλλίδα Μισέλ Μουτόν .... το Audi Sport Quattro....
Δώρο για τους μικρούς μου μπόμπιρες. 
Του ζήτησα εάν μπορεί να μ' εξυπηρετήσει...
Ο Νικόλας ακούγοντας για αυτοκίνητο πέταξε από χαρά...
«Είναι να ρωτάς» μου λέει. «Πες ότι ήδη έφτασε»....
«Εεε κάτι ξέχασες του λέω» την ώρα που έφευγε..
«Τι ξέχασα μάστορα;»
«Τι γαλότσες για τι λάσπες»...
Ακόμη ηχεί στ' αυτιά μου το τρανταχτό του γέλιο.
«Τώρα αυτό το λες σ' εμένα να το ακούσει ο καπτά Γιωργής;»...
«Καλά να περάσετε.» Του λέω
Περασμένη ώρα επιστρέφει ο Νικόλας περιχαρής. Υπό μάλης μια τεράστια συσκευασία… Ψύλλοι μπήκαν στ’ αυτιά μου. 
«Τι είναι αυτό Νικόλα;» 
«Μάστορα δεν βρήκα έτοιμο, και πήρα αυτό εδώ! Αντίγραφο πιστό του Audi Sport Quattro που θέλει συναρμολόγηση. Περίπου στην ίδια τιμή.» 
«Νικολό το πρόβλημα δεν είναι η τιμή. Το πρόβλημα είναι ποιος θα τα καταφέρει να το συναρμολογήσει.» 
«Μάστορα θα σε βοηθήσω.» 
«Εντάξει τώρα πιάσαμε Joker.» Μουρμούρισα μέσα από τα δόντια μου. 
«Όχι θα με βοηθήσεις! Θ’ αναλάβεις την συναρμολόγηση και εγώ θα σε βοηθήσω.» Αυτό το λέω έξω από τα δόντια. 
«Μη μου στενοχωριέσαι. Συνεργείο θα το κάνουμε το γραφείο σου.» Μου λέει. 
Στο πλοίο είχαμε έναν Τρίτο μηχανικό από την Καλαμάτα ο οποίος είχε χόμπι και ενασχόληση με τον μοντελισμό. Με ομοιώματα κυρίως ιστορικών ιστιοφόρων πλοίων και την εξ ολοκλήρου χειροποίητη συναρμολόγηση τους. Η βοήθεια του ήταν ανεκτίμητη…. 
Έλα όμως που μας έλειπαν τα additional….. 
Έχουμε και λέμε.....
1. Τηλεχειριστήριο μεγάλης κλίμακας 
2. Μπαταρία ιόντων λιθίου, 12V Επαναφορτιζόμενη 
3. Με Φορτιστή Μπαταρίας 12V 
4. Συν μερικά παρελκόμενα ακόμη.
 Με αποτέλεσμα συναρμολογούμενο να στοιχίσει μια μικρή περιουσία…..
Χαλάλι της Μισέλ Μουτόν........ Και δεν το λέμε στον Νικόλα.. 
Όταν τέλειωσε η συναρμολόγηση ο Νικολός έπλεε σε πελάγη ευδαιμονίας… κάθε βραδύ έπαιζε σαν μικρό παιδί στους αλουέδες του πλοίου… Με τις ώρες....
Άγιο είχε το όχημα που κάποτε έφτασε αρτιμελές στου μπόμπιρες….. 
Αυτός ήταν ο Νικόλας…
Από τους ανθρώπους έξω καρδιά ,που λες ότι ποτέ δεν θα πεθάνουν...... 
Κι όμως έφυγε μόλις είχε κλείσει την πέμπτη δεκαετία της ζωής του… 
Τον πρόδωσε η ανέμελη καρδιά του. 
Κάποιοι άνθρωποι μένουν ανεξίτηλα χαραγμένοι στο μυαλό σαν το χνάρι που δεν σβήνει.

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2020

οὔτ᾽ ΕγΩ Ημοὔν ΕκΕῖ... οὔτΕ κῖ ΕσΕῖσ νΑ τΟ πῖστΕψΕτΕ

TΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗ MΟΝΕΜΒΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΥΛΕΝΤΙΑ 

1. Κουλέντια καὶ τὴ Mονεμβασιὰ (Δ. Καραστατήρης, Φωτεινή Γιαννούκου) 98 / 2.99 / 3.101 / 4. (Παλαιὰ τραγούδια Mονεμβασιὰ) 103 / 5. Tραγούδια (Mονεμβασιὰ) 104 / 6. Nερατσοφίλημα (Mονεμβασία) 106 H ἔκδοσή μας περιλαμβάνει παραμύθια καὶ τραγούδια ἀπὸ τὴ Μονεμβασία καὶ τὰ Κουλέντια, τὴ Μῆλο καὶ ἀπὸ χωριὰ τῆς Μεσσηνίας κοντὰ στὴν Ἀνδρούσα. Ἡ καταγραφή τους ἔγινε ἀπὸ μαθητές τοῦ Κ. Γούναρη στὸ διάστημα 1906-1909.ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑTὰ τριάντα ὀκτὼ παραμύθια ἀπὸ τὴ Mονεμβασία ποὺ περιλαμβά-νει ἡ συλλογή μας καταγράφηκαν ἀπὸ δύο μαθητὲς τοῦ τριτάξιου σχολείου Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, τοῦ Σχολαρχείου. Ἀνάμεσα σ ̓ αὐτὰ ὑπάρχουν ἄγνωστα παραμύθια ἀλλὰ καὶ παραλλαγὲς γνωστῶν, διηγήσεις καὶ εὐτράπελα ἐκ τῶν ὁποίων ἀρκετὰ ἀφοροῦν στὴ ζωὴ καὶ τὶς παραδόσεις τῆς Mονεμβασιᾶς. Tὰ τριάντα ὀκτὼ παραμύθια ἀπὸ τὴ Mονεμβασία ποὺ περιλαμβάνει ἡ συλλογή μας καταγράφηκαν ἀπὸ δύο μαθητὲς τοῦ τριτάξιου σχολείου Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, τοῦ Σχολαρχείου. Ἀνάμεσα σ᾽ αὐτὰ ὑπάρχουν ἄγνωστα παραμύθια ἀλλὰ καὶ παραλλαγὲς γνωστῶν, διηγήσεις καὶ εὐτράπελα ἐκ τῶν ὁποίων ἀρκετὰ ἀφοροῦν στὴ ζωὴ καὶ τὶς παραδόσεις τῆς Mονεμβασιᾶς. Ἡ καταγραφὴ τῶν εἴκοσι δύο παραμυθιῶν ἔγινε, σύμφωνα μὲ τὴν ἰδιόχειρη σημείωση τῶν καταγραφέων, ἀπὸ τὸν Π. E. Βουγιουκλὴ τὸ 1909, ἐνῶ τῶν δεκαέξι ἀπὸ τὸν Δημήτριο Γ. Καραστατήρη. Ἀντιγράφω τὶς πληροφορίες ὅπως μᾶς τὶς παρέχουν οἱ ἴδιοι οἱ καταγραφεῖς:Tαῦτα ἐλέχθησαν ὑπὸ τῆς μητρός μου ὀνομαζομένης Κυριακούλας E. Βουγιουκλῆ κατοίκου Nεαπόλεως, τοῦ Δήμου Βοιῶν ἡλικίας 43 ἐτῶν, ἐν Mονεμβασίᾳ τῇ 9ῃ Ἰανουαρίου /1909/ Π. E. Βουγιουκλὴς μαθητὴς σχολαρχείου /1909/ καὶ Σύμφωνα μὲ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἀναζήτησε γιὰ μένα καὶ εὐγενικὰ μοῦ παρέδωσε ἡ προϊσταμένη τῶν Γενικῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους, Ἀρχείου Λακωνίας, κυρία Πέπη Γαβαλὰ καὶ τὴν ὁποία ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ εὐχαριστῶ, στὸ μαθητολόγιο τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου Μονεμβασίας κατὰ τὰ ἔτη 1905-1908 ἀναγράφεται τὸ ὄνομα Παντελὴς Ἐμ. Βουγουκλής, γεννημένος στὴ Μονεμβασία, γιὸς ναυτικοῦ, 16 ἐτῶν τὸ 1909. Μικρότερης ἡλικίας ἦταν ὁ μαθητὴς Γεώργιος Ε. Βουγιουκλής, πιθανῶς ἀδελφὸς τοῦ πρώτου. 

Τὸ ὄνομα Δημήτριος Γ. Καραστατήρης, γεννημένος στὰ Κουλέντια, γιὸς ἱερέα, ἐμφανίζεται στὴν ἴδια πηγὴ κατὰ τὰ ἔτη 1905-1907. Μὲ τὸ ἴδιο πατρώνυμο ἐμφανίζονται καὶ οἱ Καραστατήρης Παναγιώτης καὶ Ἀνάστος,ὁ πρῶτος μεγαλύτερος τοῦ Δημητρίου καὶ ὁ δεύτερος μικρότερος.

Ὁ Π. Βουγιουκλὴς μᾶς πληροφορεῖ γιὰ τὴν πηγή του καὶ γιὰ τὸν τρόπο καταγραφῆς. Ἂν καὶ ὁ Δ. Καραστατήρης δὲν ἀναφέρει κάτι ἀνάλογο, ἐσωτερικὲς ἐνδείξεις, ὅπως ἡ ἔλλειψη σημείων στίξης, τὰ ἀσύνδετα σχήματα, ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα ὅτι καὶ αὐτὸς κατέγραψε τὰ παραμύθια καθ᾽ ὑπαγόρευση. Πάντως τὰ παραμύθια ἐμφανίζουν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ δύναμη τῆς διήγησης: ὁ λιτὸς καὶ συχνὰ ἐλλειπτικὸς λόγος ἀπελευθερώνει τὶς δυνάμεις τῆςφαντασίας γιὰ νὰ δημιουργήσουν τὸ δικό τους παραμυθικὸ κόσμο βασικὸ αἴτημα εἶναι ἡ ἀναδιάταξη τοῦ κόσμου, καθὼς ἡ διατάραξη καὶ συχνὰ ἡ ἀνατροπὴ τῆς δεδομένης τάξης τῶν ἀξιῶν δίνει ἀφορμὴ γιὰ τὴ διήγηση:

Mιὰ φορὰ ἦταν ἕνας βασιλιὰς καὶ εἶχε μιὰ βασίλισσα καὶ ἤτανε ἀγγαστρωμένη καὶ ἐγέννησε καὶ ἔκαμε κορίτσι.Καὶ εἰς τὰς τρεῖς ἡμέρας ἐπήγανε αἱ μοῖρες τῶν μοιράδωνε καὶ τὴν μοιράνανε καὶ ἄκουσε ἡ βασίλισσα τί τῆς εἴπανε: ἡ μία τῆς εἶπε εἰς τὰ δέκα χρόνια νὰ γίνῃ πεκροῦ καὶ εἰς τὰ δώδεκα κλέφτρα καὶ εἰς τὰ δεκατέσσερα νὰ γίνῃ κακῆς διαγωγῆς καὶ ἡ βασίλισσα ἀπὸ τὸν γκαημό της ἀρρώστησε καὶ ἦλθε νὰ ἀποθάνῃ.

Ἤδη ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ πρώτου παραμυθιοῦ δηλώνει τὴ διάθεση ἀνατροπῆς τῆς τάξης ἰδεῶν καὶ ἀξιῶν: οἱ μοῖρες κακοτυχίζουν τὴμονάκριβη βασιλοπούλα. Ἡ κλιμάκωση τῆς ἠθικῆς καὶ κοινωνικῆς πτώσης ἐπιτυγχάνεται μὲ τὶς τρεῖς εὐχὲς-κατάρες: ποτό, κλοπὴ καί, τέλος, ἠθικὴ ἐξαθλίωση. Ἡ λύση στὸ παραμύθι ἐνέχει τὴν ἀποκατάσταση τῆς τάξης, καθὼς μὲ τὴν πρόοδο τοῦ παραμυθιοῦ ὁ ἀκροατὴς ὁδηγεῖται μὲ λόγο ἐκπληκτικὰ πυκνὸ σὲ δαιδάλους πλοκῆς γιὰ νὰ καταλήξει στὴ λύση σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ βασιλοπούλα, παρὰ τὴν ἀσυγκράτητη ἕλξη ποὺ ἔνιωθε πρὸς τοὺς στρατιώτας, ἐπέστρεψε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος, ἐρωτευμένος μαζί της, τὴν εἶχε στὸ μεταξὺ παντρευτεῖ γιὰ χάρη τοῦ παιδιοῦ τους.

Ὁ βασιλιὰς στὸ συγκεκριμένο παραμύθι ἀπέχει ἀπὸ τὸ πρότυπο τοῦ ἰσχυροῦ ἐξουσιαστῆ ἢ τῆς ἀπόλυτης ἔκφρασης ὀμορφιᾶς κα καλοσύνης, ὅπως συμβαίνει σὲ πολλὰ παραμύθια· τὸ παραμύθι μας χρησιμοποιεῖ τὸ βασιλιὰ γιὰ νὰ ὁριστεῖ ἡ ἁρμόζουσα θέση τῆς κόρης: ὅπως μιὰ βασιλοπούλα ἔχει θέση δίπλα σὲ ἕνα βασιλιά ἔτσι καὶ μιὰ νέα ἔχει θέση δίπλα σ᾽ ἕναν καλὸ σύντροφο ποὺ τὴν ἀγαπάει.

Ἀλλὰ καὶ στὸ Δαφνοκουκουδάκι, ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα παραμύθια τῆς συλλογῆς μας, ἡ ἀνατρεπτικὴ διάθεση εἶναι ποὺ δίνει τὴν ἀφορμὴ γιὰ τὴ διήγηση: Ἡ φτωχὴ γριά, περιφρονημένη ἀκόμη κι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεό, στὰ παρακάλια της γιὰ ἕνα παιδάκι ἔλαβε ἕνα δαφνοκουκουδάκι, ποὺ ἡ ἴδια, χωρὶς νὰ τὸ θέλει, τὸ πέταξε μὲ τὰ σαρίδια. Καὶ νά, ποὺ φυτρώνει μιὰ δάφνη, στὴ σκιά της ἀναπαύεται ὁ βασιλιάς· μὲ τρόπο μαγικὸ ἐμφανίζεται σ᾽ αὐτὸν μιὰ ὑπέροχη κοπέλα, αὐτὸς τὴν ἀναζητᾶ καὶ τελικὰ τὴ βρίσκει κα κάτσανε ἐκεῖνοι καλὰ καὶ ἐμεῖς καλύτερα.

Tὸ συγκεκριμένο παραμύθι κινεῖται σὲ γνωστὰ στερεότυπα ποὺ δὲ γνωρίζουν σύνορα, σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα κάθε καταφρονεμένο ἔρχεται ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ λάμψει μὲ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἀξία του. 

Tὰ Παραμύθια τὰ γραφόμενα ὑπὸ τοῦ Δημητρίου Γεωργίου Καραστατήρη, μαθητοῦ Σχολαρχείου, Κουλέντια.

Πηγη:     http://www.potamos.com.gr/download/fe586f6e3ec2de7faee00407a85add56koygeasMonemvasia.pdf

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2020

Αναζητώντας τις Ρίζες μου


Μερικά ιστορικά γεγονότα είναι παρμένα από το Βιβλίο "ΓΙΑΤΙ"
του  εξόχου αφηγητή των χωριών του Ζάρακα.
ΚΟΚΚΟΡΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Έκδοση του 1992

Γεώργιος Λ. Κόκκορης
Κρήτης 26 - Βριλήσσια
Αθήναι
Τ.Κ. 15235
Τηλ: 6010783

Το γένος της Μητέρας

Ο Παππούς: 1888-1970

ΦΡΙΝΤΖΙΛΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ του ΛΑΜΠΡΟΥ ΦΡΙΝΤΖΙΛΑ και της ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ ΣΑΡΠΜΠΑΝΗ

Ένας από τους Ρηχιώτες αγροτοκτηνοτρόφους αγωνιστές Πατεράδες της γενιάς μας που για την πατριωτική του στάση που τήρησε η οικογένεια του στην αντίσταση οι Χίτες του παρακράτους κατέστρεψαν όλα τα περιουσιακά του στοιχεία, με το πλιάτσικο και τη φωτιά. Τον προφυλάκισαν βάρβαρα, και τον βασάνισαν δέρνοντας τον μέχρι αναισθησίας χωρίς οίκτο κα έλεος φωνάζοντάς τον ΕΑΜΟβούλγαρο.
Ήταν τότε που ο κάθε πατέρας σαν και εκείνον τον ξωμάχο τον Μπάρμπα Γιάννη τον Φριτζήλα που και αυτός είχε πολεμήσει στην πρώτη γραμμή του μετώπου της Μικρά Ασίας, έπρεπε να τιμωρούνται με τρόπο κανιβαλικό για την στάση των παιδιών τους.
Και εκείνος τους απαντούσε με αγανάχτηση.
«Εμένα ρε με λέτε ΕΑΜΟβούλγαρο που πολέμησα δέκα χρόνια εναντίον τους σώμα με σώμα, για την λευτεριά της Πατρίδας.
Και όμως αυτό εξαγρίωνε τους θλιβερούς προσκυνημένους και τον βασάνισαν χειρότερα.
Εκεί είχαν κατρακυλήσει οι εθνοσωτήρες της δεξιάς μας τότε και βασάνιζαν του γέρους πολεμιστές γονείς των πατριωτικών αγώνων του έθνους, γιατί είχαν γαλουχήσει τα παιδιά τους με τα πατριωτικά αισθήματα και τα ιερά και όσια της φυλής μας κληροδοτήματα. Ξεσπούν τα ανθρωπάκια της υποτέλειας στους γέροντες και στις αδύναμες γυναικούλες διότι δεν είχαν τα κότσια να ανέβαιναν στα βουνά να τα βάλουν με τους αγωνιστές. Αυτό γιατί αργότερα όταν θα άδειαζαν τα χωριά από τον κόσμο και θα τα κατέστρεφαν και θ' αφαιρούσαν την δυνατότητα στήριξης, από τις τέλεια εξοπλισμένες κι άπειρα υπέρτερες δυνάμεις των μεγάλων αφεντάδων, και το άφθονο χρήμα.
Ο γεροφριντζήλας ήπιε κι αυτός το πικρό ποτήρι της απογοήτευσης όταν έμαθε τον θάνατο του γιου του αγωνιστή Λάμπρου που πιάστηκε αιχμάλωτος και εκτελέστηκε εν ψυχρώ από τους αντιπάλους, που ήθελαν μόνο νεκρούς και όχι αιχμαλώτους. Είχε προηγηθεί η κατάσχεση στο κοπάδι του με τα γιδοπρόβατα που με αυτά είχε αναθρέψει τα παιδιά του, και τα λάτρευε και εκείνα το ίδιο όπως και όλοι οι ξομάχηδες κτηνοτρόφοι που γεννιούνται και μεγαλώνουν κοντά σε αυτά απολαμβάνοντας την ηρεμία και τον καθαρό αέρα της υπαίθρου. Είδε με χτυποκάρδι τον γιο του Γιώργο να βγαίνει ζωντανός από την θύελλα της αδελφοσφαγής και έκλαιγε από συγκίνηση. Πέρασε τα τελευταία του χρόνια πικραμένος για την άδικη μεταχείριση που του επιφύλαξαν οι μικροί αλλά άκρως επικίνδυνοι της ολιγάριθμης ομάδας των συγχωριανών του, της άκρας δεξιάς, της εξουσίας. Πέθανε το 1970.

Του είχαν μοιάσει τά παιδιά. Και έγιναν πατριώτες.
Του καταστρέψαμε το βιός, οι θλιβεροί προδότες.
Στα νιάτα ήταν ο αγωνιστής- Ήταν αγνός πολεμιστής.
Τους Τούρκους και τους Βούλγαρους , τους είχε πολεμήσει.
Για δέκα χρόνια συνεχώς - Χωρίς να σταματήσει
Και Βούλγαρο τον βρίζανε - Αυτοί που προσκηνήσανε
Ποιοι δώσανε την εντολή - Και τον προφυλακίσανε;
Τον γέροντα αγωνιστή - Γιατί τον βασανίσανε;
Ενέργεια αίσχους και ντροπής - Κύριοι της επιτροπής.

Σημείωση δική μου: Ο παππούς..... Έλληνας οπλίτης που πολέμησε με αληθινό θάρρος υπό τρομερά αντίξοες συνθήκες  στην Μακεδονία..... και έλαβε μέρος στις μάχες από το Πάνορμο έως τον Σαγγάριο.

Η Γιαγιά: 1895-1998

ΦΡΙΝΤΖΙΛΑ ΜΑΡΙΑ του  ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ και της ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΛΑΓΚΗ...

Μία από ης αγροτοκτηνοτρόφισσες μανάδες των αγωνιστών της Ρηχιάς που υπάρχει ακόμα ανάμεσά μας, και μας διηγείται της ζωής της τα γυρίσματα και τα παράξενα καμώματα. Είναι η σκληραγωγημένη κυρά Μαρία που έζησε και ανάθρεψε τα παιδιά της στην Ρηχιά και εργαζόταν στα «καρίκια» που βρίσκονταν νότια των Πισταμάτων που είναι τα χωράφια τους και τα στανοτόπια τους. Πήγαινε με τα πόδια της διανύοντας περπατώντας την άκρως κακοδιάβατη και μακρινή απόσταση, και συνήθως φορτωμένη. Είναι μια από τις Ζαρακίτισσες μανάδες που γέννησαν και ανάθρεψαν με το κουρασμένο γάλα τους τους αγνούς αγωνιστές της αντίστασης σαν και το Λάμπρο της που τον δολοφόνησαν αφού έπεσε αιχμάλωτος στα χέρια των αντιπάλων του και δεν καταδέχτηκαν να εξετάσουν μήπως δεν έπρεπε σύμφωνα με τους πολεμικούς κανόνες. Οι φονιάδες των Αγγλοαμερικανών δεν θελαν ζωντανούς αιχμαλώτους, θελαν μόνο νεκρούς. Είδε η μάνα αυτή να βασανίζουν απάνθρωπα και τον άλλο της γιο το Γιώργο μέχρι αναισθησίας καθώς και τον άνδρα της και να τον βασανίζουν αγριότερα όταν τους απαντούσε. Εμένα ρε με φωνάζετε βούλγαρο, που τους πολέμησα για οχτώ χρόνια σώμα με σώμα; Η μάνα αυτή έχει μια ιδιαιτερότητα, διότι σε μια από τις διαδρομές της από τα καρίκια στη Ρηχιά που ήταν στο μήνα της για να τεκνοποιούσε, από ημέρα σε ημέρα δεν καθόταν στο σπίτι της και την έπιασαν οι πόνοι όταν έφτασε στη θέση μονοπάτι στη «Ράχη του μίνι», γέννησε δυο παιδιά δίδυμα μόνη της χωρίς κανενός τη βοήθεια, έκοψε μόνη της τους ομφάλιους λώρους, τα πήρε στην ποδιά της και έφτασε στο σπίτι της διανύοντας την απόσταση πέντε περίπου χιλιομέτρων. Πρέπει να σημειωθεί ότι και εκεί που έφτασε δεν την περίμεναν γιατροί και νοσοκόμοι, αλλά οι γειτόνισσες με τα πρακτικά βοηθήματα για την ίδια και τα νεογέννητα. Τί άλλο από γενναιότητα ήταν αυτή η περίπτωση αυτής της αγροτοκτηνοτρόφισσας του Ζάρακα;
Αυτής της σκληροτράχηλης λεβεντομάνας που αγωνιστές ανάθρεψε με τον ιδρώτα και με το αίμα της για να της τα βασανίσουν και να της τα δολοφονήσουν οι προσκυνημένοι νάνοι που λέρωσαν της χώρας μας την ιστορία; Είναι πολύς ο χώρος που χρειάζεται για να χωρέσουν τα περιστατικά αυτής της αγωνίστριας και σταματώ εδώ.

Στα χέρια ποιος μας κράτησε - Και μας πρωτοτραγούδησε;
Και ποιος μας πρωτοφίλισε - Και μας γλυκονανούρισε;
Ποιανού χέρι κρατήσαμε - Στα πρώτα βήματα μας
Και όταν παίζοντας πέσαμε - Ποιος έτρεξε κοντά μας;
Η Μάνα μας λαχτάρισε - Και ήρθε να μας σηκώσει
Να μας χαϊδέψει τρυφερά - Και θάρρος να μας δώσει.
Ποιος είναι που αμφισβητεί - Της μάνας την φροντίδα
Να δώσει θάρρος στα παιδιά - Παρηγοριά κι ελπίδα;
Η Μάνα που αναφέρω εδώ - Η σκληραγωγημένη
Πάλεψε ασταμάτητα - Και νιώθει ευτυχισμένη.

Η μητέρα: 1928-1996

ΚΥΡΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ (ΣΤΟΥΜΠΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ... ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΦΡΙΝΤΖΙΛΑ)


Σημείωση δική μου...
Αλλά και πέρα από το πιο μακρινό παρελθόν......ακόμη και στις πιο πρόσφατες εποχές, η κόρη της, η κυρά Γιαννούλα, ...... η μητέρα μας......, σε ηλικία είκοσι οκτώ ετών, ξεγέννησε το μικρότερο αδελφό μου το μήνα θεριστή στο δρόμο που οδηγούσε απ’ το αλώνι όπου δούλευε μέχρι την ώρα της γέννας καθ’ οδόν προς το σπίτι με τη βοήθεια και συμπαράσταση, από δυο γειτόνισσες που αυτό διορίστηκαν μαίες και επιμελήθηκαν τον τοκετό στην αυλή του φτωχικού σπιτιού τους, κάτω από τον ίσκιο της γέρικης ελιάς.
Η μαμή του χωριού κατέφθασε όταν ήδη η γέννα είχε λάβει αίσιο τέλος.
Βλέπε : http://katianouba.blogspot.com/2012/01/blog-post_28.html
Σημείωση ΙΙ:
Η κόρη τους ....η Κυρά Γιαννούλα δέκα εννιάχρονη έφηβη ερωτεύτηκε επίσης δέκα εννιάχρονο έφηβο από τα Κουλέντια (Οικισμό Μπουμπουτσέλια), στρατολογημένο από τους "χίτες" του  περιβόητου Μπραντίτσα που λυμαίνονταν το χωριό τους.
«Στα χωριά του Πάρνωνα, δρούσε ο περίφημος καπετάν, ο Δημήτριος ο Μπραντίτσας, ο οποίος καταγόταν από τα Νιάτα Λακωνίας και είχε οργανώσει ένα λόχο παρακρατικών που δρούσαν εναντίον του ΕΛΑΣ. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής, είχε πάρει σβάρνα τα διάφορα χωριά, εκτελούσε εν ψυχρώ, και έκαιγε τα σπίτια, ρήμαζε και λεηλατούσε περιουσίες, κάναν πλιάτσικο και έπαιρναν τα πάντα, από λάδια, αλεύρια... ό,τι πολύτιμο είχαν οι άνθρωποι εν πάση περίπτωση.»
Το έσκασαν λοιπόν από την Ρηχιά........ και κυνηγημένοι... η μεν μητέρα μου από την οικογένεια της, ο δε πατέρας μου από την παρακρατική ομάδα του, βρήκαν καταφύγιο στον μικρό και απόμερο οικισμό τα Βουβουτσέλια (Παναγίτσα), του χωριού Κουλέντια ......όπου ξεκίνησαν την φτωχική ζωή τους.............σ᾿ χαμόσπιτο φτωχικό κι ηλιόφωτο, ... και η ζωή τους φτωχική και αξιοπρεπής...... ζωή του μεροκαματιάρη.

Σημείωση ΙΙΙ: Ο πατέρας υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό και έλαβε μέρος στις μάχες στην Βόρειο Ελλάδα στον εμφύλιο.....
.......Όταν τον ρωτούσε ο Εγγονός του για τη ζωή στα νιάτα του... του απαντούσε απλά χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις: «Ήμουν μέλος μιας συμμορίας».

Ο αδικοχαμένος Θείος:1924-1949

ΦΡΙΝΤΖΙΛΑΣ ΛΑΜΠΡΟΣ του ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΦΡΙΝΤΖΙΛΑ

Ο Λάμπρος Ιωάννου Φριτζήλας ήταν ένα από εκείνα τα αγνά απολύτως αθώα τσοπανόπουλα της δικής μας γενιάς που τα ανέθρεφαν οι απλοϊκοί και αγράμματοι γονείς τους με τις αρχές της Ελληνοχριστιανικής θρησκείας, τους αυστηρούς παραδοσιακούς μας οικογενειακούς κανόνες και την ανιδιοτελή φιλοπατρία. Είχε αναθραφεί με πολλές στερήσεις και σκληρές συνθήκες διαβίωσης και ήταν προσαρμοσμένος στην σκληρή ζωή των νέων που ζούσαν τότε στα απομονωμένα χωριά του Ζάρακα που δεν είχαν την υποδομή που έχουν τώρα. Δεν υπήρχαν δρόμοι, ρεύμα και γενικά τα σημερινά μέσα επικοινωνίας. Πήγαινε με τα πόδια του περπατώντας από τη Ρηχιά στα Καρύκια που είχαν τα στανοτόπια τους και όχι με την κατάλληλη ενδυμασία και ποδεμή. Όλος ο γνωστός κόσμος μέχρι τότε για τον Λάμπρο ήτανε από τα καρύκια, μέχρι τα Μπελεσέϊκα, της Ρηχιάς. Είχε ακούσει από τους μεγαλύτερους κάτι για τους Κολοκοτρώνηδες, Παπαφλέσσηδες και Διάκους, που πολεμήσανε τους Τούρκους. Του είχε διηγηθεί και ο Πατέρας του τις πολεμικές του περιπέτειες στον Μικρασιατικό πόλεμο που είχε πάρει μέρος τότε που ήταν νέος και τον κάλεσε η Πατρίδα. Όταν κι αυτός άκουσε ότι στα κοντινά βουνά υπήρχαν κάτι πατριώτες που τους λέγανε αντάρτες και πολεμούσαν τους καινούργιους κατακτητές υπάκουσε στον άγραφο νόμο του καθήκοντος και δεν δίστασε αυτό το καθαρόαιμο Ελληνόπουλο της υπαίθρου με την λεβέντικη κορμοστασιά να δώσει το παρών του. Και να διαθέσει με ανιδιοτέλεια και εθελοντικά τα ξέγνοιαστα και ωραία του νιάτα για τον αγώνα της λευτεριάς. Αυτή του η απόφαση ήταν που στοίχισε στον Πατέρα του υλική καταστροφή και φριχτά βασανιστήρια και θάνατο από τους δοσίλογους της κατοχής όταν εκ των υστέρων έγιναν οι εθνοσωτήρες και οι θεματοφύλακες των ιδανικών της φυλής μας. 'Ήταν τότε που το παρακράτος της δεξιάς δεν σταματούσε μπροστά σε τίποτα. 'Ήταν τότε που ο κάθε πατέρας σαν και εκείνον τον ξωμάχο τον Μπάρμπα Γιάννη τον Φριτζήλα που και αυτός είχε πολεμήσει στην πρώτη γραμμή του μετώπου της Μικρά Ασίας, έπρεπε να τιμωρούνται με τρόπο κανιβαλικό για την στάση των παιδιών τους. Ήταν τότε που οι Χίτες θέλαν να πείσουν τον κόσμο, ότι έπρεπε να τιμωρούνται εκείνοι οι πατεράδες που δεν συμβούλεψαν τα παιδιά τους να προσκυνήσουν τους δυνατούς κατακτητές πηγαίνοντας μαζί τους και να πρόδιναν την πίστη τους και τα ιδανικά τους. Ήταν τότε που εν ονόματι του βασιλέως διαπομπεύτηκαν και εξοντώθηκαν πολλοί γονείς διότι είχαν κάνει το λάθος κατά τη γνώμη των ανθρωποκυνηγών της δεξιάς και είχαν γαλουχήσει τα παιδιά τους με το αίσθημα της τιμής και του πατριωτικού καθήκοντος.
Αυτό είχε κάνει α ο Μπάρμπα-Γιάννης ο Φριτζήλας και το πλήρωσε πολύ ακριβά αγαπητέ μου αναγνώστη.  Μετά την απελευθέρωση η ζωή του Λάμπρου έγινε πολύ δύσκολη διότι οι παρακρατικοί χτύπησαν την οικογένεια αδίσταχτα με πολλούς τρόπους. Τον καταδίωξαν μανιωδώς τον αγωνιστή, ο οποίος αναγκάστηκε να πιάσει πάλι το όπλο του αντάρτη. Το 1946-47, ήταν στο λόχο του Τάκη Γεωργόπουλου από το Βλαχιώτη, και το 1948 αποσπάστηκε  στον λόχο του Γιώργου Γκοβάτσου από τη Μεταμόρφωση Λοχίας. Τον Ιούνιο του 1949 κατά τις επιχειρήσεις της 9ης Μεραρχίας έπεσε σε ενέδρα και πιάστηκε αιχμάλωτος στην Θέση Αμυγδαλιά Πελετών όπου και τον εξόντωσαν αμέσως. Είχαν προηγηθεί τρομερές κακοποιήσεις των γονέων του και η κατάσχεση κάθε κινητού περιουσιακού στοιχείου. Ο γέρος πατέρας του δάρθηκε μέχρι αναισθησίας από τους Χίτες, η μάνα του κλείστηκε για οκτώ μήνες φυλακή, η κακομεταχείριση δεν σταμάτησε μέχρι και της καταστροφής του σπιτιού τους και του στανοτοπιού τους.

Ο Λάμπρος σαν ξεκίνησε - Και μπήκε στον αγώνα
'Ήταν πεντακάθαρος - Κρυστάλλινη σταγόνα.
Ήταν το τσοπανόπουλο - Το σκληραγωγημένο
Σαν το πουλί ελεύτερο - Ήτανε μαθημένο.
Ήταν αγνός και τίμιος - Που πάντα στους αγώνες
Για λευτεριά και προκοπή- Τίμησε τη φυλή του.

θείοι -θείες

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΡΙΝΤΖΙΛΑΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ 1932- 2020
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΑΡΙΖΑ.... ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΦΡΙΝΤΖΙΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ 1934-
ΘΕΟΔΟΥΛΗ ΠΕΤΡΑΚΗ.... ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΦΡΙΝΤΖΙΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ 1936-1998
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΙΔΕΡΗ... ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΦΡΙΝΤΖΙΛΑ ΚΑΙ ΤΗς ΜΑΡΙΑΣ 1943-

Το γένος του Πατέρα

Ο Παππούς: 1904-1942

ΣΤΟΥΜΠΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ......"ΤΣΙΓΓΟΥΝΗ";

Η γιαγια: 1900-1935

ΣΤΟΥΜΠΟΥ ΖΑΦΕΙΡΩ …. ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΡΑΣΤΑΤΗΡΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ......

Ο Πατέρας: 1928-2013

ΣΤΟΥΜΠΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ........  ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΑΦΕΙΡΩ το Γενος Καραστατήρη

Ο Θειος: 1924-2016

ΣΤΟΥΜΠΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΑΦΕΙΡΩ το Γενος Καραστατήρη

Η γιαγια: 1902-1982 (Μητριά του πατέρα)

ΔΙΑΜΑΝΤΩ ΣΤΟΥΜΠΟΥ….. ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΑΣΤΑΤΗΡΗ ΚΑΙ ΤΗΣ "ΚΙΑΠΕ".......

Ετεροθαλείς θείοι -θείες

ΚΑΛΙΟΠΗ ΣΤΟΥΜΠΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΩ 1932-1967
ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΟΥΜΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΩ 1934-
ΕΛΕΝΗ ΣΤΟΥΜΠΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΩ 1937-2019
ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΣΤΟΥΜΠΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΩ 1939-
ΠΕΤΡΟΣ ΣΤΟΥΜΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗς ΔΙΑΜΑΝΤΩ 1942-




Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2020

ιστορίες

• Το να γράφεις ιστορίες είναι σαν να κάνεις έρωτα: ποτέ δεν είσαι σίγουρος αν την ευχαρίστησή σου τη συμμερίζεται πραγματικά ο άλλος..


Κυριακή, 31 Μαΐου 2020

Ρηχιά Λακωνίας • Περιβάλλον • Παραλίες

Ρηχιά Λακωνίας
Περιβάλλον
Παραλίες

Η Ρηχιά δεν είναι μόνο βουνά. Διαθέτει και παραλίες. Οι εξαιρετικού κάλους ακρογιαλιές, που εκτείνονται από τα Καρίκια μέχρι την μονή της Ευαγγελιστρίας,  περιλαμβάνουν και δύο πανέμορφες αμμουδιές. Την πασίγνωστη πλέον Βληχάδα η οποία συνδέεται με ασφαλτόδρομο και τα τελευταία χρόνια δέχεται μεγάλο αριθμό επισκεπτών. Η λιγότερη γνωστή αλλά κατά την άποψη μας ακόμα ομορφότερη είναι η αμμουδιά στο Παλουγγέρι στην έκβαση του ομώνυμου  φαραγγιού. Η παραλία όμως αυτή έχει ένα μειονέκτημα ή για πολλούς,  συμπεριλαμβανομένων και ημών, πλεονέκτημα.  Η πρόσβαση είναι δύσκολη. Τα τελευταία δύο χιλιόμετρα είναι χωματόδρομος και για τα 300 τελευταία μέτρα απαιτούνται ικανότητες ορειβάτη.  Η πρόσβαση μέσω του φαραγγιού είναι αδύνατη γιατί το φαράγγι δυστυχώς εξακολουθεί να είναι άβατο, στερώντας από τον πολύ κόσμο την άγρια ομορφιά του’
Οι παραλίες ευτυχώς δεν έχουν επηρεαστεί σημαντικά από τις σαρωτικές αλλαγές. Δεν θα τις περιγράψουμε, θα δείξουμε όμως    πολλές φωτογραφίες από τις πάμπολλες που υπάρχουν στο αρχείο μας. Και ας μην ξεχνάμε ότι μπορούμε ακόμα να φωτογραφίζουμε, και όπως είπαμε οι παραλίες δεν έχουν αλλάξει.
Θα σταθούμε όμως στο Παλουγγέρι γιατί υπάρχει μια εξέλιξη, ένα κτίσμα διαφορετικό από τα άλλα. Το Χάβοζι είναι μια περιοχή μεταξύ Ντάμου και αμμουδιάς. Είναι ένας βράχος που βρέχεται από το κύμα. Στην κορυφή του βράχου έχει χτιστεί τα τελευταία χρόνια ένα μπαλκόνι. Μια βεράντα. Το  έχτισε και συνεχίζει να το χτίζει ο Παναγιώτης Κουλούρης γιός του μπάρμπα Τάση του Κουλούρη. Ο Παναγιώτης λοιπόν, συνταξιούχος μουσικός, το έχτισε μόνος του πέτρα-πέτρα με τα χέρια του. Το έφτιαξε με την Ψυχή του, για την Ψυχή του. « Η Εμή Ψυχή Ετεκεν Τόδε», Είναι χαραγμένο στη σκληρή γρανιτένια πλάκα, στην είσοδο του κτίσματος. Εκεί λοιπόν στην κορυφή του βράχου, σαν άφτερο χελιδόνι έχτισε πετραδάκι- πετραδάκι την Ψυχοφωλιά του. Το ονομάσαμε ψυχοφωλιά γιατί πως αλλιώς να το ονομάσουμε? Ερημητήριο? τόπος περισυλλογής? Placeformeditation? Ουτοπία? Όλα μαζί? Χωρίς καμία εκπαίδευση στην οικοδομή, με μόνο τη σοφία, γνώση  και τις κατασκευαστικές οδηγίες που εμφύσησαν στην Ψυχή του η Αθηνά και  ο Ήφαιστος αντίστοιχα. Από την στιγμή που το άρμα του Φαέθωντα σκάει μύτη στον ορίζοντα σκορπίζοντας τα ροδοπέταλα του  μέχρι τη στιγμή που ο Απόλλων παραχωρεί την θέση του στην Εκάτη, η ανθρώπινη Ψυχή αγκαλιάζεται και αγκαλιάζει την Μητέρα Φύση. Εκεί λοιπόν στη γειτονιά των Θεών, αντιμετωπίζει την ανεμιζόμενη Τρίαινα του άγριου Ποσειδώνα, παρατηρεί τους κεραυνούς του Δία, και μετά απολαμβάνει τον ερχομό της Ίριδος και του πλουμιστού τόξου της. Και όταν έρχεται το πέρασμα της ημέρας  η Εκάτη αναδύεται με την σειρά της από το Μυρτώο να σκορπίσει με τον μαγικό τρόπο που μόνο αυτή ξέρει, τα βιολέτινα πέταλα της στη γειτονιά των Θεών. Αλλά και ο Παναγιώτης, με την σειρά του συνεισφέρει στις ευλογίες της Μητέρας Φύσης, παίζοντας στο μπουζούκι του μεταξύ άλλων και ταξίμια της δικής του σύνθεσης
Δεν υπάρχει σκεπή στη Ψυχοφωλιά. Η σκεπή βλέπετε προφυλάσσει από την Φύση, αλλά συγχρόνως περιορίζει, απομακρύνει, και φυλακίζει κατά κάποιον τρόπο, ενώ το ζητούμενο είναι ακριβώς το αντίθετο. Η ένωση με την Φύση.
Το ερημητήριο δεν είναι ακριβώς ερημητήριο με την αυστηρή έννοια της λέξεως. Ο Παναγιώτης, κατά καιρούς προσκαλεί λιγοστούς φίλους να συμμεριστούν μερικές σπάνιες εμπειρίες. Είχαμε την τύχη να βρεθούμε στο Shangri-La ( Σανγκρί-Λα) αυτό μια Αυγουστιάτικη νύχτα με Πανσέληνο. Λίγο ουζάκι. Μια ντοματούλα, δυό ελίτσες και αρκετές πενιές μπουζουκιού. Προσπαθήσαμε να φωτογραφήσουμε το σκηνικό αλλά δυστυχώς είναι μερικά πράγματα που η κάμερα δεν μπορεί να συλλάβει. Θα παρουσιάσουμε πάντως αυτά που καταφέραμε. Ελπίζουμε ότι Ο Παναγιώτης θα βρει, εδώστου Γλαυκού το γειτόνεμα , το Νιρβάνα που επιζητεί η Ψυχή του. Εμείς του το ευχόμαστε από τα βάθη της δικής μας Ψυχής.


Σημείωση δική μου....
Καλοκαίρι: 1964....1966...  ... Παίρναμε μόνο πατάτες, κρεμμύδια, ψωμί, ελιές, λάδι, μερικά λεμόνια και μια μεγάλη κατσαρόλα...
Με ορμητήριο τον βράχο αυτόν της φώτο... είχαμε τον τρόπο να προμηθευτούμε ψάρια.......
............Αυθεντική μπουγιαμπέσα.............. Μάγειρας ο θείος Πέτρος Κωστάκης....
..........Είναι οι αναμνήσεις μας, η ταυτότητά μας, η ιστορία μας, ο σημερινός μας εαυτός. Είναι οι στιγμές εκείνες που «ζωντανεύουν» κυρίως τα καλοκαίρια, την πιο νοσταλγική εποχή του χρόνου, τότε που οι μέρες μοιάζουν ξέγνοιαστες και όλα ιδανικά...

Κυριακή, 26 Απριλίου 2020

«Σιντέτ τι κέμι»

Ένας ζωντανός θρύλος είναι τα Καρίκια.
Kάθε Ρηχειώτης που σέβεται τον εαυτό του έχει να σου διηγηθεί μια ιστορία απ’ τα Καρίκια.
Ειδικά ένας Φριντζίλας  το γένος από..... μητέρα....

O προ-παπους μου....Γιωργάκης Φριντζίλας...

Από την Αγορά του Περικλή μέχρι τα Μαγαζιά της Ρηχιάς η απόσταση είναι ασήμαντη. Μαγαζιά είναι η περιοχή γύρω από τον κυκλικό δρόμο και επί του οποίου υπήρχαν τα καταστήματα. Εμπορομπακαλοταβέρνες και καφενεία. Τα μαγαζιά της Ρηχιάς λειτουργούσαν όπως και η Αγορά του Περικλή. Εδώ συγκεντρώνονταν, οι Ρηχιώτες, όταν το επέτρεπαν οι αγροτικές τους ασχολίες να πιούν ένα κρασάκι, έναν καφέ ένα φασκόμηλο η απλώς να καθίσουν σε κάποια από τις λιγοστές καρέκλες αλλά κυρίως στα χτίρια και να συμμετάσχουν ενεργητικά η παθητικά στα δρώμενα. Τα καφενεία στις αρχές του περασμένου αιώνα σέρβιραν τα παραδοσιακά Ρηχιώτικα αφεψήματα. Φασκόμηλο, χαμομήλι, τσάι του βουνού έτσι για να συνοδεύουν τον ναργιλέ. Ο καφετζής Κολισταύρος  (Νίκος Σταυρόπουλος ) στην προσπάθεια του να εκσυγχρονίσει τον καφενέ του λανσάρισε ένα καινούργιο προϊόν που το λέγανε καφέ. Όπως ήταν φυσικό το γεγονός συζητήθηκε ευρέως ανά την Ρηχιώτικη και όχι μόνο επικράτεια. Από το Τζίρο, τα Νήπια, τα Κλείσματα, τα Πακόγια και τα Καρίκια. Αλλά και στον υπόλοιπο Ζάρακα. Όπως ηταν φυσικό, δημιουργήθηκε μια περιέργεια για το καινούργιο τούτο πράμα.  Χαρακτηριστική ιστορία είναι και η εξής. Στα Καρίκια ο μπάρμπα Γιωργάκης Φριντζίλας και ο συμπέθερος του μπάρμπα Παυλές Φριντζιλας συζητούσαν για αυτό το καινούργιο πράμα που έφερε ο Κόλιας. Η συζήτηση πήγε κάπως έτσι.
 «Ρε Γιώργη τι είναι τι είναι τούτο το καινούργιο πράμα που μας έφερε εκείνος  ο Κόλιας και το πίνουνε όλοι?»
«Δεν ξέρω αλλά λέω όταν θα πάμε κάτου να το δοκιμάσουμε.»
Γυρίζοντας από τα Καρίκια και πριν πάνε στα Μπελεσέικα, σταματήσανε στου Κόλια και παραγγείλανε το καινούργιο πράμα. Όταν ο μπάρμπα Κόλιας τους έφερε τους καφέδες παραξενευτήκαν γιατί  αντί για ποτήρι που ήταν συνηθισμένοι, τους   έφερε κάτι φλιτζανάκια.  Παίρνουν λοιπόν τα φλιτζάνια τα τσουγκρίζουν όπως τσουγκρίζουν τα ποτήρια.
«Σιντέτ»
«Σιντέτ τι κέμι»  Οι άνθρωποι, βλέπετε,  ήταν αρβανιτόφωνοι  και μιλούσαν αρβανίτικα.
Και κατεβάζουν το πράμα μονορούφι. Και φυσικά κάηκαν.
«Ρε Κόλια τι ήτανα τούτο. Μας ζεμάτισες».
Δεν είναι γνωστό εάν στη συνέχεια τα συμπεθεράκια έγιναν οπαδοί του καινούργιου πράγματος. Ο καφές πάντως είχε καθιερωθεί.
Εδώ συζητείτο το Βαλκανικό, Μεσανατολικό, Ρωσοτουρκικό το Αλβανικό. Εδώ ανέβαιναν υπουργοί, κατέβαιναν Πρωθυπουργοί και χόρευαν στο ταψί οι τοπικοί βουλευτές και τοπικοί άρχοντες. Οι Ρηχιώτες των μαγαζιών, όπως όλοι οι αραχτέλληνες των καφενέδων είχαν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις και προτιμήσεις χωρίς, σχεδόν πάντα, να ξέρουν γιατί . Ήταν πάντα χωρισμένοι σε δύο κόμματα. Δεν έχει σημασία το όνομα του κόμματος, ήταν όμως πάντα δύο. Υπήρχαν οι φανατικοί υποστηρικτές και επικριτές των παρατάξεων. Όχι κομμάτων, Ατόμων. Στις αρχές του περασμένου αιώνα εντελώς πληροφοριακά και χωρίς καμιάς άλλης σημασίας, δύο οικογένειες κυριαρχούσαν στο Ζάρακα. Οι Γραμματικαίοι και οι Παπαμιχαλόπουλοι. Είναι βέβαιο ότι η μεγάλη πλειοψηφία δεν ήξεραν γιατί υποστήριζαν φανατικά τον έναν ή τον άλλον εκτός του ότι ήταν εξαρτώμενοι από τον τοπικό κομματάρχη. Τον πολιτικό είναιαμφίβολοαν τον είχαν δει ποτέ η τον είχαν ακούσει πολύ δε περισσότερο να ήξεραν τις απόψεις του εάν είχε. Αλλά αυτό δεν τους εμπόδιζε στις Μαγαζιεύσεις τους να υμνούν, παιανίζουν, και να λιβανίζουν τον δικό τους, ενώ κατακεραύνωναν και έστελναν στα τάρταρα τον ¨Οχτρό¨. Μερικοί έπαιρναν τα πράγματα στα σοβαρά ενώ άλλοι το έριχναν και στην πλάκα. Η πλάκα, το καλαμπούρι και η καζούρα ήταν οι βασικοί άξονες διασκέδασης της Καφενοπαρέας.   Ένας, από τους "σοβαρούς", φανατικός οπαδός ρήτορας ήταν και ο Μπάρμπα Γιάννης (θα τον πούμε μπάρμπα Γιάννη γιατί το πραγματικό του όνομα μου διαφεύγει. Η ιστορία πάντως είναι αληθινή ή για αληθινή πάντως μου την διηγήθηκαν), που υποστήριζε τον ….....(ούτε και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία) , τον οποίο, φυσικά, ο Μπάρμπα Γιάννης είναι ζήτημα αν τον είχε συναντήσει έστω και μία φορά. Σε κάποια από τις μαγαζοσυγκεντρώσεις αποφασίστηκε να κάνουν μια πλακίτσα στο Μπάρμπα Γιάννη. Του λένε ¨μπάρμπα Γιάννη θα σου δώσουμε είκοσι δραχμές αλλά δεν θα μιλήσεις καθόλου πολιτικά όλη την ημέρα . Θα μείνεις εδώ δεν θα φύγεις αλλά δεν θα μιλάς. Εντάξει? ¨ ¨Ρε δώστε μου εμένα ένα εικοσάρικο και δεν θα βγάνω τσιμουδιά¨ Παίρνει λοιπόν το εικοσάρικο και αμέσως μετά άρχισε η ομαδική και οργανωμένη επίθεση στον αγαπητό του Μπάρμπα Γιάννη ο οποίος άρχισε να κάθετε σε αναμμένα κάρβουνα περικυκλωμένος από φλόγες, φίδια και ότι άλλο. Το μαρτύριο όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί ο Μπάρμπα Γιάννης Σηκώθηκε βγάζει από την τσέπη το εικοσάρικο και τους το πετάει στα πόδια.¨ πάρτε το ρε γιατί εγώ θα μιλήσω ¨ .. και μίλησε… και μίλησε … και μίλησε. Αυτή ήταν μια από τις μορφές ψυχαγωγίας στα Μαγαζιά.



Μπάρμπα Θοδωράκης Φριντζίλας........................... 
Ενας Λεβεντανθρωπος.... Μποέμ ..............
Ξάδελφος του παππού.........................
Θείος της μητέρας μου.......

Ω! Βλάχα Μούσα της Ρηχιάς
Κόρη του Θοδωράκη
Κατέβα και βοήθα με
Να πω ένα τραγουδάκι
…………………………
Έτσι άρχιζε ένα ποιηματάκι κάποιος φιλόδοξος σατιρικός ποιητής στα μαθητικά του χρόνια, και ο οποίος εγκατέλειψε, για ευνόητους λόγους, την ποίηση πολύ σύντομα. Ο ποιητής(;) αναφέρεται στο Μπάρμπα Θοδωράκη τον Φριντζίλα. Ο μπάρμπα Θοδωράκης ήταν ένας γέρος (γέρο τον θυμάμαι εγώ) αγράμματος, ΤΥΦΛΟΣ, εξ ου και Στραβοθοδωράκης, με άσπρα γένια που είχε το χάρισμα να φτιάχνει στίχους με μεγάλη ευκολία. Πολλοί από αυτούς τους στίχους γινόταν και τραγούδια. Δεν πιστεύω ότι οι στίχοι του να έχουν διασωθεί. Έχω ακούσει ότι κάποιος Ρηχιώτης μετανάστης, κάποτε είχε μαγνητοφωνήσει τα τραγούδια ποιήματα. Εάν πράγματι είναι έτσι θα πρέπει αυτοί που τα έχουν στην κατοχή τους, να τα δώσουν στη δημοσιότητα. Είναι κρίμα να χαθούν. Ελάχιστα από τα ποιήματα του έχει δημοσιεύσει Ο Ιατρός Παναγιώτης Γεωργακόπουλος, ο οποίος δειχνει μεγάλο σεβασμό και θαυμασμό στον τροβαδούρο αυτόν. Ήταν καλός Ποιητής, ή απλώς στιχοπλόκος; Πρέπει να αξιολογηθούν τα ποιήματα του. Ο μπάρμπα Θοδωράκης είναι ένας θρύλος. Να τον σεβόμαστε.
Δεν είμαι βέβαιος ότι ψυχαγωγούσε τους ενήλικες. Είχε όμως μεγάλη απήχηση στον παιδόκοσμο. Όταν το παιδομάνι έβλεπε τον Μπάρμπα Θοδωράκη έτρεχε πίσω του.
«Μπάρμπα Θοδωράκη πες μου ένα ποίημα»
«Πως σε λένε;»
«Μπότη»
«Ο Μπότης το καλό παιδί και τ’άξιο παλληκάρι…..κλπ»
«Πες μου και μένα ένα.»
«Πως σε λένε?»
«Γιάννη»
«Ο Γιάννης το καλό παιδί κλπ. κλπ.»
Ο μπάρμπα Θοδωράκης είχε πάντα ένα τετράστιχο για όλους. Το έφτιαχνε εκείνη τη στιγμή, ή τα είχε σε μια τράπεζα δεδομένων και τραβούσε ένα κατά την ζήτηση; Πως σε λένε Γιώργο. Πάρε Γιώργο. Εσένα; Νίκο. Πάρε Νίκο. Εσένα; Χρήστο. Πάρε Χρήστο.
Περάστε κόσμε, πάρε παιδόκοσμε.
Ανήκε ο μπάρμπα Θοδωράκης στους Entertainers της Παλιάς Ρηχιάς; Στους ενήλικες προφανώς όχι. Ο παιδόκοσμος όμως;
Ο μπάρμπα Θοδωράκης είναι ένας θρύλος, και όπως όλους τους θρύλους να τον τιμούμε και να τον σεβόμαστε..

Copy Paste...
Πηγη: http://www.richea-laconias.gr/index.php/el/home-el-gr
ΡΗΧΙΑ
Η Καθημερινότητα σε ένα Μικρό Ορεινό Χωριό.
Μια εξαφανιζόμενη Κουλτούρα
Του Θοδωρή Κόκκορη


Σημείωση: Τα ανίψια του (οι Θείες μου)... Δηλώνουν ότι δεν ήταν τυφλός... απλώς από νεαρή ηλικία είχε αρχίσει να έχει μειωμένη όραση.... 

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Αδελφέ μου τον χάσαμε.

Ξυπνάς μια μέρα κι η άνοιξη γλιστράει απροειδοποίητα σα πολύχρωμο χαλί στις δυτικές παρυφές της Πάρνηθας. Όλο τον Μάρτιο, φυσούσαν δυτικοί και βόρειοι άνεμοι και όταν ο ήλιος έδυε όλα έμοιαζαν φωταγωγημένα στις μικρές αυλές στις βόρειες συνοικίες της πόλις μας. Οι ακακίες, οι πασχαλιές, οι αμυγδαλιές, και όλα αυτά τα μεγάλα και γυμνά το χειμώνα δέντρα ξυπνάνε σαν από λήθαργο, ότι κ' αν συμβεί δε αργότερα, καταιγίδα, χιονοθύελλα, χαλάζι, δεν ξανά-κοιμούνται μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου. Ο δροσερός αέρας στις ανηφορικές πλαγιές μυρίζει κιόλας φυλλώματα.
Την εποχή εκείνη το μεγάλο πετρελαιοφόρο όπου ήταν ναυτολογημένος, εκτελούσε εργασίες επισκευών στα ναυπηγεία του Σκαραμαγκά. Εδώ και τρεις μήνες του είχε λείψει η οικογένεια του. Λόγω πολλών άλλων πιεστικών υποχρεώσεων, δεν είχε το χρόνο που θα ήθελε να αφιερώσει στην οικογένεια του και τώρα στην διάρκεια των επισκευών προσπαθεί τον ελεύθερο χρόνο που έχει να τον αφιερώνει στην σύζυγο και τα παιδιά τους. Σήμερα ταχτοποιώντας τις τελευταίες λεπτομέρειες με τον επικεφαλής των συνεργείων επισκευών, αργά το απόγευμα αναχώρησε για το σπίτι του όπου περίμεναν την άφιξή του με ανυπομονησία.. Η σύζυγος τον πληροφόρησε στο τηλέφωνο ότι του έχει φτιάξει και ένα ταψί αναποδογυριστή μηλόπιτα με καραμελωμένα μήλα, αφράτη και να μην αργήσει και κρυώσει…  (την συνταγή της αδυναμίας του)…. Είναι έτοιμη να  την «κατασπαράξει.»
Φθάνοντας στο σπίτι,  η κουζίνα μύριζε το άρωμα της κανέλας άλλα μηλόπιτα δεν φαινόταν πουθενά.
«Προ ολίγου πέρασε ο αδελφός σου να μας δει, κι αφού πρώτα έφαγε δυο κομμάτια μηλόπιτα, φεύγοντας μας πήρε και το ταψί ολάκαιρο στέλνοντας φιλιά στον αέρα......»
«Χαλάλι του. Το ξέρεις ότι εκτιμά τη μαγειρική σου.» Βιάστηκε να δικαιολογήσει τον αδελφό του μ' ένα πλατύ χαμόγελο για να της φτιάξει η διάθεσή της.
Κατά τις έξι παρά κάτι κτύπησε το τηλέφωνο. «Ο αδελφός θα ‘ναι.» Σκέφτηκε. «Θα παίρνει με διάθεση να δικαιολογηθεί και να απολογηθεί για την ληστεία του.»
Στην άλλη άκρη ήταν όντως ο μικρότερος αδελφός του. Η φωνή του είναι τραχιά, βραχνή, παρουσιάζει –σπασίματα-.
Ο τόνος της φωνής του αδελφού του τον έβγαλε απότομα από τις ευχάριστες σκέψεις του, ο ήχος της φωνής του αντήχησε σαν μικρό καμπανάκι μέσα στο κεφάλι του. Του δημιούργησε αρκετή αναστάτωση..
Αδελφέ μου τον χάσαμε.» Κατάλαβε να του λέει.
«Τι θέλεις να πεις;» Μάταια προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς εννοούσε ο αδελφός του.
«Τον χάσαμε, έφυγε ξαφνικά και αυτός απ’ την ζωή.» Επανέλαβε ο μικρότερος αδελφός του παραδομένος, σαν να  κατάπινε τα λόγια του...
Έχοντας χάσει την μητέρα τους μόλις πρόσφατα τον τελευταίο αυτό χρόνο, αμέσως η σκέψη του πήγε στον πατέρα τους.
......Η υπέροχη μητέρα τους, απεβίωσε στα εξήντα επτά της χρόνια με πολύ καλή σωματική υγεία από αιφνίδιο θάνατο που ξάφνιασε τόσο το γιατρό της, καθώς και όλους τους άλλους γύρω τους. Υπάρχουν ακόμη μέσα του αναμνήσεις από το παρελθόν, αν και έχουν ξεθωριάσει και δεν είναι τόσο ζωντανές με το πέρασμα του χρόνου, που τις κουβαλά ακόμα και σήμερα.... τις ψυχολογικές ουλές από τον θάνατο της. Επέστρεψε εσπευσμένα από το Χιούστον δεν πρόλαβε να την ασπασθεί για τελευταία φορά. Τον πρώτο καιρό μες στα βαθιά μεσάνυχτα σαν λύκος μοναχικός, σερνόταν κρυφά μέσα από τους ίσκιους και τρύπωνε σαν φάντασμα στην τελευταία κατοικία της. Ηθελε να είναι ολομόναχοι οι δυο τους. Να τα πούνε. Και να μην τους ακούει κανείς. Στεκόταν πάνω από την λιτή μαρμάρινη πλάκα, η ψυχή του κομμάτια. Κλαίει, μ' έντονο, γοερό κλάμα και τα δάκρυα που καίγανε χύνονται ζεστά απάνω στο κρύο μάρμαρο. Γονατιστός επάνω της και αναρωτιόταν «Γιατί;»  Καμία απάντηση από πουθενά... «Που πήγε η γαλήνη και η ηρεμία σου.... Γιατί χάθηκε η ομορφιά της ψυχής σου; Γιατί; Χάθηκαν τα χάδια σου τα τρυφερά. Γιατί;..... Γιατί;»
Ακούγοντας λοιπόν σήμερα αναστατωμένο τον μικρότερο αδελφό του, ένας καταρράκτης μαύρες ιδέες και κακά προαισθήματα ήρθαν να φωλιάσουν στο μυαλό του... μάταια προσπαθούσε να τα διώξει λες και ήταν απαγορευμένες επιθυμίες.
«Με πήραν τηλέφωνο απ’ την Ρόδο, ο αδελφός μας -το τζινάκι μας- είναι νεκρός. Με ειδοποίησαν πως το βρήκαν νεκρό ενώ κοιμόταν στο κρεβάτι σπίτι του.»
Δεν ήταν άρρωστος. Πέθανε ξαφνικά. Σταμάτησε τη νύχτα η καρδιά του. Μονάχη της.
Όπως είπαν οι φίλοι του που τον είδαν το τελευταίο βράδυ «τίποτε δεν προμήνυε το τραγικό περιστατικό». Ο Αδελφός του κάθισε μαζί τους μέχρι αργά και στη συνέχεια αναχώρησε για το σπίτι του ώστε να κοιμηθεί. Το πρωί της Δευτέρας θα επέστρεφε στην Αφάντου όπου εργαζόταν τελευταία.
Μόλις συνειδητοποίησε έπεσε σιωπή!  Τώρα, τα φίδια τον είχαν ζώσει για τα καλά.  Η ιδέα ότι ο αδελφός του πέθανε τον έσφαζε και δεν ήθελε να τη σκέφτεται.
Κλονίστηκε, αλλά ακόμη δεν δεχόταν, δεν ήθελε να το πιστέψει, δεν μπορούσε να το πιστέψει.  Κούνησε το κεφάλι του αποφασιστικά. «Δεν το πιστεύω!» δήλωσε. «Δεν μπορεί να είναι αλήθεια!»
Σκοτείνιασε! Έκλεισε τα μάτια του παραδομένος, με το στόμα ανοιχτό και μάταια προσπαθούσε να βρει τα λόγια του. Ο αιφνίδιος θάνατος του αδελφού του τον ταρακούνησε. Την στιγμή που η πληροφορία ρίζωσε στο μυαλό έφτασε η ψυχή στα πόδια του. Ένοιωσε σαν να ‘φύγε μεμιάς όλος ο αέρας από μέσα του, είχε την αίσθηση ότι δεν μπορούσε ν’ ανασάνει. Το αίμα έτρεχε γρήγορα στα μηλίγγια του και τα δάκρυα κυλούσαν από τα δυο του μάτια. Η είδηση του θανάτου του αδελφού του ήρθε και φώλιασε μέσα του αργά επώδυνα σαν το βήμα του λύκου, όπως το σύρσιμο της έχιδνας, έτσι όπως έρχονται όλες οι κακές σκέψεις και φωλιάζουν μέσα μας μια μέρα που το κακό φουντώνει όπως οι ανοιξιάτικοι θάμνοι.
O ήλιος στα δυτικά άρχισε να γέρνει, ένοιωσε μια λεπτή ψύχρα να τον ζώνει. Το δωμάτιο σκοτείνιασε, όλα γύρω του ξαφνικά σώπασαν, έξαψη πλημμύρισε το μυαλό του. Ένας οξύς πόνος άρχισε να τον βασανίζει στο στομάχι, ξεράθηκαν τα χείλη του. Ο πόνος συνέχεια δυνάμωνε. Ένοιωθε να τον διαπερνά στην αριστερή πλευρά από τη μέση του θώρακα. Τα μάτια του θάμπωναν. Αυτό που συνέβηκε ήταν κάτι που δύσκολα μπορούσε να το δεχτεί. Η γυναίκα του στεκόταν δίπλα ακίνητη, τον κοιτούσε στα μάτια που τώρα είχαν γίνει πελώρια κι η λάμψη τους σκιαζόταν απ’ την αγωνία, όπως το φεγγάρι απ’ τα σύννεφα. Το έβλεπε στο συγκλονισμένο πρόσωπο του να μεγαλώνει η απελπισία του και αναζητούσε κι αυτή απαντήσεις. Με μάτια θολά λες κ’ έβλεπε έναν απαίσιο εφιάλτη, με φωνή βραχνή και αφύσικη της εξήγησε όσο πιο σύντομα τα γεγονότα που του μετέφερε ο μικρότερος αδελφός του.
Όταν της ανήγγειλε την είδηση, η γυναίκα του αναστέναξε με πόνο ψυχής και δάκρυα κύλησαν στα μαγούλα της. Κρατήθηκε από το μπράτσο του ... «Πότε συνέβη το μοιραίο; Πώς έτσι ξαφνικά;» Τα χέρια της τον χάιδεψαν με τρυφερότητα στους ωμούς, έσκυψε και έγειρε στο στήθος του για να μη φανεί το μέγεθος της θλίψης της.
«Είναι τόσο απροσδόκητο.» ψέλλισε. «Και τόσο άδικο.» Συμπλήρωσε σα να μονολογούσε. Βαθιά επηρεασμένη από την απρόσμενη είδηση που τους άφησε άναυδους, προσπάθησε να του δώσει κουράγιο και δυνάμεις. Να τον παρηγορήσει. Τ' αναστενάγματα της αντηχούσαν όμοια με το θρόισμα των φύλλων στους πανύψηλους ευκαλύπτους στο απέναντι πεζοδρόμιο του σπιτιού τους καθώς τα κουνούσε ο αγέρας, πασχίζοντας ταυτόχρονα να κρύψει  τη δική της βαθιά θλίψη και συγκίνηση, να διατηρήσει την ψυχραιμία της.
Ο χρόνος κυλούσε κι αυτός έμενε εκεί ακίνητος, αναποφάσιστος λες και ήταν χωμένος στο βούρκο και βυθιζόταν αργά-αργά δίχως να μπορεί να κάνει κάτι για να ξεφύγει. Ο βούρκος έφτανε ήδη μέχρι το λαιμό του, τόνε ρουφάει, βουλιάζει-βουλιάζει, σε μια σιωπηλή καταβόθρα...
Είχε παραλύσει πνιγόταν. Η γυναίκα του τον γράπωσε από τον αγκώνα, τον ταρακούνησε νοιώθοντας την αδήριτη ανάγκη του να πάρει καθαρό αέρα. Ένα αίσθημα ανακούφισης διαπέρασε τις φλέβες του. Μπορούσε ν’ αναπνεύσει ελευθέρα. Τη φίλησε για να την καθησυχάσει.
«Νομίζω ότι σας πέφτει το βάρος να φύγετε και να πάτε να τον φέρεται.» Του είπε κοιτάζοντας τον μες στα μάτια. «Ναι πρέπει να φύγω.» Της λέει με μια αποφασιστικότητα και σοβαρότητα που την άφησαν έκπληκτη
Η γυναίκα του τώρα είχε χάσει το θάρρος της και συνέχισε να τον κοιτάζει στα μάτια λες και την είχε πιάσει πυρετός. Ή θρησκευτική πίστη ήταν βαθιά ριζωμένη στην ψυχή της και η μεταφυσική ελπίδα την οδηγεί στη ζωή πιστεύοντας πάντα σ’ αυτό που συνήθιζε να λέει. «Όλα είναι γραφτό να γίνουν έτσι!» Συγκράτησε όμως το παραλήρημα της ψυχής της. «Ο Θεός ας τον δεχθεί στην αγκαλιά του. Ήταν θέλημα του.» Πρόφερε για κατευόδιο….
Το θλιβερό γεγονός απλώθηκε μπροστά του και το παρελθόν τον αγκάλιαζε σαν όνειρο σαν ίσκιος και θάμπωνε συμπυκνώνοντας την εικόνα του αδελφού του.
Δεν ήθελε ακόμη να πιστέψει αυτό που συνέβηκε να το παραδεχτεί και να το συνειδητοποιήσει μέσα του. Δεν.....δεν... Η καρδιά φτερούγισε χωρίς ελπίδα.
Γιατί έφυγε έτσι ξαφνικά;
«Και δεν άφησε πίσω του ούτε ένα αντίο;»
Ένας κόμπος είχε σταθεί στο λαιμό του και τον έπνιγε. Ακουγόταν και το πέταγμα της μύγας, τόση ησυχία επικρατούσε.......... Οι μεγαλύτερες τραγωδίες έρχονται χωρίς να τις  έχουμε σκεφτεί και μας δαγκώνουν όπως οι δαγκάνες του σκορπιού.
Ζωντανή έχει μπροστά στα μάτια του την φωτεινή μορφή του.  Σαν να τη βλέπει τώρα  να βαδίζει προς τα εκείνον..... Θα μπορούσε να την ζωγραφίσει με το γλυκό χαμόγελο του, με το βλέμμα του χαμένο πέρα μακριά.
«Καλό σου ταξίδι, αγαπημένε μου αδελφέ, γλυκό μας ...τζινάκι.. Θα μας λείψεις πάρα πολύ αγαπημένε μου αδελφέ, θα μας λείψεις ... Πως να σου πω το τελευταίο αντίο; πως;.» Η γλώσσα μπερδεύτηκε και οι  λέξεις σχηματίστηκαν στα χείλη του χωρίς να ειπωθούν.
"Όργωνε ο Xάρος, όργωνε. Τον κάματο δεν παύει
μέρα και νύχτ' ακοίμητο τ' αλέτρι του δουλεύει.
Eσυνεπήρε το βλαστό, τον έγειρε στο χώμα
και δίχως σάλαγο, βουβός, περνά και διβολίζει."
Οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν το πως νιώθει....
Με πόνο ψυχής συλλογίστηκε. Η ζωή που 'κανε  ο αδελφός του είχε αφήσει τα σημάδια της. Η μοίρα μας αν και είναι αμείλικτα σοφή, στον αδελφό του προσέφερε λιγότερα δώρα απ’ όσα του άξιζαν ν’ αποκτήσει.
Η τραγική κατάληξη του αδελφού του και η αυλαία του αποχαιρετισμού της ζωής του, ίσως τελικά και να ‘ταν ταιριαστή με το πάθος και τις κρυφές καθημερινές αλήθειες που έζησε στην σύντομη ζωή του.
Τον αδελφό του ο χρόνος και η μοίρα τον είχαν αλλάξει, και ταυτόχρονα ο ίδιος ο χρόνος του ακύρωσε και τα όνειρα για το μέλλον.
Ο δεύτερος αδελφός του το μικρό τρομαγμένο αγόρι στη λέμβο της αναχώρησης εκεί στην προβλήτα της Μονεμβασιάς, εξελίχθηκε σ’ ένα ξεχωριστό παιδί, ένα παιδί με πολλά ταλέντα, ένα νέο και πολύ όμορφο αγόρι που σκεφτόταν ότι «καλά προχωρά η ζωή».
Μεγαλώνοντας ψήλωσε αρκετά, απέκτησε φυσική ομορφιά, και από έφηβος έδειχνε μεγάλη αυτοκυριαρχία και εμπιστοσύνη στον εαυτό του.
Το πρόσωπό του είχε στιβαρή χάρη και το βλέμμα του ήταν χαϊδευτικό, ήμερο κι αντίφεγγε με μελί φωτεινές αναλαμπές.
Αγαπούσε τον αθλητισμό και τη βυζαντινή μουσική.
Γυμνασμένος πολύ καλός αθλητής. Μαύρη ζώνη στο καράτε, φοβερός στο ποδόσφαιρο.
Δεν ήταν βέβαια καμία πολύ ιδιαίτερη μεγαλοφυΐα αλλά...
Ήταν καλός σε όλα, είχε κάτι το ιδιαίτερο. Ήταν από τους τρεις, έξυπνος, όμορφος, γεννημένος αθλητής. Ήταν ότι μπορεί να ονειρευτεί ένας γονιός.
Η περιπετειώδης ιδιοσυγκρασία του εκδηλώνεται ήδη απ' την εφηβική του ηλικία, όπως και το πρώιμο ξεχωριστό ταλέντο του. Και τα δυο θα τον ακολουθήσουν δια βίου.
Είχε όμως ένα ελάττωμα… Ήταν ταυτόχρονα, τρομακτικά απείθαρχος, για τις απαιτήσεις που απαιτούνται για μια επιτυχή καριέρα....
Δεν είχε την ικανότητα να χαλιναγωγεί τον εαυτό του, δεν είχε την απαιτούμενη ισορροπία αποφάσεων, και το εφήμερο συναίσθημα επικρατούσε πάντα του ρεαλισμού στις αποφάσεις της ζωής του.
Πολλές φόρες την προσπάθεια των αδελφών του να δει τα γεγονότα με την συνήθη λογική την αντιμετώπιζε σχεδόν αδιάφορα. Απλώς αναρωτιόταν γιατί ανησυχούσαν όλοι τους χωρίς λόγο, και αφηνόταν να παρασυρθεί από το συναίσθημα της εφήμερης ικανοποίησης.
Ήταν ταλέντο, το οποίο αν πίστευε λίγο παραπάνω ο ίδιος, στον εαυτό του, ίσως να τον βλέπαμε σε πολλά πρωτοσέλιδα του αθλητικού τύπου. Αλλά η ζωή δεν καθορίζεται με ίσως και μπορεί αλλά από τις πράξεις και τις αποφάσεις.
Τα πρώτα χρόνια στην Λαμία ήταν μια πολύ δύσκολη εποχή για τα οικονομικά της οικογένειας. Ο Μπάμπης με παιδικό θάρρος και ευρηματικότητα συγχρόνως με την σχολική και την αθλητική απασχόληση εργαζόταν παράλληλα στους νυχτερινούς κινηματογράφους της πόλης και είχε μια αξιόλογη οικονομική συνεισφορά στην οικογένεια. Οι σχολικές του επιδόσεις στα μαθήματα ήταν σχετικά μέτριες διότι ελάχιστα τον απασχολούσαν πέρα από τα αθλητικά και τα καλλιτεχνικά μαθήματα. Η ιδιαίτερα αξιόλογη σχολική ικανότητα του ήταν η ζωγραφική. Τέλειωσε το λύκειο απλώς γιατί έπρεπε να το τελειώσει.
Μπορεί να ‘ταν ένα χαρισματικό παιδί, αλλά οδήγησε την ζωή του χωρίς πηδάλιο, ανήσυχος, χωρίς πληρότητα, τελικά βούλιαξε στο βάλτο της καθημερινότητας, με τα σπουδαία του χαρίσματα χαμένα.
Από την εφηβική του ηλικία η περιπέτεια ήταν συνυφασμένη με την ίδια τη ζωή μου.
Η καριέρα του στο ποδόσφαιρο ποτέ δεν ξεκίνησε ύστερα από μια προσωπική κόντρα και ένα καπρίτσιο με τον προπονητή του. Το πλούσιο ταλέντο με το οποίο τον προίκισε η ποδοσφαιρική φύση, ποτέ του δεν αναδείχτηκε.
Είχε πάρει το όνομα του αδικοχαμένου θείου του Λάμπρου, αδελφού της μητέρας τους που σκοτώθηκε σε ενέδρα στον εμφύλιο πάνω στον ανθό της ηλικίας του.
Η καταγωγή της μητέρας τους ήταν πέρα από τα ορεινά χωριά του Ζάρακα που είναι κουρνιασμένα ανάμεσα στα νοτιοανατολικά ακροβούνια του ορεινού όγκου του Πάρνωνα.
Με την άφιξη της οικογένειας στη Λαμία ο Λάμπης έγινε Μπάμπης καθώς συνηθίζεται στη ρουμελιώτικη καθημερινή διάλεκτο.
Ταυτόχρονα ήταν αυτός απ’ τα αδέλφια του είχε όλα εκείνα τα φυσικά σωματικά χαρίσματα των προγόνων από την πλευρά της μητέρας τους.
Ήταν ένας όμορφος άντρας με καστανόξανθα μαλλιά που συνήθως τα άφηνε λίγο περισσότερο μακρύτερα απ' όσο έπρεπε.
Ένα πορτραίτο νεαρού άνδρα, με στιβαρό και ταυτόχρονα ήρεμο δυναμισμό. Η ιστορία του έδειξε ότι ούτως ή άλλως εντυπωσιακή παρουσία του σίγουρα δεν περνούσε απαρατήρητη και όπου σύχναζε πολύ εύκολα οι γυναίκες βρίσκανε στην αγκαλιά του όλες τους τις καλοκαιριάτικες ερωτικές επιθυμίες. Και σίγουρα ένας τέτοιος χαρακτήρας δεν είχε δώσει πολλές αφορμές για μόνιμες δεσμεύσεις. Έμεινε μοναχικός και λεύτερος να χαρεί τη ζωή του σύμφωνα με τις ιδεολογικές του θεωρήσεις. Δεν είχε μάθει να θέτει ρεαλιστικούς στόχους, ποτέ του δεν έκανε σοβαρή προσπάθεια να καρποφορήσει ολοκληρωτικά μια σχέση του. Ίσως να μην καταλάβαινε την επιθυμία να αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί με αφοσίωση, επειδή πιθανόν να μην αισθάνθηκε κάτι παρόμοιο......
Η φυσική του σεξουαλικότητα και ο ήρεμος θελκτικός τόνος της φωνής του κυριαρχούσαν στους γύρο του. Είχε όλα τα φυσικά και πνευματικά προσόντα να κάνει αξιοζήλευτη καριέρα στους θεατρικούς χώρους. Ήταν υπέροχος αφηγητής, τ' αδέλφια του κρέμονταν απ' τα χείλη του στις ατέλειωτες αφηγήσεις του. Δυστυχώς δεν θέλησε ν’ ασχοληθεί. Πολλοί το πίστευαν ότι ίσως αυτός ο χώρος να ‘ταν η ευκαιρία που θα κτυπούσε την πόρτα του, θα ‘ταν ο τόπος που θα του άνοιγε το δρόμο να φτάσει στο υπήνεμο λιμάνι της ταραχώδους ζωής του.
Στο στρατό υπηρέτησε στο Πρώτο Σύνταγμα Καταδρομών..... Το μεγαλύτερο μέρος της εκπαίδευσης του το πέρασε στα βουνά της Ελλάδας που οι δυνάμεις αυτές ειδικεύονται στον ορεινό αγώνα, στην επιβίωση και στον ανορθόδοξο πόλεμο. Είναι απείθαρχος, δεν υπακούει συνήθως σε εντολές , δεν ευθυγραμμίζεται με τους κανόνες, για τους λοχίες και τους λοχαγούς του ήταν μια σκέτη καταστροφή. Σε κάποια χειμερινή άσκηση στο Στρυμόνα ποταμό βιαιοπράγησε με τον έχοντα το πρόσταγμα μες στο ποτάμι, λίγο έλειψε να τον πνίξει. Βλέποντας οι εκπαιδευτές του τον ατίθασο χαρακτήρα του θεώρησαν ότι είναι καλύτερα να του δώσουν φύλλο πορείας για άλλη μονάδα με λιγότερες απαιτήσεις.. Τον προγραμμάτισαν μετάθεση για την Ρόδο.
Ένας ταγματάρχης επικεφαλής της μονάδος τον θεωρούσε αφρόκρεμα και όχι κακό... αδυνατούσε να συναινέσει ένας από τους καλύτερους ορεσίβιους καταδρομείς στην καριέρα του να τον υποβιβάσει σε χωροφύλακα στη Ρόδο.... Τελικά κατέληξε ανενεργός καταδρομέας στην σχολή πολέμου στη Ρεγγίνα Θεσσαλονίκης.. Ακόμη και εκεί στη Ρεγγίνα η σχέση του με τον στρατό ήταν πολυτάραχη...
Κόρη Θεσσαλονικιά με την μανά της αντάμα ροβόλησαν Αθήνα .... το χέρι της κυρά Γιαννούλας  φιλούσαν ... Μήπως και τον καταφέρει... το ναι να πει...
Έλα όμως που Σλάβες και Κροάτησες με τα φιλήδονα χείλη και τις προκλητικές καμπύλες τον σαγηνεύουν.....
Η μετέπειτα επαγγελματική ζωή του πολυτάραχη και ασταθής. Ασχολήθηκε με μια πληθώρα από επαγγέλματα. Από δουλειές του ποδαριού μέχρι επιτυχημένες επιχειρήσεις.
Με το πέρασμα του χρόνου βυθιζόταν σε μια περιπετειώδη προσωπική αναζήτηση, χωρίς πρόγραμμα και σταθερότητα. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια συνεχή τυχοδιωκτική περιπέτεια που τη ζούσε μ’ έντονο και εφήμερο πάθος.
Μια εποχή τον θυμάται που με πολύ κόπο και πειθώ τον απέτρεψε να καταταγεί σε ιδιωτικό μισθοφορικό στρατό με έδρα το Ομάν του Περσικού κόλπου.
Η βασική του διαμονή ήταν το νησί της Ρόδου.... Του ήταν γραφτό τελικά να πάει στη Ρόδο..
Μα πολλούς χειμώνες συνήθως τον βρίσκανε σε συχνά ταξίδια ενίοτε στις σκανδιναβικές χώρες ενίοτε στην Ιρλανδία, ακόμη και στη Γαλλία και την Ολλανδία.
Ήταν νέος και τα πράγματα κατά την δική του οπτική του ερχόντουσαν ευνοϊκά στη ζωή του.
Η ανήσυχη φύση του από την εφηβεία ακόμη αναζητά να γευτεί πάμπολλες εμπειρίες, τις άγνωστες σ’ αυτόν πλευρές του κόσμου μας. Φύσει ανήσυχο και τολμηρό πνεύμα, η ζωή του ήταν μια περιπέτεια, μια αναζήτηση, μια Οδύσσεια.
Ο καιρός περνούσε και ο αδελφός του συνέχισε να περιπλανιέται. Κάθε τόσο άλλαζε πόλη και δουλειά. Στα ταξίδια του είδε ένα μεγάλο κομμάτι της Ελλάδας και της Ευρώπης χωρίς ουσιαστικά να το προσέξει. Γνώρισε πολλούς ανθρώπους, έκανε με μεγάλη ευκολία παντού φιλίες, οι γυναίκες τον έβρισκαν ακαταμάχητο τις τραβούσε σαν μαγνήτης.
Πάντα του ήταν ικανός να κάνει ενέργειες ανεπιτήδευτες, ανεξιχνίαστες, απρόβλεπτες. Δεν έμενε πολύ σε κάθε δουλειά. Γρήγορα έχανε το ενδιαφέρον του και ξεκινούσε χωρίς πρόγραμμα για καινούργιους τόπους.
Ήταν στην πραγματικότητα ένας εξευγενισμένος αληθινός νομάς στη σύγχρονη εποχή, σαν να ωθούσε τις ενέργειες του μια αθέατη φυσική δύναμη.
Περνώντας τα πρώτα χρόνια της νιότης ίσως και να είχε στιγμές που κάνοντας ενδοσκόπηση να αισθάνθηκε ότι περπατούσε λάθος μονοπάτι στη ζωή του.
Πολλές φορές, σε ώρες περισυλλογής, ίσως και να σκεπτόταν με μια αδιόρατη πίκρα ότι ήταν πολύ αργά για να αλλάξει μονοπάτι.
Μια τέτοια κατάσταση συνεχούς νεότητας που επιζητούσε να του ήταν βαρύ, και έρχεται η στιγμή που υπάρχει το τίμημα και η συντριβή...... Όλα τη στιγμή αυτή έχασαν την ομορφιά τους εξαφανίστηκαν.
Τον αδελφό του τον σκότωσε το ίδιο του το πάθος για τη ζωή. Και η ίδια η ζωή τον έδιωξε από την αγκαλιά της. Δε χρειάστηκε και πολύς κόπος για να αναποδογυρίσει το σκάφος παρασύροντας στο βυθό ότι υπήρχε πάνω του.
Ο σοφός παππούς τους έλεγε.
«Ο καλύτερος τρόπος για να προβλέψεις το μέλλον, είναι να το δημιουργήσεις εσύ ο ίδιος.»
Όταν τον βάλανε κάτω απ' τη γη ήταν μονάχα σαράντα ενός χρονών.
Χάθηκε έτσι ξαφνικά. Ποιος θα το 'λεγε. Σαράντα ένα χρόνια ανέμελης ζωής που ξαφνικά ένα ύπουλο τσίμπημα στην καρδιά τον σκόρπισε για πάντα.
Λάκισε απ' τούτη τη ζωή χωρίς να τους πει ούτε ένα αντίο.....

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Ορχιδέα που ανθίζει στη σέρα


Καλοφτιαγμένος, είχε εκείνα τα κλασσικά όμορφα μεσογειακά εξωτερικά χαρακτηριστικά, ψηλός με φαρδιούς ώμους και σώμα δεμένο. Μαλλιά, κυματιστά και πυκνά, καλογραμμένα σαρκώδη χείλη, σκούρα μελιά μάτια, λακκάκια. Ένας νεαρός άνδρας γοητευτικός, ήσυχος, σχεδόν εσωστρεφές άτομο, με μιαν ευγένεια, είχε περιορισμένους φίλους και πολλές ανησυχίες.
Γεννημένος πριν από είκοσι δύο χρόνια στις παρυφές του Λακωνικού Πάρνωνα, με την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας στα μέσα της δεκαετίας του 1970-80, αναζητούσε απαντήσεις στις ανησυχίες που τον απασχολούν, στους προβληματισμούς του, στα ερωτηματικά που τον βασανίζουν στην προσπάθεια ν' ανοίξει το δρόμο του μέλλοντος του. Αναζητά την ανεξαρτησία για τον εαυτό του μέσα από την διαδρομή και τις επιλογές που θα επηρεάσουν την κατοπινή του εξέλιξη. ... χωρίς όμως να αγνοεί τους περιορισμούς του συστήματος και των αναγκών της καθημερινής του επιβίωσης.
Αφού δοκίμασε αναζητώντας την ευκαιρία του, στο κόσμο των «χρυσών ευκαιριών» σε διάφορες πρόσκαιρες εργασίες στη στεριά, διαπίστωσε με οδύνη ότι δεν ήξερε να πουλάει τον εαυτό µου, ντρεπόταν να τους αφήνει να τον χρησιμοποιούν ως γρανάζι μιας απρόσωπης μηχανής. Οι προγονοί του στην αγκαλιά του Πάρνωνα και του Ταϋγέτου εκεί στην κοιλάδα του Ευρώτα θεωρούσαν την ανδρεία αρετή ισότιμη του έρωτα και της αυτοθυσίας, ήθελε να πιστεύει μια σταγόνα από το DNA τους κυκλοφορούσε και στο δικό του στο αίμα.
Από καιρό τον ταλάνιζε ένα κοκτέιλ ιδεών να «μπαρκάρει» ως ναυτικός.. Σαν ψίθυρος στριφογύριζαν αυτές οι ιδέες στο μυαλό του να ξεκινήσουν να γράφουν μια άγραφη επαγγελματική του ιστορία. Η ιδέα να «μπαρκάρει» του ακούγεται αρκετά δελεαστική και ενδιαφέρουσα επιλογή... Τη θάλασσα την αγαπούσε αλλά δεν μπορούσε με τη λογική να εξηγήσει το γιατί. Μηδέ συγγενείς στα καράβια είχε, μηδέ μεγάλωσε σε κανένα λιμάνι .... Κι έτσι παραιτήθηκε από εκεί που εργαζόταν και αποφάσισε να μπαρκάρει.
Σύντομα βρέθηκε στην Ακτή Μιαούλη στον Πειραιά εφοδιασμένος με το Ναυτικό Φυλλάδιο και το βιογραφικό του ανά χείρας.  Είχε όλα τα τυπικά προσόντα για να αναζητήσει μια καλή θέση εργασίας την εποχή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ενδιαφέρουσα από πολλές απόψεις για τα πληρώματα.  Ήταν περιζήτητα  να επανδρώσουν τα πλοία του Ελληνικού Εμπορικού Ναυτικού. Η ανεργία στην ξηρά αναγκάζει χιλιάδες νέους αλλά και ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας να στραφούν προς τη θάλασσα. Η Ακτή Μιαούλη στον Πειραιά γέμιζε κάθε πρωί από ναυτικούς που ζητούν μια δουλειά.
Οι αναζητήσεις και τα πρόσκαιρα αδιέξοδα του φαίνεται ότι σύντομα θα αποτελούν παρελθόν, καθώς στο χέρι κρατούσε το αεροπορικό εισιτήριο για το ταξίδι με προορισμό τον Περσικό κόλπο. Μπάρκαρε ως Δόκιμος μηχανικός σ’ ένα ατμοκίνητο γκαζάδικο εικοσαετίας.
Και καθώς τώρα ένας καινούργιος κύκλος αρχίζει με μια καριέρα στη θάλασσα, όλα έδειχναν πως η συνέχεια των σπουδών του που τόσο πολύ επιθυμούσε, ήταν πλέον ένα όνειρο παραγκωνισμένο στο χώρο της φαντασίας.
Ίσως κάποια μέρα.
Ίσως.
Από πότε είχε να κλάψει, στ' αλήθεια, ούτε αυτός δεν θυμόταν. Σήμερα ήθελε να κλάψει, αλλά τα μάτια του δεν έτρεχαν. Άφηνε πίσω του αρκετά επώδυνα είναι η αλήθεια μια σχετικά αδύνατη σχέση. Υστέρα από μια μεγάλη, γεμάτη ένταση και άφθονα δάκρυα συζήτηση αποφάσισε ότι όλα είχαν τελειώσει. Έτσι κι’ αλλιώς πότιζαν ένα μαραμένο λουλούδι εδώ και πολύ καιρό, του ήταν αδύνατον να αγνοήσει την πραγματικότητα. Ο χρόνος είναι επίμονος και τα γιατρεύει όλα. Και η επιθυμία του... η ανάγκη του για νέες γνωριμίες φούντωνε και μεγάλωνε μέσα του όπως τα μανιτάρια στην υγρασία.
Έχουν περάσει πάνω από πέντε μήνες από τότε που μπαρκάρισε στο πλοίο και βαφτίστηκε στην «αλμύρα» που του διαλύει την ανεμελιά και τον φέρνει αντιμέτωπο με μια σκληρή πραγματικότητα. Συνθήκες άγνωστες πρωτόγνωρες. Συνθήκες που τείνουν να ανατρέψουν τις μέχρι χθες εμπειρίες του. Η ζωή στη θάλασσα δεν είναι «παιχνίδι» για όλους. Σκληρή σωματική δουλειά, ψυχολογική πίεση, δύσκολες καιρικές συνθήκες, δύσκολα ταξίδια, αλλά συνάμα περιπετειώδη και συναρπαστικά. Μαθαίνεις να αγωνίζεσαι. Αποκτάς γνώσεις, εμπειρίες, αναπτύσσεις προσωπικότητα.
Η θάλασσα είναι η μεγάλη αγάπη αλλά και το στοιχειό με το οποίο παλεύουν καθημερινά οι ναυτικοί για να τα βγάλουν πέρα στη σκληρή ζωή τους.
Το τελευταίο τους ταξίδι, με προορισμό την Ευρώπη από τον Περσικό κόλπο …. γίνεται με τον περίπλου της Αφρικής από τα ανατολικά προς τα δυτικά.
Στο ενδιάμεσο του ταξιδιού σταμάτησαν για ανεφοδιασμό καυσίμων στα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου. Κάποιο λειτουργικό πρόβλημα με το πλοίο του ανεφοδιασμού των καυσίμων, έγινε η αιτία να μείνουν «ράδα» στο ασφαλές αγκυροβόλιο του νησιού για περισσότερο από δυο ημέρες.
«Τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου, στον Ατλαντικό Ωκεανό, βρίσκονται δυτικά του πιο δυτικού σημείου της Αφρικής, Το αρχιπέλαγος αποτελείται από δέκα νησιά και πέντε νησάκια, τα οποία διαιρούνται σε προσήνεμες και υπήνεμες ομάδες.
Τα νησιά είναι ηφαιστειακά στην προέλευση, και όλα εκτός από τρία είναι ορεινά. Το κλίμα είναι τροπικό και ξηρό, παρουσιάζοντας λίγη παραλλαγή καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Οι άνεμοι είναι συχνοί, φέρνοντας περιστασιακά σύννεφα άμμου από την έρημο Σαχάρα της Αφρική στην ανατολή. Η βροχόπτωση είναι πολύ μικρή και ανώμαλη. Η βλάστηση είναι αραιή και αποτελείται από τους διάφορους θάμνους, την αλόη, και άλλα ενάντια στη ξηρασία είδη.
Οι παρατεταμένες ξηρασίες είναι ένα αυξανόμενο πρόβλημα για το μικρό αρχιπέλαγος, το οποίο δεν έχει καμία ανανεώσιμη πηγή γλυκού νερού.
Το Πράσινο Ακρωτήριο είναι συμβαλλόμενο μέρος στις διεθνείς συμφωνίες σχετικά με τη βιοποικιλότητα, την αλλαγή κλίματος, την ερήμωση, την περιβαλλοντική τροποποίηση, το νόμο προστασίας θαλασσίου περιβάλλοντος.»
Απογευματινές ώρες βρέθηκε μοναχικός και ξένος να περιπλανάται τους ήσυχους χωματόδρομους του νησιού, χωρίς πρόγραμμα η σχέδιο στο μυαλό του. Είχε αρκετό καιρό να περπατήσει στη στεριά, σήμερα ήταν ελεύθερος όλο το εικοσιτετράωρο να περιπλανηθεί στην πρωτεύουσα του νησιού που επεκτείνεται σε έναν λόφο με θέα το μικρο λιμάνι και τον κόλπο που αγκυροβολούν τα πλοία.
Στην πραγματικότητα δεν ήταν βέβαιος τι ακριβώς επιθυμούσε, αισθανόταν απλώς να διολισθαίνει σε κάτι για το οποίο δεν ήταν καθόλου σίγουρος τι είναι.
Χαμένος στις σκέψεις του, συνέχισε την περιπλάνηση, ο δρόμος μέχρι το χωριό ήταν ανηφορικός κι εκείνος περπατούσε αργά αναπνέοντας το ζεστό ανοιξιάτικο αέρα και μυρίζοντας ασφοδέλους που ξεπηδούσαν στο έδαφος. Κάθε τόσο σταματούσε και γύριζε να κοιτάξει γύρω του. Η μέρα ήταν πολύ ζεστή και ο ουρανός, με ένα γκριζωπό γαλάζιο, έμοιαζε να είναι ακόμη σκεπασμένος από τη σκόνη μιας αμμοθύελλας που έπληξε το νησί και της οποίας οι τελευταίες ουρές έσβηναν στη δύση.
Σκούροι ηφαιστιογενείς βράχοι δίνουν την θέση τους σε περιορισμένα πράσινα τοπία, θαλασσινές εικόνες διαδέχονται τους φτωχούς γραφικούς οικισμούς και συστάδες από φραγκοσυκιές και φοινικιές. Οι φραγκοσυκιές, ανθισμένες τώρα, έδιναν μια χρυσή νότα στο γκρίζο περιβάλλον.
Υπήρχε ένα πανδοχείο που εξυπηρετούσε τους επισκέπτες του νησιού ως επί το πλείστον, και κυρίως τα πληρώματα των πλοίων που έριχναν άγκυρα στο αγκυροβόλιο για ανεφοδιασμούς καύσιμων και για φρέσκα τρόφιμα.
Καθώς λοιπόν βυθιζόταν στις αξεδιάλυτες σκέψεις του δεν είχε αντιληφθεί ως την τελευταία στιγμή πως δύο μάτια τον παρακολουθούσαν από την άκρη του δρόμου εκεί στον εξωτερικό χώρο του πανδοχείου. Τα μάτια ανήκαν στο νεαρό κορίτσι που βρισκόταν ανάμεσα στα δέντρα λίγα μόνο βήματα  εμπρός του....... σαν μια ομίχλη που σχηματίστηκε από την ομορφιά της να έχει μπει τώρα μπροστά στα μάτια του. Μια λυγερή σιλουέτα, λεπτή και χυμώδης, με ατέλειωτα πόδια, που έδειχναν ακόμη πιο μακριά κάτω από το κοντό λινό αμάνικο φόρεμα που φορούσε και τελείωναν σε ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια, και εάν δεν τα εμπόδιζε το έδαφος θα συνέχιζαν χωρίς τελειωμό παρατήρησε. Μια κρεολή με κορμί κορινθιακού αμφορέα, μύτη μικρή ανασηκωμένη, μάτια αθώα γκρίζα πράσινα, πρόσωπο πρωτόγονα αισθησιακό. Όμορφη, ελκυστική, συναρπαστική ακτινοβολούσε το εφηβικό πρόσωπο της. Είναι αυτό το θεϊκό αποτέλεσμα που φέρνουν οι διασταυρώσεις της Ευρώπης με την Αφρική, στις πολιτισμικές κοινωνίες.
Σκέφτηκε ότι πρέπει να ήταν λίγο μικρότερη του, δεν πρέπει να είχε κλείσει τη δεύτερη δεκαετία της ζωής της.
Στεκόταν εκεί σαν ανθισμένη ορχιδέα στη σέρα, και τον κοιτούσε κατά πρόσωπο με ένα ανυπόμονο και επίμονο βλέμμα, ανησυχητικό. Μια ζώνη που έσφιγγε την λεπτή μέση της αγκάλιαζε τα ονειρεμένα στήθη της.
Ήταν δύσκολο για ένα ξένο να μαντέψει την καταγωγή της. Υπήρχαν σκιές στο πρόσωπο της που ήταν μερικές φόρες μεσογειακές, άλλες κάποιας βόρειας φυλής, άλλες της Αλγερινής Σαχάρας. Τον μάγεψαν τα γκρίζα πράσινα σκούρα μάτια και τα σαρκώδη χείλη της...... πόσο ήθελε να αγγίξει το βελούδινο δέρμα της.
Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν ξανά και μια περίεργη ζεστασιά τον πλημμύρισε.
Την κοίταζε τώρα στα μάτια, και είχε χάσει τα λόγια του. Δεν υπήρχαν φράσεις που θα την περιέγραφαν τέλεια, απλά του ξεμυάλιζε τα μάτια. Κοιτάζονταν λες και ήθελαν να κατασκοπεύσει ο ένας τις κινήσεις του άλλου. Ήταν μόνοι τους, αλλά το ίδιο έκανε. Κάθε λεπτό που περνούσε έμοιαζε να δυσκολεύει περισσότερο το ξεκίνημα της κουβέντας. Το ένοιωθε και πάλι…. αυτό το κάτι… αυτό το κενό στο στομάχι… καθώς τα βιολετιά της μάτια τον περιεργάζονται επίμονα.
Ήταν εκείνη που κατάφερε να σπάσει πρώτη την σιωπή. «Hello "Γεια σου."»  Σε αργόσυρτα αγγλικά με τραγουδιστή πορτογαλική προφορά. Ήταν μια οπτασία, σαν το ουράνιο τόξο με το μαγευτικό της το βλέμμα στο γλυκό δειλινό.  Δίστασε μια αδεξιότητα δεν τον άφηνε να συγχρονιστεί, σαν αποτέλεσμα από ένα αίσθημα ισχυρό που εμφανίζεται όταν κάποιος συναντάει μια κοπέλα και δημιουργείται ένας ακαριαίος δεσμός με την πρώτη ματιά. Της απάντησε ρωτώντας διάφορα με μια  δυσκολία, μασώντας τις λέξεις…… «Είσαι με το καράβι;» Άκουσε ξανά την φωνή της να τον ρωτάει:... και η φωνή της γλυκιά σαν μέλι μάλαξε τ᾽ αφτιά του...
Κάθισαν σε μια γωνιά στην εξωτερική αλέα του πανδοχείου σ’ ένα τραπέζι κάτω από μια συστάδα με δέντρα από τροπικούς μάγκους. Αυτή δίπλωσε προσεκτικά την ελαφριά ζακέτα της, δείχνοντας μια πλέρια αδιαφορία για τους γύρω τους και την ακούμπησε στην άδεια καρέκλα. Η αδιαφορία της ήταν προμελετημένη κι όμως ολότελα φυσική. Έμοιαζε να καταλαβαίνει ότι τον ξάφνιαζε και του χαμογελούσε αφοπλιστικά. Φαινόταν πως περίμενε σχόλια η ερωτήσεις.
Αυτός ετοιμαζόταν κάτι να πει. Ένοιωθε κάτι παράξενο στο στομάχι, μια παράξενη νάρκη. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί αλλά κάθε λεπτό που περνούσε έμοιαζε να διώχνει την νευρικότητα στο ξεκίνημα της κουβέντας. Τα συναισθήματα τους γίνονται λέξεις και οι λέξεις κάνουν τις καρδιές τους να χτυπάνε πιο δυνατά.
Η αυτοπεποίθηση γέμισε το είναι του. «Μαγεία είναι να πιστεύεις στον εαυτό σου. Να το θυμάσαι αυτό έχει μεγάλη σημασία.» Τον συμβούλευε ο σοφός παππούς του.
«Έχεις εκπληκτικά όμορφα μάτια.» Της είπε.
Σήκωσε τα φρύδια της σε μια κωμική γκριμάτσα. Χαμογέλασε αυτάρεσκα, τέντωσε αδιάφορα το καλοφτιαγμένο κορμί της, τον κοίταξε τρυφερά, σούφρωσε παιχνιδιάρικα τη μύτη της και γεμάτη ικανοποίηση γέλασε μελωδικά.
Πόσο μαγικός ήταν αυτός ο ήχος, είχε περάσει πολύ καιρός από την τελευταία φορά που είχε να νοιώσει τέτοιο συναίσθημα. Ένοιωσε την καρδιά του να κτυπάει πιο δυνατά.
Βυθίστηκαν και πάλι για λίγο στη σιωπή.
Ήταν σαν να προσπαθούσαν να παρασύρει ο ένας τον άλλο σε γνώριμα νερά. Κανείς τους δεν είχε το θάρρος να προχωρήσει πρώτος αλλά και κάνεις δεν ήθελε να αντισταθεί στο δυνατό ρεύμα.
Την έλεγαν Αντζελίνα.
Πλησίασε δίπλα του κι άρχισε να ρωτά το καθετί, στη συνέχεια μεταξύ σοβαρού και αστείου του ζήτησε την παλάμη του, να εξερευνήσει τα μελλούμενα. Κατάλοιπα της σχέσης των κατοίκων με το παρελθόν και με τις σαφείς διαχρονικά πορτογαλικές επιρροές στην περιοχή. Καθώς πήρε την παλάμη του στα χέρια της, ένοιωσε ένα παράξενο μούδιασμα, το μικρό θαύμα άρχισε αμέσως που το προκαλούσε το άγγιγμα της, οι αισθήσεις του ξύπνησαν, και πριν κατορθώσει να τις ελέγξει τα μάτια του έπεσαν επάνω της σαν τα άγρια άλογα που τα ελευθερώνουν από το μαντρί της αιχμαλωσίας τους. Είχε καταφέρει να κάνει απολύτως διάφανα τα αισθήματα του. Κάθε κίνηση της έστελνε αισθησιακές εικόνες στο μυαλό του και το μυαλό του τις μετέφερε στο κορμί του. Του κρατούσε το χέρι και τον κοιτούσε στα μάτια λες και ήθελε να τον καταλάβει καλύτερα. έσφιξε τα δάχτυλά της γύρω από την παλάμη του και για λίγο τα κράτησε έτσι, σφιχτά. Όταν τον άφησε είδε το λευκό αποτύπωμα των δακτύλων της πάνω στο χέρι του.
Σήκωσε τα μάτια της και τον ρώτησε πως αισθανόταν. «Ευχόμουν να με κοιτάξεις , αναρωτιόμουν και ανησυχούσα αν θα το κάνεις.» Του είπε με ελαφρώς ψιθυριστή φωνή, και συνέχισε. «Θέλω να φύγουμε από εδώ, δεν νοιώθω άνετα σε αυτό το περιβάλλον που βρισκόμαστε.»
Έμεινε για λίγο ακίνητος και αμίλητος, μόνο να την κοιτάζει, χαμογελαστός, μ' ένα γλυκό χαμόγελο σαν αυτά των ανέμελων παιδιών, ήθελε να μοιραστεί τα συναισθήματα του μαζί της. Τότε ξεχύθηκαν τα λόγια του σα να ξεπλακώθηκε. Της είπε ότι είχε αυτή την παράξενη αίσθηση πως δεν μπορούσε να μιλήσει η να σκεφτεί, κι όμως οι σκέψεις του ήταν πεντακάθαρες.
«Μου έκανες τίποτα μάγια;» Τη ρώτησε χαμογελώντας περιπαικτικά.
«Προσπαθώ.» Την άκουσε να του απαντά με τη χαδιάρικη φωνή της.
Της είπε πως έχει το πιο όμορφο φυσικό και λαμπερό χαμόγελο!
Αυτή σιγομουρμούρισε ένα λαϊκό σκοπό χτυπώντας με τα δάκτυλα της το ρυθμό στο τραπέζι. Τα μάτια της έλαμπαν. Έμοιαζαν να σπιθοβολούν. Μιλούσε τρυφερά.
Του πρότεινε να πάνε περίπατο στην παραλία, πέρα στο παλιό πορτογαλικό οχυρό.
Πήρε βαθιές ανάσες και ο θερμός αέρας γέμισε τα πνευμόνια του.
Κοίταξε στο χωματόδρομο που το έδαφος ανηφόριζε ελαφρά, εκεί στη βορειοδυτική άκρη της ακτής βρισκόταν το παλιό οχυρό και πίσω του απλώνονταν στις φτωχογειτονιές τα σπίτια από ξύλο και πέτρα με απαλούς ξεθωριασμένους χρωματικούς τόνους.
Δίστασε μόνο για λίγο .
«Γιατί όχι;» Απάντησε.
Ξεπερνώντας τους αρχικούς δισταγμούς αποδέχτηκε την πρόκληση και ξεκίνησαν.
«Δεν είναι πολύ μακριά, θα πάμε με τα πόδια.»  Τον πληροφόρησε.
Μπροστά τους η θάλασσα λαμπερή και γαλάζια παντού όσο φτάνει το μάτι, τα κύματα λικνίζονται απαλά και αναστενάζουν σαν μια πελώρια αναπνοή και ο κίτρινος ήλιος έγερνε πίσω στον ορίζοντα που βάφτηκε με το ζεστό θαμπό πορτοκαλί χρώμα εκεί που η θάλασσα συναντά τον ουρανό, κι οι  μαύρες τους σκιές πίσω τους είχαν μακρύνει, μακριά σαν τις ελπίδες και τους φόβους για το μέλλον τους.
«Είναι μακριά ακόμη;»...
«Όχι πολύ, γιατί;»
«Τίποτα.... Εκείνο είναι;»
«Ναι... Δε θ' αργήσουμε να φτάσουμε»...
Το οχυρό του έμοιαζε σαν να το 'παιρνε κάποιος μ' ένα αόρατο χέρι και να το πήγαινε πιο μακριά. Του φάνηκε ότι μια περίεργη γαλήνη επικρατούσε γύρω τους.
Θαμνώδης χαμηλή βλάστηση και ένας φυσικός φράχτης από βάτα σαν ξέπλεκα μαλλιά και σκίνα περιβάλλει το παλιό οχυρό, και στο τέλος του προς τα δυτικά στη μεριά της θάλασσας ένας αβαθής βάλτος να γυαλίζει από τα νερά στο λιόγερμα, γεμάτος καλαμιώνες σε σχήμα τοξοειδές και επίμηκες προεκτεινόταν μέχρι το κύμα. Στις εκβολές του βάλτου το λιγοστό νερό του κατάφερνε να συντηρεί συστάδες από μερικά μαγγρόβια φυτά που στέκονταν πεντακάθαρα και τηλεσκοπικά προσδιορισμένα, ενώ μια άλλη μικρή συστάδα μαγγρόβια ήταν ένας θολός μαυροπράσινος λεκές που σέρνονται μέχρι τη θάλασσα, του φαίνονται να είναι τα σύνορα του κόσμου.
Ο απογευματινός άνεμος έφερνε στα αυτιά τους τον απόηχο από τις φωνές στο μικρο αγκυροβόλιο και τα κρωξίματα από τα χελιδόνια που διέγραφαν τόξα στον αέρα κυνηγώντας την τροφή τους στο βάλτο.
Τα συναισθήματα του ήταν ένα κουβάρι και δεν ήταν εύκολο να τα ξεμπερδέψει. Την ήθελε αυτό ήταν αναμφίβολο, αισθανόταν πόθο και φόβο. Φόβο για την απογοήτευση που θα γέμιζε την ψυχή του η αναχώρηση, η εγκατάλειψη. Ήταν στιγμές που η μεταξύ τους σιωπή παρατεινόταν, άφηναν αναστεναγμούς που τους ανακούφιζαν από την πίεση των συναισθημάτων.
Τα λουλούδια του βάλτου μύριζαν τριγύρω, στον ουρανό πήρε τη θέση του το ολόγιομο φεγγάρι, με τα χρυσοκόκκινα χρώματα που ανέβαινε μπροστά τους κι έλαμπε πάνω στα ερείπια του παλιού κάστρου. Πέρα από μια συστάδα θάμνων ερχόταν σαν επαναλαμβανόμενο τραγούδι ο απόηχος των γρύλων και ο αναστεναγμός των καλαμιών. Τα τζιτζίκια είχαν σωπάσει από νωρίς και η φύση ετοιμαζόταν για την νυκτερινή γαλήνη. H νύχτα που πέφτει γρήγορα, τους βρήκε τον ένα δίπλα στον άλλο, η ατμόσφαιρα είναι ευχάριστα δροσερή, και ο λικνιστικός ρυθμός του κύματος νανούριζε τις σκέψεις τους. Έχοντας δίπλα του το νεαρό κορίτσι, δεν μπορούσε να το πιστέψει... Ένιωσε να το ποθεί όσο τίποτε άλλο αυτό το κορίτσι. ... Και να τώρα βρισκόταν κοντά του, διπλά του σιωπηλή.. Τα χείλη του έψαξαν τα δικά της αργά, καθώς παραδιδόταν στο πάθος του και αφηνόταν στην αγκαλιά της. Έδειχναν ότι θα μείνουν για πάντα έτσι.
Η Αντζελίνα σηκώθηκε. Κοιτάζει πάνω προς το κάστρο, έπειτα σηκώνει ξαφνικά τα χέρια της και τεντώνεται ολόκληρη κουνώντας τα χέρια. Μοιάζει με χελιδόνα που ετοιμάζεται να πετάξει με τα όμορφα  μαλλιά της  γεμάτα χρυσοκόκκινες ανταύγειες λες και παίρνουν λάμψεις  απ' τον ουρανό.
«Έλα» είπε. «Πάμε στο σπίτι, έχει ήδη νυχτώσει, ίσως θα μπορούσαμε να δειπνήσουμε μαζί το βράδυ.» Η αθώα της φωνή.... και το γλυκό δροσερό της πρόσωπο με τα δύο αμυγδαλωτά και γεμάτα γλύκα μάτια του χαμογελούν με προσποιητή ανηθικότητα.
Αυτός έγνεψε καταφατικά και κοίταξε το βάλτο δίχως να δείχνει διατεθειμένος να ξεκινήσει. Η νύχτα ήταν τόσο φωτεινή που ξεχώριζε η σκιά κάθε φυτού. Το νερό έλαμπε στο φως του φεγγαριού και μουρμούριζε μοναχικό, χωρίς να το συντροφεύουν τα πετάγματα των χελιδονιών, και όπου ήταν στάσιμο, αντικαθρεφτίζονταν τ’ αστέρια. Στο φωτεινό μονοπάτι πίσω τους διαγραφόταν ακόμη και οι σκιές από τα φύλλα στις φραγκοσυκιές και η ασημένια εικόνα τους φαίνεται τον ενέπνευσε για ενδοσκόπηση ενώ μες στη σιγαλιά της νύχτας οι καλαμιές ψιθυρίζουν την προσευχή της γης που αποκοιμιέται. Γύρισε το βλέμμα στον αστροφώτιστο νυκτερινό ουρανό αφήνοντας το βλέμμα μου να χαθεί στη δημιουργία του σύμπαντος, σ’ αυτό το Μπινγκ Μπάνγκ, τη μεγάλη έκρηξη που λένε, στα αστέρια που παρουσιάζονται με τη σαφήνεια των αστραφτερών διαμαντιών. Στα βορειοδυτικά φαινόταν η ουρά του Δράκοντα, με την Μικρή Άρκτο από κάτω και τον Ηρακλή από πάνω, σ’ αυτό τον γαλαξία που βρίσκεται η Γη μας.
«Σκέψου»....συνομιλούσε με τον εαυτό του..... πως υπήρχε η πιθανότητα πως αυτός και η  Αντζελίνα, και όλη η ανθρωπότητα να υπήρχαν ήδη, αν μη τι άλλο σαν δυναμικό, μια δυνατότητα, και νοιώθει το αίμα του να κυλάει πιο γρήγορα. Ξεχύνεται απελευθερωμένο και απλώνεται σε όλο σου το σώμα, μέχρι που τα μάγουλά του να παίρνουν χρώμα, το κόκκινο της ταραχής, ανάβουν και κορώνουν και τα μάτια του κάνουν σινιάλο και γνέφουν σ’ ένα άστρο από τον ουρανό να κατέβει, σαν ταξί να τους ταξιδέψει στα μονοπάτια της σκέψης εκεί που αξίζει για 'κείνον να πορευτούνε. Κι έμεινε εκεί να ταξιδεύει..... κοιτάζοντας...... κοιτάζοντας την απεραντοσύνη του σύμπαντος με κομμένη την ανάσα. Σηκώθηκε, διακόπτοντας τη νοητική του δραστηριότητα. Έγειρε πάνω της, την αγκάλιασε, την έσφιξε δυνατά και την φίλησε απαλά στα χείλη μ’ εκείνο τον τρόπο που ξυπνούσε μεμιάς τις αισθήσεις και χαμογέλασε με το χάος των συναισθημάτων και των σκέψεων του. Η ψυχή του γνωρίζει πως τώρα χρειάζεται να εστιάσει την ενέργειά της εκεί. O χρόνος είναι σχετικός σκέφτηκε, το παρελθόν πέρασε σαν να μην υπήρξε ποτέ, το μέλλον δεν υπάρχει γιατί δεν έχει συμβεί ακόμη, το παρόν είναι το μόνο που έχουμε στα χέρια μας και οφείλουμε να το ζήσουμε.
«Πάμε» της είπε.
Μια πρώην πορτογαλική αποθήκη είχε τροποποιηθεί σε άνετο και ευρύχωρο σπίτι από τον παππού της. Ο παππούς της ένα λυγερόκορμος άνδρας στη φωτογραφία, είχε έρθει στο νησί από την Ισπανία, από ένα μέρος κοντά στα γαλλικά σύνορα, ήταν Βάσκος στην καταγωγή, κανείς δε γνώριζε τους λόγους που είχε εγκαταλείψει την Ισπανία και είχε εγκατασταθεί στο νησί.
Η κυρίως κάμαρα νοικοκυρεμένη, σκουπισμένη με επιμέλεια, φτωχική είχε όλα τα απαραίτητα. Ποτέ του δεν ρώτησε και δεν έμαθε εάν έμενε μόνη της.
Βούλιαξε στα μαξιλάρια του καναπέ. Δεν είχε κοιμηθεί και πολύ τις τελευταίες σαράντα οκτώ ώρες αλλά τι να τον κάνει τον ύπνο.
Η Αντζελίνα του έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της καθώς έμπαινε στην κουζίνα λικνίζοντας προκλητικά τους γοφούς της.
«Παλιοκόριτσο! Διαβολεμένα υπέροχο.» Μουρμούρισε χαμογελώντας πλατιά.
Εκείνη του έβγαλε περιπαιχτικά τη γλώσσα κι ύστερα εξαφανίστηκε στο εσωτερικό της κουζίνας.
Σηκώθηκε, τέντωσε, ίσιωσε το κορμί του και την ακολούθησε.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ενώ μιλούσαν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας λέξεις για να επικοινωνούν, άλλα μέρη του εαυτού τους είχαν πιάσει μια πιο λεπτομερή συζήτηση.
Η επαφή της σάρκας της, καταλυτικός παράγοντας, τον απορύθμιζε εντελώς, δεν ήξερε που βρισκόταν, το μυαλό του έβραζε.  Ήθελε ν’ αποκτήσει αυτή τη γυναίκα. Την έβρισκε τόσο απίστευτα ποθητή. Ένοιωθε την ενέργεια να διαστέλλεται μέσα του, σαν λάβα ενεργού ηφαιστείου που αναζητεί διέξοδο στο κεντρικό κρατήρα.
Ήταν να μην ξυπνήσει μέσα του το αρσενικό και η ακόρεστη δίψα στα θέλγητρα και στην μαγεία του έρωτα, και στις ερωτικές απολαύσεις.
Η Αντζελίνα τραβήχτηκε από την αγκαλιά του και στάθηκε στο κέντρο του δωματίου. Η ανάσα της ήταν τραχιά και τα μαλλιά της ανακατωμένα.
«Περίμενε» του είπε απλά.
Αυτός ξετρελαμένος μαζί της έκανε να την αγκαλιάσει ξανά, ένοιωθε τόσο όμορφα όταν μύριζε το υπέροχο ζεστό κορμί της, το γεμάτο ζωή.
Η Αντζελίνα έβλεπε να την καρφώνει με τρόπο έντονο, κι ίσως πρόστυχο και λάγνο. Κοκκίνισε… τον σταμάτησε τεντώνοντας τα χέρια στο στήθος του και πισωπάτησε στην κουζίνα να ετοιμάσει το γεύμα τους.
Στο ψυγείο υπήρχε πιλάφι με αστακοουρές που είχε μαγειρέψει μονάχη της την προηγουμένη.
Το πιλάφι με αστακοουρές ήτανε ονομαστό σ'όλο το νησί.
Υπάκουσε έμεινε ακίνητος στη θέση του ενώ το πάθος του καταλάγιαζε αργά στα μάτια του.
Απήλαυσαν το γεύμα τους κοιτώντας ο ένας τον άλλο στα μάτια.
Τρισευτυχισμένοι αγκαλιάστηκαν, την σήκωσε στον αέρα και τη στριφογύρισε. Χωρίς να το ΄χουν σχεδιάσει, βρέθηκαν ξαφνικά στο κρεβάτι αγκαλιασμένοι πάντα. Άρχισαν να φιλιούνται, ώσπου τα γέλια έγιναν σιγανά μουρμουρητά κι ασυνάρτητοι ήχοι.
«Σε θέλω τόσο πολύ.» Της είπε ανάμεσα από στα φιλιά τους
Αυτή αναστέναξε τον αγκάλιασε με τα χέρια της και τον τράβηξε τον έφερε ακόμα πιο κοντά της. Την γευόταν επιτέλους και η γεύση της ήταν πιο γλυκιά και καυτή από κάθε προσδοκία κι ονείρωξη του. Άρχισαν να γδύνουν ο ένας τον άλλο με βιασύνη, καθώς και οι δυο τους απολάμβαναν αυτά τα παρατεταμένα υγρά φιλιά τους. Της έλυσε το στηθόδεσμο της και τα αλαβάστρινα στήθη της με τις μικρές ροζ θηλές ανέπνευσαν επιτέλους ελεύθερα και πανέμορφα. Η φύση τους οδηγούσε σε πρωτόγνωρα μονοπάτια που όμως, έδειχναν να περπατούν με εμπειρία φλογερών εραστών.  Οι ανάσες τους έγιναν  βογκητά. Δεν άντεχαν άλλο. Το φεγγαρόφωτο που τρύπωνε από το μικρό παράθυρο έριχνε τραχιές σκιές στον χώρο.
Μόλις χαλάρωσαν λίγο και η αναπνοή τους επανήλθε στο φυσιολογικό της ρυθμό, η Αντζελίνα έσπασε πρώτη την σιωπή.
«Γιατί με κοιτάζεις έτσι;»
«Πως σε κοιτάζω;»
Δεν του απάντησε, μόνο έσκυψε το κεφάλι της.
«Έχεις μια ατελείωτη γλυκύτητα.»Της λέει και με το δάχτυλό του σήκωσε το πιγούνι της.
«Νομίζω πως λες ψέματα. Πότε φεύγεις;» τον ρώτησε.
«Τα πρωί.»» είπε.»
Αυτό την ευχαρίστησε, ενώ του ψιθύριζε… «Σε τούτα τα μέρη το πρωί αργεί να ξημερώσει, κι όλη η Νύχτα είναι μπροστά μας …όλη η Νύχτα.»
Και ανέβηκε πάλι επάνω του.
Το χαμηλό φως των κεριών που τρεμόπαιζε έκανε τις σκιές δυο ενωμένων κορμιών να χορεύουν στον τοίχο, σ ένα κρεσέντο περιπτύξεων. Ο ερωτικός χορός που βρισκόταν σε εξέλιξη απειλούσε να κάψει το μικρό δωμάτιο. Την έσφιξε πάνω του με τόση δύναμη που την πόνεσε. Τον ήθελε και παρακαλούσε μέσα της να κρατήσει κι άλλο κι άλλο, πολύ περισσότερο. Για πάντα.
Η καυτή του ανάσα μέτρησε κάθε ύψωμα στην σπονδυλική της στήλη. Έφτασε στη μέση της κι ακολούθησε το ερωτικό της ύψωμα. Δεν άντεχε άλλο, της ήλθε να λιποθυμήσει.
Αυτός ανάσαινε πια, καυτά, στην είσοδο της σχισμούλας της που έλαμπε από την υγρασία… κι εκεί ακριβώς ήταν που άγγιξε τα κατακόκκινα έξω χείλη της με την άκρη της γλώσσας του. Πίεσε το πρόσωπό του εμπρός και την οδήγησε βίαια μέσα της.
Αυτό ήταν……μια αλυσιδωτή αντίδραση ξεκίνησε. Τον έπνιξαν τα υγρά της που έβγαιναν σε κύματα.. Τη γεύτηκε χαμογελώντας από ικανοποίηση….
Μέσα σε ανεμοψιθυρίσματα, τον πήρε στα κλεφτά στην αγκαλιά του για λίγο ο Μορφέας, όταν ξαφνικά αχτίδες του ανατέλλοντος Ήλιου εισχώρησαν στο δωμάτιο. Απ’ το φεγγίτη έμπαινε, μαζί με το θαμποχάραμα, η μυρουδιά από το κίτρινο άνθος της αλόης. Έξω ακούγονταν οι πρώτες φωνές των πουλιών.
Η Αντζελίνα ξύπνησε την ώρα που αυτός ντυνόταν. Ανακάθισε στο στρώμα, στην άκρη του κρεβατιού γυμνή, και έριξε στην πλάτη τα ξέπλεκα μαλλιά της,  με τα ρούχα δίπλα της διπλωμένα προσεκτικά. Τα τρυφερά της μάτια ήταν γεμάτα αθωότητα.
Ήταν σαν αποβλακωμένος, λες και είχε λυγίσει από ένα αόρατο βάρος, αλλά ενθυμούμενος όλες εκείνες τις στιγμές που έζησαν το βράδυ του φαίνονται σαν απ’ τις πιο ευχάριστες  της ζωής του.
Μουρμούριζε στη γλώσσα του λέξεις μέσα από τα δόντια του, που για εκείνη ήταν ακατανόητες και δεν άργησε να της μεταδώσει την νευρικότητα του έτσι όπως στεκόταν σκεφτική και λίγο χλωμή. Ποιος ξέρει τι είχε μες το μυαλό της. Όταν μίλησε η φωνή της έτρεμε. «Τι μουρμουρίζεις; Το ξέρεις ότι παραμιλάς;» Του είπε αφού δεν καταλαβαίνει λέξη από τι της λέει.
«Τίποτα μάτια μου γλυκά. Όποιος δεν ξέρει τι να πει.... παραμιλάει. Ένας άγγελος είσαι καρδιά μου και δεν έχω το κουράγιο να... δεν ξέρω πως να.... πως να σε αποχωριστώ. Να πάλι μ' έπιασε λογοδιάρροια.» Της είπε.
Δάκρυα της ήρθαν δάκρυα στα μάτια.
«Σιώπα και μην λες ανοησίες.» Του ψιθύρισε.
Πήγε στην άκρη του κρεβατιού, κάθισε ακούμπησε το χέρι του στο μάγουλό της και της χάιδεψε τα μαλλιά. Τίναξε λίγο το κεφάλι της σα να'θελε να βάλει στη σειρά τα μυαλά της. «Πρέπει να φύγεις;»
Μάλλον τα λόγια της έκρυβαν έναν τόνο παραίτησης, μια σιγανή θλίψη και διάχυτη μελαγχολία να ρίχνει σκιά στο πρόσωπο της ... την φόβιζε η μοναξιά.
Έσκυψε το κεφάλι του και την φίλησε με μια βαθιά τρυφερότητα. Ένοιωθε επάνω στα χείλη του τη γεύση της αλμύρας από τα δάκρυα της – και ήταν η γεύση όλης της θλίψης, όλης της ανθρώπινης αδυναμίας. Για μια στιγμή τα πάντα σταμάτησαν μέσα του, λες μια βαθιά γαληνή είχε χυθεί επάνω του.
«Το πλοίο είναι έτοιμο για αναχώρηση και με περιμένει».
Εκείνη δεν κουνήθηκε καθάριζε τη φωνή της για να του πει αυτά που ήθελε, ενώ τα μάτια της ήταν σαν ένα δάσος σκιές. Δάγκωσε τα χείλη της. Η σκέψη ότι θα της έφευγε τώρα, ήταν τρομερή, τα χεριά της έτρεμαν, το πρόσωπο της συννέφιασε θλιμμένα, είχε γίνει κόκκινη σαν πιπεριά. Η φωνή της έτρεμε, τα χείλη και τα ρουθούνια της μύτης ανοιγόκλειναν όπως τα φύλλα από τον αγέρα, όπως τα φτερά του πουλιού κάτω από τον Ήλιο.
Μια στιγμή, ένιωσε να του κόβονται τα γόνατα. «Θα μπορέσω να φύγω απ’ το φιλντισένιο μου κλουβί; Ή θα με βρει εδώ ο ήλιος;» Έσκυψε πάνω της, μυρίζοντας τα μαλλιά της.
«Είσαι τόσο όμορφη»
Μα όπως τον έβλεπε, απ' το χάραμα, να ετοιμάζεται να φύγει, την πήρε πάλι το παράπονο.
«Μη φεύγεις.» Τα πλουμιστά της μάτια ήταν γεμάτα δάκρυα.
Έμεινε ασάλευτος ενώ μέσα του προσπαθούσε να φανεί ήρεμος κι αποφασιστικός, αλλά δεν τα κατάφερνε. Να πνίγει στη θάλασσα ήθελε έτσι που τον είχε αγκαλιασμένο.
«Σε παρακαλώ μείνε εδώ μαζί μου». Του είπε με φωνή σπασμένη.
Κούνησε το κεφάλι του. « Αντζελίνα ακόμη κι’ αν έσκιζα την καρδιά μου στα δυο, δεν θ’ άλλαζε σε τίποτα η κατάσταση. Δεν μπορώ να μείνω εδώ στα νησιά του πράσινου ακρωτηρίου. Πρέπει να γυρίσω πίσω στο πλοίο μου. Ούτε και εσύ μπορείς να ‘ρθεις μαζί μου». Της είπε, και προχώρησε με αργά βήματα προς την πόρτα.
Ο Αντζελίνα τινάχτηκε σα να τη δάγκωσε φίδι. Με δακρυσμένα τα γκριζοπράσινα μάτια της έτρεξε κοντά του τον αγκάλιασε κρεμάστηκε στο λαιμό του και τον κοίταξε με τα βουρκωμένα της μάτια γεμάτα λαχτάρα ανακατωμένη με πάθος. «Μ φεύγεις! Περίμενε λίγο ακόμη», είπε με βραχνή ψιθυριστή φωνή. Εκείνος δίστασε μια στιγμή και μετά έσκυψε και τη φίλησε με θέρμη με δύναμη, με μια αγάπη που δεν είχε νιώσει γι’ άλλη γυναίκα. Και πολλή ώρα, πολλή ώρα, τόσο που όταν απομάκρυνε τα χείλη του απ’ τα δικά της, η πιο αγνή τρυφερότητα είχε έρθει να φωλιάσει μέσα του.  Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα τώρα, όπως ακριβώς την ώρα που έκαναν έρωτα χθες το βράδυ. Έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι αρκετά.
Σκούπισε με το πανωφόρι τα μάτια της και του χαμογέλασε με κόπο. Η φωνή της άλλαξε, λες κι είχε σκληρύνει, έμοιαζε πιο αποφασιστική. «Θα σε ξαναδώ;». Τον ρώτησε.
Αυτός νόμιζε πως θα ‘σβηνε, σαν υπνωτισμένος δεν τολμούσε να την κοιτάξει στο πρόσωπο. «Δεν μπορώ να σου πω, το ελπίζω στο μέλλον. Πολλά μπορεί να συμβούν». Είπε και αναχώρησε αφήνοντάς τnν μέσα στη συντριβή.
Στην επιστροφή για το πλοίο διανύοντας τον κατηφορικό χωματόδρομο μέσα από τα χαμηλά σπίτια, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του τραβηγμένα, το βλέμμα του χαμηλωμένο και άδειο, ένα βαθύ κενό, σημάδι πόνου που κουβαλούσε από τις εικόνες της χθεσινής βραδιάς να του υπενθυμίζει πως ένα κομμάτι του εαυτού του, έμεινε πίσω μαζί της, σαν σκιά ονείρου, για να του την θυμίζει. Ισιώνοντας το κορμί του κοίταξε για μια τελευταία φορά πίσω του και τράβηξε το σκονισμένο δρόμο βαδίζοντας ολόισια, χωρίς να σταματήσει καθώς απομακρυνόταν από το χωριό.
Στην αρχή πέρασε άγρυπνες νύχτες να σκέφτεται τα ίδια και τα ίδια σαν έπεφτε στο κρεβάτι να κοιμηθεί. Μυροβόλα η αύρα της, ο αέρας του κορμιού της, έρχονταν να τον τριβελίζει επιθυμώντας το άγγιγμα της..... να γεύεται τα χάδια της μέχρι που τον έπνιγε η μοναξιά εκεί που τελειώνει η μελαγχολία, κ’ ένα σύννεφο ν’ απλώνεται παντού στις σκέψεις του.
Ο ήλιος έκανε την ίδια τροχιά όπως κάθε μέρα, κι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη ολόιδιες με τον ίδιο πόνο στα σωθικά, με τις ίδιες σκέψεις να του θαμπώνουν τα μάτια. Συνεχίζοντας τα ταξίδια τους, πλέον όλα είχαν πάρει το δρόμο τους, ήταν μοιραίο, αναπόφευκτο, είχε συμβιβαστεί μ’ αυτό που ήταν αδύνατον να γίνει. Δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, του ήταν αδύνατο ν’ αλλάξει γνώμη να κάνει πίσω.
Το πλοίο ήταν ήδη χιλιάδες λεύγες μακριά, ο χρόνος κυλούσε και μελαγχολικές αναμνήσεις, εικόνες θολές τον συνόδευαν σαν σκιά όπου κι αν βρισκόταν. Εκείνες τις μέρες ήταν πολύ δύσκολο να αποτυπώσει τα συναισθήματα του με λέξεις, ήταν εξαντλητικές τον κούρασαν. Του φαινόταν σαν ψέμα όταν με το καιρό ο πόνος έσβηνε, όπως τα κομμένα τριαντάφυλλα, και αυτός σώπαινε υποφέροντας όλο και λιγότερο διώχνοντας όλες τις θλιβερές του σκέψεις, όπως ο άνεμος περνά και γυμνώνει το δέντρο από όλα τα νεκρά του φύλλα, μέχρι που αναμνήσεις, εικόνες, όλα έγιναν αέρας, καπνός, λησμονιά στον πάτο του πηγαδιού.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Εκείνος, εκείνη, η θάλασσα και ο μακρινός ορίζοντας



"Στου αδελφού μου την μαρμάρινη κρύα πλάκα επάνω, 
εδέσποζε φωτογραφία μ' ένα πανέμορφο ιστιοφόρο.
Στην πρύμνη του κυμάτιζε τεραστία νορβηγική σημαία. 
Με το πέρασμα του χρόνου η φωτογραφία ξεθώριασε
σήμερα έγινε λάμψεις πάνω σ’ ένα κόκκινο φόντο.
Λες και την κοιτάζεις στο φως μεσ’ από κλειστά βλέφαρα."

Η ιστορία αυτή είναι ένας στοχασμός πάνω στη ζωή του πρόωρα αποθανόντος αδελφού μου, στα πεπραγμένα του, στους καιρούς που γνώρισε και στους απόηχους των χρόνων που πέρασε.
Ο αδελφός μου ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος, με πολλή φαντασία. Δεν είχε πάντοτε δίκιο, αλλά τον διέκρινε αξιοθαύμαστη διορατικότητα. Το κακό – αν μπορεί να το πει κανείς «κακό» - ήταν πως είχε μέσα του πολλή ενεργητικότητα και πολλά ενδιαφέροντα.  Την εποχή της ιστορίας μας δεν είχε ακόμη πατήσει τα πρώτα ...άντα. Έχοντας χαθεί στις αναζητήσεις του ήταν η περίπτωση ενός  νέου που αδυνατούσε να βρει το δρόμο του. Κάποια μέρα ίσως, τα χρόνια κι οι ευθύνες να τον έκαναν ωριμότερο, μέχρι τη στιγμή αυτή δεν το είχαν κατορθώσει.
Επεδίωκε να είναι πάντα πρόσχαρος και χαμογελαστός με όλους. Προσφιλής του συνήθεια ήταν να λέει μικρά ανέκδοτα που ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα και δημιουργούν κλίμα ζεστασιάς.
Ακόμη και αν δεν τον συμπαθούσες ιδιαίτερα, ωστόσο ποτέ δεν θα επιθυμούσες το κακό του. Κινιόταν ανέγγιχτος μέσα στη μικρή ζούγκλα του περίγυρου του, κι είχε το χάρισμα της ειλικρίνειας ώστε πολύ εύκολα να μαντέψεις τις σκέψεις του, και δεν ήταν απαραίτητο να ζητήσεις την γνώμη του. Την έλεγε πρώτος.
Ήταν το τυπικό του ανθρώπου να παίρνει τα πράγματα ελαφρά, μέχρι την τελευταία στιγμή, και στο τέλος μόνο να ξεσπά σε μια ασύγκριτη δραστηριότητα.
Εκείνη η εποχή ο αδελφός μου ζούσε στη Ρόδο. Γνώρισε το νησί πρώτη φορά πριν από μερικά χρόνια όταν το επισκέφθηκε στη διάρκεια της θητείας του με αφορμή στρατιωτικές ασκήσεις. Από τα πρώτα λεπτά που πάτησε το πόδι μου στο νησί δεν του άφησε πολλά περιθώρια συναισθηματικών επιλογών. Την ερωτεύτηκε αναγκαστικά. Και αστραπιαία. Πριν καν πατήσει το έδαφος της, ακόμα απ’ το καράβι, από την πρώτη του ματιά. Όπως ακριβώς όταν ερωτεύεσαι κάτι πριν το αγγίξεις, μόνον απ’ την αύρα του.
Η βιομηχανία αναψυχής και διακοπών είχε μεγάλη ανάπτυξη στο νησί,  και αυτό έφερε πολύ κόσμο αποφασισμένο να επενδύσει στον τομέα αυτό.
Η Ρόδος είναι από εκείνους τους προνομιούχους τόπους που διαθέτει μερικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Την μακραίωνη ιστορίας της, την μεγάλη σε διάρκεια ηλιοφάνεια το έτος, και την θάλασσα, με ότι αυτό συμπεριλαμβάνει. Αν δε σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και την φυσική ομορφιά του τοπίου, καταλαβαίνει εύκολα γιατί η Ρόδος αποτελεί ένα από τα πιο ελκυστικά σημεία της Μεσογείου.  Είναι ένα νησί γεμάτο σήμερα από αξιοθέατα που καλύπτουν τα ενδιαφέροντα και των πιο απαιτητικών επισκεπτών.
Κλείνοντας αισίως μια πενταετία στο νησί των ιπποτών, τελευταία αισθανόταν ότι η ζωή του είναι πια μια μόνιμη ρουτίνα. Η δουλειά που είχε επιλέξει σαν μεταβατική έγινε μόνιμη, πληκτική και η σχέση του με την Μποέμ Ιρλανδή ζωγράφο αν και είχε κάνει τους πιο απίθανους συμβιβασμούς  κατέληξε σε αδιέξοδο.  Αναμφίβολα αν και η Ιρλανδή έχαιρε ιδιαίτερης κοινωνικής εκτίμησης, ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε ελεύθερα, δημιουργικά, χωρίς συγκεκριμένα όρια και αυστηρούς κανόνες  με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλο. Ζούσαν δύο διαφορετικές πραγματικότητες που δεν συναντιόνταν πουθενά.
Η ζωή του δεν κυλούσε σε καλά χαραγμένες ράγες, άρχιζε να νιώθει ότι έχει τελματώσει.
Το να επουλώσεις τις πληγές είναι η μεγαλύτερη πρόκληση στην ζωή.
Είναι ο καιρός που πρέπει κάτι ν’ αλλάξει. K’ όμως, αυτό του φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο.
Τον πρώτο του χρόνο στη Ρόδο μπήκε στη δούλεψη μιας εταιρείας θαλασσίου τουρισμού. Έγινε κάτοχος διπλώματος ταχύπλοου και ταυτόχρονα αποφοίτησε τη ναυαγοσωστική σχολή και με την πάροδο του χρόνου έγινε το δεξί χέρι του διευθυντή της εταιρείας. Έμεινε κάτι παραπάνω από ένα χρόνο σ’ αυτή την δουλειά μέχρι που αποφάσισε να κάνει κάτι δικό του.
Αρχικά υπερεκτίμησε τις επιχειρηματικές του ικανότητες και συνάντησε μεγάλες δυσκολίες να σταθεί σταθερά στα δικά του πόδια. Από τις κοπιαστικές ατέλειωτες μέρες και τις ακόμα πιο οδυνηρές νύχτες ήρθαν επιτυχίες που σημάδεψαν την ζωή του. Μια επιχείρηση του με αντικείμενο την γρήγορη διατροφή κατάφερε να επιβιώσει στη διάρκεια της λειτουργίας της και να γίνει αρκετά κερδοφόρα επιχείρηση. Όλα κυλούσαν πάνω στις ράγες τις καθημερινής ρουτίνας, τίποτε δεν προμήνυε εκτροχιασμό κι ανατροπή. 
Δυστυχώς, σύντομα, όλα τα παραπάνω έγιναν η νέα του καθημερινότητα κι αυτό τον ασφυκτιούσε. Όμως, ο αδελφός μου ήταν γεννημένος για να γεννά συνεχώς νέες ανάγκες και να χρειάζεται καινούργια πράγματα. Πέντε χρόνια αργότερα διψούσε για νέες εμπειρίες, πούλησε την επιχείρηση που δημιούργησε και ανέπτυξε με μεράκι, με εξαιρετικά μεγάλο κέρδος.
Του άρεσε το καζίνο, έπαιζε συχνά, ξόδευε αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο του να το επισκέπτεται. Δεν είχε καταλάβει ότι όλα στη ζωή είναι μια πείνα, μια άσβεστη πείνα που μπορεί να σε κατασπαράξει τον ίδιο. Όλα μια πείνα για φαγητό, σεξ, δημιουργία και καταστροφή.
Έξω είχε αρχίσει να σουρουπώνει και η πιο λατρεμένη του ώρα της ημέρας τον βρήκε στους δρόμους της παλιάς πόλις να σέρνει αργά τα βήματά του. Είχε φτάσει η στιγμή για την πιο χαλαρωτική απόλαυση. Διάλεξε μια καφετέρια στο πολύβουο πεζόδρομο και κάθισε να απολαύσει μια δροσιστική μπύρα, ενώ ο ήλιος προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από τα επιβλητικά κτίρια. Το συνηθισμένο αυτό δροσιστικό υγρό ξύπνησε τις αισθήσεις του, βοηθώντας τον να ρουφήξει απερίσπαστος τις τελευταίες αχτίδες του πορτοκαλόχρου Ήλιου. Ένα αίσθημα ευεξίας και πληρότητας τον κατέλαβε μονομιάς. Άρχισε να χαζεύει τους περαστικούς και να μεταφέρεται νοητά στις επόμενες τρεις ώρες και στην προγραμματισμένη επαγγελματική συνάντηση που θα είχε με έναν Πέρση επιχειρηματία, έχοντας κατά νου να εξασφαλιστεί το βέλτιστο αποτέλεσμα από τις διαπραγματεύσεις τους.
Ένας ντόπιος επιχειρηματίας - έμπορος έργων τέχνης - περιστασιακά συνεργαζόταν με τον αδελφό μου, ήταν αυτός που είχε προγραμματίσει αυτό το ραντεβού, δηλώνοντας του ταυτόχρονα με έμφαση.
«Για τους ξένους επενδυτές, η ευγενική συμπεριφορά, ο σεβασμός, και η προσοχή είναι απαραίτητα στοιχεία ώστε να ανοίξουν οι πόρτες σε μια επιτυχημένη επαγγελματική συνάντηση.»
Και συνέχισε με νόημα.
«Όταν η τέχνη και το εμπόριο αντιμετωπίζονται ως βασικοί πυλώνες του πολιτισμού και της κοινωνικής εξέλιξης, τότε οι λαοί διαμορφώνουν και μια κοσμοπολίτικη αντίληψη, που οδηγεί στην έννοια πρόοδος.»
Στο διπλανό τραπέζι ένα ανέμελο νεαρό ζευγάρι είχε μόλις τελειώσει το φαγητό του και επιδιδόταν σ' ένα παθιασμένο φιλί. Τα βλέφαρα φτερούγιζαν αντανακλώντας το πάθος τους και η αλογοουρά της όμορφης κοπέλας λικνιζόταν με χάρη στην πλάτη της. Ο αδελφός μου χαμογέλασε συγκαταβατικά, καθώς χαιρόταν ιδιαίτερα να βλέπει ερωτευμένους ανθρώπους να πετάνε στα σύννεφα. Είχε νιώσει αρκετές φορές ερωτευμένος με κάποιες απ' τις γυναίκες που είχε κατά καιρούς στο πλάι του, όμως ο χρόνος ερχόταν αμείλικτος ν' αποδείξει ότι ήταν ένας απλός ενθουσιασμός. Η ιστορία δίδασκε ότι ο αδελφός μου πάντα έφευγε πρώτος από τις σχέσεις του. Εκείνο το γκρίζο δευτερόλεπτο που διαισθανόταν ότι σπαταλάει τις σταγόνες της ψυχής του σ' έναν δεσμό χωρίς μέλλον, εξαφανιζόταν χωρίς δεύτερη σκέψη. Αντιλαμβανόταν την ψυχή του ως πεπερασμένη κι ήθελε να διαφυλάξει το μεγαλύτερο δυνατό μέρος της ατόφιο για τη δικιά του μελλοντική πριγκίπισσα της καρδιάς του.
«Ο έρωτας είναι σαν μια καινούργια χώρα που ναι μεν κρατάς χάρτη για να την ανακαλύψεις αλλά στο βάθος εύχεσαι να χαθείς στα σύνορα της». Μιλούσε στον εαυτό του,  μιλούσε μέσα του.
Χαμογέλασε ενθυμούμενος τα παιδικά μας χρόνια και τις διηγήσεις του σοφού παππού μας.  «Είστε φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό όπως τα δέντρα. Όταν το πιστέψετε μπορείτε να ανθίσετε». Μας έλεγε με στοργική  αγάπη.
Με τον Τζαφέρ –όπως λεγόταν ο Πέρσης-  είχαν γνωριστεί μια κρύα νύχτα του τελευταίου χειμώνα την ώρα που ολόκληρη η πόλη κοιμόταν εκεί που μπορείτε να ικανοποιήσετε την αδρεναλίνη σας ή να απολαύσετε τον καφέ και το ποτό σας  στο πολυτελέστατο μπαρ του Καζίνο της Ρόδου.  Ήταν ένας τριάντα-πεντάρης κοσμοπολίτης άνδρας με καταγωγή από την Περσία κι από το κλειστό κύκλο του ανατραπέντα Σάχη. Τη νύχτα εκείνη φλυάρησαν ευχάριστα για αρκετό χρονικό διάστημα. Έκτοτε οι δρόμοι τους μέχρι και σήμερα δεν ξανασυναντήθηκαν.
Απόψε συναντιούνται και πάλι. Το ραντεβού με τον Τζαφέρ ήταν για τις εννέα και μισή άλλα φρόντισε να φτάσει δέκα λεπτά νωρίτερα Το γραφείο του Πέρση όπου θα γινόταν η συνάντηση ήταν σ’ να στενό δρόμο της παλιάς πόλις, στο εσωτερικό μια μικρής αυλής που δεν την έβρισκε κάνεις εύκολα. Ο αδελφός μου ενστικτωδώς το σημείωσε αυτό στο μυαλό του. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Το ένστικτο κι η διαίσθηση του τον προειδοποιούσαν. Το στομάχι του σφίχτηκε. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι αυτό που ένοιωθε είναι το τρακ της συνάντησης.
Σαν έφτασε βρήκε τον Τζαφέρ να  τον περιμένει στο δροσερό περιβάλλον του γραφείου. Το εσωτερικό του γραφείου με την εμφάνιση του έδινε την εντύπωση, άνεσης και πλούτου για τον ιδιοκτήτη του. Ο Τζαφέρ περνούσε λίγα χρόνια τον αδελφό μου αλλά τα γκριζαρισμένα μαλλιά πρόσθεταν αλλά πέντε στην ηλικία του. Ήταν ένας εύρωστος άνδρας γύρω στο μπόι του αδελφού μου – ένα ογδόντα πέντε – γεροδεμένος. Απέπνεε έναν αέρα ήρεμης αυτοπεποίθησης που δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως την εντύπωση ανθρώπου καλόβολου και ευτυχισμένου. 
Αντάλλαξαν χειραψία επιφυλακτικά αναμετρώντας ο ένας τον άλλο. Τότε από το πρόσωπο του αδελφού μου φάνηκε ένα διάφανο χαμόγελο. Ήταν το χαμόγελο του ανθρώπου που ενώ ανάλαβε μια δουλειά για την όποια δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα, είχε αποφασίσει να την κάνει όσο καλύτερα μπορούσε.
Ο Τζαφέρ του εκμυστηρεύτηκε πως είχε μια εταιρία με πλούσια εμπειρία σε υπηρεσίες που προσφέρονται σε ξενοδοχεία και στη θάλασσα στο χώρο σκαφών αναψυχής στη περιοχή του περσικού κόλπου. Απόφαση του ήταν να προχωρήσει σε παρόμοιες επενδύσεις στο νησί της Ρόδου και αναζητούσε συνεργάτη ικανό να μπορεί να διαχειριστεί την επένδυση. Το ζήτημα της χρηματοδότησης ήταν αποκλειστικά δική του ευθύνη, αυτός απλώς αναζητούσε τον άξιο μάνατζερ ώστε να προχωρήσει τα επιχειρηματικά σχεδία του.
Περνώντας οι μέρες ο αδελφός μου με τον Τζαφάρ είχαν δημιουργήσει μια περίεργη σχέση, που ήταν ταυτόχρονος φιλική και τυπική. Αν και είχαν πλέον μια οικειότητα που τους επέτρεπε να αποκαλούνται με τα μικρά τους ονόματα, ο αδελφός μου συνέχιζε να έχει ελάχιστες πληροφορίες για το παρελθόν του Τζαφέρ, και είχε σκεφτεί πολλές και διαφορετικές θεωρίες.
Ανάμεσα στα σχέδια τους ήταν και η αγορά ενός σκάφους με αντικείμενο τον θαλάσσιο τουρισμό. Ο αδελφός μου γνώριζε ότι στην αγορά προσφερόταν προς πώληση ένα παραδοσιακό εντυπωσιακό ξύλινο σκάφος αναψυχής, ένα τρεχαντήρι 18 μέτρων ο πιο χαρακτηριστικός και διαδεδομένος τύπος ξύλινου σκάφους στο Αιγαίο. Ένα σκαρί ναυπηγημένο στους φημισμένους ταρσανάδες της Σάμου.
Ήταν χωρίς υπερβολή ένα εντυπωσιακό σκάφος. Ήταν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο με πευκόξυλο από τα δάση της Σάμου.  Φαρδύ στη μέση και με χαμηλά ύφαλα είχε έντονα καμπυλωτές πρύμη και πλώρη κι ένα σκαλιστό άλμπουρο που ορθωνόταν ψηλά πάνω από την κουπαστή. Σαν ιστιοφόρο ήταν καλά εξοπλισμένο μ’ έναν τρίγκο μια μπούμα και δυο φλόκους. Ήταν ένα τυπικό δείγμα τρεχαντήρι, ήταν εντυπωσιακό και πολύ όμορφο. Το καθόλου ευκαταφρόνητο αμπάρι του είχε μετατραπεί σε καμπινές και το κατάστρωμα σε γέφυρα μ' ένα τεράστιο σαλόνι.
Μετά από μερικά τηλέφωνα έμαθε ότι το όμορφο σκαρί βρίσκεται αυτή την εποχή σε μαρίνα σκαφών αναψυχής στην Αττική.
Αναχώρησε αρχικά με το πλοίο της γραμμής για το νησί της Κω, να τακτοποιούσε κάποιες εκκρεμότητες σε μια μικρή επιχείρηση ειδών τουρισμού που συνεργαζόταν και ακολούθως θα πετούσε για την Αθήνα να συναντήσει τον πωλητή του σκάφους.
Το πρωινό τον βρήκε καθισμένο αναπαυτικά στη μικρή αίθουσα του αεροδρομίου, βλέποντας το πολύβουο πλήθος που ξεχυνόταν μπροστά του σαν ορδή μυρμηγκιών. Ένα συνονθύλευμα χρωμάτων, αρωμάτων και εκφράσεων γέμιζε το οπτικού του πεδίου. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε να καταγράψει τις εικόνες. Στο μαύρο φόντο των βλεφάρων του μια απρόσκλητη λάμψη άρχισε να μεγαλώνει. Όταν τα άνοιξε ξανά, ανακάλυψε μια φωτεινή γυναικεία οπτασία. Εστίασε ο βλέμμα στο πρόσωπο το σαγηνευτικά οικείο σ' αυτόν.
Η Ζανέτ!
Ήταν η λάμψη που αποτυπώθηκε στα βλέφαρά του, με τα ελεύθερα πυρρόξανθα μαλλιά της να πλαισιώνουν τ’ όμορφο πρόσωπο της.
Τα μάτια της γαλάζια με ασυνήθιστο βάθος. Η μυτούλα της αναιδής και τα σαρκώδη χείλη της μισάνοιχτα καθώς εισερχόταν στην κλιματιζόμενη αίθουσα με την θορυβώδη παρέα της.
Ο ήλιος της μεσογείου δεν είχε καταφέρει να σβήσει τις απαλές φακίδες που μόλις διακρίνονταν κάτω από το ηλιοκαμένο χρώμα της
Το σοκ ήταν ευχάριστο σαν βουτιά σε βουνίσιο χείμαρρο.
Στη θέα της αναρίγησε, αλλεπάλληλα κύματα άδραξαν τα σωθικά του και διάφορες εικόνες άρχισαν να περνούν από το μυαλό του.
Εκείνη τη στιγμή η Ζανέτ ειδοποιούμενη από κάποιο τηλεπαθητικό ένστικτο γύρισε προς το μέρος του και διέκρινε την ψηλή σιλουέτα του να κάθεται ανάμεσα στο πλήθος.
Για ένα λεπτό που κράτησε όσο μια αιωνιότητα, έμεινε σιωπηλή, κεραυνοβολημένη, από ένα αίσθημα κατάπληξης.
«Θεέ μου» ψιθύρισε.
Το βλέμμα τους έσμιξε και μείναμε να κοιτάζονται.
Πετάχτηκε όρθιος και με ένα τελευταίο βήμα εξαφάνισε την απόσταση που υπήρχε ανάμεσα τους.
«Πρέπει να κόψουμε αυτές τις συναντήσεις» της είπε. «Θ’ αρχίσουν να μας υποπτεύονται»
Ένα χαρούμενο πλατύ χαμόγελο εμφανίστηκε στο δροσερό πρόσωπο της.
Η αντίδραση της ήταν άμεση, όσο για τον τόνο της φωνής της, διατηρούσε πάντοτε τη  χαρακτηριστική μουσικότητα.
«Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που ξανά ανταμώνουμε, χαρούμενο κάθαρμα!» του φώναξε εγκάρδια.
Φτερούγισε η καρδιά του, κάτι σαν ρίγος, κάτι δύσκολο να περιγράψει, ένοιωσε ανατριχιάζοντας, ενώ τα χέρια τους δυνάμωναν το σφίξιμο τους. Όχι ακριβώς σεξουαλικό, αλλά μάλλον ένα είδος εσωτερικής επικοινωνίας.Τα χεριά τους χωρίστηκαν. Ο δεσμός ανάμεσα τους διακόπηκε, αλλά δεν χάθηκε.
Είχαν συναντηθεί πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν. Την ύπαρξη με τη μικροσκοπική ελιά πάνω απ' τα χείλη την γνώριζε πολύ καλά εδώ και τρία χρόνια. Το μυαλό του έκανε χιλιάδες συσχετισμούς ταυτόχρονα, ταξιδεύοντας σε ενδόμυχες διαδρομές.
Ο χρόνος γύρισε πίσω τρία ολόκληρα χρόνια και «βυθίστηκε» στις αναμνήσεις του.
Ήταν όλοι τους νεαροί έως τριάντα ετών από διάφορες χώρες της Ευρώπης, με αφοπλιστική άνεση στον λόγο και στη σωματική επικοινωνία. Αποτελούσε κι εκείνος κρίκο μιας εκλεκτής παρέας που μοιράστηκαν εμπειρίες και βιώματα απολαμβάνοντας το γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού. Οι γυναίκες της παρέας ήταν στην πλειονότητά τους ξανθιές, όμορφες, γεμάτες δυναμισμό και γοητεία υπεροχής. Η ζεστή αύρα του και το πλατύ χαμόγελο του, κέρδιζαν αμέσως τις εντυπώσεις και τον καθιστούσαν στο επίκεντρο.
Ο κόσμος είναι όμορφος ακριβώς γιατί αποτελείται από χιλιάδες αγόρια και χιλιάδες κορίτσια.
Η Ζανέτ ήταν γέννημα θρέμμα το Νορβηγικού βορρά, εκεί που τα βράδια του καλοκαιριού οι εποχές μπερδεύονται. Τα μεσάνυχτα το φως του ήλιου στο βάθος του ορίζοντα παραμένει ακόμα αχνό, άλλα υπαρκτό μέσα σ’ ένα βαθύ μπλε τοπίο. Μεγάλωσε δίπλα στη θάλασσα και τα καταπράσινα δάση, με προπάππο ναυτικό και θείους ιστιοπλόους, είχε από πολύ μικρή τη θάλασσα στο αίμα της. Από πιτσιρίκα είχε ένα δικό της βαρκάκι κι έκανε συνεχώς βόλτες.
Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της, εργάστηκε στην εταιρεία πετροχημικών της οικογένειας, όμως πολύ σύντομα κατάλαβε ότι η συμβατική ζωή δεν της ταιριάζει. «Σε αντίθεση με τις φίλες μου, που ήθελαν να κάνουν καριέρα και οικογένεια, εγώ ήθελα να ταξιδεύω» έλεγε η Ζανέτ η οποία μέσω κοινών γνωστών είχε γνωρίσει τον αδελφό μου όταν η οικογένεια της πέρασε τις καλοκαιρινές διακοπές, με το ιδιόκτητο καταμαράν τους στο νησί της Ρόδου. Η οικογένεια της είχε στην κατοχή της ένα καταπληκτικό πανέμορφο λευκό με μαύρα ύφαλα ιστιοπλοϊκό καταμαράν.
Η Ζανέτ και ο αδελφός μου δεν ήταν παρά απλοί φίλοι.
Ήταν όμως, εξίσου αληθινό πως είχαν συμπαθήσει πολύ ο ένας τον άλλο, και πως όλοι στην παρέα το είχαν καταλάβει. Πολλοί από το περιβάλλον της Ζανέτ της είχαν πει επιδοκιμαστικά «Λιώνεις τον πάγο» και το κομπλιμέντο την είχε κολακέψει.
Τα αισθήματα του αδελφού μου ήταν τα φυσιολογικά αισθήματα οποιουδήποτε άνδρα προς μια κοπέλα τόσο γοητευτική όσο η Ζανέτ. Δεν ήξερε αν η σχέση εξελίσσονταν σε κάτι πιο σοβαρό. Δεν ήταν άλλωστε ακόμη σίγουρος αν ήθελε να γίνει κάτι τέτοιο.
Ούτε η Ζανέτ από την πλευρά της ήταν σίγουρο ότι το ήθελε. Μερικές φορές χανόταν μέσα στις ονειροπολήσεις, όπου η καριέρα της είχε δευτερεύουσα σημασία. Θα παντρευόταν φυσικά μια μέρα κι ο άνδρας που θα έπαιρνε θα ήθελε να έμοιαζε πολύ με τον αδελφό μου. Το ότι θα μπορούσε όμως να ήταν ο ίδιος ο αδελφός μου ήταν μια σκέψη που απέφευγε να την κάνει. Την γοήτευε με την απλότητα του, με την ανεπιτήδευτη συμπεριφορά του, με το ανέμελο ντύσιμο του – φορούσε σχεδόν πάντα τζιν – με τη φανερή περιφρόνηση του για την παράδοση και με την ακόμη πιο φανερή στάση του να μην τον δαμάσει η καθημερινότητα. Ο αδελφός μου ήταν η μεσογειακή φιγούρα του γοητευτικού νεαρού άνδρα που τραβούσε τα βλέμματα των θηλυκών που προσπερνούσε. Τα πάντα ήταν άψογα πάνω του. Κορμοστασιά ευθυτενής. Μαλλιά καστανόξανθα περιποιημένα, ελαφρώς κυματιστά. Πρόσωπο καθάριο. Βλέμμα ζεστό, διαπεραστικό μα και υπεροπτικό ανάβλυζε από τα μελιά του μάτια.
Έλξη υπήρχε δεν χωρούσε καμία αμφιβολία, έντονη και από τις δυο πλευρές.
Βρέθηκαν στο αεροπλάνο. Μ’ ένα μαγικό τρόπο κατάφεραν να κάθονται πλάι πλάι.
Το νησί του Ιπποκράτη, και οι ηλιόλουστες ακτές του βρισκόταν από κάτω τους καθώς το τζετ, που ανυψωνόταν τους έφερνε όλο και ψηλότερα στον ουρανό.
Ο Ζανέτ διάβαζε την εφημερίδα με απολυτή αυτοσυγκέντρωση που όμως δεν μπορούσε να ξεγελάσει τον αδελφό μου ούτε για μια στιγμή. Αποφάσισε να περιμένει για λίγο και να κάνει μερικές ερωτήσεις κατά την διάρκεια της πτήσης.
Αυτή ύψωσε το βλέμμα της, περιμένοντας τον αδελφό μου να μιλήσει πρώτος.
«Έχει περάσει καιρός από τότε.», μουρμούρισε αμήχανα.
«Από τότε που χωριστήκαμε, πόσες φορές η αύρα της άνοιξης διαδέχτηκε την πάχνη του χειμώνα;» τον ρώτησε.
Ακούγοντας τη να ομιλεί έτσι ο αδελφός μου του ξαναήρθαν στη μνήμη οι όμορφες εκείνες εποχές που ένοιωθε απέραντη τρυφερότητα γι’ αυτήν.
Ρουφούσε τα λόγια της και τα χρώματα που έβγαζαν οι λέξεις της, και τις μυρωδιές που έμοιαζαν σαν υπογραμμίσεις στις φράσεις της.
«Ε λοιπόν δεν θα σου έλεγα ψέματα, αν σου έλεγα ότι σε σκεπτόμουν όλο αυτόν τον καιρό.»
Της τόνισε με απόλυτη ειλικρίνεια.
Στη συνέχεια η πτήση για την Αθήνα ήταν επεισοδιακή με αναταράξεις.
Του κράτησε σφικτά το χέρι.
Ο αδελφός μου ανταποκρίθηκε ακουμπώντας στοργικά το χέρι στους ώμους της.
Η Ζανέτ πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να χαλαρώσει.
Μετά βυθίστηκαν στη σιωπή απορροφημένος ο καθένας από τις σκέψεις του.
Έκλεισαν τα μάτια κι όταν τα ξανάνοιξαν, μολονότι νόμιζαν πως πέρασαν μόλις λίγες στιγμές, διαπίστωσαν ότι ετοιμάζονταν να προσγειωθούν. Σηκώθηκαν απρόθυμα από τις θέσεις τους.
Το βραδάκι βρέθηκαν να συνωστίζονται οι δυο τους στα στενά δρομάκια και τις γραφικές πλατείες της Πλάκας. Το βράδυ ο ιερός βράχος της Ακρόπολης φάνταζε σαν κορώνα πάνω από την Πλάκα, λουσμένος καθώς ήταν στο φως των προβολέων που τον τύλιγαν σε μια γλυκιά άχλη. Την επομένη η Ζανέτ αναχώρησε για τις Σπέτσες να συναντήσει τους δικούς της.
Το προς πώληση παραδοσιακό σκάφος βρισκόταν ελλιμενισμένο στο λιμανάκι της Ζέας όπου επικρατεί συνωστισμός και φασαρία και πολλά σκάφη χρησιμοποιούν την μαρίνα για χειμερινό αγκυροβόλιο.
Για τον αδελφό μου υπήρχαν ακόμη πολλά πράγματα που έπρεπε να μάθει για το παραδοσιακό σκάφος αναψυχής. Ο πιο κατάλληλος να τον βοηθήσει ήταν ο Αλέκος. Ο Αλέκος ήταν ένας νεαρός άνδρας που είχε εργαστεί ένα ολόκληρο καλοκαίρι μαζί με τον αδελφό μου στην εταιρεία ιστιοφόρων σκαφών αναψυχής – σκιπερς- και είχαν δημιουργήσει μια εγκάρδια σχέση μεταξύ τους.
Ο πατέρας του Αλέκου, ψηλός λεπτός με πυκνά ακατάστατα μαλλιά και έντονα μαυρισμένο δέρμα, έμπειρος επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στο χώρο της κατασκευής και εμπορίας σκαφών αναψυχής με έδρα στη Δυτική Αττική και καλύπτει τον ευρύτερο χώρο της Ελλάδος ήταν αυτός που ανέλαβε να τον βοηθήσει. Άλλωστε το σκάφος αυτό είχε περάσει αρκετές φορές από το καρνάγιο του. Ήταν ένας κρητικός στην καταγωγή δαιμόνιος επιχειρηματίας, που ανδρώθηκε στη δύσκολη δουλειά της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης της ευρύτερης περιοχής και η επιχείρηση του ανθούσε. Η αγορά είχε σε μεγάλη υπόληψη τις ικανότητες του. 
«Ωραία ξέρεις στ’ αλήθεια ποιος είναι ο μυστηριώδης εργοδότης σου.» Τον ρώτησε τον αδελφό μου. «Λοιπόν άκουσε καλά τι θα σου πω. Εγώ τον γνωρίζω γιατί κάποια στιγμή τον είχα πελάτη.
Για τον Πέρση φίλο σου οι γνώμες διίστανται. Κατ’ άλλους είναι λαθρέμπορος, και κατ’ άλλους δαιμόνιος επιχειρηματίας. Εγώ τον θεωρώ λίγο και από τα δυο.
«Ο Τζαφέρ έχει διασυνδέσεις με Ινδούς και Πακιστανούς εμπόρους χρυσού. Είναι κρίκος μιας αλυσίδας που διακινεί παράνομα χρυσό από το Ντουμπάι στην Ινδία.»
«Δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά» του είπε ο αδελφός μου, βηματίζοντας νευρικά για να απελευθερώσει ένα μέρος της νευρικότητας που τον είχε πλημμυρίσει.
«Εγώ απλά προσπαθώ να σε προειδοποιήσω.»
«Καλύτερα να το ξανασκεφτείς»
«Μην μπαίνεις σε τέτοιους μπελάδες.» Συμπλήρωσε.
Τον απέτρεψε να δεχτεί αυτή την συνεργασία. Το θεωρούσε λάθος.
Μια αρχική παγωνιά σκέπασε ολόκληρο το κορμί του αδελφού μου, καθώς σκέφτηκε το δίλημμα που έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει. Η αλήθεια είναι ότι μ’ αυτά που άκουσε, μια ακόμη επαγγελματική ευκαιρία που του κτυπούσε την πόρτα έπρεπε να την απορρίψει. Ωστόσο δεν σήκωσε και μαύρα πανιά. Το ένστικτο του έλεγε ότι κάτι έκρυβε εκείνο το γραφείο πίσω από τη μικρή αυλή, αλλά ποτέ του δεν είχε αντιληφθεί τίποτα το σοβαρό.
Τις επόμενες ώρες είχε συνέλθει τελείως, ήταν εξαιρετικά ευδιάθετος. Δε θα ‘λεγες ότι δεν του καιγόταν καρφί. Ήταν όμως φανερό ότι ένοιωθε απελευθερωμένος. Αποφάσισε ότι δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να υποφέρει επειδή είχε αποτύχει να μαντέψει την πραγματικότητα που κρυβόταν πίσω από τις επαγγελματικές ασχολίες του Πέρση.
Δεν ήταν λοιπόν μεγάλη έκπληξη ότι ο αδελφός μου αποφάσισε να ακυρώσει το ραντεβού με τον μεσίτη του παραδοσιακού σκάφους. Είχε πάρει ήδη το μονοπάτι που θα τον ταξίδευε στα μυστικά βάθη μέσα στον ίδιο του τον εαυτό. Πέντε ώρες αργότερα σαλπάρισε με το πλοίο της γραμμής για τις Σπέτσες. Το γλυκό απογευματινό φως τον βρήκε ακουμπισμένο στην κουπαστή του πλοίου. Αγνάντευε το νησί και ένοιωσε χαμένος μέσα σε βαθιά γαλάζια μάτια και στο άρωμα που άφησε πίσω της η ηλιοφίλητη επιδερμίδα της.
Όταν η Ζανέτ έκανε την πρόταση στον αδελφό μου αν ήθελε να ταξιδέψουν με το ιστιοπλοϊκό νότια προς τη Μονεμβάσια και Ελαφόνησο αυτός παρ’ όλες τις επιφυλάξεις του ενθουσιάστηκε από την ιδέα. Το αναζητούσε αυτό, να φύγει μακριά, αναζητώντας καταφύγιο στην ηρεμία της θάλασσας. Εκεί πίστευε πως θα γιάτρευε τις πληγές του με τους ήχους του άνεμου και των κυμάτων.
Πιότερο από ποτέ, σήμερα λαχταρούσε να σαλπάρει και πάλι για κείνους τους  τόπους, που ‘χεν ακούσει τόσες και τόσες ιστορίες στα χρόνια που κύλησαν από τον ξενιτεμό τους.
«Είναι καλός καιρός για μετακίνηση;» τον ρώτησε την επομένη το πρωί. «Ο καλύτερος» της απάντησε και ήθελε τόσο πολύ να γευτεί την ευφορία μέσα στο αλάτι της θάλασσας.
Να ξεδιψάσει δηλαδή σε κείνη την  ακτή που βρέχεται από όλα τα… ενδεχόμενα.
Μετά τη ρώτησε επιφυλακτικά. «Και ποιος θα πλοηγήσει το σκάφος».
Η Ζανέτ έδειξε θιγμένη.
«Εγώ φυσικά». Απάντησε. «Το έχω κάνει πολλές φορές».
Περίμενε να αμφισβητήσει ο αδελφός μου τις ικανότητες της, αλλά αυτός το απέφυγε. Είχε αντιληφθεί πως η Ζανέτ ήταν ισορροπημένη κοπέλα, ίσως παραπάνω από όσο έπρεπε. Όταν διατεινόταν ότι μπορεί να κάνει μια δουλειά, δεν έλεγε ποτέ ψέματα.
Υπήρχε ωστόσο, ένα ακόμη σημείο που έπρεπε να κανονίσουν. Το σκάφος έπαιρνε τέσσερα άτομα. Έπρεπε να βρουν τους άλλους δυο.
Φίλοι του υγρού στοιχείου και οι δυο, τόλμησαν να αντιμετωπίσουν τον Ποσειδώνα! Με δίπλωμα ναυτοσύνης οι δυο τους, έδειξαν εμπιστοσύνη στην πείρα τους κι αποφάσισαν να ξελογιαστούνε από το μουσικό θρόισμα του αέρα στα πανιά, να μεθύσουν από το συρτό ήχο που κάνει το σκάφος γλιστρώντας στα κύματα!
Μονάχοι τους!.
Γενικά από πλευράς καιρικών συνθηκών οι πρώτες μέρες του Αυγούστου ήταν φθινοπωρινές. Σαν Οκτώβρης ήταν! Συννεφιά, ισχυροί άνεμοι και βροχές. Ο αδελφός μου το έβρισκε εντελώς ασυνήθιστο, και αστείο μαζί, να είσαι Αύγουστο στην Ελλάδα, και μάλιστα στις Σπέτσες, και να είσαι κουκουλωμένος με νιτσεράδα!
Εκείνο το πρωί όμως ήταν χαρά Θεού, η θάλασσα γυαλί. Ο ήλιος αναδυόταν μέσα από το Αιγαίο πέλαγος γεμίζοντας τον γαλάζιο ουρανό με πορτοκαλί λιωμένα τριαντάφυλλα. Ζέστη και μια διαύγεια στην ατμόσφαιρα απίστευτη, με ασθενείς άνεμους, ανήμπορους να φουσκώσουν τα πανιά του ιστιοπλοϊκού. Ακατάλληλος καιρός για ιστιοπλοΐα.
Μπρος η μια μηχανή λοιπόν, με πέντε κόμβους ταχύτητα, το σκάφος απέπλευσε από το κοσμοπολίτικο λιμένα των Σπετσών αφήνοντας  πίσω του το ακρωτήριο του Ζάστανο, αθόρυβα και αργά, αλλά σταθερά, έβαλε πορεία στο νοτιά, πλώρη για το Κυπαρίσσι και τη Μονεμβάσια. Με το μεγάλο τιμόνι να κάνει ένα "κλικ", πότε αριστερά και πότε δεξιά, στην προσπάθειά του να υπακούσει στις εντολές του αυτόματου πιλότου. Το καταμαράν είναι το κατ’ εξοχήν σκάφος κρουαζιέρας. Ξακουστό για την όρθια, γρήγορη και ασφαλή πλεύση του σε όλες τις θάλασσες, έχει μικρό βύθισμα και εύκολο χειρισμό. Πλεονεκτήματα του, που το κάνουν ασυναγώνιστο σε σχέση με πολλά συμβατικά σκάφη. Λόγω του πλάτους και των δυο πλωτήρων του, όταν αρμενίζει με τα πανιά δεν παίρνει κλίση, αλλά ταξιδεύει ίσια  και έτσι, οι επιβάτες έχουν το μέγιστο της ασφάλειας και της απόλαυσης του ταξιδιού. Λόγω του μικρού βυθίσματος των πλωτήρων, γλιστράει γρήγορα και αθόρυβα πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας, πάει παντού γρήγορα, άνετα και με ασφάλεια. Είναι από τα ασφαλέστερα ιστιοπλοϊκά σκάφη πρακτικά αβύθιστο, παντός καιρού, ικανό να διασχίσει και ωκεανούς. Ταυτόχρονα με τις δυο μηχανές του, μία σε κάθε πλωτήρα ότι και να συμβεί, και με μία θα φτάσει με ασφάλεια στο λιμάνι του. Ακόμη, με τις δυο μηχανές, οι μανούβρες και η προσέγγιση και στο πιο δύσκολο λιμάνι γίνονται ευκολότερα. Είναι το συνώνυμο της άνεσης και της απόλαυσης.
Είχαν απομακρυνθεί από τις Σπέτσες όταν τους θυμήθηκε ο Αίολος. Άνοιξαν τα πανιά και το ιστίο της πλώρης φούσκωνε από υπερηφάνεια. Είναι απίστευτη η δύναμη που κρύβει μέσα του ο αέρας! Με το πανί πλανάριζε το καταμαράν, ελαχιστοποιώντας έτσι την απόσταση που τους χώριζε από τον προορισμό τους.. Κάμποσες ώρες γλιστρούσαν ανάλαφρα στα κύματα, και στον ορίζοντα, εκεί που η θάλασσα σμίγει με τον ουρανό. Ήταν ένα γαλήνιο θέαμα να παρατηρείς το διπλό αφρισμένο αυλάκι που άφηναν στο πέρασμα τους και να χαϊδεύεις με το βλέμμα τα τεντωμένα και πανίσχυρα πανιά.
Από το Μυρτώο πέλαγος κρυφοκοιτάζουν πίσω από τις σχισμάδες των βράχων, και ο προορισμός τους έρχεται όλο και πιο κοντά.
Το Κυπαρίσσι!
Ανταύγειες εαρινού κήπου, άνθη ευφροσύνης σε τούλι μαγικό. Αεί ζωή και ρέμβη αγαλλίασης.
Το Κυπαρίσσι ίσως είναι ένας από τους ελάχιστους ανεπιτήδευτους παραδοσιακούς οικισμούς των ακτών του Μοριά που διατηρεί το χρώμα και τη γραφικότητά του. Βέβαια σ’ αυτό συντέλεσε η μακρόχρονη οδική απομόνωση του. Το Κυπαρίσσι ή αλλιώς Βρύση- ο παλαιότερος συνοικισμός εκ των τριών οι οποίοι αποτελούν σήμερα το χωριό (Παραλία, Μητρόπολη, Βρύση), βρίσκεται χτισμένο εκατό μέτρα ψηλά απ’ τη θάλασσα, σε μικρή απόσταση απ’ αυτήν, σε θέση με πυκνή μεσογειακή βλάστηση από πεύκα, πρίνα, χαρουπιές και κυπαρίσσια. Είναι αθέατο από την παραλία και κτίσθηκε έτσι για λόγους ασφάλειας από τους πειρατές, όταν αυτοί λυμαίνονταν τις ακτές της Πελοποννήσου. Αργότερα όταν πέρασε ο κίνδυνος, δημιουργήθηκαν οι παραθαλάσσιοι στον βαθύ και υπέροχο κόλπο του Κυπαρισσιού, με τις δύο εκπληκτικές παραλίες και τα δύο ξωκλήσια, αυτό του Αγίου Νικολάου στα βόρεια και του Αγίου Γεωργίου στον νοτιά, που ανοίγεται με εμπιστοσύνη στο βαθύ απέραντο γαλάζιο του Μυρτώου Πελάγους. Είναι ένα τοπίο με μυστική παρθενικότητα, με αρώματα βουνού και ψιθύρους της θάλασσας, από αυτούς που αρχίζουν να σπανίζουν στην Ελλάδα.
Στην πλευρά του Πάρνωνα που βρέχεται από το Μυρτώο πέλαγος οι ακρογιαλιές της περιοχής φημίζονται για τα πεντακάθαρα νερά και την ησυχία τους. Αν έχετε δικό σας σκάφος θα γνωρίσετε απάτητες ακροθαλασσιές που προσεγγίζονται δύσκολα ή και καθόλου από την στεριά, όπως ο ορμίσκος Δρυμίσκος, τέσσερα μίλια νοτιότερα απ’ το μόλο της Παραλίας, το κλειστό ακρογιάλι της Βλυχάδας το απόμερο Μπαλογκέρι, και η εσωτερική θάλασσα του Γέρακα.
Είναι η τρίτη ημέρα της θαλάσσιας περιπλάνησης!
Μεσημέρι αναχώρησαν από το Μπαλογκέρι για το νοτιά.
Την επόμενη ώρα μεγάλος αριθμός από χαμηλά σύννεφα έκαναν την εμφάνιση τους στον ουρανό από τα δυτικά, προάγγελος της μπόρας που ερχόταν.
Κατέβασαν το πανί!
Το σκάφος έπλεε με τις μηχανές με όση ταχύτητα διέθετε κι ωστόσο φαινόταν να έμενε ακίνητο στο νοτιοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου χοροπηδώντας μέσα στην θαλασσοταραχή αψηφώντας τα κύματα και τον άνεμο.
Το μικρό σκάφος δεχόταν στη μάσκα του συμπαγείς υδάτινους τοίχους των κυμάτων κι ο άνεμος το μαστίγωνε μ’ αφρούς. Η θαλασσινή αχλή πλησίαζε την στεριά σαν μαργαριταρόσκονη, ερχόμενη από τα νερά του ρεύματος του Μυρτώου πελάγους και τα κύματα έσκαζαν σε αλλεπάλληλα μέτωπα ορμώντας στη λαμπερή λευκή άμμο και στη βάση των ανεμοδαρμένων βράχων απ’ τη θάλασσα και τους αέρηδες.
Η νοτιοανατολικές ακτές της Πελοποννήσου βρίσκονται στη ζώνη των Αληγών ανέμων. Συνηθέστερος άνεμος είναι ο νοτιοανατολικός, ο σιρόκος, αλλά το σύστημα των ανέμων αναστρέφεται εντελώς καμιά φορά και τότε ξεσπούν άγριες βορινές θύελλες που έρχονται από την βαλκανική χερσόνησο.
Το σκάφος τρεμούλιαζε στην κακοκαιρία σαν όχημα που έτρεχε πάνω σε ανώμαλο δρόμο. Οι σποραδικές αστραπές μεγάλωναν την αίσθηση του απειλητικού θυμωμένου καιρού.
Ο Ζανέτ για ένα λεπτό νόμισε πως είχε χάσει τον έλεγχο. Γρήγορα κατόρθωσε να ισορροπήσει και πάλι την πορεία, πλοηγούσε μ’ εξαιρετική προσοχή και δεξιοτεχνία. Είχε περάσει κάπου μισή ώρα που κλυδωνίζονταν και σκαμπανέβαζαν όταν συνειδητοποίησαν πως μέσα στα σύννεφα από αφρούς που στροβιλίζονταν γύρω τους, μπροστά τους ξεπρόβαλε ένα άνοιγμα, ένα κανάλι.
Αριστερά και δεξιά κάθετοι βράχοι που οι καταιγίδες αιώνων είχαν σμιλέψει τις λείες και στρογγυλές επιφάνειες τους, πλαισίωναν μια μακρόστενη λωρίδα νερού, φιδωτή μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα τους και συνέχιζε ακόμα. Τα κύματα έσπαζαν πάνω στους βράχους με αμείλικτη και επίμονη μανία, που ποτέ άλλοτε δεν είχε εντυπωσιάσει τον αδελφό μου όσο τώρα. Είχε δει πολλές φορές πριν άγρια κύματα, ποτέ όμως από τόσο κοντά και μάλιστα μέσα από ένα τόσο ελαφρύ πλοιάριο. Κοίταζε με αγωνία τα κύματα που έζωναν τους βράχους.
Η Ζανέτ έστρεψε την πλώρη του σκάφους μέσα στο άνοιγμα, με το σπρώξιμο του ανέμου να τους παρασύρει από την ανασφάλεια της τρικυμισμένης ανοικτής θάλασσας σε ήρεμα νερά. Από τη στιγμή που βρέθηκαν μέσα στο στενό πέρασμα τα ορμητικά κύματα είχαν χαλαρώσει.  Μαζί τους είχαν φύγει και οι χειρότεροι φόβοι, δεν υπήρχε πια κίνδυνος. Η ηρεμία φώλιασε ξανά στην καρδιά τους. Πέρα στον ανατολικό ορίζοντα άστραφτε ακόμη, και η βροχή που απομακρυνόταν ακουγόταν σαν χαμηλό μουρμουρητό, ενώ ο άνεμος πάνω στους ιστούς του σκάφους σφύριζε όλο και λιγότερο. Ο Ήλιος άρχισε να ξεπροβάλλει δειλά δειλά και τα σύννεφα αραίωναν. Καλωσόρισαν μ’ ανακούφιση τις νέες συνθήκες. Τελικά αποδείχτηκε πως η ικανότητα της Ζανέτ στη θάλασσα ήταν πρώτης τάξεως.
Σταδιακά η ταχύτητα του σκάφους έγινε ομαλή, ανέβασαν και πάλι το πανί. Σαν πουλί το καταμαράν διέσχισε χωρίς δυσκολία το στενό πέρασμα που οδηγούσε στον εσωτερικό κόλπο. Η θάλασσα μπροστά τους απάνεμη, το νερό γινόταν σχετικά ήρεμο και καθαρό ώστε να μπορείς να διακρίνεις τον αβαθή πυθμένα, εκεί μπορούσαν να αγκυροβολήσουν.
Ένας σταθερός νοτιοδυτικός άνεμος έπνεε και το σκάφος λικνιζόταν σαν ζωντανή ύπαρξη.
Ο αδελφός μου αμέσως κατέβασε το πανί και η Ζανέτ έκανε έναν κύκλο στον κόλπο για να βρεθούν στη θέση αγκυροβολίας.
 Μόλις το σκάφος αγκυροβόλησε στο ασφαλές λιμάνι ούτε ο αδελφός μου ούτε η Ζανέτ ένοιωθαν την ανάγκη να μιλήσουν. Υπήρχε κάποια σιωπηρή επικοινωνία μεταξύ τους, που δεν ήθελαν να την διαταράξουν με λόγια κι ήταν ευχαριστημένοι καθώς μοιράζονταν την γαληνή και το θαύμα της ήρεμης θάλασσας. Προς το παρόν τους ήταν ευχάριστο να ρουφούν το φρέσκο δροσερό αεράκι του απάνεμου αγκυροβολίου, να νοιώθουν τον ουρανό πάνω από το κεφάλι τους να καθαρίζει από τα μουντά σύννεφα, να παρακολουθούν τον ήλιο να συνεχίζει τη μακρά πορεία του προς την δύση, ζωγραφίζοντας πορφυρές και μοβ ακτίνες στον ουρανό και λούζοντας την περιοχή μ’ ένα μπρούντζινο χρώμα. Έμοιαζε σαν να μην υπήρχε στον κόσμο τίποτα άλλο γι’ αυτούς. Ακόμα κι ο χρόνος είχε σταματήσει. Ο αδελφός μου ένοιωθε πως μπορούσε να μείνει αραγμένος εκεί για πάντα, γαληνεμένος, απολαμβάνοντας το ανάδεμα του σκάφους στον μικρό κυματισμό. Ήταν ο ευτυχισμένος πολεμιστής που αναπαύεται μετά από τη μάχη. Έκτος από τον απαλό παφλασμό των κυμάτων και τον χτύπο της καρδία του, επικρατούσε απόλυτη σιγή. Ανά διαστήματα πέρα από το μικρά ταβερνάκια του χωριού ο απόηχος των γέλιων έσπαγε τη γαλήνη. Τίποτα άλλο από όσα η ζωή μπορούσε να προσφέρει δεν τον γέμιζε με τόση ευχαρίστηση και ήρεμη αίσθηση της δύναμης, όση τον πλημμύριζε αυτή η ελευθερία του ανοικτού ορίζοντα.
Χαλαρώνοντας μείνανε για λίγο σιωπηλοί, στιγμές ευδαιμονίας κάτω από τον έναστρο ουρανό.
Περνώντας η ώρα ένοιωθαν μεγάλη πείνα.
Η Ζανέτ έσπασε πρώτη τη σιωπή.
« Θα ετοιμάσω τώρα ένα γνήσιο παραδοσιακό νορβηγικό γεύμα», είπε.
Ο αδελφός μου της χαμογέλασε με εκείνο το κοφτό ανεπαίσθητο χαμόγελο του, που της άρεσε πολύ.
« Θα σε βοηθήσω» της είπε.
Τελειώνοντας το δείπνο τους και πίνοντας το δροσιστικό τους cocktail, απολάμβαναν ο ένας τη συντρόφια του άλλου, ξέροντας ότι η σιωπή ήταν φορτισμένη μ’ αυτό το κάτι.
Είχε πέσει παντού η νύκτα. Ωστόσο δεν απλωνόταν βαθύ σκοτάδι, γιατί το φεγγάρι συμπλήρωνε το γέμισμα του και έτσι ακόμη και με τη βοήθεια των φώτων της παραλίας υπήρχε ορατότητα.
Η Ζανέτ κοιτούσε προσεκτικά προς τα δυτικά του ουρανού, ψάχνοντας φανερά για κάτι. «Είναι αλήθεια», ρώτησε «πως αν ξέρεις προς ποια κατεύθυνση να κοιτάξεις, μπορείς να δεις την Αφροδίτη κατά τη διάρκεια της ημέρας; Χθες, μετά τη δύση του Ήλιου ήταν τόσο λαμπρή, που το πίστεψα».
«Είναι απόλυτα αληθινό» αποκρίθηκε ο αδελφός μου «Πρέπει να την εντοπίσεις, όταν το πετύχεις, μετά είναι πολύ εύκολο να τη δεις».
Έστρεψε τη ματιά του στον ουρανό, κι άφησε το νου του ελεύθερο να κάνει μια σύντομη βόλτα στο λαβύρινθο του απέραντου, του απάτητου χάους. Ένοιωσε ότι όλα γύρω τους αιωρούνται στο χείλος μιας αβύσσου που ξεπερνά τις βασικές ανθρώπινες γνώσεις.
«Τα επόμενα πρωινά», της είπε «αν κοιτάξεις χαμηλά στα ανατολικά -βορειοανατολικά περίπου τριάντα με σαράντα λεπτά πριν την ανατολή του ηλίου θ’ αντικρίσεις την Αφροδίτη αλλά και τον Δία, τους δύο λαμπρούς πλανήτες κοντά στο λυκαυγές».

Της διηγήθηκε μια πολύ παλιά ιστορία .
«Η αγάπη, λένε αρχίζει από το σπίτι, και το γαλάζιο πουλί του έρωτα βρίσκεται μόνο στο πίσω μέρος της αυλής μας. Μπορεί να είναι κι έτσι, άλλα η γνώση ειν’ αδιαίρετη και βρίσκεται παντού.»
«Ήταν την εποχή του γιου του βασιλιά Γύγη. Κοντά στη Μίλητο στην Ιωνία, στις όχθες του Αιγαίου, ο Θαλής, γιός του Εξαμύου και της Κλεοβουλίνης, περπατούσε στην έξοχη.
Ο Θαλής ερευνούσε τον ουρανό για να ανακαλύψει τα μυστικά της τροχιάς των αστέρων. Η νεαρή υπηρέτρια που τον ακολουθούσε είδε μια μεγάλη τρύπα στη μέση του αγρού. Την απέφυγε. Αντίθετα ο Θαλής, που συνέχιζε να ερευνά τα’ αστέρια, έπεσε μέσα. «Δεν μπορείς να δεις μπροστά στα πόδια σου και νομίζεις πως θα καταλάβεις τι γίνεται στον ουρανό!» του πέταξε καθώς τον βοηθούσε να βγει από την τρύπα.»
-Ο Θαλής ήταν ο πρώτος «διανοητής» στην ιστορία, συνέχισε.
Η Ζανέτ το απολάμβανε! Η μεσημεριανή θαλασσοταραχή ήταν κιόλας πολύ μακρινή. Τα σκούρα μάτια της τον κοίταζαν χαμογελώντας με ικανοποίηση. « Είναι τόσο όμορφα εδώ», είπε. «Αυτός ο γαλήνιος κόλπος κάτω από τον έναστρο ουρανό μου θυμίζει λίγο τα φιόρδ της πατρίδας μου. Η διαφορά είναι οι φοίνικες και τα ελαιόδεντρα που δημιουργούν την μεσογειακή ατμόσφαιρα».
«Χαίρομαι που αισθάνεσαι όμορφα». Της είπε. «Μερικές φόρες είναι σαν να σε γνωρίζω όλη μου τη ζωή». Κοίταξε αλλού. «Είμαι ανόητος, σωστά;».
«Όχι». Άπλωσε το χέρι της στο μπράτσο του. Το άγγιγμα της ήταν απαλό.
Οι λέξεις βγήκαν από το στόμα του με ανάλαφρο τόνο. «Γνωρίζεις μια γυναίκα, ανακαλύπτεις ότι είναι γυναίκα που σου ταιριάζει, κάνετε τα ιδία όνειρα, γελάτε με τα δια πράγματα, έχετε τις ίδιες επιθυμίες. Τις νύκτες ξάγρυπνος και την ονειρεύεσαι. Μερικές φορές εύχεσαι η νύχτα να ’ναι ατέλειωτη, ώστε να βυθιστείς στις σκέψεις και τα ονειροπολήματά σου. Τι να προλάβεις να σκεφτείς σ’ ένα βράδυ και τι ν’ αφήσεις; και το πιο σημαντικό: τι ν’ αποφασίσεις;».
Έπνεε ένας άηχος άνεμος που τώρα πια δεν τάραζε τα υπόλοιπα στοιχεία της φύσης.
Τα μάτια της τον κοιτούσαν ερωτευμένα και τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα.
Ο Μορφέας ήταν πολύ γλυκός εκείνο το βράδυ. Είχαν ήδη αρχίσει να το συνηθίζουν κι' αυτό. Μεσάνυχτα, ρεμβάζοντας για λίγο τη θάλασσα και τα φώτα του οικισμού από το παράθυρο της καμπίνας τους, ένιωσαν τα μάτια τους να κλείνουν.
Με το πρώτο φως της αυγής σηκώθηκε από το κρεβάτι ανανεωμένος. Στον ανατολικό ορίζοντα ξεπροβάλλει μια ωχρορόδινη αναλαμπή ανάμεσα στον ουρανό και τη θάλασσα ενώ η απαλή αύρα χάιδευε το πρόσωπο του.  Στάθηκε λουσμένος στη πρωινή ζεστασιά του νοιώθοντας μια απίστευτη γλυκιά ευχαρίστηση σαν παλίρροια να ρέει μέσα του, όπως η καθαρή ανοιξιάτικη βροχή που ξυπνά την κρυμμένη δύναμη μέσα σε εκατομμύρια μικροσκοπικούς σπόρους στη φύση.
Καθώς περνούν τα δευτερόλεπτα η αναλαμπή γίνεται τόξο κι ύστερα δίσκος πορφυρός. Αντίκρυ, χαμηλά στην ακτογραμμή διαγράφεται το χωριό του Γέρακα με τους ασβέστες των σπιτιών ν’ αστράφτουν στο πρώτο φως. Τράβηξε μια δυνατή τζούρα νέας πνοής, τεντώθηκε για να ξυπνήσουν όλοι οι μύες και έστρεψε απαλά το βλέμμα του στη μικρή κουκέτα. Το ήρεμο σμιλεμένο πρόσωπο της κοιμισμένης Ζανέτ ήταν το πιο όμορφο χαλί στα όνειρά του.
Ποτέ στη ζωή του μέχρι σήμερα δεν είχε νοιώσει τόσο προστατευτικά για κάποιον. Ήταν ένα καινούργιο συναίσθημα γι’ αυτόν, κι ήταν σίγουρος ότι του άρεσε αυτή η ένταση των αισθημάτων του.
Το κομψό ιστιοπλοϊκό λικνιζόταν νωχελικά αγκυροβολημένο στο απάνεμο λιμάνι του Γέρακα. Το ελαφρό αεράκι σχημάτιζε μικρά κύματα που ζωντάνευαν το νερό. Μπροστά στα μάτια τους απλωνόταν φωλιασμένη μέσα στα βουνά η λιμνοθάλασσα. Του άρεσε πολύ το υγρό στοιχείο. Ήταν ικανός να κάθεται ώρες ακίνητος να το χαζεύει
Εκείνος, εκείνη, η θάλασσα και ο μακρινός ορίζοντας.

Η Ζανέτ έβαλε μπροστά τις δηζελομηχανές. Στην αρχή το καταμαράν φάνταζε ακίνητο, ύστερα απομακρύνθηκε με νωχελική χάρη από το αγκυροβόλιο βάζοντας πλώρη για την έξοδο από την λιμνοθάλασσα. Στ’ απόνερα του αναρριπίζονταν λευκοί ιριδισμοί, σαν διαμαντένιο κολιέ πάνω σε μπλε βελούδο.
Ένα όμορφο ζευγάρι ζει τις πιο όμορφες μέρες του ταξιδεύοντας μ’ ένα ιστιοφόρο εννέα μέτρων, ακόμα και στις πιο απρόσιτες περιοχές του ακρωτηρίου Μαλέα, χωρίς σταθερή βάση και διεύθυνση.

Πόσο γοητευτικός ήταν αυτός ο ερωτευμένος.
Α! ο φασιανός τραγουδούσε τόσο όμορφα
Θυμούμενος τις ευτυχισμένες ημέρες
Αυτούς τους τόσο στενούς δεσμούς
Ποιος άραγε μπορούσε να τους κόψει;
Μόνο η σκληρή μοίρα.
.................................
...................................
..................................



 
Web Informer Button