ADS

click to open

Slider

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

The Couple: Alkiviadis And Andromachi

..Ένα απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
... Ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη μετρούν ήδη δέκα πέντε χρόνια ζωής ζευγάρι σε μια όμορφη μια σχέση που έχει ωριμάσει με τον πιο υγιή τρόπο. Αυτά τα δεκαπέντε χρόνια (κρυστάλλινη επέτειος) αποτελούν μια ουσιαστική απόδειξη ότι η αγάπη, όταν στηρίζεται στην αμοιβαία κατανόηση, την πνευματική επικοινωνία και τον σεβασμό, εξελίσσεται σε κάτι πολύ πιο σταθερό και βαθύ από ένα απλό πάθος.
 Η «γλυκιά αύρα» που τους περιβάλλει αποδίδει υπέροχα αυτό που συχνά ονομάζουμε συντροφικότητα. Είναι η κατάσταση όπου δύο άνθρωποι δεν είναι πλέον μόνο εραστές, αλλά οι πιο στενοί σύμμαχοι στη ζωή, έχοντας χτίσει έναν «κόσμο» που είναι κοινός και αδιαπέραστος, μετά από μιάμιση δεκαετία κοινής πορείας.
Ο Αλκιβιάδης έχει κάνει έναν κύκλο ζωής κλείνοντας πρόσφατα τα σαράντα του χρόνια, παραμένει πλάσμα αρκετά μάχιμο, και ανταγωνιστικό. Στην πυραμίδα της ενεργής ηλικίας βλέπει πίσω τι έφτιαξε, κοιτάει μπροστά τι μπορεί να φτιάξει. Ταυτόχρονα είναι ώρα ν' αναζητήσει και αυτός, εγωιστικά, λίγη ποιότητα, λίγη ξενοιασιά. Ένας γοητευτικός ομορφάντρας με μελαγχολικά μάτια και γλυκό χαμόγελο όπως του καταμαρτυρεί η σύντροφος του…… που ντύνεται σαν ψαράς..
Η Ανδρομάχη! Αν και κλείνει τα τριάντα πέντε της χρόνια, δείχνει πολύ νεότερη βάζοντας κάτω γυναίκες που έχουν τη μισή της ηλικία! Το ότι η ηλικία είναι απλά ένας αριθμός, της ταιριάζει «γάντι». Ο χρόνος της έχει φερθεί άψογα. Γοητευτική, έχει ποιότητα, με μια φυσική ομορφιά, που εκπέμπει αθωότητα και ζεστασιά κάνοντας έτσι όσους βρίσκονται γύρω της να νιώθουν ευτυχισμένοι που είναι κοντά της δείχνοντας πως άμα μια γυναίκα έχει έμφυτη την θηλυκή συμπεριφορά... είναι απλά ανίκητη.
Μια γυναίκα με περισσή φροντίδα, είναι αφοσιωμένη σύντροφος και μητέρα στον έγγαμο βίο τους. Έχει αφιερωθεί με αγάπη και υπευθυνότητα στην οικογένεια της, όχι ως φροντιστής, αλλά ως η πραγματική δημιουργός ενός υποστηρικτικού, υγιούς και «γόνιμου» περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο η σχέση και τα παιδιά μπορούν να αναπτυχθούν και να ανθίσουν.
 Με τα χρόνια έχει αποκτήσει μια βαθιά και ώριμη θηλυκότητα, σταράτο δέρμα χαρίζοντας της μια λάμψη υγείας και φρεσκάδας, προικισμένο μπούστο, καλοφτιαγμένα λαγόνια. Ψηλή, το ύψος της πάνω από τον μέσο όρο, ένας πειρασμός με χυμώδες σώμα. Ειδικά τα καλοκαίρια όταν εμφανίζεται στην παραλία οι γλουτοί της δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από πολλές άλλες με απίθανη πίσω όψη και η κοπέλα καυλώνει κόσμο και το ξέρει! 
Την θυμάται από πάντα ανεπιτήδευτη να ντύνεται απλά, ελάχιστα μακιγιαρισμένη, ειλικρινής στον τρόπο που μιλά ή σε κοιτάζει. Μια ομορφιά γυναίκας, κατά το πρότυπο παλαιότερων εποχών, που η αίσθηση της θηλυκότητας αναβλύζει σαν αφρός, περιχύνοντας τις γραμμές του κορμιού της.
Αμφότεροι έχουν συνειδητοποιήσει ότι η απόλυτη ταύτιση τους δεν είναι εφικτή, οι συζυγικές τους σχέσεις δεν είναι μια στατική κατάσταση.  Ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη δεν είναι πια δύο κομμάτια ενός παζλ που πρέπει να εφαρμόσουν τέλεια, αλλά δύο αυτοτελείς προσωπικότητες που επιλέγουν να περπατούν δίπλα-δίπλα. Η προσδοκία ότι όλα πρέπει να είναι πάντα τέλεια, είναι μη ρεαλιστική και το γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει κάπου αυτός ο «τέλειος σύντροφος». 
Αντί να αναρωτιούνται «γιατί δεν είναι έτσι όπως τον/την ονειρεύτηκα;», εκτιμούν το «αυθεντικό» που έχουν μπροστά τους.
Στον έρωτα μας λέει ο Φρόιντ, προβάλλουμε στον άλλο το ιδανικό μας «Εγώ», δηλαδή προβάλλουμε στον άλλο, αυτό που θα θέλαμε να είμαστε αλλά δεν είμαστε. Δηλαδή θέλουμε να κάνουμε σχέση με τον καλύτερο εαυτό μας!
Δεν υπάρχει αυτός ο ιδανικός σύντροφος που δε θα τους πληγώσει ποτέ είναι η πιο ώριμη «γειωμένη» παραδοχή που μπορεί να κάνει ένα ζευγάρι. H ιδέα του ταιριαστού ζευγαριού, αγγίζει τα όρια της μυθοπλασίας. O γάμος είναι μια μηχανή παραγωγής συγκρούσεων, είναι μια ρεαλιστική και αναμφισβήτητη παραδοχή! Όταν δύο άνθρωποι μοιράζονται το ίδιο «πεδίο μάχης», οι τριβές είναι μαθηματικά βέβαιες. 
Όλα τα ζευγάρια διαφωνούν για τα ίδια πράγματα, τα χρήματα, το σεξ, τα παιδιά, τη διαχείριση του ελευθέρου χρόνου και αυτά είναι οι  «πυλώνες» πάνω στους οποίους δοκιμάζονται οι αντοχές όλων των ζευγαριών.
Ο σοφός ποιμένας παππούς του έλεγε. «Πριν τον γάμο κράτα και τα δύο σου μάτια ανοιχτά, αλλά μετά τον γάμο κλείσε το ένα.»
 Εννοώντας, ότι ένας γάμος για να διατηρηθεί και να θεωρείτε επιτυχημένος πρέπει να υπάρχει σ’ αυτόν κατανόηση συγχώρεση και αποδοχή. Η σοφία του παππού του συμπύκνωνε σε μια φράση όλη τη διαδρομή που διανύουν ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη. Είναι ο κανόνας της «επιλεκτικής όρασης», που αποτελεί ίσως το πολυτιμότερο εργαλείο για κάθε μακροχρόνια σχέση. 
Πριν τον γάμο είναι η φάση της κρίσης, της επιλογής και της συνειδητοποίησης. Μετά τον γάμο δεν σημαίνει ούτε τύφλωση, ούτε αφέλεια, ούτε ανοχή σε οτιδήποτε τοξικό. Σημαίνει συνειδητή επιλογή να μην εστιάζεις στις μικρές, καθημερινές ατέλειες που είναι αναπόφευκτο να υπάρξουν σε δύο ανθρώπους που συμβιώνουν. 
Εξάλλου, ο έρωτας είναι μοναδικός, το πάθος μοιραίο και το σεξ επιτυχημένο όταν ικανοποιεί και τους δύο, χωρίς ή με ημερομηνία λήξης.» Του συμπλήρωνε ο παππούς του.
Ξαφνικά μετά από τόσα χρόνια ευτυχισμένου γάμου η Ανδρομάχη άρχισε να χάνεται στο δικό της κόσμο. Η πρώτη «μεγάλη δοκιμασία» τους και μια ρωγμή στην «αρμονική συμφωνία» τους δεν προέρχεται από μια εξωτερική σύγκρουση, αλλά από μια εσωτερική απομάκρυνση. Η ερωτική της επιθυμία για σεξουαλική επαφή τους έχει μπει σε τροχιά μεγάλης ύφεσης.  Προσπαθεί να της μιλήσει, να καταλάβει να βρει απαντήσεις. 
«Τίποτα όλα καλά» του λέει. 
Το «Τίποτα, όλα καλά» είναι ίσως η πιο επικίνδυνη φράση σε μια σχέση. Είναι οι στιγμές του γάμου που σταματούν να παράγουν θόρυβο και παράγουν κενό. Όταν η Ανδρομάχη λέει «όλα καλά», στην πραγματικότητα δηλώνει ότι δεν έχει τον τρόπο ή τις λέξεις να μοιραστεί αυτό που της συμβαίνει. 
Το σεξ μοιάζει απλά, να έχει αποκτήσει χαρακτήρα παγιωμένης αδιαφορίας να μην την απασχολεί, και αυτή η έλλειψη ερωτικής επιθυμίας είναι αναπόφευκτο να δημιουργεί έντονη δυσαρέσκεια για την αδιαφορία της και χάσματα στις προσωπικές τους σχέσεις.
Τον βλέπει σαν έναν πολύ καλό της σύντροφο που τον αγαπά, νοιάζεται γι’ αυτόν, είναι ο πατέρας των παιδιών τους, ένας καλός άνθρωπος, αλλά η σεξουαλική τους ζωή περνά στο πίσω πλάνο, έχει κάνει μια εσωτερική ανακατάταξη στη σχέση τους. Τον έχει μετατοπίσει από τη θέση του εραστή στη θέση του «συγγενή». 
 Όταν η ερωτική ορμή (libido), αυτή η πρωταρχική, δημιουργική και καταστροφική ενέργεια, δεν βρίσκει διέξοδο μέσα στη σχέση, δεν εξαφανίζεται. Απλώς μεταλλάσσεται και αναζητά δρόμους διαφυγής. Αίσθηση και προβληματισμό -αν μη τι άλλο- προκάλεσε ο κύκλος της αντιπαράθεσης που ξεκίνησε μεταξύ τους την τελευταία φορά με λεκτικές αψιμαχίες για το θέμα αυτό σε «σημείο βρασμού». Όπως την τελευταία φορά που εισέπραξε μια περιπαιχτική της στάση, που σχεδόν τον ευνούχιζε. 
Πρώτη ήταν που τον προκάλεσε ειρωνικά. «Σου σηκώνεται ακόμα;» Δεν ήταν απλώς μια προσβολή. Ήταν ένα χειρουργικό πλήγμα στον πυρήνα του ανδρισμού του Αλκιβιάδη και μια κατάφωρη παραβίαση της ιερής οικειότητας στη σχέση τους.
«Εμ βέβαια εσύ που να ξέρεις, έχεις ξεχάσει πως είναι να το κάνουν.» Με αυτή την απάντηση, ο Αλκιβιάδης περνά από την άμυνα στην αντεπίθεση. Χρησιμοποιεί το ίδιο όπλο, την προσβολή που χτυπά στο κέντρο της θηλυκότητας και της ικανοποίησης της Ανδρομάχης, για να της ανταποδώσει το πλήγμα του ευνουχισμού. 
«Δεν το έχω ανάγκη. Δεν μου χει λείψει.» Συνέχισε με την ανάλογη ειρωνεία την αντίδραση της. Η απάντηση της Ανδρομάχης είναι το τελειωτικό χτύπημα σε αυτόν τον πόλεμο φθοράς. Με το «Δεν το έχω ανάγκη. Δεν μου χει λείψει», δεν προσβάλλει απλώς την ερωτική ικανότητα του Αλκιβιάδη, καταργεί την ίδια την ύπαρξή του ως εραστή μέσα στη ζωή της.
Ο Αλκιβιάδης, μην μπορώντας να διαχειριστεί την απουσία της επιθυμίας της, καταφεύγει στον κυνισμό. «Σωστά! καταλήξαμε να γνωριζόμαστε, με τη Βιβλική έννοια του όρου, στη χάση και στη φέξη. Ιεραποστολικώς και με την παθητική συμμετοχή σου, εσύ που άλλοτε ήσουν η δραστήρια, η πιο ευφάνταστη και η πιο ενθουσιώδης. 
Τώρα πλέον πρωτοβουλία μηδέν, όσο για ποικιλία και τέτοιες νοστιμιές, τις ξεχάσαμε. Μάλλον εσύ βρίσκεις πλέον τον εαυτό σου με τους παπάδες και τις αγρυπνίες τους. Ας είμαστε ειλικρινείς! Υποψιάζομαι ότι καυλώνεις όταν δεις άνδρα ντυμένο με ράσα.  
Αυτή σαν να μην πίστευε στ' αυτιά της! Έμεινε στην κυριολεξία με το στόμα ανοιχτό!. Η έκπληξη στο πρόσωπό της δεν πηγάζει μόνο από το περιεχόμενο της προσβολής, αλλά από την στιγμή που ο σύντροφός της, που την λάτρευε, μετατράπηκε σε έναν άνδρα που την περιφρονεί, ώστε να την χλευάζει. Η όψη της σκοτείνιασε από την οργή της για το υπονοούμενο. Στην κάθε κουβέντα του είναι έτοιμη να πάρει φωτιά και όταν απάντησε η φωνή της έτριξε σαν φωτιά σε θάμνους. 
«Δε μου λες: Είσαι τελείως βλαμμένος;! Έλεος έχεις ξεφύγει τελείως και δεν ξέρεις τι λες.!» Με αυτόν τον τρόπο, η Ανδρομάχη ανταποδίδει με τόκο το χτύπημα που δέχτηκε για το «ράσο». 
«Έχουμε ξεφύγει! Είναι προφανές..... Είναι προφανές ότι κάτι δεν πάει καλά.» Ο Αλκιβιάδης, μέσα στην οργή κάνει την πρώτη παραδοχή ότι η κατάσταση έχει βγει από τον έλεγχο και των δύο.
«Αα!, εσύ όμως το χοντραίνεις πολύ, δε νομίζεις;! Πως είναι δυνατόν να λες αυτές τις μυθομανίες. Δεν μπορώ να το πιστέψω. Τρελάθηκες; ∆εν είναι κουβέντες αυτές! Έχεις χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, και  επινοείς ιστορίες! Το μόνο που μου μένει να πω είναι πως ντρέπομαι για σένα. Και κοίτα, ως εδώ, δεν θέλω να το συζητήσω παραπέρα γιατί το βρακί μου δεν πρόκειται να το ξαναδείς ούτε ζωγραφιστό.» 
Του δήλωσε με δυσαρέσκεια και εκνευρισμό μέσα σε ένα κλίμα έντασης που επικρατεί μεταξύ τους. Η Ανδρομάχη δεν τραβάει απλώς μια «κόκκινη γραμμή», γκρεμίζει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας τους και πετάει το κλειδί. 
Ο Αλκιβιάδης, ένας άνθρωπος «μετρημένος» που αναγκάζεται να χάσει τον έλεγχο, βρίσκεται εγκλωβισμένος σε έναν ρόλο που δεν του ταιριάζει, ενώ η Ανδρομάχη έχει υψώσει ένα τείχος που κανένας διάλογος δεν μπορεί πλέον να διαπεράσει και ο Αλκιβιάδης επιλέγει να «σηκώσει λευκή σημαία». 
Και το βρακί της σάμπως το έβλεπε και τακτικά τώρα τελευταία. «Μου το έφαγε η εκκλησία δεν υπάρχει άλλη εξήγηση». Της μουρμούριζε μέσα από τα δόντια του.
Δεν λύνουν το πρόβλημα, απλώς αποσύρονται στα χαρακώματα τους, περιμένοντας να περάσει η καταιγίδα. Αν ερχόταν κάποιος και του λεγε ότι θα 'ρχόταν μια μέρα που η ξαναμμένη Ανδρομάχη θα μετατρεπόταν, ως δια μαγείας, σε ανέραστη πουλάδα, θα κάγχαζε και θα χαρακτήριζε τον μετά Χριστόν προφήτη όπως του άρμοζε. 
Έλα όμως που οι κακές προφητείες έχουν το εκνευριστικό συνήθειο να βγαίνουν!...

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

The Curtain Came Down

........Ένα απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι....Μέρος ΙΙ»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:2)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
....Το μεθεπόμενο πρωινό, η Ανδρομάχη του έπιασε το χέρι και κοιτώντας τον στα μάτια σκεπτική του λέει. «Λέω να μην πάμε με την παρέα στην Τήνο! Μόνο να πάμε οι δυο μας όπως κάνουμε πάντα.»
«Γιατί; Μωρό μου! Ωραίες οι φαντασιώσεις αλλά με μέτρο;»
Η Ανδρομάχη χαμήλωσε το βλέμμα, αφήνοντας το χέρι του να γλιστρήσει αργά από το δικό της. Η σιωπή που έπεσε στην κρεβατοκάμαρα είχε το βάρος της επόμενης μέρας, εκείνης της αμήχανης στιγμής που τα φώτα σβήνουν, η αδρεναλίνη πέφτει και η σκληρή πραγματικότητα του «καθώς πρέπει» κόσμου χτυπά την πόρτα.
«Δεν είναι απλά θέμα μέτρου, Αλκιβιάδη...» του είπε με φωνή χαμηλή, σχεδόν απολογητική, καθώς προσπαθούσε να μαζέψει τα μαλλιά της πίσω από τ' αυτιά. «Άλλο να το παίζεις στα όνειρα και στις φαντασιώσεις, και άλλο να το κουβαλάς στο φως της ημέρας, να κοιτάς τους ίδιους ανθρώπους στα μάτια, να σκέφτεσαι τι θα πουν, πού θα σταθούμε... Φοβάμαι μήπως ανοίξαμε μια πόρτα που δεν θα μπορούμε πια να κλείσουμε.» 
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε βαθιά, ακούγοντας τις ανασφάλειες να ξεπροβάλλουν εκεί ακριβώς που λίγες ώρες πριν υπήρχε μόνο φωτιά. Κατάλαβε απόλυτα. Η υπέρβαση είχε το κόστος της. Η σύζυγος του, η γυναίκα που είχε μόλις τσαλακώσει κάθε ταμπού, ένιωθε τώρα το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια της από το ίδιο της το θάρρος.
Την πλησίασε, της έπιασε απαλά το πιγούνι και την ανάγκασε να τον κοιτάξει στα μάτια. Το βλέμμα του δεν είχε ούτε πίεση ούτε απογοήτευση, είχε μια βαθιά, γαλήνια κατανόηση.
«Αγάπη μου» της είπε ήρεμα, χαϊδεύοντας της το μάγουλο. «Οι φαντασιώσεις δεν είναι για να γίνουν συμβόλαια ζωής. Είναι εκείνα τα σκοτεινά, μαγικά δωμάτια του μυαλού μας που μας δίνουν ανάσα, που μας θυμίζουν ότι είμαστε ζωντανοί πέρα από τους ρόλους μας, πέρα από τα παιδιά, πέρα από τα σχολεία και τις εκκλησίες. 
Αν η Τήνος σού φαίνεται βουνό τώρα, αν θες να πάμε οι δυο μας να περπατήσουμε στα σοκάκια, να πιούμε τον καφέ μας αγκαλιά και να αφήσουμε την ησυχία να μας γιατρέψει, θα το κάνουμε. Χωρίς δεύτερη σκέψη.»
Έκανε μια μικρή παύση, αφήνοντας τα λόγια του να κατασταλάξουν, πριν προσθέσει με ένα τρυφερό, πονηρό χαμόγελο.
«Αλλά να ξέρεις κάτι... Ακόμα κι αν κλείσουμε την πόρτα σε εκείνο το δωμάτιο για λίγο, το κλειδί το έχουμε πια στην τσέπη μας. Και κανείς δεν μπορεί να μας πάρει πίσω όσα ζήσαμε, ούτε όσα μάθαμε για τους εαυτούς μας.»
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε, άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης και έπεσε στην αγκαλιά του, κρύβοντας το πρόσωπό της στον λαιμό του.
«Πάμε οι δυο μας στην Τήνο...» του ψιθύρισε, σφίγγοντας τον δυνατά. 
«Μόνο εμείς;...»
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε με τα μάτια της να λάμπουν, μια μίξη συγκίνησης και ερωτικής έξαψης που γύρισε αμέσως την ατμόσφαιρα. Η αφοπλιστική της ειλικρίνεια και η απόλυτη εμπιστοσύνη που του έδειχνε ήταν το πιο δυνατό αφροδισιακό, πιο ισχυρό ακόμα και από τις πιο τρελές φαντασιώσεις που είχαν μοιραστεί τις προηγούμενες μέρες.
«Είσαι απίστευτος...» του ψιθύρισε, χαμογελώντας πλατιά καθώς τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. «Δηλαδή, για να καταλάβω... μου βάζεις όρο να κάνουμε το ταξίδι τετράδα, με τη Ναυσικά και τον παπά, στο ίδιο ταχύπλοο, για να ζήσει η φιλενάδα μου το απόλυτο ερωτικό της όνειρο;»
Ο Αλκιβιάδης τη σφιχταγκάλιασε, νιώθοντας τη ζεστή της αναπνοή στο δέρμα του.
«Ακριβώς, μωρό μου» της απάντησε με πονηρό, σαγηνευτικό χαμόγελο. «Αφού το ταξίδι και ο έρωτας είναι η απόπειρα να κάνουμε το όνειρο πραγματικότητα, γιατί να της το στερήσουμε; Θα πάρουμε τις καλύτερες θέσεις στο ταχύπλοο, με την πολυτέλεια και την άνεση που μας αξίζει, κι ας αφήσουμε τον αέρα του Αιγαίου να παρασύρει τα σχέδιά μας. Ο καλός ταξιδευτής, όπως λες κι εσύ, δεν νοιάζεται πού θα φτάσει, αλλά τι θα ζήσει στη διαδρομή!»
«Φαντάζεσαι σκηνικό;» είπε η Ανδρομάχη, ξεσπώντας σε ένα μικρό, συγκρατημένο γέλιο που έσταζε πονηριά. 
«Ο ιερέας μας με πολιτικά ή ακόμα καλύτερα, με το ράσο στο κατάστρωμα να το παίρνει ο αέρας, η Ναυσικά δίπλα του να στάζει καύλα και να του ψιθυρίζει αμαρτίες, κι εμείς οι δυο να τους καμαρώνουμε και να σχεδιάζουμε τις νύχτες μας στο νησί;»
«Αυτό δεν θα είναι απλό ταξίδι για την Τήνο» συμπλήρωσε ο Αλκιβιάδης, φιλώνοντας την απαλά με ένα βαθύ, ερωτικό φιλί στα χείλη. «Αυτό θα είναι η δική μας, ιδιωτική κρουαζιέρα ακολασίας. Και αφού είμαστε μαζί, εγώ είμαι έτοιμος για όλα τα κύματα...»
...Έτσι, με μια απλή στροφή της τύχης, ένα αλλεργικό άσθμα της Ναυσικάς και κάτι γραφειοκρατικά μπλεξίματα του ρασοφόρου με τη βίζα, το μεγάλο, αμαρτωλό σενάριο της τετράδας διαλύθηκε σαν καπνός στον αέρα. Ο διαβολάκος, αφού έκανε την αναστάτωση του, έβαλε την ουρά του και αποσύρθηκε, αφήνοντας τις ακραίες φαντασιώσεις να αιωρούνται σαν ανεκτέλεστες υποσχέσεις μιας νύχτας που πέρασε.
«Τα ταξίδια, όπως οι καλλιτέχνες, γεννιούνται, δεν γίνονται, μωρό μου...» της είπε ο Αλκιβιάδης, χαμογελώντας γλυκά καθώς της χάιδευε τα μαλλιά. «Το δικό μας ήταν γραπτό να κοπεί στην κυοφορία του. Ίσως γιατί ο δρόμος μας ήταν πάντα άλλος.»
Και πράγματι, εκείνο το πολύβουο, ανατρεπτικό ταξίδι των τεσσάρων δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.
Λίγο καιρό αργότερα, το ταχύπλοο ταξίδεψε στο μπλε του Αιγαίου μόνο για τους δυο τους, όπως ακριβώς το συνήθιζαν όλα αυτά τα χρόνια. 
Ο Αλκιβιάδης στάθηκε για άλλη μια φορά δίπλα στην Ανδρομάχη, συνοδεύοντας την με υπομονή και σεβασμό στο δικό της εσωτερικό τάμα, στη Μεγαλόχαρη της Τήνου. 
Την έβλεπε να ανάβει το κερί της, να γονατίζει με κατάνυξη στη θεία λατρεία, κι εκείνος έστεκε εκεί όχι απλά σαν σύζυγος, αλλά σαν ο άνθρωπος που γνώριζε κάθε κρυφή, σκοτεινή και φωτεινή γωνιά της ψυχής της.
Εκείνη του το αναγνώριζε με κάθε της βλέμμα, με κάθε άγγιγμα του χεριού της μέσα στο πλήθος.
Μέσα από τις θύελλες των πειρασμών, τα παιχνίδια του μυαλού και τις αμαρτωλές εξομολογήσεις, οι δυο τους είχαν καταφέρει κάτι σπάνιο. Να χτίσουν μια σχέση υπέροχη, βαθιά και αδιάσπαστη, βασισμένη στην απόλυτη αποδοχή, την ελευθερία και μια αγάπη που δεν φοβόταν ούτε το φως ούτε το σκοτάδι.
...Έχει μπει ο Σεπτέμβριος για τα καλά και ο ιερομόναχος-Αρχιμανδρίτης,  ετοιμάζεται για αναχωρήσει με προορισμό το πατριαρχείο στα νέα καθήκοντα του. 
Η Ανδρομάχη θεωρούσε αδιανόητο να μην κάνουν μια αποχαιρετιστήρια γιορτή, ένα τραπέζι…. κάτι με αφορμή το τέλος της συνεργασίας του ρασοφόρου με την ενορία τους. Της φαινόταν γρουσουζιά, αλλά και μόνο στη σκέψη να το συζητήσει με τον σύντροφο της την έπιαναν ενοχές...
Περίμενε ότι ο Αλκιβιάδης θα δίσταζε ή θα συνοφρυωνόταν, εκείνος όμως την κοίταξε σκεπτικός. Κατόπιν, πήρε τα χέρια της συντρόφου του μέσα στα δικά του και εξέτασε τα νύχια της, όπως έκανε στα πρώτα χρόνια της γνωριμίας τους, και μετά την κοίταξε κατάματα.
«Ένα τραπέζι» είπε. «Πράγματι. Ωραία ιδέα»..
Η κίνηση αυτή του Αλκιβιάδη, τόσο γνώριμη, ζεστή και φορτισμένη με μνήμες από τα πρώτα χρόνια του έρωτά τους, έκανε την καρδιά της Ανδρομάχης να σκιρτήσει. Οι ενοχές που την έσφιγγαν τόσες μέρες έλιωσαν ακαριαία, δίνοντας τη θέση τους σε μια ανακούφιση που σχεδόν την έκανε να βουρκώσει.
«Αλήθεια λες, Αλκιβιάδη;» ψιθύρισε, σφίγγοντας τα δάχτυλά της γύρω από τα δικά του. «Δεν... δεν σε πειράζει;» 
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε ήρεμα, με εκείνο το σοφό, αινιγματικό μειδίαμα που είχε μάθει πια να αποκωδικοποιεί. Στα μάτια του δεν υπήρχε ούτε ίχνος ζήλιας, ούτε καχυποψία. Υπήρχε μόνο η βαθιά αποδοχή του ανθρώπου που έχει κοιτάξει μαζί της στην άβυσσο των επιθυμιών και δεν φοβάται πια τις σκιές.
«Γιατί να με πειράζει, μωρό μου;» της είπε, χαϊδεύοντας απαλά τη ράχη του χεριού της. 
«Ο Αρχιμανδρίτης πια φεύγει για το Πατριαρχείο, ανεβαίνει σε άλλα αξιώματα. Προσέφερε στην ενορία, αναστάτωσε τις καρδιές, μας χάρισε... έμπνευση και συζητήσεις που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Ένα αποχαιρετιστήριο τραπέζι είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε για να τον ξεπροβοδίσουμε όπως του αξίζει. Σαν φίλοι, σαν ευσεβείς ενορίτες, αλλά και σαν άνθρωποι που ξέρουν να εκτιμούν τις όμορφες ανατροπές της ζωής.»
Η Ανδρομάχη τον αγκάλιασε σφιχτά, κρύβοντας το πρόσωπο της στον στέρνο του, νιώθοντας τον χτύπο της καρδιάς του.
«Είσαι μοναδικός, το ξέρεις;» του ψιθύρισε.
«Το ξέρω» απάντησε εκείνος γελώντας σιγανά. «Λοιπόν, οργάνωσε το! Αλλά πρόσεξε... αυτή τη φορά, πρόσεξε ποιους θα καλέσεις. Μην έχουμε πάλι καμία επίτροπο να μας κόβει την όρεξη και να μας κάνει τη ζωή πατρίδα!»
Η Ανδρομάχη ξέσπασε σε ένα λαμπερό, απελευθερωτικό γέλιο. Ο Σεπτέμβριος είχε μπει για τα καλά, φέρνοντας μαζί του το αγεράκι της αλλαγής, και το αποχαιρετιστήριο τραπέζι του Αρχιμανδρίτη προμηνυόταν τουλάχιστον αξιομνημόνευτο...
«Ένα πολύ ιδιαίτερο, αποχαιρετιστήριο, τραπέζι, με μοναδικούς καλεσμένους τον ιερέα μας και τη φιλενάδα σου την Ναυσικά μας και κύριο πιάτο τη συγκίνηση.» Της είπε με τρυφερότητα.
Η Ανδρομάχη, νιώθοντας το καυτό, καθαρό ποτό να κατεβαίνει στον λαιμό της και να σκορπίζει μια ακαριαία, γλυκιά ζέστη στα σπλάχνα της, τίναξε ελαφρά τους ώμους της. 
Οι τελευταίοι ενδοιασμοί, τα «πρέπει» και οι ψίθυροι της γειτονιάς διαλύθηκαν σαν καπνός μέσα στη δροσιά της ρακής.
Βγήκε στη μεγάλη βεράντα με ένα δίσκο γεμάτο μεζέδες στα χέρια, κοιτάζοντας γύρω της με υπερηφάνεια. Το σκηνικό ήταν μαγικό. Η πέργκολα με την κληματαριά και τις κατακόκκινες βουκαμβίλιες έμοιαζε να αγκαλιάζει τον χώρο, το λευκό κεντητό τραπεζομάντιλο έλαμπε στο ζεστό φως των φαναριών, και οι μυρωδιές από τα ψητά και τα μυρωδικά είχαν μεταμορφώσει το σπίτι τους σε μια αυθεντική, ζεστή εξοχική ταβέρνα. 
Στα απέναντι πεύκα, τα τζιτζίκια συνέχιζαν το ασταμάτητο, μελωδικό τους τραγούδι, δίνοντας τον ρυθμό σε μια βραδιά που υποσχόταν να μείνει αξέχαστη.
Τα δάκρυα της Ανδρομάχης κύλησαν ζεστά στα μάγουλα της, λαμπυρίζοντας στο χαμηλό φως της βεράντας. Ήταν η αλμύρα της ρακής, ο πυκνός καπνός από τα σκουμπριά που ψήνονταν στη σχάρα, αλλά πάνω από όλα ήταν αυτή η γλυκόπικρη βεβαιότητα. Το οριστικό τέλος μιας εποχής. 
Η φαντασιακή, αμαρτωλή ερωτική σχέση που τους είχε αναστατώσει, που είχε δοκιμάσει τα όρια τους και είχε ανάψει τις πιο κρυφές τους επιθυμίες, έφτανε στο αναπόφευκτο τέρμα της. 
Εξατμιζόταν αργά στον αέρα του Σεπτέμβρη, αφήνοντας πίσω της μόνο την επίγευση της νοσταλγικής συγκίνησης.
Ο Αλκιβιάδης τη κοίταξε με μια απέραντη τρυφερότητα. Δεν υπήρχε ίχνος πικρίας στα μάτια του· μόνο μια βαθιά, ώριμη κατανόηση για τη γυναίκα του που στεκόταν εκεί, ευάλωτη και πανέμορφη, ανάμεσα στη θεοσέβεια και το πάθος. Πλησίασε, σκούπισε απαλά το δάκρυ από το μάγουλό της και της φίλησε το μέτωπο, 
Το τραπέζι ήταν ένα αληθινό ποίημα, φτιαγμένο με όλο το μεράκι και την τέχνη της Ανδρομάχης. Οι μοσχοβολιστές γαρίδες με τη σκορδάτη, η πρωτότυπη μαγιονέζα με τα τραγανά κρίταμα, τα ζουμερά, καπνιστά σκουμπριά που έλιωναν στο στόμα, μαζί με τη δροσερή μαϊντανοσαλάτα, τη λεμονάτη μελιτζανοσαλάτα και τη φρέσκια σαλάτα με τον άνηθο, μετέτρεψαν τη βεράντα σε μια ιεροτελεστία των αισθήσεων.
Το μεστό, γεμάτο νεύρο Σαββατιανό έρρεε άφθονο στα ποτήρια , συνοδεύοντας κάθε μπουκιά, κάθε εξομολόγηση και κάθε βλέμμα που ανταλλάσσονταν στην πυκνή σκιά της κληματαριάς.
Καθώς το δείπνο πλησίαζε στο τέλος του, ο Αλκιβιάδης σήκωσε το μικρό ποτηράκι με τη ρακή για τον τελικό αποχαιρετισμό.
«Στον ιερέα μας, που φεύγει για τα ψηλά...» είπε χαμογελώντας ήρεμα, «και στην Ανδρομάχη μου, που ξέρει να αγαπάει με όλη της την ψυχή. Στα όνειρα που ζήσαμε και σε αυτά που μας περιμένουν.»
Τα ποτήρια τσούγκρισαν για τελευταία φορά. Η φαντασίωση μπορεί να εξατμιζόταν, αλλά η ουσία, η απόλυτη αγάπη, η εμπιστοσύνη και η ελευθερία ανάμεσα στον Αλκιβιάδη και την Ανδρομάχη, έμενε εκεί, πιο δυνατή και πιο στέρεη από ποτέ.
Η νύχτα στη βεράντα έκλεισε σιγά σιγά, σαν μια αυλαία που πέφτει αργά σε θεατρική σκηνή, αφήνοντας πίσω της μόνο τη ζεστασιά από τα ποτήρια και την αύρα του Σεπτέμβρη. Ο ιερέας και η Ναυσικά έφυγαν, όπως έπρεπε να φύγουν· σαν οπτασίες μιας άλλης πραγματικότητας που φώτισαν για λίγο το σκοτάδι τους, έβαλαν φωτιά στα ταμπού τους και μετά τράβηξαν τον δρόμο τους.
Καθώς έμειναν πάλι μόνοι κάτω από την κληματαριά, ο Αλκιβιάδης κοίταξε την Ανδρομάχη. 
Το ερώτημα που τον βασάνιζε σιωπηλά έπλεε στον αέρα ανάμεσα τους. Ήταν τελικά αυτοί οι ίδιοι;
Μήπως ο ιερέας με τα ράσα και η ατίθαση Ναυσικά δεν ήταν παρά οι κρυφές, ανεκπλήρωτες πτυχές του δικού τους εαυτού; Μήπως ήταν τα alter ego τους, οι καθρέφτες που τόλμησαν να δείξουν όσα οι ίδιοι έκρυβαν στα πιο βαθιά, σκοτεινά δωμάτια του μυαλού τους;
Τη θυμήθηκε και τη διηγήθηκε όλη αυτή την ιστορία όχι με πίκρα, αλλά με μια βαθιά, σχεδόν συγκινητική τρυφερότητα. Γιατί κατάλαβε πως η δική τους ερωτική ιστορία δεν διέφερε σε τίποτα από αυτήν των ηρώων τους. Ισορροπούσε κι αυτή στην ίδια λεπτή κλωστή, ανάμεσα στο φαντασιακό και το πραγματικό, στην καθημερινή ρουτίνα και στο ιδανικό παραμύθι.
Για λίγο, ο πραγματικός τους κόσμος είχε σταματήσει. Είχαν μιλήσει τη γλώσσα του ονείρου, είχαν περπατήσει στα μονοπάτια της απόλυτης ελευθερίας, και μέσα από τις λέξεις και τα συναισθήματα είχαν ανακαλύψει ξανά ο ένας τον άλλον.
Οι περισσότεροι έρωτες χάνονται. Εξατμίζονται σιγά σιγά στο πέρασμα του χρόνου, πνιγμένοι από τις έγνοιες, τα «πρέπει» και τη φθορά των ημερών. Αλλά όχι ο δικός τους.
Ο Αλκιβιάδης αρνιόταν να αφήσει τη φλόγα να σβήσει. Ήξερε πως το μυστικό δεν ήταν να ζεις διαρκώς μέσα στην ψευδαίσθηση, αλλά να κρατάς το κλειδί εκείνου του μαγικού δωματίου στην τσέπη σου. Να μπορείς, ακόμα και μέσα στην πιο απλή καθημερινότητα σε ένα πρωινό καφέ, σε ένα βλέμμα στον δρόμο, σε μια τυχαία επαφή, να ξαναζωντανεύεις το όνειρο.
«Λοιπόν...» της είπε χαμογελώντας απαλά, πιάνοντας ξανά το χέρι της και τραβώντας την στην αγκαλιά του κάτω από το φεγγάρι. 
«Τι λες; Συνεχίζουμε το παραμύθι;»
Η Ανδρομάχη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του, έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε. 
Το ταξίδι μπορεί να τελείωνε εδώ για τους άλλους, αλλά για εκείνους μόλις είχε αρχίσει να γράφεται ξανά.
Οι λέξεις που γράφει απόψε αφήνουν μια αίσθηση από αιχμηρό μέταλλο. Έχουν σκοινιά που σφίγγουν και σύρματα αγκαθωτά, καθώς κάθε πρόταση γίνεται το εργαλείο για να κόψει τους δεσμούς, να αποχωριστεί τις μορφές που τον συντρόφευσαν τόσο καιρό στο εσωτερικό του ταξίδι.
Ήρθε όμως η κατάλληλη ώρα. Το παραμύθι έφτασε στην τελευταία του σελίδα.
Με μια κίνηση σχεδόν τελετουργική, κατεβάζει τον διακόπτη. Κλείνει απαλά την πόρτα του φαντασιακού εκείνου δωματίου, αφήνοντας απ' έξω τον ιερέα και τη Ναυσικά τις δύο αέρινες οπτασίες που έδωσαν σάρκα και οστά στις πιο βαθιές, ανείπωτες επιθυμίες του. 
Όσο κι αν οι σκέψεις που κατακλύζουν το μυαλό του δεν χωρούν σε λόγια, ξεδιαλέγει τις φιγούρες τους από τη μνήμη, επιτρέποντάς τους να σβήσουν ήσυχα, να χαθούν στο κενό με τον ίδιο ακριβώς αθόρυβο τρόπο που εμφανίστηκαν στο συναισθηματικό του σύμπαν. 
Δεν υπάρχει οργή ή βία σε αυτόν τον αποχωρισμό. Υπάρχει μια ήρεμη αποδοχή του τέλους, μια λύτρωση μέσα από τη σιωπή και τη λήθη.
Έξω, η νύχτα καταφθάνει συμπονετική και δροσερή. Απλώνει παντού τα αθόρυβα σεντόνια της σιωπής, γλυκαίνοντας την αποκοπή. 
Ψηλά στον σκοτεινό ουρανό, τα λιγοστά σύννεφα τρέχουν βιαστικά, αλλάζοντας συνεχώς σχήματα, σαν να παλεύουν κι αυτά όπως κι ο ίδιος, να βρουν την ιδεατή, τέλεια μορφή τους πριν χαθούν στη νύχτα.
Ο Αλκιβιάδης αφήνει την τελευταία τελεία να κατασταλάξει στο χαρτί, ανασαίνει βαθιά και στρέφεται στην πραγματικότητα που τον περιμένει, στη ζεστή, αληθινή αγκαλιά της Ανδρομάχης.
Η νύχτα τύλιξε απαλά τη βεράντα, αφήνοντας πίσω της κάθε περιττό θόρυβο. Ο Αλκιβιάδης έκλεισε τα μάτια, αφήνοντας το σώμα του να χαλαρώσει εντελώς. Δεν υπήρχε πια καμία ανάγκη για λέξεις, καμία αγωνία για το πού τελειώνει η πραγματικότητα και πού αρχίζει το όνειρο.
Άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί στη ροή των αναμνήσεων, εκεί όπου ο πόθος και η φαντασία τραγουδούσαν σαν Σειρήνες μέσα στο στήθος του μια γλυκιά, ακαταμάχητη μουσική στην οποία δεν είχε καμία διάθεση να αντισταθεί.
Μπροστά στα κλειστά του βλέφαρα άρχισαν να ξεδιπλώνονται οι εικόνες της πρώτης τους επαφής. Σαν φύλλα και κλαράκια που ταξίδευαν μαζί, νωχελικά και αβίαστα, στα νερά ενός μικρού, καθαρού ποταμού. Εκείνος ορμητικός και ήρεμος μαζί, η Ανδρομάχη δίπλα του να κυλάει στο ίδιο ρεύμα. Από εκείνο το πρώτο, αθώο κύμα είχε γεννηθεί ο σπόρος. Και τι δέντρο είχε γίνει από τότε! Ένα θαυμαστό, αειθαλές φυτό αγάπης που είχε ριζώσει βαθιά, είχε θεριέψει, είχε απλώσει κλαδιά και άνθη μέσα στα χρόνια, αντέχοντας σε καταιγίδες και ανέμους.
Και είχε δώσει την αμετάκλητη υπόσχεση στον εαυτό του. Ποτέ, με καμία μικρή ή ποταπή πράξη, δεν θα άφηνε το χέρι του να αγγίξει το κλαδί εκείνου του δέντρου για να το κλαδέψει ή να το πληγώσει.
Τα χνάρια της ζωής τους ήταν όλα εκεί, ολοζώντανα, άθικτα από τη φθορά του χρόνου. Κάθε σημάδι, κάθε βλέμμα, κάθε γέλιο και κάθε δάκρυ στα είκοσι τόσα χρόνια της κοινής τους πορείας δεν είχαν χαθεί, περίμεναν υπομονετικά να φωτιστούν από το φεγγαρόφωτο.
Τι γλυκιά μελωδία που είχαν αλήθεια κάποιες αναμνήσεις...
Ένα κύμα από τρυφερή, ασφυκτική νοσταλγία τον έπνιξε για λίγο, κάνοντας την καρδιά του να χτυπήσει πιο δυνατά. Άνοιξε αργά τα μάτια του. Δίπλα του, η Ανδρομάχη καθόταν ήσυχη, νανουρισμένη από τη σιωπή της νύχτας, με το βλέμμα της στραμμένο σ' εκείνον.
Δεν χρειαζόταν να πουν τίποτα. 
Εκείνος άλωσε το χέρι της, το έσφιξε απαλά στην παλάμη του, και το ποτάμι της ζωής τους συνέχισε να κυλάει, αιώνιο, ζεστό και δικό τους.
Καθώς η νύχτα τύλιγε τη βεράντα με τη δροσερή, γαλήνια αγκαλιά της, οι δυο τους έμειναν εκεί, καθισμένοι δίπλα-δίπλα κάτω από την κληματαριά. Ο Αλκιβιάδης, σταθερός και αταλάντευτος σύντροφος, ένιωθε τον χρόνο να κυλά ήρεμα, κουβαλώντας μαζί του όλες τις χαρές και τις λύπες που είχαν μοιραστεί όλα αυτά τα χρόνια.
Συνειδητοποίησε πως η ζωή τους δεν είχε ποτέ μπροστά της λαβυρίνθους με αμέτρητους δρόμους και διασταυρώσεις για πολλές, τυχαίες επιλογές. Η δική τους διαδρομή ήταν μία και μοναδική, εκείνος ο μοναδικός, ανηφορικός αλλά υπέροχος δρόμος που οδηγούσε σταθερά στα ασφαλή, ζεστά λημέρια της οικογένειάς τους, στο δικό τους αληθινό καταφύγιο.
Και μπορεί το ερωτικό πάθος να είχε αλλάξει μορφή, να μην είχε πια την τυφλή, ορμητική έκρηξη της πρώτης νιότης, όμως ήξερε καλά πως δεν είχε χαθεί. Μπορούσε να αναβιώσει ξανά και ξανά, κάθε φορά που η εμπιστοσύνη και η βαθιά οικειότητα άνοιγαν την πόρτα. Γιατί κατάλαβε το μεγαλύτερο μυστικό της αγάπης τους: δεν ήταν η ίδια η σεξουαλική επιθυμία που τροφοδοτούσε το ερωτικό συναίσθημα, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Ήταν εκείνα τα μικρά, καθημερινά, τρυφερά συναισθήματα, ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα, η σιωπηλή παρουσία του ενός δίπλα στον άλλον, που ξύπναγαν ξανά και ξανά τη φλόγα και την επιθυμία, κάνοντας τον κύκλο της ζωής τους να μοιάζει με ένα αέναο, γλυκό ταξίδι.
Έτσι, το τραπέζι στη βεράντα, κάτω από την πυκνή σκιά της κληματαριάς και τις βουκαμβίλιες, άλλαξε αμέσως όψη. Δεν υπήρχε πια χώρος για λύπη, ούτε για τη γλυκόπικρη θλίψη του αποχαιρετισμού. Ήταν ένα τραπέζι γιορτής, γεμάτο φως, γέλια και αληθινή ευτυχία, με μοναδικούς πρωταγωνιστές τους δυο τους.
Απόψε γιόρταζαν δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια κοινής πορείας και συμβίωσης. Δεκαπέντε χρόνια γεμάτα αναμνήσεις, δοκιμασίες, κρυφές φαντασιώσεις και αδιάσπαστη αφοσίωση. Η χαρά τους ήταν τόσο αυθεντική και βαθιά που τα πρόσωπά τους πραγματικά έλαμπαν μέσα στη γλυκιά ατμόσφαιρα της νύχτας.
Η ευτυχία δεν ήταν πια μια μακρινή ιδέα ή ένα άπιαστο όνειρο· ήταν εκεί, απλωμένη παντού γύρω τους, τους πολιορκούσε στοργικά από κάθε γωνιά. Χτυπούσε την πόρτα της καρδιάς τους με κάθε ανάσα, με το δροσερό αεράκι που έφερνε τη μυρωδιά των πεύκων, με τον ήχο του κρασιού που έπεφτε στα ποτήρια.
«Τι μεγάλη χαρά να βλέπω γύρω μου χαρούμενους ανθρώπους...» του είπε η Ανδρομάχη, γέρνοντας ελαφρά προς το μέρος του, με τα μάτια της να λάμπουν ηδονικά και καθαρά κάτω από το θερμό φως των φαναριών.
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε με όλη την αγάπη και τον θαυμασμό που συγκέντρωνε στην ψυχή του όλα αυτά τα χρόνια. Άπλωσε το χέρι του, αγγίζοντας απαλά το δικό της πάνω στο λευκό κεντητό τραπεζομάντιλο.
«Και εγώ, άγγελε μου!» της απάντησε με φωνή ζεστή και γεμάτη σιγουριά. «Κι όταν εμείς είμαστε ευτυχισμένοι, τότε όλος ο κόσμος γύρω μας φέγγει. Όταν εμείς είμαστε καλά, η ευτυχία μας καθρεφτίζεται και στους γύρω μας.»
Σήκωσαν τα ποτήρια τους με το δροσερό Σαββατιανό, σφραγίζοντας όχι μόνο τη δεκαπενταετία που πέρασε, αλλά και κάθε μέρα που απλωνόταν μπροστά τους, έτοιμοι να συνεχίσουν να ζουν το δικό τους, αληθινό παραμύθι.
Καθώς οι ήχοι και τα πάθη της νύχτας ενώθηκαν σε μια μοναδική, αχαλίνωτη έκρηξη, το σαλόνι γέμισε από την παλμό και τη ζεστασιά της δικής τους, αληθινής ζωής. Τα πάντα είχαν καταλαγιάσει στα πιο καθαρά, αιώνια νερά τους.
Ο Αλκιβιάδης την κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του, καθισμένος πια αναπαυτικά στον καναπέ, με την Ανδρομάχη να ανασαίνει βαριά πάνω στο στήθος του, έχοντας τα χέρια της τυλιγμένα γύρω του. Κοιτάζοντας το σκοτεινό, μαγικό δωμάτιο του μυαλού τους, κατάλαβε πως δεν χρειάζονταν πια ούτε φαντασιώσεις, ούτε οπτασίες, ούτε ξένα πρόσωπα. Το παραμύθι τους ήταν εδώ, ζωντανό, αψεγάδιαστο και δικό τους.
«Είσαι η ζωή μου όλη...» της ψιθύρισε στο αφτί, φιλώντας την απαλά στα μαλλιά.
Η Ανδρομάχη έκλεισε τα μάτια, χαμογέλασε και ακούμπησε πιο βαθιά στην αγκαλιά του, έτοιμη να ονειρευτεί την επόμενη μέρα, σταθερά δεμένη στο πλευρό του, για πάντα.
Καθώς οι παλμοί τους καταλάγιαζαν και η ζεστασιά των σωμάτων τους γινόταν ένα με τη σιωπή του σαλονιού, η νύχτα έξω έμοιαζε να έχει σταματήσει την ανάσα της αποκλειστικά γι' αυτούς.
Δεν υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο πέρα από εκείνη τη στιγμή. Οι λέξεις είχαν στερέψει από καιρό, περιττές και ασήμαντες μπροστά στη δύναμη μιας σιωπής που τα έλεγε όλα. Τα μάτια τους συναντήθηκαν μέσα στο ημίφως, μιλώντας μια γλώσσα αρχέγονη, δική τους, ικανή να γεμίσει κάθε κενό, να απαλύνει κάθε παλιό σημάδι και να φωτίσει κάθε γωνιά της ψυχής τους.
Οι ανάσες τους έγιναν μία, οι χτύποι της καρδιάς τους συντονίστηκαν στον ίδιο, αιώνιο ρυθμό, χαράζοντας κοινές νότες ευτυχίας στον αέρα. Ένιωθαν «ένας»  ακριβώς όπως έκαναν εδώ και δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.
Ο Αλκιβιάδης την τράβηξε πιο κοντά του, κλείνοντας τα μάτια του, και η Ανδρομάχη χάθηκε στην αγκαλιά του, γνωρίζοντας πως το πιο αληθινό, το πιο μαγικό παραμύθι δεν βρισκόταν σε φανταστικούς κόσμους ούτε σε ξένες οπτασίες, αλλά ακριβώς εκεί, στα χέρια του ανθρώπου της, στη ζεστασιά του σπιτιού τους, στην αιωνιότητα μιας αγάπης που δεν είχε ανάγκη από τίποτα άλλο παρά μόνο από τους δυό τους.
..Σε μια ρουτίνα που δε μιλάνε τα χείλη αλλά τα βλέμματα. Καταργούνται οι λέξεις και απλά της φανερώνει την αγάπη του με πράξεις. Και μαζί ανταμώνουν τ’ όνειρο σ ’έναν κόσμο δικό τους κάτω απ’ την επήρεια εθιστικών αγγιγμάτων, κι αισθήσεων που συγκρούονται κι εκρήγνυται σε ένα ερωτικό παραλήρημα που δίνει ενέργεια στις σεξουαλικές φαντασιώσεις τους.
Τα δάχτυλα και τα χέρια του, της χαρίζουν λυτρωτικά χάδια και χαλαρώνουν κάθε της αντίσταση, κάθε της ενδοιασμό. 
Το μασάζ σε κάθε σημείο του σώματος της την κάνουν να παραδίνεται άνευ όρων και να ξεχνά κάθε «πρέπει», «μη» και «δεν». Μαζί του δεν υπάρχουν «απαγορεύεται» κι «επιτρέπεται» και όλα γίνονται σκόνη που τη φυσάει, κάθε φορά που αφήνει μικρές αναπνοές πάνω στο κορμί της. Κάνει το σώμα της δικό του κι αυτή δοκιμάζει και δοκιμάζεται, παίζει, ταξιδεύει, τρελαίνεται και του προσφέρεται. Κάθε φορά που την κάνει να «τελειώνει», νιώθει να δαμάζεται κι απολαμβάνει δυνατά τον ρόλο της. Τον νιώθει να εισχωρεί στο κορμί της και τον εκλιπαρεί να μη σταματήσει. 
Όταν είναι υπό το καθεστώς της καύλας, δεν κρατά μεζούρες. Μόνο παρακαλά αυτός ο «τύραννος» να συνεχίσει να τη βασανίζει. Μόνη της λύτρωση η ένωσή τους και αυτό που θα κάνει όλες τους τις αισθήσεις να χτυπήσουν συναγερμό και να φτάσει το μυαλό τους στο «κόκκινο». Λόγια, κραυγές, μουγκρητά.
Ιδρώτας, αναστεναγμοί που μπερδεύονται με τους χτύπους της καρδιάς τους μέσα στη νύχτα.
Όλα γίνονται ένας χείμαρρος χωρίς επιστροφή. Το σαλόνι μεταμορφώνεται στον δικό τους, απόλυτο ναό, όπου οι κανόνες του έξω κόσμου, τα στερεότυπα και τα κοινωνικά ταμπού διαλύονται ακαριαία, σαν λεπτή σκόνη στον αέρα.
Τα δάχτυλα του γλιστρούν με σιγουριά πάνω στο καυτό της δέρμα, διαγράφοντας διαδρομές που η Ανδρομάχη γνωρίζει, λαχταρά και παραδίδεται σε αυτές χωρίς καμία αντίσταση. Κάθε άγγιγμα, κάθε πίεση των χεριών του, κάθε ζεστή αναπνοή που αφήνει στα ευαίσθητα σημεία του κορμιού της, σπάει και ένα ακόμα οχυρό.
Δεν υπάρχουν πια μέτρα, ζυγίσματα ή «πρέπει». Υπάρχει μόνο η απόλυτη, αχαλίνωτη επιθυμία δύο ανθρώπων που ξέρουν να χάνονται ο ένας μέσα στον άλλον και να ξαναγεννιούνται.
Εκείνος γίνεσαι ο «τύραννος» που με κάθε του κίνηση, με κάθε βαθιά, ηδονική εισχώρηση, οδηγεί το μυαλό της στο «κόκκινο». Κι εκείνη, τεντωμένη, παραδομένη, με τα νύχια της γαντζωμένα στην πλάτη του, εκλιπαρεί για περισσότερο, απολαμβάνοντας κάθε στιγμή αυτής της λυτρωτικής υποταγής στο πάθος τους.
Οι κραυγές της γίνονται η δική του επιβεβαίωση, τα μουγκρητά του η δική της δικαίωση.
Η ένωση τους είναι η απόλυτη λύτρωση, μια έκρηξη αισθήσεων που χτυπά συναγερμό σε κάθε κύτταρο του σώματος τους.
Μέσα σε αυτό το ερωτικό παραλήρημα, ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη φτάνουν μαζί στην κορύφωση, εκεί όπου ο χρόνος σταματά τελείως και μένει μόνο η αιώνια, αδιάσπαστη αλήθεια της αγάπης και του πάθους τους.
..Ξάπλωσε δίπλα της άνοιξε τα καυτά χείλη του αιδοίου της, και άρχισε απαλά να γλείφει το θάμνο γύρω του. Η Ανδρομάχη αρχίζει να αναδεύεται ανήσυχα, αρχίζει να βογκά και να αναστενάζει γεμάτη λαγνεία. Αμέσως μετά η γλώσσα του βυθίζεται και το κορμί της σφαδάζει φρενιασμένα. Όσο τη ρουφάει και τη πηδάει με τη γλώσσα του, νιώθει ηδονικό σκίρτημα παντού, σε όλο της το κορμί, δεν μπορεί να αντισταθεί στο κάλεσμά του, τύλιξε τα πόδια της στο λαιμό του και τον κράτησε εκεί.
Της αρέσει αυτή η στάση. Δεν δέχονται όλες οι γυναίκες να πέσει ένας οποιοσδήποτε άντρας ανάμεσα στα σκέλια τους, πρέπει πρώτα να τις κερδίσει για να του δώσουν το σινιάλο. 
Με τη γλώσσα του διαχώρισε τα δυο χείλη και όταν τ' άνοιξε πια ήταν υγρά και έτριψε τη γλώσσα του πάνω κάτω ανάμεσα στα στρώματα της ευαίσθητης της σάρκας, πέρασε τα χέρια του κάτω απ' τα γόνατα της, έπιασε τους γοφούς της και τη κοιλιά της με της παλάμες του, την χάιδεψε και της άνοιξε τα πόδια. 
Όλα γίνονται απαλά, με ευγένεια, είναι μια προσευχή που θέλει την ώρα της.
Τον ικανοποιεί βαθιά το να φέρνει τη σύντροφο του σε σπασμούς έκστασης με τα φιλιά του.
Το πιστεύει βαθιά ότι μεταξύ δύο συντρόφων δεν υπάρχει καμία διαφθορά, ενοχή ή ντροπή, γιατί η σαρκική ανισότητα παύει να υπάρχει στο κρεβάτι. Υπάρχει μόνο η υπόσχεση της ευχαρίστησης και η εκπλήρωση των αμοιβαίων επιθυμιών.
Η θέα των χειλιών του αιδοίου και των αστραφτερών ρόδινων πτυχών έστειλαν όλο το αίμα από το σώμα του να ξεχυθεί σαν χείμαρρος στο πέος του. 
Εκείνη βόγκηξε απελπισμένα. «Σε παρακαλώ» είπε λαχανιασμένα, τον ικέτεψε να βάλει ένα τέλος στα ηδονικά βασανιστήρια που της έκανε με τη γλώσσα του.
Καθώς εκείνος ξεκίνησε να κινείται με αργές ωθήσεις, εκείνη ανασηκώθηκε για να τον συναντήσει, άρχισε να κινείται ρυθμικά μέσα της σ’ ένα ξέφρενο οργασμό που δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει, οι απότομοι σπασμοί του ξύπνησαν μέσα της κύματα, σαν φλόγες, αστραφτερές που έκαναν τα σωθικά της να λιώνουν. Είναι σαν να διαδέχονται το ένα το άλλο, πολλά κύματα ευχαρίστησης. 
Σχεδόν σαν πυροτεχνήματα, όπου υπάρχει μια έκρηξη και μετά έρχεται μια άλλη, λίγο μετά μια ακόμα και είναι όλες υπέροχες.. Η απελευθέρωση του ήρθε καυτή, ο σφυγμός του σφυροκοπούσε στα αυτιά του και ούτε που κατάλαβε τις άναρθρες κραυγές της σαν πληγωμένο θηλυκό ζώο που δεν έβγαζαν κανένα νόημα, καθώς άλλος ένας οργασμός που την κυρίευσε της εξουθένωσε σώμα και ψυχή. Έμεινε να βαριανασαίνει με κλειστά μάτια για καμπόση ώρα και μετά τον έβγαλε απότομα από μέσα της, καθώς συνερχόταν σιγά σιγά.
Καθώς ο τελευταίος απόηχος από το ξέφρενο παραλήρημα της ηδονής έσβησε απαλά μες στη σιωπή του δωματίου, η ανάσα τους άρχισε σιγά-σιγά να βρίσκει και πάλι τον κανονικό της ρυθμό.
Ο Αλκιβιάδης γύρισε και ξάπλωσε ανάσκελα δίπλα της, νιώθοντας τους μυς του χαλαρούς, το σώμα του κατάκοπο αλλά την ψυχή του ανάλαφρη και απόλυτα γαλήνια. 
Η ζεστασιά της Ανδρομάχης ακουμπούσε πάνω του, μια αίσθηση οικειότητας και ασφάλειας που ούτε ο χρόνος ούτε οι πιο τρελές φαντασιώσεις μπόρεσαν ποτέ να αγγίξουν.
Έσκυψε ελαφρά προς το μέρος της, έδιωξε με απαλή κίνηση μια τούφα ιδρωμένων μαλλιών από το μέτωπο της και της ψιθύρισε σχεδόν αθόρυβα στο αυτί, σαν μυστικό που μόνο οι δυο τους 
γνώριζαν.
 «Η χημεία μας... η μαγεία μας... δεν χάνονται ποτέ, μωρό μου. Είναι εκείνη η όαση που μας περιμένει 
πάντα, όπου κι αν βρισκόμαστε. Αρκεί να κλείνουμε τα μάτια και να παρασυρόμαστε... μέχρι να μας βρει το ξημέρωμα αγκαλιά.»
Η Ανδρομάχη γύρισε το κεφάλι της, ακούμπησε το ζεστό της μάγουλο στο στήθος του και χαμογέλασε με τα μάτια κλειστά.
Η νύχτα συνέχισε να κυλάει αργά, τυλίγοντας τους με τα μαλακά, αόρατα σεντόνια της, αφήνοντας τους να κοιμηθούν επιτέλους ήσυχοι, ενωμένοι, στο τέλος ενός ταξιδιού που δεν είχε πια τίποτα να αποδείξει και κανέναν άλλο φόβο να αντιμετωπίσει. Μόνο το αύριο, που ξημέρωνε αποκλειστικά δικό τους.
Η εικόνα τους μέσα στη σιωπή του δωματίου ήταν η απόλυτη αποθέωση της αρμονίας. Ο Αλκιβιάδης, κουλουριασμένος πίσω της σαν χαδιάρης γάτος, ένιωθε την κάθε καμπύλη του σώματος της να θηλυκώνει τέλεια με το δικό του. Το μυώδες στομάχι του στην καμάρα της πλάτης της, οι μηροί του στην κοιλότητα των λυγισμένων ποδιών της, και τα μακριά, μυώδη μπράτσα του τυλιγμένα γύρω της σαν προστατευτικό καταφύγιο.
Καθώς το απαλό λίκνισμα της αναπνοής του την νανούριζε και η Ανδρομάχη αποκοιμιόταν πρώτη, η σκέψη του ταξίδευε στη δική της μοναδική φύση.
Θυμήθηκε τη σταθερή της υπενθύμιση, πως όταν κοιμούνται μαζί, μπορεί να αφήνει το πνεύμα του στα χέρια της με απόλυτη ασφάλεια, γιατί δεν πρόκειται να βγει ποτέ από τα δίχτυα της. Κι εκείνος, άλλωστε, ποτέ δεν θέλησε να ξεφύγει. Πώς θα μπορούσε να δραπετεύσει από την ισόβια σύντροφο του, που συνέχιζε να τον σαγηνεύει με την άδολη χάρη της και τον φυσικό, αυθεντικό αισθησιασμό της.
Πίσω από τη φαινομενική της ευθραυστότητα έκρυβε μια τεράστια, ακατάβλητη δύναμη επιβίωσης, μια δύναμη ικανή να προσφέρει απόλυτη ασφάλεια και προστασία στη σχέση τους, στα παιδιά τους, σε  ολόκληρη την οικογένεια τους. 
Ήξερε καλά πως η Ανδρομάχη δεν θα δείλιαζε ποτέ, δεν θα έκανε πίσω ούτε σπιθαμή για εκείνους που αγαπούσε, αν χρειαζόταν, θα γύριζε τον κόσμο ανάποδα για το χατίρι τους. 
Αυτή η μία και μοναδική γυναίκα ήταν το απάνεμο λιμάνι τους. Ο κυματοθραύστης στις καταιγίδες της ζωής και ο σηματοφόρος της χαράς τους. 
Η παρουσία της μέσα στο σπίτι έπεφτε πάντα σαν τη σταγόνα του λαδιού στο ταραγμένο νερό, μια σταγόνα που απλώνεται αθόρυβα, απαλύνει τις γωνίες και γαληνεύει ολόκληρη την υδάτινη επιφάνεια.
Με ένα ελαφρύ, σχεδόν ανεπαίσθητο φιλί στον αυχένα της, ο Αλκιβιάδης έκλεισε κι εκείνος τα μάτια του, αφήνοντας την ψυχή του να αναπαυθεί στην πιο γλυκιά, αιώνια βεβαιότητα της ζωής του.
Είναι σημαντικό γι αυτόν, γιατί την αγάπησε τελικά από μέσα προς τα έξω, όχι για τις εικόνες ή τα φευγαλέα φαντάσματα, αλλά για την ίδια την ουσία της. Έμαθε πως δεν χρειάζεται να κυνηγά σκιές στον ορίζοντα ούτε να ψάχνει κάτι καλύτερο από αυτό που ήδη κρατά στα χέρια του, γιατί η ίδια η κοινή τους ζωή είναι το πιο πλούσιο, το πιο αληθινό δώρο.
Μαζί, χέρι-χέρι, έμαθαν να πορεύονται με τις συμφωνίες και τις διαφωνίες τους, να μοιράζονται και τις λιακάδες και τις μπόρες, στεκάμενοι πάντα δίπλα ο ένας στον άλλο και ποτέ απέναντι.
Και τι πιο ταιριαστό επίλογο για μια τέτοια πορεία; Μια σχέση που, όπως ακριβώς και τα τραπέζια που έστηναν με μεράκι κάτω από την κληματαριά, ξέρει να τη μαγειρεύει με αγάπη, αλλά και ξέρει να 
την τρώει, απολαμβάνοντας κάθε της μπουκιά, κάθε της γεύση, από την πιο γλυκιά μέχρι την πιο αλμυρή, μέχρι το τέλος.
Και με αυτά τα λόγια, βαρυσήμαντα και κομμένα από την αλμύρα της εμπειρίας και τη σοφία της ανοιχτής θάλασσας, ο παλιόφιλος ο καπετάνιος άφησε την τελευταία του παρακαταθήκη πριν ανοίξει πανιά για ταξίδια μακρινά.
Ήταν μια κουβέντα σταράτη, από εκείνες που δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες. Ο καπετάνιος, αφού πρώτα του είχε βάλει φωτιά στα λογικά με τις αναλύσεις και τα σενάρια του, έτρεχε τώρα να σβήσει τη σπίθα πριν γίνει πυρκαγιά, θυμίζοντάς του την πιο απλή, αγνή αλήθεια. Η ευτυχία στο σπίτι δεν χτίζεται με φόβους και καχυποψίες, αλλά με έργα.
«Αν μία γυναίκα περνάει καλά, δεν κάνει σχέδια παρά μόνο για τον άντρα στον οποίο οφείλει την ευτυχία της...»  
Μια φράση που ηχούσε σαν άγκυρα ασφαλείας μέσα στο κεφάλι του Αλκιβιάδη. Και βέβαια, η ιστορία επαναλαμβάνεται πάντα για εκείνους που ξέρουν να διαβάζουν τα σημάδια. Στο τέλος, η Πηνελόπη πάντα με τον Οδυσσέα μένει, αρκεί ο Οδυσσέας να είναι εκεί, άξιος και παρών, να την κρατάει ζωντανή στην καρδιά και στο μυαλό του.
Η μαγκιά δεν είναι να κρατάς το σπίτι με αλυσίδες, αλλά να γίνεσαι εσύ ο ίδιος ο προορισμός της, έτσι που ο «δαίμονας» να μην βρίσκει ούτε χαραμάδα να τρυπώσει. Και πάνω απ' όλα, η μεγάλη αλήθεια για το σεξ και τον πόθο, τίποτα δεν επιβάλλεται, τίποτα δεν εκβιάζεται. 
Το πάθος είναι ιεροτελεστία, είναι η λαχτάρα να θες τη γυναίκα σου ολόκληρη, μυαλό και κορμί. Και τελικά, όπως ήξερε καλά ο καπετάνιος, το κλειδί το κρατάει εκείνη. Εκείνη ξέρει πώς να παίζει με τα 
κουμπιά του άντρα, πώς να τον φέρνει από την άκρη του κόσμου και πώς να τον λυγίζει με ένα της βλέμμα.
Καθώς τα βήματα του καπετάνιου χάνονταν στον δρόμο της επιστροφής, ο Αλκιβιάδης κοίταξε πίσω του, στο σπίτι, στη βεράντα με την κληματαριά και, πάνω απ' όλα, στην Ανδρομάχη του που κοιμόταν ήσυχη, τυλιγμένη στην αγκαλιά του.
Όλες οι φαντασιώσεις, οι φόβοι και οι αναλύσεις είχαν διαλυθεί. Είχε πάρει το μάθημά του. Στην αγάπη, όπως και στη  θάλασσα, δεν μετράει πόσο δυνατή είναι η φουρτούνα, αλλά πόσο καλά κρατάει το σκαρί. Και το δικό τους σκαρί, μετά από δεκαπέντε χρόνια, ήταν φτιαγμένο για να αντέχει σε όλους τους ανέμους.
...........................Ο Αλκιβιάδης σκέφτηκε το απόφθεγμα του Μπερνς με ένα χαμόγελο που φώτισε το πρόσωπό του, ένα χαμόγελο που έκρυβε μια ολόκληρη φιλοσοφία ζωής, αναγνωρίζοντας την αλήθεια σε αυτά τα λόγια. «Ο Μπερνς είχε δίκιο,» σκέφτηκε. 
«Εκείνη η εποχή που λέει... τότε που το σεξ ήταν «βρώμικο», ήταν και η εποχή που είχε την πιο αληθινή του δύναμη. Ήταν απαγορευμένο, ήταν σκοτεινό, ήταν κάτι που έκαιγε πίσω από κλειστές πόρτες. Και τώρα; Τώρα το έχουμε εξορθολογίσει, το έχουμε κάνει «υγιεινό», το έχουμε αναλύσει μέχρι θανάτου. Το έχουμε κάνει να μοιάζει με διατροφική συμβουλή.»
Στράφηκε το βλέμμα του στην Ανδρομάχη! «Είναι έτοιμη άραγε να τολμήσουμε να λερώσουμε ξανά το σεξ με την αλήθεια της επιθυμίας μας;» αναρωτήθηκε..
Μια βαθιά, σχεδόν ανατρεπτική σκέψη που έρχεται να ταράξει τα νερά της σύγχρονης «αποστειρωμένης» πραγματικότητας.
Ο Αλκιβιάδης, χαμογελώντας στη σιωπή της νύχτας, συνειδητοποιεί πόσο δίκιο είχε ο George Burns. Σήμερα, έχουμε φροντίσει να τοποθετήσουμε τον έρωτα και τη σαρκική επαφή κάτω από το φως ενός υπερβολικού εξορθολογισμού. Το έχουμε κάνει ασφαλές, καθωσπρέπει, προβλέψιμο, σχεδόν γραφειοκρατικό. Το ντύσαμε με τα καλά του ρούχα, το μετρήσαμε, το αναλύσαμε σε άρθρα και εγχειρίδια, του αφαιρέσαμε το μυστήριο, την άγρια ομορφιά του κινδύνου και τη σπίθα της παράβασης.
Αλλά η αληθινή, η βαθιά επιθυμία δεν χωράει σε αποστειρωμένα κουτάκια. 
Ζει στις σκιές, τρέφεται από την ένταση, καίει πίσω από κλειστές πόρτες και δεν φοβάται να λερώσει τα χέρια της.
Στρεφόμενος προς την Ανδρομάχη, ο Αλκιβιάδης θέτει το πιο τολμηρό, το πιο απολαυστικό ερώτημα. Είναι έτοιμοι να αφήσουν πίσω τους τους τύπους και να ξαναλερώσουν το σεξ με την ωμή, ακατέργαστη αλήθεια της επιθυμίας τους;
Μετά από δεκαπέντε χρόνια κοινής πορείας, η απάντηση δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στα κορμιά τους που ξέρουν να μιλούν τη γλώσσα της φωτιάς, έτοιμα να ξαναζωντανέψουν εκείνο το σκοτεινό, μεθυστικό πάθος που δεν χρειάζεται άδεια από κανέναν για να υπάρξει.
.......Ο Αλκιβιάδης διαβάζει στις σκέψεις του έναν καθρέφτη της ίδιας του της ζωής. Γιατί κατάλαβε από πρώτο χέρι αυτό που οι πολλοί αρνούνται να παραδεχτούν. Ο ιδανικός σύντροφος δεν είναι εκείνος που ταιριάζει σε όλα, αλλά εκείνος που αντέχει το μέγεθος σου.
Σε μια εποχή που οι άνθρωποι ψάχνουν απεγνωσμένα έναν τέλειο «καθρέφτη» μια προέκταση του 
εαυτού τους χωρίς γωνίες, χωρίς τριβές και χωρίς χαρές ή φουρτούνες, καταλήγουν να χτίζουν αποστειρωμένες συμβάσεις. Σχέσεις-εταιρείες, βασισμένες σε λογιστικά φύλλα, σε ρόλους και σε άτυπα συμβόλαια που διαλύονται με την πρώτη ρωγμή. Όταν η επιφάνεια ζορίζει, η «σύμβαση» καταγγέλλεται.
Αλλά ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη δεν έφτιαξαν ποτέ σύμβαση. Έφτιαξαν έναν ζωντανό οργανισμό.
Ο «ιδανικός» σύντροφος δεν ήρθε για να του χαϊδέψει τα αυτιά ούτε για να κρύψει τις σκιές του. Είναι εκείνος που δεν τρομάζει ούτε όταν η γυναίκα του γίνεται «σκέτη σάρκα» και φωτιά, ούτε όταν αναζητά την πιο βαθιά, υπαρξιακή λύτρωση. Είναι εκείνος που ξέρει να διαχειρίζεται τις σπίθες χωρίς να καίγεται, ή ακόμα καλύτερα, που καίγεται μαζί σου.
Και πάνω από όλα, η πιο ώριμη συνειδητοποίηση, η αναζήτηση του «τέλειου άλλου» δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια βολική δικαιολογία. Ένας τρόπος για να κρυφτούμε από την ευθύνη του να σταθούμε εμείς οι ίδιοι ολόκληροι, ακατέργαστοι και αληθινοί απέναντι στον άλλον.
Κοιτάζοντας την Ανδρομάχη να κοιμάται ήσυχη δίπλα του, ο Αλκιβιάδης ξέρει καλά πως δεν βρήκε κάποιο πλαστικό, αψεγάδιαστο πρότυπο από τα περιοδικά. Βρήκε την ψυχή που άντεξε τις καταιγίδες του, που μοιράστηκε τον χώρο του χωρίς να τον πνίγει, και που έκανε τη ζωή τους όχι μια κοινότυπη συμφωνία, αλλά ένα αληθινό, ασυμβίβαστο ταξίδι.



Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

H Kleopatra

«Το παρών είναι Ερωτική Μυθοπλασία ..... Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1)
.....Η Εριφύλη άρχισε να αντιλαμβάνεται πως, αν ποτέ αποφάσιζε να περάσει τα όρια της συζυγικής της ζωής, δεν θα επρόκειτο απλώς για μια ερωτική περιπέτεια. Θα έμπαινε σε έναν κόσμο μυστικών, διπλών ρόλων και δύσκολων ισορροπιών.
Δεν ήθελε έναν δεύτερο σύζυγο. Δεν αναζητούσε αντικαταστάτη του Νικηφόρου.
Αν αυτό που ένιωθε για τον Αδάμαντα ήταν πράγματι μόνο μια έντονη ερωτική έλξη, τότε αυτό ακριβώς ήταν που την τρόμαζε. Η επιθυμία να παραμείνει μόνο αυτό και να μην εξελιχθεί σε κάτι που θα μπορούσε να ανατρέψει ολόκληρη τη ζωή της.
Δεν ήθελε να μπλέξει συναισθήματα, υποσχέσεις και προσδοκίες. Ήθελε, αν ποτέ έφτανε μέχρι εκεί, να προστατεύσει πρώτα απ' όλα όσα ήδη αγαπούσε.
Κι όμως, εκείνο το βλέμμα του Αδάμαντα εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί, επίμονο, σαν μια μικρή σπίθα που αρνιόταν να σβήσει.
Οι σκέψεις της Εριφύλης άρχισαν να βρίσκουν, σχεδόν απρόσμενα, ένα στήριγμα σε μια γυναίκα που γνώριζε από τις παρέες τους. Την Κλεοπάτρα. Δεν ήθελε, όμως, να γίνει οδηγός ακροβασίας. Κι η ζωή της δεν ήταν σχοινί πάνω από το κενό, για να δοκιμάσει πόσο καλά μπορούσε να ισορροπήσει.
Η Κλεοπάτρα! Ήταν γύρω στα τριάντα, μια εντυπωσιακή, πληθωρική γυναίκα με καμπύλες, σκέρτσο κι εκείνο το παιχνιδιάρικο νάζι που τραβούσε αμέσως τα βλέμματα. Είχε μια έντονη, αισθησιακή παρουσία και δεν προσπαθούσε ιδιαίτερα να την κρύψει.
Η Εριφύλη, άλλωστε, πίστευε πως υπήρχε κάτι ακαταμάχητα θηλυκό σε μια γυναίκα που δεν φοβάται τις καμπύλες της, αλλά τις αναδεικνύει με αυτοπεποίθηση.
Στα συνηθισμένα κουτσομπολιά της γυναικείας παρέας, εκεί όπου τα υπονοούμενα μπλέκονται με τις μπηχτές κι η αλήθεια συνοδεύεται συχνά από μια γενναία δόση υπερβολής, η Εριφύλη είχε ακούσει πως η Κλεοπάτρα, ακόμη και μετά τον γάμο της, είχε γνωρίσει κι άλλους άντρες.Το θέμα είχε συζητηθεί περισσότερες από μία φορές. Κανείς δεν φαινόταν να το αμφισβητεί, αν και η Εριφύλη γνώριζε πολύ καλά πως στα κοινωνικά πηγαδάκια η φήμη αποκτά γρήγορα τη δική της αυτόνομη ζωή.
Παρόλα αυτά, όσο άκουγε τις ιστορίες για τα ερωτικά «κατορθώματα» της Κλεοπάτρας, ένιωθε μέσα της κάτι που δυσκολευόταν να παραδεχτεί ακόμη και στον ίδιο της τον εαυτό.
Τη ζήλευε. Όχι για τους άντρες, για το θάρρος της. Για την ελευθερία με την οποία, τουλάχιστον όπως παρουσιαζόταν στις ιστορίες των άλλων, επέτρεπε στον εαυτό της να διεκδικεί αυτό που επιθυμούσε.
«Γυναίκα ναυτικού κι αυτή…» σκέφτηκε η Εριφύλη. «Ξέρει καλά τι σημαίνει απουσία. Κι από τη στιγμή που έγινε η αρχή, μάλλον δεν υπάρχει γυρισμός…»
Σταμάτησε για λίγο. Ύστερα χαμογέλασε πικρά.
«Τίποτα δεν εμψυχώνει τόσο όσο το πρώτο παραστράτημα που μένει ατιμώρητο. Έτσι λένε, τουλάχιστον…»
Θυμήθηκε μερικές από τις φαρμακερές ατάκες που είχε ακούσει στις παρέες, πως τα σεντόνια της Κλεοπάτρας δεν προλάβαιναν να κρυώσουν, πως ήξερε να κρατά το ενδιαφέρον των αντρών αμείωτο, πως είχε ζήσει περισσότερα απ' όσα θα τολμούσαν να ομολογήσουν οι περισσότερες γυναίκες.
Και τότε η Εριφύλη ένιωσε ένα μικρό ρίγος να τη διαπερνά.
«Μωρέ, καλά κάνει…» σκέφτηκε. «Όχι σαν εμένα, που έχω μαραζώσει απότιστη. Σε λίγο θα στεγνώσω τελείως…»
Η σκέψη αυτή την έκανε να ανατριχιάσει. Τράβηξε ασυναίσθητα το δροσερό μπουρνούζι πάνω της, σαν να προσπαθούσε να κρυφτεί μέσα του, όχι από κάποιον άλλον, αλλά από τις ίδιες της τις σκέψεις.
Γιατί τώρα καταλάβαινε κάτι που την ανησυχούσε πολύ περισσότερο από τις φήμες για την Κλεοπάτρα. Δεν την ενδιέφερε απλώς να ακούει. Άρχιζε να συγκρίνει.
Και κάθε φορά που συνέκρινε, η δική της καταπιεσμένη επιθυμία αποκτούσε λίγο περισσότερο θάρρος.
Η Κλεοπάτρα, εξάλλου, είχε μια πολύ στενή φίλη που ήταν παράλληλα κολλητή της Ελπινίκης. Έτσι, αρκετές από τις ιστορίες για την προσωπική της ζωή έφταναν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στα αυτιά της. Κι η Ελπινίκη, φυσικά, τις γνώριζε καλά.
Γιατί, όπως συμβαίνει συχνά με τα μυστικά στις μικρές κοινωνίες, υπάρχει ένας άγραφος κανόνας. Ότι το ξέρουν δύο άνθρωποι, αργά ή γρήγορα κινδυνεύει να το μάθει ολόκληρος ο κόσμος.
Η Εριφύλη δεν ήξερε ακόμη αν αυτή η ιστορία της Κλεοπάτρας θα έμενε απλώς άλλη μια κουβέντα της παρέας, ή αν, χωρίς να το καταλαβαίνει, είχε ήδη αρχίσει να λειτουργεί μέσα της σαν ένα επικίνδυνο παράδειγμα.
Μέχρι τη Μάλτα είχε φτάσει, λέγανε, η χάρη της Κλεοπάτρας, προκειμένου να γιορτάσει τη Γιορτή της Γυναίκας παρέα με τον τελευταίο της «επιβήτορα».
Είχε ζητήσει από τον σύζυγό της, που βρισκόταν τότε σε κάποιο μακρινό λιμάνι του Περού, λίγα επιπλέον χρήματα για μια μικρή εκδρομή. Του εξήγησε πως τον τελευταίο καιρό ένιωθε πολύ πιεσμένη· πως είχε ανάγκη από ένα διάλειμμα, λίγες ημέρες μακριά από τη ρουτίνα, για να «συνέλθει ψυχολογικά» και να φροντίσει λίγο τον εαυτό της.
Ήταν, βλέπεις, κι εκείνος ο τελευταίος εραστής, ο οποίος είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Όχι μόνο δυσκολευόταν πλέον να τη συνδράμει, αλλά είχε αρχίσει να της γίνεται βάρος.
Η Κλεοπάτρα τον ένιωθε πια σαν βδέλλα που είχε κολλήσει πάνω της, κι αναζητούσε απλώς την κατάλληλη ευκαιρία για να του δείξει την πόρτα της εξόδου.
Ο σύζυγος, πάλι, είτε επειδή την αγαπούσε πραγματικά κι ενδιαφερόταν γι’ αυτήν, είτε επειδή, όπως ψιθύριζαν οι κακές γλώσσες, είχε κι εκείνος τη δική του ζωή και τις δικές του ερωτικές περιπέτειες στα μακρινά λιμάνια, δεν τσιγκουνεύτηκε την οικονομική ενίσχυση.
Έτσι, η Κλεοπάτρα εξασφάλισε το απαραίτητο «θεραπευτικό κονδύλι» για την ψυχολογική της αποτοξίνωση.
Μόνο που η μοίρα είχε άλλα σχέδια…
Την τελευταία στιγμή, ένα μικρό αλλά καθοριστικό απρόοπτο ανέτρεψε ολόκληρο το πρόγραμμα. Ο επίδοξος συνοδός της υπέστη ένα ελαφρύ καρδιακό επεισόδιο και δεν ήταν σε θέση να την ακολουθήσει στο πολυπόθητο ταξίδι.
Η Ελπινίκη, μάλιστα, δυσκολευόταν να πιστέψει μία από τις πιο πικάντικες εκδοχές της ιστορίας, ότι το ατυχές περιστατικό συνέβη ακριβώς σε μία από εκείνες τις στιγμές που ο άντρας είχε επιδοθεί με υπερβάλλοντα ζήλο στα ερωτικά του καθήκοντα!
Η Κλεοπάτρα, πάντως, αντί να πανικοβληθεί, ένιωσε μέσα της μια απροσδόκητη ανακούφιση.
Επιτέλους, είχε βρεθεί ένας τρόπος να ξεκολλήσει από πάνω της τη «βδέλλα».
Εκείνος της είπε πως λυπόταν πολύ που δεν θα μπορούσαν να κάνουν μαζί το ταξίδι και της υποσχέθηκε ότι την επόμενη φορά θα φρόντιζε να οργανώσουν κάτι ακόμη πιο συναρπαστικό.
Η Κλεοπάτρα, όμως, είχε ήδη αποφασίσει.
«Θα πάω», είπε ήρεμα. «Το έχω ανάγκη.»
Εκείνος την κοίταξε λοξά, με εμφανή δυσφορία και καχυποψία. Μουρμούρισε κάτι που εκείνη δεν κατάλαβε καθαρά.
«Δεν καταλαβαίνω την εμμονή σου μ’ αυτό το ταξίδι», είπε τελικά. «Μήπως θέλεις να χωρίσουμε και δεν ξέρεις πώς να μου το πεις;»
Η Κλεοπάτρα δεν απάντησε. Άφησε την ερώτηση να αιωρείται ανάμεσα τους, προτιμώντας να μην αποκαλύψει πόσο πολύ την ανακούφιζε η σκέψη ότι θα ταξίδευε μόνη. Κι κάπως έτσι, άνοιξε πανιά για τη δική της μικρή απόδραση.
Όλα αυτά και πολλά ακόμη, η Κλεοπάτρα τα είχε εκμυστηρευτεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια σε μια πολύ στενή φίλη της. Από εκείνες τις φίλες που ξέρουν πολλά, κάνουν πως δεν ξέρουν τίποτα και, πριν αποχαιρετιστούν, ορκίζονται η μία στην άλλη,
«Στον τάφο μου! Δεν πρόκειται να το μάθει κανείς…»
Μόνο που τα μυστικά, όταν περνούν από στόμα σε στόμα, έχουν μια παράξενη συνήθεια να αποκτούν φτερά. Και, για να λέμε την αλήθεια, στην περίπτωση της Κλεοπάτρας δεν χρειαζόταν καν ιδιαίτερη προσπάθεια.
«Όχι πως δεν ήταν ήδη βούκινο…» σκεφτόταν η Ελπινίκη. «Φλασάρει από χιλιόμετρα η Κλεοπάτρα μας κι ο κόσμος το έχει τούμπανο!»
Και, πριν προλάβει καλά-καλά να λαλήσει ο αλέκτωρ, η κολλητή τα εκμυστηρεύτηκε στην Ελπινίκη. Η Ελπινίκη, φυσικά, στην Εριφύλη.
Κι η Εριφύλη που μέχρι εκείνη τη στιγμή άκουγε απλώς μία ακόμη ιστορία από τα ατέλειωτα κουτσομπολιά της παρέας, άρχισε ξαφνικά να την ακούει διαφορετικά.
Γιατί τώρα πια δεν άκουγε μόνο την ιστορία της Κλεοπάτρας. Άκουγε, μέσα από αυτήν, τον αντίλαλο της δικής της επιθυμίας, έναν καθρέφτη του ίδιου της του εαυτού.
Η Κλεοπάτρα, εξάλλου, ουδόλως είχε λυπηθεί για την απρόσμενη απουσία του φίλου της. Τουναντίον, όπως η ίδια μετέφερε στη φίλη της.
«Μια καλή ευκαιρία ήταν να τον ξεφορτωθώ τον μαλάκα! Τσιμπούρι μου ’χε γίνει και να πεις ότι είχε και ικανότητες; Αυτός, αγάπη μου, είχε κάψει φλάντζες κι έκανε ρετάρισμα! Για να του σηκωθεί το εργαλείο χρειαζόταν υποστύλωμα, κι αν… Εμ, το άλλο πού το πας; Που είχε εθισμό στον τζόγο! Στα καζίνα της Μάλτας σίγουρα θα τον έχανα.»
«Και πήγες μονάχη σου τελικά;»
«Ναι, βρε καρδιά μου. Έκανα και την προσευχή μου να μου τύχει κανένα ωραίο παιδί κι έφυγα με βάρκα την ελπίδα!»
«Και σου έτυχε;»
Η Κλεοπάτρα χαμογέλασε αυτάρεσκα.
«Ναι, καλή μου. Και να ξέρεις κάτι; Υπάρχουν πολλοί θεοί. Η ζωή είναι μεγάλη κι η ψυχή του ανθρώπου χωράει περισσότερους από έναν. Ε, λοιπόν, αυτή τη φορά οι προσευχές μου εισακούστηκαν!»
«Μη μου λες! Καλός; Καλός-καλός;»
«Από τους καλύτερους.»
«Σαν αυτούς που βλέπουμε και στον ύπνο μας;»
«Άκου να μάθεις, χρυσή μου. Ο άνθρωπος στον ύπνο του φτιάχνει έναν ολόκληρο κόσμο ψεύτικο, απατηλό, για να ξεφύγει λίγο από τη μαρμάγκα και να ζήσει μια άλλη ζωή. Γι’ αυτό σου λέω, αυτός ήταν πραγματική αγορίνα, με σάρκα και οστά!»
«Ενδιαφέρον… Για λέγε, για λέγε! Έχεις και φωτογραφία του;»
«Έχω μία. Να, εδώ την έχω μαζί μου. Βγήκαμε όλη η παρέα αγκαλιά, το βράδυ που είχαμε πάει σ’ ένα κέντρο.»
Και κάπου εκεί, καθώς η Κλεοπάτρα άνοιγε την καρδιά της κι έδινε ελεύθερο πεδίο στη διάθεση της, άρχισε να αφηγείται στη φίλη της, με τον δικό της αθυρόστομο, χείμαρρο και γεμάτο αυτοπεποίθηση τρόπο, όλα όσα είχε ζήσει σε εκείνο το σύντομο, αναζωογονητικό ταξίδι στη Μάλτα.
«Χρυσή μου, ένα ταξίδι στη Μάλτα είναι συναίσθημα. Είναι ευφορία. Είναι μια ολόκληρη συναισθηματική κατάσταση! Κι εγώ, μέσα σε μόλις τρεις ημέρες, τα έζησα όλα!»
Και συνέχισε.
«Ήταν προς το απόγευμα, όταν ο ήλιος είχε αρχίσει να παίρνει τα πιο πορτοκαλιά του χρώματα. Περπατούσαμε με τη χαζοχαρούμενη τη φίλη μας στο παλιό λιμάνι, πλάι στη θάλασσα, κατά μήκος της προκυμαίας. Πιο πέρα, μέσα στα γαλαζοπράσινα νερά, λικνίζονταν πολυτελή κότερα κι ορισμένα ιστιοφόρα.
Ομολογώ πως, έτσι όπως το έβλεπα στην αρχή, το λιμάνι δεν με είχε εντυπωσιάσει ιδιαίτερα. Όμως, όσο περπατούσαμε, ο ήλιος χαμήλωνε κι η αντηλιά απλωνόταν πάνω στη θάλασσα. Εκείνη η πορτοκαλιά λάμψη άρχισε να μεταμορφώνει τα πάντα γύρω μου, ήταν σαν να είχε αποφασίσει ο ουρανός να μου κάνει ένα μικρό, προσωπικό δώρο.
Και τότε τον είδα.
Μπροστά μας, ένα κάτασπρο αλιευτικό σκάφος ανοιχτής θαλάσσης, αγέρωχο σαν αλμπατρός, ετοιμαζόταν να πλαγιοδετήσει στη μαρίνα. Και μαζί με το σκάφος, εμφανίστηκε κι εκείνος.
Τον είδα να κατεβαίνει στην προβλήτα και να πιάνει τον κάβο για να δέσει το σκάφος στη δέστρα. Το έκανε τόσο χαλαρά, τόσο φυσικά, σαν να μην υπήρχε τίποτε στον κόσμο που να μπορούσε να διαταράξει την ηρεμία του.
Κι εγώ, χρυσή μου, θαύμαζα το λυγερόκορμο, νεανικό του κορμί κι είχα την αίσθηση πως αυτή η παράξενη, θετική του ενέργεια περνούσε μέσα από τη θάλασσα κατευθείαν πάνω μου…»
«Κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι και μου χαμογέλασε. Τι χαμόγελο ήταν εκείνο! Κατάλευκα δόντια, ρόδινα χείλη, μάτια σκοτεινά που γελούσαν μαζί του. Φαινόταν πως είχε καταλάβει ότι τον είχα φάει με τα μάτια μου τόση ώρα. Και, για να μην κοροϊδευόμαστε, τον κοιτούσα σαν ξερολούκουμο!
Ψηλός, γύρω στο ένα και ενενήντα, με μαύρα μαλλιά και σκούρα μάτια. Όλα πάνω του μου φαίνονταν στη θέση τους. Τίποτε περιττό· τίποτε που να χαλάει την εικόνα.
Ήμασταν τόσο κοντά του, που όταν γύρισα προς την παρέα μας, ρώτησα δυνατά.
«Πώς είπαμε πως το λένε το κλαμπ του ξενοδοχείου, που μας περιμένει το γκρουπ για να ξεσαλώσουμε το βράδυ;»
Το είπα τόσο δυνατά, ώστε ήμουν απολύτως βέβαιη πως με είχε ακούσει. Κι τότε συναντήθηκαν ξανά τα βλέμματά μας. Τον κοίταξα κατευθείαν στα μάτια. Δεν χρειάστηκε να πω τίποτε άλλο. Αν μπορούσαν τα μάτια να μιλήσουν, τα δικά μου του έλεγαν καθαρά. «Ενδιαφέρομαι. Και δεν είμαι αδιάφορη…»
Ο ήλιος είχε αρχίσει πια να κατηφορίζει και να βάφει με μια γλυκιά, πορτοκαλιά απόχρωση το τοπίο. Εγώ, κρατώντας αφηρημένα το χέρι της χαζοχαρούμενης φίλης μας, της είπα.
«Έλα, πάμε, φιλενάδα. Μας περιμένουν κι έχουμε αργήσει.»
«Ποιοι μας περιμένουν;» με ρώτησε το χαζό θηλυκό.
Κι όταν επιτέλους πήρε χαμπάρι, ξαναρώτησε: «Που μας περιμένουν;»
«Στο Acqua Mare Bar», απάντησα με έμφαση, εξακολουθώντας να τον κοιτάζω. Και, χωρίς να κουνήσω σχεδόν τα χείλη μου, του ψιθύρισα. «Σε περιμένω…» Ύστερα του έστειλα ένα άηχο φιλί.
«Ρε Κλεοπάτρα, πού πας να μπλέξεις πάλι, βρε κορίτσι μου;» μου είπε η φίλη μας.
Γύρισα και την κοίταξα.
«Γιατί, είναι κακό; Πού είναι το κακό να φλερτάρεις, αν αυτό θέλεις και δεν κοροϊδεύεις κανέναν;» ρώτησα με ειλικρινή απορία. «Γιατί νομίζω πως εδώ μυρίζομαι λίγο δίπολο… αγίας και αμαρτωλής;»
«Κλεοπάτρα, θα με στείλεις αδιάβαστη! Δηλαδή το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να φλερτάρεις και να μπλέκεις;»
«Δηλαδή τι; Είμαι ρηχή επειδή σκέφτομαι και το ερωτικό κομμάτι της ζωής μου και το αναζητώ; Εσύ τι κάνεις στις κοινωνικές σου συναναστροφές; Μιλάς αποκλειστικά για ποίηση και μεταμοντερνισμό;»
«Τελικά, πες μου! Ήρθε ο γοητευτικός νεαρός στο μπαρ;»
Η Κλεοπάτρα χαμογέλασε θριαμβευτικά.
«Ναι… ήρθε!»
«Με μια άνετη φιλικότητα συστηθήκαμε. Ήταν ο λοστρόμος του μεγάλου αλιευτικού,ένας λυγερόκορμος εικοσιπεντάχρονος Σικελός από τις Συρακούσες! Ανήκε στο πλήρωμα του αλιευτικού ανοιχτής θαλάσσης· απ’ αυτά, καλέ, που ψαρεύουν ξιφίες στα δικά μας νερά οι Ιταλοί, οι αθεόφοβοι!
Το σκάφος τους περίμενε στην προβλήτα τη σειρά του για εργασίες συντήρησης και επισκευών στα ναυπηγεία της πόλης, στη Βαλέτα. Κι εγώ, όπως καταλαβαίνεις, δεν είχα καμία απολύτως αντίρρηση να γνωρίσω από κοντά τον… «ξιφομάχο» της θάλασσας!
Ρε, τι κούκλος ήταν αυτός! Τι παίδαρος, σου λέω! Μπουκιά και συχώριο, που έλεγε κι η συχωρεμένη η γιαγιά μου. Με υπέροχο χαμόγελο και μια ματιά που σου υποσχόταν… τον μισό κόσμο!
Σίγουρα είχε έρθει κι αυτός για να διασκεδάσει και, ποιος ξέρει, ίσως για να βρει το διαθέσιμο θηλυκό που του είχα ήδη υποσχεθεί με τα μάτια μου. Τόσες μέρες στη θάλασσα, καταλαβαίνεις… Η διάθεσή του, όπως φαινόταν, είχε χτυπήσει κόκκινο!
Τα βλέμματά μας, επιτέλους, άρχισαν να συνομιλούν. Τα μάτια του ήταν απίστευτα εκφραστικά κι το βλέμμα του ξυπνούσε μέσα μου έναν πόθο που δεν είχα καμία διάθεση να κρύψω.»
«“ι θα έλεγες να σου κάνω το τραπέζι απόψε;» μου λέει.
Ήμουν λίγο μεθυσμένη, λίγο ζαλισμένη, αλλά κυρίως… σε πολύ καλή διάθεση. Και, χρυσή μου, αυτά τα πράγματα έρχονται καμιά φορά εκεί που δεν τα περιμένεις. Δεν σου έχει τύχει ποτέ να συναντήσεις κάποιον που, χωρίς να έχει κάνει σχεδόν τίποτα, να σε αναστατώσει μόνο από τη φωνή του, από τον τρόπο που σε κοιτάζει, από τον αέρα που κουβαλάει;
Ε, λοιπόν, εκείνη την ώρα δεν ήμουν κανένα άβγαλτο κι συνεσταλμένο κοριτσάκι. Ήμουν μια γυναίκα που ήξερε πολύ καλά τι ήθελε από τη βραδιά της: παιχνίδι, φλερτ, ένταση, χωρίς μεγάλες κουβέντες και χωρίς υποσχέσεις!
Κόλλησα κοντά του, γελαστή κι όλο νάζι.
«Αγορίνα μου, να μου κάνεις το τραπέζι, να σου κάνω το κρεβάτι;» τον ρώτησα πονηρά, καθώς με οδηγούσε προς το εστιατόριο του μπαρ.
Καθίσαμε σ’ έναν πριβέ καναπέ, λίγο πιο πέρα από τα χαμηλά φώτα και τη φασαρία. Ήταν μια ήσυχη, ζεστή γωνιά, ιδανική για να πιούμε το ποτό μας χωρίς να μας ποδοπατάει ο κόσμος. Το σκηνικό, αν με ρωτάς, ήταν φτιαγμένο για μια όμορφη και… πολλά υποσχόμενη βραδιά.»
«Πολύ κιμπάρης τύπος, πολύ ευγενικός, άντρας με τα όλα του!
«Ρώτησε τον μετρ και παράγγειλε ό,τι σου αρέσει», μου λέει.
«Εσύ;» τον ρωτάω.
«Εγώ είμαι εντάξει. Μια μπριζόλα θα φάω, αρκεί.»
«Μόνο; Τέτοιος παίδαρος! Αυτό που χρειάζεσαι είναι ενεργειακά πυκνά τρόφιμα. Ξέρεις… τροφές που σου δίνουν πολλές θερμίδες και σε κρατούν όρθιο!»
«Ευχαριστώ για τη συμβουλή. Νιώθω πως πραγματικά με νοιάζεσαι και με περιποιείσαι ιδιαιτέρως», μου λέει.
«Α, εγώ τον περιποιούμαι τον άντρα! Είμαι σκλάβα του. Θέλω να έχει φάει καλά, να είναι ευχαριστημένος, χορτάτος. Αλλά μετά θέλω να με περιποιηθεί κι αυτός, για να μη μείνω με παράπονο!»
Και γέλασα με εκείνο το πλούσιο, λίγο βραχνό γέλιο μου, που, όπως μου έλεγαν πάντα, γέμιζε τον χώρο.»
Εκείνος με κοίταξε βαθιά στα μάτια
«Μ’ αρέσει ο τρόπος σου, παραπονιάρα μου. Εγώ είμαι εδώ για να σε περιποιηθώ όπως σου αξίζει».
Και να σου πω κάτι, φιλενάδα μου; Όταν κάποιος σε κοιτάζει στα μάτια την ώρα που σου μιλάει, εγώ τουλάχιστον θέλω να πιστεύω πως εννοεί κάθε του λέξη. Κανένας άντρας δεν μπορεί να λέει τέτοια πράγματα και να σε κοιτάζει ταυτόχρονα στα μάτια χωρίς να το πιστεύει, εκτός κι αν έχει βάλει ήδη υποψηφιότητα για Όσκαρ!
Η απάντησή μου, λοιπόν, ήταν σχεδόν αυτονόητη.
«Κι εγώ αυτό θέλω», του είπα.
Και κάπως έτσι, χωρίς πολλές περιστροφές και χωρίς περιττές υποσχέσεις, άνοιξε μπροστά μου ένα καινούργιο, απρόσμενο κεφάλαιο. Η βραδιά κύλησε μέσα σε φλερτ, γέλια, βλέμματα κι μια αμοιβαία έλξη που γινόταν όλο και πιο δύσκολο να κρυφτεί.»
«Από εκεί και πέρα, η νύχτα μας πήρε μαζί της. Δεν θα σε πρήξω, όμως, με λεπτομέρειες. Αρκεί να σου πω πως εκείνο το σύντομο ταξίδι στη Μάλτα έγινε για μένα κάτι περισσότερο από μια απλή εκδρομή.
Έγινε μια μικρή, προσωπική επανάσταση. Ένα ταξίδι αφύπνισης, ελευθερίας, μια υπενθύμιση για μια γυναίκα που, έστω για λίγο, θυμήθηκε πως εκτός από σύζυγος κι όλα τα υπόλοιπα που κουβαλούσε στην καθημερινότητά της, ήταν πάνω απ’ όλα γυναίκα. Και, όπως καταλαβαίνεις, αυτό δεν το ξεχνάς εύκολα…»
«Ρε φιλενάδα, αφού με ξετρελαίνεις όταν μου διηγείσαι τέτοιες ιστορίες για τα ερωτικά σου, και μάλιστα με όλες τις πικάντικες λεπτομέρειες, γιατί μου κόβεις την ιστορία τώρα, στο καλύτερο;»
Η Κλεοπάτρα γέλασε.
«Τι είναι αυτό που τόσο πολύ θέλεις να σου διηγηθώ;»
«Όλα! Θέλω λεπτομέρειες! Όλα θέλω να τα ξέρω! Μη μου αφήσεις τίποτα απ’ έξω!»
«Εντάξει, λοιπόν. Αφού είσαι τόσο περίεργη…»
Ο νεαρός, όπως μου είπε, της πρότεινε στην αρχή να πάνε μια βόλτα για να της γνωρίσει το αλιευτικό του. Εγώ όμως...δηλαδή η Κλεοπάτρα.. αφού το σκέφτηκα για λίγο, κατάλαβα πως το σκάφος δεν ήταν ακριβώς αυτό που με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή.
«Όχι, αγόρι μου», του είπα γελώντας. «Το καράβι σου θα το θαυμάσω κάποια άλλη ώρα. Τώρα θέλω να γνωρίσω εσένα!»
«Κι έτσι αποφασίσαμε να πάμε σ’ ένα καλό ξενοδοχείο, όπου θα μπορούσαμε να έχουμε περισσότερη ησυχία κι άνεση για να γνωριστούμε καλύτερα.
Ομολογώ πως, μέχρι την τελευταία στιγμή, είχα κάποιες επιφυλάξεις. Δεν είχα συνηθίσει να πηγαίνω σε τέτοια μέρη με έναν άνθρωπο που μόλις είχα γνωρίσει. Από την άλλη, όμως, η έλξη ανάμεσά μας ήταν τόσο έντονη, ώστε οι αντιστάσεις μου έμοιαζαν περισσότερο με τυπικές σκέψεις παρά με πραγματικές αντιρρήσεις.
Ήθελα να ζήσω τη στιγμή. Ήθελα να αφήσω για λίγο πίσω μου όλα εκείνα που με περίμεναν στην καθημερινότητά μου και να αφεθώ σ’ έναν άνθρωπο που, μέχρι πριν από λίγες ώρες, δεν γνώριζα καν.
Μόλις μπήκαμε στο δωμάτιο κι έκλεισε η πόρτα πίσω μας, η ατμόσφαιρα άλλαξε αμέσως. Εκείνος με πλησίασε με μια ορμή που με ξάφνιασε. Για μια στιγμή έμεινα ακίνητη, περισσότερο από έκπληξη παρά από φόβο. Δεν είχα συνηθίσει τέτοια αυθόρμητη ένταση από έναν άντρα που μόλις είχα γνωρίσει.
Κι όμως… μου άρεσε! Μου άρεσε η αίσθηση ότι του είχα προκαλέσει κάτι τόσο δυνατό· ότι η εικόνα μου, η παρουσία μου, ο τρόπος που τον είχα κοιτάξει στη μαρίνα, είχαν ανάψει μέσα του μια επιθυμία που πλέον δυσκολευόταν να κρύψει.
Και τότε άρχισε να μου μιλάει. Λόγια γρήγορα, αυθόρμητα, γεμάτα ενθουσιασμό. Άλλοτε γελούσε, άλλοτε με κοίταζε επίμονα κι άλλοτε σταματούσε για μια στιγμή, σαν να προσπαθούσε να βρει τη σωστή λέξη.»
«Δεν καταλάβαινα όλα όσα έλεγε, η γλώσσα, η προφορά, η ζάλη του κρασιού κι η ένταση της στιγμής τα μπέρδευαν όλα. Όμως καταλάβαινα κάτι πολύ πιο απλό.
Με ήθελε. Κι εγώ, εκείνη τη νύχτα στη Μάλτα, είχα αποφασίσει να μη φοβηθώ αυτό που ήθελα κι εγώ.
Τα υπόλοιπα, χρυσή μου, δεν χρειάζονται περιγραφή με το νι και με το σίγμα… Άλλωστε, αν αρχίσω να σου τα λέω όλα, θα ξημερώσουμε εδώ!»
Την μεθεπόμενη μέρα αναχωρήσαμε για την Ελλάδα. Κι όμως, ακόμα και σήμερα δεν τον έχω ξεχάσει. Παρ’ όλες τις εμπειρίες που ακολούθησαν στη ζωή μου, εκείνος ο νεαρός Σικελός έμεινε κάπου ξεχωριστά μέσα μου. Θα τον έχω πάντα στην καρδιά μου. Και, αν θέλεις να σου πω την αλήθεια, ξέρω πως ήταν ο καλύτερος εραστής που είχα γνωρίσει μέχρι τότε.
Η φίλη της την άκουγε με μάτια ορθάνοιχτα. Είχε ήδη παρασυρθεί από την αφήγηση και, όσο η Κλεοπάτρα προχωρούσε στις λεπτομέρειες, τόσο η περιέργεια κι η φαντασία της έπαιρναν φωτιά.
«Ρε Κλεοπάτρα… παίζει να μου γνωρίσεις κι εμένα κανέναν τέτοιον; Ένα τέτοιο λαχείο, βρε παιδί μου;»
Η Κλεοπάτρα γέλασε.
«Θα το έχω στα υπόψη μου. Μη μου στενοχωριέσαι, κάτι θα βρεθεί, τι φίλες είμαστε;»
Έκανε μια μικρή παύση και την κοίταξε πονηρά.
«Αν θες, μάλιστα, μπορούμε να το ψάξουμε μαζί. Να βρούμε έναν άντρα που να έχει διάθεση για… παρέα δύο κοριτσιών!»
Η φίλη της γέλασε δυνατά. «Καλή ιδέα μου φαίνεται! Μέσα είμαι!»
Η Κλεοπάτρα σήκωσε το ποτήρι της. «Ε, τότε… θα το κανονίσουμε!»
Και οι δυο γυναίκες ξέσπασαν σε γέλια, σαν δυο φίλες που, μέσα στην υπερβολή και τα πειράγματα, είχαν ήδη αρχίσει να σχεδιάζουν το επόμενο κεφάλαιο μιας ιστορίας που κανείς δεν ήξερε ακόμη αν θα έμενε στη φαντασία ή αν θα γινόταν πραγματικότητα.
«Καλά, μωρέ Ελπινίκη… αυτός ο φουκαράς ο άντρας της, που θαλασσοπνίγεται στα πέλαγα, δεν υποψιάζεται τίποτα για τα κατορθώματα της λεγάμενης;» ρώτησε η Εριφύλη, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, ύστερα από όσα είχε ακούσει από τη φιλενάδα της.
Η Ελπινίκη ανασήκωσε τους ώμους.
«Λογικά, μπορεί να του έχουν μπει ψύλλοι στ’ αυτιά. Αλλά, όταν έχεις μόνο αμφιβολίες, τι κάνεις; Μένεις μ’ αυτές. Ίσως δυσκολεύεται να πιστέψει πως η γυναίκα του τον απατά συστηματικά. Κι όμως, αν το καλοσκεφτείς, θα έπρεπε να το είχε καταλάβει προ πολλού. Γιατί, κοντά στο πρώτο κέρατο που του φύτεψε, φαίνεται πως ακολούθησαν κι άλλα… και μάλιστα με το παραπάνω!»
Η Εριφύλη κούνησε το κεφάλι της κι χαμογέλασε πονηρά.
«Μπράβο η Κλεοπάτρα! Το δουλεύει με πάθος και συχνότητα το… εργαλείο της! Ζητάει να της το περιποιούνται, λες και φοβάται μην της σκουριάσει! Όχι σαν κι εμάς τις θεούσες, που το έχουμε βάλει σε θυρίδα ασφαλείας, λες και φοβόμαστε μη μας το ματιάσουν!»
Η Ελπινίκη έβαλε τα γέλια.
«Βλέπεις, καλή μου, η Κλεοπάτρα είναι… μουνάντερη! Είναι κι ερωτομανής, γι’ αυτό δεν συγκρατείται. Αφήνει τις ορμές της ελεύθερες και δεν έχει πολλές αναστολές. Πιστεύει πως οι γυναίκες δεν φτιάχτηκαν για να ζουν κλεισμένες σε γυάλα, αλλά για να χαίρονται τη ζωή και τον έρωτα. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, έχει καταλάβει πολύ καλά τι θέλει από τη ζωή της και το υπηρετεί με συνέπεια! Αν η Κλεοπάτρα δεν έχει την ερωτική της… γυμναστική τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα, φοβάμαι πως θα πάθει σύνδρομο στέρησης!»
Η Εριφύλη την κοίταξε καλά καλά.
«Τι είναι αυτό πάλι; Τι θα πει  «μουνάντερη»;»
Η Ελπινίκη άνοιξε διάπλατα τα μάτια, προσποιούμενη την κατάπληκτη.
«Πού ζεις, κοπέλα μου; Κανείς στην οικογένεια σου δεν μερίμνησε για την… παιδεία σου; Αυτή η μάνα σου τίποτα δεν σου έμαθε πια;»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν αυστηρή καθηγήτρια που ετοιμαζόταν να παραδώσει το σημαντικότερο μάθημα της ημέρας.
«Τι να κάνω; Θα επωμισθώ εγώ αυτή τη βαριά ευθύνη, θα σου μάθω μερικά βασικά!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Άντε, για να δούμε τι άλλο θα μάθω σήμερα από σένα…»
Η Ελπινίκη πλησίασε συνωμοτικά και, με ύφος ανθρώπου που γνώριζε πλέον τα πάντα για τα μυστήρια της ζωής, της έδωσε τη δική της, εντελώς αυθαίρετη ερμηνεία.
«Λοιπόν, μουνάντερη είναι η γυναίκα που έχει ιδιαίτερα έντονη ερωτική διάθεση, χωρίς πολλά ταμπού κι αναστολές. Δηλαδή, αυτή που δεν αφήνει την επιθυμία της να κάθεται στον καναπέ και να περιμένει!»
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο σιωπηλή και μετά ξέσπασε σε γέλια.
«Μάλιστα! Τώρα κατάλαβα. Αλλά εσύ, φιλενάδα μου, από που τα μαθαίνεις όλα αυτά;»
«Α, αυτό είναι άλλο μάθημα. Και θέλει… ιδιαίτερα!»
Οι δυο φίλες κοιτάχτηκαν κι ξαναγέλασαν. Η Εριφύλη όμως, πίσω από το χιούμορ, κράτησε μέσα της τη λέξη. Κάπου βαθύτερα, η συζήτηση για την Κλεοπάτρα είχε αρχίσει να αγγίζει μια περιοχή που την αφορούσε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί…
Μετά απ’ όλα αυτά τα… «σημαντικά» που είχε μάθει από την Ελπινίκη, η Εριφύλη πέρασε ολόκληρη τη νύχτα στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι. Αναρωτιόταν πώς άραγε θα μπορούσε ο δικός της «Μπαγάσας» να της προσφέρει εκείνες τις απολαύσεις που, σύμφωνα με την αφήγηση της Κλεοπάτρας, είχε γνωρίσει η ζουμερή φίλη τους από τον νεαρό Σικελό λοστρόμο…
Περασμένα μεσάνυχτα, ύστερα από αμέτρητες σκέψεις κι εσωτερικές διαπραγματεύσεις, κατέληξε σε ένα συμπέρασμα τόσο απλό όσο και παλιό.
«Αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρια δεν πιάνεις· κι αν δεν σπάσεις αβγά, ομελέτα δεν γίνεται!»
Το είπε μέσα της με τόση βεβαιότητα, ώστε σχεδόν καθησυχάστηκε κι αποκοιμήθηκε.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

H Natalie

«Το παρών είναι Ερωτική Μυθοπλασία ..... Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1)
......Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και ύστερα ξέσπασαν ταυτόχρονα στα γέλια. Η «εργολαβία» είχε πλέον πάρει εντελώς διαφορετική τροπή.
«Η Ναταλία, η γυναίκα του μαρμαρά, δεν έχει πάρει χαμπάρι τα… ερωτικά παραστρατήματα του άνδρα της με τη γειτόνισσα;» ρώτησε η Ελπινίκη, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
«Η Ναταλία; Τι να σου πω… Όλα είναι πιθανά μ’ αυτή τη γυναίκα. Κατάγεται από κάποιο πολύ γνωστό νησί. Βέβαια, θα μου πεις, ποιο νησί σήμερα δεν είναι γνωστό;»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να αναζητούσε μέσα στη μνήμη της μια παλιά εικόνα.
«Την θυμάμαι κάπως αόριστα την εποχή που ο Μιλτιάδης την πρωτοέφερε στη γειτονιά. Πιτσιρίκα είχε έρθει στην Αθήνα και γράφτηκε σε κάποια από εκείνες τις ιδιωτικές επαγγελματικές σχολές. Γνωρίστηκαν όπως γνωρίζονται τόσοι νέοι άνθρωποι, σε ένα coffee shop όπου σύχναζαν και οι δύο. Μου είχε μείνει, πάντως, η εικόνα ενός δροσερού, γλυκού προσώπου. Ήταν ένα λεπτοκαμωμένο κορίτσι, μόλις δεκαέξι χρονών, που έδειχνε μάλιστα ακόμη μικρότερο.»
«Ήταν όμορφη, με εκείνη τη φρεσκάδα που έχουν τα κορίτσια στην εφηβεία, κι είχε ένα βλέμμα γεμάτο ζωντάνια και περιέργεια για τον κόσμο. Έμοιαζε λίγο επιπόλαιη, ίσως επειδή ήταν πολύ νέα και δεν είχε ακόμη γνωρίσει τις δυσκολίες που μπορεί να κρύβει η οικογενειακή ζωή.
Τότε, βέβαια, κανείς μας δεν μπορούσε να φανταστεί πού θα την οδηγούσε η γνωριμία της με τον Μιλτιάδη. Ήρθε στη γειτονιά σαν ένα άγνωστο κορίτσι από το νησί της και, χωρίς να το καταλάβει, μπήκε σε μια οικογένεια που,τουλάχιστον όπως την έβλέπα εγώ— δεν ήταν καθόλου εύκολη.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε με ενδιαφέρον.
«Και λες ότι δεν έχει καταλάβει τίποτα;»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τους ώμους.
«Αυτό είναι το παράξενο. Μερικές φορές ο άνθρωπος βλέπει μόνο ότι είναι έτοιμος να δει. Κι η Ναταλία… ποτέ δεν μου φάνηκε γυναίκα που ψάχνει πίσω από τις λέξεις.»
«Ή μήπως ψάχνει και απλώς δεν θέλει να βρει;» παρατήρησε η Ελπινίκη.
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Ε, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Κι μάλλον πολύ πιο ενδιαφέρουσα από την πρώτη…»
Ο γάμος τους έγινε σχετικά γρήγορα και, πριν καλά καλά προλάβουν να γνωριστούν σε βάθος, ήρθαν και τα παιδιά, ενώ ήταν ακόμη κι οι δύο ανώριμοι. Ο Μιλτιάδης, όμως, δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα προκομμένος ούτε εύκολος άνθρωπος στην οικογενειακή καθημερινότητα. Έτσι, η Ναταλία βρέθηκε από νωρίς αντιμέτωπη με τις δυσκολίες μιας ζωής που απαιτούσε περισσότερες αντοχές απ’ όσες ίσως είχε φανταστεί.
Μόνο που η Ναταλία αποδείχθηκε, τελικά… σκληρό καρύδι.
Όχι μόνο άντεξε στις δυσκολίες, αλλά, όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να βάζει τάξη εκεί όπου προηγουμένως επικρατούσε το χάος. Δεν λύγισε. Δεν μάσησε τα λόγια της. Και το πιο εντυπωσιακό ήταν πως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν προανήγγειλε τη μελλοντική της εξέλιξη όταν ήταν ακόμη μικρή.
Τότε έδειχνε ένα χαριτωμένο, γλυκό κι αθώο κορίτσι. Μέσα της, όμως, έκρυβε μια δύναμη που κανείς δεν θα μπορούσε να υποψιαστεί.
Είχε τσαγανό, πείσμα και μια ακούραστη μαχητικότητα. Κάθε δυσκολία που εμφανιζόταν την αντιμετώπιζε σαν άλλη μία υποχρέωση που έπρεπε να φέρει σε πέρας. Με τον καιρό κατάφερε να συμμαζέψει την οικογένεια, να οργανώσει την καθημερινότητα και να δημιουργήσει ένα σπίτι που πατούσε, πλέον, σε πιο σταθερές βάσεις.
Παράλληλα με την ανατροφή των παιδιών, έπιασε δουλειά σε μια μεγάλη εταιρεία κοινής ωφέλειας. Οι απαιτήσεις ήταν πολλές, γι’ αυτό και μέρος των καθημερινών δουλειών του σπιτιού ανέλαβε να το φροντίζει η πεθερά της. Έτσι, η Ναταλία έγινε μια εργαζόμενη μητέρα που μεγάλωνε τα παιδιά της με κόπο, επιμονή και αφοσίωση, και, όπως συμβαίνει συχνά με τους ανθρώπους που η ζωή τους αναγκάζει να ωριμάσουν γρήγορα, η Ναταλία είχε αποκτήσει μια ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση. Δεν ήταν πια το άπειρο κορίτσι που είχε έρθει κάποτε από το νησί της. Είχε γίνει μια γυναίκα με άποψη, αντοχή και ισχυρή προσωπικότητα.
ια παρουσία με έντονη θηλυκότητα, φλερτ και ερωτική ενέργεια, που, δεν περνούσε απαρατήρητη. Ξεκινούσε από την εμφάνισή της, από τον τρόπο που περιποιούνταν τον εαυτό της, από το βλέμμα της, από τη ζωντάνια της παρουσίας της. Ήταν μια γυναίκα που, παρά την κούραση της καθημερινότητας και τις ευθύνες της οικογένειας, δεν είχε αφήσει τον εαυτό της να χαθεί μέσα στους ρόλους της συζύγου και της μητέρας. Δεν κρύβε τα αισθήματα της. Κι αυτό, ίσως, ήταν ένα ακόμη από τα στοιχεία που την έκαναν τόσο δύσκολο να την κατατάξεις σε μία μόνο εικόνα.
Η Ναταλία ήταν μάνα, εργαζόμενη, σύζυγος, αλλά πάνω απ’ όλα μια γυναίκα που είχε μάθει να διεκδικεί τη ζωή της με τον δικό της τρόπο.
Είναι εξακριβωμένο πως, μετά τον γάμο της, η Ναταλία δεν αναζήτησε συντροφιά κι επιβεβαίωση του πάθους της μόνο στον Μιλτιάδη. Στη γειτονιά μας κυκλοφορούσε ως κοινό μυστικό ότι, πριν από τρία τέσσερα χρόνια, είχε δημιουργήσει μια παράλληλη σχέση εκτός του συζυγικού βίου, με έναν ξάδελφο του Μιλτιάδη.
Ο ξάδελφος του Μιλτιάδη ήταν στρατιωτικός και, εκείνη την εποχή, είχε μετατεθεί από την επαρχία στην ΑθήναΟ ξάδελφος ήταν τριανταπεντάρης, χωρισμένος, χωρίς ιδιαίτερες οικογενειακές υποχρεώσεις, κι η Ναταλία τον θεωρούσε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση για μια κρυφή ερωτική σχέση εκτός του συζυγικού της βίου. Κι εκείνος, άλλωστε, είχε τη δική του ιστορία. Ο γάμος του είχε διαλυθεί ύστερα από απιστία της πρώην συζύγου του. Λεγόταν πως, όσο εκείνος υπηρετούσε στη Θεσσαλονίκη κι έλειπε συχνά σε διατεταγμένη υπηρεσία, εκείνη είχε βρει παρηγοριά στην αγκαλιά ενός νεαρού φοιτητή.
Η σχέση αποκαλύφθηκε όταν ο ίδιος αντιλήφθηκε τι συνέβαινε, και λίγο αργότερα το ζευγάρι οδηγήθηκε στο διαζύγιο. Έτσι, όταν εκείνος βρέθηκε στην Αθήνα, οι δυο τους συναντήθηκαν κουβαλώντας ήδη στις πλάτες τους γάμους που είχαν αφήσει πληγές και απογοητεύσεις.
Η γνωριμία τους εξελίχθηκε γρήγορα σε έναν κρυφό δεσμό, για τον οποίο στη γειτονιά ψιθύριζαν αρκετά, χωρίς όμως κανείς να γνωρίζει με βεβαιότητα τις λεπτομέρειες.
Η Ναταλία, πάντως, δεν έδειχνε να φοβάται εύκολα τα σχόλια. Είχε μάθει πια να αποφασίζει μόνη της για τη ζωή της και να αντιμετωπίζει τις συνέπειες των επιλογών της.
Η Ελπινίκη την άκουγε με ολοένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
«Δηλαδή, φιλενάδα μου, η Ναταλία έχει ολόκληρο παρελθόν που δεν μου είχες αποκαλύψει!»
Η Εριφύλη γέλασε.
«Εσύ ήθελες κουτσομπολιό κι εγώ σου ανοίγω ολόκληρο αρχείο!»
«Αουτς!  Φαίνεται πως βγήκαν στην επιφάνεια «λαβράκια» και το κλίμα έχει ανάψει! 
Όταν υπάρχουν μυστικά που αποκαλύπτονται ξαφνικά, η κατάσταση μπορεί να γίνει από άκρως πικάντικη μέχρι... εκρηκτική.
Για πες, τι ακριβώς έχεις ανακαλύψει για το «αμαρτωλό» παρελθόν της Ναταλίας; Είμαι όλη αυτιά για το επόμενο επεισόδιο αυτού του δράματος! Και μου φαίνεται πως το επεισόδιο έχει πολλά ακόμη κεφάλαια…»
«Αυτό να το θεωρείς βέβαιο. Σου περιγράφω μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, ενα ψυχολογικό πορτρέτο, όπου η ένταση κρύβεται κάτω από την επιφάνεια. Υπάρχει στην ιστορία της Ναταλίας μια έντονη χημεία και ένας εσωτερικός κόσμος γεμάτος συμβάντα που δεν έχουν ειπωθεί ποτέ δυνατά.
Η Ναταλία, από την πρώτη κιόλας στιγμή που τη γνώρισε ο ξάδελφος, δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητη από μπροστά του. Στο μυαλό του είχε πλάσει συχνά στιγμές οικειότητας μαζί της, άλλοτε πιο τολμηρές κι άλλοτε πιο τρυφερές. Η έλξη που ένιωθε ήταν ολοφάνερη, ακόμη κι αν δεν την είχε εκφράσει ποτέ ανοιχτά.
Εκείνη την εποχή, ο Μιλτιάδης κληρονόμησε ένα μεγάλο κτήμα με ελιές στη Δυτική Ελλάδα. Έπρεπε να ταξιδέψει στο χωριό για ορισμένες κληρονομικές υποθέσεις και, καθώς δεν είχε επείγουσες εργολαβικές υποχρεώσεις, αποφάσισε να παραμείνει περίπου δέκα μέρες, ώστε να επιβλέψει και τη συντήρηση του κτήματος.
Πριν φύγει, τηλεφώνησε στον ξάδελφό του.
«Θα λείψω μερικές μέρες. Αν χρειαστεί κάτι η Ναταλία, ρίξε μια ματιά. Ξέρεις… καμιά βοήθεια στο σπίτι, καμιά ανάγκη που μπορεί να προκύψει.»
Ο ξάδελφος συμφώνησε πρόθυμα. Την επόμενη κιόλας μέρα, αργά το απόγευμα, χτύπησε το τηλέφωνό του. Ήταν η Ναταλία.
«Τι έγινε, ξαδερφούλη; Έφυγε ο Μιλτιάδης κι εσύ μέσα σε δύο μέρες με ξέχασες κιόλας;»
«Όχι, ξαδερφούλα μου. Απλώς μου έτυχε μια δύσκολη υπηρεσία. Είναι δυνατόν να λες πως σε ξέχασα; Εγώ σε σκέφτομαι μέρα νύχτα.»
«Α, έτσι; Γιατί εγώ αυτές τις δυο μέρες νιώθω μια μοναξιά…»
Η φωνή της είχε έναν τόνο παιχνιδιάρικο, σχεδόν προκλητικό.
«Και πώς είναι οι διαθέσεις σου; Έχεις τουλάχιστον φάει τίποτα της προκοπής;»
«Πίτσα παρήγγειλα.»
«Πίτσα; Ξεροφαγία, δηλαδή!»
«Εύκολη λύση. Και, αν το καλοσκεφτείς, μια χαρά διατροφή είναι.»
«Πλάκα μου κάνεις! Όχι και υγιεινή! Ξάδερφε, βάλε τον καφέ κι έρχομαι με ένα διπλό πιάτο σπανακόπιτα που έφτιαξα με τα χεράκια μου. Να λαδώσει λίγο το άντερο και να σου φτιάξει η διάθεση! Σε θέλω ευχαριστημένο!»
Ύστερα πρόσθεσε, με προσποιητή αγανάκτηση.
«Αυτή η καλή κυρία απο τη Μολδαβία που υποτίθεται πως σου καθαρίζει το σπίτι, δεν σου μαγειρεύει τουλάχιστον;»
«Έχει φύγει για την πατρίδα της. Στο τέλος του μήνα γυρίζει.»
«Α, κατάλαβα…»
Για μια στιγμή σώπασε. Η πληροφορία αυτή, όσο αθώα κι αν ακουγόταν, της προκάλεσε ένα μικρό τσίμπημα ζήλιας.
«Ούτε φαΐ ούτε γυναικεία συντροφιά, λοιπόν…» σκέφτηκε, αλλά δεν το είπε δυνατά.
Δεν της ήταν καθόλου ευχάριστη η ιδέα πως ο ξάδελφος της είχε τη δική του ερωτική ζωή και πως, όταν η κυρία από τη Μολδαβία επέστρεφε, πιθανότατα θα ξαναγινόταν μέρος της καθημερινότητας του. Η σκέψη αυτή την ενόχλησε περισσότερο απ’ όσο περίμενε. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή κατάλαβε κάτι που μέχρι τότε προτιμούσε να μην παραδέχεται ούτε στον ίδιο της τον εαυτό. Η ζήλια της δεν ήταν απλώς μια αθώα οικογενειακή περιέργεια. Ήταν ενδιαφέρον. Ήταν έλξη. Και, ίσως, ακόμη κάτι περισσότερο.
Έτσι, μέσα σε λίγα λεπτά, πήρε την απόφαση της. Θα πήγαινε να τον δει. Θα του έκανε παρέα, θα του πήγαινε τη σπανακόπιτα, θα έπιναν τον καφέ τους και, χωρίς να βιαστεί, θα άφηνε τα πράγματα να δείξουν μόνα τους προς τα που μπορούσαν να οδηγήσουν. Το χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της ήταν σχεδόν αδιόρατο. Η Ναταλία είχε μόλις αποφασίσει να περάσει από τα λόγια… στις πράξεις.
Χωρίς να χάσει χρόνο, έκανε ένα γρήγορο μπάνιο και διάλεξε με ιδιαίτερη φροντίδα τι θα φορούσε. Ένα κόκκινο, κομψό σετ εσωρούχων κι ένα κοντό φόρεμα ολοκλήρωσαν την εμφάνισή της. Κοιτάχτηκε για λίγο στον καθρέφτη και χαμογέλασε στο είδωλό της.
Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Η σκέψη του ξαδέλφου είχε αποκτήσει πλέον μια ένταση που δυσκολευόταν να αγνοήσει. Δεν πήγαινε απλώς να του αφήσει τη σπανακόπιτα και να πιουν έναν καφέ. Το ήξερε και η ίδια.
Όταν έφτασε, εκείνος την περίμενε στην είσοδο. Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους και βρέθηκαν πια μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα της γειτονιάς, η απόσταση ανάμεσα τους εξαφανίστηκε. Ο άντρας την πλησίασε ορμητικά, την τράβηξε κοντά του στην αγκαλιά του και τη φίλησε.
«Μωρό μου…» ψιθύρισε.
Την κοίταξε στα μάτια. «Ξαδερφούλα, πάει καιρός που με αναστατώνεις. Δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου.»
Η Ναταλία χαμογέλασε. Δεν χρειαζόταν να της εξηγήσει περισσότερα· είχε καταλάβει από καιρό τι κρυβόταν πίσω από τα βλέμματα του.
«Κι εγώ σε θέλω… εδώ και καιρό», του απάντησε χαμηλόφωνα.
Η αγκαλιά τους έγινε πιο σφιχτή κι για λίγες στιγμές κανείς τους δεν μίλησε. Η ένταση που είχε συσσωρευτεί όλο αυτόν τον καιρό έμοιαζε να βρίσκει επιτέλους διέξοδο.
«Θα σε κάνω να ξεχάσεις για λίγο όλα τα υπόλοιπα», της είπε εκείνος.
Η Ναταλία γέλασε και τον αγκάλιασε ξανά.
«Μόνο πρόσεχε», του ψιθύρισε. «Γιατί μπορεί να μην είμαι εγώ αυτή που θα θέλει να φύγει πρώτη.»
Η σκέψη ότι βρισκόταν στο ίδιο σπίτι όπου εκείνος είχε ζήσει με άλλες γυναίκες ερωτικές στιγμές της προκαλούσε ένα παράξενο μείγμα ζήλιας και ικανοποίησης. Είχε μάθει για την άλλη γυναίκα, για τη σχέση που είχε προηγηθεί, και τώρα βρισκόταν η ίδια εκεί. Κι όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει πίσω από το χιούμορ της, ένα πράγμα ήταν πλέον ξεκάθαρο: η Ναταλία δεν είχε έρθει μόνο για τη σπανακόπιτα.
Ήταν εκτός εαυτού και οι δύο τους και οι φωνές της ακούγονταν σίγουρα σε όλο σπίτι, αλλά δε τους ένοιαζε εκείνες τις στιγμές.  Είχανε χαθεί σε έναν άλλο κόσμο. Ζούσε τόσο έντονα το σεξ με τον ξάδερφο, που της φαινόταν απίστευτο!
Κάποια στιγμή ο φαλλός του αναζήτησε τη πίσω τρύπα της, 
«Αχ, δεν αντέχω, πονάω!»
«Θα το συνηθίσεις καύλα μου, θα κάνω αργές κινήσεις!» και συνέχισε να χαϊδεύει το μουνί της. Δεν ήθελε να βιαστεί, αν κι ένιωθε ότι η Ναταλία φλέγεται από τον πόθο της κι ότι τον θέλει. «Ο μαλάκας ο ξάδερφος δεν ... από πίσω;»
«Ναι αλλά όχι συχνά!»
«Δηλαδη όλα αυτά τα χρόνια δεν είχες κάποια σχέση, εκτός τον Μιλτιάδη που στο ζητούσε;»
Η Ναταλία έχωσε το κεφάλι της στο μαξιλάρι και ψιθύρισε ήρεμα, «Όχι.»
Η Ναταλία τον είχε απολαύσει από κάθε άποψη και τώρα ήξερε πως με τον ξάδερφο είχαν πολλά ακόμη να ζήσουν μαζί. Ήταν γεμάτη απ’ αυτόν, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Αφού έμειναν για λίγο ακόμη κοντά, μιλώντας χαμηλόφωνα και πειράζοντας ο ένας τον άλλον, αποφάσισαν πως για εκείνη την ημέρα έπρεπε να σταματήσουν. Η ώρα είχε περάσει κι η Ναταλία έπρεπε κάποια στιγμή να επιστρέψει στο σπίτι της.
Δεν χρειάστηκε να κάνουν σχέδια για το μέλλον. Κανείς τους δεν ήξερε πού θα οδηγούσε αυτή η ιστορία. Ήξεραν, όμως, πως η έλξη ανάμεσά τους δεν ήταν κάτι που μπορούσαν εύκολα να αγνοήσουν. Ο χρόνος θα έδειχνε αν μπορούσε να συνεχιστεί.
Και τελικά συνεχίστηκε. Για αρκετούς μήνες, οι συναντήσεις τους γίνονταν όλο και συχνότερες. Βρίσκονταν άλλοτε στο σπίτι του κι άλλοτε σε άλλα μέρη, όπου μπορούσαν να έχουν λίγη ιδιωτικότητα. Η σχέση τους απέκτησε τη δική της ένταση και τον δικό της ρυθμό, μέχρι που μια νέα μετάθεση έστειλε τον ξάδελφο στη Βόρεια Ελλάδα κι οι δρόμοι τους απομακρύνθηκαν.
«Και δεν είναι μόνο αυτό», συνέχισε η Εριφύλη. «Τον τελευταίο καιρό η Ναταλία παρακολουθεί προχωρημένα σεμινάρια για γραμματείς. Θέλει να αναλάβει καθήκοντα ιδιαιτέρας σε γραφείο υψηλόβαθμου στελέχους της εταιρείας της.»
Η Ελπινίκη ανασήκωσε τα φρύδια.
«Και υποθέτω πως υπάρχει και σχετικό… παρασκήνιο.»
«Ακριβώς! Στη δουλειά κυκλοφορεί ευρέως η φήμη ότι το συγκεκριμένο στέλεχος διατηρεί μια ιδιαίτερη σχέση μαζί της.»
«Α, μάλιστα! Η Ναταλία δεν κάθεται ποτέ με σταυρωμένα τα χέρια.»
Η Εριφύλη γέλασε.
«Και κάτι ακόμη που μας αφορά ως γυναίκες: η εξουσία που ασκεί ένα υψηλόβαθμο στέλεχος, αγάπη μου, μπορεί να είναι ένα από τα πιο ισχυρά στοιχεία έλξης. Και το κοφτερό μυαλό είναι επίσης εξαιρετικά γοητευτικό—καμιά φορά περισσότερο κι από μερικές… φέτες στην κοιλιά!»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε.
«Και είναι κακό αυτό, Εριφύλη μου;»
«Καθόλου, Ελπινίκη μου. Η Ναταλία το γνωρίζει πολύ καλά. Άλλωστε, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν μιλάει θεωρητικά. Έχει μάθει να αναγνωρίζει τη γοητεία της εξουσίας και της ευφυΐας από πρώτο χέρι.»
Η Ελπινίκη έμεινε για λίγο σιωπηλή και ύστερα χαμογέλασε πονηρά.
«Δηλαδή, η φίλη μας έχει ανοίξει ολόκληρο… επαγγελματικό κεφάλαιο στη ζωή της.»
«Και φοβάμαι πως το κεφάλαιο αυτό μόλις άρχισε», απάντησε η Εριφύλη.
Η Ελπινίκη γέλασε, αλλά το βλέμμα της Εριφύλης σοβάρεψε.
«Μμμ… ναι. Αλλά, Ελπινίκη μου, όποια κι αν είναι η Ναταλία, ένα πράγμα φαίνεται πως το έχει: τσαγανό. Και κάτι μου λέει πως κι αυτή γουστάρει τρελά τον Νικηφόρο μου.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που προμήνυε πως η συζήτηση μόλις έμπαινε σε πιο προσωπικό έδαφος.
«Λες να έχει κάνει παιχνίδι ο Νικηφόρος σου μαζί της;»
«Μπα… κομματάκι δύσκολο. Του έχω τόσο μαζεμένα τα λουριά όταν έρχεται, που δεν του μένει και πολύς χώρος για τέτοια.»
«Α, ώστε έτσι;»
«Και να σου πω και κάτι; Νομίζω πως ο μαζόχας μου απολαμβάνει το “πρέσινγκ” που του κάνω!»
Η Ελπινίκη ξέσπασε σε γέλια.
«Και δεν έχεις τύψεις;»
«Καθόλου! Άλλωστε, η αλήθεια είναι πως κι εγώ δεν τον αφήνω να έχει παράπονο.»
«Δηλαδή, ρε Εριφύλη, του κάνεις όλα τα γούστα;»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τα φρύδια της, δήθεν αγανακτισμένη.
«Τρελή είσαι, κοπέλα μου; Εμείς οι γυναίκες να κάνουμε στους άντρες μας όλα τα χατίρια; Τι θέλεις, να μας περάσουν και για… πουτάνες; Τι σου μάθαινε η μάνα σου, κορίτσι μου;»
«Και πού τα κάνουμε, Εριφύλη;»
Η Εριφύλη γέλασε δυνατά.
«Ξέρω ’γω; Αυτό που ξέρω είναι πως όλες οι «αχόρταγες» κάπου βρίσκουν έναν γκόμενο. Γιατί τον έχουν; Για να τους απλώνει τα ρούχα στα σχοινιά και να τους τινάζει τα σεντόνια; Πρέπει να ζητήσουμε συμβουλές από εκείνη την ξεχασμένη φιλενάδα σου, την Κλεοπάτρα!»

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Erifyli, my little complainer.

.. «Ερωτική Μυθοπλασία ..... Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.Η Εριφύλη σώπασε για λίγο. Το βλέμμα της είναι γεμάτο νοσταλγία και συναισθηματική φόρτιση σαν να ταξίδευε νοερά αρκετά χρόνια πίσω. Και τότε, σαν να άνοιξε ένα παλιό, ξεχασμένο σεντούκι στο μυαλό της, άρχισε να μιλάει. Η φωνή της, βρήκε τον ρυθμό της, ζωντανεύοντας αναμνήσεις που ο χρόνος δεν είχε καταφέρει να σβήσει...
«Ξέρεις, Άλκηστις, όλα κάπως ξεκινούν. Καμία ιστορία δεν εμφανίζεται ολοκληρωμένη από την πρώτη της σελίδα. Άλλοι ερωτεύονται με την πρώτη ματιά, άλλοι χρειάζονται χρόνο για εκείνη την περίφημη «κρυστάλλωση του έρωτα», όπως την ονομάζει ο Σταντάλ. Εγώ, πάντως, θυμάμαι πολύ καθαρά τη στιγμή που γνώρισα τον Νικηφόρο. Ήμουν ακόμη μαθήτρια στο λύκειο και τότε είχα άλλα όνειρα. Ήθελα να ζωγραφίζω, να σπουδάσω ζωγραφική, να φτιάξω έναν δικό μου κόσμο μέσα από τα χρώματα. Δεν μπορούσα να φανταστώ πού θα με οδηγούσε η ζωή.
Και ξαφνικά, κάποια στιγμή, εμφανίστηκε εκείνος.Ψηλός, όμορφος, με εκείνη την ιδιαίτερη παρουσία που τραβάει αμέσως το βλέμμα. Τον θυμάμαι να στέκεται απέναντι μου κι εγώ να μην ξέρω τι να πω. Τον κοιτούσα και ένιωθα πως είχα χάσει για λίγο την ικανότητα να αρθρώσω μια κανονική κουβέντα. Είχε εκείνα τα μελένια μάτια που δεν τα ξεχνάς εύκολα. Και ξέρεις κάτι; Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που μοιάζουν σαν να πάτησες μια σκανδάλη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η σφαίρα έχει φύγει. Δεν την παίρνεις πίσω. Έτσι το ένιωσα. Δεν μπορούσα τότε να ξέρω πού θα οδηγούσε αυτή η γνωριμία. Ήξερα μόνο πως ο άνθρωπος αυτός είχε αποκτήσει, σχεδόν ανεξήγητα, μια θέση μέσα στις σκέψεις μου.
Αργότερα, όταν γνωριστήκαμε καλύτερα και η ζωή μας έφερε ξανά και ξανά τον έναν κοντά στον άλλον, άρχισα να καταλαβαίνω τι ήταν αυτό που με τραβούσε πάνω του. Δύο πράγματα τον χαρακτήριζαν περισσότερο απ’ όλα, η πρωτοβουλία του και η επιμονή του.
Όταν πλέον η σχέση μας μπορούσε να πάρει τον δρόμο της, κατάλαβα πως δεν ήταν άνθρωπος που περίμενε παθητικά να του συμβούν τα πράγματα. Διεκδικούσε. Προσπαθούσε. Ρίσκαρε.
Κι εγώ, από την πλευρά μου, δεν του τα έδωσα όλα εύκολα. Ήμουν επιφυλακτική, τον άφηνα να αναρωτιέται, κρατούσα τις αποστάσεις μου. Μια γυναίκα από την οικογένεια, που τον γνώριζε καλά, μου είχε πει κάποτε γελώντας πως «ο Νικηφόρος είναι σαν τον Κριό, θέλει απέναντί του ένα οχυρό για να βάλει πείσμα να το κατακτήσει.»
Τότε μου φαινόταν απλώς μια χαριτωμένη κουβέντα. Αργότερα κατάλαβα πως κάτι ήξερε. Γιατί ο έρωτας δεν είναι μόνο η στιγμή που κοιτάζεις κάποιον και αισθάνεσαι την καρδιά σου να χτυπά διαφορετικά. Είναι κι όλα όσα ακολουθούν. Είναι η γνωριμία, η εμπιστοσύνη, η ανακάλυψη του χαρακτήρα του άλλου, η ασφάλεια που δημιουργείται σιγά-σιγά.
Και κάπως έτσι φτάσαμε εκεί όπου φτάσαμε. Στον έρωτα. Στη συντροφικότητα. Στην οικογένεια.
Στα δέκα χρόνια γάμου. Και, ναι, στην ευτυχία. Γιατί η ευτυχία, Άλκηστις, δεν είναι μία μεγάλη στιγμή. Είναι πολλές μικρές στιγμές που, όταν τις κοιτάξεις κάποτε από απόσταση, καταλαβαίνεις πως όλες μαζί έφτιαξαν τη ζωή σου. Κι όταν πια η σχέση μας ωρίμασε και γίναμε πραγματικοί σύντροφοι, ο Νικηφόρος συνέβαλε και σε κάτι ακόμη, με βοήθησε να γνωρίσω καλύτερα τον ενήλικο εαυτό μου. Να καταλάβω πως μπορώ να μιλάω χωρίς φόβο για όσα αισθάνομαι, για όσα επιθυμώ, για όσα με κάνουν να νιώθω κοντά στον άνθρωπό μου. Με έκανε να αισθανθώ πως δεν χρειάζεται να ντρέπομαι για τον εαυτό μου. Και ίσως αυτό να ήταν ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που μου έκανε. Να μπορώ, μέσα στη σχέση μου, να λέω τι θέλω χωρίς φόβο και χωρίς να αισθάνομαι πως πρέπει να απολογούμαι επειδή έχω επιθυμίες.
Αυτό, Άλκηστις, είναι κάτι που μαθαίνεται. Και χρειάζεται χρόνο. Όπως ακριβώς χρειάστηκε χρόνο και ο δικός μας έρωτας για να γίνει αυτό που τελικά έγινε.»
Η Άλκηστις την άκουγε χωρίς να την διακόψει .Για πρώτη φορά ίσως καταλάβαινε πως πίσω από όλες τις σημερινές ερωτικές περιπέτειες της Εριφύλης υπήρχε μια πολύ παλιότερη ιστορία. Μια ιστορία που δεν είχε αρχίσει με το πάθος, αλλά με ένα βλέμμα, μια γνωριμία και δύο ανθρώπους που, χρόνια αργότερα, είχαν επιλέξει να χτίσουν μαζί τη ζωή τους.
«Ήμουν ακόμη παρθένα, πρωτάρα, ολίγον άσχετη και πολύ αγχωμένη. Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν τόσο κοντά σε έναν άντρα και, φυσικά, υπήρχε αμηχανία. Εκείνος όμως ήξερε πώς να με κάνει να αισθανθώ άνετα. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα, αλλά ήταν δίπλα μου ο άνθρωπος που αγαπούσα· μπορούσα να του μιλήσω, να τον ρωτήσω, να του πω τι ένιωθα.
Ξαδερφούλα, αν εμπιστεύεσαι πραγματικά τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου, πολλά πράγματα γίνονται πιο απλά. Η πρώτη μου φορά, οφείλω να ομολογήσω, μου έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη. Όχι μόνο επειδή ήταν η πρώτη, αλλά επειδή ήταν δεμένη με την εμπιστοσύνη και το συναίσθημα που είχα τότε για εκείνον.»
Η Άλκηστις την κοίταξε με ενδιαφέρον. «Δηλαδή μου λες ότι ο Νικηφόρος ήταν ο πρώτος άντρας που ερωτεύτηκες και εκείνος που σε έφερε πρώτη φορά σε μια ολοκληρωμένη ερωτική σχέση;»
«Ναι. Πριν γνωρίσω τον Νικηφόρο ήμουν αρκετά άβγαλτη, σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις μου με τους άντρες. Είχα ελάχιστες και πολύ περιορισμένες εμπειρίες. Στην ουσία, μαζί του γνώρισα για πρώτη φορά πραγματικά την ερωτική πλευρά μιας σχέσης. Μέχρι τότε υπήρχαν μόνο κάποια αθώα φιλιά και λίγες δειλές εμπειρίες με ένα προηγούμενο αγόρι.
Ήμουν συνεσταλμένη και μάλλον συντηρητική. Ό,τι έκανα ήταν προσεκτικό, ελεγχόμενο, μέσα σε όρια που εγώ αισθανόμουν ασφαλή. Ο Νικηφόρος, αντίθετα, ήταν πολύ πιο απελευθερωμένος. Είχε μεγαλύτερη άνεση με το ερωτικό κομμάτι και προσπαθούσε σιγά-σιγά να με βοηθήσει να ξεπεράσω τις αναστολές μου. Δεν τα κατάφερε αμέσως, βέβαια. Χρειάστηκε χρόνος. Από τη στιγμή όμως που εμφανίστηκε στη ζωή μου, κάτι είχε αλλάξει. Ήταν άνθρωπος δοτικός, με τραβούσε, με μαγνήτιζε. Και το παράξενο είναι πως, ενώ ήμουν τόσο άπειρη, η παρουσία του δεν με φόβιζε.
Με διεκδικούσε με μια αυτοπεποίθηση που τότε μου φαινόταν σχεδόν θρασύτητα, και, αντί να με απομακρύνει, με έκανε να τον θέλω περισσότερο. Θυμάμαι ακόμη εκείνα τα μικρά παιχνίδια ανάμεσα μας. Περνούσε δήθεν τυχαία από δίπλα μου, έγερνε ελαφρά το κεφάλι, σαν να ήθελε να συγκρατήσει το άρωμα μου. Κι εγώ, αντί να κάνω πως δεν καταλάβαινα, του ανταπέδιδα ένα πονηρό χαμόγελο.
Με κοιτούσε περιμένοντας μια μικρή ένδειξη από μένα. Κι εγώ την έδινα.
Ήταν σαν ένα παιχνίδι που κανείς από τους δυο μας δεν ήθελε να τελειώσει. Και, κατά βάθος, το ξέραμε και οι δύο.Ήταν απλώς θέμα χρόνου.»
...Το μυαλό της γύρισε δέκα χρόνια πίσω, σ’ εκείνο το όμορφο βράδυ του Μαΐου. Τότε είχε γνωρίσει τον άντρα που έμελλε να γίνει ο σύζυγός της. Ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερος της, όμως από την πρώτη στιγμή της είχε κάνει εξαιρετική εντύπωση. Ήταν γοητευτικός, ψηλός, καλοφτιαγμένος, με εκείνη την ήρεμη αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που ξέρει ποιος είναι και τι θέλει.
Και ναι… μπορεί τον πρώτο καιρό να μην ανταποκρινόταν φανερά στο ενδιαφέρον του, όμως το καταλάβαινε από τον τρόπο που την κοιτούσε.Του άρεσε.Την ποθούσε.
Και μέσα της είχε αρχίσει να σχηματίζεται μια παράξενη, γλυκιά βεβαιότητα, ίσως αυτός να ήταν ο άνθρωπος που θα την έκανε να ανακαλύψει μια πλευρά του εαυτού της που μέχρι τότε δεν γνώριζε. Να 
την κάνει να νιώσει γυναίκα, αισθησιακή, επιθυμητή.
Εκείνος, πάντως, δεν άργησε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Όταν της ανακοίνωσε πως είχε αποφασίσει να μιλήσει στους γονείς της και να ζητήσει επίσημα τη σχέση τους, εκείνη όχι μόνο δεν αιφνιδιάστηκε, αλλά μέσα της ένιωσε μια χαρά που δύσκολα έκρυβε.
Η μητέρα της, μάλιστα, κυριολεκτικά ξετρελάθηκε μαζί του.
Την είχε μαγέψει ο έμπειρος, ψηλός, καλοφτιαγμένος και ευγενικός ναυτικός.
«Αν δεν την έδινα σ’ έναν τέτοιο ονειρεμένο άντρα, σε ποιον θα την έδινα;» έμοιαζε να σκέφτεται.
Κι εκείνη; Εκείνος τελικά δεν της κούρσεψε μόνο την καρδιά. Της κέρδισε τα όνειρα, τις προσδοκίες, ολόκληρη τη ζωή της. Της πήρε, θα έλεγε αργότερα, όλες τις ανάσες της, από την πρώτη μέχρι την τελευταία. Ναι.Τον είχε ερωτευτεί από το πρώτο κιόλας βράδυ.
Ήταν η μητέρα του που της είχε κάνει την πρόταση να πάει μαζί τους για λίγες ημέρες διακοπές σ’ ένα 
παραθαλάσσιο σπίτι, το οποίο τους είχαν παραχωρήσει κάποιοι συγγενείς στον Κορινθιακό.
Οι γονείς της δίστασαν στην αρχή. Ύστερα, μετά από λίγη συζήτηση, δέχτηκαν.
Το σπίτι ήταν χτισμένο σε ένα ύψωμα, με θέα προς τη θάλασσα, και στο επάνω επίπεδο υπήρχε μια μικρή, ανεξάρτητη γκαρσονιέρα, την οποία είχε καταλάβει ο Νικηφόρος.
Είχε περάσει η ώρα και στο σαλόνι είχαν απομείνει μόνο οι τρεις τους: εκείνη, ο Νικηφόρος και η μητέρα του.
Κάποια στιγμή εκείνος γύρισε προς το μέρος της.
«Πήγαινε εσύ απάνω, στο δωμάτιο μου, να αναπαυτείς με την ησυχία σου. Κι εγώ θα ανέβω σε 
λίγο.»
Ασυναίσθητα κοίταξε τη μητέρα του πριν απαντήσει.
Εκείνη χαμογέλασε. «Τι με κοιτάς εμένα; Δεν είσαι μωράκι να θέλεις την άδειά μου…»
Η απάντηση εκείνη της έλυσε και την τελευταία της αμφιβολία.
Ανέβηκε επάνω. Εκείνο το βράδυ είχε πανσέληνο. Τράβηξε τις κουρτίνες που κάλυπταν την μπαλκονόπορτα, την άνοιξε και βγήκε στην τεράστια βεράντα. Μια βελούδινη ζέστη την τύλιξε.
Στάθηκε για λίγο ακίνητη, ρεμβάζοντας τον νυχτερινό ουρανό. Στα πόδια της απλωνόταν η φωτισμένη πολιτεία της Κορίνθου, αμφιθεατρικά απλωμένη απέναντί της. Πέρα, η θάλασσα σκοτείνιαζε και χανόταν μέσα στη νύχτα, απέραντη και σχεδόν ακίνητη.Μυρωδιές και ήχοι έρχονταν από παντού.
Από κάποιο γειτονικό διαμέρισμα ακουγόταν μια κιθάρα. Κάπου μακρύτερα μια φωνή. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, ο αδιόρατος, μονότονος ψίθυρος της θάλασσας.
Ένιωθε παράξενα. Σαν να είχε απομακρυνθεί ξαφνικά όλος ο κόσμος. Σαν να υπήρχαν μόνο εκείνη κι εκείνος. Και μέσα της κάτι προμήνυε πως εκείνη η νύχτα δεν θα έμοιαζε με καμία άλλη.
«Πώς σου φαίνεται;» άκουσε πίσω της.
Γύρισε. Ο Νικηφόρος στεκόταν στην είσοδο της βεράντας και την κοιτούσε μ’ εκείνο το γνώριμο, παιχνιδιάρικο βλέμμα που την είχε αναστατώσει από την πρώτη τους γνωριμία.
Τον θυμόταν ακόμη έτσι. Το βλέμμα του. Το χαμόγελό του.Τον τρόπο που πλησίασε χωρίς βιασύνη, σαν να ήξερε ήδη πως εκείνη η στιγμή ανήκε και στους δυο τους.
Κι ύστερα, όταν την άγγιξε απαλά, ένιωσε ένα ρίγος να διατρέχει ολόκληρο το σώμα της.
Εκείνο το άγγιγμα είχε κάτι περισσότερο από τρυφερότητα. Είχε υπόσχεση.
Και η νύχτα, φωτισμένη από την πανσέληνο, έμοιαζε ξαφνικά να κλείνει γύρω τους σαν ένας αόρατος 
κύκλος. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε πάνω της με θαυμασμό και εκείνη, αντί να κρυφτεί, τον άφησε να δει την αναστάτωση της. Οι αποστάσεις ανάμεσα τους λιγόστεψαν. Οι κουβέντες έγιναν ψίθυροι.
Και κάποια στιγμή έπαψαν εντελώς. Εκείνη τη νύχτα ένιωσε πως άνοιγε μπροστά της ένας καινούργιος κόσμος. Ο έρωτας δεν ήταν πια μια ιδέα, ούτε κάτι που είχε ακούσει στις ιστορίες των άλλων.
Ήταν εκεί, ζωντανός, ανάμεσα τους. Η ανάσα του κοντά της, τα φιλιά του, η τρυφερότητα με την οποία την πλησίαζε, όλα είχαν μια ένταση που την έκανε να ξεχνά τον χρόνο.
Τον κοιτούσε στα μάτια και είχε την παράξενη αίσθηση πως εκείνος διάβαζε μέσα της όσα η ίδια δεν τολμούσε ακόμη να πει. Και τότε κατάλαβε πως δεν ήταν μόνο ο άντρας που είχε γνωρίσει εκείνο το πρώτο βράδυ. Ήταν ο άνθρωπος στον οποίο, χωρίς να το έχει καταλάβει, είχε ήδη αρχίσει να παραδίδει την καρδιά της.
Ο έρωτάς του της φάνηκε λυτρωτικός. Σαν να άνοιγε μια πόρτα που μέχρι τότε φοβόταν να αγγίξει.
Και η νύχτα εκείνη έμεινε μέσα της σαν ένα τελετουργικό έρωτα, τρυφερότητας και πάθους, μια πρώτη μεγάλη αποκάλυψη που, ακόμη και δέκα χρόνια αργότερα, μπορούσε να την κάνει να χαμογελά.
Πρόθυμη και ανυπόμονη, αφέθηκα στην αγκαλιά του. Ο Νικηφόρος ένιωσε την εμπιστοσύνη μου και αυτό τον συγκίνησε βαθιά. Προσπάθησε να με καθησυχάσει με λόγια τρυφερά, να μου διώξει τον φόβο και την αμηχανία.«Μωρό μου, η φύση ξέρει καλύτερα από όλους μας τι κάνει. Το σώμα της γυναίκας είναι φτιαγμένο για να υποδέχεται τον έρωτα. Μη φοβάσαι. Αν υπάρξει κάποια ενόχληση, θα είναι 
μικρή και θα περάσει. Εγώ είμαι εδώ.»
Τα λόγια του, ο τρόπος που με κοιτούσε, η τρυφερότητα με την οποία με πλησίαζε, όλα μαζί με έκαναν να νιώσω ασφαλής.Κι ύστερα οι συγκινήσεις που με κατέκλυσαν ήταν τόσο πολλές και τόσο συγκεχυμένες, ώστε ακόμη και σήμερα δυσκολεύομαι να τις βάλω σε τάξη. Η μία διαδεχόταν την άλλη, σαν εικόνες ενός ονείρου που δεν προλαβαίνεις να συγκρατήσεις.
Πόσο μπορούσε να κρατήσει εκείνη η νύχτα; Δεν ξέρω.Ξέρω μόνο πως, όσο περνούσε η ώρα, παραδινόμουν όλο και περισσότερο στη ζεστασιά της αγκαλιάς του και στην πρωτόγνωρη ένταση όσων ζούσα.Κάποια στιγμή ένιωσα πως ο χρόνος είχε πάψει να υπάρχει. Υπήρχαμε μόνο εμείς.
Εκείνος κι εγώ. Κι όταν αργότερα έμεινα κουρνιασμένη στην αγκαλιά του, εξαντλημένη αλλά ευτυχισμένη, είχα την αίσθηση πως κάτι μέσα μου είχε αλλάξει για πάντα.
«Καληνύχτα, μέλλουσα γυναίκα μου», μου ψιθύρισε.
Τον κοίταξα και χαμογέλασα. Και φιληθήκαμε ξανά, με εκείνο το φιλί που μοιάζει περισσότερο με υπόσχεση παρά με αποχαιρετισμό. Ξημερώνοντας, προσπάθησα να βάλω σε μια σειρά τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας.
Αδύνατον. Οι εικόνες ήταν πολλές, οι αισθήσεις ακόμη περισσότερες, και καθεμιά έφερνε μαζί της μια διαφορετική συγκίνηση. «Η μνήμη δεν είναι μια καλά τακτοποιημένη ντουλάπα», θυμήθηκα τα λόγια της μητέρας μου.
Και πράγματι. Μέσα στο μυαλό μου όλα ήταν ανακατεμένα, το φως του φεγγαριού, η θάλασσα, το βλέμμα του, τα φιλιά, η αγκαλιά του, η αίσθηση ότι εκείνη τη νύχτα είχα περάσει ένα αόρατο σύνορο και είχα βρεθεί σε έναν καινούργιο κόσμο.Κοίταξα για λίγο τον εαυτό μου και αναγνώρισα πάνω μου μικρά σημάδια της προηγούμενης νύχτας, σαν σιωπηλά ντοκουμέντα μιας εμπειρίας που δεν χρειαζόταν πλέον καμία εξήγηση.
«Η αγάπη είναι πόλεμος», σκέφτηκα, θυμούμενη τους ποιητές. Μόνο που ο δικός μου πόλεμος είχε τελειώσει με μια παράξενη ειρήνη.
«Καλημέρα, αγάπη μου.» Ήταν οι πρώτες λέξεις που άκουσα.
Άνοιξα τα βλέφαρα και το πρωινό φως με θάμπωσε. Τα έκλεισα πάλι για μια στιγμή, έτριψα τα μάτια μου και τα ξανάνοιξα, σαν να ήθελα να βεβαιωθώ πως ο κόσμος εξακολουθούσε να είναι εκεί, φωτεινός και έγχρωμος. Και τότε είδα εκείνον. Καθόταν ήσυχα στην άκρη του κρεβατιού και με κοιτούσε με 
μια λαχτάρα που δεν χρειαζόταν λόγια. Το χάδι του στο μάγουλό μου και το πρωινό του χαμόγελο ήταν ίσως το ομορφότερο ξύπνημα που είχα γνωρίσει ποτέ.
«Καλημέρα…» του απάντησα σχεδόν ψιθυριστά. Και χαμογέλασα κι εγώ.
Από εκείνο το βράδυ ένιωθα πως είχα γίνει η γυναίκα του Νικηφόρου μου. Οι επόμενες ημέρες κύλησαν όπως ακριβώς θα θέλαμε να κυλήσουν οι πρώτες ημέρες ενός καλοκαιριού που μόλις είχε αρχίσει να μας ανήκει. Θάλασσα, μπάνια, βόλτες, γέλια, παρέες, ξενύχτια και ατέλειωτες ώρες μαζί. Είχαμε ανακαλύψει ο ένας τον άλλον και, όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο περισσότερο απολαμβάναμε την εγγύτητα και την τρυφερότητα μας.
Ήταν μια καινούργια εμπειρία για μένα, αλλά δεν είχε τίποτα το τρομακτικό πια. Ήταν η αρχή της κοινής μας ζωής. Και αυτές οι πρώτες καλοκαιρινές ημέρες έμειναν μέσα μου αξέχαστες. Όχι μόνο για όσα ζήσαμε, αλλά κυρίως για εκείνη την αίσθηση πως, μέσα σε λίγες ημέρες, είχα περάσει από τη μία όχθη της ζωής στην άλλη. Φυσικά, οι γονείς μου κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Δεν χρειάζονταν εξηγήσεις. Ήταν από εκείνες τις σιωπηλές οικογενειακές αλήθειες που όλοι γνωρίζουν και κανείς δεν αισθάνεται την ανάγκη να τις προφέρει. Και δεν μου είπαν ούτε μία λέξη.
Ίσως επειδή κατάλαβαν πως δεν είχα απλώς μεγαλώσει. Είχα ερωτευτεί.
 
Web Informer Button