Ads 468x68px

Slider

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Σε πρώτο πρόσωπο: Ένας αποχαιρετισμός και μια εξήγηση

8 Ιουνιου 2018
Από τον Γ. Λακόπουλο
«Ο άξιος δημοσιογράφος δεν είναι ιδιαιτέρως συμπαθής στους ισχυρούς. Τον υπολογίζουν, τον φοβούνται κιόλας, αλλά κανένας σχεδόν δεν τον εμπιστεύεται ως φίλο και οικείο».
Γιάννης Μαρίνος,
διευθυντής του Οικονομικού Ταχυδρόμου
«Μερικοί κύριοι νομίζουν ότι είμαστε  συνάδελφοι…»
Μάνος Χατζιδάκις
Όσα χρόνια δουλεύω σε εφημερίδες και άλλα ΜΜΕ δεν χρησιμοποίησα ποτέ  πρώτο ενικό πρόσωπο.  Το κάνω τώρα για πρώτη φορά – γιατί  είναι και η τελευταία: σταματάω να γράφω. Θα συνδράμω με άλλους τρόπους το  Ανοιχτό Παράθυρο– που ήδη καταξιώθηκε και έχει το κοινό του.
Ίσως τα κείμενά μου θα λείψουν σε κάποιους. Προφανώς οι περισσότεροι απλώς θα αδιαφορήσουν. Σε κάθε περίπτωση δεν θα χάσει η Βενετιά βελόνι. Αναγγέλλω  όμως ότι θα σταματήσω να αρθρογραφώ ως υποχρέωση απέναντι σε όσους μου έκαναν την τιμή να διαβάζουν όσα έγραφα για δεκαετίες.
Τα τελευταία χρόνια δεν γράφω για βιοπορισμό. Συμπλήρωσα τα συντάξιμα χρόνια και μπορώ να ζήσω με την -κουτσουρεμένη- σύνταξή μου.
Δεν έχω δυσκολία να κάνω εχθρούς, αν πρόκειται να πω αυτό που νομίζω σωστό -και ήδη έχω πολλούς, με αντάλλαγμα πολύ λίγους φίλους. Κατεβάζω όμως το μολύβι γιατί στο σημερινό πλαίσιο άσκησης της δημοσιογραφίας και της πολιτικής  -κατά προέκταση- δεν υπάρχει κάτι να υπερασπιστώ.
Πιστεύω πάντα ότι τα τελευταία χρόνια στο δημόσιο βίο δυο πρόσωπα έχουν ενδιαφέρον: ο σημερινός Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και ο πρώην Πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής. Καθένας με το ιδεολογικό και πολιτικό φορτίο του, αλλά με έναν κοινό παρονομαστή: αντιστάθηκαν στο δόγμα  «ή μεθ’ ημών, ή καθ’ ημών «με το οποίο η κρατικοδίαιτη κάστα του κατεστημένου υπέταξε την πολιτική τάξη- με  εργαλείο τα ΜΜΕ και το χρήμα. Γι’ αυτό  έχουν τους ίδιους αντιπάλους.
Ωστόσο και οι δυο -στο χώρο του ο καθένας- μένουν αδρανείς απέναντι σε φαινόμενα που  τραυματίζουν την πολιτική και το πολίτευμα. Ταυτόχρονα  αποτελούν εγκαιροφλεγείς βόμβες για τους  ίδιους -αν δεν αποφασίσουν να τα αντιμετωπίσουν αποφασιστικά- έστω με καθυστέρηση.
Οι γόρδιοι δεσμοί
 Αρχίζοντας από την κυβερνητική παράταξη, τις  τελευταίες ημέρες διαμορφώνεται μια κατάσταση ασύμβατη με την κοινοβουλευτική τάξη: υπουργός  διαφωνεί με τον Πρωθυπουργό και παραμένει στη θέση του. Ο Πάνος  Καμμένος κατέθεσε τη διαφωνία του και στη Βουλή για το Μακεδονικό -προσθέτοντας ότι καθιστά τον Πρωθυπουργό υπό προθεσμία: υποσχέθηκε -παραληρηματικά- να…ρίξει την  κυβέρνηση,  όταν φέρει τη συμφωνία για επικύρωση.
Ωστόσο είναι ακόμη υπουργός και εκδηλώνει τη διαφωνία του, όχι ως επικεφαλής κόμματος όπως δικαιούται, αλλά από τα  υπουργικά έδρανα.  Αλλά η πρωθυπουργία δεν είναι συλλογικός θεσμός.  Κυβέρνηση με δυο πολιτικές δεν νοείται.
Ο μικρότερος κυβερνητικός εταίρος διαμορφώνει έναν γόρδιο δεσμό με τον μεγαλύτερο.  Ότι ο Τσίπρας δεν έκοψε αυτόν το δεσμό, ζητώντας ως τώρα  την παραίτησή του -αφήνοντας στη Βουλή το προνόμιο να επαναβεβαιώσει την πλειοψηφία του -έστω με νέα  σύνθεση-  παραμορφώνει  το θεσμικό ιμπέριουμ του Πρωθυπουργού. Απογοήτευση!
Από τη συντηρητική παράταξη ο Κ.  Καραμανλής συνέλαβε τις αιτίες της κακοδαιμονίας  της χώρας, συγκρούσθηκε  για να υπερασπιστεί την αυτονομία της πολιτικής απέναντι τους, ηττήθηκε, έμεινε όρθιος και χειρίσθηκε αξιοπρεπώς και με ευθύνη -ενίοτε και με μεγαθυμία -όσα ακολούθησαν.
Αλλά στο Μακεδονικό τον εγκλωβίζει το ίδιο το κόμμα του. Δημόσια ο αντιπρόεδρος Άδωνις Γεωργιάδης –ευτελίζει την ακέραιη στάση του το 2008, στο  Βουκουρέστι, προβάλλοντας χυδαία ότι έκανε απλώς μια μπλόφα. Ταυτόχρονα ενώ ο ίδιος αποφεύγει κάθε ανάμειξη στα εσωκομματικά, η σημερινή ηγεσία της ΝΔ δεν του αναγνωρίζει το δικαίωμα της απόστασης.
Έτσι -ο θεωρούμενος από όλους φυσικός επικεφαλής της συντηρητικής παράταξης- «υποχρεώθηκε» να βάλει την υπογραφή του σε μια πρόταση μομφής, εναντίον μιας κυβέρνησης που έφερε στο Μακεδονικό συμφωνία διεθνούς  αποδοχής, στην ούγια της οποίας υπάρχει η υπογραφή του και εκβιάσθηκε δημόσια από στοιχεία του κόμματός του, να στραφεί κατά της συμφωνίας.
Ήταν ο δικός του γόρδιος δεσμός και δεν τον έκοψε.  Έστω και αν κρατάει τον τελευταίο λόγο για την ώρα που θα έλθει στη Βουλή η συμφωνία. Ότι κατέφυγε -αμυνόμενος- σε μια σολομώντεια  απρόσωπη δήλωση προτάσσοντας την υπουργό Εξωτερικών του ήταν  ανοχή στους  «μουσαφιραίους» που εκτρέπουν τη ΝΔ από τις  ιδρυτικές ράγες της. Πίκρα.
Η πολιτική των συγκερασμών
Προφανώς και ο Τσίπρας και ο Καραμανλής θεώρησαν αυτά τα φαινόμενα επουσιώδη. Μπροστά στη συμφωνία ο ένας -έστω και χωρίς κυβερνητική συνοχή. Και μπροστά στη συνοχή της ΝΔ ο άλλος- έστω και εναντίον της λύσης. Αυτό όμως αντιστρατεύεται τον παιδαγωγικό χαρακτήρα της πολιτικής, αλλά και την κοινή λογική. Από τον Καμμένο εξαρτάται η κυβερνητική πορεία της Αριστεράς εφεξής; Ο Άδωνις θα ορίσει την ενότητα της ΝΔ; Θα κινδυνευε η συμφωνία στο Μακεδονικό  απο τη συμπληρωματική δράση ΑΝΕΛ -ακραίων της ΝΔ; Το αντίθετο.

Ας  μην κρυβόμαστε: ο σημερινός Πρωθυπουργός καταπίνει την ασυδοσία ενός υπουργού και ο πρώην ανέχεται την ιδεολογική  αλλοίωση του κόμματός του από τη συμμαχία του Νεομητσοτακισμού με τους ακραίους.

Θα ήταν λάθος  αυτή τη στιγμή να αποσύρει ο Τσίπρας τον Καμμένο από την κυβέρνησή του ή να εναντιωθεί ο Καραμανλής στο ρεσάλτο των ακραίων που οδηγούν σε εθνικιστικό και αντιευρωπαϊκό κατήφορο τη συντηρητική παράταξη; Μάλλον δεν ξέρουν τη δύναμή τους- ως κυρίαρχοι: ο ένας στην Κεντροαριστερά και ο άλλος στην Κεντροδεξιά.
Απο εκεί και πέρα ο καθένας  δίνει την απάντηση που βρίσκεται πιο κοντά στην κοσμοθεωρία του. Κατά τη δική μου γνώμη είναι αναγκαίο. Η άσκηση της πρωθυπουργικής  εξουσίας δεν είναι διαπραγματεύσιμη και η συνοχή των κομμάτων της αντιπολίτευσης δεν είναι  αυτοσκοπός. Ας δούμε την ιστορία του Ελευθέριου Βενιζέλου, του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Ανδρέα Παπανδρέου.
Όταν πολιτικοί με προσωπική ακτινοβολία συμβιβάζονται, χάνει το ενδιαφέρον της η πολιτική, ως μηχανισμός που κινεί την κοινωνία μέσα από ιδεολογικές αναμετρήσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Εδραιώνονται παθογένειες που επιτρέπουν σε κάποιον σαν τον  Άδωνι να είναι αντιπρόεδρος κόμματος εξουσίας και σε κάποιον σαν τον Καμμένο να κάνει τον «εγγυητή»  της εθνικής πορείας. Σε κάποιον σαν τον Στουρνάρα να είναι διοικητής της κεντρικής τράπεζας. Σε κάποια σαν τη Γεννηματά να είναι «ιδρύτρια» κόμματος. Αυτό είναι η έκπτωση και το τέλος  πολιτικής.
Διαμορφώνει συνθήκες που επιτρέπουν σε δυνάμεις εκτός πολιτικής να δρομολογούν -με τη μιντιακή και οικονομική ισχύ τους-  για την κυβέρνηση κάποιον που καμαρώνει για τα πτυχία του, έχοντας δίπλα του  αγοραίους εκπρόσωπους της πολιτικής υποκουλτούρας και της  Ακροδεξιάς.
Έτσι η  πολιτική παύει να εμπνέει -εμένα τουλάχιστον. Οπότε παίρνω τις αυταπάτες μου και αποχωρώ. Έτσι κι αλλιώς περισσεύω, σε  ένα σύστημα στο οποίο η δημοσιογραφία υποτάσσεται στον «αγροίκο  πλούτο» που έλεγε ο αείμνηστος Διαμαντής Πεπελάσης.
 ΜΜΕ χωρίς ενημέρωση
Πάντα υπήρχαν κακοί δημοσιογράφοι, διασταυρούμενες σκοπιμότητες και συμφέροντα στα ΜΜΕ. Αλλά η δημοσιογραφία έπαιζε  το ρόλο της. Δεν ήταν όλοι άγγελοι. Αλλά οι διάβολοι ήταν δακτυλοδεικτούμενοι. Τώρα κομπάζουν  προκλητικά- από παντού, μεταμορφωμένοι ή όχι.
Η δημοσιογραφία έγινε κακόφημο επάγγελμα -όσο και η πολιτική. Η κρίση αντιπροσώπευσης είναι η κοινή ασθένεια  που απωθεί την κοινωνία από τα κόμματα και τα ΜΜΕ.
Υπάρχουν αξιόλογοι  δημοσιογράφοι με ικανότητες στο ρεπορτάζ -ιδίως νέα παιδιά με θέληση, καλές σπουδές και ευρύ πεδίο γνώσεων. Αλλά δεν υπάρχει δημοσιογραφία.  Γιατί δεν έχουν πού να γράψουν. Δεν υπάρχουν μέσα ενημέρωσης για να απορροφήσουν το προϊόν της δουλειάς τους. Οι λίγες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Σε πόσα ΜΜΕ σήμερα οι δημοσιογράφοι αξιολογούνται με βάση την ακεραιότητα τους, ή την ικανότητα να αναζητούν και να υπερασπίζονται την αλήθεια; Η αποκαλυπτική  δημοσιογραφία -αν μπορεί να είναι τίποτε άλλο πέρα από αποκαλυπτική η δημοσιογραφία- είναι είδος σε ανεπάρκεια. Οι λίγοι  εκπρόσωποί της συκοφαντούνται από τα πιο ανυπόληπτα πρόσωπα.
Από τις παλιές μεγάλες εφημερίδες -που απεικόνιζαν τις δυο παρατάξεις δημοσιογραφικά- η μια  είναι παγιδευμένη στις επιλογές του συγκροτήματός της και οι άλλες δυο αλλάξαν στρατόπεδο. Εκεί  που κρεμούσαν οι καπεταναίοι τ’ άρματα, κρεμούν τα νταούλια οι λιβελογράφοι και οι γελωτοποιοί του βασιλέως.
Ποτέ άλλοτε οι  επιχειρήσεις ΜΜΕ -αλλά και συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι – δεν ήταν τόσο προκλητικά  όργανα συμφερόντων, προπαγάνδας, υπεράσπισης ακόμη  και της ανομίας. Απελπίζεται όποιος συνειδητοποιεί  σε ποιους πέρασαν τα ΜΜΕ μετά τον Λαμπράκη, τη Βλάχου, ή τον Τεγόπουλο και ποιοι γίνονται σήμερα επιτελικά στελέχη.
Υπάρχει πολύ λίγος χώρος στα  μίντια  για πραγματική ενημέρωση και έντιμη κριτική.    Η προπαγάνδα δεν είναι ενημέρωση η χυδαιολογία  δεν είναι  αρθρογραφία, η, η  κομματική στράτευση δεν είναι δημοσιογραφία , ο πλουτισμός δεν είναι  αποστολή. Δημοσιογραφία δεν νοείται με pay rolls και  φύτεμα ημέτερων δημοσιογράφων στα ΜΜΕ, ως αποδέκτες των non papers.
Η δημοσιογραφία του αφεντικού
Το Διαδίκτυο δεν έφερε την άνοιξη. Υπάρχουν αξιοπρεπή ατομικά ή ομαδικά ιστολόγια  και  κάποια αξιόλογα επαγγελματικά sites. Αλλά υπάρχουν και ιντερνετικοί οχετοί που πνίγουν κάθε έννοια ενημέρωσης. Ηλεκτρονικά μέσα στρατολογημένα -και χρηματοδοτούμενα- από κάθε είδους συμφέροντα.  Με  ύποπτες επιδιώξεις και με πανάθλια εκφορά λόγου.
Εκτός από την κυριαρχία οικονομικών παραγόντων στα ΜΜΕ, η δημοσιογραφία πλήττεται από δημοσιογράφους που – χωρίς  αίσθηση αποστολής και   επαγγελματική  ευσυνειδησία- υπηρετούν τις επιδιώξεις των «αφεντικών».
Κάνουν  μπαμ από μακριά όσοι έγιναν κυνηγοί ατομικής ευημερίας με θεμιτά και αθέμιτα μέσα: αμείβονται μέσω εταιριών, έχουν εισοδήματα πολλαπλάσια του μισθού τους, λειτουργούν ως  φερέφωνα και διαμεσολαβητές πολιτικών και οικονομικών παραγόντων- μερικοί λειτουργούν ευθέως και ως πλασιέ προϊόντων- και επιδεικνύουν προκλητικά τα σύμβολα του πλούτου τους.
Αυτή η κατάσταση δεν συσκοτίζει απλώς την ενημέρωση. Καθιστά την ελευθεροτυπία  χωρίς αντίκρισμα.  Εξυπηρετεί την εξουσία  γιατί την απαλλάσσει από την κριτική, από το  φόβο της αποκάλυψης και τον έλεγχο. Κρύβει όσα συμβαίνουν πίσω από τις κουρτίνες σε βάρος της κοινωνίας. Χωρίς μαχόμενη δημοσιογραφία δεν υπάρχει προστασία της δημοκρατικής τάξης.
Στο παρελθόν οι κομματικοί μηχανισμοί και η πολιτική εξουσία περιόριζαν τη φωνή των δημοσιογράφων  με διώξεις. Τώρα απλώς τους εξαγοράζουν -όπως τους πολιτικούς. Υπάρχουν στρατοί στην υπηρεσία  πολιικών παραγόντων, κομματικών μηχανισμών και επιχειρηματικών συμφερόντων- ταυτόχρονα ενίοτε. Καθημερινά δρουν στα ΜΜΕ  δίκτυα παραπληροφόρησης  που ξεπερνούν κάθε όριο ηθικής και  ευπρέπειας. Πρόσωπα που εμφανίζονται ως δημοσιογράφοι  -ενίοτε με αγγελικό πρόσωπο-  κατασκευάζουν αδίστακτα «ενημέρωση» με το αζημίωτο.
Σ’ αυτό το πεδίο η δημοσιογραφία που στήριζε -δια της ανάδειξης της αλήθειας- τις ιδέες, την ευημερία της κοινωνίας και την ενίσχυση της χώρας, ηττάται  διαρκώς.
Η Αριστερά -ως φορέας κοινωνικής απελευθέρωσης και Δημοκρατίας  και ως  δύναμη κάθαρσης της πολιτικής και απελευθέρωσης της αλήθειας -δεν έχει δυνάμεις να ανταποκριθεί στο ρόλο της. Δέχεται ανορθόδοξο πόλεμο από τη διαπλοκή που συσπειρώνει τα πιο τυχοδιωκτικά στοιχεία της χώρας εναντίον της και γίνεται χλεύη των ηττημένων, των μιζαδόρων, των άξεστων και των εκφυλισμένων.
Οι νεότεροι ως ελπίδα
Σ’ αυτές τις συνθήκες  η ελληνική δημοσιογραφία δυσκολεύεται να βρει το ρόλο της, έτσι όπως ασκείται στο δυτικό κόσμο: υπέρ της κοινωνίας δια της ενημέρωσης. Αδέσμευτη και έντιμη με καθαρό προσανατολισμό και επαγγελματική ακεραιότητα και των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων τους. Γι’ αυτό χάνει διαρκώς την εμπιστοσύνη του κοινού.
Για να την ανακτήσει πρέπει να κατέχουν τα ΜΜΕ κανονικοί εκδότες- επιχειρηματίες και να μην είναι παραρτήματα άλλων δραστηριοτήτων, που όζουν ενίοτε. Και σ’ αυτό το πλαίσιο να γίνουν οι  δημοσιογράφοι κύριοι διαχειριστές της είδησης- με τους λιγότερους δυνατούς περιορισμούς και χωρίς έξωθεν δεσμεύσεις.
Πρωτίστως οι πολίτες στηρίζουν εφημερίδες και άλλα  ΜΜΕ στα οποία η επαγγελματική δημοσιογραφία  είναι σεβαστή, αποκαλυπτική και μαχόμενη. Δεν ασκείται για  λογαριασμό κομμάτων, πολιτικών και  επιχειρηματιών, αλλά υπέρ του κοινωνικού συνόλου- στο διακριτό επιχειρηματικό, ιδεολογικό και ολιτικό πλαίσιο που επιλέγει κάθε ΜΜΕ. Προφανώς είμαστε μακριά από αυτό το σημείο.
Ανέκαθεν οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ έπαιζαν παιχνίδια -πολιτικά κυρίως παλαιότερα. Αλλά υπήρχε δημοσιογραφία και οι δημοσιογράφοι ήταν οι κυνηγοί της είδησης, όχι ιμάντες διαμεσολάβησης, ή «βαποράκια» -που λέει ο πολύπειρος φίλος μου Βασίλης Σκουρής. Το πλεονέκτημα τους ήταν ότι τους εμπιστεύονταν οι πολίτες, επειδή το έκαναν με επάρκεια, συνέπεια και ειλικρίνεια-με τις αποχρώσεις και τις αποκλίσεις τους.
Οι νέοι δημοσιογράφοι δεν είχαν άλλο τρόπο να αναδειχθούν, από το να γίνουν καλοί στη δουλειά  -και να την κάνουν υπέρ της  εφημερίδας που δούλευαν, όχι υπέρ  του εαυτού τους, ή υπέρ τρίτων. Μάθαιναν να ζουν μόνο με τον μισθό τους και είχαν στόχο να αναδειχθούν, όχι να πλουτίσουν από τη δημοσιογραφία.
Αυτοί οι δημοσιογράφοι λογοδοτούσαν μόνο στη συνείδηση τους και στους  διευθυντές τους. Και αυτοί οι διευθυντές ήταν πρωτίστως δάσκαλοι της δημοσιογραφίας. Σ’ αυτούς αφιερώνω το τελευταίο μου κείμενο….

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

ο Τσίπρας έγραψε ιστορία, ο Μητσοτάκης κατεβαίνει από το τρένο

12 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018
Του Γ. Λακόπουλου

Δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ αυτή την ημερομηνία: 12 Ιουνίου 2018. Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξης Τσίπρας έκλεισε μια εκκρεμότητα δεκαετιών και αποκατέστησε το γόητρο της χώρας ύστερα από την εθνική ήττα του 1992.

Η Αθήνα και τα Σκόπια κατέληξαν σε ιστορική συμφωνία που ανοίγει νέους δρόμους  στις σχέσεις τους, στην περιοχή των Βαλκάνιων και στην Ευρώπη. Είναι μια έντιμη συμφωνία που προετοίμασαν επίπονα οι υπουργοί Εξωτερικών των δυο χωρών και επισφράγισαν οι πρωθυπουργοί τους με περίσσευμα τόλμης και διορατικότητας.

Η Ελλάδα έφτασε σε μια διπλωματική επιτυχία και εφεξής οι δυο χώρες θα προχωρήσουν συνεργαζόμενες στους δρόμους των διεθνών οργανισμών και της σταθερότητας. Είναι μια  εξέλιξη που χαιρέτισε η διεθνής κοινότητα και πιστώνεται ο Αλέξης Τσίπρας.

Είχε την οξυδέρκεια να διακρίνει την ευκαιρία και την πολιτική γενναιότητα να πάρει τη σκυτάλη -της αποσυγκόλλησης από τον στείρο εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία -από το σημείο που την άφησε ο Κώστας Καραμανλής πριν από είκοσι χρόνια. Όταν  διαμόρφωσε τη νέα εθνική γραμμή με τη σύμφωνη γνώμη της τότε αντιπολίτευσης του ΠΑΣΟΚ με τον Γ. Παπανδρέου.

Μετά το 1992 και το φιάσκο Σαμαρά, η Ελλάδα ξόδεψε άσκοπα διπλωματικό κεφάλαιο και οδηγήθηκε στην διόλου κολακευτική κατάσταση να αποκαλούν τη γειτονική χώρα όλοι στη διεθνή κοινότητα ως «Μακεδονία». Η λύση Τσίπρα- Ζάεφ, βασισμένη στα θεμέλια που έβαλε η κυβέρνηση Καραμανλή, αποκαθιστά τα πράγματα με βάση την κοινή λογική, το διεθνές δίκαιο, τα συμφέροντα των δυο πλευρών και την αξιοπρέπεια των λαών τους.

Το γειτονικό κράτος αποκτά το όνομα που δικαιούνται να έχει ως εκτεινόμενο στον γεωγραφικό χώρο της Βόρειας Μακεδονίας. Η ονομασία αυτή είναι η μοναδική και ισχύει παντού και σε όλα. Οι παλιές αλυτρωτικές θεωρίες εξαλείφονται από τα νομικά κείμενα και τις πολιτικές διακηρύξεις στο εσωτερικό της. Οι πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας, πλέον, απαλλάσσονται από τους δικούς τους βρικόλακες που τους καταδίκασαν στο περιθώριο.

Έτσι η Ελλάδα ως ηγέτιδα δύναμη των Βαλκανίων, αποκτά έναν γείτονα που σέβεται την ιστορία της και την ιστορίας της περιοχής και τείνει χέρι φιλίας και συνεργασίας. Καλύτερα δεν θα μπορούσε να γίνει.

Κατά τα λοιπά θα κρίνει η Ιστορία ποιο παιχνίδι παίχθηκε το 1991-92 και αν ήταν μόνο ο τυφλός εθνικισμός και η διάθεση για πολιτικές σταδιοδρομίες που οδήγησαν στο αδιέξοδο, ή αν το αδιέξοδο δημιουργήθηκε ως πρόσχημα να ανατραπεί μια εκλεγμένη κυβέρνηση από τα διαπλεκόμενα συμφέροντα της εποχής, όπως κατήγγειλε ο ανατραπείς πρωθυπουργός.

Στις σημερινές συνθήκες η λύση είναι λυτρωτική για τη χώρα, για την Ευρώπη και για τον ελληνισμό γενικότερα. Το μόνο στίγμα είναι ότι η αξιωματική αντιπολίτευση δεν μπόρεσε να σταθεί στο ύψος των ευθυνών της και συνέχισε να ταυτίζεται με την ακροδεξιά στη γραμμή της μη λύσης.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπό τον εκβιασμό της διάσπασης της ΝΔ -από τον βασικό υπεύθυνο του προβλήματος Αντώνη Σαμαρά και τον τοποτηρητή του Άδωνι Γεωργιάδη- σύρθηκε πίσω από τον εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία. Τάχθηκε υπέρ τη μη λύσης- παρά τις συμβουλές που δέχθηκε από ομογάλακτους πολιτικούς της Ευρώπης.

Πρόκειται για ολέθριο πολιτικό σφάλμα ενός πολιτικού που έχασε την ευκαιρία να πάρει και ο ίδιος το μερίδιο της επιτυχίας που ανήκει στο κόμμα του, από το οποίο -υπό την ηγεσία του Κ. Καραμανλή και με υπουργό Εξωτερικών τη Ντόρα Μπακογιάννη- ξεκίνησε η λύση που ολοκληρώθηκε από τη σημερινή κυβέρνηση. Στην οποία προφανώς δεν έχει θέση πλέον ο Πάνος Καμμένος από τη στιγμή που ως υπουργός διαφοροποιήθηκε από τον πρωθυπουργό.

Είναι μια εξέλιξη που οδηγεί σε πολιτικές ανακατατάξεις, εδραιώνει την ευρύτερη Κεντροαριστερά ως Κυβερνώσα δύναμη υπό τον Τσίπρα και του ανοίγει οριστικά τη πόρτα του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Σε ό,τι αφορά τον Κυριάκο Μητσοτάκη η θέση που επέλεξε τον οδηγεί σε νέα διλήμματα και νέα αδιέξοδα. Τώρα πρέπει να διαχειριστεί τη συμπεριφορά των βουλευτών του στη Βουλή, όταν έλθει για κύρωση η συμφωνία. Η ιδέα της καταψήφισης ή ακόμη χειρότερα της αποχής, δεν είναι η καλύτερη. Πολιτικοί με κύρος σαν τον Καραμανλή, τη Ντόρα, τον Μεϊμαράκη και άλλους δεν είναι δυνατόν να καταψηφίσουν τη συμφωνία που έχει στην ούγια την  υπογραφή τους.

Εν συνέχεια ο επικεφαλής της ΝΔ πρέπει να πάρει θέση επί της ισχύουσας συμφωνίας που θα είναι γι’ αυτόν μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Αν αρνηθεί να τη δεχθεί, θα τον βάλει στην κατάψυξη η διεθνής κοινότητα και θα τον αποδοκιμάσουν όλοι οι σοβαροί παράγοντες της Δεξιάς. Αν την αποδεχθεί θα βρει μπροστά του τους ακραίους των συλλαλητηρίων, σε ταύτιση με τους οποίους τον οδήγησε ο Σαμαράς με εμπροσθοφυλακή των Άδωνι Γεωργιάδη.

Εκτός αν με τη συνδρομή του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας και παραγόντων του κόμματος του, όπως η αδελφή του- δει έστω την τελευταία στιγμή το σωστό δρόμο και διασωθεί.  Η δήλωσή του πάντως ως πρώτη αντίδραση στη συμφωνία αφήνει περιθώρια να το ξανασκεφτεί όταν έλθει η ώρα της επικύρωσης. Είναι μια ρητορική που επιτρέπει αναδίπλωση.

Η ΝΔ υπήρξε πριν από τον γιο του Κώστα Μητσοτάκη και θα υπάρχει και μετά από αυτόν και η επιλογή να κατέβει από το τρένο και να ακυρώσει τις φιλοδοξίες του είναι δική του.  Όπως υπάρχει η Ελλάδα και η ιστορία της, ανεξάρτητα από τα καπρίτσια  και τις προσωπικές επιδιώξεις οποιουδήποτε πολιτικού.

Ως εκλεγμένος Πρωθυπουργός ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να καβαλήσει το ιστορικό κύμα, να αρπάξει τη ευκαιρία και να κλείσει οριστικά ένα κεφάλαιο που καταπόνησε την ελληνική διπλωματία και δυσχέρανε τις διεθνείς σχέσεις της χώρας, δηλητηριάζοντας ταυτόχρονα τον δημόσιο βίο της.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, άπειρος και χωρίς έγκυρους συνεργάτες στα διεθνή θέματα, χάνει την τελευταία ευκαιρία που είχε να δείξει ότι μπορεί να γίνει ηγέτης. Να είναι χρήσιμος στην παράταξή του και τη χώρα. Αν δεν γίνει το θαύμα της μεταστροφής του, θα μείνει ως πολιτικός που έχασε την παρτίδα παίζοντας το χαρτί άλλων…

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Ο θάνατος χωράει από τις χαραµάδες.

Παλιά είχε όνειρα πολλά. Σήμερα απλώς ονειρεύεται τα παλιά.
«Λυπήσου αυτούς που δεν ονειρεύονται», έλεγε ο ποιητής  «κι αυτούς που δεν άκουσαν ποτέ στη ζωή τους παραμύθια».
Γιατί η ζωή είναι ταξίδι. Υπάρχουν εκεί έξω πλοία που σε περιμένουν να σε πάνε σε άγνωστους τόπους, σε πολλά διαφορετικά ταξίδια και περιπέτειες για να ‘χεις να ονειρεύεσαι..

Συνταξιούχος πια, πάει ολάκαιρος χρόνος που δεν έχει κάτι να γράψει . Οι μέρες τις βλέπει να περνούν και πολλές φορές μοιάζουν να’ χουν φτερά κι άλλες πάλι να μοιάζουν παράλυτες. Σήμερα αφήνει την φαντασία του να πετάξει ελευθέρα πολλά χρόνια πίσω.  Ανακαλεί τη μνήμη του και προβαίνει σε μια αφηγηματική κατάθεση, μέσα από την παρατηρητική ματιά του, την αγάπη και το φόβο της θάλασσας. Ταξίδεψε  σ ένα κόσμο που απλώνεται σε έξι ηπείρους, διασχίζοντας τους ωκεανούς με φουρτούνες και με μπουνάτσες. Οι ναυτικοί ζουν σε μια κοινωνία περίεργη, με προσδοκίες και όνειρα, και με την ελπίδα ότι οι ταλαιπωρίες, τα σκληρά ταξίδια που πλέκονται με μαγευτικές πλόες, και οι κίνδυνοι δεν αποτελούν παρά μια προσωρινή παρένθεση. Οι πολλοί τα καταφέρνουν, είναι και κάποιοι λίγοι που  αφήνουν τη ζωή τους μεσοπέλαγα, όπως ο εκλεκτός συνάδελφος του, νεαρός Πρώτος μηχανικός, από τα ορεινά χωριά της Αρκαδίας.
Συνθέτοντας τις αναμνήσεις του από μπερδεμένες εικόνες, ξεπροβάλλει την μορφή του μέσα από μια αναλαμπή που γεμίζει τις σκέψεις του. Φαντάζεται τη ζωή να προβάλλεται στη γραμμή του χρόνου, μικρά σημεία στον ατέλειωτο ορίζοντα, άτονοι κύκλοι που κάποτε κλείνουν. Να περνά και να μοιράζεται σε χειμώνες και καλοκαίρια και στο πέρασμα της να του θυμίζει τους φίλους που χάθηκαν σε μια επικίνδυνη στροφή, στα ταξίδια τους. Έχει η ζωή αναλαμπές, σπίθες πετά και ξεγελιόμαστε, γιατί η ζωή έχει και τις φουσκοθαλασσιές και τις τρικυμίες της. Θυμήθηκε! έπαιρνε σάρκα και οστά και η μνήμη. Η μνήμη με τους πικρούς θανάτους. Η ζωή με τα πικραμένα «αντίο».
Όλοι οι θνητοί με τον ίδιο τρόπο γεννιόμαστε, αλλά μεγαλώνοντας η μοίρα μοιάζει να παίζει μαζί μας λες και είμαστε πλαστελίνη, ενώ μας σπρώχνει από διαφορετικά μονοπάτια προς το ίδιο τέλος, το θάνατο.
>>>Βρισκόμαστε στον Πειραιά στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του χίλια εννιακόσια ογδόντα.
Ο Γενικός διευθυντής της ναυτιλιακής εταιρείας μέσω κοινής συγγενικής γνωριμίας του ζήτησε να περάσει από το γραφείο του. Η καταπληκτικά γοργή ανάπτυξη της ελληνικής  εμπορικής ναυτιλίας και των ναυτιλιακών εταιρειών, «οικογενειακής βάσης κυρίως», είχε ως αποτέλεσμα οι διαχειριστές τους να αναζητούν νέα στελέχη, ικανά να επανδρώσουν τα πλοία και τα γραφεία τους.
Η βροχή έπεφτε με δύναμη επάνω στα τζάμια των παραθύρων του γραφείου του γενικού διευθυντή της ναυτιλιακής εταιρείας, σχηματίζοντας μικρά αυλάκια νερού στα περβάζια τους. Τρεις ορόφους πιο κάτω, η Ακτή Μιαούλη εξακολουθούσε να τρέχει, να σπρώχνει, να στριμώχνει για να προλάβει να ζήσει άλλη μια ημέρα. Τα αυτοκίνητα πιτσιλούσαν τους δρόμους, κλάξον αυτοκίνητων ηχούσαν ανυπόμονα, άνθρωποι έτρεχαν στα πεζοδρόμια κάτω από ομπρέλες και διπλωμένες εφημερίδες η αντιμετώπιζαν θαρραλέα τη βροχή με ακάλυπτο κεφάλι. Οι γρήγοροι ρυθμοί και η ενεργητικότητα του δρόμου δεν μειωνόταν καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας.
Ο διευθυντής στεκόταν όρθιος εμπρός από το γραφείο του, απέπνεε μια αρχοντιά μέσα στο σκούρο κουστούμι του, και η ζεστή λάμψη των ματιών του ήρεμη δύναμη.
Η παρουσία του φαινόταν να κυριαρχεί στο χώρο.
Το γραφείο του είχε μια φινέτσα σε χαμηλούς διακριτικούς τόνους.
Αγωνιούσε να κάνει καλή εντύπωση, ήταν πολύ νευρικός αλλά ταυτόχρονα αποφασισμένος να απελευθερώσει ένα μέρος της νευρικότητας που τον είχε πλημμυρίσει. Ίσιωσε την ράχη του, σκούπισε τα ίχνη του ιδρώτα από το μέτωπο του με την ανάποδη του χεριού του και κοίταξε σταθερά εμπρός του.
-Χαίρομαι πραγματικά που βρίσκομαι εδώ είπε μεταφέροντας ταυτόχρονα τους θερμούς χαιρετισμούς του κοινού τους συγγενικού προσώπου.
Ο διευθυντής του έκανε νόημα να καθίσει.
-Παρακαλώ είπε, και κάθισε στην αναπαυτική πολυθρόνα, πιέζοντας τον εαυτό του να δείχνει χαλαρός και άνετος, διώχνοντας αποφασιστικά τις ενοχλητικές σκέψεις από το μυαλό του. Τελικά όλη η αρχική του ένταση ένοιωθε να διαλύεται, κατάφερε να ανακτήσει την αυτοπεποίθηση του.
Δίστασε για μερικά δευτερόλεπτα όταν αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να αντισταθεί να αρπάξει την ευκαιρία της αρχικής σιωπής, να σπάσει την εθιμοτυπία και να ξεκινήσει τη συζήτηση πρώτος. Το χάσιμο χρόνου το θεωρούσε ενοχλητικό.
Δείχνοντας με το βλέμμα του το χώρο ολόγυρα στο γραφείο απευθύνθηκε στον Γενικό Διευθυντή. «Έχετε πολύ λεπτό γούστο κύριε», του είπε.
Ο Γενικός χαμογέλασε, κι ο Πρώτος ανέπνευσε ανεπαίσθητα με ανακούφιση.
«Μου αρέσει να πιστεύω ότι έχω» του απάντησε.
Στη συνεχεία ο Γενικός άλλαξε συζήτηση. Τον ρώτησε πως απέκτησε την σχέση του με την θάλασσα και πόσο καλά τα πηγαίνει.
«Ίσως θεωρηθεί υπερβολικό από μέρους μου, αλλά στο επάγγελμα του ναυτικού βρίσκομαι κατά τύχη, αυτό συνέβη κατά την διάρκεια της γυμνασιακής μου θητείας που έπρεπε να διαλέξω το δρόμο της επαγγελματικής μου ασχολίας για την καθημερινή επιβίωση.  Ήταν η εποχή που έπρεπε να πάρω την ζωή στα χεριά μου, και ο κόσμος εκεί έξω στη θάλασσα είναι απέραντος γεμάτος προκλήσεις». Του απάντησε.
«Το ίδιο το επάγγελμα είναι μια σαγηνευτική περιπέτεια, ταξιδεύοντας στα κύματα την ίδια μας ζωή στη καθημερινότητα της». Συμπλήρωσε τον πρόλογο του.
Μια έκφραση ικανοποίησης απλώθηκε στο πρόσωπο του Γενικού διευθυντή, ενώ καθόταν πιο αναπαυτικά στο κάθισμα του και συνέχισε να περιεργάζεται με μεγαλύτερη προσοχή τον συνομιλητή του, το βλέμμα του καρφώθηκε επάνω του, γεμάτο ενδιαφέρον και πολλές ερωτήσεις.
-Κάποιοι λένε ότι οι προκλήσεις αρέσουν στους έξυπνους ανθρώπους του είπε. Γι’ αυτούς το χρήμα είναι αποτέλεσμα όχι ο στόχος. Και αυτοί που το κυνηγάνε το θέλουν γι’ αυτό που εκπροσωπεί, όχι γι’ αυτά που μπορεί να αγοράσει.
Εδώ στον δύσκολο κόσμο της ναυτιλίας θέλω να γνωρίζεις το πρώτο και κύριο μέλημα του κάθε γενικού διευθυντή είναι να προστατέψει τα συμφέροντα της εταιρείας και των εργαζομένων της συμπεριλαμβανομένων, όχι να ασχολείται με αφηρημένα ηθικά διλήμματα. Αλλά ταυτόχρονα η εταιρεία μας αναζητεί στελέχη με προσωπικότητα, αξιοπρέπεια, τίμια, έξυπνα, ικανά και ταλαντούχα, να τους πιστεύει και να τους εμπιστεύεται. Όταν ένα στέλεχος έχει ιδανικά και οράματα τότε είναι ικανός να υπηρετήσει αξίες.»
Αυτό το βροχερό μουντό απόγευμα του φθινόπωρου ξεκίνησε την νέα επαγγελματική συνεργασία του με την ναυτιλιακή εταιρεία στην Ακτή Μιαούλη. Είχε ήδη επτά χρόνια στο επάγγελμα, κρατούσε στα χεριά του από πρόσφατα το δίπλωμα του πρώτου μηχανικού και αναζητούσε νέους εργασιακούς ορίζοντες.
Το νέο του συμβόλαιο έφερε αυτόματα την απόρριψη μιας πολύ ενδιαφέρουσας από οικονομική άποψη πρότασης συνεργασίας με ναυτιλιακή εταιρεία που είχε στην κατοχή της πετρελαιοφόρα πλοία, λιβανέζικων συμφερόντων. Την διαχείριση της εταιρείας την εκτελούσαν ελληνικά γραφεία εγκατεστημένα στην Γλυφάδα. Προς αμοιβαία εξυπηρέτηση πρότεινε αξιόλογο συνάδελφο του, με κοινά οράματα και κοινούς στόχους για την ζωή. Του συνάδελφου του έκαναν μια αξιόλογη προσφορά την οποία την αποδέχτηκε μετά χαράς.
Τίποτα το παράξενο. Οι μεγάλες ευκαιριακές υλικές απολαβές που προσφέρονταν στους Έλληνες, στελέχη της ναυτιλίας, ώστε να επανδρώσουν πλοία με ξένη σημαία, « ανασφάλιστα», έβρισκε πολλούς πρόθυμους να ριψοκινδυνεύουν την επαγγελματική τους καριέρα και να θέτουν την ικανότητα και τον προσωπικό τους ζήλο, αναλαμβάνοντας το ρίσκο, να συνεργαστούν με πληρώματα αμφισβητούμενης ικανότητας.
Για τον συνάδελφο του ήταν το πρώτο του ταξίδι σε καθήκοντα επιστασίας μηχανοστασίου. Το πλήρωμα  ήταν τρεις τέσσερις Έλληνες και οι υπόλοιποι από τη νοτιοανατολική Ασία.
Σαν σήμερα τριάντα χρόνια ακριβώς από τότε τον περίμενε μία πολύ δυσάρεστη έκπληξη. Εφημερίδα της εποχής δημοσίευσε τη φωτογραφία του συναδέλφου του, αναφέροντας το γεγονός της μεγάλης έκρηξης που συνέβηκε στο πλοίο κατά την διάρκεια εργασιών εκφόρτωσης σε λιμένα της Δυτικής Ευρώπης σκορπώντας το θάνατο. Διαβάζοντας την είδηση ένοιωσε να τραντάζεται σαν να είχε φθάσει στο χείλος της αβύσσου. Η καρδιά του χτύπησε πιο δυνατά, στέγνωσε το λαρύγγι του, έχασε τη φωνή του συνειδητοποιώντας ποιο είναι το πρόσωπο που αναφέρεται στο ρεπορτάζ. Θεέ μου είπε στο τέλος. Μα αυτό είναι τρελό, δεν μπορεί να είναι αλήθεια.
Ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να τον ερεθίζουν τα γεγονότα που συνέβησαν τότε, νοιώθει ένα κενό, ότι έχει χάσει κάτι το ουσιαστικό. Το μυαλό του έχει δύσκολες αναμνήσεις, υπάρχουν εκεί μέσα του σαν ασύνδετες εικόνες που προβάλλουν μέσα από σκοτεινό φόντο. Νοιώθει απελπισμένα άβολα με τις μνήμες που ξεδιπλώνουν τα γεγονότα εκείνης της μοιραίας εποχής μπροστά του.
Τον θυμάται τον συνάδελφο του την τελευταία φορά που βρίσκονταν μαζί πέρα στη μακρινή ανατολή, εκτελούσαν επισκευές σ’ ένα τεράστιο πετρελαιοφόρο στα ναυπηγεία "Jurong" της Σιγκαπούρη.
Τον θυμάται καλά, όταν χαμογελούσε να φωτίζονται τα λαμπερά του μάτια. Το χαμόγελο που στο πρόσωπο του θύμιζε τα μικρά κύματα που σκάνε στην άκρη του γιαλού την ώρα που δεν φυσάει.
Στην μακρινή ανατολή την περίοδο που ζήσανε μαζί, συνηθίζεται όλοι οι γηγενείς κάτοικοι να χαμογελούν. Είναι όμως ένα διαφορετικό χαμόγελο αυτό που περιορίζεται στα χείλη, δεν φτάνει ως τα μάτια.
Ο συνάδελφος είχε σώμα δυνατό γεμάτο υγεία. Ήταν οι καλύτερες λέξεις για να τον περιγράψει. Περπατουσε περίτεχνα, στητά, με σιγουριά, έσφυζε από ζωή. Ήταν ο τύπος του ανθρώπου που δεν υποχωρούσε κάτω από δύσκολες συνθήκες, ο ίδιος έλεγε: «Ο άνθρωπος συναντάει αντιξοότητες, στο χέρι του είναι να τις υπερβαίνει». Ποτέ δεν φοβήθηκε την σκληρή δουλειά.
 Η ζωντάνια και η ενεργητικότητα επέκτειναν τον ζωτικό του χώρο.
Ξεκίνησε ο συνάδελφος του λοιπόν το νέο ταξίδι,  με πλοίο της λιβανέζικης εταιρείας, που πάει να πει να ταξιδεύει κόντρα στον καιρό, που πάει να πει να τα δίνει όλα για να ζήσει το δικό του επαγγελματικό όνειρο. Και βρέθηκε σ’ ένα άγνωστο περιβάλλον από πλευράς συνεργατών, και δεν πτοήθηκε, του άρεσε να γινόταν αρεστός, του άρεσε να πιστεύει ότι δεν ήταν δειλός, ήταν αποφασισμένος να οικοδομήσει την προσωπική και επαγγελματική του επιτυχία. Όλα έγιναν στο τρίτο του ταξίδι. Ήταν ένα τυχαίο περιστατικό που επέφερε το θανατηφόρο εργατικό ατύχημα.
Προφανώς ένα παρόμοιο γεγονός όπως η απώλεια ενός φίλου συναδέλφου είναι ένα έντονα παράξενο θλιβερό συναίσθημα και ψυχική δοκιμασία.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι σ’ αυτή την ηλικία ποτέ δεν περιμένεις το θάνατο, σε στιγμές της πραγμάτωσης του επαγγελματικού καθήκοντος, έρχεται χωρίς προειδοποίηση.
Οι επισταμένες έρευνες που ακολούθησαν από εμπειρογνώμονες για την αιτία της πρόκλησης της έκρηξης κατέληξαν στο συμπέρασμα του ανθρώπινου λάθους, από τον αξιωματικό φυλακής μηχανοστασίου, μ’ αποτέλεσμα σε δεδομένη ανωμαλία να επέλθει ισχυρή έκρηξη που συμπαρέσυρε στο θάνατο τον ίδιο, τον βοηθό φυλακής, και τον συνάδελφο Πρώτο μηχανικό.
Για τον έλεγχο της λειτουργίας στους λέβητες των πλοίων έγιναν ουσιώδης θεωρητικές μελέτες, και επινοήθηκαν  όλο και πιο επιτυχημένα συστήματα έλεγχου με πολύπλοκες κατασκευές που να οδηγούν όλες τις απορρέουσες καταστάσεις λειτουργίας στη μηδαμινότητα ανεπιθύμητων συμβάντων.
 Τι συνέβη λοιπόν και στο μηχανοστάσιο έγινε έκρηξη και πήρε φωτιά;
Στην πράξη αποδείχνεται τ’ αναπτυσσόμενα επιτυχημένα συστήματα έλεγχου ποτέ δεν είναι απόλυτα επιτυχημένα. Δεν μπορούν να είναι. Όσο τελειοποιημένο και πολύπλοκο κι αν είναι ένα σύστημα, πάντα θα υπάρχει τρόπος να προκαλέσει μια ανωμαλία. Αυτή είναι μια θεμελιώδης αλήθεια των μαθηματικών. Όσο σ’ όλο αυτό το σύστημα υπεισέρχεται και ο ανθρώπινος παράγοντας είναι αδύνατο να φτιάξεις ένα σύστημα τέλειο και πολύπλοκο όσο να μειώσεις την πιθανότητα της ανώμαλης λειτουργίας του στο μηδέν.
 Με τον ασφυκτικό δε και χωρίς περιορισμούς στα μέσα, ανταγωνισμό των επιχειρήσεων, και την εντατικοποίηση της εργασίας σε ρυθμό και χρόνο, καταρρίπτεται με τον πλέον απόλυτο τρόπο η πάγια αντίληψη ότι η τεχνολογία από μόνη της θα μπορέσει μέσα από την εξέλιξή της να προστατεύσει τον εργαζόμενο, να εγγυηθεί συνθήκες ασφάλειας.

Το φεγγαρόφωτο, γλιστρώντας ανάμεσα από την τσιμινιέρα και τα ξάρτια του πλοίου, ζωγράφιζε φωτεινές χρυσόπλεκες λουρίδες στο γαλήνιο πρόσωπο του συνάδελφου.
Το ταξίδι  γι’ αυτόν τέλειωσε. Το πλοίο πέρασε ήδη την άκρη της Χερσονήσου. Την ρωγμή που διαχωρίζει τη ζωή απ’ το θάνατο. Κανείς δεν είναι πάνω απ΄ το χρόνο, μπρος στην παντοδυναμία του θανάτου . Και μετά το θάνατο στο σώμα, θα επακολουθήσει ο θάνατος της μνήμης. Ο ανελέητος νόμος της ζωής.  Κανείς δεν θα σε ξέρει σαν να μην είχες ποτέ υπάρξει. Ο Ήλιος αδιάφορος θα ρίχνει τη ματιά του κάθε πρωί στα λιόδεντρα της γενέτειρας του Αρκαδικής γης και ο πρόωρα αδικοχαμένος συνάδελφος του, είναι σαν την σκόνη στην άκρη του δρόμου.
......................................................
Μια θλίψη σεργιανά μέσα του....σκοτεινιάζει .... κι ούτε μια ακτίδα δε στολίζει τις σκέψεις του που γίνονται λέξεις κι ύστερα χάνονται σαν ήχοι μακρινοί και απροσπέλαστοι. Γίνονται θάλασσα και απλώνονται να μην τελειώνουν πουθενά.
Του φαινόταν σα να ‘ταν χθες.
Που πήγε ο χρόνος; Τώρα βρίσκεται στην άκρη της μέρας.
Ο ήλιος φωτεινή σφαίρα χάνεται στο βάθος του ορίζοντα.
Ήρθε το σούρουπο. Το σούρουπο....... η χαραμάδα, η πόρτα για το άγνωστο. Πέρα από την πόρτα η άβυσσος, και πέρα από την άβυσσο το άγνωστο της υπέρτατης ερημιάς, όταν ο άνθρωπος αντικρίζει τη μοναξιά και το θάνατο του.
Τίποτα και κανένας δεν µπορεί τελικά να µας σώσει: το «κακό» εισβάλλει παντού. Ο θάνατος χωράει από τις χαραµάδες.
Όταν η μοίρα σε βάλει στο μάτι δε γλιτώνεις ακόμη κι αν κρυφτείς κάτω απ’ τις πέτρες.


Συνάδελφε
***Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια
για να του γίνει θάνατος πικρός σταυραδερφός του.
Πήγαινε, Ιγνάτιο. Μην  ακούς την πυρωμένη ανάσα.
Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει…

 Την αρχοντιά σου τραγουδώ με λόγια που στενάζουν
κι  εν’ αεράκι όπου ‘κλαιγε στα λιόδεντρα θυμάμαι.
 Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω.
Γι’ αυτούς που θ’ έρθουν τραγουδώ …….***


*** Λόρκα

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Εκεί που σκάει το κύμα


Όταν αρχίζει να σουρουπώνει, παίρνει το μονοπάτι και πηγαίνει στην ακτή, όπου κάθεται ώρες ολόκληρες εκεί που σκάει το κύμα, στην άμμο την ποτισμένη από την αλμύρα, και αγναντεύει το πέλαγος. Τα κύματα εσκάγανε στα πόδια του αμίλητα. Αυτός δεν άκουγε παρά τον παφλασμό και την αντάρα της ψυχής του, που βούβαινε τα πάντα γύρω του.
Το μυαλό του ανασύρει από τα ξεχασμένα υπόγειά του αναμνήσεις, είναι οι στιγμές που εύχεται να μπορούσε να γκρεμίσει τα σύνορα του Χώρου και του Χρόνου. Αισθάνεται τη μαγεία να αναβλύζει από κάθε κόκκο άμμου στην ακρογιαλιά, να εξαπλώνεται γύρω του με τα κύματα του νερού και του αέρα. Ξαναγυρίζει στα χρόνια της ξέγνοιαστης παιδικότητας, που τα κορμιά τους ήτανε στητά σαν λαμπάδες, τα πρόσωπα αρυτίδωτα σαν χυμώδη φρέσκα ροδάκινα, τα μάτια λαμπερά, γεμάτα φλόγα και το κεφάλι σκεπασμένο από πλούσια ατίθασα μαλλιά.Τα κύματα του σιγοτραγουδούσαν τραγούδια δίχως μουσική, σφύριζαν σκοπούς δίχως λόγια, με μόνο στόμα, με μόνη γλώσσα κι έκφραση, τη γλώσσα των κυμάτων.
               «Αγαπώ τη θάλασσα… είναι ο χώρος που αναπνέω καλύτερα… γεμίζω τα πνευμόνια μου με αρμύρα και χάνεται το βλέμμα μου στο μπλε… Αρχίζω να τρέχω στην αμμουδιά και χάνομαι στα κύματα… η απόλυτη αίσθηση της ελευθερίας… κι εκεί που χάνεται το βλέμμα μου και ζαλίζομαι απ’ την τόση ομορφιά, εκεί στο τέλος της αμμουδιάς, εκεί που η εικόνα είχε γίνει όσο μαγική νόμιζα ότι μπορούσε, ξεπροβάλλει η μορφή ενός μοναδικού αλόγου…
με μαγνήτισε και απορώ με το πόσο πολύ ταίριαζε στη μαγεία της στιγμής… ελευθερία, πάθος, δύναμη, μαγεία… άλογα… Αγνάντευα τη χαίτη του έτσι όπως ξεκίναγε από την αμμουδιά και χτένιζε τα κύματα… έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να ξεχωρίσω τον παφλασμό από τον καλπασμό του και η ηχώ της στιγμής γέμισε την ανάσα μου… αν έπρεπε να φυλακίσω μια στιγμή μέσα μου και να την κάνω ολόδικιά μου για πάντα θα ‘ταν αυτή… Μα δε φυλακίζεται η ελευθερία, ούτε το περήφανο αυτό ζώο που χάθηκε από μπροστά μου όπως εμφανίστηκε… κι ήταν η σπίθα στα μάτια του πιο λαμπερή κι απ’ το ηλιοβασίλεμα»
HorseRiders
Τα γεγονότα έλαβαν χώρα ένα χειμωνιάτικο βράδυ μεταξύ μιας Τρίτης και ξημερώματα Τετάρτης του Φλεβάρη του 1954
Τα φυλλοβόλα δένδρα στις χωμάτινες γυρτές πλαγιές απογυμνώθηκαν, νεκρά σάπια τα φύλλα κάτω απ’ τα δέντρα, βυθίζονταν στρώνοντας φαιό χαλί στο βρεγμένο και μαλακό χώμα.
Το μικρό αγροτικό σπιτάκι στου οικισμού την άκρη, πηχτό σκοτάδι το έχει κυκλώσει.
Λένε ότι το σκοτάδι της νύχτας δημιουργεί ένα ιδιαίτερο, ιδιότυπο τοπίο, στο οποίο όλα μπορούν να συμβούν ξαφνικά και απροειδοποίητα. Ένα περιβάλλον μεταφυσικό, μαγικό και αυτόνομο. Μέσα στο σκοτάδι, στην ερημία, την απομόνωση και την ησυχία των μεταμεσονύκτιων ωρών, τα πρόσωπα, οι χώροι, τα πράγματα, αλλάζουν όψη, μεταμορφώνονται. Είναι ένα κενό, μια ανάπαυλα, μια τομή στις καθημερινές ασχολίες, στις υποχρεώσεις, στις συμβάσεις. Προσφέρεται για σκέψη και περίσκεψη, για αποδράσεις στο χτες, περιπλανήσεις στο παρελθόν, νοσταλγικές αναδρομές, κουβέντες χωρίς αρχή και τέλος. Είναι το εφαλτήριο για νέες εκκινήσεις και ανασυντάξεις. Μια μικρή εκεχειρία, μια ανάσα πριν το αύριο που έρχεται αμείλικτο απαιτώντας δράση.
Κρατώντας ένα ξύλο στο χέρι ο πατέρας του, με περισυλλογή σκάλιζε τη φωτιά στο τζάκι σπρώχνοντας τα αποκαΐδια που είχαν απομείνει γύρω της, και μέσα στη σκοτεινιά της νύχτας γυρνούσε σιγανά το πρόσωπό του προς τα εκεί στην ορθάνοικτη ξύλινη εξώπορτα που φυσούσε ο αγέρας, προσπαθώντας να αφουγκραστεί τον καιρο, περιμένοντας τους επισκέπτες. Άκουγε το βοριά που χτυπούσε πάνω στη στέγη, βγάζοντας τους σφυριχτούς ήχους. Ήξερε και διέκρινε καλά τα σημάδια των καιρών, από το χρώμα του ουρανού, τις κινήσεις και τα σχέδια και τα τερτίπια που έκαναν τα σύννεφα, τις αστραπές και τις βροντές, στις ρεματιές και στις βουνοκορφές. Οι χωρικοί σ’ εκείνα τα μέρη, χιονιά λέγανε τον καιρό που το χειμώνα φύσαγε αγέρας από τα βόρεια και έκανε παγωνιά, κρύο πολύ, επειδή αλλού χιόνιζε, αλλά στο μικρό χωριό τους χιόνιζε πολύ σπάνια και συνήθως έριχνε χιονόνερο. Οι χωρικοί πάντα ξέρανε από τα σημάδια που βλέπανε, ότι άμα τον χειμώνα αστράφτει από τον Βοριά, θα φυσούσε από εκεί πολύ δυνατός αγέρας, που σήμαινε ότι για όσες μέρες θα διαρκούσε ο καιρός αυτός και πάντα όταν φυσούσαν βοριάδες, οι εργασίες στα περιβόλια παρέμεναν ανενεργές.
Ο πατέρας του το βράδυ αυτό φαινόταν υπερβολικά ανήσυχος κάτι που γι’ αυτόν ήταν εντελώς ασυνήθιστο, βρισκόταν σε μια κατάσταση βαθιάς και έντονης αγωνίας.
Δύο σκιές φάνηκαν έξω στο σκοτάδι της νύχτας από την ανοιχτή πόρτα, ο πατέρας του έριξε μερικά ξύλα στη φωτιά και σε λίγο η φωτιά στο τζάκι δυνάμωσε, κι η φωτιά έκαιγε λαμπερή, έλαμψε η κάμαρα. Οι δύο σκιές, φουσκωμένες από το δρόμο δεν μπορούσαν να βγάλουν λέξη, ήταν η μαμή του χωριού συνοδευόμενη από μεσόκοπη γειτόνισσα τους. Τις υποδέχτηκε σιωπηλός. Οι δυο γυναίκες προχώρησαν, μπήκαν στην κάμαρα κλίνοντας την πόρτα, -ήταν ολάνοιχτη- ερμητικά πίσω τους. Το σκηνικό της άφιξης των δυο γυναικών τον πατέρα του τον γέμισε σαν πυκνή ομίχλη ένα αίσθημα ασφάλειας, του πήρε την ανησυχία που είχε μέσα του, ησύχασε.
Η παγωνιά της νύχτας έφερνε ρίγος στο δέρμα τους. Κλείνοντας την ξύλινη πόρτα η κρύα αναπνοή του βοριά έγινε απρόσιτη, κλείστηκε έξω τη νύχτα αυτή, ανεπιθύμητος επισκέπτης στις κάμαρες του σπιτιού. Δυο κάμαρες μικρές είναι το σπίτι τους όλο. Κοντοστάθηκαν στο τζάκι για να συνέλθουν από το νυχτερινό κρύο και να χαρούν την λάμψη της φωτιάς, που σε λίγο θα τους ζεστάνει και θα τους στεγνώσει από τη νυχτερινή υγρασία.Ύστερα άφησαν το τζάκι και πλησίασαν στην απέναντι γωνιά της κάμαρας σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι καλυμμένο με μια λευκή φλοκάτη είχε κουρνιάσει η λεχώνα μητέρα του. Μια μάλλινη κουβέρτα κάλυπτε τους ώμους της. Βρισκόταν στο μεταίχμιο μιας διαδικασίας μεταξύ ύπνου και ξύπνου. Σχεδόν αλαφιασμένη παίρνοντας είδηση τους επισκέπτες αφυπνίστηκε.
Λιγνά κύματα σαν εκλάμψεις που διασταυρώνονταν ηλεκτρισμένα προσπαθούσαν να κινηθούν, από την ζωή που κυοφορούσε εντός της, και αναδύονταν στους τοίχους του κορμιού της. Μια αίσθηση αρχέτυπα οδυνηρή και συνάμα δροσερή την παράσερναν βίαια σε έναν γλυκό ίλιγγο. Η διαίσθηση ότι κείνες οι στιγμές ήσαν εύθραυστες την έκαναν να κινείται ανάλαφρα, από φόβο μήπως κουνήσει βίαια και διαλύσει κείνο το θαύμα, την τρυφερή ύπαρξη από φως κι αέρα που προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα της. Τα κύματα άλλαζαν αργόσυρτα ολοένα και με ψηλότερους, ξάστερους και έντονους ρυθμούς και βυθιζόταν ολοένα και βαθύτερα εντός της.
Και από στιγμή σε στιγμή, με ανάσα πάλλουσα, σκέψεις λαμπερές, σαν εκλάμψεις, τη βυθίζουν ολοένα και περισσότερο μέσα στη ρευστή περιοχή, και τη γεμίζουν φόβο κι ευτυχία.
Η μαμή με γοργές κινήσεις, μ’ ατελείωτη διαύγεια, ενδελεχώς και εξαιρετικά εξέτασε προσεκτικά και παστρικά όλα τα χρειαζούμενα για την γέννα. Το σπίτι το είχαν καθαρίσει από νωρίς, τα πάντα γύρω τους μύριζαν ροδόνερο και πράσινο σαπούνι. Από το εικονοστάσι ευλαβικά κατέβασαν της παναγιάς εικόνα, φιλώντας τη και παρακαλώντας να πάνε όλα καλά, άναψαν το καντήλι που κρεμόταν από την αλυσίδα, ρίξανε λιβάνι στο τζάκι. Η προσμονή της συνέχειας, ανυπόμονη και καρτερική, κυριαρχούσε τις ώρες εκείνες, και ο μόνος τρόπος να συγκρατήσει κανείς αυτόν τον φυσιολογικό φόβο και τη βιασύνη, ήταν πολύ σημαντικό να γίνουν ολ’ αυτά με το σωστό τρόπο.
Για τη μητέρα του ο χρόνος τριγύρω της έχει μουδιάσει. Αλλά μονάχα τριγύρω της. Μέσα της έχει στήσει τρελό πανηγύρι! Της θυμίζει με κάθε ευκαιρία ότι η μεγάλη στιγμή πλησίασε, είναι παρούσα. Κάνει κάθε της ανάσα πιο ηχηρή. Κάθε σφυγμό της δυνατότερο. Η στιγμή που η πλάση ολόκληρη θα της χαρίσει αυθόρμητα μια νέα ζωή. Η μεγάλη στιγμή της γέννησης του δεύτερου γιου της.
Την ώρα που η μαμή έκοβε τον ομφάλιο λώρο στο νεογέννητο αδελφό του, δίχως τυμπανοκρουσίες και φανφάρες, αξαφν' ακούστηκαν αλυχτήματα στην αυλή, ένα χλιμίντρισμα, σιγαλιάς φωνές έξω από το σπίτι, και την αμέσως επόμενη στιγμή βαριά πατήματα αντήχησαν στο πλατύσκαλο της πόρτας. Οι φανταστικές περιηγήσεις λένε ότι η σκοτεινότερη ώρα είναι πριν την αυγή, εκεί ανάμεσα έκανε την θορυβώδη εμφάνιση του ο νυχτερινός επισκέπτης. Τυλίγοντας το μουσκεμένο πανωφόρι γύρω από του ώμους του, διέσχισε του σπιτικού την πόρτα αφήνοντες πίσω του στο σκοτάδι τον αέρα να μουγκρίζει, τη βροχή να κοπάζει για λίγο. Είναι ο απρόβλεπτος, εκκεντρικός φίλος της οικογένειας, που έχοντας μονίμως τον σαρκασμό υπό μάλης εισέβαλε στην κάμαρα σαν χείμαρρος ορμητικός, φέρνοντας μαζί του το κλειδί της χαράς που πηγάζει απ' τα βάθη της καρδιάς του και σαρώνει τους ανέμους της αγωνίας και της προσμονής την κατασκότεινη νύχτα. Στάθηκε για λίγο σιωπηλός, τον επηρέασε η λάμψη της ζωντανής φλόγας που αντανακλούσε γύρω τους η ζωηρή φωτιά που καίει στο τζάκι, τα μάτια του έκλεισαν ξαφνικά μ’ ένα αίσθημα περιδίνησης.
Ο πατέρας του δεν έκανε καμία ερώτηση, -ήδη γνωρίζε την απάντηση- τον καλοδέχτηκε χαμογελαστός, χωρίς να σχολιάσει την ώρα της επίσκεψης, και ανάβοντας το φανάρι βγήκε έξω να ταχτοποιήσει το άλογο του επισκέπτη στον πλαϊνό αχυρώνα του σπιτιού. Ήταν περασμένα μεσάνυκτα.
Ο επισκέπτης ήταν ο δεύτερος ξάδελφος του πάτερα του, ο Κατσουλόγιαννος
Ο Κατσουλόγιαννος σε τραβούσε με την ανοιχτή του καρδιά και με τον εύθυμο χαραχτήρα του, γοήτευε και σκλάβωνε με τα φερσίματα του, με την καλοσύνη του, με το χιούμορ που στόλιζε και την πιο απλή κουβέντα του. Είχε κάτι ξεχωριστό αυτός ο άνθρωπος. Τον αγαπούσες, τόνε θαύμαζες, σε καταγοήτευε η συντροφιά του. Είχε έλθει μέσα στην νύκτα να συμμετάσχει στην χαρά –άλλωστε προοριζόταν για νονός- από τον οικισμό που απλώνεται στην πίσω πλευρά του λόφου την ανατολική.
Η μαμή με βαθειά συγκίνηση απόθεσε απαλά το νεογέννητο αγόρι στην αγκαλιά της μητέρας του χαϊδεύοντας στοργικά το κεφάλι του.  «Όλα γίνονται πάντα με βάση μια στρατηγική» είπε χαμογελώντας. Κύμα ενθουσιασμού πλημμύρισε την κάμαρα του σπιτιού, τα απειλητικά σύννεφα που είχαν τυλίξει τις σκέψεις του πάτερα του σκόρπισαν. Ένοιωσε το βάρος να φεύγει από επάνω του και η ζωτικότητα να τον ξαναπλημμυρίζει.
Στη κάμαρα έγινε για λίγο σιωπή, μόνο το κλάμα του νεογέννητου αδελφού του ηχούσε και κάλυπτε το θόρυβο της φωτιάς στο τζάκι.
 Όταν ο επισκέπτης συνήρθε από το αίσθημα της περιδίνησης,  μ’ ένταση αναφώνησε χαρούμενα. « Και η Άρτεμις απόψε γέννησε ένα πανέμορφο μαύρο πουλάρι».
Και απευθυνόμενος στην μαμή ρώτησε.
«Τι θα μπορούσα να κάνω για να σε βοηθήσω.»
«Είμαι ολόκληρος στη διάθεση σου». Συμπλήρωσε
«Τελείωσαν όλα ομαλά, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις». Είπε η μαμή.
Μάλλον η μαμή πρέπει να ένοιωσε άσχημα για την πρόσκαιρη απάντηση της και γρήγορα συμπλήρωσε με παιδιάστικο ύφος. «Θα’ θελες πραγματικά να βοηθήσεις;».
Της είπε για άλλη μια φορά ότι ήταν ολόκληρος στη διάθεση της.
Η μαμή χαμογέλασε πλατιά και του ζήτησε να τους διηγηθεί την ιστορία του αλόγου του της «Άρτεμις». Η αλλαγή της διάθεσης στην μικρή κάμαρα ήταν τόσο μεγάλη, η έκφραση της χαράς τους συνεπήρε όλους.
Το χωριό.
Το χωριό αγκαλιάζεται από θαμνώδη βλάστηση, κυρίως πουρνάρια κουμαριές σκίνα με πινελιές από πεδινά πεύκα, χαρουπιές και περιβόλια με καλλιεργήσιμα δέντρα.
Ανηφορίζοντας από την δυτική πλευρά του λόφου με τα πόδια προς την κορφή του χωριού. συναντάς την μικρή εκκλησία, λιτή και ολόασπρη ανάμεσα σε πεδινά πεύκα. Είναι ο Άγιος Παντελεήμονας. Κατηφορίζοντας ανατολικά φτάνεις σ’ ένα πλάτωμα εμπρός σου είναι το παλιό ελαιοτριβείο και σε μικρή απόσταση πέντε έξι σπίτια ομοιόμορφα κτισμένα το ένα διπλά στο άλλο, δίπατα, σκεπασμένα με στέγη από κατακόκκινα κεραμίδια. Η αυλές τους είναι τριγυρισμένες από πέτρινο μαντρότοιχο, βρίσκονται στην μπροστινή μεριά των σπιτιών και έχουν ξύλινες πόρτες με κεραμοσκεπή. Τα δάπεδα στις αυλές είναι πλακοστρωμένα, απευθείας πάνω στο χώμα, πράγμα που επιτρέπει να φυτρώνουν χόρτα στους αρμούς, δίνοντας έτσι μια εντελώς φυσική εικόνα. Ο φούρνος βρίσκεται έξω από το σπίτι, σε ιδιαίτερο κτίσμα και σε μια άκρη της αυλής, πίσω από το σπίτι είναι η χρεία, όπως το έλεγαν, το κοτέτσι, το χοιροστάσιο και άλλες βοηθητικές εγκαταστάσεις. Τα σπίτια αποτελούνται από ένα ενιαίο χώρο στο πάνω πάτωμα και το κατώι κάτω. Μια πέτρινη σκάλα οδηγεί στο χαγιάτι και στο πάνω σπίτι. Στο πάνω πάτωμα υπάρχουν τα δωμάτια και η σάλα υποδοχής. Tο κατώι είναι οι αποθήκες και ο αχυρώνας για τα ζώα. Στο τέλος του χωματόδρομου δεσπόζει οίκημα με νότιο προσανατολισμό, είναι η οικια του Κατσουλόγιαννου. Η διαφορά από τα υπόλοιπα σπίτια του μικρού οικισμού ήταν οι τεράστιοι από λιθοδομή ισόγειοι στάβλοι για τις αγελάδες, και τα αγαπημένα άλογα του. Η κατασκευή των στάβλων του στο ένα μέρος είναι διώροφος για να εξυπηρετηθεί η αποθήκευση των ζωοτροφών.
Το άλογο.
Για τον Κατσουλογιαννο η ενασχόληση με τα άλογα ήταν κάτι παραπάνω απ’ ένα απλό χόμπι. Με μια ματιά, μ’ ένα βλέμμα ήξερε πόσο χρονών είναι, τι χαρακτήρα έχει, και πολλά άλλα. Είχε πάθος, είχε έρωτα για τα άλογα δεν τα θεωρούσε βάρος και τα φρόντιζε μ’ αγάπη. Μιλάμε για εποχές που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στην περιοχή. Ότι γινόταν, γινόταν με τα μουλάρια και τα άλογα, τα κάρα και τις άμαξες. Είχε τρία άλογα. Δυο για τις αγροτικές του εργασίες, και την Άρτεμις η όποια ήταν η μεγάλη του αγάπη, η αδυναμία του από όσα άλογα είχε μέχρι σήμερα. Η Άρτεμις ήταν άλογο αγώνων. Δεν αγωνιζόταν πλέον. Ήταν ένα πολύ καλό αραβικό άλογο που σήμαινε πολλά για τον πρώην ιδιοκτήτη της, του είχε δώσει πολλές χαρές μέχρι να το αποσύρει, γιατί δυστυχώς τραυματίστηκε νωρίς. Η φοράδα η Άρτεμις τελευταία είχε ζευγαρώσει με αραβικό επιβήτορα και αυτή την κρύα νύκτα του χειμώνα γέννησε εύκολα, χωρίς επιπλοκές, χωρίς να χρειαστεί βοήθεια, μες 'του αχερώνα τη ζεστασιά, λίγες ώρες νωρίτερα από την γεννά της μητέρα του, ένα πανέμορφο αρσενικό πουλάρι.
Αυτό ο καλός φίλος της οικογένειας το θεώρησε καλόν οιωνό για το νεογέννητο αγόρι, θεωρούσε τα ωραία αρσενικά άλογα, σημάδι επιτυχίας της ζωής. Τα περισσότερα πουλάρια γεννιούνται συνήθως τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού όταν ο καιρός είναι ζεστός και η τροφή άφθονη. Αυτό το νεογέννητο πουλάρι γεννήθηκε μέσα στη βαρυχειμωνιά. Με τον απογαλακτισμό και την αποκοπή από την μάνα του, το  κραταιό κι ωραίο νιόβγαλτο πουλάρι ο Κατσουλόγιαννος ανακοίνωσε ότι  προσφέρει στην οικογένεια και δη στο μικρό του αδελφό. «Η θεά τύχη το έφερε να γεννηθούν ταυτόχρονα είπε στους γονείς του, ας μεγαλώσουν και παρέα. Και τους ευχήθηκε.» Το παρέλαβε η μητέρα του, το περιποιόταν με πολύ τρυφερότητα και περίσσια αγάπη, όπως και το μικρό το γιο της.
Μεγάλωσε γρήγορα και έγινε ένα δυνατό, πανέμορφο άλογο με κατάμαυρο τρίχωμα και ένα λευκό αστέρι στο μέτωπο του, μ’ εκπληκτική αντοχή και νοημοσύνη. Ο Κεραυνός – όπως τον ονόμασαν, και ήταν το πιο κατάλληλο όνομα για ένα τέτοιο περήφανο και ατίθασο άτι, όμοιο με τη νέα κυρά του- ήθελε δουλειά, γιατί έκανε του κεφαλιού του ήταν απείθαρχο. Η κυρά μητέρα του ήταν υπομονετική, αφοσιωμένη στον Κεραυνό, τον περιποιόταν με πολύ τρυφερότητα και αγάπη, όπως και το μικρό το γιο της. Καθώς ο χρόνος κυλούσε, σταδιακά το άλογο ανέπτυξε μεγάλη φιλία με την μητέρα τους και ήταν η μόνη που επέτρεπε να ανέβει στην πλάτη του.
Λένε πως το άλογο δεν ημερεύεται. Μέσα του καίει η φλόγα του αδάμαστου, του ελεύθερου. Διατηρεί την ασυμβίβαστη φύση του και παραχωρείται μόνο σε όσους επιλέγει. Δεν υποτάσσεται παρά υποχωρεί, μόνο γι' αυτούς που η ψυχή τους το κοιτά στα μάτια. Η κυρά Γιαννούλα από τα παιδικά της χρόνια αμαζόνα, ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να τιθασεύσει τον Κεραυνό στις απρόβλεπτες αντιδράσεις του. «Τα αρσενικά συνήθως παρουσιάζουν σημαντικά προβλήματα στο χειρισμό, επειδή σε ειδικές καταστάσεις, οι αντιδράσεις του αλόγου δεν είναι εύκολα ελεγχόμενες από τον αναβάτη του.»
Τα άλογα δεν αγαπάνε τα αφεντικά τους με τυφλή δουλοπρέπεια. Πρέπει να παλέψεις για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη αλλά και την εκτίμησή του, όσο παράδοξο και αν φαίνεται, και όταν το κάνεις θα έχεις όχι απλά έναν σύντροφο αλλά έναν φίλο. Αυτή ακριβώς είναι και η σχέση που μοιράζοταν η μητερα του και ο Κεραυνός, αγνή, ειλικρινής, γεμάτη αγάπη, και κατανόηση.
Το μαύρο άτι υπάκουε πειθήνια στις προσταγές της. Ανέβαινε στη ράχη του επάνω και το κατεύθυνε με το κορμί της. Δεν της χρειαζόταν ούτε χαλινάρια ,ούτε μαστίγιο. Οι δυο τους επικοινωνούσαν με τα νεύματα, τις κινήσεις, και την ψυχή τους.
Και κάλπαζαν σαν τον άνεμο.
Τον τελευταίο χρόνο πριν την αναχώρηση από το χωριό για το αστικό κέντρο είχε απόκτηση και ο ίδιος ιδιαίτερο δέσιμο με το άλογο τους. Φαντάζεστε την έκπληξη όλων όταν είδαν αυτό το απείθαρχο άλογο να ιππεύεται από ένα επτάχρονο μικρό αγόρι.
Μεταναστεύοντας η οικογένεια επέστρεψε το άλογο στον Κατσουλόγιαννο.
Στα χρόνια που πέρασαν η μητέρα του αραιά και που κατέβαινε στα πάτρια εδάφη.
Η επαφή της με τον Κεραυνό ήταν ημέρα χαράς και για τους δυο.
Όσο γερνούσε το άλογο η μητέρα του απόφευγε αυτές τις συναντήσεις, την πλήγωναν.
Μαθαίνοντας ότι έχει προβλήματα υγείας, αποφάσισε να το ξαναδεί .
Σταβλίζονταν στην παλιά αχερώνα.
Η ζωντανή όμως εικόνα του γερασμένου αλόγου, σε τίποτα δεν θύμιζε τις δοξασμένες στιγμές του παρελθόντος, είχε  χάσει την εκπληκτική αντοχή του, είχε χάσει την όραση του.
Την οσμίστηκε, χαρούμενα χωρίς δύναμη ψυχής χλιμίντρησε ευτυχισμένο.
Τα σκούρα συννεφιασμένα ματιά του ποταμιά δάκρυα έχυσαν, όταν η μητέρα του απαλά και τρυφερά το χάιδεψε φέρνοντας τα μαγούλα της στο λιπόσαρκο μέτωπο του.
Δάκρυσε από τη θλίψη της και η μεσόκοπη πλέον αμαζόνα.
.…………………………
Ο Καβάφης, αντλώντας από την ομηρική πηγή, στο ποίημά του «Τα άλογα του Αχιλλέως» βάζει τους δύο ίππους του Αχιλλέα να θρηνούν με ανθρώπινη λαλιά για τον χαμό του Πατρόκλου. Ο θρήνος τους είναι τόσο γνήσιος, τόσο αυθεντικά ανθρώπινος που ακόμα κι ο Δίας, θαυμάζοντας το μεγαλείο της ψυχής τους, λυπάται για τη θλιβερή μοίρα της ανθρωπότητας, στην οποία τα άλογα, άθελά τους, βρέθηκαν να διαδραματίζουν μοιραίο ρόλο.

«Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως».

Η ευγένεια και η αγνότητα των συναισθημάτων των αλόγων δεν εντυπωσιάζει μόνο τον αρχηγό των θεών και τον ποιητή αλλά και τον αναγνώστη, καθώς ο θρήνος τους προϋποθέτει όχι μόνον νου για τη συνειδητοποίηση της ματαιότητας της ανθρώπινων πραγμάτων αλλά και αγάπη είτε με τη στενή έννοια της φιλικής αγάπης μεταξύ ανθρώπων είτε με την ευρύτερη έννοια της αγάπης προς τον πλησίον.

«…Όμως τα δάκρυα των
για του θανάτου την παντοτινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή».

Το άλογο προσφέρει απλόχερα στον άνθρωπο την αίσθηση ελευθερίας με την κίνησή του, την αίσθηση της αιωνιότητας με την αρχοντιά και την περηφάνια του, την αίσθηση της ασφάλειας με την ταχύτητα και τη δύναμή του, την αίσθηση της συντροφικότητας με την ζεστασιά και την προσφορά των χαρισμάτων του και το έντονο αίσθημα της τρυφερότητας και της αγάπης με το κοίταγμά του. Και γίνεται φίλος αχώριστος του ανθρώπου, παρασύροντάς τον σε διαδρομές απέραντης ομορφιάς, οδηγώντας τον μέσα από δύσβατα και σκοτεινά μονοπάτια, ίσως ακόμα και συνοδεύοντας ή θρηνώντας τον στο τελευταίο του ταξίδι…
……………………………………
Εκεί που σκάει το κύμα, στην άμμο την ποτισμένη από την αλμύρα.
Ονειρεύεται και αυτός ένα οικείο παρελθόν. Νιώθει την ομίχλη να τρυπά το κορμί του σε κάθε δρασκελιά. Επισκέπτεται τα μονοπάτια στους μικρούς λόφους και στέκεται σιωπηλός κάτω από τις χαρουπιές ανακαλώντας το λησμονημένο παρελθόν με την τρέλα της ξέγνοιαστης παιδικότητας, που τα κορμιά τους ήτανε στητά σαν λαμπάδες, τα πρόσωπα αρυτίδωτα σαν χυμώδη φρέσκα ροδάκινα, τα μάτια λαμπερά, γεμάτα φλόγα και το κεφάλι σκεπασμένο από πλούσια ατίθασα μαλλιά. Τα κύματα του σιγοτραγουδούσαν τραγούδια δίχως μουσική, σφύριζαν σκοπούς δίχως λόγια, με μόνο στόμα, με μόνη γλώσσα κι έκφραση, τη γλώσσα των κυμάτων.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

μακρινό ταξίδι Ι

Ακόμη και το πιο μακρινό ταξίδι αναγκαστικά αρχίζει με ένα απλό πρώτο βήμα.
Βλέποντας αναδρομικά ήταν φανερό ότι όλα τα σκέπαζε μια χρυσή βροχή από αναμνήσεις που έρχονται να ταράξουν τα στάσιμα νερά της λήθης.
Λες και ήταν χθες.
Δεν ήταν βέβαια.
Θυμήθηκε μια ιστορία που του ‘χε πει κάποτε ο γέρος πάππους του, που παραπονιόταν πως η ζωή του ήταν τόσο σύντομη που του φαινόταν ότι μόλις μια μέρα πριν ήταν παιδί. Ο γέρος του είχε πει. «Θυμάμαι τα καινούργια παπούτσια που φόρεσα όταν ήμουν δέκα χρονών. Μου φαίνεται σα να ‘ταν χθες. Που πήγε ο χρόνος;»
Ο χρόνος συνεχίζοντας το αιώνιο και ακούραστο ταξίδι του μας αφήνει πίσω του να ζούμε με τις νοσταλγικές αναμνήσεις μας.
Η κάθε αναδρομή σε ότι βρίσκεται θαμμένο στους απέραντους κάμπους του χρόνου, είναι συγκινητική και οι μνήμες αυτές δεν πρέπει να φθείρονται, αλλά να διατηρούν την ομορφιά και την αξία των χρόνων εκείνων. Τότε που παιδιά αμέριμνα και ξυπόλητα, ξέγνοιαστα και πεινασμένα γυρνούσαν στις γειτονιές, στους δρόμους και στα χωράφια, χωρίς τους φόβους και του κινδύνους. Τότε, που τα χρόνια ήταν τόσο πλούσια σε... φτώχεια.
Έχει περάσει καιρός από τότε. Πολύς καιρός, από τα δύσκολα χρόνια, τα χρόνια της μετανάστευσης που οι κάτοικοι της ελληνικής υπαίθρου, σαν τα πουλιά σκορπίσανε και χαθήκαν στους ορίζοντες των μεγάλων αστικών κέντρων της χώρας.
Τι τους έβγαζε από τον τόπο τους, δεν ήταν και δύσκολο να το μαντέψεις.

Ελληνικό Επιδαύρου Λιμηράς Λακωνίας. (Οικισμός Παναγίτσα)**

Χίλια εννιακόσια πενήντα οκτώ.
Ήταν οκτώ χρονών, ο μεγαλύτερος (από τ' άλλα δυο αγόρια), γιος της οικογένειας.
Ένα μικρό αγόρι, ψηλό, λιπόσαρκο, σα λιγνό κυπαρισσάκι 'ταν το μπόι του, με θεληματικό πιγούνι, καστανά μαλλιά και έξυπνα ερευνητικά σκούρα μάτια. Είχε γεννηθεί στην ενδοχώρα σ’ ένα μικρό χωριό μιας πάμπτωχης περιοχής του ελληνικού Νότου στις ανατολικές άγονες πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα.
Μία δυσπρόσιτη περιοχή που είχε παραμείνει ανόθευτη και αληθινή.
Χωριά φωλιασμένα στα βουνά. Δεν υπήρχε εύκολος δρόμος να διαβείς, υπήρχαν όμως εκατοντάδες μονοπάτια. Δεν υπήρχαν αριστουργηματικά χωριά, υπήρχαν όμως μια χούφτα ξωμάχοι που αντιστέκονταν στον χρόνο, άνθρωποι φιλόξενοι, ταπεινοί, καταπονημένοι, αλλά περήφανοι για την καταγωγή τους.
Μιλάμε για εν’ από κείνα τα βουνίσια χωριά, που σκαρφαλώνουνε στην πλαγιά του βουνού κι είναι όλα τα ίδια. Όμορφα, μα φτωχά και μίζερα κι αφημένα στην τύχη τους κι από θεούς κι ανθρώπους. Απόμερο, ξεχασμένο χωριό, που σχεδόν είχε κι αυτό ξεχάσει τ’ όνομά του.
Δεν του χρειαζότανε, λες και του ’πεφτε βάρος.
Η ορεινή ύπαιθρος ήταν εγκαταλειμμένη, μια άγονη γη θανάτου, γεμάτη με πέτρα που λουζόταν από το ανελέητο εκτυφλωτικό φως του Ήλιου. Οι λιγοστοί κάτοικοι πάλευαν με κόπο και ιδρώτα να κερδίσουν την ζωή τους στη χέρσα γη από τα χαράματα μέχρι το βράδυ, καλλιεργώντας λίγες ελιές, λίγες συκιές, μερικά αμπέλια και ελάχιστα περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα και λαχανόκηπους.
Παιδεύονταν για το ψωμί, για το καρβέλι. Δύσκολο πράμα όμως.
Υπήρχαν ακόμη κάμποσες ιδιοκτησίες στις μικρές κοιλάδες με μεγαλύτερα λιβάδια που καλλιεργούσαν όσπρια και σιτηρά, αυτά άνηκαν σε πολύ λίγους προνομιούχους νοικοκυραίους του χωριού.
Στενοί χωματόδρομοι και φιδογυριστά μονοπάτια που θύμιζαν λαβύρινθο από μυρμηγκοφωλιές συνέδεαν τους μικρούς οικισμούς με την καλλιεργήσιμη γη. Οι απαιτούμενες μεταφορές προσώπων και αγαθών γίνονταν με μουλάρια άλογα και γαϊδουριά. Η σταδιακή ανάπτυξη που σημειωνόταν με το πέρασμα των χρονών στα βορειότερα της Λακωνικής πεδιάδας του Ευρώτα δεν είχε ακόμη κάνει το άλμα της στις τοπικές κοινωνίες του Νότου. Στους μικρούς και απομονωμένους οικισμούς οι κάτοικοι συνήθιζαν να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους με τη μέθοδο της αγροτικής οικονομίας και, όσο να το κάνεις, βολευόταν κάπως η κατάσταση.
Φτωχοί άνθρωποι οι περισσότεροι, είχαν την  ανάγκη ο ένας του άλλου.
Έτσι όταν ήθελαν  να καλλιεργήσουν τη γη, συνήθως συνεταιριζόταν .
Όταν είχε κάποιος ένα ζώο «καματερό» βόδι ή μουλάρι, το  έκανε ζευγάρι μ’ άλλον και με αυτό όργωναν και έσπερναν τα χωράφια και των δύο.
Στο θέρισμα που χρειαζόταν πολλά χέρια, βοηθούσαν όλοι.  Το ίδιο γινόταν και στο αλώνισμα.
Δύσκολα χρόνια, και η γη λίγη στο μερτικό τους και φτωχή, αδυνατούσε να τους θρέψει και να τους χαρίσει μια ζωή σύμφωνη μ' εκείνη που ο καθείς φτιάχνει στα όνειρα του. Τότε ο κόσμος έφευγε και πήγαινε μακριά, στην ξενιτιά, να βρει την τύχη του. Είδε κι απόειδε ο φουκαράς ο πατέρας του και πήρε τη μεγάλη απόφαση. Το απεφάσισε λοιπόν, σαν αστραπή έγιναν όλα, και σαν σε όνειρο.
Πούλησε και την μικρή οικία τους με τον όμορφο φούρνο, κι από κοντά και το κτηματάκι δίπλα στο φούρνο με τις αγκινάρες πούλησε και το μικρό περιβολάκι πίσω από την μικρή λιμνούλα. Μιαν αγάπη βαθιά, πλατιά, απέραντη ήταν κείνη που ένιωθε στα στήθια του γι’ αυτό το μικρό περιβόλι, με τα λίγα δέντρα στα σύνορα του.
Όλα για ένα κομμάτι ψωμί, για τα ναύλα της φαμίλιας με προορισμό τη Λαμία.
Χαλάλι ας του γίνονταν του φίλου του, τ' αδερφικού, που τα παρέλαβε.

Το ηλιοβασίλεμα έκανε διαβολεμένη ζέστη, αλλά εκεί στο ακρογιάλι της τσιμεντένιας προβλήτας το θαλασσινό αεράκι κρατούσε την θερμοκρασία σε ανεκτά επίπεδα.
Παρ’ όλα αυτά είχαν λουστεί στον ιδρώτα καθώς επιβιβάζονταν στη λέμβο που θα τους μετέφερε στο μεγάλο καράβι, που σαν κάτασπρο κάστρο, πάμφωτο, επιβλητικό και περήφανο, είχε φουντάρει άροδο στο αγκυροβόλιο στον ανοικτό κόρφο. Όταν η λέμβος ξερεμεντζάρησε κ' έβαλε πλώρη το ανοικτό πέλαγος και απομακρυνόταν από την ακτή μαζί της απομακρυνόταν και ίσως έφευγε για πάντα, το μικρό φτωχό χωριό, το πρώτο του σχολείο, η μικρούλα λίμνη με το λιγοστό τρεχούμενο νερό που άρδευε τα περιβόλια του οικισμού..
Πριν γνωρίσει τη θάλασσα γνώρισε τη μικρή τεχνητή λίμνη στα δυτικά όρια του οικισμού τους, κάτω από τη σκιά ενός γιγάντιου αιωνόβιου πλατάνου.
Πυκνοί θάμνοι από βάτα, σφεντάμια, φτέρες και ένα πλήθος από ανθοφόρα φυτά πλαισίωναν τριγύρω την όμορφη, ήρεμη, ασημένια μικρή λιμνούλα με καθάρια νερά, που ξεπρόβαλλε πίσω από τον αιωνόβιο πλάτανο στο τέλος μιας διχάλας από το στρατί που φιδοσερνόταν εμπρός του. Τα πανέμορφα και πολύχρωμα λουλούδια, τα υδρόβια φυτά που επέπλεαν, δημιουργούσαν μια πανδαισία χρωμάτων, και ο συνδυασμός των αρωμάτων με τις χιλιάδες ευωδιές να κατακλύζουν τα πνευμόνια σου.

"Τα σφεντάμια και οι φτέρες είναι ακόμα αδιάφθορα,
Αλλά χωρίς αμφιβολία, όταν αποκτήσουν συνείδηση
Θ’ αρχίσουν κι αυτά να καταριούνται και να βρίζουν."

Στοιβαγμένες εικόνες στα θολά διαμερίσματα της μνήμης, αβίαστα προβάλλουν εμπρος του.
Εικόνες της εποχής  μόλις που περπάτησε καλά, και στιγμή δεν εκαθότανε. Έτρεχε μες στα πεζούλια στις πλαγιές και ήταν ελεύθερος σαν τον άνεμο, χαρούμενος σαν την Άνοιξη και ανέμελος σαν το Καλοκαίρι.
Της  εποχής που πότιζε το μικρό μποστάνι τους και έτρεχε ξέγνοιαστος, τσαλαβουτώντας μέσα στα νερά  με το κοντοβράκι του και με το μακρύ το φτυάρι στα αδύνατα χέρια του, να αλλάζει τα κανάλια του ποτιστικού νερού ανάμεσα στα παρτέρια με τα λαχανικά και τις κολοκυθιές τις φορτωμένες πορτοκαλιά λουλούδια, μεγάλα σαν χάλκινες τρουμπέτες, ευτυχισμένος όπως το πουλί απάνω στο κλαδί του. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού, κάθονταν  στον ίσκιο κάτω από το μεγάλο πλάτανο, που πάνω στα κλαδιά του πετούσαν και κελαηδούσαν πουλιά, και τα χελιδόνια βουτούσαν χαριτωμένα πίνοντας το δροσερό νερό της λιμνούλας.
Τ' ήταν ο κόσμος τότε γι' αυτόν παρά ένα περιβόλι απέραντο, καταπράσινο και μοσχοβολημένο περιβόλι, με τη φύση να βρίσκεται στ’ αποκορύφωμα της λάμψης της, απ’ του ήλιου τις χρυσές ακτίνες.
Είναι μια ηδονή που δεν ξεχνιέται εύκολα απ' όσους την ένιωσαν. Όλα αυτά μνήμες και γεύσεις, μυρωδιές, ακοές, οράματα και αφές των παιδικών μας χρόνων που μας δυναστεύουν μιαν ολάκαιρη ζωή.

"Με της σκέψης τα πλάνα φτερά
στο χωριό μου τρέχω να φτάσω.
Στης λιμνούλας τ’ ασημένια νερά
τ’ όνειρό μου σφιχτά ν’ αγκαλιάσω"


Σήμερα μια ζωγραφιά, ένα κάδρο, η γαλήνια ομορφιά του τοπίου είναι πάντα στο νου του, με τη σιλουέτα του μικρού σπιτιού τους, και τον λιθοχτισμένο φούρνο δίπλα στη γέρικη αμυγδαλιά. Βρισκόταν στην νοτιοανατολική πλευρά του οικισμού κι είχε μπρος του χαντάκι. Ανάβαθο. Το χαντάκι γκρίζες πέτρες και βράχοι. Μερικές γκορτσιές εδώ και εκεί, φραγκοσυκιές και λίγα σκοίνα. Το ένα σε απόσταση από το άλλο. Με τον ερχομό της άνοιξης θρασομανούν τ’ αγριάγκαθα και το χαντάκι γεμίζει γαλάζιους ίσκιους. Θάμνοι γυμνοί, αγκαθωτοί και ξερά χόρτα που δυναστεύουν το τοπίο. Και για την ανάγκη τους χρησίμευε και για το σκουπίδι.  Ένα ταπεινό χαμόσπιτο, φτωχικό, πέτρινο σπιτάκι με κεραμίδια, με την αυλή στο νοτιά χωρίς μαντρότοιχο. Δίπλα στο σπίτι ήταν ένα καλύβι χτισμένο με ξερολιθιά, για αποθήκη που έβαζε η φαμίλια τα φτωχικά εισοδήματα τους, καρπούς, σιτάρι, το λάδι και το κρασί που έβγαζε η γη τους, «τα λιγοστά χτήματα τους», οι κόποι κι ο ιδρώτας τους. Πίσω από την αποθήκη, ήταν κι ένα άλλο καλύβι που έβαζαν τα ζωντανά μερικές κότες και γαλοπούλες, δυο κατσίκες, μια γαϊδουρίτσα και ένα εξαίσια όμορφο κατάμαυρο άτι μ’ ένα λευκό αστέρι κόσμημα στο μέτωπο του.
Οι νοσταλγικές αναδρομές έρχονται σα μυροβόλο αεράκι να τον δροσίζουν με τις αναμνήσεις του, η σκέψη του ατενίζει το με ιδιαίτερη χάρη το παραδοσιακό πανηγύρι του Άγιου Παντελεήμονα στην μικρή πλατεία του οικισμού.
Ο Άγιος Παντελεήμονας ακόμη και σήμερα είναι ένα μικρό εκκλησάκι χτισμένο στο ψηλότερο σημείο ενός υψώματος προστάτης φύλακας του οικισμού, με απόλυτη θέα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, για ν’ αγναντεύει τα βουνά του τόπου, περιτριγυρισμένο απ’ τη μοναδική πλατεία του οικισμού πάνω στο λόφο. Τέτοιες μέρες ολάκερο το χωριό σηκώνεται στο ποδάρι, και βουίζει από κίνηση και ζωή.
Οι καμπάνες χτυπάνε χαρούμενα.
Πλήθος κόσμου μαζεύετε μαζί την γιορτή του Αγίου Παντελεήμονα. Τα τραπεζάκια και οι καρέκλες στήνονται από τα χαράματα στον περίβολο του ναού, όταν ακόμα ο νυχτερινός ίσκιος σέρνεται απάνου στην ολόστρωτη άπλα του λόφου, που ανατριχιάζει κάθε τόσο με τις αλαφρές ριπές του ανέμου και παίρνει όλους τους τόνους τού γαλάζιου και του ρόδινου. Με τον ήλιο που ανηφορίζει, η πρωινή άχνα μαζεύεται στις άκρες του ορίζοντα, όσο να χαθεί ολότελα. Κι όλα αποθεώνονται μέσα στο χρυσό φως, σχήματα, όγκοι, απλωσιές και ψηλώματα` σπίτια, δέντρα, πλαγιές. Τα νερά της μικρής λίμνης αστράφτουνε, οι πέτρες κι ο αέρας αστράφτουνε.
Θυμάται τα πρώτα χρόνια που ένοιωθε τώρα πια τον εαυτό μου. Ήξερε πως ήταν φτωχοί, πως οι άνθρωποι έπρεπε να δουλεύουν για να ζήσουν, πως γι’ αυτό δούλευαν οι γονείς του την χέρσα γη, και πως σα μεγαλώσει θα δούλευε κι αυτός. Δηλαδή το ’ξερε, καθώς ήξερε πως κάθε βράδυ βασιλεύει ο ήλιος και χάνεται πίσω από το Μεγάλο Ρέμα. Το γιατί τους, δεν το απείκαζε. Στα παιδικά τα χρόνια τα παίρνουμε καθώς φαίνονται όλα. Ζωγραφιές μαζεύουμε, και τίποτα άλλο. Μα αυτό δεν πάει να πει και πως δεν ένοιωθε το κόσμο.
Και ήρθε μια μέρα στο τέλος του καλοκαιριού που οι γονείς του είπαν πως είναι καιρός ν’ αρχίσει να μαθαίνει γράμματα, καθότι «Άνθρωπος αγράμματος ξύλο απελέκητο».
Φθινόπωρο, ο τόπος χλοϊσμένος, ήσυχος, οι χωρικοί  ετοιμάζονταν για το όργωμα, τη σπορά και τα ξεχερσώματα, τα κοπάδια βοσκούσαν στις πλαγιές.
Με το γλυκοχάραμα της αυγής, στο πρώτο λάλημα του πετεινού ξεκινούσε για το σχολειό.  Έπαιρνε το δρόμο για το χωριό την έδρα του οικισμού πίσω από την άλλη μεριά του αντικρινού λόφου. Ανηφορίζοντας το δυτικό λόφο του οικισμού προσπερνούσε ένα μικρό δασύλλιο από χαρουπιές με πλούσιες φυλλωσιές, που τις λίκνιζε ο άνεμος. Ένοιωθε μια δροσιά στην ψυχή του σαν ανάλαφρη πνοή, μεθυσμένος από τους χυμούς της φύσης.Το χώμα είναι παντού νοτισμένο. Ο ήλιος τραβά το πρωί απ’ τη χλόη την υγρασία που τη βλέπεις ν’ ανεβαίνει σχηματίζοντας διαφανές κουρτίνες κάτω απ’ τις φυλλωσιές.
Φτάνοντας στην κορφή παρατηρούσε πως όλη η έκταση γύρω από την άλλη μεριά ήταν το Μεγάλο Ρέμα, η κοιλάδα που χωρίζει τον λόφο του οικισμού από το χωριό. Εκεί βρίσκονται σκόρπια μικρά καλλιεργήσιμα λιβάδια, πολλά δέντρα από ελιές, συκιές, αμυγδαλιές, και παράμερα, ξεχασμένο κομμάτι του Παραδείσου, δένδρα πυκνά το ένα πλάι στο άλλο, ένα δάσος από ορεινά κυπαρίσσια που βρέθηκε δω ανάμεσα στα βουνά. Οι πλευρές της κοιλάδας ορθάνοιχτες, να βλέπουν στο μακρινό ορίζοντα μια υποψία θάλασσας. Μια και μπεις σ’ αυτή τη φωλιά, σαν πουλί σπαρταράει η ψυχή σου, σε μεθάει το θυμάρι οι κουμαριές, κι η λυγαριά. Άφησε που σε κουφαίνουν τα κοπάδια τριγύρω με τα κουδούνια τους, σου δίνουν καινούργια ζωή, που σε κάνει κι ανασαίνεις πιο εύκολα.
Πολλές φορές οι νοτιάδες έφερναν σύγνεφα το ’να πίσω από τ’ άλλο στη κοιλάδα, μα όταν που ξαστέρωνε λιγάκι ο ουρανός, ήταν ο ήλιος όσο δεν παίρνει χρυσαφής, κάτι σα μέλι φωτεινό ξεχυνόταν στο Μεγάλο Ρέμα.
Στο Μεγάλο Ρέμα ήταν και μια απαλή πλαγιά μέχρι το βάθος της κοιλάδας, υπήρχε κει κοντά σ’ ένα γούπατο επικλινές μι’ άπλα, μια στενή λωρίδα γης, που κατέληγε σε μια ρεματιά, ένα φυσικό κανάλι για να φεύγουν τα βροχόνερα και τα λιγοστά νερά από τις γύρω πήγες που αναβλύζουν τη άνοιξη.
Η γη στην κοιλάδα και στις λοφοπλαγιές ήταν μοιρασμένη σε μικρά χωράφια και καλλιεργήσιμη, και ολόγυρα της στα ψηλώματα φαγωμένα βουνά, στο σύνολο της δημιουργούσε το αίσθημα της γύμνιας. Από αυτό το μέρος περνούσε ένα στριφτό μονοπάτι που ανηφορίζει μέχρι την κορυφή του φαραγγιού, είναι στενό, κακοτράχαλο και γεμάτο νεροφαγώματα.
To μονοπάτι που οδηγούσε στο χωριό τα Κουλέντια.
Ήταν ένα απομεσήμερο στα τέλη της άνοιξης που βρισκόταν σ’ ένα γυμνό πλάτωμα της ρεματιάς, στο γυρισμό από το καθημερινό σχολειό του.
Μια ώρα δρόμο με τα πόδια.
Φυσούσε απαλό βοριαδάκι στο πρόσωπο του, ένα υπέροχο ουράνιο τόξο είχε στηθεί πάνω από τη ρεματιά, κυματιστή βροχή έπεφτε απαλά γύρω του.
Ένα θέαμα μαγευτικό.
Στο φαράγγι υπήρχε άφθονο νερό από τις τελευταίες βροχές του Απρίλη.
Η δυνατή μυρωδιά από τις ιτιές της ρεματιάς και της υγρής κοπριάς γέμιζαν τα ρουθούνια του. Το μουρμουρητό των μικρών χείμαρρων έφτανε στα αυτιά του. Τα σύννεφα ψηλά στη δύση έμοιαζαν μπαμπακένιες τούφες σκορπισμένες στον ουρανό.
Στάθηκε μια στιγμή να αφουγκραστεί.
Όχι αυτό δεν είναι μουρμουρητό χειμάρρου. Για μια στιγμή στάθηκε ακίνητος αγναντεύοντας το δρόμο με προσοχή. Όλη του η ψυχή είχε πάει στα μάτια. Ανοιγμένα, ακίνητα δεν έκαναν δεξιά ούτε αριστερά. Καρφώνονταν με δύναμη στο μεγάλο νερόλακκο στην άκρη του μονοπατιού εκεί που το διέσχιζε ο μικρός χείμαρρος και ζήταγαν απαντήσεις. Το θέαμα του ‘φερε ανατριχίλα. Ο Μπάρμπα Παναγιώτης ο γείτονας τους ένας εβδομηντάρης ψηλός, λεβεντόκορμος και καλοσυνάτος γέροντας, κείτεται μέσα στη μεγάλη γούρνα που είχε σχηματίσει ο χείμαρρος, ανακυλιέται ξαπλωμένος στα νερά μ’ ορθάνοικτα χέρια και πόδια.
Βογγάει βαριά. Λιποθυμισμένος ημιθανής.
Προσπάθησε να του μιλήσει του γέροντα, αλλά μάταια μόνο μικρά μουγκρητά ήταν η απάντηση που έφτανε στ’ αφτιά του.
Ξυπολήθηκε και βούτηξε στα ρηχά νερά της γούρνας, προσπάθησε να τραβήξει το κορμί έξω από το χείμαρρο χωρίς αποτελεσματικότητα, δεν τα κατάφερε, έσκυψε το κεφάλι του, δεν άντεχε άλλο κουράστηκε, είχε εξαντληθεί. Το τεράστιο σώμα του γέροντα είχε γίνει δυο φορές βαρύτερο με τα βρεγμένα και λασπωμένα ρούχα του, μάταιος κόπος να τον ανασύρει να μην πνιγεί.
Έμεινε να κοιτάζει ανήμπορος.
Ήταν πρώτη του φορά που άκουγε άνθρωπο να βογκίζει έτσι.
Ένοιωθε τους σπασμούς του κι άκουγε τη βαριά ανάσα του. Ήξερε πως αν δεν τον ανασύρει ήταν χαμένος. Σωριάστηκε στην άκρη, ένοιωθε ασφυξία από την προσπάθεια.
Δεν μπόραγε πια, δεν άντεχε..
Και βρισκόταν μόνος, η σαγήνη του τοπίου γύρω ήταν μόνο μια ψευδαίσθηση, τίποτα δεν συγκρινόταν με την αγωνία και τη μοναξιά της στιγμής αυτής, η θλίψη του ήταν αβάσταχτη.
Ένοιωθε στο λαιμό του την αγωνία του πάθους για την ζωή που χαροπαλεύει εκεί μπρος του, αρνιόταν να την αποχαιρετήσει.
Ανακάθισε ξαφνικά με τους αδύνατους μύες συσπασμένους. Στριφογύρισε και αφουγκράστηκε προσεκτικά. Μια αναλαμπή ένας σχεδόν αδιόρατος ήχος τον διαπέρασε, ερχόταν από το βόρειο μέρος της πλατωσιάς, μέσα απ’ το σύδεντρο, άκουσε θόρυβο.
Ήταν ο Κύριος Λουκάς νοικοκύρης τρανός από το χωριό έκοβε ξύλα για το τζάκι του.
Αναγάλλιασε. Τι τύχη κι αυτή.
Το λιγνό κορμί του τρανταζόταν από του λυγμούς. Έτρεξε προς την άκρη του κτήματος με ανοικτά τα χέρια σα να ‘τρεχε να αγκαλιάσει κάποιον. Τα χείλη του σάλευαν, χαμηλόφωνα. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Όμως τότε μια εξωτερική δύναμη τον κυρίεψε, σήκωσε το κεφάλι και μίλησε δυνατά, η φωνή του ήταν πνιχτή και στεγνή σα βήχας.
«Τρέξε βοήθεια ο μπάρμπα Παναγιώτης πνίγηκε».
Ένοιωθε ένα αίσθημα φυσικής αγωνίας, ανάμικτα πόνο και ευχαρίστηση τόσο έντονα που μπόρεσε βρει τόσο ανέλπιστα βοήθεια. Δεν ξεχώριζε καλά ολόγυρα του, ήταν σα να 'βλεπε γύρω του τα βράχια, τη ρεματιά τα δένδρα μέσα από τα τοιχώματα μιας ομίχλης.
Μόλις καταλάγιασαν, ο ήλιος κόντευε να δύσει. Το ηλιόφως ανάλαφρο πορτοκαλί πέρα στα μακρινά βουνά του βορρά είχε σκοτεινιάσει. Μ’ όλη την ομορφιά του, το τοπίο ήταν θλιμμένο μοναχικό, του έφερνε την αίσθηση ενός ανεμόδαρτου ερήμου κόσμου.
 Ο μπάρμπα Παναγιώτης, εκτός του ότι ήταν παλικάρι στις χειρονακτικές εργασίες, ήταν και γερό ποτήρι. Ποτέ δεν έλεγε όχι στο κρασάκι του Θεού και τιμούσε πάντα με την παρουσία του τους φίλους που τον προσκαλούσαν.
Την επομένη μάθανε ότι συμμετείχε σε κρασοκατάνυξη στο χωριό και επίστρεφε στον οικισμό καβάλα στο γαϊδούρι του. Εκεί στο πέρασμα του χειμάρρου το συμπαθές αλλά αφιλότιμο το ζώο ξεφορτώθηκε το βάρος που κουβαλούσε.
Αν κανείς δεν τον ετύχαινε, να τον απελευθερώσει τότε ήταν καταδικασμένος, εκεί στην άκρη της γούρνας στη ρεματιά. Τα βροχόνερα που κατέβαιναν από τη πλαγιά, συνέχιζαν να ανεβάζουν τη στάθμη, γίνονταν χείμαρρος ορμητικός, θα τον παρέσερναν μαζί τους.
Θυμάται τα λόγια του γέροντα καθώς τον κοίταζε, χαρούμενος, ζωηρός μέρες αργότερα. Ο γέροντας ξεχειλίζοντας χαρά, απ’ τη μεγάλη του τύχη, που έσμιξαν οι δρόμοι τους και είχε αίσιο τέλος το θλιβερό του ατύχημα, τον κτύπησε στοργικά στην πλάτη. Τα μάτια του άστραφταν γαλήνια. Η φωνή του ήταν τρυφερή. Χωρίς ν’ αστειεύεται, ακουγόταν ευγενική και στενοχωρημένη.
«Η μοίρα όλων μας είναι εδώ και ξέρουμε πως είμαστε δέσμιοι της δύναμης της. Κάνεις δεν ξέρει το γιατί. Είχα όμως μεγάλη τύχη, που εσύ βρέθηκες και στάθηκες κοντά μου, στην καμπή της μοίρας μου». Μίλησε κάμποσο ακόμη για τα χθεσινά, και για το πώς οι μοίρες τους ήταν αλληλένδετες, και ότι ήταν ο ευεργέτης του.
Ένα κύμα ευτυχίας τον αγκάλιασε, έσκυψε το κεφάλι χαμογέλασε ντροπαλά, με ταπεινότητα. Ήταν η πρώτη του φορά που άκουγε τον Μπάρμπα Παναγιώτη να μιλάει έτσι. Τα λόγια του τα εξέλαβε για ευχαριστίες. Η ζεστασιά που ένοιωσε θα μείνει για πάντα ζωντανή σ’ όλη του τη ζωή.
Στη μέσα στην ανηφόρα της δυτικής πλαγιάς του ρέματος που οδηγούσε στο χωριό, σ’ ένα σταυροδρόμι, νερό γάργαρο καθάριο ανάβλυζε στη βάση ενός βράχου, νεροκολοκύθες κομμένες στα δυο υπήρχαν στο πλάτωμα της μικρής πηγής για τους κουρασμένους στρατοκόπους και τους διαβάτες που βάδιζαν τα ανηφορικά μονοπάτια.
Σταματούσαν εκεί για λίγο στο διάβα τους κάθονταν αναπαυτικά στο πεζούλι κάτω από τον ίσκιο της αχλαδιάς έπιναν το γάργαρο νερό να ξαποστάσουν και να μαζέψουν δύναμη που χρειάζονταν να συνεχίσουν το ταξίδι. Ταυτόχρονα στον δροσερό ίσκιο καθισμένοι, χαϊδεύοντας μαλακά το υγρό χώμα της αγαπημένης γης, μπορούν να κολυμπήσουν μέσα τους και να ξεκινήσουν τον εσωτερικό τους διάλογο. Ν’ απλώσουν τα φτερά της αντίληψης και να πετάξουν στην απεραντοσύνη, στην αντανάκλαση του απερίγραπτου κενού που περιέχει τα πάντα.
Η μοναξιά που δημιουργεί το γυμνό τοπίο, ελευθερώνει το πνεύμα, μιλεί στις αισθήσεις των ανθρώπων, δείχνει το μονοπάτι της συνάντησης με μια ψιχάλα από κόκκους της γνώσης. Είναι οι στιγμές που η γαλήνη πλημμυρίζει τις κουρασμένες ψυχές, σαν το νερό που πέφτει πάνω στη χέρσα γη και την κάνει να βλαστήσει.  Μια αρχέγονη σχεδόν μεταφυσική αίσθηση τον ωθεί να ζωντανέψει με την φαντασία του, τους ανθρώπους που ζούσαν, πολεμούσαν, για την επιβίωση τους σ’ αυτό το τόπο. Σ' αυτή την σκληρή γη κάθε πέτρα κι ένας σιωπηλός μάρτυρας του ιδρώτα τους.
Συγκεντρώνοντας νηφάλια τις αναμνήσεις παρασύρεται στα περασμένα γεγονότα που σήμαινε ότι κατόρθωνε να δει και να αισθανθεί μέσα από τις αισθήσεις του την περιγραφή του κόσμου της εποχής εκείνης. Το τοπίο φαντάζει ανεμοδαρμένο, γυμνό,ιδίως το καλοκαίρι, η φύση μοιάζει να έχει παραμείνει αναλλοίωτη στον πέρασμα των χρόνων. Οι εικόνες είναι τόσο φευγαλέες που του διαφεύγουν οι λεπτομέρειες, στη περιγραφή μιας εποχής όπου η φυσική επικοινωνία στις κοινότητες ήταν κάτι ολότελα φυσικό να είναι δύσκολη. Ίχνος, σημάδι, δεν υπήρχε από κάποια μηχανή της σημερινής μας εποχής στα μέρη εκείνα
Ήταν οι εποχές που κάτω απ’ την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού άρχιζε η κοπιαστική διαδικασία του θερισμού με το δρεπάνι στο ένα χέρι, με την παλαμαριά στο άλλο.
Στα ψηλώματα στους λιβαδότοπους συναντούσες πέτρινα κυκλικά αλώνια, σε τοποθεσίες επιλεγμένες, σε μέρη ανοιχτά που τα έπιαναν οι καλοκαιρινοί νοτιάδες.
Οι «ντραλίκοι», μεγάλες πέτρες όρθιες τοποθετημένες κυκλικά στ’ αλώνι να οριοθετούν το χώρο και να μην διασκορπίζονται τα στάχια.
Στη ντάλα του καλοκαιριού, καλότυχοι θεωρούνταν όσοι κοντά στο αλώνι τους είχαν κάποιο μεγάλο δέντρο στον ίσκιο του να ξαποσταίνουν

Στριφογυρίζει τ’ άλογο στο στρίγερο τριγύρα,
τ’ αστάχυα καλοπάτητα ξεγδύνουν τα κεφάλια
και δείχνουν, του γεωργού χαρά, τη σιταροπλημμύρα.


(Η καλλιέργεια του σταριού και του κριθαριού ξεκινούσε το Δεκέμβριο και αποτελούσε  για το χωριό τον ουσιαστικό κύκλο ζωής του. Ο κύκλος αυτός συνεχιζόταν με τη συγκομιδή, και την άλεση.)
Σήμερα τ' αλώνια είναι κορνίζα μιας άλλης εποχής.
Μον’ στις ρούγες του χωριού περιπαιχτικά την παροιμία πλάθουν.
«Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ' άχερα στ' αλώνι, γιατί τα παίρνει ο άνεμος και δεν τα συμμαζώνει».
Ήταν και εποχές που το λιοπύρι ήταν ανυπόφορο, καμίνι ολόφλογο, έπεφτε και τρυπούσε τη σάρκα σαν βροχή από βελόνες. Άνεμος δε φυσούσε, τα φύλλα των δέντρων δε σαλεύανε, τα λίγα νερά της μικρής λιμνούλας ακίνητα λαμποκοπούσανε, σαν από μέταλλο ή από λάδι, και στους γύρο λόφους τ' αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα, τα σφεντάμια και οι φτέρες άτρεμα φαίνονταν πεθαμένα, τα πουλιά χωνόντανε βαθύτερα, λούφαζαν μέσα στα κλαριά, η γη είχε καταξεραθεί. Μόνο το φλύαρο τραγούδι του τζίτζικα, φωνή της λαύρας χυνότανε ολούθε. Μα η ζωή ακολουθούσε υπομονητικά το δρόμο της, και στο χωριό έβγαιναν για λιτανεία κάτω από τον θερμό ήλιο που ακτινοβολούσε θαμπωτικά.

Σφύριζαν μαζί το καράβι και οι λέμβοι στους ταξιδεμένους. Σφύριζαν το φευγιό.
Για όσους ήτανε να φεύγουνε. Να πάνε μακριά σε άλλους τόπους. Σε τόπους που τους περιμένανε. Τα μαντίλια ανέμιζαν απάνω στο μουράγιο.
Ο ήλιος τραβά δυτικά πίσω απ’ τα ψηλώματα τις τελευταίες του αχτίνες, κι οι ίσκιοι πέφτουν βιαστικοί στα κύματα της λακωνικής ακτής.
Ανατολικά βρίσκεται το Μυρτώο Πέλαγος, το πλοίο σηκώνει άγκυρα χαράζει πορεία στον ανοικτό ορίζοντα.
Η Παλιά Μονεμβασιά, νότια του μεγάλου βράχου, μένει πίσω τους.
Ο ουρανός ήταν καθαρός, τα πρώτα άστρα φανήκαν στο στερέωμα.
Το σούρουπο έδωσε τη σκυτάλη στην νύχτα που μοσχοβολά την υγρή οσμή της θάλασσας και το φεγγάρι ένας χρυσαφένιος δίσκος, αναδύεται πέρα στον μακρινό ορίζοντα έτοιμο κι’ αυτό να αρχίσει το ταξίδι του στον ουρανό, φτάνοντας πέρα, στους μακρινούς ωκεανούς, στις μακρινές θάλασσες, κι αυτός συλλογιέται ακουμπισμένος στην κουπαστή την αναχώρηση, φέρνει στα μάτια του τη γη που γεννήθηκε ν’ απομακρύνεται μέσα στ' απόνερα από αφήνει πίσω της η προπέλα του «Ποσταλιού».

Το μακρινό ταξίδι μόλις είχε ξεκινήσει.
Ήταν το πρώτο του βήμα.

Υ.Γ.

Κάθε τι που κάνουμε κάθε τι που είμαστε στηρίζεται στην προσωπική μας δύναμη και θέληση. Αν έχουμε αρκετή τότε και η πιο απλή μας ενεργεία μπορεί να ‘ναι αρκετή ν’ αλλάξει το δρόμο της ζωής μας, να ξεπεράσει και να διευρύνει τα σύνορα μας. Μον’ η επιτυχία να μη γίνει έμμονη ιδέα. Αν κάποιος θέλει να επιτύχει κάτι, η επιτυχία πρέπει να ‘ρθει ομαλά, με μεγάλη προσπάθεια, αλλά χωρίς καταπόνηση η βασανιστικές ιδέες.
«Όποιος την τύχη του ορίζει,
Βαστάει τα ηνία όλα μαζί.»



Σημείωση:

**Ελληνικό, έως το 1955 ονομαζόταν Κουλέντια, οικισμός (υψόμετρο 500 μέτρα. ) του νομού Λακωνίας.
Διοικητικά ανήκει στον Δήμο Μονεμβασίας και έχει 177 κατοίκους (2001).
Τέως δήμος Ελληνικού 315 κάτοικοι.
Το Ελληνικό [ 177 ]
Η Παναγίτσα (Βουβουτσέλια) [ 15 ]
Τα Φούτια [ 123 ]


Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

Ορχιδέα που ανθίζει στη σέρα

Καλοφτιαγμένος, ψηλός με φαρδιούς ώμους, το σώμα του ήταν δεμένο, είχε εκείνα τα κλασσικά όμορφα μεσογειακά χαρακτηριστικά. Πυκνά καστανά μαλλιά, με μια χωρίστρα που έκανε στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού, καλογραμμένο μεγάλο στόμα, σκούρα μελιά μάτια, λακκάκια.
Ήταν ένας όμορφος νεαρός άνδρας, ολίγο εσωστρεφής είχε περιορισμένους φίλους.
Γεννημένος πριν από 22 χρόνια στις παρυφές του Λακωνικού Πάρνωνα, με το τέλος της στρατιωτικής θητείας στα μέσα της δεκαετίας του 70-80, αναζητούσε τη θέση του στον κοινωνικό ιστό .
Αφού δοκίμασε σε διάφορες , πρόσκαιρες εργασίες στη στεριά, διαπίστωσε με οδύνη ότι δεν ήξερε να πουλάει τον εαυτό µου, ντρεπόταν να τους αφήνει να τον χρησιμοποιούν ως γρανάζι μιας απρόσωπης μηχανής. Οι προγονοί του στην αγκαλιά του Πάρνωνα και του Ταϋγέτου εκεί στην κοιλάδα του Ευρώτα θεωρούσαν την ανδρεία αρετή ισότιμη του έρωτα και της αυτοθυσίας, ήθελε να πιστεύει μια σταγόνα από το DNA τους κυκλοφορούσε και στο δικό του στο αίμα.
Σύντομα βρέθηκε στην Ακτή Μιαούλη με το ναυτικό φυλλάδιο ανά χείρας, είχε τα τυπικά προσόντα προς αναζήτηση εργασίας την εποχή που τα πληρώματα ήταν περιζήτητα στην ελληνική εμπορική ναυτιλία.
Πολύ σύντομα κρατούσε εισιτήρια στο χέρι με προορισμό τον Περσικό κόλπο.
Δόκιμος μηχανικός σ’ ένα ατμοκίνητο γκαζάδικο 20ετιας.
Και καθώς τώρα άρχιζε μια καινούργια καριέρα στη θάλασσα, όλα έδειχναν πως η συνέχεια των σπουδών του που τόσο πολύ επιθυμούσε, ήταν πλέον ένα όνειρο παραγκωνισμένο στο χώρο της φαντασίας.
Ίσως κάποια μέρα.
Ίσως.
Άφηνε πίσω του αρκετά επώδυνα είναι η αλήθεια μια σχετικά αδύνατη σχέση. Υστέρα από μια μεγάλη, γεμάτη ένταση και άφθονα δάκρυα συζήτηση αποφάσισε ότι όλα είχαν τελειώσει. Έτσι κι’ αλλιώς πότιζαν ένα μαραμένο λουλούδι εδώ και πολύ καιρό, του ήταν αδύνατον να αγνοήσει την πραγματικότητα.
Δεν θυμόταν από ποτέ είχε να κλάψει, αλλά ήθελε να κλάψει τώρα.
Έχουν περάσει πάνω από τρεις μήνες που βρίσκεται στο πλοίο και στη σκληρή ζωή της θάλασσας συνθήκες άγνωστες πρωτόγνωρες για τις μέχρι χθες εμπειρίες του.
Το τελευταίο ταξίδι είναι από περσικό κόλπο στη Ευρώπη με περίπλου της Αφρικής.
Ενδιάμεσα σταματήσανε για ανεφοδιασμό καυσίμων στα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου.
Κάποιο πρόβλημα στο πλοίου ανεφοδιασμού τους καθυστέρησε στο αγκυροβόλιο του νησιού περισσότερο από δυο ημέρες.
«Τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου, στον Ατλαντικό Ωκεανό, βρίσκονται δυτικά του πιο δυτικού σημείου της Αφρικής, Το αρχιπέλαγος αποτελείται από δέκα νησιά και πέντε νησάκια, τα οποία διαιρούνται σε προσήνεμες και υπήνεμες ομάδες.
Τα νησιά είναι ηφαιστειακά στην προέλευση, και όλα εκτός από τρία είναι ορεινά. Το κλίμα είναι τροπικό και ξηρό, παρουσιάζοντας λίγη παραλλαγή καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Οι άνεμοι είναι συχνοί, φέρνοντας περιστασιακά σύννεφα άμμου από την έρημο Σαχάρα της Αφρική στην ανατολή. Η βροχόπτωση είναι πολύ μικρή και ανώμαλη. Η βλάστηση είναι αραιή και αποτελείται από τους διάφορους θάμνους, την αλόη, και άλλα ενάντια στη ξηρασία είδη.
Οι παρατεταμένες ξηρασίες είναι ένα αυξανόμενο πρόβλημα για το μικρό αρχιπέλαγος, το οποίο δεν έχει καμία ανανεώσιμη πηγή γλυκού νερού.
Το Πράσινο Ακρωτήριο είναι συμβαλλόμενο μέρος στις διεθνείς συμφωνίες σχετικά με τη βιοποικιλότητα, την αλλαγή κλίματος, την ερήμωση, την περιβαλλοντική τροποποίηση, το νόμο προστασίας θαλασσίου περιβάλλοντος.»
Απογευματινές ώρες βρέθηκε μοναχικός να περιπλανάται τους ήσυχους χωματόδρομους στο νησί, χωρίς πρόγραμμα η σχέδιο στο μυαλό του, είχε αρκετό καιρό να περπατήσει στη στεριά, σήμερα ήταν ελεύθερος όλο το εικοσιτετράωρο.
Στην πραγματικότητα δεν ήταν βέβαιος τι ακριβώς επιθυμούσε, αισθανόταν απλώς να διολισθαίνει σε κάτι για το οποίο δεν ήταν καθόλου σίγουρος τι είναι.
Χαμένος στις σκέψεις , συνέχισε την περιπλάνηση, αναπνέοντας το ζεστό ανοιξιάτικο αέρα και μυρίζοντας ασφοδέλους που ξεπηδούσαν στο έδαφος.
Σκούροι ηφαιστιογενείς βράχοι δίνουν την θέση τους σε περιορισμένα πράσινα τοπία, θαλασσινές εικόνες διαδέχονται τους φτωχούς γραφικούς οικισμούς.
Υπήρχε ένα πανδοχείο που εξυπηρετούσε τους επισκέπτες του νησιού ως επί το πλείστον, και κυρίως τα πληρώματα των πλοίων που σταματούσαν στο αγκυροβόλιο για ανεφοδιασμούς καύσιμων και για φρέσκα τρόφιμα.
Εκεί στον εξωτερικό χώρο είδε το νεαρό κορίτσι, σαν μια ομίχλη που σχηματίστηκε από την ομορφιά της να έχει μπει μπροστά στα μάτια του. Μια λυγερή σιλουέτα, λεπτή και χυμώδης, με ατέλειωτα πόδια, που έδειχναν ακόμη πιο μακριά κάτω από το κοντό λινό αμάνικο φόρεμα που φορούσε και τελείωναν σε ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια, και εάν δεν τα εμπόδιζε το έδαφος θα συνέχιζαν χωρίς τελειωμό παρατήρησε. Μια κρεολή με κορμί κορινθιακού αμφορέα, μύτη μικρή ανασηκωμένη, μάτια αθώα γκριζοπράσινα, πρόσωπο πρωτόγονα αισθησιακό. Όμορφη, ελκυστική, συναρπαστική ακτινοβολούσε το εφηβικό πρόσωπο της.
Είναι αυτό το θεϊκό αποτέλεσμα που φέρνουν οι διασταυρώσεις της Ευρώπης με την Αφρική, στις πολιτισμικές κοινωνίες.
Σκέφτηκε ότι πρέπει να ήταν λίγο μικρότερη του, δεν πρέπει να είχε κλείσει τη δεύτερη δεκαετία της ζωής της.
Στεκόταν εκεί σαν ανθισμένη ορχιδέα στη σέρα, και τον κοιτούσε κατά πρόσωπο με ένα ανυπόμονο και επίμονο βλέμμα, ανησυχητικό. Μια ζώνη που έσφιγγε την λεπτή μέση της αγκάλιαζε τα ονειρεμένα στήθη της.
Ήταν δύσκολο για ένα ξένο να μαντέψει την καταγωγή της. Υπήρχαν σκιές στο πρόσωπο της που ήταν μερικές φόρες μεσογειακές, άλλες κάποιας βόρειας φυλής, άλλες της Αλγερινής Σαχάρας. Τον μάγεψαν τα γκριζοπράσινα σκούρα ματιά και τα σαρκώδη χείλη της, ήθελε να αγγίξει το βελούδινο δέρμα της.
Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν ξανά και μια περίεργη ζεστασιά τον πλημμύρισε.
Έμεινε ασάλευτος προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του.
Δεν υπήρχαν φράσεις που θα την περιέγραφαν τέλεια, του ξεμυάλιζε τα μάτια.
Εκείνη κατάφερε να σπάσει τη σιωπή τους πρώτη.
--Γεια σου.
Την αισθάνθηκε ότι μύριζε σαν φρεσκοκομμένο λουλούδι.
Δίστασε μια στιγμή σαν να μην ήξερε ούτε το όνομα του. Μέσα του έκανε προσπάθειες για να φανεί ευγενικός κι αποφασιστικός, αλλά δεν τα κατάφερνε. Ήταν σαν αποβλακωμένος, λες κι είχε λυγίσει από ένα αόρατο βάρος. Προσπάθησε να μιλήσει, αλλά για μερικά δευτερόλεπτα νόμισε ότι υπήρχε ένα χώρισμα ανάμεσα στο μυαλό και στη γλώσσα του.
Μια αδεξιότητα δεν τον άφηνε να συγχρονιστεί, σαν αποτέλεσμα από ένα αίσθημα τόσο ισχυρό που εμφανίζεται όταν συναντάει μια κοπέλα και δημιουργείται ένας ακαριαίος δεσμός με την πρώτη ματιά.
--Γεια σου ονειρεμένη οπτασία.
--Είσαι από το καράβι;
Το κεφάλι του τον πονούσε καθώς οι σκέψεις πολεμούσαν να βγουν, η μηχανή του χρόνου προσπαθεί να διανύσει ένα ταξίδι στο παρελθόν, να του προσφέρει διαδρομές, να δώσει απαντήσεις.
Έπινε τον παγωμένο καφέ του, και την παρατηρούσε να απολαμβάνει νωχελικά το παγωτό της, στην εξωτερική αλέα του πανδοχείου καθισμένοι κάτω από μια συστάδα δέντρα από τροπικούς μάγκους, όπου ήταν διάσπαρτα τα τραπέζια, προσπαθώντας να προσαρμόσει τις σκέψεις του στα συναισθήματα του.
Η πρώτη επαφή ήταν δύσκολη και για τους δυο τους. Κοιτάζονταν στα κλεφτά λες και θελαν να κατασκοπεύσουν ο ένας τις κινήσεις του άλλου. Κάθε λεπτό που περνούσε έμοιαζε να διώχνει την νευρικότητα στο ξεκίνημα της κουβέντας. Τα συναισθήματα τους γίνονται λέξεις.
--Έχεις εκπληκτικά όμορφα μάτια της είπε.
Χαμογέλασε αυτάρεσκα ,τέντωσε αδιάφορα το καλοφτιαγμένο κορμί της, τον κοίταξε τρυφερά, σούφρωσε παιχνιδιάρικα τη μύτη της και γεμάτη ικανοποίηση γέλασε μελωδικά.
Πόσο μαγικός ήταν αυτός ο ήχος, είχε περάσει πολύ καιρός από την τελευταία φορά που είχε να νοιώσει τέτοιο συναίσθημα. Ένοιωσε την καρδιά του να κτυπάει πιο δυνατά.
Βυθίστηκαν για λίγο στη σιωπή.
Ήταν σαν να προσπαθούσαν να παρασύρει ο ένας τον άλλο σε γνώριμα νερά. Κανείς τους δεν είχε το θάρρος να προχωρήσει πρώτος αλλά και κάνεις δεν ήθελε να αντισταθεί στο δυνατό ρεύμα.
Την έλεγαν Αντζελίνα.
Πλησίασε πολύ κοντά, του ζήτησε την παλάμη του να εξερευνήσει τα μελλούμενα. Κατάλοιπα των πορτογαλικών επιρροών στα νησιά.
Καθώς πήρε την παλάμη του στα χέρια της , ένοιωσε ένα παράξενο μούδιασμα, το μικρό θαύμα που του προκαλούσε το άγγιγμα της, οι αισθήσεις του ξύπνησαν, και πριν κατορθώσει να τις ελέγξει τα μάτια του έπεσαν επάνω της σαν τα άγρια άλογα που τα ελευθερώνουν από το μαντρί της αιχμαλωσίας τους. Είχε καταφέρει να κάνει απολύτως διάφανα τα αισθήματα του. Κάθε κίνηση της έστελνε αισθησιακές εικόνες στο μυαλό του και το μυαλό του τις μετέφερε στο κορμί του.
Του κράτησε το χέρι σφικτά.
--Ευχόμουν να με κοιτάξεις , αναρωτιόμουν και ανησυχούσα αν θα το κάνεις του είπε με ελαφρώς ψιθυριστή φωνή, και συνέχισε.
--Θέλω να φύγουμε από εδώ, δεν νοιώθω άνετα σε αυτό το περιβάλλον που βρισκόμαστε.
Έμεινε ακίνητος και αμίλητος, μόνο να την κοιτάζει, ήθελε να μοιραστεί τα συναισθήματα του μαζί της εάν τούτο ήταν δυνατόν.
Του πρότεινε να πάνε περίπατο στην παραλία , πέρα στο παλιό πορτογαλικό οχυρό.
Πήρε βαθιές ανάσες και ο θερμός αέρας γέμισε τα πνευμόνια του.
Κοίταξε στο χωματόδρομο που το έδαφος ανηφόριζε ελαφρά, εκεί στη βορειοδυτική άκρη της ακτής βρισκόταν το παλιό οχυρό και πίσω του απλώνονταν στις φτωχογειτονιές τα σπίτια από ξύλο και πέτρα με απαλούς ξεθωριασμένους χρωματικούς τόνους.
Δίστασε μόνο για λίγο .
--Είναι μακριά από εδώ;
--Όχι δεν είναι πολύ μακριά, θα πάμε με τα πόδια.
Ξεκίνησαν, ο Ήλιος έγερνε πίσω στον ορίζοντα που βάφτηκε με το ζεστό θαμπό πορτοκαλί χρώμα εκεί που η θάλασσα συναντά τον ουρανό, οι σκιές τους είχαν μακρίνει, μακριά σαν τις ελπίδες και τους φόβους για το μέλλον τους.
Χαμηλή βλάστηση περιέβαλε το παλιό οχυρό, και στην άκρη του προς την μεριά της θάλασσας ένας μικρός βάλτος προεκτεινόταν μέχρι το κύμα.
Ο άνεμος έφερνε στα αυτιά τους τα κρωξίματα από τα χελιδόνια που διέγραφαν τόξα στον αέρα κυνηγώντας την τροφή τους στο βάλτο.
Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα από πάνω της, από τη θέα της, και να στραφεί στο τοπίο, όλα τα τοπία του κόσμου ήταν στο πρόσωπο της.
Τα συναισθήματα του ήταν ένα κουβάρι και δεν ήταν εύκολο να τα ξεμπερδέψει. Την ήθελε δική του και μόνο δική του αυτό ήταν αναμφίβολο, αισθανόταν πόθο και φόβο. Φόβο για την απογοήτευση που θα γέμιζε την ψυχή τους η αναχώρηση, η εγκατάλειψη.
Ήταν στιγμές που η μεταξύ τους σιωπή παρατεινόταν, άφηναν βαθιούς αναστεναγμούς που τους ανακούφιζαν από την πίεση των συναισθημάτων.
Πέρα από μια συστάδα θάμνων ερχόταν ο απόηχος των γρύλων. Τα τζιτζίκια είχαν σωπάσει από νωρίς και η φύση ετοιμαζόταν για την νυκτερινή γαλήνη.
H νύχτα που πέφτει γρήγορα, τους βρήκε καθισμένους τον ένα δίπλα στον άλλο, η ατμόσφαιρα είναι ευχάριστα δροσερή, και ο λικνιστός ρυθμός του κύματος νανούριζε τις σκέψεις τους, έδειχναν ότι θα μείνουν έτσι για πάντα.
Η Αντζελινα σηκώθηκε.
--Έλα είπε.
Και τα μάτια της έλαμπαν με προσποιητή ανηθικότητα.
--Πάμε στο σπίτι, έχει νυχτώσει , ίσως θα μπορούσαμε να δειπνήσουμε μαζί το βράδυ.
Έγνεψε καταφατικά και κοίταξε το βάλτο δίχως να δείχνει διατεθειμένος να ξεκινήσει.
Το νερό έλαμπε στο φως του πρώτου φεγγαριού, και η ασημένια εικόνα του φαίνεται τον ενέπνευσε για ενδοσκόπηση.
Γύρισε το βλέμμα στον αστροφώτιστο νυκτερινό ουρανό αφήνοντας το βλέμμα μου να χαθεί στα αστέρια που παρουσιάζονται με τη σαφήνεια των αστραφτερών διαμαντιών, στα βορειοδυτικά φαινόταν η ουρά του Δράκοντα, με την Μικρή Άρκτο από κάτω και τον Ηρακλή από πάνω. Αν υπάρχει παράδεισος πέρα από αυτό, σίγουρα δε με ενδιαφέρει να τον γνωρίσω, σιγοψιθύρισε στον εαυτό του. Σηκώθηκε, χαμογέλασε έγειρε την αγκάλιασε από την πλάτη την έσφιξε δυνατά επάνω του και την φίλησε απαλά στα χείλη μ’ εκείνο τον τρόπο που ξυπνούσε μεμιάς τις αισθήσεις.
O χρόνος είναι σχετικός σκέφτηκε, το παρελθόν πέρασε σαν να μην υπήρξε ποτέ, το μέλλον δεν υπάρχει γιατί δεν έχει συμβεί ακόμη, το παρόν είναι το μόνο που έχουμε στα χέρια μας και οφείλουμε να το ζήσουμε.
--Πάμε της είπε.
Μια πρώην πορτογαλική αποθήκη είχε τροποποιηθεί σε άνετο και ευρύχωρο σπίτι από τον παππού της. Ο παππούς της ένα λυγερόκορμος άνδρας στη φωτογραφία, είχε έρθει στο νησί από την Ισπανία, από ένα μέρος κοντά στα γαλλικά σύνορα, ήταν Βάσκος στην καταγωγή, κανείς δε γνώριζε τους λόγους που είχε εγκαταλείψει την Ισπανία και είχε εγκατασταθεί στο νησί.
Η κυρίως κάμαρα νοικοκυρεμένη, σκουπισμένη με επιμέλεια, φτωχική είχε όλα τα απαραίτητα. Ποτέ του δεν ρώτησε και δεν έμαθε εάν έμενε μόνη της.
Βούλιαξε στα μαξιλάρια του καναπέ. Δεν είχε κοιμηθεί και πολύ τις τελευταίες σαράντα οκτώ ώρες αλλά τι να τον κάνει τον ύπνο.
Στο ψυγείο είχε φρέσκα ψάρια, η Αντζελινα τα πήρε σε ένα πιάτο, του έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της και καθώς έμπαινε στην κουζίνα κούνησε προκλητικά τους γοφούς της.
--Παλιοκόριτσο μουρμούρισε.
Εκείνη του έβγαλε περιπαιχτικά τη γλώσσα κι ύστερα εξαφανίστηκε.
Σηκώθηκε και την ακολούθησε.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ενώ μιλούσαν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας λέξεις για να επικοινωνούν, άλλα μέρη του εαυτού τους είχαν πιάσει μια πιο λεπτομερή συζήτηση
Σιγά σιγά τα ρομαντικά φιλιά και χάδια πέρασαν σ’ ένα παθιασμένο αγκάλιασμα.
Η επαφή της σάρκας της, καταλυτικός παράγοντας, τον απορύθμιζε εντελώς, δεν ήξερε που βρισκόταν, το μυαλό του έβραζε. Θα μπορούσε να φωτίσει όλο το νησί με την ενέργεια που ένοιωθε να εκτονώνεται μέσα του, σαν λάβα ενεργού ηφαιστείου που αναζητεί διέξοδο στο κεντρικό κρατήρα.
--Περίμενε του είπε απλά σε θέλω και εγώ τόσο πολύ άλλα είναι ευχάριστο να διατηρείς την αναμονή.
Το φεγγαρόφωτο που τρύπωνε από το μικρό παράθυρο έριχνε τραχιές σκιές στον χώρο.
Τα λογία ήταν περιττά μετά την φωτιά που είχε κάψει και τους δυο.
Τελικά η Αντζελίνα έσπασε την σιωπή.
--Ξέρεις πως με κοιτάζεις;
--Πως σε κοιτάζω;
--Σαν να μπορούσες να με φας.
--Μα θα μπορούσα να σε φάω, έχεις μια ατελείωτη γλυκύτητα.
--Πότε φεύγεις; τον ρώτησε.
--Τα πρωί.
Αυτό την ευχαρίστησε.
--Το πρωί αργεί να ξημερώσει σε τούτα τα μέρη. Και ανέβηκε πάλι επάνω του. Εκείνος ανταποκρίθηκε αμέσως.
--Ποτέ δεν θα με ξεχάσεις
--Όχι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω Αντζελίνα.
Μέσα στη νύκτα ο έρωτας σαν ανεμοστρόβιλος , σάρωσε κάθε άλλη σκέψη τους.
Έκλεβε λίγη ώρα ύπνου, όταν ξαφνικά αχτίδες του ανατέλλοντος Ήλιου εισχώρησαν στο δωμάτιο, έξω ακούγονταν οι πρώτες φωνές των πουλιών.
Ξύπνησε την ώρα που αυτός ντυνόταν.
Η Αντζελίνα καθόταν στην άκρη του κρεβατιού γυμνή με τα ρούχα δίπλα της διπλωμένα προσεκτικά.
Τα τρυφερά μάτια της ελαφίνας ήταν γεμάτα αθωότητα.
Έμεινε ασάλευτος προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του.
Μουρμούριζε λέξεις στα ελληνικά που εκείνη δεν καταλάβαινε.
--Το ξέρεις ότι παραμιλάς;
--Υπάρχουν άγγελοι στη γη όπως και στον ουρανό, κι’ εσύ είσαι ένας απ’ αυτούς της είπε, θα σ’ έχω πάντα στην καρδιά μου.
Δάκρυα φάνηκαν στα μάτια της
--Σιώπα μην λες ανοησίες, ψιθύρισε.
Πήγε στην άκρη του κρεβατιού, κάθισε κι ακούμπησε το χέρι στο μάγουλό της και της χάιδεψε τα μαλλιά.
«Πρέπει να φύγεις;»
Έσκυψε το κεφάλι του και την φίλησε με μια βαθιά τρυφερότητα, δοκιμάζοντας την αλμύρα από τα μάτια της.
Για μια στιγμή τα πάντα σταμάτησαν μέσα του, λες μια βαθιά γαληνή είχε χυθεί επάνω του.
«Το πλοίο είναι έτοιμο για αναχώρηση και με περιμένει».
Εκείνη δεν κουνήθηκε καθάριζε τη φωνή της για να του πει αυτά που ήθελε, ενώ τα μάτια της ήταν σαν ένα δάσος σκιές. Δάγκωσε τα χείλη της. Η σκέψη ότι θα της έφευγε τώρα, ήταν τρομερή, τα χεριά της έτρεμαν, το πρόσωπο της συννέφιασε θλιμμένα. «Μείνε εδώ μαζί μου». Του είπε με σπασμένη φωνή .
Κούνησε το κεφάλι του. « Αντζελίνα ακόμη κι’ αν έσκιζα την καρδιά μου στα δυο, δεν θ’ άλλαζε σε τίποτα η κατάσταση. Δεν μπορώ να μείνω εδώ στα νησιά του πράσινου ακρωτηρίου. Πρέπει να γυρίσω πίσω στο πλοίο μου. Ούτε και εσύ μπορείς να ‘ρθεις μαζί μου». Της είπε, και προχώρησε με αργά βήματα προς την πόρτα. Εκείνη κοιτάζοντας τον με δακρυσμένα τα γκριζοπράσινα μάτια της  έτρεξε κοντά του και τον αγκάλιασε. «Περίμενε λίγο ακόμη» του είπε. Εκείνος δίστασε μια στιγμή και μετά έσκυψε και τη φίλησε.  Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα τώρα, όπως ακριβώς την ώρα που έκαναν έρωτα χθες το βράδυ. Έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι αρκετά. «Θα σε ξαναδώ;». Τον ρώτησε. Αυτός της είπε θλιμμένα. «Δεν μπορώ να σου πω, το ελπίζω στο μέλλον. Πολλά μπορεί να συμβούν».  Κι αναχώρησε, βγήκε από το σπίτι.
Στην επιστροφή για το πλοίο μέσα από τα χαμηλά σπίτια στο χωματόδρομο, ένα βαθύ κενό, ένα κομμάτι της ψυχής του έμεινε πίσω μαζί της, σαν σκιά ονείρου, για να του την θυμίζει.
Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του τραβηγμένα, το βλέμμα του χαμηλωμένο και άδειο, σημάδι πόνου που κουβαλούσε από τις εικόνες της χθεσινής βραδιάς.
Δεν κοίταξε πίσω του καθώς απομακρυνόταν από το χωριό, ισιώνοντας το κορμί του, τράβηξε το σκονισμένο δρόμο βαδίζοντας ολόισια, χωρίς να σταματήσει.
Στην αρχή οι σκέψεις τις νύχτες σαν έπεφτε στο κρεβάτι να κοιμηθεί έρχονταν να τον τριβελίζουν μέχρι που τον έπνιγε μια μελαγχολία. Οι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη συνεχίζοντας τα ταξίδια τους, είχε συμβιβαστεί με το αναπόφευκτο, μ’ αυτό που ήταν αδύνατον να γίνει. Το πλοίο ήταν ήδη χιλιάδες λεύγες μακριά, ο χρόνος κυλούσε και οι μελαγχολικές αναμνήσεις έγιναν αέρας, καπνός , λησμονιά στον πάτο του πηγαδιού.
 
Web Informer Button