Ads 468x68px

Slider

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2021

Ονειροπολήσεις στο βαθύ μπλε του ωκεανού και το απέραντο γαλάζιο του ουρανού,

Ο Αλκιβιάδης μ' ένα βαθύ στεναγμό, σήκωσε το κεφάλι, τεντώθηκε ηδονικά, κι άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί έξω απ' το μεγάλο φινιστρίνι του γραφείου του, στο βαθύ μπλε του ωκεανού και το απέραντο γαλάζιο του ουρανού, που απλωνόταν γύρο τους στις μαβιές σκιές του δειλινού. 
Του ωκεάνιου δειλινού, που ποτέ δεν προλάβαινες να το χαρείς, γιατί είναι τόσο σύντομο. 
Κατέβασε μια γουλιά απ’ το παλιό κονιάκ με την κεχριμπαρένια όψη και το ευγενικό του άρωμα, περίμενε δυο τρία λεπτά πριν από τη δεύτερη γουλιά.... ύστερα άφησε το ποτήρι του, απλώθηκε στον αναπαυτικό καναπέ του γραφείου του και αφέθηκε εις την σιωπή της βαθιάς σκέψης και εις την γαλήνη των ονειροπολήσεων του προκειμένου να ακούσει το μέσα του… την καρδιά του, την ψυχή του… την πεμπτουσία της ύπαρξης του! …Να φέρει ζωή στη ζωή τους! . 
Σε ελάχιστα λεπτά, η νύχτα θα έπεφτε, βαριά και βελούδινη, στον κόσμο γύρω του. Καθώς περνούν ώρες ονειροπολώντας η φαντασία του τείνει να υπερβάλλει σκέφτηκε μ’ ένα αθέλητο χαμόγελο. 
Ονειροπολεί ως συνήθως την Ανδρομάχη του και τα παιδιά τους, το αναπόσπαστο μέρος της ζωής του και του μέλλοντος τους. 
Την Ανδρομάχη του: 
Μια δοκιμασμένη σχέση που έχει ήδη χτίσει εμπιστοσύνη και κοινούς κώδικες με δυνατούς συναισθηματικούς δεσμούς που βασίζεται σε πραγματική αγάπη και ενδιαφέρον, ώστε να μπορεί να επιβιώνει και να αντέχει στην απόσταση και η ίδια η απόσταση μπορεί να ενισχύει και να βελτιώνει τη λειτουργία της σχέσης τους! 
Σίγουρα η απόσταση τους προσθέτει ένα βαθμό δυσκολίας που βασικό ρόλο παίζει η δέσμευση για προσπάθεια και διατήρηση του δεσμού εξίσου και από τις δύο πλευρές καθώς και η εμπιστοσύνη στην δύναμη του ζευγαριού για το κοινό τους μέλλον σε μια δύσκολη πίστα που την ορίζει η απόσταση αλλά ταυτόχρονα πασπαλίζει τον έρωτά τους με πάθος, ένταση, συναίσθημα και επιβεβαίωση. 
Ονειρεύεται και μετράει τις μέρες μέχρι την επανασύνδεση και αφήνει πίσω του τις μέρες του χωρισμού, ονειρεύεται τις στιγμές εκείνες που θα πακετάρει τη βαλίτσα του και θα φύγει για να συναντήσει την οικογένεια του… 
Δεν είναι εύκολο να περιμένει κάτι τόσο πολύ, να μετρά το χρόνο αντίστροφα και να βλέπει ότι εκείνος πεισματικά αντιστέκεται. 
Ονειρεύεται ότι μόλις ολοκλήρωσε το συμβόλαιο του με την εταιρεία και έχει ξεμπαρκάρει … 
Νιώθει τόσο ευτυχισμένος που βρίσκεται μέσα στη ζεστασιά του σπιτιού τους. 
Η Ανδρομάχη με το σώμα της μελιχρό σιρόπι, κούρνιασε πρόθυμα μέσα στην αγκαλιά του, γουργουρίζοντας σαν ναζιάρα γατούλα που απολαμβάνει τα χάδια και την προσοχή του αφεντικού της. 
Αγκαλιάστηκαν τρισευτυχισμένοι κι έπειτα ο Αλκιβιάδης την σήκωσε στον αέρα. Ευκίνητος και γρήγορος ανάλαφρη όπως ήταν, τη στριφογύρισε και την παρέσυρε. Τα πόδια της δεν άγγιζαν πια χάμω τα χέρια της και τα μαλλιά της ανακατεύονταν στον χαρούμενο χορό τους. 
Χωρίς να το συνειδητοποιήσουν βρέθηκαν ξαφνικά στον καναπέ, αγκαλιασμένοι πάντα. Άρχισαν να φιλιούνται ώσπου τα γέλια τους έγιναν μουρμουρητά κι ασυνάρτητοι ήχοι. Κάποτε η Ανδρομάχη τραβήχτηκε από την αγκαλιά του και σηκώθηκε όρθια.. Στάθηκε στο κέντρο του δωματίου. Η ανάσα της ήταν τραχιά και τα μαλλιά της ανακατεμένα. 
«Ε φτάνει.!»
«Ανδρομάχη.!» Ο Αλκιβιάδης έκανε να σηκωθεί από τον καναπέ ξετρελαμένος μαζί της, άλλα εκείνη τον σταμάτησε, τεντώνοντας τα χέρια στο στήθος του και πισωπάτησε. 
«Όχι Αλκιβιάδη άκουσε με.» 
Ο Αλκιβιάδης έχει περίσσεια αδρεναλίνης και την εκλιπαρεί με το βλέμμα του να μη του αρνηθεί, ζητιανεύοντας ψήγματα στοργής.
«Κοίτα Αλκιβιάδη… Το ξέρεις το πόσο θέλω να… Μα είναι η ώρα που όπου να είναι έρχονται τα λατρεμένα βλαστάρια μας. Τα φέρνει ο πάππους από το σχολείο τους…. Καταλαβαίνεις!» 
Συμφιλιώνεται ενώ ο πόθος του καταλάγιαζε αργά-αργά στα μάτια του.... Υπακούοντας με καρτερία στην έκκληση της, .... 
Ο Αλκιβιάδης βυθίζεται απολαυστικά στη μαγεία μιας τελευταίας ονειροπόλησης…. Είναι στη στιγμή που τίποτα δεν τον βιάζει… που δεν έχει βιασύνη για τίποτα μέσα του… είναι στη στιγμή που ονειρεύεται τόσο ζωντανά πως αγκαλιάζει αυτούς που αγαπά, αυτούς που εκεί είναι δοσμένος ολοκληρωτικά!
Την Ανδρομάχη του που με την τρυφερότητα και την αγάπη της μάνας, κράτα απ’ το χέρι τα λατρευτά βλαστάρια τους.
Οι αναμνήσεις χαϊδεύουν τα σφαλισμένα του μάτια και του υπόσχονται σύντομα έναν βαθύ γλυκό ύπνο, που θα συνεχίσει να τον ταξιδεύει στον μαγικό κόσμο των ονείρων. 
Ονειροπολεί ως συνήθως την Ανδρομάχη του και τα παιδιά τους: 
Τους αγαπούσε με μια υπερβολικά μεγάλη ένταση που τον πλημμυρίζει, και αυτή η πλημμύρα της αγάπης γεμίζει την ψυχή του από χαρά κι αγαλλίαση.
Κι ως τότε ίσως δεν τους έλεγε τόσο συχνά όσο το έλεγε στον ίδιο τον εαυτό του. 
Θα τους το έλεγε από εδώ και πέρα. Θα τους το έλεγε σ’ όλη τους τη ζωή από εδώ και πέρα.

Σάββατο, 24 Απριλίου 2021

Από τα ULCC: Steam Tanker στο SD14 (Αχ αυτό το άτιμο το Jim Beam)

Είμαστε στα τέλη της Άνοιξης αρχές καλοκαιριού του 1981.
Ταξιδεύω με την πτήση της  KLM από Αθήνα για Κάιρο και με τελικό προορισμό μου το SUEZ  προκειμένου να επιβιβαστώ σ’ ένα φορτηγό πλοίο προς ναυτολόγηση. Δεύτερος μηχανικός σ' ένα SD14 κτισμένο στα ναυπηγεία του Σάουθαμπτον της Αγγλίας. Συνταξιδιώτης στο διπλανό κάθισμα ήταν Έλληνας ασυρματιστής με καταγωγή από την Κέρκυρα όπως μου συστήθηκε που πήγαινε και αυτός στο SUEZ για ναυτολόγηση  σε πλοίο αν ενθυμούμαι καλά της εταιρείας του Ωνάση.
Κάποια στιγμή πάνω από τον αεροδιάδρομο μεταξύ της Ρόδου και της Κύπρου άρχισαν ισχυρές αναταράξεις. Το αεροπλάνο πήγαινε σαν βάρκα, πότε πάνω, πότε κάτω. Είχαμε πέσει σε κενό αέρος. Τις στιγμές εκείνες αισθανόμουν ότι το αεροπλάνο πέφτει σε ελεύθερη πτώση.
Όταν οι αναταράξεις ηρέμησαν και ένιωθα ήδη καλύτερα η έκπληξη μου ήρθε από τον συνεπιβάτη μου.
Τότε ήταν που ο συνάδελφος ασυρματιστής βρήκε ευκαιρία να μου μιλήσει για την οδυνηρή του πτήση με αεροσκάφος της Ολυμπιακής αεροπορίας που απογειώθηκε από το αεροδρόμιο Ιωάννης Καποδίστριας της Κέρκυρας με προορισμό την Αθήνα αλλά δεν κατόρθωσε ποτέ να προσγειωθεί ομαλά. Κατέπεσε σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων από το αεροδρόμιο Ελληνικού στη θαλάσσια περιοχή της Βούλας, κοντά στο θεραπευτήριο του ΠΙΚΠΑ όπου και συνετρίβη. Σε τριάντα επτά ανέρχονταν τα θύματα του τραγικού αεροπορικού δυστυχήματος, ενώ οι διασωθέντες ήταν 16. Και ανάμεσα στους διασωθέντες και ο τολμηρός μου συνεπιβάτης της πτήσης.
Είχαν περάσει δέκα χρόνια από τότε.
Μου εξομολογήθηκε ότι την ζωή του την χρωστά κατά κύριο λόγο στην ψύχραιμη αεροσυνοδό που τον πέταξε έγκαιρα ούτε που κατάλαβε πως από την έξοδο κίνδυνου στην θάλασσα. Αυτό μόνο θυμάται…
Εγώ είχα χάσει τη φωνή μου από έκπληξη και το έντονο συναίσθημα (με άφησε άναυδο το θάρρος του να ταξιδεύει ξανά)…
Βλέποντας δε να συνεχίζω να κοιτώ με επίμονη τα φτερά του αεροπλάνου που η ταλάντωση τους ακόμη δεν είχε κοπάσει πλήρως, για να εκλογικεύσει τους φόβους μου βάλθηκε να μου εξηγήσει «να μην φοβάμαι!»
«Νεαρέ μου η γνώση νικάει τον φόβο! Πρώτον δεν υπάρχουν κενά στην ατμόσφαιρα: Αυτό που οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν έτσι είναι τα καθοδικά ρεύματα αέρα που είναι ισχυρότερα από την ανυψωτική δύναμη του αεροσκάφους. Η έκθεσή του αεροσκάφους σε ένα τέτοιο ρεύμα προκαλεί μια απότομη καθοδική κίνηση, η οποία στους επιβαίνοντες δημιουργεί την αίσθηση της πτώσης. Τα αεροσκάφη είναι φτιαγμένα για να αντέχουν σε κάτι τέτοιο. Φαντάσου ότι το φτερό που κοιτάς με αδημονία έχει τη δυνατότητα να λυγίσει μέχρι και 6 μέτρα».
Ταυτόχρονα επιδέξια γύρισε την συζήτηση σε προσωπικές ερωτήσεις.
Μου έδωσε την αίσθηση ότι ήθελε να αποφύγει κάθε ερώτηση για το δυστύχημα και το σεβάστηκα.
Πλέον η συζήτηση περιστράφηκε στα επαγγελματικά μας.
Αυτός βρισκόταν κοντά στο να συνταξιοδοτηθεί. Υπολόγιζε ένα δυο μπάρκα ακόμη και θα κατέθετε την υπηρεσία του.
Εγώ τον πληροφόρησα ότι ήμουν έτοιμος να αποκτήσω δίπλωμα μηχανικού Α! τάξης αλλά λόγο ότι η μέχρι χθες υπηρεσία μου αφορούσε μεγάλα πετρελαιοφόρα πλοία κινούμενα με ατμό, αποφάσισα να αλλάξω παραστάσεις πριν την απόκτηση του διπλώματος και γι' αυτό τώρα πήγαινα να εργαστώ σε ένα ντιζελοκίνητο φορτηγό πλοίο και συγκεκριμένα σ’ ένα SD14…
Ήταν η σειρά του να με κοιτάξει με περιέργεια.
«Μεγάλη αλλαγή.» Μου λέει.
«Από τους Γίγαντες των 300.000 dead weight σ’ ένα πλοίο 14.000 dead weight.» Συμπλήρωσε.
«Όντως τουλάχιστον ελπίζω να ‘ναι ενδιαφέρουσα η αλλαγή.» Περισσότερο το τόνισα στον εαυτό μου παρά του απάντησα.
Φθάνοντας στο Κάιρο τον καθένα μας τον παρέλαβε ο πράκτορας του, χωρίσαμε και έκτοτε δεν συναπαντηθήκαμε ξανά.
Τον θυμόμουν κάθε φορά που ταξίδευα με αεροπλάνο και πέφταμε σ' αναταράξεις.
Ευαγγέλιο μου έμειναν τα λόγια του.
«Νεαρέ μου η γνώση νικάει τον φόβο! Και να γνωρίζεις δεν υπάρχουν κενά στην ατμόσφαιρα: Αυτό που οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν έτσι είναι τα καθοδικά ρεύματα αέρα που είναι ισχυρότερα από την ανυψωτική δύναμη του αεροσκάφους.».
Στο πλοίο συνάντησα τον Πρώτο μηχανικό του πλοίου με τον οποίο είχαμε ήδη γνωριστεί από παλιά και μας σύνδεε οικογενειακή φιλία. Ο Πρώτος εκτελούσε ταυτόχρονα και χρέη αρχιμηχανικού στην εταιρία όταν δεν ταξίδευε, η οποία να σημειώσω ήταν μια οικογενειακή εταιρεία..
Το πλοίο ήταν ναυλωμένο από την Άπω Ανατολή με προορισμό Ευρωπαϊκούς λιμένες εκφόρτωσης και στη συνέχεια είχαμε ναύλο από τις Κάτω χώρες για λιμένες της Ανατολικής ακτής των ΗΠΑ.
Γενικά τα ταξίδια μας ήταν πολύ καλά, με ήρεμες θάλασσες.
Πλοίαρχος στο πλοίο ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Πρώτου μηχανικού ένας αψύς Μανιάτης της Μεσσηνιακής Μάνης. Μια λεβέντικη καρδιά που έλεγε αυτό που ένιωθε, αυτό που σκεφτόταν, με κατανόηση και ειλικρίνεια απέναντί σου. Ντόμπρος.
Το πλήρωμα αποτελείτο από Μανιάτες και Βατικιώτες με λίγες εξαιρέσεις. Όπως ο Γραμματικός του πλοίου, με καταγωγή από την Κεφαλλονιά πολιτικός πρόσφυγας στην Πολώνια την ζοφερή περίοδο του εμφυλίου πολέμου όπου και διέμενε.
Ο καπετάν Γεράσιμος ήταν μια ανεκτίμητη μονάδα του εμπορικού μας ναυτικού. Οι γνώσεις του στο αντικείμενο της ναυσιπλοΐας και των φορτώσεων των πλοίων ήταν πανεπιστημιακής εγκυκλοπαίδειας.
Μιλούσε και διαχειριζόταν τουλάχιστον έξι γλώσσες και το ‘χε καημό που δεν τα κατάφερνε αρκετά ικανοποιητικά νομίζω στα Γαλλικά.
Η αφεντιά μου σε προσωπικό επίπεδο από τις ανέσεις ενδιαίτησης των γιγάντιων ULCC πλοίων βρίσκομαι στριμωγμένος σε μια μικρή καμπίνα του SD14 μ’ ένα υποτυπώδες γραφείο και κοινά λουτρά. Νιώθω ότι ξεστράτισα και κάτι μου πήραν από τον πολιτισμό μου άλλα σε αντιστάθμισμα κατάλαβα ότι ένιωθα πολύ πιο ήρεμος και χαλαρός και σαφώς πια ο χρόνος κυλά πιο ήρεμα με μικρότερες ταχύτητες, με πολύ διαφορετικό τρόπο. Γενικά ήταν μία νέα εμπειρία, χωρίς κανένα παράπονο.
Τελειώνοντας την εκφόρτωση στους λιμένες της Ανατολικής ακτής, αρμενίζουμε νότια-νοτιοδυτικά για το λιμάνι του Χιούστον που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της πολιτείας του Τέξας στις ΗΠΑ, και είναι το πιο πολυσύχναστο στις ΗΠΑ. Φορτώσαμε πρώτες ύλες πετροχημικών προϊόντων και αναχωρήσαμε τέλος Αυγούστου με προορισμό τον λιμένα της Σαγκάης στην Κίνα.
Το ταξίδι αυτό ήταν μια πολύ πρωτόγνωρη εμπειρία για μένα, όταν διασχίσαμε την παγκοσμίου φήμης Διώρυγα του Παναμά που συνδέει τον Ατλαντικό ωκεανό με τον Ειρηνικό. Η διώρυγα του Παναμά (ισπανικά: Canal de Panamá‎) είναι ένας τεχνητός δίαυλος 82 χλμ. (51 ναυτικών μιλίων) στον Παναμά, ο οποίος ενώνει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό ωκεανό. Είναι η δεύτερη σε ναυτιλιακή σπουδαιότητα από την άποψη των θαλασσίων μεταφορών στον κόσμο, μετά τη Διώρυγα Σουέζ. Ενώνει την επί του Ατλαντικού βόρεια ακτή με εκείνη του Ειρηνικού στα νότια, χρησιμοποιώντας δεξαμενές που ανυψώνουν τα πλοία στα 26 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, που είναι το επίπεδο της τεχνητής λίμνης Gatún και τα χαμηλώνουν πάλι στην άλλη πλευρά στο ύψος της θάλασσας.
Αφήνοντας πίσω μας την διώρυγα του Παναμά ο ανθυποπλοίαρχος μ' εντολή πλοίαρχου σχεδίασε τον ορθοδρομικό πλου (πλους ελάχιστης διαδρομής) του πλοίου στο γνωμονικό ναυτικό χάρτη από τον Παναμά στον λιμένα προορισμού την Σαγκάη.
Αρχές φθινόπωρου μας βρίσκει να ταξιδεύουμε στην ωκεάνια διαδρομή νοτιοανατολικά της Ιαπωνίας όταν το δελτίο καιρού μας πληροφορεί ότι νοτιότερα της πορείας μας την περιοχή την σαρώνει μια ισχυρή τροπική καταιγίδα. Η «Λόλα».
Σπέρνοντας την καταστροφή στις Φιλιππίνες, η τροπική καταιγίδα «Λόλα» έπληξε και τις ανατολικές ακτές της Φορμόζας, με πανίσχυρους ανέμους και τεράστια κύματα. Η ισχύ της είχε εξασθενήσει ωστόσο αναμενόταν να ενισχυθεί ξανά σε τυφώνα προσεγγίζοντας Βόρεια τις ανατολικές ακτές της Ιαπωνίας. Το μετεωρολογικό δελτίο μας πληροφορούσε πως θα απολέσει κάποια από την ισχύ της φθάνοντας κοντά στη ακτές, ωστόσο παράμενε επικίνδυνη με ριπές ανέμου μέγιστης ταχύτητας 120 χιλιομέτρων την ώρα.
Ο πλοίαρχος αποφάσισε να ελαττώσουμε ταχύτητα στο μίνιμουμ εν αναμονή της τελικής πορείας και της εξασθένισης της καταιγίδας για την αποφυγή οποιονδήποτε δυσάρεστων γεγονότων καθώς και της αποφυγής να συναντηθούμε με τον τυφώνα. 
Περνώντας ένα τριήμερο σ΄ αυτή την αναμονή η καταιγίδα εξασθένισε και το πλοίο ξεκίνησε και πάλι στην κανονική του ταχύτητα για τον τελικό προορισμό του.
Το λιμάνι της Σαγκάης βλέπει την Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας στην ανατολή και τον Κόλπο του Χανγκτσόου στον νότο. Η Σαγκάη είναι η μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη στον κόσμο ενώ αποτελεί σημαντικό οικονομικό κέντρο και πολυσύχναστο λιμάνι της Κίνας. Το αποικιακό παρελθόν της Σαγκάης είναι έκδηλο σε κάθε γωνιά της και συνυπάρχει αρμονικά με το προφίλ της συνεχώς αναπτυσσόμενης μεγαλούπολης με τους πελώριους ουρανοξύστες και τα τεράστια πολυκαταστήματα της.
Στην Κίνα έγινε αντικατάσταση Επιστασίας μηχανοστασίου.
Ο Πρώτος πριν αναχωρήσει από το πλοίο με φώναξε στο γραφείο του ιδιαιτέρως.
Μου ζήτησε να προσέχω και να μην στεναχωρώ τον αδελφό του διότι έχει και κάποιο μικρό πρόβλημα καρδίας.… Βλέπω ότι ταιριάζετε άλλα στο λέω γιατί ώρες-ώρες είστε αγύριστα κεφάλια και οι δυο σας.
Και «Αφήνω το μηχανοστάσιο στα χέρια σου και ότι χρειαστείς στη διάθεση σου.»
«Εντάξει δεν έχω κάποια αντίρρηση, άλλα αυτό με το μηχανοστάσιο μου ακούγεται κάπως. Παράταιρο;»
«Έξυπνος είσαι ξέρεις εσύ πώς να το χειριστείς»
Μου είπε και κάτι για κηπουρούς που δεν αρμόζουν σε δημόσιο διάλογο.
Τελειώνει η εκφόρτωση και το πλοίο είναι ελεύθερο από φορτίο χωρίς ναύλο και άμεσα διαθέσιµο στην ελεύθερη αγορά.
Μένουμε κάπου είκοσι μέρες ανοικτά της ακτής στο αγκυροβόλιο εν αναμονή της χρονικής στιγμής που θα βρεθεί το κατάλληλο ναύλο..
Ο νέος μας Πρώτος μηχανικός ήταν ένας χαμηλών τόνων άνθρωπος, ευγενικός με καταγωγή από κάποιο νησί των Κυκλάδων. Άπλα ήταν μεγάλης ηλικίας και της παλιάς σχολής των μηχανικών που κάθε καινούργια τεχνολογία του φάνταζε κάπως δύσκολα. Μου τόνισε ότι το μηχανοστάσιο ειναι στα χέρια μου. (Ήταν ήδη η δεύτερη φορά που μου τόνισαν ότι το μηχανοστάσιο είναι στα χέρια μου.) Με τον καιρό αποδείχτηκε ότι είχαμε μια πολύ καλή συνεργασία.
Στο αγκυροβόλιο της Σαγκάης εφοδιαστήκαμε με καύσιμα. Όταν ο πράκτορας μας έδωσε τα χαρτιά με τα πιστοποιητικά των καύσιμων λόγο της πλούσιας εμπειρίας μου από τα γκαζάδικα ένοιωσα μια βαθιά ικανοποίηση για την άριστη ποιότητα σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά των καυσίμων.
Αργά το απόγευμα βρίσκομαι στη γέφυρα του πλοίου παρέα με τον καπετάν Γεράσιμο και έχουμε μια φιλική συζήτηση. Από τα ερτζιανά κύματα ακούμε Πρώτο μηχανικό άλλου πλοίου που βρισκόταν ελλιμενισμένο στο αγκυροβόλιο να συνομιλεί με το γραφείο του και να αρνείται πεισματικά να παραλάβει καύσιμα από την Σαγκάη. Με μια περιέργεια ρώτησα τον πράκτορα που βρισκόταν στο πλοίο αν γνωρίζει γιατί συμβαίνει αυτό. Μου δήλωσε πως και ο ίδιος δεν μπορεί να καταλάβει γιατί συμβαίνει αυτό. Τα καύσιμα είναι ακριβώς τα ιδία μ’ αυτά που εφοδιαστήκαμε και εμείς. Η συζήτηση έκλεισε εκεί και εγώ έμεινα με την απορία με την τόσο αρνητική στάση του μηχανικού.
Έχει μπει για τα καλά ο Νοέμβριος όταν οι νέες οδηγίες είναι να προσεγγίσουμε τον λιμένα Τσονγκτζίν που βρίσκεται στα βορειοανατολικά της Βόρειας Κορέας, στην Επαρχία Βόρειου Χαμγκιόνγκ, στην Ιαπωνική Θάλασσα προς φόρτωση.
Προχωρημένο φθινόπωρο με το πλοίο σε κατάσταση έρματος μετά από ένα ταξίδι τεσσάρων ημερών φτάσαμε στον προορισμό μας στον λιμένα φόρτωσης. Κατά την διάρκεια του πλου ο καιρός ήταν βροχερός κατά διαστήματα άλλα η ορατότητα ήταν καλή και ο άνεμος ασθενής.
Το προς φόρτωση και μεταφορά εμπόρευμα ήταν χύδην φορτίο αργιλοπυριτικό ορυκτό που χρησιμοποιείται κυρίως σε γεωτρήσεις πετρελαίου και με προορισμό τον λιμένα εκφόρτωσής, το Ρότερνταμ της Ολλανδίας. Το μετάλλευμα προερχόμενο από την ενδοχώρα έφτανε στο λιμάνι με πολύ χαμηλό ρυθμό με αποτέλεσμα η φόρτωσης του πλοίου καθυστερούσε.
Ένας ακόμη ανασχετικός παράγοντας στο ρυθμό φόρτωσης ήταν και η κακοκαιρία που ενέσκηψε στην περιοχή. Ο χειμώνας εκείνες τις ήμερες ξεκίνησε βαρύς και δύσκολος με το θερμόμετρο να κατρακυλά χαμηλά. Και κάτω από τέτοιες συνθήκες σταματούσε η φόρτωση γιατί το φορτίο δεν έπρεπε να βραχεί.
..... Βρισκόμαστε ήδη μερικές ημέρες στην προβλήτα όταν η αντλία παροχής πετρελαίου στο λέβητα του πλοίου παρουσίασε πρόβλημα τροφοδοσίας του προς καύση.καυσίμου στην εστία. Αλλάζουμε την αντλία με την αμοιβή και ξεκινώ επιθεώρηση της αντλίας. Με έκπληξη παρατηρώ ότι οι οδόντες του ογκομετρικού στροφείου της αντλίας είναι απίστευτα φθαρμένοι (φαγωμένοι). Δεν είχε περάσει περισσότερο από ένα διήμερο και δυστυχώς και η καινούργια αντλία παρουσίασε πανομοιότυπο πρόβλημα.
Με έζωσαν τα φίδια κατά τα κοινώς λεγόμενα. Αμέσως η μνήμη μου ανακάλεσε το συμβάν με τον Πρώτο μηχανικό που αρνείτο να παραλάβει καύσιμα στη Σαγκάη.
«Διάβολε λες.»
Τα σημάδια ήταν φανερά πέρα από κάθε αμφιβολία.
Οι βλάβες παρουσιαστήκαν όταν καταναλώσαμε το παλιό καύσιμο από τις ημερησίας κατανάλωσης δεξαμενές και αυτές άρχισαν να πληρούνται με το καινούργιο καύσιμο. Και η αλλαγή αυτή είχε ολοκληρωθεί μερικές ώρες πριν την άφιξη στον λιμένα, λογικά και η μηχανή εργάστηκε κάποιες ώρες με το καινούργιο καύσιμο.
Στο αγκυροβόλιο στη Σαγκάη είχε γίνει μια εκτεταμένη συντήρηση της μηχανής, και στους καυστήρες είχαν τοποθετηθεί καινούργια προστόμια καυστήρων. Τα εξάρμωσα και πάλι προς επιθεώρηση. Με έκδηλη ταραχή διαπίστωσα ότι είχαν μικρές φθορές ανεπίτρεπτες για την καλή λειτουργιά του συστήματος.
Τα προβλήματα υπαρκτά και δύσκολα.
Το πλοίο διέθετε και δεύτερη εφεδρική δεξαμενή ημερησίας κατανάλωσης η οποία ήταν γεμάτη με παλιό καύσιμο.
Ο λέβητας χωρίς αντλία παροχής πετρελαίου, με μεγάλο κόπο και επινόηση προσαρμόσαμε μια αντλία και τον λειτουργήσαμε με την εφεδρική δεξαμενή πετρελαίου.
Ο ατμός ήταν άκρως απαραίτητος διότι οι θερμοκρασίες  στην περιοχή είχαν πέσει στους 20 βαθμούς Κελσίου υπό το μηδέν.
Σε διαβούλευση με τον Πρώτο τον παροτρύνω να έλθει σε επαφή με το γραφείο και να ζητήσει να μας λύσουν το πρόβλημα του καύσιμου, διότι είναι ορατά τα σημάδια ότι η μηχανή πολύ σύντομα θα έχει λειτουργικό πρόβλημα.
Η αλήθεια είναι πως ήταν πολύ διστακτικός και υποχωρητικός με τους απέναντι του γραφείου. Ίσως γιατί και ο ίδιος δεν κατανοούσε ότι μπορεί να συμβεί τόσο μεγάλο πρόβλημα. Δεν του έχει ξανασυμβεί.
Συνομίλησα απ’ ευθείας με τον καπετάνιο.
«Κάπτεν! Το γνωρίζεις ότι πριν τριάμισι  μήνες έγινα πατέρας και δεν έχω δει τον γιο μου. Επειδή το γραφείο δεν συμμερίζεται τους φόβους μου σου μιλώ ειλικρινά ότι εάν ο προορισμός ήταν ανατολικά εγώ θα ετοίμαζα την βαλίτσα μου και θα κατασκήνωνα στην προβλήτα μέχρι να αποφάσιζαν οι βόρειο Κορεάτες τι θα έκαναν μαζί μου.
Τώρα Νότια έχει τόσα πολλά ασφαλή λιμάνια προσέγγισης που πιστεύω ότι σε κάποιο θα τα καταφέρουμε να προσεγγίσουμε διότι σίγουρα τα σημάδια μου δείχνουν ότι παραπάνω από εβδομάδα ταξίδι δεν κάνουμε.
«Έχω και εγώ μιλήσει με το γραφείο και δεν συμμερίζονται τους φόβους σου…» Μου λέει.
«Χίλιες φορές κι άλλες τόσες να βγω υπερβολικός και φαντασιόπληκτος, αλλά τα προβλήματα βλέπω να ΄ρχονται....»
Ταυτόχρονα ο κάπτεν άδραξε την ευκαιρία να μου απευθύνει μια φιλική επίπληξη με πολύ σοβαρό τρόπο.
……..Την προηγούμενη ο  κομισάριος υπεύθυνος του φορτίου και του κόμματος είχε απευθύνει πρόσκληση στο πλήρωμα να παρευρεθεί σε μια εκδήλωση για την φίλια των λαών και εγώ με εύσημο τρόπο βρήκα δικαιολογίες να μην συμμετέχω στην αποστολή και αυτό μου το κρατούσε.......
«Τώρα στ' αλήθεια εγώ σου φταίω που είσαι η Κεφαλή του πλοίου και δεν μπόρεσες να την κάνεις και ‘συ μ' ελαφρά πηδηματάκια από τις…. ανούσιες παράτες τους;»…
Τέλειωσε η φόρτωση το πλοίο συνοδεία ρυμουλκών οδηγήθηκε στην έξοδο του λιμένα, αφήσαμε τον πιλότο και βγήκαμε στην ανοικτή θάλασσα. Την πρώτη ήμερα του ταξιδιού όλα καλά είχε και ο καιρός ηρεμήσει και είχαμε ακόμη λίγο πετρέλαιο από το παλιό. Την δεύτερη ήμερα ξεκίνησε η μηχανή να λειτουργεί με το νέο καύσιμο και εγώ να μην μπορώ να κοιμηθώ παρακολουθώντας τυχόν παρενέργειες. Τρίτη ήμερα και οι αντλίες πετρελαίου υψηλής πίεσης άρχισαν να παρουσιάζουν διαρροή από τα εμβολοχιτώνια τους. Το πρόβλημα ορατό και περνώντας ο χρόνος βαίνει επιδεινούμενο.
Ξημερώματα της τέταρτης ημέρας αποφασίζουμε ότι το πλοίο αδυνατεί να συνεχίσει για πολύ τον πλου. Σε μερικές ώρες έχουμε δυνατότητα να προσεγγίσουμε το Χονγκ Κονγκ η το Καοσιούνγκ της Φορμόζας.
Επιλέξαμε το δεύτερο. Ήταν πιο κοντινό και με πιο ασφαλές αγκυροβόλιο από πολλές απόψεις.
Φτάσαμε στο αγκυροβόλιο λίγο πριν δύσει ο Ήλιος. Είναι γνωστό ότι η αγκυροβολία όσο και το δέσιμο στο λιμάνι αποτελούν τα μεγαλύτερα άγχη του ταξιδιού αφού απαιτούν μανούβρες και συντονισμένη προσπάθεια του πληρώματος.
«Κάπτεν όλα τώρα είναι στα δικά σου χέρια και στη ναυτοσύνη σου.
Κανόνισε την προετοιμασία για το φουντάρισμα όσο πιο ανώδυνα μπορείς διότι κατά 99% όταν η μηχανή κάνει «κράτει» δεν το βλέπω να ξαναπαίρνει μπροστά.. Αντλίες και καυστήρες έχουν παραδώσει πνεύμα…»
Όντως η μηχανή παράδωσε πνεύμα και δεν ξανά-ξεκίνησε!
Ίσως του Μανιάτη πλοιάρχου η ψυχή του να ‘χε πάει στο στόμα κατά την διαδικασία αλλά έκανε άψογη και ασφαλή αγκυροβολία.
Στο πλοίο κατέφθασε κατεπειγόντως ο πρώην Πρώτος μηχανικός που εκτελούσε και χρέη Αρχιμηχανικού.
Δίνουμε δείγμα του καυσίμου σ’ εξειδικευμένο χημικό εργαστήριο προς ανάλυση και ταυτόχρονα παραγγείλαμε τα απαραίτητα ανταλλακτικά που απαιτούνται για τις επισκευές των αντλιών και των καυστήρων της Κυρίας μηχανής.
Τα αποτελέσματα της εργαστηριακής ανάλυσης ήταν ότι τα καύσιμα είχαν σε περιεκτικότητα υπερβολικά υψηλό ποσοστό σε Βανάδιο και Σιλικόνη, και θεωρηθήκαν ακατάλληλα για καύση σε μηχανές εσωτερικής καύσης.
(Εμ γι’ αυτό διάβολε ο Πρώτος μηχανικός εκεί στη ράδα στη Σαγκάη ωρυόταν ότι δεν παίρνει καύσιμα από εκεί. Ποιος να ξέρει τι νίλα είχε πάθει ο καψερός στο παρελθόν.)
«Τη νίλα του Δράμαλη» Θα πρόσθετα εγώ...
...... Σαββατόβραδο αναμένοντας τα ανταλλακτικά των επισκευών αποφασίστηκε μια ομαδική έξοδο του πληρώματος.
Στο πλοίο έχουν παραμείνει οι βάρδιες ο Πρώτος μηχανικός ο Γραμματικός και μερικοί ακόμη.
Την ομάδα εξόδου την απαρτίζουν ο Αρχιμηχανικός ο Πλοίαρχος, οι αξιωματικοί καταστρώματος και μηχανής ο ασυρματιστής οι μάγειρο-καμαρότοι κλπ. Μια σχετικά μεγάλη εύθυμη παρέα φίλων από δώδεκα άτομα που χαλαρώνουν.
Γύρω στις δέκα η ώρα, βραδινή, σύσσωμη η μεγάλη παρέα καταλήξαμε σ’ ένα μικρό μπαρ κοντινό στον λιμένα το «Μπάρκο». Ένας μικρός χώρος με ευχάριστη και προσεγμένη διακόσμηση και ατμόσφαιρα. Ένας γνήσιος τύπος του AMERICAN BAR που η πελατεία του δεν ήταν μόνιμη αλλά διεθνής από τα πληρώματα των πλοίων. Τα σκαμπό του δε ήταν κινητά κατά τρόπο που μπορούσαμε να καθίσουμε άνετα, σχηματίζοντας την παρέα μας και να συζητήσουμε.
Πιάσαμε τον οβάλ πάγκο του Μπαρ από άκρη σ’ άκρη στριμωγμένοι αλλά με περίσσιο κέφι.
Περνώντας η ώρα ήμασταν οι μοναδικοί πελάτες αλλά αρκετοί μπορώ να πω για τον χώρο του μαγαζιού.
Περασμένα μεσάνυχτα και έχουμε ήδη καταναλώσει τρία με τέσσερα μπουκάλια Johnnie Walker.
Οι περισσότεροι ετοιμαζόμαστε για αναχώρηση..
Ο Κάπτεν κοιτάζει το ρολόι του και βάζει τις φωνές
«Που πάτε ορέ! Ένα μπουκάλι ακόμη και φύγαμε.»
«Έχουμε ήδη πιει πολύ, Κάπτεν μου»
Έχει ψιλομεθύσει κιόλας και έχει έρθει στο κέφι, του αρέσει η παρέα μας ας μη του χαλάσουμε το χατίρι.
«Ένα τελευταίο ποτηράκι και φύγαμε.»
«Μπάρμαν πιάσε άλλο ένα Johnnie Walker.»
Δυστυχώς το κατάστημα δεν έχει άλλο Johnnie Walker.
Ο Μπάρμαν φεύγει για λίγο και ψάχνει μήπως και βρει. Τζίφος! Τέτοια ώρα τέτοια λόγια,… όλα κλειστά.
Στην προσθήκη του μπαρ φιγουράρουν μεταξύ άλλων και δυο μπουκάλια ουίσκι Jim Beam..
Εντολή Κάπτεν. «Κατέβασε μας ένα απ’ αυτά.»
Ο μάγειρας σαν πιο έμπειρος της παρέας με τα ποτά θα επιθυμούσε να μην τ' ανακατέψουμε. Ταυτόχρονα μας διηγήθηκε την ιστορία του Johnnie Walker που μας τελείωσε: Πως από ένα μικρό παντοπωλείο έγινε ο διάσημος «Περπατητής.»
Είπαμε πως δεν γίνεται να  χαλάσουμε χατίρι στον Κάπτεν, όποτε χαλάλι του ανοίγουμε και το Jim Beam.
Βάζει στο ποτήρι του πίνει μια γουλιά, σαν να ξινίζει το μούτρο του, αντιλαμβανόμαστε πως δεν τους αρέσει πια η γεύση του ουίσκι όταν αφήνει το ποτήρι στον πάγκο και δεν το ξαναδοκιμάζει..
Ταυτόχρονα κανείς άλλος δεν βλέπω να τιμά τον «Τζίμι.» …. Μένει το μπουκάλι γεμάτο, δώρο στον μπάρμαν και εμείς περασμένα μεσάνυχτα και με το μυαλό θολό απ’ το ποτό, αποφασίσαμε ότι είναι ώρα να ξεκινήσουμε για το πλοίο.
Ο μπάρμαν μας ευχαρίστησε, υποκλίθηκε σαν γνήσιος ανατολίτης μας έσφιξε τα χέρια, τον διαβεβαιώσαμε πως περάσαμε μια ευχάριστη βραδιά και ύστερα μας άνοιξε αργά την πόρτα και μας άφησε να βγούμε στη νύχτα. Ο μπάρμαν στεκόταν στην άκρη της πόρτας και συνέχισε να υποκλίνεται με χάρη καθώς μας αποχαιρετούσε.
Πάνω από τον έρημο, απαλά φωτισμένο δρόμο, ένα μεγάλο φεγγάρι ορθωνόταν στο μισοσυννεφιασμένο ουρανό.
«Νομίζω πως η δροσιά της νύχτας θα μας κάνει καλό.» Λέω στην παρέα τεντώνοντας το κορμί μου.. «Κι όχι τίποτα άλλο, αλλά είμαι και λίγο ζαλισμένος. Χωρίς να έχω πιει πολύ».
Καθώς διαβαίνουμε το κατώφλι του μπαρ, εδώ αρχίζουν τα ωραία με τον Κάπτεν. Άρχισε να ταλαντεύεται και χρειάστηκε να κρατηθεί επίμονα από μια κολόνα, για να σιγουρευτεί για τη στάση του. Μα ούτε κι αυτό τον βοηθούσε.
Να επισημάνω ότι μιλάμε για κάποιον που καταναλώνει πολύ λογικές ποσότητες αλκοόλ και όχι για κάποιον, που χρειάζεται μια μπουκάλα ουίσκι για να την «ακούσει». Το παραπάνω ποτηράκι λοιπόν τον επηρέασε περισσότερο απ’ όσο εκείνος νόμιζε, αφού μετά τη χαλάρωση του ήρθε η ευφορία και γενικά έγινε πιο αυθόρμητος από το συνηθισμένο. Βγαίνοντας έξω στην υγρασία της νύχτας άρχισε και παραπατούσε από το μεθύσι. Ο αδελφός του μου κάνει νόημα να τον έχω τον νου μου και να τον βοηθήσω αν χρειαστεί. Σαν μικρότερος τον σεβόταν και δεν ήθελε να του δείξει ότι έχει ανάγκη από βοήθεια.
Πηγαίνω δίπλα του προσπαθώντας να τον πείσω να στηριχτεί επάνω μου αλλά εκείνος αρνήθηκε πεισματικά και συνέχισε να προχωρήσει μολονότι ήταν εμφανές πως δεν ήταν σε θέση να περπατήσει σταθερά.
«Απόψε δεν πάω πουθενά !» λέει μέσα στο μεθύσι του.
«Χάλια είναι εκεί που πάμε, γι’ αυτό μην πας πουθενά!»
Στη συνέχεια θυμήθηκε την ιστορία με τις δηλώσεις μου στη Κορέα που του δήλωσα ότι αν το ταξίδι ήταν ανατολικά θα κατέβαινα από το πλοίο, και άναψε σαν δαδί. Όρθωσε κορμί του και το γελαστό πρόσωπό του συννέφιασε σαν μαρτιάτικος ουρανός.
«Άλλο πάλι και τούτο! Είχε στραβώσει στ’ αλήθεια μ’ αυτή την ιστορία.»
« Είναι και το μυαλό του θολό απ’ το ποτό, κι όλα του φταίνε.» Σκέφτηκα.
Και με την μανιάτικη προφορά του κομματιαστή και βαριά συρμένη, γυρίζει και μου λέει:
«Τελικά είσαι πολύ μεγάλο καθίκι! Αλλά σε πάω!»
«Είμαι ένα κάθαρμα, δεν το αρνούμαι. Ναι ξέρω πόσο άσχημα φέρθηκα και πόσο καθίκι είμαι, αλλά έλα και στηρίξου επάνω μου.»
«Καλά, λοιπόν! Αφού επιμένεις, αλλά σ' το ξαναλέω: είσαι πολύ μεγάλο καθίκι!»
Συνεχίσαμε, λοιπόν, να περπατάμε σιωπηλοί. Ακούγοντας τον ήχο των βημάτων μας, προσπαθούσα να κρατήσω το βήμα μαζί του, η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή και μπορούσα να βλέπω τα πόδια του ολοκάθαρα.
Ο Κάπτεν, τώρα δίπλα μου περπατούσε αδιάφορα με το κεφάλι σκυφτό. Ούτε που μιλούσε, λέξη δεν ανταλλάξαμε όπως τον κρατούσα αγκαζέ. Αυτό μου έκανε εντύπωση.
Είχαμε φτάσει στην προβλήτα όταν τα πόδια μου είχαν αρχίσει να κουράζονται. Διασχίσαμε την είσοδο, για να φτάσουμε στο κιγκλίδωμα με τις λάντζες, κι εκεί επιβιβαστήκαμε.  Απέναντι στο αγκυροβόλιο τα φώτα των πλοίων, που έφεγγαν εκεί, παιχνίδιζαν στο μάτι.
Ο αδελφός του πήδησε πρώτος στη λάντζα για να τον κρατήσει να κατέβει στο κατάστρωμα του σκάφους. Ο Κάπτεν προσγειώθηκε στο εξωτερικό κάθισμα της «λάντζας» τεντώθηκε, τέντωσε την πλάτη του, τους ώμους, το λαιμό του και έγειρε το κορμί του πάνω στη κουπαστή. Άπλωσε τα πόδια του, στήριξε τους αγκώνες του ακούμπησε το κεφάλι του στην ξύλινη πλάτη του στο στέγαστρο του μικρού σκάφους και από εκεί παρατηρούσε και έμεινε να κοιτάζει επίμονα το φεγγαρολουσμένο νερό δίχως να σαλεύει.
Ταχτοποιήθηκα και κάθισα δίπλα του παρατηρώντας πέρα τα φώτα των πλοίων που έμεναν πάντα ακίνητα, κρέμονταν σαν παραλυμένα.
Μόλις ξεκίνησε η λάντζα ο καπετάνιος με μισοκλεισμένα τα βλέφαρα έριξε ένα βλέμμα εμπρός του έπειτα έφερε σιγά το χέρι στα μαλλιά και τα έστρωσε με την παλάμη.  
«Είσαι εντάξει; Πως αισθάνεσαι;» Τον ρώτησα και τον κοίταξα....
Δεν μου απάντησε. Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας κάθε άλλος θόρυβος του λιμανιού πνιγόταν από το βίντσι ενός μεγάλου πετρελαιοφόρου που αγκυροβολούσε έξω του λιμένα. Μαούνες φορτωμένες με σωρούς προϊόντα στριμώχνονταν στο βάθος της προβλήτας.
Κ έπειτα, σα να θυμήθηκε έξαφνα μου έπιασε το χέρι στο μπράτσο: Σαν κάτι να είχε ξεχάσει, κάτι σημαντικό.  
Με κοίταξε χαμογελώντας με ορθάνοιχτα μάτια. «Ώστε, λοιπόν, είχες κιόλας σκοπό να φτάσεις ίσαμε εκεί!»
Το βίντσι του μεγάλου βαποριού σταμάτησε να κάνει θόρυβο εκεί έξω από το βραχίονα του λιμανιού.
Το κατάλαβα, η μνήμη του είχε ξαναγυρίσει στα γεγονότα της Κορέας, την απουσία μου στην «παράτα» και την δήλωση μου ότι θα εγκαταλείψω το βαπόρι
Καθισμένος κοντά του έμεινα σιωπηλός και τον άφησα να συνεχίσει τις σκέψεις του προσπαθώντας να διακρίνω το πλοίο μας που ο μακρουλός μεγάλος όγκος του πετρελαιοφόρου του έφραζε την ορατότητα μπροστά μας.
Το βίντσι του βαποριού ακούστηκε πάλι που έτριζε.
«Διορθώνουν τα κλειδιά της άγκυρας.»  είπε ο καπετάνιος
«Σαν να αγκυροβόλησε πολύ κοντά στο βραχίονα του λιμανιού.» Συμπλήρωσα για να σπάσω τη σιωπή μου.
Ούτε που μίλησα ξανά… ήταν και ο καπετάνιος σιωπηλός και απόμακρος αλλά νηφάλιος τώρα μέχρι που η λάντζα πλαγιοδέτησε στη σκάλα του βαποριού.
Την επόμενη μέρα ένα κυριακάτικο πρωινό σαν κι αυτό που ο Θεός ξημέρωσε με καθαρό ουρανό, ο Καπετάνιος μας ανάλαφρος σαν πούπουλο, σηκώθηκε νηφάλιος και με διαύγεια πνεύματος και προσπαθεί να βρει την πραγματικότητα της προηγούμενης.
Τα θυμάται όλα... Μα πιο πολύ θυμαται τον Jim Beam...
«Άτιμο πράγμα αυτό το Jim Beam.! Με χάλασε!»
Το θέμα είναι τώρα τι λες στον Κάπτεν μας που είχε κατεβάσει ένα μπουκάλι Johnnie Walker και απλώς έβρεξε τα χείλη του με το Jim Beam.
Θυμήθηκα τα λόγια του παππού μου που με συμβούλευε στην εφηβεία μου...
«Γιατί όπως όλοι ξέρουμε τελικά, δε φταίει το ποτό γενικά, φταίει εκείνο το τελευταίο ποτό για όλα!»
Το πλοίο ανεφοδιάστηκε καινούργια καύσιμα τα μολυσμένα διαβρωτικά καύσιμα παραδόθηκαν σε υποδοχή της στεριάς. Έγιναν οι απαραίτητες επισκευές και συνεχίσαμε το ταξίδι για τον λιμένα εκφόρτωσης.
Στο Σουέζ ζήτησα και έγινε αντικατάστασης μου…
Συμπλήρωσα δέκα μήνες μπάρκο κάνοντας ακριβώς τον γύρο του κόσμου σαν άλλος Φιλέας Φογκ.
Ο γύρος του κόσμου σε δέκα μήνες….

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2020

Ένας σπάνιος συνδυασμός του Γκίλα Μπρέγιερ,

Είμαστε στα μέσα της δεκαετίας 1980-1990.
Το πλοίο ένα General Multi-Purpose…
Συν-υπήρξαμε τέσσερις ναυτικοί μεταξύ τριάντα και τριανταπέντε ετών που αγαπούσαν το σκάκι… 
Η αφεντιά μου, ο Πρώτος μηχανικός του πλοίου.. 
Ο Κυριάκος ο Υποπλοίαρχος του πλοίου.
Ο Λεωνίδας  o Ασυρματιστής του πλοίου.
Και ο Κωνσταντίνος ο Ναύτης… 
Εδώ έχω να σημειώσω: Ο Ναύτης ήταν γόνος από εξόριστους πολιτικούς πρόσφυγες στη Σοβιετική Ένωση και συγκεκριμένα από την Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν. Η Τασκένδη πριν την πτώση της ΕΣΣΡ ήταν μια πολυπολιτισμική πρωτεύουσα που αποτελούταν από Ρώσους, Εβραίους, Ουζμπέκους, Αρμένιους, Κοζάκους, 'Έλληνες, Κορεάτες και άλλες εθνικότητες. Και όπως οι περισσότεροι της γενιάς του σπούδασαν και ολοκλήρωσαν εκεί τις σπουδές τους ή συνέχισαν σε ελληνικά πανεπιστήμια μετά τον επαναπατρισμό τους. Τον ενθυμούμαι πως με την επιστροφή του στην Ελλάδα, εκτός από τη νοσταλγία της πρώτης ελληνικής πατρίδας που κληρονόμησε από τους γονείς του, έφερε μαζί του και μια βαριά νοσταλγία για το δικό του ξεριζωμό που ήταν σίγουρα πιο ήπιος, χωρίς τις πληγές ενός εμφυλίου πολέμου. Ήταν απόφοιτος Τεχνικής Ακαδημίας και όπως οι περισσότεροι νέοι της εποχής του στην πρώην ΕΣΣΡ ήταν και άριστος γνωστής του παιγνιδιού...
Κάθε παιγνίδι μεταξύ μας ήταν μια πολύ δυνατή μονομαχία. Πολεμούσα και αν καμιά φορά τελικά τον νικούσα, αυθόρμητα ένιωθα μια αίσθηση ικανοποίησης ότι είχα αυτή τη δυνατότητα. Είναι σαν να έλεγα στον εαυτό μου «όλο αυτό το κατάφερα εγώ;».
Σ’ ένα από τα ταξίδια μας βρισκόμαστε στα βορειοανατολικά της Κίνας. Στον λιμένα Ντάλιαν της επαρχίας Λιαονίνγκ. Είναι δεύτερη  βραδιά που έχουμε χάσει από την παρέα τον αγαπητό μας Κωνσταντίνο και γενικά αντιλαμβανόμαστε να γυρίζει από την έξοδο του στο πλοίο περασμένα μεσάνυχτα, κάτι αδιανόητο στην Κίνα τις εποχές εκείνες για τα πληρώματα των πλοίων. Την επομένη μας έλυσε τις απορίες μας. Οι κινέζικες αρχές κατασκοπίας μαθαίνοντας ότι ο Κωνσταντής μεγάλωσε στην πρώην Σοβιετική Ένωση η οποία δεν είχε ακόμη διαλυθεί αλλά τα πρώτα σημάδια ήταν ήδη ορατά στον ορίζοντα τον διπλάρωσαν και τον άρχισαν στις ανακρίσεις. Και προς Θεού, μην πάει ο νους σας σε αληθινή ανακριτική αίθουσα με καρέκλα ανακριτή, λάμπα φωτισμού και ηλεκτροφόρα καλώδια. Η ανάκριση ελάμβανε χώρα σε πολυτελές κινέζικο εστιατόριο με πλούσια γεύματα και άψογο service. Μείναμε περίπου δυο εβδομάδες στον λιμένα. Είπε και λάλησε ότι οι «ανακριτές» του θέλησαν να πληροφορηθούν και τις επόμενες ημέρες χάρις στον Κωσταντή γνωρίσαμε και εμείς η παρέα του τους «ανακριτές» που για να τον ευχαριστήσουν μας πρόσφεραν την φιλοξενία τους. Απολαύσαμε όλη η παρέα το πλούσιο και ποιοτικό κινέζικο φαγητό συνοδευόμενο από μυρωδάτο τοπικό «τσίπουρο», καλεσμένοι για κινέζικο γεύμα σε εστιατόριο ξενοδοχείου με τα μεγάλα στρογγυλά τραπέζια και τον περιστρεφόμενο δίσκο στο κέντρο του τραπεζιού, όπου σερβίρονται οι πιατέλες με τα φαγητά και πρέπει ο καθένας να παίρνει με τα chop sticks, μια μικρή ποσότητα στο δικό του μπολ όπου προηγουμένως έχει γεμίσει (αν το επιθυμεί) με ρύζι. 
..... Αυτό που μ’ άφηνε έκπληκτο ήταν ότι ενώ μεταξύ του Ναύτη Κωσταντή και του Υποπλοιάρχου υπήρχε διαφορά δυναμικότητας στο παιχνίδι ο υποπλοίαρχος κατάφερε να κερδίσει μερικούς αγώνες εναντίον του. Αυτή η διαφορά δυναμικότητας ισοσκελίζονταν μάλλον από την διαφορά επετηρίδας… και μου θύμιζε μία δημοφιλή ιστορία που είχα διαβάσει του σπουδαίου Άρον Νίμζοβιτς (Aron ή Aaron Nimzowitsch)  διεθνή Γκραντμαίτρ στο σκάκι που εκνευριζόταν από το κάπνισμα των αντιπάλων του. Αφορά σε αγώνα που με τον επίμαχο αντίπαλο καπνιστή, τον Λάσκερ, να αφήνει ένα σβηστό τσιγάρο στο τραπέζι, με την πρόθεση να το ανάψει. Ο Νίμζοβιτς αμέσως παραπονέθηκε στους διαιτητές του τουρνουά λέγοντας: «Απειλεί να καπνίσει και ως έμπειρος σκακιστής πρέπει να γνωρίζετε ότι η απειλή είναι ισχυρότερη και από την εκτέλεσή της».

………………….

Μια σκακιστική μελωδία από το βιβλίο… 

«Το Σκάκι, πλήρης ανάπτυξης της θεωρίας και η πρακτική της εφαρμογή, τόμος IΙ» Του Τριαντάφυλλου Σιαπέρα…

Ο Τριαντάφυλλος Σιαπέρας (1 Αυγούστου 1931 – 25 Φεβρουαρίου 1994) ήταν Έλληνας σκακιστής. Ασχολήθηκε όλη τη ζωή του με το σκάκι, ως παίκτης παρτίδων, ως συνθέτης προβλημάτων, ως δημοσιογράφος και ως συγγραφέας βιβλίων.

Ήταν ένα σεμνό πρόσωπο, με εξαιρετική μνήμη και ευρύτητα γνώσεων. Αποτελούσε ίσως τη σημαντικότερη μορφή του σκακιού στην Ελλάδα.

Παίζουν τα λευκά (θέση μετά την 13η κίνηση των μαύρων)

Τα λευκά έχουν ένα κομμάτι λιγότερο …….το θυσίασαν στο η5 αλλά η επίθεση τους είναι πολύ Ισχυρή (έχουν την ανοικτή κάθετη γραμμή Είναι φανερό ότι τα λευκά πρέπει να επιδιώξουν να νικήσουν στην επίθεση.

Παρά την διαπίστωση όμως ότι τα λευκά πρέπει να επιτεθούν χωρίς χρονοτριβή, ό Μπρέγιερ έπαιξε στην θέση τού διαγράμματος την κίνηση  14. Ρε1-ζ1.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Γιατί τα λευκά έπαιξαν αυτή την παράξενη κίνηση (14. Ρζ1) και δεν συνέχισαν την επίθεση τους; (π.χ. με την προσπάθεια να φέρουν την βασίλισσα στην στήλη «θ»: Βδ1-η4-θ4).

Ποιο είναι το σχέδιο πού κατάστρωσαν τα λευκά;

Είναι μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση, πού δείχνει πόσο βαθύς παίκτης ήταν ο Ούγγρος Γκίλα Μπρέγιερ, ένας από τους πιο μεγάλους Θεωρητικούς και αναλυτές όλων των εποχών. 

Κρίμα πού πέθανε νέος …….μόλις 27 χρονών.

Τοποθετήστε απαραίτητα την θέση στην σκακιέρα και προσπαθήστε να καταλάβετε τα λευκά γιατί έπαιξαν αυτή την παράξενη κίνηση

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Για να κατανοήσουμε καλύτερα το νόημα πού κρύβει ή κίνηση 14, Ρζ1, ας δούμε ποια ήταν ή συνέχεια της παρτίδας:

14. Ρε1-ζ1!  Ιδ5:γ3

15. β2:γ3  Αγ8-β7

16. Βδ1-η4  Ρη8-η7

Ή απάντηση των μαύρων είναι υποχρεωτική, λόγω της απειλής

Ι 7. Βθ3.

17. Πθ1-θ7 + !

Ε!!!!  Ωραιότατη θυσία πού είχαν προετοιμάσει τα λευκά με την 14η κίνηση τους!

17...... Ρη7:θ7

18. Βη4-θ5+  Ρθ7-η8

19. Αβ1:η6  ζ7:η6

20. Βθ5:η6+  Ρη8-θ8

21. Βη6-θ6+  Ρθ8-η8

22. η5-η6!

Τώρα φαίνεται γιατί τα λευκά έπαιξαν την κίνηση 14. Ρζ1! 

Με τον βασιλιά στο ε1, ό παραπάνω συνδυασμός των λευκών, με τις διαδοχικές θυσίες πύργου και αξιωματικού,  δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, για τον «απλό» λόγο ότι τα μαύρα θα είχαν τώρα την απάντηση 22..... Αθ4+  και 23......  Βε7!

Μετά από

22. η5-η6  Πζ8-ζ7 

23. η6:ζ7+ Ρη8:ζ7 

24. Βθ6-θ5+ Ρζ7-η7

25. ζ4-ζ5! ε6:ζ5 

26. Αγ1-θ6+ Ρη7-θ7 

27. Αθ6-η5+ Ρθ7-η8 

28. Βθ5-η6 +

Και η αντίσταση των μαύρων ήταν πια χωρίς ελπίδες.

immortal game animation
Η Αθάνατη παρτίδα είναι μία παρτίδα σκάκι που παίχτηκε στις 21 Ιουνίου 1851 από τον Άντολφ Άντερσεν και τον Λαϊονέλ Κιζερίτσκι.....
Παράδοξα.....
Ο Άντερσεν παίζει με τα Μαύρα αλλά ξεκινάει πρώτος. Μια τακτική που ήταν αποδεκτή παλαιότερα. Στις περισσότερες σημερινές καταγραφές φέρεται ως Λευκός για να συμφωνεί με το σημερινό τρόπο γραφής.

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2020

Ο Νικόλας και το .. Audi Sport Quattro.. της Μισέλ Μουτόν

Πάνε κιόλας μερικά χρόνια από τον θάνατο του εμβληματικού φίλου και συναδέλφου ναυτικού του Καπετάν Νικόλα. Κάποιοι άνθρωποι που ανταμώνουμε στη ζωή, αφήνουν αναμνήσεις μοναδικές, οι οποίες μένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στο μυαλό σαν το χνάρι που δεν έσβησε και οι οποίοι άφησαν το αποτύπωμα τους στην καρδιά μας. Σήμερα από μια τυχαία συνάντηση με έντονη συναισθηματική φόρτιση έτερος φίλος από τα παλιά μου θύμισε τον Νικολό και μια προσωπική μας ιστορία της εποχή εκείνης, από την κοινή μας θητεία στις θάλασσες. Ήμαστε στα 1987 και ταξιδεύουμε μ’ ένα φορτηγό πλοίο Multi-Purpose. Ο Νικολό είναι γραμματικός του πλοίου στα τριάντα πέντε χρόνια της ζωής του. Είναι η πρώτη φορά που βρισκόμαστε στο ίδιο μπάρκο. Ένας όμορφος άνδρας που έσφυζε από ζωντάνια και ενεργητικότητα, εξαιρετικά στιβαρός, ξανθός με αετίσιο βλέμμα. Ήταν πάντα πρόσχαρος αισιόδοξος, κι ευδιάθετος σαν ανέμελο παιδί που περνά τη ζωή του ανέμελα ξοδεύοντας τα λίγα χρόνια του στη γη, χωρίς υπαρξιακές ανησυχίες. Άνθρωπος έξω καρδιά μ’ ένα ειλικρινές χαμόγελο να στολίζει το πρόσωπο του. Όχι, δε ζούσε σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, ούτε όλα στη ζωή του κυλούσαν ρόδινα, ήταν όμως φύσει αισιόδοξο και θετικό άτομο. Είχε πάντα ένα καλό λόγο για να πει, η καλή του διάθεση ήταν μεταδοτική, ενώ η ενέργειά του πολλές φορές ήταν αρκετή για να καλυτερεύσει και την δική μας στις δύσκολες ώρες. Γενικά το γέλιο του έβγαινε από το στόμα του εύκολα και αβίαστα.  Όπως τότε στο Αλγέρι. Έχουμε προσεγγίσει τον πολυσύχναστο μεσογειακό λιμένα και ξεφορτώνουμε ένα μικρό στόλο από βαρέα αυτοκινούμενα γερανοφόρα οχήματα.  Διάρκεια εκφόρτωσης είχαμε ένα αναίμακτο ατύχημα. Από μια αστοχία βιομηχανικού υλικού έχασε την πάκτωση ένα συρματόσκοινο από το γερανό του πλοίου και το βαρύ όχημα που κρεμόταν προσεδαφίστηκε στην προβλήτα του λιμένα από ύψος ολίγων μέτρων. Υπήρξε μια αρχική εκδήλωση πανικού και παντελούς έλλειψης ψυχραιμίας τόσο στο χειριστή του γερανού όσο και στους εργάτες της προβλήτας. Λόγο του ότι είχαν ληφθεί και τηρούντο τα κατάλληλα μέτρα προστασίας στις συνθήκες εργασίας εκφόρτωσης ουδέν έτερο συνέβη. Απλά απαιτείτο χρόνος και ιδιαίτερος κόπος για αποκατάσταση λειτουργίας του γερανού του πλοίου.. Ο Νικολός σαν επικεφαλής καταστρώματος ατάραχος και γαλήνιος, αφού άνθρωπος δεν είχε ούτε αμυχή, φωνάζει τον Κωνσταντή ένα νεαρό κοντόσωμο ναύτη από τα Δωδεκάνησα. 
«Έλα εδώ βρε ζουλάπι. Πες μας τι αμαρτωλές ατασθαλίες έκανε χθες εκεί έξω που γυρνούσες για να γνωρίζουμε τι αμαρτίες έχουμε να πληρώσουμε για να πάρουμε άφεση.» Όλοι οι υπόλοιποι στο πλήρωμα κρυφογελούσαν. 
«Οι φήμες τον ήθελαν τον Κωνσταντή, ν' απολαμβάνει χωρίς ενοχές, και χωρίς αναστολές, την περασμένη βραδιά σεξουαλική επαφή κάτω από μια υπόγεια γέφυρα του λιμένα με παρτενέρ τρανσέξουαλ.» 
Την αρχική παγωμάρα διαδέχθηκαν τα χαμόγελα και η αποκατάσταση του προβλήματος έλαβε χώρα λίαν συντόμως. 
Αυτός ήταν ο Νικόλας. 
Στο ίδιο μπάρκο βρισκόμαστε στον λιμένα Κόμπε της Ιαπωνίας. Ο Νικόλας είχε και κάποια πάθη όπως με τις γυναίκες, .....Διαβάστε περισσότερα: Αθεράπευτα ερωτευμένος ..... τις μηχανές και φυσικά τα αυτοκίνητα! ... 
Τον γοήτευε πάντα οτιδήποτε είχε ρόδες, κυρίως τέσσερις. Απολάμβανα ατέλειωτες συζητήσεις μαζί του για τα μηχανοκίνητα. 
Αργά με το σούρουπο στολίστηκε μια παρέα για έξοδο με επικεφαλής τον καπετάν Γιωργή έναν πενηνταπεντάρη αλανιάρη καπετάνιο. Στην παρέα και ο γραμματικός μας ο Νικόλας. 
Από τα πολυπληθή διαφημιστικά φυλλάδια της απέραντης αγοράς ηλεκτρονικών του Κόμπε είχα επιλέξει ένα τηλεκατευθυνόμενο όχημα αντίγραφο σε μικρή κλίμακα το αυτοκίνητο που οδηγούσε την εποχή εκείνη η διάσημη οδηγός αγώνων η Γαλλίδα Μισέλ Μουτόν .... το Audi Sport Quattro....
Δώρο για τους μικρούς μου μπόμπιρες. 
Του ζήτησα εάν μπορεί να μ' εξυπηρετήσει...
Ο Νικόλας ακούγοντας για αυτοκίνητο πέταξε από χαρά...
«Είναι να ρωτάς» μου λέει. «Πες ότι ήδη έφτασε»....
«Εεε κάτι ξέχασες του λέω» την ώρα που έφευγε..
«Τι ξέχασα μάστορα;»
«Τι γαλότσες για τι λάσπες»...
Ακόμη ηχεί στ' αυτιά μου το τρανταχτό του γέλιο.
«Τώρα αυτό το λες σ' εμένα να το ακούσει ο καπτά Γιωργής;»...
«Καλά να περάσετε.» Του λέω
Περασμένη ώρα επιστρέφει ο Νικόλας περιχαρής. Υπό μάλης μια τεράστια συσκευασία… Ψύλλοι μπήκαν στ’ αυτιά μου. 
«Τι είναι αυτό Νικόλα;» 
«Μάστορα δεν βρήκα έτοιμο, και πήρα αυτό εδώ! Αντίγραφο πιστό του Audi Sport Quattro που θέλει συναρμολόγηση. Περίπου στην ίδια τιμή.» 
«Νικολό το πρόβλημα δεν είναι η τιμή. Το πρόβλημα είναι ποιος θα τα καταφέρει να το συναρμολογήσει.» 
«Μάστορα θα σε βοηθήσω.» 
«Εντάξει τώρα πιάσαμε Joker.» Μουρμούρισα μέσα από τα δόντια μου. 
«Όχι θα με βοηθήσεις! Θ’ αναλάβεις την συναρμολόγηση και εγώ θα σε βοηθήσω.» Αυτό το λέω έξω από τα δόντια. 
«Μη μου στενοχωριέσαι. Συνεργείο θα το κάνουμε το γραφείο σου.» Μου λέει. 
Στο πλοίο είχαμε έναν Τρίτο μηχανικό από την Καλαμάτα ο οποίος είχε χόμπι και ενασχόληση με τον μοντελισμό. Με ομοιώματα κυρίως ιστορικών ιστιοφόρων πλοίων και την εξ ολοκλήρου χειροποίητη συναρμολόγηση τους. Η βοήθεια του ήταν ανεκτίμητη…. 
Έλα όμως που μας έλειπαν τα additional….. 
Έχουμε και λέμε.....
1. Τηλεχειριστήριο μεγάλης κλίμακας 
2. Μπαταρία ιόντων λιθίου, 12V Επαναφορτιζόμενη 
3. Με Φορτιστή Μπαταρίας 12V 
4. Συν μερικά παρελκόμενα ακόμη.
 Με αποτέλεσμα το συναρμολογούμενο να στοιχίσει μια μικρή περιουσία…..
Χαλάλι της Μισέλ Μουτόν........ Και δεν το λέμε στον Νικόλα.. 
Όταν τέλειωσε η συναρμολόγηση ο Νικολός έπλεε σε πελάγη ευδαιμονίας… κάθε βραδύ έπαιζε σαν μικρό παιδί στους αλουέδες του πλοίου… Με τις ώρες....
Άγιο είχε το όχημα που κάποτε έφτασε αρτιμελές στου μπόμπιρες….. 
Αυτός ήταν ο Νικόλας…
Από τους ανθρώπους έξω καρδιά, που λες ότι ποτέ δεν θα πεθάνουν...... 
Κι όμως έφυγε μόλις είχε κλείσει την πέμπτη δεκαετία της ζωής του… 
Τον πρόδωσε η ανέμελη καρδιά του. 
Κάποιοι άνθρωποι μένουν ανεξίτηλα χαραγμένοι στο μυαλό σαν το χνάρι που δεν σβήνει.

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2020

Με το πέρασμα του χρόνου η φωτογραφία ξεθώριασε.

"Στου αδελφού μου την μαρμάρινη κρύα πλάκα επάνω, 
δέσποζε φωτογραφία μ' ένα πανέμορφο ιστιοφόρο.
Στην πρύμνη του κυμάτιζε τεραστία νορβηγική σημαία. 
Με το πέρασμα του χρόνου η φωτογραφία ξεθώριασε.
Σήμερα έγινε λάμψεις πάνω σ’ ένα κόκκινο φόντο.
Λες και την κοιτάζεις στο φως μεσ’ από κλειστά βλέφαρα."
.........................................
................Tο πρωινό τον βρήκε καθισμένο αναπαυτικά στη μικρή αίθουσα του αεροδρομίου, βλέποντας το πολύβουο πλήθος που ξεχυνόταν μπροστά του σαν ορδή μυρμηγκιών. Ένα συνονθύλευμα χρωμάτων, αρωμάτων και εκφράσεων γέμιζε το οπτικού του πεδίου. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε να καταγράψει τις εικόνες. Στο μαύρο φόντο των βλεφάρων του μια απρόσκλητη λάμψη άρχισε να μεγαλώνει. Όταν τα άνοιξε ξανά, ανακάλυψε μια φωτεινή γυναικεία οπτασία. Εστίασε ο βλέμμα στο πρόσωπο το σαγηνευτικά οικείο σ' αυτόν.
Η Ζανέτ!
Ήταν η λάμψη που αποτυπώθηκε στα βλέφαρά του, με τα ελεύθερα πυρρόξανθα μαλλιά της να πλαισιώνουν τ’ όμορφο πρόσωπο της.
Τα μάτια της γαλάζια με ασυνήθιστο βάθος. Η μυτούλα της αναιδής και τα σαρκώδη χείλη της μισάνοιχτα καθώς εισερχόταν στην κλιματιζόμενη αίθουσα με την θορυβώδη παρέα της.
Ο ήλιος της μεσογείου δεν είχε καταφέρει να σβήσει τις απαλές φακίδες που μόλις διακρίνονταν κάτω από το ηλιοκαμένο χρώμα της
Το σοκ ήταν ευχάριστο σαν βουτιά σε βουνίσιο χείμαρρο.
Στη θέα της αναρίγησε, αλλεπάλληλα κύματα άδραξαν τα σωθικά του και διάφορες εικόνες άρχισαν να περνούν από το μυαλό του.
Εκείνη τη στιγμή η Ζανέτ ειδοποιούμενη από κάποιο τηλεπαθητικό ένστικτο γύρισε προς το μέρος του και διέκρινε την σιλουέτα του ανάμεσα στο πλήθος.
Για ένα λεπτό που κράτησε όσο μια αιωνιότητα, έμεινε σιωπηλή, κεραυνοβολημένη, από ένα αίσθημα κατάπληξης.
«Θεέ μου» ψιθύρισε.
Το βλέμμα τους έσμιξε και μείναμε να κοιτάζονται.
Πετάχτηκε όρθιος και με ένα τελευταίο βήμα εξαφάνισε την απόσταση που υπήρχε ανάμεσα τους.
«Πρέπει να κόψουμε αυτές τις συναντήσεις» της είπε. «Θ’ αρχίσουν να μας υποπτεύονται»
Ένα χαρούμενο πλατύ χαμόγελο εμφανίστηκε στο δροσερό πρόσωπο της.
Η αντίδραση της ήταν άμεση, όσο για τον τόνο της φωνής της, διατηρούσε πάντοτε τη  χαρακτηριστική μουσικότητα.
«Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που ξανά ανταμώνουμε, χαρούμενο κάθαρμα!» του φώναξε εγκάρδια.
Φτερούγισε η καρδιά του, κάτι σαν ρίγος, κάτι δύσκολο να περιγράψει, ένοιωσε ανατριχιάζοντας, ενώ τα χέρια τους δυνάμωναν το σφίξιμο τους. Όχι ακριβώς σεξουαλικό, αλλά μάλλον ένα είδος εσωτερικής επικοινωνίας.Τα χεριά τους χωρίστηκαν. Ο δεσμός ανάμεσα τους διακόπηκε, αλλά δεν χάθηκε.
Είχαν συναντηθεί πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν. Την ύπαρξη με τη μικροσκοπική ελιά πάνω απ' τα χείλη την γνώριζε πολύ καλά εδώ και τρία χρόνια. Το μυαλό του έκανε χιλιάδες συσχετισμούς ταυτόχρονα, ταξιδεύοντας σε ενδόμυχες διαδρομές.
Ο χρόνος γύρισε πίσω τρία ολόκληρα χρόνια και «βυθίστηκε» στις αναμνήσεις του.
Ήταν όλοι τους νεαροί έως τριάντα ετών από διάφορες χώρες της Ευρώπης, με αφοπλιστική άνεση στον λόγο και στη σωματική επικοινωνία. Αποτελούσε κι εκείνος κρίκο μιας εκλεκτής παρέας που μοιράστηκαν εμπειρίες και βιώματα απολαμβάνοντας το γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού. Οι γυναίκες της παρέας ήταν στην πλειονότητά τους ξανθιές, όμορφες, γεμάτες δυναμισμό και γοητεία υπεροχής. Η ζεστή αύρα του και το πλατύ χαμόγελο του, κέρδιζαν αμέσως τις εντυπώσεις και τον καθιστούσαν στο επίκεντρο.
Ο κόσμος είναι όμορφος ακριβώς γιατί αποτελείται από χιλιάδες αγόρια και χιλιάδες κορίτσια.
Η Ζανέτ ήταν γέννημα θρέμμα το Νορβηγικού βορρά, εκεί που τα βράδια του καλοκαιριού οι εποχές μπερδεύονται. Τα μεσάνυχτα το φως του ήλιου στο βάθος του ορίζοντα παραμένει ακόμα αχνό, άλλα υπαρκτό μέσα σ’ ένα βαθύ μπλε τοπίο. Μεγάλωσε δίπλα στη θάλασσα και τα καταπράσινα δάση, με προπάππο ναυτικό και θείους ιστιοπλόους, είχε από πολύ μικρή τη θάλασσα στο αίμα της. Από πιτσιρίκα είχε ένα δικό της βαρκάκι κι έκανε συνεχώς βόλτες.
Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της, εργάστηκε στην εταιρεία πετροχημικών της οικογένειας, όμως πολύ σύντομα κατάλαβε ότι η συμβατική ζωή δεν της ταιριάζει. «Σε αντίθεση με τις φίλες μου, που ήθελαν να κάνουν καριέρα και οικογένεια, εγώ ήθελα να ταξιδεύω» έλεγε η Ζανέτ η οποία μέσω κοινών γνωστών είχε γνωρίσει τον αδελφό μου όταν η οικογένεια της πέρασε τις καλοκαιρινές διακοπές, με το ιδιόκτητο καταμαράν τους στο νησί της Ρόδου. Η οικογένεια της είχε στην κατοχή της ένα καταπληκτικό πανέμορφο λευκό με μαύρα ύφαλα ιστιοπλοϊκό καταμαράν.
Η Ζανέτ και ο αδελφός μου δεν ήταν παρά απλοί φίλοι.
Ήταν όμως, εξίσου αληθινό πως είχαν συμπαθήσει πολύ ο ένας τον άλλο, και πως όλοι στην παρέα το είχαν καταλάβει. Πολλοί από το περιβάλλον της Ζανέτ της είχαν πει επιδοκιμαστικά «Λιώνεις τον πάγο» και το κομπλιμέντο την είχε κολακέψει.
Τα αισθήματα του αδελφού μου ήταν τα φυσιολογικά αισθήματα οποιουδήποτε άνδρα προς μια κοπέλα τόσο γοητευτική όσο η Ζανέτ. Δεν ήξερε αν η σχέση εξελίσσονταν σε κάτι πιο σοβαρό. Δεν ήταν άλλωστε ακόμη σίγουρος αν ήθελε να γίνει κάτι τέτοιο.
Ούτε η Ζανέτ από την πλευρά της ήταν σίγουρο ότι το ήθελε. Μερικές φορές χανόταν μέσα στις ονειροπολήσεις, όπου η καριέρα της είχε δευτερεύουσα σημασία. Θα παντρευόταν φυσικά μια μέρα κι ο άνδρας που θα έπαιρνε θα ήθελε να έμοιαζε πολύ με τον αδελφό μου. Το ότι θα μπορούσε όμως να ήταν ο ίδιος ο αδελφός μου ήταν μια σκέψη που απέφευγε να την κάνει. Την γοήτευε με την απλότητα του, με την ανεπιτήδευτη συμπεριφορά του, με το ανέμελο ντύσιμο του – φορούσε σχεδόν πάντα τζιν – με τη φανερή περιφρόνηση του για την παράδοση και με την ακόμη πιο φανερή στάση του να μην τον δαμάσει η καθημερινότητα. Ο αδελφός μου ήταν η μεσογειακή φιγούρα του γοητευτικού νεαρού άνδρα που τραβούσε τα βλέμματα των θηλυκών που προσπερνούσε. Τα πάντα ήταν άψογα πάνω του. Κορμοστασιά ευθυτενής. Μαλλιά καστανόξανθα περιποιημένα, ελαφρώς κυματιστά. Πρόσωπο καθάριο. Βλέμμα ζεστό, διαπεραστικό μα και υπεροπτικό ανάβλυζε από τα μελιά του μάτια.
Έλξη υπήρχε δεν χωρούσε καμία αμφιβολία, έντονη και από τις δυο πλευρές.
Βρέθηκαν στο αεροπλάνο. Μ’ ένα μαγικό τρόπο κατάφεραν να κάθονται πλάι πλάι.
Το νησί του Ιπποκράτη, και οι ηλιόλουστες ακτές του βρισκόταν από κάτω τους καθώς το τζετ, που ανυψωνόταν τους έφερνε όλο και ψηλότερα στον ουρανό.
Ο Ζανέτ διάβαζε την εφημερίδα με απολυτή αυτοσυγκέντρωση που όμως δεν μπορούσε να ξεγελάσει τον αδελφό μου ούτε για μια στιγμή. Αποφάσισε να περιμένει για λίγο και να κάνει μερικές ερωτήσεις κατά την διάρκεια της πτήσης.
Αυτή ύψωσε το βλέμμα της, περιμένοντας τον αδελφό μου να μιλήσει πρώτος.
«Έχει περάσει καιρός από τότε.», μουρμούρισε αμήχανα.
«Από τότε που χωριστήκαμε, πόσες φορές η αύρα της άνοιξης διαδέχτηκε την πάχνη του χειμώνα;» τον ρώτησε.
Ακούγοντας τη να ομιλεί έτσι ο αδελφός μου του ξαναήρθαν στη μνήμη οι όμορφες εκείνες εποχές που ένοιωθε απέραντη τρυφερότητα γι’ αυτήν.
Ρουφούσε τα λόγια της και τα χρώματα που έβγαζαν οι λέξεις της, και τις μυρωδιές που έμοιαζαν σαν υπογραμμίσεις στις φράσεις της.
«Ε λοιπόν δεν θα σου έλεγα ψέματα, αν σου έλεγα ότι σε σκεπτόμουν όλο αυτόν τον καιρό.»
Της τόνισε με απόλυτη ειλικρίνεια.
Στη συνέχεια η πτήση για την Αθήνα ήταν επεισοδιακή με αναταράξεις.
Του κράτησε σφικτά το χέρι.
Ο αδελφός μου ανταποκρίθηκε ακουμπώντας στοργικά το χέρι στους ώμους της.
Η Ζανέτ πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να χαλαρώσει.
Μετά βυθίστηκαν στη σιωπή απορροφημένος ο καθένας από τις σκέψεις του.
Έκλεισαν τα μάτια κι όταν τα ξανάνοιξαν, μολονότι νόμιζαν πως πέρασαν μόλις λίγες στιγμές, διαπίστωσαν ότι ετοιμάζονταν να προσγειωθούν. Σηκώθηκαν απρόθυμα από τις θέσεις τους.
Το βραδάκι βρέθηκαν να συνωστίζονται οι δυο τους στα στενά δρομάκια και τις γραφικές πλατείες της Πλάκας. Το βράδυ ο ιερός βράχος της Ακρόπολης φάνταζε σαν κορώνα πάνω από την Πλάκα, λουσμένος καθώς ήταν στο φως των προβολέων που τον τύλιγαν σε μια γλυκιά άχλη. Την επομένη η Ζανέτ αναχώρησε για τις Σπέτσες να συναντήσει τους δικούς της.
Το προς πώληση παραδοσιακό σκάφος βρισκόταν ελλιμενισμένο στο λιμανάκι της Ζέας όπου επικρατεί συνωστισμός και φασαρία και πολλά σκάφη χρησιμοποιούν την μαρίνα για χειμερινό αγκυροβόλιο.
Για τον αδελφό μου υπήρχαν ακόμη πολλά πράγματα που έπρεπε να μάθει για το παραδοσιακό σκάφος αναψυχής. Ο πιο κατάλληλος να τον βοηθήσει ήταν ο Αλέκος. Ο Αλέκος ήταν ένας νεαρός άνδρας που είχε εργαστεί ένα ολόκληρο καλοκαίρι μαζί με τον αδελφό μου στην εταιρεία ιστιοφόρων σκαφών αναψυχής – σκιπερς- και είχαν δημιουργήσει μια εγκάρδια σχέση μεταξύ τους.
Ο πατέρας του Αλέκου, ψηλός λεπτός με πυκνά ακατάστατα μαλλιά και έντονα μαυρισμένο δέρμα, έμπειρος επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στο χώρο της κατασκευής και εμπορίας σκαφών αναψυχής με έδρα στη Δυτική Αττική και καλύπτει τον ευρύτερο χώρο της Ελλάδος ήταν αυτός που ανέλαβε να τον βοηθήσει. Άλλωστε το σκάφος αυτό είχε περάσει αρκετές φορές από το καρνάγιο του. Ήταν ένας κρητικός στην καταγωγή δαιμόνιος επιχειρηματίας, που ανδρώθηκε στη δύσκολη δουλειά της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης της ευρύτερης περιοχής και η επιχείρηση του ανθούσε. Η αγορά είχε σε μεγάλη υπόληψη τις ικανότητες του. 
«Ωραία ξέρεις στ’ αλήθεια ποιος είναι ο μυστηριώδης εργοδότης σου.» Τον ρώτησε τον αδελφό μου. «Λοιπόν άκουσε καλά τι θα σου πω. Εγώ τον γνωρίζω γιατί κάποια στιγμή τον είχα πελάτη.
Για τον Πέρση φίλο σου οι γνώμες διίστανται. Κατ’ άλλους είναι λαθρέμπορος, και κατ’ άλλους δαιμόνιος επιχειρηματίας. Εγώ τον θεωρώ λίγο και από τα δυο.
«Ο Τζαφέρ έχει διασυνδέσεις με Ινδούς και Πακιστανούς εμπόρους χρυσού. Είναι κρίκος μιας αλυσίδας που διακινεί παράνομα χρυσό από το Ντουμπάι στην Ινδία.»
«Δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά» του είπε ο αδελφός μου, βηματίζοντας νευρικά για να απελευθερώσει ένα μέρος της νευρικότητας που τον είχε πλημμυρίσει.
«Εγώ απλά προσπαθώ να σε προειδοποιήσω.»
«Καλύτερα να το ξανασκεφτείς»
«Μην μπαίνεις σε τέτοιους μπελάδες.» Συμπλήρωσε.
Τον απέτρεψε να δεχτεί αυτή την συνεργασία. Το θεωρούσε λάθος.
Μια αρχική παγωνιά σκέπασε ολόκληρο το κορμί του αδελφού μου, καθώς σκέφτηκε το δίλημμα που έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει. Η αλήθεια είναι ότι μ’ αυτά που άκουσε, μια ακόμη επαγγελματική ευκαιρία που του κτυπούσε την πόρτα έπρεπε να την απορρίψει. Ωστόσο δεν σήκωσε και μαύρα πανιά. Το ένστικτο του έλεγε ότι κάτι έκρυβε εκείνο το γραφείο πίσω από τη μικρή αυλή, αλλά ποτέ του δεν είχε αντιληφθεί τίποτα το σοβαρό.
Τις επόμενες ώρες είχε συνέλθει τελείως, ήταν εξαιρετικά ευδιάθετος. Δε θα ‘λεγες ότι δεν του καιγόταν καρφί. Ήταν όμως φανερό ότι ένοιωθε απελευθερωμένος. Αποφάσισε ότι δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να υποφέρει επειδή είχε αποτύχει να μαντέψει την πραγματικότητα που κρυβόταν πίσω από τις επαγγελματικές ασχολίες του Πέρση.
Δεν ήταν λοιπόν μεγάλη έκπληξη ότι ο αδελφός μου αποφάσισε να ακυρώσει το ραντεβού με τον μεσίτη του παραδοσιακού σκάφους. Είχε πάρει ήδη το μονοπάτι που θα τον ταξίδευε στα μυστικά βάθη μέσα στον ίδιο του τον εαυτό. Πέντε ώρες αργότερα σαλπάρισε με το πλοίο της γραμμής για τις Σπέτσες. Το γλυκό απογευματινό φως τον βρήκε ακουμπισμένο στην κουπαστή του πλοίου. Αγνάντευε το νησί και ένοιωσε χαμένος μέσα σε βαθιά γαλάζια μάτια και στο άρωμα που άφησε πίσω της η ηλιοφίλητη επιδερμίδα της.
Όταν η Ζανέτ έκανε την πρόταση στον αδελφό μου αν ήθελε να ταξιδέψουν με το ιστιοπλοϊκό νότια προς τη Μονεμβάσια και Ελαφόνησο αυτός παρ’ όλες τις επιφυλάξεις του ενθουσιάστηκε από την ιδέα. Το αναζητούσε αυτό, να φύγει μακριά, αναζητώντας καταφύγιο στην ηρεμία της θάλασσας. Εκεί πίστευε πως θα γιάτρευε τις πληγές του με τους ήχους του άνεμου και των κυμάτων.
Πιότερο από ποτέ, σήμερα λαχταρούσε να σαλπάρει και πάλι για κείνους τους  τόπους, που ‘χεν ακούσει τόσες και τόσες ιστορίες στα χρόνια που κύλησαν από τον ξενιτεμό τους.
«Είναι καλός καιρός για μετακίνηση;» τον ρώτησε την επομένη το πρωί. «Ο καλύτερος» της απάντησε και ήθελε τόσο πολύ να γευτεί την ευφορία μέσα στο αλάτι της θάλασσας.
Να ξεδιψάσει δηλαδή σε κείνη την  ακτή που βρέχεται από όλα τα… ενδεχόμενα.
Μετά τη ρώτησε επιφυλακτικά. «Και ποιος θα πλοηγήσει το σκάφος».
Η Ζανέτ έδειξε θιγμένη.
«Εγώ φυσικά». Απάντησε. «Το έχω κάνει πολλές φορές».
Περίμενε να αμφισβητήσει ο αδελφός μου τις ικανότητες της, αλλά αυτός το απέφυγε. Είχε αντιληφθεί πως η Ζανέτ ήταν ισορροπημένη κοπέλα, ίσως παραπάνω από όσο έπρεπε. Όταν διατεινόταν ότι μπορεί να κάνει μια δουλειά, δεν έλεγε ποτέ ψέματα.
Υπήρχε ωστόσο, ένα ακόμη σημείο που έπρεπε να κανονίσουν. Το σκάφος έπαιρνε τέσσερα άτομα. Έπρεπε να βρουν τους άλλους δυο.
Φίλοι του υγρού στοιχείου και οι δυο, τόλμησαν να αντιμετωπίσουν τον Ποσειδώνα! Με δίπλωμα ναυτοσύνης οι δυο τους, έδειξαν εμπιστοσύνη στην πείρα τους κι αποφάσισαν να ξελογιαστούν από το μουσικό θρόισμα του αέρα στα πανιά, να μεθύσουν από το συρτό ήχο που κάνει το σκάφος γλιστρώντας στα κύματα!
Μονάχοι τους!.
Γενικά από πλευράς καιρικών συνθηκών οι πρώτες μέρες του Αυγούστου ήταν φθινοπωρινές. Σαν Οκτώβρης ήταν! Συννεφιά, ισχυροί άνεμοι και βροχές. Ο αδελφός μου το έβρισκε εντελώς ασυνήθιστο, και αστείο μαζί, να είσαι Αύγουστο στην Ελλάδα, και μάλιστα στις Σπέτσες, και να είσαι κουκουλωμένος με νιτσεράδα!
Εκείνο το πρωί όμως ήταν χαρά Θεού, η θάλασσα γυαλί. Ο ήλιος αναδυόταν μέσα από το Αιγαίο πέλαγος γεμίζοντας τον γαλάζιο ουρανό με πορτοκαλί λιωμένα τριαντάφυλλα. Ζέστη και μια διαύγεια στην ατμόσφαιρα απίστευτη, με ασθενείς άνεμους, ανήμπορους να φουσκώσουν τα πανιά του ιστιοπλοϊκού. Ακατάλληλος καιρός για ιστιοπλοΐα.
Μπρος η μια μηχανή λοιπόν, με πέντε κόμβους ταχύτητα, το σκάφος απέπλευσε από το κοσμοπολίτικο λιμένα των Σπετσών αφήνοντας  πίσω του το ακρωτήριο του Ζάστανο, αθόρυβα και αργά, αλλά σταθερά, έβαλε πορεία στο νοτιά, πλώρη για το Κυπαρίσσι και τη Μονεμβάσια. Με το μεγάλο τιμόνι να κάνει ένα "κλικ", πότε αριστερά και πότε δεξιά, στην προσπάθειά του να υπακούσει στις εντολές του αυτόματου πιλότου. Το καταμαράν είναι το κατ’ εξοχήν σκάφος κρουαζιέρας. Ξακουστό για την όρθια, γρήγορη και ασφαλή πλεύση του σε όλες τις θάλασσες, έχει μικρό βύθισμα και εύκολο χειρισμό. Πλεονεκτήματα του, που το κάνουν ασυναγώνιστο σε σχέση με πολλά συμβατικά σκάφη. Λόγω του πλάτους και των δυο πλωτήρων του, όταν αρμενίζει με τα πανιά δεν παίρνει κλίση, αλλά ταξιδεύει ίσια  και έτσι, οι επιβάτες έχουν το μέγιστο της ασφάλειας και της απόλαυσης του ταξιδιού. Λόγω του μικρού βυθίσματος των πλωτήρων, γλιστράει γρήγορα και αθόρυβα πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας, πάει παντού γρήγορα, άνετα και με ασφάλεια. Είναι από τα ασφαλέστερα ιστιοπλοϊκά σκάφη πρακτικά αβύθιστο, παντός καιρού, ικανό να διασχίσει και ωκεανούς. Ταυτόχρονα με τις δυο μηχανές του, μία σε κάθε πλωτήρα ότι και να συμβεί, και με μία θα φτάσει με ασφάλεια στο λιμάνι του. Ακόμη, με τις δυο μηχανές, οι μανούβρες και η προσέγγιση και στο πιο δύσκολο λιμάνι γίνονται ευκολότερα. Είναι το συνώνυμο της άνεσης και της απόλαυσης.
Είχαν απομακρυνθεί από τις Σπέτσες όταν τους θυμήθηκε ο Αίολος. Άνοιξαν τα πανιά και το ιστίο της πλώρης φούσκωνε από υπερηφάνεια. Είναι απίστευτη η δύναμη που κρύβει μέσα του ο αέρας! Με το πανί πλανάριζε το καταμαράν, ελαχιστοποιώντας έτσι την απόσταση που τους χώριζε από τον προορισμό τους.. Κάμποσες ώρες γλιστρούσαν ανάλαφρα στα κύματα, και στον ορίζοντα, εκεί που η θάλασσα σμίγει με τον ουρανό. Ήταν ένα γαλήνιο θέαμα να παρατηρείς το διπλό αφρισμένο αυλάκι που άφηναν στο πέρασμα τους και να χαϊδεύεις με το βλέμμα τα τεντωμένα και πανίσχυρα πανιά.
Από το Μυρτώο πέλαγος κρυφοκοιτάζουν πίσω από τις σχισμάδες των βράχων, και ο προορισμός τους έρχεται όλο και πιο κοντά.
Το Κυπαρίσσι!
Ανταύγειες εαρινού κήπου, άνθη ευφροσύνης σε τούλι μαγικό. Αεί ζωή και ρέμβη αγαλλίασης.
Το Κυπαρίσσι ίσως είναι ένας από τους ελάχιστους ανεπιτήδευτους παραδοσιακούς οικισμούς των ακτών του Μοριά που διατηρεί το χρώμα και τη γραφικότητά του. Βέβαια σ’ αυτό συντέλεσε η μακρόχρονη οδική απομόνωση του. Το Κυπαρίσσι ή αλλιώς Βρύση- ο παλαιότερος συνοικισμός εκ των τριών οι οποίοι αποτελούν σήμερα το χωριό (Παραλία, Μητρόπολη, Βρύση), βρίσκεται χτισμένο εκατό μέτρα ψηλά απ’ τη θάλασσα, σε μικρή απόσταση απ’ αυτήν, σε θέση με πυκνή μεσογειακή βλάστηση από πεύκα, πρίνα, χαρουπιές και κυπαρίσσια. Είναι αθέατο από την παραλία και κτίσθηκε έτσι για λόγους ασφάλειας από τους πειρατές, όταν αυτοί λυμαίνονταν τις ακτές της Πελοποννήσου. Αργότερα όταν πέρασε ο κίνδυνος, δημιουργήθηκαν οι παραθαλάσσιοι στον βαθύ και υπέροχο κόλπο του Κυπαρισσιού, με τις δύο εκπληκτικές παραλίες και τα δύο ξωκλήσια, αυτό του Αγίου Νικολάου στα βόρεια και του Αγίου Γεωργίου στον νοτιά, που ανοίγεται με εμπιστοσύνη στο βαθύ απέραντο γαλάζιο του Μυρτώου Πελάγους. Είναι ένα τοπίο με μυστική παρθενικότητα, με αρώματα βουνού και ψιθύρους της θάλασσας, από αυτούς που αρχίζουν να σπανίζουν στην Ελλάδα.
Στην πλευρά του Πάρνωνα που βρέχεται από το Μυρτώο πέλαγος οι ακρογιαλιές της περιοχής φημίζονται για τα πεντακάθαρα νερά και την ησυχία τους. Αν έχετε δικό σας σκάφος θα γνωρίσετε απάτητες ακροθαλασσιές που προσεγγίζονται δύσκολα ή και καθόλου από την στεριά, όπως ο ορμίσκος Δρυμίσκος, τέσσερα μίλια νοτιότερα απ’ το μόλο της Παραλίας, το κλειστό ακρογιάλι της Βλυχάδας το απόμερο Μπαλογκέρι, και η εσωτερική θάλασσα του Γέρακα.
Είναι η τρίτη ημέρα της θαλάσσιας περιπλάνησης!
Μεσημέρι αναχώρησαν από το Μπαλογκέρι για το νοτιά.
Την επόμενη ώρα μεγάλος αριθμός από χαμηλά σύννεφα έκαναν την εμφάνιση τους στον ουρανό από τα δυτικά, προάγγελος της μπόρας που ερχόταν.
Κατέβασαν το πανί!
Το σκάφος έπλεε με τις μηχανές με όση ταχύτητα διέθετε κι ωστόσο φαινόταν να έμενε ακίνητο στο νοτιοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου χοροπηδώντας μέσα στην θαλασσοταραχή αψηφώντας τα κύματα και τον άνεμο.
Το μικρό σκάφος δεχόταν στη μάσκα του συμπαγείς υδάτινους τοίχους των κυμάτων κι ο άνεμος το μαστίγωνε μ’ αφρούς. Η θαλασσινή αχλή πλησίαζε την στεριά σαν μαργαριταρόσκονη, ερχόμενη από τα νερά του ρεύματος του Μυρτώου πελάγους και τα κύματα έσκαζαν σε αλλεπάλληλα μέτωπα ορμώντας στη λαμπερή λευκή άμμο και στη βάση των ανεμοδαρμένων βράχων απ’ τη θάλασσα και τους αέρηδες.
Η νοτιοανατολικές ακτές της Πελοποννήσου βρίσκονται στη ζώνη των Αληγών ανέμων. Συνηθέστερος άνεμος είναι ο νοτιοανατολικός, ο σιρόκος, αλλά το σύστημα των ανέμων αναστρέφεται εντελώς καμιά φορά και τότε ξεσπούν άγριες βορινές θύελλες που έρχονται από την βαλκανική χερσόνησο.
Το σκάφος τρεμούλιαζε στην κακοκαιρία σαν όχημα που έτρεχε πάνω σε ανώμαλο δρόμο. Οι σποραδικές αστραπές μεγάλωναν την αίσθηση του απειλητικού θυμωμένου καιρού.
Ο Ζανέτ για ένα λεπτό νόμισε πως είχε χάσει τον έλεγχο. Γρήγορα κατόρθωσε να ισορροπήσει και πάλι την πορεία, πλοηγούσε μ’ εξαιρετική προσοχή και δεξιοτεχνία. Είχε περάσει κάπου μισή ώρα που κλυδωνίζονταν και σκαμπανέβαζαν όταν συνειδητοποίησαν πως μέσα στα σύννεφα από αφρούς που στροβιλίζονταν γύρω τους, μπροστά τους ξεπρόβαλε ένα άνοιγμα, ένα κανάλι.
Αριστερά και δεξιά κάθετοι βράχοι που οι καταιγίδες αιώνων είχαν σμιλέψει τις λείες και στρογγυλές επιφάνειες τους, πλαισίωναν μια μακρόστενη λωρίδα νερού, φιδωτή μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα τους και συνέχιζε ακόμα. Τα κύματα έσπαζαν πάνω στους βράχους με αμείλικτη και επίμονη μανία, που ποτέ άλλοτε δεν είχε εντυπωσιάσει τον αδελφό μου όσο τώρα. Είχε δει πολλές φορές πριν άγρια κύματα, ποτέ όμως από τόσο κοντά και μάλιστα μέσα από ένα τόσο ελαφρύ πλοιάριο. Κοίταζε με αγωνία τα κύματα που έζωναν τους βράχους.
Η Ζανέτ έστρεψε την πλώρη του σκάφους που σκαμπανέβαζε θεαματικά στη ταραγμένη θάλασσα παίρνοντας ρότα προς το άνοιγμα, με το σπρώξιμο του ανέμου να τους παρασύρει από την ανασφάλεια της τρικυμισμένης ανοικτής θάλασσας σε ήρεμα νερά. Από τη στιγμή που βρέθηκαν μέσα στο στενό πέρασμα τα ορμητικά κύματα είχαν χαλαρώσει.  Μαζί τους είχαν φύγει και οι χειρότεροι φόβοι, δεν υπήρχε πια κίνδυνος. Η ηρεμία φώλιασε ξανά στην καρδιά τους. Πέρα στον ανατολικό ορίζοντα άστραφτε ακόμη, και η βροχή που απομακρυνόταν ακουγόταν σαν χαμηλό μουρμουρητό, ενώ ο άνεμος πάνω στους ιστούς του σκάφους σφύριζε όλο και λιγότερο. Ο Ήλιος άρχισε να ξεπροβάλλει δειλά δειλά και τα σύννεφα αραίωναν. Καλωσόρισαν μ’ ανακούφιση τις νέες συνθήκες. Τελικά αποδείχτηκε πως η ικανότητα της Ζανέτ στη θάλασσα ήταν πρώτης τάξεως.
Σταδιακά η ταχύτητα του σκάφους έγινε ομαλή, ανέβασαν και πάλι το πανί. Σαν πουλί το καταμαράν διέσχισε χωρίς δυσκολία το στενό πέρασμα που οδηγούσε στον εσωτερικό κόλπο. Η θάλασσα μπροστά τους απάνεμη, το νερό γινόταν σχετικά ήρεμο και καθαρό ώστε να μπορείς να διακρίνεις τον αβαθή πυθμένα, εκεί μπορούσαν να αγκυροβολήσουν.
Ένας σταθερός νοτιοδυτικός άνεμος έπνεε και το σκάφος λικνιζόταν σαν ζωντανή ύπαρξη.
Ο αδελφός μου αμέσως κατέβασε το πανί και η Ζανέτ έκανε έναν κύκλο στον κόλπο για να βρεθούν στη θέση αγκυροβολίας.
 Μόλις το σκάφος αγκυροβόλησε στο ασφαλές λιμάνι ούτε ο αδελφός μου ούτε η Ζανέτ ένοιωθαν την ανάγκη να μιλήσουν. Υπήρχε κάποια σιωπηρή επικοινωνία μεταξύ τους, που δεν ήθελαν να την διαταράξουν με λόγια κι ήταν ευχαριστημένοι καθώς μοιράζονταν την γαληνή και το θαύμα της ήρεμης θάλασσας. Προς το παρόν τους ήταν ευχάριστο να ρουφούν το φρέσκο δροσερό αεράκι του απάνεμου αγκυροβολίου, να νοιώθουν τον ουρανό πάνω από το κεφάλι τους να καθαρίζει από τα μουντά σύννεφα, να παρακολουθούν τον ήλιο να συνεχίζει τη μακρά πορεία του προς την δύση, ζωγραφίζοντας πορφυρές και μοβ ακτίνες στον ουρανό και λούζοντας την περιοχή μ’ ένα μπρούντζινο χρώμα. Έμοιαζε σαν να μην υπήρχε στον κόσμο τίποτα άλλο γι’ αυτούς. Ακόμα κι ο χρόνος είχε σταματήσει. Ο αδελφός μου ένοιωθε πως μπορούσε να μείνει αραγμένος εκεί για πάντα, γαληνεμένος, απολαμβάνοντας το ανάδεμα του σκάφους στον μικρό κυματισμό. Ήταν ο ευτυχισμένος πολεμιστής που αναπαύεται μετά από τη μάχη. Έκτος από τον απαλό παφλασμό των κυμάτων και τον χτύπο της καρδία του, επικρατούσε απόλυτη σιγή. Ανά διαστήματα πέρα από το μικρά ταβερνάκια του χωριού ο απόηχος των γέλιων έσπαγε τη γαλήνη. Τίποτα άλλο από όσα η ζωή μπορούσε να προσφέρει δεν τον γέμιζε με τόση ευχαρίστηση και ήρεμη αίσθηση της δύναμης, όση τον πλημμύριζε αυτή η ελευθερία του ανοικτού ορίζοντα.
Χαλαρώνοντας μείνανε για λίγο σιωπηλοί, στιγμές ευδαιμονίας κάτω από τον έναστρο ουρανό.
Περνώντας η ώρα ένοιωθαν μεγάλη πείνα.
Η Ζανέτ έσπασε πρώτη τη σιωπή.
« Θα ετοιμάσω τώρα ένα γνήσιο παραδοσιακό νορβηγικό γεύμα», είπε.
Ο αδελφός μου της χαμογέλασε με εκείνο το κοφτό ανεπαίσθητο χαμόγελο του, που της άρεσε πολύ.
« Θα σε βοηθήσω» της είπε.
Τελειώνοντας το δείπνο τους και πίνοντας το δροσιστικό τους cocktail, απολάμβαναν ο ένας τη συντρόφια του άλλου, ξέροντας ότι η σιωπή ήταν φορτισμένη μ’ αυτό το κάτι.
Είχε πέσει παντού η νύκτα. Ωστόσο δεν απλωνόταν βαθύ σκοτάδι, γιατί το φεγγάρι συμπλήρωνε το γέμισμα του και έτσι ακόμη και με τη βοήθεια των φώτων της παραλίας υπήρχε ορατότητα.
Η Ζανέτ κοιτούσε προσεκτικά προς τα δυτικά του ουρανού, ψάχνοντας φανερά για κάτι. «Είναι αλήθεια», ρώτησε «πως αν ξέρεις προς ποια κατεύθυνση να κοιτάξεις, μπορείς να δεις την Αφροδίτη κατά τη διάρκεια της ημέρας; Χθες, μετά τη δύση του Ήλιου ήταν τόσο λαμπρή, που το πίστεψα».
«Είναι απόλυτα αληθινό» αποκρίθηκε ο αδελφός μου «Πρέπει να την εντοπίσεις, όταν το πετύχεις, μετά είναι πολύ εύκολο να τη δεις».
Έστρεψε τη ματιά του στον ουρανό, κι άφησε το νου του ελεύθερο να κάνει μια σύντομη βόλτα στο λαβύρινθο του απέραντου, του απάτητου χάους. Ένοιωσε ότι όλα γύρω τους αιωρούνται στο χείλος μιας αβύσσου που ξεπερνά τις βασικές ανθρώπινες γνώσεις.
«Τα επόμενα πρωινά», της είπε «αν κοιτάξεις χαμηλά στα ανατολικά -βορειοανατολικά περίπου τριάντα με σαράντα λεπτά πριν την ανατολή του ηλίου θ’ αντικρίσεις την Αφροδίτη αλλά και τον Δία, τους δύο λαμπρούς πλανήτες κοντά στο λυκαυγές».
Της διηγήθηκε μια πολύ παλιά ιστορία .
«Η αγάπη, λένε αρχίζει από το σπίτι, και το γαλάζιο πουλί του έρωτα βρίσκεται μόνο στο πίσω μέρος της αυλής μας. Μπορεί να είναι κι έτσι, άλλα η γνώση ειν’ αδιαίρετη και βρίσκεται παντού.»
«Ήταν την εποχή του γιου του βασιλιά Γύγη. Κοντά στη Μίλητο στην Ιωνία, στις όχθες του Αιγαίου, ο Θαλής, γιός του Εξαμύου και της Κλεοβουλίνης, περπατούσε στην έξοχη.
Ο Θαλής ερευνούσε τον ουρανό για να ανακαλύψει τα μυστικά της τροχιάς των αστέρων. Η νεαρή υπηρέτρια που τον ακολουθούσε είδε μια μεγάλη τρύπα στη μέση του αγρού. Την απέφυγε. Αντίθετα ο Θαλής, που συνέχιζε να ερευνά τα’ αστέρια, έπεσε μέσα. 
«Δεν μπορείς να δεις μπροστά στα πόδια σου και νομίζεις πως θα καταλάβεις τι γίνεται στον ουρανό!» του πέταξε καθώς τον βοηθούσε να βγει από την τρύπα.
«Ο Θαλής ήταν ο πρώτος «διανοητή στην ιστορία,» συνέχισε.
Η Ζανέτ το απολάμβανε! Η μεσημεριανή θαλασσοταραχή ήταν κιόλας πολύ μακρινή. Τα σκούρα μάτια της τον κοίταζαν χαμογελώντας με ικανοποίηση. 
« Είναι τόσο όμορφα εδώ», είπε. «Αυτός ο γαλήνιος κόλπος κάτω από τον έναστρο ουρανό μου θυμίζει λίγο τα φιόρδ της πατρίδας μου. Η διαφορά είναι οι φοίνικες και τα ελαιόδεντρα που δημιουργούν την μεσογειακή ατμόσφαιρα».
«Χαίρομαι που αισθάνεσαι όμορφα». Της είπε. 
«Μερικές φόρες είναι σαν να σε γνωρίζω όλη μου τη ζωή». Κοίταξε αλλού. «Είμαι ανόητος, σωστά;».
«Όχι». Άπλωσε το χέρι της στο μπράτσο του. Το άγγιγμα της ήταν απαλό.
Οι λέξεις βγήκαν από το στόμα του με ανάλαφρο τόνο. «Γνωρίζεις μια γυναίκα, ανακαλύπτεις ότι είναι γυναίκα που σου ταιριάζει, κάνετε τα ιδία όνειρα, γελάτε με τα δια πράγματα, έχετε τις ίδιες επιθυμίες. Τις νύκτες ξάγρυπνος και την ονειρεύεσαι. Μερικές φορές εύχεσαι η νύχτα να ’ναι ατέλειωτη, ώστε να βυθιστείς στις σκέψεις και τα ονειροπολήματά σου. Τι να προλάβεις να σκεφτείς σ’ ένα βράδυ και τι ν’ αφήσεις; και το πιο σημαντικό τι ν’ αποφασίσεις;».
Έπνεε ένας άηχος άνεμος που τώρα πια δεν τάραζε τα υπόλοιπα στοιχεία της φύσης.
Τα μάτια της τον κοιτούσαν ερωτευμένα και τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα.
Μεσάνυχτα, ρεμβάζοντας για λίγο τη θάλασσα και τα φώτα του οικισμού από το παράθυρο της καμπίνας τους, ένιωσαν τα μάτια τους να κλείνουν. 
Ο Μορφέας ήταν πολύ γλυκός εκείνο το βράδυ. Είχαν ήδη αρχίσει να το συνηθίζουν κι' αυτό.
Με το πρώτο φως της αυγής σηκώθηκε από το κρεβάτι ανανεωμένος. Η αυγή ήταν μια ωχρορόδινη υπόσχεση πάνω από τις βουνοκορφές και η θάλασσα φάνταζε ακόμη σαν βρεγμένος ανθρακίτης με αραιά «προβατάκια» από τον απαλό πρωινό άνεμο. Στον ανατολικό ορίζοντα ξεπροβάλλει μια αναλαμπή ανάμεσα στον ουρανό και τη θάλασσα ενώ η απαλή αύρα χάιδευε το πρόσωπο του. Στάθηκε λουσμένος στη πρωινή ζεστασιά του νοιώθοντας μια απίστευτη γλυκιά ευχαρίστηση σαν παλίρροια να ρέει μέσα του, όπως η καθαρή ανοιξιάτικη βροχή που ξυπνά την κρυμμένη δύναμη μέσα σε εκατομμύρια μικροσκοπικούς σπόρους στη φύση.
Καθώς περνούν τα δευτερόλεπτα η αναλαμπή γίνεται τόξο κι ύστερα δίσκος πορφυρός. Αντίκρυ, χαμηλά στην ακτογραμμή διαγράφεται το χωριό του Γέρακα με τους ασβέστες των σπιτιών ν’ αστράφτουν στο πρώτο φως. Τράβηξε μια δυνατή τζούρα νέας πνοής, τεντώθηκε για να ξυπνήσουν όλοι οι μύες και έστρεψε απαλά το βλέμμα του στη μικρή κουκέτα. Το ήρεμο σμιλεμένο πρόσωπο της κοιμισμένης Ζανέτ ήταν το πιο όμορφο χαλί στα όνειρά του.
Ποτέ στη ζωή του μέχρι σήμερα δεν είχε νοιώσει τόσο προστατευτικά για κάποιον. Ήταν ένα καινούργιο συναίσθημα γι’ αυτόν, κι ήταν σίγουρος ότι του άρεσε αυτή η ένταση των αισθημάτων του.
Το κομψό ιστιοπλοϊκό λικνιζόταν νωχελικά αγκυροβολημένο στο απάνεμο λιμάνι του Γέρακα. Το ελαφρό αεράκι σχημάτιζε μικρά κύματα που ζωντάνευαν το νερό. Μπροστά στα μάτια τους απλωνόταν φωλιασμένη μέσα στα βουνά η λιμνοθάλασσα. Του άρεσε πολύ το υγρό στοιχείο. Ήταν ικανός να κάθεται ώρες ακίνητος να το χαζεύει
Εκείνος, εκείνη, η θάλασσα και ο μακρινός ορίζοντας.

Η Ζανέτ έβαλε μπροστά τις δηζελομηχανές. Στην αρχή το καταμαράν φάνταζε ακίνητο, ύστερα απομακρύνθηκε με νωχελική χάρη από το αγκυροβόλιο βάζοντας πλώρη για την έξοδο από την λιμνοθάλασσα. Στ’ απόνερα του αναρριπίζονταν λευκοί ιριδισμοί, σαν διαμαντένιο κολιέ πάνω σε μπλε βελούδο.
Ένα όμορφο ζευγάρι ζει τις πιο όμορφες μέρες του ταξιδεύοντας μ’ ένα ιστιοφόρο εννέα μέτρων, ακόμα και στις πιο απρόσιτες περιοχές του ακρωτηρίου Μαλέα, χωρίς σταθερή βάση και διεύθυνση.

Πόσο γοητευτικός ήταν αυτός ο ερωτευμένος.
Α! ο φασιανός τραγουδούσε τόσο όμορφα
Θυμούμενος τις ευτυχισμένες ημέρες
Αυτούς τους τόσο στενούς δεσμούς
Ποιος άραγε μπορούσε να τους κόψει;
Μόνο η σκληρή μοίρα.
.................................
.......................................
Φθάνοντας στο σπίτι,  η κουζίνα μύριζε το άρωμα της κανέλας άλλα μηλόπιτα δεν φαινόταν πουθενά.
«Προ ολίγου πέρασε ο μικρος ο αδελφός σου να μας δει, κι αφού πρώτα έφαγε δυο κομμάτια μηλόπιτα, φεύγοντας μας πήρε και το ταψί ολάκαιρο στέλνοντας φιλιά στον αέρα......»
«Χαλάλι του. Το ξέρεις ότι εκτιμά τη μαγειρική σου.» Βιάστηκε να δικαιολογήσει τον αδελφό του μ' ένα πλατύ χαμόγελο για να της φτιάξει η διάθεσή της.
Κατά τις έξι παρά κάτι κτύπησε το τηλέφωνο. 
«Ο αδελφός θα ‘ναι.» Σκέφτηκε.
«Θα παίρνει με διάθεση να δικαιολογηθεί και να απολογηθεί για την ληστεία του.»
Στην άλλη άκρη ήταν όντως ο μικρότερος αδελφός του.
Η φωνή του ακούγεται «πιεσµένη», τραχιά και βραχνή, παρουσιάζει «σπασίματα».
Αυτός ο τόνος της φωνής του αδελφού του τον έβγαλε απότομα από τις ευχάριστες σκέψεις του και ο ήχος της φωνής του αντήχησε σαν μικρό καμπανάκι μέσα στο κεφάλι του. Αρχικά έμεινε κατάπληκτος, ακούγοντας έτσι στην άλλη άκρη της γραμμής τον αδελφό του και όπως ήταν φυσικό, του δημιούργησε αρκετή αναστάτωση.
«Αδελφέ μου τον χάσαμε.» Κατάλαβε να του λέει..................................
....................................................
Τον αδελφό τους τον σκότωσε το ίδιο του το πάθος για τη ζωή. Και η ίδια η ζωή τον έδιωξε από την αγκαλιά της. Δε χρειάστηκε και πολύς κόπος για να αναποδογυρίσει το σκάφος παρασύροντας στο βυθό ότι υπήρχε πάνω του.
Ο σοφός παππούς τους έλεγε.
«Ο καλύτερος τρόπος για να προβλέψεις το μέλλον, είναι να το δημιουργήσεις εσύ ο ίδιος.»
Όταν τον βάλανε κάτω απ' τη γη ήταν μονάχα σαράντα τριών ετών.
Χάθηκε έτσι ξαφνικά. 
Ποιος θα το 'λεγε. 
Σαράντα τρία χρόνια ανέμελης ζωής που ξαφνικά ένα ύπουλο τσίμπημα στην καρδιά τον σκόρπισε για πάντα.
Λάκισε απ' τούτη τη ζωή χωρίς να τους πει ούτε ένα αντίο.....



Κυριακή, 31 Μαΐου 2020

Ρηχιά Λακωνίας • Περιβάλλον • Παραλίες

Ρηχιά Λακωνίας
Περιβάλλον
Παραλίες

Η Ρηχιά δεν είναι μόνο βουνά. Διαθέτει και παραλίες. Οι εξαιρετικού κάλους ακρογιαλιές, που εκτείνονται από τα Καρίκια μέχρι την μονή της Ευαγγελιστρίας,  περιλαμβάνουν και δύο πανέμορφες αμμουδιές. Την πασίγνωστη πλέον Βληχάδα η οποία συνδέεται με ασφαλτόδρομο και τα τελευταία χρόνια δέχεται μεγάλο αριθμό επισκεπτών. Η λιγότερη γνωστή αλλά κατά την άποψη μας ακόμα ομορφότερη είναι η αμμουδιά στο Παλουγγέρι στην έκβαση του ομώνυμου  φαραγγιού. Η παραλία όμως αυτή έχει ένα μειονέκτημα ή για πολλούς,  συμπεριλαμβανομένων και ημών, πλεονέκτημα.  Η πρόσβαση είναι δύσκολη. Τα τελευταία δύο χιλιόμετρα είναι χωματόδρομος και για τα 300 τελευταία μέτρα απαιτούνται ικανότητες ορειβάτη.  Η πρόσβαση μέσω του φαραγγιού είναι αδύνατη γιατί το φαράγγι δυστυχώς εξακολουθεί να είναι άβατο, στερώντας από τον πολύ κόσμο την άγρια ομορφιά του’
Οι παραλίες ευτυχώς δεν έχουν επηρεαστεί σημαντικά από τις σαρωτικές αλλαγές. Δεν θα τις περιγράψουμε, θα δείξουμε όμως    πολλές φωτογραφίες από τις πάμπολλες που υπάρχουν στο αρχείο μας. Και ας μην ξεχνάμε ότι μπορούμε ακόμα να φωτογραφίζουμε, και όπως είπαμε οι παραλίες δεν έχουν αλλάξει.
Θα σταθούμε όμως στο Παλουγγέρι γιατί υπάρχει μια εξέλιξη, ένα κτίσμα διαφορετικό από τα άλλα. Το Χάβοζι είναι μια περιοχή μεταξύ Ντάμου και αμμουδιάς. Είναι ένας βράχος που βρέχεται από το κύμα. Στην κορυφή του βράχου έχει χτιστεί τα τελευταία χρόνια ένα μπαλκόνι. Μια βεράντα. Το  έχτισε και συνεχίζει να το χτίζει ο Παναγιώτης Κουλούρης γιός του μπάρμπα Τάση του Κουλούρη. Ο Παναγιώτης λοιπόν, συνταξιούχος μουσικός, το έχτισε μόνος του πέτρα-πέτρα με τα χέρια του. Το έφτιαξε με την Ψυχή του, για την Ψυχή του. « Η Εμή Ψυχή Ετεκεν Τόδε», Είναι χαραγμένο στη σκληρή γρανιτένια πλάκα, στην είσοδο του κτίσματος. Εκεί λοιπόν στην κορυφή του βράχου, σαν άφτερο χελιδόνι έχτισε πετραδάκι- πετραδάκι την Ψυχοφωλιά του. Το ονομάσαμε ψυχοφωλιά γιατί πως αλλιώς να το ονομάσουμε? Ερημητήριο? τόπος περισυλλογής? Placeformeditation? Ουτοπία? Όλα μαζί? Χωρίς καμία εκπαίδευση στην οικοδομή, με μόνο τη σοφία, γνώση  και τις κατασκευαστικές οδηγίες που εμφύσησαν στην Ψυχή του η Αθηνά και  ο Ήφαιστος αντίστοιχα. Από την στιγμή που το άρμα του Φαέθωντα σκάει μύτη στον ορίζοντα σκορπίζοντας τα ροδοπέταλα του  μέχρι τη στιγμή που ο Απόλλων παραχωρεί την θέση του στην Εκάτη, η ανθρώπινη Ψυχή αγκαλιάζεται και αγκαλιάζει την Μητέρα Φύση. Εκεί λοιπόν στη γειτονιά των Θεών, αντιμετωπίζει την ανεμιζόμενη Τρίαινα του άγριου Ποσειδώνα, παρατηρεί τους κεραυνούς του Δία, και μετά απολαμβάνει τον ερχομό της Ίριδος και του πλουμιστού τόξου της. Και όταν έρχεται το πέρασμα της ημέρας  η Εκάτη αναδύεται με την σειρά της από το Μυρτώο να σκορπίσει με τον μαγικό τρόπο που μόνο αυτή ξέρει, τα βιολέτινα πέταλα της στη γειτονιά των Θεών. Αλλά και ο Παναγιώτης, με την σειρά του συνεισφέρει στις ευλογίες της Μητέρας Φύσης, παίζοντας στο μπουζούκι του μεταξύ άλλων και ταξίμια της δικής του σύνθεσης
Δεν υπάρχει σκεπή στη Ψυχοφωλιά. Η σκεπή βλέπετε προφυλάσσει από την Φύση, αλλά συγχρόνως περιορίζει, απομακρύνει, και φυλακίζει κατά κάποιον τρόπο, ενώ το ζητούμενο είναι ακριβώς το αντίθετο. Η ένωση με την Φύση.
Το ερημητήριο δεν είναι ακριβώς ερημητήριο με την αυστηρή έννοια της λέξεως. Ο Παναγιώτης, κατά καιρούς προσκαλεί λιγοστούς φίλους να συμμεριστούν μερικές σπάνιες εμπειρίες. Είχαμε την τύχη να βρεθούμε στο Shangri-La ( Σανγκρί-Λα) αυτό μια Αυγουστιάτικη νύχτα με Πανσέληνο. Λίγο ουζάκι. Μια ντοματούλα, δυό ελίτσες και αρκετές πενιές μπουζουκιού. Προσπαθήσαμε να φωτογραφήσουμε το σκηνικό αλλά δυστυχώς είναι μερικά πράγματα που η κάμερα δεν μπορεί να συλλάβει. Θα παρουσιάσουμε πάντως αυτά που καταφέραμε. Ελπίζουμε ότι Ο Παναγιώτης θα βρει, εδώστου Γλαυκού το γειτόνεμα , το Νιρβάνα που επιζητεί η Ψυχή του. Εμείς του το ευχόμαστε από τα βάθη της δικής μας Ψυχής.


Σημείωση δική μου....
Σήμα κατατεθέν: Η τρύπια πέτρα, ένα πέτρινο κάδρο στα χίλια μέτρα ύψος με θέα το Μυρτώο πέλαγος. 
Οι δυο της παραλίες: Η Βλυχάδα και το Μπαλογκαίρι.
Καλοκαίρια: 1964....1966...  ... Βλυχάδα
Παίρναμε πατάτες, κρεμμύδια, ψωμί, ελιές, τουλουμίσιο τυρί, λάδι, μερικά λεμόνια μια μεγάλη κατσαρόλα... και ενα φλασκί κρασί....
Με ορμητήριο τον βράχο αυτόν της φώτο... είχαμε τον τρόπο να προμηθευτούμε ψάρια.. φρεσκα ψαρια.... 
Μπουγιαμπέσα Αυθεντική...... 
Μάγειρας ο θείος Πέτρος Κωστάκης.... Εγώ και η θεία Κατερίνα βοηθοί μαγείρου.....
..........Είναι οι αναμνήσεις μας, η ταυτότητά μας, η ιστορία μας, ο σημερινός μας εαυτός. 
Είναι οι στιγμές εκείνες που «ζωντανεύουν» κυρίως τα καλοκαίρια, την πιο νοσταλγική εποχή του χρόνου, τότε που οι μέρες μοιάζουν ξέγνοιαστες και όλα ιδανικά...

Κυριακή, 26 Απριλίου 2020

«Σιντέτ τι κέμι»

Ένας ζωντανός θρύλος είναι τα Καρίκια.
Kάθε Ρηχειώτης που σέβεται τον εαυτό του έχει να σου διηγηθεί μια ιστορία απ’ τα Καρίκια.
Ειδικά ένας Φριντζίλας  το γένος από..... μητέρα....

O προ-παπους μου....Γιωργάκης Φριντζίλας...

Από την Αγορά του Περικλή μέχρι τα Μαγαζιά της Ρηχιάς η απόσταση είναι ασήμαντη. Μαγαζιά είναι η περιοχή γύρω από τον κυκλικό δρόμο και επί του οποίου υπήρχαν τα καταστήματα. Εμπορομπακαλοταβέρνες και καφενεία. Τα μαγαζιά της Ρηχιάς λειτουργούσαν όπως και η Αγορά του Περικλή. Εδώ συγκεντρώνονταν, οι Ρηχιώτες, όταν το επέτρεπαν οι αγροτικές τους ασχολίες να πιούν ένα κρασάκι, έναν καφέ ένα φασκόμηλο η απλώς να καθίσουν σε κάποια από τις λιγοστές καρέκλες αλλά κυρίως στα χτίρια και να συμμετάσχουν ενεργητικά η παθητικά στα δρώμενα. Τα καφενεία στις αρχές του περασμένου αιώνα σέρβιραν τα παραδοσιακά Ρηχιώτικα αφεψήματα. Φασκόμηλο, χαμομήλι, τσάι του βουνού έτσι για να συνοδεύουν τον ναργιλέ. Ο καφετζής Κολισταύρος  (Νίκος Σταυρόπουλος ) στην προσπάθεια του να εκσυγχρονίσει τον καφενέ του λανσάρισε ένα καινούργιο προϊόν που το λέγανε καφέ. Όπως ήταν φυσικό το γεγονός συζητήθηκε ευρέως ανά την Ρηχιώτικη και όχι μόνο επικράτεια. Από το Τζίρο, τα Νήπια, τα Κλείσματα, τα Πακόγια και τα Καρίκια. Αλλά και στον υπόλοιπο Ζάρακα. Όπως ηταν φυσικό, δημιουργήθηκε μια περιέργεια για το καινούργιο τούτο πράμα.  Χαρακτηριστική ιστορία είναι και η εξής. Στα Καρίκια ο μπάρμπα Γιωργάκης Φριντζίλας και ο συμπέθερος του μπάρμπα Παυλές Φριντζιλας συζητούσαν για αυτό το καινούργιο πράμα που έφερε ο Κόλιας. Η συζήτηση πήγε κάπως έτσι.
 «Ρε Γιώργη τι είναι τι είναι τούτο το καινούργιο πράμα που μας έφερε εκείνος  ο Κόλιας και το πίνουνε όλοι?»
«Δεν ξέρω αλλά λέω όταν θα πάμε κάτου να το δοκιμάσουμε.»
Γυρίζοντας από τα Καρίκια και πριν πάνε στα Μπελεσέικα, σταματήσανε στου Κόλια και παραγγείλανε το καινούργιο πράμα. Όταν ο μπάρμπα Κόλιας τους έφερε τους καφέδες παραξενευτήκαν γιατί  αντί για ποτήρι που ήταν συνηθισμένοι, τους   έφερε κάτι φλιτζανάκια.  Παίρνουν λοιπόν τα φλιτζάνια τα τσουγκρίζουν όπως τσουγκρίζουν τα ποτήρια.
«Σιντέτ»
«Σιντέτ τι κέμι»  Οι άνθρωποι, βλέπετε,  ήταν αρβανιτόφωνοι  και μιλούσαν αρβανίτικα.
Και κατεβάζουν το πράμα μονορούφι. Και φυσικά κάηκαν.
«Ρε Κόλια τι ήτανα τούτο. Μας ζεμάτισες».
Δεν είναι γνωστό εάν στη συνέχεια τα συμπεθεράκια έγιναν οπαδοί του καινούργιου πράγματος. Ο καφές πάντως είχε καθιερωθεί.
Εδώ συζητείτο το Βαλκανικό, Μεσανατολικό, Ρωσοτουρκικό το Αλβανικό. Εδώ ανέβαιναν υπουργοί, κατέβαιναν Πρωθυπουργοί και χόρευαν στο ταψί οι τοπικοί βουλευτές και τοπικοί άρχοντες. Οι Ρηχιώτες των μαγαζιών, όπως όλοι οι αραχτέλληνες των καφενέδων είχαν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις και προτιμήσεις χωρίς, σχεδόν πάντα, να ξέρουν γιατί . Ήταν πάντα χωρισμένοι σε δύο κόμματα. Δεν έχει σημασία το όνομα του κόμματος, ήταν όμως πάντα δύο. Υπήρχαν οι φανατικοί υποστηρικτές και επικριτές των παρατάξεων. Όχι κομμάτων, Ατόμων. Στις αρχές του περασμένου αιώνα εντελώς πληροφοριακά και χωρίς καμιάς άλλης σημασίας, δύο οικογένειες κυριαρχούσαν στο Ζάρακα. Οι Γραμματικαίοι και οι Παπαμιχαλόπουλοι. Είναι βέβαιο ότι η μεγάλη πλειοψηφία δεν ήξεραν γιατί υποστήριζαν φανατικά τον έναν ή τον άλλον εκτός του ότι ήταν εξαρτώμενοι από τον τοπικό κομματάρχη. Τον πολιτικό είναιαμφίβολοαν τον είχαν δει ποτέ η τον είχαν ακούσει πολύ δε περισσότερο να ήξεραν τις απόψεις του εάν είχε. Αλλά αυτό δεν τους εμπόδιζε στις Μαγαζιεύσεις τους να υμνούν, παιανίζουν, και να λιβανίζουν τον δικό τους, ενώ κατακεραύνωναν και έστελναν στα τάρταρα τον ¨Οχτρό¨. Μερικοί έπαιρναν τα πράγματα στα σοβαρά ενώ άλλοι το έριχναν και στην πλάκα. Η πλάκα, το καλαμπούρι και η καζούρα ήταν οι βασικοί άξονες διασκέδασης της Καφενοπαρέας.   Ένας, από τους "σοβαρούς", φανατικός οπαδός ρήτορας ήταν και ο Μπάρμπα Γιάννης (θα τον πούμε μπάρμπα Γιάννη γιατί το πραγματικό του όνομα μου διαφεύγει. Η ιστορία πάντως είναι αληθινή ή για αληθινή πάντως μου την διηγήθηκαν), που υποστήριζε τον ….....(ούτε και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία) , τον οποίο, φυσικά, ο Μπάρμπα Γιάννης είναι ζήτημα αν τον είχε συναντήσει έστω και μία φορά. Σε κάποια από τις μαγαζοσυγκεντρώσεις αποφασίστηκε να κάνουν μια πλακίτσα στο Μπάρμπα Γιάννη. Του λένε ¨μπάρμπα Γιάννη θα σου δώσουμε είκοσι δραχμές αλλά δεν θα μιλήσεις καθόλου πολιτικά όλη την ημέρα . Θα μείνεις εδώ δεν θα φύγεις αλλά δεν θα μιλάς. Εντάξει? ¨ ¨Ρε δώστε μου εμένα ένα εικοσάρικο και δεν θα βγάνω τσιμουδιά¨ Παίρνει λοιπόν το εικοσάρικο και αμέσως μετά άρχισε η ομαδική και οργανωμένη επίθεση στον αγαπητό του Μπάρμπα Γιάννη ο οποίος άρχισε να κάθετε σε αναμμένα κάρβουνα περικυκλωμένος από φλόγες, φίδια και ότι άλλο. Το μαρτύριο όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί ο Μπάρμπα Γιάννης Σηκώθηκε βγάζει από την τσέπη το εικοσάρικο και τους το πετάει στα πόδια.¨ πάρτε το ρε γιατί εγώ θα μιλήσω ¨ .. και μίλησε… και μίλησε … και μίλησε. Αυτή ήταν μια από τις μορφές ψυχαγωγίας στα Μαγαζιά.



Μπάρμπα... Θεόδωρος Φριντζήλας ή Στραβοθοδωράκης, ο πασίγνωστος τυφλός ποιητής από τη Ρηχιά............................ 
Ένας Λεβεντάνθρωπος.... Μποέμ ..............
Ξάδελφος του παππού.........................
Θείος της μητέρας μου.......

Ω! Βλάχα Μούσα της Ρηχιάς
Κόρη του Θοδωράκη
Κατέβα και βοήθα με
Να πω ένα τραγουδάκι
…………………………
Έτσι άρχιζε ένα ποιηματάκι κάποιος φιλόδοξος σατιρικός ποιητής στα μαθητικά του χρόνια, και ο οποίος εγκατέλειψε, για ευνόητους λόγους, την ποίηση πολύ σύντομα. Ο ποιητής(;) αναφέρεται στο Μπάρμπα Θοδωράκη τον Φριντζίλα. Ο μπάρμπα Θοδωράκης ήταν ένας γέρος (γέρο τον θυμάμαι εγώ) αγράμματος, ΤΥΦΛΟΣ, εξ ου και Στραβοθοδωράκης, με άσπρα γένια που είχε το χάρισμα να φτιάχνει στίχους με μεγάλη ευκολία. Πολλοί από αυτούς τους στίχους γινόταν και τραγούδια. Δεν πιστεύω ότι οι στίχοι του να έχουν διασωθεί. Έχω ακούσει ότι κάποιος Ρηχιώτης μετανάστης, κάποτε είχε μαγνητοφωνήσει τα τραγούδια ποιήματα. Εάν πράγματι είναι έτσι θα πρέπει αυτοί που τα έχουν στην κατοχή τους, να τα δώσουν στη δημοσιότητα. Είναι κρίμα να χαθούν. Ελάχιστα από τα ποιήματα του έχει δημοσιεύσει Ο Ιατρός Παναγιώτης Γεωργακόπουλος, ο οποίος δειχνει μεγάλο σεβασμό και θαυμασμό στον τροβαδούρο αυτόν. Ήταν καλός Ποιητής, ή απλώς στιχοπλόκος; Πρέπει να αξιολογηθούν τα ποιήματα του. Ο μπάρμπα Θοδωράκης είναι ένας θρύλος. Να τον σεβόμαστε.
Δεν είμαι βέβαιος ότι ψυχαγωγούσε τους ενήλικες. Είχε όμως μεγάλη απήχηση στον παιδόκοσμο. Όταν το παιδομάνι έβλεπε τον Μπάρμπα Θοδωράκη έτρεχε πίσω του.
«Μπάρμπα Θοδωράκη πες μου ένα ποίημα»
«Πως σε λένε;»
«Μπότη»
«Ο Μπότης το καλό παιδί και τ’άξιο παλληκάρι…..κλπ»
«Πες μου και μένα ένα.»
«Πως σε λένε?»
«Γιάννη»
«Ο Γιάννης το καλό παιδί κλπ. κλπ.»
Ο μπάρμπα Θοδωράκης είχε πάντα ένα τετράστιχο για όλους. Το έφτιαχνε εκείνη τη στιγμή, ή τα είχε σε μια τράπεζα δεδομένων και τραβούσε ένα κατά την ζήτηση; Πως σε λένε Γιώργο. Πάρε Γιώργο. Εσένα; Νίκο. Πάρε Νίκο. Εσένα; Χρήστο. Πάρε Χρήστο.
Περάστε κόσμε, πάρε παιδόκοσμε.
Ανήκε ο μπάρμπα Θοδωράκης στους Entertainers της Παλιάς Ρηχιάς; Στους ενήλικες προφανώς όχι. Ο παιδόκοσμος όμως;
Ο μπάρμπα Θοδωράκης είναι ένας θρύλος, και όπως όλους τους θρύλους να τον τιμούμε και να τον σεβόμαστε..

Copy Paste...
Πηγη: http://www.richea-laconias.gr/index.php/el/home-el-gr
ΡΗΧΙΑ
Η Καθημερινότητα σε ένα Μικρό Ορεινό Χωριό.
Μια εξαφανιζόμενη Κουλτούρα
Του Θοδωρή Κόκκορη
.........................................
Ο Θεοδωράκης Φριτζήλας γεννήθηκε το 1880 στο Μπρακάκι, στην περιοχή Καρίκια του χωριού Ρηχιάς.
Πέθανε στις 22 του Ιούλη το 1961, 82 χρόνων.
................................................
Γιώργη, τι να τα κάνεις τα λεφτά - με τους πολλούς τους τόκους
άμα δεν έχεις άνθρωπο καλό - με τους καλούς τους τρόπους.
Γιώργη, να μην κοιτάξεις χρήματα - παρά καλή γυναίκα
γιατί ποτέ τα χρήματα - δεν βγαίνουν στο σεργιάνι.
Πάρε γυναίκα όμορφη - να βγαίνεις στο σεργιάνι
να σκάζουν οι ρουφιάνοι.
.................................
Αυτό το αχ να μούφευγε - απ’της καρδιάς τα φύλλα
όλο τον κόσμο θάκαιγα - δίχως φωτιά και ξύλα.
Καημένη Κουλοχέρα μου - πόχεις την τρύπια πέτρα
τρούπια είν’κι η καρδούλα μου - σαν τη δική σου πέτρα.
..........................................
Α, ρε φίλε δεν ξέρω - αν κοιμάσαι ή ονειριάζεσαι
κείνος πούχει καλό μυαλό - και άλλο δεφτέρι βγάζει.
.................
Ναι,φίλε μου ετούτο το μυαλό - βγαζει βελόνες άφθονες
χιλιάδες εκατομμύρια - να ράψεις τα κασμίρια σου
κι όλα σου τα στολίδια.
................
Κλαίω με μαύρα δάκρυα - της γης το χώμα βρέχω
και δεν εβρέθηκε άνθρωπος - να με ρωτήσει τι έχω.
Όταν πεθάνω μη με κλαις - γιατί ΄μαι πεθαμένος,
κλάψε με τώρα πούμαι ζωντανός - κι είμαι τυφλός και καταφρονημένος.
..........................
Δεν το πιστεύω στο ντουνιά - κανένας να με φτάσει
στα τραγουδάκια τα πολλά - και ούτε να με περάσει.
Τα ποιήματα .....
Από το βιβλίο ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Θ. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
θοδωράκης φριτζήλας - Ο ΤΥΦΛΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
................
Σημείωση I: Τα ανίψια του (Η μητέρα μου.... και οι Θείες μου)... Μου δηλώσαν ότι δεν ήταν τυφλός... απλώς από νεαρή ηλικία είχε αρχίσει απλώς να έχει μειωμένη όραση.... 
Προς επιβεβαίωση...
Ανέβαινε το 1956 σε ηλικία 77 χρονών στις «Βόγιες» ο Στραβοθοδωράκης.
Βλέποντας τον πρόεδρο του Χάρακα ,το Δαμιανό να επιβλέπει το έργο διάνοιξης του λέει :
                              Γεια σου Δαμιανέ -  με τη βόγια την καινούρια
                            που θα σε συγχωράνε -  άνθρωποι και γαιδούρια.

......1955 -1956 μικρο παιδί σαν μέσα από συννεφιά μνήμης ενθυμούμαι τον ογδοντάχρονο αδελφό του τον Ιωάννη Φριτζίλα τυφλωμένο από γλαύκωμα να τον παίρνω από το χέρι και να τον οδηγώ σεργιάνι μέχρι την ντάπια του οικισμού Μπελεσέικα...  Ο "μπάρμπα" Θεοδωράκης πήγαινε μονάχος του...

Σημείωση II: Το 1825 πέρασε από το Ζάρακα ο Ιμπραήμ ο οποίος ως γνωστό δεν άφησε πίσω του τίποτε όρθιο.  Αμέσως μετά την επανάσταση η Ρηχιά ήταν ακατοίκητη και οι διάφορες εκτάσεις που ονομάζονταν μετόχια ανήκαν σε κατοίκους της Κρεμαστής. Αμέσως μετά την επιδρομή του Ιμπραήμ άρχισαν να εγκαθίσταται στην περιοχή της Ρηχιάς  διάφορες οικογένειες όπως οι Πετρουτσάς στα νήπια από τις Σπέτσες, Ο Φριντζίλας στα καρίκια επίσης από τις Σπέτσες. Ο Κόκκορης στη Ρηχιά πιθανώς από τους Γοράνους Σπάρτης. Οι Δρίβας ήταν κάτοικοι Κρεμαστής πολύ παλαιότερα..

Σημείωση III: Το Μετόχι Καρίκια άνηκε στους Φριτζιλαίους αλλά μέσω προικώων απέκτησαν γη εκεί και οι Μπελεσαίοι..


 
Web Informer Button