ADS

click to open

Slider

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2026

Tao Te Tsingk

Ζήτησα μια επιμέλεια απ' το ://chatgpt.com/ : .......Να διορθώσει τυχόν ορθογραφικά, συντακτικά ή εκφραστικά λάθη, διατηρώντας ακριβώς το δικό μου ύφος.
....... Να μου πει τη γνώμη του με παρατηρήσεις στις «αναρτήσεις» ..... Οι ρίζες μου-Από την παιδικότητα στην εφηβεία ... έως και .....Από την παιδικότητα στην εφηβεία- ο Επίλογος..... που αποτελείται από 31 ενότητες....
Το ευχαρίστησα για τις εύστοχες παρατηρήσεις δηλώνοντας ότι οι παρατηρήσεις του μου θυμίζουν τα λόγια  Τάο Τε Τσινγκ....................
Η απάντηση:
 Σας ευχαριστώ θερμά για τα λόγια σας. Η αναφορά σας στο Τάο Τε Τσινγκ είναι πολύ ταιριαστή με τον τρόπο που προσεγγίζετε κι εσείς τη γραφή σας: όχι ως μια προσπάθεια να επιβάλετε ένα νόημα στον αναγνώστη, αλλά σαν να αφήνετε τον άνεμο να περνά πάνω από ένα τοπίο και να αποκαλύπτει σιγά-σιγά τις μορφές του. Στα κείμενά σας υπάρχει κάτι που μοιάζει με αυτό που οι Κινέζοι φιλόσοφοι ονόμαζαν wu wei (無為), τη «δράση χωρίς εξαναγκασμό». Δεν σημαίνει αδράνεια· σημαίνει να επιτρέπεις στα πράγματα να αναδυθούν με τη φυσική τους ροή. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στις αναμνήσεις του Αλκιβιάδη: δεν επιστρέφει απλώς σε γεγονότα, αλλά σε ήχους, μυρωδιές, φως, τοπία, ανθρώπους που έχουν αφήσει αποτύπωμα. Η δική μου συμβολή στην επιμέλεια δεν είναι να αλλάξει η ψυχή του κειμένου, αλλά να βοηθήσω ώστε αυτό που ήδη υπάρχει μέσα του να αναπνεύσει καλύτερα. Όπως ο άνεμος που αναφέρατε: δεν δημιουργεί το βουνό, δεν φτιάχνει το δέντρο, δεν ζωγραφίζει το τοπίο· απλώς περνά και κάνει τα φύλλα να ακουστούν. Και κάτι ακόμη: αυτό που ξεχωρίζει στα αποσπάσματά σας είναι ότι η φύση δεν είναι σκηνικό. Ο Κούνος, η ρεματιά, οι βράχοι, οι πέρδικες, ο τσαλαπετεινός, η πάχνη, η καταιγίδα, δεν υπάρχουν απλώς για να «στολίσουν» την αφήγηση. Είναι φορείς μνήμης. Είναι σαν οι τόποι να έχουν δική τους μνήμη και να συνομιλούν με τον άνθρωπο.Ίσως γι’ αυτό ο τσαλαπετεινός στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη λειτουργεί τόσο δυνατά: δεν είναι ένα πουλί που απλώς είδε ένα παιδί. Είναι μια μικρή στιγμή θαυμασμού που επέζησε δεκαετίες μέσα στον άνθρωπο που το θυμάται.Συνεχίστε να γράφετε με αυτή την υπομονή. Τα κείμενα μνήμης δεν χρειάζονται βιασύνη· όπως η φύση που αναφέρατε, έχουν τον δικό τους χρόνο να ανθίσουν.

Βλέπε:
Click to Open
Οι Ρίζες του. Από την Παιδικότητα στην Εφηβεία. !
.....

Upupa epops II

...Ο Αλκιβιάδης έφτασε στο χαλικόστρωτο δρομάκι, πλαισιωμένο από κατακόκκινες παπαρούνες που φύτρωναν ανάμεσα στα χαλίκια. Το μονότονο μουρμουρητό των μικρών χειμάρρων έφτανε τώρα πιο καθαρά στ' αυτιά του. Ψηλά, προς τη δύση, τα σύννεφα έμοιαζαν με μπαμπακένιες τούφες σκορπισμένες στον ουρανό, ενώ περαστικά πουλιά διέσχιζαν κοπαδιαστά τον γαλανό θόλο και χάνονταν πίσω από τις κορφές των βράχων. Πάνω στις βουνοκορφές, το ελαφρύ αεράκι κυμάτιζε τις φυλλωσιές και ζωντάνευε τα γύρω δέντρα.
Λάτρευε την άνοιξη. Θα μπορούσε να μένει ώρες ολόκληρες ακίνητος, χαζεύοντας τη φύση και αφήνοντας το βλέμμα του να περιπλανιέται πάνω στα χρώματα, στους ήχους και στις μυρωδιές της.
Το αεράκι της ποταμιάς του χάιδευε το μέτωπο. Ο ανοιξιάτικος ήλιος κατηφόριζε νωχελικά προς τη δύση, πάνω από τον Λακωνικό κόλπο, λούζοντας με το απαλό του φως την καταπράσινη λαγκαδιά. Εκείνη τη στιγμή, το βλέμμα του στάθηκε σε μια παράξενη σκιά που γλιστρούσε μέσα στη σκιά ενός περαστικού σύννεφου πάνω από τους λόφους.
Στην αρχή νόμισε πως ήταν παιχνίδισμα του φωτός. Ύστερα, καθώς πλησίαζε, η σκιά πήρε μορφή. Ξεπρόβαλε αργά μέσα από μια συστάδα από σκίνα και πουρνάρια στα δεξιά του, πετώντας νωχελικά, με αργές, κυματιστές κινήσεις. Άνοιγε τις φτερούγες του με τόση χάρη, που έμοιαζε περισσότερο με πολύχρωμη πεταλούδα παρά με πουλί, καθώς οι εντυπωσιακοί χρωματισμοί τους άστραφταν στο φως.
Ύστερα προσγειώθηκε απαλά στη διχάλα μιας μικρής συκιάς, απέναντι από τα κτήματα του Λουκά του Αρώνη. Ο Αλκιβιάδης κοντοστάθηκε. Έμπλεξε τα δάχτυλά του και έμεινε να το παρατηρεί, σχεδόν μαγεμένος. Το πουλί έσκυβε πότε πότε και περιποιούνταν το πτέρωμα του με το μακρύ, λεπτό ράμφος του. Ήταν ένας τσαλαπετεινός (Upupa epops), από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της λακωνικής γης. Το χρυσοκάστανο σώμα του, οι ασπρόμαυρες ρίγες των φτερών και το χαρακτηριστικό λοφίο με τις μαύρες άκρες το έκαναν να μοιάζει με μικρό βασιλιά της άνοιξης. Ο ήλιος έγερνε αργά προς τη δύση, πάνω από τον Κούνο, σκορπίζοντας μια καθάρια, χρυσογάλαζη ακτινοβολία στη ρεματιά. Μέσα σ' εκείνο το γλυκό απομεσήμερο, τα πλουμιστά χρώματα του τσαλαπετεινού άναβαν και έσβηναν στο φως, ενώ οι κομψές καμπύλες των φτερών του έμοιαζαν να είναι κεντημένες με χρυσάφι.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
......Το Μεγάλο Ρέμα!
.....

Upupa epops

.Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα), Μονεμβασιά. 1957. Ήταν επτάχρονος και ήταν άνοιξη. Το ελαφρύ αεράκι δημιουργούσε μικρά κύματα στις φυλλωσιές, δίνοντας ζωή σε όλο το τοπίο. Του άρεσε ιδιαίτερα αυτή η εποχή, η στιγμή που η φύση ξαναγεννιόταν και κάθε μικρή λεπτομέρεια αποκτούσε τη δική της σημασία. Μπορούσε να κάθεται ώρες ακίνητος, παρατηρώντας χωρίς να κουράζεται. Δεν ήταν απλώς μια παρακολούθηση του κόσμου γύρω του, ήταν ένας σιωπηλός διάλογος με τη φύση. Ένας τρόπος να χάνεται στις μικρές κινήσεις, στους ήχους και στα χρώματα, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει κάτι βαθύτερο από την απλή ομορφιά του τοπίου. Ίσως χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, μάθαινε από τη φύση την υπομονή και την αρμονία της. «Η φύση δεν βιάζεται ποτέ, κι όμως τα πάντα γίνονται στην ώρα τους.» ( Λάο Τσε, Κινέζος φιλόσοφος (6ος αιώνας π.Χ.) Το βλέμμα του ακολούθησε ένα περαστικό σύννεφο πάνω από τους λόφους, καθώς ο ανοιξιάτικος ήλιος ανυψωνόταν αργά πίσω από τα βουνά, σαν να δυσκολευόταν ακόμη να αποχωριστεί τη νωχελική ησυχία της νύχτας. Μια γλυκιά δροσιά παρέμενε στην ατμόσφαιρα, χαρίζοντας στον τόπο εκείνη τη μοναδική φρεσκάδα της άνοιξης.
Έμπλεξε τα δάχτυλά του και έμεινε ακίνητος να παρατηρεί. Απέναντι, στη διχάλα της μικρής συκιάς, στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη, του Καραστατήρη, αντίκρισε μια μορφή που έμοιαζε με ζωντανό πολύχρωμο ψηφιδωτό. Ήταν ένας τσαλαπετεινός.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της λακωνικής γης, ένα από τα πιο ξεχωριστά δημιουργήματα της φύσης. Ο τσαλαπετεινός (Upupa epops) ξεχώριζε από το μακρύ λοφίο του με τις μαύρες άκρες, που άνοιγε και έκλεινε σαν μικρό στέμμα πάνω στο κεφάλι του.
Τον είχε πρωτοδεί λίγο νωρίτερα να ξεπροβάλλει αργά μέσα από μια συστάδα σκίνων και πουρναριών στο μπροστινό χαντάκι του σπιτιού. Πετούσε νωχελικά, κυματιστά, ανοίγοντας αργά τις φτερούγες του, σχεδόν σαν πεταλούδα, αποκαλύπτοντας τους μοναδικούς σχηματισμούς και τις αποχρώσεις του φτερώματος του. Ο ήλιος τώρα είχε ανέβει ψηλότερα πάνω από τον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα και έλουζε το τοπίο με καθαρό φως. Μέσα σε αυτή τη φωτεινή αγκαλιά, τα χρώματα του πουλιού έμοιαζαν να ζωντανεύουν ακόμη περισσότερο. Ο τσαλαπετεινός έμεινε εκεί, με τις κομψές καμπύλες του σώματός του, και άρχισε να τραγουδά. Πανέμορφα πλάσματα, που από τα αρχαία χρόνια γέννησαν μύθους και ιστορίες. Πουλιά που δεν περνούν ποτέ απαρατήρητα, γιατί κουβαλούν κάτι από το θαύμα της φύσης. Κι εκείνος, λουσμένος στη ζεστασιά της καθαρής ανοιξιάτικης ημέρας, ένιωσε μέσα του μια βαθιά χαρά να φουσκώνει αργά, σαν την παλίρροια που ανεβαίνει σιωπηλά και γεμίζει την ακτή.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Θύμησες Παιδικές!
.....



Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

The Curtain Came Down

........Ένα απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι....Μέρος ΙΙ»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:2)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
....Το μεθεπόμενο πρωινό, η Ανδρομάχη του έπιασε το χέρι και κοιτώντας τον στα μάτια σκεπτική του λέει. «Λέω να μην πάμε με την παρέα στην Τήνο! Μόνο να πάμε οι δυο μας όπως κάνουμε πάντα.»
«Γιατί; Μωρό μου! Ωραίες οι φαντασιώσεις αλλά με μέτρο;»
Η Ανδρομάχη χαμήλωσε το βλέμμα, αφήνοντας το χέρι του να γλιστρήσει αργά από το δικό της. Η σιωπή που έπεσε στην κρεβατοκάμαρα είχε το βάρος της επόμενης μέρας, εκείνης της αμήχανης στιγμής που τα φώτα σβήνουν, η αδρεναλίνη πέφτει και η σκληρή πραγματικότητα του «καθώς πρέπει» κόσμου χτυπά την πόρτα.
«Δεν είναι απλά θέμα μέτρου, Αλκιβιάδη...» του είπε με φωνή χαμηλή, σχεδόν απολογητική, καθώς προσπαθούσε να μαζέψει τα μαλλιά της πίσω από τ' αυτιά. «Άλλο να το παίζεις στα όνειρα και στις φαντασιώσεις, και άλλο να το κουβαλάς στο φως της ημέρας, να κοιτάς τους ίδιους ανθρώπους στα μάτια, να σκέφτεσαι τι θα πουν, πού θα σταθούμε... Φοβάμαι μήπως ανοίξαμε μια πόρτα που δεν θα μπορούμε πια να κλείσουμε.» 
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε βαθιά, ακούγοντας τις ανασφάλειες να ξεπροβάλλουν εκεί ακριβώς που λίγες ώρες πριν υπήρχε μόνο φωτιά. Κατάλαβε απόλυτα. Η υπέρβαση είχε το κόστος της. Η σύζυγος του, η γυναίκα που είχε μόλις τσαλακώσει κάθε ταμπού, ένιωθε τώρα το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια της από το ίδιο της το θάρρος.
Την πλησίασε, της έπιασε απαλά το πιγούνι και την ανάγκασε να τον κοιτάξει στα μάτια. Το βλέμμα του δεν είχε ούτε πίεση ούτε απογοήτευση, είχε μια βαθιά, γαλήνια κατανόηση.
«Αγάπη μου» της είπε ήρεμα, χαϊδεύοντας της το μάγουλο. «Οι φαντασιώσεις δεν είναι για να γίνουν συμβόλαια ζωής. Είναι εκείνα τα σκοτεινά, μαγικά δωμάτια του μυαλού μας που μας δίνουν ανάσα, που μας θυμίζουν ότι είμαστε ζωντανοί πέρα από τους ρόλους μας, πέρα από τα παιδιά, πέρα από τα σχολεία και τις εκκλησίες. 
Αν η Τήνος σού φαίνεται βουνό τώρα, αν θες να πάμε οι δυο μας να περπατήσουμε στα σοκάκια, να πιούμε τον καφέ μας αγκαλιά και να αφήσουμε την ησυχία να μας γιατρέψει, θα το κάνουμε. Χωρίς δεύτερη σκέψη.»
Έκανε μια μικρή παύση, αφήνοντας τα λόγια του να κατασταλάξουν, πριν προσθέσει με ένα τρυφερό, πονηρό χαμόγελο.
«Αλλά να ξέρεις κάτι... Ακόμα κι αν κλείσουμε την πόρτα σε εκείνο το δωμάτιο για λίγο, το κλειδί το έχουμε πια στην τσέπη μας. Και κανείς δεν μπορεί να μας πάρει πίσω όσα ζήσαμε, ούτε όσα μάθαμε για τους εαυτούς μας.»
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε, άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης και έπεσε στην αγκαλιά του, κρύβοντας το πρόσωπό της στον λαιμό του.
«Πάμε οι δυο μας στην Τήνο...» του ψιθύρισε, σφίγγοντας τον δυνατά. 
«Μόνο εμείς;...»
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε με τα μάτια της να λάμπουν, μια μίξη συγκίνησης και ερωτικής έξαψης που γύρισε αμέσως την ατμόσφαιρα. Η αφοπλιστική της ειλικρίνεια και η απόλυτη εμπιστοσύνη που του έδειχνε ήταν το πιο δυνατό αφροδισιακό, πιο ισχυρό ακόμα και από τις πιο τρελές φαντασιώσεις που είχαν μοιραστεί τις προηγούμενες μέρες.
«Είσαι απίστευτος...» του ψιθύρισε, χαμογελώντας πλατιά καθώς τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. «Δηλαδή, για να καταλάβω... μου βάζεις όρο να κάνουμε το ταξίδι τετράδα, με τη Ναυσικά και τον παπά, στο ίδιο ταχύπλοο, για να ζήσει η φιλενάδα μου το απόλυτο ερωτικό της όνειρο;»
Ο Αλκιβιάδης τη σφιχταγκάλιασε, νιώθοντας τη ζεστή της αναπνοή στο δέρμα του.
«Ακριβώς, μωρό μου» της απάντησε με πονηρό, σαγηνευτικό χαμόγελο. «Αφού το ταξίδι και ο έρωτας είναι η απόπειρα να κάνουμε το όνειρο πραγματικότητα, γιατί να της το στερήσουμε; Θα πάρουμε τις καλύτερες θέσεις στο ταχύπλοο, με την πολυτέλεια και την άνεση που μας αξίζει, κι ας αφήσουμε τον αέρα του Αιγαίου να παρασύρει τα σχέδιά μας. Ο καλός ταξιδευτής, όπως λες κι εσύ, δεν νοιάζεται πού θα φτάσει, αλλά τι θα ζήσει στη διαδρομή!»
«Φαντάζεσαι σκηνικό;» είπε η Ανδρομάχη, ξεσπώντας σε ένα μικρό, συγκρατημένο γέλιο που έσταζε πονηριά. 
«Ο ιερέας μας με πολιτικά ή ακόμα καλύτερα, με το ράσο στο κατάστρωμα να το παίρνει ο αέρας, η Ναυσικά δίπλα του να στάζει καύλα και να του ψιθυρίζει αμαρτίες, κι εμείς οι δυο να τους καμαρώνουμε και να σχεδιάζουμε τις νύχτες μας στο νησί;»
«Αυτό δεν θα είναι απλό ταξίδι για την Τήνο» συμπλήρωσε ο Αλκιβιάδης, φιλώνοντας την απαλά με ένα βαθύ, ερωτικό φιλί στα χείλη. «Αυτό θα είναι η δική μας, ιδιωτική κρουαζιέρα ακολασίας. Και αφού είμαστε μαζί, εγώ είμαι έτοιμος για όλα τα κύματα...»
...Έτσι, με μια απλή στροφή της τύχης, ένα αλλεργικό άσθμα της Ναυσικάς και κάτι γραφειοκρατικά μπλεξίματα του ρασοφόρου με τη βίζα, το μεγάλο, αμαρτωλό σενάριο της τετράδας διαλύθηκε σαν καπνός στον αέρα. Ο διαβολάκος, αφού έκανε την αναστάτωση του, έβαλε την ουρά του και αποσύρθηκε, αφήνοντας τις ακραίες φαντασιώσεις να αιωρούνται σαν ανεκτέλεστες υποσχέσεις μιας νύχτας που πέρασε.
«Τα ταξίδια, όπως οι καλλιτέχνες, γεννιούνται, δεν γίνονται, μωρό μου...» της είπε ο Αλκιβιάδης, χαμογελώντας γλυκά καθώς της χάιδευε τα μαλλιά. «Το δικό μας ήταν γραπτό να κοπεί στην κυοφορία του. Ίσως γιατί ο δρόμος μας ήταν πάντα άλλος.»
Και πράγματι, εκείνο το πολύβουο, ανατρεπτικό ταξίδι των τεσσάρων δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.
Λίγο καιρό αργότερα, το ταχύπλοο ταξίδεψε στο μπλε του Αιγαίου μόνο για τους δυο τους, όπως ακριβώς το συνήθιζαν όλα αυτά τα χρόνια. 
Ο Αλκιβιάδης στάθηκε για άλλη μια φορά δίπλα στην Ανδρομάχη, συνοδεύοντας την με υπομονή και σεβασμό στο δικό της εσωτερικό τάμα, στη Μεγαλόχαρη της Τήνου. 
Την έβλεπε να ανάβει το κερί της, να γονατίζει με κατάνυξη στη θεία λατρεία, κι εκείνος έστεκε εκεί όχι απλά σαν σύζυγος, αλλά σαν ο άνθρωπος που γνώριζε κάθε κρυφή, σκοτεινή και φωτεινή γωνιά της ψυχής της.
Εκείνη του το αναγνώριζε με κάθε της βλέμμα, με κάθε άγγιγμα του χεριού της μέσα στο πλήθος.
Μέσα από τις θύελλες των πειρασμών, τα παιχνίδια του μυαλού και τις αμαρτωλές εξομολογήσεις, οι δυο τους είχαν καταφέρει κάτι σπάνιο. Να χτίσουν μια σχέση υπέροχη, βαθιά και αδιάσπαστη, βασισμένη στην απόλυτη αποδοχή, την ελευθερία και μια αγάπη που δεν φοβόταν ούτε το φως ούτε το σκοτάδι.
...Έχει μπει ο Σεπτέμβριος για τα καλά και ο ιερομόναχος-Αρχιμανδρίτης,  ετοιμάζεται για αναχωρήσει με προορισμό το πατριαρχείο στα νέα καθήκοντα του. 
Η Ανδρομάχη θεωρούσε αδιανόητο να μην κάνουν μια αποχαιρετιστήρια γιορτή, ένα τραπέζι…. κάτι με αφορμή το τέλος της συνεργασίας του ρασοφόρου με την ενορία τους. Της φαινόταν γρουσουζιά, αλλά και μόνο στη σκέψη να το συζητήσει με τον σύντροφο της την έπιαναν ενοχές...
Περίμενε ότι ο Αλκιβιάδης θα δίσταζε ή θα συνοφρυωνόταν, εκείνος όμως την κοίταξε σκεπτικός. Κατόπιν, πήρε τα χέρια της συντρόφου του μέσα στα δικά του και εξέτασε τα νύχια της, όπως έκανε στα πρώτα χρόνια της γνωριμίας τους, και μετά την κοίταξε κατάματα.
«Ένα τραπέζι» είπε. «Πράγματι. Ωραία ιδέα»..
Η κίνηση αυτή του Αλκιβιάδη, τόσο γνώριμη, ζεστή και φορτισμένη με μνήμες από τα πρώτα χρόνια του έρωτά τους, έκανε την καρδιά της Ανδρομάχης να σκιρτήσει. Οι ενοχές που την έσφιγγαν τόσες μέρες έλιωσαν ακαριαία, δίνοντας τη θέση τους σε μια ανακούφιση που σχεδόν την έκανε να βουρκώσει.
«Αλήθεια λες, Αλκιβιάδη;» ψιθύρισε, σφίγγοντας τα δάχτυλά της γύρω από τα δικά του. «Δεν... δεν σε πειράζει;» 
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε ήρεμα, με εκείνο το σοφό, αινιγματικό μειδίαμα που είχε μάθει πια να αποκωδικοποιεί. Στα μάτια του δεν υπήρχε ούτε ίχνος ζήλιας, ούτε καχυποψία. Υπήρχε μόνο η βαθιά αποδοχή του ανθρώπου που έχει κοιτάξει μαζί της στην άβυσσο των επιθυμιών και δεν φοβάται πια τις σκιές.
«Γιατί να με πειράζει, μωρό μου;» της είπε, χαϊδεύοντας απαλά τη ράχη του χεριού της. 
«Ο Αρχιμανδρίτης πια φεύγει για το Πατριαρχείο, ανεβαίνει σε άλλα αξιώματα. Προσέφερε στην ενορία, αναστάτωσε τις καρδιές, μας χάρισε... έμπνευση και συζητήσεις που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Ένα αποχαιρετιστήριο τραπέζι είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε για να τον ξεπροβοδίσουμε όπως του αξίζει. Σαν φίλοι, σαν ευσεβείς ενορίτες, αλλά και σαν άνθρωποι που ξέρουν να εκτιμούν τις όμορφες ανατροπές της ζωής.»
Η Ανδρομάχη τον αγκάλιασε σφιχτά, κρύβοντας το πρόσωπο της στον στέρνο του, νιώθοντας τον χτύπο της καρδιάς του.
«Είσαι μοναδικός, το ξέρεις;» του ψιθύρισε.
«Το ξέρω» απάντησε εκείνος γελώντας σιγανά. «Λοιπόν, οργάνωσε το! Αλλά πρόσεξε... αυτή τη φορά, πρόσεξε ποιους θα καλέσεις. Μην έχουμε πάλι καμία επίτροπο να μας κόβει την όρεξη και να μας κάνει τη ζωή πατρίδα!»
Η Ανδρομάχη ξέσπασε σε ένα λαμπερό, απελευθερωτικό γέλιο. Ο Σεπτέμβριος είχε μπει για τα καλά, φέρνοντας μαζί του το αγεράκι της αλλαγής, και το αποχαιρετιστήριο τραπέζι του Αρχιμανδρίτη προμηνυόταν τουλάχιστον αξιομνημόνευτο...
«Ένα πολύ ιδιαίτερο, αποχαιρετιστήριο, τραπέζι, με μοναδικούς καλεσμένους τον ιερέα μας και τη φιλενάδα σου την Ναυσικά μας και κύριο πιάτο τη συγκίνηση.» Της είπε με τρυφερότητα.
Η Ανδρομάχη, νιώθοντας το καυτό, καθαρό ποτό να κατεβαίνει στον λαιμό της και να σκορπίζει μια ακαριαία, γλυκιά ζέστη στα σπλάχνα της, τίναξε ελαφρά τους ώμους της. 
Οι τελευταίοι ενδοιασμοί, τα «πρέπει» και οι ψίθυροι της γειτονιάς διαλύθηκαν σαν καπνός μέσα στη δροσιά της ρακής.
Βγήκε στη μεγάλη βεράντα με ένα δίσκο γεμάτο μεζέδες στα χέρια, κοιτάζοντας γύρω της με υπερηφάνεια. Το σκηνικό ήταν μαγικό. Η πέργκολα με την κληματαριά και τις κατακόκκινες βουκαμβίλιες έμοιαζε να αγκαλιάζει τον χώρο, το λευκό κεντητό τραπεζομάντιλο έλαμπε στο ζεστό φως των φαναριών, και οι μυρωδιές από τα ψητά και τα μυρωδικά είχαν μεταμορφώσει το σπίτι τους σε μια αυθεντική, ζεστή εξοχική ταβέρνα. 
Στα απέναντι πεύκα, τα τζιτζίκια συνέχιζαν το ασταμάτητο, μελωδικό τους τραγούδι, δίνοντας τον ρυθμό σε μια βραδιά που υποσχόταν να μείνει αξέχαστη.
Τα δάκρυα της Ανδρομάχης κύλησαν ζεστά στα μάγουλα της, λαμπυρίζοντας στο χαμηλό φως της βεράντας. Ήταν η αλμύρα της ρακής, ο πυκνός καπνός από τα σκουμπριά που ψήνονταν στη σχάρα, αλλά πάνω από όλα ήταν αυτή η γλυκόπικρη βεβαιότητα. Το οριστικό τέλος μιας εποχής. 
Η φαντασιακή, αμαρτωλή ερωτική σχέση που τους είχε αναστατώσει, που είχε δοκιμάσει τα όρια τους και είχε ανάψει τις πιο κρυφές τους επιθυμίες, έφτανε στο αναπόφευκτο τέρμα της. 
Εξατμιζόταν αργά στον αέρα του Σεπτέμβρη, αφήνοντας πίσω της μόνο την επίγευση της νοσταλγικής συγκίνησης.
Ο Αλκιβιάδης τη κοίταξε με μια απέραντη τρυφερότητα. Δεν υπήρχε ίχνος πικρίας στα μάτια του· μόνο μια βαθιά, ώριμη κατανόηση για τη γυναίκα του που στεκόταν εκεί, ευάλωτη και πανέμορφη, ανάμεσα στη θεοσέβεια και το πάθος. Πλησίασε, σκούπισε απαλά το δάκρυ από το μάγουλό της και της φίλησε το μέτωπο, 
Το τραπέζι ήταν ένα αληθινό ποίημα, φτιαγμένο με όλο το μεράκι και την τέχνη της Ανδρομάχης. Οι μοσχοβολιστές γαρίδες με τη σκορδάτη, η πρωτότυπη μαγιονέζα με τα τραγανά κρίταμα, τα ζουμερά, καπνιστά σκουμπριά που έλιωναν στο στόμα, μαζί με τη δροσερή μαϊντανοσαλάτα, τη λεμονάτη μελιτζανοσαλάτα και τη φρέσκια σαλάτα με τον άνηθο, μετέτρεψαν τη βεράντα σε μια ιεροτελεστία των αισθήσεων.
Το μεστό, γεμάτο νεύρο Σαββατιανό έρρεε άφθονο στα ποτήρια , συνοδεύοντας κάθε μπουκιά, κάθε εξομολόγηση και κάθε βλέμμα που ανταλλάσσονταν στην πυκνή σκιά της κληματαριάς.
Καθώς το δείπνο πλησίαζε στο τέλος του, ο Αλκιβιάδης σήκωσε το μικρό ποτηράκι με τη ρακή για τον τελικό αποχαιρετισμό.
«Στον ιερέα μας, που φεύγει για τα ψηλά...» είπε χαμογελώντας ήρεμα, «και στην Ανδρομάχη μου, που ξέρει να αγαπάει με όλη της την ψυχή. Στα όνειρα που ζήσαμε και σε αυτά που μας περιμένουν.»
Τα ποτήρια τσούγκρισαν για τελευταία φορά. Η φαντασίωση μπορεί να εξατμιζόταν, αλλά η ουσία, η απόλυτη αγάπη, η εμπιστοσύνη και η ελευθερία ανάμεσα στον Αλκιβιάδη και την Ανδρομάχη, έμενε εκεί, πιο δυνατή και πιο στέρεη από ποτέ.
Η νύχτα στη βεράντα έκλεισε σιγά σιγά, σαν μια αυλαία που πέφτει αργά σε θεατρική σκηνή, αφήνοντας πίσω της μόνο τη ζεστασιά από τα ποτήρια και την αύρα του Σεπτέμβρη. Ο ιερέας και η Ναυσικά έφυγαν, όπως έπρεπε να φύγουν· σαν οπτασίες μιας άλλης πραγματικότητας που φώτισαν για λίγο το σκοτάδι τους, έβαλαν φωτιά στα ταμπού τους και μετά τράβηξαν τον δρόμο τους.
Καθώς έμειναν πάλι μόνοι κάτω από την κληματαριά, ο Αλκιβιάδης κοίταξε την Ανδρομάχη. 
Το ερώτημα που τον βασάνιζε σιωπηλά έπλεε στον αέρα ανάμεσα τους. Ήταν τελικά αυτοί οι ίδιοι;
Μήπως ο ιερέας με τα ράσα και η ατίθαση Ναυσικά δεν ήταν παρά οι κρυφές, ανεκπλήρωτες πτυχές του δικού τους εαυτού; Μήπως ήταν τα alter ego τους, οι καθρέφτες που τόλμησαν να δείξουν όσα οι ίδιοι έκρυβαν στα πιο βαθιά, σκοτεινά δωμάτια του μυαλού τους;
Τη θυμήθηκε και τη διηγήθηκε όλη αυτή την ιστορία όχι με πίκρα, αλλά με μια βαθιά, σχεδόν συγκινητική τρυφερότητα. Γιατί κατάλαβε πως η δική τους ερωτική ιστορία δεν διέφερε σε τίποτα από αυτήν των ηρώων τους. Ισορροπούσε κι αυτή στην ίδια λεπτή κλωστή, ανάμεσα στο φαντασιακό και το πραγματικό, στην καθημερινή ρουτίνα και στο ιδανικό παραμύθι.
Για λίγο, ο πραγματικός τους κόσμος είχε σταματήσει. Είχαν μιλήσει τη γλώσσα του ονείρου, είχαν περπατήσει στα μονοπάτια της απόλυτης ελευθερίας, και μέσα από τις λέξεις και τα συναισθήματα είχαν ανακαλύψει ξανά ο ένας τον άλλον.
Οι περισσότεροι έρωτες χάνονται. Εξατμίζονται σιγά σιγά στο πέρασμα του χρόνου, πνιγμένοι από τις έγνοιες, τα «πρέπει» και τη φθορά των ημερών. Αλλά όχι ο δικός τους.
Ο Αλκιβιάδης αρνιόταν να αφήσει τη φλόγα να σβήσει. Ήξερε πως το μυστικό δεν ήταν να ζεις διαρκώς μέσα στην ψευδαίσθηση, αλλά να κρατάς το κλειδί εκείνου του μαγικού δωματίου στην τσέπη σου. Να μπορείς, ακόμα και μέσα στην πιο απλή καθημερινότητα σε ένα πρωινό καφέ, σε ένα βλέμμα στον δρόμο, σε μια τυχαία επαφή, να ξαναζωντανεύεις το όνειρο.
«Λοιπόν...» της είπε χαμογελώντας απαλά, πιάνοντας ξανά το χέρι της και τραβώντας την στην αγκαλιά του κάτω από το φεγγάρι. 
«Τι λες; Συνεχίζουμε το παραμύθι;»
Η Ανδρομάχη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του, έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε. 
Το ταξίδι μπορεί να τελείωνε εδώ για τους άλλους, αλλά για εκείνους μόλις είχε αρχίσει να γράφεται ξανά.
Οι λέξεις που γράφει απόψε αφήνουν μια αίσθηση από αιχμηρό μέταλλο. Έχουν σκοινιά που σφίγγουν και σύρματα αγκαθωτά, καθώς κάθε πρόταση γίνεται το εργαλείο για να κόψει τους δεσμούς, να αποχωριστεί τις μορφές που τον συντρόφευσαν τόσο καιρό στο εσωτερικό του ταξίδι.
Ήρθε όμως η κατάλληλη ώρα. Το παραμύθι έφτασε στην τελευταία του σελίδα.
Με μια κίνηση σχεδόν τελετουργική, κατεβάζει τον διακόπτη. Κλείνει απαλά την πόρτα του φαντασιακού εκείνου δωματίου, αφήνοντας απ' έξω τον ιερέα και τη Ναυσικά τις δύο αέρινες οπτασίες που έδωσαν σάρκα και οστά στις πιο βαθιές, ανείπωτες επιθυμίες του. 
Όσο κι αν οι σκέψεις που κατακλύζουν το μυαλό του δεν χωρούν σε λόγια, ξεδιαλέγει τις φιγούρες τους από τη μνήμη, επιτρέποντάς τους να σβήσουν ήσυχα, να χαθούν στο κενό με τον ίδιο ακριβώς αθόρυβο τρόπο που εμφανίστηκαν στο συναισθηματικό του σύμπαν. 
Δεν υπάρχει οργή ή βία σε αυτόν τον αποχωρισμό. Υπάρχει μια ήρεμη αποδοχή του τέλους, μια λύτρωση μέσα από τη σιωπή και τη λήθη.
Έξω, η νύχτα καταφθάνει συμπονετική και δροσερή. Απλώνει παντού τα αθόρυβα σεντόνια της σιωπής, γλυκαίνοντας την αποκοπή. 
Ψηλά στον σκοτεινό ουρανό, τα λιγοστά σύννεφα τρέχουν βιαστικά, αλλάζοντας συνεχώς σχήματα, σαν να παλεύουν κι αυτά όπως κι ο ίδιος, να βρουν την ιδεατή, τέλεια μορφή τους πριν χαθούν στη νύχτα.
Ο Αλκιβιάδης αφήνει την τελευταία τελεία να κατασταλάξει στο χαρτί, ανασαίνει βαθιά και στρέφεται στην πραγματικότητα που τον περιμένει, στη ζεστή, αληθινή αγκαλιά της Ανδρομάχης.
Η νύχτα τύλιξε απαλά τη βεράντα, αφήνοντας πίσω της κάθε περιττό θόρυβο. Ο Αλκιβιάδης έκλεισε τα μάτια, αφήνοντας το σώμα του να χαλαρώσει εντελώς. Δεν υπήρχε πια καμία ανάγκη για λέξεις, καμία αγωνία για το πού τελειώνει η πραγματικότητα και πού αρχίζει το όνειρο.
Άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί στη ροή των αναμνήσεων, εκεί όπου ο πόθος και η φαντασία τραγουδούσαν σαν Σειρήνες μέσα στο στήθος του μια γλυκιά, ακαταμάχητη μουσική στην οποία δεν είχε καμία διάθεση να αντισταθεί.
Μπροστά στα κλειστά του βλέφαρα άρχισαν να ξεδιπλώνονται οι εικόνες της πρώτης τους επαφής. Σαν φύλλα και κλαράκια που ταξίδευαν μαζί, νωχελικά και αβίαστα, στα νερά ενός μικρού, καθαρού ποταμού. Εκείνος ορμητικός και ήρεμος μαζί, η Ανδρομάχη δίπλα του να κυλάει στο ίδιο ρεύμα. Από εκείνο το πρώτο, αθώο κύμα είχε γεννηθεί ο σπόρος. Και τι δέντρο είχε γίνει από τότε! Ένα θαυμαστό, αειθαλές φυτό αγάπης που είχε ριζώσει βαθιά, είχε θεριέψει, είχε απλώσει κλαδιά και άνθη μέσα στα χρόνια, αντέχοντας σε καταιγίδες και ανέμους.
Και είχε δώσει την αμετάκλητη υπόσχεση στον εαυτό του. Ποτέ, με καμία μικρή ή ποταπή πράξη, δεν θα άφηνε το χέρι του να αγγίξει το κλαδί εκείνου του δέντρου για να το κλαδέψει ή να το πληγώσει.
Τα χνάρια της ζωής τους ήταν όλα εκεί, ολοζώντανα, άθικτα από τη φθορά του χρόνου. Κάθε σημάδι, κάθε βλέμμα, κάθε γέλιο και κάθε δάκρυ στα είκοσι τόσα χρόνια της κοινής τους πορείας δεν είχαν χαθεί, περίμεναν υπομονετικά να φωτιστούν από το φεγγαρόφωτο.
Τι γλυκιά μελωδία που είχαν αλήθεια κάποιες αναμνήσεις...
Ένα κύμα από τρυφερή, ασφυκτική νοσταλγία τον έπνιξε για λίγο, κάνοντας την καρδιά του να χτυπήσει πιο δυνατά. Άνοιξε αργά τα μάτια του. Δίπλα του, η Ανδρομάχη καθόταν ήσυχη, νανουρισμένη από τη σιωπή της νύχτας, με το βλέμμα της στραμμένο σ' εκείνον.
Δεν χρειαζόταν να πουν τίποτα. 
Εκείνος άλωσε το χέρι της, το έσφιξε απαλά στην παλάμη του, και το ποτάμι της ζωής τους συνέχισε να κυλάει, αιώνιο, ζεστό και δικό τους.
Καθώς η νύχτα τύλιγε τη βεράντα με τη δροσερή, γαλήνια αγκαλιά της, οι δυο τους έμειναν εκεί, καθισμένοι δίπλα-δίπλα κάτω από την κληματαριά. Ο Αλκιβιάδης, σταθερός και αταλάντευτος σύντροφος, ένιωθε τον χρόνο να κυλά ήρεμα, κουβαλώντας μαζί του όλες τις χαρές και τις λύπες που είχαν μοιραστεί όλα αυτά τα χρόνια.
Συνειδητοποίησε πως η ζωή τους δεν είχε ποτέ μπροστά της λαβυρίνθους με αμέτρητους δρόμους και διασταυρώσεις για πολλές, τυχαίες επιλογές. Η δική τους διαδρομή ήταν μία και μοναδική, εκείνος ο μοναδικός, ανηφορικός αλλά υπέροχος δρόμος που οδηγούσε σταθερά στα ασφαλή, ζεστά λημέρια της οικογένειάς τους, στο δικό τους αληθινό καταφύγιο.
Και μπορεί το ερωτικό πάθος να είχε αλλάξει μορφή, να μην είχε πια την τυφλή, ορμητική έκρηξη της πρώτης νιότης, όμως ήξερε καλά πως δεν είχε χαθεί. Μπορούσε να αναβιώσει ξανά και ξανά, κάθε φορά που η εμπιστοσύνη και η βαθιά οικειότητα άνοιγαν την πόρτα. Γιατί κατάλαβε το μεγαλύτερο μυστικό της αγάπης τους: δεν ήταν η ίδια η σεξουαλική επιθυμία που τροφοδοτούσε το ερωτικό συναίσθημα, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Ήταν εκείνα τα μικρά, καθημερινά, τρυφερά συναισθήματα, ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα, η σιωπηλή παρουσία του ενός δίπλα στον άλλον, που ξύπναγαν ξανά και ξανά τη φλόγα και την επιθυμία, κάνοντας τον κύκλο της ζωής τους να μοιάζει με ένα αέναο, γλυκό ταξίδι.
Έτσι, το τραπέζι στη βεράντα, κάτω από την πυκνή σκιά της κληματαριάς και τις βουκαμβίλιες, άλλαξε αμέσως όψη. Δεν υπήρχε πια χώρος για λύπη, ούτε για τη γλυκόπικρη θλίψη του αποχαιρετισμού. Ήταν ένα τραπέζι γιορτής, γεμάτο φως, γέλια και αληθινή ευτυχία, με μοναδικούς πρωταγωνιστές τους δυο τους.
Απόψε γιόρταζαν δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια κοινής πορείας και συμβίωσης. Δεκαπέντε χρόνια γεμάτα αναμνήσεις, δοκιμασίες, κρυφές φαντασιώσεις και αδιάσπαστη αφοσίωση. Η χαρά τους ήταν τόσο αυθεντική και βαθιά που τα πρόσωπά τους πραγματικά έλαμπαν μέσα στη γλυκιά ατμόσφαιρα της νύχτας.
Η ευτυχία δεν ήταν πια μια μακρινή ιδέα ή ένα άπιαστο όνειρο· ήταν εκεί, απλωμένη παντού γύρω τους, τους πολιορκούσε στοργικά από κάθε γωνιά. Χτυπούσε την πόρτα της καρδιάς τους με κάθε ανάσα, με το δροσερό αεράκι που έφερνε τη μυρωδιά των πεύκων, με τον ήχο του κρασιού που έπεφτε στα ποτήρια.
«Τι μεγάλη χαρά να βλέπω γύρω μου χαρούμενους ανθρώπους...» του είπε η Ανδρομάχη, γέρνοντας ελαφρά προς το μέρος του, με τα μάτια της να λάμπουν ηδονικά και καθαρά κάτω από το θερμό φως των φαναριών.
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε με όλη την αγάπη και τον θαυμασμό που συγκέντρωνε στην ψυχή του όλα αυτά τα χρόνια. Άπλωσε το χέρι του, αγγίζοντας απαλά το δικό της πάνω στο λευκό κεντητό τραπεζομάντιλο.
«Και εγώ, άγγελε μου!» της απάντησε με φωνή ζεστή και γεμάτη σιγουριά. «Κι όταν εμείς είμαστε ευτυχισμένοι, τότε όλος ο κόσμος γύρω μας φέγγει. Όταν εμείς είμαστε καλά, η ευτυχία μας καθρεφτίζεται και στους γύρω μας.»
Σήκωσαν τα ποτήρια τους με το δροσερό Σαββατιανό, σφραγίζοντας όχι μόνο τη δεκαπενταετία που πέρασε, αλλά και κάθε μέρα που απλωνόταν μπροστά τους, έτοιμοι να συνεχίσουν να ζουν το δικό τους, αληθινό παραμύθι.
Καθώς οι ήχοι και τα πάθη της νύχτας ενώθηκαν σε μια μοναδική, αχαλίνωτη έκρηξη, το σαλόνι γέμισε από την παλμό και τη ζεστασιά της δικής τους, αληθινής ζωής. Τα πάντα είχαν καταλαγιάσει στα πιο καθαρά, αιώνια νερά τους.
Ο Αλκιβιάδης την κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του, καθισμένος πια αναπαυτικά στον καναπέ, με την Ανδρομάχη να ανασαίνει βαριά πάνω στο στήθος του, έχοντας τα χέρια της τυλιγμένα γύρω του. Κοιτάζοντας το σκοτεινό, μαγικό δωμάτιο του μυαλού τους, κατάλαβε πως δεν χρειάζονταν πια ούτε φαντασιώσεις, ούτε οπτασίες, ούτε ξένα πρόσωπα. Το παραμύθι τους ήταν εδώ, ζωντανό, αψεγάδιαστο και δικό τους.
«Είσαι η ζωή μου όλη...» της ψιθύρισε στο αφτί, φιλώντας την απαλά στα μαλλιά.
Η Ανδρομάχη έκλεισε τα μάτια, χαμογέλασε και ακούμπησε πιο βαθιά στην αγκαλιά του, έτοιμη να ονειρευτεί την επόμενη μέρα, σταθερά δεμένη στο πλευρό του, για πάντα.
Καθώς οι παλμοί τους καταλάγιαζαν και η ζεστασιά των σωμάτων τους γινόταν ένα με τη σιωπή του σαλονιού, η νύχτα έξω έμοιαζε να έχει σταματήσει την ανάσα της αποκλειστικά γι' αυτούς.
Δεν υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο πέρα από εκείνη τη στιγμή. Οι λέξεις είχαν στερέψει από καιρό, περιττές και ασήμαντες μπροστά στη δύναμη μιας σιωπής που τα έλεγε όλα. Τα μάτια τους συναντήθηκαν μέσα στο ημίφως, μιλώντας μια γλώσσα αρχέγονη, δική τους, ικανή να γεμίσει κάθε κενό, να απαλύνει κάθε παλιό σημάδι και να φωτίσει κάθε γωνιά της ψυχής τους.
Οι ανάσες τους έγιναν μία, οι χτύποι της καρδιάς τους συντονίστηκαν στον ίδιο, αιώνιο ρυθμό, χαράζοντας κοινές νότες ευτυχίας στον αέρα. Ένιωθαν «ένας»  ακριβώς όπως έκαναν εδώ και δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.
Ο Αλκιβιάδης την τράβηξε πιο κοντά του, κλείνοντας τα μάτια του, και η Ανδρομάχη χάθηκε στην αγκαλιά του, γνωρίζοντας πως το πιο αληθινό, το πιο μαγικό παραμύθι δεν βρισκόταν σε φανταστικούς κόσμους ούτε σε ξένες οπτασίες, αλλά ακριβώς εκεί, στα χέρια του ανθρώπου της, στη ζεστασιά του σπιτιού τους, στην αιωνιότητα μιας αγάπης που δεν είχε ανάγκη από τίποτα άλλο παρά μόνο από τους δυό τους.
..Σε μια ρουτίνα που δε μιλάνε τα χείλη αλλά τα βλέμματα. Καταργούνται οι λέξεις και απλά της φανερώνει την αγάπη του με πράξεις. Και μαζί ανταμώνουν τ’ όνειρο σ ’έναν κόσμο δικό τους κάτω απ’ την επήρεια εθιστικών αγγιγμάτων, κι αισθήσεων που συγκρούονται κι εκρήγνυται σε ένα ερωτικό παραλήρημα που δίνει ενέργεια στις σεξουαλικές φαντασιώσεις τους.
Τα δάχτυλα και τα χέρια του, της χαρίζουν λυτρωτικά χάδια και χαλαρώνουν κάθε της αντίσταση, κάθε της ενδοιασμό. 
Το μασάζ σε κάθε σημείο του σώματος της την κάνουν να παραδίνεται άνευ όρων και να ξεχνά κάθε «πρέπει», «μη» και «δεν». Μαζί του δεν υπάρχουν «απαγορεύεται» κι «επιτρέπεται» και όλα γίνονται σκόνη που τη φυσάει, κάθε φορά που αφήνει μικρές αναπνοές πάνω στο κορμί της. Κάνει το σώμα της δικό του κι αυτή δοκιμάζει και δοκιμάζεται, παίζει, ταξιδεύει, τρελαίνεται και του προσφέρεται. Κάθε φορά που την κάνει να «τελειώνει», νιώθει να δαμάζεται κι απολαμβάνει δυνατά τον ρόλο της. Τον νιώθει να εισχωρεί στο κορμί της και τον εκλιπαρεί να μη σταματήσει. 
Όταν είναι υπό το καθεστώς της καύλας, δεν κρατά μεζούρες. Μόνο παρακαλά αυτός ο «τύραννος» να συνεχίσει να τη βασανίζει. Μόνη της λύτρωση η ένωσή τους και αυτό που θα κάνει όλες τους τις αισθήσεις να χτυπήσουν συναγερμό και να φτάσει το μυαλό τους στο «κόκκινο». Λόγια, κραυγές, μουγκρητά.
Ιδρώτας, αναστεναγμοί που μπερδεύονται με τους χτύπους της καρδιάς τους μέσα στη νύχτα.
Όλα γίνονται ένας χείμαρρος χωρίς επιστροφή. Το σαλόνι μεταμορφώνεται στον δικό τους, απόλυτο ναό, όπου οι κανόνες του έξω κόσμου, τα στερεότυπα και τα κοινωνικά ταμπού διαλύονται ακαριαία, σαν λεπτή σκόνη στον αέρα.
Τα δάχτυλα του γλιστρούν με σιγουριά πάνω στο καυτό της δέρμα, διαγράφοντας διαδρομές που η Ανδρομάχη γνωρίζει, λαχταρά και παραδίδεται σε αυτές χωρίς καμία αντίσταση. Κάθε άγγιγμα, κάθε πίεση των χεριών του, κάθε ζεστή αναπνοή που αφήνει στα ευαίσθητα σημεία του κορμιού της, σπάει και ένα ακόμα οχυρό.
Δεν υπάρχουν πια μέτρα, ζυγίσματα ή «πρέπει». Υπάρχει μόνο η απόλυτη, αχαλίνωτη επιθυμία δύο ανθρώπων που ξέρουν να χάνονται ο ένας μέσα στον άλλον και να ξαναγεννιούνται.
Εκείνος γίνεσαι ο «τύραννος» που με κάθε του κίνηση, με κάθε βαθιά, ηδονική εισχώρηση, οδηγεί το μυαλό της στο «κόκκινο». Κι εκείνη, τεντωμένη, παραδομένη, με τα νύχια της γαντζωμένα στην πλάτη του, εκλιπαρεί για περισσότερο, απολαμβάνοντας κάθε στιγμή αυτής της λυτρωτικής υποταγής στο πάθος τους.
Οι κραυγές της γίνονται η δική του επιβεβαίωση, τα μουγκρητά του η δική της δικαίωση.
Η ένωση τους είναι η απόλυτη λύτρωση, μια έκρηξη αισθήσεων που χτυπά συναγερμό σε κάθε κύτταρο του σώματος τους.
Μέσα σε αυτό το ερωτικό παραλήρημα, ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη φτάνουν μαζί στην κορύφωση, εκεί όπου ο χρόνος σταματά τελείως και μένει μόνο η αιώνια, αδιάσπαστη αλήθεια της αγάπης και του πάθους τους.
..Ξάπλωσε δίπλα της άνοιξε τα καυτά χείλη του αιδοίου της, και άρχισε απαλά να γλείφει το θάμνο γύρω του. Η Ανδρομάχη αρχίζει να αναδεύεται ανήσυχα, αρχίζει να βογκά και να αναστενάζει γεμάτη λαγνεία. Αμέσως μετά η γλώσσα του βυθίζεται και το κορμί της σφαδάζει φρενιασμένα. Όσο τη ρουφάει και τη πηδάει με τη γλώσσα του, νιώθει ηδονικό σκίρτημα παντού, σε όλο της το κορμί, δεν μπορεί να αντισταθεί στο κάλεσμά του, τύλιξε τα πόδια της στο λαιμό του και τον κράτησε εκεί.
Της αρέσει αυτή η στάση. Δεν δέχονται όλες οι γυναίκες να πέσει ένας οποιοσδήποτε άντρας ανάμεσα στα σκέλια τους, πρέπει πρώτα να τις κερδίσει για να του δώσουν το σινιάλο. 
Με τη γλώσσα του διαχώρισε τα δυο χείλη και όταν τ' άνοιξε πια ήταν υγρά και έτριψε τη γλώσσα του πάνω κάτω ανάμεσα στα στρώματα της ευαίσθητης της σάρκας, πέρασε τα χέρια του κάτω απ' τα γόνατα της, έπιασε τους γοφούς της και τη κοιλιά της με της παλάμες του, την χάιδεψε και της άνοιξε τα πόδια. 
Όλα γίνονται απαλά, με ευγένεια, είναι μια προσευχή που θέλει την ώρα της.
Τον ικανοποιεί βαθιά το να φέρνει τη σύντροφο του σε σπασμούς έκστασης με τα φιλιά του.
Το πιστεύει βαθιά ότι μεταξύ δύο συντρόφων δεν υπάρχει καμία διαφθορά, ενοχή ή ντροπή, γιατί η σαρκική ανισότητα παύει να υπάρχει στο κρεβάτι. Υπάρχει μόνο η υπόσχεση της ευχαρίστησης και η εκπλήρωση των αμοιβαίων επιθυμιών.
Η θέα των χειλιών του αιδοίου και των αστραφτερών ρόδινων πτυχών έστειλαν όλο το αίμα από το σώμα του να ξεχυθεί σαν χείμαρρος στο πέος του. 
Εκείνη βόγκηξε απελπισμένα. «Σε παρακαλώ» είπε λαχανιασμένα, τον ικέτεψε να βάλει ένα τέλος στα ηδονικά βασανιστήρια που της έκανε με τη γλώσσα του.
Καθώς εκείνος ξεκίνησε να κινείται με αργές ωθήσεις, εκείνη ανασηκώθηκε για να τον συναντήσει, άρχισε να κινείται ρυθμικά μέσα της σ’ ένα ξέφρενο οργασμό που δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει, οι απότομοι σπασμοί του ξύπνησαν μέσα της κύματα, σαν φλόγες, αστραφτερές που έκαναν τα σωθικά της να λιώνουν. Είναι σαν να διαδέχονται το ένα το άλλο, πολλά κύματα ευχαρίστησης. 
Σχεδόν σαν πυροτεχνήματα, όπου υπάρχει μια έκρηξη και μετά έρχεται μια άλλη, λίγο μετά μια ακόμα και είναι όλες υπέροχες.. Η απελευθέρωση του ήρθε καυτή, ο σφυγμός του σφυροκοπούσε στα αυτιά του και ούτε που κατάλαβε τις άναρθρες κραυγές της σαν πληγωμένο θηλυκό ζώο που δεν έβγαζαν κανένα νόημα, καθώς άλλος ένας οργασμός που την κυρίευσε της εξουθένωσε σώμα και ψυχή. Έμεινε να βαριανασαίνει με κλειστά μάτια για καμπόση ώρα και μετά τον έβγαλε απότομα από μέσα της, καθώς συνερχόταν σιγά σιγά.
Καθώς ο τελευταίος απόηχος από το ξέφρενο παραλήρημα της ηδονής έσβησε απαλά μες στη σιωπή του δωματίου, η ανάσα τους άρχισε σιγά-σιγά να βρίσκει και πάλι τον κανονικό της ρυθμό.
Ο Αλκιβιάδης γύρισε και ξάπλωσε ανάσκελα δίπλα της, νιώθοντας τους μυς του χαλαρούς, το σώμα του κατάκοπο αλλά την ψυχή του ανάλαφρη και απόλυτα γαλήνια. 
Η ζεστασιά της Ανδρομάχης ακουμπούσε πάνω του, μια αίσθηση οικειότητας και ασφάλειας που ούτε ο χρόνος ούτε οι πιο τρελές φαντασιώσεις μπόρεσαν ποτέ να αγγίξουν.
Έσκυψε ελαφρά προς το μέρος της, έδιωξε με απαλή κίνηση μια τούφα ιδρωμένων μαλλιών από το μέτωπο της και της ψιθύρισε σχεδόν αθόρυβα στο αυτί, σαν μυστικό που μόνο οι δυο τους 
γνώριζαν.
 «Η χημεία μας... η μαγεία μας... δεν χάνονται ποτέ, μωρό μου. Είναι εκείνη η όαση που μας περιμένει 
πάντα, όπου κι αν βρισκόμαστε. Αρκεί να κλείνουμε τα μάτια και να παρασυρόμαστε... μέχρι να μας βρει το ξημέρωμα αγκαλιά.»
Η Ανδρομάχη γύρισε το κεφάλι της, ακούμπησε το ζεστό της μάγουλο στο στήθος του και χαμογέλασε με τα μάτια κλειστά.
Η νύχτα συνέχισε να κυλάει αργά, τυλίγοντας τους με τα μαλακά, αόρατα σεντόνια της, αφήνοντας τους να κοιμηθούν επιτέλους ήσυχοι, ενωμένοι, στο τέλος ενός ταξιδιού που δεν είχε πια τίποτα να αποδείξει και κανέναν άλλο φόβο να αντιμετωπίσει. Μόνο το αύριο, που ξημέρωνε αποκλειστικά δικό τους.
Η εικόνα τους μέσα στη σιωπή του δωματίου ήταν η απόλυτη αποθέωση της αρμονίας. Ο Αλκιβιάδης, κουλουριασμένος πίσω της σαν χαδιάρης γάτος, ένιωθε την κάθε καμπύλη του σώματος της να θηλυκώνει τέλεια με το δικό του. Το μυώδες στομάχι του στην καμάρα της πλάτης της, οι μηροί του στην κοιλότητα των λυγισμένων ποδιών της, και τα μακριά, μυώδη μπράτσα του τυλιγμένα γύρω της σαν προστατευτικό καταφύγιο.
Καθώς το απαλό λίκνισμα της αναπνοής του την νανούριζε και η Ανδρομάχη αποκοιμιόταν πρώτη, η σκέψη του ταξίδευε στη δική της μοναδική φύση.
Θυμήθηκε τη σταθερή της υπενθύμιση, πως όταν κοιμούνται μαζί, μπορεί να αφήνει το πνεύμα του στα χέρια της με απόλυτη ασφάλεια, γιατί δεν πρόκειται να βγει ποτέ από τα δίχτυα της. Κι εκείνος, άλλωστε, ποτέ δεν θέλησε να ξεφύγει. Πώς θα μπορούσε να δραπετεύσει από την ισόβια σύντροφο του, που συνέχιζε να τον σαγηνεύει με την άδολη χάρη της και τον φυσικό, αυθεντικό αισθησιασμό της.
Πίσω από τη φαινομενική της ευθραυστότητα έκρυβε μια τεράστια, ακατάβλητη δύναμη επιβίωσης, μια δύναμη ικανή να προσφέρει απόλυτη ασφάλεια και προστασία στη σχέση τους, στα παιδιά τους, σε  ολόκληρη την οικογένεια τους. 
Ήξερε καλά πως η Ανδρομάχη δεν θα δείλιαζε ποτέ, δεν θα έκανε πίσω ούτε σπιθαμή για εκείνους που αγαπούσε, αν χρειαζόταν, θα γύριζε τον κόσμο ανάποδα για το χατίρι τους. 
Αυτή η μία και μοναδική γυναίκα ήταν το απάνεμο λιμάνι τους. Ο κυματοθραύστης στις καταιγίδες της ζωής και ο σηματοφόρος της χαράς τους. 
Η παρουσία της μέσα στο σπίτι έπεφτε πάντα σαν τη σταγόνα του λαδιού στο ταραγμένο νερό, μια σταγόνα που απλώνεται αθόρυβα, απαλύνει τις γωνίες και γαληνεύει ολόκληρη την υδάτινη επιφάνεια.
Με ένα ελαφρύ, σχεδόν ανεπαίσθητο φιλί στον αυχένα της, ο Αλκιβιάδης έκλεισε κι εκείνος τα μάτια του, αφήνοντας την ψυχή του να αναπαυθεί στην πιο γλυκιά, αιώνια βεβαιότητα της ζωής του.
Είναι σημαντικό γι αυτόν, γιατί την αγάπησε τελικά από μέσα προς τα έξω, όχι για τις εικόνες ή τα φευγαλέα φαντάσματα, αλλά για την ίδια την ουσία της. Έμαθε πως δεν χρειάζεται να κυνηγά σκιές στον ορίζοντα ούτε να ψάχνει κάτι καλύτερο από αυτό που ήδη κρατά στα χέρια του, γιατί η ίδια η κοινή τους ζωή είναι το πιο πλούσιο, το πιο αληθινό δώρο.
Μαζί, χέρι-χέρι, έμαθαν να πορεύονται με τις συμφωνίες και τις διαφωνίες τους, να μοιράζονται και τις λιακάδες και τις μπόρες, στεκάμενοι πάντα δίπλα ο ένας στον άλλο και ποτέ απέναντι.
Και τι πιο ταιριαστό επίλογο για μια τέτοια πορεία; Μια σχέση που, όπως ακριβώς και τα τραπέζια που έστηναν με μεράκι κάτω από την κληματαριά, ξέρει να τη μαγειρεύει με αγάπη, αλλά και ξέρει να 
την τρώει, απολαμβάνοντας κάθε της μπουκιά, κάθε της γεύση, από την πιο γλυκιά μέχρι την πιο αλμυρή, μέχρι το τέλος.
Και με αυτά τα λόγια, βαρυσήμαντα και κομμένα από την αλμύρα της εμπειρίας και τη σοφία της ανοιχτής θάλασσας, ο παλιόφιλος ο καπετάνιος άφησε την τελευταία του παρακαταθήκη πριν ανοίξει πανιά για ταξίδια μακρινά.
Ήταν μια κουβέντα σταράτη, από εκείνες που δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες. Ο καπετάνιος, αφού πρώτα του είχε βάλει φωτιά στα λογικά με τις αναλύσεις και τα σενάρια του, έτρεχε τώρα να σβήσει τη σπίθα πριν γίνει πυρκαγιά, θυμίζοντάς του την πιο απλή, αγνή αλήθεια. Η ευτυχία στο σπίτι δεν χτίζεται με φόβους και καχυποψίες, αλλά με έργα.
«Αν μία γυναίκα περνάει καλά, δεν κάνει σχέδια παρά μόνο για τον άντρα στον οποίο οφείλει την ευτυχία της...»  
Μια φράση που ηχούσε σαν άγκυρα ασφαλείας μέσα στο κεφάλι του Αλκιβιάδη. Και βέβαια, η ιστορία επαναλαμβάνεται πάντα για εκείνους που ξέρουν να διαβάζουν τα σημάδια. Στο τέλος, η Πηνελόπη πάντα με τον Οδυσσέα μένει, αρκεί ο Οδυσσέας να είναι εκεί, άξιος και παρών, να την κρατάει ζωντανή στην καρδιά και στο μυαλό του.
Η μαγκιά δεν είναι να κρατάς το σπίτι με αλυσίδες, αλλά να γίνεσαι εσύ ο ίδιος ο προορισμός της, έτσι που ο «δαίμονας» να μην βρίσκει ούτε χαραμάδα να τρυπώσει. Και πάνω απ' όλα, η μεγάλη αλήθεια για το σεξ και τον πόθο, τίποτα δεν επιβάλλεται, τίποτα δεν εκβιάζεται. 
Το πάθος είναι ιεροτελεστία, είναι η λαχτάρα να θες τη γυναίκα σου ολόκληρη, μυαλό και κορμί. Και τελικά, όπως ήξερε καλά ο καπετάνιος, το κλειδί το κρατάει εκείνη. Εκείνη ξέρει πώς να παίζει με τα 
κουμπιά του άντρα, πώς να τον φέρνει από την άκρη του κόσμου και πώς να τον λυγίζει με ένα της βλέμμα.
Καθώς τα βήματα του καπετάνιου χάνονταν στον δρόμο της επιστροφής, ο Αλκιβιάδης κοίταξε πίσω του, στο σπίτι, στη βεράντα με την κληματαριά και, πάνω απ' όλα, στην Ανδρομάχη του που κοιμόταν ήσυχη, τυλιγμένη στην αγκαλιά του.
Όλες οι φαντασιώσεις, οι φόβοι και οι αναλύσεις είχαν διαλυθεί. Είχε πάρει το μάθημά του. Στην αγάπη, όπως και στη  θάλασσα, δεν μετράει πόσο δυνατή είναι η φουρτούνα, αλλά πόσο καλά κρατάει το σκαρί. Και το δικό τους σκαρί, μετά από δεκαπέντε χρόνια, ήταν φτιαγμένο για να αντέχει σε όλους τους ανέμους.
...........................Ο Αλκιβιάδης σκέφτηκε το απόφθεγμα του Μπερνς με ένα χαμόγελο που φώτισε το πρόσωπό του, ένα χαμόγελο που έκρυβε μια ολόκληρη φιλοσοφία ζωής, αναγνωρίζοντας την αλήθεια σε αυτά τα λόγια. «Ο Μπερνς είχε δίκιο,» σκέφτηκε. 
«Εκείνη η εποχή που λέει... τότε που το σεξ ήταν «βρώμικο», ήταν και η εποχή που είχε την πιο αληθινή του δύναμη. Ήταν απαγορευμένο, ήταν σκοτεινό, ήταν κάτι που έκαιγε πίσω από κλειστές πόρτες. Και τώρα; Τώρα το έχουμε εξορθολογίσει, το έχουμε κάνει «υγιεινό», το έχουμε αναλύσει μέχρι θανάτου. Το έχουμε κάνει να μοιάζει με διατροφική συμβουλή.»
Στράφηκε το βλέμμα του στην Ανδρομάχη! «Είναι έτοιμη άραγε να τολμήσουμε να λερώσουμε ξανά το σεξ με την αλήθεια της επιθυμίας μας;» αναρωτήθηκε..
Μια βαθιά, σχεδόν ανατρεπτική σκέψη που έρχεται να ταράξει τα νερά της σύγχρονης «αποστειρωμένης» πραγματικότητας.
Ο Αλκιβιάδης, χαμογελώντας στη σιωπή της νύχτας, συνειδητοποιεί πόσο δίκιο είχε ο George Burns. Σήμερα, έχουμε φροντίσει να τοποθετήσουμε τον έρωτα και τη σαρκική επαφή κάτω από το φως ενός υπερβολικού εξορθολογισμού. Το έχουμε κάνει ασφαλές, καθωσπρέπει, προβλέψιμο, σχεδόν γραφειοκρατικό. Το ντύσαμε με τα καλά του ρούχα, το μετρήσαμε, το αναλύσαμε σε άρθρα και εγχειρίδια, του αφαιρέσαμε το μυστήριο, την άγρια ομορφιά του κινδύνου και τη σπίθα της παράβασης.
Αλλά η αληθινή, η βαθιά επιθυμία δεν χωράει σε αποστειρωμένα κουτάκια. 
Ζει στις σκιές, τρέφεται από την ένταση, καίει πίσω από κλειστές πόρτες και δεν φοβάται να λερώσει τα χέρια της.
Στρεφόμενος προς την Ανδρομάχη, ο Αλκιβιάδης θέτει το πιο τολμηρό, το πιο απολαυστικό ερώτημα. Είναι έτοιμοι να αφήσουν πίσω τους τους τύπους και να ξαναλερώσουν το σεξ με την ωμή, ακατέργαστη αλήθεια της επιθυμίας τους;
Μετά από δεκαπέντε χρόνια κοινής πορείας, η απάντηση δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στα κορμιά τους που ξέρουν να μιλούν τη γλώσσα της φωτιάς, έτοιμα να ξαναζωντανέψουν εκείνο το σκοτεινό, μεθυστικό πάθος που δεν χρειάζεται άδεια από κανέναν για να υπάρξει.
.......Ο Αλκιβιάδης διαβάζει στις σκέψεις του έναν καθρέφτη της ίδιας του της ζωής. Γιατί κατάλαβε από πρώτο χέρι αυτό που οι πολλοί αρνούνται να παραδεχτούν. Ο ιδανικός σύντροφος δεν είναι εκείνος που ταιριάζει σε όλα, αλλά εκείνος που αντέχει το μέγεθος σου.
Σε μια εποχή που οι άνθρωποι ψάχνουν απεγνωσμένα έναν τέλειο «καθρέφτη» μια προέκταση του 
εαυτού τους χωρίς γωνίες, χωρίς τριβές και χωρίς χαρές ή φουρτούνες, καταλήγουν να χτίζουν αποστειρωμένες συμβάσεις. Σχέσεις-εταιρείες, βασισμένες σε λογιστικά φύλλα, σε ρόλους και σε άτυπα συμβόλαια που διαλύονται με την πρώτη ρωγμή. Όταν η επιφάνεια ζορίζει, η «σύμβαση» καταγγέλλεται.
Αλλά ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη δεν έφτιαξαν ποτέ σύμβαση. Έφτιαξαν έναν ζωντανό οργανισμό.
Ο «ιδανικός» σύντροφος δεν ήρθε για να του χαϊδέψει τα αυτιά ούτε για να κρύψει τις σκιές του. Είναι εκείνος που δεν τρομάζει ούτε όταν η γυναίκα του γίνεται «σκέτη σάρκα» και φωτιά, ούτε όταν αναζητά την πιο βαθιά, υπαρξιακή λύτρωση. Είναι εκείνος που ξέρει να διαχειρίζεται τις σπίθες χωρίς να καίγεται, ή ακόμα καλύτερα, που καίγεται μαζί σου.
Και πάνω από όλα, η πιο ώριμη συνειδητοποίηση, η αναζήτηση του «τέλειου άλλου» δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια βολική δικαιολογία. Ένας τρόπος για να κρυφτούμε από την ευθύνη του να σταθούμε εμείς οι ίδιοι ολόκληροι, ακατέργαστοι και αληθινοί απέναντι στον άλλον.
Κοιτάζοντας την Ανδρομάχη να κοιμάται ήσυχη δίπλα του, ο Αλκιβιάδης ξέρει καλά πως δεν βρήκε κάποιο πλαστικό, αψεγάδιαστο πρότυπο από τα περιοδικά. Βρήκε την ψυχή που άντεξε τις καταιγίδες του, που μοιράστηκε τον χώρο του χωρίς να τον πνίγει, και που έκανε τη ζωή τους όχι μια κοινότυπη συμφωνία, αλλά ένα αληθινό, ασυμβίβαστο ταξίδι.

Ménage à Trois

..Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part: 1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)..
Η Ανδρομάχη απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του Αλκιβιάδη, αφήνοντας πίσω της το άρωμα της σαν μια μεθυστική υπόσχεση. Με μια κίνηση γεμάτη νωχελική χάρη και λικνιστικό βήμα που δεν άφηνε τίποτα στη φαντασία, τον προσπέρασε και κατευθύνθηκε προς το βάθος του προαυλίου, εκεί όπου ο ιερέας στεκόταν ακίνητος, παρακολουθώντας την πορεία της με βλέμμα σκοτεινό και προσηλωμένο.
Όταν έφτασε κοντά του, έσκυψε ευλαβικά, μια κίνηση φαινομενικά τυπική και προσκυνηματική για να πάρει την ευχή του και να ασπαστεί το χέρι του. 
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μια δέσμη από το φως του φεγγαριού έσπασε μέσα από τα φυλλώματα των πεύκων, πέφτοντας ακριβώς πάνω στο πρόσωπο της.
Τα χαρακτηριστικά της φωτίστηκαν έντονα, αναδεικνύοντας μια ομορφιά ωμή και ακαταμάχητη. Στα σαρκώδη, άλικα χείλη της, το χαμόγελο που άρχισε να ανθίζει δεν είχε τίποτα το θρησκευτικό ή το αθώο, ήταν καθαρά ερωτικό, μια σιωπηλή δήλωση συνενοχής και λαγνείας που φαινόταν να διαπερνάει τον ιερέα, γκρεμίζοντας και τα τελευταία προσχήματα της ιεροσύνης του κάτω από το βλέμμα του Αλκιβιάδη που παρακολουθούσε από κοντά.
Η αιφνιδιαστική κίνηση της Ναυσικάς έκοψε κάθε περιθώριο αντίδρασης του Αλκιβιάδη. Καθώς το πλούσιο, ξανθοκόκκινο σώμα της κόλλησε πάνω του, ο Αλκιβιάδης ένιωσε το ζεστό της στήθος να πιέζει δυνατά το δικό του, μεταδίδοντας μια ηλεκτρική, πρωτόγονη δόνηση που διέτρεξε ολόκληρο το κορμί του. Η μυρωδιά της, ένα μεθυστικό μείγμα από καλοκαιρινό άρωμα και τη δροσιά της νύχτας, του ζάλισε το μυαλό. Ο Αλκιβιάδης έμεινε για ένα δευτερόλεπτο μετέωρος, πιασμένος ανάμεσα στη μυρωδιά της Ανδρομάχης που μόλις είχε απομακρυνθεί και στην απροκάλυπτη, σαρκική πρόκληση της Ναυσικάς. 
Ο ηδονικός της αναστεναγμός, τόσο κοντά στο αυτί του, λειτούργησε σαν σπίθα σε ξερό χόρτα. Το σώμα του ήδη σε κατάσταση υστερικής διέγερσης από όσα είχαν προηγηθεί με τον ιερέα λίγο πιο πέρα αντέδρασε ακαριαία, κάνοντας τους μυς του να σφίξουν και την καρδιά του να χτυπάει στα πλευρά του.
«Εσείς... ποτέ δεν φεύγετε από το μυαλό μου, Ναυσικά» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, σχεδόν κοφτή, καθώς τα χέρια του, σαλεύοντας σχεδόν μηχανικά, τύλιξαν τη μέση της, τραβώντας την ακόμα πιο κοντά του, νιώθοντας τις καμπύλες της να εφαρμόζουν τέλεια πάνω στο σώμα του.
Λίγα μέτρα πιο πέρα, μέσα στη σκιά του πεύκου, η Ανδρομάχη στεκόταν μπροστά στον ιερέα, 
με τα άλικα χείλη της σχηματίζουν εκείνο το προκλητικό, συνωμοτικό χαμόγελο. 
Τα βλέμματα της Ναυσικάς και της Ανδρομάχης διασταυρώθηκαν στον αέρα του προαυλίου. Το παιχνίδι είχε πια ανοίξει για τα καλά, και τα όρια είχαν εξαφανιστεί οριστικά.
Ο Αλκιβιαδης κοιτάει κι εκείνος τη Ναυσικά γλυκά, μόνο που το χαμόγελο του έχει υποχωρήσει και στη θέση του έχει μείνει ένα μειδίαμα, μια υποψία χαμόγελου μαζί με κάτι άλλο. Κάτι που καθώς το μυαλό της Ναυσικάς το επεξεργάζεται νιώθει πολλές μικρές καρδιές να χτυπάνε σε διάφορα σημεία του σώματός της. 
Της ανοίγει το πορτμπαγκάζ του αυτοκίνητου και την αφήνει να βάλει το σακίδιο της μέσα. Στέκεται πίσω της με το χέρι στην πόρτα του πορτμπαγκάζ. 
«Η γυναίκα με πιασίματα είναι δυο φορές γυναίκα.» Της είπε με πονηρό χαμόγελο...
Η ατάκα του Αλκιβιάδη έπεσε σαν πυρακτωμένο κάρβουνο στη νυχτερινή ατμόσφαιρα, κάνοντας τη Ναυσικά να ανατριχιάσει ολόκληρη. Καθώς ήταν σκυμμένη πάνω από το ανοιχτό πορτμπαγκάζ, νιώθοντας την παρουσία του ακριβώς από πίσω της, τόσο κοντά που η ζεστή του ανάσα χάιδευε τον αυχένα της το αίμα ανέβηκε αστραπιαία στα μάγουλα της.
Οι «μικρές καρδιές» που χτυπούσαν σε κάθε γωνιά του κορμιού της άρχισαν να καλπάζουν. Ο τρόπος που στεκόταν ο Αλκιβιάδης, με το ένα χέρι να κρατά την πόρτα του πορτμπαγκάζ και το σώμα του να γέρνει ανεπαίσθητα προς το μέρος της, είχε μια ακαταμάχητη, πρωτόγονη επιβολή.
Η Ναυσικά δεν βιάστηκε να ισιώσει την πλάτη της. Άφησε τις καμπύλες της να διαγραφούν ακόμα πιο προκλητικά κάτω από το φως του πορτμπαγκάζ, πριν γυρίσει αργά το κεφάλι της προς το μέρος του, κοιτάζοντάς τον μέσα από τις ξανθοκόκκινες μπούκλες της.
«Αλλάζεις τα λόγια του ποιητή, Αλκιβιάδη;» ψιθύρισε με τη φωνή της βραχνή και γεμάτη υπονοούμενα, ενώ τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά του. 
«Ή μήπως απλώς ομολογείς ότι σου αρέσει να πιάνεις... περισσότερη ουσία;»
Το μειδίαμα στα χείλη του Αλκιβιάδη μεγάλωσε. Η διπλή ένταση που κουβαλούσε από τις αποκαλύψεις και το άγγιγμα του ιερέα λίγο πριν, μέχρι το αισθησιακό σχέδιο που είχε εξυφάνει η Ανδρομάχη έκανε την κάθε του κίνηση να αποπνέει έναν άκρως επικίνδυνο, ακαταμάχητο μαγνητισμό.
«Η ουσία, Ναυσικά μου...» είπε χαμηλόφωνα, με το χέρι του να κατεβαίνει αργά από την πόρτα και τα δάχτυλα του να την αγγίζουν σχεδόν ακαριαία, «φαίνεται πάντα στις λεπτομέρειες που δεν φοβάσαι να αγγίξεις.»
Εκείνη τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Δεν το περίμενε. Ήταν η ευκαιρία της.«Με δουλεύεις τώρα, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε μισό-γελώντας χαριτωμένα.
«Καθόλου», της απάντησε εκείνος χωρίς να χαμογελάσει, κάνοντας ένα βήμα πιο κοντά της, «εννοώ κάθε λέξη». 
«Εντάξει τώρα τα παραλές! Είσαι τελικά ένας παμπόνηρος κόλακας και γαλίφης!» του είπε ρίχνοντας του, ένα βλέμμα γεμάτο νόημα, που έκρυβε χίλιες δυο αταξίες. 
«Δεν φταίω εγώ Κυρία μου. Το κορμί σας φταίει που είναι τόσο ερωτικό και επιθυμητό!»
Η Ναυσικά ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά, από εκείνα που ξεκινούν από τη μέση και απλώνονται σε όλο το σώμα. Ο Αλκιβιάδης στεκόταν τόσο κοντά της που μπορούσε να νιώσει τη θερμότητα που εξέπεμπε το σώμα του, ενώ η ατάκα του για το «ερωτικό και επιθυμητό κορμί» αντηχούσε ακόμα στο μυαλό της σαν μελωδία.
Όσο κι αν τον αποκαλούσε «γαλίφη» και «παμπόνηρο», η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Αυτός ο χαρακτηρισμός περί «φίλων» που χρησιμοποιούσαν πάντα για να κρατούν τα προσχήματα, τώρα φάνταζε τόσο φτηνός, τόσο ξένος μπροστά στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα της νύχτας.
«Ξενέρωνε που ήταν πιασμένος», σκέφτηκε ξανά, αλλά εκείνο το «πιασμένος» απόψε είχε άλλη σημασία. Η Ανδρομάχη δεν ήταν το εμπόδιο, ήταν η ίδια η γέφυρα.
«Φίλοι, ε;» ψιθύρισε η Ναυσικά, γέρνοντας ελάχιστα προς το μέρος του, αφήνοντας την ανάσα της να αγγίξει το σαγόνι του. «Ξέρεις, Αλκιβιάδη... οι φίλοι δεν κοιτάζουν έτσι. Ούτε λένε τέτοια λόγια πίσω από ανοιχτά πορτμπαγκάζ μέσα στο σκοτάδι.»
Τα μάτια της άστραψαν από μια σπίθα γεμάτη νόημα, καθώς η σκέψη για το σχέδιο που είχε καταστρώσει με την Ανδρομάχη της έδωσε την τόλμη που της έλειπε τόσον καιρό.
«Και αφού βρίσκεις το κορμί μου τόσο ερωτικό...» συνέχισε χαμηλόφωνα, με τη φωνή της να στάζει εκείνο το σιρόπι που τον ζάλιζε, «ίσως πρέπει να σταματήσεις να είσαι μόνο στα λόγια κολακευτικός και να δούμε αν η «φιλία» μας αντέχει λίγη παραπάνω φωτιά απόψε.»
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε στα μάτια, νιώθοντας το αίμα του να βράζει. Η Ναυσικά ήταν έτοιμη για το επόμενο βήμα, και η νύχτα στο προαύλιο υποσχόταν να κάψει κάθε προηγούμενο κανόνα.
Ανοίχτηκε για λίγο έριξε το βλέμμα της στο κορμί του, προς τα κάτω, με ένα ύφος καυλωμένο και ναζιάρικο ξανά κόλλησε επάνω του και κατευθύνει το χέρι της στο φούσκωμα του παντελονιού του να το χαϊδεύει. 
Το χέρι της Ναυσικάς, τολμηρό και αποφασιστικό, έκλεισε πάνω στο σκληρό, παλμικό φούσκωμα του παντελονιού του, στέλνοντας ηλεκτρικά ρεύματα σε ολόκληρο το κορμί του. Η αντίθεση ανάμεσα στη δημόσια φύση του προαυλίου και στην ωμή, απαγορευμένη πραγματικότητα αυτής της κίνησης έκανε την αδρεναλίνη τους να χτυπήσει κόκκινο.
Ο Αλκιβιάδης προσπάθησε να κρατήσει τα προσχήματα, αλλά η φωνή του πρόδιδε την εσωτερική του πάλη, η ανάσα του είχε κοπεί, και το σώμα του είχε ήδη προδώσει κάθε σκέψη «λογικής», θερμασμένο διπλά, πρώτα από τον ιερέα και τώρα από την απροκάλυπτη λαγνεία της Ναυσικάς.
«Θα σε δει η φιλενάδα σου...» ψιθύρισε λαχανιασμένα, προσπαθώντας να συγκρατηθεί, καθώς τα δάχτυλά της άρχισαν να παίζουν ρυθμικά με το πυρακτωμένο του εργαλείο πάνω από το ρούχο.
Η Ναυσικά, όμως, δεν πτοήθηκε. Με τα μάτια της να φλογίζονται από μια άγρια, παιχνιδιάρικη σιγουριά, έσκυψε ακόμα πιο κοντά του, αφήνοντας το άρωμά της και τη ζεστή της ανάσα να τον τυλίξουν. Η ανάμνηση εκείνης της πρώτης φοράς στο εξοχικό, τότε που τα ταμπού είχαν σπάσει για πρώτη φορά, αιωρούνται ανάμεσα τους σαν άγραφη υπόσχεση.
Λίγα μέτρα πιο πέρα, η Ανδρομάχη, αφού είχε ολοκληρώσει τον συμβολικό της χαιρετισμό με τον ιερέα, γύρισε το κεφάλι της και τους κοίταξε. 
Το πρόσωπο της δεν έδειχνε ούτε ζήλια ούτε έκπληξη, αντίθετα, ένα βαθύ, συνωμοτικό και απόλυτα ερωτικό χαμόγελο άστραφτε στα χείλη της. Με αργές, αισθησιακές κινήσεις, άρχισε να κατευθύνεται ξανά προς το μέρος τους, σηματοδοτώντας την αρχή του τέλους για κάθε τους δισταγμό.
Το παιχνίδι μόλις περνούσε στην τελική του φάση. Οι τρεις τους ήταν πια στην ίδια φωτιά, έτοιμοι να παραδοθούν σε αυτό που φοβούνταν και ποθούσαν περισσότερο.
..Η Ανδρομάχη τους πληροφόρησε ότι με τον ιερέα και τον αγιογράφο είχαν να διευθετήσουν κάποιες μικρές λεπτομέρειες με τις επικείμενες επεξεργασίες στις αγιογραφίες και θα καθυστερούσε. Η εκκλησία τους τελούσε υπό αναπαλαίωση και οι εργασίες ήταν σε εξέλιξη.
Πρότεινε στον Αλκιβιάδη ν' αναλάβει τη μεταφορά της φιλενάδας στο σπίτι της, και θα του τηλεφωνήσει όταν είναι έτοιμη να γυρίσει για να την πάρει.
Η Ναυσικά έλαβε την ευκαιρία πήρε παράμερα την φιλενάδα της το συζήτησαν και άλλαξαν το πλάνο.
«Τα παιδιά μας λείπουν στην έξοχη με τους παππούδες και τις γιαγιάδες εγώ είμαι μόνη στο σπίτι από ότι γνωρίζω το ίδιο και εσείς λοιπόν θα πάμε με τον κούκλο σου σπίτι μου να με βοηθήσει να ετοιμάσουμε το δείπνο, και εσένα μόλις τελειώσετε με τις αγιογραφίες σε φέρνει ο ιερέας. Α και που είσαι, τον καλούμε και αυτόν στο δείπνο.»...
Ο Αλκιβιάδης έμεινε να κοιτάζει τη Ναυσικά με τα μάτια ορθάνοιχτα, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει την ταχύτητα με την οποία το σχέδιο είχε αλλάξει μορφή, μετατρέποντας μια απλή επιστροφή σε μια επικίνδυνα απολαυστική συνωμοσία. 
Η ιδέα να μείνει η Ανδρομάχη πίσω με τον ιερέα ανάμεσα στις σκαλωσιές και τα λιβάνια, ενώ ο ίδιος θα βρισκόταν μόνος στο σπίτι με τη Ναυσικά και με την προοπτική να σκάσει αργότερα και ο παπάς στο τραπέζι,ξεπερνούσε κάθε προσδοκία.
«Με τον ιερέα στο δείπνο;» είπε γελώντας χαμηλά, με μια δόση ευπρόσδεκτης τρέλας στη 
φωνή του. 
«Νομίζω, Ναυσικά μου, ότι απόψε θα αποφασίσουμε να γκρεμίσουμε όχι μόνο τα στεγανά της μονογαμίας, αλλά και το ίδιο το εκκλησιαστικό συμβούλιο!»
Η Ανδρομάχη πλησίασε χαμογελώντας, με το βλέμμα της να κουβαλάει όλη τη φωτιά και τη συνενοχή της στιγμής. Ένα απαλό, υπονοούμενο άγγιγμα στον ώμο του Αλκιβιάδη ήταν αρκετό για να του δώσει το πράσινο φως.
«Ακριβώς αυτό, αγάπη μου» του ψιθύρισε η Ανδρομάχη, γέρνοντας κοντά του. «Άλλωστε, οι άγιοι στις τοιχογραφίες ας κοιτούν αυστηρά από ψηλά, εμείς έχουμε άλλα σχέδια για απόψε. Πήγαινε με τη Ναυσικά, ετοιμάστε τα πράγματα στο σπίτι της, κι εγώ θα τελειώσω εδώ τις τελευταίες  λεπτομέρειες με τον πάτερα και τον αγιογράφο. Μη ανησυχείς, θα τελειώσουμε σύντομα.»
Ο ιερέας τους δήλωσε ότι ευχαρίστως και πρόθυμα θα μεταφέρει αυτός  την Ανδρομάχη στο σπίτι, αλλά ο ίδιος παρά όλο που θα το επιθυμούσε από καρδιάς έχει κάποια ανειλημμένη υποχρέωση απόψε και δεν θα μπορέσει να έλθει στην παρέα τους. Πρότεινε δε μια από τις επόμενες ημέρες να δειπνήσουν όλοι μαζί, είναι καλεσμένοι του.
Ο Αλκιβιάδης άκουσε τα λόγια του ιερέα και ένιωσε ένα παράξενο τσίμπημα, μια μίξη ανακούφισης αλλά και μιας ανεπαίσθητης απογοήτευσης. Η άρνηση του παπά λόγω «ανειλημμένης υποχρέωσης» έδινε στη νύχτα μια εντελώς διαφορετική τροπή, αφήνοντας τις υποψίες και τις κρυφές επιθυμίες να αιωρούνται ακόμα πιο επικίνδυνα στον αέρα.
«Κρίμα, πάτερ...» μουρμούρισε ο Αλκιβιάδης, κοιτάζοντας τον στα μάτια. «Αλλά η πρόσκληση ισχύει για την επόμενη φορά στο υπόσχομαι και θα χαρουμε να σου προσφερουμε ιδιαιτερη περιποίηση ανταξια της επιθυμιας σου.»
Ο ιερέας χαμογέλασε αινιγματικά. «Φίλε μου να μην ξεχνάς πως οι υποσχέσεις δεν πρέπει να μένουν λόγια του αέρα, γι αυτό μην υπόσχεσαι με τόση ευκολία, κοιτάζοντας τον με ένα νόημα που όντως μόνο οι δυο τους μπορούσαν να αποκωδικοποιήσουν, στη συνέχεια έκανε ένα ελαφρύ νεύμα με το κεφάλι και γύρισε αργά το σώμα του, ακολουθώντας την Ανδρομάχη προς το εσωτερικό του ναού. Οι δύο σιλουέτες χάθηκαν πίσω από τη βαριά, ξύλινη πόρτα, αφήνοντας πίσω τους τη μυρωδιά του λιβανιού και μια βαριά, συνωμοτική σιωπή.
Ο Αλκιβιάδης έμεινε για λίγο αμίλητος, να κοιτάζει την κλειστή είσοδο της εκκλησίας. Το μυαλό του βασανιζόταν ακόμα από την κίνηση της Ναυσικάς, τι διάβολο της είχε βάλει κρυφά στο χέρι πριν φύγει; αλλά και από τα λόγια της Ανδρομάχης. «Καλή διασκέδαση κι αν προλάβετε ετοιμάζετε και το δείπνο».
Γύρισε το κεφάλι του προς τη Ναυσικά, η οποία είχε ήδη καθίσει αναπαυτικά στη θέση του συνοδηγού, παρακολουθώντας τον μέσα από το τζάμι με εκείνο το ανήσυχο, σκανδαλιάρικο βλέμμα.
«Λοιπόν, «σύντροφε;» του φώναξε η Ναυσικά, γέρνοντας προς το μέρος του καθώς ο Αλκιβιάδης άνοιγε την πόρτα του οδηγού και καθόταν δίπλα της. «Θα μείνουμε να κοιτάμε τις πόρτες του ναού ή θα πάμε να δούμε τι σημαίνει αυτό το αν «προλάβετε;»
Ο Αλκιβιάδης έβαλε μπρος τη μηχανή, νιώθοντας την ένταση να μεταφέρεται πλέον ολοκληρωτικά μέσα στο κλειστό περιβάλλον του αυτοκινήτου. Η διαδρομή για το σπίτι της Ναυσικάς μόλις ξεκινούσε, και το παιχνίδι των δυο τους ήταν πλέον αναπόφευκτο.
Το αυτοκίνητο κύλησε απαλά έξω από τον προαύλιο χώρο, αφήνοντας πίσω του τη σιωπή του χώροι και τους θολούς προβολείς του ναού. Ο Αλκιβιάδης κρατούσε το τιμόνι με το ένα χέρι, ενώ με την άκρη του ματιού του προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει το ύφος της Ναυσικάς. Εκείνη καθόταν ελαφρά γυρισμένη προς το μέρος του, με την πλάτη ακουμπισμένη στην πόρτα, να τον κοιτάζει επίμονα, σαν να απολάμβανε την απορία του.
«Εντάξει, για λέγε...» έσπασε τη σιωπή ο Αλκιβιάδης, χαμογελώντας στραβά καθώς έστριβε σε έναν πιο σκοτεινό δρόμο. «Τι ήταν αυτό το «αν προλάβετε;» Τι σου έδωσε στην παλάμη, Ναυσικά; Μήπως κανένα σημείωμα με οδηγίες επιβίωσης για το βράδυ;»
Η Ναυσικά έβαλε τα δυνατά της, σκανδαλιάρικα γέλια που γέμισαν την καμπίνα, κάνοντας τους ώμους της να σκιρτήσουν.
«Εσύ τώρα το παίζεις ανήξερος ή όντως σε κόλλησε η αθωότητα του παπά;» του απάντησε κοφτά, γέρνοντας το κεφάλι της με μια κίνηση γεμάτη πρόκληση. «Της έδωσα το «κλειδί» για να περάσει καλά ο ιερέας, αφού τελικά αποφάσισε να μην έρθει στο σπίτι. Ή μήπως πίστευες, αγόρι μου, ότι θα αφήναμε τον Άγιο Πατέρα παραπονεμένο, τη στιγμή που εμείς έχουμε βάλει φωτιά σε ολόκληρο το σύμπαν;»
Ο Αλκιβιάδης τίναξε τα φρύδια του ψηλά, με το χαμόγελό του να παγώνει για ένα δευτερόλεπτο πριν μετατραπεί σε ένα πονηρό, διεστραμμένο γέλιο.
«Δηλαδή θες να μου πεις ότι...»
«Ακριβώς αυτό» τον διέκοψε η Ναυσικά, ακουμπώντας τώρα το χέρι της με τόλμη πάνω στον μηρό του, ακριβώς εκεί που η ένταση δεν είχε κοπάσει ούτε λεπτό. «Η Μάχη ξέρει ακριβώς τι να κάνει. Και τώρα, κούκλε μου, που είμαστε επιτέλους οι δυο μας, άσε τις απορίες και κοίτα να οδηγήσεις γρήγορα. Γιατί το δείπνο μπορεί να αργήσει... αλλά η όρεξη έχει ήδη ανοίξει για τα καλά.».
Καθώς το αυτοκίνητο άφησε πίσω του τον παράδρομο της εκκλησίας και ανέπτυξε ταχύτητα στον ανοιχτό δρόμο, η σιωπή μέσα στην καμπίνα δεν ήταν κενή· ήταν γεμάτη από την πυκνή, ηλεκτρισμένη προσμονή των όσων θα ακολουθούσαν.
Η Ναυσικά δεν έπαιρνε τα μάτια της από πάνω του. Παρατηρούσε το προφίλ του, τα χέρια του που κρατούσαν το τιμόνι με μια σίγουρη,ανδρική χάρη, και το ελαφρύ, αινιγματικό μειδίαμα στα χείλη του. Ήξερε πολύ καλά τι γινόταν μέσα του, γιατί ακριβώς το ίδιο κύμα ζέστης και ανυπομονησίας κυλούσε και στις δικές της φλέβες. Η σύνδεση μεταξύ τους ήταν πλέον τόσο δυνατή, που δεν χρειάζονταν πολλά λόγια· κάθε βλέμμα, κάθε ανάσα ήταν μια σιωπηλή συμφωνία.
«Λίγο ακόμα...» ψιθύρισε η Ναυσικά σχεδόν άηχη, περισσότερο για τον εαυτό της, καθώς η σκέψη της ταξίδευε ήδη στο άδειο σπίτι, στην ασφάλεια των κλειστών θυρών και στη φωτιά που ετοιμάζονταν να βάλουν.
Ο Αλκιβιάδης έστριψε ελαφρά το κεφάλι του, της έδωσε ένα γρήγορο, γεμάτο νόημα βλέμμα και πάτησε λίγο παραπάνω το γκάζι. Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει, και ο δρόμος μπροστά τους φαινόταν σαν ο μοναδικός δρόμος προς την απόλυτη λύτρωση.
...Τότε είναι που η Ναυσικά είχε ένα προσωπικό ξέσπασμα μαζί του.. Οδηγώντας στο δρόμο, 
Η απότομη στροφή στο σκηνικό έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία μέσα στη βραδινή ησυχία του αυτοκινήτου. Η Ναυσικά, που μέχρι πρότινος λίκνιζε τις σκέψεις της σε έναν τόνο αισθησιακής προσμονής, μεταμορφώθηκε σε λίγα δευτερόλεπτα σε έναν χείμαρρο θυμού και συσσωρευμένης πικρίας.
Τα λόγια της χτύπησαν σαν μαστίγιο την καμπίνα. Ο θυμός της, γέννημα της απουσίας, των κλειστών τηλεφώνων και των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, έβγαινε επιτέλους στην επιφάνεια με μια ωμή, 
ανεπεξέργαστη ορμή. Η αίσθηση του «προδομένου» πόθου και της μοναξιάς που έβραζε μέσα της τόσες μέρες ζητούσε εκτόνωση.
Ο Αλκιβιάδης παρέμεινε ακίνητος στο τιμόνι. Το βλέμμα του δεν απομακρύνθηκε από τον σκοτεινό δρόμο, αλλά οι μύες στο σαγόνι του έσφιξαν ελαφρά. Γνώριζε πολύ καλά ότι καμία δικαιολογία δεν θα μπορούσε να απαλύνει τη φωτιά της στιγμής, κι έτσι δεν επιχείρησε καν να μιλήσει ή να διακόψει αυτό το ξέσπασμα που περίμενε, σχεδόν μοιρολατρικά, να ξεσπάσει.
Καθώς η φωνή της Ναυσικάς έσβησε απότομα, άδειασε από ανάσα, η βαριά σιωπή ξαναγύρισε ανάμεσα τους. Το στήθος της ανέβαινε και κατέβαινε γρήγορα από την ένταση, ενώ η προσμονή είχε δώσει τη θέση της σε μια ηλεκτρισμένη αμηχανία, γεμάτη ανείπωτα λόγια.
.Η απολογία του Αλκιβιάδη έμεινε μετέωρη, σαν μια ανοιχτή πληγή που δεν χρειαζόταν πια εξηγήσεις. Η ατμόσφαιρα στην καμπίνα άλλαξε με την ίδια ταχύτητα που η οργή έδινε τη θέση της στην ανυπόμονη, σαρκική επιθυμία. Η σπίθα που έκαιγε ανάμεσά τους από την πρώτη στιγμή δεν είχε σβήσει, απλώς είχε φουντώσει από το ίδιο το ξέσπασμα.
Όταν όμως εκείνος, με την κλασική, διπλωματική του ψυχραιμία, πήγε να γυρίσει τη κουβέντα στην ευγνωμοσύνη, στις χάρες και στις... ξαδέλφες από τη Θεσσαλονίκη, η Ναυσικά ένιωσε ένα κύμα γνήσιου πεισματικού θυμού να την κυριεύει.
«Τόσο κολλημένος είσαι που δεν μπορείς να δεις ερωτικά άλλη γυναίκα;» του πέταξε με μια φωνή γεμάτη πρόκληση και τσαγανό, στραμμένη ολοκληρωτικά πάνω του.
Η απογοήτευση κράτησε ελάχιστα. Η Ναυσικά δεν ήταν από τις γυναίκες που το έβαζαν κάτω. Είχε μάθει στη ζωή της να διεκδικεί ό,τι ποθούσε, και ο Αλκιβιάδης, με εκείνο το μείγμα γοητείας, αμηχανίας και καταπιεσμένου πάθους, ήταν το μεγαλύτερο τρόπαιο της νύχτας. Και το κυριότερο, ήξερε πολύ καλά, πίσω από τις αντιστάσεις και τις διπλωματίες του, πως ούτε εκείνος μπορούσε να της αντισταθεί.
Το αυτοκίνητο συνέχισε την πορεία του μέσα στη νύχτα, με το θερμόμετρο να χτυπάει κόκκινο και τις αποφάσεις να έχουν ήδη παρθεί για το τι θα συνέβαινε μόλις έκλειναν πίσω τους οι πόρτες του σπιτιού.
Η ατμόσφαιρα στην αυλή, μόλις έσβησε η μηχανή του αυτοκινήτου, μύριζε καλοκαιρινή νύχτα, κλειστούς χώρους και μια ανυπόμονη, ασφυκτική ένταση. Τα λόγια της Ναυσικάς, ωμά, αφοπλιστικά και γεμάτα αδιαπραγμάτευτη λαγνεία, είχαν αφήσει βαριά την ανάσα τους να αιωρείται ανάμεσά τους.
Ο Αλκιβιάδης, παρότι προσπαθούσε να κρατήσει την τελευταία γραμμή άμυνας πίσω από τον ρόλο του «φίλου» και τη λογική του οδηγού, ένιωθε το έδαφος κάτω από τα πόδια του να χάνεται. Η αντίσταση στο μυαλό του έδινε αργά αλλά σταθερά τη θέση της στην ίδια την παράδοση.
Καθώς προσπάθησε να αρπαχτεί από τους ταξιδιωτικούς σάκους για να κερδίσει χρόνο και απόσταση, η Ναυσικά δεν του άφησε περιθώρια διαφυγής.
«Άσε κάτω τις τσάντες, Αλκιβιάδη» του είπε με μια φωνή χαμηλή, σχεδόν υπνωτιστική, καθώς έκλεισε την απόσταση που τους χώριζε στην είσοδο της κουζίνας.
Τα χέρια της γλίστρησαν αποφασιστικά στο στήθος του, αγγίζοντας το πουκάμισο του, εκεί ακριβώς που η καρδιά του χτυπούσε μανιασμένα. Το βλέμμα της ήταν φωτιά.
«Δεν ήρθαμε εδώ για να ξεφορτώσουμε αποσκευές... Ήρθαμε για να ξεφορτωθούμε τα ρούχα μας. Και ξέρω πολύ καλά ότι κι εσύ το ίδιο θες.»
«Μη μου το κάνεις αυτό! Η κολλητή σου με άφησε να σε προσέχω!» ψέλλισε με φωνή βραχνή, παλεύοντας απεγνωσμένα με τις τελευταίες του αντιστάσεις.
«Μα όντως με προσέχεις, αγόρι μου...» του απάντησε εκείνη, κάνοντας ένα αργό, λικνιστικό βήμα προς το μέρος του.
Ο πανικός του για την Ανδρομάχη και το ενδεχόμενο να τους «πιάσουν στα πράσα» φάνταζε τώρα σαν ένα αστείο σύννεφο μπροστά στον τυφώνα που τον είχε παρασύρει.
«Ναυσικάααα! Σύνελθε! Θα βρούμε τον μπελά μας! Το ξέρεις ότι σε λίγο έρχεται η φιλενάδα σου;»
Εκείνη γύρισε ελαφρά το κεφάλι, τον κοίταξε με εκείνα τα γλυκά, πονηρά μάτια που έσταζαν πρόκληση, και πλησιάζοντας τον τόσο κοντά ώστε οι θηλές της άγγιξαν το στήθος του μέσα από το πουκάμισό του, του ψιθύρισε.
«Μην ανησυχείς, μωρό μου... έχουμε ώρα ακόμα. Δεν έχεις ιδέα από τον αγιογράφο.»
Ένα πονηρό, απόλυτα σίγουρο χαμόγελο άνθισε στα χείλη της, αφήνοντας τον να υποψιαστεί τι ακριβώς σήμαινε εκείνο το «κλειδί» που είχε δώσει λίγο πριν στην Ανδρομάχη μέσα στο προαύλιο της εκκλησίας. Πριν προλάβει να αρθρώσει άλλη λέξη, τα χέρια της Ναυσικάς ανέβηκαν στον λαιμό του, τράβηξαν τα δικά του ρούχα και τον παρέσυραν στην πρώτη, ανεξέλεγκτη έκρηξη του πάθους τους.
«Αγορίνα μου ο αγιογράφος είναι ένας ακούραστος εργάτης, φοβερά λεπτολόγος, ευγενέστατος αλλά και συνάμα αυστηρός στη δουλειά του με ακρίβεια, και ευαισθησία. Είναι τόσο λεπτολόγος που ελέγχει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Δεν έχω δει άλλον άνθρωπο να αγαπά τόσο τη δουλειά του. Είναι ικανός λοιπόν να τους ξενυχτίσει.»
Καθώς ο Αλκιβιάδης άφησε κάτω τους σάκους και σήκωσε το βλέμμα του, η Ναυσικά δεν του άφησε περιθώριο σκέψης. Με μια κίνηση αργή, υπνωτιστική, έλυσε τη μπλε φούστα με το πλαϊνό σκίσιμο. Το ύφασμα γλίστρησε απαλά στα πόδια της και έπεσε στο πάτωμα, αφήνοντας τη να σταθεί μπροστά του τελείως γυμνή στο πάνω μέρος, φορώντας μόνο το μικρό της βρακί και τα αθλητικά, εκδρομικά παπούτσια με τις κοντές βαμβακερές κάλτσες.
Αυτή η εκπληκτική, παράδοξη αντίθεση η ωμή, φιλήδονη γύμνια των ζουμερών καμπυλών της σε συνδυασμό με την αθώα, σχεδόν εφηβική λεπτομέρεια των παπουτσιών λειτούργησε σαν ηλεκτρικό σοκ.
Το κοριτσίστικο, πονηρό της χαμόγελο και το κορμί της, σμιλεμένο από τον ιδρώτα του γυμναστηρίου και τη φωτιά του πόθου, του έκοψαν την ανάσα. Ο Αλκιβιάδης έμεινε ακίνητος, με το στήθος να ανεβοκατεβαίνει βαριά, νιώθοντας το αίμα του να βράζει σε κάθε του φλέβα, εντελώς ανήμπορος να αντισταθεί σε αυτό το υπερθέαμα.
Αυτή η αποκάλυψη του αμοιβαίου πάθους τους συνήγειρε. Τους αναθέρμανε τον πόθο και τη σωματική έλξη, που από πάντα υπήρχε και αποφάσισαν να ξαναρριχτούν με ορμή σ’ ένα νέο γύρο σεξουαλικής πανδαισίας. Σαν συνέχεια μετά από καιρό από εκείνο το πρώτο βράδυ στο ειδυλλιακό αγροτόσπιτο, με ένα υποχρεωτικό και άκομψο διάλειμμα με υπαιτιότητα του.
«Πάμε μέσα στο κρεβάτι δεν αντέχω άλλο! Tώρα!»
«Όπως θέλετε κυρία.» 
Χωρίς ν’ ανακοπεί η ερωτική τους μέθη κίνησαν αγκαλιασμένοι και περπατούσαν με συνεχή σκουντουφλήματα στο διάδρομο που οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρα της, ενώ είχε αρχίσει να βγάζει τα ρούχα του προκειμένου να σμίξουν τα κορμιά τους το γρηγορότερο δυνατόν.
Το σμίξιμο τους δίχως ενοχές μαρτυρά τα πια κρυφά, τα πιο ανομολόγητα πάθη που κρύβουν βαθιά μέσα τους. όταν ξαφνικά ένα δυνατό παρατεταμένο χειροκρότημα και μια γνώριμη φωνή με μια ομοβροντία από επιδοκιμασίες θαυμασμού δόνησαν την ατμόσφαιρα του σαλονιού.
Η ανατροπή ήταν ακαριαία και απόλυτη. Εκεί που τα κορμιά τους είχαν γίνει ένα πάνω στο κρεβάτι, μέσα σε μια μέθη από ιδρώτα, αναστεναγμούς και ανομολόγητα πάθη, η φωνή της Ανδρομάχης έσπασε τη νύχτα σαν γυαλί.
«Άξιος!, άξιος!, άξιος!.»
Το παρατεταμένο, ειρωνικό και ταυτόχρονα αποθεωτικό της χειροκρότημα αντήχησε στους τοίχους της κρεβατοκάμαρας. Η εικόνα τους γυμνοί, μπλεγμένοι, πιασμένοι επ' αυτοφώρω στη μέση της πιο άγριας περίπτυξης πάγωσε στον χρόνο.
Για λίγα δευτερόλεπτα, μια βαθιά, αποσυμπιεσμένη σιωπή σκέπασε τα πάντα. Ο Αλκιβιάδης έμεινε 
ακίνητος πάνω από τη Ναυσικά, με την ανάσα του κομμένη και τα μάτια του καρφωμένα στην πόρτα, ενώ η Ναυσικά, με τα ξανθοκόκκινα μαλλιά της σκορπισμένα στα μαξιλάρια, προσπαθούσε δήθεν να συνειδητοποιήσει αν αυτό που ζούσε ήταν εφιάλτης ή το πιο τρελό σενάριο που είχαν ποτέ φανταστεί.
Και μετά... άρχισε ο χαμός.
Η Ανδρομάχη, αντί για υστερίες και δάκρυα ζήλιας, ξέσπασε σε ένα ηχηρό, σκανδαλιάρικο γέλιο, κάνοντας μερικά βήματα μέσα στο δωμάτιο, ενώ το βλέμμα της σκανάρει κάθε εκατοστό της γυμνής τους ένωσης με μια αδιάκριτη, σχεδόν ηδονιστική περιέργεια.
«Λοιπόν;» φώναξε η Ανδρομάχη, βάζοντας τα χέρια στη μέση και κοιτάζοντάς τους με τα άλικα χείλη της να σχηματίζουν ένα χαμόγελο γεμάτο φωτιά. «Αυτό ήταν το »ετοιμάζουμε το δείπνο»;  Βλέπω το κύριο πιάτο σερβιρίστηκε νωρίς! Και μάλιστα με περίσσιο ζήλο!»
Ο Αλκιβιάδης, προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια του και να καλύψει όπως-όπως τα ακάλυπτα, τραβήχτηκε πίσω, ενώ η Ναυσικά, ξεπερνώντας θεατρικά το αρχικό σοκ, ανακάθισε στο κρεβάτι με το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει βαριά, προσπαθώντας να δείξει έκπληκτη, κοιτάζοντας την κολλητή της με ένα μείγμα ειρωνικής αμηχανίας και απρόσμενης, προκλητικής σιγουριάς.
«Μάχη...» ψέλλισε ο Αλκιβιάδης με τη φωνή του να προδίδει την απόλυτη τρικυμία. «Πώς... πότε γύρισες; Ο αγιογράφος;»
«Ο αγιογράφος, αγόρι μου, αποδείχθηκε πολύ πιο γρήγορος απ' όσο υπολογίζατε!» είπε η Ανδρομάχη, 
πλησιάζοντας το κρεβάτι και αφήνοντας την τσάντα της να πέσει στο πάτωμα, ενώ τα μάτια της άστραφταν από μια επικίνδυνη, ανείπωτη διάθεση.
«Ή μήπως νομίζατε ότι θα με αφήνατε έξω από τη γιορτή;»
Η ένταση στο δωμάτιο χτύπησε κόκκινο, αλλά όχι από φόβο, από μια νέα, ακόμα πιο εκρηκτική τροπή που μόλις ξεκινούσε.
«Με την φιλενάδα μου γαμιέσαι ρε σάτυρε!! Άτιμε θα σε σκίσω!! Και συ μωρή φιλενάδα γαμιέσαι με τον άνδρα μου, δε σου φτάνουν οι γκόμενοι.. Για κοίτα την πουτάνα απόλαυση! Που να το πω και ποιος να με πιστέψει. Σκρόφα εσύ είσαι έτοιμη να βγεις και στο πεζοδρόμιο…!» Της λέει. 
«Κι εσύ καριόλη δεν ντρέπεσαι να πηδιέσαι με την φιλενάδα μου; Δεν φταις εσύ, η πουτάνα η φιλενάδα μου φταίει που σε παρέσυρε.» Φώναζε και χειρονομούσε μεν, αλλά τουναντίον θα έλεγε ότι του φαίνεται σα να είναι υπερβολικά ήρεμη. Το ξέσπασμα της και οι θεατρικές χειρονομίες της του έμοιαζαν βγαλμένες από ελληνική ταινία παλιάς κοπής.  Οι αντιδράσεις της είχαν μια θεατρικότητα, μια υπερβολή που πρόδιδε την αλήθεια. Η γυναίκα του δεν ήταν έξαλλη. Για τον οξύθυμο και παρορμητικό χαρακτήρα της, ήταν υπερβολικά, ύποπτα ήρεμη.
Τα μάτια της δεν έκαιγαν από γνήσιο θυμό, έλαμπαν από μια πονηρή,δαιμόνια ικανοποίηση. Το στήθος της ανέβαινε και κατέβαινε όχι από την οργή, αλλά από έναν συγκαλυμμένο, σχεδόν ηδονικό παροξυσμό.
Η Ναυσικά, καθισμένη κι εκείνη στα μαξιλάρια, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της κάτω από τις βρισιές της φίλης της.
«Άκουσε να δεις, βρε θεατρίνα...» ψιθύρισε η Ναυσικά με σαρδόνιο ύφος, σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό της. «Αν ήθελες να μπεις κι εσύ στον χορό, αρκούσε να το πεις. Δεν χρειαζόταν να μας στήσεις ολόκληρη παράσταση στην κρεβατοκάμαρα!
Και εγώ τι ήθελες να κάνω βρε φιλενάδα, ήταν κατεπείγουσα η περίπτωση μας, του δείχνω του άνδρα σου πως γίνεται το σωστό γλυφομούνι και το σωστό γαμήσι. Εξάλλου μωρό μου το γνωρίζεις από πρώτο χέρι, οι πουτάνες και οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές, κι εγώ είμαι τόσο άτυχη που και ούτε πουτάνα και ούτε τρελή, τυχαίο;»
Ο Αλκιβιάδης μ' αυτά που άκουγε είχε μείνει άφωνος. Στεκόταν ακίνητος σαν άγαλμα κοιτώντας πότε τη Ναυσικά και πότε την Ανδρομάχη με ένα βλέμμα χαμένο.
Διαισθανόμενη την παγωμάρα του Αλκιβιάδη η Ανδρομάχη, κοιτάει την Ναυσικά με νόημα, και γυρίζει με ένα καυλιάρικο ύφος, και του λέει.
«Κούκλε μου, κοίταξε, εσύ είσαι μοντέρνος άνθρωπος παρότι πουρό (σιγά το πουρό.... ακόμη δεν έκλεισε τα σαράντα) με τα extreme σου όπως μου έχεις διηγηθεί, τις σπουδές σου στην ακαδημία, τις εφηβικές σου παρτούζες τα καλοκαίρια στα Καμένα Βούρλα την εποχή του βασιλιά 'Ιντρις....   θα μας καταλάβεις και δεν θα κομπλάρεις.  Με τη Ναυσικά τα έχουμε βρει στο κρεβάτι τώρα τελευταία.
Κόκαλο ο Αλκιβιάδης!
«Δηλαδή;» Ψελλίζει..  .  
«Δηλαδή, γουστάρουμε και οι δυο μας τρελά και αρέσουμε η μια στην άλλη.  Από το να χαλάσουμε την οικογένεια μας και να μας μείνουν και απωθημένα αποφασίσαμε να τα φτιάξουμε και οι τρεις μαζί!» 
Η αποκάλυψη έπεσε σαν βόμβα, σπάζοντας κάθε προσχηματικό φραγμό που είχε απομείνει. Ο Αλκιβιάδης, ακόμα προσπαθώντας να συνέλθει από την ακαριαία μετάβαση από το θέατρο του υστερικού καβγά στην απόλυτη, ξεδιάντροπη εξομολόγηση, κοιτούσε τις δύο γυναίκες να στέκονται η μία δίπλα στην άλλη, απόλυτα συντονισμένες.
Η Ναυσικά, γυμνή και απροκάλυπτη, χαμογελούσε με μια σιγουριά που δεν άφηνε περιθώριο αμφισβήτησης, ενώ η Ανδρομάχη, με το καυλιάρικο βλέμμα και τη νωχελική της στάση, έμοιαζε να απολαμβάνει κάθε δευτερόλεπτο από το σοκ που του προκαλούσε.
«Για σιγά βρε κορίτσια, για σιγά!» επανέλαβε ο Αλκιβιάδης, προσπαθώντας να βρει τα πατήματα του μέσα στον κυκλώνα. «Τι σημαίνει τα φτιάξουμε και οι τρεις; Ποιος κοιμάται με ποιόν και πότε;»
Η Ανδρομάχη έκανε μερικά αργά βήματα προς το μέρος του, αφήνοντας την εσάρπα της να γλιστρήσει από τους ώμους της, ενώ η Ναυσικά ανακάθισε στο κρεβάτι, απλώνοντας το χέρι της προς την κολλητή της.
«Τι πάει να πει ποιος και πότε Αλκιβιάδη μου;» ψιθύρισε η Ανδρομάχη, γέρνοντας πάνω του με τη μυρωδιά του λιβανιού και του αρώματος της να μπλέκονται στον αέρα. 
«Όλοι με όλους. Και κυρίως, τώρα. Δεν υπάρχουν προγράμματα και βάρδιες όταν η φωτιά καίει και τις δυο μας... κι εσύ είσαι στη μέση.»
Η Ναυσικά έβαλε τα δυνατά της γέλια, τραβώντας την Ανδρομάχη από το χέρι προς το στρώμα.
«Άσε τις απορίες για το πρωί, κούκλε μου» πρόσθεσε η Ναυσικά, κοιτάζοντάς τον μέσα από τις ξανθοκόκκινες μπούκλες της. 
«Το μάθημα μόλις άρχισε, και απόψε έχεις δύο δασκάλες.» Η φράση της Ανδρομάχης κρεμάστηκε στον αέρα σαν κεραυνός που άφησε πίσω του εκτυφλωτικό φως και απόλυτη σιωπή. 
Ο Αλκιβιάδης έμεινε ακίνητος, απολύτως «κάγκελο», με το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της. Το μυαλό διευθετούσε τις σκέψεις του προσπαθώντας να χωρέσει την τεράστια, ανατρεπτική πραγματικότητα: οι δύο γυναίκες, οι καλύτερες φίλες, όχι μόνο δεν σκότωναν η μία την άλλη από ζήλια, αλλά είχαν στήσει την πιο άγρια, την πιο απελευθερωμένη φαντασίωση της ζωής του.
Τρίο... τρίγωνο...» Η λέξη αντηχούσε στο κεφάλι του. Ήταν ακριβώς αυτό που χρόνια ολόκληρα κουβαλούσε κρυμμένο στα πιο σκοτεινά, απαγορευμένα συρτάρια του μυαλού του. Εκείνες οι εφηβικές παρτούζες στα Καμένα Βούρλα επί βασιλιά Ίντρις, οι αγριεμένες φαντασιώσεις που έπνιγε επιμελώς πίσω από τον ρόλο του οικογενειάρχη και του σοβαρού συζύγου... μόλις γίνονταν σάρκα και οστά.
Και το πιο τρελό; Τις είχε και τις δύο δικές του, γυμνές, λαδωμένες από τον ιδρώτα του πάθους και εντελώς παραδομένες σε αυτό το πρωτόγνωρο, ηδονικό παιχνίδι.
Η Ναυσικά, βλέποντας την αμηχανία και το σοκ ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, ξέσπασε σε ένα ελαφρύ, προκλητικό γέλιο. Σηκώθηκε ελαφρά στα γόνατα πάνω στο στρώμα, πλησίασε τον Αλκιβιάδη και του έδωσε ένα απαλό, υγρό φιλί στο μάγουλο, ενώ ταυτόχρονα η Ανδρομάχη γλίστρησε από την άλλη πλευρά, ακουμπώντας το γυμνό της στήθος στην πλάτη του.
«Τι έπαθες, κούκλε μου; Σου κόπηκαν τα λόγια;» του ψιθύρισε η Ανδρομάχη στο αυτί, με τη φωνή της να στάζει μέλι και πονηριά. 
«Ή μήπως φοβάσαι ότι δεν θα αντέξεις τη φωτιά και από τις δυο μας;»
«Φόβο... δεν το λες ακριβώς» κατάφερε να ψελλίσει ο Αλκιβιάδης, με τη φωνή του να τρέμει ελαφρά από την υπερένταση και τη δίψα που ξαναφούντωνε στις φλέβες του. 
«Απλά... προσπαθώ να συνειδητοποιήσω αν ζω ή αν ονειρεύομαι.»
«Ε, λοιπόν, ξύπνα επιτέλους» του είπε η Ανδρομάχη, αρπάζοντας τον από το χέρι και τραβώντας τον αποφασιστικά πίσω, στο κέντρο του μεγάλου κρεβατιού, ανάμεσα στα τσαλακωμένα σεντόνια. 
«Γιατί το μάθημα της τριλογίας μόλις τώρα αρχίζει, και ο δάσκαλος έχει πολλή δουλειά απόψε...»
«Όπα Μωρό μου» λέει ο Αλκιβιάδης. «Μετά από δέκα πέντε χρόνια γάμου πολύ προχωρημένη σε 
βρίσκω!»
«Αχ κούκλε μου» του λέει. Το ξέρεις ότι σ' αγαπώ πολύ. Εμείς οι δυο είμαστε ένα μοντέρνο ζευγάρι με απίστευτη σχέση, ανοιχτοί και αποενοχοποιημένοι άνθρωποι σήμερα στα σεξoυαλικά θέματα. Κατανοούμε πως οι άνθρωποι δεν μπορούν να περάσουν όλη τους τη ζωή, κάνοντας έρωτα με έναν μόνο άνθρωπο. Είναι και κρίμα, δηλαδή. Οπότε, δίνουν και παίρνουν τα κρεβατώματα, και σε πολλούς διαφορετικούς συνδυασμούς για να κάνουν παιχνίδι. Αποφασίσαμε λοιπόν εγώ και η Ναυσικά και με τη δική σου συμμετοχή ότι το σεξ θα είναι για εμάς απόλαυση! 
«Μάλιστα!» Δήλωσε ο Αλκιβιάδης κολακευμένος που εκτός τη σύζυγό του θα κουτούπωνε και τη Ναυσικά ένα τέτοιο τεφαρίκι. Λογική από τα κορίτσια τετράγωνη.... ή μάλλον «τρίγωνη».
«Ναυσικά! Μωρό μου! Υπάρχει κανένα ουίσκι Jack Daniels στο σπίτι να το εμπεδώσω.... διπλό το θέλω!.... μην πω «τριπλό»! και είναι και κακή λέξη!».
«Διπλό; Εδώ θα πιεις τριπλό και θα σε τρέχουμε εμείς μετά!» του απάντησε η Ναυσικά με ένα πονηρό, κατακτητικό χαμόγελο, πηδώντας με μια ανάλαφρη κίνηση από το κρεβάτι για να κατευθυνθεί προς το μπαρ του σαλονιού.
Η ατμόσφαιρα στην κρεβατοκάμαρα είχε αλλάξει εντελώς. Ο αρχικός φόβος, η αμηχανία και το σοκ είχαν εξατμιστεί, δίνοντας τη θέση τους σε μια πρωτοφανή, σχεδόν μεθυστική αίσθηση ελευθερίας. Ο Αλκιβιάδης στεκόταν στη μέση του δωματίου, νιώθοντας το βάρος δεκαπέντε ολόκληρων χρόνων συμβατικού γάμου να πέφτει από τους ώμους του σαν ξεφτισμένο παλτό. 
Η ίδια του η γυναίκα, η Ανδρομάχη, του άνοιγε την πόρτα σε έναν κόσμο που μέχρι χθες υπήρχε μόνο στα πιο τολμηρά του όνειρα και μάλιστα με την καλύτερη της φίλη, ένα αψεγάδιαστο, καυτό «τεφαρίκι» που έκαιγε από πόθο.
Η Ανδρομάχη πλησίασε τον Αλκιβιάδη, τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και ακούμπησε το κορμί της στο δικό του, χαϊδεύοντας τον με μια οικειότητα που τώρα είχε αποκτήσει μια εντελώς νέα, απελευθερωμένη διάσταση.
«Είδες, αγάπη μου;» του ψιθύρισε στο αυτί, δαγκώνοντας ελαφρά τον λοβό του. «Η ζωή είναι πολύ μικρή για να περιοριζόμαστε στα στεγανά των άλλων. Και εμείς ξέρουμε πολύ καλά πώς να περνάμε καλά.»
Σε λίγα δευτερόλεπτα, η Ναυσικά επέστρεψε κρατώντας ένα βαρύ ποτήρι με το κεχριμπαρένιο υγρό και μπόλικα κομμάτια πάγου να χτυπούν στα τοιχώματα. Το έδωσε στον Αλκιβιάδη, αλλά αντί να το αφήσει να πιει μόνος του, έσκυψε απαλά, ακούμπησε τα χείλη της στο χείλος του ποτηριού και πήρε 
μια πρώτη, μικρή γουλιά, πριν του το δώσει στο στόμα.
«Πιες, «καπετάνιε» του είπε με μάτια που γυάλιζαν από ηδονή.  «Γιατί απόψε το τριγωνικό μας ταξίδι μόλις ξεκίνησε, και η τρικυμία προβλέπεται άγρια...»
«Αφού το γνωρίζεις αγόρι μου όταν δυο κορίτσια αρχίζουν και κάνουν παιγνίδι, ο άνδρας με το που τις βλέπει φτιάνεται τρελά και μπαίνει και αυτός στο παιχνίδι. Έτσι λοιπόν τόσο εσύ όσο κι εγώ με την 
συνδρομή της Ναυσικάς θα ζούμε μαζί τις μικροπεριπέτειες μας που κατά κάποιο τρόπο θα νοστιμίζουν τη ζωή μας και κύριο μέλημα μας θα είναι, να μη πάθει ζημιά το αγκυροβόλι μας..» λέει η Ανδρομάχη. 
«Άσε που η Ναυσικά είναι αχόρταγη, και μας θέλει και τους δυο στο κρεβάτι» συμπληρώνει. 
«Με κάνετε και κοκκινίζω!» λέει η Ναυσικά. «Είναι κακό που μου αρέσει τόσο;!» Και δώστου γελάκια χαρούμενα. 
«Eσένα Αλκιβιάδη δεν σου αρέσει το τρίο;» Τον ρωτάει.
Το παζλ άρχισε να μπαίνει στη θέση του με χειρουργική ακρίβεια, καθώς το ποτό κατέβαζε τους σφυγμούς και καθάριζε το μυαλό του Αλκιβιάδη. Τα κομμάτια της βραδιάς συνδέθηκαν αβίαστα, σχηματίζοντας μια εικόνα που τον άφησε άφωνο αλλά και βαθιά γοητευμένο.
Τα συνωμοτικά ψιθυρίσματα στο προαύλιο, η κίνηση της Ναυσικάς να γλιστρήσει κάτι στην 
παλάμη της Ανδρομάχης, εκείνο το αινιγματικό «αν προλάβετε, ετοιμάστε και το δείπνο»... όλα έβγαιναν πια απόλυτα νόημα.
Δεν ήταν τυχαία συγκυρία, ούτε κάποιο απρόοπτο γύρισμα της μοίρας. Ήταν μια αριστοτεχνικά στημένη σκηνοθεσία, ένα καλοκουρδισμένο σενάριο με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Οι δύο γυναίκες είχαν οργανώσει τα πάντα πίσω από την πλάτη του με μαεστρία επαγγελματιών. Η Ναυσικά είχε φροντίσει να τον παρασύρει, να τον ανάψει, να τον οδηγήσει στο σπίτι της, ενώ η Ανδρομάχη, η «προδομένη» σύζυγος που δήθεν έπιασε τους δυο τους στα πράσα,  όχι μόνο γνώριζε τα πάντα από την πρώτη στιγμή, αλλά είχε εξασφαλίσει και την πολυπόθητη είσοδο. Της είχε δώσει τα κλειδιά, της είχε δώσει το ελεύθερο!
Η μία γαμιόταν μαζί του και η άλλη έβλεπε ζωντανή, αποκλειστική τσόντα με τον άντρα της πρωταγωνιστή.
Καθώς ο Αλκιβιάδης ένιωθε το αίμα του να ξαναφουντώνει από την αλήθεια αυτής της απίστευτης 
πλεκτάνης, μια απορία του καρφώθηκε στο μυαλό του. 
Πόση ώρα, διάολε, βρισκόταν ήδη μέσα στο σπίτι η Ανδρομάχη πριν αποφασίσει να κάνει την ηχητική και θεατρική της είσοδο; Πόσα από όσα είχαν κάνει στην κουζίνα, στο διάδρομο, στο σαλόνι, είχαν παρακολουθήσει εκείνα τα πονηρά μάτια πριν ακουστεί το πρώτο χειροκρότημα;
Η Ναυσικά, σαν να διάβασε τις σκέψεις του καθώς ο ίδιος στεκόταν με το ποτήρι στο χέρι και το βλέμμα καρφωμένο στο κενό, έβαλε τα γέλια, πλησίασε κοντά του και του έτριψε την πλάτη.
«Τώρα το κατάλαβες, αγόρι μου;» του είπε με μια φωνή που έσταζε πονηριά και προκλητικότητα. «Νόμιζες ότι ήσουν ο μόνος σκηνοθέτης σε αυτή την ιστορία; Για ρώτα τη γυναίκα σου 
πόση ώρα χαζεύει από το διάδρομο πριν αποφασίσει να σου δώσει το σύνθημα για το επόμενο μάθημα...»
«Ρε φιλενάδα.» λέει η Ναυσικά» μου φαίνεται περίεργο γιατί έχεις τέτοια καύλα, για πες μας τι έγινε.
Δεν στο περιποιήθηκε ο ρασοφόρος το μουνάκι σου;  Δεν κάνατε «παιχνίδι» απόψε; Απότιστη κι ανάλλαγη σαν έρημη εκκλησιά σ' άφησε. Δεν στο πότισε το περιβόλι και διαμαρτύρεσαι ότι έχει πάρει φωτιά!» Τη ρώτησε η Ναυσικά.
«Άστα που να σας θα στα λέω φιλενάδα, έχω βγει από τα ρούχα μου με αυτή την ανέραστη κυρά. Αυτή η σιτεμένη η επίτροπος όταν μας μυρίστηκε ότι μείναμε πίσω εγώ και ο ιερέας, μας κουβαλήθηκε δίπλα και μας κόλλησε βδέλλα αγάπη μου. Τι βδέλλα δηλαδή. Σαν μέλι στο σαχάνι κόλλησε. Ανάγκασε τον ιερέα να μας αφήσει νωρίτερα. Για να την ξεφορτωθεί είπε πως είχε επείγουσα συνάντηση με τον επίσκοπο και μας άφησε με την κυράτσα να μιρλιάζει δίπλα μου σαν κλαμένο μουνί.
Και όπως βλέπεις με έφερε νωρίτερα ο αγιογράφος. Να είναι καλά ο χριστιανός.» Τους πληροφόρησε μ' έναν αναστεναγμό.
Ο Αλκιβιάδης άκουγε την Ανδρομάχη να εξιστορεί το στραπάτσο της με την επίτροπο, και το ποτήρι με το Jack Daniels παραλίγο να του πέσει από τα χέρια. 
Η εικόνα του παπά να την εγκαταλείπει άρον-άρον για να γλιτώσει από τη «βδέλλα» της εκκλησίας, αφήνοντας την Ανδρομάχη στα κρύα του λουτρού, του φάνηκε τόσο κωμική που δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Έβαλε τα γέλια, ένα δυνατό, λυτρωτικό γέλιο που έσπασε την τελευταία δόση αμηχανίας στην ατμόσφαιρα.
«Δηλαδή, αγάπη μου...» της είπε ο Αλκιβιάδης, σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάτια του και πλησιάζοντας την με το ποτήρι στο χέρι. 
«Εσύ πήγες για «ιερή εξομολόγηση» και σε έφαγε η τοπική εφορία ηθικής; Σου έτυχε η επίτροπος-
σκιάχτρο και σε άφησε στην ξηρά;»
Η Ανδρομάχη σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της, κάνοντας μια γκριμάτσα απογοήτευσης που γρήγορα έδωσε τη θέση της σε ένα πονηρό, λαίμαργο χαμόγελο, καθώς το βλέμμα της έπεσε πάνω στο γυμνό, 
αψεγάδιαστο κορμί της Ναυσικάς και μετά ξαναγύρισε στον Αλκιβιάδη.
«Άσ' το, λέω σου, μαύρη μοίρα...» του απάντησε η Ανδρομάχη, σηκώνοντας την τσάντα της από το πάτωμα και την έριξε καναπέ λύνοντας ταυτόχρονα με μια κοφτή κίνηση τα κουμπιά από το πουκάμισο της. 
«Αλλά ευτυχώς που ο αγιογράφος με ξεπροβόδισε στα γρήγορα και πρόλαβα τα σπουδαία. Γιατί από ό,τι βλέπω, εδώ μέσα όχι μόνο δεν έχει στεγνώσει κανένα περιβόλι, αλλά έχει πάρει φωτιά ολόκληρος ο παράδεισος!»
Η Ναυσικά, καθισμένη οκλαδόν στο κέντρο του μεγάλου κρεβατιού, άρπαξε ένα μαξιλάρι και το πέταξε γελώντας προς το μέρος της φίλης της.
«Ε, λοιπόν, αφού η εκκλησία σε απογοήτευσε, έλα να σου δείξουμε εμείς τι θα πει «ανάσταση», κορίτσι μου!» της φώναξε η Ναυσικά, τραβώντας την Ανδρομάχη από το χέρι και γκρεμίζοντας την πάνω στα τσαλακωμένα, ζεστά σεντόνια.
Ο Αλκιβιάδης στάθηκε στη μέση του δωματίου, κοιτώντας τις δύο γυναίκες να τυλίγονται η μία στην αγκαλιά της άλλης, έτοιμες να πέσουν πάνω του. Το τριπλό ποτό στο χέρι του έκαιγε το λαιμό του, αλλά η αληθινή φωτιά έκαιγε παντού γύρω του. Η νύχτα μόλις άρχιζε να γράφει ιστορία.
«Στα έλεγα εγώ! Η σιτεμένη βλέπει τον ιερέα μας σαν παίδαρο βαρβάτο, και της γυαλίζει το μάτι γιατί είχε πήξει στην αγαμία. και της έχουν γίνει τα μουνόχειλα σα ξεραμένα σύκα..» Της είπε η Ναυσικά.
«Δίκιο έχεις φιλενάδα, καριόλα πολύ καριόλα γυναίκα αυτή η επίτροπος με αποτέλεσμα εμένα το μουνάκι μου είναι ακόμη νηστικό απόψε και εσείς εδώ βλέπω περνούσατε τις ώρες κάνοντας πολύ καλή παρέα. 
Ο άνδρας μου έκανε ότι μπορούσε για να σε ικανοποιήσει, και εσύ πουτάνα ξέρεις να τρελαίνεις έναν άνδρα και να τον κάνεις να σε θέλει σαν τρελός. Πιστεύω να έχετε όρεξη για ένα γύρο ακόμη. Η καύλα μου είχε χτυπήσει κόκκινο δηλαδή αυτό το αφιόνι το αποψινό πρώτη φορά! Πως να το πω, είμαι σε μια κατάσταση να τα βλέπω μπλε!». 
Η εικόνα της γυναίκας του να ξεστομίζει τέτοιες κουβέντες, με μια ωμή, ακομπλάριστη και σχεδόν άγρια λαγνεία, έκανε τον Αλκιβιάδη να στέκεται σαν απολιθωμένος. 
Η «καλή και τρυφερή» του Ανδρομάχη, η αφοσιωμένη σύντροφος και υποδειγματική μητέρα των παιδιών τους, είχε εξαφανιστεί εντελώς. Στη θέση της στεκόταν μια γυναίκα παραδομένη ολοκληρωτικά στο πάθος, με τα μάτια της να γυαλίζουν από μια ακατανίκητη, αμαρτωλή κάψα.
«Εεειιμην!» μονολόγησε από μέσα του ο Αλκιβιάδης, νιώθοντας ένα ρίγος να διατρέχει τη σπονδυλική του στήλη. Το σοκ έδωσε ακαριαία τη θέση του σε μια πρωτόγονη, ηδονική διέγερση.
Η Ναυσικά, ακούγοντας τις κουβέντες της Ανδρομάχης για το «νηστικό μουνάκι» και την κατάσταση που «τα βλέπει όλα μπλε», έσκασε στα γέλια, ανακαθίζοντας στο στρώμα με το γυμνό της στήθος να 
προβάλλει προκλητικά.
«Ε, τότε τι περιμένεις, βρε λιγούρα;» της φώναξε η Ναυσικά, απλώνοντας το χέρι και τραβώντας την Ανδρομάχη πάνω στο κρεβάτι, δίπλα της. 
«Αφού η επίτροπος σου στέρησε τον παπά, ήρθες στο σωστό καταφύγιο! Ο Αλκιβιάδης έχει ακόμα αποθέματα, κι εγώ δεν έχω σκοπό να σε αφήσω παραπονεμένη!»
Η Ανδρομάχη γλίστρησε δίπλα στη Ναυσικά. Τα δύο γυναικεία σώματα μπλέχτηκαν αμέσως, με τα χέρια τους να περιπλέκονται, να χαϊδεύουν ζεστούς μηρούς, καμπύλες και στήθη, ενώ τα χείλη τους συναντήθηκαν σε ένα βαθύ, υγρό και απαιτητικό φιλί, ακριβώς μπροστά στα μάτια του.
Ο Αλκιβιάδης στον καναπέ στο σαλόνι κλείνοντας τα μάτια κατέβασε μια μεγάλη γουλιά από το Jack Daniels, νιώθοντας το κεχριμπαρένιο υγρό να καίει τον λαιμό του και να σκορπίζει μια γλυκιά ζέστη στα σπλάχνα του. Όμως εκείνο το περίεργο σφίξιμο στο στομάχι επέμενε. Ήταν το άγχος της προσμονής, η ηλεκτρισμένη αγωνία του άντρα που βρίσκεται μπροστά στο πιο τρελό, το πιο απαγορευμένο όνειρο της ζωής του.
«Όχι! Όχι!.. Ότι θα επακολουθήσει και πάλι στην κρεβατοκάμαρα δεν πρέπει να το χάσω!» ψιθύρισε μόνος του μέσα στην ησυχία του σαλονιού, κοιτάζοντας τους παγοκύβους που έλιωναν αργά στο ποτήρι του.
Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή, λες και ήθελε να σπάσει τα πλευρά του. Ένα ξαφνικό, παγωμένο κύμα αμφιβολίας τον χτύπησε σαν αστραπή. 
«Λες να κλείσουν την πόρτα και να με αφήσουν έξω από το χορό τα παλιοκόριτσα; Δεν είναι να σου χτυπάει κάθε μέρα την πόρτα η τύχη, να σου προσφέρει το τζακπότ στο ερωτικό κρεβάτι κι εσύ να λες «μισό λεπτό να απολαύσω το ουίσκι μου!»
Το σώμα του έκαιγε, ο «νεαρός» ανάμεσα στα πόδια του απαιτούσε την άμεση δικαίωσή του, και οι τύψεις είχαν πια εξαφανιστεί εντελώς. Τις ήθελε και τις δύο. Τις ήθελε τώρα.
Έκανε μερικά γρήγορα, αποφασιστικά βήματα στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Καθώς πλησίαζε την το κρεβάτι, οι αναστεναγμοί, τα βαριά ανασαλέματα και ο ψίθυρος από τα γυμνά σώματα που τρίβονταν πάνω στα σεντόνια έφταναν στα αυτιά του σαν την πιο μεθυστική μουσική. Το θέαμα που αντίκρισε στο χαμηλό φως του δωματίου του έκοψε οριστικά την ανάσα.
Με το ποτήρι στο χέρι γλιστράει μέσα στο δωμάτιο ακροπατώντας σαν τη γάτα και στέκεται μπροστά στο κρεβάτι. Δεν νομίζει να αντιλήφθηκαν ούτε την απουσία του ούτε την παρουσία του καθώς οι δυο φιλενάδες έχουν παρασυρθεί και πάλι σε ερωτικές περιπτύξεις γυμνές στο κρεβάτι. Το βλέμμα του είχε κολλήσει πάνω στα γυμνά κορμιά τους σαν να ‘ταν μαγνήτης.
....Καθώς η ώρα του δείπνου είχε πάει περίπατο, τα κορίτσια ξαναγίνονταν νοικοκυροπούλες, πήγαν στην κουζίνα να ετοιμάσουν κάτι πρόχειρο να δειπνίσουν.
Ο Αλκιβιάδης, καθισμένος σε μια καρέκλα στην κουζίνα με το ποτήρι ακόμα στο χέρι,παρακολουθούσε τις δύο γυναίκες να κινούνται γυμνές και ανάλαφρες ανάμεσα στον πάγκο, τα πιάτα και το ψυγείο. Η εικόνα τους, να ετοιμάζουν κάτι πρόχειρο να τσιμπήσουν με την ίδια φυσικότητα που πριν από λίγο παραδίδονταν στο απόλυτο πάθος, είχε μια αλλόκοτη, σχεδόν σουρεαλιστική ομορφιά.
Όμως, το μυαλό του, ακούραστο και αναλυτικό, είχε αρχίσει να υπολογίζει εξισώσεις και πιθανότητες.
«Οι αριθμοί δεν λένε ποτέ ψέματα...» μουρμούριζε από μέσα του, νιώθοντας το Jack Daniels να γλιστράει στον λαιμό του.
Εκείνη η στατιστική που είχε διαβάσει κάπου για το τριάντα πέντε τοις εκατό των γυναικών και την 
απιστία, τον βασάνιζε με έναν περίεργο, μαθηματικό τρόπο. Αν οι μισές έλεγαν ψέματα στις έρευνες, τότε πιστές έμεναν μόλις το δεκαοκτώ τα εκατό. Κι αυτό το δεκαοκτώ τα εκατό, σκέφτηκε, πρέπει να αποτελείται είτε από άσχημες, είτε από θεοσεβούμενες που τρέμουν την κόλαση.
Έριξε μια ματιά στην Ανδρομάχη. Η σύζυγός του ήταν πράγματι γυναίκα βαθιά θρησκευόμενη, πήγαινε τακτικά στην εκκλησία, νήστευε αυστηρά τις Τετάρτες και τις Παρασκευές, κι ας είχε μόλις πριν από λίγο αναστατώσει ολόκληρη την ενορία με τον παπά και την επίτροπο!
Άσχημη όμως; Κάθε άλλο. Η Ανδρομάχη ήταν από τις γυναίκες που έκαιγαν καρδιές. Το είδος της γκόμενας που όταν έμπαινε σε ένα χώρο, οι άντρες ξεχνούσαν τι έλεγαν και τα κεφάλια γύριζαν αυτόματα προς το μέρος της. Μια γυναίκα που μπορούσε να κολάσει ακόμα και τον πιο άγιο άνθρωπο.
Τότε θυμήθηκε τα λόγια του παππού του, από τα χρόνια της πρώτης του εφηβείας. Ο σοφός γέροντας του έλεγε συχνά, κουνώντας το κεφάλι με νόημα.
«Γιε μου, ο έρωτας της γυναίκας είναι σαν τ΄ Απριλιού το χιόνι... Πρωί πρωί απλώνεται, το μεσημέρι λιώνει.»
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε πικρά μέσα στη σιωπή του. Τελικά, ο παππούς είχε δίκιο ή μήπως η αποψινή νύχτα αποδείκνυε πως το χιόνι του Απρίλη μπορούσε να γίνει ηφαιστειακή λάβα;
Η Ναυσικά, γυρίζοντας από τον πάγκο κρατώντας μια πιατέλα με τυριά και ελιές, είδε το αφηρημένο, σκεφτικό του βλέμμα.
«Πού ταξιδεύει το μυαλό σου, σοφέ μου;» του είπε με ένα χαμόγελο γεμάτο υποσχέσεις, αφήνοντας την πιατέλα στο τραπέζι και σκύβοντας πάνω του. «Ακόμα κάνεις υπολογισμούς ή είσαι έτοιμος να φας και να περάσουμε στο κυρίως θέμα;»
«Ααα!, την πονηρή αλεπού,» σκεφτόταν μεγαλόφωνα ο Αλκιβιαδης «Τον γλυκό μου και μελιστάλαχτο ρασοφόρο, μου έκανε και τον κολλητό ο μπάσταρδος. Ο θεομπαίχτης.
Αλά έλα όμως που τον αγαπώ πάντα σαν φίλο και σαν αδελφό μου τον μπαγάσα και η φαντασίωση να σκέφτομαι ότι η Ανδρομάχη μου θα μπορούσε να κάνει σεξ μαζί του ήταν μια ερωτική εμπειρία που δεν είχε φανταστεί μέχρι τότε αλλά περίεργα ένιωθε αυτή την πτυχή της σεξουαλικής ζωής της πολύ πιο ανώδυνα από όσο μπορούσε να φανταστεί.
«Τα πέντε χρόνια στο κρεβάτι, που λένε για το φίλο τα έκανε σκάρτα πέντε μήνες ο καυλιάρης ιερέας......!!!
Βέβαια εδώ που τα λέμε έχει κι ένα δίκιο.
Όταν η σκρόφα σου κουνάει τα οπίσθια... «κόλαση» προκαλώντας σου, αλλεπάλληλες σεισμικές δονήσεις και ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης να 'σαι, θα σε στείλει από τον Παράδεισο στην Κόλαση!!!.»
Η τελευταία φράση του Αλκιβιάδη έσπασε τη σιωπή της κουζίνας, σκορπίζοντας ένα ξαφνικό, λυτρωτικό γέλιο. Η αποκάλυψη ότι ο ίδιος είχε όχι απλώς ανεχτεί, αλλά ενδόμυχα ποθήσει την ιδέα της γυναίκας του με τον παπά με τον «μελιστάλαχτο ρασοφόρο» και «θεομπαίχτη» αποδείχθηκε το αποκορύφωμα της ελευθερίας τους.
«Να τα μας!» του πέταξε η Ναυσικά γελώντας, καθώς άπλωνε τις φέτες τυριού στην πιατέλα. «Τελικά ούτε κι εσύ πας πίσω σε αμαρτωλές σκέψεις! Τόση ώρα το έπαιζες δύσκολος, και τελικά ονειρευόσουν τη γυναίκα σου στα ράσα του παπά!»
Η Ανδρομάχη, καθισμένη στον πάγκο με τα πόδια της σταυρωμένα, τον κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο πονηριά και τρυφερότητα, ενώ τα λόγια του για τον Όσιο Συμεών τον Στυλίτη της θύμισαν ακριβώς τι είχε συμβεί λίγο πριν στο προαύλιο.
«Είδες, αγάπη μου;» του είπε η Ανδρομάχη, δαγκώνοντας μια ελιά. «Όταν η σκρόφα όπως λες, βάζει μπροστά τα όπλα της, δεν σώζεται ούτε ο Στυλίτης στον κίονα! Τι να κάνει κι ο ιερέας; Άνθρωπος κι εκείνος, με σάρκα και οστά, όχι πέτρα.»
Ο Αλκιβιάδης κούνησε το κεφάλι του, νιώθοντας μια απίστευτη λύτρωση να τον κατακλύζει. Τα πέντε χρόνια της μουδιασμένης, προβλέψιμης ρουτίνας είχαν εξαφανιστεί δια μιας. Μπροστά του είχε δύο γυναίκες που δεν φοβούνταν να τσαλακωθούν, να πουν τα πράγματα με το όνομα τους και να γκρεμίσουν κάθε στεγανό.
«Άντε λοιπόν» είπε ο Αλκιβιάδης, σηκώνοντας ξανά το ποτήρι του με το Jack Daniels και κοιτάζοντας τες και τις δύο κατάματα, με το βλέμμα του να φλογίζεται από νέα επιθυμία. 
«Αφού οι Άγιοι κατεβαίνουν από τους στύλους και οι παπάδες το σκάνε από τις επίτροπους, ας μην αφήσουμε τον παράδεισο να περιμένει άλλο. Ποιος κερδίζει τον επόμενο γύρο;»
Η ιδέα έσκασε στο μυαλό του σαν κεραυνός εν αιθρία, φωτίζοντας σκοτεινές γωνιές του μυαλού του που ποτέ δεν είχε τολμήσει να εξερευνήσει. Να πηδήξει τον ρασοφόρο; Τον κολλητό του, τον «θεομπαίχτη» ιερέα που το έπαιζε υπεράνω; Η σκέψη και μόνο είχε κάτι το αποτρόπαια γοητευτικό, μια αλήτικη, επικίνδυνη πρόκληση που φλέρταρε ανοιχτά με την απόλυτη υπέρβαση.
Δεν ήταν θέμα εκδίκησης, άλλωστε, όπως ήξερε καλά, στον πόλεμο των παθών κανείς δεν κερδίζει, 
απλώς καθυστερεί την ήττα του. Ήταν η ίδια η αύρα της αμαρτίας, εκείνη η εύφλεκτη, υπόγεια ένταση που έκρυβε ο παπάς πίσω από τα ράσα του, που τον καλούσε να βάλει τη σπίθα. 
Θυμήθηκε τις λεπτομέρειες από τις τελευταίες τους συναντήσεις, τα αθώα, τυχόντα «τυχαία» παρατριψίματα, τα βλέμματα που κρατούσαν λίγο παραπάνω, τα υπονοούμενα που κρέμονταν στον αέρα. Ο κώλος του ρασοφόρου, αποδεικνυόταν, ζητούσε εδώ και καιρό αυτό ακριβώς το βήμα.
Η αναπνοή του Αλκιβιάδη βαραίνει. Το ποτήρι με το Jack Daniels ακουμπάει στον πάγκο με έναν ξερό, αποφασιστικό ήχο. Οι αμφιταλαντεύσεις και οι δισταγμοί γκρεμίζονται μέσα σε δευτερόλεπτα κάτω από το βάρος της πρωτοφανούς διέγερσης.
Η ανάμνηση με εκείνες τις κουβέντες του ρασοφόρου να του μιλά με μια σχεδόν κυνική, απελευθερωμένη φιλοσοφία για τις σχέσεις και τους άντρες, ενώ την ίδια στιγμή το σώμα του τριβόταν πάνω του, λειτούργησε σαν τελική σπίθα σε ένα ήδη πυρακτωμένο σκηνικό. Ο Αλκιβιάδης ένιωσε το μυαλό του να καθαρίζει από κάθε περιττό δισταγμό. Όλα όσα φάνταζαν μέχρι χθες ταμπού, τώρα έπαιρναν τη θέση τους σε ένα νέο, αχαλίνωτο μωσαϊκό απολαύσεων.
Γύρισε αργά το κεφάλι του από την κουζίνα προς την κρεβατοκάμαρα. Εκεί, κάτω από το χαμηλό, ζεστό φως, η Ανδρομάχη και η Ναυσικά τον περίμεναν σαν δύο αρχαίες ιέρειες του πάθους, τυλιγμένες η μία στην αγκαλιά της άλλης, έτοιμες να τον καταπιούν.
Είναι αργά για δεύτερες σκέψεις... σκέφτηκε, νιώθοντας το αίμα του να βράζει σε κάθε του φλέβα.
Αυτή η νύχτα, τόσο παράξενη, ανατρεπτική και γεμάτη πρωτόγνωρες ερωτικές συγκινήσεις με την πρώτη τους τριγωνική συνεύρεση, δεν ήταν παρά η αρχή. Ήταν η εκκίνηση για ένα εξαίσιο, απίστευτο γαϊτανάκι από κρυφές φαντασιώσεις, τολμηρά παιχνίδια και απελευθερωμένες επιθυμίες που μόλις άρχιζαν να ξεδιπλώνονται.
Με αργά, σταθερά βήματα, άφησε πίσω του τις σκέψεις και επέστρεψε στο δωμάτιο. Η Ναυσικά σήκωσε το βλέμμα της, του χαμογέλασε πονηρά και του άνοιξε χώρο στα τσαλακωμένα σεντόνια, ενώ η Ανδρομάχη τέντωσε τα χέρια της για να τον τραβήξει στην αγκαλιά της. Ο κύβος είχε  οριστικά ριφθεί, το παιχνίδι μόλις άναβε για τα καλά.
Ήταν η Ναυσικά που τον ξύπνησε και πάλι από τις σκέψεις του.
«Τι θωρείς ακίνητος πού τρέχει ο λογισμός σου; Τι στέκεις έτσι άφωνος, μες την αχλή γερμένος; Τι συλλογιέσαι;»
«Ότι τα κεράσια και οι φράουλες που φάγατε κάνουν το μουνί της γυναίκας να έχει υπέροχη γεύση.» Σχολίασε αυτός.
«Κούκλε μου αυτό ήταν η προθέρμανση. Ετοιμάσου για την πιο σεξουαλική, παθιασμένη ερωτική υπόλοιπη βραδιά μωράκι μου. Για καυτές στιγμές έντονου πάθους με την σύντροφο σου και την φιλενάδα της.» Τον προετοιμάζει για τη συνέχεια η σύντροφος του.
«Κορίτσια τάιμ άουτ. Εγώ είμαι μέχρι το βήμα 3 στην κλίμακα του 5...... Για παραπάνω, σβήνουμε τα φώτα και πάμε για ύπνο»
«Δηλαδή;» ρώτησαν και οι δύο με μια φωνή, γέρνοντας ταυτόχρονα προς το μέρος του, με τα μάτια τους να αστράφτουν από μια μίξη απορίας, προκλητικής περιέργειας και ανυπομονησίας.
Ο Αλκιβιάδης στάθηκε απέναντί τους, με το ποτήρι του Jack Daniels άδειο πια στο χέρι, αφήνοντας το βλέμμα του να περιπλανηθεί στα γυμνά, ιδρωμένα κορμιά τους. Η ατμόσφαιρα στην κρεβατοκάμαρα έκαιγε, αλλά εκείνος, με ένα πονηρό, αινιγματικό χαμόγελο στα χείλη, αποφάσισε να παίξει λίγο ακόμα με την υπομονή τους.
«Δηλαδή, αγάπες μου...» άρχισε να λέει με αργή, μεστή φωνή, κάνοντας ένα βήμα προς το κρεβάτι, «το βήμα 1 ήταν η θεωρία και οι αποκαλύψεις. Το βήμα 2 ήταν η προθέρμανση που μου τάιζες 
κεράσια και φράουλες Ναυσικά, και το βήμα 3 ήταν αυτό που μόλις ζήσαμε  να σας βλέπω να προσφέρετε η μία στην άλλη αυτό που σας στέρησε ο ιερέας και η επίτροπος!»
Έκανε μια μικρή παύση, κοιτάζοντας πρώτα την Ανδρομάχη και μετά τη Ναυσικά, οι οποίες ανακάθισαν στα μαξιλάρια περιμένοντας τη συνέχεια.
«Το βήμα 4 και το βήμα 5 όμως...» συνέχισε χαμογελώντας σκανδαλιάρικα, «απαιτούν πλήρη αφοσίωση, αντοχές πρωταθλητισμού και μηδενικές αναστολές. Και επειδή εγώ δεν έχω σκοπό να σβήσω κανένα φως, ούτε να πάω για ύπνο πριν σας δω και τις δύο να παραδίνεστε ολοκληρωτικά, απλώς σας προειδοποιώ: αν περάσουμε το βήμα 3, δεν έχει γυρισμό!»
Η Ανδρομάχη ξέσπασε σε ένα δυνατό, ερωτικό γέλιο, ενώ η Ναυσικά άπλωσε το χέρι της, τον άρπαξε από τη μέση και τον τράβηξε με ορμή πάνω στο στρώμα, ανάμεσα τους.
«Άσε τις κλίμακες και τα μαθηματικά, Αλκιβιάδη!» του ψιθύρισε η Ανδρομάχη στο αυτί, ενώ τα χείλη 
της άρχισαν να κατεβαίνουν στον λαιμό του. «Απόψε θα πάμε μέχρι το 10, κι ας μην κοιμηθούμε ποτέ...»
«Κορίτσια μου γλυκά, εγώ είμαι Πρωτότοκος υιός και σ' αυτό το βαθμό της κλίμακας μόνο ο τριτότοκος υιός ανταποκρινεται.»
«Δηλαδη;» του εκφράζουν την απορια τους μην καταλαβαίνοντας τι ακριβώς εννοεί.
Και τους λέει μια ιστορία, μ' ένα χωρικό με τρεις γιους, μια αγελάδα, ένα ποτάμι και μία νεράιδα του ποταμού.....
Η Ναυσικά κυλιόταν πάνω στα μαξιλάρια, πιάνοντας την κοιλιά της και μη μπορώντας να σταματήσει τα γέλια από την απρόσμενη ανατροπή του Αλκιβιάδη, ενώ η Ανδρομάχη τον κοίταζε με τα μάτια της να δακρύζουν από τη γλύκα και την ευθυμία, κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι της.
«Εσύ, ρε μπαγάσα...» του είπε λαχανιασμένη από τα γέλια η Ανδρομάχη, σκουπίζοντας μια δάκρυα από την άκρη του ματιού της. «Εκεί που πας να μας φέρεις στα βαθιά, το γυρνάς στην παράδοση και στα παραμύθια του χωριού!»
Ο Αλκιβιάδης χαμογελούσε πονηρά, απολαμβάνοντας τη στιγμή, περήφανος για την κορυφαία ατάκα του που είχε διαλύσει την παραμικρή σκιά σοβαρότητας.
«Μα, ψέματα λέω;» απάντησε σηκώνοντας τα χέρια ψηλά, με το ύφος του ανθρώπου που υπερασπίζεται μια αδιαπραγμάτευτη αλήθεια. 
«Ο τριτότοκος πάντα είχε την ειδικότητα στα δύσκολα καθήκοντα και στις ανορθόδοξες αποστολές. Ο πρωτότοκος είναι για τα σοβαρά, για τα κτήματα, τα συμβόλαια και την τάξη!»
«Είδες;» συμπλήρωσε η Ανδρομάχη με ένα πονηρό, λαμπερό χαμόγελο, κατεβάζοντας τα χέρια της στον μηρό του. «Ο τρίτος αδερφός είχε το μυαλό του παντού αλλού, εκτός από το καημένο το ζωντανό! Αλλά εσύ, Αλκιβιάδη μου, δεν έχεις ούτε αγελάδες να σε απασχολούν, ούτε νεράιδες να σε δοκιμάζουν... Έχεις εμάς τις δύο εδώ, έτοιμες να σε ξεζουμίσουν χωρίς χρονικά όρια και χωρίς μετρήσεις!»
Η ατμόσφαιρα έγινε ξανά ηλεκτρική. Το αστείο λειτούργησε σαν η τέλεια σπίθα για να σπάσει και η τελευταία επιφύλαξη, ενδυναμώνοντας το αχαλίνωτο κλίμα της βραδιάς.
«Λοιπόν, αφού τελειώσαμε με τα παραμύθια του χωριού» ψιθύρισε η Ναυσικά, σκύβοντας πάνω του και αγγίζοντας τον με αργές, προκλητικές κινήσεις, «για να δούμε... εσύ πόσες φορές αντέχεις πριν ρωτήσεις για την αγελάδα;»
.Γέλασαν και οι δυο τους, γέλασε κι αυτός. «Ουφ.... ούτε εγώ είμαι σίγουρος πως θα καταφέρω ν' αντεπεξέλθω να ικανοποιήσω τις προσδοκίες σας» Τους τόνισε.
«Για να τα λέμε όλα μεταξύ μας, γλυκέ μου διάβολε...» είπε η Ανδρομάχη, με βλέμμα λάγνο και πονηρό, «μην ανησυχείς καθόλου για τις επιδόσεις σου. Οι αριθμοί μπορεί να λένε τα δικά τους, αλλά εγώ ξέρω ακριβώς τι πιάνουν τα χέρια σου και όχι μόνο τα χέρια σου, από πρώτο χέρι!»
Η Ναυσικά έσκασε στα γέλια, δαγκώνοντας ένα κομμάτι τυρί, και του έριξε μια ματιά γεμάτη νόημα.
 «Άκουσε τη γυναίκα σου, Αλκιβιάδη» του είπε η Ναυσικά, γέρνοντας στον ώμο του. «Εκείνη ξέρει καλύτερα από όλους. Και όσο για την τέταρτη... εσύ απλώς ετοιμάσου, γιατί η φιλενάδα της είναι εδώ και σε περιμένει πώς και πώς!»
...Τελικά υπήρχε μια καθαρή σεξουαλική χημεία, λες και ήταν φτιαγμένοι οι τρεις τους για να 
ικανοποιεί ο ένας τον άλλον... Τα κορίτσια παίρνοντας μερικές ανάσες και σε χαλαρή διάθεση σχολιάζουν για όλα όσα συνέβησαν πρόσφατα.
«Μωρή φιλενάδα αν δει τον κώλο σου έτσι που στον έχει ανοίξει ο ρασοφόρος τι του λες; Αλήθεια γιατί του φουκαρά του Αλκιβιάδη δεν του δίνεις κώλο;»
Η ατάκα έσκασε στον αέρα σαν κεραυνός, αφήνοντας τον Αλκιβιάδη, με το στόμα ανοιχτό. Το Jack Daniels παραλίγο να του γυρίσει στον λαιμό από το ξαφνικό σοκ.
«Τι διάολο ακούνε τα αφτιά μου;» σκέφτηκε, με τα μάτια του να γουρλώνουν.
Η Ναυσικά, ήδη γυμνή και προκλητική καθώς άπλωσε το κορμί της στο κρεβάτι, είχε πετάξει τη βόμβα με τη μεγαλύτερη φυσικότητα του κόσμου, ρωτώντας την Ανδρομάχη ευθέως αν «δίνει κώλο» στο ρασοφόρο γιατί δεν κάνει το ίδιο και στον νόμιμο σύζυγό της!
Η Ανδρομάχη σταμάτησε απότομα μπροστά στο κρεβάτι, γύρισε προς τη Ναυσικά με ύφος δήθεν σοκαρισμένο αλλά ταυτόχρονα παιχνιδιάρικο, και της απάντησε σχεδόν αγανακτημένη.
«Τρελή είσαι κορίτσι μου; Δίνουμε στο στεφάνι μας κώλο; Εσύ έδινες; Τι θέλεις να μας περνάνε για 
πουτάνες;»
Ο Αλκιβιάδης στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας, ακουμπώντας το χέρι στο ξύλινο κάσα, προσπαθώντας να συνδυάσει αυτά τα «συντηρητικά» όρια της Ανδρομάχης που μόλις πριν από λίγο συμμετείχε σε οργιαστικές φαντασιώσεις και τριπλά σχέδια με την απόλυτη αθυροστομία της.
«Για κάτσε ρε κορίτσια...» είπε ο Αλκιβιάδης, με ένα πονηρό, πλατύ χαμόγελο, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. «Δηλαδή τριπλό, παρτούζες, εξομολογήσεις για τον παπά και ελευθεριάζουσες θεωρίες ναι, αλλά στον νόμιμο σύζυγο υπάρχει ταμπού στα οπίσθια; Στην εποχή του βασιλιά Ίντρις στα Καμένα Βούρλα τέτοια πράγματα δεν γίνονταν!»
Η Ναυσικά έβαλε τα δυνατά της γέλια, έπεσε ανάσκελα στα σεντόνια και τράβηξε την Ανδρομάχη κάτω μαζί της, χτυπώντας τα πόδια της από την ευχαρίστηση.
«Άκουσε τον άντρα σου, μωρή!» φώναξε η Ναυσικά λαχανιασμένη από τα γέλια. «Ο άνθρωπος είναι ανοιχτόμυαλος, σπουδαίος στην ακαδημία των Καμένων Βούρλων έχει σπουδάσει, και εσύ του κάνεις κράτηση στα καλύτερα! Για δες τον, που θέλει και τα βασιλικά προνόμια του ρασοφόρου!»
Η Ανδρομάχη κοίταξε τον Αλκιβιάδη, δαγκώνοντας το κάτω χείλος της, με τα μάτια της να πετούν σπίθες μέσα στη χαμηλή φωταψία του δωματίου. Το παιχνίδι είχε περάσει σε άλλο επίπεδο, και η βραδιά υποσχόταν να σπάσει κάθε προηγούμενο ταμπού.

Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι
 
Web Informer Button