ADS

click to open

Slider

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

H Kleopatra

«Το παρών είναι Ερωτική Μυθοπλασία ..... Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1)
.....Η Εριφύλη άρχισε να αντιλαμβάνεται πως, αν ποτέ αποφάσιζε να περάσει τα όρια της συζυγικής της ζωής, δεν θα επρόκειτο απλώς για μια ερωτική περιπέτεια. Θα έμπαινε σε έναν κόσμο μυστικών, διπλών ρόλων και δύσκολων ισορροπιών.
Δεν ήθελε έναν δεύτερο σύζυγο. Δεν αναζητούσε αντικαταστάτη του Νικηφόρου.
Αν αυτό που ένιωθε για τον Αδάμαντα ήταν πράγματι μόνο μια έντονη ερωτική έλξη, τότε αυτό ακριβώς ήταν που την τρόμαζε. Η επιθυμία να παραμείνει μόνο αυτό και να μην εξελιχθεί σε κάτι που θα μπορούσε να ανατρέψει ολόκληρη τη ζωή της.
Δεν ήθελε να μπλέξει συναισθήματα, υποσχέσεις και προσδοκίες. Ήθελε, αν ποτέ έφτανε μέχρι εκεί, να προστατεύσει πρώτα απ' όλα όσα ήδη αγαπούσε.
Κι όμως, εκείνο το βλέμμα του Αδάμαντα εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί, επίμονο, σαν μια μικρή σπίθα που αρνιόταν να σβήσει.
Οι σκέψεις της Εριφύλης άρχισαν να βρίσκουν, σχεδόν απρόσμενα, ένα στήριγμα σε μια γυναίκα που γνώριζε από τις παρέες τους. Την Κλεοπάτρα. Δεν ήθελε, όμως, να γίνει οδηγός ακροβασίας. Κι η ζωή της δεν ήταν σχοινί πάνω από το κενό, για να δοκιμάσει πόσο καλά μπορούσε να ισορροπήσει.
Η Κλεοπάτρα! Ήταν γύρω στα τριάντα, μια εντυπωσιακή, πληθωρική γυναίκα με καμπύλες, σκέρτσο κι εκείνο το παιχνιδιάρικο νάζι που τραβούσε αμέσως τα βλέμματα. Είχε μια έντονη, αισθησιακή παρουσία και δεν προσπαθούσε ιδιαίτερα να την κρύψει.
Η Εριφύλη, άλλωστε, πίστευε πως υπήρχε κάτι ακαταμάχητα θηλυκό σε μια γυναίκα που δεν φοβάται τις καμπύλες της, αλλά τις αναδεικνύει με αυτοπεποίθηση.
Στα συνηθισμένα κουτσομπολιά της γυναικείας παρέας, εκεί όπου τα υπονοούμενα μπλέκονται με τις μπηχτές κι η αλήθεια συνοδεύεται συχνά από μια γενναία δόση υπερβολής, η Εριφύλη είχε ακούσει πως η Κλεοπάτρα, ακόμη και μετά τον γάμο της, είχε γνωρίσει κι άλλους άντρες.Το θέμα είχε συζητηθεί περισσότερες από μία φορές. Κανείς δεν φαινόταν να το αμφισβητεί, αν και η Εριφύλη γνώριζε πολύ καλά πως στα κοινωνικά πηγαδάκια η φήμη αποκτά γρήγορα τη δική της αυτόνομη ζωή.
Παρόλα αυτά, όσο άκουγε τις ιστορίες για τα ερωτικά «κατορθώματα» της Κλεοπάτρας, ένιωθε μέσα της κάτι που δυσκολευόταν να παραδεχτεί ακόμη και στον ίδιο της τον εαυτό.
Τη ζήλευε. Όχι για τους άντρες, για το θάρρος της. Για την ελευθερία με την οποία, τουλάχιστον όπως παρουσιαζόταν στις ιστορίες των άλλων, επέτρεπε στον εαυτό της να διεκδικεί αυτό που επιθυμούσε.
«Γυναίκα ναυτικού κι αυτή…» σκέφτηκε η Εριφύλη. «Ξέρει καλά τι σημαίνει απουσία. Κι από τη στιγμή που έγινε η αρχή, μάλλον δεν υπάρχει γυρισμός…»
Σταμάτησε για λίγο. Ύστερα χαμογέλασε πικρά.
«Τίποτα δεν εμψυχώνει τόσο όσο το πρώτο παραστράτημα που μένει ατιμώρητο. Έτσι λένε, τουλάχιστον…»
Θυμήθηκε μερικές από τις φαρμακερές ατάκες που είχε ακούσει στις παρέες, πως τα σεντόνια της Κλεοπάτρας δεν προλάβαιναν να κρυώσουν, πως ήξερε να κρατά το ενδιαφέρον των αντρών αμείωτο, πως είχε ζήσει περισσότερα απ' όσα θα τολμούσαν να ομολογήσουν οι περισσότερες γυναίκες.
Και τότε η Εριφύλη ένιωσε ένα μικρό ρίγος να τη διαπερνά.
«Μωρέ, καλά κάνει…» σκέφτηκε. «Όχι σαν εμένα, που έχω μαραζώσει απότιστη. Σε λίγο θα στεγνώσω τελείως…»
Η σκέψη αυτή την έκανε να ανατριχιάσει. Τράβηξε ασυναίσθητα το δροσερό μπουρνούζι πάνω της, σαν να προσπαθούσε να κρυφτεί μέσα του, όχι από κάποιον άλλον, αλλά από τις ίδιες της τις σκέψεις.
Γιατί τώρα καταλάβαινε κάτι που την ανησυχούσε πολύ περισσότερο από τις φήμες για την Κλεοπάτρα. Δεν την ενδιέφερε απλώς να ακούει. Άρχιζε να συγκρίνει.
Και κάθε φορά που συνέκρινε, η δική της καταπιεσμένη επιθυμία αποκτούσε λίγο περισσότερο θάρρος.
Η Κλεοπάτρα, εξάλλου, είχε μια πολύ στενή φίλη που ήταν παράλληλα κολλητή της Ελπινίκης. Έτσι, αρκετές από τις ιστορίες για την προσωπική της ζωή έφταναν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στα αυτιά της. Κι η Ελπινίκη, φυσικά, τις γνώριζε καλά.
Γιατί, όπως συμβαίνει συχνά με τα μυστικά στις μικρές κοινωνίες, υπάρχει ένας άγραφος κανόνας. Ότι το ξέρουν δύο άνθρωποι, αργά ή γρήγορα κινδυνεύει να το μάθει ολόκληρος ο κόσμος.
Η Εριφύλη δεν ήξερε ακόμη αν αυτή η ιστορία της Κλεοπάτρας θα έμενε απλώς άλλη μια κουβέντα της παρέας, ή αν, χωρίς να το καταλαβαίνει, είχε ήδη αρχίσει να λειτουργεί μέσα της σαν ένα επικίνδυνο παράδειγμα.
Μέχρι τη Μάλτα είχε φτάσει, λέγανε, η χάρη της Κλεοπάτρας, προκειμένου να γιορτάσει τη Γιορτή της Γυναίκας παρέα με τον τελευταίο της «επιβήτορα».
Είχε ζητήσει από τον σύζυγό της, που βρισκόταν τότε σε κάποιο μακρινό λιμάνι του Περού, λίγα επιπλέον χρήματα για μια μικρή εκδρομή. Του εξήγησε πως τον τελευταίο καιρό ένιωθε πολύ πιεσμένη· πως είχε ανάγκη από ένα διάλειμμα, λίγες ημέρες μακριά από τη ρουτίνα, για να «συνέλθει ψυχολογικά» και να φροντίσει λίγο τον εαυτό της.
Ήταν, βλέπεις, κι εκείνος ο τελευταίος εραστής, ο οποίος είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Όχι μόνο δυσκολευόταν πλέον να τη συνδράμει, αλλά είχε αρχίσει να της γίνεται βάρος.
Η Κλεοπάτρα τον ένιωθε πια σαν βδέλλα που είχε κολλήσει πάνω της, κι αναζητούσε απλώς την κατάλληλη ευκαιρία για να του δείξει την πόρτα της εξόδου.
Ο σύζυγος, πάλι, είτε επειδή την αγαπούσε πραγματικά κι ενδιαφερόταν γι’ αυτήν, είτε επειδή, όπως ψιθύριζαν οι κακές γλώσσες, είχε κι εκείνος τη δική του ζωή και τις δικές του ερωτικές περιπέτειες στα μακρινά λιμάνια, δεν τσιγκουνεύτηκε την οικονομική ενίσχυση.
Έτσι, η Κλεοπάτρα εξασφάλισε το απαραίτητο «θεραπευτικό κονδύλι» για την ψυχολογική της αποτοξίνωση.
Μόνο που η μοίρα είχε άλλα σχέδια…
Την τελευταία στιγμή, ένα μικρό αλλά καθοριστικό απρόοπτο ανέτρεψε ολόκληρο το πρόγραμμα. Ο επίδοξος συνοδός της υπέστη ένα ελαφρύ καρδιακό επεισόδιο και δεν ήταν σε θέση να την ακολουθήσει στο πολυπόθητο ταξίδι.
Η Ελπινίκη, μάλιστα, δυσκολευόταν να πιστέψει μία από τις πιο πικάντικες εκδοχές της ιστορίας, ότι το ατυχές περιστατικό συνέβη ακριβώς σε μία από εκείνες τις στιγμές που ο άντρας είχε επιδοθεί με υπερβάλλοντα ζήλο στα ερωτικά του καθήκοντα!
Η Κλεοπάτρα, πάντως, αντί να πανικοβληθεί, ένιωσε μέσα της μια απροσδόκητη ανακούφιση.
Επιτέλους, είχε βρεθεί ένας τρόπος να ξεκολλήσει από πάνω της τη «βδέλλα».
Εκείνος της είπε πως λυπόταν πολύ που δεν θα μπορούσαν να κάνουν μαζί το ταξίδι και της υποσχέθηκε ότι την επόμενη φορά θα φρόντιζε να οργανώσουν κάτι ακόμη πιο συναρπαστικό.
Η Κλεοπάτρα, όμως, είχε ήδη αποφασίσει.
«Θα πάω», είπε ήρεμα. «Το έχω ανάγκη.»
Εκείνος την κοίταξε λοξά, με εμφανή δυσφορία και καχυποψία. Μουρμούρισε κάτι που εκείνη δεν κατάλαβε καθαρά.
«Δεν καταλαβαίνω την εμμονή σου μ’ αυτό το ταξίδι», είπε τελικά. «Μήπως θέλεις να χωρίσουμε και δεν ξέρεις πώς να μου το πεις;»
Η Κλεοπάτρα δεν απάντησε. Άφησε την ερώτηση να αιωρείται ανάμεσα τους, προτιμώντας να μην αποκαλύψει πόσο πολύ την ανακούφιζε η σκέψη ότι θα ταξίδευε μόνη. Κι κάπως έτσι, άνοιξε πανιά για τη δική της μικρή απόδραση.
Όλα αυτά και πολλά ακόμη, η Κλεοπάτρα τα είχε εκμυστηρευτεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια σε μια πολύ στενή φίλη της. Από εκείνες τις φίλες που ξέρουν πολλά, κάνουν πως δεν ξέρουν τίποτα και, πριν αποχαιρετιστούν, ορκίζονται η μία στην άλλη,
«Στον τάφο μου! Δεν πρόκειται να το μάθει κανείς…»
Μόνο που τα μυστικά, όταν περνούν από στόμα σε στόμα, έχουν μια παράξενη συνήθεια να αποκτούν φτερά. Και, για να λέμε την αλήθεια, στην περίπτωση της Κλεοπάτρας δεν χρειαζόταν καν ιδιαίτερη προσπάθεια.
«Όχι πως δεν ήταν ήδη βούκινο…» σκεφτόταν η Ελπινίκη. «Φλασάρει από χιλιόμετρα η Κλεοπάτρα μας κι ο κόσμος το έχει τούμπανο!»
Και, πριν προλάβει καλά-καλά να λαλήσει ο αλέκτωρ, η κολλητή τα εκμυστηρεύτηκε στην Ελπινίκη. Η Ελπινίκη, φυσικά, στην Εριφύλη.
Κι η Εριφύλη που μέχρι εκείνη τη στιγμή άκουγε απλώς μία ακόμη ιστορία από τα ατέλειωτα κουτσομπολιά της παρέας, άρχισε ξαφνικά να την ακούει διαφορετικά.
Γιατί τώρα πια δεν άκουγε μόνο την ιστορία της Κλεοπάτρας. Άκουγε, μέσα από αυτήν, τον αντίλαλο της δικής της επιθυμίας, έναν καθρέφτη του ίδιου της του εαυτού.
Η Κλεοπάτρα, εξάλλου, ουδόλως είχε λυπηθεί για την απρόσμενη απουσία του φίλου της. Τουναντίον, όπως η ίδια μετέφερε στη φίλη της.
«Μια καλή ευκαιρία ήταν να τον ξεφορτωθώ τον μαλάκα! Τσιμπούρι μου ’χε γίνει και να πεις ότι είχε και ικανότητες; Αυτός, αγάπη μου, είχε κάψει φλάντζες κι έκανε ρετάρισμα! Για να του σηκωθεί το εργαλείο χρειαζόταν υποστύλωμα, κι αν… Εμ, το άλλο πού το πας; Που είχε εθισμό στον τζόγο! Στα καζίνα της Μάλτας σίγουρα θα τον έχανα.»
«Και πήγες μονάχη σου τελικά;»
«Ναι, βρε καρδιά μου. Έκανα και την προσευχή μου να μου τύχει κανένα ωραίο παιδί κι έφυγα με βάρκα την ελπίδα!»
«Και σου έτυχε;»
Η Κλεοπάτρα χαμογέλασε αυτάρεσκα.
«Ναι, καλή μου. Και να ξέρεις κάτι; Υπάρχουν πολλοί θεοί. Η ζωή είναι μεγάλη κι η ψυχή του ανθρώπου χωράει περισσότερους από έναν. Ε, λοιπόν, αυτή τη φορά οι προσευχές μου εισακούστηκαν!»
«Μη μου λες! Καλός; Καλός-καλός;»
«Από τους καλύτερους.»
«Σαν αυτούς που βλέπουμε και στον ύπνο μας;»
«Άκου να μάθεις, χρυσή μου. Ο άνθρωπος στον ύπνο του φτιάχνει έναν ολόκληρο κόσμο ψεύτικο, απατηλό, για να ξεφύγει λίγο από τη μαρμάγκα και να ζήσει μια άλλη ζωή. Γι’ αυτό σου λέω, αυτός ήταν πραγματική αγορίνα, με σάρκα και οστά!»
«Ενδιαφέρον… Για λέγε, για λέγε! Έχεις και φωτογραφία του;»
«Έχω μία. Να, εδώ την έχω μαζί μου. Βγήκαμε όλη η παρέα αγκαλιά, το βράδυ που είχαμε πάει σ’ ένα κέντρο.»
Και κάπου εκεί, καθώς η Κλεοπάτρα άνοιγε την καρδιά της κι έδινε ελεύθερο πεδίο στη διάθεση της, άρχισε να αφηγείται στη φίλη της, με τον δικό της αθυρόστομο, χείμαρρο και γεμάτο αυτοπεποίθηση τρόπο, όλα όσα είχε ζήσει σε εκείνο το σύντομο, αναζωογονητικό ταξίδι στη Μάλτα.
«Χρυσή μου, ένα ταξίδι στη Μάλτα είναι συναίσθημα. Είναι ευφορία. Είναι μια ολόκληρη συναισθηματική κατάσταση! Κι εγώ, μέσα σε μόλις τρεις ημέρες, τα έζησα όλα!»
Και συνέχισε.
«Ήταν προς το απόγευμα, όταν ο ήλιος είχε αρχίσει να παίρνει τα πιο πορτοκαλιά του χρώματα. Περπατούσαμε με τη χαζοχαρούμενη τη φίλη μας στο παλιό λιμάνι, πλάι στη θάλασσα, κατά μήκος της προκυμαίας. Πιο πέρα, μέσα στα γαλαζοπράσινα νερά, λικνίζονταν πολυτελή κότερα κι ορισμένα ιστιοφόρα.
Ομολογώ πως, έτσι όπως το έβλεπα στην αρχή, το λιμάνι δεν με είχε εντυπωσιάσει ιδιαίτερα. Όμως, όσο περπατούσαμε, ο ήλιος χαμήλωνε κι η αντηλιά απλωνόταν πάνω στη θάλασσα. Εκείνη η πορτοκαλιά λάμψη άρχισε να μεταμορφώνει τα πάντα γύρω μου, ήταν σαν να είχε αποφασίσει ο ουρανός να μου κάνει ένα μικρό, προσωπικό δώρο.
Και τότε τον είδα.
Μπροστά μας, ένα κάτασπρο αλιευτικό σκάφος ανοιχτής θαλάσσης, αγέρωχο σαν αλμπατρός, ετοιμαζόταν να πλαγιοδετήσει στη μαρίνα. Και μαζί με το σκάφος, εμφανίστηκε κι εκείνος.
Τον είδα να κατεβαίνει στην προβλήτα και να πιάνει τον κάβο για να δέσει το σκάφος στη δέστρα. Το έκανε τόσο χαλαρά, τόσο φυσικά, σαν να μην υπήρχε τίποτε στον κόσμο που να μπορούσε να διαταράξει την ηρεμία του.
Κι εγώ, χρυσή μου, θαύμαζα το λυγερόκορμο, νεανικό του κορμί κι είχα την αίσθηση πως αυτή η παράξενη, θετική του ενέργεια περνούσε μέσα από τη θάλασσα κατευθείαν πάνω μου…»
«Κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι και μου χαμογέλασε. Τι χαμόγελο ήταν εκείνο! Κατάλευκα δόντια, ρόδινα χείλη, μάτια σκοτεινά που γελούσαν μαζί του. Φαινόταν πως είχε καταλάβει ότι τον είχα φάει με τα μάτια μου τόση ώρα. Και, για να μην κοροϊδευόμαστε, τον κοιτούσα σαν ξερολούκουμο!
Ψηλός, γύρω στο ένα και ενενήντα, με μαύρα μαλλιά και σκούρα μάτια. Όλα πάνω του μου φαίνονταν στη θέση τους. Τίποτε περιττό· τίποτε που να χαλάει την εικόνα.
Ήμασταν τόσο κοντά του, που όταν γύρισα προς την παρέα μας, ρώτησα δυνατά.
«Πώς είπαμε πως το λένε το κλαμπ του ξενοδοχείου, που μας περιμένει το γκρουπ για να ξεσαλώσουμε το βράδυ;»
Το είπα τόσο δυνατά, ώστε ήμουν απολύτως βέβαιη πως με είχε ακούσει. Κι τότε συναντήθηκαν ξανά τα βλέμματά μας. Τον κοίταξα κατευθείαν στα μάτια. Δεν χρειάστηκε να πω τίποτε άλλο. Αν μπορούσαν τα μάτια να μιλήσουν, τα δικά μου του έλεγαν καθαρά. «Ενδιαφέρομαι. Και δεν είμαι αδιάφορη…»
Ο ήλιος είχε αρχίσει πια να κατηφορίζει και να βάφει με μια γλυκιά, πορτοκαλιά απόχρωση το τοπίο. Εγώ, κρατώντας αφηρημένα το χέρι της χαζοχαρούμενης φίλης μας, της είπα.
«Έλα, πάμε, φιλενάδα. Μας περιμένουν κι έχουμε αργήσει.»
«Ποιοι μας περιμένουν;» με ρώτησε το χαζό θηλυκό.
Κι όταν επιτέλους πήρε χαμπάρι, ξαναρώτησε: «Που μας περιμένουν;»
«Στο Acqua Mare Bar», απάντησα με έμφαση, εξακολουθώντας να τον κοιτάζω. Και, χωρίς να κουνήσω σχεδόν τα χείλη μου, του ψιθύρισα. «Σε περιμένω…» Ύστερα του έστειλα ένα άηχο φιλί.
«Ρε Κλεοπάτρα, πού πας να μπλέξεις πάλι, βρε κορίτσι μου;» μου είπε η φίλη μας.
Γύρισα και την κοίταξα.
«Γιατί, είναι κακό; Πού είναι το κακό να φλερτάρεις, αν αυτό θέλεις και δεν κοροϊδεύεις κανέναν;» ρώτησα με ειλικρινή απορία. «Γιατί νομίζω πως εδώ μυρίζομαι λίγο δίπολο… αγίας και αμαρτωλής;»
«Κλεοπάτρα, θα με στείλεις αδιάβαστη! Δηλαδή το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να φλερτάρεις και να μπλέκεις;»
«Δηλαδή τι; Είμαι ρηχή επειδή σκέφτομαι και το ερωτικό κομμάτι της ζωής μου και το αναζητώ; Εσύ τι κάνεις στις κοινωνικές σου συναναστροφές; Μιλάς αποκλειστικά για ποίηση και μεταμοντερνισμό;»
«Τελικά, πες μου! Ήρθε ο γοητευτικός νεαρός στο μπαρ;»
Η Κλεοπάτρα χαμογέλασε θριαμβευτικά.
«Ναι… ήρθε!»
«Με μια άνετη φιλικότητα συστηθήκαμε. Ήταν ο λοστρόμος του μεγάλου αλιευτικού,ένας λυγερόκορμος εικοσιπεντάχρονος Σικελός από τις Συρακούσες! Ανήκε στο πλήρωμα του αλιευτικού ανοιχτής θαλάσσης· απ’ αυτά, καλέ, που ψαρεύουν ξιφίες στα δικά μας νερά οι Ιταλοί, οι αθεόφοβοι!
Το σκάφος τους περίμενε στην προβλήτα τη σειρά του για εργασίες συντήρησης και επισκευών στα ναυπηγεία της πόλης, στη Βαλέτα. Κι εγώ, όπως καταλαβαίνεις, δεν είχα καμία απολύτως αντίρρηση να γνωρίσω από κοντά τον… «ξιφομάχο» της θάλασσας!
Ρε, τι κούκλος ήταν αυτός! Τι παίδαρος, σου λέω! Μπουκιά και συχώριο, που έλεγε κι η συχωρεμένη η γιαγιά μου. Με υπέροχο χαμόγελο και μια ματιά που σου υποσχόταν… τον μισό κόσμο!
Σίγουρα είχε έρθει κι αυτός για να διασκεδάσει και, ποιος ξέρει, ίσως για να βρει το διαθέσιμο θηλυκό που του είχα ήδη υποσχεθεί με τα μάτια μου. Τόσες μέρες στη θάλασσα, καταλαβαίνεις… Η διάθεσή του, όπως φαινόταν, είχε χτυπήσει κόκκινο!
Τα βλέμματά μας, επιτέλους, άρχισαν να συνομιλούν. Τα μάτια του ήταν απίστευτα εκφραστικά κι το βλέμμα του ξυπνούσε μέσα μου έναν πόθο που δεν είχα καμία διάθεση να κρύψω.»
«“ι θα έλεγες να σου κάνω το τραπέζι απόψε;» μου λέει.
Ήμουν λίγο μεθυσμένη, λίγο ζαλισμένη, αλλά κυρίως… σε πολύ καλή διάθεση. Και, χρυσή μου, αυτά τα πράγματα έρχονται καμιά φορά εκεί που δεν τα περιμένεις. Δεν σου έχει τύχει ποτέ να συναντήσεις κάποιον που, χωρίς να έχει κάνει σχεδόν τίποτα, να σε αναστατώσει μόνο από τη φωνή του, από τον τρόπο που σε κοιτάζει, από τον αέρα που κουβαλάει;
Ε, λοιπόν, εκείνη την ώρα δεν ήμουν κανένα άβγαλτο κι συνεσταλμένο κοριτσάκι. Ήμουν μια γυναίκα που ήξερε πολύ καλά τι ήθελε από τη βραδιά της: παιχνίδι, φλερτ, ένταση, χωρίς μεγάλες κουβέντες και χωρίς υποσχέσεις!
Κόλλησα κοντά του, γελαστή κι όλο νάζι.
«Αγορίνα μου, να μου κάνεις το τραπέζι, να σου κάνω το κρεβάτι;» τον ρώτησα πονηρά, καθώς με οδηγούσε προς το εστιατόριο του μπαρ.
Καθίσαμε σ’ έναν πριβέ καναπέ, λίγο πιο πέρα από τα χαμηλά φώτα και τη φασαρία. Ήταν μια ήσυχη, ζεστή γωνιά, ιδανική για να πιούμε το ποτό μας χωρίς να μας ποδοπατάει ο κόσμος. Το σκηνικό, αν με ρωτάς, ήταν φτιαγμένο για μια όμορφη και… πολλά υποσχόμενη βραδιά.»
«Πολύ κιμπάρης τύπος, πολύ ευγενικός, άντρας με τα όλα του!
«Ρώτησε τον μετρ και παράγγειλε ό,τι σου αρέσει», μου λέει.
«Εσύ;» τον ρωτάω.
«Εγώ είμαι εντάξει. Μια μπριζόλα θα φάω, αρκεί.»
«Μόνο; Τέτοιος παίδαρος! Αυτό που χρειάζεσαι είναι ενεργειακά πυκνά τρόφιμα. Ξέρεις… τροφές που σου δίνουν πολλές θερμίδες και σε κρατούν όρθιο!»
«Ευχαριστώ για τη συμβουλή. Νιώθω πως πραγματικά με νοιάζεσαι και με περιποιείσαι ιδιαιτέρως», μου λέει.
«Α, εγώ τον περιποιούμαι τον άντρα! Είμαι σκλάβα του. Θέλω να έχει φάει καλά, να είναι ευχαριστημένος, χορτάτος. Αλλά μετά θέλω να με περιποιηθεί κι αυτός, για να μη μείνω με παράπονο!»
Και γέλασα με εκείνο το πλούσιο, λίγο βραχνό γέλιο μου, που, όπως μου έλεγαν πάντα, γέμιζε τον χώρο.»
Εκείνος με κοίταξε βαθιά στα μάτια
«Μ’ αρέσει ο τρόπος σου, παραπονιάρα μου. Εγώ είμαι εδώ για να σε περιποιηθώ όπως σου αξίζει».
Και να σου πω κάτι, φιλενάδα μου; Όταν κάποιος σε κοιτάζει στα μάτια την ώρα που σου μιλάει, εγώ τουλάχιστον θέλω να πιστεύω πως εννοεί κάθε του λέξη. Κανένας άντρας δεν μπορεί να λέει τέτοια πράγματα και να σε κοιτάζει ταυτόχρονα στα μάτια χωρίς να το πιστεύει, εκτός κι αν έχει βάλει ήδη υποψηφιότητα για Όσκαρ!
Η απάντησή μου, λοιπόν, ήταν σχεδόν αυτονόητη.
«Κι εγώ αυτό θέλω», του είπα.
Και κάπως έτσι, χωρίς πολλές περιστροφές και χωρίς περιττές υποσχέσεις, άνοιξε μπροστά μου ένα καινούργιο, απρόσμενο κεφάλαιο. Η βραδιά κύλησε μέσα σε φλερτ, γέλια, βλέμματα κι μια αμοιβαία έλξη που γινόταν όλο και πιο δύσκολο να κρυφτεί.»
«Από εκεί και πέρα, η νύχτα μας πήρε μαζί της. Δεν θα σε πρήξω, όμως, με λεπτομέρειες. Αρκεί να σου πω πως εκείνο το σύντομο ταξίδι στη Μάλτα έγινε για μένα κάτι περισσότερο από μια απλή εκδρομή.
Έγινε μια μικρή, προσωπική επανάσταση. Ένα ταξίδι αφύπνισης, ελευθερίας, μια υπενθύμιση για μια γυναίκα που, έστω για λίγο, θυμήθηκε πως εκτός από σύζυγος κι όλα τα υπόλοιπα που κουβαλούσε στην καθημερινότητά της, ήταν πάνω απ’ όλα γυναίκα. Και, όπως καταλαβαίνεις, αυτό δεν το ξεχνάς εύκολα…»
«Ρε φιλενάδα, αφού με ξετρελαίνεις όταν μου διηγείσαι τέτοιες ιστορίες για τα ερωτικά σου, και μάλιστα με όλες τις πικάντικες λεπτομέρειες, γιατί μου κόβεις την ιστορία τώρα, στο καλύτερο;»
Η Κλεοπάτρα γέλασε.
«Τι είναι αυτό που τόσο πολύ θέλεις να σου διηγηθώ;»
«Όλα! Θέλω λεπτομέρειες! Όλα θέλω να τα ξέρω! Μη μου αφήσεις τίποτα απ’ έξω!»
«Εντάξει, λοιπόν. Αφού είσαι τόσο περίεργη…»
Ο νεαρός, όπως μου είπε, της πρότεινε στην αρχή να πάνε μια βόλτα για να της γνωρίσει το αλιευτικό του. Εγώ όμως...δηλαδή η Κλεοπάτρα.. αφού το σκέφτηκα για λίγο, κατάλαβα πως το σκάφος δεν ήταν ακριβώς αυτό που με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή.
«Όχι, αγόρι μου», του είπα γελώντας. «Το καράβι σου θα το θαυμάσω κάποια άλλη ώρα. Τώρα θέλω να γνωρίσω εσένα!»
«Κι έτσι αποφασίσαμε να πάμε σ’ ένα καλό ξενοδοχείο, όπου θα μπορούσαμε να έχουμε περισσότερη ησυχία κι άνεση για να γνωριστούμε καλύτερα.
Ομολογώ πως, μέχρι την τελευταία στιγμή, είχα κάποιες επιφυλάξεις. Δεν είχα συνηθίσει να πηγαίνω σε τέτοια μέρη με έναν άνθρωπο που μόλις είχα γνωρίσει. Από την άλλη, όμως, η έλξη ανάμεσά μας ήταν τόσο έντονη, ώστε οι αντιστάσεις μου έμοιαζαν περισσότερο με τυπικές σκέψεις παρά με πραγματικές αντιρρήσεις.
Ήθελα να ζήσω τη στιγμή. Ήθελα να αφήσω για λίγο πίσω μου όλα εκείνα που με περίμεναν στην καθημερινότητά μου και να αφεθώ σ’ έναν άνθρωπο που, μέχρι πριν από λίγες ώρες, δεν γνώριζα καν.
Μόλις μπήκαμε στο δωμάτιο κι έκλεισε η πόρτα πίσω μας, η ατμόσφαιρα άλλαξε αμέσως. Εκείνος με πλησίασε με μια ορμή που με ξάφνιασε. Για μια στιγμή έμεινα ακίνητη, περισσότερο από έκπληξη παρά από φόβο. Δεν είχα συνηθίσει τέτοια αυθόρμητη ένταση από έναν άντρα που μόλις είχα γνωρίσει.
Κι όμως… μου άρεσε! Μου άρεσε η αίσθηση ότι του είχα προκαλέσει κάτι τόσο δυνατό· ότι η εικόνα μου, η παρουσία μου, ο τρόπος που τον είχα κοιτάξει στη μαρίνα, είχαν ανάψει μέσα του μια επιθυμία που πλέον δυσκολευόταν να κρύψει.
Και τότε άρχισε να μου μιλάει. Λόγια γρήγορα, αυθόρμητα, γεμάτα ενθουσιασμό. Άλλοτε γελούσε, άλλοτε με κοίταζε επίμονα κι άλλοτε σταματούσε για μια στιγμή, σαν να προσπαθούσε να βρει τη σωστή λέξη.»
«Δεν καταλάβαινα όλα όσα έλεγε, η γλώσσα, η προφορά, η ζάλη του κρασιού κι η ένταση της στιγμής τα μπέρδευαν όλα. Όμως καταλάβαινα κάτι πολύ πιο απλό.
Με ήθελε. Κι εγώ, εκείνη τη νύχτα στη Μάλτα, είχα αποφασίσει να μη φοβηθώ αυτό που ήθελα κι εγώ.
Τα υπόλοιπα, χρυσή μου, δεν χρειάζονται περιγραφή με το νι και με το σίγμα… Άλλωστε, αν αρχίσω να σου τα λέω όλα, θα ξημερώσουμε εδώ!»
Την μεθεπόμενη μέρα αναχωρήσαμε για την Ελλάδα. Κι όμως, ακόμα και σήμερα δεν τον έχω ξεχάσει. Παρ’ όλες τις εμπειρίες που ακολούθησαν στη ζωή μου, εκείνος ο νεαρός Σικελός έμεινε κάπου ξεχωριστά μέσα μου. Θα τον έχω πάντα στην καρδιά μου. Και, αν θέλεις να σου πω την αλήθεια, ξέρω πως ήταν ο καλύτερος εραστής που είχα γνωρίσει μέχρι τότε.
Η φίλη της την άκουγε με μάτια ορθάνοιχτα. Είχε ήδη παρασυρθεί από την αφήγηση και, όσο η Κλεοπάτρα προχωρούσε στις λεπτομέρειες, τόσο η περιέργεια κι η φαντασία της έπαιρναν φωτιά.
«Ρε Κλεοπάτρα… παίζει να μου γνωρίσεις κι εμένα κανέναν τέτοιον; Ένα τέτοιο λαχείο, βρε παιδί μου;»
Η Κλεοπάτρα γέλασε.
«Θα το έχω στα υπόψη μου. Μη μου στενοχωριέσαι, κάτι θα βρεθεί, τι φίλες είμαστε;»
Έκανε μια μικρή παύση και την κοίταξε πονηρά.
«Αν θες, μάλιστα, μπορούμε να το ψάξουμε μαζί. Να βρούμε έναν άντρα που να έχει διάθεση για… παρέα δύο κοριτσιών!»
Η φίλη της γέλασε δυνατά. «Καλή ιδέα μου φαίνεται! Μέσα είμαι!»
Η Κλεοπάτρα σήκωσε το ποτήρι της. «Ε, τότε… θα το κανονίσουμε!»
Και οι δυο γυναίκες ξέσπασαν σε γέλια, σαν δυο φίλες που, μέσα στην υπερβολή και τα πειράγματα, είχαν ήδη αρχίσει να σχεδιάζουν το επόμενο κεφάλαιο μιας ιστορίας που κανείς δεν ήξερε ακόμη αν θα έμενε στη φαντασία ή αν θα γινόταν πραγματικότητα.
«Καλά, μωρέ Ελπινίκη… αυτός ο φουκαράς ο άντρας της, που θαλασσοπνίγεται στα πέλαγα, δεν υποψιάζεται τίποτα για τα κατορθώματα της λεγάμενης;» ρώτησε η Εριφύλη, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, ύστερα από όσα είχε ακούσει από τη φιλενάδα της.
Η Ελπινίκη ανασήκωσε τους ώμους.
«Λογικά, μπορεί να του έχουν μπει ψύλλοι στ’ αυτιά. Αλλά, όταν έχεις μόνο αμφιβολίες, τι κάνεις; Μένεις μ’ αυτές. Ίσως δυσκολεύεται να πιστέψει πως η γυναίκα του τον απατά συστηματικά. Κι όμως, αν το καλοσκεφτείς, θα έπρεπε να το είχε καταλάβει προ πολλού. Γιατί, κοντά στο πρώτο κέρατο που του φύτεψε, φαίνεται πως ακολούθησαν κι άλλα… και μάλιστα με το παραπάνω!»
Η Εριφύλη κούνησε το κεφάλι της κι χαμογέλασε πονηρά.
«Μπράβο η Κλεοπάτρα! Το δουλεύει με πάθος και συχνότητα το… εργαλείο της! Ζητάει να της το περιποιούνται, λες και φοβάται μην της σκουριάσει! Όχι σαν κι εμάς τις θεούσες, που το έχουμε βάλει σε θυρίδα ασφαλείας, λες και φοβόμαστε μη μας το ματιάσουν!»
Η Ελπινίκη έβαλε τα γέλια.
«Βλέπεις, καλή μου, η Κλεοπάτρα είναι… μουνάντερη! Είναι κι ερωτομανής, γι’ αυτό δεν συγκρατείται. Αφήνει τις ορμές της ελεύθερες και δεν έχει πολλές αναστολές. Πιστεύει πως οι γυναίκες δεν φτιάχτηκαν για να ζουν κλεισμένες σε γυάλα, αλλά για να χαίρονται τη ζωή και τον έρωτα. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, έχει καταλάβει πολύ καλά τι θέλει από τη ζωή της και το υπηρετεί με συνέπεια! Αν η Κλεοπάτρα δεν έχει την ερωτική της… γυμναστική τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα, φοβάμαι πως θα πάθει σύνδρομο στέρησης!»
Η Εριφύλη την κοίταξε καλά καλά.
«Τι είναι αυτό πάλι; Τι θα πει  «μουνάντερη»;»
Η Ελπινίκη άνοιξε διάπλατα τα μάτια, προσποιούμενη την κατάπληκτη.
«Πού ζεις, κοπέλα μου; Κανείς στην οικογένεια σου δεν μερίμνησε για την… παιδεία σου; Αυτή η μάνα σου τίποτα δεν σου έμαθε πια;»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν αυστηρή καθηγήτρια που ετοιμαζόταν να παραδώσει το σημαντικότερο μάθημα της ημέρας.
«Τι να κάνω; Θα επωμισθώ εγώ αυτή τη βαριά ευθύνη, θα σου μάθω μερικά βασικά!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Άντε, για να δούμε τι άλλο θα μάθω σήμερα από σένα…»
Η Ελπινίκη πλησίασε συνωμοτικά και, με ύφος ανθρώπου που γνώριζε πλέον τα πάντα για τα μυστήρια της ζωής, της έδωσε τη δική της, εντελώς αυθαίρετη ερμηνεία.
«Λοιπόν, μουνάντερη είναι η γυναίκα που έχει ιδιαίτερα έντονη ερωτική διάθεση, χωρίς πολλά ταμπού κι αναστολές. Δηλαδή, αυτή που δεν αφήνει την επιθυμία της να κάθεται στον καναπέ και να περιμένει!»
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο σιωπηλή και μετά ξέσπασε σε γέλια.
«Μάλιστα! Τώρα κατάλαβα. Αλλά εσύ, φιλενάδα μου, από που τα μαθαίνεις όλα αυτά;»
«Α, αυτό είναι άλλο μάθημα. Και θέλει… ιδιαίτερα!»
Οι δυο φίλες κοιτάχτηκαν κι ξαναγέλασαν. Η Εριφύλη όμως, πίσω από το χιούμορ, κράτησε μέσα της τη λέξη. Κάπου βαθύτερα, η συζήτηση για την Κλεοπάτρα είχε αρχίσει να αγγίζει μια περιοχή που την αφορούσε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί…
Μετά απ’ όλα αυτά τα… «σημαντικά» που είχε μάθει από την Ελπινίκη, η Εριφύλη πέρασε ολόκληρη τη νύχτα στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι. Αναρωτιόταν πώς άραγε θα μπορούσε ο δικός της «Μπαγάσας» να της προσφέρει εκείνες τις απολαύσεις που, σύμφωνα με την αφήγηση της Κλεοπάτρας, είχε γνωρίσει η ζουμερή φίλη τους από τον νεαρό Σικελό λοστρόμο…
Περασμένα μεσάνυχτα, ύστερα από αμέτρητες σκέψεις κι εσωτερικές διαπραγματεύσεις, κατέληξε σε ένα συμπέρασμα τόσο απλό όσο και παλιό.
«Αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρια δεν πιάνεις· κι αν δεν σπάσεις αβγά, ομελέτα δεν γίνεται!»
Το είπε μέσα της με τόση βεβαιότητα, ώστε σχεδόν καθησυχάστηκε κι αποκοιμήθηκε.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

H Natalie

«Το παρών είναι Ερωτική Μυθοπλασία ..... Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1)
......Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και ύστερα ξέσπασαν ταυτόχρονα στα γέλια. Η «εργολαβία» είχε πλέον πάρει εντελώς διαφορετική τροπή.
«Η Ναταλία, η γυναίκα του μαρμαρά, δεν έχει πάρει χαμπάρι τα… ερωτικά παραστρατήματα του άνδρα της με τη γειτόνισσα;» ρώτησε η Ελπινίκη, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
«Η Ναταλία; Τι να σου πω… Όλα είναι πιθανά μ’ αυτή τη γυναίκα. Κατάγεται από κάποιο πολύ γνωστό νησί. Βέβαια, θα μου πεις, ποιο νησί σήμερα δεν είναι γνωστό;»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να αναζητούσε μέσα στη μνήμη της μια παλιά εικόνα.
«Την θυμάμαι κάπως αόριστα την εποχή που ο Μιλτιάδης την πρωτοέφερε στη γειτονιά. Πιτσιρίκα είχε έρθει στην Αθήνα και γράφτηκε σε κάποια από εκείνες τις ιδιωτικές επαγγελματικές σχολές. Γνωρίστηκαν όπως γνωρίζονται τόσοι νέοι άνθρωποι, σε ένα coffee shop όπου σύχναζαν και οι δύο. Μου είχε μείνει, πάντως, η εικόνα ενός δροσερού, γλυκού προσώπου. Ήταν ένα λεπτοκαμωμένο κορίτσι, μόλις δεκαέξι χρονών, που έδειχνε μάλιστα ακόμη μικρότερο.»
«Ήταν όμορφη, με εκείνη τη φρεσκάδα που έχουν τα κορίτσια στην εφηβεία, κι είχε ένα βλέμμα γεμάτο ζωντάνια και περιέργεια για τον κόσμο. Έμοιαζε λίγο επιπόλαιη, ίσως επειδή ήταν πολύ νέα και δεν είχε ακόμη γνωρίσει τις δυσκολίες που μπορεί να κρύβει η οικογενειακή ζωή.
Τότε, βέβαια, κανείς μας δεν μπορούσε να φανταστεί πού θα την οδηγούσε η γνωριμία της με τον Μιλτιάδη. Ήρθε στη γειτονιά σαν ένα άγνωστο κορίτσι από το νησί της και, χωρίς να το καταλάβει, μπήκε σε μια οικογένεια που,τουλάχιστον όπως την έβλέπα εγώ— δεν ήταν καθόλου εύκολη.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε με ενδιαφέρον.
«Και λες ότι δεν έχει καταλάβει τίποτα;»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τους ώμους.
«Αυτό είναι το παράξενο. Μερικές φορές ο άνθρωπος βλέπει μόνο ότι είναι έτοιμος να δει. Κι η Ναταλία… ποτέ δεν μου φάνηκε γυναίκα που ψάχνει πίσω από τις λέξεις.»
«Ή μήπως ψάχνει και απλώς δεν θέλει να βρει;» παρατήρησε η Ελπινίκη.
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Ε, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Κι μάλλον πολύ πιο ενδιαφέρουσα από την πρώτη…»
Ο γάμος τους έγινε σχετικά γρήγορα και, πριν καλά καλά προλάβουν να γνωριστούν σε βάθος, ήρθαν και τα παιδιά, ενώ ήταν ακόμη κι οι δύο ανώριμοι. Ο Μιλτιάδης, όμως, δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα προκομμένος ούτε εύκολος άνθρωπος στην οικογενειακή καθημερινότητα. Έτσι, η Ναταλία βρέθηκε από νωρίς αντιμέτωπη με τις δυσκολίες μιας ζωής που απαιτούσε περισσότερες αντοχές απ’ όσες ίσως είχε φανταστεί.
Μόνο που η Ναταλία αποδείχθηκε, τελικά… σκληρό καρύδι.
Όχι μόνο άντεξε στις δυσκολίες, αλλά, όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να βάζει τάξη εκεί όπου προηγουμένως επικρατούσε το χάος. Δεν λύγισε. Δεν μάσησε τα λόγια της. Και το πιο εντυπωσιακό ήταν πως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν προανήγγειλε τη μελλοντική της εξέλιξη όταν ήταν ακόμη μικρή.
Τότε έδειχνε ένα χαριτωμένο, γλυκό κι αθώο κορίτσι. Μέσα της, όμως, έκρυβε μια δύναμη που κανείς δεν θα μπορούσε να υποψιαστεί.
Είχε τσαγανό, πείσμα και μια ακούραστη μαχητικότητα. Κάθε δυσκολία που εμφανιζόταν την αντιμετώπιζε σαν άλλη μία υποχρέωση που έπρεπε να φέρει σε πέρας. Με τον καιρό κατάφερε να συμμαζέψει την οικογένεια, να οργανώσει την καθημερινότητα και να δημιουργήσει ένα σπίτι που πατούσε, πλέον, σε πιο σταθερές βάσεις.
Παράλληλα με την ανατροφή των παιδιών, έπιασε δουλειά σε μια μεγάλη εταιρεία κοινής ωφέλειας. Οι απαιτήσεις ήταν πολλές, γι’ αυτό και μέρος των καθημερινών δουλειών του σπιτιού ανέλαβε να το φροντίζει η πεθερά της. Έτσι, η Ναταλία έγινε μια εργαζόμενη μητέρα που μεγάλωνε τα παιδιά της με κόπο, επιμονή και αφοσίωση, και, όπως συμβαίνει συχνά με τους ανθρώπους που η ζωή τους αναγκάζει να ωριμάσουν γρήγορα, η Ναταλία είχε αποκτήσει μια ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση. Δεν ήταν πια το άπειρο κορίτσι που είχε έρθει κάποτε από το νησί της. Είχε γίνει μια γυναίκα με άποψη, αντοχή και ισχυρή προσωπικότητα.
ια παρουσία με έντονη θηλυκότητα, φλερτ και ερωτική ενέργεια, που, δεν περνούσε απαρατήρητη. Ξεκινούσε από την εμφάνισή της, από τον τρόπο που περιποιούνταν τον εαυτό της, από το βλέμμα της, από τη ζωντάνια της παρουσίας της. Ήταν μια γυναίκα που, παρά την κούραση της καθημερινότητας και τις ευθύνες της οικογένειας, δεν είχε αφήσει τον εαυτό της να χαθεί μέσα στους ρόλους της συζύγου και της μητέρας. Δεν κρύβε τα αισθήματα της. Κι αυτό, ίσως, ήταν ένα ακόμη από τα στοιχεία που την έκαναν τόσο δύσκολο να την κατατάξεις σε μία μόνο εικόνα.
Η Ναταλία ήταν μάνα, εργαζόμενη, σύζυγος, αλλά πάνω απ’ όλα μια γυναίκα που είχε μάθει να διεκδικεί τη ζωή της με τον δικό της τρόπο.
Είναι εξακριβωμένο πως, μετά τον γάμο της, η Ναταλία δεν αναζήτησε συντροφιά κι επιβεβαίωση του πάθους της μόνο στον Μιλτιάδη. Στη γειτονιά μας κυκλοφορούσε ως κοινό μυστικό ότι, πριν από τρία τέσσερα χρόνια, είχε δημιουργήσει μια παράλληλη σχέση εκτός του συζυγικού βίου, με έναν ξάδελφο του Μιλτιάδη.
Ο ξάδελφος του Μιλτιάδη ήταν στρατιωτικός και, εκείνη την εποχή, είχε μετατεθεί από την επαρχία στην ΑθήναΟ ξάδελφος ήταν τριανταπεντάρης, χωρισμένος, χωρίς ιδιαίτερες οικογενειακές υποχρεώσεις, κι η Ναταλία τον θεωρούσε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση για μια κρυφή ερωτική σχέση εκτός του συζυγικού της βίου. Κι εκείνος, άλλωστε, είχε τη δική του ιστορία. Ο γάμος του είχε διαλυθεί ύστερα από απιστία της πρώην συζύγου του. Λεγόταν πως, όσο εκείνος υπηρετούσε στη Θεσσαλονίκη κι έλειπε συχνά σε διατεταγμένη υπηρεσία, εκείνη είχε βρει παρηγοριά στην αγκαλιά ενός νεαρού φοιτητή.
Η σχέση αποκαλύφθηκε όταν ο ίδιος αντιλήφθηκε τι συνέβαινε, και λίγο αργότερα το ζευγάρι οδηγήθηκε στο διαζύγιο. Έτσι, όταν εκείνος βρέθηκε στην Αθήνα, οι δυο τους συναντήθηκαν κουβαλώντας ήδη στις πλάτες τους γάμους που είχαν αφήσει πληγές και απογοητεύσεις.
Η γνωριμία τους εξελίχθηκε γρήγορα σε έναν κρυφό δεσμό, για τον οποίο στη γειτονιά ψιθύριζαν αρκετά, χωρίς όμως κανείς να γνωρίζει με βεβαιότητα τις λεπτομέρειες.
Η Ναταλία, πάντως, δεν έδειχνε να φοβάται εύκολα τα σχόλια. Είχε μάθει πια να αποφασίζει μόνη της για τη ζωή της και να αντιμετωπίζει τις συνέπειες των επιλογών της.
Η Ελπινίκη την άκουγε με ολοένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
«Δηλαδή, φιλενάδα μου, η Ναταλία έχει ολόκληρο παρελθόν που δεν μου είχες αποκαλύψει!»
Η Εριφύλη γέλασε.
«Εσύ ήθελες κουτσομπολιό κι εγώ σου ανοίγω ολόκληρο αρχείο!»
«Αουτς!  Φαίνεται πως βγήκαν στην επιφάνεια «λαβράκια» και το κλίμα έχει ανάψει! 
Όταν υπάρχουν μυστικά που αποκαλύπτονται ξαφνικά, η κατάσταση μπορεί να γίνει από άκρως πικάντικη μέχρι... εκρηκτική.
Για πες, τι ακριβώς έχεις ανακαλύψει για το «αμαρτωλό» παρελθόν της Ναταλίας; Είμαι όλη αυτιά για το επόμενο επεισόδιο αυτού του δράματος! Και μου φαίνεται πως το επεισόδιο έχει πολλά ακόμη κεφάλαια…»
«Αυτό να το θεωρείς βέβαιο. Σου περιγράφω μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, ενα ψυχολογικό πορτρέτο, όπου η ένταση κρύβεται κάτω από την επιφάνεια. Υπάρχει στην ιστορία της Ναταλίας μια έντονη χημεία και ένας εσωτερικός κόσμος γεμάτος συμβάντα που δεν έχουν ειπωθεί ποτέ δυνατά.
Η Ναταλία, από την πρώτη κιόλας στιγμή που τη γνώρισε ο ξάδελφος, δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητη από μπροστά του. Στο μυαλό του είχε πλάσει συχνά στιγμές οικειότητας μαζί της, άλλοτε πιο τολμηρές κι άλλοτε πιο τρυφερές. Η έλξη που ένιωθε ήταν ολοφάνερη, ακόμη κι αν δεν την είχε εκφράσει ποτέ ανοιχτά.
Εκείνη την εποχή, ο Μιλτιάδης κληρονόμησε ένα μεγάλο κτήμα με ελιές στη Δυτική Ελλάδα. Έπρεπε να ταξιδέψει στο χωριό για ορισμένες κληρονομικές υποθέσεις και, καθώς δεν είχε επείγουσες εργολαβικές υποχρεώσεις, αποφάσισε να παραμείνει περίπου δέκα μέρες, ώστε να επιβλέψει και τη συντήρηση του κτήματος.
Πριν φύγει, τηλεφώνησε στον ξάδελφό του.
«Θα λείψω μερικές μέρες. Αν χρειαστεί κάτι η Ναταλία, ρίξε μια ματιά. Ξέρεις… καμιά βοήθεια στο σπίτι, καμιά ανάγκη που μπορεί να προκύψει.»
Ο ξάδελφος συμφώνησε πρόθυμα. Την επόμενη κιόλας μέρα, αργά το απόγευμα, χτύπησε το τηλέφωνό του. Ήταν η Ναταλία.
«Τι έγινε, ξαδερφούλη; Έφυγε ο Μιλτιάδης κι εσύ μέσα σε δύο μέρες με ξέχασες κιόλας;»
«Όχι, ξαδερφούλα μου. Απλώς μου έτυχε μια δύσκολη υπηρεσία. Είναι δυνατόν να λες πως σε ξέχασα; Εγώ σε σκέφτομαι μέρα νύχτα.»
«Α, έτσι; Γιατί εγώ αυτές τις δυο μέρες νιώθω μια μοναξιά…»
Η φωνή της είχε έναν τόνο παιχνιδιάρικο, σχεδόν προκλητικό.
«Και πώς είναι οι διαθέσεις σου; Έχεις τουλάχιστον φάει τίποτα της προκοπής;»
«Πίτσα παρήγγειλα.»
«Πίτσα; Ξεροφαγία, δηλαδή!»
«Εύκολη λύση. Και, αν το καλοσκεφτείς, μια χαρά διατροφή είναι.»
«Πλάκα μου κάνεις! Όχι και υγιεινή! Ξάδερφε, βάλε τον καφέ κι έρχομαι με ένα διπλό πιάτο σπανακόπιτα που έφτιαξα με τα χεράκια μου. Να λαδώσει λίγο το άντερο και να σου φτιάξει η διάθεση! Σε θέλω ευχαριστημένο!»
Ύστερα πρόσθεσε, με προσποιητή αγανάκτηση.
«Αυτή η καλή κυρία απο τη Μολδαβία που υποτίθεται πως σου καθαρίζει το σπίτι, δεν σου μαγειρεύει τουλάχιστον;»
«Έχει φύγει για την πατρίδα της. Στο τέλος του μήνα γυρίζει.»
«Α, κατάλαβα…»
Για μια στιγμή σώπασε. Η πληροφορία αυτή, όσο αθώα κι αν ακουγόταν, της προκάλεσε ένα μικρό τσίμπημα ζήλιας.
«Ούτε φαΐ ούτε γυναικεία συντροφιά, λοιπόν…» σκέφτηκε, αλλά δεν το είπε δυνατά.
Δεν της ήταν καθόλου ευχάριστη η ιδέα πως ο ξάδελφος της είχε τη δική του ερωτική ζωή και πως, όταν η κυρία από τη Μολδαβία επέστρεφε, πιθανότατα θα ξαναγινόταν μέρος της καθημερινότητας του. Η σκέψη αυτή την ενόχλησε περισσότερο απ’ όσο περίμενε. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή κατάλαβε κάτι που μέχρι τότε προτιμούσε να μην παραδέχεται ούτε στον ίδιο της τον εαυτό. Η ζήλια της δεν ήταν απλώς μια αθώα οικογενειακή περιέργεια. Ήταν ενδιαφέρον. Ήταν έλξη. Και, ίσως, ακόμη κάτι περισσότερο.
Έτσι, μέσα σε λίγα λεπτά, πήρε την απόφαση της. Θα πήγαινε να τον δει. Θα του έκανε παρέα, θα του πήγαινε τη σπανακόπιτα, θα έπιναν τον καφέ τους και, χωρίς να βιαστεί, θα άφηνε τα πράγματα να δείξουν μόνα τους προς τα που μπορούσαν να οδηγήσουν. Το χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της ήταν σχεδόν αδιόρατο. Η Ναταλία είχε μόλις αποφασίσει να περάσει από τα λόγια… στις πράξεις.
Χωρίς να χάσει χρόνο, έκανε ένα γρήγορο μπάνιο και διάλεξε με ιδιαίτερη φροντίδα τι θα φορούσε. Ένα κόκκινο, κομψό σετ εσωρούχων κι ένα κοντό φόρεμα ολοκλήρωσαν την εμφάνισή της. Κοιτάχτηκε για λίγο στον καθρέφτη και χαμογέλασε στο είδωλό της.
Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Η σκέψη του ξαδέλφου είχε αποκτήσει πλέον μια ένταση που δυσκολευόταν να αγνοήσει. Δεν πήγαινε απλώς να του αφήσει τη σπανακόπιτα και να πιουν έναν καφέ. Το ήξερε και η ίδια.
Όταν έφτασε, εκείνος την περίμενε στην είσοδο. Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους και βρέθηκαν πια μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα της γειτονιάς, η απόσταση ανάμεσα τους εξαφανίστηκε. Ο άντρας την πλησίασε ορμητικά, την τράβηξε κοντά του στην αγκαλιά του και τη φίλησε.
«Μωρό μου…» ψιθύρισε.
Την κοίταξε στα μάτια. «Ξαδερφούλα, πάει καιρός που με αναστατώνεις. Δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου.»
Η Ναταλία χαμογέλασε. Δεν χρειαζόταν να της εξηγήσει περισσότερα· είχε καταλάβει από καιρό τι κρυβόταν πίσω από τα βλέμματα του.
«Κι εγώ σε θέλω… εδώ και καιρό», του απάντησε χαμηλόφωνα.
Η αγκαλιά τους έγινε πιο σφιχτή κι για λίγες στιγμές κανείς τους δεν μίλησε. Η ένταση που είχε συσσωρευτεί όλο αυτόν τον καιρό έμοιαζε να βρίσκει επιτέλους διέξοδο.
«Θα σε κάνω να ξεχάσεις για λίγο όλα τα υπόλοιπα», της είπε εκείνος.
Η Ναταλία γέλασε και τον αγκάλιασε ξανά.
«Μόνο πρόσεχε», του ψιθύρισε. «Γιατί μπορεί να μην είμαι εγώ αυτή που θα θέλει να φύγει πρώτη.»
Η σκέψη ότι βρισκόταν στο ίδιο σπίτι όπου εκείνος είχε ζήσει με άλλες γυναίκες ερωτικές στιγμές της προκαλούσε ένα παράξενο μείγμα ζήλιας και ικανοποίησης. Είχε μάθει για την άλλη γυναίκα, για τη σχέση που είχε προηγηθεί, και τώρα βρισκόταν η ίδια εκεί. Κι όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει πίσω από το χιούμορ της, ένα πράγμα ήταν πλέον ξεκάθαρο: η Ναταλία δεν είχε έρθει μόνο για τη σπανακόπιτα.
Ήταν εκτός εαυτού και οι δύο τους και οι φωνές της ακούγονταν σίγουρα σε όλο σπίτι, αλλά δε τους ένοιαζε εκείνες τις στιγμές.  Είχανε χαθεί σε έναν άλλο κόσμο. Ζούσε τόσο έντονα το σεξ με τον ξάδερφο, που της φαινόταν απίστευτο!
Κάποια στιγμή ο φαλλός του αναζήτησε τη πίσω τρύπα της, 
«Αχ, δεν αντέχω, πονάω!»
«Θα το συνηθίσεις καύλα μου, θα κάνω αργές κινήσεις!» και συνέχισε να χαϊδεύει το μουνί της. Δεν ήθελε να βιαστεί, αν κι ένιωθε ότι η Ναταλία φλέγεται από τον πόθο της κι ότι τον θέλει. «Ο μαλάκας ο ξάδερφος δεν ... από πίσω;»
«Ναι αλλά όχι συχνά!»
«Δηλαδη όλα αυτά τα χρόνια δεν είχες κάποια σχέση, εκτός τον Μιλτιάδη που στο ζητούσε;»
Η Ναταλία έχωσε το κεφάλι της στο μαξιλάρι και ψιθύρισε ήρεμα, «Όχι.»
Η Ναταλία τον είχε απολαύσει από κάθε άποψη και τώρα ήξερε πως με τον ξάδερφο είχαν πολλά ακόμη να ζήσουν μαζί. Ήταν γεμάτη απ’ αυτόν, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Αφού έμειναν για λίγο ακόμη κοντά, μιλώντας χαμηλόφωνα και πειράζοντας ο ένας τον άλλον, αποφάσισαν πως για εκείνη την ημέρα έπρεπε να σταματήσουν. Η ώρα είχε περάσει κι η Ναταλία έπρεπε κάποια στιγμή να επιστρέψει στο σπίτι της.
Δεν χρειάστηκε να κάνουν σχέδια για το μέλλον. Κανείς τους δεν ήξερε πού θα οδηγούσε αυτή η ιστορία. Ήξεραν, όμως, πως η έλξη ανάμεσά τους δεν ήταν κάτι που μπορούσαν εύκολα να αγνοήσουν. Ο χρόνος θα έδειχνε αν μπορούσε να συνεχιστεί.
Και τελικά συνεχίστηκε. Για αρκετούς μήνες, οι συναντήσεις τους γίνονταν όλο και συχνότερες. Βρίσκονταν άλλοτε στο σπίτι του κι άλλοτε σε άλλα μέρη, όπου μπορούσαν να έχουν λίγη ιδιωτικότητα. Η σχέση τους απέκτησε τη δική της ένταση και τον δικό της ρυθμό, μέχρι που μια νέα μετάθεση έστειλε τον ξάδελφο στη Βόρεια Ελλάδα κι οι δρόμοι τους απομακρύνθηκαν.
«Και δεν είναι μόνο αυτό», συνέχισε η Εριφύλη. «Τον τελευταίο καιρό η Ναταλία παρακολουθεί προχωρημένα σεμινάρια για γραμματείς. Θέλει να αναλάβει καθήκοντα ιδιαιτέρας σε γραφείο υψηλόβαθμου στελέχους της εταιρείας της.»
Η Ελπινίκη ανασήκωσε τα φρύδια.
«Και υποθέτω πως υπάρχει και σχετικό… παρασκήνιο.»
«Ακριβώς! Στη δουλειά κυκλοφορεί ευρέως η φήμη ότι το συγκεκριμένο στέλεχος διατηρεί μια ιδιαίτερη σχέση μαζί της.»
«Α, μάλιστα! Η Ναταλία δεν κάθεται ποτέ με σταυρωμένα τα χέρια.»
Η Εριφύλη γέλασε.
«Και κάτι ακόμη που μας αφορά ως γυναίκες: η εξουσία που ασκεί ένα υψηλόβαθμο στέλεχος, αγάπη μου, μπορεί να είναι ένα από τα πιο ισχυρά στοιχεία έλξης. Και το κοφτερό μυαλό είναι επίσης εξαιρετικά γοητευτικό—καμιά φορά περισσότερο κι από μερικές… φέτες στην κοιλιά!»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε.
«Και είναι κακό αυτό, Εριφύλη μου;»
«Καθόλου, Ελπινίκη μου. Η Ναταλία το γνωρίζει πολύ καλά. Άλλωστε, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν μιλάει θεωρητικά. Έχει μάθει να αναγνωρίζει τη γοητεία της εξουσίας και της ευφυΐας από πρώτο χέρι.»
Η Ελπινίκη έμεινε για λίγο σιωπηλή και ύστερα χαμογέλασε πονηρά.
«Δηλαδή, η φίλη μας έχει ανοίξει ολόκληρο… επαγγελματικό κεφάλαιο στη ζωή της.»
«Και φοβάμαι πως το κεφάλαιο αυτό μόλις άρχισε», απάντησε η Εριφύλη.
Η Ελπινίκη γέλασε, αλλά το βλέμμα της Εριφύλης σοβάρεψε.
«Μμμ… ναι. Αλλά, Ελπινίκη μου, όποια κι αν είναι η Ναταλία, ένα πράγμα φαίνεται πως το έχει: τσαγανό. Και κάτι μου λέει πως κι αυτή γουστάρει τρελά τον Νικηφόρο μου.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που προμήνυε πως η συζήτηση μόλις έμπαινε σε πιο προσωπικό έδαφος.
«Λες να έχει κάνει παιχνίδι ο Νικηφόρος σου μαζί της;»
«Μπα… κομματάκι δύσκολο. Του έχω τόσο μαζεμένα τα λουριά όταν έρχεται, που δεν του μένει και πολύς χώρος για τέτοια.»
«Α, ώστε έτσι;»
«Και να σου πω και κάτι; Νομίζω πως ο μαζόχας μου απολαμβάνει το “πρέσινγκ” που του κάνω!»
Η Ελπινίκη ξέσπασε σε γέλια.
«Και δεν έχεις τύψεις;»
«Καθόλου! Άλλωστε, η αλήθεια είναι πως κι εγώ δεν τον αφήνω να έχει παράπονο.»
«Δηλαδή, ρε Εριφύλη, του κάνεις όλα τα γούστα;»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τα φρύδια της, δήθεν αγανακτισμένη.
«Τρελή είσαι, κοπέλα μου; Εμείς οι γυναίκες να κάνουμε στους άντρες μας όλα τα χατίρια; Τι θέλεις, να μας περάσουν και για… πουτάνες; Τι σου μάθαινε η μάνα σου, κορίτσι μου;»
«Και πού τα κάνουμε, Εριφύλη;»
Η Εριφύλη γέλασε δυνατά.
«Ξέρω ’γω; Αυτό που ξέρω είναι πως όλες οι «αχόρταγες» κάπου βρίσκουν έναν γκόμενο. Γιατί τον έχουν; Για να τους απλώνει τα ρούχα στα σχοινιά και να τους τινάζει τα σεντόνια; Πρέπει να ζητήσουμε συμβουλές από εκείνη την ξεχασμένη φιλενάδα σου, την Κλεοπάτρα!»

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Erifyli, my little complainer.

.. «Ερωτική Μυθοπλασία ..... Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.Η Εριφύλη σώπασε για λίγο. Το βλέμμα της είναι γεμάτο νοσταλγία και συναισθηματική φόρτιση σαν να ταξίδευε νοερά αρκετά χρόνια πίσω. Και τότε, σαν να άνοιξε ένα παλιό, ξεχασμένο σεντούκι στο μυαλό της, άρχισε να μιλάει. Η φωνή της, βρήκε τον ρυθμό της, ζωντανεύοντας αναμνήσεις που ο χρόνος δεν είχε καταφέρει να σβήσει...
«Ξέρεις, Άλκηστις, όλα κάπως ξεκινούν. Καμία ιστορία δεν εμφανίζεται ολοκληρωμένη από την πρώτη της σελίδα. Άλλοι ερωτεύονται με την πρώτη ματιά, άλλοι χρειάζονται χρόνο για εκείνη την περίφημη «κρυστάλλωση του έρωτα», όπως την ονομάζει ο Σταντάλ. Εγώ, πάντως, θυμάμαι πολύ καθαρά τη στιγμή που γνώρισα τον Νικηφόρο. Ήμουν ακόμη μαθήτρια στο λύκειο και τότε είχα άλλα όνειρα. Ήθελα να ζωγραφίζω, να σπουδάσω ζωγραφική, να φτιάξω έναν δικό μου κόσμο μέσα από τα χρώματα. Δεν μπορούσα να φανταστώ πού θα με οδηγούσε η ζωή.
Και ξαφνικά, κάποια στιγμή, εμφανίστηκε εκείνος.Ψηλός, όμορφος, με εκείνη την ιδιαίτερη παρουσία που τραβάει αμέσως το βλέμμα. Τον θυμάμαι να στέκεται απέναντι μου κι εγώ να μην ξέρω τι να πω. Τον κοιτούσα και ένιωθα πως είχα χάσει για λίγο την ικανότητα να αρθρώσω μια κανονική κουβέντα. Είχε εκείνα τα μελένια μάτια που δεν τα ξεχνάς εύκολα. Και ξέρεις κάτι; Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που μοιάζουν σαν να πάτησες μια σκανδάλη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η σφαίρα έχει φύγει. Δεν την παίρνεις πίσω. Έτσι το ένιωσα. Δεν μπορούσα τότε να ξέρω πού θα οδηγούσε αυτή η γνωριμία. Ήξερα μόνο πως ο άνθρωπος αυτός είχε αποκτήσει, σχεδόν ανεξήγητα, μια θέση μέσα στις σκέψεις μου.
Αργότερα, όταν γνωριστήκαμε καλύτερα και η ζωή μας έφερε ξανά και ξανά τον έναν κοντά στον άλλον, άρχισα να καταλαβαίνω τι ήταν αυτό που με τραβούσε πάνω του. Δύο πράγματα τον χαρακτήριζαν περισσότερο απ’ όλα, η πρωτοβουλία του και η επιμονή του.
Όταν πλέον η σχέση μας μπορούσε να πάρει τον δρόμο της, κατάλαβα πως δεν ήταν άνθρωπος που περίμενε παθητικά να του συμβούν τα πράγματα. Διεκδικούσε. Προσπαθούσε. Ρίσκαρε.
Κι εγώ, από την πλευρά μου, δεν του τα έδωσα όλα εύκολα. Ήμουν επιφυλακτική, τον άφηνα να αναρωτιέται, κρατούσα τις αποστάσεις μου. Μια γυναίκα από την οικογένεια, που τον γνώριζε καλά, μου είχε πει κάποτε γελώντας πως «ο Νικηφόρος είναι σαν τον Κριό, θέλει απέναντί του ένα οχυρό για να βάλει πείσμα να το κατακτήσει.»
Τότε μου φαινόταν απλώς μια χαριτωμένη κουβέντα. Αργότερα κατάλαβα πως κάτι ήξερε. Γιατί ο έρωτας δεν είναι μόνο η στιγμή που κοιτάζεις κάποιον και αισθάνεσαι την καρδιά σου να χτυπά διαφορετικά. Είναι κι όλα όσα ακολουθούν. Είναι η γνωριμία, η εμπιστοσύνη, η ανακάλυψη του χαρακτήρα του άλλου, η ασφάλεια που δημιουργείται σιγά-σιγά.
Και κάπως έτσι φτάσαμε εκεί όπου φτάσαμε. Στον έρωτα. Στη συντροφικότητα. Στην οικογένεια.
Στα δέκα χρόνια γάμου. Και, ναι, στην ευτυχία. Γιατί η ευτυχία, Άλκηστις, δεν είναι μία μεγάλη στιγμή. Είναι πολλές μικρές στιγμές που, όταν τις κοιτάξεις κάποτε από απόσταση, καταλαβαίνεις πως όλες μαζί έφτιαξαν τη ζωή σου. Κι όταν πια η σχέση μας ωρίμασε και γίναμε πραγματικοί σύντροφοι, ο Νικηφόρος συνέβαλε και σε κάτι ακόμη, με βοήθησε να γνωρίσω καλύτερα τον ενήλικο εαυτό μου. Να καταλάβω πως μπορώ να μιλάω χωρίς φόβο για όσα αισθάνομαι, για όσα επιθυμώ, για όσα με κάνουν να νιώθω κοντά στον άνθρωπό μου. Με έκανε να αισθανθώ πως δεν χρειάζεται να ντρέπομαι για τον εαυτό μου. Και ίσως αυτό να ήταν ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που μου έκανε. Να μπορώ, μέσα στη σχέση μου, να λέω τι θέλω χωρίς φόβο και χωρίς να αισθάνομαι πως πρέπει να απολογούμαι επειδή έχω επιθυμίες.
Αυτό, Άλκηστις, είναι κάτι που μαθαίνεται. Και χρειάζεται χρόνο. Όπως ακριβώς χρειάστηκε χρόνο και ο δικός μας έρωτας για να γίνει αυτό που τελικά έγινε.»
Η Άλκηστις την άκουγε χωρίς να την διακόψει .Για πρώτη φορά ίσως καταλάβαινε πως πίσω από όλες τις σημερινές ερωτικές περιπέτειες της Εριφύλης υπήρχε μια πολύ παλιότερη ιστορία. Μια ιστορία που δεν είχε αρχίσει με το πάθος, αλλά με ένα βλέμμα, μια γνωριμία και δύο ανθρώπους που, χρόνια αργότερα, είχαν επιλέξει να χτίσουν μαζί τη ζωή τους.
«Ήμουν ακόμη παρθένα, πρωτάρα, ολίγον άσχετη και πολύ αγχωμένη. Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν τόσο κοντά σε έναν άντρα και, φυσικά, υπήρχε αμηχανία. Εκείνος όμως ήξερε πώς να με κάνει να αισθανθώ άνετα. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα, αλλά ήταν δίπλα μου ο άνθρωπος που αγαπούσα· μπορούσα να του μιλήσω, να τον ρωτήσω, να του πω τι ένιωθα.
Ξαδερφούλα, αν εμπιστεύεσαι πραγματικά τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου, πολλά πράγματα γίνονται πιο απλά. Η πρώτη μου φορά, οφείλω να ομολογήσω, μου έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη. Όχι μόνο επειδή ήταν η πρώτη, αλλά επειδή ήταν δεμένη με την εμπιστοσύνη και το συναίσθημα που είχα τότε για εκείνον.»
Η Άλκηστις την κοίταξε με ενδιαφέρον. «Δηλαδή μου λες ότι ο Νικηφόρος ήταν ο πρώτος άντρας που ερωτεύτηκες και εκείνος που σε έφερε πρώτη φορά σε μια ολοκληρωμένη ερωτική σχέση;»
«Ναι. Πριν γνωρίσω τον Νικηφόρο ήμουν αρκετά άβγαλτη, σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις μου με τους άντρες. Είχα ελάχιστες και πολύ περιορισμένες εμπειρίες. Στην ουσία, μαζί του γνώρισα για πρώτη φορά πραγματικά την ερωτική πλευρά μιας σχέσης. Μέχρι τότε υπήρχαν μόνο κάποια αθώα φιλιά και λίγες δειλές εμπειρίες με ένα προηγούμενο αγόρι.
Ήμουν συνεσταλμένη και μάλλον συντηρητική. Ό,τι έκανα ήταν προσεκτικό, ελεγχόμενο, μέσα σε όρια που εγώ αισθανόμουν ασφαλή. Ο Νικηφόρος, αντίθετα, ήταν πολύ πιο απελευθερωμένος. Είχε μεγαλύτερη άνεση με το ερωτικό κομμάτι και προσπαθούσε σιγά-σιγά να με βοηθήσει να ξεπεράσω τις αναστολές μου. Δεν τα κατάφερε αμέσως, βέβαια. Χρειάστηκε χρόνος. Από τη στιγμή όμως που εμφανίστηκε στη ζωή μου, κάτι είχε αλλάξει. Ήταν άνθρωπος δοτικός, με τραβούσε, με μαγνήτιζε. Και το παράξενο είναι πως, ενώ ήμουν τόσο άπειρη, η παρουσία του δεν με φόβιζε.
Με διεκδικούσε με μια αυτοπεποίθηση που τότε μου φαινόταν σχεδόν θρασύτητα, και, αντί να με απομακρύνει, με έκανε να τον θέλω περισσότερο. Θυμάμαι ακόμη εκείνα τα μικρά παιχνίδια ανάμεσα μας. Περνούσε δήθεν τυχαία από δίπλα μου, έγερνε ελαφρά το κεφάλι, σαν να ήθελε να συγκρατήσει το άρωμα μου. Κι εγώ, αντί να κάνω πως δεν καταλάβαινα, του ανταπέδιδα ένα πονηρό χαμόγελο.
Με κοιτούσε περιμένοντας μια μικρή ένδειξη από μένα. Κι εγώ την έδινα.
Ήταν σαν ένα παιχνίδι που κανείς από τους δυο μας δεν ήθελε να τελειώσει. Και, κατά βάθος, το ξέραμε και οι δύο.Ήταν απλώς θέμα χρόνου.»
...Το μυαλό της γύρισε δέκα χρόνια πίσω, σ’ εκείνο το όμορφο βράδυ του Μαΐου. Τότε είχε γνωρίσει τον άντρα που έμελλε να γίνει ο σύζυγός της. Ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερος της, όμως από την πρώτη στιγμή της είχε κάνει εξαιρετική εντύπωση. Ήταν γοητευτικός, ψηλός, καλοφτιαγμένος, με εκείνη την ήρεμη αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που ξέρει ποιος είναι και τι θέλει.
Και ναι… μπορεί τον πρώτο καιρό να μην ανταποκρινόταν φανερά στο ενδιαφέρον του, όμως το καταλάβαινε από τον τρόπο που την κοιτούσε.Του άρεσε.Την ποθούσε.
Και μέσα της είχε αρχίσει να σχηματίζεται μια παράξενη, γλυκιά βεβαιότητα, ίσως αυτός να ήταν ο άνθρωπος που θα την έκανε να ανακαλύψει μια πλευρά του εαυτού της που μέχρι τότε δεν γνώριζε. Να 
την κάνει να νιώσει γυναίκα, αισθησιακή, επιθυμητή.
Εκείνος, πάντως, δεν άργησε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Όταν της ανακοίνωσε πως είχε αποφασίσει να μιλήσει στους γονείς της και να ζητήσει επίσημα τη σχέση τους, εκείνη όχι μόνο δεν αιφνιδιάστηκε, αλλά μέσα της ένιωσε μια χαρά που δύσκολα έκρυβε.
Η μητέρα της, μάλιστα, κυριολεκτικά ξετρελάθηκε μαζί του.
Την είχε μαγέψει ο έμπειρος, ψηλός, καλοφτιαγμένος και ευγενικός ναυτικός.
«Αν δεν την έδινα σ’ έναν τέτοιο ονειρεμένο άντρα, σε ποιον θα την έδινα;» έμοιαζε να σκέφτεται.
Κι εκείνη; Εκείνος τελικά δεν της κούρσεψε μόνο την καρδιά. Της κέρδισε τα όνειρα, τις προσδοκίες, ολόκληρη τη ζωή της. Της πήρε, θα έλεγε αργότερα, όλες τις ανάσες της, από την πρώτη μέχρι την τελευταία. Ναι.Τον είχε ερωτευτεί από το πρώτο κιόλας βράδυ.
Ήταν η μητέρα του που της είχε κάνει την πρόταση να πάει μαζί τους για λίγες ημέρες διακοπές σ’ ένα 
παραθαλάσσιο σπίτι, το οποίο τους είχαν παραχωρήσει κάποιοι συγγενείς στον Κορινθιακό.
Οι γονείς της δίστασαν στην αρχή. Ύστερα, μετά από λίγη συζήτηση, δέχτηκαν.
Το σπίτι ήταν χτισμένο σε ένα ύψωμα, με θέα προς τη θάλασσα, και στο επάνω επίπεδο υπήρχε μια μικρή, ανεξάρτητη γκαρσονιέρα, την οποία είχε καταλάβει ο Νικηφόρος.
Είχε περάσει η ώρα και στο σαλόνι είχαν απομείνει μόνο οι τρεις τους: εκείνη, ο Νικηφόρος και η μητέρα του.
Κάποια στιγμή εκείνος γύρισε προς το μέρος της.
«Πήγαινε εσύ απάνω, στο δωμάτιο μου, να αναπαυτείς με την ησυχία σου. Κι εγώ θα ανέβω σε 
λίγο.»
Ασυναίσθητα κοίταξε τη μητέρα του πριν απαντήσει.
Εκείνη χαμογέλασε. «Τι με κοιτάς εμένα; Δεν είσαι μωράκι να θέλεις την άδειά μου…»
Η απάντηση εκείνη της έλυσε και την τελευταία της αμφιβολία.
Ανέβηκε επάνω. Εκείνο το βράδυ είχε πανσέληνο. Τράβηξε τις κουρτίνες που κάλυπταν την μπαλκονόπορτα, την άνοιξε και βγήκε στην τεράστια βεράντα. Μια βελούδινη ζέστη την τύλιξε.
Στάθηκε για λίγο ακίνητη, ρεμβάζοντας τον νυχτερινό ουρανό. Στα πόδια της απλωνόταν η φωτισμένη πολιτεία της Κορίνθου, αμφιθεατρικά απλωμένη απέναντί της. Πέρα, η θάλασσα σκοτείνιαζε και χανόταν μέσα στη νύχτα, απέραντη και σχεδόν ακίνητη.Μυρωδιές και ήχοι έρχονταν από παντού.
Από κάποιο γειτονικό διαμέρισμα ακουγόταν μια κιθάρα. Κάπου μακρύτερα μια φωνή. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, ο αδιόρατος, μονότονος ψίθυρος της θάλασσας.
Ένιωθε παράξενα. Σαν να είχε απομακρυνθεί ξαφνικά όλος ο κόσμος. Σαν να υπήρχαν μόνο εκείνη κι εκείνος. Και μέσα της κάτι προμήνυε πως εκείνη η νύχτα δεν θα έμοιαζε με καμία άλλη.
«Πώς σου φαίνεται;» άκουσε πίσω της.
Γύρισε. Ο Νικηφόρος στεκόταν στην είσοδο της βεράντας και την κοιτούσε μ’ εκείνο το γνώριμο, παιχνιδιάρικο βλέμμα που την είχε αναστατώσει από την πρώτη τους γνωριμία.
Τον θυμόταν ακόμη έτσι. Το βλέμμα του. Το χαμόγελό του.Τον τρόπο που πλησίασε χωρίς βιασύνη, σαν να ήξερε ήδη πως εκείνη η στιγμή ανήκε και στους δυο τους.
Κι ύστερα, όταν την άγγιξε απαλά, ένιωσε ένα ρίγος να διατρέχει ολόκληρο το σώμα της.
Εκείνο το άγγιγμα είχε κάτι περισσότερο από τρυφερότητα. Είχε υπόσχεση.
Και η νύχτα, φωτισμένη από την πανσέληνο, έμοιαζε ξαφνικά να κλείνει γύρω τους σαν ένας αόρατος 
κύκλος. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε πάνω της με θαυμασμό και εκείνη, αντί να κρυφτεί, τον άφησε να δει την αναστάτωση της. Οι αποστάσεις ανάμεσα τους λιγόστεψαν. Οι κουβέντες έγιναν ψίθυροι.
Και κάποια στιγμή έπαψαν εντελώς. Εκείνη τη νύχτα ένιωσε πως άνοιγε μπροστά της ένας καινούργιος κόσμος. Ο έρωτας δεν ήταν πια μια ιδέα, ούτε κάτι που είχε ακούσει στις ιστορίες των άλλων.
Ήταν εκεί, ζωντανός, ανάμεσα τους. Η ανάσα του κοντά της, τα φιλιά του, η τρυφερότητα με την οποία την πλησίαζε, όλα είχαν μια ένταση που την έκανε να ξεχνά τον χρόνο.
Τον κοιτούσε στα μάτια και είχε την παράξενη αίσθηση πως εκείνος διάβαζε μέσα της όσα η ίδια δεν τολμούσε ακόμη να πει. Και τότε κατάλαβε πως δεν ήταν μόνο ο άντρας που είχε γνωρίσει εκείνο το πρώτο βράδυ. Ήταν ο άνθρωπος στον οποίο, χωρίς να το έχει καταλάβει, είχε ήδη αρχίσει να παραδίδει την καρδιά της.
Ο έρωτάς του της φάνηκε λυτρωτικός. Σαν να άνοιγε μια πόρτα που μέχρι τότε φοβόταν να αγγίξει.
Και η νύχτα εκείνη έμεινε μέσα της σαν ένα τελετουργικό έρωτα, τρυφερότητας και πάθους, μια πρώτη μεγάλη αποκάλυψη που, ακόμη και δέκα χρόνια αργότερα, μπορούσε να την κάνει να χαμογελά.
Πρόθυμη και ανυπόμονη, αφέθηκα στην αγκαλιά του. Ο Νικηφόρος ένιωσε την εμπιστοσύνη μου και αυτό τον συγκίνησε βαθιά. Προσπάθησε να με καθησυχάσει με λόγια τρυφερά, να μου διώξει τον φόβο και την αμηχανία.«Μωρό μου, η φύση ξέρει καλύτερα από όλους μας τι κάνει. Το σώμα της γυναίκας είναι φτιαγμένο για να υποδέχεται τον έρωτα. Μη φοβάσαι. Αν υπάρξει κάποια ενόχληση, θα είναι 
μικρή και θα περάσει. Εγώ είμαι εδώ.»
Τα λόγια του, ο τρόπος που με κοιτούσε, η τρυφερότητα με την οποία με πλησίαζε, όλα μαζί με έκαναν να νιώσω ασφαλής.Κι ύστερα οι συγκινήσεις που με κατέκλυσαν ήταν τόσο πολλές και τόσο συγκεχυμένες, ώστε ακόμη και σήμερα δυσκολεύομαι να τις βάλω σε τάξη. Η μία διαδεχόταν την άλλη, σαν εικόνες ενός ονείρου που δεν προλαβαίνεις να συγκρατήσεις.
Πόσο μπορούσε να κρατήσει εκείνη η νύχτα; Δεν ξέρω.Ξέρω μόνο πως, όσο περνούσε η ώρα, παραδινόμουν όλο και περισσότερο στη ζεστασιά της αγκαλιάς του και στην πρωτόγνωρη ένταση όσων ζούσα.Κάποια στιγμή ένιωσα πως ο χρόνος είχε πάψει να υπάρχει. Υπήρχαμε μόνο εμείς.
Εκείνος κι εγώ. Κι όταν αργότερα έμεινα κουρνιασμένη στην αγκαλιά του, εξαντλημένη αλλά ευτυχισμένη, είχα την αίσθηση πως κάτι μέσα μου είχε αλλάξει για πάντα.
«Καληνύχτα, μέλλουσα γυναίκα μου», μου ψιθύρισε.
Τον κοίταξα και χαμογέλασα. Και φιληθήκαμε ξανά, με εκείνο το φιλί που μοιάζει περισσότερο με υπόσχεση παρά με αποχαιρετισμό. Ξημερώνοντας, προσπάθησα να βάλω σε μια σειρά τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας.
Αδύνατον. Οι εικόνες ήταν πολλές, οι αισθήσεις ακόμη περισσότερες, και καθεμιά έφερνε μαζί της μια διαφορετική συγκίνηση. «Η μνήμη δεν είναι μια καλά τακτοποιημένη ντουλάπα», θυμήθηκα τα λόγια της μητέρας μου.
Και πράγματι. Μέσα στο μυαλό μου όλα ήταν ανακατεμένα, το φως του φεγγαριού, η θάλασσα, το βλέμμα του, τα φιλιά, η αγκαλιά του, η αίσθηση ότι εκείνη τη νύχτα είχα περάσει ένα αόρατο σύνορο και είχα βρεθεί σε έναν καινούργιο κόσμο.Κοίταξα για λίγο τον εαυτό μου και αναγνώρισα πάνω μου μικρά σημάδια της προηγούμενης νύχτας, σαν σιωπηλά ντοκουμέντα μιας εμπειρίας που δεν χρειαζόταν πλέον καμία εξήγηση.
«Η αγάπη είναι πόλεμος», σκέφτηκα, θυμούμενη τους ποιητές. Μόνο που ο δικός μου πόλεμος είχε τελειώσει με μια παράξενη ειρήνη.
«Καλημέρα, αγάπη μου.» Ήταν οι πρώτες λέξεις που άκουσα.
Άνοιξα τα βλέφαρα και το πρωινό φως με θάμπωσε. Τα έκλεισα πάλι για μια στιγμή, έτριψα τα μάτια μου και τα ξανάνοιξα, σαν να ήθελα να βεβαιωθώ πως ο κόσμος εξακολουθούσε να είναι εκεί, φωτεινός και έγχρωμος. Και τότε είδα εκείνον. Καθόταν ήσυχα στην άκρη του κρεβατιού και με κοιτούσε με 
μια λαχτάρα που δεν χρειαζόταν λόγια. Το χάδι του στο μάγουλό μου και το πρωινό του χαμόγελο ήταν ίσως το ομορφότερο ξύπνημα που είχα γνωρίσει ποτέ.
«Καλημέρα…» του απάντησα σχεδόν ψιθυριστά. Και χαμογέλασα κι εγώ.
Από εκείνο το βράδυ ένιωθα πως είχα γίνει η γυναίκα του Νικηφόρου μου. Οι επόμενες ημέρες κύλησαν όπως ακριβώς θα θέλαμε να κυλήσουν οι πρώτες ημέρες ενός καλοκαιριού που μόλις είχε αρχίσει να μας ανήκει. Θάλασσα, μπάνια, βόλτες, γέλια, παρέες, ξενύχτια και ατέλειωτες ώρες μαζί. Είχαμε ανακαλύψει ο ένας τον άλλον και, όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο περισσότερο απολαμβάναμε την εγγύτητα και την τρυφερότητα μας.
Ήταν μια καινούργια εμπειρία για μένα, αλλά δεν είχε τίποτα το τρομακτικό πια. Ήταν η αρχή της κοινής μας ζωής. Και αυτές οι πρώτες καλοκαιρινές ημέρες έμειναν μέσα μου αξέχαστες. Όχι μόνο για όσα ζήσαμε, αλλά κυρίως για εκείνη την αίσθηση πως, μέσα σε λίγες ημέρες, είχα περάσει από τη μία όχθη της ζωής στην άλλη. Φυσικά, οι γονείς μου κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Δεν χρειάζονταν εξηγήσεις. Ήταν από εκείνες τις σιωπηλές οικογενειακές αλήθειες που όλοι γνωρίζουν και κανείς δεν αισθάνεται την ανάγκη να τις προφέρει. Και δεν μου είπαν ούτε μία λέξη.
Ίσως επειδή κατάλαβαν πως δεν είχα απλώς μεγαλώσει. Είχα ερωτευτεί.

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Upupa epops II

...Ο Αλκιβιάδης έφτασε στο χαλικόστρωτο δρομάκι, πλαισιωμένο από κατακόκκινες παπαρούνες που φύτρωναν ανάμεσα στα χαλίκια. Το μονότονο μουρμουρητό των μικρών χειμάρρων έφτανε τώρα πιο καθαρά στ' αυτιά του. Ψηλά, προς τη δύση, τα σύννεφα έμοιαζαν με μπαμπακένιες τούφες σκορπισμένες στον ουρανό, ενώ περαστικά πουλιά διέσχιζαν κοπαδιαστά τον γαλανό θόλο και χάνονταν πίσω από τις κορφές των βράχων. Πάνω στις βουνοκορφές, το ελαφρύ αεράκι κυμάτιζε τις φυλλωσιές και ζωντάνευε τα γύρω δέντρα.
Λάτρευε την άνοιξη. Θα μπορούσε να μένει ώρες ολόκληρες ακίνητος, χαζεύοντας τη φύση και αφήνοντας το βλέμμα του να περιπλανιέται πάνω στα χρώματα, στους ήχους και στις μυρωδιές της.
Το αεράκι της ποταμιάς του χάιδευε το μέτωπο. Ο ανοιξιάτικος ήλιος κατηφόριζε νωχελικά προς τη δύση, πάνω από τον Λακωνικό κόλπο, λούζοντας με το απαλό του φως την καταπράσινη λαγκαδιά. Εκείνη τη στιγμή, το βλέμμα του στάθηκε σε μια παράξενη σκιά που γλιστρούσε μέσα στη σκιά ενός περαστικού σύννεφου πάνω από τους λόφους.
Στην αρχή νόμισε πως ήταν παιχνίδισμα του φωτός. Ύστερα, καθώς πλησίαζε, η σκιά πήρε μορφή. Ξεπρόβαλε αργά μέσα από μια συστάδα από σκίνα και πουρνάρια στα δεξιά του, πετώντας νωχελικά, με αργές, κυματιστές κινήσεις. Άνοιγε τις φτερούγες του με τόση χάρη, που έμοιαζε περισσότερο με πολύχρωμη πεταλούδα παρά με πουλί, καθώς οι εντυπωσιακοί χρωματισμοί τους άστραφταν στο φως.
Ύστερα προσγειώθηκε απαλά στη διχάλα μιας μικρής συκιάς, απέναντι από τα κτήματα του Λουκά του Αρώνη. Ο Αλκιβιάδης κοντοστάθηκε. Έμπλεξε τα δάχτυλά του και έμεινε να το παρατηρεί, σχεδόν μαγεμένος. Το πουλί έσκυβε πότε πότε και περιποιούνταν το πτέρωμα του με το μακρύ, λεπτό ράμφος του. Ήταν ένας τσαλαπετεινός (Upupa epops), από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της λακωνικής γης. Το χρυσοκάστανο σώμα του, οι ασπρόμαυρες ρίγες των φτερών και το χαρακτηριστικό λοφίο με τις μαύρες άκρες το έκαναν να μοιάζει με μικρό βασιλιά της άνοιξης. Ο ήλιος έγερνε αργά προς τη δύση, πάνω από τον Κούνο, σκορπίζοντας μια καθάρια, χρυσογάλαζη ακτινοβολία στη ρεματιά. Μέσα σ' εκείνο το γλυκό απομεσήμερο, τα πλουμιστά χρώματα του τσαλαπετεινού άναβαν και έσβηναν στο φως, ενώ οι κομψές καμπύλες των φτερών του έμοιαζαν να είναι κεντημένες με χρυσάφι.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
......Το Μεγάλο Ρέμα!
.....

Upupa epops

.Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα), Μονεμβασιά. 1957. Ήταν επτάχρονος και ήταν άνοιξη. Το ελαφρύ αεράκι δημιουργούσε μικρά κύματα στις φυλλωσιές, δίνοντας ζωή σε όλο το τοπίο. Του άρεσε ιδιαίτερα αυτή η εποχή, η στιγμή που η φύση ξαναγεννιόταν και κάθε μικρή λεπτομέρεια αποκτούσε τη δική της σημασία. Μπορούσε να κάθεται ώρες ακίνητος, παρατηρώντας χωρίς να κουράζεται. Δεν ήταν απλώς μια παρακολούθηση του κόσμου γύρω του, ήταν ένας σιωπηλός διάλογος με τη φύση. Ένας τρόπος να χάνεται στις μικρές κινήσεις, στους ήχους και στα χρώματα, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει κάτι βαθύτερο από την απλή ομορφιά του τοπίου. Ίσως χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, μάθαινε από τη φύση την υπομονή και την αρμονία της. «Η φύση δεν βιάζεται ποτέ, κι όμως τα πάντα γίνονται στην ώρα τους.» ( Λάο Τσε, Κινέζος φιλόσοφος (6ος αιώνας π.Χ.) Το βλέμμα του ακολούθησε ένα περαστικό σύννεφο πάνω από τους λόφους, καθώς ο ανοιξιάτικος ήλιος ανυψωνόταν αργά πίσω από τα βουνά, σαν να δυσκολευόταν ακόμη να αποχωριστεί τη νωχελική ησυχία της νύχτας. Μια γλυκιά δροσιά παρέμενε στην ατμόσφαιρα, χαρίζοντας στον τόπο εκείνη τη μοναδική φρεσκάδα της άνοιξης.
Έμπλεξε τα δάχτυλά του και έμεινε ακίνητος να παρατηρεί. Απέναντι, στη διχάλα της μικρής συκιάς, στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη, του Καραστατήρη, αντίκρισε μια μορφή που έμοιαζε με ζωντανό πολύχρωμο ψηφιδωτό. Ήταν ένας τσαλαπετεινός.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της λακωνικής γης, ένα από τα πιο ξεχωριστά δημιουργήματα της φύσης. Ο τσαλαπετεινός (Upupa epops) ξεχώριζε από το μακρύ λοφίο του με τις μαύρες άκρες, που άνοιγε και έκλεινε σαν μικρό στέμμα πάνω στο κεφάλι του.
Τον είχε πρωτοδεί λίγο νωρίτερα να ξεπροβάλλει αργά μέσα από μια συστάδα σκίνων και πουρναριών στο μπροστινό χαντάκι του σπιτιού. Πετούσε νωχελικά, κυματιστά, ανοίγοντας αργά τις φτερούγες του, σχεδόν σαν πεταλούδα, αποκαλύπτοντας τους μοναδικούς σχηματισμούς και τις αποχρώσεις του φτερώματος του. Ο ήλιος τώρα είχε ανέβει ψηλότερα πάνω από τον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα και έλουζε το τοπίο με καθαρό φως. Μέσα σε αυτή τη φωτεινή αγκαλιά, τα χρώματα του πουλιού έμοιαζαν να ζωντανεύουν ακόμη περισσότερο. Ο τσαλαπετεινός έμεινε εκεί, με τις κομψές καμπύλες του σώματός του, και άρχισε να τραγουδά. Πανέμορφα πλάσματα, που από τα αρχαία χρόνια γέννησαν μύθους και ιστορίες. Πουλιά που δεν περνούν ποτέ απαρατήρητα, γιατί κουβαλούν κάτι από το θαύμα της φύσης. Κι εκείνος, λουσμένος στη ζεστασιά της καθαρής ανοιξιάτικης ημέρας, ένιωσε μέσα του μια βαθιά χαρά να φουσκώνει αργά, σαν την παλίρροια που ανεβαίνει σιωπηλά και γεμίζει την ακτή.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Θύμησες Παιδικές!
.....



Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Tao Te Tsingk

Ζήτησα μια επιμέλεια απ' το ://chatgpt.com/ : .......Να διορθώσει τυχόν ορθογραφικά, συντακτικά ή εκφραστικά λάθη, διατηρώντας ακριβώς το δικό μου ύφος.
....... Να μου πει τη γνώμη του με παρατηρήσεις στις «αναρτήσεις» ..... Οι ρίζες μου-Από την παιδικότητα στην εφηβεία ... έως και .....Από την παιδικότητα στην εφηβεία- ο Επίλογος..... που αποτελείται από 31 ενότητες....
Το ευχαρίστησα για τις εύστοχες παρατηρήσεις δηλώνοντας ότι οι παρατηρήσεις του μου θυμίζουν τα λόγια  Τάο Τε Τσινγκ....................
Η απάντηση:
 Σας ευχαριστώ θερμά για τα λόγια σας. Η αναφορά σας στο Τάο Τε Τσινγκ είναι πολύ ταιριαστή με τον τρόπο που προσεγγίζετε κι εσείς τη γραφή σας: όχι ως μια προσπάθεια να επιβάλετε ένα νόημα στον αναγνώστη, αλλά σαν να αφήνετε τον άνεμο να περνά πάνω από ένα τοπίο και να αποκαλύπτει σιγά-σιγά τις μορφές του. Στα κείμενά σας υπάρχει κάτι που μοιάζει με αυτό που οι Κινέζοι φιλόσοφοι ονόμαζαν wu wei (無為), τη «δράση χωρίς εξαναγκασμό». Δεν σημαίνει αδράνεια· σημαίνει να επιτρέπεις στα πράγματα να αναδυθούν με τη φυσική τους ροή. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στις αναμνήσεις του Αλκιβιάδη: δεν επιστρέφει απλώς σε γεγονότα, αλλά σε ήχους, μυρωδιές, φως, τοπία, ανθρώπους που έχουν αφήσει αποτύπωμα. Η δική μου συμβολή στην επιμέλεια δεν είναι να αλλάξει η ψυχή του κειμένου, αλλά να βοηθήσω ώστε αυτό που ήδη υπάρχει μέσα του να αναπνεύσει καλύτερα. Όπως ο άνεμος που αναφέρατε: δεν δημιουργεί το βουνό, δεν φτιάχνει το δέντρο, δεν ζωγραφίζει το τοπίο· απλώς περνά και κάνει τα φύλλα να ακουστούν. Και κάτι ακόμη: αυτό που ξεχωρίζει στα αποσπάσματά σας είναι ότι η φύση δεν είναι σκηνικό. Ο Κούνος, η ρεματιά, οι βράχοι, οι πέρδικες, ο τσαλαπετεινός, η πάχνη, η καταιγίδα, δεν υπάρχουν απλώς για να «στολίσουν» την αφήγηση. Είναι φορείς μνήμης. Είναι σαν οι τόποι να έχουν δική τους μνήμη και να συνομιλούν με τον άνθρωπο.Ίσως γι’ αυτό ο τσαλαπετεινός στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη λειτουργεί τόσο δυνατά: δεν είναι ένα πουλί που απλώς είδε ένα παιδί. Είναι μια μικρή στιγμή θαυμασμού που επέζησε δεκαετίες μέσα στον άνθρωπο που το θυμάται.Συνεχίστε να γράφετε με αυτή την υπομονή. Τα κείμενα μνήμης δεν χρειάζονται βιασύνη· όπως η φύση που αναφέρατε, έχουν τον δικό τους χρόνο να ανθίσουν.

Βλέπε:
Click to Open
Οι Ρίζες του. Από την Παιδικότητα στην Εφηβεία. !
.....

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

One Night Stand at Thessaloniki

.Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι: (Part:2)....Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε για περισσότερες λεπτομέρειες:
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)
Η Ναυσικά ένιωσε μια πρωτόγνωρη έξαψη να την κατακλύζει. Η πρόταση της Ανδρομάχης δεν ήταν απλώς μια πρόταση, ήταν ένα στοίχημα. Ένιωσε την καρδιά της να χτυπά με έναν ρυθμό που δεν είχε ξανακούσει, έναν ρυθμό ρυθμικό, σχεδόν προκλητικό. Η Ανδρομάχη δεν της ζήτησε απλώς να πάνε ένα ταξίδι. Της ζήτησε να συνωμοτήσουν, να γίνουν οι αρχιτέκτονες ενός παιχνιδιού όπου οι ρόλοι θα αντιστρέφονταν. Το βλέμμα της Ανδρομάχης παρέμενε καρφωμένο πάνω της, βαρύ από υποσχέσεις και μια σιγουριά που τρόμαζε και συνάμα μαγνήτιζε τη Ναυσικά. «Τρεις μέρες και δύο νύχτες...» ψιθύρισε η Ναυσικά, με τη φωνή της να ακούγεται ασυνήθιστα σταθερή, παρά την εσωτερική της αναταραχή. «Στη Θεσσαλονίκη, εδώ που ο αέρας μυρίζει πάντα θάλασσα και ανυπακοή.» Έσφιξε ανεπαίσθητα το χέρι της Ανδρομάχης, παρασυρμένη από την ένταση της στιγμής. Η λογική της, που πάντα την έκανε να ζυγίζει τα βήματά της, εκείνη τη στιγμή φάνταζε σαν ένα παλιό, ξεθωριασμένο ρούχο που δεν χρειαζόταν πια. «Δεν είναι μόνο η πρόκληση, Ανδρομάχη», απάντησε η Ναυσικά, τολμώντας να την κοιτάξει με μια νέα αυθάδεια. «Είναι η απελευθέρωση. Το να αφήσουμε άλλους να νομίζουν ότι κρατούν τα ηνία, ενώ εμείς θα κινούμαστε στις σκιές, παρατηρώντας τους να πέφτουν στην παγίδα της δικής μας αδιαφορίας... ή της δικής μας γοητείας. Είναι ένα παιχνίδι που δεν έχω παίξει ποτέ, αλλά νιώθω ότι οι κανόνες του είναι γραμμένοι στο αίμα μου.» Ένα μικρό, σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της Ναυσικάς. Η σκέψη των αντρών που θα πίστευαν πως ήταν οι κυρίαρχοι, ενώ στην πραγματικότητα θα ήταν απλώς πιόνια σε μια παρτίδα που η ίδια και η Ανδρομάχη θα διηύθυναν, της έδωσε μια αίσθηση δύναμης που δεν είχε γνωρίσει ποτέ. «Δέχομαι το στοίχημα», είπε η Ναυσικά, και η φωνή της τώρα είχε τη σιγουριά μιας γυναίκας που μόλις είχε αποφασίσει να κάψει τις γέφυρες με τον παλιό της εαυτό. 
Η Ανδρομάχη σταμάτησε για μια στιγμή, αφήνοντας το αεράκι του Θερμαϊκού να της ανακατέψει τα μαλλιά, και με το βλέμμα στραμμένο προς το βάθος του ορίζοντα, συμπλήρωσε με φωνή που έμοιαζε να κουβαλάει όλη τη μαγεία της πόλης: «Απόψε στη Θεσσαλονίκη ο έρωτας περιφέρεται ανάμεσα στα φώτα της παραλίας και τις σκιές των στενών! Είναι ένας έρωτας αλλιώτικος, Ναυσικά. Δεν κρατάει χάρτη και δεν υπόσχεται επιστροφές. Περιφέρεται ανάμεσα στα φώτα της παραλίας και τις σκιές των στενών, και μας περιμένει γιατί η Θεσσαλονίκη δεν κοιμάται ποτέ όταν έρχεται η νύχτα.». 
Η Ναυσικά έγνεψε καταφατικά, νιώθοντας πως η βραδιά μόλις είχε αρχίσει να ξεδιπλώνεται σαν ένα σπάνιο χειρόγραφο.
«Και ο ρασοφόρος;» ρώτησε η Ναυσικά, χαμηλώνοντας λίγο τον τόνο της φωνής της.
«Ο ρασοφόρος;» επανέλαβε η Ανδρομάχη, αφήνοντας το όνομα να γλιστρήσει από τα χείλη της σαν μια λέξη χωρίς πια κανένα βάρος.» Έκανε ένα βήμα πιο κοντά, τόσο που η Ναυσικά μπορούσε να νιώσει την ανάσα της, μια ανάσα που μύριζε υπόσχεση και ελευθερία. «Ξέχνα τον, Ναυσικά. Στη Θεσσαλονίκη, τα κλαμπ δεν είναι ναοί σιωπής. Είναι φωτεινές αρένες, γεμάτες ζωή, παλμό και δίψα. Εκεί θα βρεις δεκάδες ρασοφόρους. Θα είναι σαν κι εμάς, άνθρωποι που αναζητούν την ένταση για να νιώσουν ζωντανοί.» Η Ανδρομάχη χτύπησε ελαφρά το χέρι της Ναυσικάς, σαν να επικύρωνε μια συμφωνία. «Φαντάσου το. Να μπαίνουμε μέσα, να γινόμαστε το επίκεντρο χωρίς να προσπαθούμε, και να βλέπουμε τον καθέναν από αυτούς να προσπαθεί να μας κερδίσει, πιστεύοντας πως είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Θα παίξουμε μαζί τους, θα τους αφήσουμε να μας πλησιάσουν, θα τους αφήσουμε να πιστέψουν πως μας κατέκτησαν... και τη στιγμή που θα νομίζουν ότι έχουν τον έλεγχο, εμείς θα έχουμε ήδη φύγει, αφήνοντάς τους να αναρωτιούνται τι τους χτύπησε. Λοιπόν; Θα πάμε να βρούμε την πυρκαγιά που μας περιμένει;»
«Εμείς θα έχουμε ήδη φύγει, αφήνοντας τους να αναρωτιούνται τι τους χτύπησε! Και αν μας ανάψουν φωτιές;» τη ρωτάει προβληματισμένη η Ναυσικά. 
Η Ανδρομάχη χαμογέλασε, ένα χαμόγελο που δεν έφτανε μόνο στα χείλη, αλλά φώτιζε όλο της το πρόσωπο με μια άγρια, σχεδόν αρχέγονη ικανοποίηση. «Αν μας ανάψουν φωτιές, Ναυσικά... τότε το παιχνίδι σταματά να είναι δικό τους και γίνεται δικό μας», απάντησε η Ανδρομάχη, «Αν μας ανάψουν φωτιές, δεν τις σβήνουμε. Τις αφήνουμε να φουντώσουν, γιατί μόνο μέσα στη φλόγα μπορείς να δεις ποιος άντρας έχει το θράσος να αντέξει το κάψιμο.» Σταμάτησε για μια στιγμή, αφήνοντας το βλέμμα της να περιπλανηθεί στο κενό, σαν να έβλεπε ήδη τις σκηνές που θα εκτυλίσσονταν στα κλαμπ της Θεσσαλονίκης. «Αν μας ανάψουν φωτιές, τους αφήνουμε να μας πλησιάσουν όσο πιο κοντά αντέχουν. Και όταν νιώσουν τη δύναμη της δικής μας πυρκαγιάς, όταν καταλάβουν πως η δική μας φλόγα είναι πολύ πιο ισχυρή, πολύ πιο καταστροφική από τη δική τους, τότε τους αναγκάζουμε να μας παραδοθούν. Δεν είναι πια θέμα κυριαρχίας, είναι θέμα επιβίωσης. Αν ένας άντρας ανάψει φωτιά μπροστά μας, θα απαιτήσουμε να μας την προσφέρει ολόκληρη. Θα τον κάνουμε να μας κοιτάξει και να καταλάβει πως, από εκείνη τη στιγμή, η ζωή του περιστρέφεται γύρω από τη δική μας θέληση.
Δεν φοβόμαστε τις πυρκαγιές, Ναυσικά. Εμείς είμαστε εκείνες που τις τροφοδοτούν. Αν κάποιος τολμήσει να παίξει μαζί μας, θα τον αφήσουμε να μας κάψει ακριβώς όσο χρειαζόμαστε για να νιώσουμε ζωντανές, και μετά... μετά θα τον αφήσουμε να καίγεται μόνος του, αναρωτώμενος πώς έχασε τα πάντα μέσα σε μια νύχτα. Είσαι έτοιμη να γίνεις η φωτιά που κανείς δεν μπορεί να τιθασεύσει;»
......Ο Αλκιβιάδης θυμόταν ολοκάθαρα πόσο πολύ είχε προσπαθήσει η Ανδρομάχη για αυτό το ταξίδι που είχε οργανώσει η ενορία τους με την προτροπή και τη συμμετοχή του ιερέα. Η προσμονή της, ο τρόπος που το σχεδίαζε, η δίψα της για αυτή την απόδραση στη Θεσσαλονίκη έδειχναν έναν άνθρωπο που μετρούσε τις μέρες να βρίσκεται δίπλα στον πνευματικό της. Και ξαφνικά, η είδηση ότι ο πνευματικός της δεν έμεινε καν μαζί τους στο ξενοδοχείο αλλά τράβηξε κατευθείαν για το Άγιο Όρος, συνοδεύτηκε από εκείνη την αλλόκοτη, υποδόρια ανακούφιση στη φωνή της. 
Η εξήγηση που σχηματίστηκε στο μυαλό του Αλκιβιάδη φάνταζε πλέον η πιο λογική, και ταυτόχρονα η πιο εκρηκτική.
 Ίσως όλη αυτή η προσμονή δεν αφορούσε απλώς ένα χαλαρό ταξίδι με τη Ναυσικά. Ίσως η παρουσία του «ρασοφόρου» να ήταν η αόρατη αφορμή, η σκιά που κινούσε τα νήματα. Μέχρι που η πραγματικότητα χτύπησε την πόρτα. Μια στιγμή, μια εικόνα, μια αποκάλυψη, όταν η Ανδρομάχη είδε τον πνευματικό, αυτόν τον άνθρωπο που θεωρούσε καθοδηγητή, να «σαλιαρίζει» απροκάλυπτα με τη νεαρή φοιτήτρια.
Η οργή εκείνης της στιγμής λειτούργησε σαν αρνητικός καταλύτης. Απότομα, γκρέμισε κάθε ιδεαλισμό, διέλυσε την αυταπάτη και έκαψε μονομιάς όποια συναισθηματική σύνδεση και οικειότητα, υπήρχε μεταξύ τους. Και τώρα, ελεύθερη από προσδοκίες, προδομένη αλλά και ξαφνικά απελευθερωμένη από μια σιωπηλή χειροπέδη, η Ανδρομάχη βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη όχι για να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα, αλλά για να κάψει τα παλιά και να ζήσει τη νύχτα με τους δικούς της όρους.
 ..Θυμήθηκε τα λόγια του φίλου του ...του «κατεργάρη» ρασοφόρου... που με σοβαροφάνεια και ιερό ζήλο του είχε υποσχεθεί να είναι ο άγρυπνος φρουρός της Ανδρομάχης. Του είχε τάξει πως με την προσευχή, την ευλογία και την καθοδήγησή του θα κρατούσε την ηθική της συνείδηση σε εγρήγορση, ώστε να μην παρασυρθεί στα πλοκάμια του διαβόλου, που παραμονεύουν τις παντρεμένες γυναίκες για να τις ρίξουν στην αμαρτία της εξωσυζυγικής σχέσης.
 Και τι έκανε αυτός ο «φύλακας άγγελος»; Αντί να μείνει δίπλα της, να αποτελεί το ηθικό της στήριγμα και να την προστατεύει από τους ύπουλους πειρασμούς της σάρκας, τα παράτησε όλα! Όχι μόνο την άφησε έκθετη στους πειρασμούς των Πρωτοπλάστων, αλλά ο ίδιος ενέδωσε πρώτος, σαλιαρίζοντας με τη φοιτήτρια πριν αναχωρήσει άρον-άρον για την ασφάλεια του Αγίου Όρους! 
Τώρα πια , πίσω στη Θεσσαλονίκη, στο κρυμμένα μπαρ στις στοές, οι ισορροπίες θα ανατραπούν πλήρως, σκέφτεται ο Αλκιβιάδης και οι σκέψεις διαδέχονταν η μία την άλλη σαν χείμαρρος.
 Πόση ασφάλεια θα ένιωθε αν ήξερε ότι ο ιερομόναχος, με τη στιβαρή του παρουσία και τη μεγάλη πείρα που είχε αποκτήσει από το γυναικείο κοινό της ενορίας του, βρισκόταν πράγματι δίπλα της! Θα ήταν εκεί για να την προστατεύσει από τις ύπουλες παγίδες του Σατανά, που γλιστρούν πονηρά στον γυναικείο νου με χίλιους δυο τρόπους, μετατρέποντας τις σκέψεις σε πράξεις και σπρώχνοντας την ψυχή στον κατήφορο της αμαρτίας και των ενοχών. Αν ο ρασοφόρος στεκόταν σαν άγρυπνος φύλακας άγγελος, ο Αλκιβιάδης θα κοιμόταν ήσυχος στην Αθήνα, βέβαιος πως η Ανδρομάχη δεν θα υπέκυπτε σε κανένα ερωτικό παραστράτημα. 
Αντί για αυτό, όμως, οι μεγαλόστομες υποσχέσεις αποδείχθηκαν κενό γράμμα. Ο «άγιος» πατέρας πήρε τα όρη και τα βουνά της Χαλκιδικής, αφήνοντας την Ανδρομάχη ανεπιτήρητη και ελεύθερη στο πιο επικίνδυνο, ατμοσφαιρικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης.
 «Δηλαδή, αυτός ο άνθρωπος δεν προβληματίζεται καθόλου;» 
Δεν περνάει καν από το μυαλό του ρασοφόρου ότι αυτή ακριβώς τη νύχτα, μέσα στους καπνούς και τη χαμηλή μουσική του μπαρ της στοάς, ένας αδέσποτος εραστής της μιας βραδιάς μπορεί να κερδίσει το προνόμιο να παρασυρθεί μαζί της σε απαγορευμένα ερωτικά παιχνίδια; Ότι κάποιος άγνωστος θα γεύεται τη θηλυκότητα της και τα θεσπέσια καπούλια της, την ίδια ώρα που ο «πνευματικός» απολαμβάνει τη γαλήνη του Αγίου Όρους;
 ............Η Ανδρομάχη και η Ναυσικά, κουρασμένες αλλά ενθουσιασμένες από το πλούσιο εκδρομικό πρόγραμμα, επέστρεψαν στο ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει το ταξιδιωτικό γκρουπ. Καθώς ανανέωναν τα ρούχα τους για τη βραδινή έξοδο, η πόρτα χτύπησε, ήταν η ξαδέρφη της Ναυσικάς, η οποία ζει και αναπνέει στους ρυθμούς της Θεσσαλονίκης λόγω του μεταπτυχιακού της.
 «Girls' night out στη Θεσσαλονίκη επιβάλλεται!» αναφώνησε η ξαδέρφη μόλις μπήκε στο δωμάτιο. «Αφού έχετε εμένα για ντόπια ξεναγό, ξεχάστε τα τουριστικά. Η Θεσσαλονίκη είναι ξεκάθαρα η πρωτεύουσα του αυθόρμητου φλερτ και της non-stop διασκέδασης. Ξεχνάτε τις στημένες καταστάσεις, εδώ το φλερτ γίνεται όρθιο, με ένα ποτό στο χέρι, ιδανικό έδαφος για κόσμο που βγαίνει με διάθεση για γνωριμίες και για άμεσο και χαλαρό φλερτ και με μουσικές που ανεβάζουν τη διάθεση καθώς πέφτει η νύχτα..
Με τα σχέδια έτοιμα, οι τρεις τους βγήκαν στους ζωντανούς δρόμους της Θεσσαλονίκης, έτοιμες να απολαύσουν μια αξέχαστη βραδιά!
Η επιλογή της ξαδέρφης αποδείχθηκε ακριβώς αυτό που χρειάζονταν. Καθώς προχωρούσαν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, τα βήματά τους τις οδήγησαν μακριά από τη φασαρία του κεντρικού δρόμου, στην είσοδο μιας ατμοσφαιρικής στοάς.
Η μετάβαση ήταν σχεδόν μαγική, μόλις πέρασαν την καμάρα της στοάς, ο ήχος της πόλης χαμήλωσε και τη θέση του πήρε η ζεστή, μπάσα μουσική που αγκάλιαζε τον χώρο. Το μπαρ φανερώθηκε μπροστά τους σαν ένας κρυμμένος θησαυρός. Η αισθητική του, ένας συνδυασμός ρετρό λεπτομερειών, χαμηλού, θερμού φωτισμού και ξύλινων στοιχείων, έδινε την αίσθηση ότι είχες μεταφερθεί σε μια άλλη εποχή ή σε μια κρυφή γωνιά κάποιου ευρωπαϊκού μητροπολιτικού μπαρ.
Καθώς μπήκαν μέσα, η φιλόξενη ενέργεια του χώρου τις έκανε αμέσως να χαλαρώσουν. Δεν υπήρχε ίχνος επιτηδευμένης αμηχανίας· ήταν ένας χώρος που απέπνεε απόλυτη ασφάλεια, οικειότητα και σεβασμό, από εκείνα τα στέκια όπου μια γυναίκα ή μια γυναικεία παρέα μπορεί να νιώσει 100% ο εαυτός της, είτε θέλει να χορέψει είτε απλώς να συζητήσει με το ποτό της.
Η είσοδός τους ήταν σαν σκηνή από ταινία που γυρίστηκε σε αργή κίνηση. Η Ανδρομάχη, η Ναυσικά και η ξαδέρφη της διέσχισαν τη στοά και πέρασαν το κατώφλι του μπαρ με έναν αέρα απόλυτα φυσικό, αέρινο και ανεπιτήδευτο. Η φυσική τους ομορφιά, φωτισμένη από τον θερμό, χαμηλό φωτισμό του χώρου, δεν χρειαζόταν τίποτα το υπερβολικό για να ξεχωρίσει.
Όμως ήταν η Ανδρομάχη που σαν μαγνήτης τράβηξε πάνω της την ατμόσφαιρα του χώρου. Σε κάθε της βήμα αποτύπωνε μια ήρεμη βεβαιότητα, μια αυτοπεποίθηση που δεν χρειαζόταν να επιβληθεί, απλώς υπήρχε. Τα βλέμματα, ανδρικά και γυναικεία, στράφηκαν πάνω της, συνοδεύοντάς την από την είσοδο μέχρι τη γωνιά της μπάρας. Φλογερές ματιές, γεμάτες θαυμασμό και περιέργεια, γλίστραγαν πάνω της, αλλά εκείνη τις προσπερνούσε με μια διακριτική, σχεδόν αριστοκρατική αδιαφορία.
Δεν ήταν θέμα αλαζονείας. Ήταν γιατί η προσοχή της ήταν αλλού.
Η καρδιά της χτυπούσε με έναν δικό της, εσωτερικό ρυθμό. Τα μάτια της, ενώ έδειχναν να κοιτούν το περιβάλλον με ηρεμία, σάρωναν διακριτικά κάθε γωνιά της στοάς, κάθε σκιά κοντά στην μπάρα, κάθε παρέα που γελούσε κάτω από τα χαμηλά φώτα. Ήξερε, ή τουλάχιστον η διαίσθησή της την έκανε να θέλει να πιστεύει βαθιά,πως εκείνο το βράδυ, σε αυτό ακριβώς το κρυμμένο στέκι της Θεσσαλονίκης, βρισκόταν ο άνθρωπος που είχε έρθει να αναζητήσει.
Η Ναυσικά και η ξαδέρφη της προχωρούσαν δίπλα της χαμογελαστές, απολαμβάνοντας την ενέργεια της βραδιάς, χωρίς να έχουν καταλάβει ακόμα πλήρως την αληθινή αποστολή της Ανδρομάχης...
 Η παντρεμένη Ανδρομάχη δεν είχε πια κανέναν «φύλακα» πάνω από το κεφάλι της, ούτε κανένα ηθικό φρένο. Ο πνευματικός της την είχε ελευθερώσει άθελα του. Οι καταπιεσμένες σεξουαλικές της ανάγκες, η διψασμένη για περιπέτεια θηλυκότητα της και η ατμόσφαιρα της νύχτας έσμιγαν επικίνδυνα.
Με το ποτήρι στο χέρι και τη Ναυσικά δίπλα της, η Ανδρομάχη κοίταξε προς την άκρη της μπάρας. Ο «πειρασμός» δεν άργησε να φανεί.
«Οκ... πάμε στα βαθιά!»
Η σκέψη πέρασε από το μυαλό της Ανδρομάχης σαν μια ηλεκτρική εκκένωση, συνοδευόμενη από ένα κρυφό, αφοπλιστικό χαμόγελο στα χείλη της. 
Η απόφασή της είχε πλέον αποκρυσταλλωθεί: καμία δέσμευση, καμία υπόσχεση για το αύριο, καμία προσδοκία που θα βάραινε τη στιγμή. Ήξερε απόλυτα τι ήθελε και ακόμα πιο σημαντικά τι δεν επιθυμούσε.
Κάποιες συναντήσεις έχουν ανυπολόγιστη αξία ακριβώς επειδή γεννιούνται, ανθίζουν και ολοκληρώνονται μέσα στα όρια μιας μοναδικής νύχτας, χωρίς να ζητούν τίποτα περισσότερο.
 Αυτό που αναζητούσε ήταν ένας νέος άνδρας με έντονο ερωτισμό, έμφυτη αυτοπεποίθηση και την τόλμη να βουτήξει μαζί της σε μια νύχτα γεμάτη αμοιβαία απόλαυση. Ήθελε κάποιον που να μπορεί να ακολουθήσει τον ρυθμό της, να αποκωδικοποιήσει τις επιθυμίες της χωρίς βιασύνη, χαρίζοντας της μια εμπειρία που θα την έκανε να νιώσει ξανά απόλυτα ζωντανή, ελεύθερη και ακαταμάχητη. 
Στο μυαλό της Ανδρομάχης, η αλήθεια ήταν απλή και αδιαπραγμάτευτη.
 Ένας εραστής, εντελώς απαλλαγμένος από τη φθορά της καθημερινότητας, τη ρουτίνα των λογαριασμών, τα άγχη της συμβίωσης και την κούραση των χρόνων, διατηρεί πάντα ζωντανό το ένστικτο του κυνηγού και του θαυμαστή. Είναι εκεί αποκλειστικά για να απολαύσει, να προσέξει, να χαρίσει το κομπλιμέντο τη στιγμή ακριβώς που πρέπει και να κάνει μια γυναίκα να αισθανθεί ξανά μοναδική, ποθητή και στο επίκεντρο του κόσμου.
Αντίθετα, σε μια μακροχρόνια σχέση ή έναν γάμο, σαν αυτόν με τον Αλκιβιάδη, η οικειότητα συχνά λειτουργεί σαν ύπουλος δολοφόνος του ρομαντισμού. Τα πράγματα γίνονται αυτονόητα. Τα βλέμματα χαρίζονται σιωπηλά, τα λόγια θαυμασμού λιγοστεύουν όχι επειδή χάθηκε η αγάπη, αλλά επειδή η συνήθεια σκεπάζει τα πάντα με μια βαριά, γκρίζα σκόνη. Η ανάγκη να εκφραστεί ο πόθος πνίγεται κάτω από το βάρος της κοινής ζωής. 
Και για μια γυναίκα όπως η Ανδρομάχη, που διψούσε για επιβεβαίωση, για το βλέμμα που καίει και την προσοχή που αποδεικνύει ότι η θηλυκότητα της παραμένει ακέραια και ακαταμάχητη, αυτή η έλλειψη είχε γίνει ασήκωτη. 
Γύρισε ελαφρώς το κεφάλι της, κοιτάζοντας σαν να βρισκόταν μπροστά της ο Αλκιβιάδης στην Αθήνα, και άφησε τα λόγια να φύγουν από τα χείλη της με μια ήρεμη, αφοπλιστική σιγουριά.
«Η μάχη είναι, όπως και να το κάνουμε, Αλκιβιάδη, άνιση», είπε με ένα αδιόρατο, σαγηνευτικό χαμόγελο. 
«Στο δικό μου μυαλό, τουλάχιστον, ο εραστής ξεκινά πάντοτε με προβάδισμα.» 
Στα μάτια της Ανδρομάχης, ο εραστής είχε το πλεονέκτημα της προσμονής, της καινούργιας γνωριμίας και της ανάγκης να κατακτήσει. Πρόσεχε τις λεπτομέρειες, χάριζε απλόχερα τον θαυμασμό του και έκανε τη γυναίκα να αισθάνεται μοναδική. Ο μόνιμος σύντροφος, αντίθετα, συχνά παρασυρόταν από τη δύναμη της συνήθειας, αφήνοντας την καθημερινότητα να σκεπάσει όσα κάποτε εξέφραζε με ευκολία.
Ίσως να μην ήταν πάντα έτσι. Ίσως να υπήρχαν σχέσεις που διέψευδαν αυτή την πεποίθηση. Εκείνη, όμως, εκείνη τη στιγμή της ζωής της, ήταν βέβαιη πως, στη δική της προσωπική ζυγαριά, ο εραστής έβγαινε νικητής. 
Ο Αλκιβιάδης έφερνε συνεχώς στο μυαλό του την ίδια εικόνα. Η Ανδρομάχη, μαζί με την κολλητή της, τη Ναυσικά, και την ξαδέρφη της, να μπαίνουν όλες μαζί σε ένα από τα δημοφιλή club/bar της Θεσσαλονίκης. Μια παρέα τριών γυναικών που απολάμβαναν τη βραδινή τους έξοδο, χωρίς να δείχνουν ότι αναζητούσαν γνωριμίες, κρατώντας διακριτικά τις αποστάσεις τους από κάθε βιαστική προσέγγιση. Στη φαντασία του, αυτή η στάση δεν αποτελούσε άρνηση, αλλά έναν τρόπο να διατηρούν τον έλεγχο της βραδιάς. Να επιλέγουν εκείνες πότε, με ποιον και μέχρι ποιο σημείο θα άφηναν μια κουβέντα ή ένα φλερτ να εξελιχθεί. Ίσως, συλλογιζόταν, αυτή η διακριτική αυτοσυγκράτηση να έκανε την παρουσία τους ακόμη πιο ενδιαφέρουσα στα μάτια των θαμώνων. 
Το παιχνίδι της γνωριμίας αποκτούσε έτσι έναν αέρα μυστηρίου, όπου τίποτε δεν ήταν δεδομένο και κάθε επόμενη κίνηση έπρεπε να κερδηθεί με ευγένεια, χιούμορ και υπομονή. Δεν ήξερε αν όλα αυτά συνέβαιναν πραγματικά ή αν ήταν αποκυήματα της ζήλιας και της φαντασίας του. Όσο περισσότερο, όμως, άφηνε το μυαλό του να πλάθει τέτοιες εικόνες, τόσο πιο αληθινές έμοιαζαν μέσα του.
 Δεν υπήρχε σχεδόν κανένα ανδρικό βλέμμα που να μην κοντοστεκόταν πάνω της. Η παρουσία της μαγνήτιζε την προσοχή με έναν τρόπο αβίαστο, σαν να εξέπεμπε μια γοητεία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Βάδιζε με την αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας που γνώριζε καλά τη δύναμη της εμφάνισης και της προσωπικότητάς της, χωρίς να έχει ανάγκη να την επιδεικνύει. 
Όποιος την παρατηρούσε θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί ότι, πριν τελειώσει η βραδιά, κάποιος θα είχε καταφέρει να κερδίσει το ενδιαφέρον της. Όχι επειδή εκείνη έδινε τέτοια δικαιώματα, αλλά επειδή η αύρα της άφηνε να αιωρείται η υπόσχεση πως η νύχτα έκρυβε ακόμη εκπλήξεις. Η Ανδρομάχη άφηνε το βλέμμα της να περιπλανιέται αργά στον χώρο. Παρατηρούσε διακριτικά τους θαμώνες, αναζητώντας εκείνο το βλέμμα που θα συναντούσε το δικό της και θα γεννούσε έναν αμοιβαίο, σιωπηλό διάλογο. Δεν την ενδιέφερε απλώς ένας όμορφος άνδρας, αναζητούσε εκείνη τη μορφή που, με την παρουσία και την αυτοπεποίθησή της, θα της ξυπνούσε τη διάθεση να φλερτάρει. Σάρωνε τα πρόσωπα ένα προς ένα, όμως κανένα δεν κατάφερνε να της κινήσει πραγματικά το ενδιαφέρον. Η μουσική γέμιζε την αίθουσα, οι παρέες γελούσαν, τα ποτήρια υψώνονταν σε πρόποση, μα εκείνη συνέχιζε να ψάχνει ανάμεσα στο πλήθος κάποιον που να ξεχωρίζει. Όταν έφτασε στη μεγάλη ξύλινη μπάρα, λουσμένη στον χαμηλό, ζεστό και ατμοσφαιρικό φωτισμό του club/bar, επιβράδυνε το βήμα της. Και τότε, σχεδόν αναπάντεχα, το βλέμμα της σταμάτησε. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, καθώς μια ευχάριστη έκπληξη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. Το βλέμμα της στάθηκε πάνω σε έναν νεαρό άνδρα που έμοιαζε να ξεχωρίζει αβίαστα από το πλήθος. Ήταν ψηλός, ευθυτενής, με αρρενωπά χαρακτηριστικά και μια σχεδόν αρμονική συμμετρία στο πρόσωπό του που του χάριζε μια διακριτική αλλά αδιαμφισβήτητη γοητεία. Δεν έκανε τίποτε για να τραβήξει την προσοχή, κι όμως, η παρουσία του αρκούσε για να τον κάνει να ξεχωρίζει μέσα στον χαμηλό φωτισμό του χώρου. Η Ανδρομάχη ένιωσε το βλέμμα της να μένει καρφωμένο πάνω του για λίγα δευτερόλεπτα περισσότερο απ' όσο συνήθιζε. Μια ευχάριστη έκπληξη ζωγραφίστηκε ασυναίσθητα στο πρόσωπό της. Δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί πως ο άγνωστος έμοιαζε εντυπωσιακά με την εικόνα που είχε πλάσει στη φαντασία της πριν ακόμη βγει εκείνο το βράδυ. Ήταν σαν να είχε πάρει σάρκα και οστά μια αόριστη προσδοκία, κάνοντάς την να αναρωτηθεί αν η νύχτα επρόκειτο τελικά να της επιφυλάσσει περισσότερες εκπλήξεις απ' όσες είχε τολμήσει να φανταστεί. Η μόνη διαφορά ήταν πως της φάνηκε ακόμη πιο νέος απ' ότι τον είχε φανταστεί. Τα καστανά, ανέμελα μαλλιά του έπεφταν ατημέλητα πάνω στο όμορφο πρόσωπό του, χαρίζοντας του εκείνη τη φυσική γοητεία που δεν μπορεί να κατασκευαστεί. Ήταν το προσεγμένο χάος της νιότης, οι ατίθασες τούφες έμοιαζαν σαν να μην είχαν ποτέ γνωρίσει χτένα, λες και μόλις είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και είχε βγει στον κόσμο με την ίδια ανεπιτήδευτη άνεση. Η εικόνα του απέπνεε φρεσκάδα, ζωντάνια και μια αβίαστη αρρενωπότητα που τον έκανε να ξεχωρίζει χωρίς καμία προσπάθεια. Η Ανδρομάχη δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Ο άγνωστος στεκόταν απέναντί της σχεδόν όπως τον είχε πλάσει η φαντασία της, μόνο που η πραγματικότητα αποδεικνυόταν ακόμη πιο γοητευτική. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα του που την έκανε να διστάζει. Τα μάτια του έμοιαζαν να αλλάζουν χρώμα καθώς έπεφτε πάνω τους ο χαμηλός φωτισμός του club/bar. Ήταν πράσινα ή μπλε; Δεν μπορούσε να αποφασίσει. Οι σκιές και οι αντανακλάσεις της νύχτας έκαναν το χρώμα τους να μεταμορφώνεται διαρκώς, προσθέτοντας ακόμη περισσότερο μυστήριο στην παρουσία του. Στα χείλη του σχηματιζόταν ένα χαμόγελο διακριτικό, με μια ανεπιτήδευτη παιχνιδιάρικη διάθεση. Δεν είχε τίποτε το επιτηδευμένο· έμοιαζε με το χαμόγελο ενός ανθρώπου που είχε μάθει να απολαμβάνει τις μικρές εκπλήξεις της ζωής και να αντιμετωπίζει τους άλλους με φυσική αυτοπεποίθηση. Η Ανδρομάχη δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πως η εμφάνισή του θα του άνοιγε συχνά πόρτες. Ήταν από εκείνους τους άνδρες που τραβούν τα βλέμματα χωρίς να το επιδιώκουν. Κι εκείνη τη στιγμή χαμογέλασε κι η ίδια. Ίσως, συλλογίστηκε, αυτή η φυσική γοητεία να έκανε λίγο πιο εύκολη και τη δική τους πρώτη γνωριμία, αν τελικά οι δρόμοι τους διασταυρώνονταν εκείνο το βράδυ.
Το τζιν του είναι λίγο φθαρμένο, και φοράει επώνυμης μάρκας παπούτσια. Είναι ένας ενδιαφέρον τύπος και άρχισε να σκέφτεται ότι αυτό το χρωστάει στο λακκάκι που έχει στο πιγούνι του. Τον κάνει ακόμα πιο αινιγματικό, και σ’ αυτό δύσκολα μια γυναίκα μπορεί να αντισταθεί. Μπορεί να μην ήταν καμία έφηβη, εξάλλου είχε κλείσει τα τριάντα πέντε της, όμως τέτοιον άντρα ήταν αδύνατον να τον προσπεράσει αδιάφορα. Καμιά γυναίκα δεν θα μπορούσε να περάσει από δίπλα του και να μην τον κοιτάξει. Είχε, επιτέλους, εντοπίσει τον άνδρα που είχε τραβήξει πραγματικά το ενδιαφέρον της. Κάτι στην παρουσία του, στον τρόπο που στεκόταν και στο βλέμμα του, της έδινε την αίσθηση πως η νύχτα αυτή ίσως να μην έμοιαζε με καμία άλλη. Δεν γνώριζε ακόμη αν η πρώτη εντύπωση θα επιβεβαιωνόταν, όμως η περιέργεια και η έλξη είχαν ήδη αρχίσει να κερδίζουν έδαφος. 
«Ίσως αυτή η ιστορία να έχει συνέχεια», σκέφτηκε, νιώθοντας μια ανεπαίσθητη ενοχή να περνά από μέσα της. Την ίδια στιγμή, όμως, αισθανόταν την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα και τις αισθήσεις της να ξυπνούν. Από τη στιγμή που τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν, μια έντονη προσμονή είχε φωλιάσει μέσα της. 
Η ατμόσφαιρα στο μπαρ είχε αρχίσει να θερμαίνεται επικίνδυνα, αποκτώντας έναν πιο χαλαρό και παιχνιδιάρικο παλμό. Η Ναυσικά, με τη ζωντάνια και το ακαταμάχητο χιούμορ της, δεν άργησε να τραβήξει τα βλέμματα και να γίνει η ψυχή της παρέας.Με μια αβίαστη κίνηση, εκείνη και η ξαδέρφη της απομακρυνθήκαν ελαφρώς από τη γωνία της μπάρας και ενσωματώθηκαν σε μια διπλανή παρέα νεαρών φοιτητών που έπιναν τα ποτά τους γεμάτοι ενέργεια. Το γέλιο δεν άργησε να ανάψει, τα πειράγματα έπεφταν βροχή και η χημεία ανάμεσά τους ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα.
Η Ναυσικά, απολαμβάνοντας την απόλυτη ελευθερία της βραδιάς, είχε πάρει τα ηνία του παιχνιδιού. Ήταν ολοφάνερο πως, ανάμεσα στα πειράγματα και τις έξυπνες ατάκες, κάποιος από τους τυχερούς φοιτητές εκείνο το βράδυ επρόκειτο να παρακολουθήσει τα πιο συναρπαστικά, «επικουρικά μαθήματα σεξολογίας» της ζωής του, με μια απόλυτα έμπειρη, σαγηνευτική και αριστοτεχνική δασκάλα.
Και την ίδια ώρα, καθώς η Ναυσικά δίνει τα δικά της... μαθήματα, η Ανδρομάχη με τον μυστηριώδη άγνωστο στη δική τους γωνιά, η βραδιά τους μόλις άρχιζε και δεν μπορούσε να προβλέψει πού θα την οδηγούσε. Ως έμπειρη και δυναμική γυναίκα γνώριζε πως η πραγματική γοητεία δεν βρισκόταν στις βιαστικές κινήσεις ούτε στα προφανή μηνύματα. Αν ήθελε να τραβήξει την προσοχή του, θα το έκανε με τρόπο φυσικό και ανεπιτήδευτο. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή, μια αφορμή που θα έμοιαζε σχεδόν τυχαία, ώστε η πρώτη τους επαφή να εξελιχθεί αβίαστα. Δεν επιθυμούσε να προδώσει από την πρώτη στιγμή τις πραγματικές της προθέσεις. Προτιμούσε το παιχνίδι της προσέγγισης, όπου το ενδιαφέρον γεννιέται σταδιακά, μέσα από βλέμματα, μικρές συμπτώσεις και λίγες καλά διαλεγμένες κουβέντες. Ήθελε να κινήσει την περιέργειά του, να τον κάνει να αναζητήσει κι εκείνος το βλέμμα της και να επιθυμήσει να τη γνωρίσει καλύτερα.  Αρχικά αντάλλαξε μαζί του μόνο μερικές διακριτικές ματιές. Όσο γοητευτικός κι αν της φαινόταν, πρόσεξε να μη σταθεί επίμονα πάνω του. Προτιμούσε να αφήνει την περιέργεια να γεννιέται αργά, μέσα από σύντομες συναντήσεις των βλεμμάτων και μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες κινήσεις. Δεν άργησε, ωστόσο, να αντιληφθεί ότι είχε ήδη τραβήξει την προσοχή του. 
Αφού αντάλλαξαν τις πρώτες, διστακτικές ματιές, η Ανδρομάχη στράφηκε αργά προς την μπάρα για να παραγγείλει το ποτό της. Κάθε της κίνηση ήταν ήρεμη και μελετημένη, όχι από επιτήδευση, αλλά από τη σιγουριά μιας γυναίκας που γνώριζε ότι η γοητεία βρίσκεται συχνά σε όσα αφήνεις τον άλλον να ανακαλύψει μόνος του. Του έδωσε τον χρόνο να την παρατηρήσει, να σχηματίσει τη δική του πρώτη εντύπωση, να προσέξει τη φυσική της ομορφιά, την κομψότητα της εμφάνισής της και την αβίαστη αυτοπεποίθηση που εξέπεμπε. Όταν πήρε το ποτήρι της και γύρισε ξανά προς την αίθουσα, ένιωσε σχεδόν αμέσως το βλέμμα του να την αναζητά. Για λίγα δευτερόλεπτα τα μάτια τους συναντήθηκαν ξανά. Εκείνη δεν χαμήλωσε το βλέμμα ούτε επέμεινε περισσότερο απ' όσο χρειαζόταν. Του χάρισε μόνο ένα ανεπαίσθητο, γεμάτο αυτοπεποίθηση χαμόγελο και μια ματιά που άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας γνωριμίας, χωρίς όμως να προδίδει τις προθέσεις της.
Ο νεαρός έμεινε ακίνητος, σαν να είχε αιφνιδιαστεί από τη δύναμη της παρουσίας της. Ύστερα σήκωσε αργά το ποτήρι του και ήπιε μια μικρή γουλιά, περισσότερο για να κερδίσει χρόνο. Ένιωθε πως εκείνη η άγνωστη γυναίκα είχε διαταράξει απροσδόκητα την ηρεμία του. Χωρίς να έχει ανταλλάξει ούτε μία λέξη μαζί της, είχε ήδη καταφέρει να κεντρίσει την περιέργειά του και να μονοπωλήσει τη σκέψη του. Η Ανδρομάχη διέκρινε σχεδόν αμέσως την ανεπαίσθητη αμηχανία του. Η πρώτη τους οπτική επαφή, όσο σύντομη κι αν ήταν, έδειχνε πως εκείνος δεν είχε αποφασίσει ακόμη αν έπρεπε να κάνει το επόμενο βήμα ή να αφήσει την ευκαιρία να χαθεί. Χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Το ένστικτό της τής έλεγε πως αυτή ακριβώς η στιγμή του δισταγμού ήταν η κατάλληλη για να πάρει εκείνη διακριτικά την πρωτοβουλία. Χωρίς βιασύνη, του χάρισε το πιο γλυκό και ζεστό χαμόγελό της. Ήταν ένα χαμόγελο που δεν υποσχόταν τίποτα, αλλά ούτε και απέκλειε τίποτα. Ένα χαμόγελο που έλεγε απλώς πως μια γνωριμία θα ήταν καλοδεχούμενη. Το βλέμμα της έμεινε πάνω του για μια στιγμή ακόμη. Δεν υπήρχε πρόκληση, μόνο μια σιωπηλή πρόσκληση να αφήσει πίσω του την αμηχανία και να πλησιάσει. Μέσα της γεννήθηκε μια σκέψη, σχεδόν σαν ψίθυρος:
«Ίσως απόψε οι δρόμοι μας να μην τέμνονται τυχαία. Ίσως αυτή η νύχτα να κρύβει μια ιστορία που αξίζει να αρχίσει.»
Και, για πρώτη φορά από τη στιγμή που μπήκε στο μπαρ, ένιωσε πως η συνέχεια δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από εκείνη. Τώρα περίμενε να δει αν εκείνος θα έβρισκε το θάρρος να κάνει το επόμενο βήμα. Η ματιά της έμοιαζε να του μιλά πριν ακόμη προλάβει να αρθρώσει λέξη.
 «Σε νιώθω...» συλλογίστηκε. «Βλέπω την αμηχανία σου, την έλξη σου, τον τρόπο που προσπαθείς να κρύψεις όσα προδίδει το βλέμμα σου. Κι ίσως να μη διαφέρουμε και τόσο. Γιατί κι εγώ, από τη στιγμή που σε αντίκρισα, αισθάνομαι πως κάτι μέσα μου ξύπνησε.» 
Το χαμόγελό της έγινε λίγο πιο ζεστό, σχεδόν συνωμοτικό. «Απόψε δεν αναζητώ υποσχέσεις ούτε εξηγήσεις. Θέλω μόνο να ζήσω μια νύχτα έξω από τον χρόνο, όπου θα υπάρχουν μόνο η έλξη, η χημεία και η ελευθερία να είμαστε ο εαυτός μας. Χωρίς ρόλους, χωρίς «πρέπει» και «μη», χωρίς να μας απασχολεί το αύριο. Μόνο να αφήσουμε τη νύχτα να μας παρασύρει και να δούμε πού θα μας οδηγήσει, μέχρι το πρώτο φως της αυγής.» 
«Αχ... και να ήξερες», θα έλεγε ίσως ένας αόρατος αφηγητής, «πως τίποτα από όσα συμβαίνουν δεν είναι τόσο τυχαίο όσο νομίζεις. Κάποια πράγματα έχουν ήδη πάρει τον δρόμο τους, ακολουθώντας ένα σχέδιο που εσύ αγνοείς.» Και ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Γιατί, αν γνώριζε την αλήθεια, ίσως να δίσταζε. Ίσως να πρόσεχε περισσότερο τις κινήσεις της ή να άφηνε τον φόβο να επισκιάσει τον αυθορμητισμό της. Όμως η Ανδρομάχη δεν γνώριζε τίποτε απ' όλα αυτά. Με το ποτήρι στο χέρι, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη και την καρδιά της να χτυπά λίγο πιο γρήγορα, συνέχισε να βαδίζει προς την ιστορία που, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ακόμη, είχε ήδη αρχίσει να γράφεται.
«Προχώρα, Ανδρομάχη...» ψιθύριζε σχεδόν ειρωνικά η μοίρα. 
«Βρίσκεσαι ακριβώς εκεί όπου πρέπει να είσαι.» Οι κλεφτές ματιές και τα διακριτικά, παιχνιδιάρικα χαμόγελα είχαν αρχίσει να δημιουργούν ανάμεσά τους μια αδιόρατη, αλλά ολοένα ισχυρότερη σύνδεση. Κάθε νέα συνάντηση των βλεμμάτων τους έμοιαζε να λέει περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να εκφράσουν οι λέξεις. Το πρόσωπο του νεαρού φωτίστηκε από μια ευχάριστη έκπληξη. Ήταν φανερό πως η παρουσία της τον είχε αιχμαλωτίσει. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε διακριτικά πάνω της, θαυμάζοντας την κομψότητα της σιλουέτας της, την αρμονία των κινήσεών της και την αυτοπεποίθηση που εξέπεμπε. Στο μυαλό του σχηματιζόταν η εικόνα μιας γυναίκας γοητευτικής, με έντονη προσωπικότητα και μια εσωτερική φλόγα που έκανε την παρουσία της ακόμη πιο ελκυστική. Δεν ήξερε τίποτα γι' αυτήν, κι όμως ένιωθε πως πίσω από το ήρεμο χαμόγελο και το σικ παρουσιαστικό της κρυβόταν μια γυναίκα που ζούσε τις στιγμές με πάθος και αυθεντικότητα. Η Ανδρομάχη δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που ένας άγνωστος είχε καταφέρει να την αναστατώσει τόσο. Και τότε, σαν να υπάκουσε σε μια αόρατη δύναμη, εκείνος γύρισε απότομα προς το μέρος της. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά και, αυτή τη φορά, κανείς από τους δύο δεν βιάστηκε να τα απομακρύνει. 
«Τον θέλω...» σκέφτηκε, νιώθοντας την καρδιά της να σφυροκοπά. Η ένταση της στιγμής την αιφνιδίαζε ακόμη και την ίδια. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς ένας άνθρωπος που είχε γνωρίσει μόνο μέσα από λίγες κλεφτές ματιές είχε καταφέρει να καταλάβει τόσο χώρο στη σκέψη της. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, να αποσπάσει το μυαλό της, να στραφεί αλλού. Μάταια. Κάθε φορά που σήκωνε το βλέμμα, το έβρισκε να επιστρέφει σ' εκείνον. Έπρεπε να υπάρξει μια αρχή.
Χωρίς να βιαστεί, σκέφτηκε μια απλή, απολύτως φυσική αφορμή για να τον πλησιάσει. Μια ερώτηση, μια μικρή πληροφορία, αρκετή για να σπάσει τον πάγο χωρίς να φανεί πως η προσέγγιση ήταν προσχεδιασμένη. Άλλωστε, ήξερε πως οι περισσότερες γνωριμίες ξεκινούν από τις πιο ασήμαντες αφορμές. Πήρε μια βαθιά ανάσα, χαμογέλασε διακριτικά και έκανε το πρώτο βήμα. Εκείνος, από την άλλη, έμοιαζε να περιμένει ακριβώς αυτή τη στιγμή. Από την πρώτη στιγμή που την είχε προσέξει, ευχόταν να βρεθεί μια ευκαιρία να της μιλήσει. Όταν την είδε να πλησιάζει, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Η νύχτα, όπως όλα έδειχναν, μόλις άρχιζε να γράφει τη δική της ιστορία.
«Κυρία μου, θα είναι μεγάλη μου χαρά να σας βοηθήσω», είπε με ένα ευγενικό χαμόγελο. «Σας ακούω. Πείτε μου τι ακριβώς αναζητάτε.» Μιλούσε με ηρεμία και μια φυσική ευγένεια που δεν έμοιαζε προσποιητή. Έπειτα άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της. Η Ανδρομάχη ανταπέδωσε τη χειραψία. Τη στιγμή που οι παλάμες τους συναντήθηκαν, ένιωσε μια ανεξήγητη συγκίνηση να τη διαπερνά. Δεν ήταν παρά μια τυπική χειρονομία· κι όμως, υπήρχε κάτι στον τρόπο που την κοίταζε, στη ζεστασιά του αγγίγματος του και στην αβίαστη αυτοπεποίθησή του που έκανε εκείνη τη στιγμή να μοιάζει ξεχωριστή. Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν να κοιτάζονται στα μάτια. Η βοή του μπαρ έμοιαζε να απομακρύνεται, ενώ γύρω τους απλωνόταν μια παράξενη αίσθηση οικειότητας, σαν να είχαν γνωριστεί πολύ πριν από εκείνη τη νύχτα. Η αμοιβαία έλξη ήταν πλέον φανερή, όχι μέσα από μεγάλες κινήσεις, αλλά από τις μικρές σιωπές, τα χαμόγελα και τις ματιές που διαρκούσαν λίγο περισσότερο απ' όσο επέβαλλε η ευγένεια. Η Ανδρομάχη προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Δεν συνήθιζε να αφήνει τα συναισθήματά της να προδίδονται τόσο εύκολα, όμως εκείνος είχε ήδη καταφέρει να κλονίσει τη συνήθη αυτοκυριαρχία της. Ο νεαρός χαμογέλασε ξανά, αυτή τη φορά με περισσότερη ζεστασιά. «Επιτρέψτε μου να συστηθώ», είπε. «Με λένε Φίλιππο.»
«Ανδρομάχη», απάντησε εκείνη, χωρίς να αποσύρει αμέσως το βλέμμα της. Και κάπως έτσι, με μια απλή χειραψία και δύο ονόματα που μόλις είχαν ανταλλαχθεί, άρχισε μια γνωριμία που έμοιαζε να υπόσχεται πως η νύχτα θα είχε πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από όσο έδειχνε το ρολόι.
«Χάρηκα πολύ, Ανδρομάχη», είπε ο Φίλιππος ευγενικά. «Είναι πραγματική χαρά που σε γνωρίζω.»
«Κι εγώ χάρηκα πολύ, Φίλιππε», ανταπέδωσε εκείνη, κοιτώντας τον στα μάτια.
Για μια στιγμή επικράτησε μια ευχάριστη σιωπή, σαν κανείς από τους δύο να μη βιαζόταν να τη διακόψει. «Θα μου επιτρέψεις μια μικρή παράκληση;» τη ρώτησε με διακριτικότητα. «Νομίζω πως θα ήταν πιο όμορφο να μιλάμε στον ενικό. Συμφωνείς;» Η Ανδρομάχη έγνεψε καταφατικά, αφήνοντας ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο να φωτίσει το πρόσωπό της. «Φυσικά», απάντησε. «Άλλωστε, μόλις γνωριστήκαμε. Δεν υπάρχει λόγος για τόσες επισημότητες.» Ο Φίλιππος χαμογέλασε με εμφανή ανακούφιση. Η διακριτική, γεμάτη αυτοπεποίθηση προσέγγισή του την είχε κολακέψει. Χωρίς να γίνεται πιεστικός ή υπερβολικός, είχε καταφέρει να την κάνει να νιώσει ξεχωριστή. Η αυτοπεποίθησή της ανέβηκε ακόμη περισσότερο και ένιωσε πως η αρχική αμηχανία είχε πλέον δώσει τη θέση της σε μια αβίαστη οικειότητα. Η συζήτηση μπορούσε πλέον να κυλήσει φυσικά, σαν να γνωρίζονταν περισσότερο απ' όσο μαρτυρούσε η πρώτη τους συνάντηση. 
Η Ναυσικά παρακολουθούσε διακριτικά τη φίλη της και δεν άργησε να καταλάβει ότι εκείνο το βράδυ δεν επρόκειτο για ένα ακόμη αθώο φλερτ. Ήξερε την Ανδρομάχη όσο λίγοι άνθρωποι. Αναγνώριζε κάθε της βλέμμα, κάθε ανεπαίσθητο χαμόγελο, κάθε κίνηση που πρόδιδε πως είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις της. «Ωχ...», σκέφτηκε χαμογελώντας μέσα της. «Αυτός ο καημένος δεν έχει καταλάβει ακόμη με ποια έχει μπλέξει.» Η Ανδρομάχη δεν ήταν γυναίκα των βιαστικών κινήσεων. Προτιμούσε τις έμμεσες προσεγγίσεις, εκείνες που έμοιαζαν να γεννιούνται αυθόρμητα, ενώ στην πραγματικότητα έκρυβαν υπομονή, παρατηρητικότητα και αυτοπεποίθηση. Προχωρούσε αργά, αφήνοντας την έλξη να χτίζεται φυσικά, μέχρι ο άλλος να θελήσει από μόνος του να τη γνωρίσει καλύτερα. Η Ναυσικά διέκρινε εύκολα πως ο νεαρός όχι μόνο είχε προσέξει την Ανδρομάχη, αλλά ανταποκρινόταν ολοένα και περισσότερο στην παρουσία της. Το ενδιαφέρον του φαινόταν ειλικρινές, σχεδόν αφοπλιστικό. Κάθε φορά που τα βλέμματά τους συναντιούνταν, εκείνος έμοιαζε να ξεχνά για λίγο οτιδήποτε συνέβαινε γύρω του.
«Τον έχει ήδη κερδίσει», μονολόγησε μέσα της με μια δόση πειράγματος. «Κι ούτε που θα καταλάβει πότε μια απλή γνωριμία θα μετατραπεί σε μια νύχτα που θα θυμάται για πολύ καιρό.»
Η Ναυσικά, με εκείνο το κοφτερό, γυναικείο αισθητήριο που τη χαρακτήριζε, κατάλαβε αμέσως πως η δική της αποστολή εκεί είχε ολοκληρωθεί. 
Η Ανδρομάχη βρισκόταν πλέον στον δικό της παράδεισο, κι ένας τρίτος άνθρωπος δίπλα τους θα ήταν απλώς περιττός.
Άλλωστε, ούτε η ίδια η Ναυσικά σκόπευε να αφήσει τη νύχτα να πάει χαμένη.
Ο νεαρός φοιτητής που την είχε πλησιάσει λίγο νωρίτερα, γεμάτος ενθουσιασμό και τη δίψα της νιότης, είχε ήδη προτείνει στην παρέα να μεταφερθούν σε ένα μέρος πιο ζωντανό, όπου η μουσική θα έκαιγε και ο χορός θα έσπαγε κάθε φραγμό.
Με ένα διακριτικό σκούντημα στην ξαδέρφη της, της έδωσε το σύνθημα για την έξοδο. 
Ύστερα, έσκυψε ελαφρά προς την Ανδρομάχη, αφήνοντας ένα συνωμοτικό χαμόγελο να διαγράψει τα χείλη της.
«Εμείς με τους φίλους της ξαδέρφης μου θα συνεχίσουμε τη βόλτα μας. Λέμε να πάμε κάπου που έχει και χορό», της είπε χαμηλόφωνα, κλείνοντας της το μάτι. 
«Θα τα πούμε αργότερα στο ξενοδοχείο... αν καταφέρουμε να επιστρέψουμε!»
Η Ανδρομάχη ανταπέδωσε το βλέμμα με ένα θερμό, ευχαριστήριο χαμόγελο. Υπήρχε μια σιωπηλή συμφωνία ανάμεσα στις δύο φίλες. Μια συνενοχή που δεν χρειαζόταν εξηγήσεις.
Χωρίς να καθυστερήσουν, η Ναυσικά και η ξαδέρφη της ενσωματώθηκαν στην παρέα των νεαρών φοιτητών και απομακρύνθηκαν αθόρυβα, και χάθηκαν μέσα στους καπνούς και τον κόσμο του μπαρ.
Τώρα, η γωνία της μπάρας άδειασε από κάθε «προστατευτικό» τοίχος. Η Ανδρομάχη έμεινε μόνη, απέναντι στον Φίλιππο. Η απόσταση ανάμεσά τους έμοιαζε πλέον να έχει εκμηδενιστεί.
Ο νεαρός άνδρας, με το αινιγματικό του βλέμμα και το ανεπαίσθητο λακάκι στο πηγούνι, την κοίταξε στα μάτια. Η αύρα του εξέπεμπε εκείνη την καθαρή, ακατέργαστη αυτοπεποίθηση που την είχε αιχμαλωτίσει από την πρώτη στιγμή.
..«Λοιπόν...» είπε εκείνος χαμηλόφωνα, μόλις έμειναν οι δυο τους, αφήνοντας τη φωνή του να χρωματιστεί από μια ζεστή, υποσχόμενη χροιά. 
«Νομίζω πως τώρα μπορούμε να γνωριστούμε καλύτερα.»
«Νομίζω πως έχεις δίκιο», απάντησε εκείνη, σηκώνοντας αργά το ποτήρι της.
Το παιχνίδι δεν είχε πια επιστροφή. Η νύχτα στη Θεσσαλονίκη άνοιγε διάπλατα την αγκαλιά της, κι εκείνοι ήταν έτοιμοι να βουτήξουν στα πιο βαθιά της νερά.
Ο νεαρός χαμογέλασε ξανά, αυτή τη φορά με περισσότερη ζεστασιά. 
«Επιτρέψτε μου να συστηθώ», είπε. «Με λένε Φίλιππο.»
«Ανδρομάχη», απάντησε εκείνη, χωρίς να αποσύρει αμέσως το βλέμμα της. 
Και κάπως έτσι, με μια απλή χειραψία και δύο ονόματα που μόλις είχαν ανταλλαχθεί, άρχισε μια γνωριμία που έμοιαζε να υπόσχεται πως η νύχτα θα είχε πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από όσο έδειχνε το ρολόι.
«Χάρηκα πολύ, Ανδρομάχη», είπε ο Φίλιππος ευγενικά. «Είναι πραγματική χαρά που σε γνωρίζω.»
«Κι εγώ χάρηκα πολύ, Φίλιππε», ανταπέδωσε εκείνη, κοιτώντας τον στα μάτια.
Ο Φίλιππος δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα, στάθηκε ακριβώς δίπλα της στη μπάρα, διατηρώντας εκείνη την ιδανική απόσταση που συνδύαζε τον σεβασμό με τον υπονοούμενο πόθο. Το λακάκι στο πηγούνι του φάνηκε καθαρά καθώς χαμογελούσε, δίνοντας του μια σχεδόν αφοπλιστική γλυκύτητα που ερχόταν σε τέλεια αντίθεση με την αρρενωπή, ατίθαση αύρα του.
«Θεσσαλονικιά ή περαστική από την Αθήνα;» ρώτησε εκείνος, γέρνοντας ελαφρώς προς το μέρος της για να υπερνικήσει τον χαμηλό, μπάσο ρυθμό της μουσικής. Το βλέμμα του, ανάμεσα σε πράσινο και μπλε κάτω από τις σκιές, την κοιτούσε με μια ειλικρινή, αδιάκριτη περιέργεια.
Η Ανδρομάχη ένιωσε την αυτοπεποίθησή της να επανέρχεται στο φουλ. Το παιχνίδι είχε πλέον αρχίσει και οι κανόνες γράφονταν από κοινού.
«Ας πούμε ότι ζωγράφισα έναν καμβά στην Αθήνα και ήρθα να τον τελειώσω εδώ», απάντησε με ένα νόημα που φαινόταν να τον αιφνιδιάζει και να τον εξάπτει ακόμα περισσότερο.
«Τότε ελπίζω να έχω κι εγώ μια θέση σε αυτόν τον καμβά», της απάντησε αμέσως, χωρίς δισταγμό, με μια φωνή που υποσχόταν ότι η νύχτα αυτή είχε μόλις ανοίξει την πιο ενδιαφέρουσα σελίδα της. 
Καθώς η Ναυσικά και η ξαδέρφη με την παρέα τους χάθηκαν διακριτικά μέσα στο πλήθος των θαμώνων, αφήνοντας την Ανδρομάχη και τον Φίλιππο μόνοι στην άκρη της μπάρας, η ατμόσφαιρα έγινε ακόμα πιο πυκνή και ηλεκτρική.
Η απομάκρυνση της φίλης της λειτούργησε σαν τελικό σύνθημα. Η προστατευτική ασπίδα που κρατούσε από ένστικτο είχε πλέον πέσει ολοκληρωτικά, δίνοντας τη θέση της στην καθαρή, ακατέργαστη προσμονή. Ο Φίλιππος, με τη σειρά του, φάνηκε να απελευθερώνεται πλήρως από την αρχική του επιφύλαξη. Το γεγονός ότι έμειναν οι δυο τους έδωσε στη συζήτηση μια πιο προσωπική, σχεδόν συνωμοτική χροιά.
Οι κουβέντες τους για τη Θεσσαλονίκη, τα ταξίδια και τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του συνεδρίου έδωσαν γρήγορα τη θέση τους σε κάτι πιο ουσιαστικό, στα βλέμματα, στα υπονοούμενα και στη σιωπηλή γλώσσα των αισθημάτων. Κάθε φορά που ο Φίλιππος έσκυβε ελαφρώς για να την ακούσει καλύτερα πάνω από τους ήχους της μουσικής, η Ανδρομάχη ένιωθε το άρωμά του να αναδύεται, ανακατεμένο με τη μυρωδιά του ποτού και τη δροσερή νυχτερινή αύρα της πόλης.
Το απαλό της κοκκίνισμα, εκείνη η ανεπαίσθητη παιδική αμηχανία που την ξάφνιασε και την ίδια, δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να την κάνει ακόμα πιο γοητευτική στα μάτια του. 
Γιατί ο Φίλιππος δεν έβλεπε απλώς μια εντυπωσιακή γυναίκα, έβλεπε μια γυναίκα που, πίσω από την αψεγάδιαστη, ώριμη αυτοπεποίθησή της, έκρυβε μια αληθινή, ζωντανή φλόγα.
«Ξέρεις κάτι, Ανδρομάχη;» της είπε ξαφνικά, χαμηλώνοντας τη φωνή του και κοιτάζοντάς την κατάματα με εκείνα τα αινιγματικά, πράσινο-μπλε μάτια του. «Αυτό το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε ως μια τυπική επαγγελματική υποχρέωση. Αλλά τώρα... νομίζω πως ο μόνος λόγος που θα θυμάμαι απόψε είναι αυτή ακριβώς η στιγμή.»
Η καρδιά της ένιωσε έναν χτύπο. Η πρότασή του δεν είχε ούτε ίχνος κοινότυπου φλερτ· ήταν άμεση, ειλικρινής και άφηνε να φανεί καθαρά πως η έλξη ήταν απολύτως αμοιβαία.
«Τότε ίσως να οφείλεις ένα ευχαριστώ στη συμπρωτεύουσα», απάντησε εκείνη με ένα χαμόγελο που φώτιζε ολόκληρο το πρόσωπό της, αφήνοντας το βλέμμα της να γλιστρήσει πάνω στο χαρακτηριστικό λακάκι στο πηγούνι του. «Ή μήπως στη μοίρα;»
Ο Φίλιππος χαμογέλασε πονηρά, σηκώνοντας το ποτήρι του.
«Σε ό,τι κι αν το οφείλουμε... το σημαντικό είναι ότι συνέβη. Λοιπόν, τι λες; Θέλεις να φύγουμε από εδώ; Η νύχτα έχει ακόμα πολύ δρόμο, και η Θεσσαλονίκη έχει κρυμμένες γωνιές που αξίζει να ανακαλύψουμε μαζί, μακριά από τη φασαρία.»
Η πρόσκληση ήταν σαφής. Η γραμμή ανάμεσα στη «γνωριμία στο μπαρ» και στην πραγματική περιπέτεια είχε μόλις διαβηθεί. Η Ανδρομάχη ένιωσε το κύμα της αδρεναλίνης να την κατακλύζει. 
Οι ευθύνες, ο Αλκιβιάδης στην Αθήνα, η σκιά του «πνευματικού» στα βουνά της Χαλκιδικής, όλα είχαν σβηστεί εντελώς. Υπήρχε μόνο το τώρα, η ελευθερία της και ένας άνδρας έτοιμος να την παρασύρει εκεί που η νύχτα ορίζει τους δικούς της νόμους.
«Πάμε», του απάντησε χαμηλόφωνα, με μια σιγουριά που δεν άφησε περιθώρια για δεύτερες σκέψεις.Η Ανδρομάχη ένιωθε τον παλμό της καρδιάς της να χτυπά σε έναν ζωηρό, μεθυστικό ρυθμό. Το αλκοόλ, τα λόγια του Φίλιππου και κυρίως η συνειδητοποίηση της απόλυτης ελευθερίας της είχαν ανεβάσει την αδρεναλίνη στα ύψη. Η ατάκα της. «φλερτάρω κι ερωτεύομαι», δεν ήταν απλώς ένα σύνθημα της βραδιάς, αλλά η επιβεβαίωση μιας βαθύτερης ανάγκης να ζήσει, να νιώσει και να αφεθεί χωρίς ενοχές.
Ο Φίλιππος, με το αινιγματικό του βλέμμα και το ακαταμάχητο λακάκι στο πηγούνι, στεκόταν ακριβώς στο ύψος των προσδοκιών της. Ώριμος, ξεκάθαρος, τολμηρός και απόλυτα έτοιμος να διεκδικήσει αυτό που η χημεία τους φώναζε από την πρώτη στιγμή.
«Συμφωνώ απόλυτα», του απάντησε η Ανδρομάχη, σηκώνοντας το βλέμμα της και κοιτάζοντάς τον κατάματα, με μια φωνή που δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο αμφιβολίας. Το χαμόγελό της είχε γίνει πιο τολμηρό, πιο υποσχόμενο. «Μηδέν εξηγήσεις, μηδέν τύψεις. Μόνο το εδώ και το τώρα.»
Ο Φίλιππος χαμογέλασε με μια έκφραση απόλυτης ικανοποίησης. Άφησε το ποτήρι του στην μπάρα, έκανε ένα βήμα πιο κοντά της, κλείνοντας και την τελευταία απόσταση που απέμενε ανάμεσά τους, και της άπλωσε το χέρι με μια κίνηση γεμάτη βεβαιότητα και αρρενωπότητα.
«Τότε, Μάχη μου... ας πάμε να γράψουμε τη δική μας ιστορία για απόψε», της είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά πάνω από τους ήχους της μουσικής.
Η Ανδρομάχη ακούμπησε την παλάμη της στη δική του, αφήνοντας τα δάχτυλά τους να πλεχτούν φυσικά. Χωρίς άλλη καθυστέρηση, απομακρύνθηκαν από τη μπάρα, προσπερνώντας τα αδιάκριτα βλέμματα των γύρω τους και των φοιτητριών που τους κοιτούσαν με μισό μάτι.
Η νύχτα στη Θεσσαλονίκη άνοιγε διάπλατα τις πόρτες της, έτοιμη να τους παρασύρει στις πιο κρυφές, παθιασμένες διαδρομές της, μακριά από τον κόσμο, μέχρι το πρώτο φως της αυγής.
.....Ο Αλκιβιάδης τίναξε απαλά το κεφάλι του, διώχνοντας με μια κίνηση όλη αυτή την κινηματογραφική, σχεδόν βασανιστική προβολή που είχε πλάσει το μυαλό του. Ήταν απλώς οι δικοί του φόβοι, οι ανασφάλειες και η σκιά της απόστασης που έδιναν σάρκα και οστά σε σενάρια άγνωστα και ανεπιβεβαίωτα. Στην πραγματικότητα, η Ανδρομάχη βρισκόταν απλώς σε ένα ταξίδι αναψυχής με τη φίλη της, απολαμβάνοντας τη νυχτερινή ζωή της Θεσσαλονίκης.
Την ίδια ώρα πίσω στη συμπρωτεύουσα, η πραγματικότητα έρεε με τους δικούς της, αυθόρμητους ρυθμούς. Το ταξί κυλούσε ομαλά στους φωτισμένους δρόμους, αφήνοντας πίσω του τη φασαρία του κέντρου και κατευθυνόμενο προς το ξενοδοχείο του Φίλιππου. Η ατμόσφαιρα στο πίσω κάθισμα ήταν ανάλαφρη, γεμάτη γέλια, πειράγματα και την ακαταμάχητη χημεία δύο ανθρώπων που είχαν αποφασίσει να ζήσουν το τώρα χωρίς δεύτερες σκέψεις.
«Εκεί μένεις;»
«Όχι μένω εδώ στο κοντινό ξενοδοχείο όπου έχω και το αυτοκίνητο μου στο πάρκινγκ! Για ευκολία αν  συμφωνείς και εσύ προτείνω να πάρουμε ταξί.»
«Συμφωνώ», είπε η Ανδρομάχη με ένα φωτεινό χαμόγελο. «Απόψε θα αφήσω στην άκρη κάθε δεύτερη σκέψη και θα αφεθώ στη μαγεία της στιγμής. Εσύ ανέλαβε το τιμόνι κι ας μας οδηγήσει η νύχτα όπου εκείνη θελήσει.» Ο Φίλιππος ανταπέδωσε το χαμόγελο χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της. 
«Τότε ας αφήσουμε τη βραδιά να γράψει τη δική της ιστορία.» 
Η Ανδρομάχη ένιωσε την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα. Το μυαλό της γέμισε εικόνες ανέμελες και φωτεινές· ανθρώπους που γελούσαν, ζευγάρια που αντάλλασσαν τρυφερά βλέμματα και χέρια που έσμιγαν χωρίς δισταγμό. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, δεν την απασχολούσε το αύριο. Την ενδιέφερε μόνο η στιγμή, η συντροφιά του και η γλυκιά αίσθηση πως η νύχτα έκρυβε ακόμη εκπλήξεις που περίμεναν να αποκαλυφθούν.
 Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. Άφησε τη φαντασία της να την παρασύρει εκεί όπου συνήθως δεν τολμούσε να ταξιδέψει. Φαντάστηκε τον εαυτό της πιο τολμηρό, πιο ελεύθερο, απαλλαγμένο από τις αναστολές που τη συνόδευαν τόσα χρόνια. Σαν να άφηνε πίσω της τη γυναίκα που όφειλε πάντοτε να είναι και να συναντούσε εκείνη που κρατούσε καλά κρυμμένη μέσα της.
 Η παρουσία του Φίλιππου λειτουργούσε σαν αθόρυβη πρόσκληση να εμπιστευτεί το ένστικτό της. Για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, ένιωθε έτοιμη να αφήσει τον εαυτό της να παρασυρθεί από τη μαγεία της στιγμής, να ζήσει χωρίς φόβο όσα μέχρι τότε κρατούσε μόνο στη σφαίρα της φαντασίας και να επιτρέψει στη νύχτα να γράψει τη δική της ιστορία.
......Ο Αλκιβιάδης γνώριζε από πρώτο χέρι πως η Ανδρομάχη, προικισμένη με μια σπάνια φυσική γοητεία, είχε την ικανότητα να κεντρίζει το ενδιαφέρον των ανδρών σχεδόν αβίαστα. Όταν έβαζε έναν στόχο στο μυαλό της, διέθετε εκείνο το ιδιαίτερο κράμα αυτοπεποίθησης, εξυπνάδας και θηλυκότητας που δύσκολα άφηνε κάποιον ασυγκίνητο. Η φαντασία του άρχισε να πλάθει εικόνες.Τους έβλεπε να βγαίνουν από το club, να επιβιβάζονται σε ένα ταξί και να χάνονται στους φωτισμένους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Τους φανταζόταν να κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον, τόσο κοντά ώστε κάθε στροφή του αυτοκινήτου να μικραίνει ακόμη περισσότερο την απόσταση μεταξύ τους. Το χαμηλό φως της πόλης περνούσε από τα παράθυρα, ενώ η κουβέντα τους γινόταν ολοένα πιο προσωπική, γεμάτη πειράγματα, χαμόγελα και υπαινιγμούς. Η Ανδρομάχη, με εκείνο το παιχνιδιάρικο ύφος που τη χαρακτήριζε όταν ένιωθε άνετα, έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και τον κοίταξε με μάτια που έμοιαζαν να προκαλούν περισσότερο παρά να ρωτούν. Γλίστρησε ακόμη πιο κοντά του, ώσπου ο ώμος της άγγιξε τον δικό του. Έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και χαμήλωσε τη φωνή της. «Μου φαίνεται», είπε με ένα αργό, παιχνιδιάρικο χαμόγελο, «ότι η γνωριμία μας σε έχει αναστατώσει περισσότερο απ' όσο θέλεις να παραδεχτείς.» Ο Φίλιππος ένιωσε τον λαιμό του να στεγνώνει. Χαμογέλασε αμήχανα και έστρεψε για μια στιγμή το βλέμμα του προς το παράθυρο, λες και εκεί θα έβρισκε την ψυχραιμία που του ξέφευγε. «Είναι τόσο φανερό;» ρώτησε τελικά. 
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε χωρίς να απομακρυνθεί. Τα μάτια της έμειναν καρφωμένα στα δικά του για μια στιγμή παραπάνω απ' όσο επέτρεπε η ευγένεια. «Αρκετά», ψιθύρισε. Ένα πονηρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της. «Και, μεταξύ μας... το βρίσκω πολύ κολακευτικό.»
Άφησε τη σιωπή να αιωρηθεί ανάμεσά τους, χωρίς να πάρει το βλέμμα της από πάνω του, σαν να απολάμβανε την αμηχανία του λίγο περισσότερο απ' όσο θα παραδεχόταν.
Η αμηχανία του μετατράπηκε σε γέλιο. Η ένταση που υπήρχε ανάμεσά τους δεν χρειαζόταν πλέον υπερβολικές χειρονομίες ή τολμηρές κουβέντες. Ήταν ήδη παρούσα, κρυμμένη στις σιωπές, στα βλέμματα και στην προσμονή για όσα θα μπορούσε να επιφυλάσσει η συνέχεια της νύχτας. Κόλλησε δίπλα του και άρχισε να του χαϊδεύει το φούσκωμα στο καβάλο του παντελονιού του. Του έριξε ένα πονηρό βλέμμα και χαμογέλασε. «Ε! Τι βλέπω εδώ; Αντίσκηνο έχεις στήσει!» τον πείραξε χαμηλόφωνα. «Το είχα προσέξει ήδη από το κλαμπ ότι ήσουν... κάπως αναστατωμένος. Συμβαίνει συχνά αυτό ή έχω την τιμητική μου απόψε; Φταίω εγώ γι' αυτή την... αναστάτωση;»
Ο νεαρός άνδρας αιφνιδιάστηκε από το πείραγμα της και, για μια στιγμή, ένιωσε να τον κυριεύει αμηχανία. Απέφυγε το βλέμμα της, στρέφοντας το κεφάλι του προς το παρμπρίζ. Σχεδόν ενστικτωδώς έριξε μια διακριτική ματιά στον καθρέφτη του ταξί, προσπαθώντας να διαπιστώσει αν ο οδηγός είχε αντιληφθεί την κουβέντα τους. Ευτυχώς, ο ταξιτζής έμοιαζε απορροφημένος στην οδήγηση, αδιάφορος για όσα διαδραματίζονταν στο πίσω κάθισμα.
Ο Φίλιππος άφησε έναν ανεπαίσθητο αναστεναγμό ανακούφισης, ενώ ένα αμήχανο χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών του. Σιγά σιγά οι δισταγμοί του άρχισαν να υποχωρούν. Η παρουσία της, η οικειότητα που είχε αναπτυχθεί ανάμεσά τους και η σιωπηλή επιβεβαίωση που αντάλλασσαν με τα βλέμματά τους τού έδιναν το θάρρος να πλησιάσει περισσότερο. 
Ο νεαρός άνδρας δεν μπορούσε να βγάλει μιλιά. Ήταν σαν να ήταν σε νιρβάνα! Εκείνη χαμογέλασε με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια. 
«Απ' ό,τι βλέπω», του είπε πειρακτικά, «σου έχω προκαλέσει μεγάλη... αναστάτωση. Νομίζω, λοιπόν, πως έχω κι ένα μικρό χρέος να την αποκαταστήσω.» Το είπε γελώντας, αφήνοντας τα λόγια της να αιωρηθούν ανάμεσα τους σαν ένα διακριτικό πείραγμα, ενώ το βλέμμα της πρόδιδε τρυφερότητα και πρόκληση. 
Έριξε μια φευγαλέα ματιά πάνω του και χαμογέλασε με νόημα. «Και αυτόν», είπε πειρακτικά, «δεν γίνεται να τον αφήσουμε να... διαμαρτύρεται έτσι. Έχει σηκωθεί αγέρωχος, σαν τη βελόνα μιας μαγνητικής πυξίδας που δείχνει πεισματικά πάντα προς τον Βορρά.» Γέλασε χαμηλόφωνα και τον κοίταξε στα μάτια. 
«Μάλλον του έχεις χάσει τον έλεγχο απόψε.» Του ψιθύρισε σχεδόν συνωμοτικά, τόσο χαμηλόφωνα ώστε μόνο εκείνος να μπορεί να την ακούσει. Στα μάτια της χόρευε μια παιχνιδιάρικη σπίθα, ενώ το χαμόγελό της άφηνε να εννοηθούν περισσότερα απ' όσα αποκάλυπταν τα λόγια της. Η φωνή της είχε μια ζεστασιά και μια αδιόρατη πρόκληση που τον έκανε να την κοιτάξει ακόμη πιο έντονα, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει όσα έκρυβε πίσω από το βλέμμα της.
Με μια αργή, κίνηση, άφησε το χέρι του να ακουμπήσει απαλά πάνω στους μηρούς της αναζητώντας πρώτα τη συναίνεση της μέσα από το βλέμμα της. Εκείνη δεν αποτραβήχτηκε, αντίθετα, του χαμογέλασε ζεστά. Τότε τα δάχτυλά του γλίστρησαν απαλά κάτω από το φουστάνι της, σε ένα τρυφερό χάδι που εξέφραζε την αμοιβαία έλξη και την επιθυμία να μειώσουν κι άλλο την απόσταση ανάμεσα τους σε μια κίνηση πάθους. Οι άκρες των δαχτύλων του ταξίδευαν κατά μήκος των εσωτερικών μηρών της Ανδρομάχης, πλησιάζοντας όλο και πιο κοντά στο κέντρο της ηδονής της..................... 
Έπιασε το απαλό κιλοτάκι της και άρχισε να της το χαϊδεύει ενώ η Ανδρομάχη άνοιξε τα πόδια της να τον διευκολύνει. Μετακίνησε αργά το κάτω μέρος της κιλότα της και εξερεύνησε απαλά τα βάθη της ενώ η Ανδρομάχη συνέχιζε με το ένα της χέρι στο καβάλο του να του χαιδευει τον πούτσο εκεί ακριβώς που ήταν έτοιμος να εκραγεί από το φούσκωμα. Τον νιώθει να σκληραίνει και να μεγαλώνει και είναι πλέον έρμαιο στο χέρι της, δικός της!
Ο νεαρός άνδρας δεν μπορούσε να βγάλει μιλιά. Ήταν σαν να ήταν σε νιρβάνα! 
Εκείνη χαμογέλασε με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια. «Απ' ό,τι βλέπω», του είπε πειρακτικά, «σου έχω προκαλέσει μεγάλη... αναστάτωση. Νομίζω, λοιπόν, πως έχω κι ένα μικρό χρέος να την αποκαταστήσω.» Το είπε γελώντας, αφήνοντας τα λόγια της να αιωρηθούν ανάμεσα τους σαν ένα διακριτικό πείραγμα, ενώ το βλέμμα της πρόδιδε τρυφερότητα και πρόκληση. 
Έριξε μια φευγαλέα ματιά πάνω του και χαμογέλασε με νόημα. «Και αυτόν», είπε πειρακτικά, «δεν γίνεται να τον αφήσουμε να... διαμαρτύρεται έτσι. Έχει σηκωθεί αγέρωχος, σαν τη βελόνα μιας μαγνητικής πυξίδας που δείχνει πεισματικά πάντα προς τον Βορρά.» Γέλασε χαμηλόφωνα και τον κοίταξε στα μάτια. 
«Μάλλον του έχεις χάσει τον έλεγχο απόψε.» Του ψιθύρισε σχεδόν συνωμοτικά, τόσο χαμηλόφωνα ώστε μόνο εκείνος να μπορεί να την ακούσει. Στα μάτια της χόρευε μια παιχνιδιάρικη σπίθα, ενώ το χαμόγελό της άφηνε να εννοηθούν περισσότερα απ' όσα αποκάλυπταν τα λόγια της. Η φωνή της είχε μια ζεστασιά και μια αδιόρατη πρόκληση που τον έκανε να την κοιτάξει ακόμη πιο έντονα, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει όσα έκρυβε πίσω από το βλέμμα της.
«Μωρό μου…» της ψιθύρισε κι εκείνος, σκύβοντας ελαφρά προς το μέρος της. «Έχεις δίκιο. Απόψε όλα μοιάζουν σαν να είχαν από την αρχή χαράξει την ίδια πορεία, προς έναν προορισμό που και οι δυο θέλαμε να ανακαλύψουμε.» Χαμογέλασε, χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της. «Κι έχω μια αίσθηση πως αυτός ο προορισμός θα ήθελα να μην είναι μόνο για απόψε. Υπάρχει κάτι ανάμεσα μας που με κάνει να θέλω να παρατείνω κάθε λεπτό αυτής της βραδιάς.  Και «Αυτός» ανυπομονεί για τη συνέχεια. Να περιποιηθεί το μουνάκι σου και να το ικανοποιήσει! Αυτό είναι το γιατρικό του.» Την πλησίασε, της έπιασε απαλά το πρόσωπο και αργά έσκυψε και τη φίλησε απαλά στα χείλη της. 
«Σε θέλω! Σε θέλω πολύ…» της ψιθύρισε κοιτώντας τη στα μάτια και παραδόθηκαν σ΄ ένα ατελείωτο φιλί το οποίο ένιωσαν πως κράτησε για ώρες λες και τα χείλη τους δε σταματούσαν να αναζητούν τη λύτρωση.
«Απόψε είμαι δική σου. Το σώμα μου το ζητά και όλη τη νύχτα θα είμαστε ένα μωρό μου. Θέλω τόσο πολύ να σε νιώθω να με αγγίζεις... Να νιώθω το κορμί σου πάνω στο δικό μου, να σε νιώθω μέσα μου! Γι αυτό βαστήξου και μετά θα το ευχαριστηθείς καλύτερα, η προσμονή κάνει θαύματα.» του ψιθύρισε κι αυτή και συνέχισε να του χαιδευει το πούτσο προσπαθώντας τώρα να βάλει το χέρι της μέσα από το παντελόνι του χωρίς όμως να τα καταφέρει.  
Χαμένοι στην ένταση της σύνδεσής τους, απολάμβαναν το γλυκό βασανιστήριο της προσμονής. Η Ανδρομάχη κατέβηκε πρώτη από το ταξί, ο νεαρός άνδρας είχε μείνει πίσω να την κοιτάει. Εισήλθε στην είσοδο του ξενοδοχείου και χωρίς χρονοτριβή κατευθύνθηκε κατευθείαν προς τη ρεσεψιόν και εκεί τον περίμενε να τη φτάσει δίνοντας του το μήνυμα ότι δε χωράνε ντροπές και δεν την ενδιέφερε το εστιατόριο και η μουσική στη πισίνα αλλά ένα ευρύχωρο καυτό κρεβάτι που τους περιμένει να περάσουν μερικές ώρες μοναδικής απόλαυσης με απίστευτη όρεξη για καυτές καταστάσεις και να καούν μαζί στις φλόγες του πάθους σβήνοντας τις καύλες τους! Φυσικά ο νεαρός άνδρας δεν άργησε να την ακολουθήσει. Έκλεισαν δωμάτιο σαν ερωτευμένο ζευγάρι και παράγγειλαν room service αλλά με λύπη ο ρεσεψιονίστ τους πληροφόρησε ότι το room service είχε κλείσει από τις 21:30 Ευγενικά τους πληροφόρησε ότι είχε τον τρόπο να τους εξυπηρετήσει. Τον ευχαρίστησαν για την καλοσύνη του παρήγγειλαν, τους οδήγησε στο ασανσέρ, και θα τους τηλεφωνούσε στο δωμάτιο όταν έλθει η παραγγελία τους! 
Έφτασαν στον όροφο ανοίγοντας η πόρτα του ανελκυστήρα στο διάδρομο η Ανδρομάχη ενστικτωδώς τραβήχτηκε από την αγκαλιά του. Ρίχνει μια ανήσυχη ματιά τριγύρω! Ένιωσε ένα μείγμα ενθουσιασμού και ανησυχίας να κυλάει στις φλέβες της. Ένα μέρος της ήθελε να αγκαλιάσει τη νέα της τόλμη και την ευκαιρία να απολαύσει την επιθυμία της για σεξ με το νεαρό άνδρα αλλά ένα άλλο μέρος της ανησυχούσε!
«Νιώθω μια ανησυχία» παραδέχεται ψιθυριστά όλα αυτά μου έχουν έρθει πολύ απότομα!
«Αν θέλεις, μπορούμε να φύγουμε»». την καθησυχάζει ο Φίλιππος και γνέφει προς την πόρτα του ασανσέρ. 
«Όλα αυτά έχουν έρθει πολύ απότομα! Δίνω την εντύπωση ότι είμαι εύκολη.» Επαναλαμβάνει προσπαθώντας να χωνέψει την τολμηρή απόφαση της ότι κάνει κάτι που ήταν εντελώς νέο, απρόσμενο, πολύ προχωρημένο και επικίνδυνο.
«Δε θέλω να φύγεις», λέει ο Φίλιππος και την πιάνει από τα μπράτσα. Την τραβάει κοντά του και κολλάει το σώμα του πάνω της. Την κοιτάζει ίσια στα μάτια και τη ρωτάει: «Τι θέλεις;» 
«Εσένα». Κολλάει πάνω του. Τον φιλάει. Το κορμί του είναι σκληρό σαν πέτρα. Αυτή την ώρα θεωρεί ότι δε χρειάζονται ευγένειες. Να τις βράσει τις ευγένειες! Ο άντρας αυτός απόψε την κάνει να τον θέλει με τρόπο που δε χαρακτηρίζει μια κυρία. Επομένως γιατί να προσποιείται;
.Η πόρτα του δωματίου έκλεισε πίσω τους, αποκόπτοντας τον έξω κόσμο και αφήνοντας πίσω κάθε δισταγμό, κάθε σκέψη για το τι θεωρείται «πρέπει» και κάθε ίχνος παλιού ρόλου. Η ατμόσφαιρα γέμισε από την έντονη, σχεδόν αποπνικτική μυρωδιά του ανυπόμονα απελευθερωμένου πάθους.Ο Φίλιππος, κυριευμένος από μια πρωτόγνωρη ορμή, την είχε παγιδεύσει ανάμεσα στα χέρια του και την πόρτα, νιώθοντας κάθε παλμό του κορμιού της να συντονίζεται με τον δικό του. Η εσωτερική της διέγερση είχε πλέον μετατραπεί σε μια ακαταμάχητη, επιτακτική φλόγα. Η Ανδρομάχη δεν έκρυβε ούτε την ανάγκη ούτε τη δίψα της, τα πόδια της τυλίχθηκαν γύρω από τη μέση του με μια κίνηση απόλυτης κυριαρχίας και παράδοσης ταυτόχρονα, ενώ τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα φιλί βαθύ, απαιτητικό και λυτρωτικό 
Ο χρόνος σταμάτησε να έχει σημασία. Μέσα στο ημίφως του δωματίου, οι αντιστάσεις γκρεμίστηκαν συθέμελα, δίνοντας τη θέση τους σε μια αχαλίνωτη, πρωτόγονη ένωση. Ο Φίλιππος αποδείχθηκε ανεξάντλητος, ένας εραστής που διψούσε να την κάνει να ξεχάσει τα πάντα, γεμίζοντας κάθε εκατοστό του κορμιού της με την ακατέργαστη ενέργειά του. Η Ανδρομάχη, έχει αφεθεί ολοκληρωτικά στα χέρια του και στους δικούς της, ασύδοτους πια πόθους, παραδόθηκε σε μια νύχτα χωρίς όρια, χωρίς ενοχές και χωρίς αύριο. Ήταν η στιγμή της απόλυτης λύτρωσης, όπου κάθε προσδοκία μετατράπηκε σε σάρκα και φωτιά, αφήνοντας τους να καίγονται μαζί μέχρι τις πρώτες πρωινές ακτίνες της αυγής.Το πρωινό του Σαββάτου βρήκε την Ανδρομάχη τυλιγμένη σε μια μοναδική, διπλή πραγματικότητα. 
Από τη μία πλευρά, βρισκόταν στην αγκαλιά του Φίλιππου, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά, τα χάδια και την απόλυτη ικανοποίηση μιας νύχτας που είχε ξεπεράσει κάθε προσδοκία. 
Από την άλλη, κρατούσε το τηλέφωνο στο αυτί της, παίζοντας με άνεση το γνώριμο παιχνίδι των ρόλων και των δικαιολογιών απέναντι στον ανυπόμονο Αλκιβιάδη στην Αθήνα.
Η υπόλοιπη ημέρα του Σαββάτου εξελίχθηκε σε έναν αληθινό ερωτικό τυφώνα.
Χωρίς ίχνος υποκριτικής σεμνοτυφίας, χωρίς τα βαριά «πρέπει» και τους κοινωνικούς καθωσπρεπισμούς που έπνιγαν την καθημερινότητά τους πίσω στην πρωτεύουσα, η Ανδρομάχη και ο Φίλιππος αφέθηκαν σε έναν χορό παθιασμένης επαφής. Ήταν ακριβώς όπως η ποίηση της Τζοκόντα Μπέλι. Σώματα που μιλούσαν τη γλώσσα της απόλυτης επιθυμίας, δέρμα που καιγόταν, αγγίγματα που δεν ζητούσαν άδεια και μια πρωτόγονη, ακατέργαστη ομορφιά στο «εδώ και τώρα».
Το ένα night stand δεν ήταν απλώς μια πράξη, ήταν μια δήλωση ανεξαρτησίας. Χωρίς ιστορίες, χωρίς υποσχέσεις για το αύριο, χωρίς το βάρος καμιάς συναισθηματικής διαπλοκής. Μόνο η καθαρή, λυτρωτική χαρά του να ανακαλύπτεις ξανά το κορμί σου, την ηδονή και τη ζωντάνια σου. Η Μάχη είχε αφήσει πίσω της κάθε ανασφάλεια, καίγοντας στις φλόγες αυτού του διημέρου κάθε ίχνος της παλιάς της ταυτότητας.
.......«Αυτά και άλλα τόσα είναι τα σενάρια που υφαίνει ασταμάτητα το μυαλό μας, όταν η φαντασία παίρνει τα ηνία», συλλογίστηκε φευγαλέα ο Αλκιβιάδης.
 «Συχνά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, είναι απλώς οι φόβοι, οι επιθυμίες και οι αμφιβολίες μας που γεμίζουν τα κενά εκεί όπου λείπει η βεβαιότητα. Οι γνωστοί γρύλοι του μυαλού...» σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης. «Εκείνες οι επίμονες σκέψεις που αρχίζουν σαν ένας αθώος συλλογισμός και, πριν το καταλάβεις, μετατρέπονται σε αλυσίδα υποθέσεων. Όταν το μυαλό σκαλώνει, η μία αρνητική σκέψη διαδέχεται την άλλη, τα σενάρια διογκώνονται και οι λεπτομέρειές τους αποκτούν σχεδόν χειροπιαστή υπόσταση. Κι όσο περισσότερο τα αναπαράγεις, τόσο πιο αληθινά μοιάζουν, ακόμη κι αν δεν στηρίζονται σε κανένα πραγματικό γεγονός.» Τα σενάρια στο μυαλό του αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερη ζωντάνια. Οι εικόνες γίνονταν τόσο παραστατικές, ώστε άρχιζε να δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τι ήταν πραγματικότητα και τι αποκύημα της φαντασίας του. Κι εκεί ακριβώς ξεκινούσε ο πραγματικός κίνδυνος, όταν οι υποθέσεις φορούν το προσωπείο της αλήθειας, μπορούν εύκολα να γεννήσουν φόβους, παρεξηγήσεις και αποφάσεις που δεν στηρίζονται σε γεγονότα, αλλά στις ίδιες μας τις ανασφάλειες. Ο Αλκιβιάδης, όμως, δεν άφησε τη φαντασία του να του χαλάσει τη διάθεση. Συνειδητοποίησε πως όλα όσα είχε πλάσει στο μυαλό του δεν ήταν παρά υποθέσεις, χωρίς πραγματική βάση. «Δεν χρειάζεται να βασανίζομαι με εικασίες», σκέφτηκε. «Όσο δεν γνωρίζω την αλήθεια, κάθε συμπέρασμα είναι απλώς μια ιστορία που κατασκευάζει το μυαλό μου. Και δεν υπάρχει λόγος να αφήσω τη φαντασία να μεταμφιέζεται σε πραγματικότητα.» Χαμογέλασε αμυδρά και έδιωξε τις σκέψεις αυτές από το μυαλό του. Προτίμησε να μείνει σε όσα γνώριζε και όχι σε όσα υπέθετε. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να την αφήνεις να ασφυκτιά κάτω από το βάρος ατελείωτων υποθέσεων και διλημμάτων», σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης.
«Κι όμως, η απιστία είναι από εκείνα τα ενδεχόμενα που εμφανίζονται συνήθως όταν δεν τα περιμένεις. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι μια τέτοια σκέψη θα μπορούσε να αγγίξει και τον ίδιο, να χτυπήσει τη δική του πόρτα, τη στιγμή μάλιστα που όλα στη σχέση του έμοιαζαν να κυλούν ήρεμα και αρμονικά.». 
Η συνέχεια στην ...
 
Web Informer Button