Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....Part: 5»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).. Η Εριφύλη ήταν αρκετά δεμένη με το σόι του πατέρα της και διατηρούσε μαζί τους συχνές και στενές επαφές. Με τον ερχομό του Παυσανία και της Νεφέλης, οι δύο οικογένειες είχαν γίνει ουσιαστικά μία. Μοιράζονταν τον χρόνο τους ανάμεσα στα δύο σπίτια, με μια μικρή προτίμηση στο σπίτι της Νεφέλης, που σχεδόν εφαπτόταν στο κύμα. Και κάπως έτσι, η ζωή τους κυλούσε στους ήρεμους ρυθμούς της εξοχής και της θάλασσας. Οι μέρες περνούσαν χωρίς πρόγραμμα και χωρίς βιασύνη. Παραλία, μπάνιο, φαγητό, καφές, και ατελείωτες συζητήσεις για ανέμους και θάλασσες, για ανθρώπους και πράγματα, για όλα και για τίποτα. Είχαν μάλιστα θέσει μεταξύ τους έναν άγραφο κανόνα: στις διακοπές δεν θα επέτρεπαν σε κανέναν να ασχοληθεί με τη δουλειά. Για λίγο καιρό, η καθημερινότητα έμοιαζε να έχει σταματήσει. Μόνο που ο χρόνος, όπως πάντα, δεν σταματά για κανέναν. Η Εριφύλη είχε χάσει την αίσθηση του πόσο γρήγορα περνούσαν οι μέρες. Η οικογένειά της δεν είχε ξανακάνει ποτέ τόσο μακροχρόνιες διακοπές και τώρα η περίοδος της ανάπαυσης έφτανε σιγά σιγά στο τέλος της. Το καταλάβαινε και από τον καιρό. Στο δεύτερο δεκαήμερο του Αυγούστου, ο επίμονος καύσωνας είχε αρχίσει να υποχωρεί, παραχωρώντας τη θέση του σε πιο δροσερές νύχτες. Ο ουρανός έμοιαζε καθαρότερος και το ανοιχτό γαλάζιο του, σχεδόν διάφανο, έδινε την αίσθηση πως το καλοκαίρι ετοιμαζόταν κι αυτό να μαζέψει τα πράγματά του. Δεν είχε απομείνει ούτε μία εβδομάδα. Στο τέλος του μήνα έπρεπε να βρίσκονται όλοι στην Αθήνα, όπως κάθε χρόνο. Οι μαθητές για την έναρξη της σχολικής χρονιάς, οι εργαζόμενοι για την επιστροφή στις υποχρεώσεις τους και όλοι, λίγο πολύ, για να ξαναμπούν στον γνώριμο ρυθμό της καθημερινότητας. Το καλοκαίρι, δυστυχώς, τελείωνε. «Κρίμα... Όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν, δεν λένε;» Η σκέψη πέρασε από το μυαλό της σχεδόν σαν αναστεναγμός. Τώρα, όμως, τέρμα τα ψέματα. Επιστροφή στη βάση, στην καθημερινότητα, στις υποχρεώσεις και στη ρουτίνα. Η Εριφύλη χαμογέλασε μόνη της. Η επιστροφή από τις διακοπές δεν ήταν, ασφαλώς, το πιο ευχάριστο πράγμα του κόσμου. Δεν υπήρχε όμως λόγος να της προκαλεί άγχος ή αρνητική διάθεση. Με λίγη οργάνωση και έναν στοιχειώδη προγραμματισμό, ίσως τελικά να ήταν πολύ λιγότερο οδυνηρή απ' όσο φανταζόταν. Άλλωστε, υπήρχαν πράγματα που περίμενε με πραγματικό ενδιαφέρον. Η έναρξη των μαθημάτων στο Εργαστήρι Βυζαντινής Αγιογραφίας, όπου παράλληλα έκανε ελεύθερες σπουδές στη ζωγραφική και τη βυζαντινή αγιογραφία, ήταν κάτι που την ενθουσίαζε. Οι υποχρεώσεις της καθημερινότητας δεν ήταν όλες ανεπιθύμητες· κάποιες από αυτές τις περίμενε και τις επιθυμούσε. Κι όμως... Όσο κι αν προσπαθούσε να βλέπει μπροστά, η επικείμενη αναχώρηση από τη θάλασσα και η επιστροφή στην Αθήνα της έπεφταν βαριές. Γιατί το καλοκαίρι δεν ήταν μόνο διακοπές. Ήταν ένας διαφορετικός τρόπος ζωής. Και τώρα, χωρίς να το θέλει, έπρεπε να τον αποχαιρετήσει.
Ήταν η τελευταία εβδομάδα των διακοπών. Οι δύο οικογένειες, σαν να ήθελαν να απολαύσουν μέχρι και την τελευταία σταγόνα του καλοκαιριού, περνούσαν τις απογευματινές ώρες στη θάλασσα. Γέλια, πειράγματα, βουτιές και μικρές κουβέντες που δεν είχαν κανέναν άλλο σκοπό παρά μόνο να γεμίσουν όμορφα τις τελευταίες ανέμελες ημέρες. Όλοι έδειχναν να χαίρονται τη στιγμή. Όλοι, εκτός από τον Νικηφόρο. Δεν αισθανόταν ιδιαίτερα καλά εκείνο το απόγευμα και προτίμησε να μείνει στο σπίτι της Νεφέλης. Είχε αράξει στον μεγάλο καναπέ του μπαλκονιού, με το σώμα του χαλαρό και το βλέμμα στραμμένο μακριά, εκεί όπου η θάλασσα συναντούσε τον ορίζοντα. Δεν είχε διάθεση για τίποτα. Και, παράξενα, αυτό του έκανε καλό. Έμεινε για ώρα ακίνητος, παρατηρώντας το αργό παιχνίδι του φωτός πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας. Οι σκέψεις του, που συνήθως έτρεχαν από το ένα θέμα στο άλλο, άρχισαν σιγά σιγά να αραιώνουν. Δεν προσπαθούσε να σκεφτεί, ούτε να λύσει κάποιο πρόβλημα, ούτε να προγραμματίσει την επόμενη ημέρα. Απλώς υπήρχε. Για λίγη ώρα είχε αποδεσμευτεί από τις μικρές απαιτήσεις των αισθήσεων και των επιθυμιών του. Από όσα ήθελε, από όσα περίμενε, από όσα έπρεπε να κάνει. Και μέσα σε αυτή την απλότητα ένιωθε μια παράξενη πληρότητα. Η θάλασσα έδινε τον δικό της αργό ρυθμό. Ο ήχος του νερού που τραβιόταν απαλά από την ακρογιαλιά και επέστρεφε ξανά, σε έναν αέναο κύκλο άμπωτης και παλίρροιας, έφτανε μέχρι το μπαλκόνι σαν μακρινό νανούρισμα. Ο Νικηφόρος έκλεισε για λίγο τα μάτια. Η ζεστασιά του απογεύματος, η αρμύρα στον αέρα και ο μονότονος, σχεδόν υπνωτικός ήχος της θάλασσας τον είχαν βυθίσει σε μια κατάσταση απόλυτης ηρεμίας. Ήταν γαληνεμένος. Ίσως περισσότερο απ' όσο είχε υπάρξει εδώ και πολύ καιρό. Και για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα δεν τον ένοιαζε πόσο γρήγορα περνούσε ο χρόνος. Η τελευταία εβδομάδα του καλοκαιριού μπορούσε, για λίγο ακόμη, να περιμένει. Κάνε τον Νικηφόρο πιο συγκεκριμένο Περιόρισε τις επαναλήψεις της γαλήνης α κρατούσα την ερωτική φόρτιση και την έντονη οπτική του Νικηφόρου, αλλά θα την απέδιδα περισσότερο μέσα από την ατμόσφαιρα, το βλέμμα και τη φαντασία του, χωρίς τις πολύ γραφικές σωματικές λεπτομέρειες. Πρώτη, όπως συνήθως, έφτασε από τη θάλασσα η Νεφέλη, η ακούραστη νοικοκυρά του σπιτιού, που πάντα φρόντιζε να βρίσκεται ένα βήμα μπροστά από τους υπόλοιπους. Ενώ οι άλλοι εξακολουθούσαν να τσαλαβουτούν στα σμαραγδένια νερά, εκείνη μπήκε φουριόζα κάτω από το υπαίθριο ντους, στη γωνία της αυλής, για να ξεπλύνει από πάνω της την αλμύρα. Ο Νικηφόρος άκουσε τον γνώριμο ήχο του νερού πριν ακόμη γυρίσει να την κοιτάξει. Το βλέμμα του στάθηκε πάνω της. Το νερό κυλούσε στα μαλλιά της, στο πρόσωπο και στους ώμους της, σχηματίζοντας μικρές λαμπερές διαδρομές πάνω στο ηλιοκαμένο σώμα της. Το μαύρο μαγιό της τόνιζε ακόμη περισσότερο τις καμπύλες της και, μέσα στο απογευματινό φως, η εικόνα της είχε κάτι σχεδόν υπνωτικό. Ο Νικηφόρος ένιωσε ξαφνικά πως η αδιαθεσία του είχε ξεχαστεί. Την κοιτούσε σιωπηλός. Υπήρχε κάτι στον τρόπο που η Νεφέλη στεκόταν κάτω από το νερό — τόσο φυσική, τόσο άνετη με τον εαυτό της, χωρίς καμία προσπάθεια να προκαλέσει, που έκανε τη δική του φαντασία να πάρει τον δρόμο της. Και εκείνος δεν την σταμάτησε. Για μια στιγμή την είδε με τη φαντασία του διαφορετικά. Όχι όπως την έβλεπε τόσα χρόνια, ως τη θεία της γυναίκας του, ως μια οικεία και αγαπημένη παρουσία της οικογένειας, αλλά ως γυναίκα. Μια γυναίκα που τον έλκυε. Η σκέψη αυτή τον αιφνιδίασε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Ένιωσε ένα ρίγος να περνά από μέσα του και ανακάθισε λίγο στον καναπέ. Το βλέμμα του παρέμενε καρφωμένο πάνω της, σχεδόν ευλαβικό, σαν να φοβόταν πως αν κοιτούσε αλλού θα έχανε κάτι από τη μαγεία της στιγμής. Η Νεφέλη συνέχισε αμέριμνη το ντους της. Και ο Νικηφόρος, κρυμμένος πίσω από τη σιωπή του, αναρωτήθηκε για πρώτη φορά πόσα πράγματα είχαν αλλάξει ανάμεσά τους χωρίς κανείς από τους δύο να τολμήσει μέχρι τότε να τα ονομάσει. Κάνε καθαρότερη τη μετάβαση στην επιθυμία μου Η σκηνή μπορεί να κρατήσει την πρόκληση και το παιχνίδι ανάμεσά τους, με έμφαση στο βλέμμα της Νεφέλης και στην αμηχανία του Νικηφόρου, χωρίς να γίνει γραφική. Η Νεφέλη είχε αντιληφθεί το βλέμμα του. Δεν χρειάστηκε περισσότερα. Ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών της. Δεν ήταν χαμόγελο αμηχανίας· ήταν εκείνο το γνώριμο, παιχνιδιάρικο χαμόγελο της γυναίκας που καταλαβαίνει πολύ καλά τι συμβαίνει απέναντί της και αποφασίζει να το απολαύσει. Σε λίγο, ο ήχος του νερού έσβησε. Η Νεφέλη κοίταξε γύρω της. Πέρα από τη μάντρα της αυλής δεν φαινόταν ψυχή. Οι υπόλοιποι βρίσκονταν ακόμη στη θάλασσα. Μόνο ο Νικηφόρος ήταν εκεί, στον μεγάλο καναπέ του μπαλκονιού, και την κοιτούσε. Η Νεφέλη δεν βιάστηκε. Με μια φυσικότητα που έκανε τη σκηνή ακόμη πιο προκλητική, απαλλάχθηκε από το βρεγμένο μαγιό της και έμεινε για μια στιγμή όπως ήταν, μέσα στο ζεστό απογευματινό φως. Το δέρμα της, σταρένιο από τον ήλιο του καλοκαιριού, γυάλιζε ακόμη από τις σταγόνες του νερού. Πήρε την πετσέτα και άρχισε να σκουπίζεται αργά, χωρίς καμία εμφανή βιασύνη. Κάθε τόσο, όμως, τα μάτια της αναζητούσαν τα δικά του. Και τον έβρισκαν. Ο Νικηφόρος είχε μείνει σχεδόν ακίνητος. Η Νεφέλη το απολάμβανε. Ήξερε πως τον είχε αιφνιδιάσει και, αντί να του δώσει την ευκαιρία να κρυφτεί πίσω από κάποια αμήχανη κουβέντα, συνέχισε το μικρό της παιχνίδι με την ίδια αφοπλιστική άνεση που τη χαρακτήριζε. Ύστερα πήρε από το σχοινί της αυλής το καλοκαιρινό, φλοράλ φόρεμά της. Το φόρεσε αργά, χωρίς να πάψει να έχει επίγνωση του βλέμματός του. Τα χέρια της τακτοποίησαν το ύφασμα με επιτηδευμένα αργές κινήσεις, ενώ το βλέμμα της συναντούσε πότε πότε το δικό του, σαν να του έλεγε χωρίς λόγια πως τίποτε από όσα συνέβαιναν εκείνη τη στιγμή δεν ήταν τυχαίο. Ο Νικηφόρος κατάλαβε. Δεν επρόκειτο απλώς για μια γυναίκα που είχε μόλις βγει από τη θάλασσα. Ήταν ένα παιχνίδι. Και η Νεφέλη ήξερε πολύ καλά τους κανόνες του. Όταν τελικά το φόρεμα έπεσε στη θέση του, εκείνη ισορρόπησε τα μαλλιά της με τα δάχτυλα και τον κοίταξε ευθεία στα μάτια. «Πώς αισθάνεσαι;» τον ρώτησε. Ο Νικηφόρος χαμογέλασε αμήχανα. Η Νεφέλη σήκωσε ελαφρά το φρύδι. Ήξερε ήδη την απάντηση.
«Ξαφνικά ένιωσα σαν να με είχε πατήσει τρένο. Αλλά τώρα… καλύτερα!» της απάντησε. Έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και, παρά την αμηχανία του, δεν κατάφερε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Ήταν φανερό πως η απρόσμενη εικόνα της Νεφέλης τον είχε αναστατώσει περισσότερο απ' όσο θα ήθελε να δείξει. Η Νεφέλη το κατάλαβε αμέσως. Άλλωστε, αυτό ακριβώς είχε επιδιώξει, και το αποτέλεσμα την ικανοποιούσε. Ένα μικρό, αυτάρεσκο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της.
Είχε ήδη ανέβει στη βεράντα και τώρα στεκόταν όρθια δίπλα του, τόσο κοντά ώστε η παρουσία της να γίνεται ακόμη πιο αισθητή. Ο Νικηφόρος σήκωσε το βλέμμα του προς το πρόσωπό της. Για μια στιγμή δεν μίλησε κανείς.
Η Νεφέλη έσκυψε ελαφρά προς το μέρος του. «Λοιπόν;» είπε παιχνιδιάρικα.
Εκείνος χαμογέλασε. «Εσύ ξέρεις πολύ καλά τι κάνεις.»
Το χαμόγελό της άνοιξε περισσότερο. «Εγώ; Τι έκανα εγώ;»
Ο Νικηφόρος κούνησε το κεφάλι. Ήξερε πως η Νεφέλη απολάμβανε κάθε δευτερόλεπτο της αμηχανίας του. Και, το χειρότερο απ' όλα, άρχιζε να απολαμβάνει κι εκείνος το παιχνίδι.
«Πολύ ζεστή η μέρα σήμερα! Έχει και μια υγρασία που δεν υποφέρεται με τίποτα. Νιώθω το φουστάνι μου να κολλάει πάνω μου! Δεν το μπορώ… θέλω να τα βγάλω όλα!» του είπε με εκείνο το αθώο ύφος που μόνο αθώο δεν ήταν. Με μια αργή, σχεδόν θεατρική κίνηση, ανασήκωσε λίγο το φουστάνι της και το ανέμιζε με τα χέρια της, αφήνοντας τον αέρα να περάσει κάτω από το ύφασμα. Το έκανε μπροστά του, χωρίς την παραμικρή αμηχανία, έχοντας πλήρη επίγνωση της επίδρασης που είχε πάνω του. Η Νεφέλη ήξερε πολύ καλά ποιο ήταν το όπλο της. Και ήξερε ακόμη καλύτερα πότε να το χρησιμοποιεί. Ο Νικηφόρος προσπαθούσε να διατηρήσει την ψυχραιμία του, αλλά η προσπάθειά του ήταν μάλλον μάταιη. Το βλέμμα του την ακολουθούσε σχεδόν παρά τη θέλησή του, ενώ εκείνη, κάθε τόσο, τον κοίταζε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που έλεγε πως καταλάβαινε απολύτως τι του συνέβαινε. «Καλύτερα τώρα;» τον ρώτησε.
«Εσύ θα με αποτελειώσεις τελείως», μουρμούρισε εκείνος.
Η Νεφέλη γέλασε. «Μα εγώ προσπαθώ απλώς να δροσιστώ!»
«Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.»
Το γέλιο της έγινε ακόμη πιο δυνατό. Δεν χρειαζόταν να κάνουν τίποτε περισσότερο. Το παιχνίδι είχε ήδη αρχίσει να αποκτά τη δική του δυναμική. Εκείνη απολάμβανε τη δύναμη που ασκούσε πάνω του και εκείνος, παρότι αντιλαμβανόταν πως τον οδηγούσε σκόπιμα εκεί, δεν είχε καμία διάθεση να απομακρυνθεί. Για τη Νεφέλη ήταν ένα παιχνίδι βλέμματος, υπονοούμενων και μικρών προκλήσεων. Για τον Νικηφόρο, όμως, ήταν κάτι πολύ πιο δύσκολο να αγνοήσει. Και οι δυο τους το γνώριζαν. «Ωραία είναι η θέα που μας προσφέρει το μπαλκόνι του σπιτιού μας. Βλέπεις όλο τον κόλπο γύρω σου· θάλασσα και βουνό... Κι όλα αυτά σε κάνουν να νιώθεις υπέροχα. Δεν συμφωνείς;» τον ρώτησε, κοιτάζοντας δήθεν προς τη θάλασσα.
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Όντως! Η θέα είναι πανέμορφη!» απάντησε. Μόνο που τα μάτια του δεν κοιτούσαν τη θάλασσα. Η Νεφέλη το κατάλαβε αμέσως. Γύρισε προς το μέρος του και του χάρισε ένα πονηρό, σχεδόν ναζιάρικο χαμόγελο.
Ο Νικηφόρος ένιωθε την ανάσα του να βαραίνει ελαφρά και το βλέμμα του να περιπλανιέται πάνω της, ενώ οι σκέψεις του είχαν πάψει προ πολλού να ακολουθούν λογική σειρά. Υπήρχαν στιγμές όπου η έλξη δεν χρειαζόταν ούτε εξήγηση ούτε επιχειρήματα. Ήταν απλώς εκεί, μια δύναμη σχεδόν μαγνητική, που επηρέαζε τον εσωτερικό κόσμο πριν προλάβει η λογική να παρέμβει. Ίσως αυτό να εννοούσε και ο Νοβάλις όταν μιλούσε για τη μαγική δύναμη του έρωτα: εκείνη την παράξενη αίσθηση που μετακινεί κάτι μέσα μας χωρίς να ζητήσει άδεια.
Η Νεφέλη διέκρινε καθαρά την έξαψη στο βλέμμα του. Ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στα χείλη της. «Τι λες κι εσύ;» τον ρώτησε με προσποιητή αθωότητα. «Δεν αξίζει το θέαμα που έχεις μπροστά σου;»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε για λίγο χωρίς να απαντήσει. «Εεε... ναι! Και βέβαια είναι η καλύτερη θέα!» Η Νεφέλη έγειρε ελαφρά το κεφάλι, απολαμβάνοντας την απάντησή του. «Μόνο η θάλασσα εννοείς;» Εκείνος γέλασε. «Μια θάλασσα όμορφη σαν κρίνο, που μέσα της κοιμήθηκε ένα φίδι, όπως λέει κι ένας ποιητής.»
Η Νεφέλη έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή. Ύστερα χαμογέλασε ακόμη πιο πονηρά. «Πολύ ποιητικός έγινες ξαφνικά, Νικηφόρε...»
«Εσύ φταις.»
«Εγώ;»
«Εσύ με έβαλες να κοιτάζω τη θέα.» Και οι δυο γέλασαν. Μόνο που κανείς τους δεν πίστευε πια πως μιλούσαν πραγματικά για τη θάλασσα
«Α, έτσι λέει ο ποιητής; Όμορφο μου ακούγεται!» είπε η Νεφέλη, πνίγοντας ένα πονηρό γελάκι. «Σε κάνει να ανυπομονείς να μπεις μέσα σ’ αυτή τη θάλασσα, ε; Στα βαθιά... να την απολαύσεις!» Η φωνή της είχε εκείνη τη γλυκιά, παιχνιδιάρικη χροιά που έκανε τα λόγια της να σημαίνουν πολύ περισσότερα απ’ όσα έλεγαν.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε και χαμογέλασε. Η Νεφέλη είχε πλέον αντιληφθεί πως το παιχνίδι τους είχε ξεφύγει από τα όρια ενός απλού πειράγματος. Κι εκείνη το απολάμβανε. Τον κρατούσε με το βλέμμα της, γνωρίζοντας πως κάθε λέξη, κάθε μικρή κίνηση, κάθε παύση ανάμεσά τους μεγάλωνε την ένταση. «Μμμ... έτσι ακριβώς!» της απάντησε. «Τέτοιες στιγμές ο νους μου είναι ελεύθερος και ταξιδεύει. Κι όσο ταξιδεύει ο νους, τόσο γεμίζει ο άνθρωπος επιθυμίες.» Έκανε μια μικρή παύση και την κοίταξε στα μάτια. «Νεφέλη, εσύ είσαι η αφορμή να δουλέψει η φαντασία μου. Με την παρουσία σου, ακόμη κι οι κορυφογραμμές του Χελμού αλλάζουν μορφή. Γίνονται πρόσωπο, στήθος, κοιλιά, μηροί... Κι εκείνη η θάλασσα μπροστά μας μοιάζει ξαφνικά σαν ένας ολόκληρος κόσμος που περιμένει να τον εξερευνήσεις.»
Η Νεφέλη τον άκουγε χωρίς να τον διακόπτει. Το βλέμμα της είχε αλλάξει. Οι βλεφαρίδες της χαμήλωσαν για μια στιγμή και ύστερα σηκώθηκαν ξανά, ενώ άφησε το κεφάλι της να γείρει ελαφρά προς τα πίσω. Μπροστά της απλωνόταν ο ουρανός. Κάτω από τα πόδια της, η θάλασσα. Και ανάμεσα τους εκείνη, ακίνητη, σαν να είχε για λίγο ξεχάσει ποια από τις δύο πραγματικότητες ήταν η αληθινή: εκείνη που έβλεπε ή εκείνη που της γεννούσε η φαντασία.
Ο Νικηφόρος συνέχισε, χαμηλότερα αυτή τη φορά: «Κι ίσως το πιο όμορφο ταξίδι να είναι εκείνο που δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει.» Η Νεφέλη χαμογέλασε. Ήξερε πως δεν μιλούσε πια μόνο για τη θάλασσα. Ούτε εκείνος. Για λίγες στιγμές έμειναν σιωπηλοί, με το βλέμμα τους να συναντιέται και να χωρίζεται ξανά, ενώ ο ήχος των κυμάτων γέμιζε τα κενά ανάμεσα στις λέξεις. Το παιχνίδι είχε πλέον αποκτήσει τη δική του γλώσσα. Και αυτή η γλώσσα δεν χρειαζόταν περισσότερες εξηγήσεις.
Πάνω στην ώρα του έντονου ποιητικού τους οίστρου, η πραγματικότητα αποφάσισε να τους θυμίσει την παρουσία της. Ακριβώς πίσω τους, στην είσοδο της αυλής, εμφανίστηκε η υπόλοιπη οικογένεια. Ο Νικηφόρος πάγωσε. Για μια στιγμή έμεινε με το στόμα μισάνοιχτο, μουδιασμένος και σχεδόν ακινητοποιημένος. Ένα κόκκινο καμπανάκι χτύπησε μέσα του και η αδρεναλίνη άρχισε να ανεβαίνει με βασανιστικά γρήγορους ρυθμούς. Δεν τον είχε αγγίξει κανείς. Κι όμως, η Νεφέλη, με τον δικό της μοναδικό τρόπο, του είχε ήδη αναστατώσει ολόκληρο τον εσωτερικό κόσμο. Η Εριφύλη ήταν η πρώτη που τον πλησίασε. Έσκυψε και τον φίλησε τρυφερά στο μέτωπο, όπως θα έκανε κάθε γυναίκα που βλέπει τον άνθρωπό της αδιάθετο. «Ζεστός μου φαίνεσαι. Να βάλουμε θερμόμετρο…»
Ο Νικηφόρος προσπάθησε να χαμογελάσει φυσιολογικά. Η Νεφέλη, ψύχραιμη σαν να μην είχε προηγηθεί απολύτως τίποτα, παρενέβη: «Ασχολήσου με τα παιδιά. Θα τον αναλάβω εγώ.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε ανακουφισμένη. «Αχ, βρε Νεφέλη μου! Θησαυρός ανεκτίμητος είσαι.»
«Να 'σαι καλά, κορίτσι μου.» Η Εριφύλη έφυγε προς το εσωτερικό του σπιτιού για να ασχοληθεί με τα παιδιά, αφήνοντας τους δυο τους για λίγες στιγμές μόνους. Η Νεφέλη περίμενε να απομακρυνθεί. Ύστερα γύρισε προς τον Νικηφόρο. Στο βλέμμα της υπήρχε εκείνη η γνώριμη σπίθα. «Θησαυρός, ε;» του ψιθύρισε. «Κάποιοι άλλοι δεν τον εκτιμούν τόσο πολύ... αν και εγώ είμαι πάντα εκεί για εκείνους.» Ο Νικηφόρος την κοίταξε για μια στιγμή χωρίς να απαντήσει. Το χαμόγελό του ήταν συγκρατημένο, αλλά τα μάτια του πρόδιδαν πως είχε καταλάβει ακριβώς τι εννοούσε. «Το ότι κάποιος δεν το λέει «φωναχτά,» της απάντησε χαμηλόφωνα, «δεν σημαίνει πως δεν εκτιμά ιδιαίτερα τα προσόντα σου.»
Η Νεφέλη χαμογέλασε πλατιά. «Μάλιστα...» Έκανε μια μικρή παύση. «Χαίρομαι που αρχίζεις να μιλάς τη γλώσσα μου.»
Ο Νικηφόρος κούνησε το κεφάλι, προσπαθώντας να συγκρατήσει το γέλιο του. Η οικογένεια βρισκόταν μόλις λίγα μέτρα μακριά. Κι όμως, ανάμεσά τους είχε δημιουργηθεί ένας ολόκληρος, μυστικός κόσμος που κανείς άλλος δεν μπορούσε να δει. Φέρνοντας στο φως και τις δικές του μύχιες σκέψεις, εκείνες που αφορούσαν μια επιθυμία την οποία κανείς από τους δυο τους δεν είχε πια ανάγκη να ονομάσει. Η Νεφέλη πήγε και έφερε ένα σεντόνι και, πλησιάζοντας στο πλευρό του, άπλωσε το χέρι της. Οι χτύποι της καρδιάς της έγιναν λίγο πιο γρήγοροι καθώς ακούμπησε τα δάχτυλά της στο μέτωπό του. Τον σκέπασε προσεκτικά και τον βοήθησε να βάλει το θερμόμετρο. Παράλληλα, ετοίμασε κι ένα αντιπυρετικό χάπι. «Κάνε λίγο χώρο», του είπε. Κάθισε δίπλα του στον καναπέ, τόσο κοντά ώστε η παρουσία της να γίνει αμέσως αισθητή. Ο Νικηφόρος ένιωσε την επιθυμία να τον κατακλύζει ξανά και, για μια στιγμή, αναρωτήθηκε αν η Νεφέλη είχε επιλέξει τυχαία αυτή την απόσταση. Εκείνη, σαν να είχε καταλάβει ακριβώς τι συνέβαινε, δεν μετακινήθηκε ούτε εκατοστό. «Για να δω τι έχουμε», είπε ήρεμα και του πήρε το θερμόμετρο. Έπειτα έριξε πάνω του εκείνο το βλέμμα που έμοιαζε αθώο, αλλά ποτέ δεν ήταν εντελώς αθώο. «Τριάντα επτά και δύο. Δέκατα έχεις. Με το ντεπόν θα συνέλθεις. Κι αν χρειαστεί, παίρνουμε και τον γιατρό για οδηγίες.» Έκανε μια μικρή παύση και χαμογέλασε. «Τώρα, μ’ αυτόν που ξύπνησε και φαίνεται τόσο ανήσυχος, τι θα κάνουμε για να ηρεμήσει;» Το χέρι της κινήθηκε πάνω από το σεντόνι, με μια δήθεν αθώα τρυφερότητα. Ο Νικηφόρος την κοίταξε και κατάλαβε πως η «νοσηλεία» του είχε μόλις αποκτήσει έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα.
Η Νεφέλη χαμογέλασε ξανά. «Μη μου πεις πως δεν ξέρεις… Εσύ είσαι ο ασθενής. Εγώ απλώς κάνω ό,τι μπορώ για να σε βοηθήσω.»
Την κοίταξε στα μάτια και της έσκασε εκείνο το γνωστό, πονηρό χαμόγελό του. Το βλέμμα του έταζε περισσότερα απ’ όσα τολμούσαν να πουν με λόγια. «Κάτσε να το κουβεντιάσουμε. Αυτό ρυθμίζεται», της είπε με ύφος απόλυτης αυτοπεποίθησης.
Η Νεφέλη έσκυψε λίγο προς το μέρος του και του ψιθύρισε: «Έκφυλο κάθαρμα… Λόγια, λόγια! Μόνο στα λόγια μένεις. Δεν βλέπεις πως έχω ανάψει ολόκληρη; Δεν φαντάζεσαι τι θα σου έκανα τώρα, αν ήμασταν μόνοι μας.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε ακόμη περισσότερο. «Κι εγώ έχω ήδη αρχίσει να σκέφτομαι τι θα σου κάνω όταν βρούμε την ευκαιρία.»
«Μωρό μου, θα περιμένω πώς και πώς να τη βρούμε αυτή την ευκαιρία. Αλλά μη μου τα λες μισά. Θέλω να ξέρω τι έχεις στο μυαλό σου.» «Νεφέλη μου…» της απάντησε χαμηλόφωνα. «Σε γουστάρω τρελά. Αυτή τη στιγμή η φαντασία μου έχει πάρει φωτιά. Και το χειρότερο είναι πως εσύ ξέρεις πολύ καλά πώς να την τροφοδοτείς.»
Η Νεφέλη τον κοίταξε για λίγο χωρίς να απαντήσει. Ύστερα πήρε το πιο συνετό της ύφος και, με μια μικρή κίνηση των χεριών, του έκανε νόημα να ηρεμήσει. «Σιγά, ασθενή μου. Θα μας ακούσουν.» Δεν πρόλαβε να πει περισσότερα. Η πόρτα άνοιξε και, σχεδόν ταυτόχρονα, όλη η οικογένεια βγήκε στο μπαλκόνι. Η προηγούμενη ατμόσφαιρα διαλύθηκε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Η Εριφύλη, έχοντας ήδη αρχίσει να οργανώνει το βραδινό πρόγραμμα, γύρισε προς τη Νεφέλη. «Νεφέλη, θα πεταχτούμε στο χωριό με τον θείο και τα παιδιά. Να πάρουμε ένα ψητό κοτόπουλο, σουβλάκια και παγωτά. Η Άλκηστις έμεινε μέσα και βλέπει στην τηλεόραση την αγαπημένη της σειρά. Θα ’ρθεις μαζί μας;»
Η Νεφέλη έριξε μια γρήγορη ματιά στον Νικηφόρο και μετά στην Εριφύλη. «Όχι, θα μείνω. Βαριέμαι να κατέβω. Θα κάνω παρέα στον ασθενή μας.» Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε, με το πιο αθώο ύφος του κόσμου: «Αν και… βλέπω πως ο ασθενής μας ζωντάνεψε.»
Ο Νικηφόρος κράτησε με δυσκολία το χαμόγελό του. Η Νεφέλη, αντίθετα, παρέμενε απολύτως σοβαρή, σαν να είχε μόλις κάνει την πιο φυσιολογική ιατρική παρατήρηση του κόσμου.
Μόλις φεύγουν όλοι η Νεφέλη πηγαίνει στο μπάνιο παίρνει ακόμη ένα αντιπυρετικό (για να σιγουρέψει ότι η Άλκηστις είναι στην τηλεόραση) Τη βλέπει αφοσιωμένη στο σαλόνι να απολαμβάνει το σήριαλ και τη δροσούλα πίνοντας ένα δροσιστικό.. Δικαιολογείται για τα κουνούπια, κλίνει την μπαλκονόπορτα και τις κουρτίνες. Νιώθει μια σχετική ασφάλεια γυρίζει κάθεται πάλι στον καναπέ. Ο Νικηφόρος της έκανε χώρο να καθίσει πιο άνετα με το ένα πόδι της επάνω στον καναπέ και το μουνί της φάτσα να λειτουργεί σαν το καλύτερο αφροδισιακό για εκείνον κι αυτή να έχει όρεξη για τρελίτσες. Τη κοίταξε πονηρά και τη ρώτησε «Γιατί έκλεισες την μπαλκονόπορτα;» Και έβαλε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της.
«Δεν ξέρεις γιατί;» Του απάντησε ναζιάρικα.
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε, και άφησε το χέρι του να γλιστρήσει πάνω στην μεταξένια επιδερμίδα της Νεφέλης μέχρι που άγγιξε τις απαλές της σγουρές μουνότριχες..
«Μμμ! Μ’ αρέσει να με χαϊδεύεις… Βρες την κλειτορίδα μου και τρίψε με μέχρι να χύσω!»», ψιθύρισε λαχανιασμένα η Νεφέλη. Ένιωθε τα κωλομέρια της να πιέζονται απ’ τον πούτσο του, που όσο περνούσε η ώρα γινόταν όλο και πιο σκληρός κάτω απ’ την βερμούδα του. Άνοιξε λίγο ακόμη τα πόδια της και τον άφησε να συνεχίσει να της βάζει κι άλλο δάχτυλο, ενώ αυτή τον έτριβε πάνω από την βερμούδα μέχρι που έβαλε το χέρι της μες στην βερμούδα του. Χούφτωσε τον πούτσο του. Μόλις τον έπιασε τα ‘χασε. Αλλά μετά από λίγο γελώντας του λέει: «Πω πω!... Τι εργαλείο είναι αυτό αγόρι μου; Είναι ακόμα πιο μεγάλος απ’ όσο μου φαινόταν!», είπε λιγωμένη και κούνησε το χέρι της πάνω κάτω στην σκληρή καυτή παλλόμενη σάρκα του. «Γι’ αυτό τα μωρά μου η ανιψιά μου και η κόρη μου δεν το αφήνουν να ησυχάσει. Τέτοιο καυλί και τέτοιος παίδαρος, ούτε εγώ θα τον άφηνα, έλα αγόρι μου, να σε ξεκαυλώσω για τα καλά τώρα. Άντε, να σε μάθει η θεία να μαστορεύεις καλά!»





'
