.....«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1)......Ο Βρασίδας με τη γυναίκα του η Μελισσάνθη παντρεύτηκαν πριν από επτά χρόνια. Ο έρωτας τους ήταν έντονος. Τη γυναίκα του με το που την είδε, ήξερε πως θα είναι μαζί και θα κάνουνε οικογένεια. Πήγε πατροπαράδοτα με ανθοδέσμη και τη ζήτησε από τον πατέρα της. Ο γάμος τους ήταν παραμυθένιος. Η Μελισσάνθη ήταν η πιο όμορφη νύφη που είχε δει ποτέ του. Μόλις την είδε να έρχεται στην εκκλησία με το νυφικό της, ένιωθε ο πιο ευτυχισμένος άντρας στον κόσμο. Ακόμα θυμάται τη πρώτη νύχτα του γάμου τους. Τι σεξ ήταν αυτό. Τρέμαν ολόκληροι. Κάθε αναστεναγμός κάθε κίνηση τους ήταν γεμάτη ένταση και επιθυμία και ένιωθαν τον κόσμο να χάνεται γύρω τους. Υπήρχε μόνο η Μελισσάνθη και Βρασίδας ενωμένοι σε έναν χείμαρρο αισθήσεων. Ξεκίνησαν να φιλιούνται παθιασμένα οι γλώσσες τους ενώθηκαν σε ένα χορό πάθους και τα χέρια τους εξερευνούσαν τα σώματα τους με απληστία .Η επαφή τους ήταν γεμάτη πάθος και ηδονή κάθε άγγιγμα τους κάθε φιλί ήταν μία έκρηξη απόλαυσης τα κορμιά τους έστησαν χορό και οι αναστεναγμοί τους γέμισαν το χώρο. Ο Βρασίδας εισχώρησε μέσα της και η αίσθηση ήταν υπέροχη και το σώμα της ανταποκρινόταν σε κάθε ώθηση. Οι ώρες περνούσαν σαν δευτερόλεπτα μέχρι που φτάσανε μαζί στην κορύφωση αφήνοντας έναν βαθύ αναστεναγμό που αντήχησε στο δωμάτιο όταν ξαπλώσαν δίπλα-δίπλα εξαντλημένοι αλλά ευτυχισμένοι. Ο Βρασίδας ήξερε ότι αυτό που είχαν ζήσει δεν ήταν απλώς μια παρόρμηση αλλά κάτι πολύ βαθύτερο και τίποτα άλλο δεν είχε σημασία ήταν μαζί και αυτό ήταν το μόνο που ήθελαν. Οι προσδοκίες αμφότερων επαληθεύτηκαν και με το παραπάνω. Ως την αιωνιότητα λοιπόν και ακόμα πιο πέρα! Μα σύντομα έρχεται η εποχή που ο γάμος τελματώνει τα συναισθήματα αλλάζουν δυσοίωνα στη σχέση τους και η Μελισσάνθη διαπιστώνει ότι έχει «μικρά» παράπονα στην σεξουαλική της ικανοποίηση από την συμβίωση τους.
Ο Βρασίδας δουλεύει σε ναυτιλιακή εταιρεία και λόγω επαγγέλματος απαιτείται ανά τακτά διαστήματα να κάνει ταξίδια πολυήμερα στο εξωτερικό. Διανύουν τον πέμπτο χρόνο του γάμου τους και η Μελισσάνθη του λέει «Ξέρεις, ήθελα να σου πω κάτι κι ελπίζω να μην έχεις αντίρρηση»
«Για να ακούσω! Τι είναι που θέλεις να μου πεις;.»
«Τη Δάφνη την φίλη μου την γνωρίζεις! Ήμασταν συμμαθήτριες στο λύκειο μου! Μου πρότεινε ότι θα ήθελε πολύ να βαφτίσουμε το παιδί τους γιατί πιστεύει ότι είμαστε πολύ σημαντική επιλογή για να γίνουμε κουμπάροι.»
Ο Βρασίδας δεν έφερε αντίρρηση άπλα ρώτησε τη Μελισσάνθη. «Θανάση δεν είπες ότι λένε το σύζυγο της Δάφνης. Αυτός συμφωνεί να γίνουμε κουμπάροι;»
«Ο Θανάσης; Να πει όχι; Αυτό μας έλειπε! Θα κάνει ότι του πει η γυναίκα του. Αλλά από όσο γνωρίζω, νομίζω πως τρέφει πολύ φιλικά αισθήματα για την οικογένεια μας για να αρνηθεί».
Βέβαια η Μελισσάνθη αυτό που επιμελώς απέφυγε και δεν είπε στο Βρασίδα είναι ότι τελευταία ο Θανάσης δεν τρέφει μόνο φιλικά αισθήματα για την οικογένεια τους αλλά δείχνει μια πολύ ιδιαίτερη και τρυφερή συμπάθεια στη Μελισσάνθη. Για την ακρίβεια, μάλιστα, η Μελισσάνθη έχει αντιληφθεί πως ο Θανάσης της την πέφτει δήθεν φιλικά, και όταν βρίσκει ευκαιρια προβαίνει και σε χειρονομίες που υπονοούν σεξουαλικές επιθυμίες του. Η Μελισσάνθη ενθυμούμενη τις εφηβικές τους σκανδαλιές στα παιγνίδια τους παίρνει ύφος ονειροπόλο, με τον νου να ταξιδεύει και να τα αναπολεί τα παλιά τα εφηβικά τα πρώτα τους σκιρτήματα. Πώς θα μπορούσε να τα ξεχάσει και για αυτό δεν είναι ειλικρινής με τον Βρασίδα διότι δίκη της ιδέα είναι η κουμπαριά τους. Τελευταία παρουσιάζει έντονα στοιχεία πολυοργασμικότητας που είναι και ευχή και κατάρα! Αν ασχολείτο τακτικά ο Βρασίδας, όλα καλά μα τα πολύ συχνά και πολυήμερα ταξίδια του στο εξωτερικό η Μελισσάνθη μένει πίσω στη μοναξιά της με καύλες τρελές ανεκπλήρωτες! Ε δεν θελει και πολύ που η μοναξιά της έχει αρχίσει να γίνεται αβάσταχτη. Τον αγαπά το Βρασίδα αλλά οι μέρες που περνάνε χώρια είναι δύσκολες χωρίς την παρουσία του. Της λείπει η ζεστασιά της αγκαλιάς του και ο Θανάσης έχει αρχίσει να της ξυπνά το απαγορευμένο που την τραβάει σε κάτι το επικίνδυνο. Πάντα ήταν ευγενικός μαζί της αλλά τον τελευταίο καιρό παρατήρησε πως το βλέμμα του πάνω της έχει αλλάξει και η Μελισσάνθη δεν μπορεί να αρνηθεί όταν νιώθει το σώμα της να ανάβει από την ερωτική επιθυμία ότι οι σκέψεις της τρέχουν στο Θανάση παρακάμπτοντας κάθε ηθική αντίσταση όταν φαντάζεται τα χέρια του να αγκαλιάζουν το κορμί της.
Ο Θανάσης γνώριζε τη Μελισσάνθη από τα νεανικά τους χρόνια και η αλήθεια είναι ότι πάντα ένιωθε ότι ήταν μια κοπέλα που τραβούσε το βλέμμα του και μεγαλώνοντας έγινε μια γοητευτική κομψή γυναίκα που είχε έναν μαγνητισμό που δεν μπορούσε να τον αγνοήσει. Υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία όταν έμαθε πως η Μελισσάνθη παντρεύτηκε και ένιωσε μια βαθιά πικρία γιατί είχε στο μυαλό του τελειώνοντας την θητεία του να της έκανε επίσημη πρόταση γάμου με την ελπίδα ότι η Μελισσάνθη θα την έκανε αποδεκτή. Έσβησε τον πόνο του και παντρεύτηκε τη γειτονισσα του την Δάφνη αλλά η αλήθεια είναι ότι πάντα ένιωθε κάτι ιδιαίτερο για τη Μελισσάνθη.
Πολύ σύντομα ο Βρασίδας με τον Θανάση εκτός από κουμπάροι έγιναν και πολύ κάλοι φίλοι και ο ένας εμπιστεύονταν τον άλλο απόλυτα.
Ο Βρασίδας διαπίστωσε πως ο κουμπάρος του ο Θανάσης είναι μια αρσενική φιγούρα η οποία έχει στοιχεία της γοητείας που πάντα χαίρονται να βλέπουν οι γυναίκες. Είναι καύλα σαν παρουσία και ευχάριστος και ανοιχτόκαρδος σαν άνθρωπος.! Πολλές φορές έβλεπε τη Μελισσάνθη τη γυναίκα του πως τον παρατηρούσε στις συχνές επισκέψεις στο σπίτι του και σκεφτόταν ότι αυτός ο άνδρας κάτι της είχε κάνει τελικά και το χαμόγελό της σχεδόν κοντεύει να πεταχτεί έξω από τα μάγουλά της όταν τον βλέπει! Και τα μάτια της, δεν λένε ποτέ ψέματα. Πολύ συχνά δεν παίρνει τα μάτια της από πάνω του. Τον κοιτάζει και το βλέμμα της του λέει. «Κοίταξέ με, σε έχω ότι και να γίνει». Η διαχυτικότητα της είναι η έκφραση της χαράς και του θαυμασμού που νιώθει όταν ο κουμπάρος είναι μαζί μας. Πίστευε όμως ότι δεν είχε ερωτικές, σεξουαλικές προεκτάσεις το ενδιαφέρον της ώστε να μην γκρεμίσει αυτή την όμορφη σχέση που έχουμε μεταξύ μας ως κουμπάροι συμπεριλαμβανομένης σαφώς και της κουμπάρας. Στην περίπτωση που οι προθέσεις από μεριά της δεν είναι αγαθές και προσποιείται τη ντροπαλή τσούλα ο Βρασίδας το φιλοσοφεί πως αυτά συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες, και ο χρόνος θα δείξει. Άλλωστε τόσα και τόσα ακούμε για τους κουμπάρους και τις κουμπάρες, για άλλη μια περίπτωση ε δεν χάλασε κι ο κόσμος! Προσοχή και ψυχραιμία Βρασίδα συμβαίνει πολύ πιο συχνά απ’ότι νομίζεις.
Όμως και η Μελισσάνθη σαν γυναίκα δεν του περνούσε ποτέ απαρατήρητη του κουμπάρου με το γλυκό προσωπάκι, της, ένα αισθησιακό θηλυκό με λαχταριστά βυζιά, μεγάλα και φυσικά. Η κουμπάρα στο διάβα του χρόνου ενθυμούμενος τα εφηβικά τους παιγνίδια έρχεται και πάλι να ταράξει τα ήρεμα νερά του, σαν αφράτο βότσαλο που πέφτει μέσα στην πισίνα και ξεσηκώνει φουσκοθαλασσιές. Η παρουσία της του ήταν ανυπόφορα ελκυστική και κάθε φορά που τα βλέμματά τους συναντιόντουσαν ένιωθαν την ένταση να αυξάνεται ανάμεσα τους και δεν ήξεραν πόσο καιρό θα μπορούσαν να αντισταθούν σε αυτόν τον πειρασμό καθώς χρόνο με το χρόνο η ένταση μεταξύ τους γινόταν όλο και πιο αισθητή! Σε κάθε ευκαιρία δεν έχανε το χρόνο να της δείξει τον ενθουσιασμό του, της έκανε κάποια κομπλιμέντα εκθειάζοντας το υπέροχο κορμί της και να της λέει ότι είχε φοβερές καμπύλες με υπέροχα καλλίγραμμα πόδια και ένα κώλο σκέτη κόλαση και πως τραβούσε πολύ συχνά τα αντρικά βλέμματα επάνω της. Φυσικά προσπαθούσε πάντως να είναι όσο διακριτικός μπορούσε και όλα αυτά της τα έλεγε σχετικά περιορισμένα και με όσο πιο σεμνό τρόπο του επιτρεπόταν όταν ήταν στον ίδιο χώρο με τη σύζυγο του τη Δάφνη και με το Βρασίδα το κουμπάρο του.
Με την πάροδο του χρόνου και καθώς είχε όλο και πιο πολύ άνεση με την Μελισσάνθη λόγω της συχνής επαφής των ζευγαριών, τους πετούσε σπόντες και καλά στην Βίκυ για τον Βρασίδα και τη δουλειά του στο στιλ: «Τι του βρήκες του Βρασίδα ρε Μελισσάνθη που συνέχεια απουσιάζει από το σπίτι; Θα χωρίσω με την Δάφνη και πάμε να ζήσουμε την ζωή μας». Όλα σε στιλ χαβαλέ και χαλαρά και στο ίδιο ύφος ήταν και η απαντήσεις της: «Το ξέρω μωρό μου. Άντε να το σκάσουμε να δω κι εγώ χαρά η γυναίκα!». Τώρα τελευταία οι απαντήσεις τις αφορούσαν όλο και πιο συχνά το σεξουαλικό κομμάτι σε σημείο που είχε αρχίσει να πιστεύει ότι με τον Βρασίδα ίσως και να μην ήταν και τόσο πολύ στο σεξ, αλλά και πάλι ίσως ήταν και ιδέα του.
Η Δάφνη τις μέρες εκείνες είχε κληρονομήσει κάπου στην Ήπειρο ένα κτήμα με ελιές και αποφάσισε να πάρει ένα δεκαήμερο άδεια από την εργασία της να μεταβεί στο χωριό για τις απαραίτητες κληρονομικές υποθέσεις και να κάνει ταυτόχρονα και ένα δεκαήμερο διακοπών στους συγγενείς της. Φεύγοντας η Δάφνη, ο Θανάσης συνέχισε να πηγαίνει πιο τακτικά σπίτι των κουμπάρων του και επειδή και ο Βρασίδας χρειάστηκε να φύγει στο εξωτερικό για δυο ίσως και τρεις εβδομάδες απεσταλμένος αντιπρόσωπος της εταιρίας του στην Νότιο ανατολική Ασία παρακάλεσε τον Θανάση να έχει το νου του τη κουμπάρα του αν τον χρειαστεί για κάποια βοήθεια και εξυπηρέτηση όσο αυτός θα λείπει στο εξωτερικό ώστε να νιώθει ότι την αφήνει πίσω του σε ασφαλή χέρια.
Το απόγευμα την ίδια μέρα που αναχώρησε ο Βρασίδας και ο Θανάσης ήταν μόνος στο σπίτι του τον πήρε τηλέφωνο η Μελισσάνθη τον ρώτησε τι νέα έχει από την κουμπάρα και για να διαπιστώσει τις διαθέσεις του για το πρόσωπο της, έκανε δήθεν την έκπληκτη και του καταλογίζει με αιχμηρό παράπονο πως την ξέχασε στη μοναξιά της, τώρα που απουσιάζει και ο Βρασίδας και που ‘ναι μοναχή της. Να γνωρίζεις ότι με πλημμυρίζει ιδιαίτερη ευχαρίστηση όταν νιώθω την παρουσία σου κοντά μου και ελπίζω να λαμβάνεις και εσύ την ανάλογη ικανοποίηση από την δική μου παρουσία και ευελπιστώ όταν χρειάζομαι τη βοήθειά σου, θα είσαι κοντά μου να με υποστηρίξεις.» του λέει
«Κουμπαρούλα μου αδίκως μου παραπονιέται. Είχα επείγοντα οικονομικά αλισβερίσια με την εφορία στην επιχείρηση. Δεν είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που δεν βρήκα το χρόνο να επικοινωνήσω μαζί σου αν και το επιθυμούσα διακαώς από το πρωί που αναχώρησε ο κουμπάρος, αλλά αν βάλεις το χέρι στην καρδιά μου, θα σου πει είναι δικιά σου.»
«Άστα αυτά κατεργάρη. Και η κουμπάρα σου έχει επείγουσες ανάγκες και αναζητά τη συνδρομή σου αλλά αν έχω καταλάβει δεν κουράζεσαι να κόψεις τα αχλάδια, τα αφήνεις να πέσουν μόνα τους.»
«Αα! Καλό μου ακούγεται αυτό. Είναι ένας χρήσιμος οδηγός επιβίωσης και συμβίωσης με τους άλλους και με τον εαυτό μας. Πάντως εγώ προσπαθώ και βρίσκω πάντα αρκετό χρόνο να έρχομαι στο σπιτικό σας και απολαμβάνω αρκετά και ευχάριστα τη φιλική επαφή μας.»
«Χμ! Μπαγαπόντη! Το αρκετό δεν είναι τα πάντα, είναι απλώς αρκετό. Κατεργάρη μόνο φιλική επαφή; Εγώ αναζητώ μαζί σου μια επαφή που μας δίνει την ευκαιρία να μοιραστούμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας που δημιουργούν την κατάλληλη ατμόσφαιρα ώστε να ανοιχτεί ο ένας στον άλλον και ενδεχομένως να εκμυστηρευτούμε και τις κρυφές επιθυμίες μας.»
«Μωρό μου αν και σύζυγος του κουμπάρου είσαι ένα καυλιάρικο Μωρό που με ξεσηκώνει με αυτά που μου λες. Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που σκαρώνει κατεργαριές και δεν υπάρχει άλλο ζώο που να σκαρώνει κατεργαριές παρά μόνον ο άνθρωπος. Οπότε όλα δείχνουν ότι η συνέχεια της επιλογή της επαφής μας αν αντιλαμβάνομαι σωστά θα είναι άκρως ενδιαφέρουσα από πολλές απόψεις. .
«Κουμπάρε πολύ συγκρατημένο και συνετό σε βλέπω μαζί μου. Εγώ ξέρω πως ο κατεργάρης είναι τολμηρός. θαρραλέος άνδρας. Πηγαίνει τον πόλεμο ως την ζούγκλα. Κυριεύει τους πάντες δι' επιθέσεως. Όλα τα στιλέτα του κόσμου δε θα ήταν ικανά να τον φοβίσουν να αποκτήσει αυτό που επιθυμεί.»
«Μωρό μου γλυκό! Αν και ο κατεργάρης σου ο κουμπάρος σου είναι αυθεντικός και μάλιστα συνειδητά να είσαι σίγουρη πως οι σκέψεις σου είναι και δικές του και σε αναμένει με το στιλέτο βγαλμένο από το θηκάρι για να αποκτήσει αυτό που σφοδρά επιθυμεί αν και εσύ συμφωνείς!»
«Συμφωνώ και επαυξάνω! Και τώρα που βγάλαμε το κοινωνικό μήνυμα από τη μέση, πάμε στο θέμα που απασχολεί αναπόφευκτα κάθε παράνομο ζευγάρι στη παράνομη σχέσης τους. Πώς θα τα καταφέρουμε χωρίς να κινήσουμε υποψίες;»
«Κουμπάρα σε περίπτωση που δεν έχεις δει αρκετές ταινίες του Hollywood με κεντρικό θέμα μια παράνομη σχέση, υπάρχουν πολύ σημαντικοί κανόνες που πρέπει να ακολουθούνται με ευλάβεια αν θέλουμε η κρυφή μας σχέση να μείνει ακριβώς αυτό: Κρυφή. Ειδικά οι κανόνες αυτοί γίνονται απαράβατοι ώστε το αμαρτωλό και κρυφό να είναι πάντα γλυκό και να μένει κρυφό.»
«Ξέρω κουμπάρε μου! Άλλωστε το λέει και η γνωστή λαϊκή ατάκα «ο κουμπάρος και η κουμπάρα, δύο φορές την εβδομάδα»
Ο Θανάσης μένει αμίλητος σκεφτικός στη γραμμή.
«Γιατί δε μιλάς κουμπάρε; Τι έπαθες;»
«Να σκέφτομαι την ατάκα! Μόνο που εγώ με 'σένα κουμπάρα, θα ήθελα κάθε μέρα!»
«Αυτού του είδους,τα αισθηματικά ζόρια, δίνουν χρώμα στη ζωή μας, με όποιο τρόπο και αν αποφασίσουμε να τα διαχειριστούμε κουμπάρε..Το πεπόνι και το μαχαίρι είναι στο δικό μας χέρι. Συμφωνείς; »
Ο Θανάσης χαμογέλασε μόλις τελείωσε η Μελισσάνθη. «Κοίτα κουμπάρα μου! Το είπαμε, μεγάλα παιδιά είμαστε, διαπιστώνω ευχάριστα πως η έλξη είναι αμοιβαία, προβλέπω να το ζούμε τόσο, όσο, τραγουδώντας το άσμα, παντρεμένοι κι’ οι δυο,και άλλα παρόμοια.»
Για να ελαφρύνει τη συζήτηση η Μελισσάνθη με το θέμα στα σεξουαλικά τους που από υπονοούμενα άρχισαν να γίνονται φως φανάρι χωρίς προσχήματα τον ρώτησε τι έφαγε για μεσημέρι.
«Δεν μπορείς να το πεις μεσημεριανό, αφού έφαγα τελικά στις τεσσερις το απόγευμα.»
«Και τι ήταν το μενού;.»
«Πίτσα παράγγειλα» της λέει.
«Πίτσα λοιπόν. Ξεροφαγία!»
«Ναι! εκτός από ότι είναι εύκολη διατροφή είναι και υγιεινή.»
«Πλάκα μου κάνεις. Κουμπάρε κέρνα τον καφέ και έρχομαι μ' ένα διπλό πιάτο σπανακόπιτα που έχω. φτιάξει με τα χεράκια μου. Με φύλλο σπιτικό»
Την περίμενε. Το κουδούνι χτυπά και ανοίγει την πόρτα ο Θανάσης και έξω στέκεται η Μελισσάνθη εκεί με τη σπανακόπιτα στο χέρι και ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της. «Καλησπέρα Θανάση να που ήρθα» του λέει «Όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό πάει το βουνό στο Μωάμεθ» του συμπληρώνει με σκέρτσο..
«Καλησπέρα Μελισσάνθη πέρασε σε περίμενα με αδημονία .» Το σπίτι είναι ήσυχο και η παρουσία της γεμίζει τον χώρο με έναν ηλεκτρισμό που κάνει το Θανάση να ανατριχιάζει.
Κάθισαν μαζί στη βεράντα της κατοικίας του κουμπάρου και έπιναν τον καφέ τους μόλις που έπεφτε ο ήλιος και άρχισε να έχει κρύο! Η σιωπή ανάμεσά τους γεμάτη από ανείπωτες λέξεις και κρυφά συναισθήματα που πασχίζουν να τα διαχειριστούν. Από το τηλέφωνο έδειχναν όλα εύκολα μα τώρα πρόσωπο με πρόσωπο τους διακατέχει μια αμηχανία. Κοιτάζονται έντονα στα μάτια και η Μελισσάνθη νιώθει μία έντονη επιθυμία να τον φιλήσει ξέρει ότι είναι λάθος αλλά η ανάγκη της είναι τόσο δυνατή που δεν μπορεί να την αγνοήσει. Αυτό ήταν, η Μελισσάνθη δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ερωτική έλξη που της προκαλούσε ο κουμπάρος. Τα είχε ξεχάσει όλα! Είχε ξεχάσει το Βρασίδα και τις ενοχές της και την κουμπάρα. Τώρα σαν ενήλικο κορίτσι θα διαχειριστεί την αμηχανία να εξηγήσει (αν προκύψει θέμα) ότι αναστατώνεται μεν, επιλέγει αλλιώς δε. Εκτός κι αν δεν επιλέξει αλλιώς οπότε προβλέπει σχέση οσονούπω. Ήλπιζε πως ο κουμπάρος θα της πει πως δεν θέλει να συμβεί κάτι μεταξύ τους αλλά δυστυχώς όλα ξεχάστηκαν. Βλέπεις ο κουμπάρος βουλωμένο γράμμα διαβάζει και θεωρείται και ως ικανός «παίχτης», τώρα που έχει και το οκέι ποιος τον πιάνει. Και ως έμπειρος παίκτης όμως περιμένει τη Μελισσάνθη να κάνει εκείνη πρώτη το απονενοημένο, να χει και το επιχείρημα ότι αυτή του την έπεσε.
«Τώρα που αρχίζουν τα δύσκολα, τώρα για πες μου τι κάνουμε.» αναρωτιέται η Μελισσάνθη. Αν θέλει να το κόψει πριν γίνει το «στιγμιαίο λάθος», καλό είναι να πάρει ύφος και να του πει «Κουμπάρε κοντά τα κουλά σου, μη στα κοντύνω εγώ, γκέγκε;» Αλλά κάτι της λέει πως δε θα το κάνει. Η Μελισσάνθη έχει κάνει επιλογή ήδη, την διαχείριση αυτής ψάχνει. Είπαμε ενήλικο κορίτσι είναι και νιώθει ευχάριστα που ο κουμπάρος την πολιορκεί μεθοδικά και δυναμικά για να την κατακτήσει.
«Θανάση πρέπει να σου πω κάτι» αρχίζει αλλά πριν προλάβει να συνεχίσει εκείνος την πλησιάζει και τα χείλη του συναντούν τα δικά της το φιλί του είναι γεμάτο πάθος και ανάγκη και νιώθει το σώμα της να ανάβει από την επιθυμία η λογική της προσπαθεί να τη σταματήσει αλλά η καρδιά της χτυπάει δυνατά υποτάσσοντας κάθε της αντίσταση.
Η Μελισσάνθη του είπε του κουμπάρου ότι είχε αρχίσει να κάνει ψύχρα στη βεράντα και θα ήταν καλύτερα να πάνε μέσα στο σπίτι και αυτός τη ρώτησε που κρυώνει. Του είπε ότι περισσότερο το κρύο το νιώθει στα χέρια. Την κοίταξε χαμογελώντας και της είπε ότι μπορεί να κάνει κάτι γι αυτό ώστε να ζεστάνει τα χέρια της. Της πήρε ο χέρι και το έβαλε μέσα στο παντελόνι του και η Μελισσάνθη έπιασε για πρώτη φορά τον πούτσο του κουμπάρου της. Ήταν ζεστός και είχε αρχίσει ήδη να σκληραίνει. Η Μελισσάνθη δεν είπε τίποτα, απλά τον κοίταξε και φάνηκε ότι της άρεσε και άρχισε να του τον χαιδευει απαλά. Η έλξη που της προκαλεί την κυριεύει και συντρίβει όλες τις άμυνες, του φόβου και τις αναστολές. Τότε ο Θανάσης της είπε. «Μπορούμε τώρα να πάμε μέσα. Θα σε ζεστάνω εγώ κουμπαρούλα μου. Άλλωστε υποσχέθηκα στο Βρασίδα ότι θα σε προσέχω! Θα αφήσω εγώ τη γλυκιά μου κουμπαρούλα να κρυώνει; Τζάκι με φωτιά θα γίνω για να σε ζεστάνω.» Όταν μπήκαν σπίτι του, μακριά από τα βλέμματα γειτόνων, τη πέταξε απότομα στον τοίχο της εισόδου και τη φίλησε.
Τα χέρια του γλιστρούν γύρω από τη μέση της και το σώμα της ανταποκρίνεται με έντονη λαχτάρα,. Τον τραβάει πιο κοντά της και ο Θανάσης τη σηκώνει στην αγκαλιά του και την πηγαίνει στο εσωτερικό του σπιτιού. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη και ο αέρας γεμάτος με την ένταση της στιγμής. Φτάνουν στη κρεβατοκάμαρα και εκείνος τη τοποθετεί απαλά στο κρεβάτι τα μάτια του λάμπουν από την επιθυμία και η αναπνοή του γίνεται βαριά όταν αρχίζει να βγάζει τα ρούχα του αποκαλύπτοντας το μυώδες σώμα του. Κάθε κίνησή του τη γεμίζει με περισσότερο πόθο. «Είσαι τόσο όμορφη Μελισσάνθη Μωρό μου»
Η επαφή τους την κάνει να τρέμει από ευχαρίστηση τα χέρια του αρχίζουν να εξερευνούν το σώμα της και κάθε άγγιγμα του είναι σαν ηλεκτρικό ρεύμα που διαπερνά το κορμί της. Αρχίζει να τη φιλάει στο λαιμό της κατεβαίνοντας αργά προς το στήθος της και τα δάχτυλά του γλιστρούν απαλά κάτω από την μπλούζα της, βγάζει το σουτιέν της με μια κίνηση και τα χείλη του συναντούν τις θηλές της στέλνοντας κύματα ευχαρίστησης σε όλο της το σώμα. Η θερμοκρασία του σώματός της ανεβαίνει και η αίσθηση των χεριών του να γλιστρούν πάνω της την κάνει να νιώθει μία απίστευτη ένταση.
«Μωρό μου» της λέει, «Θέλω πολύ να σε γαμήσω, καιρό τώρα. Και σήμερα η καύλα μου για σένα έχει αγγίξει ταβάνι!»
«Και εγώ σε θέλω πολύ καιρό τώρα και πάω να τρελαθώ! Μη με τυραννάς άλλο! Να ήξερες πόσο πολύ θέλω να πάρω αυτή τη ψωλάρα σου μέσα μου! Να ανοίξω τα πόδια μου και να με γαμήσει όσο θέλει ο κουμπάρος μου.» του είπε.
«Το έχω καταλάβει Μωρό μου! Θα σε γαμήσω τόσο που δεν θα θέλεις να φύγεις από την αγκαλιά μου. και τη γλύκα του πούτσου μου! Και άσε το μαλάκα το κουμπάρο να παίζει σκάκι όλη μέρα, όσο εγώ ακούραστα θα καλλιεργώ το μουνάκι σου!»
Ο Θανάσης κατεβαίνει πιο χαμηλά φυλάει την κοιλιά της και οι γοφοί της σηκώνονται ασυναίσθητα προς το μέρος του ζητώντας περισσότερα. Αρχίζει να κατεβάζει τη φούστα της και οι κινήσεις του είναι αργές και αισθησιακές όταν μένει μόνο με το εσώρουχό της νιώθει την αίσθηση της αναμονής να την εξουσιάζει. Ο Θανάσης σκύβει και τα χείλη του συναντούν το εσώρουχό της φιλώντας απαλά την υγρή της σάρκα η γλώσσα του γλιστράει αργά πάνω της και νιώθει να χάνεται σε μια δύνη απόλαυσης το στόμα του είναι μαγικό και η γλώσσα του παιχνιδίζει με την κλειτορίδα της κάνοντας τη να βογκάει ενώ το σώμα της τρέμει και νιώθει ένα κύμα οργασμού να πλησιάζει. Οι αισθήσεις της είναι σε εγρήγορση και το μυαλό της κενό από σκέψεις. «Θανάση μην σταματάς να με γαμάς» ψιθυρίζει και εκείνος συνεχίζει με μεγαλύτερη ένταση. Το σώμα της σφίγγεται και ο οργασμός της σκάει μέσα της σαν βόμβα κάνοντας την να τρέμει από την ένταση της καύλας. Ο Θανάσης σηκώνεται και την κοιτάζει με μάτια γεμάτα πόθο βγάζει όλα τα ρούχα του τελείως και αποκαλύπτει το σκληρό του όργανο και η θέα του την κάνει να νιώθει μία δεύτερη έκρηξη επιθυμίας.
Η Μελισσάνθη και μόνο που σκεφτόταν ότι θα τη γαμούσε στο ίδιο κρεβάτι που γαμάει την γυναίκα του, τη νερόβραστη τη Δάφνη καύλωνε ακόμη περισσότερο..
Όπως τράβαγε την κιλότα της από τη μια πλευρά τα δάχτυλά του χάιδευαν το μουνί της και γλιστρούσαν μέσα της. Οι γοφοί της άρχισαν να κινούνται όταν της έβαλε δάχτυλο. Τα μουγκρητά της έγιναν πιο δυνατά. Κάτι της ψιθύρισε αλλά η Μελισσάνθη δεν το άκουσε.
«Θέλω να σε ρουφήξω, και πάλι μωρό μου», της είπε και αμέσως έχωσε το κεφάλι του στο μουνάκι της. Κάθε ρουφηξιά στην κλειτορίδα της, κάθε του γλείψιμο τη πέθαινε. Τυχερή η καριόλα η Δάφνη, σκέφθηκε, με τέτοιο γλειφομούνι που κάνει ο κουμπάρος. Είχε αφεθεί να απολαμβάνει αυτό που ονειρευόταν με τον κουμπάρο της και σήμερα ο πόθος της ξεπερνά τις προσδοκίες που είχε στις φαντασιώσεις της. Δεν άργησε να χύσει στη γλώσσα του και αυτό τον έκανε να νιώσει βαθιά ευχαρίστηση για την ικανοποίηση που της προσέφερε. Ρούφηξε όλα τα χύσια της, έτσι όπως δεν της τα έχει ρουφήξει ποτέ ο Βρασίδας αλλά και κανείς άλλος από τους προηγούμενους εφήμερους γαμιάδες της.
Άρχισαν πάλι τα φιλιά και οι γλώσσες στριφογύριζαν στο στόμα τους. Η Μελισσάνθη σήκωσε τα μπούτια της όταν o Θανάσης τράβηξε με δύναμη την κιλότα της και της την έβγαλε.
Ήταν η σειρά της. Του ζήτησε να του γλείψει το καυλί του. Πήρε το καυλί που ήταν έτοιμο να εκραγεί κι άρχισε να το χαϊδεύει άλλοτε απαλά και άλλοτε με βία. Τον άκουγε να βογκάει και συνέχιζε στον ίδιο ρυθμό. Του τον έπαιξε πολύ ώρα, μέχρι που τον έβαλε στο στόμα της. Ήθελε να τον φάει ολόκληρο. Ο Κουμπάρος της έπιανε το κεφάλι και δεν την άφηνε να πάρει ανάσα. Απολαμβάνει και αυτός την πραγματικότητα. Βρίσκεται σε έκσταση, και απολαμβάνει το σεξ με την κουμπάρα του, απολαμβάνει αυτό που ονειρευόταν. Μονολογούσε βογκώντας διαρκώς: «Κουμπαρούλα γλυκιά μου έχεις πάρει τα μυαλά. Εσύ κουμάντο κάνεις τώρα πια στης καρδιάς μου τον λεβιέ.» Η Μελισσάνθη ένιωθε ότι κυριαρχούσε στο ερωτικό τους σμίξιμο και της άρεσε. Του έγλειφε μια τα μπαλάκια και μια το κεφαλάκι του σαλιωμένου πούτσου. Ο Θανάσης βογκούσε αναζητώντας την λύτρωση. Της καθοδήγησε το κεφάλι που ανεβοκατέβαινε σπασμωδικά όση ώρα ο πούτσος του μπαινόβγαινε στο στόμα της. Οι φλεβίτσες στο καυλί του είχαν διογκωθεί.
Την ξάπλωσε της σήκωσε τα πόδια και τα πέρασε στους ώμους του. Την κοίταξε πονηρά και της είπε, «Τώρα ετοιμάσου, με έχεις καυλώσει τόσο που θέλω να σε ανταμείψω πλουσιοπάροχα. Σήμερα θα καταλάβεις πως γαμάνε οι άντρες. Όχι σαν τον μαλάκα τον Βρασίδα που σε αφήνει απότιστη! »
Πέφτει επάνω της και νιώθει το βάρος του να την πιέζει στο κρεβάτι..
«Σε θέλω τόσο πολύ» της λέει με φωνή βραχνή και η Μελισσάνθη και τον καλωσορίζει με μια αγκαλιά.
Ο Θανάσης μπαίνει μέσα της αργά έβαλε πρώτα το κεφαλάκι του πούτσου του και στη συνέχεια μπήκε όλος ο πούτσος του μέσα της σχετικά εύκολα! «Είναι καλά οργωμένο το μουνί της. Προφανώς και έχουν κάνει πολύ καλή δουλειά οι πρώην γαμιάδες της» σκέφτηκε.
Η Μελισσάνθη νιώθει το σώμα της να διαστέλλεται για να τον δεχτεί είναι σκληρός και ζεστός και η αίσθηση του μέσα της είναι απερίγραπτη κινείται αργά στην αρχή δίνοντάς της χρόνο να προσαρμοστεί και μετά αυξάνει τον ρυθμό κάθε ώθηση γεμάτη ένταση και πάθος το σώμα της ανταποκρίνεται σε κάθε κίνησή του και οι ήχοι του σπιτιού γεμίζουν από τα βογκητά τους νιώθω μία νέα έκρηξη οργασμού να πλησιάζει και τον κρατάει πιο σφιχτά ζητώντας του να μην σταματήσει! «Μην σταματάς να με γαμάς» ψιθυρίζει ξανά και εκείνος αυξάνει τον ρυθμό κάθε ώθηση του γεμάτη δύναμη και πάθος. Η στιγμή της απόλαυσης έρχεται ξανά και το σώμα της εκρήγνυται από την ένταση του οργασμού. Ο Θανάσης την ακολούθησε αμέσως μετά και ένιωσε το ζεστό του σπέρμα να γεμίζει το σώμα της, η αίσθηση του μέσα της γεμίζει το κορμί της με μια απίστευτη ζεστασιά Ξαπλώνουν αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι τα σώματά τους ακόμα ζεστά και ιδρωμένα από την ένταση της στιγμής ησυχία επικρατεί γύρω τους και μόνο οι ανάσες τους ακούγονται.
Η Μελισσάνθη νιώθει την καρδιά της να χτυπά ακόμα δυνατά αλλά πλέον γεμάτη από μία γλυκιά ευχαρίστηση. Ο Θανάσης την κοιτάζει τρυφερά και τα μάτια του λάμπουν από την ευτυχία και την ικανοποίηση. Κουμπάρα δεν ξέρω τι να πω της λέει ψιθυριστά χαϊδεύοντας το πρόσωπό της και με το χέρι του της χάιδευε συνεχώς το πρόσωπο με αγάπη. Το γαμήσι με τον κουμπάρο, της φαινόταν απίστευτο, αλλά η ερωτική επαφή τους δεν είχε τελειώσει
Ο Κουμπάρος ήταν ακούραστος και η επιθυμία του για την κουμπάρα ήταν ασταμάτητη. Αφού πήραν λίγες ανάσες ένιωσε τα χείλη του να κατεβαίνουν ξανά προς το σώμα της η αίσθηση ήταν εκρηκτική και η αναστεναγμοί της ξανά γεμίζουν το δωμάτιο. Τα χείλη του και η γλώσσα του εξερευνούσε το σώμα της με τέτοια επιδεξιότητα που ένιωθε κάθε νεύρο της να ζωντανεύει. Κατέβηκε ξανά ανάμεσα στα πόδια της και η αίσθηση της γλώσσας του ήταν σαν φωτιά που κατέκλυζε το κορμί της. «Κουμπάρε μη σταματάς» ψιθύρισε νιώθοντας την ένταση να αυξάνεται ξανά η γλώσσα του κινούταν με τέτοια επιδεξιότητα προκαλώντας της κύματα απόλαυσης τα χέρια του χάιδευαν τα τα πόδια της κρατώντας την σταθερά καθώς η απόλαυση τη κατακλύζει ένιωθε τον εαυτό της να φτάνει ξανά στην κορύφωση.
Πολύ σύντομα την γύρισε από την άλλη μεριά στα τέσσερα και πάλι μπήκε μέσα της. Έτσι άρχισε να τη γαμάει πισωκολλητά και ταυτόχρονα της έδινε κωλοσκάμπιλα και την έβριζε.
«Παρ τον όλο καριόλα μου! Τι μουνάρα είσαι εσύ κουμπαρούλα μου!»
«Χώστον μου όλο μέσα μεχρι τα αρχίδια» του έλεγε και αυτός όλο και επιτάχυνε την κίνηση του καυλιού του. Η Μελισσάνθη σκέφτηκε ότι επειδή ο κουμπάρος είχε χύσει πρόσφατα, θα κρατούσε ώρα το γαμήσι του, και τελικά είχε δίκιο. Συνέχισε να της ξεσκίζει το μουνάκι της, πολύ δυνατά, άγρια, σφαλιάρες στον κώλο, της τραβούσε τα μαλλιά πίσω, πραγματικά την ξέσκιζε και δεν του ερχόταν εύκολα να χύσει. Τότε άρχισε να παίζει με το κωλαράκι της, όπου δεν την είδε να αντιδρά, ίσως να το γούσταρε.
«Τι έχεις στο μυαλό σου πονηρούλι;» του λέει..
«Θα δεις!» της λέει.
Δε μίλησε καθόλου, δεν ήθελε να της πει ψέμματα, θα της τον ξέσκιζε σαν να είναι το μουνάκι της. Παίρνοντας υγρά και σάλια από το μουνάκι της τα άπλωσε στη πίσω τρυπούλα της και έσπρωξε μάσα της ένα δάχτυλο, σιγά σιγά. Προχώρησε το δάχτυλο μέσα της και άρχισε να το γυρίζει με αργό τρόπο. Σε λίγο άρχισε να της σπρώχνει και ένα δεύτερο, που με λίγη προσπάθεια γλίστρησε μέσα της. Βοήθησαν και τα ζουμιά της πού ξεχείλιζαν από το μουνάκι της, το οποίο είχε γίνει σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα. Όταν κατάλαβε ότι ήταν έτοιμη, γλίστρησε πίσω της και την ξάπλωσε στο πλάι. Σήκωσε το ένα της πόδι για να κάνει χώρο, ακούμπησε και κεντράρισε την πούτσα του στη τρύπα της κλειδώνοντας με μια λαβή το κορμί της για να μην φύγει.
«Σιγά-σιγά» του κάνει, «απαλά.»
Η Μελισσάνθη δεν έφερε καμιά αντίδραση, ήταν παραδομένη πια στην καύλα. Έσπρωξε λίγο και το κεφαλάκι μπήκε μέσα της. Ηταν πολύ στενή, καμιά σχέση με το μουνί της που έπιανε πάτο. Με δυσκολία έμπαινε χιλιοστό χιλιοστό μέσα της.
«Αχ, δεν αντέχω, πονάω!»
«Θα το συνηθίσεις καύλα μου, θα κάνω αργές κινήσεις,! Ο μαλάκας ο κουμπάρος δεν σε γαμάει από πίσω;»
«Όχι! Έχω κάτι χρόνια να με γαμήσουν από πίσω!»
«Για πες μου ποιος ήταν ο τυχερός που σου πήρε την παρθενιά του κώλου. Πες μου την ιστορία! Μ΄ αρέσουν αυτές οι ιστορίες να της ακούω. Με καυλώνουν να σε γαμάω με μεγαλύτερη ένταση.»
...Θυμάσαι που πριν δύο χρόνια προγραμμάτιζα να κάνω αίτηση πρόσληψης στο δήμο μας και χρειάστηκε να παρακολουθήσω ένα πακέτο ευρωπαϊκά σεμινάρια για μπόνους πρόσληψης. Ένα από αυτά τα σεμινάρια ήταν διήμερο και γινόταν σε ξενοδοχείο στο νησί της Ρόδου.
Επειδή έχω μια φοβία με τα αεροπλάνα αποφάσισα το ταξίδι με πλοίο της γραμμής. Δυστυχώς οι καμπίνες ήταν όλες κλεισμένες και έκλεισα σαλόνι διακεκριμένης θέσης.
Στο πλοίο, πανικός από κόσμο, παιδιά να φωνάζουν και να κλαίνε, τουρίστες, Έλληνες, ένας χαμός από κόσμο. Για να αγοράσω έναν καφέ, περίμενα σε ουρά. Όπως περίμενα βλέπω μπροστά μου τον Χριστόφορο πρώην φοιτητή μια φιλικής μας οικογένειας από το χωριό του Βρασίδα και δεύτερο ξάδερφο του Βρασίδα. Στις διακοπές του καλοκαιριού κάναμε συχνά παρέα. Είχε φύγει στο εξωτερικό για μεταπτυχιακό και έκτοτε τον χάσαμε. Τον πλησίασα και πριν προλάβω να του μιλήσω, με αναγνώρισε και κατευθείαν με αγκάλιασε και με φίλησε. Με ξάφνιασε το πόσο εγκάρδια διαχυτικός ήταν μαζί μου! Μου θύμισε το παρελθόν που πάντα δεν έχανε ευκαιρια να με φλερτάρει διακριτικά. Είχαν περάσει πέντε χρόνια που είχα να τον δω. Τον ρώτησα πώς και ταξιδεύει για Ρόδο, και μου είπε ότι ένας παλιός συμφοιτητής του μένει στο νησί και τον κάλεσε για διακοπές. Μου είπε για την ζωή του, πόσο άλλαξε από τότε που είχα να τον δω. Ήταν στην Αγγλία τρία χρόνια γύρισε και τώρα εργάζεται ως υπεύθυνος σε μια ναυτιλιακή εταιρεία στον Πειραιά. Ο Χριστόφορος είχε αλλάξει αρκετά, είναι λίγο μικρότερος μου και τον θυμόμουν νεαρό φοιτητή ένα ψηλό παλικάρι με λίγα περιττά κιλά. Τη μέρα εκείνη στεκόταν μπροστά μου ένας όμορφος στιβαρός άνδρας αρκετά γυμνασμένος πλέον! Του το είπα ότι έχει χάσει τα περιττά κιλά και ομόρφυνε πολύ!
«Ευχαριστώ». Μου είπε και έλαμπε από ευχαρίστηση για το κομπλιμέντο μου.«Και εσύ είσαι πανέμορφη όπως πάντα και πολύ σέξι.» μου λέει.
«Εσύ; Τι έγινε παντρεύτηκες» τον ρώτησα!
«Όχι» μου λέει. Είμαι ελεύθερος αυτό τον καιρό. Μια σοβαρή σχέση που είχα τη διαλύσαμε πριν έξι μήνες.»
Με κέρασε καφεδάκι και μου πρότεινε να πάμε να το πιούμε στην καμπίνα του.»
«Πως έτσι τυχερός και βρήκες καμπίνα αυτή την εποχή;»
«Ο φίλος μου στη Ρόδο εργάζεται σε ακτοπλοϊκό γραφείο και μερίμνησε για μένα. Εσύ;»
«Εγώ δυστυχώς σαλόνι;»
Πολλές οι ώρες το ταξίδι! Μου πρότεινε πως ευχαρίστως μου παραχωρεί την καμπίνα του κάποιες ώρες να αναπαυτώ με την ησυχία μου και για τις ανάγκες μου.
Παραδέχθηκα ότι με ενθουσίασε η πρόταση του αλλά έκανα τη δύσκολη κρατώντας τα προσχήματα συγκαλύπτοντας έτσι τις δίκες μου πραγματικές προθέσεις μου, και για να διαπιστώσω τις δίκες του ελπίζοντας πως θα παρακάμψει τις αντιδράσεις μου και θα επιμένει στην προσφορά του..
«Καλή μου ακούγεται η πρόταση σου! Να μην σου γίνομαι φόρτωμα όμως και να σε αναγκάσω να σπαταλάς το χρόνο σου μαζί μου!.» Του λέω
«Μάλλον έπρεπε να σ' είχα αγκαλιάσει περισσότερο πιο θερμά και πιο σφιχτά για να καταλάβεις όντως πόσο ευχάριστο βάρος μου γίνεσαι.» Με κοιτάει στα μάτια και η ματιά του μου λέει πως είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος για μια καυτή… «συνεδρία» μαζί μου.
Οκ του είπα, και αισθάνθηκα πως το μουνάκι άρχισε να μουσκεύει με προσμονή. Ήξερα ότι έπαιζα με τη φωτιά αλλά δεν μπορούσα να αντισταθώ. Με πήρε φιλικά αγκαζέ και ξεκινήσαμε για την καμπίνα του. Όπως ξεκινήσαμε κούνησε λίγο το πλοίο παραπατάω αδέξια και πέφτω στην αγκαλιά του. Δεν έχασε χρόνο και τώρα με κρατάει πάνω του σφιχτά με κοίταξε και τα μάτια του με κοιτούσαν με έναν τρόπο που ένιωσα μια ανεξήγητη έλξη και συνεχίζει να με κρατάει κολλημένη πάνω του! Με έναν αναστεναγμό δεν αντιστάθηκα καθόλου γιατί αυτή η επαφή μας είχε αρχίσει να ζεσταίνει το σώμα μου. Το ξέρω δε ήταν σωστό αλλά εκείνη την στιγμή δεν το σκέφτηκα και πολύ. Άσε που ο Χριστόφορος ήταν πλέον κούκλος, μανάρι, καύλαρος και δεν μπορούσα να του αντισταθώ. Ηταν και το παλικάρι αναψωκοκκινισμένο με ξεσήκωσε και μένα. Τώρα ήταν που άρχισε να ιδρώνει ενοχλητικά το μουνάκι μου και η καρδιά μου χτύπησε πιο γρήγορα. Ήταν νεαρός γεμάτος ζωή και ενέργεια και δεν μπορούσα να αγνοήσω την έλξη που ένιωθα για εκείνον. Ήταν κάτι που με τρόμαζε και με ενθουσίαζε ταυτόχρονα.
Η καμπίνα ήταν σούπερ λουξ με όλα τα κομφόρ. Έμεινα άφωνη ότι υπάρχει τέτοια πολυτέλεια στα πλοία της γραμμής. Εκείνος με κοιτούσε συνέχεια αναποφάσιστος. Ηταν τόσο αθώα όμορφος. Τον αγκάλιασα και τον φίλησα. Αυτό ήταν όλο. Ο Χριστόφορος με κοίταξε βαθιά στα μάτια και ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή! «Μελισσάνθη ξέρεις ότι σε θέλω από τον καιρό εκείνο τον παλιό» μου ψιθύρισε και τα λόγια του με έκαναν να ανατριχιάσω. Δεν μπορούσα να αντισταθώ τα χείλη μας ενώθηκαν σε ένα παρατεταμένο φιλί η αίσθηση ήταν εκρηκτική και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά τα χέρια του άρχισαν να εξερευνούν το κορμί μου και η επιθυμία μέσα μου φούντωνε ο Χριστόφορος με τράβηξε απαλά προς την κρεβάτι και με ξάπλωσε απαλά. Τα χέρια του χάιδευαν το κορμί μου με μια δεξιοτεχνία που με έκανε να αναστενάζω από ευχαρίστηση. Άρχισε να αφαιρεί τα ρούχα μου αργά προκαλώντας με με κάθε του κίνηση. Οι αναστεναγμοί μου γέμισαν την καμπίνα και ένιωθα την ένταση να αυξάνεται καθώς και πιο χαμηλά τα χείλη του άφηναν καυτά φιλιά στο δέρμα μου η γλώσσα του βρήκε τον δρόμο της ανάμεσα στα πόδια μου και άρχισε να με χαϊδεύει απαλά η αίσθηση ήταν τόσο έντονη που δεν μπορούσα να κρατηθώ οι αναστεναγμοί μου έγιναν ακόμη πιο δυνατοί και ένιωθα τον εαυτό μου να βυθίζεται σε ένα κύμα απόλαυσης. «Χριστόφορε μη σταματάς» ψιθύρισα νιώθοντας την κορύφωση να πλησιάζει. Η γλώσσα του κινούταν με τέτοια επιδεξιότητα που προκαλούσε κύματα απόλαυσης. Ένιωθα το σώμα μου να αντιδρά με κάθε του κίνηση και η κορύφωση ήρθε σαν έκρηξη τα βογκητά μου γεμίζοντας τον χώρο αλλά ο Χριστόφορος δεν είχε τελειώσει με γύρισε απαλά και με έστησε στα τέσσερα. Η αίσθηση της παρουσίας του πίσω μου ήταν εκρηκτική και γεμάτη προσμονή καθώς βυθίστηκε μέσα μου. Η αίσθηση ήταν ακόμα πιο έντονη η κίνηση ήταν βασανιστικά αργή στην αρχή και γεμάτη απόλαυση και οι αναστεναγμοί του ενώθηκαν με τους δικούς μου δημιουργώντας μια συμφωνία απόλυτης ευχαρίστησης. Κάθε ώθηση ήταν σαν κύμα απόλαυσης που κατέκλυσαν το κορμί μου τα χέρια του χάιδευαν τους γοφούς μου κρατώντας με σταθερά καθώς η απόλαυση με κατάκλυζε πιο γρήγορα και πιο έντονα και ένιωθα την κορύφωση να πλησιάζει ξανά. Η κορύφωση ήρθε σαν έκρηξη ευχαρίστησης τα βογκητά μου γεμίζοντας τον αέρα και το κορμί μου τρέμοντας από την ένταση. Ο Χριστόφορος ακολούθησε αμέσως και ένιωσα το ζεστό του σπέρμα να γεμίζει το σώμα μου ήταν μια στιγμή ευχαρίστησης και ένιωσα μια πρωτόγνωρη αίσθηση ευφορίας και πληρότητας.
Μετά όμως, ήταν η σειρά μου. Πήρα τα μπαλάκια του στο στόμα μου και τα ρούφαγα απαλά ενώ ανάσαινα επάνω τους πριν από το γλείψιμο και του πιπίλισα το πουτσοκέφαλο μέχρι που το καυλί του σηκώθηκε και σκλήρυνε.
Αυτή τη φορά, όμως, με ξάπλωσε μπρούμυτα, βάζοντας από κάτω μου μαξιλάρι έτσι ώστε ο κώλος μου να είναι τουρλωμένος. Η σκέψη να μου κάνουν μια αφύσικη πράξη δεν είχε, μεχρι τότε ακόμα, περάσει από το μυαλό μου. Έβαλε απλώς το πέος του ανάμεσα στα ανασηκωμένα κωλομέρια μου και ξάπλωσε πάνω στη πλάτη μου στηριζόμενος στους αγκώνες του κι άρχισε να με φιλάει στο λαιμό.
Σηκώθηκε και στάθηκε από πίσω μου, ρίχνοντας μια δόση από αντηλιακή κρέμα ανάμεσα στα κωλομέρια μου και μετά την άπλωσε και με τα δάχτυλά του, που μπαίνανε και μέσα, για να λιπαίνετε ο κώλος μου Πριν να αρχίσει, με ρώτησε αν ήμουν έτοιμη, και όταν απάντησα ναι, άρχισε να με σφίγγει επάνω του. Απαλά, έσπρωξε το λιπαρό καυλί του μέσα στο στενό σφιγκτήρα μου, βάζοντας πρώτα το κεφάλι και στη συνέχεια άρχισε να βάζει σιγά-σιγά τον πούτσο του, κάνοντας ένα καλό μασάζ στα κωλομέρια μου. Όταν μου είχε χώσει τον μισό με ρώτησε:
«Πες μου αν είμαι άγαρμπος για να σταματήσω αν πονάς, και εγώ του έκανα νόημα να συνεχίσει τη διείσδυση στην απαγορευμένη τρύπα μου, το πιο καυτό της σημείο του κώλο μου και το σπρώξιμο του σκληρού καυλιού του, μας έφερε και στους δύο φανταστική καύλα.
Μόλις είχε μπει βαθιά τώρα, οι μύες μου άρχισαν να χαλαρώνουν. Ο Χριστόφορος έσκυψε και κόλλησε το σώμα του επάνω μου και έβαλε το χέρι του να χαϊδεύει τα βυζιά μου και ακουμπούσε το κεφάλι του στη πλάτη μου με το πρόσωπό του ανάμεσα στα μακριά μαλλιά μου, ενώ τα σκέλια του συνέχιζαν να σπρώχνουν το καυλί του μέσα και έξω στον ζεστό μου κώλο.
Ο σφιγκτήρας μου είχε γίνει σχετικά πιο χαλαρός τώρα, οπότε ήταν ευκολότερο να μπαίνει και να βγαίνει και έτσι τώρα μπορούσε να κρατήσει ένα ρυθμό και να με γαμάει πιο σταθερά, φιλώντας την πλάτη μου . Η αναπνοή μου έγινε πιο βαριά καθώς έμπαινε μέσα μου όλο πιο γρήγορα!. Το καυλί του, έκανε έναν ωραίο υγρό ήχο κάθε φορά που το έχωνε στον κώλο μου.
Προσπαθούσα να κρατήσω τους αναστεναγμούς μην μας ακούσει κανείς, αν και θα μπορούσε να μαντέψει αυτό που κάναμε, από το τρίξιμο του κρεβατιού και το κτύπημα από το κεφαλάρι στον τοίχο.
Ξαφνικά, άρχισα να σφαδάζω από την ηδονή που μου χάριζε. Τα βυζιά μου έτρεμαν, αν και δεν σταμάτησε να μου τα χαϊδεύει. Τα δάχτυλα από το ένα χέρι μου ήταν μέσα στο μουνί μου ενώ το άλλο μου χέρι τον τραβούσα από τους γοφούς του κοντά μου για να μπει περισσότερο βαθιά στον κώλο μου.
Με μια τελευταία ώθηση, έχυσε, πέφτοντας πάνω μου και άδειασε τις μπάλες του στο κώλο μου.
Ο Χριστόφορος άφησε έναν αναστεναγμό ικανοποίησης και με κοίταξε με ένα χαμόγελο στα χείλη του αλλά και στα μάτια του.
«Λοιπόν,» του είπα ήσυχα, «αυτό ήταν ακόμα καλύτερο από ό, τι φανταζόμουν»
Με κοιταξε σηκώνοντας τα φρύδια του και εξακολουθούσε να είναι λίγο θολωμένος από τον οργασμό.
«Ω, έλα τώρα.. Δεν νομίζω ότι πίστεψες πραγματικά ότι θα είχα για πρώτη φορά ένα ξένο πράγμα στον κώλο μου..»
«Υποθέτω ότι όχι δεν,»
«Ξετρελάθηκα και όταν έχυσες μέσα μου. Μου άρεσε πολύ. Εσένα πως σου φάνηκε;.»
«Χμμ.. Εεε, ήταν πολύ ωραία. Εννοώ, ότι ήταν φανταστικό, ήσουν φανταστική!»
«Πήγαινε λοιπόν τώρα στο μπάνιο για να πλυθείς. Μην ανησυχείς, θα είμαι ακόμη εδώ όταν γυρίσεις..»
Το σεξ σε καμπίνα πλοίου αποδείχθηκε εξαιρετική εμπειρία. Το κάναμε στα όρθια, στο κρεβάτι, στο κομοδίνο και είχαμε θέα την θάλασσα! Το απόλαυσε κι’ εκείνος σίγουρα αν κρίνω από τις συσπάσεις του κορμιού του και τα βογκητά μας, που πρέπει να μας άκουσαν κι’ άλλοι»
Εδώ τελειώνει την ιστορία της η Μελισσάνθη και νιώθει τον σφιχτήρα της να χαλαρώνει όσο ο Θανάσης της βυθίζει όλο το καυλί του μέσα στο κωλάντερο της.
«Τώρα νιώθεις καλύτερα;» τη ρωτάει ο Θανάσης.
«Ναι ναι, αργά. Αχ τι κάνω για σένα μωρό μου.»
Την ίδια ώρα με το χέρι του της χάιδευε πότε την κλειτορίδα της και πότε τις θηλές της ενώ ψιθύριζε βρομόλογα στο αυτί της.
«Θα σε πάρω σαν πουτάνα. Θα σε σκίσω και θα σ' αρέσει. Θα φας τόσο πήδημα που δεν έχεις φάει δέκα χρόνια γάμου από τον κουμπάρο. Θα σε χύσω από παντού.»
Πρέπει η Μελισσάνθη να έσκουζε από τον πόνο και την καύλα, γιατί ο Θανάσης της έκλεινε το στόμα με το κιλοτάκι της. Τη γαμούσε ασταμάτητα, ενώ η Μελισσάνθη τον προκαλούσε λέγοντάς του: «ξέσκισέ με κουμπάρε, γάμησε μου τον κώλο». Μέσα της πλέον ένοιωθε ότι ο κώλος της θα του λιώσει τον πούτσο και ότι οι φωνές θα τους βάλουν σε μπελάδες. Άλλαξε λίγο, ένοιωθε την καύλα που είχε αυτή η γυναίκα. Γαμιόταν πάνω στον πούτσο του και φώναζε ότι έχει ανοίξει όλη και ότι δεν θα μπορεί να κάτσει αύριο. Ο Θανάσης της έλεγε ότι από εδώ και πέρα αυτός και μόνο αυτός όποτε θέλει θα της ξεσκίζει τον κώλο. Το δεξί του χέρι έτριβε με μανία την κλειτορίδα της. Μπαινόβγαινε στον κώλο της και της φώναζε: «Είσαι έτοιμη, καύλα μου, να σε χύσω;». Με μιας άρχισε να τρέμει και της γέμισε τον κώλο με χύσια και σχεδόν αμέσως έχυσε και η Μελισσάνθη για πολλοστή φορά. Ένιωθε θεϊκά. Είχε γαμηθεί από τον κώλο, τα χύσια του έτρεχαν από παντού, πονούσε και συνάμα είχε χύσει πολλές φορές.
Έπεσε πάνω της, και ενώ της έγλειφε το αυτί, την απείλησε πως δεν είχαν τελειώσει για σήμερα. Ήθελε να της γαμήσει πάλι τον κώλο της. Τώρα που το συνήθισε το ήθελε και αυτή πολύ!
Τον έστειλε τον κουμπάρο στο μπάνιο να πλυθεί και μετά τον έγλειψε καλά. Σε λίγο ο πούτσος του ήταν και πάλι έτοιμος για δράση. Μόνο στη σκέψη ότι το καυλί που έγλειφε θα της ξαναγαμούσε την κωλάρα της, την είχε κάνει έξαλλη από καύλα. Θυμόταν τα ζόρια με το προηγούμενο ξέσκισμα, αλλά τον ήθελε ξανά μέσα της σαν δαιμονισμένη. Αυτή τη φορά θα τον γαμούσε αυτή όμως. Τον πέταξε ανάσκελα στο κρεβάτι, ανέβηκε από πάνω του και έκατσε πάνω στο καυλί του. Μόλις μπήκε το κεφαλάκι στην τρυπούλα της, ένιωσε έναν ευχάριστο πόνο. Αλλά δεν ήταν διατεθειμένη να σταματήσει. Χαλάρωσε για λίγο και έκατσε όσο πιο βαθιά γινόταν. Είχε το καυλί του στον κώλο της και ένιωθε ευτυχισμένη. Άρχισε να κουνιέται πάνω κάτω αργά στην αρχή, και όταν οπισθοχώρησε τελείως ο πόνος όλο και πιο γρήγορα. Όλη αυτή την ώρα ο Θανάσης της έλεγε διάφορα προστυχόλογα για τον κώλο της, που δεν χορταίνει καυλί και άλλα τέτοια που ήταν έτοιμη να χύσει. Της γαμούσε βαθιά για τα καλά τον κώλο της κι αυτό ήταν όλα τα λεφτά. Δεν άργησε να μουγκρίζει και άνοιξε βρύσες τα χύσια του. Τον κράτησε όση ώρα περισσότερο μπορούσε μέσα της και μετά σηκώθηκαν. Η Μελισσάνθη τον είχε πάρει από παντού και τώρα ήξερε πως με τον κουμπάρο είχαν πολλά ακόμη να ζήσουν μαζί. Ήταν γεμάτη απ’ αυτόν, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
«Πόνεσες κουμπαρούλα μου»
«Όχι ιδιαίτερα! Ήταν ένας γλυκός πόνος όμως. Θέλω να είσαι ο εραστής μου και να με πηδάς από παντού γαμιά μου όταν έχουμε ευκαιρία, οκ;»
«Εννοείται κουμπαρούλα μου! Είσαι όλα τα λεφτά, μου `χεις πάρει τα μυαλά αεροπλάνο μ’ έχεις κάνει και μόνο μια φορά δε μου φτάνει. Είσαι η πιο τρελή μου καύλα, δε μπορώ να σε χορταίνω.» Ξαπλώσανε και οι δύο στο κρεβάτι και ο κουμπάρος της έκανε κομπλιμέντα για το πόσο καλή είναι στο κρεβάτι και πόσο καλά πηδιέται. Εκείνη ήταν τόσο χαρούμενη και τόσο ευχαριστημένη που μπορούσες να το δεις στο πρόσωπο της, παρόλο που του εκμυστηρεύτηκε ότι από το άγχος της για τις φωνές και για να μη την ακούσουν δυσκολεύτηκε στην αρχή να τελειώσει μα στη συνέχεια ποτάμι έχυνε τα υγρά από το μουνί της. Αφού κάτσανε για λίγο ακόμα στο κρεβάτι αποφασίσανε ότι για σήμερα πρέπει να τελειώσουν γιατί είχε περάσει η ώρα και έπρεπε να γυρίσει σπίτι κάποια στιγμή..
Δεν χρειάστηκε να αποφασίσουν για το μέλλον. Ήξεραν πως ο χρόνος θα έδειχνε αν μπορούσε να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Και για ένα εύλογο διάστημα συνεχίστηκε σε πολύ υψηλούς ρυθμούς.
Θέλεις ο Βρασίδας όταν γύριζε θέλεις ο κουμπάρος όταν έφευγε ο Βρασίδας η πολυοργασμικότητα της Μελισσάνθης έγινε ευλογία.
Η Μελισσάνθη σκέφτεται τρόπο να ολοκληρώσει τη φαντασίωση της. Ήτανε ότι ποιο ωραίο θα της συμβεί να γίνει το πουτανάκι τους και ο Βρασίδας και το Θανάσης οι γαμιάδες της. Να την ξεσκίζουν ανελέητα, μια ο Θανάσης από τον κώλο και ο Βρασίδας από μπροστά, και το αντίθετο! Πάντα φαντασιωνόταν να συμμετέχει σε μια παρτούζα με δυο άνδρες, αλλά δεν της είχε δοθεί η ευκαιρια να την κάνει.
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου