
Η μυθοπλασία είναι, με έναν τρόπο, ένα ψυχολογικό ξεδίπλωμα όλων εκείνων που, αρχετυπικά, κατοικούν μέσα μας. Είναι ένας συναρπαστικός κόσμος που γοητεύει τον άνθρωπο ακριβώς επειδή του επιτρέπει να μετακινηθεί πέρα από τα όρια της καθημερινής πραγματικότητας. Στην ερωτική ζωή, η μυθοπλασία μπορεί να λειτουργήσει σαν μια μηχανή προσομοίωσης εμπειριών. Επιτρέπει στον άνθρωπο να κατοικήσει, έστω για λίγο, στις συνειδήσεις αγνώστων, να δοκιμάσει συναισθήματα, επιθυμίες και επιλογές που ίσως δεν θα τολμούσε, ή δεν θα μπορούσε, να ζήσει στην πραγματικότητα. Με αυτή την έννοια, η μυθοπλασία χαρίζει στον άνθρωπο κάτι μοναδικό, περισσότερες από μία ζωές.
Στον κόσμο του φανταστικού, η μαγεία βρίσκεται ακριβώς εκεί. Στους περιορισμούς που παύουν να υπάρχουν. Δεν υπάρχουν απαραίτητα κανόνες, ούτε τα αμετακίνητα όρια της καθημερινής ζωής. Ακόμη και οι φυσικοί νόμοι μπορούν, μέσα στη φαντασία, να υποχωρήσουν. Τα όρια και τους κανόνες τους θέτει ο συγγραφέας. Και ο αναγνώστης αποφασίζει μέχρι πού θέλει να τον ακολουθήσει.
Μια ερωτική μυθοπλασία.
Η παρούσα ιστορία αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας.
Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες, τα επαγγέλματα και τα περιστατικά είτε αποτελούν προϊόν της φαντασίας του συγγραφέα είτε χρησιμοποιούνται με τρόπο μυθιστορηματικό, προκειμένου να υπηρετήσουν την αφήγηση και τον φανταστικό κόσμο της ιστορίας.
Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, εν ζωή ή μη, πραγματικά γεγονότα, τοποθεσίες ή επαγγέλματα είναι εντελώς συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Η ιστορία είναι μια αφήγηση που πλάθεται από τη φαντασία του συγγραφέα, δημιουργώντας έναν δικό της κόσμο, με δικούς του χαρακτήρες και τη δική του πλοκή, έναν κόσμο που απλώνεται ακόμη και στους μακρινούς ωκεανούς όπου ταξιδεύουν οι ήρωες του.
Πρόκειται για ένα ερωτογράφημα που συνδυάζει φαντασία, επιθυμία και συναίσθημα, χρησιμοποιώντας την ερωτική εμπειρία όχι μόνο ως σωματικό γεγονός αλλά κυρίως ως πεδίο ψυχολογικής αναζήτησης.
Για τον συγγραφέα, το σεξ είναι: 25% σωματικό, 25% συναισθηματικό και 50% ψυχολογικό.
Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι αγαπούν τόσο πολύ τις φαντασιώσεις. Γιατί εκεί δεν ζουν μόνο αυτό που συμβαίνει.
Ζουν και αυτό που θα μπορούσε να συμβεί.
Τα πρόσωπα: Νικηφόρος…Εριφύλη…Νέαρχος…Ελπινίκη…Αδάμας…Αλεξάνδρα…Μιλτιάδης…Ναταλία…Περικλής…Χριστόφορος…Δάφνη…Κλεοπάτρα…Θρασύβουλος…Αντιγόνη…Άλκηστις…
Πανωραία…Κλεομένης…Φοίβος…Φαίδρα…Δανάη…Ηρώ…Λέανδρος…Παυσανίας…Νεφέλη…Μυρτώ…Μελισσάνθη…Υποπλοίαρχος…Μενέλαος…Ερμιόνη…Νταλικέρης…Αχιλλέας…Φίλιππος…
Όλοι τους είναι πρόσωπα της μυθοπλασίας.
Οι ζωές τους ανήκουν στον κόσμο της ιστορίας. Και όσα πρόκειται να συμβούν ανάμεσα τους ανήκουν αποκλειστικά στον κόσμο της φαντασίας.
....Παρασκευή, ανήμερα της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας. Η Εριφύλη περίμενε την πολύ κολλητή της φίλη, την Ελπινίκη, να περάσει με το αυτοκίνητο από το σπίτι της και να την πάρει. Είχαν αποφασίσει να εκμεταλλευτούν τη γιορτινή ημέρα όπως της άρμοζε: λίγα ψώνια, αρκετό shopping therapy και, κυρίως, μερικές ώρες απόλυτης χαλάρωσης και ξεγνοιασιάς, μακριά από συζύγους, υποχρεώσεις και την καθημερινή ρουτίνα. Προορισμός τους ήταν το μεγάλο εμπορικό κέντρο στην έξοδο της πόλης. Ένας πραγματικός κόσμος μέσα στην πόλη. Καταστήματα, καφέ, εστιατόρια, χώροι διασκέδασης, βιτρίνες που τραβούσαν το βλέμμα, προσφορές που έμοιαζαν να φωνάζουν το όνομά σου και, φυσικά, εκείνη η γλυκιά ψευδαίσθηση πως, αν ψωνίσεις κάτι καινούργιο, μπορείς για λίγο να αγοράσεις και μια διαφορετική διάθεση.
«Ένας ολόκληρος κόσμος αγορών και ψυχαγωγίας σας περιμένει!» Αυτό έλεγε η διαφήμιση. Και, όπως συμβαίνει συχνά με τις διαφημίσεις, δεν έλεγε ολόκληρη την αλήθεια.
Γιατί για αρκετούς επισκέπτες τέτοιοι χώροι δεν ήταν μόνο τόποι αγορών και διασκέδασης. Ήταν επίσης ένα ιδανικό πεδίο για… τσάρκα. Η παλιά, διαχρονική «τσάρκα» προς αναζήτηση γνωριμίας, φλερτ, περιπέτειας, ή ποιος ξέρει;, ενός ερωτικού συντρόφου.
Και η αλήθεια είναι πως η «τσάρκα» εξακολουθούσε να γοητεύει τον κόσμο ακόμη και σήμερα. Οι άνθρωποι αλλάζουν εποχές, ρούχα, κινητά τηλέφωνα και τρόπους επικοινωνίας. Ορισμένες συνήθειες όμως φαίνεται πως έχουν πολύ βαθύτερες ρίζες. Η σημερινή έξοδος, πάντως, δεν είχε οργανωθεί για τέτοιου είδους αναζητήσεις. Ή τουλάχιστον έτσι είχαν συμφωνήσει οι δύο φίλες.
Την είχαν προγραμματίσει εδώ και περίπου μία εβδομάδα. Η Ελπινίκη είχε κλείσει αισίως τα τριάντα της και είχε αποφασίσει να γιορτάσει τα γενέθλιά της όπως της άρεσε περισσότερο: με την κολλητή της φίλη, χωρίς ιδιαίτερες επισημότητες και χωρίς άντρες.
«Μια μέρα μόνο για εμάς!» είχε πει. Και η Εριφύλη είχε δεχτεί με μεγάλη χαρά. Άλλωστε, γι' αυτό ήταν κολλητές. Ήθελαν να περπατήσουν με τις ώρες, να χαζέψουν βιτρίνες, να δοκιμάσουν ρούχα που πιθανότατα δεν χρειάζονταν, να πιουν τον καφέ τους, να γελάσουν με τις γνωστές τους ιστορίες και να αφήσουν τον χρόνο να κυλήσει χωρίς πρόγραμμα.
Μια μικρή γυναικεία γιορτή. Ένα celebration μόνο για τις δυο τους. Χωρίς άντρες. Όχι επειδή δεν τους αγαπούσαν. Κάθε άλλο.
Όταν οι άντρες τους βρίσκονταν στα σπίτια τους, ήξεραν πολύ καλά να τις περιποιούνται, να τις καλομαθαίνουν και να τις κάνουν να αισθάνονται γυναίκες. Και οι δύο το εκτιμούσαν δεόντως.
Αλλά, όπως πολύ σωστά γνώριζαν οι δυο φίλες, υπάρχει και μια άλλη μορφή πολυτέλειας. Να μπορείς, πού και πού, να απολαμβάνεις μερικές ώρες μόνο με την καλύτερή σου φίλη.
Η Εριφύλη κοίταξε για ακόμη μία φορά από το παράθυρο. Το αυτοκίνητο της Ελπινίκης δεν είχε φανεί ακόμη. Χαμογέλασε.Η μέρα μόλις άρχιζε.
Και καμία από τις δύο δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο διαφορετική θα αποδεικνυόταν τελικά από μια απλή ημέρα shopping therapy.
Είναι και προτροπή του Νέαρχου.
«Να βγεις, κοπέλα μου. Νομίζω πως το αξίζεις! Να βγεις και να το γιορτάσεις. Πάρε και την κολλητή σου, την Εριφύλη, να το γιορτάσετε παρέα.» Αυτά της είχε πει ο Νέαρχος λίγο πριν φύγει για το τελευταίο του ταξίδι.
Ο Νέαρχος, σύζυγος της Ελπινίκης, ήταν ναυτικός και εκείνη την εποχή ταξίδευε στις μακρινές θάλασσες της Άπω Ανατολής. Ευφυής και δραστήριος άνθρωπος, είχε εξελιχθεί σε στέλεχος μεγάλης ναυτιλιακής εταιρείας και η επαγγελματική του πορεία τού είχε εξασφαλίσει μια άνετη ζωή. Καμάρωνε για τη σύζυγό του. Την έβρισκε όμορφη, γοητευτική και ιδιαίτερα ελκυστική. Η Ελπινίκη, από την πλευρά της, τον αγαπούσε βαθιά. Ήταν τρυφερή μαζί του και, κάθε φορά που επέστρεφε από τα ταξίδια του, φρόντιζε να του προσφέρει όλη εκείνη τη ζεστασιά και την οικειότητα που τόσο του έλειπαν στη θάλασσα. Ο ίδιος ήταν ένας άντρας που δύσκολα περνούσε απαρατήρητος: ψηλός, λεπτός, καλοβαλμένος, με εκείνη την ήρεμη αυτοπεποίθηση που συχνά αποκτούν οι άνθρωποι που έχουν μάθει να αντιμετωπίζουν τη ζωή χωρίς περιττές ανασφάλειες.
Η Ελπινίκη τον αγαπούσε. Και εκείνος αγαπούσε τη γυναίκα του με τον δικό του τρόπο. Γι' αυτό και η προτροπή του εκείνη τη μέρα δεν ήταν απλώς μια τυπική ευχή για τα γενέθλιά της. Ήθελε να τη δει να χαίρεται. «Πήγαινε», της είχε πει. «Διασκέδασε το. Και μην κοιτάξεις καθόλου την ώρα.»
Η Ελπινίκη το είχε πάρει κυριολεκτικά. Και τώρα, μαζί με την Εριφύλη, ήταν έτοιμες να πραγματοποιήσουν το σχέδιο.
Οι δύο γυναίκες ετοιμάστηκαν με ιδιαίτερη φροντίδα. Διάλεξαν τα ρούχα τους, χτενίστηκαν, βάφτηκαν διακριτικά, άφησαν το άρωμά τους να συμπληρώσει την εμφάνισή τους και, αφού έριξαν μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη, ήταν πλέον έτοιμες. Βουρ για τσάρκα! Το μεγάλο εμπορικό κέντρο τις περίμενε.
Και μαζί του η κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα, οι φωτεινές βιτρίνες, η μουσική, τα καφέ, τα εστιατόρια, οι άνθρωποι που μπαινόβγαιναν στα καταστήματα και εκείνη η παράξενη αίσθηση ότι μέσα σε έναν τέτοιο χώρο μπορούσε να συμβεί οτιδήποτε. Η Ελπινίκη και η Εριφύλη δεν ήταν απλώς δύο όμορφες γυναίκες. Ήταν δύο γυναίκες με παρουσία. Δυναμικές, έξυπνες, κοινωνικές και γεμάτες αυτοπεποίθηση. Οι καλοφτιαγμένες σιλουέτες τους και ο προσεγμένος τρόπος με τον οποίο εμφανίζονταν δεν περνούσαν εύκολα απαρατήρητοι.
Η Ελπινίκη ήταν μια όμορφη, κομψή και καλοντυμένη γυναίκα και αυτό φαινόταν στον τρόπο με τον οποίο την υποδέχονταν τα βλέμματα γύρω της.
Εκείνη τη μέρα είχε περιποιηθεί ιδιαίτερα τον εαυτό της. Οι καστανόξανθες ανταύγειες στα μαλλιά της φώτιζαν το πρόσωπό της και του χάριζαν μια φρέσκια, νεανική όψη. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που αγαπούν την περιποίηση και ξέρουν πως η κομψότητα δεν χρειάζεται υπερβολές.
Ήταν κοκέτα και αυτό δεν μπορούσε να κρυφτεί. Για τη γιορτινή της έξοδο είχε επιλέξει ένα επώνυμο, αρκετά εφαρμοστό ταγιέρ σε κλασική μαύρη απόχρωση. Το είχε συνδυάσει με ένα κόκκινο μεταξωτό πουκάμισο, που ταίριαζε εξαιρετικά με την επιδερμίδα και τα μαλλιά της, ένα κομψό φουλάρι και τις κλασικές μαύρες γόβες της. Το γυναικείο κοστούμι ήταν μία από τις διαχρονικές επιλογές της. Της ταίριαζε γιατί συνδύαζε δύο στοιχεία που η ίδια θεωρούσε σημαντικά: θηλυκότητα και δυναμισμό. Η Ελπινίκη παρακολουθούσε τη μόδα, χωρίς όμως να γίνεται δούλη της. Είχε το δικό της προσωπικό στυλ και ήξερε να επιλέγει εκείνα που της ταίριαζαν πραγματικά.
Δίπλα της, η Εριφύλη, στα είκοσι οκτώ της χρόνια, είχε μια διαφορετική, αλλά εξίσου έντονη γοητεία.
Ήταν όμορφη και αισθησιακή, χωρίς τίποτε πάνω της να δείχνει επιτηδευμένο. Η γοητεία της δεν στηριζόταν στην υπερβολή. Αντίθετα, είχε εκείνη τη φυσική αυτοπεποίθηση που κάνει μια γυναίκα να ξεχωρίζει ακόμη κι όταν είναι απλά ντυμένη. Τα καστανοκόκκινα μαλλιά της πλαισίωναν το πρόσωπό της και τόνιζαν ιδιαίτερα το βλέμμα της. Οι γήινες αποχρώσεις της επιδερμίδας της συμπλήρωναν αρμονικά το σύνολο και δημιουργούσαν μια εμφάνιση με ιδιαίτερη αισθητική. Μορφωμένη, σοβαρή και με ήθος, η Εριφύλη μπορούσε με την πρώτη ματιά να δώσει την εντύπωση μιας γυναίκας κάπως απόμακρης. Ίσως ακόμη και λίγο σνομπ. Όσοι όμως τη γνώριζαν καλύτερα ήξεραν πως πίσω από αυτή την πρώτη εικόνα υπήρχε μια γυναίκα πολύ πιο αυθόρμητη, παιχνιδιάρα και ανοιχτή στο φλερτ.
Εκείνη τη μέρα είχε επιλέξει ένα μίντι κόκκινο πουκάμισο-φόρεμα με χρυσά κουμπιά. Τα μαλλιά της έπεφταν ελεύθερα στους ώμους, σχηματίζοντας προσεγμένα, φυσικά κύματα, ενώ το μακιγιάζ της ήταν λιτό και κομψό.
Δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερο.Γι ατί η πραγματική γοητεία μιας γυναίκας δεν βρίσκεται πάντοτε σε αυτό που αποκαλύπτει. Μερικές φορές βρίσκεται ακριβώς σε αυτό που υπονοεί.
Η Εριφύλη είχε εκείνη τη σπάνια ικανότητα να τραβά την προσοχή χωρίς να την απαιτεί. Το παρουσιαστικό της, ο τρόπος που περπατούσε, το βλέμμα της, ακόμη και ο τρόπος που χαμογελούσε, δημιουργούσαν μια αίσθηση διακριτικού ερωτισμού. Ήταν φινετσάτη και στιλάτη, χωρίς να περνά ποτέ τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην κομψότητα και την υπερβολή. Και, φυσικά, η προσωπική της γκαρνταρόμπα έκρυβε τις δικές της μικρές αδυναμίες: όμορφα εσώρουχα, αρώματα που είχε συλλέξει με τον καιρό, επώνυμα παπούτσια και εκείνες τις ψηλές γόβες που ήξερε να φορά με φυσικότητα.
Όλα όμως ήταν μέρος ενός συνόλου. Γιατί η Εριφύλη γνώριζε κάτι που πολλές γυναίκες μαθαίνουν με τον χρόνο, η εμφάνιση μπορεί να τραβήξει ένα βλέμμα, η προσωπικότητα είναι αυτή που το κρατά. Και εκείνη είχε και τα δύο.
Δυο σύγχρονες γυναίκες, νοικοκυρές, σύζυγοι και μητέρες· εξαιρετικά κομψές, λαμπερές και, όπως θα έλεγε ο κόσμος, «καλοπαντρεμένες». Η Ελπινίκη και η Εριφύλη είχαν όλα εκείνα που συνήθως συνθέτουν την εικόνα μιας τακτοποιημένης οικογενειακής ζωής. Σπίτι, παιδιά, οικονομική ασφάλεια, κοινωνική ζωή και, πάνω απ’ όλα, άνδρες που αγαπούσαν.
Δεν είχαν παντρευτεί από συμβιβασμό. Είχαν αγαπηθεί. Είχαν ερωτευτεί και είχαν επιλέξει η μία τον άλλον με την καρδιά τους. Και οι άνδρες τους ανταπέδιδαν αυτή την αγάπη. Οι δυο γυναίκες, λοιπόν, δεν αισθάνονταν πως τους έλειπε η οικογένεια. Αντίθετα. Αγαπούσαν τον ρόλο της συζύγου, της μητέρας, της νοικοκυράς. Τους άρεσε να φροντίζουν τα σπίτια τους, τα παιδιά τους, τους ανθρώπους που αγαπούσαν. Έβρισκαν χαρά ακόμη και στις μικρές, καθημερινές τελετουργίες της οικογενειακής ζωής.
Υπήρχε όμως ένα «αλλά». Ένα μικρό, αόρατο «αλλά», που τρυπώνει αθόρυβα στην καθημερινότητα και, όσο κι αν προσπαθείς να το αγνοήσεις, εξακολουθεί να υπάρχει.
Γιατί οι άνδρες τους ήταν ναυτικοί. Και η θάλασσα δεν παίρνει μόνο τον άνδρα από το σπίτι. Παίρνει μαζί της την παρουσία του, τη συντροφικότητα, τις αυθόρμητες στιγμές, ένα άγγιγμα στον ώμο, ένα βράδυ στον καναπέ, μια συζήτηση πριν κοιμηθούν. Και υπάρχει ένα ακόμη κεφάλαιο. Ίσως το πιο δύσκολο. Εκείνο που αφορά την ερωτική ζωή. Ένα κεφάλαιο που, παρά την πρόοδο των ανθρώπων στην επικοινωνία, παρά την ελευθερία με την οποία μιλούν πλέον για τόσα πράγματα, εξακολουθεί να παραμένει σε μεγάλο βαθμό ταμπού.
Γιατί είναι εύκολο να πεις. «Μου λείπεις.» Είναι λίγο δυσκολότερο να πεις. «Μου λείπει η αγκαλιά σου.» Και υπάρχουν πράγματα ακόμη πιο δύσκολα να ειπωθούν. Επιθυμίες που μένουν μέσα μας. Ανάγκες που φοβόμαστε μήπως παρεξηγηθούν. Σκέψεις που δεν ξέρουμε πώς να διατυπώσουμε χωρίς να πληγώσουμε τον άνθρωπό μας. Κι έτσι, ακόμη και μέσα σε έναν καλό γάμο, μπορεί να υπάρχει ένα δωμάτιο στο οποίο κανείς δεν μπαίνει εύκολα. Ένα δωμάτιο γεμάτο σιωπές. Το «αλλά» που πονάει.
Και για τις γυναίκες των ναυτικών, αυτό το «αλλά» μπορεί να γίνεται ακόμη πιο έντονο, επειδή η απουσία δεν είναι περιστασιακή. Είναι μέρος της ζωής τους.
Οι μήνες περνούν. Τα ταξίδια συνεχίζονται. Τα παιδιά μεγαλώνουν. Η καθημερινότητα προχωρά. Και η γυναίκα μένει πίσω να κρατά όρθιο ολόκληρο τον μικρό της κόσμο. Μόνο που, κάπου βαθιά μέσα της, παραμένει γυναίκα. Με επιθυμίες. Με ανάγκες. Με φαντασιώσεις.
Και με ερωτήματα που δεν είναι πάντοτε εύκολο να βρουν τη θέση τους μέσα σε μια «κανονική» οικογενειακή ζωή. Αυτό ήταν το παράδοξο που ένιωθαν, καθεμιά με τον δικό της τρόπο, η Ελπινίκη και η Εριφύλη. Δεν αμφισβητούσαν την αγάπη τους. Απλώς ανακάλυπταν πως η αγάπη και η επιθυμία δεν είναι πάντοτε δύο έννοιες τόσο απλές όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.
Αν τις ρωτούσες χωρίς διάθεση αποδοκιμασίας, χωρίς κήρυγμα και χωρίς εκείνο το ύφος του ανθρώπου που έχει ήδη αποφασίσει ποια είναι η «σωστή» απάντηση. «Εσείς, κυρία μου, μια σημερινή νέα γυναίκα, παντρεμένη, είστε απόλυτα ικανοποιημένη στον ερωτικό τομέα με τον σύντροφό σας;» θα υπήρχαν γυναίκες που, σε μια απλή κατ’ ιδίαν συζήτηση, χωρίς ταμπού και χωρίς προσχήματα, θα απαντούσαν με ειλικρίνεια. Ναι, αγαπούν τους άνδρες τους. Ναι, είναι ικανοποιημένες από την ερωτική τους ζωή όταν εκείνοι βρίσκονται κοντά τους. Ναι, ο γάμος τους μπορεί να είναι καλός, τρυφερός, ουσιαστικός. Υπάρχει όμως ένα μεγάλο κενό που δημιουργεί η μακρόχρονη απουσία.Και το κενό αυτό δεν είναι πάντοτε εύκολο να περιγραφεί με λόγια.
Γιατί μια νέα γυναίκα εξακολουθεί να έχει επιθυμίες. Έχει ανάγκη από άγγιγμα, από τρυφερότητα, από σωματική εγγύτητα, από εκείνη τη βαθιά αίσθηση πως κάποιος βρίσκεται δίπλα της όχι μόνο ως σύζυγος και σύντροφος της ζωής, αλλά και ως ερωτικός άνθρωπος. Και όταν η απουσία παρατείνεται, η ανάγκη αυτή δεν εξαφανίζεται. Απλώς περιμένει. Και κάποια στιγμή αρχίζει να ζητά επίμονα την προσοχή σου. Τότε έρχεται το δύσκολο ερώτημα. Και με τον έρωτα τι κάνεις; Τι κάνεις όταν πίσω από μια κλειδωμένη πόρτα, μέσα στην ησυχία του σπιτιού, ξυπνά μέσα σου μια επιθυμία που δεν μπορείς εύκολα να αγνοήσεις; Τι κάνεις όταν είσαι μόνη για καιρό και η απουσία του συζύγου αρχίζει να μοιάζει όχι μόνο με μοναξιά, αλλά με μια παράξενη ερημιά; Τι κάνεις τις νύχτες που στριφογυρίζεις στο κρεβάτι και ο ύπνος δεν έρχεται; Τι κάνεις όταν η επιθυμία χτυπά την πόρτα της σκέψης σου και σου θυμίζει πως, πριν γίνεις σύζυγος και μητέρα, ήσουν, και εξακολουθείς να είσαι, γυναίκα;
Η Εριφύλη είχε κάνει πολλές φορές στον εαυτό της αυτή την ερώτηση. «Θα έπρεπε να κάνω κάτι;»
Και σχεδόν αμέσως μια άλλη φωνή απαντούσε μέσα της. «Ξέρω κι εγώ; Πώς μπορείς, βρε παιδί μου;»
Ήταν η φωνή της συνείδησής της. Ή μήπως ήταν απλώς η φωνή του φόβου;
«Να κάνω τι; Να ψάχνομαι από εδώ κι από εκεί; Δεν θέλω.»
Η απάντηση ακουγόταν λογική. Μόνο που δεν ήταν και τόσο πειστική.
Γιατί η άλλη φωνή επέμενε. «Και καλά. Αν είναι επιλογή σου να απέχεις, το σέβομαι. Όταν όμως θέλεις και δεν μπορείς; Τότε τι γίνεται; Είναι τόσο παράλογο να έχεις ανάγκη από έναν άνθρωπο;»
Η Εριφύλη δεν είχε εύκολη απάντηση. Και ίσως αυτό ήταν το πιο ενοχλητικό απ’ όλα. Δεν βρισκόταν αντιμέτωπη με την έλλειψη αγάπης. Βρισκόταν αντιμέτωπη με την περίσσεια επιθυμίας.
Μερικές φορές ένιωθε πως ολόκληρη η ύπαρξη της ξυπνούσε απότομα, σαν να της υπενθύμιζε πως η ζωή δεν σταματά επειδή ο άνθρωπός σου λείπει. Και τότε ερχόταν εκείνη η δύσκολη στιγμή.
Η στιγμή που καταλάβαινε πως δεν υπήρχε κανείς δίπλα της. Κανένα χέρι. Καμιά αγκαλιά. Κανένα βλέμμα να απαντήσει στο δικό της.
Και η επιθυμία, αντί να υποχωρήσει, μεγάλωνε. Ήταν σαν δίψα. Μια δίψα που δεν μπορούσε να ξεγελαστεί εύκολα. Τότε η φαντασία αναλάμβανε τον δικό της ρόλο. Γιατί η φαντασία είναι ίσως ο ασφαλέστερος τόπος στον οποίο μπορεί να καταφύγει η επιθυμία. Εκεί μπορείς να δημιουργήσεις τον άνδρα όπως ακριβώς τον θέλεις. Χωρίς συνέπειες. Χωρίς εξηγήσεις. Χωρίς το άγχος της αποκάλυψης.
Χωρίς να χρειάζεται να πληγώσεις κανέναν. Μπορείς να ζήσεις, έστω μέσα στη σκέψη, εκείνες τις εμπειρίες που η πραγματική ζωή δεν σου επιτρέπει. Και ίσως γι' αυτό η φαντασίωση είναι τόσο ισχυρή.
Δεν ζητά άδεια. Δεν απαιτεί απόφαση. Δεν έχει συνέπειες. Μόνο που η Εριφύλη άρχιζε να καταλαβαίνει πως η φαντασίωση, όσο όμορφη κι αν είναι, δεν απαντά πάντοτε σε όλα.
Πίσω από την κλειστή πόρτα ενός σπιτιού, μια γυναίκα μπορεί να είναι απολύτως τακτοποιημένη στη ζωή της και ταυτόχρονα να παλεύει με ένα κομμάτι του εαυτού της που δεν θέλει να σωπάσει. Και κάποια στιγμή αναρωτιέται. Μπορεί άραγε η επιθυμία να μείνει για πάντα μόνο φαντασία; Ή κάποτε θα ζητήσει να γίνει πράξη; Η Εριφύλη δεν είχε ακόμη την απάντηση. Ή, ίσως, την είχε. Απλώς δεν ήταν ακόμη έτοιμη να την παραδεχτεί ούτε στον ίδιο της τον εαυτό. Γιατί η μιζέρια δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα ελκυστική επιλογή. Και η ζωή, όσο κι αν προσπαθείς να την κρατήσεις μέσα σε τακτοποιημένα κουτάκια, έχει έναν παράξενο τρόπο να σου θυμίζει πως η επιθυμία δεν υπακούει πάντα στους κανόνες που της θέτεις.
Μπορεί συνήθως να μην το λένε ανοιχτά. Υπάρχει όμως, βαθιά ριζωμένος στην κοινωνική αντίληψη, ένας παλιός μύθος: ότι η γυναίκα του ναυτικού δεν μπορεί να έχει μια πραγματικά ικανοποιητική ερωτική ζωή, επειδή ο άνδρας της απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπάρχει και το δεύτερο, πιο βαρύ στερεότυπο. Εκείνο που θέλει τη γυναίκα του ναυτικού περισσότερο επιρρεπή στην απιστία.
«Τόσους μήνες μόνη της…»
«Νέα γυναίκα είναι…»
«Κάποια στιγμή θα βρει άλλον…»
Κάπως έτσι γεννιούνται οι εύκολες κουβέντες. Και κάπως έτσι μια ολόκληρη κατηγορία γυναικών φορτώνεται με έναν χαρακτηρισμό που δεν της ανήκει επειδή απλώς ο σύζυγός της ταξιδεύει.
Βεβαίως, υπάρχουν γυναίκες που απιστούν. Αυτό όμως δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των γυναικών των ναυτικών. Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση.
Έχουμε άραγε αναρωτηθεί ποτέ αν παρόμοιες ιστορίες μπορούν να συμβούν και στις συζύγους ανδρών που δεν ταξιδεύουν; Σε εκείνες που ο σύζυγός τους επιστρέφει κάθε απόγευμα στο σπίτι; Σε εκείνες που κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, μοιράζονται το ίδιο τραπέζι και βλέπουν καθημερινά ο ένας τον άλλον; Μήπως η απόσταση δεν είναι πάντοτε γεωγραφική; Μήπως μπορεί ένας άνθρωπος να βρίσκεται λίγα μέτρα μακριά σου και παρ' όλα αυτά να αισθάνεσαι πως απέχει έναν ωκεανό; Και, τελικά, μήπως οι ερωτικές ιστορίες που ακούμε και αποδίδουμε τόσο εύκολα στη «μοναξιά της γυναίκας του ναυτικού» μπορούν, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, να συμβούν στον καθένα;
Γιατί η ανθρώπινη επιθυμία δεν γνωρίζει επαγγελματική ιδιότητα. Δεν ρωτά αν ο άνδρας είναι ναυτικός, γιατρός, μηχανικός, έμπορος ή δημόσιος υπάλληλος. Δεν κοιτάζει το επάγγελμα. Κοιτάζει τον άνθρωπο. Και ίσως αυτό να είναι το πιο παράξενο και ταυτόχρονα το πιο ανθρώπινο στοιχείο της ιστορίας. Δεν χρειάζεται να ταξιδεύει κάποιος στους μακρινούς ωκεανούς για να δημιουργηθεί απόσταση μέσα σε έναν γάμο.
Μερικές φορές αρκεί μια μοναξιά που κανείς δεν ομολογεί. Μια ανάγκη που δεν εκφράζεται. Ένα βλέμμα που κρατά λίγο περισσότερο απ' όσο θα έπρεπε. Μια γνωριμία που ξεκινά εντελώς αθώα. Και κάπου εκεί αρχίζει μια άλλη ιστορία. Όχι απαραίτητα η ιστορία μιας «γυναίκας του ναυτικού». Αλλά η ιστορία ενός ανθρώπου.
Η ρίζα κάθε ουσιαστικής σχέσης είναι η εμπιστοσύνη. Χωρίς εμπιστοσύνη, καμιά σχέση δεν μπορεί να σταθεί πραγματικά όρθια. Όταν ένας άνθρωπος είναι βαθιά αφοσιωμένος στο άλλο του μισό, η απόσταση από μόνη της δεν αρκεί για να γεννήσει την απιστία. Ο άνθρωπος που αγαπά πραγματικά μπορεί να περνά μήνες μακριά, γνωρίζοντας πως ο σύντροφός του βρίσκεται εκεί, περιμένοντας.
Για μια γυναίκα ναυτικού, η σκέψη μπορεί να είναι πολύ απλή. «Είναι στη θάλασσα. Ρισκάρει για την οικογένειά μας και για τη ζωή που χτίζουμε μαζί.» Και αυτή η σκέψη μπορεί να είναι αρκετή.
Δεν σημαίνει ότι δεν έχει ανάγκες. Δεν σημαίνει ότι έπαψε να είναι γυναίκα ή ότι η επιθυμία της εξαφανίστηκε. Σημαίνει ότι έχει επιλέξει να παραμείνει πιστή στη σχέση της. Και όταν ο ναυτικός επιστρέφει, η επανένωση έχει τη δική της ξεχωριστή μαγεία. Οι δυο τους ξαναβρίσκουν ο ένας τον άλλον μέσα στις μικρές καθημερινές στιγμές, στις αγκαλιές, στα βλέμματα, στη συντροφικότητα και στην ερωτική τους ζωή. Η προσμονή των προηγούμενων μηνών κάνει πολλές φορές τη χαρά της επιστροφής ακόμη πιο έντονη.
Κι όμως…Καλοί και χρυσοί οι άνδρες τους. Τους αγαπούν, τους εμπιστεύονται και τους περιμένουν. Μόνο που η δουλειά που επέλεξαν έχει ένα τίμημα. Η πολύμηνη και συχνά υποχρεωτική απουσία τους από το σπίτι αφήνει πίσω της ατέλειωτες ημέρες και νύχτες. Η μοναξιά, η θλίψη και η νοσταλγία γίνονται κατά διαστήματα καθημερινή συντροφιά. Και υπάρχουν εποχές όπου η ερωτική επιθυμία γίνεται ιδιαίτερα επίμονη. Ο έρωτας μπορεί να περνά από διαφορετικές φάσεις. Η επιθυμία όμως έχει τον δικό της επίμονο ρυθμό. Μπορεί να ξυπνήσει από ένα φευγαλέο θέαμα, από ένα βλέμμα που κράτησε λίγο περισσότερο, από μια ιδιαίτερη χροιά στη φωνή κάποιου, από ένα άρωμα που περνά ξαφνικά δίπλα σου. Μπορεί να γεννηθεί από ένα τυχαίο άγγιγμα, από ένα χαμόγελο, από την κίνηση των μαλλιών μιας άγνωστης γυναίκας στον δρόμο ή ενός άνδρα που περνά από απέναντι.
Μικρές αισθητηριακές αφορμές. Σπινθήρες της φαντασίας. Και τότε η λίμπιντο θυμίζει στον άνθρωπο πως εξακολουθεί να είναι ζωντανή. Η επιθυμία δεν είναι πάντοτε μια συνειδητή απόφαση. Μερικές φορές είναι απλώς μια ξαφνική αναστάτωση του σώματος και της σκέψης, ένα εσωτερικό ξύπνημα που σε κάνει να αντιλαμβάνεσαι πιο έντονα την απουσία εκείνου που θα ήθελες να έχεις δίπλα σου.
Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η δυσκολία. Γιατί όταν ο αγαπημένος άνθρωπος βρίσκεται χιλιάδες μίλια μακριά, η ανάγκη για εγγύτητα δεν έχει πού να πάει.
Μπορεί να γίνει νοσταλγία. Μπορεί να γίνει φαντασίωση. Μπορεί να γίνει υπομονή. Μπορεί ακόμη και να γίνει εσωτερική σύγκρουση. Και αυτό το τελευταίο ήταν που άρχιζε να αφορά τις δύο φίλες μας.
Η Ελπινίκη και η Εριφύλη αγαπούσαν τους άνδρες τους. Δεν υπήρχε αμφιβολία γι' αυτό. Όμως η απουσία είχε δημιουργήσει μέσα τους ένα κενό διαφορετικό για την καθεμιά. Ένα κενό που δεν είχε ακόμη βρει όνομα. Και ίσως αυτό να ήταν το πιο επικίνδυνο σημείο. Γιατί όταν κάτι δεν έχει όνομα, μπορείς ακόμη να προσποιείσαι πως δεν υπάρχει. Μέχρι τη στιγμή που θα εμφανιστεί μπροστά σου και θα ζητήσει να το κοιτάξεις κατάματα.
Η Εριφύλη, πριν φύγει, τηλεφώνησε στον πατέρα της, τον Θρασύβουλο, για να τον ενημερώσει πως ίσως αργούσε να επιστρέψει. Είχε αρκετά ψώνια να κάνει μαζί με την Ελπινίκη και, αν της το επέτρεπε ο χρόνος, σκεφτόταν αργά το απόγευμα να περάσει και από τον γυναικολόγο της.
Η αναφορά στις «τσάρκες» της κόρης του δεν προκαλούσε πάντοτε στον Θρασύβουλο ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Ο πατέρας της, με εκείνη τη χαρακτηριστική πατρική ανησυχία που άλλοτε παίρνει τη μορφή συμβουλής κι άλλοτε τη μορφή γκρίνιας, δεν έχανε ευκαιρία να τη νουθετεί. Θεωρούσε πως έτσι την προστάτευε από τις κακόβουλες παγίδες που, κατά τη γνώμη του, παραμόνευαν παντού για μια όμορφη γυναίκα και μάλιστα για μια παντρεμένη γυναίκα, της οποίας ο σύζυγος ήταν ναυτικός και απουσίαζε συχνά από το σπίτι.
«Έτσι που πας εσύ, κόρη μου, θα τη φας την κεφαλή σου μίαν ημέρα των ημερών!» της έλεγε, μισοαστεία και μισοσοβαρά, με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που θέλει να συμβουλέψει χωρίς να φανεί πως κάνει κήρυγμα.
Η Εριφύλη, βέβαια, δεν του έδινε και πολλή σημασία. «Έννοια σου, πατέρα! Έχουν γνώση οι φύλακες», του απαντούσε με ξένοιαστο, αυθόρμητο γέλιο.
«Τέλος πάντων… Ναι μεν οι φύλακες ενδέχεται όντως να έχουν γνώση, εσύ όμως αμφιβάλλω…» μουρμούριζε μέσα από τα δόντια του ο Θρασύβουλος, χωρίς να μπορεί να κρύψει το χαμόγελό του.
Ήταν ένας πατέρας που ανησυχούσε. Και ένας παππούς που λάτρευε τα εγγόνια του. Τα παιδιά τον είχαν πραγματικά αδυναμία και εκείνος τους ανταπέδιδε την αγάπη με το παραπάνω. Όσο για την Εριφύλη, παρά τις μεταξύ τους μικρές διαφωνίες και τις πατρικές νουθεσίες, υπεραγαπούσε τον πατέρα της. Η σχέση τους είχε εκείνη τη ζεστασιά που δημιουργείται μέσα στα χρόνια, όταν η αγάπη έχει δοκιμαστεί στην καθημερινότητα και δεν χρειάζεται πια μεγάλες δηλώσεις.
Και, όσο κι αν γελούσε με τις συμβουλές του, δεν παρέλειπε να τον συμβουλεύεται κι εκείνη, όταν πραγματικά το θεωρούσε αναγκαίο. Ο Θρασύβουλος μπορεί να γκρίνιαζε για τις «τσάρκες» της κόρης του. Όμως, κατά βάθος, το μόνο που ήθελε ήταν να είναι καλά. Και ίσως αυτό να ήταν, τελικά, το πιο δύσκολο πράγμα για έναν πατέρα: να αγαπά το παιδί του τόσο πολύ, ώστε να θέλει να το προστατεύει ακόμη κι όταν εκείνο έχει πια μεγαλώσει και έχει τη δική του ζωή.
Η Ελπινίκη έφτασε στην ώρα της. Η Εριφύλη, μόλις την είδε να πλησιάζει οδηγώντας μια εντυπωσιακή, πολυτελή τζιπάρα, έμεινε για μια στιγμή να την κοιτάζει έκπληκτη. Η Ελπινίκη κατέβασε το παράθυρο και, βλέποντας την έκφραση της φίλης της, χαμογέλασε.
«Έλα, τι έπαθες και με κοιτάς λες και δεν έχεις ξαναδεί αυτοκίνητο;» τη ρώτησε γελώντας.
«Δικό σου είναι κι αυτό;» ρώτησε η Εριφύλη, χωρίς να κρύβει την έκπληξή της. Γνώριζε πολύ καλά το γερμανικό σεντάν που οδηγούσε μέχρι χθες· για το καινούργιο απόκτημα της φίλης της δεν είχε ιδέα.
«Ε, για να το οδηγώ, μάλλον δικό μου θα ’ναι! Λες να το έκλεψα;»
«Μα… απλώς δεν το είχα ξαναδεί!»
«Το πήραμε από έναν συγγενή του Νεάρχου. Το είχε αγοράσει στη Γερμανία και το φέραμε από εκεί.»
«Καινούργιο; Θα πρέπει να κόστισε μια περιουσία!»
«Όχι, καθόλου! Μεταχειρισμένο είναι. Το πήραμε πολύ φτηνότερα από την πραγματική του αξία και, το καλύτερο, είχε ελάχιστα χιλιόμετρα. Βέβαια… με τα ποσά που δώσαμε για τα διάφορα «λαδώματα», καλύτερα να είχαμε πληρώσει κανονικά τους δασμούς και να είχαμε ξεμπερδέψει!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Για κοίτα, ρε παιδί μου, τι μπορεί να σου τύχει όταν έχεις γαλαντόμους συγγενείς!»
«Όντως, κοπέλα μου! Αυτό είναι σίγουρο. Πολλά μπορεί να σου τύχουν όταν έχεις μεγαλόκαρδους συγγενείς», απάντησε η Ελπινίκη με παιχνιδιάρικο ύφος και ένα πονηρό χαμόγελο.
Η Εριφύλη την κοίταξε για μια στιγμή από πάνω μέχρι κάτω, ύστερα έριξε μια ματιά στο θηριώδες αυτοκίνητο και χαμογέλασε μόνη της.
Το γκάζι θέλει πάτημα και η γκόμενα περπάτημα! Μπράβο, Νέαρχέ μου! Την ανεβάζεις σε άλλο επίπεδο τη φιλενάδα… σκέφτηκε διακριτικά. Και, κρίνοντας από το χαμόγελο της Ελπινίκης πίσω από το τιμόνι, μάλλον δεν ήταν η μόνη που το διασκέδαζε.
Πριν ξεκινήσουν για το εμπορικό κέντρο, η Ελπινίκη χαιρέτησε εγκάρδια τον παππού Θρασύβουλο. Εκείνος τις κατευόδωσε με τις γνωστές του πατρικές ευχές και μια τελευταία ματιά γεμάτη εκείνη τη χαρακτηριστική ανησυχία του ανθρώπου που θέλει να ξέρει πως όλα είναι υπό έλεγχο.
Μόλις βγήκαν στον δρόμο, η Ελπινίκη θυμήθηκε την προτροπή του Νεάρχου και αποφάσισε να τη μεταφέρει στη φίλη της.
«Μου το τόνισε πάντως ο Νέαρχος: να βγούμε, να διασκεδάσουμε, να γιορτάσω τα γενέθλιά μου… αλλά μόνο με την Εριφύλη. «Όχι ατασθαλίες», μου είπε. Θα πάρω, βέβαια, και τον Νικηφόρο να μάθω!»
Η Εριφύλη γύρισε και την κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που προμήνυε πως η κουβέντα δεν θα τελείωνε τόσο εύκολα.«Αχ, βρε Ελπινίκη! Πόσο εύκολα τα τρως αυτά τα αυθεντικά και λιμανίσια!»
«Τι εννοείς;»
«Νομίζω πως ο δικός σου περισσότερο ήθελε να σου κρύψει τις δικές του… ατασθαλίες.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε με απορία.
«Εριφύλη, τι λες τώρα;»
Η φίλη της χαμογέλασε αυτάρεσκα, σαν να είχε μόλις ανακαλύψει μια μεγάλη αλήθεια της ανδρικής ψυχολογίας. «Να, σαν να τον βλέπω μπροστά μου. Κάπου εκεί μακριά, σε μια χλιδάτη σουίτα, σχεδιασμένη και διαμορφωμένη για… ιδιαίτερες περιπτύξεις. Και να περιμένει μια εξωτική καλλονή, κάποια μικρή Κινέζα, όπως τις φαντάζονται οι άντρες στα λιμάνια, με ντελικάτη παρουσία και εκείνο το αθώο χαμόγελο που κάνει τον πελάτη να νομίζει πως είναι… ο έρωτας της ζωής της!»
Η Ελπινίκη την άκουγε με μάτια ορθάνοιχτα. Δυσκολευόταν να πιστέψει αυτά που άκουγε.
Η Εριφύλη συνέχισε, τώρα πιο θεατρικά:
«Και βέβαια, θα της λέει πως την αγαπάει κι εκείνη θα του λέει πως τον λατρεύει. Κι όμως, στην πραγματικότητα, μπορεί να μην είναι τίποτε περισσότερο από μια παλιά συνήθεια, ένα λιμανίσιο κατάλοιπο, μια φυγή από τη μοναξιά του ναυτικού. Αυτά είναι τα περίφημα «σου λέω σ’ αγαπώ, άρα όλα είναι εντάξει»!»
«Εριφύλη…»
«Ηρέμησε, μωρό μου! Δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου», της είπε γελώντας. Και, σαν να μην είχε ήδη αρκετά προκαλέσει τη φίλη της, πρόσθεσε με ύφος δήθεν φιλοσοφικό. «Και μην έχεις αυταπάτες. Στην αρχή είσαι η καψούρα τους. Μετά γίνεσαι το μωρό τους. Ύστερα η γυναίκα της ζωής τους. Και στο τέλος…» Έκανε μια μικρή θεατρική παύση.«…Τι θα φάμε πάλι σήμερα;»
Η Ελπινίκη έβαλε τα γέλια και κούνησε το κεφάλι της. «Εριφύλη! Καλά, άσε τις αμπελοφιλοσοφίες για αργότερα. Τώρα πάμε να γιορτάσουμε! Και, σε παρακαλώ, μην αρχίσεις τη γκρίνια από τώρα.»
«Εγώ; Γκρίνια;»
«Ναι, εσύ!»
«Καλά, καλά…» είπε η Εριφύλη, χαμογελώντας. «Σήμερα είμαστε εδώ για shopping therapy. Τα υπόλοιπα… θα τα αφήσουμε για μετά.»
Η Ελπινίκη πάτησε λίγο περισσότερο το γκάζι.
«Αυτό μάλιστα! Έτσι σε θέλω!»
Και οι δύο γυναίκες ξέσπασαν στα γέλια, καθώς το μεγάλο αυτοκίνητο χάνονταν ανάμεσα στην πρωινή κίνηση, με προορισμό το εμπορικό κέντρο και μια ημέρα που, τουλάχιστον στα σχέδιά τους, ήταν αφιερωμένη αποκλειστικά στις ίδιες.
«Ρε, φιλενάδα! Ένα απόγευμα οι δυο μας είπαμε να περάσουμε και να χαλαρώσουμε. Πού το βλέπεις ότι γκρινιάζω; Και δεν το ξέχασα ότι γιορτάζεις! Με όλη την αγάπη μου, λοιπόν, πολλά φιλιά και σου εύχομαι τα φετινά γενέθλιά σου να είναι από τα καλύτερα. Να τα εκατοστίσεις! Και του χρόνου να είναι μαζί σου και ο Νέαρχος.»
Έκανε μια μικρή παύση και κοίταξε την Ελπινίκη με εκείνο το βλέμμα που προμήνυε πως όσα ακολουθούσαν δεν θα ήταν ακριβώς… αθώα. «Κι εμείς σήμερα; Μόνες μας; Σαν τις καλαμιές στον κάμπο, πάντοτε θλιμμένες; Εμείς οι καψερές ψυχή δεν έχουμε;»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε, αλλά η Εριφύλη συνέχισε, τώρα πιο παιχνιδιάρικα. «Μη μου πεις πως δεν σου περνάει κι εσένα από το μυαλό. Τόσο καιρό μακριά οι άντρες μας, κι εμείς να παριστάνουμε πως δεν συμβαίνει τίποτα. Δεν θέλουν κι αυτά τα καημένα τα… λουλούδια μας λίγη περιποίηση; Λίγο ήλιο, λίγο νερό, λίγο φροντίδα για να ξαναζωντανέψουν;»
«Εριφύλη…»
«Άκουσέ με πρώτα! Αφού, λέμε τώρα, μας δίνουν την άδεια να βγούμε και να διασκεδάσουμε, γιατί να μην την πάρουμε… πλήρη και ειδικού σκοπού; Να μας κάνουν ένα πραγματικά εκκεντρικό δώρο για τα φετινά γενέθλια!»
Η Ελπινίκη την κοιτούσε πλέον με ένα μείγμα έκπληξης και διασκέδασης.
«Δεν δικαιούμαστε, δηλαδή, μια μικρή παρέκκλιση από τη φιλήσυχη ζωή μας;» συνέχισε η Εριφύλη. «Τώρα που η αδρεναλίνη έχει ήδη αρχίσει να ανεβαίνει; Να γνωρίσουμε δυο άντρες γοητευτικούς, διακριτικούς, με εχεμύθεια και αυτοπεποίθηση. Να πιούμε τα ποτά μας, να γελάσουμε, να αφήσουμε λίγο τον εαυτό μας ελεύθερο. Και, αν υπάρχει αμοιβαία έλξη, να δούμε πού θα μας βγάλει η βραδιά.»
«Δηλαδή αυτό έχεις στο μυαλό σου;»
«Και γιατί όχι;» απάντησε εκείνη γελώντας. «Μια σύντομη περιπέτεια. Κάτι εφήμερο. Ίσα-ίσα για να θυμηθούμε πως είμαστε γυναίκες και όχι μόνο σύζυγοι, μητέρες και νοικοκυρές. Να ξεφύγουμε για λίγο από τη ρουτίνα του γάμου και από εκείνη τη μονότονη πλευρά της καθημερινότητας που, όσο κι αν αγαπάς τη ζωή σου, κάποια στιγμή σε βαραίνει.»
Η φωνή της είχε γίνει πιο χαμηλή, αλλά το χαμόγελό της παρέμενε ζωηρό. «Ανήμερα της Ημέρας της Γυναίκας, λοιπόν, να κάνουμε το δικό μας celebration. Να βγούμε, να διασκεδάσουμε, να δεχτούμε το φλερτ, να νιώσουμε επιθυμητές. Και, αν η βραδιά μας οδηγήσει κάπου περισσότερο… ας είναι επειδή το θελήσαμε και οι δυο.»
Η Ελπινίκη παρέμενε σιωπηλή.
Η Εριφύλη την κοίταξε πλάγια.«Το ξέρω. Ήδη κάνεις τις γνωστές σου αρνητικές σκέψεις.»
«Ε, δεν είναι και παράλογο…»
«Δεν είπα πως είναι παράλογο. Ξέρω πολύ καλά τι σκέφτεσαι. Ότι μια τέτοια σχέση, χωρίς τη δέσμευση του γάμου, έρχεται σε σύγκρουση με όσα μάθαμε από την οικογένεια, την κοινωνία, την παράδοση, ακόμη και τη θρησκευτική μας ανατροφή.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε και αναστέναξε. «Ακριβώς.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Ε, λοιπόν, κορίτσι μου… σήμερα δεν σου ζητώ να αποφασίσεις τίποτα. Σου ζητώ μόνο να ζήσεις τη μέρα. Να γελάσεις, να φλερτάρεις, να νιώσεις όμορφα. Τα υπόλοιπα θα τα αποφασίσουμε αν και όταν έρθει η ώρα.» Και πρόσθεσε με το γνώριμο πονηρό της ύφος: «Άλλωστε, δεν πήγαμε ακόμη ούτε μέχρι το εμπορικό κέντρο! Μην κάνεις από τώρα εξομολόγηση στον πνευματικό σου!»
Η Ελπινίκη ξέσπασε σε γέλια. «Είσαι απίστευτη!»
«Το ξέρω. Γι’ αυτό με αγαπάς.»
«Αυτό είναι το μόνο σίγουρο.»
Και το μεγάλο αυτοκίνητο συνέχισε τον δρόμο του, ενώ η κουβέντα τους είχε ήδη ανοίξει μια πόρτα που καμία από τις δύο δεν ήξερε ακόμη αν θα τολμούσε πραγματικά να περάσει.
«Μα εμείς είμαστε από καλές οικογένειες, μεγαλωμένες με αρχές! Και σαν καλές κοπέλες, που δεν ξεφεύγουν από τα τετριμμένα και τα κλισέ της εποχής, δεν είναι και τόσο… πρέπον να μπλέξουμε με άλλους άντρες. Μια σχέση έξω από τον γάμο θεωρείται κοινωνικά και ηθικά λανθασμένη.»
Η Εριφύλη σώπασε για λίγο και κοίταξε την Ελπινίκη με ένα βλέμμα που είχε χάσει το παιχνιδιάρικο ύφος του. Ύστερα χαμογέλασε αχνά.
«Αλλά η ζωή είναι μικρή, Ελπινίκη. Το μυαλό μπορεί να αντιστέκεται, να βάζει όρια, να θυμάται τις αρχές μας και όλα όσα μάθαμε. Έχουμε όμως και ένα σώμα. Κι αυτό, όσο κι αν το αγνοούμε, έχει τις δικές του ανάγκες. Οι άντρες μας λείπουν. Μήπως, λοιπόν, δεν είναι καιρός να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ζήσει κάτι έξω από τα συνηθισμένα; Μια περιπέτεια, μια εφήμερη σχέση, ό,τι προκύψει και στον βαθμό που η καθεμία από εμάς μπορεί πραγματικά να συμμετάσχει;»
Η Ελπινίκη την άκουγε χωρίς να διακόπτει.
«Γιατί, ξέρεις κάτι;» συνέχισε η Εριφύλη. «Νομίζω πως για να είναι μια γυναίκα πραγματικά παρούσα σε μια ερωτική στιγμή, πρέπει να συμμετέχει και η ίδια. Δεν αρκεί να βρίσκεται απλώς εκεί και να αφήνεται. Χρειάζεται επιθυμία, διάθεση, ανταπόκριση. Να θέλει αυτό που συμβαίνει και να το ζει με όλο της το είναι.»
Πήρε μια ανάσα και συνέχισε πιο ήρεμα. «Όταν υπάρχει έρωτας, όπως υπάρχει στους γάμους μας, πολλά πράγματα λειτουργούν διαφορετικά. Ο άνθρωπός σου θέλει απλώς να σε αγγίξει, να σε αισθανθεί κοντά του, να μοιραστεί μαζί σου την οικειότητα που έχετε χτίσει όλα αυτά τα χρόνια. Υπάρχει ιστορία, εμπιστοσύνη, τρυφερότητα.»
Έπειτα γύρισε προς τη φίλη της. «Τι γίνεται όμως όταν δεν υπάρχει έρωτας; Όταν υπάρχει μόνο έλξη, περιέργεια, επιθυμία; Όταν δύο άνθρωποι θέλουν απλώς να γνωριστούν πιο κοντά, χωρίς να υπόσχονται ο ένας στον άλλον τίποτα περισσότερο; Μπορεί κι αυτό να έχει τη δική του αξία, αρκεί να υπάρχει αμοιβαιότητα και να ξέρει ο καθένας τι θέλει.»
Χαμογέλασε αμήχανα. «Έχω άδικο; Πες μου, σε παρακαλώ. Έχω άδικο;»
Η Ελπινίκη την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να απαντήσει. Για πρώτη φορά εκείνο το πρωινό, η κουβέντα τους είχε πάψει να είναι απλώς ένα παιχνίδι μεταξύ δύο φίλων. Είχε γίνει ένα ερώτημα που ζητούσε πραγματική απάντηση.
«Μωρή φιλενάδα, γι’ αυτό φόρεσες αυτό το καημένο το φόρεμα; Πώς να κρύψει τα κάλλη σου; Έτσι και ξεκουμπώσεις ένα κουμπί πάνω κι ένα κάτω, είσαι έτοιμη για κανονική… μπουρδελότσαρκα! Στη Φυλής πρέπει να πάμε για ψώνια τότε και όχι στο εμπορικό κέντρο!»
Η Ελπινίκη το είπε γελώντας, σε εκείνο το προσχηματικά αυστηρό, ειρωνικό ύφος που χρησιμοποιούν δύο πολύ καλές φίλες όταν θέλουν να πειράξουν η μία την άλλη. Το υπονοούμενο, πάντως, ήταν σαφές: το φόρεμα της Εριφύλης ήταν αρκετά αποκαλυπτικό ώστε να τραβά τα βλέμματα.
Η Εριφύλη χαμογέλασε και κοίταξε τα κουμπιά του φορέματος της. «Εσύ τι λες; Να μην τα ξεκουμπώσω; Θα θεωρηθεί ακραία αποκαλυπτική εμφάνιση, κατά τα κοινώς λεγόμενα; Κι εγώ, λες, θα δείχνω… ξέκωλο;»
Η Ελπινίκη γέλασε. «Το πώς θα σε κρίνουν οι άλλοι είναι υποκειμενικό και εξαρτάται από το κοινωνικό πλαίσιο. Η μάνα μου, πάντως, έλεγε μια κουβέντα που τη θυμάμαι πάντα: Η γυναίκα η αρχοντική, κι ένα σακί να της ρίξεις πάνω, θα λάμψει.»
Έριξε μια ματιά στη φίλη της από πάνω μέχρι κάτω. «Κι εσύ, κοπέλα μου, φοράς αυτό το φόρεμα και το υποστηρίζεις μια χαρά. Αν κρίνω μάλιστα από τα επιδοκιμαστικά βλέμματα και τα σχόλια που ακούς συνήθως όταν περνάς, γίνεται ολόκληρη αναστάτωση!»
Η Εριφύλη σήκωσε τα φρύδια. «Και τι αναρωτιέσαι δηλαδή;»
«Αναρωτιέμαι πόσοι άντρες σε κοιτάζουν και φτιάχνουν στο μυαλό τους τις δικές τους φαντασιώσεις.»
«Α, μάλιστα!»
«Ε, τι να κάνουμε; Η εμφάνισή σου προκαλεί εντυπώσεις.»
Η Εριφύλη γέλασε και κούνησε το κεφάλι. «Τι το αναρωτιέσαι, αγάπη μου; Αυτή την εποχή έχουμε καταντήσει δυο γεροντοκόρες με τα γιούλια και τα γιασεμιά μας να έχουν μαραθεί!»
Έκανε μια θεατρική παύση και πρόσθεσε, γελώντας: «Γι’ αυτό λέω κι εγώ να βρούμε κανέναν άντρα να μας ξαναθυμίσει πως είμαστε γυναίκες, μπας και ξαναμπεί λίγο φως και αέρας στη ζωή μας!»
Η Ελπινίκη ξέσπασε στα γέλια. «Και τι άντρα θα ήθελες δηλαδή;»
«Κάποιον σαν τον Δία!» απάντησε η Εριφύλη χωρίς δεύτερη σκέψη. «Μόνο που, αυτή τη φορά, ας μη χρειαστεί να μεταμορφωθεί σε ταύρο για να πλησιάσει την Ευρώπη!»
Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν και γέλασαν δυνατά. Η κουβέντα τους είχε ξεφύγει πια από τα όρια μιας απλής πλάκας. Κάτω από τα αστεία και τις υπερβολές υπήρχε κάτι αληθινό: η ανάγκη τους να ξανααισθανθούν ζωντανές, επιθυμητές και ελεύθερες, έστω και για λίγες ώρες.
Η Ελπινίκη, ακούγοντας την απρόσμενη απάντηση της φίλης της, άνοιξε το στόμα με έκπληξη. Η έκφρασή της τα έλεγε όλα· είχε μείνει κυριολεκτικά άφωνη.
Η Εριφύλη, όμως, απτόητη, συνέχισε σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα.
Η Ελπινίκη γνώριζε καλά πως η φαντασία της Εριφύλης ήταν ατελείωτη, ανεξάντλητη και, κυρίως, ακατάπαυστα παραγωγική. Δεν τελείωνε ποτέ. Συνέχεια γεννούσε καινούργιες ιδέες, εικόνες, σενάρια και ιστορίες, πολλές φορές τόσο απρόβλεπτα, ώστε η φίλη της είχε πάψει προ πολλού να εκπλήσσεται.
Εκείνη τη στιγμή, πάντως, η πραγματικότητα του δρόμου επέστρεψε βίαια να τις προσγειώσει. Η κίνηση στους δρόμους της πόλης ήταν και πάλι αφόρητη. Ένα τροχαίο, στο ύψος της Λεωφόρου Κηφισίας, είχε δημιουργήσει τεράστιο μποτιλιάρισμα και χιλιόμετρα ουράς αυτοκινήτων. Τα οχήματα προχωρούσαν αργά, σχεδόν νωχελικά, σαν να είχαν συνεννοηθεί όλοι μαζί να τους χαλάσουν τη διάθεση και να τους καθυστερήσουν.
Η Εριφύλη, με το βλέμμα της να περιπλανιέται για λίγο στα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, γύρισε προς την Ελπινίκη. Στα μάτια της είχε ήδη εμφανιστεί εκείνη η χαρακτηριστική λάμψη της περιέργειας.
«Να σε ρωτήσω, ρε φιλενάδα…» είπε.
Η Ελπινίκη την κοίταξε επιφυλακτικά. «Τι;»
«Με εκείνον τον «ηλίθιο» τον δάσκαλο στο σχολείο των παιδιών σου, που μου έλεγες ότι σου την έπεφτε και στα έριχνε χωρίς κανένα πρόσχημα… πάει καιρός που δεν μου έχεις αναφέρει τίποτα.»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε αμήχανα.
Η Εριφύλη επέμεινε.
«Πώς τον διαχειρίστηκες τελικά; Κατάφερες να τον απομακρύνεις ώστε να μη σε ενοχλεί;»
Η ερώτηση έμεινε για λίγο ανάμεσά τους, ενώ μπροστά τους η ατελείωτη σειρά των αυτοκινήτων μόλις που μετακινήθηκε λίγα μέτρα.
Η Ελπινίκη έριξε μια ματιά στον καθρέφτη, ύστερα γύρισε προς τη φίλη της.
«Α, αυτόν λες…» Και από τον τρόπο που το είπε, η Εριφύλη κατάλαβε αμέσως πως υπήρχε ιστορία πίσω από αυτή τη μικρή φράση.
«Πώς και έτσι ξαφνικά τον θυμήθηκες;» είπε η Ελπινίκη. «Η αλήθεια είναι πως υπάρχει πλέον μια κανονικότατη αποστρατικοποιημένη ζώνη μεταξύ μας!»
Χαμογέλασε για λίγο και ύστερα σοβάρεψε. «Τελικά αποδείχθηκε πως είναι ένας αρκετά τοξικός άνθρωπος, με έντονες ναρκισσιστικές τάσεις. Παντρεμένος, με παιδί και με την πεποίθηση πως είναι μεγάλος εραστής. Στον περίγυρο του σχολείου μάλιστα ψιθυρίζεται πως η σχέση του με τη γυναίκα του έχει ουσιαστικά τελειώσει. Στην αρχή, όμως, τα γελάκια του και τα δήθεν αθώα πειράγματα του δεν ήταν τόσο εμφανή. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν πραγματικά με φλέρταρε ή αν ήταν απλώς το ενδιαφέρον ενός δασκάλου που ήθελε να βοηθήσει το παιδί μου, που μόλις είχε ξεκινήσει στο σχολείο.»
«Και στην αρχή το εκτιμούσες;»
«Πολύ. Και δεν σου το κρύβω. Το ενδιαφέρον του για τη σχολική πρόοδο του παιδιού με ευχαριστούσε. Ένιωθα πως ασχολείται πραγματικά και ήθελε να βοηθήσει. Όλα όμως άλλαξαν όταν άρχισε να με πλησιάζει με διαφορετικό τρόπο και να περιμένει από εμένα πράγματα που δεν του είχα δώσει κανένα δικαίωμα να ζητά.»
Η Ελπινίκη σταμάτησε για λίγο, σαν να ξαναθυμόταν την ιστορία. «Τελικά κατάλαβα πως ο απώτερος σκοπός του ήταν να γίνει εραστής μου. Το ενδιαφέρον του εξελίχθηκε σε ξεκάθαρο ερωτικό φλερτ, μόνο που ο τρόπος του ήταν άγαρμπος και σύντομα άρχισαν οι ανεπιθύμητες σεξουαλικές κρούσεις. Δεν άργησε να μου εκφράσει ανοιχτά την επιθυμία του να έχουμε σχέση και να μοιραστώ μαζί του τις προσωπικές του φαντασιώσεις.» Έκανε μια μικρή παύση. «Κατάλαβες; Στο μυαλό του, προφανώς, ήμουν η νεαρή γυναίκα ενός ναυτικού, σε μια ηλικία που θεωρούσε ότι υπάρχει έντονη σεξουαλική ανάγκη, με τον άντρα της να λείπει για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Είμαι σχεδόν βέβαιη πως πίστευε ότι αυτό με έκανε εύκολη περίπτωση για μια ερωτική περιπέτεια, χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις.»
Η φωνή της έγινε πιο αυστηρή. «Και αυτό ακριβώς ήταν που με εξόργισε. Το ότι με είχε ήδη κατατάξει στο μυαλό του ως “εύκολη”. Κάποια στιγμή πραγματικά χρειάστηκε να συγκρατηθώ για να μην του φέρω καμιά τσάντα των παιδιών στο κεφάλι!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Και τι έκανες τελικά;»
«Του έθεσα, ορθά και κοφτά, τα όριά μου. Του εξήγησα πως εγώ αποφασίζω ποιος μπορεί να με πλησιάσει, ποιος μπορεί να με αγγίξει, σε ποιον βαθμό και με ποιον τρόπο. Αν κάποιος με αγγίξει χωρίς τη συγκατάθεσή μου ή πλησιάσει περισσότερο απ’ όσο αισθάνομαι άνετα, τότε παραβιάζει τα όριά μου. Και αυτά τα όρια περιλαμβάνουν την ιδιωτικότητα μου, την προσωπική μου ζωή και, φυσικά, τις ερωτικές μου επιλογές.»
Χαμογέλασε ελαφρά. «Κατάλαβε ότι απέναντί του υπήρχε ένας πολύ μεγάλος και αδιαπέραστος φράκτης και… συμμαζεύτηκε. Από τότε κράτησε αποστάσεις. Ευτυχώς, λοιπόν, το ανεπιθύμητο φλερτ τελείωσε χωρίς άλλες παρενέργειες.»
«Και λες πως τον λυπάσαι;» ρώτησε η Εριφύλη.
«Κατά βάθος, ναι.»
Η Εριφύλη κούνησε το κεφάλι της. «Δεν βλέπω τον λόγο. Πρέπει να σου πω ότι εδώ δεν συμφωνώ καθόλου μαζί σου. Δεν καταλαβαίνω γιατί να λυπάσαι έναν άνθρωπο που δεν σεβάστηκε εξαρχής τα όριά σου.»
Η Ελπινίκη αναστέναξε. «Μωρέ, ένα δίκιο το έχεις. Μου προκαλούσε προσβολή και δυσφορία. Ευτυχώς, όμως, κατάλαβε και σταμάτησε. Κι έτσι έληξε εκεί.»
Έμεινε για λίγο σιωπηλή και κοίταξε έξω από το παράθυρο, την αργή κίνηση των αυτοκινήτων.
«Αλλά, φιλενάδα… εδώ που τα λέμε, μπορεί οι περισσότεροι να μην το λένε ανοιχτά, από ευγένεια ή επειδή ξέρουν πως δεν είναι σωστό, όμως νομίζω πως υπάρχει ένα στερεότυπο γύρω από εμάς τις γυναίκες των ναυτικών. Πολλοί θεωρούν πως, επειδή οι άντρες μας απουσιάζουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα, η ερωτική μας ζωή είναι αναγκαστικά προβληματική. Και από εκεί μέχρι την επόμενη σκέψη η απόσταση είναι μικρή: ότι, δηλαδή, κάποια στιγμή θα αναζητήσουμε αλλού έναν τρόπο να ξεφύγουμε από τη μοναξιά μας και να βρούμε ερωτική συντροφιά.»
Η Εριφύλη την κοίταξε σκεπτική. «Δηλαδή, στο μυαλό τους η απουσία του άντρα γίνεται σχεδόν αυτόματα… πρόσκληση για τον επόμενο.»
«Ακριβώς.»
«Και αυτό είναι που με ενοχλεί περισσότερο», πρόσθεσε η Ελπινίκη. «Όχι μόνο επειδή είναι άδικο. Αλλά επειδή μετατρέπει μια πραγματική δυσκολία της ζωής μας σε προκατάληψη για τον χαρακτήρα μας.»
Το αυτοκίνητο προχώρησε μερικά μέτρα μέσα στο μποτιλιάρισμα. Και οι δύο γυναίκες σώπασαν για λίγο, καθώς η κουβέντα είχε πλέον φύγει από το επίπεδο του αστείου και είχε αγγίξει κάτι πολύ πιο βαθύ: όχι το τι κάνουν οι γυναίκες των ναυτικών, αλλά το τι περιμένει η κοινωνία ότι θα κάνουν.
«Εσύ, για πες μου;» ρώτησε η Ελπινίκη.
«Τι εγώ; Τι θέλεις να σου πω;» απάντησε η Εριφύλη, εμφανώς σαστισμένη.
Η Ελπινίκη χαμογέλασε πονηρά.
«Έλα τώρα! Για πες μου εσύ πώς τα καταφέρνεις με τον γείτονά σου, τον ταξιτζή, που το γνωρίζουν μέχρι και τα πεζοδρόμια ότι το παίζει γκόμενος. Μην μου πεις πως σε σένα δεν τα ’χει ρίξει!»
Η Εριφύλη ξέσπασε στα γέλια. «Ααα… λες γι’ αυτόν τον λιγούρη; Αυτός, φιλενάδα, έχει στο μάτι του κανονικό ραντάρ. Πιάνει οτιδήποτε θηλυκό κινείται μέσα στο οπτικό του πεδίο!»
«Τόσο πολύ;»
«Ακόμη περισσότερο! Φλερτάρει απροκάλυπτα και ρίχνει δίχτυα όπου βρει πρόσφορο έδαφος. Νομίζω πως, αν δει φωτογραφία με γυναικεία κάλλη, θα προσπαθήσει να φλερτάρει και με τη φωτογραφία!»
Η Ελπινίκη γέλασε. «Και τι έχει καταλάβει για τον εαυτό του;»
«Αυτό είναι το καλύτερο!» απάντησε η Εριφύλη. «Πιστεύει πως όλες οι γυναίκες κυκλοφορούν με τη λέξη «διαθέσιμη» γραμμένη στο μέτωπο. Και στο δικό του, αντί για κανονικό όνομα, έχει γράψει με ανεξίτηλο μαρκαδόρο: «Θέλω να σε γαμήσω!»»
«Καλά, εσύ δεν τον έχεις βάλει στη θέση του;»
«Μα τι να συζητήσουμε με έναν τέτοιο τύπο;» είπε η Εριφύλη σηκώνοντας τους ώμους. «Όλα έχουν ένα μέτρο. Άλλο το φλερτ, άλλο η ευγένεια κι άλλο να νομίζεις πως κάθε γυναίκα που σε κοιτάζει τυχαία σου κάνει πρόσκληση!»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε. «Δηλαδή ούτε εσύ γλίτωσες από το… ραντάρ του;»
«Καλέ, αυτός δεν αφήνει κανέναν να γλιτώσει! Το θέμα είναι να ξέρεις εσύ πότε το παιχνίδι σταματά και πότε αρχίζει η ενόχληση.»
Και οι δύο γυναίκες γέλασαν, καθώς το αυτοκίνητο προχωρούσε αργά μέσα στην κίνηση.
«Δηλαδή, θες να πιστέψω ότι δεν σου την έχει πέσει κανένας; Ότι για σένα δεν ισχύει αυτό που λένε πως, επειδή είσαι γυναίκα ναυτικού, το κέρατο οι γυναίκες των ναυτικών το έχουν για… σπορ; Και στ’ αλήθεια πιστεύεις πως το «γάμησε με» που, όπως λένε, είναι γραμμένο στο κούτελο κάθε γυναίκας ναυτικού έχει σβήσει και σε προσεγγίζουν πάντα φιλικά οι άνδρες; Όχι γκομενικά, επειδή τάχα πιστεύουν πως στο σινάφι μας το κέρατο πάει σύννεφο;»
«Ο άνδρας ο σωστός, αγάπη μου, είναι αθόρυβος. Μέσα από το χαμογελαστό πρόσωπο και την ευγενική του ομιλία, αφήνει να φανεί ένα βλέμμα γεμάτο ενδιαφέρον για σένα, σαν να σου λέει: “Πώς ήταν η μέρα σου, ευγενική μου κυρία;” Όχι όμως με τρόπο επιθετικό, που θα τον καρφώσει αμέσως. Με τρόπο διακριτικό και έξυπνο χτίζει σιγά σιγά μια υπόγεια οικειότητα. Κερδίζει έδαφος χωρίς να βιάζεται. Ξέρει τι θέλει μια παντρεμένη γυναίκα που είναι συχνά μόνη και της λείπει η συντροφιά, η τρυφερότητα, η επαφή. Κι εκείνος, χαλαρός και ακομπλεξάριστος, ξέρει να ελίσσεται ανάλογα με τις περιστάσεις, ώστε να σε κάνει να νιώσεις άνετα, ασφαλής και πως μαζί του δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα. Δεν θα σου πει «εμπιστεύσου με». Άλλωστε, το έχεις ακούσει τόσες φορές, που πια δεν έχει καμία αξία. Θα σου το δείξει όμως με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του. Θα σου αφήσει να καταλάβεις πως μπορείς να τον εμπιστευτείς και πως είναι έτοιμος να σε παρασύρει σε μια περιπέτεια χωρίς δεσμεύσεις, μια περιπέτεια που θα ξυπνήσει επιθυμίες και φαντασιώσεις που ίσως κρατάς κρυμμένες εδώ και καιρό και θα σου χαρίσει στιγμές πάθους που δεν θα ξεχάσεις εύκολα. Τα λέω σωστά;»
Η Εριφύλη τα έλεγε αυτά σκασμένη στα γέλια, με εκείνο το ασταμάτητο κελάηδημά της, σαν τσίχλα που είχε ξεφύγει από τ’ αμπέλια.
«Φιλενάδα, πέτυχες ένα τέτοιο ανέλπιστο εύρημα, με τόσα αμέτρητα χαρίσματα, και τον άφησες να τον χαίρεται άλλη; Είσαι με τα σωστά σου;» κακάρισε η Ελπινίκη σαν κότα, ξεσπώντας κι εκείνη στα γέλια.
«Ε, πια εσύ με τις ερωτήσεις σου! Δεν θεωρώ απαραίτητη μια ανδρική παρουσία στη ζωή μου όταν απουσιάζει ο κούκλος μου.»
«Α, μάλιστα…» μουρμούρισε η Ελπινίκη, με ένα πονηρό χαμόγελο. «Δηλαδή, ο κούκλος σου εξακολουθεί να καλύπτει όλες τις θέσεις εργασίας!»
Η Εριφύλη γύρισε και την κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που προμήνυε καινούργιο γύρο πειραγμάτων.
«Ακριβώς. Και μάλιστα χωρίς να ζητάει υπερωρίες!»
«Έλα τώρα, δεν είναι ανάγκη να κρύβεσαι κι από μένα!» της είπε γελώντας η Ελπινίκη. «Εγώ θυμάμαι τον περασμένο μήνα, τότε που πήγαμε στο κολυμβητήριο για να προσκομίσουμε τα απαραίτητα ιατρικά πιστοποιητικά υγείας των μικρών μας. Φορούσες εκείνο το στενό παντελόνι που τόνιζε τη σιλουέτα σου και το ανοιχτό ντεκολτέ σου δεν άφηνε και πολλά στη φαντασία. Ο αθλητίατρος, που ήταν πράγματι ένας κούκλος, σε κοιτούσε σαν να είχε ξεχάσει για ποιο λόγο βρισκόσουν εκεί. Σε εξερευνούσε με το βλέμμα του, φανερά γοητευμένος. Δεν χρειάστηκε και πολλή παρατηρητικότητα για να καταλάβεις πως η παρουσία σου τον είχε αναστατώσει.»
«Τι θέλεις και το σκαλίζεις τώρα;» απάντησε η Εριφύλη, προσπαθώντας να κρατήσει σοβαρό ύφος. «Αφού δεν είχε το θάρρος, σαν άνδρας, να ξεπεράσει τους δισταγμούς του και να μου δείξει καθαρά τη συμπάθειά του, να με φλερτάρει έστω διακριτικά ή να μου προτείνει να περάσω από το γραφείο του για να συζητήσουμε, τότε τι νόημα έχει να το αναλύουμε τώρα που πέρασε;»
«Μάλλον δεν ήταν η τυχερή σου μέρα, αγάπη μου!» είπε η Ελπινίκη γελώντας. «Ειδικά αυτές οι… δουλειές θέλουν διακριτικότητα, τακτ και, πάνω απ’ όλα, υπομονή. Δεν γίνονται όλα με τη μία. Θέλει τέχνη το πράγμα!»
Η Εριφύλη την κοίταξε για μια στιγμή με μισό χαμόγελο. «Εσύ, πάντως, βλέπω πως έχεις κάνει ολόκληρο σεμινάριο πάνω στο αντικείμενο!»
«Ε, κάποιος πρέπει να σε μορφώσει κι εσένα!» απάντησε η Ελπινίκη και ξέσπασαν πάλι στα γέλια.
«Έχεις δίκιο, Ελπινίκη μου, αλλά άμα η γυναίκα είμαι γκαντέμης! Μ’ αφήνει η ζωή να σηκώσω κεφάλι; Όχι! Γι’ αυτό σου λέω, άστο να πάει να γαμηθεί. Πότε ήμουν εγώ τυχερή, ρε γαμώτο;»
«Όχι, άστο να πάει! Όχι δα!» αντιγύρισε η Ελπινίκη, γελώντας. «Τα ήθελε κι εσένα ο κώλος σου! Το κατάλαβα εγώ ότι, με την άκρη του ματιού σου, είχες καρφωθεί με ενδιαφέρον πάνω του. Και δεν μου λες πως ήταν τυχαίο εκείνο με τα κλειδιά! Κάποια στιγμή σου έπεσαν από τα δάχτυλα, έσκυψες μπροστά του και, με μια κίνηση που μόνο αθώα δεν ήταν, του έδωσες όλο τον χρόνο να απολαύσει το θέαμα. Τα μάζευες αργά, νωχελικά, τάχα διακριτικά, μέχρι που τα έβαλες στην τσάντα σου. Όπως καταλαβαίνεις, ο άνθρωπος τα έχασε! Σε κοίταζε αποσβολωμένος, προσπαθώντας να κρατήσει την ψυχραιμία του. Κι εσύ, με εκείνο το δήθεν αθώο ύφος σου, περίμενες να δεις μέχρι πού θα το πήγαινε. Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις!»
Η Εριφύλη χαμογέλασε, κατεβάζοντας για λίγο το βλέμμα. «Γιατί κι εγώ, τι νομίζεις;» είπε χαμηλόφωνα. «Είχα κι εγώ τις δικές μου σκέψεις εκείνη τη στιγμή. Και, για να σου πω την αλήθεια, με ξάφνιασε πόσο γρήγορα μπορούσε μια τόσο ασήμαντη κίνηση να γεννήσει ολόκληρη ιστορία μέσα στο μυαλό μου.»
«Α, τώρα αρχίζουμε να μιλάμε σωστά!» πετάχτηκε η Ελπινίκη. «Γιατί, όσο αθώα κι αν έδειχνες, εγώ σε είδα. Περίμενες να δεις πώς θα εξελισσόταν η κατάσταση. Ήθελες να πάρει εκείνος την πρωτοβουλία, να κάνει το πρώτο βήμα. Κι εσύ συνέχιζες το θέατρο μέχρι να βεβαιωθείς ότι είχες καταλάβει σωστά τα σημάδια. Έτσι δεν είναι;»
Η Εριφύλη την κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που πρόδιδε πως η φίλη της είχε αγγίξει… ευαίσθητο σημείο. «Μπορεί…» είπε τελικά.
«Μπορεί;» επανέλαβε η Ελπινίκη. «Εσύ, φιλενάδα μου, είσαι ολόκληρη επιστήμη!»
«Φιλενάδα, βρίσκεις πως έχω ταλέντο δηλαδή; Ακόμη κι όταν είμαι ντυμένη, μπορώ να προκαλώ το ενδιαφέρον των αντρών;»
«Έχεις γενικότερα ταλέντα. Αυτό το αναγνωρίζω!» είπε η Ελπινίκη με ύφος περισπούδαστης ειδικού. Έχεις εκείνο το κάτι που κάνει τους άντρες να σε προσέχουν. Καιρός, λοιπόν, να αποκαλύψεις μερικά από τα ταλέντα και τις κρυμμένες δεξιότητές σου. Και, κυρίως, να μη νιώθεις άβολα με το σώμα σου. Να το χαίρεσαι και να μην προσπαθείς να το κρύψεις κάτω από ρούχα και ανασφάλειες. Να δείχνεις άνετη.»
«Πόσο άνετη να δείχνω πια;!» έκανε η Εριφύλη, γελώντας.
«Τόσο ώστε να νιώθεις εσύ καλά. Να έχεις άνεση με το σώμα σου και να μη φοβάσαι να αφήσεις να φανεί η θηλυκότητα σου. Άλλο αυτό κι άλλο να προσπαθείς να τραβήξεις την προσοχή με το ζόρι.»
Η Εριφύλη την κοίταξε με ύφος δήθεν αθώο. «Δηλαδή συμφωνείς; Να τα ξεκουμπώσω τα κουμπιά;»
Η Ελπινίκη έβαλε τα γέλια.
«Εριφύλη, συμμαζέψου! Δεν είπαμε ν’ ανοίξουμε και το μαγαζί στο κοινό!»
«Ε, τότε να μου το πεις ξεκάθαρα. Γιατί με μπερδεύεις με τα μαθήματα περί αυτοπεποίθησης!»
«Η αυτοπεποίθηση, κυρία μου, δεν μετριέται σε κουμπιά!»
«Κρίμα…» μουρμούρισε η Εριφύλη, προσποιούμενη την απογοητευμένη.
Και οι δυο γυναίκες ξέσπασαν πάλι στα γέλια, ενώ το αυτοκίνητο προχωρούσε αργά μέσα στην ατελείωτη ουρά της κίνησης.
Αφήνοντας το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ του εμπορικού κέντρου, οι δυο όμορφες κυρίες, χαλαρές σαν έφηβες και ιδιαίτερα χαμογελαστές, πιάστηκαν αγκαζέ και πήραν τον δρόμο ανάμεσα στα καταστήματα. Καθώς οι δυο φίλες περπατούσαν πλάι πλάι προς την είσοδο του εμπορικού κέντρου, δεν χρειάστηκε να κάνουν τίποτε ιδιαίτερο. Τα βλέμματα ήρθαν μόνα τους.
Η Ελπινίκη το αντιλήφθηκε πρώτη. Έριξε μια πλάγια ματιά στην Εριφύλη.
Η Εριφύλη χαμογέλασε. Και οι δυο τους συνέχισαν τον δρόμο τους σαν να μην είχε συμβεί τίποτε.
Άλλωστε, η σημερινή ημέρα ήταν δική τους. Και η «τσάρκα» μόλις ξεκινούσε.
Περπάτησαν στους φωτεινούς διαδρόμους, χαζεύοντας τις βιτρίνες, σχολιάζοντας ρούχα, παπούτσια και αξεσουάρ, και απολαμβάνοντας τη μικρή τους απόδραση από την καθημερινότητα.
Όταν ολοκλήρωσαν τα απαραίτητα, και μερικά όχι και τόσο απαραίτητα ψώνια τους, αποφάσισαν να καθίσουν για ένα όμορφο μεσημεριανό γεύμα. Η ώρα είχε προχωρήσει αρκετά και διάλεξαν ένα ιδιαίτερα δημοφιλές μπαρ-εστιατόριο, γνωστό κυρίως στις νεότερες ηλικίες.
Το μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο. Στη μπροστινή σάλα κάθονταν μόνο τρία-τέσσερα ζευγάρια, κι έτσι δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου να βρουν τραπέζι. Διάλεξαν μια ήσυχη γωνιά στο βάθος του εστιατορίου, μακριά από τους υπόλοιπους πελάτες, όπου μπορούσαν να απολαύσουν το γεύμα τους με την άνεση και την ιδιωτικότητα που επιζητούσαν.Το γεύμα ήταν ελαφρύ, μεσημεριανό αλλά εξαιρετικά γευστικό, και συνοδεύτηκε από ένα δροσερό ελαφρύ κοκτέιλ. Τώρα, έχοντας αφήσει πίσω τους την κούραση της πολύωρης βόλτας, απολάμβαναν χαλαρά το δροσιστικό κοκτέιλ.
Η διάθεσή τους είχε ανέβει αισθητά. Τους είχε λυθεί η γλώσσα ,όχι πως μέχρι τότε ήταν ιδιαίτερα δεμένη και η κουβέντα κυλούσε ασταμάτητα. Μιλούσαν, γελούσαν, διέκοπταν η μία την άλλη και ξανάρχιζαν από εκεί που είχαν σταματήσει, σαν πρωινές τσίχλες μέσα στ’ ασημένια φυλλώματα.
Ήταν από εκείνες τις σπάνιες ώρες που δύο φίλες δεν χρειάζονται κανέναν άλλο γύρω τους. Μόνο ένα τραπέζι, δυο ποτήρια, λίγος χρόνος και η αίσθηση πως, έστω για ένα απόγευμα, ο κόσμος μπορούσε να περιμένει.
«Άπαπα! Πανάθεμα σε! Τι χουνέρι έκανες στον υπάλληλο εκεί, στο κατάστημα με τις γόβες!» είπε η Ελπινίκη στην Εριφύλη, ξεσπώντας στα γέλια.
«Εγώ; Τι του έκανα;» έκανε εκείνη με ύφος δήθεν αθώο.
«Τι έκανες, χρυσή μου; Τι του έδειξες, θέλεις να πεις! Όταν δοκίμαζες τις γόβες, ο άνθρωπος είχε γονατίσει μπροστά σου για να σε βοηθήσει. Κι εσύ, χαλαρή και άνετη, άνοιξες λίγο τα πόδια για να δοκιμάσεις καλύτερα τα παπούτσια και του έδωσες ένα θέαμα που θύμιζε σκηνή από το Βασικό Ένστικτο!»
Η Εριφύλη χαμογέλασε πονηρά, χωρίς να απαντήσει.
«Κι εκείνος, ο καημένος, προσπαθούσε να κρατήσει τα μάτια του στη δουλειά του, αλλά κάθε φορά που άλλαζες στάση για να δοκιμάσεις τη γόβα, τον έβλεπα να χάνει και λίγο περισσότερο την ψυχραιμία του. Από σαράντα κύματα τον πέρασες και δεν ξέρω πόσες καρδιακές προσβολές του προκάλεσες μέχρι να τελειώσεις!»
«Υπερβολική, όπως πάντα!»
«Καθόλου! Τον λυπήθηκα, να σου πω την αλήθεια, όταν στο τέλος σήκωσες τα μάτια σου στο πρόσωπό του. Εκεί κατάλαβε πως είχες προσέξει πού κοιτούσε τόση ώρα. Και το βλέμμα σου… αχ, αυτό το βλέμμα σου! Έλεγε ξεκάθαρα. Ξέρω ότι με κοιτάς και ξέρω ότι σου αρέσει. Εκεί, φιλενάδα, του έκοψες την καρδιά με μπαλτά!»
Η Εριφύλη γέλασε και σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Τουλάχιστον τις αγόρασα… Οπότε, αν το καλοσκεφτείς, συνδυάσαμε αμφότεροι το τερπνόν μετά του ωφελίμου!»
«Α, μάλιστα!» είπε η Ελπινίκη. «Εσύ δεν κάνεις ψώνια. Κάνεις κοινωνικό έργο!»
Και οι δυο γυναίκες ξέσπασαν ξανά στα γέλια.
Εκείνη την ώρα έκανε την είσοδό του στο μπιστρό ένας γοητευτικός άνδρας, με ιδιαίτερο στιλ και έντονη παρουσία. Η Ελπινίκη, που είχε οπτική επαφή με την είσοδο, τον πρόσεξε πρώτη.
«Φιλενάδα, έρχεται στο διπλανό τραπέζι! Ακριβώς δίπλα σου!» ψιθύρισε.
Η Εριφύλη, ξαφνιασμένη, γύρισε αμέσως προς την άλλη πλευρά.
«Τι είναι; Έρχεται; Ποιος έρχεται;» ρώτησε με απορία.
Και τότε τον είδε.
«Δεν θα το πιστέψεις…» της ψιθύρισε η Ελπινίκη, σκύβοντας λίγο προς το μέρος της. «Είναι ίδιος μ’ εκείνον τον ηθοποιό που κάποτε είχε γίνει ολόκληρος ντόρος γύρω από την εμφάνισή του.»
Η Εριφύλη τον παρατήρησε καθώς πλησίαζε και τελικά καθόταν σχεδόν δίπλα τους.
«Ρε Ελπινίκη! Φτυστός, αν μιλάμε για τον ίδιο! Πώς τον έλεγαν, να δεις… Έπαιζε σε μια ταινία έναν επιτυχημένο, γοητευτικό τριαντάρη, με έντονη ερωτική ζωή, όπου μάλιστα εμφανιζόταν και γυμνός.»
«Έχεις δίκιο. Ίδιος είναι! Εκείνος ο εργένης ηθοποιός που έλεγε πως αναζητούσε τον έρωτα της ζωής του. Λες κι αυτός εδώ να ψάχνει τον δικό του;» είπε η Ελπινίκη και χαμογέλασε πονηρά.
Έσκυψε ακόμη περισσότερο προς τη φίλη της και πρόσθεσε χαμηλόφωνα. «Και ποιος ξέρει… μπορεί να έχει και τα ίδια προσόντα! Ξέρεις τι έλεγαν τότε για τον ηθοποιό; Ότι μπορούσε να παίξει γκολφ με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη!»
Η Εριφύλη την κοίταξε απορημένη. «Μωρή φιλενάδα… πώς;»
Η Ελπινίκη έβαλε τα γέλια. «Με… το ιδιαίτερο ταλέντο που είχε ο άνθρωπος!»
«Και πώς το έμαθες εσύ;»
«Θα σου πω!» απάντησε μυστηριωδώς, κοιτάζοντάς την με ύφος συνωμοτικό.
«Λοιπόν;»
«Τον είδα κάποτε γυμνό σε μια σκηνή στο μπάνιο. Και, πίστεψέ με, η φήμη δεν ήταν εντελώς αβάσιμη!»
«Ανάθεμά σε! Σήμερα δεν παίζεσαι, Ελπινίκη! Να ’σαι καλά, μ’ έκανες και γέλασα!»
Η Εριφύλη της έριξε ένα πονηρό βλέμμα. «Και τώρα, με τέτοια περιγραφή, θα μας βάλεις να κάνουμε και… επιτόπια έρευνα;»
Η Ελπινίκη συγκράτησε με δυσκολία τα γέλια της. «Εγώ πάντως, φιλενάδα, απλώς παρατηρώ. Η επιστημονική έρευνα απαιτεί ψυχραιμία!»
«Α, μάλιστα! Επιστημονική έρευνα…» μουρμούρισε η Εριφύλη, κρύβοντας το χαμόγελό της πίσω από το ποτήρι της.
Ο γοητευτικός άνδρας πέρασε δίπλα τους σε ελάχιστη απόσταση. Η Εριφύλη, παρασυρμένη από την παραστατική αφήγηση της Ελπινίκης και τα όσα της είχε προηγουμένως ψιθυρίσει για τον ιδιαίτερα προικισμένο ηθοποιό, ένιωσε το βλέμμα της να κατεβαίνει ασυναίσθητα για μια στιγμή. Ήταν αρκετό για να πυροδοτήσει τη φαντασία της. Ένα ξαφνικό ρίγος διέτρεξε το σώμα της. Οι εικόνες που είχε ήδη σχηματίσει στο μυαλό της μπλέχτηκαν με την παρουσία του άγνωστου άνδρα και οι σκέψεις της πήραν, για λίγο, τον δικό τους δρόμο. Ένιωσε τα μάγουλά της να ζεσταίνονται και χαμογέλασε αμήχανα, σαν να είχε συλληφθεί επ’ αυτοφώρω από την ίδια της τη φαντασία.
«Τι ηθοποιούς και πράσινα άλογα μου λες, ρε φιλενάδα!» ψιθύρισε στην Ελπινίκη. «Αυτός είναι πιο όμορφος κι από τον θεό Απόλλωνα που έχουμε στο μουσείο μας! Τυχερή η κοπέλα που τον αγκαλιάζει.»
Οι δυο φίλες κοιτάχτηκαν συνωμοτικά. Ύστερα έριξαν μια ματιά γύρω τους και τότε διαπίστωσαν πως οι παρέες στα διπλανά τραπέζια είχαν ήδη φύγει. Είχαν μείνει μόνες τους, στην άκρη της μεγάλης, παραλληλόγραμμης αίθουσας.
Ο άνδρας φαίνεται πως αντιλήφθηκε τα βλέμματά τους. Τις κοίταξε για μια στιγμή και ένα πλατύ, ευχαριστημένο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Χωρίς βιασύνη, κατευθύνθηκε προς τον γωνιακό καναπέ που βρισκόταν ακριβώς δίπλα τους και κάθισε στο πιο απόμερο και ήσυχο σημείο του μαγαζιού. Ήταν πλέον απέναντι και πολύ κοντά στις δύο φίλες.
Η Ελπινίκη και η Εριφύλη αντάλλαξαν άλλη μια γρήγορη ματιά. Έπειτα, καθεμιά προσποιήθηκε πως ασχολείται με το ποτήρι της, ενώ τα βλέμματά τους επέστρεφαν ξανά και ξανά προς τον άγνωστο.
Και πράγματι…Ήταν κούκλος. Κούκλος, όμως.
Από εκείνους τους άνδρες που συγκεντρώνουν πάνω τους, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, πολλά από τα χαρακτηριστικά που οι γυναίκες παρατηρούν με την πρώτη ματιά: ψηλός, καλοφτιαγμένος, με αρμονικά χαρακτηριστικά, προσεγμένη εμφάνιση και μια ήρεμη αυτοπεποίθηση που δεν χρειαζόταν επίδειξη.
Και το σημαντικότερο: είχε καταλάβει ότι τον κοιτούσαν. Το χαμόγελό του το έλεγε καθαρά.
Γύρω στα τριάντα του, με πλούσια, ανάκατα μαλλιά και τη χαρακτηριστική φιγούρα ενός μοναχικού, γοητευτικού τριαντάρη, τραβούσε τα βλέμματα των γυναικών που προσπερνούσε. Ένα γλυκό χαμόγελο συμπλήρωνε τη γοητεία του, εκείνη τη δύσκολα προσδιορίσιμη γοητεία στην οποία δεν είναι εύκολο να μείνει κανείς αδιάφορος. Με πέντε λέξεις: αρσενικό που δεν περνούσε απαρατήρητο. Και, όπως όλα έδειχναν, θα είχε γνωρίσει αρκετές επιτυχίες στις σχέσεις του με τις γυναίκες. Ακούμπησε απαλά το χρυσοκάστανο βλέμμα του πάνω στις δύο λαμπερές γυναικείες παρουσίες και άφησε για λίγο τον χρόνο να κυλήσει αργά. Στα χείλη του γεννήθηκε ένα στοχαστικό χαμόγελο. Τις παρατηρούσε διακριτικά και το πρόσωπό του έπαιρνε μια ανεπαίσθητη ροδαλή απόχρωση, καθώς οι σκέψεις του σχηματίζονταν αυθόρμητα. Άρχισε μια νοερή περιπλάνηση, σαν να χαρτογραφούσε με ενδιαφέρον τις δύο όμορφες γυναίκες που βρίσκονταν τόσο κοντά του. Είχε ιδιαίτερη αδυναμία στις όμορφες και προσεγμένες γυναίκες. Θεωρούσε πραγματικό Θηλυκό εκείνη που ήξερε με μαεστρία να αναδεικνύει τα δυνατά σημεία που της είχε χαρίσει η φύση, χωρίς να καταφεύγει στην υπερβολή.
Πρώτα το βλέμμα του στάθηκε στην Ελπινίκη. «Αυτή με το σινιέ ταγιέρ. Κλασική ομορφιά. Απόλυτη κοκέτα, πάντα στην τρίχα. Κομψή γυναίκα, που ξέρει πολύ καλά τι της ταιριάζει.»
Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη του, όταν το βλέμμα του μετακινήθηκε στην Εριφύλη. Και τότε συνέβη κάτι διαφορετικό.Τα μάτια τους συναντήθηκαν.
Για μια στιγμή ένιωσε εκείνον τον παράξενο ηλεκτρισμό που δεν εξηγείται εύκολα. Ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα, σαν να είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους ένα αόρατο νήμα.
Έλξη με την πρώτη ματιά. Την κοίταζε διακριτικά, απολαμβάνοντας τις λεπτές κινήσεις της και την αριστοκρατική της παρουσία. Ήταν μια κλασική εικόνα κομψοντυμένης γυναικείας ομορφιάς μέσα στο ρεστοράν. Τα καστανοκόκκινα, κυματιστά μαλλιά της έπεφταν με φυσικότητα γύρω από το πρόσωπό της και τόνιζαν τη ζεστή, σταρένια επιδερμίδα της. Τα τοξωτά φρύδια και οι μακριές βλεφαρίδες πλαισίωναν τα μάτια της, που λαμπύριζαν σαν πολύτιμα πετράδια μέσα σε χρυσαφένιο πλαίσιο. Η συμμετρία των χαρακτηριστικών της πρόδιδε μια ήρεμη αυτοπεποίθηση. Η καλοσχηματισμένη μύτη και τα καλοσχηματισμένα χείλη συμπλήρωναν ένα αρμονικό πρόσωπο, που κάτω από τη σοβαρότητά του έκρυβε μια αδιόρατη υπόνοια μυστηρίου. Κάτι που δεν λεγόταν. Κάτι που απλώς… υπονοούνταν.
Η έλξη που ένιωθε ήταν έντονη. Όχι μόνο για την ομορφιά της, αλλά κυρίως για εκείνη την ατίθαση ενέργεια που νόμιζε πως διέκρινε πίσω από την προσεγμένη εμφάνισή της.
«Γυναίκα αγριόμουνο…» ψιθύρισε σχεδόν ασυναίσθητα. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών του. «Πολύ όμορφη γυναίκα. Από εκείνες που μοιάζουν ήρεμες, αλλά κρύβουν μέσα τους φωτιά. Έχει κάτι ατίθασο. Κάτι που σε κάνει να θέλεις να την πλησιάσεις και να ανακαλύψεις τι πραγματικά κρύβεται πίσω από αυτή την elegant εμφάνιση.»
Το άρωμά της έφτανε ως εκείνον, ανακατεμένο με τη διακριτική φυσική της παρουσία, και η αίσθηση αυτή ενίσχυε ακόμη περισσότερο την έλξη. Σαν χείμαρρος τον παρέσυρε η γοητεία της. Δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτή τη γυναίκα. Κι όμως, μέσα σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα, η φαντασία του είχε αρχίσει να συμπληρώνει τα κενά με δικές της ιστορίες. Κι εκείνο το βλέμμα που αντάλλαξαν για δεύτερη φορά έκανε τη σκέψη του ακόμη πιο επίμονη: «Ποια είσαι, άραγε;»
Η Εριφύλη συνειδητοποίησε πως ο άνδρας που καθόταν απέναντί της, με τις παλάμες του ενωμένες πάνω στο τραπέζι, είχε καρφώσει το βλέμμα του πάνω της. Τα χρυσαφένια μάτια του βυθίστηκαν στα δικά της για μερικά ατέλειωτα δευτερόλεπτα, κι εκείνη ένιωσε πως την παρατηρούσε με μια άμεση, σχεδόν διεισδυτική περιέργεια. Είχε την παράξενη αίσθηση πως αυτός ο άνδρας μπορούσε να διακρίνει περισσότερα απ’ όσα θα ήθελε η ίδια να φανερώσει.
Της χαμογέλασε. Ένα απλό χαμόγελο, κι όμως αρκετό για να την κάνει να αναρωτηθεί αν πράγματι είχε συμβεί κάτι ανάμεσά τους ή αν το φανταζόταν. Ένιωσε εκείνη την ανεπαίσθητη ένταση και το ενδιαφέρον που εμφανίζονται χωρίς προειδοποίηση, σαν να είχε περάσει ξαφνικά σε μια διαφορετική διάσταση. Έμεινε να τον κοιτάζει κλεφτά, ενώ η καρδιά της χτυπούσε δυνατότερα στο στήθος της.
Θεέ μου… τι άντρας είναι αυτός! Και ήταν τόσο κοντά της.
Ελκυστικός. Αρρενωπός. Με εκείνη την ήρεμη αυτοπεποίθηση που έκανε την παρουσία του ακόμη πιο έντονη.
Κάποια στιγμή ένα φυλλάδιο γλίστρησε από το τραπέζι του και έπεσε στο πάτωμα. Εκείνος έσκυψε να το σηκώσει και η Εριφύλη, χωρίς να το πολυσκεφτεί, παρατήρησε τη γυμνασμένη κορμοστασιά του.
Το βλέμμα της έμεινε για μια στιγμή περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Αμέσως το απέσυρε.
«Τι κάνω τώρα;» σκέφτηκε.
Το πρόσωπό της ζεστάθηκε και μια αμηχανία την πλημμύρισε. Γύρισε απότομα αλλού και άρχισε να ψάχνει δήθεν κάτι μέσα στην τσάντα της, σαν να μπορούσε εκεί να κρυφτεί από τον ίδιο της τον εαυτό.
Ήταν ίσως ο πιο γοητευτικός άνδρας που είχε συναντήσει εδώ και πολύ καιρό. Και το παράξενο ήταν πως δεν ήταν μόνο η εμφάνισή του. Ήταν η επίδραση που είχε πάνω της. Κάτι μέσα της είχε ξυπνήσει απροσδόκητα, μια έντονη έλξη που δυσκολευόταν να αγνοήσει. Έκλεισε για λίγο τα μάτια της και προσπάθησε να συγκεντρωθεί σε κάτι άλλο.
Μάταια. Η φαντασία της, πεισματάρα, επέστρεφε ξανά σ’ εκείνον. Τον φανταζόταν κοντά της, σε μια πιο προσωπική στιγμή, και η ίδια ξαφνιαζόταν από την τόλμη των σκέψεων της.
Τι μου συμβαίνει;
Την προβλημάτιζε η δύναμη με την οποία αυτός ο άγνωστος άνδρας είχε εισβάλει στη σκέψη της. Μέσα σε λίγα λεπτά είχε καταφέρει να την κάνει να ενδώσει σε φαντασιώσεις που, μέχρι πριν από λίγο, δεν υπήρχαν καν στο μυαλό της. Και το πιο παράξενο απ’ όλα ήταν πως ένα μικρό, κρυφό κομμάτι του εαυτού της δεν ήθελε καθόλου να σταματήσει.
Ξαφνικά, μέσα στη σύγχυση των σκέψεών της, θυμήθηκε τις παλιές, σχεδόν ξεχασμένες συμβουλές της γιαγιάς της. «Οι αληθινές γυναίκες», της έλεγε από τότε που ήταν ακόμη κορίτσι, «πρέπει να είναι σπουδαίες ηθοποιοί». Η γιαγιά αντιμετώπιζε τον έρωτα σαν μια μεγάλη θεατρική σκηνή. Για εκείνη, κάθε γυναίκα έπρεπε να γνωρίζει πότε να εμφανίζεται, πότε να αποσύρεται, πότε να σιωπά και κυρίως πότε να αφήνει ένα βλέμμα να πει όσα δεν θα τολμούσε να πει μια ολόκληρη συζήτηση.
«Να κάνεις πρόβες», συνέχιζε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που θυμόταν ακόμη η Εριφύλη. «Όχι για να ξεγελάς τους άλλους, αλλά για να μάθεις να κυβερνάς τον εαυτό σου. Να ξέρεις τι δείχνεις και τι κρατάς για σένα». Και ύστερα ερχόταν η πιο παράξενη από όλες τις συμβουλές της: «Ποτέ δεν κοιτάζεις αμέσως έναν άγνωστο άνδρα στα μάτια. Άφησέ τον πρώτα να αναρωτηθεί αν τον έχεις προσέξει. Άφησέ τον να περιμένει. Κι όταν έρθει η σωστή στιγμή, του δίνεις ένα μόνο βλέμμα. Ένα. Αρκετό για να καταλάβει ότι η σιωπή σου δεν ήταν αδιαφορία».
Η γιαγιά της πίστευε πως το πρώτο βλέμμα ήταν ολόκληρη τελετουργία. Δεν έπρεπε να είναι ούτε βιαστικό ούτε παρακλητικό. Έπρεπε να έχει μέτρο, αυτοπεποίθηση και εκείνη τη λεπτή δόση μυστηρίου που αφήνει τον άλλον να συμπληρώσει μόνος του όσα δεν ειπώθηκαν.
«Και μετά», έλεγε, «φεύγεις σαν να μην συνέβη τίποτα».
Η Εριφύλη χαμογέλασε σχεδόν ανεπαίσθητα, καθώς θυμήθηκε τα λόγια της. Η γιαγιά της το έλεγε «η σκηνή της βασίλισσας». Όχι επειδή η γυναίκα έπρεπε να παίζει παιχνίδια εξουσίας, αλλά επειδή, όπως έλεγε, όποιος ξέρει την αξία του δεν χρειάζεται να κυνηγήσει τίποτε. Αφήνει χώρο στον άλλον να κάνει το επόμενο βήμα. Και τώρα, καθισμένη απέναντι από εκείνον τον άγνωστο άνδρα, η Εριφύλη αναρωτήθηκε αν, χωρίς να το καταλάβει, είχε μόλις βρεθεί μέσα σε μια τέτοια σκηνή.
Το βλέμμα του ήταν ακόμη εκεί. Εκείνη όμως δεν βιάστηκε να ανταποκριθεί. Για πρώτη φορά, τα λόγια της γιαγιάς της δεν της φάνηκαν τόσο μακρινά ή τόσο παλιομοδίτικα. Ίσως, σκέφτηκε, κάποια πράγματα να μην αλλάζουν ποτέ. Όχι επειδή υπάρχουν κανόνες στον έρωτα, αλλά επειδή η προσμονή, το μυστήριο και η επιλογή της στιγμής εξακολουθούν να έχουν τη δική τους δύναμη. Κι έτσι, αντί να του χαρίσει αμέσως το βλέμμα που περίμενε, χαμήλωσε τα μάτια της και άφησε ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο να περάσει από τα χείλη της.
Η παράσταση μόλις είχε αρχίσει. Αποφάσισε πως έπρεπε να αντισταθεί. Τώρα. Να σηκωθεί και να απομακρυνθεί, πριν η παράξενη έλξη που ένιωθε πάρει τη δική της ανεξέλεγκτη πορεία. Ένα λεπτό ακόμη απέναντί του και φοβόταν πως κάτι θα άλλαζε οριστικά μέσα της. Επιστράτευσε όλη της τη θέληση για να τραβήξει τα μάτια της από τα δικά του. Της ξέφυγε ένας βαθύς αναστεναγμός, σαν να ξυπνούσε μόλις από ένα όνειρο που είχε ξεχάσει πως ονειρευόταν. Για μια στιγμή, το βλέμμα της κατέβηκε ασυναίσθητα και σταμάτησε χαμηλότερα. Εκείνος το αντιλήφθηκε. Ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, όχι ειρωνικό, περισσότερο σαν μια σιωπηλή παραδοχή πως και οι δυο είχαν καταλάβει περισσότερα απ’ όσα θα παραδέχονταν.
Εκείνη έκανε πως δεν πρόσεξε τίποτε.
Κι εκείνος έκανε πως δεν πρόσεξε ότι εκείνη έκανε πως δεν πρόσεξε.
Αυτό το παράξενο παιχνίδι της σιωπής έκανε την ατμόσφαιρα ακόμη πιο ηλεκτρισμένη.
«Ξέρεις κάτι;» είπε τελικά στην Ελπινίκη, προσπαθώντας να δώσει στη φωνή της τον πιο φυσιολογικό τόνο. «Νιώθω την ανάγκη να φρεσκαριστώ λίγο».
Η Ελπινίκη γύρισε προς το μέρος της και την κοίταξε για μια στιγμή με εκείνο το βλέμμα που έλεγε πως είχε καταλάβει πολύ περισσότερα απ’ όσα της είχε πει η φίλη της.
Η Εριφύλη σηκώθηκε. Μόλις στάθηκε όρθια, όμως, ένιωσε για μια στιγμή σαν να μετακινήθηκε το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Ένα ξαφνικό κύμα ζάλης την έκανε να σταθεί ακίνητη.
Έσφιξε ασυναίσθητα τα χέρια της. Τα νύχια της χώθηκαν στις παλάμες της, καθώς προσπαθούσε να ξαναβρεί την ισορροπία της. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Όχι από αδυναμία. Από την προσπάθεια να ξαναβάλει σε τάξη τον εαυτό της. Και, χωρίς να κοιτάξει ξανά προς το μέρος του, έκανε το πρώτο βήμα προς την έξοδο.
Βλέποντάς την έτοιμη να φύγει, σκέφτηκε να σηκωθεί και να της μιλήσει, πριν χαθεί μέσα στο πλήθος. Ήξερε, βέβαια, πως οι πιθανότητες δεν ήταν με το μέρος του. Κι όμως, για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε αναποφάσιστος.
Μερικά δευτερόλεπτα μόνο. Αρκετά, όμως, ώστε εκείνη να απομακρυνθεί με μερικά βήματα και να χαθεί ανάμεσα στους ανθρώπους. Απογοητευμένος από τα μουδιασμένα αντανακλαστικά του, μισόκλεισε τα μάτια και άφησε έναν αργό αναστεναγμό να ξεφύγει από τα χείλη του, σαν να επέστρεφε από ένα παράξενο, ονειρικό ταξίδι.
«Πάει… χάθηκε η πριγκίπισσα!» μουρμούρισε με παράπονο. «Μια τέτοια γυναίκα θέλω δώρο για τα γενέθλιά μου. Βάλε, Θεούλη μου, το χέρι σου…» Χαμογέλασε μόνος του, αλλά η απογοήτευση έμενε στα μάτια του. Είχε προλάβει να την αγγίξει μόνο με το βλέμμα. Να την αναζητήσει, να την παρατηρήσει, να προσπαθήσει να διαβάσει πίσω από τη σοβαρότητα του προσώπου της εκείνο το αδιευκρίνιστο μυστήριο που τον είχε καθηλώσει.
Και τώρα είχε φύγει. Εκείνος όμως δεν είχε ακόμη αποφασίσει να εγκαταλείψει την τύχη του. Όταν είδε την Εριφύλη να απομακρύνεται βιαστικά και την Ελπινίκη να μένει σχεδόν μόνη στο τραπέζι, δεν έχασε χρόνο. Με μια διακριτική κίνηση μετακίνησε τη θέση του, ώστε να βρεθεί λίγο πιο κοντά της, χωρίς να γίνει φορτικός. Ύστερα έδειξε την αλατιέρα που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι των δύο γυναικών. «Συγγνώμη… θα μπορούσα να σας δανειστώ την αλατιέρα;» ρώτησε με φυσικότητα. «Η δική μου αποφάσισε να με εγκαταλείψει σήμερα».
Η Ελπινίκη του την έδωσε. Εκείνος την πήρε και χαμογέλασε. «Ευχαριστώ! Την ωραία και θελκτικότατη κυρία!» είπε εύθυμα. Η φωνή του είχε μια παράξενη, βελούδινη χροιά, ζεστή σαν μπράντι. Το ύφος του όμως παρέμενε ανάλαφρο, σχεδόν παιχνιδιάρικο, σαν να ήθελε να δείξει πως το κομπλιμέντο ήταν αυθόρμητο και όχι προμελετημένη ατάκα.
Η Ελπινίκη τον κοίταξε για μια στιγμή. Και τότε κατάλαβε πως η αλατιέρα ήταν μάλλον η λιγότερο σημαντική αφορμή για την οποία είχε μετακινηθεί προς το τραπέζι τους.
Του χαμογέλασε. Θα μπορούσε να μην απαντήσει. Όμως ένα από τα αδιόρθωτα ελαττώματα της ήταν η περηφάνια της. Και, όπως έλεγε συχνά στον εαυτό της, οι προκλήσεις είναι για να τις δέχεσαι.«Ω, είμαι βεβαία πως τα ίδια λέτε σε όλες τις γυναίκες που τυγχάνουν της αρεσκείας σας», απάντησε χαμογελώντας.
«Μόνον στις πολύ όμορφες, κυρία μου. Όπως εσείς», ανταπάντησε εκείνος με υπερβάλλουσα ευγένεια, υψώνοντας ελαφρά το πιγούνι.
Η Ελπινίκη γέλασε, ικανοποιημένη από τη φιλοφρόνηση. Και, όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες απροσδόκητες γνωριμίες, το χαμόγελο έμεινε και στους δυο στα χείλη, ενώ η πρώτη αμηχανία άρχισε να υποχωρεί.
Ο άνδρας σήκωσε ελαφρά τα φρύδια.«Πώς είπατε τ’ όνομά σας;»
«Δεν είσαι και πολύ διακριτικός, βλέπω».
«Απεχθάνομαι τη σπατάλη χρόνου».
Η Ελπινίκη έγειρε λίγο το κεφάλι.
«Του δικού μου ή του δικού σου;»
«Του δικού μου», απάντησε εκείνος χωρίς δισταγμό.
«Τότε ίσως χάνεις το χρόνο σου».
«Ω, δε νομίζω!»
Η Ελπινίκη τον κοίταξε με προσποιητή σοβαρότητα.
«Τότε πες μου το δικό σου όνομα». Ίσως, βαθιά μέσα της, να ήλπιζε πως θα απέφευγε την απάντηση. Εκείνος όμως δεν είχε τέτοια πρόθεση.
«Αδάμας Αδαμαντίου», συστήθηκε.
«Ελπινίκη Ζαχαροπούλου».
«Δυο καλλονές, λοιπόν, όπως εσείς και η φίλη σας που το ’σκασε. Πώς και ασυνόδευτες;»
Η Ελπινίκη γέλασε. «Πόσο συχνά λέτε τέτοια ψέματα;»
«Ψέματα;»
«Για το καλλονές αναφέρομαι».
Ο Αδάμας δεν προσβλήθηκε ούτε απογοητεύθηκε. Αντίθετα, το χαμόγελό του έγινε πλατύτερο.
«Μα γιατί;» διαμαρτυρήθηκε θεατρικά. «Την καθαρά αλήθεια λέγω».
«Είσθε ένας εσείς!» του απάντησε η Ελπινίκη, κουνώντας το κεφάλι με διασκεδασμένη αποδοκιμασία.
Εκείνος ακούμπησε χαλαρά την αλατιέρα στο τραπέζι. «Αν μια γυναίκα είναι μοναχή», είπε με ύφος δήθεν σοβαρό, «εμείς, όλοι οι άντρες, φταίμε. Όλοι θα ’χουμε, στην κρίση του Θεού, να δώσουμε λόγο».
Η Ελπινίκη σήκωσε τα φρύδια και τον κοίταξε με προσποιητή απορία. «Και εμείς οι γυναίκες τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό;»
Ο Αδάμας χαμογέλασε αργά. «Να μας δίνετε καμιά ευκαιρία να διορθώσουμε τα λάθη μας».
Η Ελπινίκη γέλασε. «Α, ώστε έτσι!»
«Είμαι άνθρωπος που πιστεύει βαθιά στη δεύτερη ευκαιρία».
«Και στην πρώτη, απ’ ό,τι καταλαβαίνω».
«Ειδικά στην πρώτη», απάντησε εκείνος, και το βλέμμα του έμεινε για μια στιγμή στα μάτια της.
Η Ελπινίκη ανταπέδωσε το βλέμμα, χωρίς να του χαρίσει τίποτε περισσότερο. Το παιχνίδι μόλις είχε αποκτήσει κανόνες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Αδάμας δεν είχε καταφέρει να συνέλθει από την αιφνίδια και πανίσχυρη έλξη που του είχε προκαλέσει η Εριφύλη.
Δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Την είχε κοιτάξει και, μέσα σε μια στιγμή, κάτι είχε μετακινηθεί βαθιά μέσα του. Σαν να είχε υποχωρήσει ένα αόρατο φράγμα και πίσω του να περίμενε μια δύναμη που ως τότε δεν γνώριζε ότι κουβαλούσε.
Δεν ήταν απλώς η ομορφιά της. Ήταν ολόκληρη η παρουσία της. Η κορμοστασιά της, τα μαλλιά της, το πρόσωπό της, εκείνα τα παράξενα, εκφραστικά μάτια και τα χείλη που σπάνια χαμογελούσαν, κι ακριβώς γι’ αυτό, όταν το έκαναν, έμοιαζαν να αποκτούν μια ιδιαίτερη δύναμη. Ήταν ακόμη η φωνή της, ο τρόπος που κρατούσε το σώμα της, η σοβαρότητα πίσω από την οποία διαισθανόταν κάτι πολύ πιο απρόβλεπτο. Σαν κεραυνός σε ανέφελο ουρανό είχε πέσει επάνω του η μορφή αυτής της γυναίκας.
Και το πιο παράξενο ήταν πως δεν είχε προλάβει καν να τη γνωρίσει. Είχε μόνο ανταλλάξει μαζί της λίγα βλέμματα. Κι όμως, αυτά τα βλέμματα είχαν αφήσει μέσα του μια εντύπωση δυσανάλογη με τον ελάχιστο χρόνο που είχαν γνωριστεί. Τώρα, έχοντας χάσει την ευκαιρία να της μιλήσει, η σκέψη του επέστρεφε επίμονα σ’ εκείνη.
Γιατί έφυγε τόσο ξαφνικά; Τι της συνέβη; Είχε αισθανθεί άβολα; Είχε ζαλιστεί; Μήπως υπήρχε κάποιος άλλος λόγος που δεν μπορούσε να γνωρίζει; Και, παρά την έντονη έλξη που ένιωθε, εκείνο που τον απασχολούσε περισσότερο ήταν αν ήταν καλά.
Γύρισε προς την Ελπινίκη. «Να σε ρωτήσω κάτι;» είπε, αυτή τη φορά χωρίς την προηγούμενη παιχνιδιάρικη διάθεση.
Η Ελπινίκη τον κοίταξε με ενδιαφέρον.
«Για την φίλη σου… ».
«Μάλιστα;»
«Έφυγε κάπως απότομα. Είναι καλά; Την είδα να σηκώνεται σαν να ζαλίστηκε».
Η Ελπινίκη χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Το ενδιαφέρον του για την Εριφύλη ήταν πλέον ολοφάνερο.
«Μια χαρά είναι, απ’ όσο ξέρω».
Ο Αδάμας έδειξε να ανακουφίζεται. «Χαίρομαι. Για μια στιγμή ανησύχησα». Έκανε μια μικρή παύση και ύστερα, όσο πιο αδιάφορα μπορούσε να προσποιηθεί: «Είναι… φίλη σου από παλιά;»
Η Ελπινίκη τον κοίταξε πλάγια.
«Γιατί ρωτάς;»
«Από ενδιαφέρον».
«Μάλιστα…»
Το χαμόγελό της έγινε λίγο πιο πονηρό. «Και τι ακριβώς θα ήθελες να μάθεις;»
Ο Αδάμας γέλασε χαμηλόφωνα. «Όσα επιτρέπεται να μάθει ένας άνθρωπος που μόλις τη γνώρισε».
«Δηλαδή;»
«Αν είναι παντρεμένη, τι άνθρωπος είναι, τι της αρέσει… αν συνηθίζει να φεύγει έτσι ξαφνικά όταν κάποιος την κοιτάζει επίμονα…»
Η Ελπινίκη γέλασε. «Α, κατάλαβα. Θέλεις βιογραφικό σημείωμα».
«Όχι ακριβώς», απάντησε εκείνος. «Απλώς προσπαθώ να καταλάβω ποια είναι η γυναίκα που πρόλαβε να μου δημιουργήσει τόσες απορίες μέσα σε λίγα λεπτά».
Η Ελπινίκη τον παρατήρησε για λίγο χωρίς να απαντήσει. Τώρα πια ήταν βέβαιη. Ο Αδάμας δεν είχε πλησιάσει το τραπέζι τους για την αλατιέρα. Η αλατιέρα ήταν απλώς η αφορμή. Η πραγματική του περιέργεια είχε φύγει μαζί με την Εριφύλη.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο της Ελπινίκης.
Ήταν η Εριφύλη. «Κατεβαίνω στο πάρκινγκ του εμπορικού κέντρου και σε περιμένω», της είπε. «Έλα όταν μπορείς».
Η Ελπινίκη κοίταξε το ρολόι της και σηκώθηκε.
«Με συγχωρείτε», είπε . «Πρέπει να πηγαίνω. Έχω ήδη αργήσει».
«Η φίλη σας, ε;» χαμογέλασε εκείνος. «Κυρία μου, χάρηκα πραγματικά για τη γνωριμία. Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε σήμερα να συναντήσω δύο ωραιότατες και θελκτικότατες γυναίκες. Ελπίζω και εύχομαι σύντομα να ξανασυναντηθούμε, τόσο με εσάς όσο και με τη φίλη σας, και να γνωριστούμε καλύτερα».
«Κι εγώ χάρηκα», απάντησε η Ελπινίκη.
Καθώς σηκώθηκε με τη χάρη που χαρακτήριζε κάθε της κίνηση, οι σακούλες με τα ψώνια παρασύρθηκαν από το χέρι της και σκορπίστηκαν στο δάπεδο.
«Ωχ!» Έσκυψε να τις μαζέψει, όμως τα στενά ρούχα και τα ψηλοτάκουνα παπούτσια δεν της επέτρεπαν εύκολη κίνηση.
Ο Αδάμας σηκώθηκε αμέσως. Με μια γρήγορη κίνηση βρέθηκε κοντά της και της πρόσφερε το χέρι του, συγκρατώντας την απαλά από τον αγκώνα.
«Ζητώ συγγνώμη για το θάρρος μου», είπε με χαμόγελο, «αλλά το θεωρώ απαράδεκτο μια τόσο νεαρή κυρία, τόσο όμορφη και τόσο κομψά ντυμένη, να ταλαιπωρείται στο πάτωμα κι εγώ απλώς να κοιτάζω. Και, μεταξύ μας, δεν θα θέλατε να σας παρουσιαστεί και κανένα απρόσμενο ατύχημα».
Η Ελπινίκη γέλασε. «Ααα! Εκτός από τζέντλεμαν, είστε και πλάνος και κόλακας».
«Θα δεχθώ και τις τρεις κατηγορίες».
«Τότε, με μεγάλη μου χαρά, θα σας επιτρέψω να με συνδράμετε να μαζέψουμε τις ατασθαλίες μου. Ειλικρινά, δεν έχω λόγια… Σας ευχαριστώ πάρα, πάρα, πάρα πολύ».
Για μια φευγαλέα στιγμή, το χέρι του έμεινε στον γυμνό της αγκώνα. Ήταν ένα απλό, σχεδόν τυχαίο άγγιγμα. Κι όμως, και οι δύο το αντιλήφθηκαν. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν για μια στιγμή και έμειναν εκεί λίγο περισσότερο απ’ όσο απαιτούσε η περίσταση. Δεν χρειάστηκε να ειπωθεί τίποτε. Μερικές φορές ένα άγγιγμα και μια σιωπή μπορούν να δημιουργήσουν μια ολόκληρη πρόταση.
«Κυρία μου, επιτρέψτε μου». Ο Αδάμας γονάτισε και άρχισε να μαζεύει τις σακούλες και τα πράγματα που είχαν σκορπιστεί στο πάτωμα.
«Ωωω! Και πάλι σας ευχαριστώ. Ειλικρινά λυπούμαι που φεύγουμε τόσο απροσδόκητα. Όμως», πρόσθεσε με παιχνιδιάρικο ύφος, «κάποια φωνή μέσα μου λέει πως είναι γραφτό μας πολύ σύντομα να τα ξαναπούμε».
Έριξε μια τελευταία ματιά προς το μέρος του. «Σας χαιρετώ και εκ μέρους της φιλενάδας μου. Δεν ξεχνά το χαμόγελό σας. Την σκλάβωσε. Μου είπε μάλιστα να σας μεταφέρω τα φιλιά της, γοητευτικέ Μπαγάσα».
Ο Αδάμας ανασήκωσε τα φρύδια. «Αα! Ώστε εγώ είμαι ο Μπαγάσας; Τότε η φίλη σας είναι μια πονηρή κατεργάρα».
«Αυτό ακριβώς είναι».
«Μεταφέρε της, λοιπόν, ότι λατρεύω τις κατεργάρες γυναίκες. Είναι ανεξάρτητες, πανέξυπνες και απρόβλεπτες».Έκανε μια μικρή παύση και χαμογέλασε. «Είναι σαν τις γάτες. Δεν ξέρεις ποτέ αν θα έρθουν κοντά σου ή αν θα φύγουν πριν προλάβεις να τις αγγίξεις».
Η Ελπινίκη πήρε τις σακούλες από τα χέρια του. «Ευχαρίστως θα μεταφέρω το μήνυμά σας».
Σήκωσε το βλέμμα της πάνω του και του χάρισε ένα πονηρό, παιχνιδιάρικο χαμόγελο. «Γιατί να ψάχνεις, όταν ξέρεις τι θα βρεις;»
Ο Αδάμας την κοίταξε για μια στιγμή, σαν να προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει τη φράση. Η Ελπινίκη όμως είχε ήδη στραφεί προς την έξοδο. «Για σας!» πρόσθεσε, πριν απομακρυνθεί.
Και χωρίς να περιμένει απάντηση, έφυγε αφήνοντάς τον με ένα χαμόγελο και αρκετές απορίες.
Ο Αδάμας έμεινε για λίγο ακίνητος. Είχε την αίσθηση πως η σημερινή συνάντηση δεν ήταν παρά η πρώτη πράξη μιας ιστορίας που μόλις είχε αρχίσει να γράφεται.
«Αμ, δεν ξέρεις τι σε περιμένει…» μουρμούρισε η Ελπινίκη. Το είπε σχεδόν ψιθυριστά, με εκείνο το αυτάρεσκο χαμόγελο που δεν άφηνε να φανεί αν αστειευόταν ή αν εννοούσε περισσότερα απ’ όσα έλεγε. Και ύστερα πέρασε μπροστά του. Το βήμα της είχε μια φυσική χάρη, έναν ανεπιτήδευτο ρυθμό που τράβηξε το βλέμμα του χωρίς να το επιδιώξει φανερά.
Ο Αδάμας την ακολούθησε με τα μάτια του για μερικές στιγμές. «Η γυναίκα είναι χάρμα οφθαλμών!» σχολίασε χαμηλόφωνα. «Άψογη στιλιστικά… χαίρεσαι να τη βλέπεις».
Η Ελπινίκη άκουσε το σχόλιο. Και, όσο κι αν προσπάθησε να κρατήσει το ύφος της αδιάφορο, ένα κύμα ικανοποίησης και ευφορίας πέρασε από μέσα της. Γύρισε το κεφάλι, του χάρισε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο και συνέχισε τον δρόμο της, αφήνοντας τη χαρά της φιλοφρόνησης να της ελαφρύνει το βήμα. Αυτά ήταν τα λόγια που κάθε γυναίκα χαιρόταν να ακούει. Αν είχε ουρά, σκέφτηκε γελώντας μέσα της, θα την κουνούσε τώρα σαν μικρό, καλομαθημένο γατί. Ο Αδάμας την παρακολούθησε να απομακρύνεται, χωρίς να προσπαθήσει να κρύψει το ενδιαφέρον του. Ύστερα, όταν πια χάθηκε πίσω από τον κόσμο του εμπορικού κέντρου, έμεινε για λίγο σκεφτικός. Και τότε συνειδητοποίησε πως η σκέψη του δεν είχε μείνει στην Ελπινίκη. «Για ποια από τις δύο ταίριαζε περισσότερο αυτό που είπα;» αναρωτήθηκε. Η Ελπινίκη, ασφαλώς, ήταν εντυπωσιακή. Όμορφη, κομψή, περιποιημένη, με εκείνη την αυτοπεποίθηση της γυναίκας που γνωρίζει καλά την εικόνα της και ξέρει να την υποστηρίζει.
Αλλά η άλλη… «Εριφύλη», θυμήθηκε. Έτσι την έλεγαν. Η άγνωστη γυναίκα επέστρεψε στη σκέψη του με απροσδόκητη επιμονή. Δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ακριβώς τον είχε συγκλονίσει πάνω της. Ήταν κάτι περισσότερο από τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ή την ομορφιά της. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο υπήρχε στον χώρο. Σαν να κουβαλούσε μαζί της μια σιωπηλή ένταση, κάτι που δεν αποκαλυπτόταν εύκολα. Θυμόταν τα πλούσια μαλλιά της να κυματίζουν καθώς σηκώθηκε. Θυμόταν το πρόσωπό της, το βλέμμα της, εκείνο το σπάνιο χαμόγελο. Και ύστερα, ξαφνικά, είχε φύγει. Είχε ξεγλιστρήσει από τη θέση της σαν να την κυνηγούσε κάποιος αόρατος εχθρός, αφήνοντας πίσω της την όμορφη φίλη της και μια σειρά από αναπάντητα ερωτήματα. Αυτά ήταν σχεδόν όλα όσα γνώριζε γι’ αυτήν. Κι όμως, όσο περισσότερο προσπαθούσε να την αποκλείσει από το μυαλό του, τόσο πιο επίμονα επέστρεφε.
«Θεέ μου…»Αναστέναξε και πέρασε το χέρι του στα μαλλιά του. Έπρεπε να είχε προλάβει να τη σταματήσει. Να της είχε μιλήσει. Έστω για λίγα δευτερόλεπτα.
Τώρα, το μόνο που του είχε απομείνει ήταν ένα όνομα, μια εικόνα και η παράξενη βεβαιότητα πως η συνάντησή τους δεν θα έσβηνε τόσο εύκολα από τη μνήμη του.
Όταν η Ελπινίκη έφτασε στο αυτοκίνητο, η Εριφύλη είχε ήδη πληρώσει το πάρκινγκ και καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Τα κλειδιά του αυτοκινήτου βρίσκονταν στην τσάντα της. Η Ελπινίκη μπήκε στη θέση του οδηγού και, πριν ακόμη βάλει μπροστά τη μηχανή, η Εριφύλη την κοίταξε με έκδηλη περιέργεια
«Λοιπόν; Τι έγινε;»
Η Ελπινίκη την κοίταξε δήθεν αδιάφορα. «Τι ήθελες να γίνει;»
«Γιατί άργησες;» επέμεινε η Εριφύλη. Η ανυπομονησία της δεν κρυβόταν.
«Με παίδεψε… Δεν ήθελε στην αρχή να μου δώσει το τηλέφωνό του. Τον παρακάλεσα τόσο πολύ, τον πρόστυχο, που στο τέλος κατάφερα να του το πάρω».
Η Εριφύλη έσκασε στα γέλια. «Γιατί με πειράζεις; Γιατί;»
«Μωρέ, φιλενάδα, εσύ γιατί εξαφανίστηκες έτσι ξαφνικά και με λαχτάρισες;»
Η Εριφύλη γύρισε προς το μέρος της με προσποιημένη αγανάκτηση. «Ε, όχι και λαχτάρισες με τέτοια εκλεκτή παρέα. Μάλλον… ενθουσιάστηκες ήθελες να πεις».
«Όπα! Νευράκια; Ζήλιες;»
«Ζήλιες; Γιατί;»
«Έλα τώρα!» την τσίγκλησε η Ελπινίκη, βολευόμενη τεμπέλικα στο κάθισμα του οδηγού. «Εριφύλη, βγάλ’ το από μέσα σου. Δεν σε βλέπω; Το ’χεις στην άκρη της γλώσσας σου να με ρωτήσεις τι συνέβη όταν έφυγες σαν σίφουνας».
Η Εριφύλη ανακάτεψε αμήχανα τα μαλλιά της και απέφυγε να απαντήσει.
Η Ελπινίκη χαμογέλασε. «Γιατί έφυγες έτσι ξαφνικά;»
Η Εριφύλη άφησε έναν μικρό αναστεναγμό. «Η αλήθεια είναι πως φέρθηκα ανόητα. Ξέχασε το και συγχώρεσε με. Συγγνώμη που σ’ έκανα να φύγουμε άρον άρον».
«Έλα, βρε κουτό. Άκου συγγνώμη! Τι φιλενάδες είμαστε;»
Η Εριφύλη στράφηκε προς το μέρος της. Τα μάγουλά της είχαν πάρει μια ελαφριά έξαψη.
«Ε, λοιπόν, αν θέλεις να μάθεις, αυτός ο μπαγάσας που ήρθε και κάθισε δίπλα μας φταίει. Αυτός φταίει που με έκανε τόσο νευρική».
Η Ελπινίκη χαμογέλασε θριαμβευτικά. Επιτέλους, είχε βρει την ευκαιρία να πάρει για λίγο το πάνω χέρι. «Δεν τον λένε Μπαγάσα. Αδάμαντα τον λένε», τη διόρθωσε με στόμφο. «Α-δά-μα-ντα».
Έκανε μια μικρή παύση και την κοίταξε με νόημα. «Δηλαδή; Τι έκανε ο μπαγάσας σου;»
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να απαντήσει.Ύστερα χαμογέλασε αμήχανα.
«Αυτό ακριβώς προσπαθώ να καταλάβω κι εγώ…Ήταν! Να ήταν… Διάβολε, πώς να στο πω;» έκανε τάχα πως αναρωτιόταν μόνη της, ενώ στην πραγματικότητα περίμενε από την Ελπινίκη να συμπληρώσει εκείνη τη φράση που δεν τολμούσε ακόμη να πει καθαρά.
«Καλά, μην το λες. Είναι μυστικό. Δεν πρέπει να μαθευτεί παραέξω!» έκανε συνωμοτικά η Ελπινίκη.
Η Εριφύλη στραβομουτσούνιασε για δεύτερη φορά εκείνη τη μέρα. «Ουφ! Παράτα με… Δεν ξέρω πώς να στο πω!»
«Γι’ αυτό σου λέω: ζωγράφισε το, αφού δυσκολεύεσαι να το πεις. Μην το κουράζεις! Άντε, να στο πω εγώ. Κούκλος ήταν! Μια ζωγραφιά!»
«Αχ! Δεν με νιώθεις! Εγώ λέω τον πόνο μου κι η φιλενάδα μου με δουλεύει».
«Ποιον πόνο μου λες; Τίποτα δεν λες. Με το τσιγκέλι προσπαθώ να σου τα βγάλω».
Η Εριφύλη χαμογέλασε αμήχανα. «Μιλήσατε;»
«Να που αρχίζεις να έχεις λογοδιάρροια! Κορίτσι μου, δεν σε αναγνωρίζω. Γλώσσα δεν βάζεις μέσα σου. Ρε Εριφύλη, με δουλεύεις; Μονόπρακτο παίζουμε; Πάμε στο θέμα».
«Δεν μου απάντησες».
«Να σου πω τι; Ότι τον Μπαγάσα, όπως τον λες, είχες βαλθεί να τον τρελάνεις;»
«Τι σου είπε;»
Η Ελπινίκη πήρε ύφος δήθεν σοβαρό. «Τι μου είπε; Αυτό κι αν είναι ερώτηση! Όλο για σένα ρωτούσε. Ήθελε να μάθει ποια είσαι, τι άνθρωπος είσαι, γιατί έφυγες έτσι ξαφνικά. Είχε πραγματικό ενδιαφέρον».
Η Εριφύλη χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα. «Όταν λες ενδιαφέρον… εννοείς αυτό που εννοώ κι εγώ;»
Η Ελπινίκη ξέσπασε στα γέλια. «Όχι, βέβαια. Ήθελε να παίξετε μπιρίμπα!»
Η Εριφύλη την έσπρωξε παιχνιδιάρικα στον ώμο. «Σταμάτα!»
«Εντάξει, εντάξει…» είπε η Ελπινίκη, ακόμη γελώντας. «Ο άνθρωπος σε είχε προσέξει. Και μάλιστα πολύ. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω σου».
Η Εριφύλη άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό. «Αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα… Δεν μπορούσα ούτε εγώ να πάρω τα δικά μου από πάνω του».
Η Ελπινίκη σώπασε για μια στιγμή. Κοίταξε τη φίλη της και, για πρώτη φορά, διέκρινε πίσω από τα πειράγματα κάτι πιο βαθύ, μια αναστάτωση που η Εριφύλη δεν ήξερε ακόμη πώς να διαχειριστεί.
«Τόσο πολύ;» τη ρώτησε πιο ήρεμα.
Η Εριφύλη έγνεψε. «Τόσο πολύ. Ήταν σαν να πάτησε κάποιος έναν διακόπτη μέσα μου. Δεν μου είχε ξανασυμβεί έτσι, τόσο ξαφνικά».
«Και γι’ αυτό έφυγες;»
«Ναι».
«Φοβήθηκες τον ίδιο ή φοβήθηκες τον εαυτό σου;»
Η Εριφύλη την κοίταξε και χαμογέλασε αμήχανα. «Αυτό είναι το δύσκολο να απαντήσω».
Η Ελπινίκη έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο. «Τότε, φιλενάδα μου, έχουμε θέμα».
«Το ξέρω».
«Και ποιο είναι το θέμα;»
Η Εριφύλη κοίταξε έξω από το παράθυρο, αφήνοντας το βλέμμα της να χαθεί στα αυτοκίνητα που κινούνταν αργά μπροστά τους.«Ότι δεν μπορώ να αποφασίσω αν θέλω να τον ξεχάσω… ή να τον ξαναδώ».
Η Ελπινίκη χαμογέλασε χωρίς να πει τίποτε.
Ήξερε πως, από τη στιγμή που η Εριφύλη είχε φτάσει να το παραδεχτεί αυτό, ο Αδάμας δεν ήταν πλέον ένας τυχαίος άγνωστος που είχε συναντήσει σε ένα εμπορικό κέντρο.
Είχε γίνει ήδη σκέψη. Και οι σκέψεις, όταν γεννιούνται με τέτοια ένταση, σπάνια υπακούν στις αποφάσεις μας.
«Ωραία! Και τώρα τι κάνουμε;»
«Πολύ ωραία… αυτό ακριβώς αναρωτιέμαι κι εγώ.»
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο σιωπηλή. Η φωνή της χαμήλωσε. «Δεν ξέρω, κοπέλα μου. Έχω κλονιστεί. Και μόνο η σκέψη ότι θα μπορούσα να μπω στον πειρασμό και να πω “ναι” σε κάτι έξω από τη συζυγική μου σχέση, με αναστατώνει.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε με εκείνο το ήρεμο, πονηρό χαμόγελο που τόσο καλά γνώριζε η φίλη της.
«Φιλενάδα, ακόμη κι ένας άνθρωπος με ακλόνητη πίστη στη σχέση του μπορεί κάποια στιγμή να βρεθεί μπροστά στη γοητεία μιας εφήμερης περιπέτειας. Η έλξη δεν ζητάει άδεια για να εμφανιστεί.»
«Δηλαδή, Ελπινίκη, αν αποφάσιζα να σκέφτομαι μόνο με το ένστικτό μου, θα είχα διαλύσει τον γάμο μου από καιρό.»
«Όπερ σημαίνει ότι πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να ακούμε και το μυαλό και το σώμα μας. Συμφωνείς;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Αγάπη μου, πότε διαφώνησα εγώ μαζί σου; Να διαφωνήσω τώρα και να μαλώσουμε, πάνω που έχω τέτοια αναστάτωση;»
Η Ελπινίκη ξέσπασε σε γέλιο. «Αλήθεια είναι! Χαμογέλα με λίγο και δεν θα μαλώσεις ποτέ. Μου το έλεγε και μια θεία μου, πολύ όμορφη και γοητευτική γυναίκα της εποχής της. Είχε τη δική της φιλοσοφία για τη ζωή…»
Η Εριφύλη την κοίταξε με νόημα. «Ελπινίκη, όμως, κάτι δεν μου είπες. Τελικά, όταν έφυγα και σας άφησα τους δυο σας, αφέθηκες καθόλου στη γοητεία του Μπαγάσα μου;»
«Ντροπή σου!»
«Μην το αρνείσαι. Το είδα καθαρά ότι σου άρεσε κι εσένα. Μη μου κρύβεσαι και μη μου κάνεις την αθώα. Εμένα δεν μου περνάνε αυτά.»
Η Ελπινίκη ανασήκωσε τους ώμους και την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, σαν να αξιολογούσε την ίδια της την υπόθεση.
«Γιατί, καλέ; Για δες εδώ!»Έκανε μια παιχνιδιάρικη κίνηση, δείχνοντας τον εαυτό της. «Να σου πω κάτι; Και το σώμα έχει τη δική του φωνή. Όταν αισθάνεται όμορφο, όταν βλέπεις απέναντί σου έναν άντρα που σου αρέσει, όταν υπάρχει εκείνη η παράξενη σπίθα… ε, δεν γίνεται να κάνεις πως δεν την αισθάνεσαι.»
Η Εριφύλη γέλασε. «Άρα, κυρία μου, παραδέχεσαι ότι ο Μπαγάσας δεν σου ήταν αδιάφορος!»
«Εγώ δεν παραδέχομαι τίποτα!»
«Α, όχι. Τώρα θα τα πούμε όλα.»
«Εσύ να κοιτάξεις πρώτα τα δικά σου. Εγώ σε είδα πώς έφυγες από εκεί μέσα! Σαν να προσπαθούσες να ξεφύγεις όχι από εκείνον, αλλά από τον ίδιο σου τον εαυτό.»
Η Εριφύλη σώπασε για μια στιγμή. Το χαμόγελο έσβησε λίγο από τα χείλη της.
«Ίσως να έχεις δίκιο…»
Η Ελπινίκη την άγγιξε τρυφερά στον ώμο.
«Αυτό φοβάμαι κι εγώ, φιλενάδα μου. Όχι τον Άνδρα. Εμάς φοβάμαι. Γιατί άλλο να κοιτάς έναν άνθρωπο και να λες είναι όμορφος… κι άλλο να νιώθεις πως, για λίγα δευτερόλεπτα, ο κόσμος γύρω σου παύει να υπάρχει.»
Η Εριφύλη την κοίταξε στα μάτια. «Και τώρα τι κάνουμε;»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε ξανά. «Τώρα; Προς το παρόν… οδηγούμε. Και δεν παίρνουμε καμία απόφαση εν θερμώ.»
«Σωστά.»Μικρή παύση. «Αλλά…»
«Τι;»
«Αν τον ξανασυναντήσουμε;»
Η Ελπινίκη σήκωσε τα φρύδια.
«Τότε, φιλενάδα μου, θα χρειαστεί να έχουμε σκεφτεί πολύ καλά τι θέλουμε να κάνουμε.»
Και οι δυο χαμογέλασαν. Ήξεραν, όμως, πως το δύσκολο δεν ήταν να αποφασίσουν τι έπρεπε να κάνουν. Το δύσκολο ήταν να καταλάβουν τι πραγματικά ήθελαν.
Η Εριφύλη, κοιτάζοντας την Ελπινίκη που της έδειχνε με όλο της το σκέρτσο τη σιλουέτα της, άφησε ένα χαμόγελο να ανθίσει στα χείλη της. Ήταν ένα χαμόγελο φωτεινό, σχεδόν παιδικό, που έμοιαζε να φωτίζει ολόκληρη την καμπίνα του αυτοκινήτου.
Η Ελπινίκη την κοίταξε με απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
«Τι έπαθες; Τι σκέφτεσαι;»
Η Εριφύλη κούνησε ελαφρά το κεφάλι.
«Κάτι σκεφτόμουν… Ξέχασε το. Δεν ξέρω… δεν μπορώ να το πω. Άστο, δεν κάνει.»
Η περιέργεια της Ελπινίκης φούντωσε αμέσως. «Τι είναι αυτό που δεν κάνει να μάθω;»
«Δεν ξέρω… Για κάποιο λόγο, όμως, μου βγάζεις κάτι.»
«Σου βγάζω κάτι; Τι πράγμα;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αμήχανα και κοίταξε για λίγο έξω από το παράθυρο. «Να… αυτό πώς να σου το πω; Δυσκολεύομαι να το εκφράσω ανοιχτά.»
Η Ελπινίκη γύρισε προς το μέρος της με βλέμμα γεμάτο απορία. «Γιατί δυσκολεύεσαι να το πεις; Ρε Εριφύλη, στη φιλενάδα σου δυσκολεύεσαι να μιλήσεις; Δεν μπορεί. Δεν μιλάς σοβαρά.»
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο σιωπηλή. Σαν να ζύγιζε όχι μόνο τις λέξεις, αλλά και το αν έπρεπε πραγματικά να τις αφήσει να βγουν από μέσα της. Ύστερα πήρε μια μικρή ανάσα και στράφηκε προς τη φίλη της.
«Αφού επιμένεις… θα σου πω μια ιστορία. Μόνο που, όταν την ακούσεις, δεν ξέρω αν θα σου αρέσει.»
Η Ελπινίκη ανασήκωσε τα φρύδια, τώρα ακόμη πιο περίεργη. «Αυτό ακούγεται ενδιαφέρον…»
Η Εριφύλη χαμογέλασε πονηρά. «Να λοιπόν πώς φαντάζομαι ότι μπορεί να έχουν συμβεί τα πράγματα που τόσο επίμονα θέλεις να σου πω.»
«Για στάσου…» είπε η Ελπινίκη. «Μου λες δηλαδή ότι δεν θα μου πεις τι έγινε, αλλά τι φαντάζεσαι ότι έγινε;»
«Ακριβώς.»
«Ε, τότε τώρα θέλω να την ακούσω περισσότερο!»
Η Εριφύλη γέλασε χαμηλά. «Μη βιάζεσαι. Η ιστορία μόλις αρχίζει…»
Και για πρώτη φορά εκείνο το απόγευμα, η Ελπινίκη κατάλαβε πως η φίλη της ετοιμαζόταν να της ανοίξει μια πόρτα σε έναν κόσμο που μέχρι τότε κρατούσε κλειστό.
.....Η ώρα είχε προχωρήσει αρκετά όταν το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από το σπίτι, στα νότια προάστια. Η γυναίκα ήταν εκείνη με το σινιέ ταγέρ και το μεταξωτό φουλάρι. Εκείνος πάρκαρε λίγο πιο πέρα και, με γοργό βήμα, την πρόλαβε στην είσοδο. Ήταν ο «Μπαγάσας» της. Μπήκαν μαζί στο ασανσέρ. Εκεί, μακριά από τα βλέμματα των άλλων, η απόσταση ανάμεσά τους χάθηκε σχεδόν αμέσως. Εκείνη κόλλησε πάνω του και τον φίλησε με πάθος, ενώ εκείνος την κράτησε κοντά του. Το ασανσέρ σταμάτησε στον όροφο προτού προλάβουν καλά καλά να συνειδητοποιήσουν πόσο γρήγορα είχε κυλήσει ο χρόνος. Βγήκαν ακόμη αγκαλιασμένοι.
Η Ελπινίκη άφησε την αφήγηση να κρέμεται για μια στιγμή στον αέρα και ύστερα, με προσποιημένη αγανάκτηση, διέκοψε. «Ντροπή σου! Ειλικρινά απορώ μ’ αυτά που λες για τη φίλη σου. Πες μου, δεν ντρέπεσαι καθόλου; Και μου έσκισες και τη φούστα, τη σινιέ, από το ακριβό μου ταγέρ!»
Η Εριφύλη ξέσπασε στα γέλια. «Έλα, μην κάνεις σαν ανώριμη κορασίδα στα καλά καθούμενα. Θίχτηκε η κυρία! Η φούστα που σκίστηκε σε μάρανε; Ε, αφού φόρεσες τόσο στενή φούστα, τι περίμενες; Να αντέξει και στις… απαιτήσεις της πλοκής;»
«Δηλαδή έχει και συνέχεια;» ρώτησε η Ελπινίκη, κουνώντας το κεφάλι με προσποιημένη απελπισία. «Τελικά, όντως σεναριογράφος με φαντασία η φιλενάδα μου! Πρόβες για σενάρια του Χόλιγουντ κάνει κανείς;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αυτάρεσκα. «Εσύ το είπες, όχι εγώ.»
«Άντε εσύ έχεις το ψώνιο του σεναριογράφου και καλά κάνεις. Η φιλενάδα σου όμως τι σου φταίει, που την παρουσιάζεις ανερχόμενη πρωταγωνίστρια σε σενάρια ερωτικού περιεχομένου, με αληθινές ιστορίες που αποδίδονται μάλιστα με αφοπλιστικό ρεαλισμό;»
Σταμάτησε για λίγο και έβαλε τα γέλια. «Έτσι και το πάρουν είδηση οι λεβέντες μας, θα γίνουμε ρεζίλι και θα μας γδάρουν ζωντανές! Ούτε ο Ειρηνικός Ωκεανός, όπου ταξιδεύουν, δεν θα μας ξεπλένει από τις πομπές μας!»
Η Εριφύλη την κοίταξε με βλέμμα θριαμβευτικό. «Δεν είπαμε ότι θα βρούμε τρόπο να σκεφτόμαστε πρώτα με το μυαλό και μετά με το… ένστικτο; Τι λέγαμε πριν; Το ξέχασες κιόλας;»
Η Ελπινίκη έγειρε δήθεν ντροπαλά το κεφάλι. «Σοβαρά το λέγαμε;»
Και οι δυο λύθηκαν στα γέλια. «Αχ, εδώ που φτάσαμε, άντε να μαζέψουμε το μυαλό μας. Και άντε, συμφωνήσαμε. Δεν μου λες όμως: πώς ξεχωρίζουμε ποιο σκέφτεται πρώτο;»
Η Εριφύλη την κοίταξε για μια στιγμή σοβαρή , κι ύστερα λύγισε από τα γέλια. «Εννοείται πως το ξέρουμε και οι δυο, μωρή χαζοχαρούμενη. Απλώς, ως σοβαρές κυρίες, δεν το λέμε!»
Η Ελπινίκη την αγκάλιασε γελώντας. Και μέσα στην καμπίνα του αυτοκινήτου, ανάμεσα στα γέλια και στα υπονοούμενα, εκείνο που λίγο πριν έμοιαζε με επικίνδυνο παιχνίδι άρχισε να παίρνει τη μορφή μιας κοινής, μυστικής φαντασίας , μιας ιστορίας που καμία από τις δυο δεν ήξερε ακόμη πού θα τις οδηγούσε.
«Εριφύλη, πιάσαμε το μπλα-μπλα και, λόγο στον λόγο, ξεχαστήκαμε! Το ξέρεις ότι είμαστε ακόμη στο πάρκινγκ;»
Η Εριφύλη έριξε μια ματιά γύρω της.
«Το βλέπω, δεν είμαι στραβή! Γι’ αυτό, λοιπόν, προσδέσου και ξεκίνα. Εσύ οδηγείς. Και προσοχή στους δρόμους, είναι επικίνδυνοι! Να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα και τον νου σου, μη σου φύγει αλλού και βρεθούμε πάνω σε κανέναν μαντρότοιχο.»
Η Ελπινίκη γέλασε. «Εντάξει, κυρία μου!»
«Και μόνο τ’ αυτιά σου να έχεις ανοιχτά, για να απολαύσεις καλύτερα τη συνέχεια της ιστορίας μου.»
Η Ελπινίκη απλώς κούνησε το κεφάλι, τακτοποιήθηκε στη θέση του οδηγού και πήρε μια βαθιά ανάσα. Έβαλε μπροστά, έβγαλε προσεκτικά το αυτοκίνητο από τη θέση του και, ύστερα από λίγο, γύρισε προς τη φίλη της.
«Μάλιστα, φιλενάδα μου. Είμαι πάρα πολύ υποχρεωμένη για τις ανησυχίες σου σχετικά με το πώς οδηγώ! Πανάθεμα σε! Άρχισε, όμως, να μου αρέσει η ιστορία σου. Περιμένω ανυπόμονα τη συνέχεια. Για λέγε… για λέγε!»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αυτάρεσκα. «Πες μου έναν λόγο που σ’ αγαπώ! Φιλιά πολλά και… απόλαυσε τη συνέχεια.»
«Αχ, τώρα μάλιστα!»
Το αυτοκίνητο κύλησε αργά προς την έξοδο του πάρκινγκ, ενώ η Ελπινίκη είχε πλέον παραδοθεί ολοκληρωτικά στην αφήγηση. Λίγη ώρα αργότερα, όταν η ιστορία έφτασε στο τέλος της, η Ελπινίκη έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα γύρισε προς τη φίλη της και ξέσπασε.
«Ρε Εριφύλη, είσαι αληθινά δημιουργικό ταλέντο! Σεναριογράφος σωστός! Παρουσιάζεις τα εφήμερα όνειρά μας σαν να έγιναν πραγματικότητα!»
Η Εριφύλη χαμογέλασε με εκείνο το αινιγματικό ύφος που είχε κρατήσει από την αρχή. «Παραμύθια είναι, Ελπινίκη μου. Και σεξουαλικές φαντασιώσεις, αν θέλεις να τις πεις έτσι. Αλλά να ξέρεις κάτι: οι μυθοπλαστικές ερωτικές ιστορίες σχεδόν πάντα πατούν κάπου πάνω στην πραγματικότητα.»
«Δηλαδή;»
«Η δική μου ιστορία, είμαι βέβαιη πως έχει συμβεί σε ανθρώπους γύρω μας. Μπορεί στον έναν να ήταν αδελφός, στον άλλον εξαδέλφη, θεία, γειτόνισσα, γείτονας… Κάποιος, κάπου, κάποτε, έζησε κάτι παρόμοιο.»
Σταμάτησε για λίγο και κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Κοντολογίς, ερωτικές μυθοπλασίες που γεννιούνται από πραγματικές ανθρώπινες εμπειρίες. Γιατί, όταν βάλεις τον έρωτα στην εξίσωση, η πραγματικότητα έχει καμιά φορά περισσότερη φαντασία από τη μυθοπλασία.»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε. «Άρα, δεν μου λες αν η ιστορία σου είναι αληθινή ή όχι.»
Η Εριφύλη ανασήκωσε αθώα τους ώμους. «Εγώ σου είπα μια ιστορία. Τα υπόλοιπα… άστα στη φαντασία σου.» Και κάπως έτσι τελείωσε η αφήγηση της Εριφύλης.
Όχι όμως και η σκέψη που είχε αφήσει πίσω της. Γιατί, όσο κι αν και οι δύο γελούσαν με την ιστορία, κάπου βαθιά γνώριζαν πως η αληθινή και η φανταστική ζωή δεν χωρίζονται πάντοτε με καθαρές γραμμές. Μερικές φορές αρκεί ένα βλέμμα, μια τυχαία συνάντηση, μια απρόσμενη έλξη, και η φαντασία αρχίζει να γράφει μόνη της το επόμενο κεφάλαιο.
Οι δυο γυναίκες είχαν επενδύσει χρόνο και φροντίδα στη φιλία τους. Η τακτική τους συντροφιά είχε γίνει ένα μικρό, πολύτιμο καταφύγιο μέσα στην καθημερινότητα και, όπως έλεγαν μεταξύ σοβαρού και αστείου, έκανε καλό και στην υγεία τους.
«Κοριτσάκι μου…»
«Κοριτσάκι μου και κουκλίτσα μου!»
Έτσι μιλούσαν η μία στην άλλη. Με υποκοριστικά, γλυκόλογα και εκείνη την τρυφερή οικειότητα που μόνο οι πραγματικά στενές φίλες μπορούν να έχουν χωρίς να ακούγεται υπερβολική. Καμάρωναν η μία για την άλλη, νοιάζονταν, μοιράζονταν τις πίκρες τους και γιόρταζαν μαζί τις χαρές τους. Όταν κάποια πονούσε, μπορούσαν να ξημερωθούν στο τηλέφωνο. Όταν η μία είχε ανάγκη την άλλη, η απόσταση γινόταν λεπτομέρεια· θα έκαναν τα πάντα για να βρεθούν δίπλα της. Πήγαιναν αγκαζέ στα μαγαζιά, έπιναν καφέδες τον έναν μετά τον άλλον, έλεγαν τα δικά τους, συνόδευαν η μία την άλλη στον γιατρό όταν υπήρχε κάποια ανησυχία, αντάλλασσαν μυστικά και μικρές εξομολογήσεις.
Κάποιες φορές, βέβαια, τσακώνονταν. Και τότε ακολουθούσε η γνωστή διαδικασία: λίγη σιωπή, λίγα μούτρα, ένα τηλεφώνημα, μια αγκαλιά, ένα φιλί και…«Άντε, καλά! Ξέχασε το.»
«Το ξέχασα ήδη.»
«Ούτε γάτα ούτε ζημιά!»
Και ύστερα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, ξανάρχιζαν τα κουτσομπολιά. Γιατί, ως γνωστόν, τα κουτσομπολιά έχουν μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να μεταδίδονται μεταξύ φίλων σχεδόν σαν τα συμπτώματα της γρίπης. Η Ελπινίκη, μάλιστα, διέθετε ένα ιδιαίτερο χάρισμα, μια αστείρευτη, σχεδόν σκανδαλοθηρική περιέργεια για τις ανθρώπινες ιστορίες. Δεν ήταν κακοπροαίρετη, απλώς αγαπούσε τις λεπτομέρειες, τις αντιφάσεις, τα μυστικά και κυρίως εκείνες τις ιστορίες που οι άνθρωποι προσπαθούν να κρύψουν πίσω από κλειστές πόρτες και ευγενικά χαμόγελα. Έτσι, αφού πρώτα άφησε την κουβέντα να κυλήσει χαλαρά, τη γλύκανε με λίγη τρυφερότητα και μια στάλα πονηριάς, κατάφερε να την οδηγήσει εκεί ακριβώς όπου ήθελε.
Στο καυτό θέμα του αποτυχημένου γάμου της Αλεξάνδρας, της γειτόνισσας της Εριφύλης.
Η Ελπινίκη έκανε πως ενδιαφερόταν δήθεν αδιάφορα. «Παρεμπιπτόντως, κοριτσάκι μου…»
Η Εριφύλη την κοίταξε από το πλάι. Ήξερε αυτό το «παρεμπιπτόντως». Ήταν το προοίμιο κάθε κουβέντας που η Ελπινίκη έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει.
«Τι θέλεις να μάθεις;» τη ρώτησε, χαμογελώντας.
Η Ελπινίκη έκανε την ανήξερη. «Εγώ; Τίποτα. Απλώς… για την Αλεξάνδρα λέγαμε τις προάλλες, δεν θυμάσαι;»
«Θυμάμαι.»
«Και τελικά… τι έγινε με εκείνον τον γάμο;»
Η Εριφύλη αναστέναξε.
«Α, μάλιστα. Εκεί το πήγαινες τόση ώρα.»
«Ε, φιλενάδα μου! Εσύ ξέρεις την ιστορία από πρώτο χέρι. Εγώ τι να κάνω; Να κάθομαι να φαντάζομαι;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εσύ, Ελπινίκη μου, αν δεν ξέρεις κάτι, είσαι ικανή να το συμπληρώσεις μόνη σου.»
«Ε, λοιπόν; Θα μου πεις;»
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγο και κούνησε το κεφάλι.
«Θα σου πω. Αλλά να ξέρεις… η ιστορία της Αλεξάνδρας δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται.»
Η Ελπινίκη τακτοποιήθηκε στη θέση της, έτοιμη να ακούσει. «Αυτό ακριβώς μου αρέσει. Όταν μια ιστορία αρχίζει με το δεν είναι τόσο απλή…»
Η Εριφύλη γέλασε. «Είσαι αδιόρθωτη.»
«Και εσύ με αγαπάς έτσι.»
«Ακριβώς έτσι.»
Και η κουβέντα, όπως ήταν φυσικό, πήρε τον δρόμο της προς την ιστορία της Αλεξάνδρας.
Η Αλεξάνδρα βρισκόταν τότε στην πιο ζωντανή περίοδο της νιότης της. Μόλις είκοσι δύο ετών, με όλη τη ζωή μπροστά της, βρέθηκε ξαφνικά μέσα σε έναν γάμο που αντί να εξελιχθεί σε μια ευτυχισμένη ένωση, οδηγήθηκε πολύ γρήγορα σε αδιέξοδο και, τελικά, σε οριστική ακύρωση. Η Αλεξάνδρα και η Εριφύλη ήταν συνομήλικες και γειτόνισσες. Η φιλία τους είχε αρχίσει από τα χρόνια της νιότης και είχε μείνει δυνατή μέσα στον χρόνο. Και οι δύο, μάλιστα, χαμογελούσαν με εκείνη την παλιά λαϊκή δοξασία που έλεγε πως οι γυναίκες, τάχα, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: εκείνες που γεννήθηκαν γριές και εκείνες που, επειδή αγαπούν τη ζωή και τον έρωτα, μένουν πάντα νέες. Η Αλεξάνδρα ανήκε, χωρίς αμφιβολία, στη δεύτερη κατηγορία. Ήταν μια γυναίκα τρυφερή, αγαπησιάρα, γεμάτη ζωντάνια , και η περιπέτεια του γάμου της είχε αφήσει μέσα της ένα τραύμα που δεν φαινόταν εύκολα πίσω από το χαμόγελό της.
Ο γάμος είχε γίνει με προξενιό. Κάποιοι στενοί συγγενείς της, που ζούσαν στη μακρινή Αυστραλία, της είχαν γνωρίσει έναν άνδρα τον οποίο θεωρούσαν κατάλληλο για εκείνη. Η Αλεξάνδρα, νέα και άπειρη, εμπιστεύτηκε την κρίση τους. Η πρώτη νύχτα του γάμου, όμως, αποδείχθηκε μια σκληρή αποκάλυψη.
Ο άνδρας που της είχαν προξενέψει αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες στη σεξουαλική του ζωή, τόσο σοβαρές ώστε το ζευγάρι να μην μπορέσει να αποκτήσει ποτέ την οικειότητα που εκείνη περίμενε από έναν γάμο. Οι «κακές γλώσσες» της οικογένειας, φυσικά, δεν άργησαν να δώσουν τις δικές τους εξηγήσεις και να μετατρέψουν ένα βαθιά προσωπικό ζήτημα σε αντικείμενο σχολίων και ψιθύρων.
Για την Αλεξάνδρα, όμως, το θέμα δεν ήταν τα κουτσομπολιά. Ήταν η διάψευση μιας ολόκληρης προσδοκίας. Ο γάμος της έμεινε ουσιαστικά χωρίς την ουσιαστική συζυγική ζωή που περίμενε. Το «εις σάρκα μίαν» έμεινε γι’ αυτούς περισσότερο μια φράση παρά μια βιωμένη πραγματικότητα. Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο η σιωπή και η αμηχανία ανάμεσα τους μεγάλωναν. Έτσι, η κοινή τους ζωή κατέληξε να μοιάζει περισσότερο με μια επιβεβλημένη συμβίωση παρά με γάμο. Τελικά, ύστερα από συζήτηση και με τη συγκατάθεση και των δύο πλευρών, η ένωση λύθηκε και ο γάμος ακυρώθηκε ως μη γενόμενος.
«Καταλαβαίνεις το τραυματικό σοκ της κοπέλας», είπε η Εριφύλη στην Ελπινίκη. «Και φυσικά, αντίστοιχο ήταν και το σούσουρο στη γειτονιά. Γιατί, ως γνωστόν, μια γειτονιά μπορεί να ξέρει για τη ζωή σου πράγματα που ούτε εσύ δεν έχεις προλάβει να μάθεις.»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε. «Αυτό το τελευταίο, το πιστεύω απόλυτα.»
«Για να πνίξει, όμως, τον πόνο της η Αλεξάνδρα, δεν χρειάστηκε ούτε τάματα ούτε προσευχές ούτε παρακλήσεις. Βρήκε πολύ σύντομα έναν άνθρωπο που της ξύπνησε ξανά τη διάθεση για ζωή.»
Η Ελπινίκη ανασήκωσε αμέσως τα φρύδια. «Α, εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Τον Μιλτιάδη.»
«Ποιον Μιλτιάδη;»
«Τον Μιλτιάδη της γειτονιάς μας, ένα νεαρός άνδρας τότε, μικρο-παντρεμένος..»
Η Ελπινίκη έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή. Ύστερα έγειρε προς το μέρος της.
«Περίμενε… παντρεμένος;»
«Ακριβώς.»
Το βλέμμα της Ελπινίκης άλλαξε αμέσως. Η περιέργεια, που μέχρι εκείνη τη στιγμή κρυβόταν πίσω από μια δήθεν αδιάφορη έκφραση, έγινε ολοφάνερη.
«Και;»
«Και τι;»
«Μη μου κάνεις την ανήξερη. Τι έγινε με τον Μιλτιάδη;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε.Ήξερε πολύ καλά πως είχε πατήσει το κουμπί της αδυναμίας της φίλης της.
Η Ελπινίκη, όταν άκουγε μια πιπεράτη ιστορία της γειτονιάς, αποκτούσε μια σχεδόν ακατανίκητη ανάγκη να μάθει όλες τις λεπτομέρειες. Όχι από κακεντρέχεια· περισσότερο από εκείνη την ανθρώπινη περιέργεια που θέλει να καταλάβει πώς οι ζωές των άλλων μπορούν, μέσα σε λίγες μόνο στιγμές, να πάρουν δρόμους που κανείς δεν είχε προβλέψει.
«Λοιπόν;» επέμεινε. «Τώρα θα μου τα πεις όλα.»
«Όλα;»
«Όλα όσα ξέρεις.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εντάξει. Αλλά να ξέρεις πως η ιστορία της Αλεξάνδρας δεν τελειώνει εκεί όπου νομίζεις.»
Η Ελπινίκη ανακάθισε στη θέση της. «Τότε, κοριτσάκι μου, συνέχισε. Γιατί τώρα μου κέντρισες για τα καλά την περιέργεια.»
Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που εκδόθηκε το διαζύγιο, όταν η Αλεξάνδρα αποφάσισε να ασχοληθεί με το σπίτι που της είχαν παραχωρήσει οι γονείς της. Ήταν μια μικρή, κομψή μονοκατοικία με μεγάλο κήπο, ακριβώς δίπλα στο πατρικό της. Το εσωτερικό ήταν κατοικήσιμο, όμως εξωτερικά το σπίτι είχε μείνει ημιτελές. Τα μπαλκόνια περίμεναν ακόμη την τελική τους επένδυση και, όσο περνούσε ο καιρός, η εικόνα του σπιτιού της θύμιζε περισσότερο εργοτάξιο παρά όμορφη κατοικία.
Η Αλεξάνδρα αποφάσισε λοιπόν να τελειώσει τις εργασίες. Και ποιον να προτιμήσει από τον κοντινό της γείτονα, τον Μιλτιάδη; Ο Μιλτιάδης ήταν οικοδόμος-τεχνίτης και αναλάμβανε εργασίες επένδυσης εσωτερικών και εξωτερικών επιφανειών με μάρμαρα και πλακίδια.
«Μαρμαράδες δεν τους λένε, Ελπινίκη μου;» ρώτησε η Εριφύλη, χαμογελώντας.
«Έτσι τους λένε. Συνέχισε.»
Η συμφωνία ήταν απλή. Ο Μιλτιάδης θα αναλάμβανε την αποπεράτωση των εξωτερικών μπαλκονιών και, σύμφωνα με τον υπολογισμό του, η δουλειά θα απαιτούσε περίπου μία εβδομάδα.
Η Αλεξάνδρα συμφώνησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Μόνο που, από την αρχή, τα πράγματα δεν πήγαν ακριβώς όπως τα είχε υπολογίσει. Τη δεύτερη ημέρα των εργασιών είχε περάσει η ώρα και ο Μιλτιάδης δεν είχε ακόμη εμφανιστεί. Η Αλεξάνδρα κοίταξε το ρολόι της.Ύστερα κοίταξε τα μισοτελειωμένα μπαλκόνια. Και μετά ξανακοίταξε το ρολόι. Η υπομονή της άρχισε να εξαντλείται. «Μα είναι δυνατόν;» μονολόγησε. Τα μπαλκόνια έμοιαζαν ακόμη σαν γιαπί. Υλικά, εργαλεία και μισοτελειωμένες επιφάνειες τής θύμιζαν διαρκώς πως η δουλειά είχε αρχίσει, αλλά κανείς δεν ήξερε πότε ακριβώς θα τελείωνε.
Είχε ακούσει, άλλωστε, αρκετές ιστορίες για τεχνίτες οικοδομών που, σύμφωνα με τα παράπονα των ιδιοκτητών, είχαν τη δική τους αντίληψη για το τι σήμαινε «θα έρθω αύριο» ή «σε μία εβδομάδα θα έχει τελειώσει».Η Αλεξάνδρα δεν ήθελε να γίνει μία ακόμη ιδιοκτήτρια που θα περίμενε μάταια.
Και καθώς περνούσε η ώρα, ο εκνευρισμός της μεγάλωνε. «Μου είπε ότι θα ερχόταν πρωί-πρωί! Τώρα πού είναι;» Πήρε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του Μιλτιάδη. Χτύπησε αρκετές φορές. Καμία απάντηση. Η Αλεξάνδρα άφησε το τηλέφωνο στο τραπέζι και σταύρωσε τα χέρια.
«Ωραία… Μάλιστα.»
Δεν ήξερε ακόμη ότι η καθυστέρηση του Μιλτιάδη, όσο εκνευριστική κι αν της φαινόταν εκείνη τη στιγμή, θα γινόταν η αφορμή για μια γνωριμία που θα άλλαζε εντελώς την πορεία των επόμενων ημερών. Και η Ελπινίκη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή άκουγε αμίλητη, κατάλαβε πως η ιστορία μόλις άρχιζε να αποκτά ενδιαφέρον.Ο Μιλτιάδης έφτασε τελικά στο σπίτι της Αλεξάνδρας, αρκετά καθυστερημένος. Πάτησε το κουδούνι και περίμενε. Χρειάστηκε να περάσουν μερικές στιγμές ώσπου να ανοίξει η πόρτα. Η Αλεξάνδρα εμφανίστηκε μπροστά του φορώντας μια ανάλαφρη ρόμπα μπάνιου, χαλαρά δεμένη, με την εμφάνισή της να αποκαλύπτει περισσότερο απ’ όσο ίσως σκόπευε. Ήταν ελαφρώς ιδρωμένη από τις δουλειές του σπιτιού, όμως, ακόμη κι έτσι, παρέμενε κοκέτα και περιποιημένη. Είχε αλλάξει και το χτένισμά της, δίνοντάς του μια πιο σύγχρονη, παιχνιδιάρικη γραμμή, ενώ το βλέμμα της είχε εκείνη τη μικρή, αδιόρατη πονηριά που έκανε την παρουσία της ακόμη πιο γοητευτική.
Ο Μιλτιάδης αιφνιδιάστηκε. Το βλέμμα του στάθηκε για μια στιγμή στο πρόσωπό της και ύστερα, σχεδόν παρά τη θέλησή του, κατέβηκε στο εντυπωσιακό ντεκολτέ που άφηνε η ρόμπα. Του φάνηκε σαν ένα ξαφνικό ηλιοβασίλεμα μέσα σε μια κατά τα άλλα συνηθισμένη μέρα. Ήταν εκείνο το είδος θέας που σε κάνει να σταματάς για μια στιγμή, όπως όταν αντικρίζεις απρόσμενα ένα τοπίο που σε καθηλώνει. Ο Μιλτιάδης προσπάθησε αμέσως να επαναφέρει το βλέμμα του.
«Αλεξάνδρα, συγγνώμη για την καθυστέρηση. Δεν υπολόγιζα ότι θα αργούσα τόσο. Έπρεπε εκτάκτως να πάω εγώ τον μικρό στο νηπιαγωγείο και, όπως καταλαβαίνεις, με κράτησαν εκεί περισσότερο απ’ όσο περίμενα.»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε χωρίς να απαντήσει αμέσως. «Σε κράτησαν;»
«Ναι. Με φώναξαν στον σύλλογο γονέων και κηδεμόνων για κάτι ενημερώσεις που αφορούσαν τον μικρό μας…» είπε, χαμογελώντας αμήχανα. «Έχει μια τάση να μας κάνει γνωστούς στο νηπιαγωγείο.»
Η Αλεξάνδρα προσπάθησε να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Άτακτος ο μικρός, λοιπόν;»
«Ε, λίγο ζωηρός. Πολύ ζωηρός, για την ακρίβεια.»
«Κατάλαβα.»
Η Αλεξάνδρα άνοιξε περισσότερο την πόρτα.
«Έλα μέσα. Αλλά να ξέρεις, Μιλτιάδη, η δουλειά δεν περιμένει. Έχουμε ήδη καθυστερήσει.»
«Έχεις απόλυτο δίκιο.»
Πέρασε το κατώφλι.
Κι ενώ εκείνος προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά που είχε αναλάβει, η Αλεξάνδρα, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ακόμη, είχε ήδη παρατηρήσει τον τρόπο με τον οποίο την είχε κοιτάξει.
Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών της. Η μέρα μόλις άρχιζε.
Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε και έκανε μια καθησυχαστική κίνηση με το χέρι. «Σε καταλαβαίνω, Μιλτιάδη. Σε συμμερίζομαι. Δεν χρειάζεται να δικαιολογείσαι.»
Ύστερα χαμογέλασε λίγο αμήχανα. «Κι εγώ, όμως, πρέπει να σου ζητήσω συγγνώμη που σε άφησα να περιμένεις τόση ώρα στην εξώπορτα. Συγύριζα το σπίτι, είχα βάλει την ηλεκτρική σκούπα και δεν άκουσα το κουδούνι με την πρώτη.»
«Μην ανησυχείς. Συμβαίνουν αυτά.»
Ο Μιλτιάδης άρχισε να βγάζει τα εργαλεία του και να τακτοποιεί τα υλικά του. Η Αλεξάνδρα, ακόμη με τη ρόμπα του μπάνιου, πήγε στην κουζίνα και του έφερε έναν καφέ.
Εκείνος την παρακολουθούσε διακριτικά. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσε τη νεανική της φρεσκάδα της Αλεξάνδρας. Το πρόσωπό της, το δέρμα της, η κομψότητά της όλα πάνω της έδιναν την αίσθηση μιας γυναίκας που, παρά όσα είχε περάσει με τον αποτυχημένο γάμο της , παρέμενε γεμάτη ζωντάνια.
Η Αλεξάνδρα ακούμπησε τον καφέ δίπλα στα εργαλεία του. Καθώς έσκυψε, η χαλαρά δεμένη ζώνη της ρόμπας λύθηκε λίγο περισσότερο. Το άνοιγμα έγινε μεγαλύτερο και για μια στιγμή η Αλεξάνδρα βρέθηκε εκτεθειμένη περισσότερο απ’ όσο είχε υπολογίσει.
Ο Μιλτιάδης πάγωσε. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερε πού να κοιτάξει. Η ξαφνική εικόνα τον είχε αιφνιδιάσει και η μέχρι τότε επαγγελματική του ψυχραιμία πήγε περίπατο. Η Αλεξάνδρα αντιλήφθηκε αμέσως τι είχε συμβεί. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Κανείς δεν μίλησε. Κι εκείνη η μικρή σιωπή είπε περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να πουν οι λέξεις.
Ο Μιλτιάδης, παρασυρμένος από την έλξη της στιγμής, ψιθύρισε. «Άστη τη ρόμπα, ρε Αλεξάνδρα… Άστη λίγο. Να θαυμάσω τη γυναίκα που έχω μπροστά μου.»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε στα μάτια. «Δηλαδή… σου αρέσω σαν γυναίκα;»
Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη. Δεν βιάστηκε να κλείσει τη ρόμπα της, ούτε να απομακρυνθεί. Έκλεισε μόνο τα μάτια, σαν να άφηνε τον εαυτό της να ακούσει πρώτα αυτό που της έλεγε η εσωτερική της φωνή.
Ο Μιλτιάδης έχασε για λίγο τα λόγια του. «Τι είναι αυτά που λες, ρε κούκλα μου; Αν μου αρέσεις;» είπε τελικά, σχεδόν μέσα από τα δόντια του. «Πώς να μη με τρελαίνεις με τέτοια παρουσία; Από την πρώτη στιγμή που σου άνοιξα την πόρτα, προσπαθώ να κάνω πως δεν συμβαίνει τίποτα. Αλλά με τραβάς σαν μαγνήτης. Και ξέρεις κάτι; Είναι επικίνδυνο να βρίσκομαι τόσο κοντά σου.»
Η Αλεξάνδρα άνοιξε τα μάτια της. Το βλέμμα της είχε αλλάξει. Δεν υπήρχε πια μόνο αμηχανία. Υπήρχε και μια δόση περιέργειας, ίσως ακόμη και πρόκλησης.
Ο Μιλτιάδης πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θα ήθελες…» σταμάτησε για μια στιγμή, σαν να αναζητούσε τις σωστές λέξεις, «…να γίνω ο άντρας σου για λίγο σήμερα;»
Η Αλεξάνδρα δεν απάντησε αμέσως. Τον κοίταξε μόνο. Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή, ο Μιλτιάδης κατάλαβε πως η ερώτησή του είχε αλλάξει οριστικά τη σχέση ανάμεσά τους.
Η Αλεξάνδρα, από την άλλη, ένιωσε κάτι που είχε καιρό να αισθανθεί: όχι απλώς ότι κάποιος την επιθυμούσε, αλλά ότι κάποιος την έβλεπε ξανά ως ποθητή γυναίκα. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια! Η απόσταση ανάμεσά τους είχε πια χαθεί και οι δυο τους είχαν αφεθεί στη δύναμη της στιγμής. Το βλέμμα της Αλεξάνδρας στάθηκε για λίγο πάνω στον Μιλτιάδη, με μια περιέργεια που δεν προσπάθησε να κρύψει. Ύστερα ένα χαμόγελο, μισό αμήχανο και μισό γεμάτο ικανοποίηση, φώτισε το πρόσωπό της.
«Αα… απ’ ό,τι βλέπω, έχεις πλούσια τα ελέη του Θεού!» είπε πειραχτικά, βρίσκοντας έναν τρόπο να εκφράσει τον θαυμασμό της χωρίς να χάσει το χιούμορ της. Ο Μιλτιάδης γέλασε χαμηλόφωνα. Η αυτοπεποίθησή του είχε ήδη επιστρέψει.
«Θέλεις να πάμε μέσα, στο κρεβάτι;» τη ρώτησε απλά.
Η Αλεξάνδρα, αναψοκοκκινισμένη, έγνεψε καταφατικά. Ύστερα από όσα είχε ζήσει στον αποτυχημένο γάμο της, ένιωθε σαν να ξυπνούσε μέσα της μια πλευρά που για καιρό είχε μείνει σιωπηλή. Δεν σκεφτόταν πια εξηγήσεις, συνέπειες ή το αύριο. Εκείνη τη στιγμή υπήρχε μόνο η ανάγκη να νιώσει ξανά γυναίκα, να αφεθεί στη ζεστασιά μιας αμοιβαίας έλξης. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίστηκε στα χείλη του Μιλτιάδη καθώς την πλησίασε και την αγκάλιασε. Εκείνη ανταποκρίθηκε χωρίς δισταγμό. Βρέθηκαν στο κρεβάτι, κοντά ο ένας στον άλλον, αφήνοντας τη σιωπή και την ένταση της στιγμής να μιλήσουν για λογαριασμό τους. Ο Μιλτιάδης την κοίταξε για λίγο σαν να προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει πώς είχε βρεθεί εκεί. Η γυναίκα που μέχρι τότε ήταν απλώς η όμορφη γειτόνισσα είχε γίνει ξαφνικά μια απρόσμενη πραγματικότητα μέσα στη ζωή του. Και μέσα του πέρασε μια σκέψη σχεδόν ειρωνική. η μοναξιά της, η απογοήτευση από τον γάμο της και η ανάγκη της να ξαναβρεί τον εαυτό της ήταν εκείνα που τον είχαν οδηγήσει, χωρίς να το καταλάβει, ακριβώς στο κρεβάτι της.
Κανείς από τους δυο δεν μιλούσε. Για λίγο, όμως, δεν χρειαζόταν. Ενώ συνέχιζαν να φιλιούνται ο Μιλτιάδης δεν άφηνε στιγμή τα χείλη της και τη γλώσσα της. Η Αλεξάνδρα ένιωθε υπέροχα μέσα στην αγκαλιά του. Της πιάνει τα πόδια και τα περνάει πάνω από τη μέση του ενώ της χώνει το πουτσοκέφαλο μέσα στο μουνί της. Τα μουνόχειλα ήταν στενά και στην αρχή ο πούτσος του έμπαινε με δυσκολία, μάλλον είχε καιρό να γαμηθεί.
«Αχχχχ,» αναφώνησε ηδονικά η Αλεξάνδρα.
«Μωρό μου! Βλέπω σου αρέσει πολύ γι' αυτό απόλαυσε τη συνέχεια.» της λέει με νόημα ο Μιλτιάδης.
Της πιάνει τη μέση και τη γαμάει αργά και αισθησιακά. Νιώθει με λεπτομέρεια κάθε του κίνηση μέσα της.
«Σου αρέσει, μωρό μου όπως σε γαμάω;»
«Αχχ! Ναι συνέχισε. Μη σταματάς»
Με τα χέρια της του χούφτωνε τον κώλο και που και του έπαιζε με τα αρχίδια του ενώ ούρλιαζε από ηδονή. Φαινόταν πεινασμένη η Αλεξάνδρα για έναν αληθινό γαμιά. Και ο Μιλτιάδης ήταν ο τυχερός!
Την γαμούσε ιεραποστολικά για δέκα λεπτά και μετά σηκώθηκε πάνω!
«Που πας;»
«Θέλω τώρα εγώ να είμαι από κάτω σου!» της λέει.
Η Αλεξάνδρα δίχως να φέρει αντίρρηση σηκώθηκε ανεμίζοντας λίγο τα μαλλιά της, τον καβάλησε!
Αυτή τη φορά δεν μιλούσαν ακουγόταν μόνο το κλαπ-κλαπ-κλαπ από τον πούτσο και τα αρχίδια του που κοπάναγαν το μουνί της ενώ η Αλεξάνδρα μούγκριζε από ηδονή. Μετά από άλλα δέκα λεπτά ένιωσε πια ότι ήταν έτοιμος να χύσει! Τον έβγαλε έξω και τον έπαιξε για λίγο!
«Χύνω!» φώναξε και σχεδόν αμέσως εκσπερμάτωσε πάνω τους.
«Κανείς ποτέ δεν με γάμησε τόσο τέλεια!» του είπε λαχανιασμένα
Κάθισαν αρκετή ώρα αγκαλιασμένοι, κολλητά ο ένας στον άλλον, κάνοντας τα αστεία τους και πειράζοντας ο ένας τον άλλον. Η αμηχανία της πρώτης στιγμής είχε πια χαθεί και στη θέση της είχε μείνει μια παράξενη οικειότητα.
Για την Αλεξάνδρα, η εμπειρία αυτή ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από όσα είχε γνωρίσει μέχρι τότε. Ήταν σαν να αποκτούσε, ύστερα από χρόνια απογοήτευσης, μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για το τι μπορούσε να σημαίνει η ερωτική συντροφικότητα. Δεν ήταν πια οι αδέξιες αναμνήσεις των εφηβικών χρόνων ούτε η ψυχρότητα ενός γάμου που είχε τελειώσει πριν καλά-καλά αρχίσει. Ήταν η αίσθηση ότι μπορούσε ακόμη να νιώσει επιθυμητή, ζωντανή και ελεύθερη.
Όταν, ύστερα από αρκετή ώρα, αποφάσισαν να επιστρέψουν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις, ο Μιλτιάδης σηκώθηκε, φόρεσε τα ρούχα του και πήρε τα εργαλεία του. Το μπαλκόνι τον περίμενε και η δουλειά, όσο κι αν είχε αλλάξει η ατμόσφαιρα της ημέρας, παρέμενε δουλειά. Πέρασαν έτσι μερικές ακόμη ώρες. Κάποια στιγμή το ρολόι έδειξε έξι το απόγευμα και ο Μιλτιάδης άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του. Στην πόρτα στάθηκε για λίγο και την κοίταξε με εκείνο το γνώριμο, πονηρό χαμόγελο.
«Να υποθέσω ότι σου άρεσε η… επαφή μας;»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε προσποιούμενη την αγανακτισμένη. «Με κοροϊδεύεις τώρα;»
Γέλασαν και οι δυο. Πριν φύγει, συμφώνησαν να ξανασυναντηθούν, όταν θα μπορούσαν να βολέψουν και οι δύο τον χρόνο τους. Η Αλεξάνδρα, όμως, δεν τον άφησε να φύγει χωρίς την απαραίτητη υπενθύμιση. «Και σε κανέναν τίποτα, έτσι;»
Ο Μιλτιάδης της έκλεισε το μάτι. «Συμφωνία.» Και έφυγε.
Καθώς κατηφόριζε τον δρόμο, σκέφτηκε με μια εσωτερική ικανοποίηση. Η δουλειά μου εδώ τελείωσε… για σήμερα.
Η Αλεξάνδρα έμεινε στην πόρτα και τον παρακολούθησε μέχρι που χάθηκε από τα μάτια της. Ύστερα δάγκωσε παιχνιδιάρικα τα χείλη της και μουρμούρισε μόνη της: «Πω, πω… Αλεξάνδρα, τι ήταν κι αυτό; Μας άρεσε, ε; Κι ας μην είναι δα και κανένας… Απολλώνιος!» Χαμογέλασε στον εαυτό της.
Ήταν ίσως η πρώτη φορά, ύστερα από πολύ καιρό, που δεν την απασχολούσε αν ο άντρας απέναντι της ήταν εντυπωσιακός στα μάτια των άλλων.
Της αρκούσε που, στα δικά της, είχε αφήσει κάτι που της έλειπε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί: την αίσθηση ότι ήταν ξανά ζωντανή.
«Ενδιαφέρουσα ιστορία μού ακούγεται!» είπε η Ελπινίκη, με εκείνο το βλέμμα που φανέρωνε πως ήθελε να μάθει και την τελευταία λεπτομέρεια.
Η Εριφύλη χαμογέλασε.
«Το σεξ, για να διατηρείται σε καλό επίπεδο, θέλει προσπάθεια και φαντασία, Ελπινίκη μου. Έχω ακούσει πως η κοπέλα έχει… αχόρταγη διάθεση. Κάτι σαν εκείνες τις γυναίκες που, ύστερα από μεγάλη περίοδο μοναξιάς, αποφασίζουν να ξαναζήσουν με όλη τους την ένταση. Τον καημένο τον μαρμαρά τον είχε να μην προλαβαίνει να πάρει ανάσα!»
Η Ελπινίκη γέλασε. «Είναι δηλαδή καλός εραστής ο Μιλτιάδης;»
«Η ερώτησή σου, καλός;, Ελπινίκη μου, μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα. Μπορεί να μιλάς για την εμφάνισή του, για το αν είναι ελκυστικός, για τον χαρακτήρα του, για τη συμπεριφορά του…»
«Άσε τις φιλοσοφίες και πες μου!»
«Λοιπόν, από εμφάνιση καλός είναι. Όχι κανένας ιδιαίτερα ωραίος άνδρας, αλλά ένας ευπαρουσίαστος τριαντάρης σήμερα, με καλοφτιαγμένο σώμα. Τώρα, για τα υπόλοιπα προσόντα… τι να σου πω; Μπορείς να ρωτήσεις την Αλεξάνδρα. Εκείνη ηξερε καλύτερα!»
Η Ελπινίκη την κοίταξε με έκπληξη και ύστερα χαμογέλασε πονηρά.«Ένα-ένα μας τα λέει το κορίτσι μας! Και που τον γνώριζες εσύ τόσο καλά τον κύριο Μιλτιάδη;»
Η Εριφύλη σήκωσε τους ώμους. «Είναι δυο-τρία χρόνια μεγαλύτερος μου. Από μικρά παιδιά γνωριζόμασταν στη γειτονιά. Και, όπως συμβαίνει καμιά φορά στα παιδικά παιχνίδια, εκείνος προσπαθούσε να πλησιάσει περισσότερο απ’ όσο εγώ ήθελα.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε για μια στιγμή πιο σοβαρά. «Και εσύ;»
«Εγώ δεν ήθελα τέτοιες επαφές τότε. Ήμουν παιδί και δεν μου άρεσε να παραβιάζει κάποιος τα όρια μου. Όταν κάποιος άπλωνε χέρι χωρίς να το θέλω, αντιδρούσα, θύμωνα και τον σταματούσα. Τόσο απλά.»
Η Ελπινίκη έγνεψε καταφατικά. «Και καλά έκανες. Άλλο το παιχνίδι των παιδιών κι άλλο να μη σέβεσαι το όχι του άλλου.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Βλέπεις λοιπόν; Από μικρή ήξερα τι μου άρεσε και τι όχι. Το θέμα είναι πως, μεγαλώνοντας, τα πράγματα γίνονται λίγο πιο… περίπλοκα.»
«Ε, αυτό ακριβώς προσπαθώ να καταλάβω τόση ώρα!» είπε η Ελπινίκη γελώντας. «Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, η ιστορία της Αλεξάνδρας έχει πολύ περισσότερα κεφάλαια απ’ όσα μου είπες στην αρχή.»
«Και μόλις ανοίξαμε το πρώτο…» απάντησε η Εριφύλη, αφήνοντας ένα πονηρό χαμόγελο να φανεί στα χείλη της.
«Ρε Εριφύλη, τώρα που το σκέφτομαι με τον μάστορα, μου έβαλες ιδέες στο μυαλό!» είπε η Ελπινίκη, και το βλέμμα της γυάλισε πονηρά.
Η Εριφύλη γύρισε προς το μέρος της. «Δηλαδή χρειάζεσαι μάστορα για να περιποιηθεί τα απεριποίητα παρτέρια στην αυλή σου;»
«Ακριβώς! Αν είναι καλός μάστορας, να τον φωνάξω κι εγώ να με εξυπηρετήσει… με το αζημίωτο, φυσικά! Έχουν μείνει παρατημένα τόσο καιρό, που χρειάζονται ένα γερό φρεσκάρισμα. Αρμοί στα μάρμαρα, σοβατεπιά, στεγανοποιήσεις, αδιαβροχοποίηση στις στέγες… ολόκληρο συνεργείο θέλω!»
Η Εριφύλη την κοίταξε δήθεν σοβαρά. «Δε μου λες, κορίτσι μου… για όλα αυτά χρειάζεσαι τον μάστορα ή μήπως θέλεις να αναλάβει και καμιά άλλη… πιο προσωπική επισκευή, που έχει μείνει καιρό χωρίς συντήρηση;»
Η Ελπινίκη δεν έχασε στιγμή. «Εγώ θέλω έναν μάστορα υπεύθυνο, με εχεμύθεια πάνω απ’ όλα. Νεαρό κατά προτίμηση, για να αντέχει τον φόρτο εργασίας, με σχετική εμπειρία και τα κατάλληλα εργαλεία. Να καλύπτει τις ανάγκες μου όπου και όταν τον χρειάζομαι. Και, φυσικά, να παρέχει ολοκληρωμένες υπηρεσίες εξαιρετικής ποιότητας, με αξιοπιστία, ανθεκτικότητα και αποτελεσματικότητα, ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις μου και, ει δυνατόν, να ξεπερνά τις προσδοκίες μου!»
Η Εριφύλη ξέσπασε στα γέλια. «Κατάλαβα! Δεν θέλεις μάστορα, κορίτσι μου. Θέλεις σύμβαση μακράς διάρκειας με παροχή ολοκληρωμένων υπηρεσιών!»
«Γιατί όχι;» απάντησε η Ελπινίκη ατάραχη. «Και να του επισημάνω, μάλιστα, ότι υπάρχει δυνατότητα ανανέωσης της συνεργασίας, εφόσον μείνουμε αμφότερες οι πλευρές απόλυτα ικανοποιημένες.»
«Εγώ, πάντως, για ολοκληρωμένες υπηρεσίες, λέω πως τον θέλεις τον μάστορα, Ελπινίκη μου! Και μάλιστα εύρωστο, στιβαρό, νταβραντισμένο και με… αξιόπιστο εξοπλισμό!»
«Τώρα μάλιστα! Άρχισες να μιλάς τη γλώσσα μου!»
«Σαν εκείνο το ανέκδοτο με τον νταβραντισμένο κόκορα και το κοτέτσι με τις εκατόν ογδόντα κότες!»
«Δεν το έχω ακούσει!»
«Θα στο πω άλλη ώρα. Έχει πολύ γέλιο.»
Η Ελπινίκη γέλασε και ύστερα, με ύφος δήθεν ερευνητικό, συνέχισε:
«Να σε ρωτήσω όμως κάτι. Αυτό που λένε ότι οι μάστορες έχουν κάτι ιδιαίτερα… τεχνικές ικανότητες, ισχύει ή είναι κι αυτό ένας από τους μύθους του επαγγέλματος;»
Η Εριφύλη σήκωσε τα φρύδια.«Τι να σου πω! Γι’ αυτό υπάρχουν τόσοι μύθοι, προκαταλήψεις και ψευδείς αλήθειες. Fake news, όπως λένε και στα Λιόσια!»
«Δηλαδή δεν επιβεβαιώνεις τίποτα;»
«Εγώ; Ποτέ! Είμαι σοβαρή γυναίκα.»
«Α, μάλιστα…» είπε η Ελπινίκη, κρύβοντας δύσκολα το γέλιο της. «Και τότε γιατί χαμογελάς έτσι;»
«Επειδή σε ξέρω. Και ξέρω πολύ καλά πού θέλεις να καταλήξει αυτή η… τεχνική συζήτηση!»
Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και ύστερα ξέσπασαν ταυτόχρονα στα γέλια. Η «εργολαβία» είχε πλέον πάρει εντελώς διαφορετική τροπή.
«Η γυναίκα του μαρμαρά δεν έχει πάρει χαμπάρι τα… παραστρατήματα του άνδρα της με τη γειτόνισσα;» ρώτησε η Ελπινίκη, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Η Ναταλία; Τι να σου πω… Όλα είναι πιθανά μ’ αυτή τη γυναίκα. Κατάγεται από κάποιο πολύ γνωστό νησί. Βέβαια, θα μου πεις, ποιο νησί σήμερα δεν είναι γνωστό;» Έκανε μια μικρή παύση, σαν να αναζητούσε μέσα στη μνήμη της μια παλιά εικόνα. «Πιτσιρίκα είχε έρθει στην Αθήνα και γράφτηκε σε κάποια από εκείνες τις ιδιωτικές επαγγελματικές σχολές. Ο Μιλτιάδης και η Ναταλία γνωρίστηκαν όπως γνωρίζονται τόσοι νέοι άνθρωποι· σε ένα coffee shop όπου σύχναζαν και οι δυο.» Την θυμάμαι κάπως αόριστα την εποχή που ο Μιλτιάδης την πρωτο-έφερε στη γειτονιά. Μου είχε μείνει όμως η εικόνα ενός δροσερού, γλυκού προσώπου. Ήταν ένα λεπτοκαμωμένο κορίτσι, μόλις δεκαέξι χρονών, που έδειχνε μάλιστα ακόμη μικρότερο.
»Ήταν όμορφη, με εκείνη τη φρεσκάδα που έχουν τα κορίτσια στην εφηβεία, και είχε ένα βλέμμα γεμάτο ζωντάνια και περιέργεια για τον κόσμο. Έμοιαζε λίγο επιπόλαιη, ίσως επειδή ήταν πολύ νέα και δεν είχε ακόμη γνωρίσει τις δυσκολίες που μπορεί να κρύβει μια οικογενειακή ζωή. »Τότε, βέβαια, κανείς μας δεν μπορούσε να φανταστεί πού θα την οδηγούσε η γνωριμία της με τον Μιλτιάδη. Ήρθε στη γειτονιά σαν ένα άγνωστο κορίτσι από το νησί της και, χωρίς να το καταλάβει, μπήκε σε μια οικογένεια που τουλάχιστον όπως τη βλέπω εγώ, δεν ήταν καθόλου εύκολη.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε με ενδιαφέρον. «Και λες ότι δεν έχει καταλάβει τίποτα;»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τους ώμους. «Αυτό είναι το παράξενο. Μερικές φορές ο άνθρωπος βλέπει μόνο ό,τι είναι έτοιμος να δει. Και η Ναταλία… ποτέ δεν μου φάνηκε γυναίκα που ψάχνει πίσω από τις λέξεις.»
«Ή μήπως ψάχνει και απλώς δεν θέλει να βρει;» παρατήρησε η Ελπινίκη.
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Ε, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Και μάλλον πιο ενδιαφέρουσα από την πρώτη…» Ο γάμος τους έγινε σχετικά γρήγορα και, πριν καλά-καλά προλάβουν να γνωριστούν σε βάθος, ήρθαν και τα παιδιά ενώ ήταν και οι δυο τους ανώριμοι ακόμη. Ο Μιλτιάδης, όμως, δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα προκομμένος ούτε εύκολος άνθρωπος στην οικογενειακή καθημερινότητα. Έτσι, η Ναταλία βρέθηκε από νωρίς αντιμέτωπη με τις δυσκολίες μιας ζωής που απαιτούσε περισσότερες αντοχές απ’ όσες ίσως είχε φανταστεί.
Μόνο που η Ναταλία αποδείχθηκε τελικά… σκληρό καρύδι.
Όχι μόνο άντεξε μέσα στις δυσκολίες, αλλά, όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να βάζει τάξη εκεί όπου προηγουμένως επικρατούσε ακαταστασία. Δεν μάσησε. Δεν λύγισε εύκολα. Και το εντυπωσιακό ήταν πως τίποτε από όλα αυτά δεν φαινόταν πάνω της όταν ήταν μικρή.
Τότε έδειχνε ένα χαριτωμένο, γλυκό και τρυφερό κορίτσι. Μέσα της, όμως, έκρυβε μια δύναμη που κανείς δεν μπορούσε εύκολα να υποψιαστεί.
Είχε τσαγανό, πείσμα και μια ακούραστη μαχητικότητα. Κάθε δυσκολία που παρουσιαζόταν την αντιμετώπιζε σαν ακόμη μία υποχρέωση που έπρεπε να φέρει εις πέρας. Με τον καιρό κατάφερε να συμμαζέψει την οικογένεια, να οργανώσει την καθημερινότητα και να δημιουργήσει ένα σπίτι που πατούσε πλέον σε πιο σταθερές βάσεις.
Παράλληλα με την ανατροφή των παιδιών της, έπιασε δουλειά σε μια μεγάλη εταιρεία κοινής ωφέλειας. Οι απαιτήσεις ήταν πολλές, γι’ αυτό και ένα μέρος των καθημερινών εργασιών του σπιτιού ανέλαβε να το βοηθήσει η πεθερά της. Έτσι, η Ναταλία έγινε μια εργαζόμενη μητέρα που μεγαλώνει τα παιδιά της με κόπο, επιμονή.
Και, όπως συμβαίνει συχνά με ανθρώπους που η ζωή τούς αναγκάζει να ωριμάσουν γρήγορα, η Ναταλία είχε αποκτήσει μια ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση. Δεν ήταν πια το άπειρο κορίτσι που είχε έρθει κάποτε από το νησί της. Είχε γίνει γυναίκα με άποψη, αντοχή και ισχυρή προσωπικότητα. Η θηλυκότητα της, άλλωστε, δεν περνούσε απαρατήρητη. Ξεκινούσε από την εμφάνισή της: από τον τρόπο που περιποιούνταν τον εαυτό της, από το βλέμμα της, από τη ζωντάνια της παρουσίας της. Ήταν μια γυναίκα που, παρά την κούραση της καθημερινότητας και τις ευθύνες της οικογένειας, δεν είχε αφήσει τον εαυτό της να χαθεί μέσα στους ρόλους της συζύγου και της μητέρας. Κι αυτό, ίσως, ήταν ένα ακόμη από τα στοιχεία που την έκαναν τόσο δύσκολο να την κατατάξεις σε μια μόνο εικόνα.
Η Ναταλία ήταν μάνα, εργαζόμενη, σύζυγος, μα πάνω απ’ όλα μια γυναίκα που είχε μάθει να διεκδικεί τη ζωή της με τον δικό της τρόπο.
«Είναι εξακριβωμένο πως, μετά τον γάμο της, η Ναταλία δεν αναζήτησε συντροφιά και επιβεβαίωση μόνο στον Μιλτιάδη. Στη γειτονιά μας κυκλοφορούσε ως κοινό μυστικό ότι, πριν από τρία-τέσσερα χρόνια, είχε δημιουργήσει μια παράλληλη σχέση με έναν ξάδελφο του άνδρα της. Ο ξάδελφος του Μιλτιάδη ήταν στρατιωτικός και, εκείνη την εποχή, είχε μετατεθεί από την επαρχία στην Αθήνα. Ήταν χωρισμένος, χωρίς ιδιαίτερες οικογενειακές δεσμεύσεις, και η Ναταλία τον θεωρούσε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση για μια κρυφή ερωτική σχέση. Κι εκείνος, άλλωστε, είχε τη δική του ιστορία. Ο γάμος του είχε διαλυθεί ύστερα από απιστία της πρώην συζύγου του. Λεγόταν πως, όσο εκείνος υπηρετούσε στη Θεσσαλονίκη και έλειπε συχνά σε διατεταγμένες υπηρεσίες, εκείνη είχε βρει ερωτική αγκαλιά με έναν νεαρό φοιτητή. Η σχέση αποκαλύφθηκε, όταν ο ίδιος αντιλήφθηκε τι συνέβαινε, και λίγο αργότερα το ζευγάρι οδηγήθηκε στον χωρισμό. Έτσι, όταν βρέθηκε στην Αθήνα, οι δυο τους συναντήθηκαν έχοντας ήδη πίσω τους γάμους που είχαν αφήσει πληγές και απογοητεύσεις. Η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε μια κρυφή σχέση, για την οποία στη γειτονιά ψιθύριζαν αρκετά, χωρίς όμως κανείς να γνωρίζει με βεβαιότητα όλες τις λεπτομέρειες. Η Ναταλία, πάντως, δεν έδειχνε να φοβάται εύκολα τα σχόλια. Είχε μάθει πια να αποφασίζει μόνη της για τη ζωή της και να αντιμετωπίζει τις συνέπειες των επιλογών της.
Η Ελπινίκη την άκουγε με ολοένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. «Δηλαδή, φιλενάδα μου, η Ναταλία έχει ολόκληρο παρελθόν που δεν μου είχες αποκαλύψει!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Εσύ ήθελες κουτσομπολιό και εγώ σου ανοίγω ολόκληρο αρχείο!»
«Και μου φαίνεται πως το αρχείο έχει πολλά ακόμη κεφάλαια.»
«Αυτό να το θεωρείς βέβαιο…»
Η Ναταλία, από την πρώτη στιγμή που τη γνώρισε ο ξάδελφος, δεν του περνούσε ποτέ απαρατήρητη. Στο μυαλό του είχε συχνά φανταστεί στιγμές οικειότητας μαζί της, άλλοτε πιο τολμηρές, άλλοτε πιο τρυφερές. Η έλξη του ήταν φανερή, ακόμη κι αν δεν την είχε ποτέ εκφράσει ανοιχτά. Κάποια στιγμή, ο Μιλτιάδης κληρονόμησε ένα μικρό κτήμα με ελιές στη Δυτική Ελλάδα. Έπρεπε να ταξιδέψει στο χωριό για ορισμένες κληρονομικές υποθέσεις και, καθώς δεν είχε εκείνη την περίοδο επείγουσες εργολαβικές υποχρεώσεις, αποφάσισε να παραμείνει περίπου δέκα ημέρες, ώστε να επιβλέψει και τη συντήρηση του κτήματος.
Πριν φύγει, τηλεφώνησε στον ξάδελφό του. «Θα λείψω μερικές μέρες. Αν χρειαστεί κάτι η Ναταλία, ρίξε μια ματιά. Ξέρεις… καμιά βοήθεια στο σπίτι, καμιά ανάγκη που μπορεί να προκύψει.»
Ο ξάδελφος συμφώνησε πρόθυμα. Την επόμενη κιόλας ημέρα, αργά το απόγευμα, χτύπησε το τηλέφωνό του. Ήταν η Ναταλία. «Τι έγινε, ξαδερφούλη; Έφυγε ο Μιλτιάδης και εσύ μέσα σε δύο μέρες με ξέχασες κιόλας;» «Όχι, ξαδερφούλα μου. Απλώς μου έτυχε μια δύσκολη υπηρεσία. Είναι δυνατόν να λες πως σε ξέχασα; Εγώ σε σκέφτομαι μέρα και νύχτα.»
«Α, έτσι; Γιατί εγώ αυτές τις δύο μέρες νιώθω μια μοναξιά…Η φωνή της είχε έναν τόνο παιχνιδιάρικο.
«Και πώς είναι οι διαθέσεις σου; Έχεις τουλάχιστον φάει τίποτα της προκοπής;»
«Πίτσα παρήγγειλα.»
«Πίτσα; Ξεροφαγία λοιπόν!»
«Εύκολη λύση. Και, αν το καλοσκεφτείς, μια χαρά διατροφή είναι.»
«Πλάκα μου κάνεις! Όχι και υγιεινή! Ξάδερφε, κέρνα τον καφέ και έρχομαι με ένα διπλό πιάτο σπανακόπιτα που έχω φτιάξει με τα χεράκια μου. Να λαδώσει λίγο το έντερο και να σου φτιάξει η διάθεση. Σε θέλω ευχαριστημένο!»
Ύστερα πρόσθεσε, με προσποιητή αγανάκτηση. «Αυτή η κυρία που υποτίθεται πως σου καθαρίζει το σπίτι δεν σου μαγειρεύει τουλάχιστον;»
«Έχει φύγει για την πατρίδα της. Στο τέλος του μήνα γυρίζει.»
«Α, κατάλαβα…»
Για μια στιγμή σώπασε. Η πληροφορία αυτή, όσο αθώα κι αν ακουγόταν, της προκάλεσε ένα μικρό τσίμπημα ζήλιας.
Ούτε φαΐ ούτε γυναικεία συντροφιά, λοιπόν… σκέφτηκε, αλλά δεν το είπε.
Δεν της ήταν καθόλου ευχάριστη η ιδέα πως ο ξάδελφος της είχε τη δική του ερωτική ζωή και πως, όταν η οικιακή βοηθός επέστρεφε, πιθανότατα θα ξαναγινόταν μέρος της καθημερινότητάς του. Η σκέψη αυτή την ενόχλησε περισσότερο απ’ όσο περίμενε. Και τότε κατάλαβε κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή προτιμούσε να μην παραδέχεται ούτε στον εαυτό της, η ζήλια της δεν ήταν απλώς οικογενειακή περιέργεια.
Ήταν ενδιαφέρον. Ήταν έλξη. Και, ίσως, κάτι περισσότερο. Έτσι, μέσα σε λίγα λεπτά, πήρε την απόφασή της. Θα πήγαινε να τον δει. Θα του έκανε παρέα, θα του πήγαινε τη σπανακόπιτα και τον καφέ της και, χωρίς να βιαστεί, θα άφηνε τα πράγματα να δείξουν μόνα τους προς τα πού μπορούσαν να οδηγηθούν. Το χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της ήταν σχεδόν αδιόρατο. Η Ναταλία είχε μόλις αποφασίσει να περάσει από τα λόγια… στις πράξεις. Χωρίς να χάσει χρόνο, η Ναταλία έκανε ένα γρήγορο μπάνιο και διάλεξε με ιδιαίτερη φροντίδα τι θα φορούσε. Ένα κόκκινο, κομψό σετ εσωρούχων και ένα κοντό φόρεμα συμπλήρωσαν την εμφάνισή της. Κοιτάχτηκε για λίγο στον καθρέφτη και χαμογέλασε στον εαυτό της. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Η σκέψη του ξαδέλφου είχε αποκτήσει πλέον μια ένταση που δυσκολευόταν να αγνοήσει. Δεν πήγαινε απλώς να του αφήσει τη σπανακόπιτα και να πιουν έναν καφέ. Το ήξερε και η ίδια.
Όταν έφτασε, εκείνος την περίμενε στην είσοδο. Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους και βρέθηκαν μακριά από τα βλέμματα της γειτονιάς, η απόσταση μεταξύ τους εξαφανίστηκε. Ο άνδρας την πλησίασε απότομα, την κράτησε κοντά του και τη φίλησε.
«Μωρό μου…» ψιθύρισε.
Την κοίταξε στα μάτια. «Ξαδερφούλα, είναι καιρός τώρα που με αναστατώνεις. Δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου.»
Η Ναταλία χαμογέλασε. Δεν χρειαζόταν να της εξηγήσει περισσότερα. Είχε καταλάβει από καιρό τι υπήρχε πίσω από τα βλέμματά του.
«Κι εγώ σε θέλω εδώ και καιρό», του απάντησε χαμηλόφωνα.
Η αγκαλιά τους έγινε πιο σφιχτή και για λίγες στιγμές κανείς τους δεν μίλησε. Η ένταση που είχε συσσωρευτεί τόσο καιρό έμοιαζε να βρίσκει επιτέλους διέξοδο.
«Θα σε κάνω να ξεχάσεις για λίγο όλα τα υπόλοιπα», της είπε εκείνος.
Η Ναταλία γέλασε και τον αγκάλιασε ξανά. «Μόνο πρόσεχε», του ψιθύρισε. «Γιατί μπορεί να μην είμαι εγώ αυτή που θα θέλει να φύγει πρώτη.»
Η σκέψη ότι βρισκόταν στο ίδιο σπίτι όπου εκείνος είχε ζήσει άλλες ερωτικές στιγμές της προκαλούσε ένα παράξενο μείγμα ζήλιας και ικανοποίησης. Είχε μάθει για την άλλη γυναίκα, για τη σχέση τους, και τώρα η ίδια βρισκόταν εκεί. Και, όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει πίσω από το χιούμορ της, ένα πράγμα ήταν πλέον ξεκάθαρο. Η Ναταλία δεν είχε έρθει μόνο για τη σπανακόπιτα.
Ήταν εκτός εαυτού και οι δύο τους και οι φωνές της ακούγονταν σίγουρα σε όλο σπίτι, αλλά δε τους ένοιαζε εκείνες τις στιγμές. Είχανε χαθεί σε έναν άλλο κόσμο. Το γαμήσι με τον ξάδερφο, της φαινόταν απίστευτο!
Βγήκε από το μουνί της και ο πούτσος του αναζήτησε τη πίσω τρύπα, μπήκε σιγά-σιγά πρώτα το πουτσοκέφαλο, με αργές κινήσεις έπαιρνε σειρά και ολόκληρος ο πούτσος!
«Αχ, δεν αντέχω, πονάω!»
«Θα το συνηθίσεις καύλα μου, θα κάνω αργές κινήσεις!» και συνέχισε να χαϊδεύει το μουνί της. Δεν ήθελε να βιαστεί, αν κι ένιωθε ότι η Ναταλία φλέγεται από τον πόθο της κι ότι τον θέλει. «Ο μαλάκας ο ξάδερφος δεν σε γαμάει από πίσω;»
«Ναι με γαμάει αλλά όχι συχνά!»
«Δηλαδη όλο αυτό τον καιρό δεν είχες κάποια σχέση και να σε είχε γαμήσει από πίσω, εκτός τον Μιλτιάδη;»
Η Ναταλία έχωσε το κεφάλι της στο μαξιλάρι και ψιθύρισε ήρεμα: «όχι.»
Η Ναταλία τον είχε πάρει από παντού και τώρα ήξερε πως με τον ξάδερφο είχαν πολλά ακόμη να ζήσουν μαζί. Ήταν γεμάτη απ’ αυτόν, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Αφού έμειναν για λίγο ακόμη κοντά, μιλώντας χαμηλόφωνα και πειράζοντας ο ένας τον άλλον, αποφάσισαν πως για εκείνη την ημέρα έπρεπε να σταματήσουν. Η ώρα είχε περάσει και η Ναταλία έπρεπε κάποια στιγμή να επιστρέψει στο σπίτι της.
Δεν χρειάστηκε να κάνουν σχέδια για το μέλλον. Κανείς τους δεν ήξερε πού θα οδηγούσε αυτή η σχέση. Ήξεραν, όμως, πως η έλξη ανάμεσά τους δεν ήταν κάτι που μπορούσαν εύκολα να αγνοήσουν. Ο χρόνος θα έδειχνε αν μπορούσε να συνεχιστεί.
Και τελικά συνεχίστηκε. Για αρκετούς μήνες, οι συναντήσεις τους έγιναν όλο και συχνότερες. Βρίσκονταν άλλοτε στο σπίτι του, άλλοτε σε άλλα μέρη όπου μπορούσαν να έχουν λίγη ιδιωτικότητα. Η σχέση τους απέκτησε τη δική της ένταση και τον δικό της ρυθμό, μέχρι που μια νέα μετάθεση έστειλε τον ξάδελφο στη Βόρεια Ελλάδα και οι δρόμοι τους απομακρύνθηκαν.
«Και δεν είναι μόνο αυτό», συνέχισε η Εριφύλη. «Τον τελευταίο καιρό η Ναταλία παρακολουθεί προχωρημένα σεμινάρια για γραμματέας. Θέλει να αναλάβει καθήκοντα ως ιδιαιτέρα γραμματέας σε γραφείο υψηλόβαθμου στελέχους της εταιρείας της.»
Η Ελπινίκη ανασήκωσε τα φρύδια. «Και υποθέτω πως υπάρχει και σχετικό… παρασκήνιο.»
«Ακριβώς! Στη δουλειά κυκλοφορεί ευρέως η φήμη ότι το συγκεκριμένο στέλεχος διατηρεί μια ιδιαίτερη σχέση μαζί της.»
«Α, μάλιστα! Η Ναταλία δεν κάθεται ποτέ με σταυρωμένα χέρια.»
Η Εριφύλη γέλασε. «Και κάτι ακόμη που μας αφορά ως γυναίκες. Η εξουσία που ασκεί ένα υψηλόβαθμο στέλεχος, αγάπη μου, μπορεί να είναι ένα από τα πιο ισχυρά στοιχεία έλξης. Και το κοφτερό μυαλό είναι επίσης εξαιρετικά γοητευτικό, καμιά φορά περισσότερο κι από μερικές… φέτες στην κοιλιά!»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε. «Και είναι κακό αυτό, Εριφύλη μου;»
«Καθόλου, Ελπινίκη μου. Η Ναταλία το γνωρίζει πολύ καλά. Άλλωστε, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν μιλάει θεωρητικά. Έχει μάθει να αναγνωρίζει τη γοητεία της εξουσίας και της ευφυΐας από πρώτο χέρι.»
Η Ελπινίκη έμεινε για λίγο σιωπηλή και ύστερα χαμογέλασε πονηρά. «Δηλαδή, η φίλη μας έχει ανοίξει ολόκληρο… επαγγελματικό κεφάλαιο στη ζωή της.»
«Και φοβάμαι πως το κεφάλαιο αυτό μόλις άρχισε», απάντησε η Εριφύλη.
Η Αλεξάνδρα, εν το μεταξύ με την παρέμβαση και τη συμβολή της αδελφής της, της Μυρτώς, είδε τελικά την ερωτική της ζωή να αποκτά, ύστερα από περιπέτειες και ανατροπές, μια αναπάντεχα όμορφη κατάληξη.
«Πώς το λέμε, Ελπινίκη μου, σύμφωνα με την παροιμία, όταν ύστερα από τόσες περιπέτειες φτάνουμε σε αίσια έκβαση;»
«Τέλος καλό, όλα καλά!»
Και πράγματι, αυτό ταίριαζε απόλυτα στην περίπτωση της Αλεξάνδρας. Μια γυναίκα με έντονη παρουσία, δυναμισμό και εμφανή θηλυκότητα, που ήξερε να αναδεικνύει με φυσικότητα τη γυναικεία της γοητεία, βρήκε τελικά, με λίγη υπομονή και αρκετή τύχη, έναν άντρα που εκτίμησε πραγματικά την αξία της. Η γνωριμία τους προχώρησε, η σχέση τους σταθεροποιήθηκε και, κάποια στιγμή, ήρθε και η επίσημη επισφράγιση, γάμος με παπά και με κουμπάρο, όπως λέει ο λαός. Η αδελφή της, η Μυρτώ, εργαζόταν στη γραμματεία μιας μεγάλης και γνωστής πολυεθνικής βιομηχανίας τροφίμων. Ήταν μια νέα κοπέλα σοβαρή, δραστήρια και ιδιαίτερα αφοσιωμένη στη δουλειά της. Στον επαγγελματικό της χώρο, ένας νεαρός εξωτερικός συνεργάτης της εταιρείας της είχε δείξει ξεκάθαρα το ερωτικό ενδιαφέρον του. Την πολιορκούσε με επιμονή, εκδηλώνοντας χωρίς ιδιαίτερες περιστροφές την επιθυμία του να τη γνωρίσει καλύτερα και, αν υπήρχε ανταπόκριση, να δημιουργήσουν μια σχέση.
Η Μυρτώ, όμως, κρατούσε σταθερά τις αποστάσεις της. Όσο εκείνος επέμενε, εκείνη παρέμενε ευγενική αλλά αποφασιστική, αφήνοντάς του να καταλάβει πως δεν ενδιαφερόταν να προχωρήσει μαζί του.
«Δηλαδή, καθόλου δεν την ενδιέφερε;» ρώτησε η Ελπινίκη.
«Καθόλου, απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω. Και, κατά τα φαινόμενα, το μυαλό της και οι ανησυχίες της ήταν στραμμένα κάπου αλλού.
Εδώ, όμως, η Εριφύλη χαμογέλασε με εκείνο το μικρό, πονηρό χαμόγελο που πρόδιδε πως είχε ήδη σχηματίσει τη δική της θεωρία.
Είχα βάσιμες υποψίες πως ο Νικηφόρος μου ήταν ο άντρας που την ενδιέφερε πραγματικά. Ίσως μάλιστα να τον είχε ξεχωρίσει στη σκέψη της, να είχε πλάσει κάποια δικά της σενάρια για το ενδεχόμενο να μπορούσαν κάποτε να γίνουν ζευγάρι. Και, αν ήταν έτσι, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς την απογοήτευσή της όταν πληροφορήθηκε πως εκείνος κι εγώ είχαμε ήδη μια πολύ σοβαρή σχέση. Δεν χρειάστηκε ποτέ να ειπωθούν πολλά μεταξύ μας γι’ αυτό. Άλλωστε, ως συνομήλικες γυναίκες, είχαμε μάθει να καταλαβαίνουμε η μία την άλλη ακόμη και όταν οι λέξεις περίσσευαν. Υπήρχε ανοιχτή επικοινωνία, αμοιβαίος σεβασμός και μια ειλικρινής διάθεση να μη δημιουργούμε παρεξηγήσεις εκεί όπου δεν υπήρχε λόγος.
Η Μυρτώ παραμένει ακόμη και σήμερα ελεύθερη και αφοσιωμένη στην επαγγελματική της ζωή. Αγαπά τη δουλειά της, έχει χτίσει τη δική της πορεία και φαίνεται πως, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν βιάζεται να αλλάξει τις ισορροπίες της.
«Ίσως τελικά, Εριφύλη μου, να ισχύει και για εκείνη το «όλα στον καιρό τους».
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Ακριβώς. Μερικές γυναίκες απλώς δεν βιάζονται. Περιμένουν να εμφανιστεί εκείνος που θα αξίζει πραγματικά τον κόπο.»
Όντως, η Μυρτώ είχε το μυαλό της στον Νικηφόρο. Αυτό όμως που δεν γνώριζε ούτε η Εριφύλη ούτε, πολύ περισσότερο, η ίδια η Μυρτώ, ήταν πως κάποτε και ο Νικηφόρος είχε όντως αισθανθεί για εκείνη μια ιδιαίτερα δυνατή έλξη και είχε φτάσει να σκεφτεί ακόμη και το ενδεχόμενο να αναζητήσει μια επίσημη σχέση μαζί της.
Εκείνη την εποχή, η οικογένεια της Μυρτώς είχε τρεις κόρες, ανύπαντρες και οι τρεις. Την Ελπίδα, είκοσι τριών ετών, την Αλεξάνδρα, είκοσι ενός, και τη Μυρτώ, τη μικρότερη, μόλις δεκαεννέα.
Ήταν μια περίοδος κατά την οποία ο Νικηφόρος, νεαρός ακόμη μηχανικός της ναυτιλίας, επέστρεφε στην Ελλάδα ύστερα από ένα ακόμη μπάρκο. Η ζωή του βρισκόταν σε μια φάση μετάβασης. Είχε αρχίσει να αποκτά επαγγελματική εμπειρία και να πατάει πιο γερά στα πόδια του, αλλά μέσα του δεν είχε ακόμη αποφασίσει προς τα πού ήθελε να κατευθύνει την προσωπική του ζωή.
Η μητέρα του, όπως συμβαίνει συχνά στις μανάδες που θεωρούν πως ήρθε η ώρα να αποκαταστήσουν τα παιδιά τους, τον περίμενε με χαμόγελο και… σχέδιο.
Μόλις βρήκε την κατάλληλη στιγμή, άρχισε τα μητρικά της κηρύγματα. «Νομίζω πως ήρθε η ώρα, παιδί μου. Είσαι πια σε ηλικία, έχεις ωριμάσει, έχεις τη δουλειά σου… Να σου βρω κι εγώ μια καλή κοπέλα να κάνεις τη δική σου οικογένεια.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με εκείνο το μισό χαμόγελο που προμήνυε πείραγμα. «Και τι είναι η κοπέλα για να τη βρεις, ρε μάνα; Ραπανάκι για την όρεξη στη λαϊκή αγορά;»
«Με ακούς, παιδάκι μου;»
«Ναι, ρε μάνα, σε ακούω! Καθαρά και δυνατά!»
«Και τότε γιατί δεν απαντάς;»
«Απαντάω, αλλά εσύ έχεις ήδη αποφασίσει και τι θα πω!»
Η μητέρα του τον κοίταξε για λίγο σιωπηλή και ύστερα επέμεινε. «Εγώ το καλό σου θέλω. Δεν είναι ωραίο να γυρίζεις από τα καράβια και να βρίσκεις ένα άδειο σπίτι. Να έχεις έναν άνθρωπο δικό σου. Να κάνεις οικογένεια.»
Ο Νικηφόρος σοβάρεψε. « Ξέρεις κάτι, ρε μάνα; Δεν είναι ότι δεν χρειάζομαι έναν καλό σύντροφο στη ζωή μου. Κάποιον με τον οποίο να έχουμε κοινά ενδιαφέροντα, να νιώθουμε άνετα ο ένας με τον άλλον και να μπορούμε να μοιραζόμαστε σκέψεις και συναισθήματα. Αυτό το καταλαβαίνω.»
«Ε, τότε; Τι περιμένεις;»
Ο Νικηφόρος πήρε μια μικρή ανάσα.« Είναι που η ζωή είναι περίεργη. Απρόβλεπτη. Γεμάτη εκπλήξεις, αντιφάσεις και παράδοξα. Δεν ακολουθεί πάντα μια λογική και προκαθορισμένη πορεία. Κι αν προσπαθήσεις να την τακτοποιήσεις από πριν, μπορεί τελικά να σου φέρει κάτι εντελώς διαφορετικό.»
Η μητέρα του τον άκουσε για λίγα δευτερόλεπτα με απορία. «Όπως τα λες εσύ, γιε μου, εγώ δεν παίρνω είδηση! Δεν καταλαβαίνω τη γλώσσα σου. Τι θέλεις να πεις, τέλος πάντων;»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Θέλω να πω ότι δεν αποκλείω τίποτα. Απλώς δεν θέλω να διαλέξω άνθρωπο σαν να διαλέγω έπιπλο για το σπίτι.
«Ε, καλά… Εγώ μια κουβέντα σου είπα!»
«Το ξέρω, μάνα. Και την εκτιμώ.»
Η αλήθεια, όμως, ήταν πως εκείνη την περίοδο ο Νικηφόρος απέφευγε τις δεσμεύσεις. Δεν αισθανόταν ακόμη έτοιμος, ούτε συναισθηματικά ούτε οικονομικά ούτε ως προς τον τρόπο ζωής που είχε επιλέξει να περάσει από την εργένικη ζωή του ναυτικού σε έναν γάμο με όλες τις ευθύνες και τις απαιτήσεις που αυτός συνεπαγόταν. Είχε μπροστά του άλλα σχέδια, άλλες εμπειρίες, άλλες αναζητήσεις.
Και, χωρίς να το ξέρει ακόμη, μέσα σε εκείνη ακριβώς την περίοδο υπήρχε ήδη μια νεαρή γυναίκα που είχε αρχίσει να καταλαμβάνει έναν ιδιαίτερο χώρο στη σκέψη του.
Μόνο που η ιστορία τους, όπως συμβαίνει συχνά στη ζωή, δεν θα ακολουθούσε την ευθεία διαδρομή που ίσως θα περίμενε κανείς. Ο Νικηφόρος είχε θέσει ως πρωταρχικό του στόχο την επαγγελματική του καταξίωση. Ήθελε πρώτα να σταθεί γερά στα πόδια του, να αποκτήσει ένα σταθερό και επαρκές εισόδημα, ώστε να αισθάνεται ασφαλής και ανεξάρτητος και, όταν θα ερχόταν η ώρα, να μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια χωρίς να εξαρτάται από κανέναν.
Την ίδια στιγμή, όμως, γνώριζε πολύ καλά πως η επίμονη μητέρα του, σαν άλλη Αγία Υπομονή, την Ελένη Δραγάση-Παλαιολόγου, μητέρα του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει εύκολα την ιδέα του προξενιού.
Είχε ήδη βάλει στο μυαλό της την πολύ καλή οικογένεια της απέναντι γειτονιάς, με τις τρεις κόρες, και προσπαθούσε διακριτικά να τον πείσει πως θα ήταν καλή ιδέα να ζητήσουν μία από τις δύο μεγαλύτερες. Ο Νικηφόρος, που καταλάβαινε πολύ καλά πού το πήγαινε η μητέρα του, έψαξε έναν τρόπο να εκφράσει την απροθυμία του χωρίς να της χαλάσει εντελώς τα σχέδια.
«Εντάξει, ρε μάνα. Αν θέλεις τόσο πολύ να κάνεις την προξενήτρα, κάν’ το. Αλλά υπάρχει ένας όρος.»
Η μητέρα του αναθάρρησε. «Τι όρος;»
«Αν είναι να γίνει προξενιό, εγώ θα δεχτώ μόνο για τη μικρή.»
«Τη Μυρτώ;»
Ναι. Για τη Μυρτώ.»
Η μητέρα του έμεινε για λίγο σιωπηλή. Δεν χρειάστηκε πολλή σκέψη για να καταλάβει τι πραγματικά σήμαινε ο όρος του γιου της. Με τρεις κόρες στην οικογένεια, το να ζητούσαν αποκλειστικά τη μικρότερη, τη δεκαεννιάχρονη Μυρτώ, θα μπορούσε εύκολα να εκληφθεί ως άρνηση για τις δύο μεγαλύτερες. Και η μητέρα του δεν ήθελε να βρεθεί σε μια τόσο άβολη θέση. Έτσι, το επίδοξο προξενιό έμεινε εκεί. Η αλήθεια, βέβαια, ήταν λίγο διαφορετική απ’ όσο μπορούσε να υποψιαστεί η μητέρα του. Ο Νικηφόρος δεν είχε διαλέξει τυχαία τη Μυρτώ. Η καρδιά του είχε ήδη αρχίσει να σκιρτά για εκείνη τη μικρή, σκερτσόζα, δυναμική και φωτεινή κοπέλα. Η δεκαεννιάχρονη Μυρτώ τού είχε κινήσει το ενδιαφέρον με έναν τρόπο που ο ίδιος δεν μπορούσε εύκολα να αγνοήσει. Είχε κάτι ζωντανό και αυθόρμητο, μια παρουσία που δεν περνούσε απαρατήρητη. Κάθε φορά που τη συναντούσε στον δρόμο ή στο λεωφορείο, τα μάτια του τον πρόδιναν περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε. Το βλέμμα του μαλάκωνε, έμενε πάνω της λίγο περισσότερο και, χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί λέξη, αποκάλυπτε ένα ενδιαφέρον που ο ίδιος προσπαθούσε να κρατήσει διακριτικό.
Κι όμως, η Μυρτώ δεν κατάλαβε ποτέ. Ή, τουλάχιστον, δεν κατάλαβε ποτέ αυτό που εκείνος ήλπιζε πως μπορούσε να διακρίνει στα μάτια του. Ο Νικηφόρος πίστευε πως το βλέμμα του ήταν αρκετό. Πως κάποια στιγμή εκείνη θα το αντιλαμβανόταν, θα καταλάβαινε τι συνέβαινε μέσα του και ίσως θα του έδινε κι εκείνη ένα μικρό σημάδι. Όμως η Μυρτώ φαίνεται πως έβλεπε έναν ευγενικό, μεγαλύτερο γνωστό της γειτονιάς, όχι έναν νεαρό άντρα που είχε αρχίσει να την ξεχωρίζει από όλες τις άλλες. Και έτσι, το ειδύλλιο που ο Νικηφόρος είχε αρχίσει σιωπηλά να ονειρεύεται δεν ξεκίνησε ποτέ. Ίσως επειδή το βλέμμα, όσο εκφραστικό κι αν είναι, δεν είναι πάντοτε αρκετό. Μερικές φορές χρειάζεται μια λέξη, μια κίνηση, ένα θάρρος που εκείνη την εποχή ο Νικηφόρος δεν είχε βρει τρόπο να επιστρατεύσει.
Και η ζωή, όπως είχε ήδη πει στη μητέρα του, δεν ακολουθεί πάντα τη διαδρομή που σχεδιάζουμε. Εκείνος είχε δει μια πιθανότητα. Η Μυρτώ δεν την είδε ποτέ.
Και κάπως έτσι, χωρίς καβγά, χωρίς απόρριψη και χωρίς καν να το αντιληφθούν πραγματικά οι δυο τους, ένα μικρό ειδύλλιο που θα μπορούσε να είχε υπάρξει έμεινε για πάντα στη σιωπή ενός βλέμματος.
Όταν, λοιπόν, η Μυρτώ θέλησε να απαλλαγεί από τον νεαρό άντρα που την πολιορκούσε επίμονα και της εξέφραζε με ολοένα μεγαλύτερη επιμονή το ερωτικό του ενδιαφέρον, βρήκε έναν έξυπνο τρόπο να βάλει τέλος στην κατάσταση, χωρίς να τον προσβάλει. Του πρότεινε την αδελφή της ως πολύ καλύτερη επιλογή. Το συζήτησε πρώτα με την Αλεξάνδρα και, αφού πήρε τη συγκατάθεσή της, αποφάσισε να του τη γνωρίσει με σοβαρές προθέσεις.
Όταν του το ανακοίνωσε, εκείνος έμεινε για λίγο άφωνος. «Σοβαρά μου μιλάς τώρα; Πραγματικά επιμένεις να γνωρίσω την αδελφή σου;»
«Σοβαρότατα! Είναι όμορφη, έξυπνη, νοικοκυρά. Βέβαια, είναι λίγο τσαούσα…» Χαμογέλασε πονηρά.
«…αλλά θα στρώσει όταν παντρευτεί!»
Ο νεαρός γέλασε. «Και έχεις την εντύπωση πως μόλις με δει η αδελφή σου θα πάθει κεραυνοβόλο έρωτα και θα πει αμέσως το «ναι»; Κι αν η κοπέλα έχει αντίρρηση; Αν αγαπάει κάποιον άλλον, ρε κορίτσι μου;»
Η Μυρτώ τον κοίταξε με απόλυτη αυτοπεποίθηση. «Η ερώτηση «αν αγαπάει άλλον», για να πάρεις μια χρήσιμη απάντηση, έχει μία απλή απάντηση: όχι!»
«Τόσο σίγουρη είσαι;»
«Απόλυτα. Και είμαι βέβαιη πως οι δυο σας θα τα πάτε πολύ καλά.»
«Γιατί;»
«Γιατί μοιάζετε περισσότερο απ’ όσο νομίζεις. Είστε και οι δύο γεμάτοι ενέργεια, ζωντάνια και ενθουσιασμό. Έχετε κοινά ενδιαφέροντα, παρόμοιο τρόπο σκέψης και, γενικά, αρκετά κοινά σημεία που μπορούν να σας φέρουν κοντά. Τον κοίταξε και πρόσθεσε, σχεδόν σαν να έδινε την τελική της συμβουλή. «Με καταλαβαίνεις, πιστεύω!»
Ο νεαρός την κοίταξε για λίγες στιγμές. Η αλήθεια ήταν πως δεν χρειαζόταν και πολλή σκέψη. Η πρόταση ήταν απρόσμενη, αλλά η περιέργειά του είχε ήδη ξυπνήσει.
«Εντάξει λοιπόν. Θα τη γνωρίσω.» Και κάπως έτσι έγινε.
Η πρώτη συνάντηση με την Αλεξάνδρα τον εντυπωσίασε περισσότερο απ’ όσο περίμενε. Η παρουσία της, η εμφάνισή της, ο τρόπος που μιλούσε και η ζωντάνια του χαρακτήρα της του δημιούργησαν από την πρώτη στιγμή την αίσθηση πως απέναντί του είχε μια γυναίκα με προσωπικότητα. Η Μυρτώ, χωρίς να το έχει σχεδιάσει ίσως τόσο καλά όσο νόμιζε, είχε πετύχει διάνα. Ο νεαρός γοητεύτηκε από την Αλεξάνδρα και η γνωριμία τους προχώρησε γρήγορα. Εκείνη, από την πλευρά της, δεν άργησε να ανταποκριθεί στο ενδιαφέρον του. Αυτό που ξεκίνησε ως μια απλή γνωριμία εξελίχθηκε σε σχέση και, πριν περάσει πολύς καιρός, οι δυο τους αποφάσισαν να παντρευτούν. Σήμερα αποτελούν ένα αγαπημένο και ταιριαστό ζευγάρι, έχουν δημιουργήσει τη δική τους οικογένεια και σύντομα περιμένουν και το πρωτο παιδί τους.Κι αν τ ο καλοσκεφτεί κανείς, η ιστορία έχει και μια μικρή ειρωνεία: η Μυρτώ, προσπαθώντας απλώς να απαλλαγεί από έναν επίμονο θαυμαστή, έγινε τελικά η αφορμή για να βρει εκείνος τη γυναίκα της ζωής του. Η ζωή, τελικά, έχει έναν δικό της τρόπο να τακτοποιεί τις υποθέσεις μας, συχνά πολύ διαφορετικό από εκείνον που είχαμε φανταστεί.
«Δηλαδή, η αδελφή της Αλεξάνδρας, η Μυρτώ, τον έρωτα και τη σεξουαλικότητα δεν τα βάζει στις προτεραιότητές της;» απόρησε η Ελπινίκη, καθώς άκουγε την ιστορία.
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Βλέπεις, η Μυρτώ είναι και λίγο φεμινίστρια. Έμαθε να ανήκει πρώτα στον εαυτό της και σε κανέναν άντρα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως έχει ξεχάσει ότι είναι γυναίκα. Απλώς δεν αισθάνεται την ανάγκη να το αποδεικνύει σε κανέναν.
«Δηλαδή;»
«Κατά καιρούς, βέβαια, έχει κι εκείνη τις επιθυμίες και τις ανάγκες της. Μπορεί να μη μιλά εύκολα γι’ αυτές, αλλά, όπως κάθε άνθρωπος, θέλει τη συντροφιά, τη ζεστασιά και την ερωτική εγγύτητα ενός άντρα. Έχει τις φαντασιώσεις της, τις επιθυμίες της, μπορεί να θέλει να αφεθεί σε μια σχέση και να νιώσει γυναίκα και ερωμένη. Μόνο που υπάρχει μια βασική διαφορά: δεν πρόκειται ποτέ να θεωρήσει πως δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της χωρίς εκείνον.»
«Ολίγον φεμινίστρια, λοιπόν, η Μυρτώ μας» — σχολίασε η Ελπινίκη, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη φράση.
«Κάπως έτσι. Και ίσως αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον πάνω της.» Η Εριφύλη έκανε μια μικρή παύση και επέστρεψε στην προηγούμενη ιστορία. «Οπότε, παντρεύτηκε η Αλεξάνδρα και ησύχασε και ο Μιλτιάδης!»
Η Ελπινίκη γέλασε, το βλέμμα της Εριφύλης σοβάρεψε. «Μμμ… ναι. Αλλά, Ελπινίκη μου, όποια κι αν είναι η Ναταλία, ένα πράγμα φαίνεται πως το έχει. Τσαγανό. Και κάτι μου λέει πως κι αυτή γουστάρει τρελά τον Νικηφόρο μου.
Η Ελπινίκη την κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που προμήνυε πως η συζήτηση μόλις έμπαινε σε πιο προσωπικό έδαφος.
«Λες να έχει κάνει παιχνίδι ο Νικηφόρος σου μαζί της;»
«Μπα… κομματάκι δύσκολο. Του έχω τόσο μαζεμένα τα λουριά όταν έρχεται, που δεν του μένει και πολύς χώρος για τέτοια.
«Α, ώστε έτσι;»
«Και να σου πω και κάτι; Νομίζω πως ο μαζόχας μου απολαμβάνει το «πρέσινγκ» που του κάνω!»
Η Ελπινίκη ξέσπασε σε γέλια. «Και δεν έχεις τύψεις;»
«Καθόλου! Άλλωστε, η αλήθεια είναι πως κι εγώ δεν τον αφήνω να έχει παράπονο.»
«Δηλαδή, ρε Εριφύλη, του κάνεις όλα τα γούστα;»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τα φρύδια της δήθεν αγανακτισμένη.
«Τρελή είσαι, κοπέλα μου; Εμείς οι γυναίκες να κάνουμε στους άντρες μας όλα τα χατίρια; Τι θέλεις, να μας περάσουν και για… πουτάνες; Τι σου μάθαινε η μάνα σου κορίτσι μου.»
«Και πού τα κάνουμε, Εριφύλη;»
Η Εριφύλη γέλασε δυνατά. «Ξέρω ’γω! Αυτό που ξέρω είναι πως όλες οι «αχόρταγες» κάπου βρίσκουν έναν γκόμενο. Γιατί τον έχουν; Για να τους απλώνει τα ρούχα στα σχοινιά και να τους τινάζει τα σεντόνια; Πρέπει να ζητήσουμε συμβουλές από εκείνη την ξεχασμένη φιλενάδα σου την Κλεοπάτρα!
Αλήθεια τι κάνει αυτή η ψύχη; Έχει χαθεί. Πάει καιρός να μάθω νέα της.»
«Άστην αυτή τώρα. Πού τη θυμήθηκες; Θα φταρνίζεται!»
«Μπορεί. Αλλά κάτι μου λέει πως, αν την πάρουμε τηλέφωνο, θα έχουμε καινούργιο επεισόδιο για την παρέα μας!»
Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν και γέλασαν. Ήξεραν καλά πως, όταν άνοιγε τέτοια κουβέντα, σπάνια τελείωνε εκεί όπου είχε αρχίσει.
Δηλαδή, κορίτσι μου, αν είχες στο κρεβάτι αυτό το λαχείο, τον Μπαγάσα, θα του έκανες όλα τα χατίρια;
Η Ελπινίκη σταμάτησε απότομα και την κοίταξε με νόημα. «Κώλο, πίπα και τα σχετικά;»
Η Εριφύλη έβαλε τα γέλια, δεν απάντησε.
«Επί τη ευκαιρία, Αδάμας τον λένε το κελεπούρι! Α-δά-μας! Άκου «Μπαγάσας»… Πώς σου κόλλησε αυτό το όνομα;» της λέει η Ελπινίκη.
«Όπα! Η χαμηλοβλεπούσα! Τι ακούω; Προχωρημένες κοινωνικές επαφές, βλέπω! Αδάμας, ε; Τι άλλο διαπραγματευτήκατε, πιτσουνάκια μου;
«Δεν μου απάντησες για τα χατίρια.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε πονηρά. «Ας τον είχα εγώ στο κρεβάτι και θα ήξερα πολύ καλά πώς να τον κάνω να με θυμάται. Θα φρόντιζα να μη βαρεθεί ούτε στιγμή!»
«Δηλαδή, να γίνεις κανονική… αχαλίνωτη ερωμένη; Ό,τι ζητήσει ο γαμιάς;»
«Η γυναίκα που ξέρει τι θέλει, όταν βρίσκεται με τον άνθρωπό της, δεν χρειάζεται να παίζει κάποιον ρόλο. Θέλει να ανακαλύψει μαζί του τι τους αρέσει, να αφήσει χώρο στη φαντασία, να δοκιμάσει καινούργιους τρόπους να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον και να ζήσει την ηδονή χωρίς να σκέφτεται αν πρέπει να ντραπεί.»
Η Ελπινίκη την άκουγε με χαμόγελο. «Και μέχρι πού φτάνουν αυτά τα «καινούργια»;»
«Μέχρι εκεί που υπάρχει εμπιστοσύνη, επιθυμία και αμοιβαία διάθεση. Και, ναι, αν δύο άνθρωποι θέλουν να εξερευνήσουν και πιο τολμηρές πλευρές της ερωτικής τους ζωής, γιατί όχι; Στο κρεβάτι, Ελπινίκη μου, οι δύο άνθρωποι αποφασίζουν τους δικούς τους κανόνες.
«Μάλιστα! Άρα ο Αδάμας έχει πιθανότητες, βλέπω. Δεν μου είπες γιατί εξαφανίστηκες τότε από το τραπέζι σαν κυνηγημένη!»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αμήχανα. « Αυτό είναι άλλη ιστορία.»
«Α, όχι! Τώρα που μάθαμε και το όνομα του «Μπαγάσα», θέλω ολόκληρη την ιστορία.»
«Είσαι αδιόρθωτη.»
«Και εσύ, φιλενάδα μου, είσαι ύποπτα μυστηριώδης απόψε!»
Οι δυο γυναίκες ξέσπασαν στα γέλια. Η κουβέντα είχε πλέον ξεφύγει από την Αλεξάνδρα και τη Μυρτώ και είχε επιστρέψει, σχεδόν φυσιολογικά, στον άνθρωπο που είχε αναστατώσει την Εριφύλη λίγες ώρες νωρίτερα.
«Εριφύλη, σε λίγο φτάνουμε σπίτι σου. Θα παρκάρω εδώ, στο πάρκινγκ του σούπερ μάρκετ, γιατί πρέπει να τα πούμε λίγο για τον… Μπαγάσα σου.»
«Δηλαδή, τι νεότερο έχουμε να πούμε;»
«Να κανονίσουμε πώς θα πληρώσουμε την εφορία! Με δουλεύεις; Εσύ δεν είπες πως, αν τον είχες στο κρεβάτι σου, θα γινόταν της κόλασης;»
«Ε, ναι, το είπα. Τον έχω όμως;»
«Ε, γι’ αυτό ακριβώς! Για έναν άντρα που μας κίνησε τόσο πολύ την περιέργεια θα πούμε δυο κουβέντες οι δυο μας.»
«Είσαι μια σουσουράδα! Κοίτα την τη φιλενάδα μου… έτοιμη να κάνει ολόκληρο ανάκριση για τον άνθρωπο. Και μάλιστα με τη σινιέ φούστα της να κινδυνεύει να γίνει πρωταγωνίστρια στην ιστορία!»
Η Ελπινίκη έσβησε τον κινητήρα, τράβηξε το χειρόφρενο και άνοιξε την τσάντα της με ύφος ανθρώπου που είχε έτοιμο φάκελο αποδεικτικών στοιχείων.
«Εδώ τον έχω, με βούλα και σφραγίδα! Τα στοιχεία του, παραχωρημένα ιδιοχείρως από τον ίδιο. Μπορώ να έχω για λίγο την προσοχή σου, παρακαλώ;»
«Παρακαλώ, κυρία ανακρίτρια.»
«Ευχαριστώ! Λοιπόν, έχουμε και λέμε…»
Σήκωσε την κάρτα σαν να επρόκειτο να παρουσιάσει επίσημο έγγραφο. «Αδάμας Αδαμαντίου. Τριάντα ετών. Ύψος ένα ογδόντα οκτώ. Αρχιτέκτονας. Ανύπαντρος. Και, πρόσεξε, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη ζωγραφική.»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τα φρύδια.
«Ζωγραφική;»
«Μάλιστα! Και μάλιστα έχει παρουσιάσει έργα του και σε γκαλερί.»
«Α, μάλιστα…»
«Άρα, αγαπητή μου, έχουμε έναν άντρα που, εκτός από εμφανίσιμος, έχει και καλλιτεχνικές ανησυχίες. Εσύ, πάλι, είσαι γνωστή για την αισθητική σου. Θα έλεγα πως βρήκες την… αδελφή ψυχή σου στα ενδιαφέροντα!»
«Ελπινίκη, θα σε πετάξω έξω από το αυτοκίνητο.»
«Μισό λεπτό, δεν τελείωσα! Παίζει και τένις.»
«Αυτό, ομολογώ, μας αφορά ελάχιστα.»
«Συμφωνώ. Το αφήνουμε στην άκρη.»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε και συνέχισε, με ολοένα μεγαλύτερη θεατρικότητα:
«Τώρα, αν είναι εξίσου καλός και στην… πρακτική εφαρμογή των ταλέντων του, αυτό δεν μπορώ να το γνωρίζω. Στη ζωγραφική, πάντως, μάλλον ξέρει τι κάνει.»
«Είσαι αδιόρθωτη!»
«Τζόκερ πέτυχες, μωρή! Και μου έκλαιγες πως δεν έχεις τύχη!»
«Μη βιάζεσαι. Μπορεί να είναι απλώς ένας όμορφος άντρας που έτυχε να καθίσει δίπλα μας.»
«Α, όχι! Εδώ είναι το ενδιαφέρον. Από την τυχαία εκείνη συνάντηση απέκτησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να σε γνωρίσει καλύτερα. Και μάλιστα δεν το έκρυψε.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε, προσπαθώντας να κρύψει την αναστάτωση της.
«Βρήκες το ταίρι σου, που λένε. Σου κάνει όπως το μπλουζάκι στο ιδανικό νούμερο!»
«Μη συνεχίζεις…»
«Εγώ, πάντως, σας φαντάζομαι να συζητάτε ώρες για χρώματα, καμβάδες, αρχιτεκτονική και τέχνη. Ποιος ξέρει; Μπορεί να ανακαλύψετε καινούργιους κόσμους!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Πονηρό θηλυκό είμαι, όλο αυτιά και περιμένω να ακούσω με προσοχή πώς ακριβώς έφτασαν στα χέρια σου τα προσωπικά του στοιχεία.»
«Εσύ πώς φαντάζεσαι; Με ταχυδρομικό περιστέρι; Μου τα έδωσε αυτοπροσώπως, ο ίδιος, με τα χεράκια του.»
«Και με τι αντάλλαγμα έγινε η… δοσοληψία;»
Η Ελπινίκη την κοίταξε πονηρά. «Του υποσχέθηκα την κούκλα. Την κορμάρα.»
«Δηλαδή εμένα;»
«Ποια άλλη;»
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγο και ύστερα χαμογέλασε. «Μιλάς σοβαρά; Αυτό να το εισπράξω σήμερα σαν ένα πολύ ωραίο κομπλιμέντο;»
«Έχεις αντίρρηση για το «κορμάρα»;»
«Όχι πως θέλω να το παινευτώ… αλλά μεγάλο αξιοθέατο είμαι!»
Γέλασαν και οι δύο. «Ρε Ελπινίκη, νομίζω πως με δουλεύεις.»
«Καθόλου. Απλώς υποσχέθηκα μια γνωριμία. Δεν είπα πως θα σε βάλω με το ζόρι στην αγκαλιά του!»
Η Εριφύλη σώπασε για λίγο και μετά είπε πιο χαμηλόφωνα. «Αν είναι να γίνει κάτι, θέλω να το θέλουμε και οι δύο. Αυτό είναι το μόνο που με ενδιαφέρει.»
«Α, ώστε έχουμε και προϋποθέσεις!»
«Φυσικά! Και μην ξεχνάς πως μια ανεκπλήρωτη έλξη καμιά φορά έχει περισσότερο πάθος από μια ιστορία που ολοκληρώθηκε πριν προλάβει να αποκτήσει μυστήριο. Αδάμας, είπες πως τον λένε;»
«Ακριβώς.»
«Μάλιστα…»
Η Ελπινίκη την κοίταξε με νόημα. «Και να σου πω και κάτι ακόμη; Επειδή εσύ του έριξες τη χυλόπιτα όταν έφυγες, εκείνος δεν το έβαλε κάτω. Με πλησίασε σαν… εναλλακτική λύση.»
«Πώς λέμε αναπληρωματικός της φίρμας στο ποδόσφαιρο;»
«Κάπως έτσι!»
Δηλαδή εκείνος σε τσίγκλησε κι εσύ ενέδωσες;»
«Πες το κι έτσι. Αλλά εγώ, σαν άτιμο θηλυκό, πήρα την πρωτοβουλία να βεβαιωθώ πως το ενδιαφέρον του για σένα ήταν πραγματικό.»
«Για μένα;»
«Για σένα. Για σένα! Το τονίζω.»
Η Εριφύλη έγειρε προς το μέρος της γεμάτη περιέργεια.
«Και πώς τα κατάφερες, ρε θηρίο;»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε αυτάρεσκα. «Αυτό, φιλενάδα μου, είναι ολόκληρη ιστορία…
Δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Όπως σηκώθηκα να φύγω, άφησα επίτηδες τις τσάντες με τα ψώνια να μου γλιστρήσουν από τα χέρια. Έτσι, είχαμε εκείνο το μικρό… ατύχημα που μας έφερε πιο κοντά. Τα χέρια μας συναντήθηκαν και, πίστεψέ με, εκείνο το άγγιγμα είπε περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να πουν δέκα κουβέντες. Βέβαια, τον είχες κάνει εσύ ηφαίστειο από πριν. Τι θερμοκρασία να προσθέσω εγώ; Απλώς φρόντισα να μη σβήσει το ενδιαφέρον.»
«Και;»
«Και δώσαμε μια μικρή υπόσχεση ότι θα τα ξαναπούμε πολύ σύντομα. Μου έδωσε την κάρτα του, με το τηλέφωνό του, για να τον πάρουμε και να κανονίσουμε μια νέα συνάντηση.
Η Εριφύλη έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή. «Δηλαδή… θα μας περιμένει;»
«Θα μας περιμένει καρφωμένος στο ακουστικό του!»
«Βρε τη φιλενάδα! Τον φλέρταρε δημόσια, ξεδιάντροπα!»
«Δεν έκανα καλά; Τι ήθελες; Να τον αγνοήσω, όταν μου έδειξε τόσο καθαρά πως θέλει να σε ξαναδεί;»
Η Εριφύλη πήρε την κάρτα στα χέρια της και την κοίταξε σαν να κρατούσε κάποιο πολύτιμο εύρημα.
«Δεν ξέρω, ρε φιλενάδα… αλλά εγώ πολύ σε ξαναγάπησα!»
«Α, μάλιστα!»
«Είχα χάσει κάθε ελπίδα ότι θα τον ξαναδώ. Και τώρα, μόνο που κρατάω την κάρτα του, νιώθω πάλι εκείνη την παράξενη αναστάτωση.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε και χαμογέλασε. «Για να δω… Μήπως τελικά δεν ήταν τόσο κακή ιδέα που τον πλησίασα;»
«Καθόλου κακή!» Η Εριφύλη κοίταξε ξανά το όνομα στην κάρτα. «Φαντάζομαι τη στιγμή που θα τον ξαναδώ…» Έκανε μια μικρή παύση, σαν να έβλεπε ήδη τη σκηνή μπροστά της. «Θα προσπαθήσω να κρατήσω την ψυχραιμία μου, θα τον κοιτάξω στα μάτια… και μετά, βλέπουμε.»
«Εσύ; Ψυχραιμία;»
«Μη γελάς! Μπορεί να εκπλαγώ κι εγώ η ίδια.»
Η Ελπινίκη έβαλε τα γέλια. «Εγώ πάντως θα είμαι εκεί. Θέλω να δω με τα μάτια μου τι θα γίνει όταν ο Αδάμας ξαναβρεθεί απέναντί σου.»
Η Εριφύλη δίπλωσε την κάρτα και την κράτησε προσεκτικά στην τσάντα της. «Κι εγώ θέλω να το δω, φιλενάδα μου. Γιατί κάτι μου λέει πως αυτή τη φορά δεν θα χρειαστεί να φύγω τόσο βιαστικά…»
Η Ελπινίκη έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο. «Τότε, κυρία μου, η ιστορία μόλις απέκτησε και δεύτερο κεφάλαιο.»
Και οι δυο γυναίκες χαμογέλασαν. Η κάρτα του Αδάμαντα είχε ήδη γίνει ένα μικρό, αλλά πολύ ενδιαφέρον, εισιτήριο για την επόμενη πράξη της ιστορίας.
Η Εριφύλη ένιωθε ακόμη ζαλισμένη από την ένταση της φαντασίας της. Για μια στιγμή είχε την αίσθηση πως βρισκόταν σε μια άλλη διάσταση, παραδομένη σε μια δύναμη που την έκανε να ξεχνά τον κόσμο γύρω της. Το πρόσωπό της είχε κοκκινίσει και ένα αμήχανο χαμόγελο έπαιζε στα χείλη της.
«Ρε την κατεργάρα! Πώς τα κατάφερες να φτάσεις μέχρι εκεί;» πείραξε η Ελπινίκη, γελώντας.
«Είναι τόσο κλασικό αυτό το σενάριο, Ελπινίκη.. Φιλενάδα, πολύ σ’ αγαπώ και χαίρομαι που μπορώ να τα λέω μαζί σου.»
«Γι’ αυτό είναι οι φιλενάδες, αγάπη μου. Γιατί νομίζεις πως εγώ καίγομαι λιγότερο;» απάντησε εκείνη με πονηρό χαμόγελο. «Μας βλέπω να μπλέκουμε σε μεγάλη περιπέτεια. Το φαντάζεσαι;»
Η Εριφύλη γέλασε, αλλά το βλέμμα της σοβάρεψε λίγο. Είχε έρθει η στιγμή να της αποκαλύψει κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή κρατούσε για τον εαυτό της.
«Άκου να σου πω, καλή μου φίλη, τι έκανα εγώ, η κατεργάρα, στον κύριο Αδάμαντα όταν με άφησες να πάς στην τουαλέτα να φρεσκαριστείς.»
Η Ελπινίκη ανασήκωσε τα φρύδια. «Για λέγε…»
«Τα έλεγαν όλα τα βλέμματά μας. Εκείνη η στιγμή που συναντήθηκαν τα μάτια μας… που κανείς από τους δυο μας δεν βιαζόταν να κοιτάξει αλλού. Ήταν σαν να συνεννοηθήκαμε χωρίς να ειπωθεί ούτε μία λέξη.» Έκανε μια μικρή παύση. «Τι μαγεία! Τι παράξενη αίσθηση…»
«Μπαγάσας αυτός;» είπε η Εριφύλη γελώντας. «Μπαγάσας αυτός. Κατεργάρα, καπάτσα και πονηρό θηλυκό εγώ!» Γέλασαν και οι δύο.
«Δεν χρειάζεται και κανένα ιδιαίτερο ταλέντο για να γοητεύσεις κάποιον, όταν είναι ολοφάνερο πως δεν του περνάς απαρατήρητη.»
«Όχι. Σωστά μιλάς», συμφώνησε η Ελπινίκη. «Τότε, τι χρειαζόμαστε; Έναν άνθρωπο που να μπορεί, έστω για λίγο, να γεμίζει τις απουσίες και να αναπληρώνει εκείνα τα κενά που αφήνει η μοναξιά. Γιατί, κακά τα ψέματα, άλλο η συντροφικότητα κι άλλο η ερωτική εγγύτητα. Δεν αντικαθιστά το ένα πάντοτε το άλλο.»
Η Εριφύλη την κοίταξε σιωπηλή. Η Ελπινίκη κατάλαβε τη σκέψη της και χαμήλωσε λίγο τη φωνή. «Αρκεί, βέβαια, να έχεις τα κότσια και τη δύναμη να το κάνεις.»
Η φράση της έμεινε για λίγο ανάμεσα τους. Η Εριφύλη δεν απάντησε αμέσως. Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ρωτάς αν έχω σκεφτεί ποτέ να τον απατήσω;»
Η Ελπινίκη δεν μίλησε. Περίμενε.
«Ναι», είπε τελικά η Εριφύλη. «Αρκετές φορές. Υπάρχουν στιγμές που νιώθω πως λείπει από τη ζωή μου εκείνο το ερωτικό πάθος που σε κάνει να αισθάνεσαι γυναίκα, ζωντανή, επιθυμητή. Και κάποιες φορές το έχω ανάγκη περισσότερο απ’ όσο θέλω να παραδεχτώ.» Σταμάτησε για λίγο και κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Δυο φορές, μάλιστα, βρέθηκα πολύ κοντά στον πειρασμό να προχωρήσω. Όμως δεν το έκανα.»
Η Ελπινίκη άγγιξε απαλά το χέρι της. Δεν υπήρχε πια πείραγμα στο βλέμμα της. Μόνο η ήρεμη κατανόηση μιας φίλης που είχε αρχίσει να βλέπει πίσω από τις λέξεις.
«Κι εγώ, Ελπινίκη , δεν θέλω να μαραζώσω επειδή οι άντρες μας ξεχνούν να γυρίσουν. Έχω να κάνω έρωτα έξι μήνες. Θα φταίω εγώ αν κάποια στιγμή λυγίσω;» Η φωνή της Εριφύλης είχε χάσει το παιχνιδιάρικο ύφος της. Για πρώτη φορά μιλούσε χωρίς υπαινιγμούς.
«Ολόκληρη η ζωή μου περιστρέφεται γύρω από την οικογένειά μου. Δεν παραμέλησα ποτέ το σπίτι, τα παιδιά, τον άντρα μου. Μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει, είμαι πάντα στο πόδι: να καλύψω ανάγκες, να ακούσω προβλήματα, να τρέξω στους γιατρούς, να προλάβω δυσκολίες, να αντιμετωπίσω απρόοπτα, να στηρίξω την οικογένεια. Και τα κάνω όλα με χαμόγελο, για να μη στενοχωρήσω κανέναν.»
Πήρε μια μικρή ανάσα. «Φροντίζω όμως και τον εαυτό μου. Προσπαθώ να μένω δυνατή, ανθεκτική, χαρούμενη. Αυτό που ζητάω δεν είναι κάτι παράλογο. Θέλω μια ουσιαστική σχέση με τον άντρα μου και τα παιδιά μου και ευτυχώς την έχω. Μου λείπει όμως έντονα ένα κομμάτι της σχέσης μου με τον άντρα μου: η ερωτική εγγύτητα.»
Η Ελπινίκη την άκουγε χωρίς να την διακόψει.
«Και πριν αρχίσω να μαραζώνω», συνέχισε η Εριφύλη «πριν αρχίσω να αισθάνομαι άσχημη, μεγάλη ή ανεπιθύμητη, θέλω να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου. Αν κάποια στιγμή ενδώσω σε έναν άλλον άνθρωπο, δεν θα είναι μια απόφαση που γεννήθηκε από το πουθενά. Θα υπάρχει από πίσω της όλη αυτή η απουσία.»
Ακολούθησε σιωπή. Έμειναν για λίγο έτσι, η μία δίπλα στην άλλη, απολαμβάνοντας την οικειότητα μιας φιλίας που δεν χρειαζόταν πάντοτε λόγια. Η σιωπή όμως ήταν φορτισμένη. Καθεμιά περίμενε από την άλλη να βρει τη λύση.
«Τι λες; Πώς πρέπει να γίνει;» ρώτησε τελικά η Εριφύλη.
«Εσύ δεν έχεις καμιά φαεινή ιδέα;»
«Εγώ; Πού να τις βρω εγώ τις φαεινές ιδέες; Αφήνω τη ζωή να με παρασύρει.»
«Και πού μας πηγαίνει το ρεύμα;»
«Ιδού η απορία! Να με σώσεις, αν ξέρω.»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε. «Όταν υπάρχει έντονη επιθυμία, βρίσκεις λύσεις. Δεν κολλάς σε κάθε λεπτομέρεια.»
«Ωραία. Υπάρχει επιθυμία και ζητάμε τη λύση. Ποια θα τον πάρει τηλέφωνο;»
Άκρα του τάφου σιωπή.
Η Ελπινίκη ξέσπασε στα γέλια. «Μωρέ κότσια η δική μου! Στα λόγια χτίζει ανώγεια και κατώγια. Θέλει να ζήσει ένα ερωτικό παραμύθι και δεν βρίσκει το θάρρος να σηκώσει ένα τηλέφωνο!»
«Μη με μαλώνεις, βρε Ελπινίκη. Η καρδιά μου τον ζητάει, αλλά το μυαλό μου κρατάει άμυνα.»
«Μην αρχίζεις τις δικαιολογίες. Ακόμη και η Μαφία έχει κώδικα ηθικής!» είπε γελώντας. «Έλα τώρα. Η πρώτη φορά είναι πάντα η πιο δύσκολη.»
«Έχω τις αναστολές μου, αλλά από την άλλη νιώθω πως η επιθυμία μου έχει αρχίσει να με ξεπερνά. Δεν ξέρω τι να κάνω.»
«Τι κάνει λοιπόν όποιος θέλει να προσελκύσει τον άλλον; Του δίνει ένα σημάδι.»
«Τα σημάδια τα δίνω. Το τηλέφωνο είναι που δυσκολεύομαι να σηκώσω!»
«Δηλαδή πάλι σε μένα φορτώνεις το βαρύ φορτίο; Ας είναι. Θα το υποστώ.»
«Μην παραπονιέσαι και μην είσαι αχάριστη. Εσύ θα έχεις και το προνόμιο να τον γνωρίσεις πρώτη, κι εγώ θα σου χρωστάω και χάρη!»
«Μμμ… μεγάλη τιμή!» έκανε η Ελπινίκη προσποιούμενη την προσβεβλημένη. «Μωρή, θα με στείλεις αδιάβαστη! Από εδώ κι εμπρός όμως θέλω απόλυτη εμπιστοσύνη μεταξύ μας. Είσαι έτοιμη να παίξουμε αυτό το παιχνίδι ή σταματάμε εδώ και ξενερώνουμε και οι δυο;»
Η Εριφύλη την κοίταξε για μια στιγμή και χαμογέλασε. «Όχι, ρε φιλενάδα. Σ’ το αφήνω στα χέρια σου.»
«Μόνο μην αρχίσεις τις δικαιολογίες όταν καταλάβεις πως είναι δύσκολο να το τολμήσεις. Αν θέλεις, το σταματάμε τώρα.»
«Όχι. Δεν αλλάζω γνώμη. Δεν είμαι τρελή…» έκανε μια μικρή παύση και χαμογέλασε. «Εντάξει, ίσως είμαι λίγο. Αλλά έχω κι εγώ τις φοβίες μου. Λες να μην απαντήσει;»
Η Ελπινίκη της έριξε ένα βλέμμα γεμάτο αυτοπεποίθηση. «Αυτό άφησέ το πάνω μου.»
Ύστερα κοίταξε την ώρα. «Μόνο που, αγαπημένη μου συνεργός, η ώρα πέρασε. Έχουμε μικρά παιδιά που μας περιμένουν. Νομίζω πως είναι ώρα να τα μαζεύουμε και να πάρουμε τον δρόμο για τα σπίτια μας.» Η Εριφύλη κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το φως είχε αρχίσει να χαμηλώνει.
«Σωστά. Έχουμε ήδη καθυστερήσει. Άρχισε να βραδιάζει, μας περιμένουν… και δεν χρειάζεται να εκτεθούμε και στην υγρασία της νύχτας.»
«Την υγρασία μην τη φοβάσαι», είπε η Ελπινίκη με πονηρό χαμόγελο. «Τα κακόβουλα κουτσομπολιά να φοβάσαι. Αυτά είναι ο πραγματικός κίνδυνος για την προσωπική μας ζωή.»
Η Εριφύλη γέλασε. «Ο κόσμος είναι κακός κριτής, Εριφύλη. Να το ξέρεις.»
Μάζεψαν τις τσάντες τους και σηκώθηκαν. Η συζήτηση είχε τελειώσει για εκείνη τη μέρα, όμως το σχέδιο που είχε γεννηθεί ανάμεσά τους μόλις είχε αρχίσει να παίρνει μορφή. Και κάπου, μέσα στην τσάντα της Ελπινίκης, βρισκόταν ένα μικρό χαρτί με ένα όνομα και έναν αριθμό τηλεφώνου που, από εκείνη τη στιγμή, είχε αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ όση φαντάζονταν όταν μπήκαν το πρωί στο εμπορικό κέντρο.
«Να φανταστείς πως ακόμη και ο πατέρας μου, παρόλο που είμαι σχεδόν δέκα χρόνια παντρεμένη, παραμένει αυστηρός με την ώρα που γυρίζω σπίτι. Αυτό είναι το παράπονό μου. Μπορεί να επιστρέφω σε απολύτως φυσιολογική ώρα κι εκείνος πάλι θα βρει κάτι να μου πει, να με συμβουλέψει, να μου κάνει παρατήρηση…» Η Εριφύλη το είπε με έναν τόνο που ήταν περισσότερο τρυφερό παρά ενοχλημένο.
«Πατέρας είναι», απάντησε η Ελπινίκη. «Σ’ αγαπάει υπερβολικά και, όπως φαίνεται, αυτόν τον τρόπο βρήκε για να το δείχνει.» Έκανε μια μικρή παύση και χαμογέλασε. «Θυμάμαι που μου έλεγες πόσο είχε αντιδράσει όταν έμαθε ότι η μητέρα σου είχε αρχίσει να συζητά το ενδεχόμενο να παντρευτείς τον Νικηφόρο. Δεν ήθελε να σε παντρέψει, επειδή σε θεωρούσε πολύ μικρή. Του φαινόταν βιαστικό και κάπως ανώριμο να πάρεις μια τόσο μεγάλη απόφαση σε εκείνη την ηλικία.»
«Ε, δεν είχε και άδικο», είπε η Εριφύλη χαμογελώντας.
«Μα τι λες; Ήσουν πραγματικά ένα δροσερό, τσαχπίνικο κοριτσάκι, που δεν είχε καλά καλά τελειώσει το σχολείο. Και η μητέρα σου… άλλο πράγμα! Σκληρό καρύδι. Επιβλητική γυναίκα, από εκείνες που όταν πάρουν μια απόφαση, δύσκολα τους αλλάζεις γνώμη.»
Η Ελπινίκη γέλασε. «Εντάξει, ο Νικηφόρος ήταν και είναι ωραίος άντρας. Δεν θα μου πεις ότι δεν σου άρεσε κι εσένα! Αλλά για πες μου… πώς κατάφερε τελικά να πείσει τον πατέρα σου;» Η Εριφύλη κούνησε το κεφάλι γελώντας.
«Τώρα που τα θυμήθηκες τα παλιά… Η μητέρα μου μπορεί να είχε πάρει καλή ανατροφή και να ήξερε να στέκεται παντού όπως έπρεπε, αλλά όταν αποφάσιζε πως κάτι έπρεπε να γίνει, αποκτούσε έναν απίστευτο τρόπο να επιβάλλει τη γνώμη της.»
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή, δεν σταματούσε εύκολα. Είχε το δικό της σχέδιο και ήξερε πώς να το φέρει μέχρι τέλους. Και στην περίπτωση του γάμου μου, τελικά τα κατάφερε.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε με ενδιαφέρον. «Και ο πατέρας σου;»
«Αντιστάθηκε όσο μπορούσε. Ήθελε να με προστατέψει. Πίστευε πως ήμουν πολύ μικρή για να καταλάβω τι σημαίνει μια τέτοια απόφαση.»
«Και τελικά;»
«Τελικά, ο χρόνος απέδειξε πως ο Νικηφόρος ήταν αυτό που έλεγαν οι πράξεις του: ευγενικός, έντιμος, ένας πραγματικός κύριος. Και πάνω απ’ όλα, άνθρωπος της οικογένειας.» Η φωνή της Εριφύλης μαλάκωσε. «Για μένα ήταν μια μεγάλη αλλαγή. Άφησα πίσω πολλά πράγματα για να χτίσω τη ζωή μου μαζί του. Ήμουν πολύ νέα και χρειάστηκε να μεγαλώσω γρήγορα. Να μάθω να αναλαμβάνω ευθύνες, να στέκομαι στα δύσκολα, να μη φοβάμαι κάθε φορά που η ζωή έφερνε κάτι απρόοπτο.»
Χαμογέλασε. «Τελικά, ήταν μια καλή επιλογή και για τους δυο μας. Δεν έχω κανένα σοβαρό παράπονο. Τουναντίον, αισθάνομαι τυχερή. Νιώθω άνετα μαζί του. Έχω ζήσει μαζί του ζεστασιά, τρυφερότητα, ασφάλεια, σιγουριά. Κι αυτά, όσο περνούν τα χρόνια, καταλαβαίνω πως έχουν μεγαλύτερη αξία απ’ όσο νόμιζα όταν ήμουν κορίτσι.»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε και έκλεισε την παρένθεση με τον δικό της τρόπο. «Και, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, τον πατέρα σου τον αγαπάς λίγο περισσότερο από τη μαμά σου παρόλο που η μαμά σου μάλλον σ’ αγαπάει περισσότερο απ’ όλους!»
«Ε, ναι…» απάντησε η Εριφύλη γελώντας. «Ο πατέρας είναι ο πατέρας.»
Το αυτοκίνητο είχε ήδη μπει στον δρόμο του σπιτιού. Λίγο αργότερα έφτασαν. Η Εριφύλη κατέβηκε πρώτη και η Ελπινίκη την ακολούθησε, κρατώντας τις τσάντες τους. Στην αυλή του σπιτιού βρισκόταν ήδη ο πατέρας της Εριφύλης. Μόλις τις είδε, σηκώθηκε και τις υποδέχτηκε με το γνώριμο, αυστηρό αλλά καλοπροαίρετο ύφος του. Η Ελπινίκη τον χαιρέτησε με τη δέουσα εγκαρδιότητα.
«Καλησπέρα σας! Τι κάνετε; Χαίρομαι πολύ που σας βλέπω!»
Ο Θρασύβουλος, άνθρωπος με άνεση και ιδιαίτερη οικειότητα απέναντι στην Ελπινίκη, τις υποδέχτηκε με πλατύ χαμόγελο και εκείνο το περιπαικτικό ύφος που φανέρωνε πως η υποτιθέμενη αυστηρότητά του έκρυβε περισσότερη τρυφερότητα παρά πραγματική γκρίνια.
«Μπα! Καλώς τα κορίτσια μου! Τον βρήκατε τελικά τον δρόμο να γυρίσετε; Κι εγώ που νόμιζα πως χαθήκατε!»
Η Εριφύλη γύρισε αμέσως προς την Ελπινίκη και της έκλεισε το μάτι. «Είδες; Είδες; Τι σου έλεγα; Τα βλέπεις τώρα;»
Η Ελπινίκη, με την άνεση που της έδινε η χρόνια οικειότητα με την οικογένεια, πήρε αμέσως τον λόγο.
«Κύριε Θρασύβουλε, ακόμη κι αν μας είχαν απαγάγει, θα μας άφηναν άρον άρον μόλις καταλάβαιναν σε τι μπελά έμπλεξαν! Γι’ αυτό μη στενοχωριέστε. Μπορεί να καθυστερήσαμε λίγο, αλλά, όπως διαπιστώνετε, επιστρέψαμε σώες και αρτιμελείς.»
Ο Θρασύβουλος γέλασε. «Ε, τότε πάει καλά. Αφού γυρίσατε και οι δυο, δεν έχω παράπονο.»
Η Εριφύλη, πριν απομακρυνθεί η φίλη της, της ψιθύρισε:
«Περιμένω νέα σου.»
Και, καθώς η Ελπινίκη κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητο, της έστειλε με το χέρι δυο παιχνιδιάρικα φιλιά.
Η Ελπινίκη της απάντησε από μακριά. «Χαλάρωσε. Όλα θα πάνε καλά. Και δεν νομίζω να καθυστερήσω να σου τα πω. Περίμενε τηλέφωνο. Άλλωστε, στη βράση κολλάει το σίδερο!»
Της χαμογέλασε, μπήκε στο αυτοκίνητο και, πριν ξεκινήσει, τους καληνύχτισε με ένα σύντομο κορνάρισμα.
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο να την κοιτάζει να απομακρύνεται. «Πού γυρίζατε και αργήσατε; Το ξέρεις ότι ανησύχησα;» συνέχισε ο Θρασύβουλος τη δήθεν αυστηρή ανάκριση. «Συγγνώμη, αν αργήσαμε λίγο», απάντησε εκείνη χαμογελώντας.
Και αμέσως, σαν να θυμήθηκε κάτι πολύ σημαντικότερο. «Τα παιδιά; Πού είναι τα παιδιά; Δεν τα βλέπω!» Ο Θρασύβουλος κούνησε το κεφάλι του.
«Ηρέμησε. Με τη γιαγιά τους έχουν πάει. Επισκέφθηκαν την άλλη γιαγιά και με άφησαν μοναχό μου.»
Η Εριφύλη τον κοίταξε πονηρά. «Μάλλον επειδή δεν άντεχαν τη μουρμούρα σου και την έκαναν για να γλιτώσουν!»
Ο Θρασύβουλος έβαλε το χέρι στην καρδιά και έκανε τον προσβεβλημένο. «Να η κόρη μου! Ένα κορίτσι σκέτο μάλαμα! Έτσι μιλάει στον πατέρα της;» Η Εριφύλη γέλασε και πέρασε το χέρι της κάτω από το δικό του.
«Έλα, παραπονιάρη μου. Πάμε μέσα, γιατί θα σε πειράξει η υγρασία.» Τον πήρε αγκαζέ και μαζί κατευθύνθηκαν προς το σπίτι. Ανάμεσά τους υπήρχε εκείνη η σπάνια χημεία που δεν χρειάζεται πολλές εξηγήσεις. Ο Θρασύβουλος μπορούσε να γκρινιάζει, να συμβουλεύει, να παριστάνει τον αυστηρό πατέρα· η Εριφύλη μπορούσε να τον πειράζει, να του αντιμιλά και να τον αποκαλεί παραπονιάρη. Κι όμως, κάτω από όλα αυτά υπήρχε μια βαθιά, αμοιβαία τρυφερότητα.
Ήταν από εκείνες τις σχέσεις πατέρα και κόρης όπου η αγάπη έχει μάθει να μεταμφιέζεται σε πείραγμα, η ανησυχία σε γκρίνια και η τρυφερότητα σε μια απλή χειρονομία, ένα χέρι περασμένο στο μπράτσο του άλλου καθώς μπαίνουν μαζί στο σπίτι.
Εκείνο το βράδυ η Εριφύλη δεν είχε ύπνο. Δεν έβρισκε αναπαμό. Έμεινε μόνη στο δωμάτιό της, με το σώμα κουρασμένο αλλά το μυαλό άγρυπνο, πλημμυρισμένο από σκέψεις και επιθυμίες που αρνούνταν να κοπάσουν.
Πέρασαν τα μεσάνυχτα. Πήρε το κινητό από το κομοδίνο και κοίταξε τις αναπάντητες κλήσεις. Ανάμεσά τους ξεχώριζε εκείνη από την ομάδα ζωγραφικής του κοινωνικού εργαστηρίου.
«Πόσο αφηρημένη ήμουν σήμερα…» μουρμούρισε.
Είχε ξεχάσει να ειδοποιήσει την ομάδα πως δεν θα πήγαινε στο μάθημα και πως δεν χρειαζόταν να την περιμένουν. Η ζωγραφική ήταν για εκείνη μια μικρή ανάσα μέσα στην καθημερινότητα. Μια φορά την εβδομάδα, αργά το απόγευμα, παρακολουθούσε τα μαθήματα στο εργαστήρι της δημοτικής περιφέρειας. Εκεί συναντούσε και φίλες, συζητούσαν, γελούσαν, ζωγράφιζαν· για λίγες ώρες ξεχνούσε τις υποχρεώσεις του σπιτιού και τον ρυθμό της οικογενειακής ζωής. Απόψε όμως ούτε η ζωγραφική μπορούσε να την αποσπάσει. Οι δείκτες του ρολογιού προχωρούσαν αργά και ο πολυπόθητος ύπνος δεν ερχόταν. Άλλαζε πλευρό, έστρωνε ξανά το μαξιλάρι, ένιωθε την υγρασία στο μέτωπό της και ύστερα το δροσερό ύφασμα κάτω από το μάγουλό της. Μάταια. Οι σκέψεις της επέστρεφαν επίμονα στο εμπορικό κέντρο. Στον Αδάμαντα. Στα βλέμματα που είχαν ανταλλάξει. Στην απρόσμενη ταραχή που είχε νιώσει. Μαζί με την επιθυμία υπήρχε και κάτι άλλο. Ένας ακαθόριστος φόβος. Ο φόβος για όσα μπορεί να έφερνε μια καινούργια εμπειρία. Για τις αποφάσεις που κάποτε εμφανίζονται μπροστά σου χωρίς να τις έχεις προγραμματίσει. Για εκείνους τους προσωπικούς δαίμονες που επιστρέφουν κάθε τόσο, αλλάζοντας μόνο μεταμφίεση. Κι όμως, βαθιά μέσα της λαχταρούσε κάτι πολύ απλούστερο: μια αγκαλιά, τη ζεστασιά ενός αντρικού κορμιού, την αίσθηση πως κάποιος βρίσκεται πραγματικά δίπλα της. Της έλειπε η ανθρώπινη επαφή, η ανάσα ενός άλλου ανθρώπου κοντά της, το χάδι, η τρυφερότητα. Της έλειπε περισσότερο απ' όσο ήθελε να παραδεχτεί.
Σηκώθηκε και άνοιξε την τηλεόραση, μήπως και ξεγελάσει τον χρόνο. Έκανε λίγο ζάπινγκ ώσπου σταμάτησε σε μια παλιά ταινία του Tony Scott, το Revenge, με τη Madeleine Stowe και τον Kevin Costner. Η ατμόσφαιρα της ταινίας την κράτησε αμέσως. Η ιστορία ενός απαγορευμένου έρωτα, η ένταση ανάμεσα στους χαρακτήρες, η μεξικανική τοποθεσία, η αίσθηση του κινδύνου και της επιθυμίας μπλέκονταν μεταξύ τους και λειτουργούσαν πάνω της σαν σπίθα. Όσο προχωρούσε η ταινία, τόσο περισσότερο η Εριφύλη έπαυε να παρακολουθεί απλώς μια ιστορία στην οθόνη. Την ένιωθε να περνά μέσα της. Έμεινε ξαπλωμένη κάτω από τα σκεπάσματα, παραδομένη στις σκέψεις της. Η φαντασία της έκανε τη δική της δουλειά, χωρίς να ζητά την άδειά της. Ήταν η επιθυμία που ζητούσε διέξοδο. Κι όταν τελικά η ένταση καταλάγιασε λίγο, εκείνο που έμεινε ήταν η παράξενη αίσθηση της απουσίας. Γιατί μπορούσε να ηρεμήσει μόνη της, όμως δεν μπορούσε να αντικαταστήσει αυτό που πραγματικά της έλειπε: η ζεστασιά ενός ζωντανού κορμιού, η ανάσα ενός άντρα δίπλα της, η αγκαλιά, το χάδι, η αίσθηση της παρουσίας. Η μοναξιά είχε έναν τρόπο να κάνει όλα αυτά να φαίνονται ακόμη πιο απαραίτητα. Ξαφνικά σηκώθηκε από το κρεβάτι.
Πήγε ως την μπαλκονόπορτα, ξεκλείδωσε και την άνοιξε διάπλατα. Η δροσερή νυχτερινή αύρα μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και ανακάτεψε απαλά τις κουρτίνες. Η Εριφύλη στάθηκε για λίγο ακίνητη. Κάθε ρίγος στο δέρμα της ήταν τώρα μια ευχάριστη υπενθύμιση πως το σώμα της ήταν ακόμη ζωντανό, ευαίσθητο, γεμάτο ανάγκες. Κι ας ήταν ολομόναχο και πάλι εκείνη τη νύχτα.
Έπειτα πήγε προς τη γωνιά της ζωγραφικής. Κάθισε στο σκαμπό μπροστά στο καβαλέτο που της είχε αγοράσει ο Νικηφόρος και κοίταξε τον άδειο καμβά. Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, δεν σκέφτηκε τι έπρεπε να κάνει. Σκέφτηκε μόνο τι ένιωθε. Πήρε το μολύβι. Και μέσα στη σιωπή της νύχτας, άρχισε να χαράζει την πρώτη γραμμή Ήταν πολύ αργά, περασμένα μεσάνυχτα. Η δροσιά της νύχτας είχε τυλίξει το δωμάτιο και η Εριφύλη ένιωθε το δέρμα της να αναριγεί κάθε φορά που ένα λεπτό ρεύμα αέρα περνούσε από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα.
Της άρεσε ο ήχος που έκανε το κάρβουνο πάνω στο χαρτί. Σύρσιμο, σταμάτημα, ξανά κίνηση.
Μουντζούρες, σβησίματα, πασαλείμματα. Δεν την ένοιαζε αν το σχέδιο θα γινόταν όμορφο. Κάτι άλλο είχε σημασία εκείνη τη στιγμή. Το μαύρο χρώμα που είχε μείνει στα δάχτυλά της ήταν σαν σημάδι πως κάτι συνέβαινε μέσα της. Είχε μέσα της μια φωτιά που την παίδευε.
Κάτι πήγαινε να γίνει. Κουνιόταν ασυναίσθητα πάνω στο ξύλινο σκαμνί καθώς σχεδίαζε, μπρος και πίσω, σαν να προσπαθούσε να βρει έναν ρυθμό που θα ηρεμούσε τις σκέψεις της. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και έσφιξε το κάρβουνο ανάμεσα στα δάχτυλά της. Στο μεγάλο, άδειο σπίτι βασίλευε απόλυτη σιωπή. Ο σκοτεινός κήπος δεν έβγαζε ούτε έναν ήχο. Ούτε θρόισμα φύλλων, παρόλο που η μπαλκονόπορτα ήταν ορθάνοιχτη. Ένα φρέσκο αεράκι μπήκε στο δωμάτιο και πέρασε πάνω από το σώμα της. Η Εριφύλη ανατρίχιασε. Έγειρε λίγο στο πλάι, αφήνοντας το κάρβουνο να γλιστρήσει σχεδόν μηχανικά πάνω στο χαρτί. Η ένταση μέσα της μεγάλωνε, ώσπου η ζωγραφική έπαψε να είναι απλώς ζωγραφική. Ήταν ένας τρόπος να εκτονωθεί. Ένας τρόπος να δώσει μορφή σε όσα δεν μπορούσε ακόμη να ομολογήσει ούτε στον εαυτό της. Το χέρι της δούλευε όλο και πιο έντονα πάνω στο χαρτί. Το κάρβουνο άφηνε μαύρες γραμμές, άλλοτε καθαρές κι άλλοτε άναρχες. Η αναπνοή της είχε αλλάξει. Και ξαφνικά το κάρβουνο έσπασε ανάμεσα στα δάχτυλά της. Η Εριφύλη έμεινε ακίνητη.
Έκλεισε τα μάτια.
Για λίγες στιγμές άφησε όλη εκείνη την ένταση να περάσει από μέσα της και να καταλαγιάσει. Ύστερα ακούμπησε τα χέρια στα γόνατά της και πήρε μια βαθιά ανάσα.Η απόλυτη ησυχία του σπιτιού επέστρεψε. Μόνο που τώρα δεν την πίεζε. Την ανακούφιζε.
Σηκώθηκε αργά από το σκαμνί, έκλεισε την μπαλκονόπορτα και γύρισε στο κρεβάτι. Ξάπλωσε κάτω από τα σκεπάσματα, εξαντλημένη αλλά ήρεμη.
Κι όμως, λίγο πριν την πάρει ο ύπνος, η σκέψη της επέστρεψε εκεί. Στον άντρα του μπιστρό. Στον Αδάμαντα. Στα βλέμματά τους που είχαν συναντηθεί για λίγα δευτερόλεπτα και είχαν αφήσει πίσω τους μια ολόκληρη νύχτα αϋπνίας.
Αναρωτήθηκε πώς θα ήταν αν εκείνη η επιθυμία δεν έμενε απλώς μια φαντασίωση. Αν κάποτε βρισκόταν στην αγκαλιά του, κοντά σε έναν άνθρωπο που θα της ξυπνούσε ξανά εκείνη τη φλόγα που τόσο καιρό προσπαθούσε να αγνοήσει. Ύστερα, σχεδόν αμέσως, ήρθε και ο φόβος. Ο φόβος για την κοινωνία, για τα βλέμματα, για τις ψιθύρους και τις εύκολες κρίσεις απέναντι σε μια γυναίκα που τολμά να παραδεχτεί πως έχει ανάγκες. Η Εριφύλη ήξερε πως ο πραγματικός της αγώνας δεν ήταν μόνο με την επιθυμία. Ήταν και με τον φόβο.
Και κάπου ανάμεσα στα δύο, ανάμεσα σε αυτό που ποθούσε και σε αυτό που φοβόταν, άρχισε να διαμορφώνεται μια σκέψη που μέχρι εκείνη τη νύχτα δεν είχε τολμήσει να κοιτάξει κατάματα. Ίσως κάποια στιγμή να έπρεπε να πάψει να φοβάται τόσο πολύ αυτό που ένιωθε. Έκλεισε τα μάτια. Και για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, ο ύπνος ήρθε ήσυχα, παίρνοντάς την μαζί του σε ένα όνειρο όπου η μοναξιά δεν είχε πια θέση.
Η μέρα ξημέρωσε. Το ξυπνητήρι δεν χτύπησε, καθώς η Εριφύλη το είχε απενεργοποιήσει από το προηγούμενο βράδυ. Δεν είχε κοιμηθεί καλά. Ήταν μια δύσκολη νύχτα, γεμάτη διακοπές και ανήσυχες επιστροφές ανάμεσα στον ύπνο και στο ξύπνιο. Αναστέναξε και στριφογύρισε για άλλη μια φορά στο μεγάλο κρεβάτι. Πόσους μήνες άραγε κοιμόταν μόνη; Ο Νικηφόρος έλειπε. Βρισκόταν πολύ μακριά, κάπου πάνω στους ωκεανούς, ακολουθώντας τους δρόμους της θάλασσας. Κι εκείνη, μένοντας πίσω, ταξίδευε νοερά στους δικούς της δρόμους , εκεί όπου οι επιθυμίες, η μοναξιά και η ανάγκη για τρυφερότητα συναντούσαν τους φόβους και τις αναστολές της.
Η Εριφύλη ήταν μια γυναίκα με έντονο ταμπεραμέντο. Ένιωθε βαθιά, αγαπούσε με πάθος και, όταν αισθανόταν ασφαλής μέσα στη σχέση της, μπορούσε να αφεθεί ολοκληρωτικά στη χαρά της ερωτικής επαφής. Ο Νικηφόρος ήξερε να την πλησιάζει, να καταλαβαίνει τις σιωπές της, να βρίσκει τον τρόπο να την κάνει να ξεχνά τον κόσμο γύρω της. Μόνο που τώρα έλειπε. Και η απουσία του δεν ήταν απλώς μια άδεια θέση στο κρεβάτι. Ήταν μια ολόκληρη σιωπή.
Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου τρύπωναν από τις γρίλιες των κλειστών παντζουριών και σχεδίαζαν φωτεινές, διακεκομμένες γραμμές στο πάτωμα του σκοτεινού δωματίου.
Από το στενό δρομάκι ακούστηκε το σκουπιδιάρικο, που πέρασε σήμερα πιο αργά από το συνηθισμένο, γρυλίζοντας και βογκώντας. Για λίγα λεπτά σκέπασε ακόμη και το πρωινό κελάηδημα των σπουργιτιών στα μεγάλα δέντρα της αυλής.
Μια ηλιόλουστη ημέρα ξεκινούσε. Η Εριφύλη ανακάθισε στο κρεβάτι και έτριψε τα μάτια της, προσπαθώντας να χουζουρέψει λίγο ακόμη. Να που είχε περάσει άλλη μια νύχτα στο άδειο κρεβάτι.
Στην πραγματικότητα, σχεδόν δεν είχε κοιμηθεί.
Κάθε φορά που κατάφερνε να κλείσει τα μάτια της, επέστρεφαν εκείνες οι παράξενες οπτασίες. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το ίδιο ερωτικό όνειρο, με μικρές παραλλαγές ανάλογα με τη διάθεσή της, επέστρεφε ξανά και ξανά. Και κάθε φορά την άφηνε με την ίδια αίσθηση. Ξυπνούσε με την ανάγκη για ένα χάδι, ένα φιλί, μια αγκαλιά. Με εκείνη τη βαθιά λαχτάρα για την ανθρώπινη επαφή που η απόσταση είχε κάνει ακόμη πιο έντονη. Έβλεπε παντού αυτό που της έλειπε περισσότερο: έναν άντρα κοντά της, μια ζεστή παρουσία, ένα σώμα που θα της πρόσφερε όχι μόνο ερωτική απόλαυση αλλά και εκείνη τη σιγουριά πως δεν ήταν μόνη.
Ανακάθισε λίγο πιο ψηλά. Ο πρώτος πετεινός είχε λαλήσει από ώρα. Τώρα ξαναλαλούσε, διαλαλώντας με υπερηφάνεια την κυριαρχία του στο κοτέτσι. Η Εριφύλη χαμογέλασε μόνη της. «Τυχερά πουλιά οι κότες», σκέφτηκε. «Έχουν τον δικό τους άντρα εκεί, κοντά τους, κάθε μέρα.»
Κατέβασε τα πόδια από το κρεβάτι.
Τα γυμνά πέλματά της ακούμπησαν στο πάτωμα και ανατρίχιασε. Για μια στιγμή δεν κατάλαβε γιατί.
Ύστερα χαμογέλασε πικρά. Το ήξερε πολύ καλά. Πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που ένα αντρικό χέρι είχε αγγίξει τρυφερά τα πόδια της; Από τότε που κάποιος είχε χαϊδέψει τα δάχτυλά της, όχι βιαστικά, αλλά με εκείνη την οικειότητα που γεννιέται μόνο όταν δύο άνθρωποι γνωρίζονται πραγματικά; Έμεινε για λίγο ακίνητη, με τα πόδια γυμνά πάνω στο δροσερό πάτωμα.Έπειτα σηκώθηκε.
Η μέρα είχε ήδη αρχίσει. Και μαζί της, άλλη μία μέρα αναμονής. Ήταν από εκείνες τις μέρες που συνήθως δεν είχε πολλές υποχρεώσεις και ο ύπνος ήταν μια μικρή πολυτέλεια που μπορούσε να χαρίσει στον εαυτό της. Βαριόταν να σηκωθεί. Ανακάθισε λίγο στο κρεβάτι και προσπάθησε να αφουγκραστεί τους γνώριμους καθημερινούς ήχους της γειτονιάς.
Τα χαριτωμένα και αξιαγάπητα διαβολάκια της, ασφαλώς, θα κοιμούνταν ακόμη. Το προηγούμενο βράδυ δεν έλεγαν να κλείσουν μάτι με τις ιστορίες του παππού, που είχαν φτάσει ως τα δικά της αυτιά
«Παππού, ακόμη μία!»
«Τελευταία ήταν. Δεν έχει άλλη.»
« Παππού, να μία μικρή...»
Τους άρεσε να ακούν ιστορίες από τη ζωή του παππού και της γιαγιάς. Ιδιαίτερα οι προσωπικές τους ιστορίες ήταν εκείνες που τους έκαναν να τους θαυμάζουν τόσο πολύ. Στο παιδικό τους μυαλό ο παππούς και η γιαγιά ήξεραν τα πάντα!
«Ακόμη εδώ είστε εσείς;» διέλυσε τη μαγεία η κοφτή φωνή της μητέρας τους, κάνοντας τον πατέρα της να τιναχτεί όρθιος ξαφνιασμένος.
«Καλέ μου πατέρα,» συνέχισε η Εριφύλη, απευθυνόμενη στον ηλικιωμένο πατέρα της. δεν πρέπει να αφήνεις τους εγγονούς σου να σε παρασύρουν σε νυχτέρια, στην κατάσταση σου. Η υγεία σου θέλει προσοχή. Ο γιατρός σου συνέστησε ηρεμία και καλό ύπνο.
«Κόρη, η συντροφιά των εγγονών μου, με τα ονειροπόλα βλέμματά τους και τα όμορφα μάτια τους, είναι η καλύτερη συνταγή για όνειρα γλυκά και βελούδινα, χαμογέλασε εκείνος, κοιτάζοντας τρυφερά την κόρη του.
«Χανς Κρίστιαν Άντερσεν είσαι, ένας πλανεμένος παραμυθάς! Αλλά σε λατρεύουμε, μικροί και μεγάλοι, εδώ μέσα στο σπίτι, του ανταπέδωσε το χαμόγελο η Εριφύλη και στράφηκε στα παιδιά της.
«Μαμά, λίγο ακόμη, να τελειώσει την ιστορία ο παππούς.»
«Ύπνο, γιατί θα σας διώξω, διαβολάκια! Να πάτε σπίτι σας! τα μάλωσε δήθεν ο παππούς.
«Ψέματα λες. Δεν μας διώχνεις.»
«Ντροπή! Λέει ποτέ ο παππούς ψέματα;»
«Όχι, δεν λέει. Αλλά και ποτέ δεν μας διώχνεις.»
«Φιλάκια στη γιαγιά, στη μαμά και μπρος στο κρεβάτι!»
Αν μη τι άλλο, οι γονείς της άξιζαν την αγάπη των παιδιών της, γιατί τα λάτρευαν χωρίς όρους, σκέφτηκε η Εριφύλη μ' ένα χαμόγελο ικανοποίησης.
«Α, ρε πατέρα... Έγινες παππούς και ξέχασες πόσο αυστηρός πατέρας ήσουν», σκέφτηκε.
Τώρα ήταν μόνη της. Και μέσα στη σιωπή του σπιτιού ένιωθε μια παράξενη αναστάτωση. Υπήρχαν στιγμές που ούτε η ίδια μπορούσε να εξηγήσει τι ακριβώς της συνέβαινε. Ήταν σαν να είχε μπλεχτεί μέσα στις ίδιες της τις επιθυμίες. Από τη μια ήθελε να μείνει μόνη, να αφήσει ελεύθερη τη σκέψη της και να ξαναφέρει νοερά μπροστά της εκείνον τον άνδρα που από την προηγούμενη μέρα είχε καταλάβει τόσο επίμονα το μυαλό της. Από την άλλη, οι ενοχές την τραβούσαν πίσω. Ήθελε παρέα, κουβέντα, άλλες εικόνες, κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει κατεύθυνση στις σκέψεις της.
Το βράδυ είχε μείνει στο ισόγειο του σπιτιού των γονιών της μέχρι αργά. Τα δυο αγγελούδια της είχαν αποκοιμηθεί και δεν θέλησε να τα ξυπνήσει. Άλλωστε, συνήθιζαν μερικά Σαββατοκύριακα να κοιμούνται στον παππού και στη γιαγιά. Και τώρα, ξαπλωμένη μόνη, θυμήθηκε τα τα γεγονότα στο εμπορικό κέντρο. Πώς θα μπορούσε να τα είχε ξεχάσει; Το πρόσωπο του γοητευτικού άνδρα από το εμπορικό κέντρο επέστρεψε στη σκέψη της σχεδόν αμέσως. Ήταν σαν να είχε εγκατασταθεί εκεί χωρίς να ζητήσει την άδειά της. Σηκώθηκε και, σχεδόν ασυναίσθητα, γύρισε προς το καβαλέτο.
Εκεί βρισκόταν ένα μισοτελειωμένο σκίτσο. Το κοίταξε για λίγο. Και τότε ένιωσε ένα παράξενο ρίγος.
Στο χαρτί υπήρχε ένας άνδρας που έμοιαζε να την κοιτάζει με εκείνο το ιδιαίτερο, επίμονο βλέμμα που είχε νιώσει την προηγούμενη ημέρα. Δεν ήταν ακόμη ολοκληρωμένο το σχέδιο, κι όμως η μορφή του είχε αποκτήσει μια παράξενη ζωντάνια. «Μα τι έπαθα μαζί σου;» μουρμούρισε. Δεν άντεχε εύκολα αυτή την εσωτερική αναστάτωση. Ένιωθε πως είχε χάσει για λίγο την ισορροπία της. Η σκέψη του ερχόταν ξανά και ξανά, πεισματικά, χωρίς να της αφήνει χώρο να σκεφτεί κάτι άλλο. Ήταν αναστατωμένη, γεμάτη ενέργεια και ταυτόχρονα κουρασμένη από την ίδια της την ένταση. Χρειαζόταν να ηρεμήσει, να ξαναβρεί τον εαυτό της.
Με όλο το κουράγιο που μπορούσε να επιστρατεύσει, κατευθύνθηκε στο μπάνιο για ένα ντους. Έπιασε τα μαλλιά της, δοκίμασε τη θερμοκρασία του νερού και μπήκε κάτω από το ζεστό ντους. Άφησε το νερό να κυλήσει στους ώμους και στην πλάτη της, σαν να μπορούσε να ξεπλύνει μαζί με την κούραση και τις επίμονες σκέψεις της. Έκλεισε για λίγο τα μάτια. Όμως η ηρεμία δεν ερχόταν. Το πρόσωπο του Αδάμαντα επέστρεφε ξανά στη σκέψη της. Η παρουσία του είχε αφήσει μέσα της μια ένταση που ούτε το ζεστό νερό ούτε η μοναξιά μπορούσαν να διαλύσουν. Πήρε βαθιά ανάσα. Το μπάνιο ξαφνικά της φάνηκε μικρό. Βγήκε, τύλιξε με επιδέξιες κινήσεις την πετσέτα γύρω από τα μαλλιά της, σαν τουρμπάνι μαχαραγιά, και φόρεσε κατάσαρκα το λευκό βαμβακερό μπουρνούζι της. Μερικές σταγόνες νερού έπεφταν ακόμη από τις άκρες των μαλλιών της. Στάθηκε για λίγο όρθια στο σαλόνι. Ήταν κουρασμένη, αλλά όχι ήρεμη. Και τότε κατάλαβε κάτι που την τρόμαξε περισσότερο από την ίδια την επιθυμία της, η συζυγική της αφοσίωση είχε αρχίσει να συγκρούεται με μια ανάγκη που, όσο την καταπίεζε, τόσο περισσότερο επέστρεφε. Ένιωσε ξαφνικά πως βρισκόταν μπροστά σε ένα σταυροδρόμι του εαυτού της. «Τι μου συμβαίνει;» ψιθύρισε.
Η σκέψη της ταξίδεψε στην αρχαιότητα, στην Αφροδίτη. Θεά του έρωτα, παντρεμένη με τον Ήφαιστο, κι όμως δεμένη από έναν κόσμο επιθυμιών που δεν υπάκουαν πάντοτε στους κανόνες του γάμου. Δεν μπορούσε να ξέρει ακόμη πού θα την οδηγούσε η δική της ιστορία. Ήξερε μόνο πως, για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό, ένας άνδρας είχε κατορθώσει να ταράξει όχι μόνο τη φαντασία της, αλλά και την προσεκτικά χτισμένη ισορροπία της ζωής της. Και αυτό ήταν που την αναστάτωνε περισσότερο απ' όλα. Σκέφτηκε τον Νικηφόρο. Έλειπε ήδη πέντε μήνες και ίσως να έλειπε ακόμη δυο ή και τρεις. Η ναυτιλιακή εταιρεία τον χρειαζόταν στα νέα, υψηλής τεχνολογίας πλοία της, βέβαια, όχι χωρίς αντάλλαγμα. Η Εριφύλη όμως τον χρειαζόταν κι εκείνη. Πολύ περισσότερο απ’ όσο άφηνε να φανεί.
Δεν ήθελε, ωστόσο, να του δημιουργήσει διλήμματα. Σεβόταν τη δουλειά του, τις ευθύνες του, τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει και οι δυο τους. Πάνω απ’ όλα, ένιωθε γι’ αυτόν μια βαθιά και τρυφερή αγάπη. Ήταν ο σύντροφός της, ο άνθρωπος με τον οποίο είχε μοιραστεί τη ζωή της, ο πατέρας των παιδιών τους.
Και όμως... Είχε παρατηρήσει, όσο περνούσαν τα χρόνια, κάτι που δυσκολευόταν να ομολογήσει ακόμη και στον εαυτό της. Το ερωτικό πάθος ανάμεσά τους είχε, μοιραία, εξασθενήσει. Δεν είχε εξαφανιστεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Δεν είχε πάψει να υπάρχει. Απλώς, σιγά σιγά, είχε αλλάξει μορφή. Είχε μετουσιωθεί σε συντροφικότητα, επικοινωνία, κατανόηση, εμπιστοσύνη και κοινούς στόχους. Σε εκείνη τη βαθιά οικειότητα που αποκτούν δύο άνθρωποι όταν έχουν περάσει μαζί χαρές, δυσκολίες, αγωνίες και καθημερινές μικρές μάχες. Και όλα αυτά ήταν πολύτιμα. Μόνο που τώρα έρχονταν αντιμέτωπα με μια άλλη ανάγκη, πιο πρωτόγονη, πιο επίμονη, που δεν ενδιαφερόταν για λογικές εξηγήσεις. Ήταν σαν να προσπαθείς να μη φας τίποτα για μια ολόκληρη μέρα. Όσο περνούν οι ώρες, το σώμα αρχίζει να σου θυμίζει επίμονα πως υπάρχει και πως έχει τις δικές του απαιτήσεις. Κάπως έτσι ένιωθε κι εκείνη. Δεν της έλειπε η τρυφερότητα του Νικηφόρου. Δεν της έλειπε η ουσιαστική επικοινωνία μαζί του. Δεν αμφισβητούσε ούτε την αγάπη τους ούτε όσα είχαν χτίσει μαζί.
Της έλειπε όμως η ερωτική εγγύτητα. Εκείνη η βαθιά, σωματική ανάγκη που δεν υποκαθίσταται εύκολα από μια συζήτηση, ένα τηλεφώνημα ή μια αγκαλιά από απόσταση. Μια ανάγκη που ανήκει στις πιο πρωταρχικές λειτουργίες του ανθρώπου, δίπλα στην πείνα, τη δίψα και την ανάγκη για επαφή και συντροφιά. Και το σώμα της δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τις θεωρίες της. Εκείνη τη στιγμή, η επιθυμία μέσα της δεν αναγνώριζε κοινούς στόχους, οικογενειακές υποχρεώσεις ή την ασφάλεια μιας μακροχρόνιας σχέσης. Έμπαινε στο μυαλό της σαν επίμονος στροβιλισμός και ανακάτευε σκέψεις, μνήμες και φαντασίες. Και μέσα σε όλη αυτή την αναστάτωση υπήρχε ένας άνθρωπος που είχε γίνει ξαφνικά το επίκεντρο. Ο Αδάμας.
Όσο κι αν προσπαθούσε να τον διώξει από τη σκέψη της, τόσο εκείνος επέστρεφε. Το βλέμμα του, το χαμόγελό του, η παρουσία του απέναντί της στο εμπορικό κέντρο. Και κάπου πίσω απ’ όλα αυτά υπήρχε ο Νικηφόρος. Μακριά. Πολύ μακριά.
Η εικόνα του ερχόταν στο μυαλό της σαν μέσα από λεπτή ομίχλη, σαν ανάμνηση μιας ζωής που ήταν δική της και ταυτόχρονα απείχε χιλιάδες μίλια. Η Εριφύλη έκλεισε για λίγο τα μάτια. Τον αγαπούσε.
Αυτό ήταν βέβαιο. Το ερώτημα που την βασάνιζε ήταν άλλο. Μπορούσε η αγάπη να σιωπήσει για πάντα εκείνες τις ανάγκες του ανθρώπου που δεν υπακούουν στη λογική; Τούτες τις ώρες, στις σκέψεις της κυριαρχούσε η εικόνα του γοητευτικού άνδρα από το μπιστρό. Ενός άνδρα που, το πιθανότερο, δεν θα ξανάβλεπε ποτέ στη ζωή της. Πώς ήταν δυνατόν να της είχε συμβεί αυτό;
Μέχρι εκείνη τη στιγμή όλα στη ζωή της ήταν τακτοποιημένα. Ιδιαίτερα η ερωτική της ζωή. Είχε τον Νικηφόρο, τον καλύτερο άνδρα που θα μπορούσε να ζητήσει. Είχε όλα όσα θα μπορούσαν να κάνουν μια γυναίκα ευτυχισμένη, και πράγματι, ο Νικηφόρος την είχε κάνει ευτυχισμένη.
Τόσα χρόνια μαζί του δεν είχε διανοηθεί ποτέ να σηκώσει τα μάτια της για να κοιτάξει άλλον άνδρα. Δεν ήταν στον χαρακτήρα της. Πολλοί την είχαν κοιτάξει κατά καιρούς, όμως εκείνη τους είχε προσπεράσει αδιάφορα. Και τώρα; Τι είχε πάθει ξαφνικά;
Γιατί αυτός ο άγνωστος άνδρας είχε καταλάβει τόσο επίμονα τη σκέψη της; Γιατί η μορφή του επέστρεφε ξανά και ξανά, ολοζώντανη, με εκείνη την έντονη αρρενωπή γοητεία που την είχε αιφνιδιάσει; Το χειρότερο ήταν πως οι ίδιες της οι φαντασιώσεις έμοιαζαν να δυναμώνουν την έλξη. Ήταν σαν να είχε ξεχάσει, έστω για λίγο, την μέχρι χθες ζωή της. Σαν να είχε φάει το μαγικό ρόδι που είχε προσφέρει ο Πλούτωνας στην Περσεφόνη και να είχε περάσει σε έναν κόσμο όπου οι παλιές βεβαιότητες δεν είχαν πια την ίδια δύναμη. Και όλα αυτά επειδή ένας άγνωστος άνδρας, καθισμένος σ' ένα μπιστρό, την είχε κοιτάξει επίμονα. Τόσο απλά. Τόσο παράλογα.
Είχε περάσει ένα βασανιστικό βράδυ από εκείνη τη στιγμή και τα ερωτήματα εξακολουθούσαν να κατακλύζουν το μυαλό και την καρδιά της. Η ανάμνηση του Νικηφόρου δεν μπορούσε να καλύψει την απουσία του. Η απόσταση είχε γίνει μεγάλη, έντονη και, κάποιες στιγμές, επώδυνη. Πολλές φορές κοιμόταν με τα παιδιά της κοντά της, όμως ο Νικηφόρος τής έλειπε αφόρητα. Της έλειπε η ζεστασιά του, η γνώριμη μυρωδιά του, η αγκαλιά του, τα χάδια του, τα φιλιά του, εκείνη η ιδιαίτερη οικειότητα που είχαν χτίσει τόσα χρόνια μαζί. Όταν επέστρεφε από τα ταξίδια του, οι πρώτες μέρες ήταν σχεδόν πάντα δικές τους. Σπίτι, οικογένεια, αγκαλιές και εκείνη η ανανεωμένη φλόγα που τους έφερνε ξανά κοντά. Ήταν οι χαρούμενες μέρες. Μόνο που, όσο περνούσε ο καιρός, οι μέρες της απουσίας πλήθαιναν. Μιλούσαν καθημερινά. Η σχέση τους παρέμενε δυνατή. Η φωνή του στο τηλέφωνο μπορούσε ακόμη να της ζεστάνει την καρδιά. Μα το σώμα της δεν καταλάβαινε από τηλέφωνα. Τον ήθελε κοντά της. Και η μοναχική προσπάθεια να κατευνάσει την επιθυμία της δεν κατάφερνε πάντα να σβήσει εκείνη την εσωτερική ανησυχία. Και να που, στη θέση της εικόνας του Νικηφόρου, παρουσιάστηκε ξανά στο μυαλό της το πρόσωπο εκείνου του άνδρα.
Άθελά της, ένα παλιό τραγούδι ήρθε στη μνήμη της. Οι στίχοι είχαν μπερδευτεί μέσα στα χρόνια, μα η ατμόσφαιρά του είχε μείνει ζωντανή: ένας όμορφος ξένος, ένας ναυτικός που εμφανίζεται ξαφνικά στη ζωή μιας γυναίκας, περνά σαν όνειρο και ύστερα χάνεται.
Η Εριφύλη χαμογέλασε αμυδρά. «Οι μυστηριώδεις άνδρες είναι γοητευτικοί...»
Ίσως γι' αυτό η γυναίκα του τραγουδιού τον αναζητούσε στα λιμάνια. Ίσως γι' αυτό ρωτούσε τους ναυτικούς γι' αυτόν, χωρίς να ξέρει αν ήταν ζωντανός ή νεκρός.
Κι εκείνη; Υπήρχε άραγε κάτι ανάλογο στον άνδρα του μπιστρό; Σίγουρα διέθετε εκείνη τη δόση μυστηρίου που μπορούσε να κάνει μια γυναίκα να τον θυμάται πολύ περισσότερο απ' όσο θα επέτρεπε η λογική. Η Εριφύλη το ήξερε μέσα της, όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί: η εικόνα του δεν θα έφευγε εύκολα. Η παρουσία του στο μπιστρό τής είχε αναστατώσει το μυαλό χωρίς να της προσφέρει καμία λογική εξήγηση. Από την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισε, κάτι μέσα της είχε αντιδράσει πριν προλάβει να αντιδράσει η σκέψη. Και τότε, σαν να αποφάσισε κάποια άλλη Εριφύλη να αναλάβει την ανάκριση, άκουσε τη γνώριμη εσωτερική φωνή.
«Και δεν μου λες, κοπέλα μου... Θα ένιωθες έτσι γι' αυτόν τον άγνωστο άνδρα αν δεν έλειπε τόσο καιρό ο Νικηφόρος; Αν δεν σου έλειπαν όλα εκείνα που σου προσφέρει η ζεστή αγκαλιά του; Ε;»
Η Εριφύλη έμεινε σιωπηλή. «Δεν ξέρω...» ψιθύρισε τελικά.
«Ξέρεις.»
«Δεν ξέρω!» επέμεινε εκνευρισμένη.
«Ξέρεις!»
«Ε, ναι λοιπόν! Ναι!»
Η παραδοχή βγήκε σχεδόν σαν κραυγή. Και αμέσως την κατέλαβε πανικός.
Ήταν απίστευτο. Έπρεπε να φτάσει σχεδόν δέκα χρόνια γάμου, να έχει χτίσει μια ολόκληρη ζωή, να έχει οικογένεια, παιδιά, έναν άνθρωπο που αγαπούσε βαθιά, και μέσα σ' ένα απόγευμα, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ένας άγνωστος άνδρας σ' ένα εστιατόριο είχε καταφέρει να της αναστατώσει το μυαλό.
Το γύριζε από εδώ, το γύριζε από εκεί. Λογική απάντηση δεν έβρισκε. Ήταν όμως αποφασισμένη να βρει. Εκείνη τη στιγμή δεν λογάριαζε ακόμη τις συνέπειες. Ούτε καν πέρασε από το μυαλό της τι θα συνέβαινε όταν ο Νικηφόρος θα επέστρεφε. Κι όμως, όσο περισσότερο σκεφτόταν την κατάσταση, τόσο καθαρότερα καταλάβαινε πως αυτό που μόλις είχε παραδεχτεί έκρυβε έναν πραγματικό κίνδυνο.
Τον κίνδυνο να κάνει μια κίνηση που θα μπορούσε να διαλύσει όσα είχε χτίσει με τόσο κόπο. Και το χειρότερο;Όλα αυτά έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές της.
Καθισμένη στο μπαλκόνι, με το βλέμμα χαμένο προς τα βουνά, ένιωσε ξαφνικά έναν ανείπωτο φόβο να της πλημμυρίζει τα φυλλοκάρδια. Ήταν σαν ένα εσωτερικό προμήνυμα. Σαν μια φωνή που της έλεγε να μείνει στα αυγά της. Και είχε την έντονη αίσθηση πως αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει δεν θα της έβγαινε σε καλό. Ένιωθε ήδη ένοχη, σαν τη διαβητική που είχε απλώσει το χέρι στο απαγορευμένο μιλφέιγ της «Δέσποινας». Και τότε εμφανίστηκε μέσα της μια δεύτερη φωνή , πιο ψύχραιμη, πιο λογική. «Κορίτσι μου, είσαι με τα καλά σου; Σκέφτεσαι λες και είσαι απόλυτα σίγουρη ότι θα τον ξανασυναντήσεις!»
Η Εριφύλη σήκωσε τα φρύδια. «Κι όμως... έτσι ακριβώς είναι», απάντησε η άλλη φωνή μέσα της.
Ήταν εκείνη η φωνούλα που πολλές φορές την εκνεύριζε, αλλά χωρίς την οποία, κατά βάθος, δεν θα μπορούσε να ζήσει. Της έδινε ανησυχία, περιέργεια, αντιρρήσεις, και κάποιες φορές την έσπρωχνε σε αποφάσεις που ούτε η ίδια δεν ήξερε πού θα την οδηγούσαν.
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα χαμογέλασε αμυδρά.
Και, για πρώτη φορά, αντί να προσπαθήσει να φιμώσει το ένστικτό της, αποφάσισε να το ακούσει.
Η αυγή έμοιαζε να αναδύεται σαν ένας κόκκινος καπνός, απλωμένος πάνω από τις βουνοκορφές του ορίζοντα. Μα μόλις πρόβαλε ο ήλιος, η μαγεία χάθηκε. Στη μεγάλη αυλή επικρατούσε ακόμη ησυχία. Ακόμη και τα τιτιβίσματα των πουλιών είχαν κοπάσει. Τα παιδιά κοιμούνταν ακόμη, ενώ η καμπάνα της γειτονικής εκκλησίας είχε κι αυτή σωπάσει.
Καθώς ο ήλιος ανέβαινε πίσω από τις βουνοκορφές της Πάρνηθας, ένα αχνό αντιφέγγισμα ξεπρόβαλε μέσα από την πρωινή υγρασία. Για μια στιγμή όλα έμοιαζαν θαμπά, ύστερα μια λεπτή λάμψη και, ξαφνικά, μια έκρηξη φωτός. Ο τόπος άστραψε. Είχε βρέξει τη νύχτα και ο βραδινός βοριάς είχε καθαρίσει την ατμόσφαιρα. Ο ουρανός ήταν διάφανος, πεντακάθαρος.
Η Εριφύλη, όμως, δεν είχε κατορθώσει να καθαρίσει το μυαλό της. Ούτε το ζεστό ντους ούτε η άνεση του κρεβατιού είχαν καταφέρει να σβήσουν εντελώς την εσωτερική αναστάτωση που της είχε αφήσει η νύχτα. Πέταξε το σεντόνι στην άκρη, κατέβασε τα πόδια στο πάτωμα και σηκώθηκε. Πήγε στο παράθυρο και τράβηξε τις κουρτίνες, αφήνοντας το πρωινό φως να πλημμυρίσει το δωμάτιο. Οι ηλιαχτίδες γλίστρησαν πάνω της σαν υγρό κεχριμπάρι. Έκλεισε τα μάτια και έστρεψε το πρόσωπό της στον ήλιο, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά. Ήταν μια από εκείνες τις όμορφες ανοιξιάτικες μέρες που μόνο η Ελλάδα ξέρει να χαρίζει. Τυλιγμένη στο μπουρνούζι της, πήρε τον καφέ της και βγήκε στο ευρύχωρο μπαλκόνι. Ήθελε λίγο καθαρό αέρα, λίγη ησυχία, μια ευκαιρία να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη. Ξάπλωσε αναπαυτικά στα μαξιλάρια της μεγάλης μπαμπού πολυθρόνας. Έκλεισε για λίγα δευτερόλεπτα τα μάτια, μη μπορώντας να αντέξει την εκτυφλωτική λάμψη. Οι ήχοι της ήσυχης συνοικίας έφταναν από μακριά, σαν το αργό μουρμούρισμα της θάλασσας ή το θρόισμα του δάσους στο δειλινό. Οι λεύκες και τα μεγάλα δέντρα της αυλής άρχισαν να τρέμουν ελαφρά και ύστερα να κυματίζουν, καθώς η πρωινή αύρα χάιδευε τα φύλλα τους. Ένα διακριτικό αεράκι κατέβαινε από τη βουνοπλαγιά, μεταφέροντας μαζί του την πρωινή δροσιά. Η Εριφύλη ανατρίχιασε ελαφρά. Μερικές τούφες από τα καστανόκοκκινα μαλλιά της είχαν ξεφύγει από την πετσέτα στο κεφάλι της και έλαμπαν τώρα στον ήλιο, χρυσαφίζοντας στις άκρες.
Μα ούτε η δροσιά κατάφερε να την ηρεμήσει. Ο ύπνος της είχε υπάρξει ταραγμένος, γεμάτος όνειρα και εικόνες που την είχαν ξυπνήσει με μια παράξενη ένταση. Προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς της συνέβαινε. Το μόνο βέβαιο ήταν πως, από την προηγούμενη ημέρα, μια συγκεκριμένη μορφή είχε καρφωθεί στο μυαλό της. Ο όμορφος άνδρας του μπιστρό. Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί η παρουσία του την είχε επηρεάσει τόσο πολύ. Όσο περισσότερο ανακαλούσε το βλέμμα του, το πρόσωπό του, το χαμόγελό του, τόσο πιο έντονα αισθανόταν εκείνη την πρωτόγνωρη έλξη. Και αυτό την τρόμαζε.
Μέχρι τότε δεν είχε διανοηθεί ποτέ να κοιτάξει άλλον άνδρα με τέτοιον τρόπο. Η ζωή της, οι αρχές της, ο γάμος της, όλα ήταν ξεκάθαρα μέσα της. Κι όμως, τώρα ένιωθε διχασμένη. Από τη μια πλευρά υπήρχε η γυναίκα που γνώριζε τον εαυτό της ως σύζυγο και μητέρα. Από την άλλη υπήρχε μια άλλη Εριφύλη, που ξυπνούσε μέσα της και απαιτούσε να θυμηθεί πως ήταν και γυναίκα, με επιθυμίες, περιέργειες και ανάγκες που δεν είχαν εξαφανιστεί επειδή η ζωή της είχε αποκτήσει οικογένεια και σταθερότητα.
Ήθελε να μοιραστεί αυτές τις παράξενες σκέψεις με την Ελπινίκη. Εκείνη θα μπορούσε, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, να την καταλάβει. Βρίσκονταν άλλωστε σε παρόμοια τροχιά: δύο γυναίκες με συζύγους που έλειπαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα και με σκέψεις που δεν ήταν πάντοτε εύκολο να ειπωθούν δυνατά.
Πήρε το τηλέφωνο. «Καλημέρα, φιλενάδα.»
Η Ελπινίκη, μόλις είχε ξυπνήσει. Τρίψε τα μάτια της με τις παλάμες και απάντησε με φωνή βαριά από τον ύπνο.
«Έι... καλημέρα.»
«Πώς νιώθεις σήμερα;» ρώτησε η Εριφύλη.
«Νομίζω πως είμαι καλά.»
«Ωραία. Γιατί θέλω να ακούσεις με ενδιαφέρον το όνειρό μου, σαν καλή μου φίλη.»
Η Ελπινίκη ανακάθισε στο κρεβάτι. « Ε... κοιμήθηκες καλά, Εριφύλη; Ή μήπως δεν έχεις ύπνο;»
«Τρελάθηκες; Για ύπνο είμαι εγώ τώρα;»
«Τι λες, μωρή φιλενάδα;»
«Ωραίο πράγμα το όνειρο, ε; Ελπινίκη;»
«Ποιο όνειρο;»
«Χτες το βράδυ, κορίτσι μου! Το όνειρο! Ήμασταν, λέει, με τον φιλαράκο μας και... ξεσαλώναμε.
«Χτες το βράδυ;»
«Ναι, όνειρο είναι, ρε Ελπινίκη. Ό,τι σου έρθει βλέπεις!»
«Ό,τι σου έρθει ή ό,τι γουστάρεις;»
Η Εριφύλη γέλασε. «Ό,τι σου λείπει, ξέρω 'γω;»
«Και βρεθήκαμε εσύ κι εγώ με τον φίλο μας;
«Ναι! Είδα πως ήμασταν κάπου κοντά στη θάλασσα. Και μετά σε μια βίλα.»
«Και πού ήταν αυτή η βίλα, κορίτσι μου;»
«Μια παλιά βίλα... ξέρω 'γω. Κάπου στα νότια προάστια. Τι σε νοιάζει πού ήταν; Εδώ λέμε πως μας περίμενε πως και πως! ]
Η φωνή της είχε πάρει έναν παιχνιδιάρικο τόνο. «Αν μ' έπιανες εκείνη την ώρα, η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει!»
«Χτυποκάρδι, ε;»
«Χτυποκάρδι, καρδιοχτύπι... όπως θέλεις πάρ' το! Ξέρεις τι είναι να ανοίγει η πόρτα και να βλέπεις μπροστά σου τον άνδρα που έχεις φτιάξει μέσα στα όνειρά σου; Τον έναν και μοναδικό εραστή του ονείρου;»
«Και μετά;»
Η Εριφύλη σώπασε για λίγο. «Μετά... δεν θυμάμαι.»
«Σαν ερωτευμένη κάνεις.»
«Τι ερωτευμένη μου λες; Αναστατωμένη είμαι, ρε Ελπινίκη!»
«Τώρα κατάλαβα. Καλημέρα λοιπόν. Κι αν δεις τον φίλο μας ξανά στον ύπνο σου, έχει και τα δικά μου φιλιά.»
«Το βράδυ ξάπλω κι ονειρέψου τον κι εσύ.»
«Εμένα, ρε Εριφύλη, δεν με καταδέχεται ο φίλος μας στα όνειρά μου. Και, μεταξύ μας, δεν βρίσκεις τίποτα καλύτερο να δεις στον ύπνο σου από τον φίλο μας; Έχεις καταλάβει που πας να μπλέξεις;»
«Σαν τι να δω, ρε Ελπινίκη;»
«Τον Άγιο Ονούφριο, ας πούμε.»
«Ποιος είναι αυτός ο Νούφριος;»
Η Ελπινίκη γέλασε. «Ένας άγιος από τα μέρη μου, στο Νησί, στο Ακρωτήρι. Ερημίτης! Γύριζε στην έρημο με ένα κουρελάκι, ολομόναχος. Έρημος στη μοναξιά ήταν κι αυτός. Να, καλή ώρα, σαν κι εμάς που μας λείπουν τα ταίρια μας.
«Καλημέρα!» είπε κοφτά η Εριφύλη, καταλαβαίνοντας πως η ονειροφαντασία της δεν ήταν καθόλου μεταδοτική.
«Καλημέρα!» απάντησε βαριεστημένα η Ελπινίκη. και έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν είχε διάθεση να συνεχίσουν την ψιλοκουβέντα.
Η Εριφύλη άφησε το κινητό δίπλα στον καφέ της και ξαναέκλεισε τα μάτια. Για λίγο άφησε τη σκέψη της να περιπλανηθεί. Τα όνειρα της νύχτας επέστρεψαν στη μνήμη της, όχι σαν ολοκληρωμένες εικόνες αλλά σαν αποσπάσματα, αισθήσεις και συναισθήματα. Και τότε ένιωσε ξανά εκείνον τον διχασμό.
Από τη μια ήταν όλα όσα είχε χτίσει ως σύζυγος και μητέρα. Η οικογένειά της, ο Νικηφόρος, τα παιδιά, η ασφάλεια μιας ζωής που αγαπούσε. Από την άλλη υπήρχε κάτι καινούργιο, κάτι που δεν είχε προγραμματίσει και δεν είχε ζητήσει. Η ανάγκη να ανακαλύψει ξανά μια πλευρά του εαυτού της που είχε μείνει για χρόνια στο παρασκήνιο. Από την πρώτη στιγμή που είχε αντικρίσει εκείνα τα αισθησιακά χείλη και το όμορφο πρόσωπο του άνδρα στο εμπορικό κέντρο, κάτι την είχε τραβήξει σαν μαγνήτης. Μια έλξη σχεδόν αρχέγονη. Και, όσο κι αν προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως ήταν απλώς μια περαστική εντύπωση, μέσα της ήξερε πως η ιστορία αυτή είχε ήδη αρχίσει να αποκτά τη δική της δυναμική. Το μόνο που δεν ήξερε ακόμη ήταν πού θα την οδηγούσε.
Κοίταξε ξανά προς τα βουνά. Και για πρώτη φορά αναρωτήθηκε σοβαρά αν πράγματι ήθελε να μάθει την απάντηση.





'
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου