«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).. Ήταν η τελευταία εβδομάδα. Σαν να ήθελαν να πιουν το καλοκαίρι ως την τελευταία σταγόνα, οι δύο οικογένειες περνούσαν τα απογεύματά τους στην ακρογιαλιά. Φωνές, γέλια, βουτιές και κουβέντες αέρινες, χωρίς άλλο σκοπό παρά να τεντώσουν την ομορφιά αυτών των τελευταίων, ανέμελων ημερών.
Όλοι εκτός από τον Νικηφόρο.
Νιώθοντας μια παράξενη κούραση και βαριά διάθεση, είχε προτιμήσει να μείνει στο σπίτι της Νεφέλης. Βυθισμένος στον φαρδύ καναπέ του μπαλκονιού, άφηνε το βλέμμα του να χάνεται εκεί πέρα, όπου το γαλάζιο της θάλασσας έσμιγε με τον ουρανό. Δεν του μιλούσε κανείς, δεν ζητούσε τίποτα. Και παραδόξως, αυτός ο αποκλεισμός τού λύτρωσε την ψυχή.
Έμεινε ακίνητος, χαζεύοντας τις αστραπές του φωτός να γλιστρούν στα νερά. Οι σκέψεις του, τα αιώνια δίκτυα του νου του, χαλάρωσαν, έγιναν αραιές, σχεδόν ανύπαρκτες. Δεν έλυνε τίποτα, δεν σχεδίαζε το αύριο. Υπήρχε απλώς. Για λίγες στιγμές, είχε πετάξει από πάνω του το βάρος των θέλω, των πρέπει, των προσδοκιών.
Ο παλμός του κόσμου είχε πέσει στον αργό ρυθμό της παλίρροιας. Το κύμα χάιδευε την αμμουδιά κι έπειτα τραβιόταν πίσω, σαν ανάσα αργή, γεμίζοντας το μπαλκόνι με έναν ψίθυρο σαν νανούρισμα. Ο Νικηφόρος έκλεισε τα βλέφαρα. Η ζέστη του απογεύματος, το αλάτι στο δέρμα του και ο μονότονος, λυτρωτικός παλμός του νερού τον παρέσυραν σε μια βαθιά, σχεδόν υπερβατική γαλήνη.
Ήταν ήρεμος. Πιο ήρεμος από ποτέ τα τελευταία χρόνια. Και για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα, ο χρόνος σταμάτησε να τον τρομάζει. Το καλοκαίρι είχε ακόμα λίγη ζωή μέσα του, μπορούσε να περιμένει.
Πρώτη από όλους, όπως συνήθιζε, η Νεφέλη ξεπρόβαλε από τη θάλασσα, πάντα ένα βήμα μπροστά, η αεικίνητη ψυχή του σπιτιού. Ενώ οι υπόλοιποι συνέχιζαν να παίζουν στα σμαραγδένια νερά, εκείνη χώθηκε ορμητικά κάτω από το ντους στην άκρη της αυλής, για να ξεπλύνει το αλάτι.
Ο Νικηφόρος άκουσε το νερό να σκίζει τη σιωπή πριν καλά-καλά γυρίσει. Κι όταν τα μάτια του έπεσαν πάνω της, η ανάσα του κόπηκε.
Το νερό έτρεχε στα μούσκεμα μαλλιά της, στο πρόσωπο, κυλούσε ποτάμι στους ώμους και χάραζε αστραφτερά αυλάκια πάνω στο ηλιοψημένο της δέρμα. Το μαύρο μαγιό αγκάλιαζε σφιχτά τις πληθωρικές της καμπύλες, κι εκείνη η εικόνα, λουσμένη στο χρυσαφένια φως του απογεύματος, είχε μια μαγνητική, σχεδόν υπνωτική δύναμη.
Η νωχέλεια του Νικηφόρου εξαφανίστηκε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Έμεινε ακίνητος, να την κοιτάζει κομμένος.
Κάτω από το νερό, η Νεφέλη συνέχιζε αμέριμνη. Ο Νικηφόρος, καρφωμένος στη θέση του, συνειδητοποίησε πως η σιωπή τους δεν ήταν πια καταφύγιο· ήταν το πεδίο μιας σιωπηλής ομολογίας. Όλα όσα απέφευγαν να πουν είχαν συμπυκνωθεί σε εκείνη τη μοναδική, βαριά ανάσα.
Εκείνη το ένιωσε. Σήκωσε τα μάτια και μια σπίθα διαπέρασε το βλέμμα της. Ένα πονηρό, σχεδόν προκλητικό χαμόγελο έσκασε στις άκρες των χειλιών της· το χαμόγελο όποιου ξέρει πως κρατάει τα ηνία και απολαμβάνει το παιχνίδι της φωτιάς.
Ο ήχος του ντους σταμάτησε. Μια ματιά πέρα από τη μάντρα επιβεβαίωσε αυτό που ήξερε: οι άλλοι ήταν ακόμα κάτω, στη θάλασσα. Μόνοι. Εκείνος κι εκείνη.
Χωρίς να βιαστεί, με μια κίνηση αιφνιδιαστικής οικειότητας, πέταξε το βρεγμένο μαγιό της. Γυμνή κάτω από το χρυσαφένιο φως του απογεύματος, με το σταρένιο της κορμί να λαμπυρίζει από τις τελευταίες σταγόνες, στάθηκε για δευτερόλεπτα να την πιει το μάτι του. Έπιασε την πετσέτα κι άρχισε να σκουπίζεται αργά, βασανιστικά νωχελικά. Και σε κάθε της κίνηση, τα μάτια της ανέβαιναν σε εκείνον, καρφώνοντας τον στον καναπέ.
Ο Νικηφόρος παρέμεινε ακίνητος, καθηλωμένος. Η Νεφέλη το διασκέδαζε. Γνώριζε πως τον είχε στριμώξει στη γωνία, κι αντί να του προσφέρει σανίδα σωτηρίας ή κάποια εύκολη ατάκα, αποφάσισε να τραβήξει το σχοινί λίγο παραπέρα, με εκείνη την αφοπλιστική της αυτοπεποίθηση.
Άπλωσε το χέρι, τράβηξε από το σχοινί της αυλής το ανάλαφρο, φλοράλ φόρεμα της και το φόρεσε αργά. Κάθε της κίνηση ήταν μελετημένη, υπολογισμένη ώστε να μη χαθεί ούτε ίχνος από το βλέμμα του. Το ύφασμα γλίστρησε στο κορμί της καθώς τα δάχτυλά της το τακτοποιούσαν, ενώ τα μάτια της τον τρυπούσαν πότε-πότε, μεταφέροντας το ανείπωτο μήνυμα, τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν τυχαίο.
Ο Νικηφόρος το ένιωσε στο πετσί του. Δεν ήταν απλώς μια τυχαία στιγμή δίπλα στο ντους. Ήταν μια καθαρή πρόκληση. Και η Νεφέλη κρατούσε γερά τα ηνία.
Καθώς το φόρεμα έπεσε οριστικά στις γραμμές του σώματός της, έδιωξε τα μαλλιά από το πρόσωπο με μια κίνηση και τον κάρφωσε με τα μάτια της.
«Πώς αισθάνεσαι;» τον ρώτησε με μια υπόνοια σαρκασμού στη φωνή.
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε άβολα. Εκείνη περιορίστηκε να σηκώσει ελαφρά το φρύδι. Η απάντηση ήταν περιττή· την ήξεραν και οι δυο τους.
«Ξαφνικά ένιωσα σαν να με είχε πατήσει τρένο. Αλλά τώρα… καλύτερα, της απάντησε με μια δόση ομολογίας στη φωνή.
Άφησε έναν βαθύ, ηχηρό αναστεναγμό και, παρά το τράβηγμα της αμηχανίας, τα μάτια του είχαν καρφωθεί πάνω της. Η ταραχή του ήταν ολοφάνερη. Εκείνη, από την άλλη, το εισέπραττε σαν προσωπικό της θρίαμβο· ένα πονηρό, σίγουρο χαμόγελο της φώτισε τα χείλη.
Ανέβηκε στη βεράντα και στάθηκε δίπλα του, τόσο κοντά που η ζεστασιά και η μυρωδιά της τον τύλιξαν. Ο Νικηφόρος σήκωσε το κεφάλι. Η σιωπή βάθυνε ανάμεσά τους για δευτερόλεπτα.
Η Νεφέλη ζυγίστηκε, έσκυψε ελαφρά προς το μέρος του και τον κοίταξε κατάματα.
«Λοιπόν;» τον ρώτησε μες στα μέλια.
Εκείνος χαμογέλασε στρεβλά. «Εσύ ξέρεις πολύ καλά τι κάνεις.
Τα μάτια της άστραψαν. «Εγώ; Τι έκανα εγώ;»
Ο Νικηφόρος χαμήλωσε το κεφάλι, νιώθοντας την παγίδα να κλείνει γύρω του. Ήξερε πως η Νεφέλη έπαιζε μαζί του, κι ακόμα χειρότερα, πως απολάμβανε κάθε στιγμή της αμηχανίας του. Το χειρότερο απ' όλα, όμως, ήταν ότι το απολάμβανε κι εκείνος.
«Πολύ ζεστή η μέρα σήμερα! Έχει και μια υγρασία που δεν υποφέρεται με τίποτα. Νιώθω το φουστάνι μου να κολλάει πάνω μου! Δεν το μπορώ… θέλω να τα βγάλω όλα!» του πέταξε με ένα προκλητικά αθώο ύφος.
Με μια αργή, υπολογισμένη κίνηση, έπιασε το στρίφωμα από το φλοράλ φόρεμά της και άρχισε να το ανασηκώνει ελαφρά, ανεμίζοντας το για να περάσει ο αέρας στο κορμί της. Το έκανε απροκάλυπτα, μπροστά στα μάτια του, γνωρίζοντας πολύ καλά τι προκαλούσε. Η Νεφέλη ήταν δασκάλα στο είδος της.
Ο Νικηφόρος πάλευε να κρατήσει τα προσχήματα, αλλά η μάχη ήταν χαμένη από χέρι. Το βλέμμα του είχε καρφωθεί πάνω της, αιχμάλωτο, ενώ εκείνη τον κοιτάζε με εκείνο το πονηρό, νικηφόρο βλέμμα.
«Καλύτερα τώρα;» τον πείραξε.
«Εσύ θα με αποτελειώσεις τελείως,» έρρεε η φωνή του σαν μουρμουρητό.
Η Νεφέλη έβαλε τα δυνατά της γέλια. «Μα εγώ προσπαθώ απλώς να δροσιστώ!»
«Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.»
Το γέλιο της αντήχησε πιο ζεστό, πιο ελεύθερο. Τα λόγια ήταν πια περιττά· το παιχνίδι είχε βρει τη δική του πορεία, έναν δρόμο χωρίς επιστροφή. Εκείνη ευχαριστιόταν τον έλεγχο και τη δύναμη που ασκούσε πάνω του, κι εκείνος, παρότι ήξερε πως πιανόταν με τα χέρια του στη φάκα, δεν είχε ούτε μισή πρόθεση να ξεφύγει. Για τη Νεφέλη ήταν μια παρτίδα φλερτ και πρόκλησης. Για τον Νικηφόρος, όμως, ήταν μια πυρκαγιά που άρχιζε να φουντώνει επικίνδυνα. Το ήξεραν κι οι δυο.
«Υπέροχη θέα έχει αυτό το μπαλκόνι, δε συμφωνείς; πέταξε η Νεφέλη με αθώο ύφος, δείχνοντας με το χέρι τον ανοιχτό κόλπο. Να αγναντεύεις τη θάλασσα, το βουνό... σε κάνει να χάνεσαι.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε πονηρά. «Όντως, η θέα είναι καθηλωτική,» αποκρίθηκε.
Μόνο που το βλέμμα του δεν είχε καμία σχέση με το γαλάζιο του ορίζοντα· ήταν καρφωμένο πάνω της. Η Νεφέλη το έπιασε αμέσως στον αέρα. Γύρισε το σώμα της προς το μέρος του και του πέταξε ένα βλέμμα ολάνοιχτο, γεμάτο νάζι και υπόσχεση.
Ο Νικηφόρος ένιωθε την ανάσα του να βαραίνει ελαφρά και το βλέμμα του να περιπλανιέται πάνω της, ενώ οι σκέψεις του είχαν πάψει προ πολλού να ακολουθούν λογική σειρά. Υπήρχαν στιγμές όπου η έλξη δεν χρειαζόταν ούτε εξήγηση ούτε επιχειρήματα. Ήταν απλώς εκεί, μια δύναμη σχεδόν μαγνητική, που επηρέαζε τον εσωτερικό κόσμο πριν προλάβει η λογική να παρέμβει. Ίσως αυτό να εννοούσε και ο Νοβάλις όταν μιλούσε για τη μαγική δύναμη του έρωτα: εκείνη την παράξενη αίσθηση που μετακινεί κάτι μέσα μας χωρίς να ζητήσει άδεια.
Η Νεφέλη διέκρινε καθαρά την έξαψη στο βλέμμα του. Ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στα χείλη της.
«Τι λες κι εσύ;» τον ρώτησε με προσποιητή αθωότητα.«Δεν αξίζει το θέαμα που έχεις μπροστά σου;»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε για λίγο χωρίς να απαντήσει.
«Εεε... ναι! Και βέβαια είναι η καλύτερη θέα!»
Η Νεφέλη έγειρε ελαφρά το κεφάλι, απολαμβάνοντας την απάντησή του.
Η Νεφέλη έγειρε ελαφρά το κεφάλι, απολαμβάνοντας την απάντησή του. «Μόνο η θάλασσα εννοείς;» Εκείνος γέλασε. «Μια θάλασσα όμορφη σαν κρίνο, που μέσα της κοιμήθηκε ένα φίδι, όπως λέει κι ένας ποιητής.»
Η Νεφέλη σιώπησε για δευτερόλεπτα, πριν ένα πονηρό, κατακτητικό χαμόγελο φωτίσει το πρόσωπο της.
«Κοιτάξτε τον ποιητή μας!» πέταξε με ειρωνικό νάζι.
«Εσύ φταις γι' αυτό,» αποκρίθηκε αφοπλιστικά εκείνος.
«Εγώ;»
«Εσύ μου 'βαλες τα γυαλιά να κοιτάζω τη θέα»
Έσκασαν στα γέλια κι οι δυο, αν και η ατμόσφαιρα είχε βαρέσει κόκκινο. Κανείς τους δεν ξεγελιόταν πια· η θάλασσα ήταν απλώς το πρόσχημα.
«Για δες τι λέει ο ποιητής... Πολύ γοητευτικό ακούγεται, συνέχισε εκείνη με μισόλογα, πνίγοντας ένα σαρδόνιο γέλιο. Σε τρώει η περιέργεια να βουτήξεις, ε; Στα βαθιά, να πιεις το νερό στο ποτήρι...»
Η φωνή της είχε λιώσει σε έναν ψίθυρο γεμάτο υπόσχεση. Ο Νικηφόρος την άκουγε, αιχμάλωτος. Ήξερε πως το παιχνίδι είχε περάσει σε άλλη διάσταση, κι ούτε που ήθελε να γυρίσει πίσω. Την κοίταξε κατάματα, με το βλέμμα του να καίει.
«Ακριβώς έτσι, της είπε χαμηλόφωνα. Όταν ο νους αμολάει κάβο, οι επιθυμίες θεριεύουν.»
Σταμάτησε για δευτερόλεπτα, αφήνοντας τη σιωπή να βαφτεί με προσμονή. «Νεφέλη, εσύ μου γυρίζεις το μυαλό τούμπα. Κοιτάζω τις πλαγιές του Χελμού απέναντι και δεν βλέπω βουνά· βλέπω εσένα. Το πρόσωπό σου, το στήθος σου, την κοιλιά, τα πόδια σου... Κι ολόκληρος αυτός ο κόσμος εδώ πέρα μοιάζει πια με έναν χάρτη που λαχταρώ να εξερευνήσω σπιθαμή προς σπιθαμή.»
Η Νεφέλη τον άκουγε ακίνητη, χωρίς να βγάλει κιχ. Η έκφρασή της είχε μαλακώσει, είχε βαθύνει. Τα βλέφαρα της βαραίνουν και ξανασάλεψαν, ενώ το κεφάλι της έγυρε απαλά προς τα πίσω. Από πάνω της ο απέραντος ουρανός, από κάτω της το κύμα. Κι εκείνη στη μέση, σαν μεθυσμένη, να μην ξέρει πια ποια αλήθεια να πιστέψει: αυτήν που άπλωνε μπροστά της ή εκείνη που γεννιόταν μέσα από τη φαντασία του.
Ο Νικηφόρος χαμήλωσε ακόμη περισσότερο τη φωνή του, σχεδόν σε ψίθυρο. «Κι ίσως το πιο αληθινό ταξίδι να είναι εκείνο που δεν έχει χάρτη.
Η Νεφέλη χαμογέλασε εκ των έσω. Κανείς τους δεν κορόιδευε πια τον άλλον, η θάλασσα ήταν απλώς το πρόσχημα.
Σιώπησαν για λίγο. Τα μάτια τους άγγιζαν ο ένας τον άλλον σαν χάδι, πριν αποτραβηχτούν και ξανασυναντηθούν. Μόνος συνοδός τους ο ήχος του νερού, που έδενε τα κενά ανάμεσα στις ανάσες τους. Το φλερτ είχε πια ξεπεράσει τις λέξεις· είχε γίνει μια σιωπηλή, κοινή γλώσσα που δεν ζητούσε πια άδεια.
Πάνω στην κορύφωση του πυρετού τους, η πραγματικότητα εισέβαλε χωρίς προειδοποίηση. Στην είσοδο της αυλής σκέπασε τις φωνές τους η υπόλοιπη οικογένεια που επέστρεφε.
Ο Νικηφόρος πάγωσε σαν άγαλμα. Το αίμα του πάγωσε στις φλέβες του, η ανάσα του κόπηκε. Ένα αόρατο καμπανάκι χτύπησε συναγερμό μέσα του, παρότι κανείς δεν τους είχε ακουμπήσει.
Η Εριφύλη πλησίασε πρώτη. Έσκυψε πάνω του με όλη τη φυσική της τρυφερότητα, ακουμπώντας τα χείλη της στο μέτωπό του. «Μάλλον έχεις πυρετό... Να σου φέρω ένα θερμόμετρο;»
Ο Νικηφόρος προσπάθησε να στήσει ένα πειστικό χαμόγελο, ενώ το στομάχι του έκαιγε. Η Νεφέλη στάθηκε δίπλα τους, αγέρωχη και απόλυτα κυρίαρχη του παιχνιδιού, χωρίς ούτε μια ρυτίδα ταραχής στο πρόσωπό της.
«Άσε, πήγαινε να μαζέψεις τα παιδιά. Θα τον φροντίσω εγώ.»
Η Εριφύλη την κοίταξε ευγνώμων. «Αχ, Νεφέλη μου, τι θα κάναμε χωρίς εσένα; Θησαυρός είσαι.»
«Να 'σαι καλά, κορίτσι μου,» αποκρίθηκε εκείνη με μια απόλυτα φυσική, καθησυχαστική χροιά.
Μόλις η Εριφύλη χάθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού για τα παιδιά, η Νεφέλη έσκυψε ελαφρά προς τον Νικηφόρο, με τα μάτια της να φλογίζονται από πονηριά.
«Θησαυρός, ε;» του ψιθύρισε με χαμηλό, βελούδινο τόνο. «Κρίμα που ορισμένοι δεν ξέρουν να τον εκτιμούν... αν και εσύ, όπως φαίνεται, το σκέφτεσαι αλλιώς.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε κατάματα, με το πρόσωπο του σοβαρό αλλά το βλέμμα του να καίει.
«Το ότι δεν το φωνάζω στους δρόμους, της αντέτεινε χαμηλόφωνα, δεν σημαίνει πως δεν αναγνωρίζω την αξία σου... και τα προτερήματά σου.
Η Νεφέλη έλαμψε ολόκληρη. «Μάλιστα...»
Σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο, αφήνοντας το υπονοούμενο να αιωρείται. «Βλέπω πως το πιάνεις το νόημα γρήγορα. Μου αρέσει.»
Ο Νικηφόρος χαμήλωσε τα μάτια, δίνοντας αγώνα να κρατήσει το χαμόγελό του. Δίπλα τους, οι άλλοι κινούνταν σε αποστάσεις αναπνοής. Κι όμως, γύρω τους είχε υφανθεί ένας αόρατος, παράλληλος κόσμος· ένας χώρος αποκλειστικός, κατοικημένος από τις πιο κρυφές τους σκέψεις και από μια λαχτάρα που δεν ζητούσε πια ονόματα για να υπάρξει.
Η Νεφέλη επέστρεψε γρήγορα κρατώντας ένα ελαφρύ σεντόνι. Στάθηκε πάνω από τον καναπέ κι άπλωσε το χέρι. Καθώς τα δάχτυλά της άγγιξαν το δέρμα του στο μέτωπο, η ανάσα της κόπηκε για μια στιγμή, μια ανεπαίσθητη ταραχή που πρόδιδε πως το παιχνίδι δεν ήταν καθωσπρέπει αθώο. Τον σκέπασε με προσοχή, του έβαλε το θερμόμετρο κι ετοίμασε το αντιπυρετικό, παίζοντας με απόλυτη φυσικότητα τον ρόλο της νοσοκόμας κάτω από τα ανυποψίαστα βλέμματα όλων.
Φέρνοντας ένα ελαφρύ σεντόνι, η Νεφέλη πλησίασε τον καναπέ. Τα δάχτυλά της άγγιξαν το μέτωπο του, μια επαφή που έκανε την καρδιά της να σκιρτήσει, προτού τον σκεπάσει με φροντίδα και του τοποθετήσει το θερμόμετρο, ετοιμάζοντας ταυτόχρονα το χάπι.
«Κάνε λίγο χώρο,» του ψιθύρισε.
Χώθηκε πλάι του στον καναπέ, τόσο στριμωγμένα που η μυρωδιά και η ζεστασιά της τον τύλιξαν ασφυκτικά. Ο Νικηφόρος αναρωτήθηκε αν η εγγύτητα ήταν τυχαία. Εκείνη, διαβάζοντας κάθε του σκέψη, δεν οπισθοχώρησε ούτε χιλιοστό.
«Για να δούμε το σκορ,» είπε ήρεμα, τραβώντας το θερμόμετρο.
Τα μάτια της άστραψαν πονηρά. «Τριάντα επτά και δύο. Δέκατα, τίποτα σοβαρό. Ένα ντεπόν θα σε κάνει περδίκι. Ή μήπως θες να φωνάξουμε γιατρό;»
Σταμάτησε, αφήνοντας το χαμόγελό της να πλατύνει. «Με το άλλο όμως, το ζωηρό που ξύπνησε και δεν λέει να ησυχάσει, τι θα κάνουμε;»
Το χέρι της γλίστρησε ανάλαφρα πάνω από το σεντόνι, χαϊδεύοντας τον. Ο Νικηφόρος κατάλαβε πως η θεραπεία μόλις είχε αρχίσει να ξεφεύγει από τα ιατρικά πρωτόκολλα.
Η Νεφέλη τον κοίταξε μες στα μάτια. «Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις… Εσύ είσαι ο ασθενής, εγώ απλώς ακολουθώ θεραπευτική αγωγή.»
Εκείνος της ανταπέδωσε ένα βλέμμα φωτιάς, με όλη την αντρίκια σιγουριά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
«Κάτσε να το εξετάσουμε το θέμα επιστημονικά,» της αποκρίθηκε με ύφος απόλυτου κατακτητή. «Αυτό γιατρειά βρίσκει σίγουρα.»
Η Νεφέλη έσκυψε σχεδόν πάνω στο στόμα του, αφήνοντας τα λόγια της να γλιστρήσουν σαν καυτή ανάσα.
«Έκφυλο κάθαρμα... Μόνο λόγια είσαι! Δεν βλέπεις πώς έχω γίνει; Αν ήμασταν μόνοι τώρα, θα σου 'δειχνα εγώ...»
Ο Νικηφόρος δεν πτοήθηκε, το χαμόγελό του πλάτυνε επικίνδυνα. «Μη φοβάσαι, κάνω ήδη σχέδια για την πρώτη ευκαιρία που θα μας κλείσει μόνους.
«Άντε, περίμενε να τη βρούμε! αντέτεινε εκείνη με λαχτάρα στα μάτια. Αλλά μην το γυρνάς αλλού, πες μου τι ακριβώς σκέφτεσαι.»
«Νεφέλη μου... της ψιθύρισε με φωνή βραχνή. Σε γουστάρω τρελά. Το μυαλό μου έχει καεί ολοσχερώς. Και το χειρότερο είναι πως εσύ κρατάς τα σπίρτα.»
Εκείνη τον κοίταξε επίμονα, πριν αλλάξει απότομα ύφος και του κάνει νόημα με τα χέρια να χαμηλώσει τους τόνους. «Σςς, ασθενή μου, θα μας πάρουν χαμπάρι.»
Ήταν αργά. Η μπαλκονόπορτα άνοιξε με πάταγο και τα μέλη της οικογένειας ξεχύθηκαν ξανά έξω, γκρεμίζοντας το σκηνικό του πάθους σε κλάσματα δευτερολέπτου. Η Εριφύλη, έτοιμη να κλείσει τις εκκρεμότητες της ημέρας, κοίταξε αμέσως προς τη Νεφέλη.
«Νεφέλη, πεταγόμαστε μέχρι το χωριό με τον θείο και τα πιτσιρίκια για προμήθειες, κοτόπουλο στη σούβλα, σουβλάκια, παγωτά.» Η Άλκηστις κόλλησε μέσα με τη σειρά της. «Θα έρθεις μαζί μας;»
Η Νεφέλη κοίταξε εναλλάξ τον Νικηφόρο και την Εριφύλη, με το πρόσωπό της να φωτίζεται από μια πονηρή λάμψη.
«Όχι, εγώ θα μείνω εδώ. Βαριέμαι να τρέχω, θα κάνω παρέα στον άρρωστο, είπε με αθώο ύφος. Αν και... βλέπω πως ο ασθενής μας έχει αρχίσει να αναρρώνει μια χαρά.»
Ο Νικηφόρος δάγκωσε τα χείλη του για να μη γελάσει, ενώ η Νεφέλη στεκόταν ακίνητη, παίζοντας υποδειγματικά τον ρόλο της υπεύθυνης.
Λίγα λεπτά αργότερα, μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω τους και η πολυκατοικία ερήμωσε, η Νεφέλη σηκώθηκε. Με πρόφαση ένα ακόμα αντιπυρετικό από το μπάνιο, έκανε μια στάση στο σαλόνι για να βεβαιωθεί πως η Άλκηστις είχε απορροφηθεί από την τηλεόραση, απολαμβάνοντας τη δροσούλα της με το αναψυκτικό της.
Επιστρέφοντας, επικαλέστηκε τα κουνούπια, έσπρωξε την μπαλκονόπορτα να κλείσει και τράβηξε τις κουρτίνες. Η νύχτα μπήκε μέσα σε ένα ασφαλές, ημίφως καταφύγιο. Ξανακάθισε στον καναπέ, πλάι του. Ο Νικηφόρος της άνοιξε αμέσως χώρο, τραβώντας την πάνω του με το ένα της πόδι ανεβασμένο στον καναπέ. Η στάση της ήταν προκλητική, ανοιχτή, έτοιμη να τινάξει τις τελευταίες αναστολές στον αέρα. Η θέα της τον τρέλανε.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε βαθιά στα μάτια, με το πονηρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη.
«Γιατί έκλεισες την μπαλκονόπορτα;» της ψιθύρισε, γλιστρώντας αργά το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της.
«Αλήθεια, δεν ξέρεις;» του αποκρίθηκε εκείνη με μια φωνή λιωμένη από προσμονή, έτοιμη να παραδοθεί.
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε σκοτεινά και γλίστρησε το χέρι του στο σώμα της, αφήνοντας τα δάχτυλά του να βρουν την υγρή, καυτή της δίοδο.
«Μμμ, ναι... συνέχισε, θέλω να με χαϊδέψεις εκεί, να με τρίψεις μέχρι να τιναχτώ! του ψιθύρισε η Νεφέλη με κομμένη την ανάσα.
Η πίεση από τον στύλο του στα κωλομέρια της ήταν πια αβάσταχτη, σκληρή σαν πέτρα κάτω από το ύφασμα. Άνοιξε τα πόδια της πιο πλατιά, υποδεχόμενη τα δάχτυλά του, ενώ ταυτόχρονα το δικό της χέρι τρύπωσε στη βερμούδα του.
Μόλις τύλιξε τα δάχτυλά της γύρω από τον πούτσο του, η ανάσα της κόπηκε. Ένα αναφιλητό έκπληξης ξέφυγε από τα χείλη της πριν σκάσει σε ένα πονηρό, λαίμαργο γέλιο. «Παναγία μου... Τι τέρας είναι αυτό, αγόρι μου; Είναι ακόμα πιο τεράστιος απ' όσο φανταζόμουν!»
Το χέρι της άρχισε να κινείται αδηφάγα πάνω-κάτω, σφίγγοντας τη σκληρή, παλλόμενη σάρκα.
«Καλά... δεν απορώ που τον λιγουρεύονται όλες, η ανιψιά σου κι η κόρη μου! Τέτοιο εργαλείο δεν το αφήνεις ούτε λεπτό σε ησυχία. Έλα εδώ τώρα, να σε περιποιηθεί η θεία σου όπως του πρέπει...»
Ο Νικηφόρος γλίστρησε το μακρύ, μεσαίο του δάχτυλο ανάμεσα στα μπούτια της Νεφέλης και της χάιδεψε τα παχιά της μουνόχειλα.
Το δικό της χέρι σταμάτησε να ανεβοκατεβαίνει στο πρησμένο καυλί από πάνω μέχρι κάτω και να τον τυραννά, έμεινε κλεισμένο σφιχτά γύρω του.
«Έλα αγόρι μου... Έλα καύλα μου γλυκιά…»
«Πες μου τι θες να σου κάνει τ’ αγόρι σου!» της είπε. «Πες μου τι θες να σου κάνει, καυλιάρα μου...» επέμεινε.
«Θέλω να νιώσω τον σκληρό πούτσο σου μέσα μου..»
« Θέλεις το καυλί μου στη μουνάρα σου, καύλα μου;»
«Ναι, καυλιάρη μου. Ναι! Το θέλω, η γαμημένη! Το θέλω, η πουτάνα!»
«Πες μου πάλι... Τι είσαι;»
«Μουνάρα γαμημένη.»
«Τι άλλο;»
«Ξεκωλιάρα. Πουτάνα!»
«Μ’ αρέσει να σε ακούω να μου το λες.»
Η θάλασσα δίπλα τους ήταν σκοτεινή μα ησυχασμένη, και ο ουρανός απάνω ξάστερος. Τ' άστρα έριχναν από ψηλά υγρές ακτίνες, μα δεν έφταναν να φέξουν κάτω τα θαμπά νερά. Ο Νικηφόρος ένιωθε την υγρή πνοή των νερών, τη βαθιά πνοή του κόλπου που απλωνόταν πέρα και ο ουρανός του τέντωνε από πάνω σκοτεινό μανδύα, σαν να ήθελε να τους φυλάξει από αδιάκριτα μάτια.
Η σιωπή γύρω τους είχε γίνει βαριά, ηλεκτρική, λες και κρυβόταν μέσα της κάτι σκοτεινό και απειλητικό. Κάθε τους κίνηση αποκάλυπτε νέες, πρωτόγνωρες αισθήσεις, μετατρέποντας το παιχνίδι σε μια ωμή, ανεξέλεγκτη ηδονή.
«Ααααχ... » ξέφυγε σαν ψίθυρος από τα χείλη της Νεφέλης, με την ανάσα της κομμένη.
«Σσσ! Προσοχή μη σκάσει κανείς και γίνει της πουτάνας,» της ψιθύρισε ο Νικηφόρος με το πρόσωπο κατακόκκινο από την αγωνία.
Το δάχτυλό του γλίστρησε βαθιά ανάμεσα στα υγρά, καυτά χείλη της. Με την πίεση, η Νεφέλη έβγαλε έναν πνιχτό βόγκο και τα δάχτυλά της έκλεισαν σφιχτά γύρω του.
«Ααααχ...» ούρλιαξε χαμηλόφωνα ο Νικηφόρος, χάνοντας τον έλεγχο.
«Σσσσ...,» τον αποστόμωσε εκείνη με ένα πονηρό, λαχανιασμένο χαμόγελο.
Η κορύφωση ήρθε σαρωτική, αλύπητη. Σφίγγοντας τα δόντια μέχρι να ματώσουν, πάλεψαν να κρατήσουν τις κραυγές τους πίσω από τα χείλη τους, τρέμοντας μήπως προδοθούν. Τα δευτερόλεπτα κυλούσαν σαν αιώνες μέσα σε έναν πυρετό οργασμού, μέχρις ότου οι ανάσες τους αρχίσουν να βαραίνουν και να ηρεμούν.
Αργά, ο Νικηφόρος αποσύρθηκε. Η Νεφέλη, με τα χέρια της γεμάτα, κινήθηκε γρήγορα, άρπαξε μια καθαρή βερμούδα από το σχοινί του απλώματος για να την αλλάξει, με την καρδιά της να χτυπάει μανιωδώς από τον φόβο μήπως η Άλκηστις πάρει μυρωδιά.
Κι όμως, πίσω από την τρόμο της αποκάλυψης, η φωτιά είχε ήδη ανάψει για τα καλά. Ήταν ολοφάνερο πως αυτή η στιγμή δεν ήταν παρά η πρώτη πράξη.
«Δεν τελειώσαμε εδώ, να ξέρεις... Θα υπάρξει και συνέχεια,» του ψιθύρισε, κλείνοντας του πονηρά το μάτι με μια υπόσχεση που έκρυβε ολόκληρους κόσμους.
Πρόλαβαν μόλις να πάρουν μια ανάσα και να ισιώσουν τα ρούχα τους, όταν στην αυλή ακούστηκαν οι φωνές και τα γέλια της οικογένειας που επέστρεφε.





'

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου