Ήταν φθινόπωρο. Η γη είχε αρχίσει να πρασινίζει ύστερα από τις πρώτες βροχές. Ο τόπος ανέπνεε ήρεμα. Οι χωρικοί ετοιμάζονταν για το όργωμα, τη σπορά και τα ξεχερσώματα, ενώ τα κοπάδια απλώνονταν νωχελικά στις πλαγιές του βουνού. Μέσα σε εκείνη τη γαλήνη, άρχιζε και το δικό του ταξίδι· όχι μόνο προς το σχολείο, αλλά προς τη γνώση, τη ζωή και την ενηλικίωση. Με το γλυκοχάραμα της αυγής, στο πρώτο λάλημα του πετεινού, μέσα στο μισοσκόταδο του μικρού σπιτιού, η μάνα πλησίαζε το λιτό ξύλινο κρεβάτι όπου κοιμόταν το μικρό παιδί της. Χάιδευε απαλά το μέτωπό του, ενώ ένα γλυκό χαμόγελο φώτιζε για λίγο το αυλακωμένο από τα βάσανα πρόσωπό της. Ύστερα, όσο πιο τρυφερά μπορούσε, του ψιθύριζε: «Σήκω, γιε μου. Σήκω, μην σε πάρει η μέρα. Ο δρόμος είναι μακρύς.»
Εκείνος σηκωνόταν αμέσως, ντυνόταν βιαστικά, έπαιρνε το μικρό δεματάκι με το λιτό κολατσιό που του είχε ετοιμάσει η μάνα του και, αφού αποχαιρετούσε τον πατέρα του, στεκόταν στην πόρτα του σπιτιού. Η μάνα τον σταύρωνε, τον φιλούσε με όλη τη στοργή που έκρυβε στην ψυχή της και τον ξεπροβόδιζε με την ίδια πάντοτε ευχή: «Άντε, καλό δρόμο, γιε μου. Στην ευχή του Θεού… και να προσέχεις, παιδί μου.»
Κι εκείνος, με τη σχολική τσάντα στον ώμο και τη «Μπέττυ», την πιστή του σκυλίτσα, να βαδίζει χαρούμενα πλάι του, έπαιρνε τον χωματόδρομο που χανόταν πίσω από τη δυτική πλαγιά του αντικρινού λόφου. Από εκεί άρχιζε το καθημερινό μονοπάτι για τα Κουλέντια, την έδρα του οικισμού· ένα μονοπάτι που κάθε πρωί τον οδηγούσε όχι μόνο στο σχολείο, αλλά και ένα βήμα πιο κοντά στη ζωή.
Ανηφορίζοντας προς τα βορειοδυτικά του οικισμού, περνούσε δίπλα από ένα μικρό δασύλλιο με χαρουπιές, απλωμένες σε πλούσιες φυλλωσιές, που τις λίκνιζε αδιάκοπα το πρωινό αεράκι. Ένιωθε τότε μια γλυκιά δροσιά να πλημμυρίζει την ψυχή του, σαν ανάλαφρη πνοή ζωής. Προχωρούσε μεθυσμένος από τις ευωδιές και τους χυμούς της φύσης. Το φθινοπωρινό χώμα ήταν παντού νοτισμένο από τη νυχτερινή δροσιά. Καθώς ο ήλιος αναδυόταν αργά πίσω από τις κορυφογραμμές, οι πρώτες ζεστές ακτίνες του τραβούσαν την υγρασία από τη γη και τη χλόη. Εκείνη ανασηκωνόταν αργά, σχηματίζοντας διάφανες κουρτίνες αχνού κάτω από τις φυλλωσιές των δέντρων, σαν να ξυπνούσε μαζί τους ολόκληρη η φύση. Φτάνοντας στην κορυφή του λόφου, στεκόταν για λίγο και άφηνε το βλέμμα του να χαθεί στην άλλη πλευρά. Μπροστά του απλωνόταν το Μεγάλο Ρέμα, η πλατιά κοιλάδα που χώριζε τον λόφο του συνοικισμού από τον λόφο του χωριού. Εκεί, στις μικρές πλατωσιές της κοιλάδας, ήταν σκόρπια τα καλλιεργήσιμα χωράφια, ανάμεσα σε ελιές, συκιές και αμυγδαλιές. Και λίγο πιο πέρα, σαν ξεχασμένο κομμάτι του Παραδείσου, υψωνόταν ένα πυκνό δάσος από ορεινά κυπαρίσσια, με τους κορμούς και τις φυλλωσιές τους σφιχταγκαλιασμένους, λες και η φύση είχε θελήσει να φυλάξει εκεί ένα δικό της μυστικό. Οι πλαγιές της κοιλάδας κατηφόριζαν γλυκά και αρμονικά προς τα χαμηλά και άνοιγαν διάπλατα στον μακρινό ορίζοντα, εκεί όπου, τις καθαρές μέρες, αχνοφαινόταν μια γαλάζια λουρίδα του Μυρτώου πελάγους.
Όταν έμπαινε σ' εκείνη τη φωλιά της φύσης, η ψυχή του σπαρταρούσε σαν μικρό πουλί. Τον μεθούσαν οι ευωδιές από το θυμάρι, τις κουμαριές και τις λυγαριές. Κι ύστερα ήταν τα κοπάδια που έβοσκαν τριγύρω. Τα κουδούνια τους αντηχούσαν αδιάκοπα στις πλαγιές, πλημμυρίζοντας τον τόπο με μια μουσική που έμοιαζε να χαρίζει καινούργια ζωή και να κάνει την ανάσα του πιο βαθιά, πιο ελεύθερη. Πολλές φορές οι νοτιάδες έφερναν σύννεφα, το ένα πίσω από το άλλο, που κατέβαιναν και σκέπαζαν ολόκληρη την κοιλάδα. Μα όταν ο ουρανός άνοιγε ξανά, γινόταν διάφανος και ξάστερος, ροδοβαμμένος από το πρώτο φως. Χαμογελούσε ως πέρα, στις βουνοκορφές και στις μακρινές ράχες, ενώ ο ήλιος, χρυσαφένιος όσο δεν έπαιρνε άλλο, άπλωνε πάνω στο Μεγάλο Ρέμα ένα φως γλυκό, σαν μέλι που ξεχυνόταν αργά πάνω στη γη.
Στη μέση σχεδόν της διαδρομής, εκεί όπου άρχιζε η ανηφόρα της δυτικής πλαγιάς του Μεγάλου Ρέματος και το μονοπάτι οδηγούσε από τον συνοικισμό στο χωριό, απλωνόταν ένα μικρό πλάτωμα. Στη ρίζα ενός βράχου ανάβλυζε αδιάκοπα γάργαρο, κρυστάλλινο νερό. Πλάι στην πηγή υπήρχαν πάντοτε δυο-τρεις νεροκολοκύθες, κομμένες στα δύο, τα παλιά φλασκιά των χωρικών. Ήταν το κοινό ποτήρι όλων των περαστικών. Από εκεί έπιναν οι γεωργοί, οι βοσκοί, οι διαβάτες, τα παιδιά του σχολείου και κάθε κουρασμένος οδοιπόρος που σταματούσε για μια ανάσα πριν συνεχίσει την ανηφορική πορεία στα κακοτράχαλα μονοπάτια. Το πλάτωμα εκείνο ήταν ευλογία για τον ταξιδιώτη. Ύστερα από το πέρασμα από τους μουλαρόδρομους και τα λιθόστρωτα μονοπάτια, πρόσφερε λίγη σκιά, δροσερό νερό και μια πολύτιμη στιγμή ξεκούρασης. Εκεί χαμήλωνε η ανάσα, καταλάγιαζε η κούραση και ξανάπαιρνε δύναμη το σώμα. Έπειτα ο καθένας συνέχιζε τον δρόμο του, λες και η μικρή εκείνη πηγή του είχε χαρίσει λίγη ακόμη ζωή. Στο διάβα τους, οι ταξιδιώτες σταματούσαν για λίγο στην πηγή. Κάθονταν αναπαυτικά στο πεζούλι, κάτω από τον ίσκιο μιας μεγάλης, φουντωτής σκαμνιάς, έπιναν από το γάργαρο νερό και ξαπόσταιναν, μαζεύοντας τις δυνάμεις που χρειάζονταν για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Καθισμένοι στη δροσιά του ίσκιου, με το χέρι να χαϊδεύει αφηρημένα το μαλακό, νοτισμένο χώμα, ένιωθαν την κούραση να φεύγει σιγά σιγά από το σώμα τους. Για λίγες στιγμές γίνονταν ένα με τον τόπο. Άκουγαν το κελάρισμα του νερού, το θρόισμα των φύλλων και τα κουδούνια από τα κοπάδια στις απέναντι πλαγιές. Ήταν από εκείνες τις μικρές στάσεις που δεν ξεδιψούν μόνο το σώμα, αλλά γαληνεύουν και την ψυχή.
Αγναντεύοντας το απλωμένο τοπίο, ο κουρασμένος διαβάτης ένιωθε τον νου του να ξαλαφρώνει. Το βλέμμα χανόταν στις πλαγιές, στα βουνά και στη μακρινή λουρίδα της θάλασσας, κι η σιωπή της φύσης γινόταν μια σιωπή γεμάτη φωνές. Θα 'λεγες πως άκουγε τις μυστικές συνομιλίες του ανέμου με τα κυπαρίσσια, των βράχων με τα σύννεφα, της γης με τον ουρανό. Δίπλα του η πηγή κυλούσε αδιάκοπα, χαρίζοντας νερό γλυκό και παγωμένο, σαν να πρόσφερε στον οδοιπόρο όχι μόνο δροσιά αλλά και λίγη δύναμη για τον δρόμο που απέμενε. Ήταν ένας τόπος που καλούσε τον άνθρωπο να σταθεί για λίγο, να πάρει ανάσα και να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Εκεί, κάτω από τον ίσκιο της φουντωτής σκαμνιάς, γεννιούνταν σκέψεις που δύσκολα γεννιούνται μέσα στη βοή της καθημερινότητας. Τα όνειρα ξανάβρισκαν τη χαμένη τους πνοή, οι ελπίδες ζωντάνευαν και οι αγωνίες γίνονταν ελαφρύτερες. Ο καθένας, μικρός ή μεγάλος, έφευγε από το πλάτωμα λίγο πιο δυνατός απ' όσο είχε φτάσει.
Κι ο μικρός Αλκιβιάδης, χωρίς ακόμη να μπορεί να το εξηγήσει, ένιωθε πως κάθε πρωί, περνώντας από εκεί, δεν πήγαινε μονάχα προς το σχολείο. Διέσχιζε ένα μονοπάτι που τον έφερνε όλο και πιο κοντά στη φύση, στους ανθρώπους της και, σιγά σιγά, στον ίδιο του τον εαυτό.
Ίσως γι' αυτό, ύστερα από τόσες δεκαετίες, εκείνο το μικρό πλάτωμα με τη γάργαρη πηγή παρέμενε στη μνήμη του πιο ζωντανό κι από πολλούς μεγάλους δρόμους που περπάτησε αργότερα στη ζωή του.
Οι στρατοκόποι μπορούσαν να βυθιστούν στις σκέψεις τους και να αρχίσουν έναν σιωπηλό διάλογο με τον εαυτό τους, έχοντας έντονη την αίσθηση πως η φύση έκρυβε κάτι βαθύτερο από αυτό που φανέρωνε στα μάτια. Να αφεθούν στη γαλήνη του τόπου και να ταξιδέψουν με τον νου πέρα από τα ορατά, εκεί όπου το μυστήριο της ύπαρξης αγγίζει για μια στιγμή τον άνθρωπο.
Εκεί, ο ίδιος ο τόπος γινόταν ο πρωταγωνιστής. Η άγρια ερημιά του, μακριά από τον θόρυβο και τη βιασύνη των ανθρώπων, κυριαρχούσε στο πνεύμα, μιλούσε αθόρυβα στις αισθήσεις και έδειχνε το μονοπάτι προς τη γνώση και την αυτογνωσία. Ήταν στιγμές που η γαλήνη πλημμύριζε τις κουρασμένες ψυχές, όπως η πρώτη βροχή ποτίζει τη διψασμένη γη και την κάνει να ξαναβλαστήσει. Και τότε ο άνθρωπος ένιωθε πως, έστω και για μια στιγμή, ανήκε ολοκληρωτικά στη φύση και στο αδιάκοπο θαύμα της ζωής.
Μια αρχέγονη, σχεδόν μεταφυσική αίσθηση τον ωθούσε να ζωντανεύει με τη φαντασία του τους ανθρώπους που έζησαν σ' αυτόν τον τόπο, που μόχθησαν και πάλεψαν καθημερινά για την επιβίωσή τους. Σ' αυτή τη σκληρή, χέρσα γη, κάθε πέτρα έμοιαζε να είναι ένας σιωπηλός μάρτυρας του ιδρώτα, των κόπων και των ελπίδων τους. Άθελά του παρασυρόταν στα περασμένα. Το τοπίο δεν ήταν πια μόνο χώμα, βράχια και δέντρα· γινόταν ζωντανή μνήμη. Σαν να μπορούσε, με όλες του τις αισθήσεις, να αφουγκραστεί τον κόσμο μιας άλλης εποχής και να νιώσει την ανάσα των ανθρώπων που είχαν περάσει από εκεί πριν από αυτόν. Εκείνες τις ώρες, αμέτρητες λεπτομέρειες ξεπρόβαλλαν μπροστά του σαν σκόρπιες ψηφίδες μιας μεγάλης τοιχογραφίας. Κάθε εικόνα αποκάλυπτε κι ένα μικρό κομμάτι του παρελθόντος, τόσο ζωντανό και τόσο πυκνό, που έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να χωρέσει ολόκληρη τη θάλασσα μέσα στο βλέμμα του.
Αφήνοντας πίσω του το πλάτωμα της πηγής, συνέχιζε το μονοπάτι που, σαν αποκριάτικη κορδέλα, ξετυλιγόταν κάτω από τα πόδια του, με τις μικρές απότομες στροφές και τα χωμάτινα σκαλοπάτια του.
Στα ανατολικά, ο πρωινός ήλιος του Σεπτεμβρίου χάριζε στα σταφύλια τους αρωματικούς χυμούς τους, ενώ στα ώριμα σύκα το μέλι ξεχείλιζε, αφήνοντας στην άκρη τους μια σταγόνα διάφανη σαν ρουμπίνι. Πολύχρωμα ζουζούνια φτερούγιζαν αδιάκοπα γύρω του και αγριοπούλια πετάγονταν ξαφνιασμένα από τις ήσυχες φωλιές τους. Τα πουρνάρια, τα σκίνα και οι φασκομηλιές μοσχοβολούσαν, ενώ τα πρώτα φθινοπωρινά κρινάκια ξεπρόβαλλαν δειλά, ποτισμένα από τις πρώτες βροχές.
Όταν τελείωνε η σχολική μέρα, το ίδιο μονοπάτι έμοιαζε διαφορετικό. Στον δρόμο της επιστροφής, το Μεγάλο Ρέμα άλλαζε όψη καθώς ο ήλιος έγερνε προς τη δύση. Το φως γινόταν βαθύτερο, σχεδόν διάφανο, και όλα γύρω λαμποκοπούσαν σαν κρύσταλλο. Οι διάσπαρτες ελιές άστραφταν με ασημένιες ανταύγειες, ενώ οι βράχοι των απέναντι λόφων έπαιρναν τη στιλπνή απόχρωση του γρανίτη, αναδεικνύοντας το βαθύ πράσινο των πεύκων που φύτρωναν ανάμεσά τους. Σιγά σιγά το χρυσοπράσινο των φύλλων σκοτείνιαζε και φανέρωνε την αληθινή τους όψη· γεμάτη νεανική δύναμη και ζωή. Ένας ανήσυχος ψίθυρος σηκωνόταν μέσα από τα πεύκα τη στιγμή που ο ήλιος βυθιζόταν πίσω από τις κορφές, βάφοντας τον δυτικό ορίζοντα με το κατακόκκινο αίμα του.
Σκαλίζοντας σήμερα το ταξίδι της μνήμης, συνεχίζει να περιπλανιέται στα μονοπάτια της παιδικής του ηλικίας. Κι εκείνο που του απομένει, ύστερα από τόσα χρόνια, είναι η αίσθηση πως βαθιά μέσα του εξακολουθεί να είναι εκείνο το μικρό παιδί που ξεκίνησε κάποτε τον δρόμο του στον κόσμο. Στο μακρύ ταξίδι της ζωής δεν κουβάλησε πολλές αποσκευές· μονάχα τη μνήμη. Μια μνήμη γεμάτη εικόνες από έναν τόπο οικείο και πατρικό, που δεν έπαψε ποτέ να κατοικεί μέσα του σαν αιώνιο παρόν. Κουβαλά ακόμη το άρωμα του θυμαριού, τον ψίθυρο των πεύκων, το γάργαρο νερό της πηγής, το Μεγάλο Ρέμα και τα μονοπάτια που οδηγούσαν στο σχολείο. Μα μαζί τους κουβαλά και τις σκιές. Γιατί στο κάδρο της μνήμης δεν υπάρχουν μόνο οι φωτεινές εικόνες της παιδικής ηλικίας· υπάρχουν και εκείνες που γεννήθηκαν μέσα στους δύσκολους καιρούς, εικόνες που άφησαν το αποτύπωμά τους στην ψυχή και δεν έσβησαν ποτέ.
Έτσι είναι η μνήμη. Δεν διαλέγει μόνο τα όμορφα. Φυλάσσει με την ίδια επιμονή το φως και το σκοτάδι, τη χαρά και τον πόνο, γιατί και τα δύο έγιναν το χώμα πάνω στο οποίο μεγάλωσε ο άνθρωπος.
Κάποια καλοκαίρια το τοπίο φάνταζε ανεμοδαρμένο, σαν να το είχε σμιλέψει ο ίδιος ο χρόνος. Κι όμως, η φύση έμοιαζε να μένει αναλλοίωτη, πεισματικά ίδια, σαν να αντιστεκόταν στο πέρασμα των χρόνων. Σήμερα, ανακαλώντας εκείνες τις εικόνες, διαπιστώνει πως πολλές λεπτομέρειες ξεγλιστρούν από τη μνήμη του. Ίσως γιατί ανήκουν σε μια εποχή τόσο μακρινή, όπου η ζωή κυλούσε με άλλους ρυθμούς και οι άνθρωποι επικοινωνούσαν μόνο με τα πόδια, τη φωνή και την ανθρώπινη παρουσία.
Στα μέρη εκείνα δεν υπήρχε ίχνος από τις μηχανές και τις ευκολίες που θεωρούμε σήμερα αυτονόητες. Μονάχα μονοπάτια, μουλαρόδρομοι, άνθρωποι, ζώα και η σιωπή του βουνού, που ένωνε τους οικισμούς πολύ περισσότερο απ' όσο θα μπορούσε ποτέ να το κάνει οποιοσδήποτε δρόμος.
Ήταν οι εποχές που, κάτω από την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού, οι χωρικοί έβγαιναν στα χωράφια πριν ακόμη ξεμυτίσει ο ήλιος. Άρχιζαν τον κοπιαστικό θερισμό, κρατώντας στο ένα χέρι το δρεπάνι και στο άλλο την παλαμαριά, το ξύλινο προστατευτικό που φύλαγε την παλάμη από τις κοφτερές λεπίδες και συγκρατούσε τα στάχυα.
«Ώρα καλή κι ευλογημένη!» εύχονταν όλοι μαζί. Κι ύστερα ακουγόταν το γνώριμο φραπ-φραπ από τα δρεπάνια που έκοβαν ρυθμικά τα χρυσοκίτρινα στάχυα. Με τι χαρά γινόταν ο θέρος τις πρωινές ώρες, όσο ακόμη η δροσιά δρόσιζε τη γη! Μα όταν ο ήλιος ανέβαινε ψηλά, το λιοπύρι γινόταν ανυπόφορο. Οι θεριστάδες άφηναν τα δρεπάνια στη γη και τραβούσαν στον ίσκιο κάποιου δέντρου, στην άκρη του χωραφιού. Εκεί άνοιγαν τα ταπεινά τους δισάκια, έτρωγαν το λιτό φαγητό τους, γελούσαν, πείραζαν ο ένας τον άλλον και αντάλλασσαν ιστορίες και χωρατά. Ύστερα πλάγιαζαν για λίγο πάνω στο χώμα, ώσπου να μαλακώσει η κάψα της ημέρας. Και μόλις έπεφτε πάλι η απογευματινή δροσιά, σηκώνονταν αμίλητοι, έπιαναν ξανά τα δρεπάνια και συνέχιζαν τον αγώνα τους με τη γη, ώσπου να βασιλέψει ο ήλιος.
Στα ψηλώματα, στους λιβαδότοπους, συναντούσες τα πέτρινα κυκλικά αλώνια, χτισμένα σε διαλεγμένες τοποθεσίες, εκεί όπου οι καλοκαιρινοί νοτιάδες φυσούσαν με δύναμη και βοηθούσαν το λίχνισμα του καρπού. Γύρω από το αλώνι υψώνονταν οι ντραλίκοι, μεγάλες όρθιες πέτρες, τοποθετημένες κυκλικά, που οριοθετούσαν τον χώρο και εμπόδιζαν τα στάχυα να σκορπίζουν στον άνεμο. Καλότυχοι θεωρούνταν όσοι είχαν δίπλα στο αλώνι τους ένα δέντρο με πλατιά, πυκνή φούντα. Στη ντάλα του καλοκαιριού, εκεί έβρισκαν καταφύγιο από τον καυτό ήλιο. Κάθονταν στον ίσκιο του, έτρωγαν το λιτό τους φαγητό, ξάπλωναν για λίγο πάνω στα άχυρα να ξαποστάσουν και περίμεναν να γείρει ο ήλιος. Ύστερα σηκώνονταν, έπιαναν πάλι τη δουλειά και το αλώνι ξαναγέμιζε φωνές, γέλια και τον μονότονο ήχο του μόχθου.
«Στριφογυρίζει τ' άλογο στ' αλώνι τριγυρνά, τ' αστάχυα, καλοπάτητα, ξεγδύνουν τα κεφάλια και δείχνουν του γεωργού τη χαρά, τη σιταροπλημμύρα.»
Η καλλιέργεια του σιταριού και του κριθαριού άρχιζε με τις χειμωνιάτικες σπορές του Δεκέμβρη και αποτελούσε τον ίδιο τον κύκλο της ζωής του χωριού. Η σπορά, ο θερισμός, το αλώνισμα και τέλος η άλεση του καρπού δεν ήταν απλώς αγροτικές εργασίες· ήταν οι σταθμοί μιας ολόκληρης ζωής, δεμένοι με τις εποχές, τον καιρό και την ελπίδα.
Σήμερα τα παλιά αλώνια στέκουν σιωπηλά, πέτρινες κορνίζες μιας άλλης εποχής. Δεν ακούγονται πια τα χλιμιντρίσματα των αλόγων, ούτε οι φωνές των αλωνιστάδων. Μονάχα ο άνεμος περνά ανάμεσά τους, σαν να ψιθυρίζει ιστορίες ανθρώπων που μόχθησαν πάνω σ' αυτή τη γη.
Κι ίσως γι' αυτό επιβιώνει ακόμη στα σοκάκια του χωριού εκείνη η παλιά λαϊκή συμβουλή, που ταξιδεύει από στόμα σε στόμα:
«Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ' άχερα στ' αλώνι,
γιατί τα παίρνει ο άνεμος και δεν τα συμμαζώνει.»
Ήταν όμως και εποχές που το τοπίο διένυε τα πιο αδυσώπητα καλοκαίρια. Το λιοπύρι γινόταν ανυπόφορο, ένα ολόφλογο καμίνι που έπεφτε πάνω στη σάρκα σαν βροχή από πυρωμένες βελόνες. Ούτε πνοή ανέμου δεν φυσούσε. Τα φύλλα των δέντρων έμεναν ακίνητα, τα λιγοστά νερά της μικρής λιμνούλας λαμποκοπούσαν ακίνητα, σαν λιωμένο μέταλλο ή σαν λάδι, και στους γύρω λόφους τ' αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα, τα σφεντάμια και οι φτέρες στέκονταν ασάλευτα, θαρρείς και είχαν πεθάνει. Τα πουλιά λούφαζαν βαθιά μέσα στις φυλλωσιές, αναζητώντας λίγη σκιά και λίγη δροσιά.
Οι ξεροπόταμοι είχαν στεγνώσει. Στην επιφάνεια της γης σχηματιζόταν μια λεπτή, σκληρή κρούστα, ενώ τα αγριόχορτα είχαν καεί από τον ήλιο και είχαν απομείνει μονάχα οι ρίζες τους. Η ατμόσφαιρα γινόταν διάφανη και αραιή, ο ουρανός ολοένα και πιο ξέθωρος, κι όσο περνούσαν οι μέρες τόσο ξεθώριαζαν και τα χρώματα της γης. Το κοκκινόχωμα έπαιρνε μια τριανταφυλλιά απόχρωση και το γκρίζο χώμα άσπριζε κάτω από το ανελέητο φως. Μέσα στα χαντάκια το χώμα διαλυόταν σε ψιλή σκόνη, ενώ τα μυρμήγκια ξεχύνονταν σε ατέλειωτες πορείες προς τα σιτοχώραφα, λες και προαισθάνονταν πως κάθε σπυρί ήταν πολύτιμο για τον χειμώνα που θα ερχόταν.
Υπήρχαν όμως και μέρες που το λιοπύρι γινόταν τόσο δυνατό και αβάσταχτο, ώστε πάνω στις πέτρες θαρρούσες πως μπορούσες να ψήσεις αυγά. Τότε μόνο το αδιάκοπο τραγούδι του τζίτζικα, η φωνή της λαύρας, χυνόταν παντού, σπάζοντας τη βαριά σιωπή του τόπου.
Κι όμως, η ζωή ακολουθούσε υπομονετικά τον δρόμο της. Όταν η ανομβρία παρατεινόταν, όλο το χωριό συγκεντρωνόταν στην εκκλησία. Ο παπάς, κρατώντας τον Σταυρό και τις εικόνες, έβγαινε μπροστά, και πίσω του σχηματιζόταν η λιτανεία. Άντρες, γυναίκες και παιδιά ξεκινούσαν για τα χωράφια, κάτω από τον φλογερό ήλιο, ενώ ο γαρμπής, λιοβόρι πυρωμένο, σκόρπιζε κύματα καυτής ανάσας και η λαύρα του ανέμου έκαιγε τη διψασμένη γη.
Όταν έφθαναν στα χωράφια, όλοι γονάτιζαν πάνω στο ξερό χώμα. Έκαναν τον σταυρό τους και ύψωναν τα μάτια στον γαλανό ουρανό, παρακαλώντας τον Θεό να λυπηθεί τον τόπο.
«Αμήην!» αντηχούσε από τα χείλη μικρών και μεγάλων. Ήθελαν να βουίξουν οι ξεραμένες λαγκαδιές από τη δέηση τους, να φτάσει η φωνή τους ως τα αυτιά του Κυρίου και να ανοίξουν επιτέλους οι ουρανοί. Μα η λιτανεία τελείωνε κάτω από έναν ουρανό ανέφελο, σκληρό και πυρωμένο, ενώ ο ήλιος συνέχιζε να καίει σαν αναμμένο μαγκάλι πάνω από τα κεφάλια τους. Ήταν οι παλιές «λιτανείες της ανομβρίας», όταν οι άνθρωποι, πριν εμπιστευθούν τη μοίρα τους στις καιρικές προβλέψεις, την εμπιστεύονταν στην προσευχή.»....
Τελειώνοντας την πεζοπορία στον ατέλειωτο μαίανδρο των μονοπατιών, αφήνει πίσω του τις στροφές, τις ανηφοριές και τις σιωπηλές συνομιλίες με τη φύση. Μπαίνει πλέον στον κύριο χωματόδρομο και μπροστά στα μάτια του ανοίγεται το χωριό.
Τα Κουλέντια.
Η συνέχεια στο...
Το Χωριό. Κουλέντια Μονεμβασιάς!.....





'

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου