ADS

click to open

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023

H Mera Ths Anachorisis

...1958.. Η αναχώρηση από τα Μπουμπουτσέλια...
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή του ανθρώπου που δεν τις καταλαβαίνει την ώρα που συμβαίνουν. Μόνο πολλά χρόνια αργότερα, όταν η μνήμη επιστρέφει σιωπηλά και ανοίγει τα παλιά της συρτάρια, αντιλαμβάνεται πως εκείνες οι ημέρες ήταν σταθμοί. Ήταν τα αόρατα σημάδια που χώριζαν μια εποχή από μια άλλη. Για τον μικρό Αλκιβιάδη πλησίαζε η στιγμή να αφήσει πίσω του τον κόσμο των Κουλεντίων. Το χωριό με τα λευκά σπίτια, τις ασβεστωμένες αυλές, τις λιθόχτιστες στράτες, το Μεγάλο Ρέμα, τις ελιές και τις φωνές των ανθρώπων του, θα έμενε πλέον πίσω του σαν ένας πολύτιμος θησαυρός φυλαγμένος βαθιά στην ψυχή του. Οι ετοιμασίες είχαν αρχίσει.Μέσα στο σπίτι υπήρχε εκείνη η παράξενη αναστάτωση που συνοδεύει τις μεγάλες αλλαγές. Οι γονείς του μιλούσαν περισσότερο σιγανά, σαν να φοβόντουσαν μήπως οι λέξεις τους κάνουν την αναχώρηση πιο πραγματική. 
1958 Η αναχώρηση από τα Μπουμπουτσέλια
Τις τελευταίες ημέρες η Ιοκάστη ήταν βυθισμένη σε σκέψεις ακαθόριστες, σπασμένες σε μικρές εικόνες και συναισθήματα που έρχονταν και έφευγαν σαν σκιές. Σκεφτόταν τα μελλούμενα που τους περίμεναν. Άλλοτε την κυρίευε ο φόβος για το άγνωστο, άλλοτε όμως μια βαθύτερη δύναμη μέσα της την έκανε να κοιτάζει μπροστά. Στο μυαλό της περνούσαν φευγαλέες εικόνες από μια άλλη ζωή, από έναν κόσμο πιο ανοιχτό, όπου θα μπορούσαν ίσως να παρουσιαστούν ευκαιρίες που στον μικρό τους τόπο έμοιαζαν απρόσιτες. Ήταν σαν να ήθελε να ανοίξει διάπλατα τα παράθυρα του σπιτιού τους και να αφήσει να μπει μέσα ο αέρας ενός καινούργιου κόσμου. Τα συναισθήματά της μπερδεύονταν. Η λύπη για όσα άφηναν πίσω τους, ο φόβος για όσα δεν γνώριζαν, αλλά και η ελπίδα πως αυτή η μεγάλη αλλαγή θα μπορούσε να γίνει η αρχή μιας καλύτερης ζωής.
Τα παιδιά της ήταν η μεγαλύτερη δύναμή της. Στα πρόσωπα τους έβλεπε τον λόγο για τον οποίο έπρεπε να τολμήσει. Δεν μπορούσε να δεχτεί πως η μοίρα τους ήταν προδιαγεγραμμένη μέσα στη φτώχεια και στις δυσκολίες του τόπου τους. Η ζωή ήταν σκληρή, το γνώριζε καλά. Όμως το να βλέπει κανείς μόνο εμπόδια, ήταν για εκείνη μια μορφή παραίτησης. Και η Ιοκάστη δεν ήταν άνθρωπος που παραδινόταν εύκολα. Ήξερε πως η αλλαγή δεν υπόσχεται πάντοτε ευτυχία. Ήξερε πως ο νέος δρόμος θα είχε δυσκολίες, πως τίποτα δεν χαρίζεται και πως κάθε ελπίδα απαιτεί κόπο, θυσίες και προσωπικό αγώνα.
Όμως προτιμούσε τον δύσκολο δρόμο της προσπάθειας από τη σιγουριά μιας ζωής χωρίς προοπτική.
Κοίταζε τη ζωή κατάματα.
Και μέσα της γεννιόταν η αποφασιστικότητα να δώσει στα παιδιά της κάτι που η ίδια δεν είχε γνωρίσει αρκετά: την ευκαιρία να ονειρευτούν, να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους και να χτίσουν το δικό τους μέλλον. Έτσι, ενώ η καρδιά της πονούσε για τον τόπο που άφηναν, η ψυχή της προχωρούσε ήδη προς τον νέο ορίζοντα. Γιατί κάποιες φορές η αγάπη για την οικογένεια δεν φαίνεται μόνο από το πόσο μένεις. Φαίνεται και από το πόσο γενναία αποφασίζεις να φύγεις.
Η τελευταία νύχτα στα Μπουμπουτσέλια.
Το τελευταίο βράδυ στάθηκε όρθια μπροστά στο παράθυρο τους, με τα σκούρα μελιά μάτια της καρφωμένα στο σκοτάδι. Κοίταζε ακίνητη, σαν να προσπαθούσε να φυλακίσει μέσα της ό,τι θα άφηνε πίσω της την επόμενη μέρα. Το φεγγαρόφωτο έπεφτε πάνω της και την έκανε να μοιάζει σχεδόν άυλη. Τα αστέρια έλαμπαν με το ψυχρό τους φως και η ημισέληνος άπλωνε μια ασημένια γαλήνη πάνω στον μικρό τους κόσμο. Εκείνη όμως δεν έβλεπε μόνο τον ουρανό. Έβλεπε τον δρόμο που άνοιγε μπροστά τους.
Σε ξένα μέρη πηγαίνουμε… σαν πρόσφυγες.
Τι άραγε μας περιμένει;
Τι μέρες είναι να ξημερώσουν;
«Μανούλα, τι κοιτάζεις;» ακούστηκε η φωνή του Αλκιβιάδη.
«Τίποτα, αγάπη μου… Απλώς κάτι σκέφτομαι.»
Η φωνή της ήταν αλλιώτικη. Κάπως βραχνή, σαν να είχε κουραστεί από τις σκέψεις και τις αγωνίες των τελευταίων ημερών. Το πρόσωπό της ήταν σφιγμένο, συννεφιασμένο, ακίνητο.
Για λίγο τα μάτια της ξαναχάθηκαν εκεί έξω, στην απεραντοσύνη του ουρανού, σαν κάτι βαθύ μέσα της να πάλευε να βρει απάντηση.
Ύστερα γύρισε προς τα παιδιά της.
Το πρόσωπό της μαλάκωσε. Χαμογέλασε και άνοιξε τα χέρια της.
Τα παιδιά πλησίασαν κοντά της. Τα φίλησε στα μάγουλα και τα κράτησε για λίγο στην αγκαλιά της, σαν να ήθελε να τους αφήσει μέσα στην καρδιά της μια τελευταία εικόνα από το σπίτι τους.
Άρχισε να τους μιλά για τον κόσμο που υπήρχε πέρα από τα βουνά τους, πέρα από τη θάλασσα. Για τις ευκαιρίες που περίμεναν εκεί έξω. Για ανθρώπους που δημιουργούν, που αγωνίζονται, που φτιάχνουν καινούργιους δρόμους. Τους είπε πως η ζωή δεν χαρίζεται σε κανέναν. Πως κάθε στιγμή είναι μια επιλογή, μια απόφαση, μια μάχη. Και πως όποιος τολμά να ονειρευτεί μπορεί ίσως να αλλάξει τη μοίρα του. Ύστερα τους μίλησε για την αναχώρηση.Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα. Τους κοίταζε με εκείνη τη σιωπηλή στοργή που μόνο η μάνα γνωρίζει.
Και τα δικά τους μάτια βούρκωσαν.
Σύρθηκαν μέσα στα απλωμένα της χέρια και κουλουριάστηκαν πάνω της. Εκείνη τα έσφιξε όσο πιο κοντά μπορούσε.
«Μανούλα, μην κλαις…» είπε ο Αλκιβιάδης με μια παράξενη, συρτή παιδική φωνή.
Και σαν να ήθελε εκείνος να γίνει για μια στιγμή ο μεγάλος, της ψιθύρισε:
«Μη φοβάσαι… εμείς είμαστε εδώ.»
Η Ιοκάστη δεν μίλησε ξανά. Τους κράτησε στην αγκαλιά της σιωπηλή, συνεχίζοντας να τους χαϊδεύει απαλά, μέχρι που σιγά σιγά τα δάκρυά της αραίωσαν και τη θέση τους πήραν βαθιοί αναστεναγμοί.
Κρατώντας σφιχτά τα παιδιά της, ό,τι πιο γλυκό και ιερό είχε στη ζωή της, ένιωθε πως όλα γύρω της ήταν πίκρα και καημός. Όμως μέσα σ’ εκείνη τη σιωπή γεννιόταν κάτι άλλο. Μια σιωπή βαθιά, βαριά, σαν την πίσσα που απλώνεται και σκεπάζει το χώμα· μια σιωπή γεμάτη νόημα, ελπίδα, δύναμη και αυθεντικότητα.
Ήταν η στιγμή που ονειρευόταν για χάρη τους μια καλύτερη τύχη. Να σηκωθούν κάποτε και να πετάξουν ψηλά, σαν τους νεοσσούς αετούς που, αφού μεγάλωσαν, άνοιξαν τα φτερά τους και αναζήτησαν τον δικό τους ουρανό.
Και τότε, μέσα στην κουρασμένη φαντασία της, όλα άλλαξαν μορφή. Η νύχτα άρχισε να γίνεται μέρα. Το σκοτάδι παραχώρησε τη θέση του στο φως. Κι όλα γύρω της έμοιαζαν ξαφνικά σαν μια κοιλάδα που ξαναγεννιέται την άνοιξη. Τότε ένας τελευταίος βαρύς αναστεναγμός ξέφυγε από το στήθος της και έσπασε τη σιωπή. Και ακούστηκε ένα τραγούδι. Ένα τραγούδι νοσταλγίας και ξενιτιάς. Ένα τραγούδι χωρίς μουσική, χωρίς όργανα, μόνο με τη γυμνή ανθρώπινη φωνή. Λίγες νότες, μα με αμέτρητες παραλλαγές πόνου και ελπίδας.
Για χρόνια ο Αλκιβιάδης θα το θυμόταν.Στο μυαλό του θα αντηχούσε σαν το τραγούδι της οικογένειάς τους. Έκλεινε τα μάτια του και άκουγε ξανά τη ζεστή, γλυκιά φωνή της μητέρας του. Και μέσα στις σκέψεις του επέστρεφαν πάντα τα σκούρα μελιά μάτια της, που έλαμπαν σαν αστέρια.
Η ημέρα του φευγιού από τα Μπουμπουτσέλια
Τη μέρα του φευγιού, από τα χαράματα ακόμη, ο Αλκιβιάδης σηκώθηκε και βγήκε έξω. Κατέβηκε στο διάσελο, εκεί που βρισκόταν η στέρνα των περιβολιών, πέρασε στο περιβόλι τους και έκανε έναν τελευταίο γύρο στις πεζούλες. Αποχαιρέτησε βιαστικά το νερό, το χώμα, τον αγέρα του τόπου του. Έσκυψε και μάζεψε λίγα μυριστικά αγριόχορτα, κι οι παλάμες του γέμισαν αρώματα από θρούμπι, φασκόμηλο και θυμάρι. Ήταν σαν να προσπαθούσε, χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, να πάρει μαζί του ένα κομμάτι από τη γη που τον είχε μεγαλώσει. Ύστερα ανέβηκε στο ψήλωμα, στ’ αλώνι, και στάθηκε εκεί ψηλά κοιτάζοντας ολόγυρα τον τόπο τους. Ήθελε να τον χορτάσει με τα μάτια του, να τον φυλάξει μέσα του, να τον πάρει μαζί του στο άγνωστο ταξίδι που άνοιγε μπροστά του. Αυστηρό και σοβαρό το τοπίο, με τα σκούρα δέντρα και τα χρωματιστά λουλούδια που έλαμπαν στο πρωινό φως του ήλιου.
Μακριά, κατά το νότο, πέρα από τα Φούτια, η παραλία της Καστέλας με το μικρό αμμουδερό νησάκι λαμποκοπούσε τριανταφυλλένια, ενώ οι πρώτες ακτίνες του ήλιου έβαφαν τη φύση με χρώματα ζεστά και ήρεμα. Και πέρα δυτικά, στο Μεγάλο Ρέμα, απλώνονταν οι ελιές, οι συκιές, λίγα αμπέλια εδώ κι εκεί. Στα απάνεμα γούπατα, ανάμεσα στα μικρά βουνά, στέκονταν οι πλατωσιές γυρισμένες προς τον νότο, με ξινόδεντρα, μουριές και μικρά μποστάνια. Ώρα πολλή στεκόταν εκεί ψηλά και χαιρόταν τους απαλούς κυματισμούς της γης, τις ζώνες που σχημάτιζαν οι βαθύσκιωτες συκιές, οι ασημόφυλλες ελιές, οι ηλιοκαμένες αμυγδαλιές, οι σκουροπράσινες σκαμνιές και οι χαρουπιές που απλώνονταν μπροστά του.
Ήταν ο τελευταίος του αποχαιρετισμός.
Όχι ακόμη ένας αποχαιρετισμός που καταλάβαινε με το μυαλό του· αλλά εκείνος ο βαθύτερος, ο σιωπηλός, που γράφεται μέσα στην ψυχή και μένει για πάντα.Και πέρα, κατά τον νότο, στραφτάλιζε η θάλασσα, απέραντη και έρημη, απλωνόταν μέχρι τα Κύθηρα και την Κρήτη. Έμοιαζε ετούτο το τοπίο του χωριού του λιγόλογο, λυτρωμένο από περιττά πλούτη, δυνατό και συγκρατημένο. Δεν είχε τη χλιδή, είχε όμως τη δική του περηφάνια. Ήταν ένας τόπος σκληρός, μα αληθινός. Ένας τόπος που δεν υποσχόταν εύκολη ζωή, μα χάριζε στον άνθρωπο ρίζες. Από το περιβόλι τους έφτανε ως εκεί το άρωμα από τις λεμονιές και τις πορτοκαλιές, σαν ένας τελευταίος χαιρετισμός της γης που τον είχε μεγαλώσει.
Στεκόταν ώρα πολλή και κοιτούσε. Ήθελε να φυλάξει μέσα του κάθε εικόνα, κάθε χρώμα, κάθε μυρωδιά. Να πάρει μαζί του όχι μόνο την ανάμνηση, αλλά τον ίδιο τον τόπο. Το χώμα που πάτησε τα πρώτα του βήματα, τα μονοπάτια που περπάτησε, τη ρεματιά που τον φόβισε και τον γοήτεψε, τις ελιές που στέκονταν χρόνια ακίνητες σαν φύλακες της ζωής τους. Τα μάτια του γέμιζαν τον τόπο για τελευταία φορά.
«Το χωριό μου!» μουρμούρισε. Και η καρδιά του αναπετάρισε.
Ήταν μια παράξενη στιγμή. Δεν ήξερε ακόμη τι σημαίνει να αφήνεις πίσω σου έναν κόσμο ολόκληρο. Δεν γνώριζε πως ο άνθρωπος μπορεί να ταξιδέψει μακριά και όμως ένα κομμάτι του να μένει για πάντα εκεί όπου έζησε τα πρώτα του χρόνια. Εκείνο το πρωινό δεν αποχαιρετούσε απλώς ένα χωριό.
Αποχαιρετούσε την παιδική του ηλικία. Κατέβηκε από το αλώνι και πήρε το μονοπάτι του Αγίου Παντελεήμονα. Ήταν Κυριακή, μα ο παπάς λειτουργούσε αυτή τη βδομάδα στα Λυρά και η εκκλησία ήταν έρημη. Στάθηκε για λίγο. Κι ευθύς, μόλις πήρε το μάτι του την παρέα, η καρδιά του σκίρτησε. Οι σκέψεις του κόπηκαν απότομα. Μπροστά του ήταν τα παιδιά του οικισμού. Τα κορίτσια του Πολυζώη του Μάρκου, τα αγόρια και τα κορίτσια του Καραστατήρη, του Κατσουλώτου, των Αρώνη. Όλα εκείνα τα πρόσωπα που ανήκαν στον μικρό κόσμο του, στις καθημερινές του χαρές, στα παιχνίδια και στις γνώριμες διαδρομές του. Μόλις τον αντίκρισαν, τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν. Η αραιωμένη παρέα πύκνωσε αμέσως και όλα μαζί τα παιδιά τον καλημέρισαν με τις γάργαρες φωνές τους. Ήταν σαν να ήθελε ο τόπος, πριν τον αφήσει να φύγει, να του χαρίσει μια τελευταία ζεστή ανάμνηση. Την ίδια στιγμή ο Παναγιώτης του Πολυζώη Αρώνη ανέβηκε και χτύπησε την καμπάνα του Αγίου. Ο ήχος της απλώθηκε στον αέρα. Ήταν χαρούμενος, παιχνιδιάρικος, γεμάτος ζωή. Δεν ήταν απλώς ο ήχος μιας καμπάνας· ήταν η φωνή του μικρού τους κόσμου, που εκείνο το πρωινό αποχαιρετούσε χωρίς να το ξέρει ένα παιδί που θα έφευγε για πάντα. Και για μια στιγμή, πριν συνεχίσει τον δρόμο του, ο Αλκιβιάδης ένιωσε πως όλα ήταν ακόμη στη θέση τους.
Ο ήλιος είχε ψηλώσει πια και ο ουρανός ήταν κατακάθαρος. Στριμώχτηκε στις αγκαλιές τους και κοίταξε δυστυχισμένος το Μυρτώο πέλαγος. Ένιωθε το σώμα του να πλέει σε μια απέραντη θάλασσα και ο νους του, ακολουθώντας τον ρυθμό των κυμάτων, γινόταν κι αυτός κύμα· παραδινόταν χωρίς αντίσταση στον χορευτικό παλμό της θάλασσας. Κάτι σάλευε βαθιά μέσα του. Ήταν ανάμεικτα όλα: επιθυμίες, φόβοι, ελπίδες, προσδοκίες. Κάπου μέσα στην ψυχή του περίμενε τη λύτρωση, μια καινούργια αρχή που ακόμη δεν μπορούσε να φανταστεί. Άνοιξε διάπλατα την αγκαλιά του, σαν να ήθελε να τους χωρέσει όλους μέσα της. Τους αγκάλιασε έναν έναν, σταυρωτά, τους φίλησε και τους αποχαιρέτησε με λόγια γεμάτα ζεστασιά και ευγνωμοσύνη.
«Καλή τύχη, ό,τι κι αν κάνεις», του ευχήθηκαν.
Και τα λόγια αυτά έμειναν μέσα του σαν φυλαχτό. Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν αποχαιρετούσε μόνο ανθρώπους· αποχαιρετούσε τα παιδικά του χρόνια, τις φωνές, τα μονοπάτια, τις μυρωδιές της γης και όλα όσα μέχρι τότε ονόμαζε ζωή. Το μονοπάτι από το σπιτάκι τους στον οικισμό μέχρι τη δημόσια χωματόστρατα ανηφόριζε προς τα επάνω, στηριγμένο σε τοιχία ξερολιθιάς. Κατσιασμένοι πρίνοι, πικραμυγδαλιές και γκορτσιές ορθώνονταν άτακτα στις άκρες του στενού, ελικοειδούς δρόμου, σπαρμένου με λιθάρια.
Ο Αλκιβιάδης περπατούσε αργά, σαν τα πόδια του να αρνούνταν να τον υπακούσουν. Κάθε τόσο σταματούσε και γύριζε πίσω το βλέμμα του να κοιτάξει το σπιτάκι τους, χωμένο ανάμεσα στις δυο αιωνόβιες ελιές και τη μυγδαλιά στη νότια πλευρά της αυλής, πάνω από το χαμηλό τοίχος της ξερολιθιάς. Πιο κάτω το χαντάκι με τις φραγκοσυκιές, το φυσικό σύνορο που τους χώριζε από την ιδιοκτησία του μπάρμπα Παναγιώτη.
Του φαινόταν σαν φωλιά. Μια αληθινή φωλιά.
Κάθε φορά που έφευγε από τον οικισμό για το σχολείο στο χωριό, το κοίταζε έτσι· με τρυφερότητα και μια ανεξήγητη μελαγχολία. Μα σήμερα ήταν αλλιώτικα. Σήμερα δεν έφευγε για λίγες ώρες. Σήμερα έφευγε για πάντα.
Ένιωθε σαν ένα πουλί που αποδημεί, αφήνοντας πίσω του ένα κομμάτι από τον ίδιο του τον εαυτό. Άφηνε πίσω τη δύναμη που του έδινε η πατρική γη, τη σιωπή του τόπου του, την απομόνωση που ήταν μαζί και μοναξιά και ασφάλεια. Και καθώς ανηφόριζε προς τη δημοσιά, περνώντας ανάμεσα από ρείκια και χαμηλά πουρνάρια, του φαινόταν πως δεν ήταν απλώς ένα παιδί που πήγαινε σ’ έναν καινούργιο τόπο. Ήταν ένας μικρός προσκυνητής που άφηνε πίσω τον παλιό του κόσμο και πορευόταν προς το άγνωστο· σ’ έναν μακρινό τόπο δοκιμασίας, ελπίδας και αλλαγής.
Και ενώ δούλευαν στο μυαλό του αυτά τα ονειροπολήματα, έκανε στροφή προς τα πίσω να δει τη μητέρα του. Εκείνη είχε μείνει ακίνητη και κοιτούσε προς το καμπαναριό της εκκλησίας του χωριού του, που υψωνόταν περήφανο κόντρα στην ανατολική πλευρά του ουρανού. Για λίγες στιγμές στάθηκε κι εκείνη ακίνητη. Θαύμασε το χρώμα του ουρανού, αναλογίστηκε τον καθημερινό μόχθο τους για την επιβίωση και έκανε τον σταυρό της.
«Καλέ μου Θεέ, βοήθησε μας», προσευχήθηκε σιωπηλά.
Ο Αλκιβιάδης αναρίγησε. Αγαπούσε το χωριό του. Ήταν ένας ξεχωριστός τόπος γι’ αυτόν. Εκεί είχε γεννηθεί. Εκεί γνώρισε τα πρώτα σκιρτήματα της ζωής. Εκεί βρισκόταν όλη η ευτυχία που είχε γευτεί μέχρι τότε στον κόσμο. Μα τώρα — τώρα ήταν ανάγκη να φύγουν.
Και μπροστά στην ανάγκη σκύβουν το κεφάλι ακόμη και οι θεοί, όπως τους είχε πει κάποτε ο δάσκαλός του μέσα στην τάξη. «Ανάγκη και θεοί πείθονται».
Μια φράση που τότε ίσως δεν μπορούσε να καταλάβει πλήρως ένα παιδί επτά χρονών, μα εκείνη τη στιγμή, καθώς άφηνε πίσω του το χωριό του, το Μεγάλο Ρέμα, το σπίτι τους και όλον εκείνον τον μικρό κόσμο που τον είχε μεγαλώσει, άρχισε να τη νιώθει βαθιά μέσα του. Γιατί υπάρχουν στιγμές στη ζωή του ανθρώπου που δεν επιλέγει ο ίδιος τον δρόμο του. Είναι ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά του από την ανάγκη, από τη μοίρα, από την ελπίδα για κάτι καλύτερο.
Και εκείνο το πρωινό του καλοκαιριού του 1958, ο μικρός Αλκιβιάδης, κρατώντας μέσα του τη μυρωδιά της γης του, το άρωμα από το θυμάρι και το φασκόμηλο, τον ήχο της καμπάνας του Αγίου Παντελεήμονα και το απέραντο γαλάζιο του Μυρτώου πελάγους, ξεκινούσε για έναν άγνωστο κόσμο.
Έφευγε από τον τόπο του.
Μα ο τόπος του δεν έφευγε ποτέ από μέσα του.
Βουβοί οι χωρικοί στέκονταν και τους κοιτούσαν. Έβλεπαν έναν άντρα να προχωρά μπροστά, τον πατέρα τους, με τον μπόγο στον ώμο του και το βήμα βαρύ, μα αποφασισμένο. Πίσω του ακολουθούσε μια νεαρή γυναίκα, η μητέρα τους, με δυο μικρά αγόρια στο πλευρό της και το μικρότερο παιδί στην αγκαλιά της.
Δεν μιλούσε κανείς.
Μόνο τα βήματα της οικογένειας ακούγονταν πάνω στον δρόμο της αναχώρησης.
Προχωρούσαν προς εκεί όπου άρχιζε ο πλατύς ανηφορικός δρόμος που οδηγούσε στην πολιτεία της Μονεμβασιάς. Ένας δρόμος γνωστός και άγνωστος μαζί· γνωστός γιατί τον είχαν περπατήσει πολλές φορές, άγνωστος γιατί αυτή τη φορά δεν οδηγούσε σε μια καθημερινή διαδρομή, αλλά σε μια καινούργια ζωή.
Πίσω τους έμενε ο τόπος τους.
Μπροστά τους άνοιγε ο κόσμος.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Τρια Κοφτά Σφυρίγματα Ένα Παρατεταμένο!
.....

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button