ADS

click to open

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Sunset of Bliss

Ένα μικρο απόσπασμα από τo.......Ναυτικός! Το πρώτο Μπάρκο, Δόκιμος μηχανικός...... Βλέπε: https://katianouba.blogspot.com/......
Η τελευταία αναλαμπή του ήλιου χάθηκε στο δυτικό ουρανό. Το γαλάζιο τ' ουρανού έχει στραφεί στο μεταξύ προς το μενεξεδί, προς το μαβί, οι ακτίνες του ήλιου έχουν γίνει κόκκινες, ύστερα από το σταχτί και φαιό, ενώ η ασπράδα του φεγγαριού ξεπροβάλλει όλο και πιο αποφασιστική έτσι όπως το φωτεινό τμήμα του κυριεύει σιγά σιγά όλο το στρογγυλό δίσκο. Το φεγγάρι είναι το πιο άστατο από τα σώματα του ορατού σύμπαντος, αλλά και το πιο τακτικό όσον αφορά τις πολύπλοκες συνήθειες του, δε λείπει ποτέ από κανένα ραντεβού του. Ένα σύννεφο που τρέχει πίσω του από γκρίζο γίνεται φωτεινό και γαλακτερό, και ο ουρανός από πίσω έχει γίνει κατάμαυρος, τ' αστέρια έχουν ανάψει, το φεγγάρι τώρα είναι ένας μεγάλος εκτυφλωτικός καθρέφτης που πετά, μια φωτεινή λίμνη που αναβλύζει ολόγυρα ακτίνες και διαχέει στο σκοτάδι ένα ψυχρό ασημένιο φωτοστέφανο πλημμυρίζοντας τους δρόμους των νυχτοβατών με άσπρο φως και τ' άστρα του ωκεανού έλαμψαν σκληρά, κοντινά στη γη, ασημώνοντας τον ουράνιο θόλο μ' ένα μεγαλείο που δεν μπορεί ούτε να διανοηθεί ένας κάτοικος της πόλις. Τα λουλούδια του βάλτου που μοσχοβολούν, χαρίζουν το μοναδικό έντονο άρωμα τους τριγύρω, το ολόγιομο φεγγάρι, με τα χρυσοκόκκινα χρώματα που ανέβαινε μπροστά τους έλαμπε πάνω στα ερείπια του παλιού κάστρου του εγκαταλειμμένου εκεί από αιώνες ήρεμο σαν προϊστορικό μνημείο. Πέρα από μια συστάδα θάμνων ερχόταν σαν επαναλαμβανόμενο τραγούδι ο απόηχος των γρύλων και ο αναστεναγμός των καλαμιών. Τα τζιτζίκια είχαν σωπάσει από νωρίς και η φύση ετοιμαζόταν για την νυκτερινή γαλήνη. H νύχτα που πέφτει γρήγορα, τους βρήκε τον ένα δίπλα στον άλλο, η ατμόσφαιρα είναι ευχάριστα δροσερή, και ο λικνιστικός ρυθμός του κύματος με το μονότονο μουρμούρισμα σαν εκείνο ενός μικρού παιδιού που αποκοιμιέται απομακρύνοντας κατά μέρος τις σκέψεις του και τον παρασύρει να βυθιστεί σε πρόσκαιρη λήθη, έτσι όπως την ένιωθε τρυφερά ακουμπισμένη πάνω στον ώμο του. Στο πλάτωμα ήρθαν και κάθισαν δύο γλάροι. Ήταν φαίνεται ζευγάρι γιατί για ένα λεπτό ένωσαν τα ράμφη τους, ένα φιλί να ήταν; Η Διδώ το εξέλαβε για καλό οιωνό. Έρωτας, αγάπη, πάθος, δεν μπορεί, παρά να ήταν οιωνός καλός. Ήρθαν να συντροφεύσουν την ευδαιμονία τους με τη δικιά τους τρυφερότητα, που είναι η ίδια για όλα τα όντα του ζωικού βασιλείου. Αυτός το επόμενο που θυμάται είναι μια δυνατή αγκωνιά στα πλευρά του και τη φωνή της Διδώ. 
«Ει Θαλασσοπόρε!»
Άνοιξε τα μάτια ξαφνιασμένος. Η Διδώ ήταν γονατισμένη μπροστά του. 
«Ε.. Τι;» 
«Αν είναι δυνατόν! Κοιμήθηκες; Χριστέ μου! Έτσι φέρεσαι πάντα όταν βγαίνεις ραντεβού;»
Στεκόταν πολύ κοντά του και ένοιωθε να βουλιάζει σ’ εκείνα τα βαθιά γκριζοπράσινα μάτια της. 
«Απλώς σκεφτόμουν»
Ανακάθισε στο έδαφος γύρισε στο πλάι, δίπλωσε τις γάμπες κάτω από τους μηρούς της απαλά, σαν γάτα, και τέντωσε τους λεπτούς αστραγάλους της .
«Ήθελα να ‘ξερα τι σκέπτεσαι»
Αυτός όπως την είδε να κάθεται στις γάμπες της σκέφτηκε αμέσως, ότι η κοπέλα είχε κάνει μαθήματα μπαλέτου. Στη συνέχεια πήρε πολύ σοβαρό ύφος και της λέει. 
«Αν αποκτήσω ένα τέτοιο σκάφος θα χρειαστώ και μούτσο» δείχνοντας το ιστιοφόρο που ελλιμενιζόταν στο βάθος του όρμου. Η Διδώ το σκέφτηκε λιγάκι! 
«Κάνε με δεύτερο καπετάνιο» και με μεγάλο χαμόγελο, κέφι και θετική ενέργεια! «και κόλλα το» του λέει.
Δεν της απάντησε αμέσως. Ήταν η σειρά του να ανακαθίσει στο έδαφος, έσυρε την άκρη του δαχτύλου του στο πάνω μέρος του ενός αυτιού της. Ήταν απίστευτα όμορφη στο φως του φεγγαριού. Τα μάτια της είχαν σκούρες και πράσινες πιτσιλιές. Σαν χαλκοπράσινα οπάλια. Ταξίδεψε τον αντίχειρά του στο πλάι του λαιμού της και ένιωσε το αδιόρατο κυμάτισμα όταν εκείνη ξεροκατάπιε. Υπήρχε κάτι το εξωπραγματικό στη στιγμή, κάτι ονειρικό που δεν ήθελε να τελειώσει. Καθώς τα ακροδάχτυλα του γλίστρησαν κατά μήκος του λαιμού της, το ανάλαφρο άγγιγμα φάνηκε να την αφοπλίζει. Το κορμί του αντέδρασε έντονα στο γεγονός ότι το κορίτσι βρισκόταν τόσο κοντά του. Κάψα γλίστρησε κάτω από την επιδερμίδα του και μαζεύτηκε σε άβολα σημεία. Μύες σφίχτηκαν, φούσκωσαν. 
Τώρα ήθελε να μάθει πώς να ήταν η επιδερμίδα της στο άγγιγμα, η λεία καμπύλη του γυμνού της ώμου κάτω από τα δάχτυλά του, ήθελε να εξερευνήσει με την άκρη της γλώσσας του τα αμέτρητα μυστικά που κρύβονταν κάτω από το φόρεμά της. Μπορούσε ήδη να ανακαλέσει κατά βούληση στο μυαλό του το σχήμα του σώματός της.
Έμειναν ακίνητοι, πιασμένοι, πρόσωπο με πρόσωπο, με τις ακανόνιστες ανάσες τους να μπερδεύονται μεταξύ τους. Οι δυο τους ήταν γονατισμένοι σε έναν καλοκαιρινό κήπο, ο αέρας ήταν φορτωμένος από την θαλασσινή αύρα και την ευωδιά των άλικων λουλουδιών του βάλτου και η κοπέλα βρισκόταν στην αγκαλιά του. Τα μαλλιά της έλαμπαν στο σεληνόφως, η επιδερμίδα της ήταν απαλή σαν πέταλο λουλουδιού. Το πάνω χείλι της ήταν σχεδόν τόσο γεμάτο όσο το κάτω, οι καμπύλες τόσο ντελικάτες και απαλές όσο ο ώριμος λωτός. Κοιτώντας το στόμα της, ένιωσε τις τρίχες στο σβέρκο του να σηκώνονται από έξαψη. 
Και το στόμα του χαμήλωσε στο δικό της. Επιτέλους, όλοι οι μύες του κορμιού του φάνηκαν να αναπνέουν. Επιτέλους. Βουλιάζοντας στην απόλαυση, την άφησε να τον παρασύρει. Έπαψε εντελώς να σκέφτεται και έκανε όλα όσα ήθελε, δάγκωσε απαλά το πάνω χείλι της και έπειτα το κάτω, σφράγισε τα στόματα τους, άγγιξε τη γλώσσα της με τη δική του, έπαιξε μαζί της. Ένα φιλί άρχιζε προτού τελειώσει το προηγούμενο, μια αλυσίδα από ερωτικά χάδια, ανάλαφρα αγγίγματα και σπρωξίματα. Η ευχαρίστηση τον διαπερνούσε ολόκληρο, αντηχώντας σε κάθε φλέβα και νεύρο. Η κοπέλα ανταποκρίθηκε, περνώντας το μπράτσο της γύρω από το λαιμό του. Κουνήθηκε πάνω του λες και οι αισθήσεις κατέφθαναν από παντού. Και κατέφθαναν. Πάσχισαν και οι δυο να έρθουν πιο κοντά, πιο σφιχτά, τα κορμιά τους αναζήτησαν έναν νέο, ασταθή ρυθμό. Αν δεν τους χώριζαν τα ρούχα, αυτό που έκαναν θα ήταν ένα κανονικό ερωτικό σμίξιμο. Συνέχισε να τη φιλά για πολλή ώρα αφότου θα έπρεπε να έχει σταματήσει, όχι μόνο γιατί το απολάμβανε, αλλά και γιατί ήταν απρόθυμος να αντιμετωπίσει αυτό που θα συνέβαινε στη συνέχεια. 
Έδειχναν ότι θα μείνουν για πάντα έτσι. Μια βαριά σιωπή έπεσε ανάμεσά τους. Εκείνος απλώς συνέχισε να την κοιτάζει επίμονα. Η Διδώ άρχισε να αισθάνεται τη νυχτερινή δροσιά στους γυμνούς της ώμους.  Δεν είχε κουνούπια ούτε για δείγμα. Ο βορινός άνεμος τα παρέσερνε προς τη μαγκρόβια βλάστηση, στην άλλη άκρη του κόλπου. Ανατρίχιασε, σηκώθηκε και απομακρύνθηκε αμίλητη, διέσχισε το πλάτωμα και στάθηκε στην άκρη του αγναντεύοντας το πέλαγος με την πλάτη στραμμένη προς το μέρος του. Δεν έκανε καμία κίνηση να την ακολουθήσει.
Ο χρυσός δίσκος της σελήνης ανέβαινε μεγαλόπρεπα στον ουρανό αναγγέλλοντας μια ακόμη όμορφη καλοκαιρινή νύχτα.  Ξαφνικά σηκώνεται στις μύτες των ποδιών τεντώνεται ολόκληρη και  απλώνει κουνώντας ρυθμικά τα χέρια της. Μοιάζει με χελιδόνα που ετοιμάζεται να πετάξει, δεν μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό της από τη γωνία από όπου έβλεπε τη σκηνή, όμως είχε εξαιρετική θέα της κορυφής του κεφαλιού της με τα όμορφα μαλλιά της γεμάτα χρυσοκόκκινες ανταύγειες λες και παίρνουν λάμψεις απ' τον ουρανό.
«Πες μου για σένα». της λέει.
«Τι θες να μάθεις;»
«Τα πάντα. Ξεκίνα και θα σου κάνω ερωτήσεις αν θέλω να μάθω περισσότερα».
«Οκέι». Κι άρχισε να μιλάει. Η φωνή της απέκτησε ένα αστείο σχεδόν βιμπράτο τόνο και γελάσανε κι οι δύο. Η εικόνα του κοριτσιού που αναδύθηκε από την ιστορία της του ήταν ακόμα πιο ξεκάθαρη από την εικόνα της γυναίκας που καθόταν τώρα κι ακουμπούσε επάνω του με το χέρι της κάτω από το μπράτσο του. ......

Click to Open

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button