ADS

click to open

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Logia Tis Prymnis

..Ένα μικρο απόσπασμα από τo.......Ναυτικός! Το Δεύτερο Μπάρκο, Τρίτος μηχανικός...... Βλέπε: https://katianouba.blogspot.com/......
...........Τρεις ημέρες αργότερα τελειώνοντας την εκφόρτωση το πλοίο αμόλησε κάβους ελεύθερο για να αποπλεύσει και ξεκίνησε την έναρξη μιας νέας πορείας,! Αφήσαμε πίσω μας τη Χάβρη στο γλυκό απογευματινό φως και βάλαμε πλώρη νοτιοδυτικά, σαλπάραμε για τις ακτές της Νιγηρίας προς φόρτωση με προορισμό εκφόρτωσης τις Ολλανδικές Αντίλλες στην καραϊβική θάλασσα. Στο τέλος της πρώτης εβδομάδας διασχίζαμε τον ωκεανό με πλώρη στο νοτιά, αφήνοντας πίσω μας στα βορειοδυτικά την σκοτεινή θάλασσα των Σαργάσσων και με το πλοίο να πλέει λουσμένο στο ασημένιο φεγγαρόφωτο. Ολόκληρη η περιοχή χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά ευμετάβλητες καιρικές συνθήκες και ιδιαιτέρως έντονα μετεωρολογικά φαινόμενα τα οποία είναι συνήθως εντελώς απρόβλεπτα και βραχύβια. Περασμένα μεσάνυχτα έχουμε τελειώσει την δεύτερη τετράωρη βάρδια και βρισκόμαστε με τον ανθυποπλοίαρχο τον καπετάν Επαμεινώνδα στην πρύμνη του πλοίου για ένα τελευταίο τσιγάρο. Εκεί, στην πρύμνη, με τον καπετάν Επαμεινώνδα, η σιωπή δεν είναι κενή, είναι γεμάτη. Γύρω μας επικρατεί ηρεμία, γαλήνη. Σιωπηροί κοιτάζουμε την ήρεμη θήλασα βυθισμένοι ο καθένας στις σκέψεις του. Ο θόρυβος από την προπέλα του πλοίου που στροβίλιζε ρυθμικά στα ήσυχα νερά ήταν ο μόνος θόρυβος που ακουγόταν σαν μουσική που κάλυπτε όλους τους άλλους ήχους. Είναι η ώρα που αφήνουμε τις σκέψεις μας να ταξιδέψουν μαζί με το αφρισμένο απόνερο του πλοίου. Ο ρυθμός της προπέλας είναι ο μόνος σταθερός σύντροφος τέτοια ώρα. Σε κάνει να νιώθεις ότι ο χρόνος δεν κυλάει με τα ρολόγια, αλλά με τα μίλια. Η σιωπή παρατείνεται. Στο φως του φεγγαριού που κρεμόταν σαν χρυσοκόκκινο μενταγιόν στον ουρανό, ένα νησί ξεπρόβαλε μεσ’ από τα σκοτεινά νερά σαν μια ασαφή γραμμή στο σημείο που έσμιγαν ουρανός και θάλασσα,  Ο καπετάν Επαμεινώνδας μένει ακίνητος, με το βλέμμα καρφωμένο στα σκούρα, ασημένια νερά του ωκεανού. Κάποια στιγμή στρέφει αργά το κεφάλι του προς το μέρος μου. Το φως του φεγγαριού ζωγραφίζει αυλακώσεις στο πρόσωπό του, τονίζοντας κάθε γραμμή που χάραξε πάνω του η αλμύρα και ο χρόνος. Τα μάτια του, καθρεφτίζοντας το ασημένιο πέλαγος, μοιάζουν να βλέπουν πράγματα που κανένας ναυτικός χάρτης δεν μπορεί να αποτυπώσει. «Η θάλασσα των Σαργάσσων...» ψιθυρίζει, και η φωνή του μοιάζει να χάνεται μέσα στον απόκοσμο ψίθυρο των φυκιών που γλιστρούν αθέατα κάτω από την καρίνα μας. «Εδώ, το νερό δεν είναι απλώς νερό. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέει. Σ’ αυτές εδώ τις θάλασσες αγγίζουμε το μυστήριο. Κάθε τι που μας περιβάλλει και που δεν είναι ορατό, είναι μυστήριο.»
Τα λόγια του μοιάζουν να κουβαλούν το βάρος και την ηρεμία αμέτρητων νυχτών στη γέφυρα. Αφήνω τη σιωπή να επανέλθει για λίγο, νιώθοντας την αρμύρα να υγραίνει τον αέρα. Η αίσθηση του μυστηρίου, για την οποία μιλά, δεν είναι κάτι απόμακρο, είναι παρούσα στον ήχο του νερού που σχίζεται από την πλώρη και στις σκιές που παίζουν στο κατάστρωμα. Η απάντησή μου, έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τη ναυτική μεταφυσική του καπετάν Επαμεινώνδα. Είναι η κλασική διαμάχη ανάμεσα στον ναυτικό που έχει μάθει να «διαβάζει» τη θάλασσα μέσα από το δέος του αγνώστου και στον άνθρωπο που επιζητεί την απόλυτη εξήγηση για να νιώσει ασφαλής.
«Εγώ πιστεύω ότι αυτά είναι μύθοι και δεισιδαιμονίες. Προϊόντα καλπάζουσας φαντασίας ή φυσικά φαινόμενα που πήραν διαστάσεις λόγω άγνοιας.» Του απάντησα.
Ο καπετάν Επαμεινώνδας αφήνει ένα χαμηλό, σχεδόν αθέατο γέλιο να δραπετεύσει από τα χείλη του. Δεν είναι γέλιο ειρωνείας, αλλά μια βαθιά, παλιά απόκριση κάποιου που έχει ακούσει αυτή την απάντηση εκατοντάδες φορές, σε δεκάδες διαφορετικά καταστρώματα. Γέρνει ελαφρώς προς το μέρος μου, και το βλέμμα του αποκτά μια ένταση που σε κάνει να νιώθεις πως το φεγγαρόφωτο δεν είναι αρκετό για να αποκαλύψει όλα όσα κρύβονται στο πρόσωπό του. «Εσύ θεωρείς πως η άγνοια είναι εκείνη που γεννά τον μύθο. Εγώ θα έλεγα πως ο μύθος είναι μια άλλη μορφή γνώσης, πιο αρχαία, που οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεχάσουν όσο πιο πολύ εξελίσσονται. Όταν λες πως όλα αυτά είναι «απλώς φυσικά φαινόμενα», δεν μειώνεις το μυστήριο; Δεν το κάνεις πιο μικρό, πιο βολικό; Τότε γιατί, όταν κοιτάζεις το σύμπαν, δεν νιώθεις πλήρης, αλλά αναζητάς μια απάντηση πέρα από την απόδειξη; Αν η λογική σου είναι η μόνη σου άμυνα απέναντι στο άγνωστο, τι θα γίνει αν μια μέρα έρθεις αντιμέτωπος με κάτι που δεν μπορεί να εξηγηθεί, ούτε με τους νόμους της φύσης, ούτε με τη δύναμη της παρατήρησης;» μου αντέτεινε. Και με μια φευγαλέα κίνηση αγγίζει με το χέρι του τον ξύλινο στυλοβάτη της σημαίας στην πρύμνη, προκειμένου να επικαλεστεί την προστασία του και να μη μας συμβεί κάποιο κακό από κάτι που μόλις ειπώθηκε.
«Πάνε πάνω από έξι χιλιάδες χρόνια που η θεία εκδίκηση αλυσόδεσε στο βράχο τον Προμηθέα και ο Ηρακλής τον ελευθέρωσε για να απαλλαγούμε απ’ αυτά τα δεσμά.» Του ανταπάντησα.
Ο καπετάν Επαμεινώνδας σωπαίνει. Το βλέμμα του, που πριν ήταν καρφωμένο στο ασημένιο νερό, τώρα υψώνεται προς τον έναστρο ουρανό, σαν να αναζητά τον αστερισμό του Ηρακλή ανάμεσα στις μυριάδες φώτα. Μια βαριά σιωπή πέφτει ανάμεσά μας, την οποία διακόπτει μόνο ο ρυθμικός παφλασμός της θάλασσας στα πλευρά του πλοίου.
«Ο Προμηθέας...» ψιθυρίζει τελικά, και το όνομα του Τιτάνα ακούγεται σχεδόν ιερό μέσα στη νύχτα. «Έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά. Τη γνώση, δηλαδή. Την ικανότητα να βλέπουν στο σκοτάδι. Και η τιμωρία του ήταν ακριβώς αυτή. Να βλέπει, να κατανοεί, αλλά να μην μπορεί να αγγίξει την ελευθερία που ο ίδιος προσέφερε στους άλλους.»
Δεν υπήρχε στη σκέψη μου κάτι άλλο που θα μπορούσα να προσθέσω στη μακροσκελή συζήτηση για αντεπιχείρημα και ούτε το επιθυμούσα, από σεβασμό προς το πρόσωπο με το οποίο συζητούσα. Το θεώρησα απόλυτα φυσιολογικό, σε μια έντονη ανταλλαγή απόψεων, να νιώθω ότι πλησίασα το όριο όπου η επιχειρηματολογία μου μπορούσε να εκληφθεί ως επίθεση. Διαισθάνθηκα ότι ξεπέρασα από τις κόκκινες γραμμές με την αρνητική μου θέση στη συζήτηση μας και στα πιστεύω του και δεν το επιθυμούσα να χαρακτηριστώ αναιδής από τον συνομιλητή μου. Μερικές φορές, η μεγαλύτερη δύναμη σε έναν διάλογο δεν κρύβεται στο αντεπιχείρημα, αλλά στη σιωπή και στην ικανότητα να αναγνωρίζεις πότε είναι η ώρα να σταματήσεις. Συμφωνήσαμε ότι, διαφωνούμε με μια κομψή και ώριμη έξοδο κινδύνου στη δύσκολη συζήτηση! Έμεινα σιωπηλός με το βλέμμα στραμμένο στον έναστρο ουρανό. Μπροστά στην απεραντοσύνη του ουρανού, οι εντάσεις μιας ανθρώπινης διαφωνίας μοιάζουν μικρότερες. 
Παροδικά με συνεπήρε μια συγκίνηση ενθυμούμενος παρόμοιες συζητήσεις και στιγμές από τις πιο γλύκες της μέχρι τώρα ζωής μου. Την τελευταία χρονιά φοίτησης στην Ναυτική Ακαδημία, είχαμε την τύχη να έχουμε καθηγητή έναν νεαρό αξιωματικό του πολεμικού ναυτικού. Η μελέτη του μαθήματος ξέφευγε από τα συνηθισμένα και διεισδούσε σε μονοπάτια σκέψης σαν τα αποψινά. Ο λόγος του σε αιχμαλώτιζε, αβίαστα κυλούσε σαν μέλι στις παλλόμενες αρτηρίες των ακροατών του που είχαν την ευτυχία να τον ακούν. Υπάρχουν δάσκαλοι που δεν διδάσκουν απλώς μια ύλη, αλλά ανοίγουν το μυαλό των μαθητών τους, προσφέροντάς τους εργαλεία για να επεξεργαστούν τον κόσμο πολύ μετά το πέρας των σπουδών τους.
Ένιωσα μια βαθιά συγκίνηση το πώς, μέσα στη σιωπή της αποψινής μου διαφωνίας κάτω από τον έναστρο ουρανό, το μυαλό μου επέλεξε να ανασύρει αυτή τη συγκεκριμένη ανάμνηση. Ίσως γιατί εκείνα τα συγκεκριμένα μαθήματα στη Ναυτική Ακαδημία μου έμαθαν κάτι που σήμερα χρησιμοποιώ υποσυνείδητα, ότι η ουσία της επικοινωνίας δεν βρίσκεται στην επικράτηση, αλλά στη διαδικασία της αναζήτησης. Εκείνος ο νεαρός αξιωματικός, με το να μας έδειχνε αυτά τα «μονοπάτια σκέψης», μας άφηνε μια κληρονομιά που υπέρβαινε την επαγγελματική μας κατάρτιση. Μας έδωσε την ικανότητα να εκτιμάμε τη δύναμη του λόγου, αλλά και την ωριμότητα να αναγνωρίζεις πότε ο λόγος πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στη σιωπή.
Μείναμε εκεί έξω στην πρύμνη γύρω στα δέκα λεπτά και αναχωρήσαμε για ύπνο. «Έχουμε χρόνο να τα ξαναπούμε για το θέμα αυτό αγαπητέ μου φίλε,» Του είπα αναχωρώντας. Έτσι και αλλιώς η σχέση μας είχε βάθος και διάρκεια, οπότε δεν χρειαζόταν να εξαντληθεί όλο το θέμα σε μία μόνο βραδιά.
Ο καπετάν Επαμεινώνδας, είναι ο πρακτικός τρίτος πλοίαρχος του πλοίου, ένας σαρανταπεντάρης λεπτός, στεγνός, ζωντανός άνδρας, αγαπητός και χαμογελαστός, καταδεχτικός και πρόσχαρος, τόσο χαριτωμένος, που όλοι μας στο πλοίο τον αποκαλούσαν «ο καλός μας φίλος».
Εκτελώντας τις ίδιες βάρδιες, είχαμε αποκτήσει μεταξύ μας μια έκδηλη οικειότητα, κάνοντας ταυτόχρονα πολύ καλή παρέα και τελειώνοντας τις βάρδιες μας παίρναμε το βραδινό δείπνο παρέα.
Τον ενθυμούμαι που ποτέ του δεν με άφησε να τελειώσω ένα πλήρες χορταστικό γεύμα. «Από τραπέζι είναι απαράβατος κανόνας να σηκώνεσαι πεινασμένος.» Μου έλεγε. Περνώντας τα χρόνια ομολογώ πόσο δίκιο είχε.
Περνώντας τα χρόνια ομολογώ πόσο δίκιο είχε.................

Click to Open

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button