ADS

click to open

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

Erotic Mythoplassia II: (Part.. 4)

...Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
«Βρε το άτιμο το Ζουζούνι που μας ταξίδεψε απόψε μια νύχτα καλοκαιρινή με την μυθοπλαστική αφήγηση της που με δεξιοτεχνία έρχεται να ρίξει φως στα πιθανά σενάρια με τα εξωσυζυγικά παραστρατήματα της πεθεράς μου! Η εξαιρετική πλοκή της ιστορίας της περιγράφει τα υποτιθέμενα γεγονότα με μαγικό τρόπο που όταν τα ακούς μόνο αδιάφορο δε σε αφήνουν. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι έπλασε μια καυτή ερωτική περιπέτεια γεμάτη πλοκή και δράση, δομημένη μέσα από την αφήγηση της με απόλυτη μαεστρία για μια νεαρή παντρεμένη γυναίκα που έλκεται ερωτικά και σεξουαλικά από έναν άλλο άνδρα που είναι «διαθέσιμος» και έχει κερδίσει πραγματικά το ενδιαφέρον της. Μια γοητευτική και σοβαρή μητέρα, που έχει πιάσει τον εαυτό της να φλερτάρει μαζί του με ένα χαμόγελο που θυμίζει παιδί σε ζαχαροπλαστείο και  ανταποκρίνεται στα περιπαικτικά του σχόλια. Τον βρίσκει ακαταμάχητο. Η σεξουαλική χημεία τους επηρεάζει την κρίση της και απροσδόκητα επιλέγει να ζήσει ριψοκίνδυνες και ακραίες ερωτικές ιστορίες σε μια παθιασμένη ερωτική σχέση με τον γοητευτικό εργοδότη της.  Ήταν γοητευτικός αρρενωπός, με καταπληκτικό και γεροδεμένο σώμα, με μία φωνή που τη μάγευε, και βαρβάτος εραστής, και σαν τέτοιος ήταν εργένης και λεύτερος και ένα πράγμα είχε στο μυαλό του και δεν χρειαζόταν να κάνει πολλά για να τη φέρει σε σεξουαλική διάθεση και να την κάνει να νιώθει όλα εκείνα τα πρωτόγονα ένστικτα και να τα απολαύσει μαζί του. Και η Ηρώ λοιπόν, της ήταν δύσκολο να μην αισθάνεται κολακευμένη όταν σε ιδιαίτερες στιγμές του φλερτ της εκφράζει τον θαυμασμό του, με συνέπεια να της ασκεί έντονη ερωτική έλξη ρίχνοντας τις ηθικό κοινωνικές αντιστάσεις της και παρασύρεται στις λαύρες ερωτικές επιθυμίες τους και ο ομορφάντρας μας την περιποιήθηκε στις σεξουαλικές της ανάγκες με το παραπάνω! Δεν της άφησε χώρο να πλήξει καθόλου ερωτικά, εμπλούτισε την ερωτική της ζωή και έζησαν μαζί έντονο ερωτικό πάθος µε μια μοναδική ένταση. Της ενίσχυσε την επιθυμία για sεx αλλά και την αυτοπεποίθηση της.
Όλα πρέπει να ξεκίνησαν μια φλογισμένη καλοκαιριάτικη μέρα, σε ένα πράσινο, γαλήνιο και μυρωδάτο περιβάλλον με εξαιρετική θέα του κάμπου, όλα τριγύρω είναι πράσινα, με αγριοβότανα, πρασινάδα, χρωματιστές μυρουδιές και καταπληκτικά λουλούδια σε όλα τα χρώματα. Αναζητώντας μια ανάσα δροσιάς, καθισμένοι κάτω από πλατάνια θεόρατα, δίπλα τους το αρτεσιανό με το γάργαρο νερό του, ειδυλλιακή τοποθεσία τους κάνει να νιώθουν ελεύθεροι. Είναι οι δυο τους, τελείως μόνοι και γύρω τους δεν είναι κανείς το μόνο που ακούν είναι τα τιτιβίσματα των πουλιών και το μόνο που βλέπουν να τους καλεί είναι η φύση. Την κοιτάζει με φανερό πόθο! Τα μάτια του ταξιδεύουν πάνω της! Ένα πλατύ χαμόγελο διαγράφονταν στα χείλη της κι ένα κορμί καλλίγραμμο, λαχταριστό κι αφράτο που του κρατούσε την ελπίδα και μόνιμα ανοιχτό το ενδεχόμενο να βρεθούμε κάποια στιγμή μαζί στο κρεβάτι, πράγμα το οποίο κυριολεκτικά τον τρέλαινε και είχε εκτοξεύσει το μέγεθος της καύλας του σε ανυπόφορα μεγέθη.
«Pε Ηρώ», της είπε «Η μέρα είναι ακόμη μπροστά μας και σήμερα οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες. Στα δελτία είπαν καύσωνα, γαμώ την τύχη μας! Η πολύ δουλειά τρώει τον αφέντη τι θα έλεγες να περάσουμε μαζί μια-δύο ευχάριστες ώρες;»
«Αφεντικό δε ντρέπεσαι; Εγώ, μια παντρεμένη γυναίκα μαζί σου;»
«Κορίτσι μου, τέτοια θα κοιτάμε τώρα; Πως να το πω με ωραίο τρόπο. Καταλαβαίνεις πολύ καλά τι θέλω. Και καταλαβαίνω πως το θέλεις κι εσύ. Μη μου κάνεις τη δύσκολη.»
«Πραγματικά έχω πέσει από τα σύννεφα.» του λέει. «Δεν μπορώ να καταλάβω πως είναι δυνατό να ζητάς τέτοια πράγματα ανοιχτά. Δε γίνεται τίποτα, βρες καμιά άλλη, τζάμπα χάνεις την ώρα σου.»
«H αδυναμία όμως είσαι εσύ κι' ό,τι θέλεις από μένα θα το έχεις.»
Δεν της είχε συμβεί ξανά κάτι τέτοιο και σήμερα της είχε έρθει από μόνο του δίχως κανένα σχεδιασμό και είχε την εντύπωση ότι έτσι συμβαίνουν τα πράγματα, αυθόρμητα και δίχως να τα έχεις πρώτα κουβεντιάσει. Στο καταπράσινο και ειδυλλιακό τοπίο, ήτανε δίπλα τους χλοερό γρασίδι και πλούσιος ίσκιος από τον μεγάλο πλάτανο καταμεσής του κάμπου γέλασε η Ηρώ έριξε τα μάτια της στο Λέανδρο! Ωραίο παιδί ψηλός, καστανός, γεροδεμένος και λεβένταρος της πυροδότησε ερωτικές φαντασιώσεις και σαρκικές επιθυμίες αποκαλύπτοντας μία μεγάλη αλήθεια που μέχρι τότε ίσως κρυβόταν καλά κάτω από το χαλί. Η συνέχεια δεν άργησε να έρθει. Τα παρακάτω είναι γνωστά. Δεν μιλάνε. Δεν χρειάζεται να πούνε τίποτα. Τα βλέμματα τους συνεννοούνται μιλώντας την δική τους γλώσσα. Τη γλώσσα του έρωτα που μόνο αυτά ξέρουν να χρησιμοποιούν.
Η ιστορία της βγαλμένη από αληθινές ιστορίες απόλυτα συνυφασμένες με την πραγματική ζωή, με παρέσυρε και εμένα και αλλάξαμε θέμα. Αλήθεια ρε Ζουζούνι τι ηλικία έχει αυτός ο πως τον λες. Ο γλίτσας;»
«Γύρω στα σαράντα πέντε τον κάνω.»
«Και με την Φαίδρα δηλαδή τι παίζει; Πως και έμπλεξε με τον κομψευόμενο τζιτζιφιόγκο; Είναι και κοντός αναθεμάτον! Για λέγε, το θέμα είναι γαργαλιστικό και οι λεπτομέρειές του ακόμα, γαργαλιστικότερες!»
«Γιατί τον λες τζιτζιφιόγκο τον άνθρωπο ξαδέρφη; Τι σημαίνει αυτό;»
«Τζιτζιφιόγκος είναι λαϊκή σκωπτική λέξη που αναφέρεται σε άνδρα με επιτηδευμένο ντύσιμο και παρουσιαστικό και παριστάνει τον γόη». 
«Και που το κατάλαβες ότι ο τύπος είναι τζιτζιφιόγκος;»
«Τι να σου πω ξαδερφούλα μου! Αυτός κάνει μπαμ από χιλιόμετρα μακρυά. Είναι ντυμένος και συμπεριφέρεται επιδεικτικά λες και είναι Κόντης. Δεν το βλέπεις; Ένας ψευδό-δανδής, ένα χάρχαλο. Δεν ξέρω κιόλας, αν μπορεί να γαμεί.»
«Όπως και να ’λέγεται υποτιμητικά ο άνθρωπος, όσο τον αφορά, η συχνή συναναστροφή του με την Φαίδρα, εξάπτει τα κουτσομπολιά, και δίνει τροφή για σχόλια δεδομένου ότι και ο σύζυγος της Φαίδρας είναι ναυτικός και συνήθως είναι μακροχρόνια απών από την οικογένεια του και το συζυγικό κρεβάτι τους. Και όπως λέμε δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.» 
«Αλήθεια γιατί οι κοντοί έχουν πάντα τις καλύτερες γκόμενες; Είχε δίκιο η γιαγιά μας, που μας έλεγε ότι όλα τα καλά αιδοία έχουν πάει στους κοντούς.» 
«Μπράβο η γιαγιά! Δηλαδή χωρίς ντροπή έλεγε τέτοια λόγια η γιαγιά μας.» της λέει παιχνιδιάρικα η Άλκηστις.
«Ντροπή-ξενδροπή το ως άνω αξίωμα ότι όλα τα καλά αιδοία για κάποιο μυστηριώδη λόγο έχουν πάει στους κοντούς δεν είναι κάτι το αόριστο και νεφελώδες αλλά επαληθεύεται πανηγυρικά. Ωστόσο, οι ανά την οικουμένη ψυχίατροι το μελετούν, χωρίς να έχουν καταλήξει ακόμη σε συμπέρασμα.»
«Ώστε επαληθεύεται πανηγυρικά; Δεν έχω λόγους να το αμφισβητήσω ούτε έχω βάσιμες αντιρρήσεις για την αλήθεια ή την ορθότητα σε κάτι που δεν είναι αόριστο και νεφελώδες. Αυτό, άλλωστε, επαληθεύεται πανηγυρικά από τα ίδια τα γεγονότα. Έτσι είναι η ζωή, συμβαίνουν αυτά, ειδικότερα, στην παρούσα συγκυρία που ο ερίτιμος σύζυγος της Φαίδρας είναι απών από τη συζυγική κλίνη, και τον περισσότερο καιρό αλωνίζει τους ωκεανούς με τα καράβια, και είναι αναγκασμένος με το επάγγελμα που διάλεξε να κάνει ν' αγωνίζεται να προσφέρει πλουσιοπάροχα τον άρτον της οικογενείας του. Και όταν καλή μου ξαδέρφη η καύλα είναι περισσότερο ενοχλητική και επώδυνη, τότε είναι που έρχεται ο διάολος, που δεν χρωστάει ποτέ καλό, λέει να το ρίξει λίγο έξω, βάζοντας την ουρά του τις ατέλειωτες μέρες και νύχτες που την Φαίδρα την αγγίζουν η μοναξιά, η θλίψη, και η νοσταλγία του σαρκικού πάθους και αναζητά στις ονειροπολήσεις της την ερωτική επαφή. 
Υποψιάζομαι πως η Φαίδρα ένιωθε ότι γινόταν μια έντονη μάχη μέσα στο μυαλό της: Η μία πλευρά της έλεγε ότι σαν μια νέα γυναίκα ήταν απόλυτα φυσιολογικό να έχει σεξουαλικές ορμές και να επιθυμεί να τις ικανοποιήσει στη πράξη ενώ μια η άλλη πλευρά της ψιθύριζε πως έπρεπε να αρνηθεί να πραγματοποιήσει  αυτές τις επιθυμίες της και να παραμείνει το «καλό» κορίτσι, η καλή και σεμνή νοικοκυρά. Να παραμένει πιστή και αφοσιωμένη σύζυγος, ενάρετη οικογενειάρχης, και η συμπεριφορά της πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψη της και τις αντιδράσεις των άλλων γύρω της έστω κι αν οι επιθυμίες της πηγάζουν από τα μύχια της ύπαρξης της. Να συμβιβάζεται με όσους κανόνες συμπεριφοράς ρυθμίζουν τα μέλη που απαρτίζουν τη κοινωνική της συμβίωση. Το πρόβλημα όμως είναι πως στη καθημερινή της πραγματικότητα, μαίνεται ένας πεισματικός ανταρτοπόλεμος ανάμεσα στην ανάγκη της να υπακούσει στην εσωτερική φωνή της σεξουαλικής επιθυμίας της και στην προσπάθεια να λάβει υπ’ όψη της το συμβόλαιο υπακοής στους κοινωνικά αναγνωρισμένους κανόνες συμπεριφοράς.
Ο κόμπος έφτασε στο κτένι όταν ο σύζυγος της ανακοίνωσε ότι ανανέωσε τη σύμβαση εργασίας και θα μείνει στο καράβι μερικούς μήνες ακόμη. Η κοπέλα σοκαρίστηκε, ήταν πολύ αναπάντεχο. Τότε ήταν που σκέφτηκε πως έφτασε η ώρα να αντιμετωπίσει δραστικά μια δυσάρεστη κατάσταση. Τη ρώτησε κανείς αυτήν αν την πείραζε να τον περιμένει ακόμα μερικούς μήνες; Όχι βέβαια. Απλώς της το ανακοίνωσε πως θα παρέτεινε το ταξίδι του και το σεξ στο συζυγικό κρεβάτι θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να γυρίσει ο σύζυγος από το εξωτερικό. Η Φαίδρα είχε πάρει την υπομονή της μητέρας της και μπορούσε να αντέξει πολλά πριν χάσει την ψυχραιμία της. Και δεν υπήρχε λόγος να τη χάσει στη συγκεκριμένη περίσταση. Τα βράδια όταν τα παιδιά της  κοιμόντουσαν, αυνανιζόταν στα σκοτάδια προσπαθώντας να καταπραΰνει την κάψα που ένοιωθε. Ήταν ένα ένοχο μυστικό, που ακόμα και τώρα, μετά τα τριάντα της, τη βασάνιζε. Είχε παντρευτεί για να θάψει τελικώς τις βρώμικες σκέψεις που κατέκλυζαν το μυαλό της αλλά το ανησυχητικό όμως ήταν ότι τώρα τελευταία, οι προστυχιές έρχονται στο μυαλό της όλο και πιο συχνά για κάποιο λόγο. Έπρεπε να βρει έναν εραστή και σύντομα μάλιστα. Ένιωθε έντονη επιθυμία να ικανοποιήσει την ανάγκη στις σεξουαλικές της ορμές, και να παρακάμψει τους κανόνες!
 Παραβιάζοντας λοιπόν τους κανόνες τουλάχιστον δεν θα πήγαινε με τον πρώτο τυχόντα. Οπότε ο καθηγητής της κόρης της δεν ήταν ο πρώτος τυχόντας, ήταν και άμεσα διαθέσιμος και μια κάποια λύση. Βλέπεις ο αγαπητός σύζυγος της Φαίδρας δεν είχε πάντα κατά νου αυτό που έλεγαν οι πιο παλιοί. Η μακροχρόνια απουσία του συζύγου από το σπίτι οδηγεί τη σύζυγο στη συζυγική απιστία: «άσε τα μεγάλα ταξίδια χωρίς τη γυναίκα σου, και να ’χεις πάντα κατά νου, ότι δηλαδή, όσο ο καλός μου αργεί, το κέρατο του αυξάνει».
«Μη μου πεις ότι παίζει και «φάση» με τη Φαίδρα, και ότι έχει εμπλακεί σε μία σχέση μόνο για το σεξ μαζί του. Μα είναι δυνατόν! Είναι τόσο τυχερός ο τζιτζιφιόγκος που του κάθεται η κυρία;»  
«Είναι άλλωστε «κοινό μυστικό»  ότι έχουν περιστασιακά συνευρεθεί σε ερωτικές επαφές μεταξύ τους. Στην Αθήνα μάλιστα οι κακές γλώσσες του περίγυρου της τάξης της κόρης λένε διάφορα λίγο έως πολύ καυστικά! σχόλια.»
«Όπως;» 
«Ο «τζιτζιφιόγκος» είχε αναλάβει «φιλικά» τα καθήκοντα να βοηθά επικουρικά την κόρη της στα μαθήματα την χρονιά που ετοιμαζόταν για τις πανελλήνιες εξετάσεις της και η Φαίδρα ένιωθε βαθιά την υποχρέωση και αναζητούσε εύσχημο τρόπο να βγάλει την υποχρέωση και να τον ευχαριστήσει που παρείχε μαθησιακή καθοδήγηση στην κόρη της. Ταυτόχρονα όμως, και ο «Λιμοκοντόρος» έψαχνε την ευκαιρία για να πηδήξει την Φαίδρα. Η Φαίδρα δεν άργησε να του ανταποδώσει και αυτή την υποχρέωση της. Εε! Να οι κακόβουλες διαδόσεις, αφήνουν υπαινιγμούς και λένε ότι δέχεται απροσκόπτως τις επισκέψεις του και τον αποζημιώνει για την βοήθεια που προσφέρει στην κόρη της και τον πληρώνει καλά, και όταν χρειάζεται να την βοηθήσει καμία ώρα παραπάνω τον πληρώνει.. ακόμα πιο καλά... 
«Όταν λες ακόμα πιο καλά... πώς το εννοείς;»
«Οι φήμες λένε ότι τον «τζιτζιφιόγκο» τον διεγείρουν ορέξεις διαφορετικής φύσεως, συνεπώς όταν βρίσκει ξεκλείδωτη την πίσω πόρτα της του αρέσει να κάνουν ένα καυτό παιγνίδι στο δεύτερο μέρος με την πίσω πόρτα της.»
«Από τη πίσω πόρτα Εε; Η αλλιώς οθωμανικό… χμμμμ ωραία φάση είναι αυτή…»
«Ξαδέρφη έχω απορία! Γιατί το ΄λένε οθωμανικό;»
«Γιατί οι Τούρκοι μας πήρανε καβάλα τετρακόσια χρόνια και το μάθανε!»
«Σοβαρά το λες;»
«Υπάρχει κι ένας πιο επίσημος, ιστορικοφανής, επιστημονικοφανής τρόπος ότι μάλλον λάθος ορισμός είναι! Λοιπόν, υπάρχει και μία άλλη εκδοχή. Οι Δυτικοί το λένε «Ελληνικό», εμείς οθωμανικό, οι Τούρκοι το λένε «Περσικό». Οι Πέρσες ότι λέγεται «Qazvin style». Το Qazvin είναι πόλη της Περσίας που φημίζεται για ανωμαλίες κλπ, και μάλιστα είναι πηγή ανεκδότων, όπως π.χ. έχουμε εμείς τα Ποντιακά ανέκδοτα. Παράδειγμα: μια μαμά δε βρίσκει το παιδί της, και πάει στην αστυνομία και δίνει περιγραφή: «οκτώ χρονών, στρουμπουλά μπούτια, φορούσε σορτσάκι, ροδαλά μαγουλάκια» και ο αστυνομικός πιάνει τον ασύρματο και λέει: «οχτάχρονος χάθηκε στην περιοχή του νότιου Qazvin. 
Συμπέρασμα: οι δυτικοί το ρίχνουν σε μας, εμείς στους Τούρκους, οι Τούρκοι στους Πέρσες, και οι Πέρσες σε συγκεκριμένους Πέρσες.
Όπως και να έχει πάντως και ότι και να λέμε ρε Άλκηστις το βέβαιον είναι ότι η Φαίδρα είναι όντως ωραία γυναίκα, αυτό που λέμε μετά θαυμασμού «μπουκιά και συχώριο», μου θυμίζει αυτήν την ηθοποιό που έπαιζε στο …. Πρόεδρος για μια Μέρα…  να δεις πως την λένε. Διάβολε δεν το πιστεύω ότι έμπλεξε με αυτόν τον λιμοκοντόρο. Αυτή είναι πολύ κοκέτα και αυτός αγάπη μου είναι σαν ζαρωμένη ρέγκα.»
«Εριφύλη! Sigourney Weaver, την λένε και από ότι γνωρίζω είναι και η μεγάλη αδυναμία του Νικηφόρου.»
«Ποια η Φαίδρα;»
«Για την ηθοποιό λέω. Για την Φαιδρά δεν ξέρω. Λες να την γουστάρει ο Νικηφόρος; Διόλου απίθανο εσύ δεν λες ότι είναι πολύ ωραία γκόμενα. Λογικό το βρίσκω να κολλάει το ματάκι του.»
«Λογικό; Αμ άμα θέλει να του τα βγάλω; Άκου λογικό! Ποσό χρονών είναι η Φαίδρα και πόσο η κόρη της;»
«Πρέπει να είναι γύρω στα τριάντα έξι με τριάντα επτά η Φαίδρα και δεκαοκτώ με δεκαεννιά η κόρη της.»
«Δηλαδή η Φαίδρα παντρεύτηκε πολύ μικρή;»
«Ναι! Οι κακές γλώσσες, που ως συνήθως συμβαίνει εις τα χωριά, «δεν χρωστούν καλό σε άνθρωπο», λεν πως ήταν λίγο ζωηρή και άτακτη δεδομένης της αναμφισβήτητης ομορφιάς της, αλλά και του ιδιαιτέρως φλογερού ταμπεραμέντου της. Βεβαίως συνηθίζεται να λέγεται και ότι «καπνός χωρίς φωτιά δεν βγαίνει» και ίσως αυτό να είχε κάποιαν βάσιν αλήθειας. Οι συντηρητικοί γονείς της που την απόκτησαν σε μεγάλη ηλικία επιθυμούσαν να τη δουν παντρεμένη με έναν άνθρωπο που θα τη φρόντιζε, γι' αυτό και φρόντισαν και την πάντρεψαν γρήγορα μ’ ένα κοντοχωριανό της ναυτικό.  Υποψιάζομαι ότι οι γονείς της πίεσαν για το γάμο και σίγουρα δεν υπήρχε έρωτας σε αυτόν. Ζούνε στην Αθήνα το χειμώνα και στο χωριό έρχονται για διακοπές το καλοκαίρι.» 
«Εννοείται ξαδέρφη, πως δεν επικροτούμε την απιστία της και σεβόμαστε το δικαίωμά της να ζει όπως θέλει και να μοιράζεται τον έρωτα με όποιον θέλει επίσης. Η νεαρή δεν ξέρει τίποτα;»
«Ίσως και να υποψιάζεται. Τι να σου πω. Δανάη τη λένε και είναι και αυτή πολύ όμορφη, ομορφότερη κι από την μάνα και πολύ καυλιάρικο νυμφίδιο. Ψάχνεται και από ότι ξέρω και τελευταία ερωτοτροπεί από δω κι από κει, με αποτέλεσμα να έχει συχνούς καυγάδες με την γιαγιά της και την μητέρα της, όταν συχνά ξεπορτίζει και ψάχνει για επιβήτορα. Τουτέστιν  δεν είναι από τις κοπέλες που περιορίζουν τον εαυτό τους. Είναι λίγο κακομαθημένη, αλλά πολύ όμορφη, κληρονόμησε την ομορφιά της μητέρας της, Και η μητέρα της είναι πιο ήπια πιο εκλεπτυσμένη. Και σε αντίθεση με τη Δανάη, η Φαίδρα είναι πιο ευγενική και πιο συμπονετική φύση!»
Η Εριφύλη αποφασίζει ότι είναι ώρα να τα μαζεύουν σιγά-σιγά.
«Τι λες ώρα δεν είναι να αναχωρήσουμε. Ας φωνάξουμε το Νικηφόρο! Περιμένει σαν βαρβάτο άλογο, να ζευγαρώσει με τις φοράδες! Ετοιμάσου να τον δαμάσουμε παρέα.» 
Η καρδιά της Άλκηστις φτερούγισε, κοιτάζοντας πέρα στο τραπέζι που βρισκόταν ο Νικηφόρος, είχε απολαύσει το δείπνο, αλλά τώρα ένιωθε να υγραίνεται από την σεξουαλική προσμονή.
«Ξαδέρφη έχω ένα έντονο συναίσθημα αμφιβολίας που με κυριεύει για το πως θα ανταποκριθεί!»
«Άσε το παιχνίδι επάνω μου! Για ότι συμβεί και φυσικά οτιδήποτε ακολουθείσει. Εσύ απλά βάλε όλο το σεξαπίλ σου! Δεν έχεις ιδέα τι μας περιμένει. Ο Νικηφόρος πάντα, μα πάντα, πιέζει τα σωστά κουμπιά. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που τον έχω.» λέει η Εριφύλη της Άλκηστις και το μυαλό της περιπλανιέται σε αυτά που είχε σχεδιάσει για τους τρεις τους απόψε. Βέβαια είχε και αυτή λίγο άγχος! Ήταν μια αρκετά τολμηρή κίνηση, αλλά ένιωθε ότι με ευχαρίστηση ο Νικηφόρος θα συναινούσε. Το πίστευε ότι θα του άρεσε η ιδέα της.
Όλα έμοιαζαν ιδανικά συμφωνημένα μεχρι που η κυρά της ταβέρνας μαζί με τον λογαριασμό έφερε και την πληροφορία ότι την Άλκηστις την ζητούσαν στο τηλέφωνο και αυτό το τηλεφώνημα ήταν που ήρθε για να ανατρέψει τα ερωτικά πλάνα που η Εριφύλη σχεδίαζε! Ένα ερωτικό τρίγωνο με συμμετοχή και της Άρτεμις για λίγη ποικιλία στην ερωτική τους ζωή με το Νικηφόρο της πάνω και πέρα από κάθε ταμπού, που δεν χωράνε συντηρητισμοί, καθώς ο άνθρωπος από τη φύση του ανήκει στα πολυγαμικά ζώα και περιορίζεται στη μονογαμία εξ εθίμου και θρησκείας. Μια αληθινή λοιπόν επανάσταση με ανοιχτό μυαλό που θέτει την αγάπη τους πάνω και πέρα από κάθε ταμπού, σχήμα, θεσμό και κλισέ πριν αρχίσουν να αισθάνονται τα θεμέλια της μονογαμικής τους σχέσης να τρίζουν και ο στερεότυπος θεσμός του ζευγαριού να καταρρέει. 
Συγκεκριμένα, την  Άλκηστις την αναζητούσε ο θείος της που είχε το φαρμακείο του κοντινού χωριού και τη βραδιά αυτή ήταν εφημερεύον για όλα τα γύρω χωριά. Πολλές φορές η Άλκηστις τους βοηθούσε στις εφημερίες την καλοκαιρινή περίοδο με το αζημίωτο! Η θεία της που εκτελούσε την εφημερία είχε να απροσδόκητο ατύχημα με αποτελέσματα ο θείος ήταν αναγκασμένος να απουσιάσει για μερικές ώρες. Η κοπέλα που βοηθούσε στη διαχείριση του φαρμακείου φοβόταν να μείνει μόνη της στο φαρμακείο τις νυχτερινές ώρες. Ο θείος της λοιπόν παρακαλούσε θερμά την Άλκηστις να τους εξυπηρετήσει μένοντας με την υπάλληλο από τα μεσάνυχτα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες που θα γυρίσει. Η Άλκηστις το δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Η Εριφύλη προθυμοποιήθηκε να της δανείσει το αυτοκίνητο αν το επιθυμεί, η εναλλακτικά να την πάνε με τον Νικηφόρο στο χωριό. Ούτε δέκα λεπτά δρόμος δεν είναι. Τελικά στο τραπέζι που είχε καθίσει ο Νικηφόρος ήταν ο πολιτικός μηχανικός που είχε αναλάβει την ανέγερση της οικοδομής τους με την σύζυγο του και εκείνη την ώρα αναχωρούσαν και αυτοί. Έτσι το θέμα λύθηκε και η Άλκηστις θα πήγαινε με το ζευγάρι στο χωριό. 
Η Εριφύλη της έδωσε το κλειδί του σπιτιού για να πάρει φεύγοντας ότι χρειάζεται. «Κρατά το θα το χρειαστείς αν έρθεις πολύ πρωί» της λέει. Ο Νικηφόρος έχει και άλλο στα κλειδιά του αυτοκίνητο.
.......Γυρίζοντας τώρα το ζεύγος ο Νικηφόρος και η Εριφύλη στο σπίτι περασμένες έντεκα βράδυ, ήταν μια όμορφη βραδιά με φεγγάρι, με έναν ουρανό χωρίς σύννεφα και αστέρια που τρεμόπαιζαν σε συνδυασμένες κινήσεις. Όταν έφθασαν στο τέλος  του δρόμου μπροστά στην πόρτα του κήπου ο Νικηφόρος τράβηξε την Εριφύλη πίσω από την κολόνα της μεγάλης αυλόπορτας. Την τράβηξε γρήγορα στην αγκαλιά του και έφερε τα χείλη του στα δικά της. Δέκα χρόνια τώρα το ερωτικό τους σμίξιμο ξεκινάει πριν πέσουν ακόμη στο κρεβάτι και όταν σμίγουν επιτέλους τα κορμιά τους, είναι για ν' αγγίξουν το αποκορύφωμα του έρωτα και της ηδονής.
«Μμμμ »... Η Εριφύλη στέναξε. Ένιωσε τα χέρια του να γλιστρούν κάτω από τη γυμνή πλάτη της και κάτω από το φόρεμά της για να χαϊδέψουν τους γλουτούς της. Η σάρκα της ήταν κρουστή κάτω απ' τις παλάμες του, το δέρμα της σαν ακριβό μετάξι. Το σώμα της ανέδινε μια μυρωδιά που του ήταν τόσο οικεία: Μια απόλυτα ερεθιστική μυρωδιά!
Ο Νικηφόρος χάιδεψε στη βουβωνική χώρα της Εριφύλης του και αισθάνθηκε πόσο ερεθισμένη ήταν. Η Εριφύλη στέναξε ξανά και τον έσπρωξε πίσω.
«Θεέ μου, το χρειαζόμουν αυτό.» Είπε ο Νικηφόρος χωρίς ανάσα όταν τα χείλη τους χωρίστηκαν μετά από ένα μακρύ φιλί.
Η Εριφύλη δεν αισθάνονταν το κεφάλι της από το φιλί και το τσίπουρο. Έφερε τα χείλη της στα δικά του για ένα δεύτερο φιλί που κράτησε ακόμα περισσότερο. Δούλεψε τη γλώσσα της στο στόμα του και τον ένιωσε να την αιχμαλωτίζει αμέσως με τα χείλη του. Στέναξε, καθώς πιέζονταν ακόμα πιο σκληρά τις κάτω περιοχές της. Τα χέρια του χτύπησαν τους γλουτούς κάτω από το φόρεμα, πιέζοντας την εύπλαστη σάρκα στα δυνατά δάκτυλά του.
Ένα από τα χέρια του Νικηφόρου γλίστρησε στη συνέχεια προς τα πάνω στους γυμνούς μηρούς της Εριφύλης. Το σώμα του ήταν οδυνηρά ζωντανεμένο, απαιτητικό, ξαναμμένο, ερεθισμένο, με το απαλό, θηλυκό σώμα που κρατούσε τώρα στα μπράτσα του.
«Ω Θεέ μου!» κλαψούρισε η Εριφύλη καθώς το χέρι του έφτασε στο δαντελωτό μαύρο εσώρουχό της και άγγιξε το μουνί της μέσα από αυτό..
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε στον εαυτό του καθώς μπορούσε να νιώσει τα πρησμένα και υγρά χείλη του αιδοίου της κάτω από τα δάχτυλά του. Στη συνέχεια, ένα δάκτυλο βρήκε το μουνί της.
«Νικηφόρε - Νικηφόρε σε παρακαλώ! Περνάει κόσμος! Θα μας δουν.» Ένας μικρός ήχος βγήκε από τα χείλη της καθώς το δάχτυλό του γλίστρησε σιγά-σιγά στο μουνί της.
«Ω, βλέπω ότι είσαι ενθουσιασμένη» της είπε περιχαρής. «Αυτό είναι καλό. Γιατί αυτό είναι μόνο η αρχή, μωρό μου!» Και άρχισε να τρίβει με τα δάχτυλά του την κλειτορίδα της.
Η Εριφύλη δάγκωσε τα χείλη της.
«Μωρό μου! Τι δώρο μου έστειλε ο Θεός.! Τι γυναικάρα είσαι εσύ. Αχ θα με πεθάνεις! Θέλω τόσο πολύ να σε γαμήσω απόψε!»
«Πρόστυχε άνδρα. Χωρίς ντροπή, τα ίδια μου λες κάθε βράδυ!»
Ξαφνικά, υπήρχαν φωνές που έρχονταν από το δρόμο. Καθώς οι φωνές πλησίαζαν πιο κοντά, η Εριφύλη απομακρύνθηκε προς το εσωτερικό της αυλής......
Φθάνοντας σπίτι η  Εριφύλη άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Ο Νικηφόρος έκανε μια μεγάλη βόλτα γύρω από το κτίριο και τις αυλές για να σιγουρευτεί ότι δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Τέλος αφού όλα ήταν στη θέση τους μπήκε μέσα στο σπίτι και κλείδωσε την πόρτα.
«Καλώς τον και ας άργησε. Σου έλειψα καθόλου ρε μωρό;»
«Βεβαίως. Εσύ τι λες;  Ξεχνιούνται αυτά που μου έκανες στην ταβέρνα και στο δρόμο;» Της απαντάει.
Η Εριφύλη είχε καθίσει στον καναπέ με την πλάτη ξαπλωμένη πίσω, είχε μαζέψει τα πόδια ώστε να πατούν στα πέλματα επάνω στο αναπαυτικό σκαμπό μπροστά της με τα γόνατα λυγισμένα και κρατώντας τα ανοιχτά και εκείνος να έχει θαυμάσια θέα, παρακολουθώντας το εσωτερικό των μηρών της. Απλώνεται νωχελικά, ανάβει τσιγάρο, τα χείλη της αγκάλιασαν το φίλτρο του τσιγάρου ρουφώντας αργά, ηδονικά και χαμογελώντας τον παρακολουθούσε όπως η γάτα το ποντίκι και μ' ένα βλέμμα  συννεφιασμένο σαν να σου έλεγε «την γάμησες».... Ένας μικρός αναστεναγμός δραπέτευσε απ' τα χείλη της, ηδονικός.
«Απόψε μιλάμε ότι είμαι πολύ έκφυλο άτομο και με ιδιαίτερα γούστα. Σε θέλω δυνατό. Ας μη χάνουμε χρόνο λοιπόν. Κάθισε στην πολυθρόνα μπροστά μου και βγάλε την πούτσα σου έξω και παίξτην θέλω να σε βλέπω να την παίζεις με φτιάχνει να σε βλέπω να την παίζεις.»
Η επιθυμία της εκτελέστηκε αμέσως. Ο Νικηφόρος με μια γλυκιά αποχαύνωση, και το μυαλό του παραδομένο σε μια στάση που είχε γίνει παθητική, έκανε αυτό που του ζήτησε η Εριφύλη όσο αυτή τον κοιτούσε περιπαικτικά και ταυτόχρονα ρουφούσε αισθησιακά το τσιγάρο της κάνοντας την καύτρα να λαμποκοπάει αλλόκοτα στο χαμηλό φως του σαλονιού. 
Η συστολή του την έσπρωχνε να γίνει πιο προκλητική ακόμα. «Έτσι μ’ αρέσεις. Να με υπακούς.» και η φωνή της ακούστηκε βραχνή.
Αργά- αργά άρχισε να σουρώνει το φόρεμά της μαζεύοντας το προς τα πάνω  μέχρι τους μηρούς της. Σταμάτησε για μερικά δευτερόλεπτα όταν ήταν ακριβώς κάτω από τον καβάλο της, πειράζοντας τον Νικηφόρο. Στη συνέχεια  το σήκωσε ακόμη περισσότερο στη μέση της αποκαλύπτοντας τη δαντελένια κιλότα της και ένας μικρός στεναγμός συγκίνησης βγήκε από τα χείλη της καθώς την βλέπει να χαϊδεύει το καλοσχηματισμένο της κορμί, να αγγίζει επιδεικτικά το στητό της στήθος, ερεθίζοντας τις καλοσχηματισμένες της θηλές, κάνοντας κύκλους γύρω από τον αφαλό της, χαϊδεύοντας το εσωτερικό των μηρών της.
Με τα δάχτυλα της παραμέρισε την κιλότα και τώρα του Νικηφόρου μπροστά του ήταν πολύ υγρό και πρησμένο το μουνί της Εριφύλης του. Τα εξωτερικά χείλη ήταν τόσο ομαλά που σχεδόν έλαμπαν. Τα εσωτερικά χείλη προ εξείχαν και υπήρχαν ασημί χορδές του χυμού της, που κρέμονταν και ήταν έτοιμες να στάξουν στο πάτωμα. Οι μηροί της, σε όλη την επάνω διαδρομή, έλαμπαν από το χυμό της.
«Βγάλε μου την κιλότα.» Τον διατάζει.
Όταν η Εριφύλη είδε ότι ο Νικηφόρος ήταν έτοιμος να την αρπάξει, τον έσπρωξε πίσω. Ταυτόχρονα είχε πια ανοίξει τελείως τα πόδια της και με τα χέρια της αρχίζει να χαϊδεύει την κλειτορίδα της.
Ταυτόχρονα κουνούσε τη μύτη του ποδιού της ανάμεσα στους μηρούς του Νικηφόρου, χτυπώντας τον πότε πότε μαλακά στο άνοιγμα του παντελονιού του, που ασφυκτιούσε από μια πολλά υποσχόμενη στύση. Η Εριφύλη άνοιξε κι άλλο τα πόδια της. Με τα δάκτυλα του χεριού της κέντριζε τον αυχένα του για να προχωρήσει. Ο Νικηφόρος άρχισε να χαϊδεύει το εσωτερικό των μηρών της με τα ρουθούνια του. Η γοργή ανάσα του τη γαργαλούσε. Έπειτα η Εριφύλη ένιωσε τα χείλια του να την αγγίζουν, την υγρή γλώσσα του να ακουμπά στο δέρμα της και να ανεβαίνει αργά ως την ήβη της. Ο ερεθισμός της είχε γίνει ανεξέλεγκτος. Το μουνί της της παλλόταν με ξέφρενο ρυθμό. Δυστυχώς η κιλότα της έφραζε το δρόμο. Όμως ο Νικηφόρος ήταν απτόητος. Άρχισε να ρουφάει και να δαγκώνει ηδονικά τη σάρκα της πάνω από το μουσκεμένο ύφασμα. Η Εριφύλη πετούσε στα ουράνια. Καμπύλωσε το κορμί της για να τη ρουφήξει καλύτερα το στόμα του Νικηφόρου παραμερίζοντας με μια αστραπιαία κίνηση τον καβάλο της κιλότας της και προσφέροντάς του το θέαμα των κατακόκκινων απόκρυφων χειλιών της. Ο Νικηφόρος κοίταξε το πρησμένο και γυαλιστερό μουνί της, που ήταν ολοφάνερα ερεθισμένο. Πράγμα περίεργο, δε βιάστηκε να σκύψει στις υγρές πτυχώσεις της κοπέλας και να γευτεί το μουνί της με μεγάλες γλειψιές. Πιο μεθοδικός, άγγιξε τη γλώσσα του εκεί που έπρεπε, ερεθίζοντας κυκλικά την κλειτορίδα. Με τα μάτια κλειστά, πλοηγούσε στα τυφλά, αλάθητα. Η γλώσσα του εφορμούσε με ακρίβεια, κουνιόταν δεξιά κι αριστερά με εντυπωσιακή ταχύτητα και αποτελεσματικότητα. Η Εριφύλη αφέθηκε να παρασυρθεί από το γρήγορο ρυθμό του, που ήταν σωστός και σταθερός σαν βηματισμός. Αν και ο Νικηφόρος δεν ενδιαφερόταν για τις εναλλαγές στην ταχύτητα, το γλειφομούνι του ήταν επιθετικό. Έτσι δυνατά που έσπρωχνε τη γλώσσα του στην κλειτορίδα της ερωτικής συντρόφου του, πίεζε τη λεκάνη της πάνω στον Καναπέ. Η Εριφύλη είχε ανατριχιάσει από ηδονή. Ανάσαινε βαριά, έτρεμε, γαντζωνόταν στους ώμους του Νικηφόρου που την έγλειφε για να αντέξει την υπερβολική δόση των αισθήσεων. Τα πόδια της σηκώθηκαν και τυλίχτηκαν γύρω από το λαιμό του, φυλακίζοντας το στόμα του στην υγρή της σάρκα.
Αυτός ήταν ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε να σταθεί. Ξαφνικά, ένιωσε ένα μακρύ μούδιασμα σε όλο το σώμα, ανατρίχιασε. Τράβηξε το κεφάλι του Νικηφόρου στο παλλόμενο μουνί της, σχεδόν τον έπνιγε από ασφυξία. Εντελώς φυσικά, ο οργασμός ήρθε να την πυρπολήσει σαν κεραυνός. Η κοιλιά της άρχισε να συσπάται μέχρι που η γυναίκα δεν άντεξε άλλο. Έβγαλε μια μακρόσυρτη δυνατή κραυγή που γέμισε χαρά το Νικηφόρο. Του άρεσε να βλέπει την ικανοποιημένη έκφρασή της. Ευτυχισμένη μα όχι χορτασμένη. Του Νικηφόρου το πρόσωπό του πλημμύριζε από τους χυμούς της Εριφύλης του. Τα χείλη της είχαν απλωθεί στο πρόσωπό του, απλώνοντας το χυμό της από το πηγούνι μέχρι το μέτωπό του. Αισθάνονταν ότι το πρόσωπό του ήταν θαμμένο μέσα σε ένα ζουμερό καρπούζι.
«Δώστα όλα τώρα αγόρι μου. Φτιάξε την τσούλα σου. Δείξε μου τι αξίζεις ρε καριόλη. Λιώσε με.»
Το αποκορύφωμα της Εριφύλης συνεχίστηκε και συνεχίστηκε. Κάθε φορά που σκέφτονταν ότι τελείωσε, ο Νικηφόρος θα έγλυφε ένα άλλο σημείο και θα την έφερνε ξανά στην κορύφωση. Τέλος, το σώμα της Εριφύλης άρχισε να χαλαρώνει με λίγες δονήσεις που εξακολουθούν να τρέχουν μέσα της. 
Στη συνέχεια έσπρωξε το πρόσωπο του Νικηφόρου από τα πλέον ευαίσθητα σεξουαλικά χείλη της. Δεν άντεχε άλλο. Δεν είχε ποτέ αποκορύφωση τόσο τέλεια όσο αυτή σήμερα που κράτησε τόση ώρα. Αισθάνονταν το σώμα της σαν ένα κουρέλι. Κατρακύλησε στον καναπέ, με τα πόδια τυλιγμένα γύρω από το λαιμό του Νικηφόρου. Όταν τον κοίταξε γονατισμένο ανάμεσα στα πόδια της, υπήρχε ένα χαζό χαμόγελο στο πρόσωπό του. Το πρόσωπό του ήταν κυριολεκτικά καλυμμένο με τους χυμούς της.
Ο Νικηφόρος κάθισε πίσω στα πόδια του χαμογελώντας σαν τη γάτα που έφαγε το καναρίνι. Η Εριφύλη του χαμογελάει ευχαριστημένη, νιώθοντας μια διάθεση ευφορίας, σηκώθηκε από τον καναπέ του έσκασε ένα ειρωνικό χαμόγελο βλέποντας τον να μένει με την πούτσα του κάγκελο και έφυγε κουνώντας προκλητικά και καυλιάρικα το κωλαράκι της προς την σκάλα που ανεβάζει στα υπνοδωμάτια. Προχωράει πολύ επιδεικτικά βγάζει το φόρεμα της κάνει ένα «ουπς!» και το αφήνει να πέσει κάτω μ' ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. 
Πριν προλάβει να τελειώσει τον αναστεναγμό της ελευθέρωσε το ξεκουμπωμένο σουτιέν της και με μια κίνηση του το πέταξε ψηλά ενώ πόζαρε με τα δύο χέρια της στη μέση της δείχνοντας τα βυζιά της και του χαμογέλαγε γλυκά γεμάτη νάζι και σκέρτσο! Το δαντελένιο κιλοτάκι που κρατούσε στο χέρι της το ανέμισε σαν σημαία κατάκτησης οχυρού πάνω από το κεφάλι της σε ένα χορό τελετουργικό, μαγικό, ύμνος κάθαρσης στην ομορφιά της και το πέταξε πίσω της την ώρα που χάθηκε από την οπτική επαφή του Νικηφόρου. Η Εριφύλη όταν είχε κέφι χόρευε τόσο όμορφα, λικνιζόταν τόσο ανεξέλεγκτα στον ανατολίτικο σκοπό, που ο Νικηφόρος τα έχανε αφήνοντας το βλέμμα να διασχίζει τις κινήσεις του κορμιού της να την παρακολουθεί, σ΄αυτόν τον καταιγισμό κινήσεων και εκφράσεων, ένα χορό ποίημα που θα ζήλευε και ο μεγαλύτερος ταξιδευτής στην αναζήτηση της μέθης και της παραίσθησης. Τη θαύμαζε και άφηνε την φαντασία του να την ονειρεύεται!
Ο Νικηφόρος ασφάλισε τα παράθυρα έσβησε τα φώτα και ανέβηκε και αυτός την σκάλα. Η Εριφύλη είχε φορέσει τη ρόμπα της. Με σίγουρες κινήσεις ο Νικηφόρος τράβηξε το κορδόνι της ρόμπας κι έχωσε το δεξί χέρι απαιτητικό ανάμεσα στα σκέλια της. Η μεταξωτή ρόμπα γλίστρησε όπως γλιστράει η θάλασσα πάνω στη λευκή άμμο και η γύμνια της έφεγγε στο μισοσκόταδο. Τα δόντια του πίεσαν τρυφερά τον ευαίσθητο λαιμό της. Με το γόνατο την έσπρωξε ελαφρά. Έχασε εκείνη την ισορροπία της κι έπεσε πίσω στο κρεβάτι με τα φρέσκο-αρωματισμένα σκεπάσματα. Εκεί ξέσπασε και των δυο το αφρισμένο κύμα.
Τη κοίταξε με λαγνεία καθώς είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι και τον περίμενε. Το δέρμα της σταρένιο από τον ήλιο του καλοκαιριού ακόμα και ανάμεσα στα πόδια της και ένας θύσανος που ξεχώριζε. Έβγαλε τα ρούχα του και κινήθηκε προς το μέρος της. Τη χάιδεψε με το χέρι του κι εκείνη ανατρίχιασε. Κοιτάχτηκαν φευγαλέα μα τόσο επίμονα κι ακούστηκε ένας μικρός αναστεναγμός από μέρους της.
Στο φως του φεγγαριού, μέσα στην ησυχία, θα απολάμβαναν αυτό που είχε να προσφέρει ο ένας στον άλλον. Ο Νικηφόρος άγγιξε με το στόμα του το δικό της, ανάλαφρα σαν χάδι. Εκείνη αναστέναξε αχνά, και το κοιμισμένο κορμί της χαλάρωσε πάνω στο δικό του. Αν η Εριφύλη ονειρευόταν τώρα, ονειρευόταν όμορφα πράγματα, ήρεμα νερά, απαλό χορτάρι. Ο Νικηφόρος έσυρε το χέρι του στην πλάτη της, εξερευνώντας την ψηλή, λεπτή, λυγερή και δυνατή σιλουέτα της. Το κορμί του φούντωσε και άρχισε να σφύζει. Το πάθος του είχε αρχίσει να ξυπνάει. Της Εριφύλης ο πόθος έδειξε να ξυπνάει σταδιακά. Πρώτα ξύπνησε το δέρμα της, ύστερα το αίμα της, ύστερα οι μύες της, ένας ένας. Το κορμί της ήταν σε εγρήγορση προτού ξυπνήσει το μυαλό της. Βρισκόταν στην αγκαλιά του Νικηφόρου, που ήταν φουντωμένος, πεινούσε για εκείνη. Όταν το στόμα του αιχμαλώτισε πάλι το δικό της, αυτή ανταποκρίθηκε. Ήθελε να του δοθεί όσο πιο απόλυτα μπορούσε, προσφέροντας ταυτόχρονα και στους δύο την ηδονή που προσφέρει ο έρωτας όταν δεν υπάρχουν αναστολές. Τα μπράτσα της τυλίχτηκαν γύρω του, ενώ το στόμα της τρυγούσε άπληστα το δικό του. Η Εριφύλη δάγκωσε το κάτω χείλος του, το ρούφηξε, και άκουσε την ανάσα του να βγαίνει λαχανιασμένη. Το κορμί του σφίχτηκε απότομα πάνω στο δικό της  αργά, διερευνητικά, και τον άκουσε να προφέρει ξέπνοα το όνομά της, προσπαθώντας να διατηρήσει τον έλεγχο. Η γλώσσα της σύρθηκε στο λαιμό του, η αρρενωπή γεύση του τη μέθυσε. Βρήκε το σφυγμό του, που χτυπούσε το ίδιο ξέφρενα με τον δικό της. Μετακινήθηκε πάλι και αυτή τη φορά ξάπλωσε πάνω του. Το κορμί του ήταν δικό της για να το κατακτήσει. Ένα της άγγιγμα και η φωτιά φούντωνε όπως στα ξερόκλαδα του δάσους. Τον γευόταν και η υγρασία των χειλιών της τον δρόσιζε σαν τη νυχτερινή αύρα. «Πες μου τι θέλεις». Η  Εριφύλη σήκωσε το κεφάλι της και τα μάτια της άστραψαν στο φεγγαρόφωτο, σκούρα και πανέμορφα.  Η πείνα που ένιωθαν ήταν ακόρεστη. Την άρπαξε από τους γοφούς, τη σήκωσε και την κατέβασε απότομα πάνω του, μπήκε βαθιά μέσα της. Η Εριφύλη έμεινε ξέπνοη από την ηδονή. Ρίγη συντάραξαν το κορμί της, ξανά και ξανά. Ο Νικηφόρος την έπιασε από τα χέρια, έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της. Εκείνη έκανε τότε τόξο το κορμί της προς τα πίσω και παραδόθηκε στην ανάγκη της, ακολουθώντας έναν ξέφρενο, απελπισμένο, ανεξέλεγκτο ρυθμό. Ικανοποίηση, πόνος, χαρά, τη συγκλόνισαν όλα ταυτόχρονα ανεβάζοντας τη σε απίστευτα ύψη.
Βούλιαξε στο στρώμα το κορμί της κι εκείνος τη ρούφαγε αχόρταγα ενώ οι ανάσες ακούγονταν τώρα, περισσότερο. Η ατμόσφαιρα ήταν μεν καυτή αλλά στα προχωρημένα μεσάνυχτα ο Νικηφόρος νοιώθοντας μια ελαφριά ψύχρα στο γυμνό κορμί του χώθηκε κάτω από το σεντόνι να ηρεμήσει. Όμως η Εριφύλη δεν είχε ικανοποιηθεί. Άνοιξε τα σεντόνια και χώθηκε μαζί του από κάτω. 
 ..... Είχε αρχίσει πια να αχνοφέγγει. Ο σκοτεινός όγκος του απέναντι βουνού έπαιρνε σιγά σιγά ένα σκουροπράσινο με που και που καφετί πινελιές χρώμα. Η σιγαλιά της νύχτας υποχωρούσε. Οι πρώτοι ήχοι της μέρας ερχόντουσαν δειλά δειλά δηλώνοντας ότι η ζωή συνεχίζει τον αέναο κύκλο της. Αυτή την ώρα ο θείος της Άλκηστις την επιστρέφει στο εξοχικό σπίτι ευχαριστώντας την πολύ θερμά για την πολύτιμη βοήθειά της.
Με τα παντζούρια του σπιτιού κλειστά στο σπίτι επικρατεί ακόμη σκοτάδι όταν η Άλκηστις μπαίνει στο σπίτι και πατώντας στις μύτες των ποδιών της ανεβαίνει την εσωτερική σκάλα. Περνώντας μπροστά από την κρεβατοκάμαρα του ζευγαριού η πόρτα τους είναι ορθάνοικτη. Κοντοστέκεται γεμάτη περιέργεια και προσπαθεί να ξεκαθαρίσει την εικόνα που βλέπει. Στο μισοσκόταδο διακρίνει τον Νικηφόρο να κοιμάται ανάσκελα γυμνός.  
Στο άλλο άκρο του κρεβατιού αποσβολωμένη βλέπει την Εριφύλη που αναστέναξε στριφογυρίζοντας το καλοσχηματισμένο κορμί της στο μεγάλο κρεβάτι λες και κοιμόταν μόνη της, με τα πόδια ορθάνοιχτα και αν δεν κάνει λάθος και διακρίνει καλά την σκιά της, με τ' ένα χέρι σιγά-σιγά να χαϊδεύει το στήθος της και να τρίβει τις θηλές της και με τ’ άλλο να γαμάει το μουνί της χώνοντας τα τρία δάκτυλα όσο ποιο βαθιά μπορούσε απολαμβάνοντας τις ερωτικές της φαντασίες.
«Η καριόλα ξαδερφούλα δεν χορταίνει πούτσα. Σίγουρα τον φίλο της τον Αρχιτέκτονα, σκέφτεται και τα τρελά γαμήσια που είχαν κάνει. Τον τελευταίο καιρό πριν έλθει ο Νικηφόρος της τον κάρφωνε κανονικά πολύ συχνά, καθώς γούσταρε πολύ ο ένας τον άλλο. Πιστεύω τελικά ότι της λείπει τον έχει επιθυμήσει και τώρα τον χρειάζεται να της οργώσει το μουνάκι της.»
Η Εριφύλη αντιλαμβάνεται την παρουσία της Άλκηστις σαν σκιά. Σηκώνεται προσεκτικά αργά-αργά να μην ανησυχήσει τον Νικηφόρο και πηγαίνει στην πόρτα. Έφερε το δείκτη από τα δάχτυλά της στα χείλη, κάνοντάς νόημα στην Άλκηστις να μην κάνει θόρυβο. Την παίρνει από το χέρι και την οδηγεί διπλά στο κρεβάτι του Νικηφόρου και της βάζει το χέρι να χαϊδέψει τον πούτσο του Νικηφόρου.
«Μη! Όχι ξαδέρφη! Όχι! Δεν μπορώ να το κάνω!», διαμαρτυρήθηκε η Άλκηστις και την έσπρωξε πίσω.
«Και λοιπόν τι αλλάζει Μωρό μου;» ρώτησε η  Εριφύλη που πλησίασε κοντά της. «Ήθελες να πηδηχτείς με τον Νικηφόρο χωρίς να το ξέρω και σου άρεσε πολύ αυτή η ιδέα. Έτσι δεν είναι; Ποια είναι λοιπόν η διαφορά τώρα που το ξέρω αλλά δεν με πειράζει;»
«Δεν... δεν ξέρω…», ψέλλισε η Άλκηστις προσπαθώντας να βρει τα κατάλληλα λόγια για να εξηγήσει τα μπερδεμένα της συναισθήματα.
Ήθελε σίγουρα τον Νικηφόρο αλλά τα τελευταία απομεινάρια της παλιάς ηθικής της την ανάγκαζαν να απορρίψει την ιδέα να γαμηθεί μαζί του μπροστά στην Εριφύλη! Πώς θα μπορούσε όμως να το εξηγήσει αυτό στη ξαδέρφη της;
«Μου φαίνεται πως πρέπει να μ' ακούσεις λίγο», είπε σιγά η Εριφύλη στη νεαρή ξαδέρφη της. «Ήμουν κι εγώ κάποτε στην ηλικία σου. Και έζησα όλη, τα νεανικά μου χρόνια μ’ αυτές τις φοβίες και τις οπισθοδρομικές σκέψεις. Μας είχαν διδάξει και μας είχαν κάνει να το πιστέψουμε κιόλας ότι η απόλαυση του σεξ είναι κάτι βρώμικο, το ανήθικο και ότι θα έπρεπε να ντρεπόμαστε για την ευχαρίστηση που ένιωθαν τα κορμιά μας. Αλλά είναι μια απόλυτα φυσική απόλαυση και άργησα πολύ να το συνειδητοποιήσω.» 
Η Άλκηστις άκουγε πολύ προσεκτικά κάθε λέξη της ξαδέρφη της. Πρώτη φορά της μιλούσε κάποιος τόσο όμορφα...    
«Ξέρεις ξαδέρφη, μου αρέσει φοβερά το σεξ. Αλήθεια λέω! Αλλά οι ενοχές μου είναι αυτές που μου χαλάνε όλο το κέφι όταν το κάνω... Δεν αντέχω άλλο τις ενοχές μου»
«Πρέπει να κάνεις την επιλογή σου. Επιτέλους κάνε αυτό που σου αρέσει και κλείδωσε τις ενοχές σου σ’ ένα αόρατο διαμέρισμα του μυαλού σου!»
H Άλκηστις δεν  χρειάστηκε και πολύ για να φανερώσει τις έντονες ερωτικές επιθυμίες της, αλλά μόνο για μερικές στιγμές δίσταζε να αποφασίσει. Έγλειψε τα τρεμάμενα χείλια της, έδιωξε τις τελευταίες αμφιβολίες της και κοίταξε κατάματα την Εριφύλη.    
«Ξαδέρφη, ναι θέλω αληθινά να κάνω έρωτα μαζί του. Θέλω να με γαμήσει!»
«Τελικά το ξέρω ότι το θέλεις μωρό μου!» διαπίστωσε με ικανοποίηση η Εριφύλη.
«Ναι το θέλω και μπορώ. Δεν δίνω δεκάρα για το τι θα σκεφτούν οι άλλοι. Θέλω να το κάνω. Θέλω να νιώσω πως είναι να με γαμάει ο θεόρατος, ζουμερός αντρικός πούτσος του Νικηφόρου!»
Η Εριφύλη χαμογέλασε και είπε: «Και βέβαια μπορείς. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να μάθεις σαν γυναίκα είναι ότι δεν μπορείς να αλλάζεις γνώμη την τελευταία στιγμή όταν έχεις ερεθίσει σεξουαλικά το Νικηφόρο. Δεν μπορείς να καυλώνεις τον πούτσο ενός άντρα και μετά να του λες όχι! Και εσύ τον Νικηφόρο τον έχεις καυλώσει όσο δεν φαντάζεσαι και τώρα ήρθε η ώρα να σου μάθει τι μπορείς να κάνεις με το μουνάκι σου!»
 Ως εκ θαύματος με τα πρώτα χάδια η πρωινή στύση κάνει την εμφάνιση της. Η Εριφύλη πηγαίνει αθόρυβα και κατεβάζει της ρολό-κουρτίνες σκίασης του δωματίου και στην κρεβατοκάμαρα επικρατεί αμυδρό σκοτάδι.  
Στέκεται πίσω από την Άλκηστις, άρχισε να τη χαϊδεύει για να την ηρεμήσει, πλησιάζει τα χείλη της στο αυτί και της ψιθυρίζει. «Στο είχα υποσχεθεί μωρό μου! Τώρα είναι όλος δικός σου,» και της δείχνει το Νικηφόρο στο κρεβάτι με τα πόδια μισάνοιχτα επιδεικνύοντας τα «προσόντα» του και της Άλκηστις τα μάτια της ήταν κολλημένα σ’ αυτό το θηρίο που θα τη γαμούσε. Σίγουρα ήταν μεγαλύτερος και πιο χοντρός από τον πούτσο του συμφοιτητή της που έκανε σεξ τελευταία. Είχε πλησιάσει τώρα πολύ και ο πούτσος του απείχε λίγο από το πρόσωπο της. Μπορούσε να τον διακρίνει με κάθε λεπτομέρεια. Τον πιάνει από την ρίζα και τον κουνάει πάνω - κάτω με το πουτσοκέφαλο σαν μανιτάρι, γυμνό να γυαλίζει και δυο μεγάλα αρχίδια να κρέμονται τριχωτά από κάτω. 
«Πιστεύω ότι ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.»  Της λέει η Εριφύλη.
Τότε συνειδητοποίησε πόσο άσχετη ήταν, δεν ήξερε πως να φερθεί και νόμιζε πως είχε αποκτήσει εμπειρία στο σεξ επειδή ξύρισε το μουνάκι της και είχε κάνει μόνο δυο-τρεις σχέσεις με αγόρια της ηλικίας της μέχρι τώρα, που είναι είκοσι δυο χρονών, κι αυτό γιατί είναι ιδιαίτερα εκλεκτική στα γούστα της. Πάντα έψαχνε έναν άντρα να της προκαλέσει εγκεφαλικά, να κυριαρχήσει στο μυαλό της, να την τρελάνει.  Γυρίζει και λέει στη Εριφύλη: «Αχ ξαδέρφη μου γλυκιά! Πού θα το βάλω όλο αυτό;»
«Όπου θες μωρό μου! Ώστε να το ευχαριστηθείς και να το απολαύσεις στο έπακρο.  Έλα πιάσ’ τον! Πιάσε τον πούτσο που θα σε γαμήσει! Φίλησε τον... Γλείψ’ τον για να καυλώσει καλά και να σε γαμήσει! Φέρσου του όμορφα για να σε γαμήσει καλά! Έλα λοιπόν, τι φοβάσαι; Δεν δαγκώνει, μόνο θα σε γαμήσει!» Της ψιθυρίζει η Εριφύλη και ταυτόχρονα συνεχίζει να της γλείφει και να της δαγκώνει απαλά το αυτί, και της βγάζει το φουστάνι πάνω από το κεφάλι, της χαϊδεύει την ραχοκοκαλιά με τον δείκτη του χεριού της μέχρι την σχισμή του κώλου. Στη συνέχεια της κατεβάζει την κιλότα και την βοηθάει να την ξεπεράσει από τα πόδια της. Η Άλκηστις στηθόδεσμο δεν φορούσε έχει μείνει γυμνή συνεχίζοντας να χαϊδεύει την πούτσα του Νικηφόρου. 
Ο Νικηφόρος αναδεύεται και μέσα στο μισοσκόταδο και στα ξυπνητούρια του βογκάει από καύλα και  νομίζοντας ότι είναι η Εριφύλη του που παίζει με τον πούτσο του, της πιάνει το κεφάλι και της το σπρώχνει προς τα κάτω για να πάρει στο στόμα το πρησμένο όργανο του. Η Εριφύλη κάνει νόημα στην Άλκηστις να ανέβει στο κρεβάτι. Ο Νικηφόρος χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβει ότι αυτή η λεπτή φιγούρα δεν είναι η Εριφύλη αλλά η Άλκηστις, οπότε δε χρειάστηκε καν να ρίξει μια ματιά στο πρόσωπό της για να την αναγνωρίσει. Αυτό που άφησε άναυδο τον Νικηφόρο ήταν το γεγονός ότι η Άλκηστις ήταν εντελώς γυμνή και οι δυο γυναίκες έδειχναν ευχαριστημένες. Αλλά η εικόνα του πούτσου του στο στόμα της Άλκηστις τον συγκλόνισε. Τα γεγονότα έτρεχαν τόσο γρήγορα στο μυαλό του Νικηφόρου. Πρώτα η Άλκηστις, να παίζει το καυλί του με τα υπέροχα μακριά της δάχτυλά και μετά η Εριφύλη του που με το βλέμμα της σχεδόν να τον παρακαλάει να πηδήξει την ξαδέρφη της!
Ο Νικηφόρος δε μπορούσε να το πιστέψει. Κοίταξε την Εριφύλη για να δει την αντίδρασή της, αλλά μπορούσε να δει μόνο τα μεταξένια καστανοκόκκινα μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού της.
Ο Νικηφόρος σκεφτόταν ότι ζούσε ένα υπέροχο όνειρο. Όλες του οι φαντασιώσεις ακόμα και οι πιο κρυφές του επιθυμίες γινόντουσαν πραγματικότητα. Η Εριφύλη του τραβήχτηκε στο πλάι κάνοντάς του χώρο να ανέβει πάνω στην καυλωμένη κορμάρα της ξαδέρφης τους!
«Μωρό μου, δεν μπορώ να το πιστέψω! Πως προέκυψε όλο τούτο;» της λέει της Εριφύλης.
«Μη ρωτάς εμένα. Εσένα σου τρέχανε τα σάλια όταν την είδες την ξαδερφούλα μου. Και όσο για το ξαδέρφη; ξέρεις τι λένε! Στην ξαδέρφη και στη θεία πέντε πόντους ποιο βαθιά…»  Ο Νικηφόρος χαμογέλασε και της απάντησε! «Λες και με εσένα, αφήνω πέντε πόντους απ’ έξω.» 
Ακριβώς τότε, ένιωσε το μουνί της Άλκηστις να αναζητάει τον πούτσο του που τον πίεζε αποφασιστικά. Ο Νικηφόρος δε σκέφτηκε καν τι προκαλούσε τη διέγερση της ξαδέρφης τους, και βούτηξε να γλείψει το πίσω μέρος του λαιμού της, ένα από τα γνωστά αδύναμα σημεία στις γυναίκες. Η γλώσσα του τρελαινόταν με το δέρμα της, καθώς η Άλκηστις, αναζητούσε επαφή με τον πούτσο του και άρχισε να αναπνέει βαριά.
Ο Νικηφόρος ήταν αποφασισμένος να γαμήσει καλά την Άλκηστις. Ήθελε να της δείξει ότι δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός. «Και οι δύο το θέλουμε αυτό μωρό μου. Είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον.» της ψιθύρισε επιθετικά στο αυτί της, καθώς τα χέρια του περιπλανιόταν ανεξέλεγκτα στο σώμα της. 
Το μυαλό της δε μπήκε στον κόπο να αναρωτηθεί, γιατί το μουνί της είχε πάρει τώρα φωτιά, με τις αισθήσεις της γυμνής του σάρκας πάνω στη δική της να εκτοξεύουν σπίθες μέσα της. Ήταν τόσο υγρή που χρειάστηκαν μόλις λίγα δευτερόλεπτα για να καλυφθεί ο πούτσος του Νικηφόρου με τους χυμούς της. Βρισκόταν σε ηδονική έκσταση και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να αναστενάζει, βογκώντας απαλά κάθε τόσο, και να συνεχίζει να κουνάει τους γοφούς της, προσπαθώντας να ξύσει τη φαγούρα που έκαιγε βαθιά μέσα της.
«Αυτό το μουνί είναι τόσο υγρό για μένα, μωρό μου. Θα το λατρέψεις αυτό!»
Ο Νικηφόρος βογκούσε καθώς η άκρη του πούτσου του ευθυγραμμίστηκε με το άνοιγμά της. Έσπρωξε μέσα... Ο Νικηφόρος είχε μετακινήσει τα χέρια του ώστε να κρατούν και τα δύο τα βυζιά της Άλκηστις. Δε βιάστηκε να ολοκληρώσει τη διείσδυση, η Άλκηστις ήταν σφιχτομούνα και απολάμβανε τη διείσδυση, με υπομονή μεχρι ο πούτσος του να προσαρμοστεί στο άνοιγμα του κόλπου της, και όταν το κεφαλή του πούτσου άνοιξε διαδρομο, τώρα τον πίεζε αργά το ένα εκατοστό μετά το άλλο μέσα στο σφιχτό μουνί της
«Μμμ!... Θεέ μου!» Φώναξε η Άλκηστις. Έπιασε σφιχτά τα σεντόνια, τραβώντας τα για να κρατηθεί. Δεν είχε νιώσει ποτέ τόση ηδονή. Ο Νικηφόρος είχε ήδη περάσει το πιο βαθύ σημείο που είχε φτάσει ποτέ οποιοσδήποτε από τους δύο προηγούμενους φίλους της που είχε γαμηθεί, για να λέμε την αλήθεια, και εξακολουθούσε να την ταΐζει περισσότερο! 
«Μωρό μου το μουνί σου είναι πολύ σφιχτό!»
«Πειράζει;»
«Όχι Μωρό μου! Το σφιχτό μουνί άλλες φορές σημαίνει ότι η γυναίκα δεν έχει πάει με πολλούς και άλλες ότι έχει καιρό να γαμηθεί.»
«Δεν γίνεται να σημαίνει και τα δυο;»
«Γίνεται Μωρό μου, γίνεται! Αλλά είναι τόσο καυτό που με λίγη εμπειρία, θα σου ανοίξω ολόκληρα τα χείλη του και σύντομα θα είναι πολύ πιο χαλαρό τώρα που θα αρχίσω να το γαμάω ανελλιπώς.»
Ο Νικηφόρος συνέχισε να πιέζει μέσα της. Μετά από μερικά ακόμα εκατοστά έφτασε τελικά στο κατώτατο σημείο μέσα της.«Γαμώτο, είναι τόσο μεγάλο! Τόσο μεγάλο!» βογκούσε η Άλκηστις.
«Ναι μωρό μου, αισθάνεσαι καλά, έτσι δεν είναι;» 
Ο Νικηφόρος άρχισε να βγάζει τον πούτσο του και να τον ξαναβάζει μέσα, απολαμβάνοντας σιγά σιγά αυτό το σφιχτό  μουνάκι.
«Μμμ!»... βογκούσε η Άλκηστις καταφατικά. Δεν κουνιόταν, άφηνε το Νικηφόρο να κάνει όλες τις αργές ωθήσεις!
«Μωρό μου, θέλω να σε ακούσω να το λες. Θέλω να μου πεις πόσο πολύ θέλεις αυτόν τον πούτσο μέσα σου» της είπε και σταμάτησε τις ωθήσεις του.
Η Άλκηστις δάγκωσε δυνατά το κάτω χείλος της, μέχρι που δεν άντεξε άλλο.
«Ναι! Είναι γαμημένα καταπληκτική αίσθηση! Δεν με έχουν ξαναγεμίσει έτσι!»
«Λοιπόν, θέλεις να συνεχίσω να σε γαμάω; Ή θέλεις να σταματήσεις τώρα;»
«Όχι, σε παρακαλώ, δώσ' το μου!»
«Ικέτευε να σε ακούω για το καυλί μου...»
«Σε παρακαλώ, βάλε βαθιά μου αυτή την γλυκιά ψωλή!» Η Άλκηστις ένιωσε φωτιές ηδονής καθώς ο Νικηφόρος άρχισε και πάλι να την εμβολίζει δυνατά.
«Ω, Θεέ μου, ναι! ναι!. γαμώ το κέρατο σου καριόλη άνδρα τι πούτσος είναι αυτός;»
Ο Νικηφόρος τη σήκωσε και την έβαλε στα τέσσερα. Κανονικά δεν της άρεσε να τη γαμάνε έτσι, αλλά ο τρόπος που ο Νικηφόρος είχε πάρει τον πλήρη έλεγχο, την εξιτάρισε. Δεν υπήρχε περίπτωση να πει όχι. Η Άλκηστις έβγαλε ένα δυνατό βογκητό καθώς έβαζε ξανά τον μεγάλο πούτσο του μέσα της και άρχισε να τη γαμάει ανελέητα. Ένιωθε το μουνί της να αλλάζει μέγεθος, να αλλάζει για να προσαρμοστεί στο πούτσο. Έβγαλε μάλιστα ένα χαρούμενο στρίγκλισμα καθώς της χτυπούσε τον κώλο. Την γαμούσε τόσο καλά, που άρχισε να νιώθει έναν εξαιρετικά ισχυρό οργασμό να χτίζεται μέσα της. «Ω, Θεέ μου, θα τελειώσω... τόσο γρήγορα! Θα με κάνεις να τελειώσω τόσο γρήγορα!»
«Ναι, έτσι... τελείωσε πάνω στο γαμιά σου»... βρυχήθηκε ο Νικηφόρος καθώς την χαστούκιζε ξανά στα κωλομέρια. Η Άλκηστις με μια δυνατή κραυγή, έχυσε πάνω στον πούτσο του.
Ωστόσο, εκείνος δεν είχε τελειώσει ακόμα. Τη γύρισε ανάποδα και άρχισε να τη γαμάει και πάλι ιεραποστολικά. Η Άλκηστις τύλιξε ενστικτωδώς τα χέρια και τα πόδια της γύρω από τη μυώδη πλάτη του, τραβώντας τον μέσα της. Δεν πρόσεξε ούτε έλεγξε τις λέξεις που είπε στη συνέχεια, μέχρι που τις άκουσε η ίδια.
«Θεέ μου, ναι, ναι κάνε με το πουτανάκι σου!»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε καθώς την κοίταζε βαθιά μέσα στα πλημμυρισμένα από ηδονή μάτια της.
«Σε ποιον ανήκει αυτό το μουνάκι; Πες μου, τσουλίτσα μου»...
«Σε σένα. Είναι δικό σου. Δικό σου»...
Τελείωσε ξανά. Σκληρά. Η Άλκηστις δε μπορούσε να πιστέψει αυτά που έλεγε, αλλά το ένιωθε τόσο φυσικό, τόσο σωστό. Κούνησε τους γοφούς της πάνω του καθώς εκείνος συνέχιζε να τη γαμάει. Ακουγόταν τόσο δυνατά, το χτύπημα της σάρκας πάνω στη σάρκα, που ενισχύθηκε από τον ανάμεικτο ιδρώτα των κορμιών τους.
Της φάνηκε μια ευτυχισμένη αιωνιότητα, μέχρι που ο Νικηφόρος διπλασίασε το ρυθμό του και άρχισε να βογκάει, δηλώνοντας ότι θα τελείωνε.
«Ναι μωρό μου, τελείωσε στο μουνάκι μου! Γέμισε το» ικέτευε, με τα λεία, μαυρισμένα πόδια της να κουνιούνται στον αέρα. Με έναν βρυχηθμό, ο Νικηφόρος τη σφυροκοπούσε με τον πούτσο του για λίγο ακόμα ώσπου άρχισε να πετάγεται με ορμή το καυτό του σπέρμα μέσα της κι αυτός μούγκριζε, σπαρτάραγε καθώς  έχυνε και έσπρωχνε να μπει κι άλλο μέσα της λες και ήθελε να μπει ολόκληρος! Ένιωθε το σπέρμα του μέσα της καυτό και την έπιασε αμόκ καθώς σταμάτησε να κουνιέται και τότε κουνιόμουν αυτή από κάτω του, κουνούσε την λεκάνη της σα να τον γαμούσε αυτή!
«Μην σταματάς τώρα γαμιά μου. Γάμα με! Γάμα την πουτανίτσα σου! Σκίσε με μαλάκα! Μην σταματάς τώρα!», του έλεγε και φώναζε ενώ τον έσφιγγε με τα πόδια της δυνατά και κουνιόταν σαν τρελή. Φοβήθηκε να μην ακουστούν στο δρόμο και ο Νικηφόρος σαστισμένος της έκλεισε το στόμα με το χέρι του! αυτό ήταν. Για πρώτη φορά στην ζωή της ένιωθε τον πραγματικό οργασμό και καθώς μούγκριζε και σπαρταρούσε από κάτω του, με τον πούτσο του μέσα της ακόμα να χύνει, του δάγκωσε δυνατά το χέρι!. Τα ουρλιαχτά της πρέπει να ακούγονταν μέχρι τον δρόμο από την έκσταση και την ηδονή του οργασμού της.
Ο Νικηφόρος έσκυψε και την κοίταζε σταθερά και διαπεραστικά λες κι έβλεπε μέσα της, για πρώτη φορά δε την κοίταζε σαν ξάδερφος, αλλά σαν άντρας, σαν ένας έμπειρος με τις γυναίκες άντρας που ήταν, και είδε καθαρά τη σπίθα λαγνείας στα μάτια του. Τότε η Άλκηστις διαπίστωσε πόσο αρρενωπός άντρας ήταν και γιατί η ξαδέρφη της τον είχε ερωτευτεί τρελά και ήταν ακόμα ερωτευμένη μαζί του, μετά από δέκα χρόνια γάμου.
 .....Η σκέψη της Εριφύλης πέρασε καυτερή απ' το μυαλό του, κι έκλεισε τα μάτια μ’ έναν αθέλητο μορφασμό. Κι αμέσως μετά συνειδητοποίησε πως η Εριφύλη στεκόταν στην πόρτα και τους παρακολουθούσε χαμογελώντας. Γύρισε και την κοίταξε.
«Πάντα έλεγα πως το πρωινό γαμήσι είναι το καλύτερο. Τα επίπεδα της τεστοστερόνης είναι τα υψηλότερα από οποιαδήποτε άλλη ώρα της ημέρας, οπότε το σεξ είναι εγγυημένα καλό. Εγώ πηγαίνω στο χωριό για τα ψώνια της ημέρας. Κατεβείτε εσείς να ετοιμάσετε το πρωινό και ώσπου να το ετοιμάσετε θα γυρίσω και εγώ.» Τους είπε η Εριφύλη και τους άφησε πίσω της κολλημένους ακόμη.
Ο Νικηφόρος η μόνη ενοχή που ένιωθε για την ώρα, ήταν ότι δεν ένιωθε καθόλου ένοχος. Σαν να είχε πάρει κάτι που ήταν δικαιωματικά δικό του, που του το χρωστούσε η μοίρα, και κανείς δε θα μπορούσε να του το αμφισβητήσει. Δεν μίλησε παρά μόνο κράτησε το υπέροχο και ευαίσθητο αυτό πλάσμα, σιωπηλός μέσα στην αγκαλιά του. Της άρεσε η κίνηση του και την έκανε να γαντζωθεί σφιχτά πάνω του, να του γεμίσει την αγκαλιά. Τα νύχια της καρφώθηκαν στην πλάτη του. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα τελειώσει αυτή η επαφή.  
«Είσαι ο καλύτερος ξάδελφος του κόσμου.»
«Αυτό μόνο είμαι; Ο καλύτερος ξάδερφος!» 
«Μμμ τι λέω! Ο καλύτερος εραστής γαμιά μου,! Εσύ είσαι ο καλύτερος γαμιάς του κόσμου μωρό μου!», του είπε.
Σηκώθηκε τον άφησε εκεί στο κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο να κάνει ένα ντους και να ντυθεί.
Το αυτοκίνητο της Εριφύλης ακούστηκε να φτάνει στην αυλή. Ο Νικηφόρος ανέβηκε στον όροφο και μπήκε στο μπάνιο, όταν η Άρτεμις είχε ήδη τελειώσει το μπάνιο της και κατέβαινε στο ισόγειο.
Η Εριφύλη κατέφθασε γελαστή περιποιημένη, δείχνει φρέσκια και κομψή αν και φορτωμένη από το σούπερ μάρκετ. Η Άλκηστις κατέβηκε στην αυλή να βοηθήσει την ξαδέρφη της να μεταφέρει τα ψώνια. Εκεί είδε ότι η Εριφύλη είχε παρέα. Ήταν μαζί της και η Φαίδρα.
«Έχει κάποιο πρόβλημα με το αυτοκίνητο της το άφησε το συνεργείο για τις απαραίτητες επισκευές και με παρακάλεσε να την μεταφέρω στο σπίτι της στην παραλία. Δέχτηκα με την προϋπόθεση ότι θα μας κάνει παρέα για ένα καφεδάκι πριν πάμε για μπάνιο και να μας πει και τα κουτσομπολιά του χωριού από πρώτο χέρι. Ήρθε μαζί και η κόρη της η Δανάη, την αφήσαμε περνώντας απ' το σπίτι τους και θα μας συναντήσει στη παραλία.»
Την ώρα που ο Νικηφόρος κατέβαινε στο σαλόνι η Φαίδρα είχε σηκωθεί και ετοιμαζόταν να φύγει.
Βλέπονταν τον στο πλατύσκαλο τον καλημερίζει με τη γλυκιά, ζεστή, αισθαντική φωνή της. «Καλημέρα σας κύριε Νικηφόρε. Πως είσθε;» 
«Καλημέρα και σε σας! Μια χαρά είμαι ευχαριστώ! Μ' όλο το θάρρος Φαίδρα, εντάξει όταν αποκαλείς τον άλλο «κύριε» επιβάλλεται ο πληθυντικός της ευγένειας…. Αλλά μεταξύ μας με κανείς να νοιώθω αποξενωμένος από τον τόπο μ’ αυτά τα…. ευγένειας. Ξένος ήμουν που ήρθα γαμπρός δεν λέω αλλά τώρα νοιώθω κομμάτι του τόπου πλέον.»
«Όπως αγαπάς Νικηφόρε μου.» Και γυρίζοντας στην Εριφύλη της τονίζει το ρεζουμέ από την τελευταία τους κουβέντα στον καφέ. «Στο χωριό δεν χρειάζεται να δώσει κανείς δικαίωμα. Είναι άγραφος νομός το κουτσομπολιό. Είναι το οξυγόνο μας. Τι έκανε ο ένας, πώς το έκανε ο άλλος, Master έχουμε στην κοινωνική κριτική. Ένας κόσμος τακτοποιημένος, σταθερός, κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της τηλεόρασης. Για σας! Ευχαριστώ για την εξυπηρέτηση και για τον καφέ. Λοιπόν σας αφήνω και τα λέμε στην παραλία….»
«Όπως αγαπάς Νικηφόρε μου. Εεε.» Λένε μ’ ένα στόμα η Εριφύλη και η Άλκηστις… και ψάχνουν να πιάσουν κόκκινο. 
«Μας αρέσει η Sigourney Weaver… ποιος να το λέγε. Για πρόσεχε γιατί θα σου δέσω το παλαμάρι φιόγκο με τις μπάλες του. Εξηγηθήκαμε;» Του λέει η Εριφύλη και κουνάει το κεφάλι με κατανόηση ότι συμφωνεί και η Άλκηστις.
«Κορίτσια ήρεμα γιατί τα χρειάζεστε.»
«Τα χρειαζόμαστε; Αμ δε! τα φανταράκια ακόμη στο χωριό είδα ότι είναι.»
«Καλά παραδίνομαι. Κάποια άλλη επιθυμία σας.»
«Με ειδοποίησαν ο Θρασύβουλος με την Αντιγόνη ότι θα μείνουν και το σαββατοκύριακο στου Βρασίδα, θέλουν να πάνε την Κυριακή το πρωί στο μοναστήρι στη Θεία λειτουργία και μετά θα γυρίσουν. Μου λείπουν τα παιδιά αλλά…»
«Και μένα μου λείπουν»  συμπληρώνει ο Νικηφόρος. 
«Αλλά; Τι εννοείς αλλά;.» Ρωτάει την Εριφύλη.
«Παρασκευή σήμερα, έχουμε ακόμη δυο καυτές μέρες και νύχτες μπροστά μας… κριαράκι μου και το κοπάδι σε χρειάζεται ντούρο.»
«Χωρίς βοήθεια από την κουρτίνα;»
«Χωρίς βοήθεια. Μαζέψου μην το παρακάνουμε.»
Παρασκευή λοιπόν μεσημεράκι και η παρέα τους εκμεταλλευόμενη την ηλιόλουστη ημέρα βρίσκεται στην μικρή εσωτερική σχεδόν «ιδιωτική» αμμουδιά για μπάνιο με μάρτυρα μόνο τον ήλιο και το κύμα.  Η θάλασσα μπροστά τους αστράφτει. Η ζέστη του μεσημεριού πυρπολούσε την ακτή. Πράγματι, ο καιρός ήταν θαυμάσιος. Ένας καιρός ηδονικός και, όπως λέγουν, θείος. Ο ήλιος έλαμπε και θέρμαινε τα πάντα, τον ουρανό, τη θάλασσα, την όμορφη παραλία τους, και τούς λιγοστούς λουόμενους. Όλοι τους ήταν χαρούμενοι. Ο Νικηφόρoς ξαπλωμένος στη χρυσή άμμο απολαμβάνει τον ήλιο του Αυγούστου και φορτίζει την εσωτερική του μπαταρία θαυμάζοντας τα καλλίγραμμα κορμιά της γυναικείας παρέας του! Εκείνη την ώρα έπιασε τον εαυτό του να κοιτάζει και να απολαμβάνει τα φανερά θέλγητρα και τις αρμονικές καμπύλες απ' τα τέσσερα γοητευτικά πλάσματα  που δεν είχαν μπει στο νερό και τον περίμεναν. Ήταν εκπληκτικές και διεγείρουν ακόμη περισσότερο τις ήδη ζωηρώς διεγερμένες αισθήσεις του. Τέσσερις γυναίκες «μπουκιά και συχώριο.» Το κορμί της Εριφύλης το ήξερε βέβαια, σπιθαμή προς σπιθαμή, ένα είκοσι οκτάχρονο άγριο θηλυκό που σε καθηλώνει με τα οπίσθια «κόλαση» Η Άλκηστις είκοσι ενός ετών μ’ ένα πανέμορφο, γυμνασμένο και πολύ θηλυκό σώμα. Η Φαιδρά στα τριάντα πέντε της χρόνια μια σκληροτράχηλη αλλά πανέμορφη γυναίκα. Η Δανάη όμως ήταν το κάτι άλλο, ένα δεκαοκτάχρονο θηλυκό με σώμα που κόβει την ανάσα και καμπύλες που θα ζήλευε κάθε θηλυκό για να σε στείλει κατευθείαν στην κόλαση! Κολύμπησε όσο μπορούσε προς το μέρος της για να 'ναι παρών όταν εκείνη έβγαινε στην επιφάνεια για να ρίξει μια κλεφτή ματιά στη λάμψη της υγρής της σάρκας, της πασπαλισμένης με νερό και ήλιο.Τα μάτια του είχαν ακινητοποιηθεί εκεί! Τίποτε δεν τον εμπόδιζε να κοιτάζει. Κανείς δεν μπορούσε να του απαγορέψει να τη βλέπει!  Συνέχισε ανενόχλητος την οπτική του, απόλαυση ατενίζοντας και πάλι τη Δανάη, που κολυμπούσε τώρα ύπτιο, απαλά στην ήρεμη θάλασσα. Η θέα του τρυφερού νεανικού κορμιού τίναξε σαν ηλεκτρικό ρεύμα τον ήδη πρησμένο πούτσο του.
«Κύριε Νικηφόρε… συγγνώμη… Νικηφόρε… έχουμε μια συζήτηση με τα κορίτσια για ένα πρόγραμμα που αφορά την σωτηρία της ψυχής μας…. Για λεπτομέρειες θα στα πει καλύτερα η Εριφύλη…» Τον προσγείωσε απότομα η Φαίδρα στην πραγματικότητα.
Τα κορίτσια σαν θρησκευόμενες με την προτροπή της Φαίδρας αποφάσισαν να συμμετάσχουν στην αγρυπνία που έχει οριστεί για τις 21:30 το βράδυ στο κοντινό μοναστήρι από τις μοναχές του μοναστηριού και να ενώσουν τις προσευχές τους υπέρ υγείας στις οικογένειες τους και για να ευχηθούν γαλήνιες θάλασσες στους συντρόφους τους εκεί που ταξιδεύουν στους ωκεανούς.
Η Εριφύλη εξήγησε του Νικηφόρου ότι θα αναχωρήσουν νωρίς το απόγευμα θα πάνε να πάρουν από του θείου Βρασίδα και την Αντιγόνη να συμμετάσχει και αυτή στην αγρυπνία. 
Με το πέρας της αγρυπνίας, θα μείνουν το Σάββατο στο πάνω χωριό στο θείο Βρασίδα. Η Φαιδρά έχει συγγενείς επίσης στο επάνω χωριό να μείνει. Θα παρακολουθήσουν όλοι μαζί την πρωινή κυριακάτικη μοναστηριακή λειτουργία και θα επιστρέψουν στην παράλια Κυριακή μεσημέρι. Ζητούν μαζί με την άδεια του και την ευχή του.
Μετά το θαλάσσιο μπάνιο ο Νικηφόρος έκανε στα κορίτσια το τραπέζι στην γνωστή οικογενειακή ταβέρνα. Τελειώνοντας το γεύμα και λίγο πριν αναχωρήσουν από την ταβέρνα η Άλκηστις παραπονέθηκε ότι αισθάνεται αυξημένη κούραση, εξάντληση, ατονία και της φαντάζει βουνό να φέρει εις πέρας τις υποχρεώσεις της αγρυπνίας.
Για να έχουν τον άνετο χρόνο μπροστά τους ώστε να πάνε να παραλάβουν και την Αντιγόνη τα κορίτσια αποφάσισαν να αναχωρήσουν σύντομα. 
Μετά από μια μικρή διαβούλευση συμβουλεύουν την Άλκηστις ότι εάν νοιώθει ότι θα ταλαιπωρηθεί καλό θα ‘ναι να μείνει και να μην πάει μαζί τους. 
«Άλλωστε δεν θα ‘ναι μοναχή της είναι και ο Νικηφόρος για να την προσέχει.» Πληροφόρησε την παρέα η Εριφύλη μένοντας πίσω την ώρα που η Φαίδρα με την Δανάη έμπαιναν στο αυτοκίνητο περιμένοντας και την Εριφύλη.
Αναχωρώντας και η Εριφύλη τονίζει με νόημα στο Νικηφόρο χαμηλόφωνα να μην ακούσει η Φαίδρα και η Δανάη. «Να μου περιποιείσαι καλά την ξαδέλφη γιατί θα το μάθω αν δεν την προσέχεις και την θα την έχεις άσχημα!», είπε, ενώ το χέρι της τον χάιδεψε ανάμεσα στους μηρούς του όπως τον αποχαιρετούσε.
«Μην ανησυχείτε τους τονίζει με έντονο τόνο ο Νικηφόρος αν είναι αναγκαίο και χρήσιμο θα την πάω στο χωριό στο γιατρό. Αχρείαστος να ‘ναι.» Και αφού κατευόδωσε τα υπόλοιπα κορίτσια ο Νικηφόρος γύρισε στο σαλόνι.
«Θησαυρέ γιατί έγινες μελαγχολική. Τι συμβαίνει; Έγινε κάτι;» Ρωτάει την Άλκηστις
«Δε νιώθω και πολύ καλά αλλά εντάξει θα μου περάσει.»
«Τι έγινε, θες να μου πεις;»
«Όχι!»
« Εντάξει, όταν είσαι έτοιμη, εγώ θα είμαι εδώ για σένα!»
Σιωπή, για λίγη ώρα. «Σαν αποχαυνωμένος από ερωτική επιθυμία την κοιτούσες..... ξελιγωμένος»
«Τι λες ματάκια μου δεν σε καταλαβαίνω.»
«Αυτό το  νυμφίδιο την Δανάη που το έπαιζε εύκολη, ήδη από τα δεκαπέντε της. ... Μια τσούλα ξενέρωτη είναι που σε κοίταζε σαν ξελιγωμένη λυσσάρα.» αναφώνησε η Άλκηστις και τα µάτια της έγιναν μεγάλα σαν πιάτα του γλυκού.
«Και εγώ τι φταίω.»
«Όσο εκείνη το έπαιζε ναζιάρα και σκερτσόζα, με τα μάτια γαμιόσασταν. Για αυτό άνοιξες λάκκο στην παραλία στην άμμο για να κρύψεις τον ανδρισμό σου και να μη πάρουμε χαμπάρι τις καύλες σου; Και αυτή συνεχώς να αλλάζει στάση ανοιγοκλείνοντας τα πόδια της, προσφέροντας το μουνί της κάθε τρεις και λίγο βορά στα μάτια σου.»
«Αμ έτσι πες μου. Τώρα δικαιολογούνται οι ατονίες που φαντάζουν βουνό.»
«Θα μου είναι πάντα δύσκολο να σου λέω τι αισθάνομαι, αν και νομίζω ότι ξέρεις ήδη τι αισθάνομαι για σένα.».
«Ηρέμησε κοπέλα μου πολύ δραματική δεν έγινες;. Χωρίς λόγο.»
«Ίσως είμαι λίγο υπερβολική, αλλά να ζηλεύω. Και απ' το βλέμμα που της έριχνες κατάλαβα τον πόθο σου.»
«Και τι περιμένεις από εμένα;!»
«Σου άρεσε ε;!»
«Συγνώμη, τι να κάνω; Εγώ φταίω που είναι ένα καυλιάρικο νυμφίδιο; Η αλήθεια δεν φιμώνεται»
«Τέλος πάντων. Ας όψεται που δεν μπορώ να σου κρατήσω μούτρα»
«Εδώ που τα λέμε είναι καλή!»
«Γιατί… επειδή τα δείχνει; Αν τα πετούσα κι εγώ έξω θα με κοιτούσες έτσι;!»
«Δε δοκιμάζουμε;!» Της πρότεινε αστειευόμενος.
«Σ’ αγαπάω! » Τον κοίταξε του έδωσε ένα φιλί και ο Νικηφόρος της άνοιγε την αγκαλιά του κι αυτή κούρνιασε εκεί σαν ερωτευμένο κοριτσάκι...
Ήταν η στιγμή που αρχίζει η σχέση τους να έχει μια ένταση κι ένα πάθος πρωτόγνωρο και για τους δύο. Αυτός την ερωτεύτηκε για το χαμόγελό της κι αυτή του το μετέδιδε με πείσμα. Αυτός την λάτρεψε για τη λάμψη των ματιών της κι αυτή κοιτούσε μόνο αυτόν. Εκείνος θα της χαρίσει νύχτες πάθους κι αυτή του παραδίνεται άνευ όρων!
«Ο έρωτας Μωρό μου δεν είναι λόγια. Είναι στιγμές. Δεν εξηγείται, απλά τον ζεις. Είναι πάθος. Είναι πόθος. Είναι φαντασία. Μην ψάχνεις το για πάντα, δεν ωφελεί. Ζήσε τον  κι όπου σε βγάλει. Μην έχεις άμυνες, μην έχεις αντιστάσεις. Παραδώσου στη δύναμή του κι απόλαυσε τη διαδρομή! Ο έρωτας μωρό μου είναι γλέντι.» Της λέει ο Νικηφόρος, και τη φίλησε απαλά στα χείλη.
 ...Το ηλιοβασίλεμα που ήταν υπέροχο τους βρήκε αραχτούς στην μεγάλη βεράντα του ισογείου να απολαμβάνουν το δροσιστικό cocktail τους. Τα αραιά λίγα σύννεφα στον ορίζοντα και τα νερά πήραν χρώματα ζωντανά, εκεί που ήταν προηγούμενα ωχρά. Ασφάλισαν το ισόγειο και ξεκίνησαν για τα δώματα. Ανέβηκαν την σκάλα όπως την είχαν κατεβεί την τελευταία φορά. Η Άλκηστις τον αγκάλιασε απ 'το λαιμό κι εκείνος την τράβηξε πάνω του. Τα πόδια της γαντζώθηκαν στη μέση του και κόλλησε τόσο σφιχτά πάνω του όταν ο Νικηφόρος άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα. Τον ένιωθε ερεθισμένο και τόσο περισσότερο τον φιλούσε, της είχε ξυπνήσει μέσα της τον πόθο, και την ανάγκη για να τον κατακτήσει. Βγήκαν στο επάνω μπαλκόνι και την απώθησε απαλά στο δάπεδο. Τα αραιά σύννεφα αναχωρώντας ανατολικά παιχνίδιζαν στην επιφάνεια των νερών παίζοντας ερωτικό παιχνίδι. Ήταν τόσο γοητευτικά…
Όταν ο ήλιος βυθίστηκε μέσα στη θάλασσα, τους βρήκε για λίγο ακόμα όρθιους στα κάγκελα του μπαλκονιού απ’ όπου τον αποχαιρέτησαν ατενίζοντας  τ’ ασημένια νερά του κόλπου που καθρέφτιζαν τ’ αστέρια του νυχτερινού ουρανού. Ο Νικηφόρος ήρθε και στάθηκε πίσω της ατενίζοντας την θέα μπροστά τους. Την τράβηξε κοντά του σφίγγοντας την στην αγκαλιά του. Την έσφιξε περισσότερο πάνω του και η Άλκηστις έκλεισε τα μάτια συνειδητοποιώντας εκείνη τη στιγμή πόσο πολύ τον ήθελε.
Μπροστά τους απλωνόταν ο στενόμακρος μυχός του εσωτερικού θαλάσσιου κόλπου και στο βάθος οι παραλίες στις ανατολικές και βόρειες ακτές του μεγάλου κόλπου με της πανύψηλες βουνοκορφές στην περιοχή Ακρωτήρι.
Σκοτείνιασε όταν αποφάσισαν να περάσουν στην κρεβατοκάμαρα. Στον ουρανό βγήκαν τα άστρα και το φεγγάρι, που ήταν κείνη τη βραδιά τρία τέταρτα, φωτεινό και καθαρό. Κοιτάχτηκαν χαμογελώντας απόλυτα ικανοποιημένοι και οι δυο.
«Έλα!» Ευλαβικά σχεδόν την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα του. Νιώθει το χαμόγελό της και χαμογελάει κι αυτός. 
 Ξημέρωσε. Το φως της μέρας έπαιρνε τη θέση του στον πανέμορφο θαλάσσιο οικισμό. Τ’ άστρα και η σελήνη κρύφτηκαν κι ένας πρωινός φωτεινός με μπλε χρώμα ουρανός έκανε την εμφάνισή του σε λίγο. Και η γραμμή του ορίζοντα εξαφανίζεται, αφήνοντάς σε να αναρωτιέσαι πού τελειώνει η θάλασσα και πού ξεκινά ο ουρανός της. Το φως του ήλιου, που έμπαινε από το ανατολικό παράθυρο. Δίπλα του κοιμόταν βαθιά η Άλκηστις σε μία πολύ σέξι στάση. Τράβηξε απαλά το σεντόνι και βάλθηκε να την κοιτάζει. Το φως του ήλιου έπεφτε στο κορμί της και το φώτιζε. Στο φως της ημέρας ήταν πολύ πιο όμορφη. Η επιδερμίδα της ήταν αλαβάστρινη. Τα στήθη της στητά, υπέροχα θα μπορούσε να συγκριθεί ακόμη και με την Εριφύλη. Μόνο που η Άλκηστις ήταν είκοσι ενός ετών και η Εριφύλη είκοσι οκτώ. Και εκείνος τριάντα τρία. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. 
Η Άλκηστις ξύπνησε στο διπλό κρεβάτι με μια ευεξία που είχε να νιώσει από γυμνασιοκόριτσο, τότε που ξημέρωνε η πρώτη μέρα των διακοπών. Το πρωινό είχε αρχίσει να προχωρεί και μια τετράγωνη λωρίδα Ήλιου εισχωρούσε σαν προβολέας από το παράθυρο. Άλκηστις γύρισε πλευρό, άπλωσε το χέρι της, δεν τον βρήκε και άνοιξε τα μάτια της, νυσταγμένα. Μόλις τον είδε, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της.
Έγειρε πίσω και την κοίταξε στα μάτια. Ήταν φανερό ότι περίμενε να ακούσει κάποιο σχόλιο από το στόμα της. Η Άλκηστις μπήκε σε επιφυλακή αναζητώντας κάποια ένδειξη στο πρόσωπο του, τι είναι αυτό που θέλει ν’ ακούσει.
«Χθες το βράδυ.» ρώτησε ο Νικηφόρος «ένιωσες τόσο όμορφα όσο ένιωσα και ‘γω;»
Η ανακούφιση την έλουσε σαν ζεστό κύμα. Ο Νικηφόρος ζητούσε επιβεβαίωση για να συγκρίνει την απόδοση του εάν ήταν αντάξια των προσδοκιών της.
Η Άλκηστις πήρε ένα πονηρό χαμόγελο και απάντησε:
«Εάν τα μισά απ' ό,τι θυμάμαι είναι αλήθεια, δεν τολμάω ούτε να τα πω. Ακόμη μουδιασμένο είναι!» του είπε χαμογελώντας δείχνοντάς το μουνάκι της.
«Ε, το ταλαιπωρήσαμε πολύ εχθές. Και δεν ήταν μαθημένο στο ζόρισμα, το καημένο».
«Σήμερα θα το ταλαιπωρήσουμε;» Τον ρώτησε παιχνιδιάρικα.
Ο Νικηφόρος πλημμύρισε ανακούφιση και χαρά. Σηκώθηκε όρθιος. 
«Και τώρα δεν πάμε να πάρουμε πρωινό;» Πρότεινε ο Νικηφόρος. «Πεινάω σαν λύκος!» Συμφώνησαν και οι δύο, φόρεσαν κάτι πρόχειρο και κατέβηκαν στην Κουζίνα. Η Άλκηστις, έκανε πάλι τα μαγικά της και το πρωινό ήταν σε λίγο έτοιμο. 
«Μετά το πρωινό θα ανέβουμε στο χωριό, ξέρω ένα κρεοπωλείο με βιολογικό μοσχάρι.. το φέρνει από το πάνω χωριό… να το προλάβουμε πριν εξαντληθεί.»
Ήταν ένα όμορφο πρωινό και η Άλκηστις είχε μια λάμψη στο χαμογελαστό πρόσωπο της, σημάδι ότι είχε σηκωθεί ικανοποιημένη από το κρεβάτι του άνδρα που ποθούσε φορώντας ένα μίνι κρεμ φόρεμα με ανοιχτή πλάτη που τρελαίνει κόσμο. Τα βλέμματα θαυμασμού και ζήλιας των περαστικών γέμιζαν ικανοποίηση τον Νικηφόρο γιατί δεν είχε καμία αμφιβολία για το ποιος ήταν υπεύθυνος για τα συναισθήματα της.
Σάββατο… γυρίζοντας από το χωριό μαρινάρισαν το κρέας το έβαλαν στο ψυγείο και αναχώρησαν για την παράλια …δυο βήματα από το σπίτι…. να ζήσουν ξένοιαστες στιγμές στην ηλιόλουστη θάλασσα. ...Αργά το μεσημέρι επέστρεψαν στο σπίτι. Ο Νικηφόρος ετοίμασε το μπάρμπεκιου και η Άλκηστις έστρωσε το τραπέζι. Είναι ήδη αργά απόγευμα. Μόλις έχουν τελειώσει το γεύμα τους και η Άλκηστις τον αφήνει μονάχο του στο τραπέζι και τρέχει να αναπαύσει το κορμί της στον μεγάλο καναπέ του σαλονιού. «Έχω αυτή τη γλυκιά κούραση που θέλω να λιποθυμήσω μπρούμυτα στα πλακάκια εκεί ακριβώς που είσαι και να με πάρεις αγκαλιά.» Του λέει…
«Είναι αυτή η γλυκιά αίσθηση που με γαργαλάει… είναι ο άνεμος στο πρόσωπό μας, οι μυρωδιές, η  θάλασσα και ο ήχος των κυμάτων…. Που με νανουρίζει γλυκά. Δώσε λίγο χρόνο χαλάρωσης που θα μου δώσει ενέργεια και ζωντάνια…» Του συνεχίζει.
«Μωρό μου χαλάρωσε λοιπόν και σχεδίασε τι ωραία πράγματα θα κάνουμε τις υπόλοιπες ώρες που είμαστε μαζί.» Της απαντάει.
Έτσι η Άλκηστις χαλάρωσε, άφησε τον εαυτό της ελεύθερο και σε λίγο ένα άσπρο σύννεφο την ταξίδεψε…. και πολύ σύντομα βυθίστηκε σε έναν βαθύ γλυκό ύπνο…
Η  Άλκηστις όχι μόνο κοιμήθηκε το απόγευμα αλλά ξύπνησε γεμάτη ενέργεια και ένιωθε να θέλει να πετάξει!!
«Ο απογευματινός υπνάκος είναι ότι καλύτερο.» Του λέει. Σηκώθηκε και του ζήτησε μια αγκαλιά, ένα φιλί…
«Είναι η ώρα που πέφτει ο ήλιος» της λέει «και το ηλιοβασίλεμα χαρίζει τις πιο ρομαντικές στιγμές της ημέρας και μας γεμίζει με υπέροχα συναισθήματα, όπως και τα χρώματα που αλλάζει ...Λοιπόν τι λες θα πάμε να κολυμπήσουμε στις μαγικές αντανακλάσεις του; Ποτέ μην σπαταλάς χρόνο για να κάνεις κάτι ασήμαντο, όταν εκεί έξω υπάρχει η θάλασσα κι ένα ηλιοβασίλεμα που μπορείς να το απολαύσεις.»
Αφού κολύμπησαν στην άδεια παραλία για καμπόση ώρα παιγνιδίζοντας σαν μικρά παιδιά μέσα στο νερό η Άλκηστις  κάνει την κίνηση και κολλάει πάνω του. Ήθελε να βγάλει τον πούτσο του να της παραμερίσει το μαγιό και να την πάρει εκεί στα όρθια μέσα στο νερό.
«Όχι εδώ μωρό μου.... της ψιθύρισε στο αυτί. Εδώ μπορεί να μας δει κανένα μάτι.»
Την ώρα που ο ήλιος έδυε και χρωμάτιζε για ύστατη φορά τον ουρανό τους βρήκε τώρα να παιχνιδίζουν και να ερωτοτροπούν κάτω από το νερό στο εξωτερικό ντους του σπιτιού, με ένα πηγαίο τρόπο, γεμάτο ζωή.
«Μωρό μου ηρέμησε, θα γίνουμε θέαμα.»
Τον άφησε και μπήκε στο σπίτι όταν όχι μόνο του χαμογέλασε αλλά του έβγαλε και  κοροϊδευτικά τη γλώσσα.
Η Άλκηστις έβγαλε το βρεγμένο μαγιό της έβαλε μια πετσέτα γύρω της και άπλωσε το μαγιό μ’ αυτό του Νικηφόρου στα κάγκελα του κάτω μπαλκονιού. Ο Νικηφόρος με την βερμούδα γυμνός επάνω ασφάλισε το σπίτι και ξεκίνησε ν’ ανεβεί την σκάλα. Η Άλκηστις άφησε την πετσέτα έμεινε γυμνή και έτρεξε πίσω του, τον έφτασε και τον καβάλησε γυμνή με το στήθος της στην πλάτη του τύλιξε το πόδια της στην μέση του. Αφήνοντας ελεύθερο το ένα της χέρι και γέρνοντας το κορμί της προσπάθησε να το χώσει μέσα στη βερμούδα του ψάχνοντας το θηρίο.
«Κορίτσι μου θα πέσουμε και θα γίνει κανένα άσχημο ατύχημα.» Της λέει.
Του έδωσε ένα παιχνιδιάρικο δάγκωμα στην πλάτη και απαλά φιλιά γύρω από το αυτί για να τον προϊδεάσει για το τι έπεται στην συνέχεια, ενώ ο Νικηφόρος ένιωθε τις θηλές από τα βυζιά της να του τρυπούν το δέρμα.
«Πολύ συγκρατημένο σε βλέπω. Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι τελειώσαμε με μια βραδιά;» του λέει..
 Φτάνοντας στην κρεβατοκάμαρα ο Νικηφόρος έκλεισε την μπαλκονόπορτα και το παράθυρο. Όταν τον ρώτησε γιατί κλείνει τις μπαλκονόπορτες και τα παράθυρα της απάντησε:
«Σαββατόβραδο μωρό μου, έχουμε και αγώνα με μεγάλη ένταση, έρχεται και κόσμος στα απέναντι σπίτια κι εσύ στη διάρκεια τω αγώνα παρασύρεσαι και φωνάζεις δυνατά τα γκολ. Πού να σε πάω;»
«Δεν ξέρω τι έχω πάθει μαζί σου, όμως δεν μπορώ να σταματήσω να σε σκέφτομαι....Κάθε πρωί που ξυπνάω, και κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ είσαι η μόνη μου σκέψη.... Τι μου έχεις κάνει μου λες;» Την άκουσε να τον ρωτάει και σίγουρα δεν περίμενε απάντηση.
«Γλυκό κορίτσι αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις σχέση, η ότι έχεις απλά μια σχέση επιδερμική. Σωστά;»
Αμέσως σαν αστραπή της ήλθε στο μυαλό ο Αρχιτέκτονας ο γκόμενος της Εριφύλης και στη στιγμή άρχισε να πλάθει μελλοντικά ερωτικά σενάρια στο μυαλό της που σκέφτεται ότι θα κάνουν πιο εύκολη την ερωτική τους σχέση εάν ευοδώσουν. Το να αποτύχει το σχέδιο δεν της περνάει από το μυαλό γιατί αισθάνεται ότι ο Νικηφόρος την θέλει σαν τρελός και άλλο τόσο τον θέλει και αυτή.
«Γνωρίζω κάποιον, μιλάμε καμία φορά στο τηλέφωνο για ενδιαφέροντα κλπ μου φαίνεται ΟΚ τύπος άλλα δεν υπάρχει κάτι, πέρα από μια απλή γνωριμία.»
«Στο τηλέφωνο!;»
«Ναι είναι στο Λονδίνο και θα 'ρθει τέλος καλοκαιριού.»
«Και εσύ πως τον γνώρισες;»
«Τον γνώρισα σε μια γκαλερί ζωγραφικής.»
«Δεν το ήξερα ότι έχεις και εσύ το μικρόβιο της ξαδέρφης σου.»
«Απεναντίας. Εγώ είμαι της μουσικής. Άλλωστε το ξέρεις.»
«Ναι γι αυτό και απόρησα.»
«Η ξαδέρφη είναι η υπεύθυνη για την γνωριμία. Απλά συστηθήκαμε αλλάξαμε τηλέφωνα και μέχρι εκεί γιατί αναχώρησε την επόμενη. Από τότε υποτίθεται πως έχουμε κρατήσει μία φιλική θα έλεγα σχέση μεταξύ μας.»
«Και η Εριφύλη πως τον γνώριζε.;»
«Είναι ένας νεαρός Αρχιτέκτονας με χόμπι ταυτόχρονα τη ζωγραφική. Μια εποχή είχε επισκεφτεί το εργαστήρι ζωγραφικής που δραστηριοποιείται η ξαδέρφη και τον εντυπωσίασε που μια τόσο νέα και όμορφη γυναίκα ζωγραφίζει τόσο εμπνευσμένα. Γνωρίστηκαν καλύτερα και εκθειάζοντας το ταλέντο της την προσκάλεσε να παραστεί στα εγκαίνια έκθεσης ζωγραφικών έργων όπου παρουσίαζε και δυο τρεις δικούς του πίνακες. Μάλιστα τις έδωσε τρεις προσκλήσεις εάν είχε και παρέα ευχαρίστως ήταν ευπρόσδεκτοι..»
«Όταν μου λες πως γνωρίστηκαν καλύτερα, ποιο από όλα τα ταλέντα της εκθείασε; Ο Αρχιτέκτονας!»
«Λογικά οι Αρχιτέκτονες και οι ζωγράφοι την ομορφιά και τις σωματικές αναλογίες δεν εκτιμούν;» Του λέει κοιτώντας τον λάγνα με αυτό το παιχνίδισμα, την όρεξη, την ζωντάνια και τη νεανική ενέργεια και ταυτόχρονα του σφίγγει με το χέρι της τον πούτσο του.
«Δηλαδή μπορεί και να την ζήτησε να του ποζάρει σαν γυμνό μοντέλο στο εργαστήριο του;»
«Ααα λες; Αυτό δεν το σκέφτηκα. Διόλου απίθανο. Την φαντάζεσαι την Εριφύλη να ποζάρει γυμνή και να σου ζητήσει ν' αγοράσεις το γυμνό της πίνακα για το σαλόνι σας; Αλλά δεν νομίζω αν συνέβαινε θα μου το 'λεγε.» Και συνεχίζει να παίζει με τον πούτσο του.
«Τελικά πήγατε παρέα στην έκθεση;»
«Ναι! Ήταν και η Ελπινίκη μαζί μας. Στην αρχή ένιωσα κάπως έξω από τα νερά μου, όταν είδα τις κυρίες περιποιημένες στη τρίχα και κομψά ντυμένες με τον κατάλληλο τρόπο, ώστε να μπορούν να γοητεύσουν ιδιαίτερα. Η Εριφύλη φορούσε μια Μίντι μαύρη στενή φούστα, με ένα λευκό δαντελένιο πουκάμισο επάνω. Μαύρο καλτσόν, γόβες με ψηλά τακούνια και ένα κόκκινο σακάκι. Το μαύρο δαντέλα σουτιέν που φορούσε προκαλούσε αντίθεση με την λευκό πουκάμισο και υπερτόνιζε τις βυζάρες της κάνοντας τα βλέμματα των αντρών να γυρίζουν προς το μέρος της. Το ξέρεις ότι είναι μια γυναίκα που δεν περνάει απαρατήρητη.
Συνήθως όταν την ακολουθούσα ντυνόμουν απλά. Τότε δεν ξέρω τι μ' έπιασε και δοκίμασα ότι είχα και δεν είχα. Τίποτα δε μ΄ άρεσε. Στο τέλος διάλεξα από την φτωχή γκαρνταρόμπα μου ότι πιο καλό και σέξι υπήρχε και αυτό ήταν ένα μικρό μαύρο φόρεμα όχι αρκετά επίσημο μα αρκετά σέξι».
«Πολύ παράξενο πως και δεν μου το έχει αναφέρει η Εριφύλη τη γνωριμία της με τον αρχιτέκτονα! Και! Πήγατε. Για πες μου τι είδατε εκεί.;»
«Μπαίνοντας στην είσοδο ο Αρχιτέκτονας όταν μας είδε το μεγάλο και διαχυτικό χαμόγελο του τον έκανε να αστράφτει και κατευθύνθηκε προς το μέρος μας. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν ότι με τις κυρίες γνωριζόταν αρκετά καλά. Την Εριφύλη όμως με το που την είδε φωτίστηκε ιδιαίτερα το πρόσωπό του. Την αγκάλιασε με ιδιαίτερη θέρμη πολύ τρυφερά, χωρίς να φοβάται να το δείξει. Την κοιτούσε και έλιωνε, ήταν φανερό ότι του έχει κλέψει την καρδιά. Μιλάμε και αυτός εντυπωσιακός άνδρας. Στο ύψος σου. Στιβαρός όπως και εσύ. Και να δεις έμοιαζε ενός ηθοποιού που είναι φημισμένος για τα προσόντα του. Να κάτι σαν τα δικά σου.» Και του σφίγγει πιο δυνατά τον πούτσο.
«Αργότερα καθυστερημένα ήρθε και ένας ξάδελφος του. Μας τον σύστησε ο Αρχιτέκτονας. Τι να σου λέω, ομορφάντρας κι αυτός με ανεπιτήδευτο στυλ, το ντύσιμο που λατρεύω στον άντρα, τζιν, μακό μπλουζάκι, γαμάτες μπότες, δερμάτινο μπουφάν. Και γούσταρα διπλά, που αν και μεγαλοστέλεχος εταιρίας φορούσε αυτά τα ρούχα.
Μας κοίταζε και τις τρεις και σκεπτόταν πως θα γίνει να μας πηδήξει όλες. Ήταν γεγονός πως γυάλισε το μάτι του περισσότερο νομίζω για μένα από την πρώτη στιγμή. Ο Αρχιτέκτονας έπιασε αγκαζέ την Εριφύλη σαν να του έλεγε. Αυτή είναι δική μου και μην τολμήσεις μακριά τα χέρια σου, την πήρε αγκαζέ απομακρύνθηκαν και έμεινα εγώ η Ελπινίκη και ο ξάδελφος.
 Η Ελπινίκη σύντομα βρήκε κάποιο γνωστό της έπιασαν την κουβέντα και έμεινα αμανάτι με τον ξάδελφο «να παίρνει μάτι», τα μπούτια μου. Καθίσαμε κάπου απόμερα να του τα δείχνω καλύτερα. Με έτρωγε με τα μάτια του από πάνω ως κάτω. Κάθισα σε μία καρέκλα και απολάμβανα ένα ποτήρι δροσιστικό κοκτέιλ. Το μίνι που φορούσα αποκάλυπτε τα καλλίγραμμα πόδια μου και όχι μόνο. Πιάσαμε συζήτηση γι άσχετα θέματα και απολαμβάναμε ο ένας την παρέα του άλλου, αλλά ταυτόχρονα όλο και γύριζε επιδέξια την κουβέντα και ρωτούσε για την ξαδέλφη μου ήταν φανερό ότι την γουστάριζε. Το είπαμε η ξαδέρφη είναι μια γυναίκα που δεν περνάει απαρατήρητη. Ήταν σίγουρα γοητευτικός άνδρας. Αρρενωπός, με καταπληκτικό και γεροδεμένο σώμα, και μία φωνή που σε μάγευε. Δεν το κρύβω μια γλυκιά ανατριχίλα πέρασε από το κορμί μου. Τι άντρας ήταν αυτός;
Αν μου ζητούσε να πάμε σπίτι του μετά, θα του έλεγα «ναι» σε όλες τις γλώσσες. Το βρακάκι μου είχε γίνει τόσο μούσκεμα, που ήθελα να πάω στην τουαλέτα και να το βγάλω.
«Και. Τι έγινε στη συνέχεια;»
«Εεε να τελικά ούτε τα τηλέφωνα μας δεν ανταλλάξαμε γιατί του κόλλησε στρείδι μια γνωριμία του από τα φοιτητικά του χρόνια στα αμφιθέατρα και με άφησε στα κρύα του λουτρού. Όμως με τον Αρχιτέκτονα με κομψό και ευγενικό τρόπο παρουσία της Εριφύλης και της Ελπινίκης ανταλλάξαμε τηλέφωνα ώστε να με βοηθούσε να παρακολουθήσω κάποια προγράμματα Εράσμους στην Αγγλία. Δεν σου κρύβω ότι  έχοντας γίνει μάρτυρας σε κάποιο ιδιαίτερα προσωπικό ερωτικό συμβάν του Αρχιτέκτονα είχα καυλώσει φοβερά και αυτός το γνώριζε και πλέον μου την έπεφτε. Δεν μπορώ να πω με φλέρταρε με τακτ και πολιτισμένα. Τελειώνοντας την επίσκεψη μας ζήτησαν να μας συνοδεύσουν και να πάμε κάπου παραλιακά για ψάρι, και στη συνέχεια ότι προκύψει αλλά η Εριφύλη με την Ελπινίκη έπρεπε να γυρίσουν και έτσι έμεινε η γνωριμία μου μαζί τους στο ξεκίνημα. Την επόμενη αναχώρησαν για Λονδίνο και έχουμε μείνει στο επαναδείν.»
«Ώστε ο Αρχιτέκτονας και η Εριφύλη κάποια στιγμή απομακρύνθηκαν. Και πόσο μακριά πήγαν ρε Άλκηστις.»
«Δεν ξέρω. Σάμπως πρόλαβα να τους ρωτήσω!»
«Δηλαδή μπορεί και να πήγαν να κάνουν σεξ στα κρυφά; να πήγαν να βγάλουν τα μάτια τους.»
«Ηρέμησε Μωρό μου. Εκεί γύρω τριγύριζαν. Άλλωστε ήταν ένας από τους οικοδεσπότες της έκθεσης δεν γινόταν να απουσιάζει για πολύ από την αίθουσα. Ήταν συνεχώς περικυκλωμένος από κόσμο. Απλώς δεν έχανε την ευκαιρία να βρίσκεται δίπλα της και να της δείχνει τον θαυμασμό του.»
«Μόνο τον θαυμασμό του της έδειχνε;»
«Εκείνη την ήμερα; Μμμμ! Σίγουρα θα έλεγα ότι της έδειχνε τις ικανότητες του και τα ταλέντα του σαν ζωγράφος. Τώρα για υπόλοιπα τι να σου πω! Δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά τι άλλο της έδειχνε όλο αυτό τον καιρό που τον γνώριζε. Ίσως όταν τον επισκεπτόταν και στο ατελιέ του να της έδειχνε αυτά που την ενδιέφεραν περισσότερο στις καλλιτεχνικές τους απασχολήσεις! Τα πολύ ενδιαφέροντα εργαλεία του.»
«Τα εργαλεία του ε! Καλά! Προκειμένου να βάλεις το χέρι σου στη φωτιά και να καείς σε προτιμώ αρτιμελή. Για λέγε μου τώρα εσύ γιατί με μπερδεύεις;. Εσύ με ποιον είχες επαφή με τον ξάδελφο του η με τον Αρχιτέκτονα;.»
«Με τον ξάδελφο τα πράγματα δεν πήγαν από το καλό στο καλύτερο από την αρχή και δεν είχε αίσιο τέλος το εφήμερο φλερτ. Το πρώτο που έκανα είναι να ψαρέψω τι συμβαίνει με την Εριφύλη και τον Αρχιτέκτονα. Και φυσικά από τα συμφραζόμενα κατάλαβα η Εριφύλη ήταν φανερό ότι ήταν η μεγάλη καψούρα του του αρχιτέκτονα.»
«Εεε να τα πάλι με την Εριφύλη και τον Ζωγράφο η τέλος πάντων τον Αρχιτέκτονα. Άλκηστις σαν και άρχισα να νιώθω παράξενα και να μου μπαίνουν παράξενες σκέψεις στο μυαλό.»
«Σαν πολύ το σκέπτεσαι. Και με φέρνεις και μένα σε δύσκολη θέση.»
«Έχω ένα μεγάλο ελάττωμα: Να σκέφτομαι πολύ! .»
«Μωρό μου!» Την ακούει να του ψιθυρίζει στο αυτί και να του το γλείφει αργά ενώ το χέρι της παίζει αργά-αργά τον πούτσο, που είναι πάλι σκληρός. «Έχω πάρει φωτιά! Σε θέλω τόσο πολύ!»
«Μα και εγώ ξέρεις πόσο σε θέλω Μωρό μου αλλά μυστήριο είσαι για μένα όταν μου λες ότι σε φέρνω σε δύσκολη θέση.» Και ο Νικηφόρος την κατάλαβε τι είναι αυτά που δεν θελει να του πει. Είχε ακούσει κιόλας κάτι διαδόσεις σχετικές και την ενθάρρυνε να εξηγηθεί. Δεν ήξερε η Άλκηστις, δεν τολμούσε- δεν ήξερε έναν τέτοιον λόγο πώς να πει στο Νικηφόρο ότι η Εριφύλη του τον απατούσε όταν αυτός ταξίδευε στις θάλασσες τις μακρινές. 
«Αυτές οι κουβέντες είναι πάντα δύσκολες και με φέρνεις σε δύσκολη θέση γιατί για μένα η Εριφύλη είναι αδελφή μου… Είναι ένα ιδιαίτερο κομμάτι της ζωής μου. Δεν μπορώ να μιλήσω ελεύθερα.»
«Αλήθεια δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να σε φέρω σε δύσκολη θέση αλλά ακόμη αγάπη μου δεν κατάλαβα τι θέλεις να μου πεις.»
.......  Σ' αυτό το σημείο ο Νικηφόρος δεν θέλησε να πιέσει περισσότερο την Άλκηστις. Φαντάστηκε τι περίπου πιθανόν να ήταν αυτό που δυσκόλευε την Άλκηστις να του εκμυστηρευτεί και δεν μίλησε. Απεναντίας νιώθει μια περίεργα έντονη ηδονική έξαψη. Φαντάστηκε την Εριφύλη, λάγνα, παθιασμένη για άγριο σεξ δεν άργησε να καταλήξει στο κρεβάτι να συνευρεθεί ερωτικά και να ικανοποιείται σεξουαλικά με τον αρχιτέκτονα σαν εραστή της.
Το γνώριζε πως της Εριφύλης οι σεξουαλικές ορμές είχαν μια αστείρευτη ζωτικότητα και εξέπεμπαν ενέργεια όπως αυτής που αιωρείται στην ατμόσφαιρα έπειτα από μια τροπική καταιγίδα. Ήταν γεμάτη υγρασία, θέρμη και ώριμη πληθωρικότητα. Πάντως, προς μεγάλη του έκπληξη, η σκέψη της Εριφύλης μ΄ άλλον  αγκαλιά στο κρεβάτι τον είχε ανάψει. Δεν υπήρχε περίπτωση να της το πει, όμως. 
Της Άλκηστις ο Νικηφόρος της δηλώνει πόσο πολύ του έχουν εξάψει τη φαντασία τα υπονοούμενα της και τον καυλώνει η σκέψη πως πιθανώς να γαμιόταν η Εριφύλη του με τον εραστή της.
«Καυλώνεις αγόρι μου όταν φαντάζεσαι τα κατορθώματα της και πως ίσως γαμιόταν η Εριφύλη σου; Γουστάρεις να φαντάζεσαι πως σου πηδάνε τη γυναίκα σου;»
«Ναι! Μωρό μου! Και στο κάτω – κάτω δεν είμαι ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος άντρας στον κόσμο που καυλώνει με τη φαντασίωση πως η συντροφος του γαμιέται με κάποιον προικισμένο γαμιά. Έτσι δεν είναι;»
«Καυλιάρη μου, είσαι σίγουρος σ' αυτό που λες; Το πιστεύεις στ' αλήθεια και το δέχεσαι.; Εγώ ξέρω ότι οι άνδρες – τουλάχιστον πλειοψηφικά- συνηθίζουν να λένε «Αμάξι και γυναίκα δεν δανείζονται».»
«Ξέρεις Μωρό μου, η ζωή παίζει πολλές φορές παράξενα παιχνίδια! Τον τελευταίο χρόνο, μετά από κάποιες φωτογραφίες που έλαβα μου είχε γίνει έμμονη ιδέα ότι η Εριφύλη με κερατώνει. Σκεφτόμουν ότι ίσως μου ξένο-πηδιόταν και περιέργως ερεθιζόμουν. Μην με κοιτάς έτσι έκπληκτη! Και όμως είναι πέρα για πέρα αλήθεια. Τη φαντάζομαι στα μεγάλα ταξίδια μου να κάνει σεξ με άλλον άνδρα και καυλώνω με αυτή την φαντασίωση! Την ώρα που σκεφτόμουνα αυτά, ένιωθα τον πούτσο μου να πρήζεται ανάμεσα στα σκέλια μου. Όσο  εγώ, έφτανα να κάνω στα κρυφά απαγορευμένες σκέψεις για την ίδια μου τη γυναίκα και η φαντασία μου ταξίδευε τόσο η πούτσα μου σκαρφάλωνε στον αφαλό μου από την καύλα και όχι μόνο δεν είχα πρόβλημα με τις όνειρο-φαντασίες μου, άλλα τις απολάμβανα κιόλας. Με είχαν εξιτάρει, με είχαν διεγείρει αυτές οι φαντασιώσεις. Φανταζόμουν την Εριφύλη μου να γαμιέται με άλλον άνδρα κι εγώ ένιωθα μια ηδονική ένταση να πλημμυρίζει το είναι μου. Μια ηδονική, καταλυτική ένταση. Παράξενο αλλά έτσι ένοιωθα εκείνες τις στιγμές. Ο πούτσος γινόταν τόσο σκληρός όσο ποτέ πριν. Έκλεινα τα μάτια και έφερνα στην φαντασία μου την εικόνα με το μωρό μου στημένη στα τέσσερα, να γαμιέται πισωκολλητά να βογκάει παθιασμένα και να σφαδάζει με τον πούτσο καρφωμένο μέσα της!. Τη φανταζόμουν μπρούμυτα στα τέσσερα με τους αγκώνες σ’ ένα μαξιλάρι και το κεφάλι της όρθιο να κοιτάζει μπροστά τον τοίχο της κρεβατοκάμαρας. Τα μάτια της γλαρωμένα, το στόμα της μισάνοιχτο, να τρέχουν τα σάλια απ’ το πλάι. Τι καύλα Θεέ μου! Αυτός γονατιστός από πίσω της με τα χέρια του να σφίγγει τη λεκάνη της από τα πλάγια και να τη σπρώχνει προς το μέρος του πούτσου του. Τον πούστη τον φανταζόμουν καλό γαμιά και τεχνίτη του σεξ. Την γαμούσε και την έκανε να υποφέρει. Έμπαζε το χοντρό καυλί του βαθιά μέσα της, το κράταγε έτσι λίγα δευτερόλεπτα και μετά το έβγαζε όλο έξω. Κι όταν το έχωνε ξανά μέχρι τα βάθη της, κρατώντας την από τους γοφούς με τα δυο του χέρια το μουνάκι της Εριφύλης μου έβγαζε υγρούς ήχους καθώς τα αρχίδια του αντηχούσαν χτυπώντας πάνω στα χειλάκια του μουνιού της. 
«Γουστάρεις  καριολίτσα; Βλέπεις πώς γαμάνε οι αληθινοί άντρες;» της έλεγε βραχνά, χουφτώνοντας έμπειρα τα βυζάκια της, τσιμπώντας τις ρώγες με μανία... 
Το γεγονός πως φανταζόμουν πως η Εριφύλη μου γαμιέται με τον εραστή της, δεν μου προξένησε τίποτα δυσάρεστο, παρά μόνο την αρχική λαχτάρα την πρώτη στιγμή που το φανταστικά. Το σημαντικότερο όμως ήταν πως κρυφά μέσα μου ένοιωσα μεγάλη ηδονή κι ο σκληρός πούτσος μου το επιβεβαίωνε. Αλλά τι σου λέω τώρα; Όλοι οι ναυτικοί ξέρουμε πως οι γυναίκες μας γαμιούνται κρυφά, αλλά το κρατάμε εφτασφράγιστο μυστικό. Σιγά-σιγά χωρίς να το θέλω συνήθισα με την ιδέα πως ίσως η Εριφύλη μου γαμιέται, αλλά συνειδητοποίησα πως δεν ήταν και τόσο τραγικό. Τώρα θα μου πεις, πως είσαι σίγουρος πως η γυναίκα σου ξενογαμιέται; Είμαι γιατί η Εριφύλη δεν είναι μια συνηθισμένη γυναίκα. Είναι κυριολεκτικά μουνάρα που λένε. Πρόστυχη μουνάρα. Χρόνια τώρα που είμαστε παντρεμένοι, συνήθισα να βλέπω τους άλλους άντρες να την γδύνουν με τα μάτια τους, κι ας μην τους προκαλούσε. Είναι αυτό που λένε σέξι, με τέλειες αναλογίες κι ένα βλέμμα, που όταν σε κοιτάξει, τρελαίνεσαι και θέλεις να την ξεσκίσεις. Έχει αυτό το πρόστυχο που προκαλεί τον άντρα. Μερικές φορές τραβούσα μαλακία στα πέλαγα κάνοντας χιλιάδες φαντασιώσεις πως γαμιόταν με έναν πουτσαρά. Πάνω στην καύλα μου ήθελα τον γαμιά της να την ξεσκίζει, να την κάνει να λειώνει από καύλα. Και η δική μου καύλα μου ήταν τόσο μεγάλη που είχαν είδη βγει τα πρώτα υγρά πάνω στη βάλανο μου. Καύλωνα και δεν το πίστευα πόσο σκληρός γινόταν ο πούτσος μου, αποχαυνωμένος αυνανιζόμουν και ένιωθα συναρπαστικά, καθώς έπαιζα μανιωδώς τον πούτσο μου και όταν τελείωνα ηρεμούσα απίστευτα.
Η Άλκηστις έχει μείνει άφωνη περιμένοντας τη συνέχεια στις φαντασιώσεις του Νικηφόρου. Γεμάτη περιέργεια τον προτρέπει να συνεχίσει. «Για πες μου! μου αρέσουν οι ερωτικές ιστορίες και εσύ ξέρεις να διηγείσαι τόσο όμορφα σενάρια. Πως ακριβώς φανταζόσουν ότι σε κεράτωνε η Εριφύλη;.
....Ο Νικηφόρος δεν της χαλάει χατήρι της Άλκηστις και άρχισε να της λέει τις ερωτικές φαντασιώσεις του που αφορούν την Εριφύλη, προσπαθώντας ταυτόχρονα μέσα από την αφήγηση του να δικαιολογήσει την απιστία της Εριφύλης του στην ξαδέρφη της.
..Εγώ με το επάγγελμα που επέλεξα απουσιάζω από την οικογενειακή μας εστία ταξιδεύοντας στις θάλασσες της υφηλίου για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, και όπως καταλαβαινεις η ξαδέρφη σου στη μοναξιά της δεν ζει και και τις πιο ευτυχισμένες στιγμές στο γάμο στα δροσερά είκοσι οκτώ της χρόνια και με τις σεξουαλικές της ανάγκες στο φόρτε της έχοντας να γαμηθεί (να δει χαρά στα σκέλια της) για μήνες που εγώ απουσίαζα και οι καύλες της χτύπαγαν κόκκινο. Ειδικά τις στιγμές εκείνες που άρχιζε το γαργαλητό ανάμεσα στα πόδια της, ένιωθε το στήθος της έτοιμο να εκραγεί, με  τις θηλές της να έχουν σκληρύνει τόσο που την πονάνε και μια ύπουλη υγρασία ν' απλώνεται στο εσώρουχό της; Είναι τόσο ερεθισμένη, και τόσο ανίκανη να συγκρατήσει τον εαυτό της ώστε αναζητάει έναν πούτσο να της πάρει εδώ και τώρα αυτό το γαργαλητό. Η φαντασία της οργίαζε και το μουνί της αρχίζει αμέσως να πάλλεται, έτοιμο για άγριο και δυνατό γαμήσι. Πραγματικά χρειαζόταν επειγόντως γαμήσι να χαλαρώσει και να ικανοποιηθεί η ερωτική της διάθεση. Παθιασμένο το κορίτσι μου ονειρεύεται ένα έντονο ζευγάρωμα σε ελεύθερη σχέση χωρίς δεσμεύσεις με έναν ενεργά δραστήριο εραστή να την παρασύρει σε ερωτικές περιπέτειες που δεν έχει ξαναζήσει. Χρειαζόταν έναν εραστή ο οποίος θα την παρασύρει στις απολαύσεις της σάρκας διατηρώντας πάντα αποστάσεις ασφαλείας!
 Η υποψία μου ότι πιθανώς η Εριφύλη με κεράτωνε ξεκίνησε όταν άρχισα να περιεργάζομαι τις φωτογραφίες της βάπτισης του γιου των κουμπάρων μας του Αλέκου και της Νικολέτας που ήσασταν καλεσμένοι η ξαδέρφη σου και η αφεντιά σου. Τις φωτογραφίες μου τις έστειλε η Εριφύλη στο πλοίο. Είχε μπει και η άνοιξη όταν έγινε το μυστήριο, η  Εριφύλη ήταν πανέμορφη αλλά και στο ντύσιμο εξαιτίας της γυναικείας φιλαρέσκειας ξεχώριζε η «πουτάνα» Έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που την κάνουν να ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος.
«Όντως η ξαδέρφη ήταν καυτή ύπαρξη εκείνη την ήμερα το θυμάμαι και εγώ. Και στο ντύσιμό της! Γυναίκα με φινέτσα, γεμάτη ερωτισμό με διακριτική συμπεριφορά. Ήταν αυτό που λέμε εξαιρετικά γοητευτική. Ότι κι αν βάλει η ξαδέρφη μου μιλάει απάνω της!» Συμπληρώνει η Άλκηστις περιμένοντας ανυπόμονα τη συνέχεια για τις υποψίες του Νικηφόρου.
Αφορμή που έδωσε τροφή στις ήδη υποβόσκουσες υποψίες μου, στάθηκαν λοιπόν οι φωτογραφίες που παρέλαβα στο πλοίο.. Παρατήρησα τον νεαρό άνδρα που ήταν στο τραπέζι σας, πως τον κοίταζε και το βλέμμα της να στέλνει ερωτικές υποσχέσεις και να υπόσχεται διαθέσεις για αμαρτίες και ερωτικά παιχνίδια. Ηταν φανερό ότι  δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό και μες στην χαρά της ημέρας βρήκε την ευκαιρία να του δείξει τις ερωτικές της διαθέσεις. Μόνο στα ίσα δεν του το έλεγε αλλά το εννοούσε. «Είμαι έτοιμη για όλα! Θα σου ρουφήξω τον πούτσο σαν ζαχαρωτό! Απόψε θέλω πολύ να με γαμήσεις. Αλλά και αυτός με το που έριχνε το βλέμμα του επάνω της, λαμποκοπούσε ολόκληρος. Το βράδυ που πήγα για ύπνο στην καμπίνα μου, ήμουνα καυλωμένος! Έβλεπα μία μια τις φωτογραφίες με κάθε λεπτομέρεια και έπαιζα μανιωδώς τη πούτσα μου μέχρι που έχυσα για πάρτη τους. 'Όμως αυτή τη φορά ο γαμιάς της Εριφύλης στη φαντασία μου δεν ήταν ο «άγνωστος γαμιάς». Για μένα ήταν τελείως ξεχωριστό κι ανατρίχιασα όταν συνειδητοποίησα πως αυτό που με διέγειρε στο κατακόρυφο, ήταν πως φανταζόμουν πως ο γαμιάς της ήταν υπαρκτό πρόσωπο από το περιβάλλον μας.»
 «Μιλάς σοβαρά τώρα; Τι να πω… Νομίζω ότι είσαι υπερβολικός.»
 Είμαι υπερβολικός; Δεν νομίζω! Δες τις φωτογραφίες σε πρώτη ευκαιρία και πρόσεξε τον τρόπο που την κοιτά κάποιος άνδρας και πως του το ανταποδίδει μ' ένα καυλιάρικο υφάκι! Ήταν σαν να μην υπήρχε κόσμος εκεί. Φαίνεται στα πρόσωπα τους ο ερεθισμός της καύλας μπερδεμένη με την ενοχή. 
Ο ενθουσιασμός και το πάθος Μωρό μου ο πόθος τους δεν κρυβόταν με τίποτα και όπως του το του ανταπέδιδε δεν γινόταν άντρας να της αντισταθεί. Στο σεξ Μωρό μου δεν πρέπει να υπάρχουν ταμπού και τέτοια πράγματα. Πρέπει να είσαι ελεύθερος να εκφραστείς και να ζητήσεις ακριβώς αυτό που θέλεις! Όλοι είμαστε προϊόντα του σεξ ξαδερφούλα μου. Όμως, το σεξ δεν αποτελεί μόνο μια διαδικασία αναπαραγωγής, άλλα ταυτόχρονα αποτελεί πηγή χαράς και απόλαυσης προκαλώντας συναισθήματα ευεξίας και χαλάρωσης, μειώνοντας το άγχος και βελτιώνοντας τη διάθεση, αλλά είναι και αιτία απογοήτευσης όταν το στερείσαι. Άλκηστις η σεξουαλικότητα της  Εριφύλης είναι έντονη και οι ανάγκες της σε αυτόν τον τομέα πολλές και έχει μονίμως ανάγκη την ερωτική απόλαυση και ταυτόχρονα ερεθίζεται από τον κίνδυνο και τις απαγορευμένες απολαύσεις. Υποθέσω πως αφού εγώ δεν μπορούσα να της προσφέρω αυτήν την ευχαρίστηση στο σώμα και την ψυχή της ίσως τελικά η ξαδέρφη σου να ενεργοποίησε όλη την καταπιεσμένη της λίμπιντο και να έβγαλε την πεινασμένη για σεξ καύλα της με κάποιον εφήμερο εραστή της; Γιατί όπως όλοι μας, καμιά φορά άμα η καύλα ξεφεύγει και δεν συγκρατιέσαι επειδή είσαι δεσμευμένος. 
«Και τι συμπέρασμα έχεις βγάλει; Δηλαδή θέλεις να πεις ότι οι καύλες της Εριφύλης είχαν ήδη ξεφύγει και είχε όντως εραστή;» 
«Ναι, ρε Μωρό μου, αυτό θέλω να σου πω! Γιατί, το βρίσκεις αδιανόητο;.» 
«Αδιανόητο; Όχι! Αλώστε το κέρατο φύλο δεν κοιτά και έχει συμβεί και στις καλύτερες οικογένειες. Για να μου το λες ότι η Εριφύλη είχε εραστή και το αδιανόητο γίνεται Αυτονόητο, κάποιες υπόνοιες θα είχες κατά νου, κάτι θα είχες μυριστεί σχετικά!»
.... Η παντρεμένη γυναίκα Μωρό μου που άνοιξε τα πόδια της στον εραστή της όσο και να προσπαθήσει να προσποιηθεί την αδιάφορη πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να προδοθεί. Βέβαια και ο πιο παθιασμένος έρωτας, η πιο καυλωμένη καψούρα, όταν στηθεί πάνω στο στρώμα του κρεβατιού σου, από την περπατημένη κυρία εύκολα εξαφανίζονται τα σημάδια της παρανομίας στο πρόσωπο της. Το δύσκολο είναι να κρύψει εντελώς τα ίχνη της απιστίας όταν η κυρία πλακωθεί στις εξοχές και τα ξενοδοχεία. Εκεί είναι που η ενοχή, σκαρφαλώνει στα μάγουλά της, στα μάτια της, και δεν της φεύγει ο φόβος μήπως την υποψιαστούν. Γι’ αυτό σου λέω η  Εριφύλη δούλευε καλά τη σχέση της στα σεντόνια του κρεβατιού μας. Ξάπλωναν επάνω τους κι άρχιζαν τα όργανα  Όλα να παίζουν. Κορμιά, χέρια, χείλη, όλα ένα πράμα. Το λεγόμενο Κυρία έξω και Γκόμενα στο κρεβάτι εδώ ταιριάζει γάντι.
«Και ποιος ήταν αυτός ο νεαρός άνδρας στη φωτογραφία που πιστεύεις ότι γαμιόταν η ξαδέρφη. Και το έμαθες ότι όντως συνέβει;»
«Μπορεί να μην το έμαθα αλλά το υποψιαζόμουν! Θα μου πεις καλά τώρα χαλάρωσε! Μπορεί όλο αυτό το σενάριο να είναι απλά στην φαντασία σου. Και εγώ ο αφελής σε ρωτάω! Ποιος κερατάς έμαθε ποτέ του την πραγματική αλήθεια άραγε;»
«Εγώ τον ξέρω; Ποιος ήταν ο άνδρας στις φωτογραφίες που λες.»
«Προφανώς ναι, τον ξέρεις! Θες να μάθεις και την συνέχεια;»
«Με ανυπομονησία περιμένω να ξεκινήσεις την ιστορία σου. Έλα πες μου, ξέρεις ότι μου αρέσουν αυτές οι ιστορίες με τους κερατωμένους συζύγους. Και σε ποιον δεν αρέσουν αλήθεια; Όταν μάλιστα περιγράφονται με λεπτομέρεια που κάνουν τη διαφορά, φωτογραφίζοντας τις στιγμές με μεγαλύτερη ακρίβεια και από την φωτογραφία!».
«Θυμάσαι εκείνον το νεαρό το φοιτητή, που ήταν κολλητός με τον αδελφό της;  που έφυγε πρόσφατα για μεταπτυχιακό στη Γαλλία;»
«Ναι πως δεν τον θυμάμαι! Τον Φοίβο! Ένα γεροδεμένο ψηλό παλικάρι που μετά από μερικά χρόνια σπουδών σε πανεπιστήμιο της Κροατίας κατόρθωσε να πάρει μεταγραφή στην Πολυτεχνική σχολή στο πανεπιστήμιο της Αθήνας και που είχε πολύ φιλικές σχέσεις με το νεαρό αδελφό της και έμενε ακριβώς δίπλα σας σε μια μικρή γκαρσονιέρα που είχε νοικιάσει τα χρόνια εκείνα της φοιτητικής του ζωής. Μη μου πεις πως υποψιάζεσαι πως ο Φοίβος ήταν εραστής της  Εριφύλης.»
«Ίσως να γαμιόταν και μ' άλλον. Ποιος μπορεί να το πει; Το ξέρεις ότι τη θέλουν όλοι κι εκείνη αν θέλει τους παίζει μια χαρά, τέτοια ψωλανάφτρα που είναι. Εγώ τον μόνο που φαντάζομαι είναι αυτός. Να όπως την φαντάζομαι εκείνο το χρονικό διάστημα, να συνευρίσκεται ερωτικά, με τον νεαρό φοιτητή φίλο και κολλητό του αδελφού της που την προσελκύει σεξουαλικά. 
Όλα πρέπει να ξεκίνησαν μεταξύ τους όταν οι γονείς της παίρνοντας μαζί τους και το μικρο εγγονό τους αναχώρησαν το πρώτο καλοκαιρινό Σαββάτο για διακοπές στο χωριό και ο αδελφός της είχε ήδη αναχωρήσει σε κάποιο νησί απ' όπου καταγόταν το κορίτσι του και θα έμενε όλο του το καλοκαίρι στο νησί. Σκέψου η  Εριφύλη μια καυτή παντρεμένη γυναίκα που διαθέτει τότε όλη τη γοητεία των μόλις είκοσι επτά Μαΐων της, που κάνει τα κεφάλια πολλών αντρών να γυρνούν στο πέρασμα της, με πρωτοβουλία και έξυπνες κινήσεις να δημιουργεί το κλίμα και τις προϋποθέσεις για θετική ερωτική επαφή με τον νεαρό φοιτητή υποδαυλίζοντας την ερωτική του διάθεση ώστε να της εκδηλώσει ερωτικό ενδιαφέρον και να αναπτύσσει στη σχέση τους τέτοια εμπιστοσύνη που να επιτρέπει σαν δύο εραστές να εξομολογούνται με μεγαλύτερη ευκολία τις σεξουαλικές τους επιθυμίες, στρώνοντας τον δρόμο και αφήνοντας χώρο για σεξ στη ζωή τους. 
Η Εριφύλη με βασική της επιθυμία να αποδράσει από την καθημερινή της ρουτίνα και οτιδήποτε της δημιουργεί στασιμότητα αναζητά το απρόοπτο και το συναρπαστικό με τολμηρό και αυθόρμητο τρόπο. Η παρουσία στο στενό περιβάλλον της του νεαρού φοιτητή που η παρουσία του και η σωματική του διάπλαση ήταν τέτοια που έμοιαζε σαν να είχε βγει από διαφήμιση γυμναστηρίου, εξιτάρει το ερωτικό της ενδιαφέρον και νιώθει ανοιχτή στην προοπτική να ξεκινήσει σχέση μαζί του.
Δεν δυσκολεύεται να σαγηνεύσει το νεαρό και ιδιαίτερα όμορφο φοιτητή από την επαρχία και νιώθει μεγάλη ικανοποίηση που τραβάει το ενδιαφέρον του νεαρού αρσενικού και προκαλεί τον θαυμασμό του, όταν του προσφέρει σε κοινή θέα το ντεκολτέ της, τα καλλίγραμμα πόδια της και το διασκεδάζει προκαλώντας τον, έχοντας αντιληφθεί στο βλέμμα του ότι έχει ξυπνήσει έντονα την ερωτική του επιθυμία η ελκυστική της παρουσία και η ομορφιά της. Με τον καιρό γινόταν φανερό ότι τα μάτια του νεαρού δεν ξεκολλάν από τις καλλίγραμμες γάμπες της, ύστερα να ανεβαίνουν στον στρογγυλό και πεταχτό πισινό της, ο οποίος ασφυκτιούσε μέσα στα στενά ρούχα της, στα καστανοκόκκινα σγουρά μαλλιά της που έπεφταν ανέμελα και χάιδευαν τους ώμους και την πλάτη της και τέλος να απολαμβάνει ένα μεγάλο και ζουμερό στήθος να προβάλει λαχταριστό μέσα από τις μπλούζες της και ένα πολύ χαριτωμένο πρόσωπο με πανέμορφα μελιά μάτια, ίσια μυτούλα και δυο ρόδινα χείλια που υπόσχονταν πολλά. Έγιναν φίλοι. Μιλούσαν με τις ώρες. Το γιατί τον εμπιστεύτηκε από την αρχή, δεν μπόρεσε να το εξηγήσει στον εαυτό της. Τόσο γρήγορα και τόσο ανεπιφύλακτα. Μυστήριο! Έτσι αρχίσανε με τον καιρό να συζητάνε σε κάθε επαφή τους, χωρίς σεμνοτυφίες, δισταγμούς και ντροπές να κάνουνε χαβαλέ, να τον πειράζει και να του δίνει συμβουλές και ταυτόχρονα να του παραπονιέται για την ρουτίνα της ζωής της και  του γάμου της. Η οικειότητα μεταξύ τους είχε μεγαλώσει έλεγαν διάφορα για τους εαυτούς τους για τους άλλους, ενδιαφέροντα πράγματα, άλλα χαζά και ανέμελα και την έκανε να ξεχνάει την απαισιοδοξία της και τις μαύρες σκέψεις και το κυριότερο, ένα τέτοιο φλερτ από έναν όμορφο νεαρό, της αναπτέρωνε την αυτοεκτίμηση. Την έκανε να αισθανθεί όμορφη –όχι πως δεν ήταν – ερωτική και διεκδικήσιμη. Ο νεαρός ήταν πάντα ευγενικός μαζί της αλλά με το χρόνο αναστατωμένος στην σκέψη και στην καρδιά του από την ελκυστική παρουσία της  Εριφύλης γίνεται πιο τολμηρός στις προκλήσεις της και άλλο που δεν ήθελε κάποια στιγμή αναλαμβάνει με το νεανικό του σφρίγος να της εκδηλώσει την ερωτική του επιθυμία που θα τη βοηθήσει να ισορροπήσουν οι ορμόνες της, και να της προσφέρει σωματική και ψυχική ευεξία και αυτή να του δίνει όλα όσα αυτός θα μπορούσε ποτέ του να ονειρευτεί. 
Με αποτέλεσμα την εποχή εκείνη να έχει πέσει με τα μούτρα στο μουνί της Εριφύλης και να έχει γράψει εξεταστική περίοδο και βιβλία στ' αρχίδια του...
Μωρό μου σα να τους βλέπω! Στο μυαλό μου σχηματίστηκε αμέσως η εικόνα ενός ζευγαριού, που γρήγορα  βρέθηκαν και οι δύο να θέλουν περισσότερα και ο νεαρός έχει το κίνητρο και τις συνθήκες να σκοράρει κατά ριπάς στο κρεβάτι μας! Βάζω στοίχημα ότι το έκαναν τακτικά. Ο Φοίβος πάντα καυλωμένος. Κι η  Εριφύλη επίσης! Να πηδιούνται πάνω στα μεταξωτά μας σεντόνια.
Όλα φαντάζομαι πως ξεκίνησαν εκείνο το καλοκαιρινό Σαββάτο αφότου έφυγαν οι γονείς της μαζί με τον πεντάχρονο εγγονό τους. Συναντήθηκαν στο πάρκινγκ του γυμναστηρίου που γυμνάζονται αμφότεροι. Ο Φοίβος μόλις είχε παρκάρει το όχημα του και η  Εριφύλη έχοντας τελειώσει το πρόγραμμα της πήγαινε να παραλάβει το δικό της. Ήταν ένα καλοκαιρινό μεσημέρι μ' έναν συνδυασμό ανυπόφορης υγρασίας με καυτό λίβα. Την είδε πρώτος μέσα από τα φιμέ τζαμιά  του αυτοκινήτου του.Για μια στιγμή μένει ασάλευτος στο τιμόνι, αιφνιδιάστηκε, που την είδε μπροστά του γιατί είχε την πληροφορία ότι με τους γονείς της απουσίαζαν ήδη στο χωριό για τις θερινές διακοπές τους. Την παρατηρεί, η εμφάνιση της τον διαπερνάει όπως αν ήτανε πλάσμα της φαντασίας του μόνο, αν ήτανε διαφανής. Το βλέμμα του έπεφτε συγκρατημένα και κάπως διακριτικά στο light blue σκισμένο σορτσάκι μπλουτζίν, (τι τυχερό το σορτσάκι της σκεφτόταν) εκείνο το λίγο πιο «γεμάτο» που κάνει για γραφείο γιατί δεν αποκαλύπτει πολλά και αφήνει στη φαντασία όσα πρέπει, και ελεύθερα τα καλλίγραμμα πόδια να τελειώνουν σ' ένα ζευγάρι λευκά αθλητικά παπούτσια ασορτί τοπ τιραντάκι δαντέλα με ανοικτό ντεκολτέ, ένα ιδανικό κομμάτι, για μια στιλάτη εμφάνιση που στόλιζε το υπέροχο νεανικό καλογυμνασμένο κορμί της, με τον πλούσιο μπούστο. Τα μαλλιά της με την κλασική, πατροπαράδοτη γαλλική πλεξούδα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, επιλογή που τόνιζε το δροσερό, νεανικό και όμορφο πρόσωπο της και κέρδιζε όλα τα βλέμματα κλέβοντας τις εντυπώσεις γιατί η παρουσία της τραβούσε σαν μαγνήτης το αντρικό κοινό. «Είναι όμορφη –πολύ όμορφη.» Σκέφτεται.
Με ένα κορμί τι να λέμε τώρα! Φωτιά στα τόπια! Απίστευτο, όλο καμπύλες, χωρίς καμιά ευθεία, με καπούλια που προκαλούσαν σύγκρυο και τα στήθη της πεταχτά που κόλαζαν άγιο και την Εριφύλη ν' απολαμβάνει τα ηδονικά βλέμματα των ανδρών, που την κοιτάνε και λένε «άι στο διάβολό ώρα που είναι!» αλλά που η φράση δεν κρύβει κακία, αλλά αγάπη και σεβασμό στο κάλλος.
Μα και η  Εριφύλη αιφνιδιάστηκε με την απρόσμενη συνάντηση τους όπως περπατούσε αφηρημένη, σε μονοπάτια της σκέψης τα σκιασμένα από έντονα συναισθήματα όταν ένα αμάξι που κάνει μανούβρα να παρκάρει παραλίγο να τη χτυπήσει. Νευριασμένη είναι έτοιμη να βάλλει τις φωνές στον οδηγό, μέχρι που τον βλέπει να ξεδιπλώνεται μπροστά της και να την καλεί με το όνομα της. Είναι ο Φοίβος πιο ηλιοκαμένος απ' ότι τον ήξερε, ψηλός, σφριγηλός, νέος όλο ζωντάνια,! Η Εριφύλη περιεργάσθηκε μ’ ενδιαφέρον το νέο άντρα. Ήταν πολύ ελκυστικός, φαινόταν δεμένος και αθλητικός και σίγουρα θα είχε επιτυχίες στις γυναίκες. Συνειδητοποιήσε ότι είχε αρκετό καιρό που δεν τον είχε δει, απουσίαζε, το διαμέρισμα του παρέμενε ερμητικά κλειστό. Του χαμογελάει και κατεβάζει το βλέμμα αργά, τον σαρώνει ίσαμε κάτω στους αστραγάλους του, το αίμα κοκκινίζει το πρόσωπο της, τα μάγουλά της. Τον χαζεύει! Διάβολε ήταν πολύ ελκυστικός μέσα στ' ανάλαφρα ρούχα του! Όλες αυτές οι σκέψεις την παρέσυραν προς στιγμήν και άφησε τους άλλους υπολογισμούς της στην διαπίστωση της το πόσο ψηλός με βλέμμα ζωηρό και ωραίος συνάμα άνδρας είχε γίνει ο νεαρός φοιτητής. Τι ωραία που ξεδιπλώνεται το σώμα του… αυτός ολόκληρος δηλαδή. Να κάποιος να σου φτιάξει το κέφι, αναλογίστηκε, αν σήμερα, μετά το γυμναστήριο, γύριζα στο σπίτι μ' αυτόν τον παίδαρο, μόνο άκεφη δεν θα ‘μουν σίγουρα. Για μια στιγμή  μυρμηγκίασε εξαιτίας του, αισθάνθηκε ένα περίεργο κύμα ανατριχίλας να διατρέχει το κορμί της.
«Βρε, βρε, βρε, κοίταξε ποιος είναι δω! Που χάθηκες βρε ψυχή; Χρόνια και ζαμάνια έχουμε να σε δούμε. Που εξαφανίστηκες από το σπίτι σου. Τον ρωτάει ζεστά και εγκάρδια χαμηλώνοντας τη φωνή της.
«Χάθηκα τελευταία έχεις δίκιο! Έν αναμονή της νέας εξεταστικής περιόδου, είχα επισκεφτεί τους δικούς μου στο χωριό και ταυτόχρονα με την ευκαιρία τακτοποίησα κάποια εκκρεμότητα με την αναβολή της στρατιωτικής μου θητείας λόγω σπουδών.
«Και επέστρεψες από τις διακοπές σου καλοκαιριάτικα;»
«Μπας και τα καταφέρω και διαβάσω και κερδίσω καμιά χρονιά από αυτές που έχασα.» 
Εκεί λοιπόν στο βολικό ευρύχωρο πάρκινγκ του γυμναστηρίου ξεκίνησαν σε εγκάρδιο κλίμα χειραψίες, με χαμόγελα και μια φιλική συνομιλία. Τίποτα το ιδιαίτερο από μια τυπική και συνηθισμένη συζήτηση σε τέτοιου είδους πάρε-δώσε και ψιλής κουβέντας μεταξύ γειτόνων. Φλυαρώντας η Εριφύλη με τη ζεστή και γλυκιά φωνής της του δίνει θάρρος να ξεπεράσει την αμηχανία της μακρόσυρτης σιωπής του.
Τον πληροφόρησε ότι δεν έφυγε μαζί με την οικογένεια της, γιατί είχε να τακτοποιήσει κάποιες εκκρεμότητες με μια μικρή ανακαίνιση του σπιτιού και εκκρεμούσαν να παραλάβει κάποιες οικιακές συσκευές (πλυντήριο ρούχων, και στεγνωτήριο ρούχων) που τις καθυστερούσε ο προμηθευτής. Ευελπιστεί πως δεν θα προκύψει κάτι το απρόοπτο, και πως θα τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα και καλώς εχόντων των πραγμάτων την επόμενη εβδομάδα να τα παραλάβει. Αμέσως μετά θ΄αναχωρήσει και η ίδια για το χωριό. 
«Και όπως καταλαβαίνεις τις ημέρες αυτές είμαι εντελώς μόνη στο σπίτι χωρίς παρέα. Και όπως λένε ο άνθρωπος μόνος του δεν περνά καλά ούτε στον παράδεισο. »
«Ο Νικηφόρος πότε γυρίζει;»
«Δυστυχώς με το επάγγελμα που έχει το έχασε το φετινό καλοκαίρι.»
«Και αυτό σημαίνει ότι είναι άσχημο νέο για σένα.  Καλοκαιρινή περίοδο χωρίς το ταίρι σου. Το καταλαβαίνω, η μοναξιά δεν είναι εύκολο πράγμα, όμως καλή μου κυρία σκέψου ότι έχει και θετικά η μοναξιά. Μαθαίνεις καλύτερα τον εαυτό σου. Όταν είσαι μόνη σου, κάνεις επιλογές και παίρνεις αποφάσεις χωρίς να επηρεάζεσαι από τους γύρω σου. Μπορείς ακόμη να αποφασίσεις πώς θα περάσεις τον χρόνο σου, χωρίς να χρειάζεται να ανησυχείς για το τι θα πουν οι άλλοι. Αυτό θα σε βοηθήσει να γνωρίσεις καλύτερα εσένα τον ίδια. Και όσο καλύτερα σε γνωρίζεις, τόσο πιο αυθεντική θα είσαι.»
«Έλα ρε Φοίβο. Με μπερδεύεις με αυτό το καλή μου κυρία, δεν έχουμε πει να με λες  Εριφύλη; Και τέλος πάντων, κι εμένα μου αρέσουν αυτές οι κοινωνικές αναλύσεις, «ο κήπος είναι ανθηρός», κι άλλα τέτοια περισπούδαστα κι ευγενή, αλλά θα προτιμούσα να μου έλεγες κάτι άλλο στο πρόβλημά μου.»
Για σεξουαλικά υπονοούμενα επιθυμούσε να της εμβαθύνει ο Φοίβος, αλλά δεν τολμά να το ξεστομίσει γιατί θα μπει στη λούμπα να χαλάσει την εικόνα της και το κάρμα της. Άσε που δεν είναι της οικογενειακής της παιδείας και του χαρακτήρος της. Αλλά βρε αγόρι μου σου παραπονιέται μια όμορφη νεαρή κυρία ότι νιώθει μοναξιά, κάνε κάτι που να της προσφέρει ικανοποίηση βρες τρόπο να γεμίσεις το αίσθημα της μοναξιάς της. Άκου τα συναισθήματά της και φρόντισε να της προσφέρεις ικανοποίηση στις καύλες της. Αν δεν το κάνεις εσύ που σε κοιτάει λιγωμένη, ποιος θα το κάνει; 
Τις τελευταίες ημέρες της  Εριφύλης μια σειρά απ' έντονες ερωτικές επιθυμίες της τροφοδοτούν μία καταπιεσμένη σεξουαλική ενέργεια που ρέει βασανιστικά σε όλο της το σώμα! Το αντικείμενό της επιθυμίας της είναι η σεξουαλική ηδονή, είναι αυτό που απασχολεί συνήθως όλους τους ανθρώπους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Η ερωτική της διάθεση αναζητά περιπέτειες και συγκινήσεις σε σημείο να αναρωτιέται «Είναι φυσιολογικό που σκέφτομαι τόσο πολύ σήμερα το σεξ;». 
Στα είκοσι επτά της χρόνια έχει όρεξη για σεξ, όρεξη για ζωή που σημαίνει ότι και το σώμα της βρίσκεται σε άνθηση έχει τρελές καύλες, αλλά και μοναξιές. Σαν κάτι να την προετοίμαζε πως τις επόμενες ώρες και ημέρες να είναι έτοιμη να πάρει τη μεγάλη απόφαση να χαρεί το σεξ χωρίς αναστολές και ταμπού,  χωρίς να αισθάνεται ενοχικά για αυτό. Πως το έλεγε και η ωροσκόπος στο πρωινάδικο; .... Είναι αποκλειστικά στο χέρι σου να περάσεις μία απόλυτα ερωτική ημέρα, γι' αυτό καλό θα είναι να δραστηριοποιηθείς άμεσα και να βρεις τον ελεύθερο χρόνο που χρειάζεσαι! Τώρα είναι η κατάλληλη ευκαιρία να ανοίξεις τα φτερά σου και να κάνεις νέες γνωριμίες. Ένα άτομο στο κοντινό σου περιβάλλον βάζει φωτιά μέσα σου που θα σε τσουρουφλίσει για τα καλά, από εκεί που δεν το περίμενες. Καλώς τα δέχτηκες. 
Όπως και να ‘χει, τελευταία φούντωνε τόσο εύκολα και ανησυχούσε μήπως η ερωτική της ορμή ήταν αφύσικα έντονη.  Σκέφτεται πολλές (ναι πολλές) φορές το σεξ μέσα στη διάρκεια της ημέρας και βασανίζεται λίγο γιατί την ώρα που το θέλει δεν μπορεί να το έχει. Η αλήθεια είναι ότι όσο ήταν με το μικρό παιδί στο σπίτι, είχε τις σκοτούρες της, η γυναίκα. Το παιδί, το νοικοκυριό, το σχολείο του, το μαγείρεμα, τα ψώνια, πλύσιμο, σιδέρωμα το μυαλό ξεχνιόταν, όταν όμως το σπίτι άδειασε και έμεινε μόνη κατά συνέπεια ο φόρτος εργασίας μειώθηκε, τότε βρέθηκε με χρόνο ελεύθερο και λίγο αυτό, λίγο πιο πολύ οι ορμόνες, ε! άμα σου μπει η ιδέα, μετά αρχίζει και το κορμί να διαμαρτύρεται και να απαιτεί δικαιώματα και αρχίζεις και τρελαίνεσαι. 
«Τι είναι αυτό το άλλο που θα προτιμούσες;» ρώτησε ο Φοίβος με κάποιο δισταγμό. Ανυποψίαστος δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τις νύξεις απέξω-απέξω που του έκανε η γυναίκα. Που να ‘ξερε βέβαια τι του ζητούσε η Εριφύλη και ανέμενε ανταπόκριση. Δεν θα πίστευε στην τύχη του. 
Η Εριφύλη συνεχίζει να τον χαζεύει ήταν τόσο τρυφερός και πολύ εμφανίσιμος συνάμα. Λένε ότι οι άντρες σκέφτονται συνέχεια το σεξ, δεν θυμάται ανά πόσα δευτερόλεπτα σύμφωνα με τον αστικό μύθο σκέφτεται αυθόρμητα και νιώθει τα κύτταρα της να ξυπνούν. Και ο νεαρός είναι υπέροχος και σέξι, βλέποντάς τον τόσο ανέμελο νιώθει, να μπει στον πειρασμό να του ανακατέψει τα μαλλιά. Σίγουρα είναι σούπερ για εραστής. Του χαμογελάει, τον παρατηρεί συστρέφοντας με νάζι το κορμί της και όπως τον κοιτάει σκεφτόταν τι θα γινόταν αν ήταν μαζί του στο κρεβάτι. Την τρώει η περιέργεια πως θα είναι μετά από μια νύχτα τρελού σεξ μαζί του, με αποτέλεσμα δε χρειαζόταν και πολύ για να ανάψει περισσότερο και το πήρε απόφαση άμεσα, ειλικρινά κι αυθόρμητα ότι πραγματικά αξίζει να του μιλήσει πιο ανοιχτά τόσο όσο όμως να μην φανεί αδιάκριτη ούτε να το πάει κατευθείαν στο ψητό τύπου «μ' αρέσεις και σε θέλω πολύ», αλλά να τον προσεγγίσει πολύ ήρεμα, με αργά, αποφασιστικά βήματα σαν αξιοπρεπής  παντρεμένη νοικοκυρά.
«Κάτι σκεφτόμουν και αναρωτιόμουν πως θα διασταυρώσω αν γίνονται άμεσα πράξεις οι σκέψεις μου,» απάντησε αινιγματικά η  Εριφύλη. Από την μια μεριά ήθελε να παραδοθεί στις  ερωτικές επιθυμίες της άνευ όρων αλλά από την άλλη την εξίταρε και την ερέθιζε και της άναβε την φαντασία της το να βρει τρόπο να σμίξουν με τον νεαρό άνδρα χωρίς να φανεί σαν μια παντρεμένη ξεδιάντροπη τσούλα αλλά μέσα από ένα ερωτικό παιχνίδι.
«Είμαι περίεργος και αναρωτιέμαι χωρίς να θέλω να σε προσβάλλω! Για πες μου! Τι μπορώ να κάνω εγώ για να βοηθήσω στις σκέψεις σου να γίνουν πράξεις;»  
Πήγε πιο κοντά της, το άρωμα της ερέθισε ευχάριστα τα ρουθούνια του. Γύρω τους και κοντά τους δεν υπήρχαν διαβάτες, έριξε το βλέμμα του στην εκπληκτική αρχαιοελληνική κατατομή της, το πλούσιο στήθος της που έστεκε στητό πάνω από το ίσιο στομάχι και την ίσια κοιλιά. Αρκέστηκε να πάρει μια έκφραση θαυμασμού μπροστά στη θεϊκή κορμάρα της κοιτάζοντας την γεμάτος ελπίδα και προσμονή ίσως και με κάποια δυσπιστία γιατί δεν του είναι ιδιαίτερα κατανοητό τι ακριβώς του ζητάει.  
Η  Εριφύλη αναστέναξε. Αυτή τη φορά είχε την ευκαιρία να τον παρατηρήσει λεπτομερώς. Ήταν ομορφότερος από κοντά. Ωραίος νεαρός άνδρας από τους γκόμενους που ευχαρίστως θα έκανε παρέα αλλά και ευχαρίστως θα κυλιόταν στο κρεβάτι μαζί του. Της άρεσε που οι κόρες των ματιών του κρύβονταν κάθε τόσο κάτω από τα βλέφαρά του.  Συνεσταλμένος πολύ. Άντρας και παιδί μαζί, ή τέλος πάντων, έτσι της άρεσε να τον φαντάζεται. Παρότι λιγομίλητος, έχει αυτό το ηδυπαθές βλέμμα που την κάνει να φαντάζεσαι πολλά και να επιθυμεί ακόμα περισσότερα.
«Α! Ναι! Είναι κάτι που θέλω τη βοήθεια σου! Δεν είναι κάτι που δεν μπορείς να κάνεις.» Ήθελε να τον παρασύρει στην αγκαλιά της. Εντελώς γυμνοί να χαϊδευτούνε ήθελε. Όχι, μόνο χάδια τρυφερά. Περισσότερα, ήθελε.  Να του ανοίξει τα πόδια της και να τη γαμήσει ήθελε. Θα ήταν βέβαια ένα ρίσκο αυτό, αλλά αν η κίνηση της έβγαινε θα είχε και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Θα έλυνε οριστικά το πρόβλημα της και μάλιστα στο ίδιο το κρεβάτι της. Νοικοκυρεμένα πράγματα! 
«Φυσικά εννοείται ότι θα σε βοηθήσω όσο μπορώ. Προσπαθώ να καταλάβω και να το ξέρεις ότι δεν θ' αρνηθώ να σε βοηθήσω να αποκτήσεις αυτό που σε ενδιαφέρει. Μια ματιά σου φτάνει να ανταποκριθώ γι' αυτό πες μου τι να κάνω. Κρέμομαι από τα χείλη σου!» Ο Φοίβος είναι σχεδόν έτοιμος να «προσκυνήσει» και να «υποβάλλει τα σέβη του». 
Τότε η  Εριφύλη δεν έχασε χρόνο και τον ρώτησε. 
«Όταν τελειώσεις το πρόγραμμα με το γυμναστήριο ποια είναι τα σχέδια που έχεις για τις επόμενες ώρες, τι θα κάνεις στη συνέχεια, πως θα περάσεις το υπόλοιπο της ημέρας;»
«Δεν ξέρω, αλήθεια δεν ξέρω, δεν έχω σκεφτεί κάτι.  Ίσως πεταχτώ για ένα δροσιστικό πότο στο καφέ-μπαρ της πλατείας… και μετά βλέπουμε.»
«Για δροσιστικό πότο θα πεταχτείς στο μπαρ ή για την κοκκινομάλλα γκαρσόνα;»
« Αυτή είναι πιασμένη έχει έλθει ο αρραβωνιαστικός της από το Βόλο.»
«Τόσο καλά…»
«Τελικά δεν έχω κανονίσει κάτι! Ίσως και εγώ μοναξιά αγκαλιά με το PC... μου. Μ’ όλο το θάρρος και πάλι όταν και εσύ τελειώσεις με τις δουλειές σου ευχαρίστως να σε περιμένω και κερνώ το δροσιστικό ποτό που λέγαμε στις κοκκινομάλλας.»
Η Εριφύλη σαν σύγχρονη νεαρή γυναίκα είναι δυναμική, και ξέρει τι θέλει, οπότε προφανώς σήμερα που θέλει σεξ με το συγκεκριμένο νεαρό ξέρει πως να εκδηλώσει το ερωτικό της ενδιαφέρον. Στη συνέχεια καθώς ο νεαρός ανυπόμονα περίμενε να  ακούσει την απάντηση της, η Αλέκα κοιτάζοντας τον στα μάτια με κατεργάρικο ύφος από τα χείλη της βγήκε η εξής πρόταση: 
«Τι θα έλεγες να ξεχάσουμε το μπαράκι και να πάρουμε αυτό το ποτό εντελώς πριβέ τα δυο μας στο σπίτι μου. Έχω ένα μπουκάλι Jack Daniel's και εκεί θα έχουμε περισσότερη ησυχία. Έτσι να τα πούμε και από κοντά και να γνωριστούμε και σαν γείτονες καλύτερα. Και γιατί όχι να μείνεις και για φαγητό».
«Ε, ναι, γιατί όχι!,» ψέλλισε αιφνιδιασμένος ο Φοίβος. «Jack Daniel's, με νότες μελιού και μια γεύση από το απροσδόκητο όπως η πρόταση σου. Άκρως δελεαστική και ιδιαίτερα ευχάριστη μου ακούγεται η πρόταση σου.»
«Έχω πάρει υλικά και το απόγευμα θα φτιάξω μια μηλόπιτα. Μηλόπιτα και Jack Daniel's που ξέρω ότι αμφότερα σου αρέσουν. Τι λες; Δεν έρχεσαι να μου κάνεις παρέα; Να βλεπόμαστε, ρε παιδί μου και καμιά φορά από κοντά. Να! Να μην είμαστε και μεταξύ μας σαν ξένοι, γειτόνοι πράμα. Εκτός κι αν δε σου κάνει η παρέα μου τότε θα δείξω κατανόηση.» 
«Όχι, κάθε άλλο! Είσαι ένα συναρπαστικό και ειλικρινές άτομο για παρέα,» έσπευσε ο Φοίβος να την διαβεβαιώσει. Είχε τρακ ο καημένος και η φωνή του έσπαγε κάτω από τις λέξεις του. Η αλήθεια είναι πως είχε κορώσει από την έξαψη, από την καύλα αλλά ντρέπεται να το πει.
Τον είδε που χαμογελούσε ευχαριστημένος και κατάλαβε πλέον ότι ήταν θετικός και αυτό καταλάγιασε το πρόσκαιρο άγχος της.
«Χαίρομαι πολύ που το ακούω ότι σου αρέσει η παρέα μου.» 
«Το είπα με την καρδιά μου και το εννοούσα σαν ειλικρινές κομπλιμέντο.» 
Κοιτάχτηκαν και γέλασαν. Κάτι είχε αρχίσει να αναδύεται στην επιφάνεια, κάτι αρκετά δυνατό για να κινήσει στον Φοίβο την υποψία ότι η  Εριφύλη του την έπεφτε, και αναρωτήθηκε αν θα είχε ποτέ την ευκαιρία να το μάθει. 
Ο  Εριφύλη του ανταπέδωσε το χαμόγελο μετά από αυτή την απάντηση, παίρνοντας θάρρος απ' τη γνώση ότι ο Φοίβος άρχισε να καταλαβαίνει κάθε λεπτή απόχρωση της κατάστασης. 
«Χαίρομαι που είσαι ανοιχτός σε καθετί.»
Σήμερα η  Εριφύλη είχε αποθέματα σιγουριάς και θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της το γοητευτικό  άκρως επιθυμητό ωραίο αγόρι και χαριτωμένο παλικάρι, κάτι όχι εκκεντρικό, τόσο πολύ, όσο αξιολάτρευτο και ερεθιστικό, του οποίου το όμορφο στόμα τόσο επιτακτικά ήθελε να φιλήσει. Είχε περάσει τόσος καιρός απ' όταν είχε βρεθεί με κάποιον που να τον θέλει, τόσος καιρός απ' όταν την άγγιξε κάποιος ερωτικά. Σήμερα ένιωθε έτοιμη να αποπλανήσει τον νεαρό φοιτητή γείτονα της. Τον προσεγγίζει πολύ ήρεμα, με αργά, αποφασιστικά βήματα χωρίς υπερβολές και σάλτσες αλλά με φωνή τόσο σιγανή κι αισθησιακή που σε όποια πρόταση κι αν του κάνει θα πει «ναι» με χίλια. 
«Σπίτι σου;» ρωτάει ο Φοίβος. 
«Σπίτι μου! γιατί πάει το μυαλό σου και κάπου αλλού;» 
«Απλά ρίχνω μια ιδέα. Τι θα ΄λεγες για την αποβάθρα του προαστιακού να κάνουμε πικ νικ;»
Τελικά, δεν χρειαζόταν κάποιο ιδιαίτερο θάρρος και τέχνη να προσελκύσει το ενδιαφέρον του νεαρού. Η άνεσή της στην επικοινωνία, είναι το μεγάλο της ατού. Η Εριφύλη θα σου πιάσει την κουβέντα στο χαλαρό, θα πει αυτό που θέλεις να ακούσεις εκείνη την στιγμή και θα σε κάνει να νιώσεις ότι είσαι με κάποιον που ξέρει πολύ καλά τι χρειάζεσαι και τι σου λείπει... Τα πικάντικα υπονοούμενα και τα «αθώα» πειράγματα της είναι ένα από τα δυνατά της όπλα.... Μετά από μια ώρα θα κρέμεσαι από τα χείλη της και γενικώς θα... κρέμεσαι από πάνω της.
Το Φοίβο ένα περίεργο συναίσθημα τον κυρίευσε, ήταν κάτι που ενδόμυχα καιρό τώρα ποθούσε στο να βρεθούν μόνοι τους οι δυο τους, άλλα κατά βάθος δεν περίμενε ποτέ να συμβεί. 
Για ένα-δυο λεπτά δεν απάντησε, πιθανολογούσε ποια θα ήταν η κατάληξη αν πήγαινε σπίτι της, αλλά για κάποιο λόγο επειδή ήταν παντρεμένη και είχε πολύ καλές σχέσεις τόσο με την οικογένεια της αλλά ακόμη και με τον Νικηφόρο τον άνδρα της υπήρχε μια αμοιβαία εκτίμηση, δυσκολευόταν πως να το αντιμετωπίσει. Αυτή η γυναίκα είχε κάτι που τον μαγνήτιζε, μια άλλου είδους γοητεία, κάτι ακαταμάχητο όπως είναι το αστραφτερό φως για την πεταλούδα.! Και αυτή όμως το είχε καταλάβει και προσπαθούσε να τον κάνει να νιώσει πιο άνετα δείχνοντας του ότι και αυτή γούσταρε, και τώρα του έδειχνε ότι ήθελε κάτι παραπάνω και το είχε κάνει σαφές. 
Ήταν ήδη ταραγμένος από τη στιγμή που τον κάλεσε να βρεθούν οι δυο τους στο σπίτι της και αρχικά ήταν πολύ αμήχανος, το σώμα του τσιτώθηκε, δείλιαζε μπροστά σε μια τέτοια απόφαση. Μάλιστα μια τέτοια πρωτοβουλία, τη θεωρούσε ίσως και επικίνδυνη. Η αλήθεια είναι πως ο Φοίβος δεν περίμενε ένα τέτοιο βήμα στη σχέση τους. Το μόνο που σκεφτόταν μόλις του έφυγε το αρχικό σάστισμα ήταν... 
Κάντο αγόρι μου, μη το γαμήσεις τώρα... Τόσες μαλακίες έχεις παίξει για πάρτη της.
Έτσι ξεπέρασε μια μικρή αμηχανία και χωρίς δεύτερη σκέψη, δέχτηκε. Με χαμόγελο είπε το ναι και στα μάτια της είδε ένα συναίσθημα ικανοποίησης και το πρόσωπο της να φωτίζεται σαν την καλοκαιριάτικη μέρα.
Πολλές φορές, οι ερωτικές ιστορίες ξεκινούν από μια παρόρμηση της στιγμής και όχι από μια βαθιά σκέψη για την ορθότητα της επιλογής, σκέφτηκε. Και αν είσαι μόνος σου όπως αυτός, σίγουρα η ανάγκη του για φλερτ κι έρωτα μπορούν να τον πάνε σε μονοπάτια όμορφα, από εκείνα που δε θα θέλει να σταματήσει να περπατά. 
«Φυσικά συμφωνώ! Με μεγάλη χαρά δέχομαι την πρόσκληση. Για τι ώρα λες;»
«Κατά τις τρεις το απόγευμα θα έχω γυρίσει σπίτι. Να σε περιμένω;»
«Ναι, μια χαρά είναι. Δώσε μου τη διεύθυνση και ένα τηλέφωνο αν θες σε περίπτωση που χάσω το δρόμο και χρειαστεί να σε πάρω για βοήθεια.»
«Ρε άτιμο αγόρι με δουλεύεις;» και στο πρόσωπό της σχηματίζεται ένα πλατύ, αστραφτερό χαμόγελο. Ήταν τόσο αφοπλιστικά αθώος γλυκός και συγχρόνως ερωτικός που η Εριφύλη ένιωσε ένα βαθύ ρίγος να την διαπερνά.
 Δεν ήθελαν και πολύ να παρασυρθούν από την θελκτικά απρόσμενη επαφή τους σε συνδυασμό ότι υπήρξε αμοιβαία έντονη σεξουαλική επιθυμία. Θέλεις λίγο η μοναξιά, λίγο περισσότερο η αγαμία τους έφερε πιο κοντά. Και έτσι κλείσανε το ραντεβού τους μ' ένα σωρό αφροδισιακές σκέψεις ο καθείς στο μυαλό του, οι οποίες αυξάνουν την ανυπομονησία τους για τη συνέχεια.. Αμφότεροι φαντασιώνονται το τι θα επακολουθούσε. Η Εριφύλη με την συνεχή έλλειψη του Νικηφόρου τα περνούσε μόνη χωρίς άντρα και σεξ και τελευταία είχε πολλά ερωτικά απωθημένα. Είναι μια ερωτική γυναίκα, που απλά ποτέ δεν κατάφερε να εκφραστεί μέχρι αυτό το καλοκαίρι εκτός συζυγικής αγκαλιάς. Όλες της τις ορμές τις εκτόνωνε στο γυμναστήριο και σε μοναχικές ερωτικές φαντασιώσεις που απολάμβανε μόνη της στο κρεβάτι ή στην μπανιέρα. Έτσι, εκείνη την ηλιόλουστη  ημέρα του Αυγούστου, αποφάσισε να αποπλανήσει και να πηδηχτεί με τον νεαρό φοιτητή. Το αισθάνεται ότι ο νεαρός θέλει πολύ να τη γαμήσει και μάλλον αυτή το ήθελε ακόμα περισσότερο..
Τελευταία νομίζει ότι της την πέφτει και ο γυμναστής αλλά δεν είναι και σίγουρη. Γενικά επειδή είναι καινούργια στο γυμναστήριο πηγαίνει και της δείχνει τις ασκήσεις αλλά τη πλησιάζει και όταν δεν τον χρειάζεται και την πιάνει στη κουβέντα για άσχετα πράγματα ρωτάει για εκείνη της λέει γι εκείνον. Σόρρυ γυμναστή μου, για να υπάρξει αυτό το αποτέλεσμα θα πρέπει πρώτα να υπάρξει η έλξη και δεν ενδιαφέρομαι, αλλά για ετούτο το αγόρι νιώθω ότι μ' αρέσει και με ενδιαφέρει. Θέλω να κάνουμε έρωτα μαζί, ή έστω απλά νιώθω την ανάγκη να το αγγίξω, να το φιλήσω και να το κάνω να νιώσει μαζί μου όμορφα και επιθυμία για σεξουαλική συνεύρεση.
Καμιά ώρα πριν ξεκινήσει ο Φοίβος μπήκε για μπάνιο, ξυρίστηκε, ετοιμάστηκε και ξεκίνησε. Αν και στο σπίτι της το είχε επισκεφτεί πάμπολλες φορές, (άλλωστε μια αυλή και ένα όροφος τους χώριζε) τώρα ήταν λίγο αγχωμένος νιώθοντας την καρδιά του να τρέμει από ανυπομονησία.  Ένιωθε σαν έφηβος πριν από το πρώτο του ραντεβού, χαρούμενος και φοβισμένος μαζί. Πήρε μια βαθιά ανάσα λέγοντας... Φοίβο κουλάρισε σήμερα πας να περάσεις καλά! 
Πού και πού κοιτάει πίσω του, τελευταίος σταματημός ήταν για να κοιτάξει πίσω του μπροστά στην αυλή της  Εριφύλης. Ρίχνει μια τελευταία κλεφτή ματιά, και τσουπ, τρυπώνει στην αυλή της. Μετά από λίγο ανέβηκε στον όροφο του διαμερίσματος της. Αρχικά επικράτησε μέσα του μια αμήχανη σιωπή, με τον Φοίβο να αναρωτιέται αν είχε κάνει καλά που δέχτηκε την πρότασή της όταν ήδη ήταν έξω από την πόρτα της. Η ώρα ήταν γύρω στις τρεις και μισή. Κτυπά σιγανά την πόρτα της ίσα ν’ ακουστεί και σε
λίγα δευτερόλεπτα ακούει τη γλυκιά φωνή από μέσα να ρωτάει ποιος είναι.
Όσο περίμενε να του ανοίξει, προσπαθούσε να σκεφτεί. Γιατί όλες οι σκέψεις και όλες οι προσδοκίες που κονταροχτυπιούνταν μέσα στο κεφάλι του ξαφνικά μηδενίστηκαν, όπως ανακάλυψε σύντομα. Η πόρτα άνοιξε αμέσως και τον υποδέχεται με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό της. Πρώτα τη μύρισε κι ύστερα άκουσε τη φωνή της. 'Ένα λουλουδιασμένο λιβάδι του Ιουνίου. Μήλα τον Αύγουστο. Δυτικό θαλασσινό αεράκι του Οκτώβρη. Εντάξει, υπερβάλλει λίγο, αλλά όντως αυτά σκέφτηκε. «Γεια και πάλι». Του ακούστηκε λαχανιασμένη, λες κι είχε έρθει τρέχοντας. Είναι όντως πολύ, πολύ όμορφη, δεν υπήρχε αμφιβολία. Ζαργάνα, σκέφτηκε. Ναι, αυτό σκέφτηκε
« Έλα αγορίνα μου, πέρνα. Μισή ώρα μ’έστησες να σε περιμένω, ούτε γκόμενα να΄σουνα!» Τον πειράζει.
Αυτός χώνεται βιαστικά μέσα κλείνει γρήγορα την πόρτα, να προλάβει να κλείσει έξω τη σκιά του.
«Ζήτω συγνώμη όμορφη κυρία μου, κάτι μου ’τυχε και καθυστέρησα. Αλλά εσύ που με περίμενες και δεν σε έβλεπα; είμαι πάνω από ένα τέταρτο έξω από την αυλή σου και εσύ άφαντη.» Της ανταποδίδει ενώ την φιλούσε τρυφερά στα μάγουλα.
Τραβάει το χέρι του, που κρύβει πίσω από την πλάτη του, και της προσφέρει δυο τριαντάφυλλα.
«Για σένα όμορφη κυρία μου.»
«Αα, πολύ όμορφα… τα πλησιάζει στα ρουθούνια της, …από πού τα ’κοψες.»
«Από τον κήπο μου, περίμενα να μεγαλώσουν πολύ καιρό τώρα να στα φέρω» και της έδωσε και το μπουκάλι κρασί που είχε φέρει μαζί του. .
«Ήταν απαραίτητο; Για το μπουκάλι λέω.»
«Λεν πως το ροζέ κρασί τραβάει το ενδιαφέρον. Πέρα από τα θελκτικά χαρακτηριστικά του, όπως το χρώμα και τα αρώματα του, ...»
«Σε ευχαριστώ, πολύ ευγενικό εκ μέρους σου. Έλα, κάτσε να σου βάλω κάτι.»
Του πήρε το μπουκάλι από το χέρι και τον οδήγησε στο σαλόνι.
«Τι θαυμάσιες μυρωδιές είναι αυτές; Μυρίζει ο χώρος κανέλα και μέλι.»
«Η μηλόπιτα φταίει. Μόλις την μέλωσα. Κράτησα μερικές φέτες μήλο με κανέλα και μέλι για το ποτό μας.» 
Δεν πέρασε ένα λεπτό και την είδε να έρχεται προς το μέρος του κρατώντας δυο ποτήρια, ένα μπουκάλι Jack Daniel's και ένα πιάτο με μελωμένα κομμάτια μήλο.
«Να βάλω μουσική για να χαλαρώσουμε;» 
Ο Φοίβος της έγνεψε καταφατικά. Το cd έπαιζε Eros Ramazoti και αυτοί πια βρίσκονταν στον καναπέ, πίνοντας το ποτό τους και συζητώντας διάφορα. Ο Φοίβος πρέπει να ομολογήσει ότι λίγο με το Jack Daniel's και τη μουσική, η ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί ήταν πολύ χαλαρωτική και ήταν πλέον πολύ άνετος. Ένα ποτηράκι αργότερα, η  Εριφύλη είναι κουλουριασμένη σ' έναν από τους καναπέδες, με τα πόδια χωμένα από κάτω της, παρακολουθώντας τον να σκαλίζει το σκάκι.
«Παίζεις;» τη ρωτάει.
Η Αλέκα ρίχνει μια γρήγορη ματιά στο μαρμάρινο σκάκι και μετά στο Φοίβο.
«Λίγο » και πίνει μια γουλιά από το ποτό της.
«Λίγο, ε;» Χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της, πιάνει ένα άσπρο πιόνι κι ένα μαύρο τα ανακατεύει μέσα στις χούφτες του και μετά της απλώνει τις κλειστές γροθιές του. 
«Κάποια άλλη στιγμή! Κάνει πολλή ζέστη, σήμερα. Έχεις φάει για μεσημέρι; Μπορούμε να να φάμε παρέα, υποθέτω.» Χωρίς να περιμένει απάντηση, τον πληροφόρησε ότι σχεδόν είναι έτοιμο ένα νόστιμο, γευστικό και γρήγορο φαγάκι χωρίς πολύ κόπο. Το φαγητό της τεμπέλας! 
«Φαντάσου να μην είχαμε κλιματισμό θα λιώναμε με τέτοια ζέστη. Για το φαγητό είναι δυνατόν να αρνηθώ όταν είναι από τα χεράκια σου;»
Τα μάτια του είχαν καρφωθεί στο μπούστο της.
Αφού πέρασαν κάποια λεπτά χωρίς κανείς τους να πει κάτι, άρχισαν να μιλάνε γενικά, για διάφορα θέματα, απολαμβάνοντας το ποτό τους με ευχαρίστηση.
Συζήταγαν για τα δικά του και τις σπουδές του, ήρεμα και ωραία ώσπου κάποια στιγμή σηκώθηκε να πάει στην κουζίνα να δει αυτό που ετοίμαζε. Ο Φοίβος σηκώθηκε κι αυτός να πάει μαζί της για να συνεχίσουν την κουβέντα. Του άρεσε πολύ αυτή η γυναίκα ήταν τόσο νέα και όμορφη φορούσε ένα ανάλαφρο κεραμιδί, με τιράντες ριχτό φουστανάκι εκείνη την μέρα που έκρυβε πολύ λίγα. Το οφθαλμόλουτρο ήταν αρκετό για να ξυπνήσει το πάθος του και να αναζωπυρώσει τη φλόγα του γι αυτή την τόσο νέα γυναίκα. Απίθανη με υπέροχο ερωτικό κορμί για να τον ταξιδεύσει σε απαγορευμένα.
Όλα έξω. Μπουτάρες και βυζιά σχεδόν ξεχείλιζαν. Η  Εριφύλη αναστενάζει, σκύβει να ανοίξει τον φούρνο ήταν πίσω της κι έρχεται φάτσα με την κωλάρα της. Απίστευτη! Σχεδόν κόλλησε πάνω του πάνω στον πούτσο του δηλαδή. Ο  Φοίβος τα έπαιξε. Με το ζόρι κρατήθηκε να μην χουφτώσει τα κωλομέρια της. Κατά λάθος έγινε; αναρωτιέται
Δεν της είπε κουβέντα αλλά καταλάβαινε πως ήθελε να παίξει μαζί του. Από το καυλιάρικο χαμόγελο της από τον τρόπο που του έδειχνε σκύβοντας δήθεν τα τορνευτά καπούλια της και ανασηκωνόταν το λινό φουστάνι της. Ο  Φοίβος θρονιάστηκε πάνω στον πάγκο της κουζίνας και χάζευε από ψηλά τα βυζιά της όσο εκείνη απασχολούταν στην κουζίνα και στο νεροχύτη. Οι κινήσεις της είναι επιδέξιες και κομψές σαν χορεύτρια που λικνίζει αισθησιακά ο κορμί της. Έχει μια έμφυτη, αισθησιακή χάρη και ο Φοίβος αναρωτιέται αν όντως υπήρξε ποτέ της χορεύτρια. 'Όταν γυρίζει, τα υπέροχα ξέπλεκα μαλλιά της ξεχύνονται γύρω από το ντελικάτο πρόσωπό της και τα παραμερίζει με ένα απαλό τίναγμα του καρπού της. Τα μακριά, λεπτά δάχτυλά της κρατούν την πηρούνα και δοκιμάζει το σουφλέ, απελευθερώνοντας τουλούπες ατμού. Συνοφρυωμένη από τη συγκέντρωση, σταματάει για να γλείψει λίγο τους ατμούς που έχουν νοτίσει τον δείχτη της. 
Οι βουβώνες του Φοίβου σφίγγονται. Το πρόσωπο του φωτίστηκε και φάνηκε ότι το θέαμα που έβλεπε του αρέσει, οπωσδήποτε του αρέσει κι εμφανισιακά εννοείται και του ιντριγκάρει και το μυαλό όλο αυτό το ερωτιάρικο θέαμα ε;  Σαν θυγατέρα του Νηρέα λουσμένη από το φως της νεότητας προκαλεί κάθε ζωντανό κύτταρο του  μαγεύοντας τον. Χάνει τα λόγια του και την θωρεί σαν νεραϊδοπαρμένος.
«Τι καύλα Θεέ μου!!» ψιθύρισε ξεροκαταπίνοντας δείχνοντας ότι αυτό που έβλεπε ήταν πολύ ερεθιστικό. Πάντα αυτή η γυναίκα όταν την έφερνε στη φαντασία του τον καύλωνε ανεξέλεγκτα. Πολλές  φορές είχε στραγγίσει το σηκωμένο εργαλείο του μόνο και μόνο επειδή είχε δει ένα σταυροπόδι της, τις χυτές σμιλευμένες γάμπες της και τα θεϊκά μπούτια της άλλα δεν είχε σκεφτεί ποτέ του να της την «πέσει», αναλογιζόμενος τον κίνδυνο να της δημιουργήσει οικογενειακό θέμα.
Η Εριφύλη σηκώνει τα μάτια της και τον πιάνει να την παρακολουθεί.
«Τι τρέχει;»
Ο Φοίβος είχε καταπιεί τη γλώσσα του.
«Τι θα γίνει δεν θα μιλήσεις;» τον κοίταζε στα μάτια
«Δεν ξέρω τι και αν πρέπει να πω.» ψέλλισε! Η φωνή του είναι τραχιά. Το εργαλείο του είχε ήδη σηκωθεί σαν κοντάρι σημαίας. Καθαρίζει τον λαιμό του. «Απλώς μ' αρέσει πολύ να σε κοιτάζω. Είσαι συναρπαστικά  χαριτωμένη όπως ασχολείσαι με την κουζίνα.»
Η Εριφύλη έμεινε όρθια να τον κοιτάζει με ένα βλέμμα επιδοκιμασίας μαζί με ένα απροσδιόριστα προκλητικό χαμόγελο.
«Χαίρομαι που είσαι εδώ μαζί μου, και χαίρομαι ιδιαίτερα που με βλέπεις ότι είμαι συναρπαστικά χαριτωμένη αγορίνα μου!» του είπε με τα μάτια καρφωμένα στο φουσκωμένο παντελόνι του «και αυτό που χαίρομαι πιο πολύ απ´ όλα είναι ότι περνάς καλά με τη συντροφιά μου, και το πόσο ωραία παρέα κάνουμε!» 
Είδε ότι τα χαρακτηριστικά του είχαν σκληρύνει και με μια γρήγορη ματιά στον καβάλο του, είδε ότι ο πούτσος του, του είχε σηκωθεί και προσπαθούσε να το καλύψει. 
Η Εριφύλη, άρχισε να απολαμβάνει την αίσθηση το ότι o νεαρός, ψηλός, καλογυμνασμένος φοιτητής την κοίταζε λαίμαργα και ήταν σίγουρη ότι τον καύλωνε με τη εικόνα και την παρουσία της και του ασκούσε σαγήνη και γοητεία, που τον δελεάζει, τον μαγεύει και νιώθει πως αρχίζει να τον «κατακτά» παρασύροντάς τον στα «δίχτυα» της. Και φρόντιζε να το διασκεδάζει ευχάριστα που τον καύλωνε χαμογελώντας του αυτάρεσκα, καθώς συνέχισε τις δουλειές της, κουνώντας τώρα τα καπούλια της πιο ζωηρά. Στο διάδρομο κοντοστάθηκε, ρίχνοντας φιλάρεσκη ματιά στον καθρέφτη και φέρνει στο μυαλό της την εικόνα που θέλει να περάσει στον νεαρό άνδρα τόσο να τον σαγηνεύσει, όσο και να σαγηνευτεί, τόσο να τον αποπλανήσει, όσο και να αποπλανηθεί. Εκείνες τις ώρες τη διακατείχε μια ακόρεστη επιθυμία για σεξ. Σεξ χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς αναστολές, χωρίς ταμπού. Και πλέον ήξερε ότι θα έβρισκε αυτό που ήθελε στο πρόσωπο του νεαρού φοιτητή.
Είχαν περάσει ήδη τρία χρόνια που ο Φοίβος σαν φοιτητής είχε νοικιάσει το διαμέρισμα δίπλα στο σπίτι τους και σαν φίλος και κολλητός του αδελφού της είχαν και η Εριφύλη και ο Νικηφόρος φιλικές σχέσεις μαζί του. Με το πέρασμα του χρόνου απόκτησαν μια οικειότητα στις σχέσεις τους και πάει καιρός τώρα που μιλούσαν άνετα, ανοικτά και πολλές φορές κάνανε και σχετική πλακίτσα μεταξύ τους όπως και σήμερα. Κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, η κουβέντα πήγε σε προσωπικό επίπεδο, περί σχέσης ή φλερτ αλλά μέχρι και το σεξ. Δεν άργησε να γίνει πιο πονηρή η συνομιλία τους. Του παραπονέθηκε για την παρατεταμένη απουσία του Νικηφόρου του άνδρα της.
Τι να σου πω; του λέει. Η δουλειά του Νικηφόρου μου είναι σε μεγάλη εταιρεία και για αυτό ταξιδεύει αρκετά και δόξα τω Θεώ δεν έχουμε οικονομικό πρόβλημα. Το ξέρεις όμως ότι το τελευταίο διάστημα περισσότερο καιρό λείπει στο εξωτερικό για τις δουλειές του παρά είναι στο σπίτι και κοντά μου;  Άρα λοιπόν όταν είμαι μόνη μου και λείπει στα ταξίδια του η ερωτική μου διάθεση δεν ικανοποιείται.
Και επιτέλους κάποια στιγμή πρέπει να καταλάβει ότι έχει και κάποιες υποχρεώσεις απέναντι στη γυναίκα του, πέρα από τα υλικά αγαθά, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ! Όμως και τι είναι το χρήμα; Αυτό που θέλει ο άνθρωπος είναι να ζήσει μια γεμάτη και όμορφη ζωή.
Είπαμε, παράπονο δεν έχω... Δηλαδή όχι ακριβώς... Θα μου πεις... ποιο αντρόγυνο δεν έχει τα προβλήματά του; Και θα συμφωνήσω. Πλην όμως, αγορίνα μου, υπάρχουν προβλήματα και προβλήματα. Και το δικό μου, για να πω την αμαρτία μου, είναι κάποια πράγματα που δεν είναι όπως θα πρεπε να ήταν, πανάθεμα τα! Καλά το κατάλαβες, περί το σεξουαλικό μιλάω. 
 Εντάξει... δεν μπορώ να πω ότι ο Νικηφόρος μου ο Θεός να τον έχει καλά τον άνθρωπο, να μας φροντίζει δεν ήταν ποτέ και κανένα φαινόμενο στον τομέα αυτό. Μάλλον ολίγον αδιάφορο θα τον έλεγα, αλλά άντε δικαιολογημένα γιατί με τα χρόνια τον παρασύρει το άγχος της δουλειάς του.
Έχω γυναικοπαρέες και βγαίνουμε συχνά. Δεν μου λείπει η διασκέδαση. Η ανδρική συντροφιά, η επαφή με το ανδρικό κορμί μου λείπει. Και μου λείπει πολύ. Έχω ξεχάσει την τελευταία φορά που έκανα έρωτα. Έχουν περάσει πάνω από πέντε μήνες και είμαι όλο νεύρα και όσο και αν φαίνεται περίεργο σαν νέα γυναίκα που είμαι έχω και εγώ ανάγκες και θα 'θέλα να βρίσκουμε περισσότερο χρόνο με τον Νικηφόρο μου. Δεν αντέχεται αυτή η κατάσταση που βιώνω και είμαι έτοιμη να σαλπάρω για άλλο λιμάνι. Να βρω ένα αρσενικό να με «εξυπηρετήσει». Τι λες έχω άδικο να το θέλω!
Ο νεαρός σαν να σάστισε λίγο και μπερδεμένα λέει κάτι του στυλ πως είναι μια υπέροχη γυναίκα και οποιοσδήποτε άντρας θα ήταν πολύ τυχερός να έχει μια τέτοια γυναίκα στη ζωή του, όταν άκουσε τη φωνή της Εριφύλης να τον ρωτάει.
Εσύ σίγουρα πια σ' αυτή την ηλικία στα είκοσι ένα σου χρόνια, θα έχει κάποιες ερωτικές εμπειρίες. Απ΄ ότι  ξέρω ότι κάθε αγόρι στην ηλικία σου έχει συνέχεια το μυαλό του στο σεξ και ειδικά τέτοια εποχή που έχεις γύρω σου διάφορους ελκυστικούς πειρασμούς αλλά με σένα έχω παρατηρήσει ότι εδώ και πάρα πολύ καιρό δεν έχω δει να μπαίνει κάποια κοπέλα στο διαμέρισμα σου ενώ πιο παλιά είχε πάρει το μάτι μου κάνα δυο ξενέρωτες και αλλά τέτοια και τώρα καλά και τον μάλωνε να προσέχει και τι έκαναν αυτές εκεί μαζί του και ότι δεν πρέπει να παραμελεί τις σπουδές του για την κάθε τσούλα. 
«Ναι έχεις δίκιο! Έχω πάνω από πέντε μήνες που ξέμπλεξα με τις ξενέρωτες όπως τις λες,.»
«Τι έγινε με τη μια... Τζένη δεν τη λέγανε; πλακωθήκατε έμαθα;»
«Μια Μαλάκω ήταν που το έπαιζε γαμάτη.» 
«Κρίμα κι ήταν ωραίο καυλιάρικο μωρό. Θα σου έκανε καλό κρεβάτι. Και πώς τη βγάζεις τώρα; Με σουηδική γυμναστική;»
«Ναι! Απολαμβάνω και τον κόπο μου!»
Η Εριφύλη έχει κέφια και αποφασίζει να ερεθίσει περισσότερο το νεαρό προκαλώντας τον.
«Να σου γνωρίσω την Καιτούλα; Μια χαρά κοπέλα!» Όπου Καιτούλα μια εικοσιπεντάχονη γειτόνισσα τους ίδια παλαιστής του Σούμο.
«Ποια ρε Εριφύλη; Εκείνη τη ντουλάπα; Να μένει το βύσσινο!» Έχει μείνει έκπληκτος.
«Ε, τι να σου πω; Κάτσε και βγάλε ρόζους τότε. Έλα τώρα ηρέμησε σε πειράζω! Σοβαρά πέντε μήνες; Μου κάνεις πλάκα! Και με τις ορμόνες σου πώς την παλεύεις ομορφάντρα μου;»
«Ποιος σου είπε ότι την παλεύω; Ώρες-ώρες είναι κόλαση με τις καύλες στο κόκκινο.»
«Δηλαδή; Και τι κάνεις αγορίνα μου, όταν λες το μουνί μουνάκι;»
«Τι να κάνω; Περιμένω να μου πέσει κανένα λαχείο....ή αυτό το γνωστό!»
«Όπα! Όταν λες αυτό το γνωστό, εννοείς self service; Χα, χα, χα…  Και πια σκέφτεσαι στο self service;; Μήπως εκείνο το κορίτσι που μου είχες πει ότι βλέπεις στην Αθήνα;»
«Όχι.» (Εσένα ήθελε να πει αλλά δεν το ξεστόμισε)
Κι ενώ περίμενε ότι το θέμα θα τελείωνε εκεί φαίνεται ότι η γυναικεία περιέργεια της Εριφύλης της είχε ξυπνήσει και έτσι συνέχισε τις ερωτήσεις.
«Τι έπαθες τώρα; Εγώ νόμιζα ότι είμαστε φίλοι αλλά μάλλον έκανα λάθος… Δεν μου είπες όμως με τις τσούλες τι έκανες στο διαμέρισμα;»
«Έλα ρε Εριφύλη εσύ δεν ξέρεις τι έκανα στο διαμέρισμα; Εμένα περιμένεις να μάθεις;» 
Και εκεί ξεκίνησαν όλα τα επόμενα. Νιώθουν την ανεξέλεγκτη επιθυμία να κάνουν αμέσως σεξ.. Το μόνο που μετρούσε ήταν να ικανοποιήσουν τη σεξουαλική τους επιθυμία.
«Αχ αγορίνα μου μη μου λες εμένα για κόλαση. Αν εσύ περνάς την κόλαση της ψωλής σου εγώ τη ζω για καιρό τώρα. Το μουνάκι έχει μείνει ορφανό!»
«Αστειεύεστε, βέβαια Εριφύλη! Το ξέρεις ότι έτσι και κουνήσεις τα κωλομέρια σου, οι άνδρες ουρά θα κάνουν ελπίζοντας ότι θα τ’ απολαύσουν.»
Η Εριφύλη τον κοιτάζει στα μάτια, χαϊδεύει τρυφερά, ηδονικά τα χείλη της με τη γλώσσα της, του έριξε μια προκλητική ματιά φροντίζοντας να του δείξει με το βλέμμα τι ακριβώς ήθελε χωρίς περιστροφές. Πήρε μια βαθιά ανάσα αποφασισμένη πως τέρμα οι δυσκολίες που του είχε βάλει, θα του παραδινόταν αμαχητί πλέον, πήρε μια βαθιά ανάσα και του εξήγησε ότι τώρα που λείπουν όλοι από το σπίτι ήθελε να νιώθει άνετα μαζί της και πως μπορεί να ελπίζει στη βοήθεια του τώρα που τον  χρειάζεται. Η Εριφύλη χρειάζεται το νεαρό σέξι αρσενικό με το δυνατό κτισμένο σώμα που την εμπνέει να της προσφέρει τις υπηρεσίες του στις σεξουαλικές απολαύσεις του υπνοδωματίου.
«Ουφ! Αυτό ήτανε! Λοιπόν πάμε στο θέμα μας! Θα ήθελα να ρωτήσω, πρέπει να πάμε εκεί στο διαμέρισμα σου η μπορείς και εδώ να μου δείξεις τι έκανες με τις ξενέρωτες;» τον ρωτάει με νάζι, τσακίρικο βλέμμα, έκφυλο χαμόγελο και με ένα πονηρό τόνο στη φωνή της, αφήνοντάς τον εμβρόντητο και με ανοικτό το στόμα πως το τραβούσε ο οργανισμός της.
Τα πρώτα ένα με δυο λεπτά επικρατούσε ανάμεσά τους μια ιδιάζουσα αμηχανία, και δεν μιλούσαν ή αντάλλασσαν τυπικές μόνο κουβέντες, σαν ευγενικοί ξένοι, ενώ ίσα που κοιτάζονταν, πλημμυρισμένοι με δέος γι' αυτά που άρχισαν να τους συνέδεαν και αναμφίβολα, για τις διαστάσεις του κοινού τους τολμήματος. Σιωπή για λίγο και μετά έσκασαν και οι δυο στα γέλια! Ώσπου τα γέλια τους κόπηκαν όταν η Αλέκα επινόησε κάποιο φαινομενικά τυχαίο άγγιγμα, ακουμπώντας συμπτωματικά δήθεν το χέρι της στο δικό του και αφήνοντας μια τούφα των μαλλιών της να χαϊδέψει το πρόσωπό του, όταν το χέρι της κατέβηκε στο καβάλο του και με χαρά της διαπίστωσε ότι ήταν προικισμένος. 
«Φοίβο, αν θέλεις να με βοηθήσεις, χάρισε μου αυτή την ξενοιασιά που βρίσκω μαζί σου αυτές τις ώρες, λέει με φωνή βραχνή από το πάθος. Αυτό μόνο χρειάζομαι τώρα. Εσύ είσαι αυτό που έχω απόλυτη ανάγκη αυτές τις ώρες.»
«Δηλαδή; Σου λείπει το σεξ; Δεν μπορώ να φανταστώ ότι μια γυναικάρα με την δική σου εμφάνιση θα είχε τέτοιο πρόβλημα.»
«Μου λείπει πολύ, αλλά μη νομίζεις ότι είναι και εύκολο.»
«Όταν ξέρεις τι αξίζεις και το δείχνεις. Ποιος μπορεί να σου αντισταθεί τότε!»
«Μμ έχω ακούσει τέτοια! Εσύ με με τις ορμόνες σου αυτή την ώρα πως πας;»
«Ε, άμα έχει κανείς μπροστά του μια τόσο όμορφη και ελκυστική γυναίκα, και τη θέλει πολύ, όσο να πεις φουντώνουν ανεξέλεγκτα…»
«Θες να πεις ότι άμα σου «καθόμουν» θα μου το έκανες;»
«Θέλεις την αλήθεια;»
«Ναι!»
«Ε, λοιπόν ναι, όχι απλά θα σου το έκανα, θα σε ξέσκιζα και δεν πάει να γαμηθεί ο Νικηφόρος που μπορεί και αφήνει μια τέτοια μουνάρα σαν και εσένα μόνη της. Αλήθεια πόσο καιρό λείπει και έχει να σε γαμήσει;»
«Τουλάχιστον τέσσερις μήνες.»
«Και εσύ πώς αντέχεις;»
«Η ψυχή μου το ξέρει.»
Βλέπει τις κόρες των ματιών του να διαστέλλονται. Κάτω από το φουστάνι της δε φοράει σουτιέν και έτσι ο Φοίβος έχει τη δυνατότητα να δει τις επιπτώσεις των ενεργειών τους. Το βλέμμα του σκοτεινιάζει περισσότερο καθώς κατηφορίζει προς τα στήθη της 
«Φοίβο, το να ικανοποιείσαι σεξουαλικά και να «τελειώνεις» χωρίς να τον χώσεις μέσα στο μουνί είναι κάπως σα να χώνεις το κεφάλι σου στο χώμα όπως όπως η στρουθοκάμηλος.  Εσύ δε θες να γαμήσεις το πυρωμένο μουνάκι μου αντί να τη βγάζεις με το χέρι;» του λέει με φωνή βραχνή από το πάθος και κλείνοντας του πονηρά το μάτι. «Εσύ και αυτός» και του πιάνει το πούτσο πάνω από το παντελόνι, «είσαι αυτό που έχω απόλυτη ανάγκη αυτές τις ώρες.»
....Η Εριφύλη είναι αρκετό καιρό μόνη της, έχεις την ανάγκη της οικειότητας με κάποιον και μοιάζει έτοιμη να χαμηλώσει τους ηθικούς φραγμούς ώστε να μπει σε μία νέα σχέση, χωρίς να νιώθει ενοχές με αυτή της την επιλογή. Και στην τελική το να προχωρήσει στον επόμενο βήμα δε σημαίνει να κάνει σοβαρή σχέση, να δεθεί συναισθηματικά και να κολλήσει με κάποιον για όλη της τη ζωή. Εξάλλου αυτόν τον έχει είναι ο Ερμής της. Αυτό που χρειάζεται τώρα, αυτό που έχει απόλυτη ανάγκη αυτές τις ώρες είναι το σεξ και ξέρει ακριβώς τι ζητά απ' το νεαρό άντρα. 
Ο Φοίβος δεν έχασε τότε ευκαιρία κατέβηκε από τον πάγκο και και μεμιάς, σαν να είχε ξεμανταλώσει ένας σύρτης και απελευθέρωσε τον πόθο που κρυβόταν μέσα τους πέσανε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου κι αρχίσανε παράφορα φιλιά και θωπείες, λίγο χαμένοι στον κόσμο τους, ενώ αυτή έβγαζε μικρά βογκητά. Ένιωθαν και οι δυο τους πως ήταν γραφτό να γίνει όλο αυτό. Πλέον ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν εδώ που είχανε φτάσει. Ένιωθαν πως ήξεραν ακόμα και τι ζητούσε ο καθένας τους. Τι ήθελαν. 
Και ο Φοίβος συνειδητοποίησε πως η Εριφύλη σήμερα του ζητούσε αυτό που αυτός ονειρευόταν και η καύλα του ήταν απερίγραπτη και μόνο στην σκέψη του πως τον ήθελε να τη γαμήσει εκείνη τη στιγμή. 
Βρέθηκαν αγκαλιασμένοι. Ήρθαν τόσο κοντά που ένιωθαν βαριά τις ανάσες τους και το στήθος της ακουμπούσε στο δικό του… Και δεν απομακρύνθηκε έμεινε εκεί. 
Η Εριφύλη είχε γίνει η μούσα του για πολλές μαλακίες που είχε τραβήξει (για πάρτη της). Με τον καιρό επιθυμούσε να την προσεγγίσει σεξουαλικά και ήθελε τόσα να της πει που αφορούσαν μονάχα αυτούς τους δυο και πόσο την σκεφτόταν ερωτικά μα ποτέ του δεν το τόλμησε γιατί όταν τον κοίταζε ντρεπόταν και ερχόταν σε θέση δύσκολη και με τον φόβο της απόρριψης και να μην της δημιουργήσει και κάποιο οικογενειακό πρόβλημα. Της το ξομολογήθηκε. Ότι κάθε βράδυ έκλεινε τα μάτια του και την αισθανόταν μέσα στα χέρια του να σπαρταρά από ηδονή, και να του λέει ...τι μου κάνεις λεβέντη μου!
«Αχ, Εριφύλη μου έχω τραβήξει πολλές μαλακίες για το χατίρι σου, αν θες να ξέρεις, δεν είναι η πρώτη φορά που σε φαντάζομαι ότι κάνουμε έρωτα και μαλακίζομαι για σένα. Με τρέλαινε η παρουσία σου και εσύ να είσαι αδιάφορη και ο καημός να με βασανίζει... Ποτέ σου δεν μου έδειξες κάτι που να με κάνει να καταλάβω πως ίσως και εσύ ενδιαφερόσουν για εμένα. Έτσι θεωρούσα πως όλη αυτή η έλξη ήταν μονόπλευρη.»
Η εξομολόγηση του δε μπορεί να πει ότι την εξέπληξε. Ήταν πολύ προβλέψιμη χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι δεν της άρεσε. Απεναντίας!
«Είδες τελικά βρε χαζούλη! Ενώ εσύ τον έπαιζες για πάρτη μου καυλιάρη μου, εγώ τα βράδια μόνη ξενυχτούσα με τα πόδια ανοιχτά και μουσκίδι την κιλότα να ψάχνομαι για πούτσο απεγνωσμένα.  Τόσο δύσκολο ήταν για σένα δυο μέτρα παλικάρι να δείξεις ότι σε ενδιαφέρω σαν γυναίκα; Να δείξεις να καταλάβω ότι σου αρέσω, και με γουστάρεις, έστω και με πλάγιο τρόπο χωρίς να το πεις ευθέως; Αλλά για να σε βγάλω από τη δύσκολη θέση, έπρεπε εγώ να κάνω την πρώτη κίνηση παντρεμένη γυναίκα;»
«Τελικά πιστεύω ναι πως ήμουν βλάκας.....  Δεν είχα τα κότσια να σας δείξω ότι είστε το κρυφό αντικείμενο του πόθου μου, ότι μου αρέσεις σαν γυναίκα. Δε είχα το θάρρος να το ξεστομίσω. Σκεφτόμουν μήπως δεν πρέπει;  Μήπως είναι λάθος; Δε μπορείς να φανταστείς πόσο καιρό το ονειρευόμουν να συμβεί αυτό το σημερινό μωρό μου.» Της λέει κοιτώντας την στα μάτια με αγωνία..
Όχι ότι ήταν κανένας παρθένος, όχι! Οι υπόλοιπες όμως σχέσεις του ήταν από εκείνες τις γκόμενες που τις πηδάνε όλοι. Η Εριφύλη αυτή η παντρεμένη ελκυστική γυναίκα ήταν ό,τι καλύτερο που ήθελε να του συμβεί μέχρι σήμερα. Η συνέχεια ήταν αναπόφευκτη.
Η Εριφύλη ήταν αποφασισμένη να μην αφήσει τίποτα να σκιάσει την απόφαση της να ενδώσει στις επιθυμίες της για σεξουαλική ευχαρίστηση. Και ο νεαρός Φοίβος είναι η πιο καυτή περίπτωση για να της απογειώσει τις σεξουαλικές επιθυμίες. Ένιωθε σαν μαθήτρια που έκανε σκασιαρχείο για να βγει ραντεβού με το αγόρι της. Ένιωθε σαν κοπέλα που πρόκειται να κάνει έρωτα για πρώτη της φορά. Και μόνο κάπου βαθιά πολύ βαθιά μέσα της ένιωθε μια τοσοδούλα ενοχή που θα ήταν, το ήξερε, η απαρχή πολλών άλλων ενοχών μεγαλύτερων σοβαρότερων και σαγηνευτικά όμορφων πια. Γιατί, ενώ είναι παντρεμένη, βασανίζεται με τη σκέψη κάποιου άλλου άντρα. Αισθάνεται ενοχικά, αλλά λέει μέσα της για να νιώσει καλά με τον εαυτό της: «Μην κάνεις έτσι, παντρεμένη είσαι, όχι πεθαμένη!».
«Κι εγώ σε θέλω αγορίνα μου. Και να τώρα που είμαστε οι δυο μας. Δεν ξέρω τι θα συμβεί στην συνέχεια, αυτό που ξέρω είναι ότι απόψε σε θέλω να γίνεις ο γαμιάς μου αγόρι μου.. Πες μου ότι και εσύ καυλώνεις εξαιτίας μου αγόρι μου. Θέλω πολύ να το ακούσω!»
«Μου μοιάζει με όνειρο που ακόμη είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσω αυτό που μου έχει συμβεί. Τζακ-ποτ κέρδισα σήμερα καύλα μου! Είσαι από τις πιο όμορφες γυναίκες που γνωρίζω! Χωρίς υπερβολές είσαι τρομερό μουνάκι. Αποκλείεται να περάσεις απαρατήρητη από κάπου.. Θυμάμαι πως σε έβλεπαν σήμερα στο γυμναστήριο και φαντάζομαι πολλές γυναίκες θα τον φάνε από τον άντρα τους απόψε όταν αυτοί θα φαντασιώνονται πως γαμούν εσένα.»
«Αγορίνα μου λες υπερβολές.»
«Μωρό μου ξέρω τι λέω! Σε έτρωγαν με τα μάτια. Όλοι μα όλοι κοιτούσαν το μπούστο σου. Από τους πιτσιρικάδες μέχρι και τους πιο μεγάλους. Μη μασάς ασ’ τους άνδρες να καυλώνουν.»
«Δηλαδή εσένα τώρα, σ' αρέσω; Και του δείχνει ναζιάρικα το κορμί της.»
«Έχεις πολύ ωραίο στήθος της λέει, οι ρώγες σου είναι υπέροχες και κόλλησε πιο κοντά της. Θέλω να στις γλύφω, της λέει στο αυτί, κι η Εριφύλη ένιωσε τις θηλές της να σκληραίνουν και το μουνάκι της να γίνεται μούσκεμα… 
«Τι το λες και δεν το κάνεις;  Αγορίνα μου!» Με βλέμμα όλο νόημα να τον παροτρύνει να ξεδιπλώσει τα ταλέντα του με αυτοπεποίθηση και σιγουριά και να τον παρασύρει στο δικό της «γήπεδο» για να παίξει ο νεαρός τη μπάλα που ξέρει μαζί της.
Αυτός δεν φανταζόταν ποτέ του ότι θα την φιλούσε με τόσο πάθος αυτή τη γυναίκα και θα ένιωθε τόσο μεγάλη καύλα! Χωρίστηκαν για λίγο και μ' ένα ύφος προσμονής κοιτάχτηκαν στα μάτια.
Αγκαλιάστηκαν ξανά κι άρχισαν να φιλιούνται καυτά και παθιασμένα με τις γλώσσες τους να σμίγουν σ’ ένα τρελό χορό. Ένιωσε τα χέρια του να χαϊδεύουν το στήθος της κάνοντάς την ν’ αναστενάξει από ηδονή. Έβαλε τα χέρια του μέσα από το αμάνικο φόρεμα και χάιδεψε το σφιχτό και στητό στήθος της με τις καυλωμένες από τα χάδια του ρώγες. Έγειρε πίσω απολαμβάνοντας την αίσθηση των ανδρικών χεριών πάνω της μετά από τόσον καιρό, όμως πολύ περισσότερο το απολάμβανε το ότι αυτά τα χέρια ήταν του νεαρού φοιτητή. Στη φαρέτρα του μπορεί να μην υπάρχουν σούπερ σέξι λόγια, αλλά το ακαταμάχητο χαμόγελό του είναι αρκετό σαν όπλο για να την πάει εκεί που θέλει και μάλιστα με την πλήρη συγκατάθεσή της, να παραδοθεί αμαχητί στην παιχνιδιάρικη γοητεία του που της δημιουργεί έντονη ερωτική έλξη. Ενώ όλα έδειχναν χαλαρά και η Εριφύλη θεωρούσε ότι δεν της «την πέφτει», την αιφνιδίασε με το τόσο παθιασμένο φιλί που έχασε το έδαφος. Δεν του το 'χε τόσο πάθος, κι εκείνη την ώρα η ένταση στο βλέμμα του κι όλο του στυλ την κάνουν να θέλει να τον κολλήσει πάνω της και να του φωνάξει «δέχομαι»...
«Αυτό ήθελα να στο κάνω από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα κι όχι μόνο αυτό!» της λέει. Η ευθυμία τους έχει εξαφανιστεί. 'Έχει αντικατασταθεί από ένα βλέμμα πιο σκοτεινό γεμάτο υπονοούμενα. Αφού μείνανε κάμποση ώρα να φιλιούνται.
«Αγόρι μου!»… του ψιθύριζε. 
Ο Φοίβος μπορεί να φαινόταν συγκρατημένος και σοβαρός, αλλά τα φαινόμενα απατούν. Ευθύς και άμεσος, μάλλον επειδή δε θέλει να χάνει το χρόνο του με παιχνιδάκια, την προσεγγίζει και της λέει αυτά ακριβώς που σκέφτεται.
« Σε θέλω! Σε θέλω τρελά.» 
« Κι εγώ μωρό μου σε θέλω. Πρέπει όμως να προσέχουμε ιδιαίτερα, δεν πρέπει να δώσουμε αφορμή για υποψίες και να μας κουβεντιάζουν. Αγαπώ την οικογένεια μου και δεν θέλω να τη χαλάσω. Φυσικά και είναι πάντα μια καλή ευκαιρία να βρισκόμαστε και να γαμιόμαστε όποτε μας δίνεται η ευκαιρία, μα η σχέση μας να μην μας επηρεάζει αρνητικά στο γάμο μου.»
Τα χείλη τους έσμιξαν πάλι βίαια καθώς το χέρι της αναζητούσε αυτό που ήθελε μέσα από το παντελόνι του. Τα χέρια του τυλίχτηκαν στη μέση της, θηλυκώνοντας τα σώματά τους, καθώς τα στόματα τους δαγκώνονταν λαίμαργα. Ανυπομονησία ξέσπασε ανάμεσά τους, και τα δυνατά χέρια του Φοίβου γλίστρησαν στον κορμό της, έπιασαν τους γλουτούς της και την ανασήκωσαν με ευκολία. Το σώμα της κατάλαβε τι της ζητούσε και ανταποκρίθηκε. Τα πόδια της τυλίχτηκαν αυτόματα γύρω από τη μέση του, εκείνος γύρισε στο πλάι και με δυο βήματα την κόλλησε στον τοίχο, και άρχισε να τη σπρώχνει τρίβοντας το σκληρό πούτσο του στην κοιλότητα που σχημάτιζε το ρούχο της. Ηδονή και λαχτάρα σφυροκοπούσαν μέσα της και ξεφυσούσε στο στόμα του, εκλιπαρώντας τον σιωπηλά να της δώσει κι άλλο. 
«Δε μπορώ να κρατηθώ άλλο. Τι διαλέγουμε μωρό μου τώρα; Κρεβάτι ή φαγητό;» Της μουρμουρίζει προσπαθώντας να συνέλθει απ’ την έξαψη.
«Γάμησε το, το φαγητό!» του λέει και βογκάει. Η καύλα της ήταν έκδηλη από τα νύχια των ποδιών της μέχρι-μέχρι την τελευταία τρίχα των μαλλιών της! «Πάμε στο κρεβάτι μου, θέλω να σε γευτώ ολόκληρο, θέλω να νιώσω την καύλα σου μέσα μου. Ο άνδρας μου λείπει καιρό, οι ορμές μου στο φουλ και καθώς δεν έχω ποτέ βγει με έναν άλλον άνδρα, η αδρεναλίνη μου είναι στα φόρτε της, όπως και οι ορέξεις μου. Το μουνί μου καίγεται από καύλα και ζητάει τον πούτσο σου να σβήσει την φωτιά του.  Εννοώ ότι είναι προτιμότερο να με «πάρεις» κανονικά, παρά να τον παίζεις για πάρτη μου καυλιάρικο αγοράκι μου. Αυτή τη στιγμή πόσο θέλω να μου κάνεις έρωτα, να μπεις μέσα μου όπως η νικοτίνη από το τσιγάρο, που δεν πρέπει αλλά την θέλουμε. Να σε νιώσω μέσα μου να με καις και να μείνεις μέσα μου όσο αντέξω, όπως ο καπνός. Έτσι σε θέλω, μέσα μου και ας μην πρέπει, κολλημένο στο σώμα μου να νιώθω την θερμοκρασία σου. Να με αγγίζεις για να νιώσω πόσο σε θέλω ξανά. Και ξανά... Έτσι θέλω να είναι..  Λοιπόν, μπορείς, πιστεύεις να μου κάνεις τέτοιον έρωτα;» 
Ο Φοίβος ένιωσε να ψηλώνει κατά δέκα εκατοστά, αποφασισμένος να παίξει το ρόλο του επιβήτορα, κι όπου βγει. 
«Μουνάρα μου, είσαι καύλα! Είμαι πολύ καυλωμένος, Μωρό μου και δε σκέπτομαι τίποτε άλλο παρά πώς να σε γαμήσω ατέλειωτα. Φύγαμε!» είπε ξαφνικά. Της χαϊδεύει το μάγουλο, περνώντας ανάλαφρα τον αντίχειρά του από το κάτω χείλος της, και χαμογελάει, με τα μάτια του να λάμπουν με αισθησιακές υποσχέσεις.
«Μισό λεπτό να σβήσω την κουζίνα. Το γεύμα μπορεί να μας περιμένει αργότερα.» Έσβησε το φούρνο και προχώρησε προς το σαλόνι αργά και νωχελικά λικνίζοντας το κορμί της και κουνώντας προκλητικά τους γοφούς της, μ’ ένα πονηρό χαμόγελο και μισάνοιχτα χείλη.
Πιάνονται χέρι χέρι και ανεβαίνουν τη σκάλα που οδηγεί στη κρεβατοκάμαρα. Στο κατώφλι του υπνοδωματίου, ρυθμίζει τον διακόπτη στον τοίχο έτσι που το δωμάτιο φωτίζεται μόνο από τις λάμπες στα κομοδίνα με χαμηλό φωτισμό. 
Τον ξαπλώνει στο κρεβάτι, με γρήγορες κινήσεις άνοιξε το φερμουάρ του παντελονιού, πιάνει το παντελόνι και το σλιπάκι του, τα κατεβάζει και γονατίζει στο πάτωμα. Ο Φοίβος σηκώνει ένα ένα τα πόδια, τα βγάζει και τα κλοτσάει στην άκρη. Το βλέμμα της καρφώνεται στο σηκωμένο πέος του. Ένας όμορφος μισοσηκωμένος χονδρός πούτσος πετάχτηκε μπρος στα μάτια της. 
«Πω πω ρε μωρό μου! Τι μεγάλο που τον έχεις!»
Μην μπορώντας να συγκρατήσει τον εαυτό της άλλο, γονάτισε ανάμεσα στα πόδια του και τύλιξε τα δάχτυλα γύρω από το καυλί του και χωρίς κανένα δισταγμό το πιάνει και ακουμπάει στην κεφαλή του τα χείλη της. Άρχισε απαλά να γλείφει κυκλικά το κεφάλι της ψωλής και μετά όλη από πάνω μέχρι τ’ αρχίδια και μέσα σε ελάχιστο χρόνο τον σήκωσε σ' όλο του το μεγαλείο. Στη συνέχεια τον βάζει αργά – αργά στο στόμα της, ακούγοντας το μουρμουρητό ευχαρίστησης του, που γινόταν δυνατότερο καθώς τον έπαιρνε στο στόμα της όλο και πιο βαθιά μέχρι το λαιμό της.
Ο φοιτητής τρέμει ολόκληρος, αφήνει ένα βογκητό και το κορμί του τεντώνεται μόλις νιώθει να τον εγκλωβίζει μέσα στο στόμα της. Πιάνει μια τούφα από τα μαλλιά της και τα κρατάει λες και θέλει από κάπου να πιαστεί. 
«Εριφύλη, με ερεθίζεις πολύ με αυτό που κάνεις. Το στόμα σου είναι πολύ ζεστό και υγρό... πολύ απαλό.» 
Η Εριφύλη ξέρει το μονοπάτι που οδηγεί σ' εκείνη την ξεχωριστή αίσθηση ρίγους, εκείνη την ανατριχίλα που ερεθίζει το μυαλό και που απλώνεται στο κορμί του. Κινεί ρυθμικά τη γλώσσα της στην κάτω πλευρά του φαλλού του, αποτραβιέται λίγο, γλείφει την κεφαλή και μετά τον ξαναπαίρνει ολόκληρο μέσα στο στόμα της. Νιώθει τις πρώτες σταγόνες σπέρματος να κυλούν στη γλώσσα της. Τις καταπίνει λαίμαργα και αρχίζει να κινεί ρυθμικά το στόμα της. Τον ρουφάει δυνατά και τον βάζει όσο πιο βαθιά μπορεί μέσα της. 
«Μωρό μου, είσαι καταπληκτική. Ξέρεις να ρουφάς και να γλείφεις τέλεια.» της λέει. Ευχαριστημένη που κατάφερε να του χαρίζει ηδονή, πιάνει γερά το μηρό του, τον τραβάει προς το μέρος της και προσπαθεί να πάρει ακόμα πιο βαθιά μέσα της το πέος του. Ο Φοίβος μουγκρίζει από ηδονή. Πιάνει το κεφάλι της, μπήγει τα δάχτυλά του μέσα στα μαλλιά της κι αρχίζει να κάνει ρυθμικές κινήσεις μέσα έξω στο στόμα της. «Ομορφιά μου, με τρελαίνεις! Πρέπει να σταματήσουμε όμως γιατί αλλιώς θα τελειώσω!» Προσπαθεί να αποτραβηχτεί και να βγάλει το πέος του από το στόμα της. 
Η Εριφύλη σηκώνει το βλέμμα της και τον κοιτάζει. Ο Φοίβος κουνάει αρνητικά το κεφάλι του και της χαϊδεύει τα μαλλιά και ύστερα το μάγουλο. 
«Την επόμενη φορά μάτια μου. Δεν θέλω τώρα να χύσω στο στόμα σου. Αργότερα τώρα θα ήθελα να γαμήσω και να τελειώσω μέσα στο λαχταριστό μουνάκι σου. 
Η Εριφύλη ρουφάει απαλά το πέος του, του δίνει ένα τελευταίο φιλί, και μετά τον αφήνει να την βοηθήσει να σταθεί όρθια. Τα μάτια του Φοίβου πετούν φωτιά. Ξέρει πόσο δύσκολο ήταν γι’ αυτόν να σταματήσουν λίγο πριν την εκσπερμάτωση.
Ανασηκώθηκε όρθια εμπρός στο κρεβάτι και μπροστά στα μάτια του καυλωμένου νεαρού με γρήγορες κινήσεις κατέβασε και έβγαλε το όμορφο δαντελένιο κιλοτάκι της αναστενάζοντας και αναπνέοντας βαθιά απ’ την καύλα και αφήνει το φλοράλ ελαφρύ αμάνικο φουστάνι της να πέσει χάμω. Έμεινε γυμνή.
Η καρδιά του κόντευε να σπάσει, καθώς για στιγμή απόμεινε απλός θεατής. Η θέα του τρυφερού νεανικού μουνιού της τίναξε σαν ηλεκτρικό ρεύμα τον ήδη πρησμένο πούτσο του. Η κυρία ήταν το κάτι άλλο. Δύο υπέροχα βυζιά στρογγυλά και μεγάλα χωρίς όμως να είναι πεσμένα ήταν στολισμένα με δύο θεόρατες σκουρόχρωμες θηλές που κοίταγαν στο θεό. Η κοιλιά της ήταν εντελώς επίπεδη, οι γοφοί της τορνευτοί με τέλειες αναλογίες και το και το μουνί της ξεδιπλώθηκε μπροστά του με το τρίχωμα του  πυκνό μαύρο και γυάλιζε σαν μετάξι, πεινασμένο δυνατό και έμπειρο.
Τα μάτια του καρφωνόταν πάνω στο cameltoe μουνάκι της και στα πρησμένα μουνόχειλα της που αναδύονταν ανάμεσα στις μεταξένιες μουνότριχες της.   
«Είσαι τόσο όμορφη και ελκυστική! Υπάρχει τόσο σεξαπίλ μέσα σου, με ελκύει και σε κάνει απίστευτα θηλυκή! Είσαι ο σέξι θησαυρός που είχα την τύχη να βρω!»
«Αισθάνομαι ότι καίω ολόκληρη και το μουνί μου έχει πολλές καύλες θέλει γαμήσι εδώ και τώρα, θέλει τον πούτσο σου μέσα του όσο το δυνατόν το συντομότερο. Έχω πάρει φωτιά, καίγομαι αγορίνα μου.» Το καυλί του νεαρού που κρατούσε σφιχτά στο χέρι της μεγάλωσε και σκλήρυνε κι άλλο. Ποτέ της δεν φανταζόταν ότι θα άγγιζε έτσι άλλον πούτσο εκτός από του Νικηφόρου της. Τώρα όμως δεν μπορούσε να κάνει πίσω καθώς ένιωθε την παλάμη της να ζεματάει απ’ το άγγιγμα στο καυλί του νεαρού άντρα.
«Μμμμ!» τον έπιασε απαλά στα χέρια της! Ο Φοίβος το μόνο που έκανε είναι να βγάζει διάφορους βρυχηθμούς ενώ εκείνη έγλειφε τις παλάμες της για να του τον σαλιώσει. Χωρίς να χάσει λεπτό αρχίζει να τον παίζει με την παλάμη της. Ο Φοίβος  βογκούσε από ευχαρίστηση και ηδονή είχε καυλώσει απίστευτα, αλλά εκείνη συνεχίζει να τον παίζει.
«Πες μου αγόρι μου σ΄ αρέσει αυτό που σου κάνω; Το κάνω καλά; Τα κοριτσάκια που μπλέκεις στα κάνουν αυτά αγόρι μου;»
«Όχι μωρό μου! Όχι! Εσύ ξέρεις να γαμιέσαι και, να φτιάχνεις έναν άντρα!»
«Τι θα ήθελες να μου κάνεις τώρα;»
«Να σε γαμήσω!»
«Τι;»
«Να σε γαμήσω!»
«Αυτό δεν γίνετε και το ξέρεις! Κάτσε φρόνιμος και μείνε ακίνητος αγόρι μου εγώ θα σε γαμήσω.» ψιθύρισε.  Αποφάσισε να πάρει τον νεαρό σαν αμαζόνα, για να ελέγχει καλύτερα τη διείσδυση. 
Χρειάστηκε να περάσουν λίγα δευτερόλεπτα μέχρι ο νεαρός να καταλάβει τι εννοούσε. 
«Έτσι και μας πάρουν χαμπάρι θα μας σκοτώσουν και τους δυο.»  του μουρμουρίζει καθώς τον καβάλησε και εκείνος έπιασε τον πισινό της όπως αυτή προσπαθούσε να οδηγήσει το καυλί του τώρα με κατεύθυνση το μουνί της.
Ο νεαρός φοιτητής χάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα. Αυτή η ιδέα του άρεσε πολύ. Επιτέλους αυτή η γυναίκα που τόσο ποθούσε ασχολιόταν και λίγο μαζί του. Απ' όταν την είδε για πρώτη φορά ήθελε τόσο πολύ να γαμηθεί μαζί της που θα δεχόταν να του κάνει ότι γούσταρε. 
Πριν καν ο Φοίβος προλάβει να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε, εκείνη τον είχε ήδη καβαλήσει και χαϊδολογιόταν πάνω στον πούτσο του, που του είχε σηκωθεί σε στάση προσοχής. Η Εριφύλη έκατσε κατευθείαν πάνω του χωρίς καν να σκεφτεί τίποτα κράτησε σταθερά τον πούτσο του και τον βύθισε αργά μέσα στο μουσκεμένο μουνί της. Η πούτσα του γλίστρησε εύκολα μέσα της. Τα υγρά μουνόχειλα της Εριφύλης τον δέχτηκαν με χαρά, ο νεαρός νόμιζε ότι ζούσε σε όνειρο. Η χημεία τους φάνηκε από την πρώτη στιγμή, τα κορμιά τους συγχρονίστηκαν αμέσως.
« Ξέσχισε με λεβέντη μου, πάρε με σε θέλω. Και οι δύο μούγκριζαν όπως εκείνη τον οδηγούσε καβαλάρισσα. Ένα χαμόγελο απόλαυσης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της σα να βρήκε αυτό που ήθελε μετά από καιρό. Το χαμόγελο μετατράπηκε σε ένα καυλωμένο βλέμμα ενώ άρχιζε να χοροπηδάει στον πούτσο του με τα βυζιά της ελεύθερα να χοροπηδάν μαζί της και να κτυπούν μεταξύ τους σαν ισπανικές κλακέτες καθώς κουνιόταν καυλωμένη, τα πλούσια βυζιά της χόρευαν υπέροχα και ο Φοίβος δε χόρταινε να τα βλέπει. Ήταν πανέμορφα. Μεγάλα, αλλά ακόμα στητά, με δυο μεγάλες καφετιές θηλές, που ταίριαζαν υπέροχα πάνω τους. Αφού χόρτασαν απ’ αυτά τα μάτια του, τα χέρια του ανέλαβαν έργο τα χούφτωσε κι άρχισε να τα χαϊδεύει πρώτα με ανοιχτές παλάμες, έτσι που οι ρώγες σκλήρυναν ακόμα περισσότερο κι ένιωσε την υγρασία γύρω απ’ τον πούτσο του να αυξάνεται. 
«Πες μου καύλα μου, πες μου; Στην πηδάω καλά την πούτσα σου αγορίνα μου;»
«Αμαζόνα μου! Η απόλυτη καύλα είσαι εσύ!»
«Είναι μέσα μωρό μου! Τώρα πια είναι όλος δικός μου! Τον πήρε όλο μέσα του το μουνάκι μου μωρό μου!» Και άρχισε να ανεβοκατεβαίνει με αργές κινήσεις, γλιστρώντας μαλακά το αιδοίο της πάνω κάτω στο ερεθισμένο πέος, απολαμβάνοντας μια λεπτή ηδονή αυτή τη φορά: η νηνεμία μετά την καταιγίδα. Ο Φοίβος της χαμογελούσε ικανοποιημένος που την έβλεπε να αγκομαχάει και να λαχανιάζει. Ήταν φανερό ότι διψούσε από πόθο. Της χούφτωνε γερά τα οπίσθια, έμπηγε τα δυνατά δάχτυλά του στο ψαχνό των γλουτών της. Έπειτα τον έπιασαν οι αρσενικές ορμές. Ύστερα από λίγα λεπτά δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί και ανταποκρινόταν σε κάθε της κίνηση με δυνατές ωθήσεις της λεκάνης του. Η Εριφύλη δεν μπορούσε να συγκρατήσει τις κραυγές της. Ένιωθε κάτι παράξενο να γεννιέται βαθιά μέσα στην κοιλιά της, κάτι που επιτέλους το ξυπνούσε το φοβερό ραβδί του νεαρού. Ποτέ πριν δεν είχε νιώσει έτσι. Ήταν δυνατό σαν κλειτοριδικός οργασμός, που όμως δεν ερχόταν σιγά σιγά, απλώς η κορύφωση της ηδονής έφτανε επίμονα και σταθερά. Η Εριφύλη δάγκωσε το μαξιλάρι για να πνίξει τις κραυγές της. Δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της. Δεν άντεχε άλλο την ηδονή, θα έσκαγε. 
«Μωρό μου.! Δε θα αντέξω άλλο θα τελειώσω! Θέλω να αδειάσω το σπέρμα μου… Μωρό μου.»
«Δώστα μου όλα μέσα αγορίνα μου! Ελα δω στα μου μη φοβάσαι, παίρνω προφύλαξη.»
Ο Φοίβος κάνει ότι του ζητάει, γι’ αυτό αρχίζει να αυξάνει ρυθμό και ένταση όλο και πιο γρήγορα όλο και πιο δυνατά καρφώνεται μέσα στο υγρό μουνάκι της. Κάθε φορά που μπαίνει μέσα της, ακούγεται ο χαρακτηριστικός ήχος όταν το σώμα του χτυπάει το δικό της.
«Νάτο-νάτο έρχομαι Μωρό μου! Χύνω καύλα μου, χύνω βαθιά μέσα σου.»
«Έλα μωρό μου… Ναι.. ναι! Τα νιώθω αγορίνα μου. Τι καύλα είναι αυτή!» φωνάζει βιώνοντας εκρήξεις ευχαρίστησης και σπρώχνει με δύναμη την λεκάνη της προς τα μπρος και τον πήρε όλο τον πούτσο βαθιά στο Μουνί της!
Ο Φοίβος άρχισε να χύνει ενώ κάρφωνε το μουνί της πάνω στο καυλί του δυνατά. Την αγκάλιασε σφιχτά πάνω του και πίεσε όλο τον πούτσο του μέσα μέχρι τα αρχίδια νιώθοντας τις ριπές σπέρματος να φεύγουν ώσπου οι στροφές του έπεσαν και μέσα από μερικά φιλιά και χαμόγελα ανακτήσανε τις φυσιολογικές αναπνοές τους. Του έδωσε ένα φιλί στο στόμα γελώντας μ΄ ευχαρίστηση και του είπε ότι δεν τελειώσανε ακόμη. Εντάξει, λογικό είναι στην ηλικία σου να μην μπορείς να κρατηθείς πολύ. Τουλάχιστον το ευχαριστήθηκες; 
Αντάλλαξαν λίγα λόγια συνενοχής καθισμένοι οκλαδόν στο κρεβάτι. Από τα ακροβατικά, πεινούσαν σαν λύκοι. Η Εριφύλη παραξενεύτηκε που ένιωθε τόσο άνετα μαζί του. Τόσο εύκολο ήταν λοιπόν να γαμιέσαι μ’ έναν εραστή; Έπειτα ήρθε η στιγμή που ένα χάδι, μια λέξη, ένα βλέμμα τούς άνοιξε πάλι την όρεξη να ξαναρχίσουν. Ο νεαρός βρισκόταν στο έλεος της, μπορούσε να τον κάνει ό,τι ήθελε. Εκείνη οδηγούσε το χορό τώρα. 
«Είσαι πολύ τρυφερός άνθρωπος.»
«Κι εσύ είσαι μια γλύκα μωρό μου!» 
Στη συνέχεια έγειρε τότε στο αυτί του και του είπε. Νόμιζες πως τελειώσαμε μωρό μου, έχω πολλές καύλες και δύσκολα θα ξεμπερδέψεις μαζί μου του λέει και του κλείνει πονηρά το μάτι συνεχίζοντας να του χαϊδεύει την πούτσα του που την ένιωσε να του ξανασηκώνεται. 
Γερό παλικάρι όπως ήταν, σε λίγα λεπτά η πούτσα του ήταν σκληρή και έτοιμη για δράση και πάλι.
«Ωπ! τι έχουμε εδώ;» του λέει. «Έχεις και ωραίο εργαλείο ανάθεμά σε. Σε βλέπω πάλι φουσκωμένο. Τι γίνεται εκεί κάτω; Πάλι τσιτώθηκε;»
«Ξανακαύλωσα Μωρό μου,» της είπε με πιο πολύ θάρρος τώρα. Άφησε τα δάχτυλά του να μπλεχτούν στις πυκνές της μουνότριχες. Η Εριφύλη άνοιξε διάπλατα τα πόδια της για να τον διευκολύνει περισσότερο. Ο νεαρός γονάτισε επάνω της στηρίζοντας το βάρος του στους αγκώνες του και τα γόνατά του. «Είσαι πολύ όμορφη!» παραδέχτηκε. 
«Κι εσύ είσαι σέξι άντρας!» του είπε λιγωμένη. Κοίταξε χαμηλά ανάμεσα στα κορμιά τους και είδε τη σκληρή ψωλάρα του να κρέμεται πάνω από το βουναλάκι του μουνιού της. O Φοίβος στηρίχτηκε στα γόνατά του και άπλωσε τα χέρια του στα μαλλιά της Εριφύλης. Της χάιδεψε τις μπούκλες των μαλλιών της και μετά κατέβασε τα χέρια του στις υπέροχες βυζάρες της. Τις χούφτωσε και άρχισε να της χαϊδεύει δυνατά.
«Ει! πιο σιγά! Πιο σιγά... Τουλάχιστον τώρα στην αρχή!» τον παρακάλεσε η Εριφύλη.
«Πώς να ηρεμήσω μ’ αυτές της βυζάρες ματάκια μου!», είπε ξετρελαμένος.
Έκλεισε ανάμεσα στα δάχτυλά του τις σκουρόχρωμες ρώγες της κι άρχισε να τις τρίβει. Μετά έσκυψε το κεφάλι του και φίλησε μια - μια τις πρησμένες ρώγες της. Άνοιξε το στόμα του, ρούφηξε μέσα όσο περισσότερο βυζί χωρούσε και άφησε τη γλώσσα του να χορέψει πάνω κάτω στις θηλές της γυναίκας.
«Αααααχχχχ…», αναστέναξε με πάθος. Μμμμ... Μ’ αρέσει! Ρούφα το βυζιά μου παίδαρε!! Γλείψ’ τις μου και τις δυο θηλές μου!»
Η Εριφύλη ένιωθε πολύ περήφανη για τις βυζάρες της και ειδικά το ευχαριστιόταν όταν όλοι οι άντρες ξετρελαίνονταν γι’ αυτά. Πρώτα ο άνδρας της ο Νικηφόρος μετά ο σπασίκλας κουμπάρος της και τέλος αυτός ο υπέροχος νεαρός φοιτητής. Ο  Φοίβος έγλειφε το βυζί της Εριφύλης με την υπέροχη γλώσσα του. Η Εριφύλη ένιωθε καυτή την γλώσσα του να της ζεματάει την καυλωμένη της σάρκα.
«Έτσι… Γλείψε με!»  τον ικέτευε φωνάζοντας σχεδόν.
Ο  Φοίβος επιτέθηκε στα βυζιά της λαίμαργα. Απολάμβανε την σφιχτή και τρυφερή σάρκα της ζουλώντας με τα δυο του χέρια, γλείφοντας και δαγκώνοντας. Κύματα ηδονής πλημμύρισαν το κορμί της Αλέκας. Τα ζουμιά στο μουνί της έτρεχαν ασυγκράτητα. Τα μουνόχειλα της τρεμούλιαζαν και ανοιγόκλειναν μόνα τους απ’ την καύλα. 
«Αχ! Σε παρακαλώ!... Έλα, γλείψε μου και το μουνί μου! Έλα κούκλε μου, τρίψε μου τις βυζάρες με τα χέρια σου και φάε μου το μουνί! Αχ! Έχω καυλώσει παίδαρε! Έχω μουσκέψει απ’ την καύλα! Γλείψε τα ζουμιά μου με την γλώσσα σου Μωρό μου!»
Η Εριφύλη του γρατζουνούσε τώρα με τα νύχια της την πλάτη, κουνούσε τους γοφούς της και σήκωνε το μουνί της προς το μέρος του για να τον προκαλέσει. O Φοίβος κατέβασε το καστανόξανθο κεφάλι του στις σγουρές πυκνές μουνότριχες της Εριφύλης. Είχε καυλώσει και αυτός και δεν άργησε η στιγμή που έχωσε την γλώσσα του μέσα στο μουσκεμένο μουνάκι της Αλέκας και σκέφτηκε πως δεν είχε δει ξανά πιο πρησμένα μουνόχειλα.
 Άρχισε να της γλείφει και να της ρουφάει τις μουνότριχες. Είχε ακούσει ότι πίσω από κάθε μουνότριχα κρυβόταν υπερευαίσθητα νεύρα που έφεραν την Εριφύλη στο χείλος της λιποθυμίας από τον ερεθισμό που της χάριζε. Μέσα της νιώθει μια φωτιά να ανάβει. Υγραίνεται. Τον ποθεί. Και βογκάει από έντονη επιθυμία και πόθο.  
Η Εριφύλη κόντευε να ουρλιάξει από την ηδονή που ένιωθε. Τότε ο πανέμορφος νεαρός άφησε την καυτή γλώσσα του να γλιστρήσει κάτω και να χωθεί ανάμεσα στα παχιά της μουνόχειλα. Η μαλακή σάρκα του μουνιού της χώρισε στα δυο και η ροδαλή επιδερμίδα φάνηκε. Ο  Φοίβος έγλειψε το μουνί της Εριφύλης από κάτω μέχρι πάνω με το πλάτος της γλώσσας του. Τα ζουμιά της κοπέλας έτρεχαν τώρα σαν σιντριβάνι!
Το βλέμμα του σκοτεινιάζει καθώς κολλάει τα χείλη του στο αιδοίο της. Ύστερα αρχίζει να γλείφει αργά την κλειτορίδα της, με το βλέμμα του πάντα καρφωμένο στο δικό της. «Μμμ. Πολύ γλυκιά γεύση, μωρό μου», μουρμουρίζει. Η Εριφύλη μένει καθηλωμένη. Την ξετρελαίνει που τον κοιτάζει να της κάνει γλυφομούνι. Μεγαλώνει τον πόθο που σκορπίζει μέσα της το άγγιγμα του σε βαθμό που δεν μπορούσε να φανταστεί. Είναι αισθησιακό να βλέπει τη γλώσσα του Φοίβου να κινείται πάνω στο πιο ευαίσθητο σημείο του σώματός της και με τόσο ερεθιστικό τρόπο. Και βλέποντας στο πρόσωπό του την ικανοποίηση, κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο. Πιάνει το σεντόνι και το σφίγγει γερά μόλις νιώθει την καυτή ανάσα του πάνω στην ήδη φλογισμένη κλειτορίδα της. Ερεθίζεται ακόμη πιο πολύ και πιο έντονα. Τον θέλει μέσα της αυτή τη στιγμή. Ο Φοίβος βάζει μέσα της ένα δάχτυλό του, ενώ συνεχίζει να τη γλείφει με μανία με τη γλώσσα του. Το αιδοίο της σφίγγεται γύρω από το δάχτυλό του.
«Ωωχχ!» βόγκηξε που δεν άντεχε την καύλα από το γλειφομούνι του Φοίβου.
Η  Εριφύλη θυμήθηκε ότι αυτή την χαρά και την ηδονή του γλειφομουνιού της ότι την είχε διδάξει πρώτη η ξαδέρφη της η Ευτέρπη, μετά ο άνδρας της ο Ερμής και τώρα αυτός ο ερωτικά πεινασμένος και υπέροχος νεαρός φοιτητής.
«Χώσε την γλωσσάρα σου μέσα μου! Γάμησε το μουνί μου με την γλώσσα σου! Έλα! Γάμα με, με την γλωσσάρα σου! Χώσ’ την μου όλη μέσα!»
Ο Φοίβος υπάκουσε στις οδηγίες της  Εριφύλης 'έχωσε την γλώσσα του μέσα έξω στην καυτή της μουνότρυπα με αυξανόμενο ρυθμό και γεύτηκε τα ηδονικά ζουμιά της. Τα μουνί της Εριφύλης άνοιξε διάπλατα από μόνο του για να μπορέσει η γλώσσα του Φοίβου να χωθεί μέχρι τον πάτο της. Η κοπέλα κουνιόταν, γρύλιζε, μούγκριζε και βογκούσε από ηδονή. Οι μυς του μουνιού της σφίχτηκαν πάνω στην υπέροχη γλώσσα του  Φοίβου για να του την φυλακίσουν μέσα της.
«Μμμμ… Αχ καύλα μου τι μου κάνεις; Με πεθαίνεις!» βόγκηξε ενώ τα μάτια της είχαν γουρλώσει.
Το βλέμμα του τρεμοπαίζει καθώς την κοιτάζει. Ανάβει περισσότερο καθώς βάζει μέσα της κι ένα δεύτερο δάχτυλό του κι αρχίζει να τα κινεί ρυθμικά μέσα έξω. Και ταυτόχρονα συνεχίζει το ερεθιστικό και απολαυστικό χάδι με τη γλώσσα του και η  Εριφύλη με κομμένη ανάσα σφίγγει μόνη της τα στήθη της, ενώ μέσα της η ερωτική ένταση αυξάνεται. Το αιδοίο της σφίγγεται δυνατά καθώς ο Φοίβος συνεχίζει να τη γλείφει σαν τρελός. 
«Αχ! Έλα αγόρι μου! Τώρα σε θέλω μωρό μου να με γαμήσεις και να μου λες τι θα μου κάνεις.!  Έλα κούκλε μου. Χώσε μου την ψωλάρα σου στο μουνί μου. Θέλω να με γαμήσεις μωρό μου. Δεν αντέχω άλλο, Θέλω να νιώσω μέσα μου την πούτσα σου! Γάμα με! Σκίσε με!» 
«Με θέλεις μέσα σου;» ρωτάει σιγανά, στέλνοντας απαλές δονήσεις στο καυτό σημείο της.
«Ναι... ναι, λέει με πνιχτή φωνή. Ναι, έλα. πάρε με! Έλα, τι περιμένεις; Μπες! Ξέσκισε με! Το θέλω πολύ! Το θέλω!»
Ο πούτσος του Φοίβου είχε ξαναμεγαλώσει σε απίστευτα μικρό διάστημα. Ο νεαρός ήταν πολύ δυνατός γαμιάς!  Πλησίασε το πουτσοκέφαλο του και έψαξε την τρύπα της  Εριφύλης. Όταν τη βρήκε έσπρωξε το τεράστιο όργανό του μέσα.
Μπήκε με τη μια, μέσα. Η  Εριφύλη τον δέχτηκε χωρίς καν να φωνάξει. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό! Αυτός άρχισε να τη γαμάει με αργό αλλά πολύ δυνατό ρυθμό. Η  Εριφύλη κρατούσε αντίσταση για να δέχεται όλο το όργανο μέσα της. 
Ξανάρχισαν το γαμήσι με την  Εριφύλη τώρα από κάτω να πλέει στον έβδομο ουρανό με το καυλί του  Φοίβου χωμένο όλο μέσα της. Έμπλεξε τα πόδια της πίσω απ’ την πλάτη του νεαρού γαμιά της, τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ τον λαιμό του και γαντζωμένη έτσι πάνω του τον τράβηξε όσο πιο κοντά της μπορούσε.  και αυτός χώθηκε όσο πιο βαθιά μέσα της μπορούσε και άρχισαν να κουνιούνται ξέφρενα.
«Κι άλλο! Πιο δυνατά! Γάμα με! Ωωωωχχ!! Σκίσε με!!! Έτσι!!! Χώσε την ψωλάρα σου όσο πιο βαθιά μπορείς στη μουνάρα μου!» φώναζε ενώ τα καστανοκόκκινα  μαλλιά της κυμάτιζαν αφού το κεφάλι της ανεβοκατέβαινε στο ρυθμό τους.
«Ωοο! Καύλα μου είμαι όλος μέσα σου! Τι μουνάρα είσαι συ! Σε γαμάω, σε γαμάω μουνάρα μου!»
«Έτσι παίδαρε μου! Αυτό είναι γαμήσι!  Ααααχχ! Μμμμ… Τι πούτσος είναι αυτός! Κι άλλο! Βάλτον μέσα κι άλλο. Σκίσε με! Κάνε με να λιώσω από καύλα! Με παλουκώνεις. Τι πούτσος! Ααααχχ!!! Κι εγώ προσπαθούσα να παρηγορηθώ τόσο καιρό μονάχη μου. Το γαμήσι για να το ευχαριστηθείς θέλει εργαλείο! Αυτός είναι πούτσος! Με ξεσκίζει! Με ανοίγει! και είναι τόσο ωραίο! Καύλωσα μωρό μου! Κάνε με να χύσω. Γάμα με! Είμαι δικιά σου. Το ερεθισμένο μουνάκι μου θέλει γαμήσι!»
Και όσο εκείνος, με ορμή έμπαινε μέσα της και τη σφυροκοπούσε, η  Εριφύλη το απολαμβάνει, χωρίς ενοχές, μουγκρίζοντας σαν πορνοστάρ σε τσόντα όταν ένιωθε να της ανοίγει το μουνί και να μπαίνει βαθιά μέσα της. Ο πούτσος του εμφανιζόταν τώρα υγρός και γυαλιστερός και στη συνέχεια τον κατάπινε πάλι το μουνί της που καιγόταν από καύλα όπως της τον χτυπούσε μέσα της και του έλεγε πως ο άνδρας της δεν είχε ούτε μία φορά μπει τόσο βαθιά μέσα της όπως αυτός τώρα.
«Μανάρι μου! Λιώνει το μουνάκι μου για σένα! Κάντο ότι θες μωρό μου. Γάμησε το μέχρι να μην μπορώ να κουνηθώ. Πως μ’ έκανες να καυλώνω τόσο; Να με γαμάς και να μην χορταίνω γαμήσι; Έλα λοιπόν παίδαρε!! Γάμα με! Σκίσε με! Χώσε μου την πούτσα σου βαθιά στο μουνί μου! Γάμα με, μέχρι να φωνάξω να σταματήσεις! Και τότε μην με ακούσεις! Μην σταματάς να με γαμάς! Γάμα με ατελείωτα! Κανένας άλλος άνδρας δε μου έχει κάνει αυτά που μου κάνεις εσύ μωρό μου....κανένας άλλος,» να του ψιθυρίζει με την ανάσα κομμένη, γεμάτη πάθος και το πόσο το ευχαριστιόταν που ούτε η ίδια δεν πίστευε πόσο πουτάνα γινότανε μαζί του. Η  Εριφύλη τρελαμένη άρχισε να τον παρακαλάει να τη γαμήσει απ' όλες τις τρύπες με φράσεις που ούτε η ίδια πίστευε ότι έβγαιναν από το στόμα της:
Το γυμνασμένο κορμί του Φοίβου ανεβοκατέβαινε πάνω στο κορμί της Εριφύλης. Είχαν ιδρώσει και οι δύο από τον ξέφρενο ρυθμό τους. Το μουνί της γυναίκας είχε ανοίξει διάπλατα καθώς η μακριά σκληρή ψωλή του νεαρού την ξέσκιζε με φόρα.
Η Εριφύλη είχε βγει πλέον εκτός εαυτού μούγκριζε από ευχαρίστηση και κουνούσε τους γοφούς της προσπαθώντας να συντονιστεί με το κούνημα του Φοίβου συμμετέχοντας ενεργά στο γαμήσι της. Η ψωλή του έκανε διάφορους ήχους καθώς, μπαινόβγαινε με φόρα στο μουσκεμένο μουνί της Εριφύλης που ρουφούσε σαν βεντούζα την αντρική ψωλή ενώ ο κώλος της παλλόταν με ρυθμό, καθώς την γαμούσε πλέον με πιο γρήγορο ρυθμό και η Εριφύλη κόντευε να λιποθυμήσει από την καύλα και την ηδονή. Πλέον δεν μιλούσε καθόλου, μόνο αναστέναζε καυλωμένη!
Ο Φοίβος δεν άντεχε άλλο. Δεν μπορούσε να κρατηθεί περισσότερο τον έβαλε όσο πιο βαθιά μπορούσε και έμεινε εκεί. Η Εριφύλη κόντεψε να τρελαθεί από καύλα! Ο νεαρός την είχε κυριολεκτικά παλουκωμένη! Το παλαμάρι του ήταν χωμένο βαθιά μέσα της κι αυτή έχυνε. Έχυνε, ουρλιάζοντας! Έχυνε και έτρεμε ταυτόχρονα. Ο Φοίβος ήταν ακίνητος, μέσα της, προσφέροντάς της όλο το μεγαλείο του πούτσου του. Η Εριφύλη, εντελώς εμβολισμένη, κουνιόταν ελαφρά, όσο της επέτρεπε το παλούκι που είχε μέσα της και παράλληλα έχυνε από το μουνί της.
 Τα αρχίδια του έστειλαν το καυτό φορτίο τους στην πούτσα του και εκείνη τα εκτόξευσε στο βάθος της μήτρας της Εριφύλης. Παχιά άσπρα καυτά χύσια τιναζόντουσαν απ’ το πουτσοκέφαλο του που σπαρταρούσε ενώ οι συσπάσεις του μουνιού της Εριφύλης αγρίευαν ολοένα και περισσότερο.
Ένιωσε ν’ ανατινάζεται. Καυτοί χυμοί έρεαν απ’ το μουνί της πάνω στην ψωλή του, που συνέχιζε να τη γαμάει άγρια, και να κυλάνε στην κωλοτρυπίδα της μουσκεύοντας τα σεντόνια.  Ήταν τόσο έντονη η καύλα που ένοιωσε από το σπρώξιμο της ψωλής του, μέχρι να αδειάσει το σπέρμα της στον πλημμυρισμένο από τα υγρά τους κόλπο της.
«Έλα μωρό μου, χύσε με! Έτσι! Tι γαμήσι τρώω η ρουφιάνα! Έτσι! σκίσε με αγόρι μου! Χύσε στο μουνί μου!!! Γέμισε με, με τα χύσια σου! Δώστα μου όλα παίδαρε!, Χύνω πάλι! Ναι, ναι, ναι αγόρι μου.» Ακούστηκε ξέφρενα η φωνή της. «Έτσι, Αγόρι μου!. Έτσι! Συνέχισε και θα τελειώσω πάλι!» λέει υψώνοντας ξαφνικά τη φωνή της. Μια λάμψη, ένας κεραυνός και μια βροντή σαρώνουν όλη την ύπαρξή της καθώς φτάνει σε οργασμό. «Θεέ μου, τι ανεπανάληπτος οργασμός! Μήνες είχα να νιώσω αυτή την ηδονή. Μήνες τον στερήθηκα. Κι απ’ ό,τι φαίνεται τον ήθελα πολύ. Μάλιστα ήμουν πολύ πιο έτοιμη από όσο φανταζόμουν.» Καθώς η ένταση υποχωρεί σταδιακά, το κορμί της γέρνει πίσω εξουθενωμένη.
«Έχω ακόμη χύσια για σένα μωρό μου!! Έλα κούνα το μουνάκι σου έτσι υπέροχα!!! Άρμεξε τα χύσια του πούτσου μου με τα σφιχτά σου μουνόχειλα. Θέλω να χύσω μέσα σου και την τελευταία σταγόνα μου! Ρε μωρό, πόσο καύλα είσαι συ; Όλα δικά σου μωρό μου!» φώναζε λαχανιαστά ο Φοίβος χύνοντας συνεχώς μέσα στο μουνί της. 
Ο κόλπος της γέμισε από τα κολπικά της υγρά και τα δικά του χύσια ενώ η ίδια λαχανιασμένη σφίχτηκε επάνω του μπήγοντας τα νύχια της στη πλάτη του και κρατώντας τον κολλημένο επάνω της για δευτερόλεπτα μέχρι να σταματήσει να πάλλεται η κλειτορίδα της και να σταματήσουν τα κύματα ηδονής που χτύπαγαν το κορμί της ξανά και ξανά .
O Φοίβος και η Εριφύλη προσπαθούσαν απεγνωσμένα να ξαναβρούν την ανάσα τους. Λαχάνιαζαν και μούγκριζαν απ' το τρελό γαμήσι που είχαν κάνει. Η απόλαυση ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους.
Η  Εριφύλη του χαμογελούσε ζεστά και φίλησε τρυφερά το όμορφο πρόσωπο του νεαρού άνδρα καθώς ακουμπούσε τα χείλη της στην ξυρισμένη επιδερμίδα στο τρυφερό μάγουλο του και μετά σιωπή. Σκεφτόταν κιόλας τι θα γούσταρε να κάνουν για συνέχεια.
Αυτή τη φορά το γαμήσι κράτησε αρκετά λεπτά μέχρι να ξαναχύσει φωνάζοντας ότι την αγαπάει. 
«Δεν έχω ξαναγαμήσει καμία σαν εσένα! Εσύ Μωρό μου τα δίνεις όλα χωρίς να σκέφτεσαι. Είναι πολύ τυχερός ο άντρας σου.» 
«Έλα σε παρακαλώ, άφησε τον τώρα αυτόν, μην τον αναφέρεις. Αγορίνα μου γλυκιά, όσο  απουσιάζει ο Νικηφόρος μου το μουνί μου είναι τώρα πια και δικό σου,» Του είπε! Μόνο μην τολμήσει να πει τίποτα σε κανέναν και τον φίλησε καθώς αυτός έφευγε.
Έξω είχε αρχίσει να νυχτώνει, η  Εριφύλη στην πόρτα με το Φοίβο δίπλα της διαισθάνεται αμυδρά έναν αόριστο κίνδυνο και νιώθει ανησυχία. Ανησυχία που κρατά από την εποχή του Αδάμ, το φίδι που συνδέθηκε με τον πειρασμό και την αμαρτία και προμηνύει το κακό. Με τη μορφή του παρουσιάζεται ο διάβολος, ο οποίος προκαλεί υποψίες και ανησυχίες.
«Πρέπει να προσέχουμε, μη κάνουμε κανένα λάθος Μωρό μου,γιατί εγώ είμαι παντρεμένη γυναίκα και με ξέρουν όλοι για σοβαρή κοπέλα κι από σπίτι, καλή νοικοκυρά που έχει να το λέει όλη η γειτονιά και δεν έχει ακουστεί ποτέ κάτι άσχημο για μένα.
«Εννοείται ότι η σχέση μας θα μείνει αυστηρά εντελώς μεταξύ μας» της είπε καθώς έφευγε και πριν του κλείσει την πόρτα. Μονάχα μια ερώτηση μου καίει τα χείλια: «Πότε θα ξαναϊδωθούμε; Δεν μπορούμε να μείνουμε στη σημερινή επαφή μας, έτσι δεν είναι;» Τη ρωτάει και περιμένει ανυπόμονα μια θετική απάντηση.
«Εε Ναι!; Ας ευχηθούμε στην επομένη συνεδρία μας! του λέει ναζιάρικα σαν μια αστεία χαμογελαστή χαζογκομενίτσα, με ζωγραφισμένη την ικανοποίηση στο πρόσωπο της.  
Ο Φοίβος της λέει τώρα που το νερό είχε μπει στο αυλάκι περιμένει την επόμενη συνάντηση τους και αναμφίβολα εννοείται πως δε θα πει τίποτα σε κανέναν, δείχνοντας της ότι είναι πολύ ερωτευμένος μαζί της και να της δώσει να καταλάβει πόσο πολύ την ποθεί αυτή τη γυναίκα. Αν ήταν στο χέρι του, θα ήθελε κάθε μέρα να γεύεται το κορμί της.
«Όταν σε σκέπτομαι είμαι συνέχεια καυλωμένος, και δεν επιθυμώ τίποτε άλλο παρά πώς να σε γαμήσω ατέλειωτα μέρα και νύχτα. Εννοείται αν το θέλεις και εσύ.»
«Μα εννοείται αγορίνα μου! Και εγώ μωρό μου σε θέλω του λέει! Αλλά στο ξαναλέω πρέπει να προσέχουμε να μην έχει η σχέση μας συνέπειες, δεν θέλω να χαλάσω τον γάμο μου αλλά με εξιτάρουν αυτές οι αλλαγές στη συζυγική μου σχέση. Όχι πως δεν πάει κάτι καλά στο γάμο μου και ναι αισθάνομαι ότι ο άνδρας μου, μου παρέχει την ασφάλεια της οικογένειας αλλά μου λείπει στο κρεβάτι και αποζητώ τον ενθουσιασμό που μου προσφέρει ένας γοητευτικός άνδρας σαν εσένα. Μου δίνει καινούρια ανάσα ζωής και ένα δυνατό κίνητρο για την εξωσυζυγική μου σχέση μαζί σου χωρίς να απειλείται ο γάμος μου! Όπως το έχει θέσει ο σοφός λαός από τα παλιά τα χρόνια, όλα τα κέρατα δεν είναι ίδια και η απιστία δεν είναι πάντα θανατηφόρα νόσος για τη σχέση... Μια παλιά λαϊκή ρήση έλεγε «κεράτωνε τον άνδρα σου και μάγια μην του κάνεις.» Η φύση μας χάρισε τις άτιμες τις αισθήσεις για να μας οδηγούν στην εφήμερη ευτυχία των σωματικών ηδονών, που θα τιμωρούνται στους ναούς και τις εκκλησίες, γιατί σημασία δεν έχει τι κάνουμε στο κρεβάτι μας, αλλά πως το ονομάζουμε...
Ο Φοίβος την αποχαιρέτησε ζεστά και έφυγε αφήνοντάς την σκεφτική.
Η  Εριφύλη ήταν αυτό που λέμε Κυρία με όλη τη σημασία της λέξης, αλλά να που η Μοίρα της έστελνε μία ενδιαφέρουσα παρέα να της διώξει τη μοναξιά και την ανία και μαζί τις μαύρες σκέψεις που σκίαζαν τη ζωή της τον τελευταίο καιρό. Καλοκαίρι: Εκείνη μόνη της. Ο Φοίβος ολομόναχος ελεύθερος! Και ο Νικηφόρος; όλα κι όλα, τον αγαπούσε και θυσίαζε πολλά χάριν της αγάπης της ως πότε όμως; Ως πότε; Στο πρόσωπο του Φοίβου είδε έναν νέο άνθρωπο να γέμιζε τις μέρες της κατά τις μεγάλες απουσίες του. Τι κορμί που το είχε Θεέ μου! Όλες του οι λεπτομέρειες, εξωτερικές και εσωτερικές μα εμφανείς, τέλειες.
Μένοντας μόνη η  Εριφύλη χύσια και κολπικά υγρά έρεαν ακόμη από το μουνάκι της. Εξαντλημένη καθώς ήταν πέταξε γρήγορα τα ρούχα της στο καλάθι με τα άπλυτα και μπήκε στο μπάνιο. Άνοιξε την ντουζιέρα, σαπουνίζοντας το κορμί της με αρωματικό σαπούνι ευχαριστημένη από ότι είχε ζήσει και ένοιωθε συνέχεια μια γλυκιά διέγερση. Τι γαμήσι ήταν κι αυτό.
 Ικανοποιημένη βγήκε από μπάνιο έχοντας ένα αίσθημα πληρότητας και ευτυχίας που έζησε μια τόσο καυτή εμπειρία. Σκουπίστηκε έβαλε ένα κατάλευκο δαντελωτό κιλοτάκι, σταμάτησε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, της άρεσε ο εαυτός της στον καθρέφτη. Έκανε λίγο στην άκρη το κιλοτάκι και ατένισε στον καθρέπτη το μουνάκι της. Σαν μπουμπούκι ανθισμένο έμοιαζε στα είκοσι επτά της χρόνια. 
Πήγε στο κρεβάτι της αλλά δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Είχε ανάγκη να αισθανθεί πάλι τα χέρια του Φοίβου όπως έψαχναν το κορμί της. Σηκώθηκε πήγε στο σαλόνι και κοίταξε τον άδειο καναπέ. Το μήλα επάνω στο πιατάκι της υπενθύμιζε την παρουσία του. Άρπαξε αποφασισμένη ένα κομμάτι και το έφαγε. Ανικανοποίητη ξαναγύρισε στην κρεβατοκάμαρά της μα δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Της έλειπε. Της έλειπε πάρα πολύ. Μάλωνε τον εαυτό της που της έλειπε. Μάλωνε τον εαυτό της που έμπαινε στη διαδικασία να τον σκέφτεται τόσο πολύ, που έμπαινε στη διαδικασία να μαλώνει τον εαυτό της... Θα μου περάσει. Πρέπει να μου περάσει... Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει. Αρκετά, είπε στον εαυτό της. Ξέχασε τον.
Μεσάνυχτα, σε λίγες ώρες θα χαράξει η ημέρα Κυριακή και θα χτυπάνε οι καμπάνες να πάνε οι πιστοί στην εκκλησιά! Μετράει μέχρι το δέκα. Κλείνει τα μάτια της κι απενεργοποιεί τον εγκέφαλο. Εύχεται, να μην ονειρευτεί πάλι το απαγορευμένο, να σκέφτεσαι εκείνον που δε θα ‘πρεπε, τη φιγούρα του Φοίβου. Εριφύλη μου, δύσκολα τα πράγματα. Δύσκολοι καιροί για Πηνελόπες. Εδώ και 2.500 χρόνια, στην ουσία λίγα πράγματα άλλαξαν στη γυναικεία ψυχολογία και την αντρική κυρίως νοοτροπία. Κακά τα ψέματα ο κόσμος φτιάχτηκε για τους άντρες! Γι' αυτό ησύχασε, καρδιά μου, ησύχασε...
Πως όμως να την ησυχάσει με την ανικανότητά της να βάλει φρένο στις απαιτήσεις της σάρκας. Σκεφτόταν αυτή τη στιγμή, πως το χθες ήταν υπέροχο, πρώτη φορά είχε τέτοιους απανωτούς οργασμούς. Πολύ θα ήθελε να βρει και πάλι παρηγοριά στο αρρενωπό κορμί του. Μετά τις καυτές ώρες που είχαν περάσει, είχε πάντα πάνω της την ίδια επίδραση: μια φωτιά ανάμεσα στα πόδια της. Με το που έφερνε στο νου της τα ερωτικά παιχνίδια τους, το σώμα της σπαρταρούσε από τη στέρηση. Το πρησμένο αιδοίο της την έτρωγε σαν να επρόκειτο να επακολουθήσει συνουσία. Η Εριφύλη ήθελε να είναι εκεί ο Φοίβος για να την πάρει εδώ και τώρα στο υγρό από τη νυχτερινή ηδονή της κρεβάτι. Δε χρειάζονταν ούτε χάδια ούτε προκαταρκτικά. Της έφτανε και περίσσευε για να φουντώσει τη φωτιά για ένα άγριο και άμεσο γαμήσι. Το μουσκεμένο μουνί της απαιτούσε τη βίαιη ένωσή τους. Τα κρυφά της χείλη ήταν πρησμένα όσο ποτέ άλλοτε, έτοιμα να ανοίξουν στην παραμικρή παράκληση. Ενώ αυνανιζόταν πάνω από το υγρό ύφασμα της κιλότας της, σκεφτόταν το ωραίο καυλί του Φοίβου τόσο μακρύ, τόσο μεγάλο και ήξερε τόσο καλά να την ικανοποιεί. Στη σκέψη της στιβαρής αγκαλιάς του νεαρού, η Εριφύλη δεν είχε αναστολές. Ένιωθε να είναι στον ερωτικό παράδεισο. Γινόταν ένα πλάσμα διψασμένο για σεξ. Ενώ θυμόταν αυτές τις λεπτομέρειες, ένιωσε την κλειτορίδα της να πάλλεται διαβολεμένα. Αισθανόταν σα να έχει χάσει τον εαυτό της. Δε σκέφτεται τίποτα άλλο, παρά μόνο αυτό, ψυχαναγκαστικά. Έχει κυριεύσει πλήρως τη σκέψη της. Όλα καθορίζονται από τις καύλες της. Δεν είχε άλλη επιλογή, έπρεπε να τις ανακουφίσει με το καυλί του νεαρού που είχε βάλει φωτιά στο μυαλό της, στα σεξουαλικό της όνειρα και κυρίως στη αχαλίνωτη φαντασία της. Έστρεψε ασυναίσθητα προς τα εκεί στο τηλέφωνο αναζητώντας να την βγάλει απ' την κόλαση. Με τα χέρια της να τρέμουν και την καρδιά της να βροντάει δυνατά, αναζήτησε τον αριθμό τον κινητού του Φοίβου. Όσο εξαιρετικός εραστής και να ήταν, ο νεαρός πρέπει όπως όλος ο κόσμος σίγουρα είχε και άλλα, σημαντικά πράγματα να κάνει. Και σίγουρα θα ενθουσιαζόταν αν έβρισκε μήνυμα από τη νέα του κατάκτηση. Η Εριφύλη τοποθέτησε τα δάχτυλά της στο πληκτρολόγιο. Με τη διέγερση ακόμα ζωηρή στην κοιλιά της, σκεφτόταν το σχέδιό της.
Το κινητό του άρχισε να δονείται και να κουδουνίζει, έρποντας σαν καβούρι πάνω στη λεία επιφάνεια του γραφείου του. Το πήρε στο χέρι. Στην οθόνη εμφανίστηκε το τηλέφωνο της. Ο Φοίβος αναστέναξε.
Η Εριφύλη! Μένει σιωπηλά σκεφτική.
Η ζεστή φωνή του απάντησε αμέσως, με το πρώτο χτύπημα. 
«Ναι;» 
Η Εριφύλη είχε την έντονη επιθυμία να το κλείσει. Αλλά μετά σκέφτηκε λογικά και απάντησε. 
«Ελα, Φοίβο. Εγώ είμαι.»
«Γεια!» είπε κι εκείνος, λες κι ήξερε ότι δεν χρειαζόταν να του πει τ' όνομά της, ότι είχε αναγνωρίσει τον αριθμό της. Η φωνή της ακουγόταν στ' αυτιά του εξίσου ενθουσιασμένη με τη δική του, σχεδόν αγχωμένη. Μπήκε κατευθείαν στο θέμα. Σαν να ήθελε να ξεμπερδεύει. Δεν ξέρει αν ντρεπόταν αν ήταν απλώς αγχωμένη όπως κι αυτός ή αν την είχε ήδη απογοητεύσει. 
«Δεν περίμενες να με ακούσεις τόσο σύντομα ε;»
«Η αλήθεια είναι πως όχι.»
«Λάθος μωρό μου, λάθος! Περίμενα ώρες να με πάρεις εσύ. Όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα, τρελαινόμουν. Όλα καλά;»
«Μμμμ, έτσι και έτσι! Εσύ;»
«Μμμμ και εγώ τα ίδια! Μωρό μου τι σκέφτεσαι και δεν κοιμάσαι;»
«Δεν έχω ύπνο. Χαζεύω στο PC». 
«Μόνος; η με καμιά τσούλα σε διαδικτυακή παρέα;» 
«Μόνος! Έχω και ένα πρόβλημα με τα windows, Γιατί μονίμως εμένα πηδούνε τα παραθύρια της Ultimate;»
«Από όταν σε ξέρω, συνέχεια προβλήματα με τα παράθυρά σου στα windows έχεις. Κλείστα τα ρημάδια! Χέστα όλα και φτιάξε τις δικές μας εικόνες. Εκείνες τις όμορφες ντε, ξέρεις! Τι θα ‘λεγες για ΄να χάραμα ολοκληρωτικά εμπνευσμένο από τους δυο μας;»
« Μωρό μου! Μονάχα μια ερώτηση τις τελευταίες ώρες μου καίει τα χείλια: Πότε θα ξαναϊδωθούμε! Σε σκέφτομαι συνέχεια, οι ώρες κυλούν βασανιστικά απ' όταν έφυγα από το σπίτι σου και το μόνο που σκέφτομαι είναι πότε θα σε ξαναδώ. Θέλω να σ' αγγίξω. Πάνω μου έχω ακόμη το άρωμα σου! Έχεις μια απίστευτη γοητεία. Το δέρμα σου... Η μυρωδιά σου.. Εσύ γιατί δεν κοιμάσαι;»
«Πώς να κοιμηθώ! Μετά απ' αυτά που μου έκανες μου έστειλες τον ύπνο περίπατο. Δεν μ’ αφήνει και το γατάκι μου!  Διαμαρτύρεται που μας άφησες και πήγες για ύπνο. Από την πρώτη κιόλας ώρα που έφυγες απ' το σπίτι, του είχε ήδη λείψει το καυλί σου. Δε χόρτασε γαμήσι, ήθελε κι άλλο... Δε του έφτασε. Μας λείπεις πολύ!»
Τα λόγια της Εριφύλης αντηχούσαν στα αυτιά του. Αν ήταν εκεί μπροστά του, θα την είχε αγκαλιάσει. Η κραυγή χαράς που ξέσπασε μέσα του ήταν τόσο εκκωφαντική, που νόμιζε ότι θα την άκουγε κι εκείνη.
«Όπα, όπα... για πες μου τι θέλει το γατάκι μας!»
«Είναι ανήσυχο, κλαψουρίζει και μου διαμαρτύρεται ότι θέλει πάλι τον πούτσο σου.»
«Και μένα ο πούτσος μου τα ίδια μου λέει. Σκέφτεται το γατάκι σου και δεν ησυχάζει. Τώρα που έμαθε να μπαίνει στο μουνάκι σου διαμαρτύρεται και αυτός και το ζητάει συνέχεια.»
«Ναι άλλα δεν κανείς κάτι! ώστε και το μουνάκι μου να σκεφτεί εντάξει μας σκέφτεται και μας αγαπάει, δεν μας εγκατέλειψε.»
«Το εννοείς! Σ’ αυτό που πάει το μυαλό μου; Να έλθω να κάνουνε παρέα;  Να βρουν παρηγοριά και φροντίδα τα δυο τους.»
«Γιατί να μην το εννοώ. Σου πάει καρδιά να τους χαλάσουμε τη χαρά τους. Δεν πρέπει να αφήνουμε πεινασμένα τα μωρά μας και να κλαίνε, όταν χρειάζονται το ένα το άλλο για να ηρεμήσουν.» 
«Σοβαρά μιλάς! Δεν μου κάνεις πλάκα;»
«Μιλάω σοβαρά! Απορώ με την αναισθησία σου. Έχεις συνειδητοποιήσει ότι έχουν περάσει πάνω από οκτώ ώρες και δεν έχουμε κάνει έρωτα ξανά;! Εσύ δεν έχεις όρεξη για μια συνέχεια; Απορώ πως αντέχεις;!»
«Ποιος σου είπε πως αντέχω! Σκέφτομαι πως είσαι αυτό που λέμε φωτιά και λαύρα και σε θέλω. Ο πούτσος μου με την σκέψη στο μουνάκι σου γίνεται πέτρα. Ίσως πρέπει να αυξήσουμε την επαφή μας για να μην ξυπνά πολύ νωρίς η πείνα τους.»
«Τόση καύλα μωρό μου για μένα;»
«Γιατί, δεν το πιστεύεις;»
«Ναι, αφού το λες.»
«Τώρα δηλαδή εσύ δεν νιώθεις χορτασμένη;»
«Θέλεις την αλήθεια;»
«Ναι.»
«Ποτέ δεν νιώθω πραγματικά χορτασμένη. Πάντα θέλω κι άλλο.» 
«Δηλαδη συμφωνείς να έλθω! Έχω και εγώ πολύ όρεξη για δυνατό και ασταμάτητο σεξ!»
«Σε περιμένω! Μου έχεις αναστατώσει την ζωή μωρό μου. Αφού παραμιλώ μοναχή μου. Εριφύλη λέω πάει χάζεψες. Μωρή θα τινάξεις τον γάμο σου στον αέρα. Παλαβή είσαι;» 
Η Εριφύλη βασανιζόταν αυτές τις ώρες από εμμονές με το σεξ ώστε να μεταμορφώνεται σε τέτοιο βαθμό, που ουδεμία σχέση είχε με την εικόνα της αφοσιωμένης συζύγου που ήταν τύπος και υπογραμμός και συνδύαζε πλείστα όσα προσόντα της σοβαρής και μετρημένης νοικοκυράς που έδειχνε στους άλλους. 
«Μωρό μου έρχομαι να σκίσω το κολασμένο σου μουνί. Το γνωρίζουμε και οι δυο μας πως δεν μπορούμε να μείνουμε στη μία φορά, έτσι δεν είναι;»
«Ναι το μουνί μου διψάει για το καυλί σου. Εσένα, ο πούτσος σου;»
«Συνέχεια είναι αναστατωμένος! Δεν λέει να ησυχάσει. Συνέχεια σκέφτεται το μουνάκι σου γυναικάρα μου! Το ζαχαρένιο σου μουνί που θέλει να το γαμάει. »
«Καυλιάρη μου εσύ. Το ζαχαρένιο σου μουνί ανυπόμονα σε περιμένει! Έλα σου άφησα στη γλάστρα το κλειδί της πόρτας και σε περιμένω να μου φέρεις το φάρμακο μου, πεσμένη στα τέσσερα! Αυτό είναι το γιατρικό μου!»
Ο Φοίβος θα τη γαμούσε και πάλι. Ονειρευόταν να νιώσει το ρωμαλέο κορμί του να συνθλίβει το δικό της... Φαντασιωνόταν το σκληρό όργανό του να εισχωρεί μέσα της. Υποταχτικός, αλλά μάχιμος: γοητευτικός συνδυασμός.
«Για πες μου, ερεθίζεσαι όταν σκέφτεσαι τη στύση μου;»
«Ναι, πολύ. Μ’ αρέσει, να νιώθω σηκωμένο στητό το καυλί σου να ψάχνει το δρόμο του ανάμεσα στα μπούτια μου. Λατρεύω να σκέφτομαι ότι τσινάει, και προσπαθεί με κάθε τρόπο να ανοίξει δρόμο ανάμεσα στους γλουτούς μου, να βρει τις τρύπες μου.»
«Μείνε ήσυχη λοιπόν. Θα το νιώσεις, κι όχι μονάχα μια φορά.»
«Έλα γάμησε με, έλα γάμα με, πάρε με, λιώσε σε.» Η δίψα της για ηδονή δεν είχε κορεστεί. Η εικόνα του ωραίου νεαρού και η ανάμνηση της σηκωμένης ψωλής του τη βασάνιζε. Ένιωθε τον κόλπο της να συσπάται ρυθμικά για να ρουφήξει το καυλί. Το αίμα κόχλαζε στην κλειτορίδα της. 
Ήδη ο Φοίβος βρίσκεται σπίτι της, κλίνει την πόρτα πίσω του διασχίζει το σαλόνι και ανεβαίνει στην κρεβατοκάμαρα φουριόζος.
«Έφτασα κι να είσαι έτοιμη να σε γαμήσω στο κρεβάτι σου! Να γαμήσω το πεινασμένο σου μουνάκι.;
«Ναι μωρό μου σε θέλω. Σε θέλω τώρα!» 
«Βγάλε τη ρόμπα σου και βγες στο πλατύσκαλο να σε βλέπω. »
Η Εριφύλη από τη διέγερση τρεμούλιασαν τα πόδια της.
«Ανυπομονώ να γευτώ τα γλυκά σου χείλια! Ομορφιά μου.» 
«Κι εγώ!» Νιώθοντας τις έντονες σουβλιές να βασανίζουν το αιδοίο της, η Εριφύλη ονειρευόταν να ξαναβρεθεί υπό την εξουσία του εραστή της. Η συνέχεια υποσχόταν να είναι καυτή.
«Μπράβο, καλό μου κορίτσι. Τον έχεις κάνει τον πούτσο μου κάγκελο. Για σένα μόνο, η καύλα του.» 
«Ναι καυλιάρη μου, ναι!. Αγορίνα μου, έλα και γάμησε το κορίτσι σου, γάμησε την παντρεμένη γκόμενα σου που διψάει το μουνάκι της για γαμήσι.» Και μόνο που το σκεφτόταν, ένιωθε το αίμα να εισρέει ανάμεσα στους μηρούς της... Το μουνί της ανάβλυζε ένα ζεστό υγρό.
Ο Φοίβος είναι ήδη στα τελευταία σκαλοπάτια που οδηγούν στην κρεβατοκάμαρα και γδύνεται. Η Εριφύλη στην κορυφή της σκάλας τον παρακολουθεί παραζαλισμένη και γοητευμένη ταυτόχρονα. Η αναπνοή της είναι βαριά και γρήγορη, και άρχισε να κουνάει κυκλικά τη μέση της πάνω στο παλούκι του που είχε θεριέψει για τα καλά.
Ο Φοίβος αφού έχει ξεφορτωθεί στα γρήγορα τα ρούχα του, τη φιλάει και τυλίγει τα χέρια του γύρω από τη μέση της. Η δροσερή επαφή τους με τα γυμνά της στήθη, που είχαν σκληρύνει από τη διέγερση, την έκανε να αναριγήσει ως βαθιά στη φύση της.
Οι ανάσες τους επιταχύνθηκαν όταν την έσφιξε πάνω στο γερό του στέρνο κι άρχισε να κουνάει τη λεκάνη του πάνω στους γλουτούς της. Τα μεγάλα χέρια του νεαρού χούφτωσαν τις δυο σφαίρες που φούσκωναν ύστερα τα δάχτυλά του έψαξαν για να βρουν τα δυο στητά στήθη, που περίμεναν να χαϊδευτούν. 
Κύρτωσε το σώμα της για να προσφέρει καλύτερα το στήθος και τους γλουτούς της στον νεαρό εραστή της. Άνοιγε τα πόδια της όσο πιο πολύ γινόταν, γαντζωνόταν γερά πάνω του για να τιθασέψει την ορμή της. Απ’ ό,τι φαινόταν, το μήνυμα απέδιδε καρπούς. Μόλις της ερέθισε τις θηλές τρίβοντάς τες ζωηρά, ο Φοίβος μετακίνησε το χέρι του πιο χαμηλά, τα δάχτυλά του άγγιξαν και ψηλάφισαν το πρησμένο μουνί της που δάκρυζε από τη διέγερση. Τι κατάντια! Να χύνει η Εριφύλη στο προστατευτικό βερνίκι του παρκέ στην κρεβατοκάμαρα της εκεί που πατούσαν καθημερινά με τον σύντροφο της! Αντί να ενοχλείται όμως, η πονηρή έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της για να συνεχίσει να τη χαϊδεύει εκεί ο Φοίβος. Λαχάνιαζε, βογκούσε, κουλουριαζόταν σαν δεντρογαλιά. Ένα δάχτυλο, μονάχα ένα, που θα κουνιόταν όμως στο σωστό μέρος, ανάμεσα στα πρησμένα χείλη του μουνιού της, ήταν αρκετό για να ελέγξει, προσωρινά τουλάχιστον, την πυρκαγιά του μουνιού της. Όμως αυτός δεν έκανε τίποτα. Σίγουρα προτιμούσε να τη γλείψει. Το στιβαρό κορμί του έσφιγγε το δικό της σαν να ’θελε να το πνίξει. Η επαφή με τις θηλυκές καμπύλες της τον έκανε να βγάζει ρόγχους που η Εριφύλη τους είχε ξανακούσει και προμήνυαν ερωτική αναστάτωση, έκλεισε τα μάτια της και περίμενε.
«Κρατήσου και τύλιξε τα πόδια και τα χέρια σου γύρω μου,» της ψιθυρίζει και τη σηκώνει.
«Τι; Στα όρθια θα με γαμήσεις;» Και κάνει αυτό που της λέει και παραξενεύεται από την ίδια της την ευλυγισία.
Ο Φοίβος βάζει τα χέρια του κάτω από τους γλουτούς της και τη στηρίζει στον τοίχο. Είναι λαχανιασμένος.
«Είσαι εντάξει;» 
Η Εριφύλη γνέφει καταφατικά, με διεσταλμένα μάτια και ολοφάνερο πόθο. Το σώμα της τον λαχταράει. Τον θέλει... πάρα πολύ. Τη φιλάει καθώς σπρώχνει μπροστά τους γοφούς του και βυθίζεται αργά μέσα της. Η Εριφύλη βογκάει και μορφάζει τη στιγμή που μπαίνει μέσα της και τη γεμίζει. 
«Το παράκανα;»
Και εκείνη ακούει την έγνοια στη φωνή του. 
«Πες μου. Αν θέλεις να σταματήσω. Απλώς πες μου το.»
Η Εριφύλη κυρτώνει τους γοφούς της. Είναι εντάξει. Μπορεί να το κάνει. Θέλει να το κάνει. Ακουμπάει το μέτωπό της στο δικό του. «Μη σταματάς Μωρό μου! Μη σταματάς!» 
Αυτός μουγκρίζει και αρχίζει να κινείται, κυρτώνοντας τους γοφούς του. Αργά στην αρχή, αλλά όσο η Εριφύλη λαχανιάζει και βογκάει, αυξάνει τον ρυθμό του. Σφίγγει τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του καθώς επιταχύνει. Η αίσθηση είναι έντονη και μεταδίδεται σ' όλο της το σώμα. Και αρχίζει να πλησιάζει στην κορύφωση όσο ο Φοίβος συνεχίζει να κινείται. Δεν αντέχει άλλο. Αυτό που νιώθει είναι συνταρακτικό. Χώνει τα νύχια της στους ώμους του. 
«Μωρό μου! Μωρό μου!»  Κλαψουρίζει και βογκάει, προσπαθώντας να διατηρήσει την πίεση που την τρελαίνει.
Αμέσως Ο Φοίβος παύει να κουνιέται. Η ανάσα του είναι ακανόνιστη. Τη φιλάει παίρνει μια βαθιά ανάσα και, χωρίς να διακόψει την επαφή τους, γυρίζει και προχωράει προς το κρεβάτι. Κάθεται στο κρεβάτι, μετά την ξαπλώνει μαλακά ανάσκελα και την κοιτάζει με μάτια στο χρώμα του ανοιξιάτικου δάσους. Οι κόρες του είναι διεσταλμένες προδίδοντας τη λαχτάρα του. Απλώνει το χέρι της και του χαϊδεύει το μάγουλο, θαυμάζοντας την καλή φυσική του κατάσταση. 
«Καλύτερα;» τη ρωτάει φωλιασμένος ανάμεσα στα πόδια της, με το βάρος της στηριγμένο στα χέρια του. 
«Ναι!» ψιθυρίζει και τα δάχτυλά της μπλέκονται στα απαλά μαλλιά του. Τα δόντια του δαγκώνουν ελαφρά τα χείλη της και αρχίζει πάλι να κινείται. Αργά στην αρχή, αλλά αυξάνοντας την ταχύτητά του. Τώρα είναι πιο εύκολο, όχι τόσο βαθιά, και προτού το συνειδητοποιήσει, το σώμα της δεν είναι πια δικό της αλλά κινείται στον ρυθμό του Φοίβου, ακολουθώντας την κίνησή του καθώς μπαίνει και βγαίνει μέσα της συνεχώς. 'Έχει χαθεί, έχει γίνει ένα μαζί του, η ένταση μεγαλώνει, το σώμα της γίνεται άκαμπτο. 
«Ναι! Ναι!» άρχισε να λέει σφυριχτά και ο Φοίβος όταν ένιωσε ότι όλο της το κορμί τεντώθηκε γεμάτο ένταση, τα χέρια της τρέμοντας άρχισαν να σφίγγουν το λαιμό του, και από το στοματάκι της έβγαινε μια διακεκομμένη ανάσα που μετατρεπόταν σε βογκητά κι ολόκληρη άρχισε να τρέμει και να συσπάται. Για μερικά δευτερόλεπτα χτυπούσε τη μήτρα της κι ύστερα από μια τελευταία ώθηση μένει ξαφνικά ακίνητος με ένα μουγκρητό και  ένας πίδακας καυτού σπέρματος πετάγεται μέσα της. Είναι λες και το σπρώχνει κατευθείαν στη μήτρα της απαιτώντας την υποταγή της.
 Η Εριφύλη ξεφωνίζει και εκρήγνυται γύρω του μια φορά, δυο φορές, ξανά, χάνοντας τον έλεγχο κάτω από το γεμάτο ένταση κορμί του. Το μουνί της σφίγγει γύρω στον πούτσο του, πάλλεται και τον στύβει. Είναι τόσο γεμάτη με τον πούτσο και το σπέρμα του που μετά βίας αναπνέει. 'Όταν ανοίγει τα μάτια της, αφήνει έναν κοφτό αναστεναγμό καθώς το μέτωπό του είναι πάνω στο δικό της, τα μάτια του σφιχτά κλεισμένα.
«Μωρό μου!» λέει ψιθυριστά. 'Ύστερα από μια στιγμή ανοίγει τα μάτια του και της χαϊδεύει το μάγουλο καθώς κοιτάζουν ο ένας τον άλλο. Είναι τόσο αξιαγάπητος. Τόσο αξιαγάπητος. Του χαμογελάει και της το ανταποδίδει, με το πρόσωπό του γεμάτο δέος και ίσως σεβασμό. Σκύβει και τη φιλάει στα χείλη, στα βλέφαρα, στα μάγουλα, στο πιγούνι. Τελικά, ολόκληρο το σώμα του μοιάζει να εκπνέει και χαλαρώνει με μιας. Δεν τραβιέται όμως από μέσα της μέχρι που ο πούτσος του χαλαρωμένος γλιστράει ανάμεσα στους μηρούς της και αισθάνεται ένα κύμα θερμότητας να τον ακολουθεί καθώς προσεχτικά τώρα τραβιέται έξω από το σώμα της. Η Εριφύλη κλαψουρίζει νιώθοντας την απώλεια και σα να θέλει κάτι ακόμα, ύστερα κλείνει τα μάτια, χορτασμένη αλλά εξαντλημένη, στην αγκαλιά του.
Την αγκάλιασε κι αποκαμωμένοι αλλά ευχαριστημένοι, κοιμήθηκαν μερικές ώρες. Ο Ήλιος είχε ανέβει ψηλά όταν ένιωσε να την θέλει και πάλι ... Αυτή τη φορά, όμως, τη ξάπλωσε μπρούμυτα, βάζοντας από κάτω της μαξιλάρι έτσι ώστε ο κώλος της να είναι τουρλωμένος. Η σκέψη να κάνει μαζί της μια αφύσικη πράξη δεν είχε τότε ακόμα, περάσει από το μυαλό του. Έβαλε απλώς το πέος μου ανάμεσα στα ανασηκωμένα κωλομέρια της, τον έσφιξε λίγο, ξάπλωσε πάνω στη πλάτη της στηριζόμενος στους αγκώνες του κι άρχισε να τη φιλάει στο λαιμό της και σέρνοντας το πέος του προς τη σχισμή της.
«Θέλεις; ψιθύρισε.»
«Θέλω ...»
«Χαλάρωσε έτσι λοιπόν.»
«Εντάξει..αλλά φοβάμαι» ψιθύρισε και, σφίγγοντας το κορμί της στο μαξιλάρι, κουνήθηκε.
Όταν η Εριφύλη ένιωσε το καυλί του, σκληρό σαν σίδερο, να πιέζει το μουνί της, άνοιξε τα πόδια της όσο πιο πολύ μπορούσε. Σ’ αυτή τη στάση υποταγής, ήθελε από τον εαυτό της να είναι πύλη ορθάνοιχτη για το ρωμαλέο κοντάρι. Με μια αργή κίνηση της λεκάνης της, τον δέχτηκε στη χοάνη του κόλπου της. Ο ακίνητος πούτσος, βαθιά μέσα στην υγρή κοιλότητα, γέμισε την Εριφύλη μέχρι τη μήτρα. Όμως αυτό ήταν μόνο το πρελούδιο για ένα βίαιο πήδημα. Την ήπια διείσδυση διαδέχτηκε ένα άγριο γαμήσι. Ο νεαρός κάρφωνε τον πυρπολημένο κόλπο της γρήγορα και δυνατά, χωρίς να σταματάει. Η Εριφύλη βογκούσε και λαχάνιαζε πνιχτά, στο έλεος δαιμονικά δυνατών αισθήσεων. 
Πίεσε το πέος του στη μήτρα της, περιμένοντας τη κορύφωση του οργασμού της. Εκείνη τεντώθηκε ολόκληρη, τα κωλομέρια της άνοιξαν κι άλλο, εντελώς, αποκαλύπτοντας τη πανέμορφη καστανή τρυπούλα της πίσω εισόδου της, ενώ από κάτω της τα μουνόχειλα της, έσφιγγαν το πέος του και οι λαγόνες της και ο κώλος της, σαν να τον ρουφούσαν…
 Νιώθοντας τον κόλπο της να συσπάται γρήγορα γύρω από το καυλί του, ο Φοίβος επιβράδυνε το ρυθμό του, και ήταν η στιγμή να βάλει δάχτυλό του στο στενό της δακτύλιο. Κυριευμένη από μια πρωτόγνωρη δίψα για ακολασία κύρτωσε ακόμα περισσότερο το κορμί της για να χωθεί βαθύτερα μέσα της το δάχτυλο που τη βυθοσκοπούσε. Ο Φοίβος χάιδεψε με ζήλο την κλειτορίδα της με το άλλο του χέρι, ενώ το τεντωμένο δάχτυλό του μπαινόβγαινε αργά στη στενή τρύπα του πρωκτού της. Η ηδονή της Εριφύλης είχε δεκαπλασιαστεί. Το μαρτυρούσαν οι κυματισμοί του κορμιού της και τα συνεχή βογκητά της. Θα καταλάβει επιτελούς; αναρωτήθηκε εκείνη. Έτσι ερεθισμένη και ανοιχτή που ήταν, έπρεπε να τη γαμήσει από πίσω. Θα το τολμούσε άραγε; Οι λάγνες συστροφές του κορμιού της έγιναν πιο έντονες για να τον κάνει να καταλάβει. Ναι, τώρα ήταν έτοιμη να τον δεχτεί από πίσω! Τη διακατείχε η εμμονή να νιώσει το σκληρό πούτσο του στα τρίσβαθα του κώλου της. Εκείνος πρέπει να το κατάλαβε, γιατί έβγαλε το δάχτυλό του και ακούμπησε το στρογγυλό κεφάλι της ψωλής του στο γλιστερό ματάκι. Δεν μπήκε μέσα της όμως, γιατί ήθελε να ακούσει την Εριφύλη να του το λέει. Με το καυλί του να σημαδεύει τον πρωκτό της ψιθύρισε στο αφτί της μια λέξη, μονάχα μία, εν είδει ερώτησης: 
«Ναι;»
Και η Εριφύλη του αντιγύρισε το «ναι» της με φωνή βραχνή από τον πόθο. 
Η Εριφύλη άκουσε ένα καπάκι να ανοίγει, έπειτα ένιωσε να της αλείφει τον πρωκτό με μια κρύα και γλοιώδη ουσία: λιπαντικό ζελέ. Πρέπει να ήταν ενυδατική κρέμα από το μπουντουάρ της.
«Καθίκι, μου το έπαιζες και συνεσταλμένος!»
«Μωρό μου, τι νόμιζες; Πώς μπορούσα να τον αφήσω παραπονεμένο;»
«Είμαι στη διάθεσή σου μωρό μου. Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, χωρίς κανένα περιορισμό.»
«Πως μ’ ανάβεις Μωρό μου!» 
«Μην το καθυστερείς μόνο μωρό μου αυτό που νιώθεις μέσα σου, γιατί θα ξενερώσω. Μήπως δε σ' αρέσει αυτό που βλέπεις;»
Δεν χρειάστηκε περισσότερα λόγια. Ο Φοίβος είχε  αναλάβει πρωτοβουλία. Και πριν η Εριφύλη το καταλάβει ένιωσε τη σκληρή του πούτσα που άρχισε να χαλαρώνει τη δύστροπη κωλοτρυπίδα της, οπότε την έπιασε ο πρώτος πόνος. Αν και η Εριφύλη δεν το ήθελε, η πύλη της αντιστεκόταν. Ο δακτύλιος σφιγγόταν μηχανικά γύρω από το φορτικό καυλί. Ό,τι κι αν λένε, ένα πέος, και μάλιστα ερεθισμένο, είναι σαφώς πιο χοντρό από ένα δάχτυλο. Αντιμέτωπος με το εμπόδιο, ο Φοίβος δεν τολμούσε να προχωρήσει. Η Εριφύλη πήρε μια βαθιά ανάσα, χαλάρωσε όσο μπορούσε, έπιασε τη στιβαρή ψωλή και την οδήγησε απαλά μέσα από το σφιγμένο δακτύλιο. Με τη βοήθεια του χεριού της, ο νεαρός έσπρωχνε τη βάλανο του αργά, χιλιοστό το χιλιοστό, διαστέλλοντας ολοένα περισσότερο το σφιγκτήρα. Όσο πιο πολύ άνοιγε τόσο εντονότερο γινόταν το κάψιμο. Η Εριφύλη μπήκε στον πειρασμό να τον διώξει. Προτίμησε όμως να υπομείνει τον πόνο, ακίνητη, χωρίς να αφήνει το πέος να διεισδύσει πιο βαθιά. Περίμενε να υποχωρήσει ο πόνος. Ο πρωκτός της θα συνήθιζε την εισβολή, όπως και το αιδοίο της όταν είχε χάσει την παρθενιά της. Δε λένε ότι το καλό πράγμα αργεί να γίνει; Ο Φοίβος για να χαλαρώσει την παρτενέρ του, τη φιλούσε στο λαιμό, στα χείλια, της έτριβε αδιάκοπα την κλειτορίδα. Ο πόνος τής Εριφύλης μετριάστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε ένα ανείπωτα απολαυστικό αίσθημα διάνοιξης. Η κοπέλα δε χρειαζόταν να εκφράσει την ευφορία της. Ο εραστής της την ένιωσε και ξανάρχισε να εισχωρεί στον πυρήνα της κοιλιάς της. Όσο έμπαινε τόσο άνοιγαν οι βάνες της ηδονής. Μόλις το καυλί χώθηκε ανάμεσα στα κωλομέρια της Εριφύλης ο Φοίβος σταμάτησε και πάλι. Ακίνητοι, λαχανιασμένοι και οι δυο τους, απολάμβαναν τους συγχρονισμένους ξέφρενους παλμούς τους. Η τρύπα του πρωκτού προσδοκούσε την ψωλή με ρυθμικές συσπάσεις. Η Εριφύλη ανάσαινε στον ίδιο ρυθμό και η κοιλιά της τιναζόταν ακούσια. Ο Φοίβος, καταλαβαίνοντας την αναστάτωση της, άρχισε να χαϊδεύει την κλειτορίδα της πιο έντονα. Τα δάχτυλά του έτριβαν ζωηρά το φλογισμένο κουμπάκι της. Τα κύματα κλειτοριδικής ηδονής διαδίδονταν μακρύτερα απ' όσο συνήθως. Κατέκλυζαν την κοιλιά της, μπροστά, πίσω, εξαπλώνονταν σταδιακά σε ολόκληρο το κορμί της. Από τους αστραγάλους ως τις ρίζες των μαλλιών της, δεν υπήρχε ίχνος σάρκας παραμελημένο. Είχε την αίσθηση ότι το σώμα της είχε δεχτεί εισβολή από το γιγαντιαίο φαλλό. Κάθε κάρφωμα προκαλούσε απολαυστικά μουδιάσματα που διαχέονταν ως την άκρη των δαχτύλων της. Ο σφιγκτήρας της παλλόταν ολοένα και πιο γρήγορα γύρω από το αεικίνητο όργανο, προμηνύοντας τον οργασμό. Τελείωσε σπαρταρώντας, την ίδια στιγμή που έχυσε κι ο ερωτικός της σύντροφος. Η εκτόνωση τη συγκλόνισε με απίστευτους σπασμούς και ρίγη. Ούρλιαξε από ηδονή, αδυνατώντας να συγκρατήσει τις κραυγές ευτυχίας, ενώ ο Φοίβος έπνιγε ένα λαρυγγικό βογκητό, πιέζοντας το πιγούνι του πάνω στο λευκό ώμο της παρτενέρ του. Οι δύο εραστές έμειναν ακίνητοι για μια ατελείωτη στιγμή, λες και η εκρηκτική κορύφωση τους είχε αδειάσει από όλη τους την ενέργεια. 'Όταν η Εριφύλη συνήλθε, έκανε να μιλήσει. Ήθελε να του πει πόσο δυνατό ήταν αυτό που έζησαν, πόσο τέλεια ταυτίζονταν, ότι δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι μπορούσε να την οδηγήσει σε τόσο ασύλληπτη ηδονή... Όμως από τις πρώτες λέξεις που πήγε να αρθρώσει, ο νεαρός τής έβαλε το δάχτυλο στα χείλια... «Σσστ», της ψιθύρισε, πνίγοντας τα λόγια της μ’ ένα φιλί. Και στο κάτω κάτω, είχε δίκιο. Τα λόγια δεν είχαν δουλειά εκεί μέσα... Είχαν αγαπηθεί και γαμηθεί όπως καμιά λέξη, κανένα βλέμμα δεν ήταν πιο εκφραστικό απ’ τα κορμιά τους που είχαν νιώσει τόσο έντονα την ηδονή. Εν είδει επιλόγου, ο Φοίβος κουλουριάστηκε σαν χαδιάρης γάτος πάνω στη Εριφύλη. Τα κορμιά τους εφάρμοσαν φυσικά, το ένα θηλύκωσε στο άλλο, αυτός πίσω της. Το μυώδες στομάχι του κούμπωσε στην καμάρα της πλάτης της, οι μηροί του βρήκαν τη θέση τους στην κοιλότητα των λεπτών λυγισμένων ποδιών της. Φωλιασμένη μέσα στα μακριά μυώδη μπράτσα του και νανουρισμένη από το απαλό λίκνισμα του λέει.
«Αγορίνα μου! Με κρατάς αγκαλιά στο κρεβάτι. Με σφίγγεις. Με μυρίζεις, με χαϊδεύεις και λιώνω και σπαρταράω στα χέρια σου πάνω. Και σπρώχνει μ' ένα ευτυχισμένο χαμόγελο τα οπίσθια της προς το μέρος του.»
«Δε σε χορταίνω!  Η μία φορά μονάχα δεν φτάνει. Και η δεύτερη και η τρίτη και πάει λέγοντας. Δε σε χορταίνω! κι αυτό είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι μαζί πραγματικά κάνουμε πολύ καλό σεξ.» 
Ο Φοίβος είχε χαλαρώσει αρκετά και ήταν αρκετά διαχυτικός λέγοντας το πόσο όμορφη και γυναικάρα είναι και δεν θα υπήρχε άντρας να μην θέλει έναν τέτοιο κινητό πύραυλο δίπλα του. Και την ξανασφίγγει πάνω του, ζητώντας να κουμπώσει το στέρνο του με την πλάτη της. To χέρι του την αγκαλιάζει από τη μέση. «Σήμερα έχω σκοπό να καλύψουμε το χαμένο έδαφος. Θα είμαι συνέχεια μέσα σου. Θα σου κάνω ασταμάτητα έρωτα και θα σταματήσουμε μόνο όταν εξαντληθούμε εντελώς κι οι δυο μας.»
«Μου το υπόσχεσαι;» και τον νιώθει που ανασαίνει στον αυχένα της.
«Φυσικά. Εκτός κι αν με βαρεθείς!» Και την κοιτά στα μάτια και της χαϊδεύει το μάγουλο.
«Πώς μπορεί μια γυναίκα που είναι καλά στα μυαλά της, να αρνηθεί την ηδονή που της χαρίζει ο άντρας που γουστάρει; Πώς να βαρεθώ τα περίτεχνα χάδια στο κορμί μου από τα υπέροχα δάχτυλα σου που ταξιδεύουν πάνω στο δέρμα, και στα μαλλιά μου;»
«Μωρό μου! Εγώ να δεις! Πώς γουστάρω να σε χαϊδεύω, να σε φιλώ μέχρι κατσιάσματος, και να σου κάνω έρωτα μέχρι τελικής ανάσας.»
Και έτσι έγινε! Εκείνη τη Κυριακή το πάθος και ο ερωτισμός ξεχείλιζαν χωρίς όρια και το ζευγάρι απλά αφέθηκε να τους παρασύρει ένας μεγαλειώδης αισθησιασμός, με ανεξάντλητο πάθος, ένταση που ανέβασε στο έπακρο την ερωτική τους λίμπιντο σε μια παθιασμένη και ερωτική ατμόσφαιρα!
Ούτε την Κυριακή τους είδαν στην αυλή, ούτε τη Δευτέρα είδαν την αυλή και εκείνοι.
Είχαν τόσα ωραιότερα να βιώσουν στην όμορφη κρεβατοκάμαρα του σπιτιού της με το θρόισμα του άνεμου στους πανύψηλους ευκαλύπτους στο δρόμο να τους καλεί, μα αυτοί το άκουγαν μόνο στα μικρά διαλείμματα της ερωτικής ευδαιμονία τους. Μόνο ταμπελίτσα δεν κρεμάσανε στη πόρτα του δωματίου με την επισήμανση: «ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΊΤΕ».
Ο Φοίβος βρήκε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει τα φύλλα της καρδιάς του, και να της να δείξει όλα όσα αισθάνεσαι αλλά και να βρίσκει σημαντική ανταπόκριση! Αν και η Εριφύλη είναι παντρεμένη γυναίκα, λόγω της παρατεταμένης απουσίας του Νικηφόρου, έχουν ξυπνήσει μέσα της συναισθήματα που τα είχε μήνες τώρα ξεχασμένα και είναι αποκλειστικά στο χέρι της και η κατάλληλη ευκαιρία να ανοίξει τα φτερά της και να απολαμβάνει μία απόλυτα ερωτική εμπειρια στην αγκαλιά του Φοίβου. Τα προβλήματα ξεπερνιούνται, και το μόνο που χρειάζονται είναι να βρίσκουν ελεύθερο χρόνο και οι ευκαιρίες για ερωτικές συναντήσεις τους, θα είναι απρόβλεπτα πολλές ώστε η Εριφύλη να μπορεί να απολαμβάνει τον έρωτα με τον νεαρό εραστή της σε όλο του το μεγαλείο.  Ήρθε ο καιρός να πάρει ερωτικές αποφάσεις που είχε αφήσει στη μέση ήρθε η ώρα να περάσει καλά, να ανανεωθεί και να ανέβει επιτέλους η ψυχολογία της.
Ο νεαρός Φοίβος για την ηλικία του βυθίστηκε σε πρωτόγνωρες ερωτικές εμπειρίες. Η Εριφύλη του πρόσφερε σχεδόν όλους τους τρόπους του έρωτα. Στοματικό, «κατά φύσιν» και «παρά φύσιν» κι όποιας άλλης έμπνευσης.
... Είχαν έναν γαλήνιο ύπνο και, όταν ξύπνησαν, ο ήλιος ήταν ήδη ψηλά και έκαιγε.  Η Εριφύλη σηκώθηκε εξουθενωμένη απ' το κρεβάτι, κατευθύνθηκε προς το μπάνιο και του φώναξε: 
«Έλα σήκω μανάρι μου, έχεις και δουλειά είναι ο καιρός να ασχοληθείς και με την πτυχιακή σου εργασία. Και εγώ πρέπει να ετοιμαστώ για το γυμναστήριο.»
«Έχεις τρεις ώρες ακόμη μέχρι το πρόγραμμα, της είπε καθώς ήταν ξαπλωμένος με τα χέρια πίσω στον αυχένα και χουζούρευε, πανευτυχής μ’ αυτό που του είχε συμβεί! 
«Οι ώρες περνάνε γρήγορα, ακούστηκε ο θόρυβος από τις βρύσες, άντε σήκω να ετοιμαστείς.
Ο Φοίβος ανακάθισε στο κρεβάτι. Από το μπάνιο ακούστηκε ο θόρυβος του νερού που κυλούσε στο σώμα της κι εκείνος κοίταξε το πέος του που αν και χαλαρό ήταν ροδοκόκκινο και τα σημάδια της δραστηριότητας του ήσαν ολοφάνερα. Το βλέμμα του έπεσε πάνω στο κιλοτάκι της, σηκώθηκε το πήρε στα χέρια και το έφερε στα ρουθούνια του. Η μυρουδιά του αιδοίου της ανακατωμένη με το άρωμα της τον ερέθισε. 
Η Εριφύλη βγήκε από το μπάνιο φορώντας ένα λευκό μπουρνούζι που έφτανε λίγο πιο πάνω από τα γόνατα της και στο κεφάλι, σαν τουρμπάνι, μια ίδιου χρώματος πετσέτα.
Η εικόνα αυτή σε συνδυασμό με το άρωμα της κιλότας έκανε το Φοίβο να έχει πάλι στύση. Εκείνη το πρόσεξε και φώναξε: 
«Πάλι σηκωμένος είναι αυτός; Θεέ μου! Αγορίνα μου δε σου πέφτει ποτέ;» 
«Πως να μου πέσει όταν έχω κοντά μου ένα πλάσμα σαν εσένα;»
«Από εδώ και πέρα όποτε θες να με πηδάς, όποτε έχεις ερωτικές επιθυμίες και επιθυμείς να βάζεις αυτή τη ψωλάρα στις τρύπες μου απλά θα μου στέλνεις ένα μήνυμα» του είπε «και εγώ θα προσπαθήσω να ικανοποιήσω τις επιθυμίες σου.».
Η Εριφύλη, όχι μόνον απολαμβάνει το σεξ μαζί του, αλλά αναγνωρίζει, επίσης, ότι η ίδια είναι από την φύση της, μια γυναίκα με πολύ θερμό ταμπεραμέντο. Γνωρίζει, ότι είναι επιθυμητή από τους άνδρες, το ευχαριστιέται και ηδονίζεται να είναι επιθυμητή. Και αναλαμβάνει και κυρίαρχο σεξουαλικό ρόλο ώστε όταν ο Νικηφόρος της της, ως συνήθως έλειπε στο εξωτερικό για τις δουλειές του συνευρισκόταν με το νεαρό Φοίβο που ήταν στο μεταξύ ένας ψηλός, όμορφος κι αθλητικός άντρας με μεγάλη φυσική ενέργεια και με τις καλύτερες επιδόσεις στο κρεβάτι με αποτέλεσμα  να λιώνει στην αγκαλιά του όταν διεκπεραίωναν κάπως έτσι τις σεξουαλικές τους ανάγκες. 
Ο Φοίβος γνώριζε ότι αυτή η σχέση του με τη παντρεμένη γειτόνισσα του ήταν επικίνδυνη και δεν οδηγούσε πουθενά αλλά αυτό ήταν το καλό της, είχε ήσυχο το κεφάλι του αν και η συνείδησή του δεν ήταν τόσο ήσυχη. Φυσικά δεν ξανοίχτηκε ποτέ σε κάποιο φίλο του γι’ αυτό το θέμα, όλα τα έκανε με μεγάλη προσοχή έτσι που κανένας δεν είχε πάρει είδηση αυτή τους τη δραστηριότητα.
Και την Εριφύλη δεν την ένοιαζε πλέον η έλλειψη του άντρα της, καθώς δροσιζόταν όταν ο Νικηφόρος απουσίαζε από την πλούσια ερωτική βροχή του νεαρού φοιτητή. Μετά από μια τολμηρή κατάδυση μέσα της, είχε βρει το αντίδοτο στις καύλες της! Το κέρατο! Το αληθινό της φάρμακο που τη κάνει να αισθάνεται ένα θηλυκό με πλούσια σεξουαλική ζωή που τόσο της έλειπε τελευταία. Δεν χρειάστηκε να αποφασίσουν με τον νεαρό φοιτητή για το μέλλον. Ήξεραν πως μόνο ο χρόνος θα έδειχνε αν μπορούσε να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Και όλη την εβδομάδα μέχρι η Εριφύλη να αναχωρήσει για το χωριό η σεξουαλική επαφή τους συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση και σε πολύ υψηλούς ρυθμούς. Άρχισε να της αρέσει να υποδύεται την πουτάνα στο ρόλο της δασκάλας του έρωτα και του πρωτάρη που αποδείχθηκε ότι δεν ήταν καθόλου πρωτάρης και ήθελε να τον κρατήσει όσο περισσότερο γίνεται το νεαρό εραστή της, που της έδινε αυτό που της έλειπε. Ήξερε ότι ο νεαρός φοιτητής ήταν ανεξάρτητος και μπορούσε να απουσιάζει από το δικό του κρεβάτι και να κοιμάται στο δικό της χωρίς να δίνει λογαριασμό.
«Ρε Μωρό μου πες μου τώρα τι να πιστέψω; Εσύ δηλαδή είσαι σίγουρη ότι ο Νικηφόρος σου δεν ξενογαμάει κι άλλες εκτός από σένα κει στα ξένα; Δε λέω ευτυχισμένοι μέσα στο γάμο σας. Δε μου αρέσει να ανακατεύομαι σε ξένα ζητήματα αλλά οι άντρες απατούν για επιβεβαίωση. Θέλουν να ξέρουν ότι μπορούν να γοητεύσουν. Έχουν παράλληλα ένα «λιμάνι» αλλά ψάχνονται γύρω τριγύρω και για κανένα «απάγκιο» να αράξουν για λίγο και να νιώσουν την αδρεναλίνη τους να ανεβαίνει.»
«Αγορίνα μου! Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, πέρα από καθωσπρεπισμούς και ανόητα στερεότυπα, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι και οι γυναίκες απατούν για τους ίδιους λόγους που απατούν και οι άντρες. Αν έχεις διαβάσει μυθιστορήματα, θα έχεις διαπιστώσει ότι η γυναικεία απιστία είναι ένα θέμα τόσο παλιό, όσο και ο άνθρωπος. Τυχαία νομίζεις θεσπίστηκαν τόσοι νόμοι για να σιγουρέψουν τη γυναικεία πίστη; Τυχαία ξοδεύτηκαν τόνοι μελάνι για να πειστεί ο κόσμος ότι η παρθενία και η συζυγική πίστη είναι αρετές; Αν η γυναίκα ήταν από τη φύση της μονογαμική, δεν θα χρειαζόταν καμιά τέτοιου είδους προσπάθεια. Αλλά δεν είναι.»
..............Αυτά σκέφτομαι όταν επιστρέφω στη πραγματικότητα, και η Εριφύλη με περιμένει στην επιστροφή μου όλο γλύκες! «Σε περίμενα πως και πως μωρό μου», μου λέει και με υποδέχεται τρέχοντας στην αγκαλιά μου. Την φιλάω παθιασμένα, βάζω το χέρι μου κάτω από το φόρεμα, χουφτώνω το μουνί της και το κρατάω σταθερά. «Θα σε ξεσχίσω μωρό μου» της λέω και της σχίζω το κιλοτάκι. Την σέρνω σχεδόν εκεί που σκεφτόμουν ότι με κεράτωνε με τον νεαρό φοιτητή.
Την στήνω στα τέσσερα και τον χώνω στην μουνάρα της, μπαινοβγαίνω μέσα της, με το ένα χέρι της τραβάω τα μαλλιά της και με το άλλο την χτυπάω δυνατά στα κωλομάγουλα. Η Εριφύλη είχε καιρό να με νιώσει τόσο ζόρικο, χύνει και ξαναχύνει. Στη συνέχεια έχει σειρά το κωλαράκι της, της βάζω λιπαντικό, ο πούτσος μου ακουμπάει την ροδαλή κωλότρυπα, της τον χώνω με δύναμη! «ξέσχισε με πασά μου μου λέει.»
«Να σου πω τη γνώμη μου;» του λέει η Άλκηστις.
«Για πες! Να την ακούσω!»
«Τα πρωτεία είναι δικά σου. Πίστεψέ με. Είσαι ο καλύτερος! Και σε κάθε σύγκριση βγαίνεις νικητής, αλλά έχω να σου δώσω μια χρήσιμη συμβουλή όσο αναφορά την ξαδέρφη μου.»
«Είμαι όλος αφτιά. I'm listening που λένε και στο χωριό μου.»
«Μάθε να διαβάζεις το timing που λένε και στο δικό μου!»
«Δηλαδη;»
«Κάθε στιγμή σεξ δεν είναι η ίδια. Άλλο σεξ θα κάνεις στην επέτειό σας, άλλο θα κάνεις μετά την δουλειά και άλλο μετά από ένα βράδυ γεμάτο χορό και αλκοόλ. Ο καλός (τι καλός; Ο καλύτερος!) εραστής ξέρει να διαβάζει την στιγμή και να πράττει αναλόγως. Το ξέρω δεν είσαι άνθρωπος των σπηλαίων, απεναντίας είσαι πολύ ευγενικός. Όμως τον άνθρωπο των σπηλαίων καν΄τον όταν πρέπει. Οι γυναίκες σαν την Εριφύλη δεν θέλουν ρομαντικά πράγματα στο κρεβάτι θέλουν πιο άγριες πιο βίαιες σεξουαλικές επαφές. Μάθε να διαβάζεις τι θέλει!»
«Εσύ πως το έβγαλες το συμπέρασμα;»
«Δεν το έβγαλα τυχαία απ το μυαλό μου! Το είδα με τα μάτια μου και το έζησα εκεί στο υπόγειο γραφείο στη γκαλερί. Η Ξαδέρφη ζει με πάθος το σεξ! Είναι πολύ καυλιάρα γκόμενα που γουστάρει αγριάδες. Γουστάρει γαμήσια ποιο έντονα από αυτά που φαντάστηκες στο σενάριο με τον νεαρό φοιτητή. Είναι άτακτο κορίτσι και θέλει παθιασμένο σεξ,. Αλλά δεν το έκανε με τον φοιτητή που σαν αρχιψυχολόγος εσύ τον υποπτεύτηκες. Κούνια που σε κούναγε, που με το χάρισμα της μαντικής φαντασιώνεσαι γεγονότα που στο τέλος της ημέρας αποδεικνύονται αναληθή! Σε άλλον άνδρα λοιπόν χάριζε ανενόχλητη τα πλούσια κάλλη της η όμορφη ξαδέρφη μου. Σε άλλον που όπως διαπίστωσα έχει «ντοκτορά» στο σεξ και ήταν ιδιαίτερα δραστήριος στα ερωτικά παιχνίδια. Στα παιχνίδια που επιβάλλονται όλες οι ζαβολιές και κανείς δεν κρατάει σκορ. Αν και, εδώ που τα λέμε εκεί στο υπόγειο γραφείο, με είκοσι λεπτά στη διάθεσή τους, η Εριφύλη μιλάμε του άδειασε τα αρχίδια, τα ρούφηξε όλα, τον πέθανε! Του στράγγιξε το μεδούλι από την σπονδυλική στήλη, τον έκανε το γαμιά της να χάσει και τη γη κάτω από τα πόδια του. Στο ξανά είπα! Αυτές οι κουβέντες είναι πάντα δύσκολες και με φέρνεις σε δύσκολη θέση γιατί για μένα η Εριφύλη είναι αδελφή μου… Είναι ένα ιδιαίτερο κομμάτι της ζωής μου.Και δεν μπορώ εύκολα να μιλήσω ελεύθερα.»
«Αλήθεια δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να σε φέρω σε δύσκολη θέση αλλά ακόμη αγάπη μου δεν κατάλαβα τι θέλεις να μου πεις.»
«Θα σου πω. Αλλά θέλω να θυμάσαι ότι εγώ φυσικά, δε σού είπα τίποτα. Μου τ’ ορκίζεσαι;»
«Αφού δεν μου είπες τίποτα γιατί να ορκιστώ;»
«Μη με δουλεύεις σε παρακαλώ! Ξέρεις τι θέλω να μου κάνεις έτσι δεν είναι;»
«Μμμ! Αν δεν κάνω λάθος ξέρω μωρό μου.»
«Σ’ αγαπώ!»
«Κι εγώ.»
Τον κοίταξε στα μάτια και του είπε. «Θέλεις να μιλήσουμε γι αυτό;»
«Εσύ τι λες!»
«Τι θέλεις να πούμε.» 
««Εσύ, θα μου πεις τι είναι αυτά που πρέπει να μάθω!» 
«Τι θέλεις τώρα να σου πω ακριβώς τι κάνανε; Δυσκολεύομαι!»
«Ναι θέλω να μάθω! Καλύτερα να ξέρω παρά να φαντάζομαι. Εξήγησε τα μου όπως μπορείς»
«Είσαι βέβαιος;  Και ότι μάθεις θα μπορέσεις να το κρατήσεις μυστικό;»
«Μπορώ να κάνω αλλιώς;»
«Πολύ καλά θα σου πω! Το καλό που σου θέλω. Και ο καλύτερος τρόπος να κρατήσεις ένα μυστικό είναι να προσποιηθείς ότι δεν υπάρχει. Συμφωνείς; »
«Αφού συμφωνήσαμε τα τυπικά, λέγε να τελειώνουμε!»
«Λοιπόν να το πάρει το ποτάμι! Σε ότι και να σου διηγηθώ σε εμπιστεύομαι ότι θα μείνει μεταξύ μας. Ξέρω ότι μπορώ να βασίζομαι σε σένα.»
Η Άλκηστις σώπασε για ένα λεπτό, ίσα-ίσα  για να κατασταλάξει σε μια απόφαση!... Είναι σε δίλημμα. Προβληματίζεται να αποφασίσει πως και τι θα πει για την ξαδέρφη της καθώς αυτές οι καινούργιες σκέψεις της αποτελούν μια ιδιαίτερα προκλητική εμπειρία.
«Τι θέλεις τώρα να σου πω ακριβώς τι κάνανε;»
«Εντάξει, ρε Άλκηστις οι γυναίκες είναι περίπλοκες. Κάποιος σοφός το είπε. Ίσως να μην χρειάζομαι απέραντη σοφία για να καταλάβω την αλήθεια που κρύβεται σ’ αυτό το γνωμικό γι αυτό ας περάσουμε στο δια ταύτα. Τι είναι αυτό που σε δυσκολεύει και σε προβληματίζει;»
«Λοιπόν. Αν και δυσκολεύομαι θα σου το πω απλά και χωρίς περιστροφές! Περνώντας η ώρα στη αίθουσα ένιωσα την ανάγκη να πάω στην τουαλέτα! Η τουαλέτα βρισκόταν στον ημιυπόγειο χώρο του κτηρίου. Από λάθος εκτίμηση αφηρημένα κατέβηκα στο υπόγειο που ήταν αποθήκες με γραφεία. Καταλαβαίνοντας το λάθος μου γύρισα να επιστρέψω πίσω στο ημιυπόγειο.»
Εδώ κάνει μια παύση της αφήγησης της η Άλκηστις. Ήταν και πάλι πολύ καυλωμένη καθώς η σκέψη της ανατρέχει στα γεγονότα της έκθεσης ζωγραφικής όπως τα θυμόταν και ένιωθε και πάλι την ανάγκη να κάνουνε σεξ! Έτσι άρχισε να πιάνει τον πούτσο του Νικηφόρου τον φιλάει και άρχισε να του κάνει πίπα…
«Τι έπαθες μωρό μου πολλές καύλες έχεις πάλι.»
«Έχω πολλές» του λέει «τους θυμάμαι πως γαμιόντουσταν και καυλώνω» και ανέβηκε από πάνω του αμέσως, ήθελε άμεσα να γαμηθεί. Έτσι πως ήταν από πάνω του τη ρωτάει.
«Δηλαδή μου λες ότι τους είδες με τα ίδια σου τα μάτια πως την Εριφύλη τη γαμούσε ο αρχιτέκτονας Μωρό μου;» 
«Ναι μωρό μου τους είδα» του λέει «και τα θυμάμαι και καυλώνω πολύ» και ζητάει του Νικηφόρου να της κάνει έρωτα ακριβώς όπως της ιστορίας που θα του διηγηθεί.
«Έλα καύλα μου να με γαμήσεις πάλι και εγώ θα σου διηγηθώ τι ακριβώς έκαναν η καυλιάρα η γυναικούλα σου και ο Αρχιτέκτονας.» Και ξεκίνησε να  του περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια όσα είδε, άκουσε, έζησε και κυρίως βίωσε όσα έγιναν εκείνη την ημέρα.
....... Άκουσα κουβέντες στα σκαλοπάτια και ταυτόχρονα αναγνώρισα τη φωνή και τα πόδια της Εριφύλης και του Αρχιτέκτονα. Μιλούσαν και κατέβαιναν τη σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο πιασμένοι τρυφερά αγκαζέ. Ένιωθαν χαρούμενοι και ευδιάθετοι. Στα χωράφια τους.
Ο Αρχιτέκτονας δεν έκρυβε ότι βρισκόταν σε στύση. Του άρεσε να της επιδεικνύει τον σκληρό του πούτσο. «Κοίτα εδώ, μωράκι μου. Κοίτα πώς μ' έχεις κάνει».
Η Εριφύλη κοίταξε. «Τι είναι αυτό το κοντάρι; Ε; Εγώ ούτε που σ' ακούμπησα αγορίνα μου». του λέει.
«Μόνο που σε κοιτάζω Μωρό μου, αυτά παθαίνω. Τι να σου κάνω;»
«Αχ, μωράκι μου, εσύ μέρα με την ημέρα είσαι και πιο καυλιάρης».
Η Εριφύλη του έπιασε τον πούτσο πάνω από το παντελόνι. Τον έσφιξε. Τον άφησε μόνο για μια στιγμή, γιατί παραπάτησε και προσπάθησε να κρατήσει την ισορροπία της στο πλατύσκαλο. Ισορροπώντας το σώμα της αμέσως του τον ξανάπιασε δείχνοντας του ότι εκείνες οι στιγμές η λίμπιντο της ανεβαίνει έχει όρεξη για σεξ, και ξέρει ότι αυτός έχει τη διάθεση και μπορεί να την ικανοποιήσει.
«Αχ ρε Μωρό μου! Το μουνάκι μου έκανε υπομονή δύο μέρες που μιλάμε στο τηλέφωνο. Δύο μέρες και νύχτες μαρτυρικές. Ήθελε τόσο, μα τόσο πολύ να του κάνεις ζωντανά όλα αυτά που μου έλεγες στο τηλέφωνο χθες το βράδυ. Όλα τα λόγια και τις υποσχέσεις που του έδωσες.»
Εσύ ταξίδευες για μήνες και η Εριφύλη από ότι κατάλαβα τον ήθελε πολύ αυτόν τον άνδρα γιατί της είχε λείψει πολύ το σεξ και το αναζητούσε μαζί του! Να δεις Μωρό μου τον ανέβαζε Μωράκι μου τον κατέβαζε μελιστάλαχτα. Εγώ από την τρομάρα που πήρα με το που τους είδα έμεινα σύξυλη. Ξαναγύρισα αλαφιασμένη πίσω και μόλις που πρόλαβα να μπω στο εσωτερικό του πρώτου γραφείου μπροστά μου που ευτυχώς ήταν ξεκλείδωτο.
Το φως μέσα ήταν λιγοστό. Αρχικά άφηνε στο μάτι μόνο τα περιγράμματα των λιγοστών επίπλων. Ένας καναπές μια καρέκλα γραφείου και ντουλάπες αρχειοθέτησης εγγράφων σε διπλή σειρά που μου έδωσαν την ευκαιρία να κρυφτώ αθέατη. Καθώς τα μάτια μου συνήθιζαν αργά στο μισοσκόταδο, είδα το πόμολο να γυρίζει. Η πόρτα άνοιξε. «Σκοτεινά! Δεν είναι κανείς μέσα, μπορούμε να μπούμε» άκουσα τον αρχιτέκτονα που της είπε χωρίς να την κοιτάζει και μπήκαν τη στιγμή που πρόλαβα να κρυφτώ πίσω από κάτι ντουλάπια να μη με πάρουν χαμπάρι. Ο Αρχιτέκτονας πέρασε, έριξε μια γρήγορη ματιά στο χώρο να συνηθίσει το μισοσκόταδο, έκλεισε την πόρτα πίσω του και την ασφάλισε. Παραμέρισα λίγο για να δω. Ένα δυνατό σοκ με περίμενε καθώς τους είδα όταν μπήκαν μέσα στο δωμάτιο να κλειδώνουν την πόρτα και η καρδιά μου κόντεψε να σπάσει απ’ την ταχυπαλμία. Σηκώθηκα στα νύχια να μπορώ να δω καλύτερα. Κάτι ψίθυροι μόλις που ακούγονταν! Η επαφή τους δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο για παρανοήσεις.
«Ελπίζω να μην αργήσουμε πολύ και δώσουμε τροφή για κακεντρεχή σχόλια.»  άκουσα να του λέει.
«Μωρό μου δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχείς, πληροφόρησα την υπεύθυνη της γκαλερί ότι  χρειάζομαι να απουσιάσω για λίγο χρόνο και ταυτόχρονα ζήτησα από την Ελπινίκη να σε καλύψει για την απουσία σου αν σε αναζητήσει η ξαδέρφη σου. Έχουμε μισή ώρα στη διάθεση μας. Εδώ είμαστε προστατευμένοι από τα βλέμματα.»
Τα κορμιά τους κινούνται ορμητικά το ένα απάνω στο άλλο! Οι κινήσεις τους είχαν τόση φυσικότητα, που μου έμεινε η εντύπωση ότι τον γνώριζε από καιρό πολύ. Τα χέρια τους γλιστράνε παντού, σαν σε κατακτημένο έδαφος. Τα δικά του είναι πιο βιαστικά από τα δικά της. Κοιτάζονταν στα μάτια με προσμονή γεμάτοι λαχτάρα λες και πάσχιζαν λαίμαργα να σβήσουν την ερωτική τους δίψα. Έπρεπε κάπου να καθίσω, όσο πιο ήσυχα γινότανε. Το στόμα μου στεγνό και το μυαλό μου άδειο. Για μια στιγμή σκέφτηκα να βγω να τους πιάσω στα πράσα, αλλά κώλωσα. Όταν τα μάτια μου είχαν συνηθίσει καλύτερα στο γκριζωπό φως και έβλεπα πιο καθαρά τις σιλουέτες τους είδα να φιλιούνται. Κολλώντας σφιχτά επάνω του, με τα δόντια της έπιασε απαλά το χείλος και άρχισε να κουνιέται πάνω του πιέζοντας το μουνάκι της όλο και πιο δυνατά στον καβάλο του. Η γλώσσα της γλίστρησε στο στόμα του και αυτός ενστικτωδώς έσφιξε τους γλουτούς της καθώς τους κρατούσε με τα χέρια του.
«Μου έλειψες, Αγορίνα μου, μου έλειψες!», του ψιθύρισε.
Στα μάτια μου η εικόνα της Εριφύλης να γαμιέται με κάποιον άλλον άνδρα, δεν ήταν κάτι που θα μπορούσα να το φανταστώ ποτέ μου και μου δημιουργούσε περίεργα συναισθήματα μια αδημονία και έναν προβληματισμό. Παρέμεινα καθηλωμένη στην θέση μου, σχεδόν χωρίς ανάσα και τους παρακολουθούσα. Την είχε στριμώξει για τα καλά στο μεγάλο άδειο γραφείο που υπήρχε πίσω της. Τη φιλούσε παντού, στο στόμα, στο λαιμό μέχρι που εκείνος αμέσως άρχισε να της ξεκουμπώνει το πουκάμισο της και να της το ανοίγει. Η Εριφύλη κοιτώντας τον στα μάτια του έκανε γλυκά νάζια, για να διαπιστώσει πόσο πολύ μπορεί να τον καυλώσει. Εκείνες τις στιγμές ήταν ένα καυτό θηλυκό που παραμιλούσε από την ένταση και τη καύλα της. Φάνηκε ότι είχε μεγάλη ερωτική διάθεση που τις  ξέφευγαν ένας χείμαρρος από λέξεις που έσταζαν καύλα, ερωτισμό και γυναικεία τρυφερότητα. Όλα μαζί, ανάκατα. 
Μα και ο αρχιτέκτονας παθιασμένος και ανυπόμονος, δεν συγκρατιόταν η σεξουαλική ορμή του. Η γλώσσα του σώματος δεν έλεγε ψέματα και τα μάτια του πρόδιδαν άμεσα τις σεξουαλικές του προθέσεις. Θέλει αυτό που θέλει και το θέλει τώρα. Η Εριφύλη είναι το αντικείμενο του πόθου του, οπότε ήδη έχει αποφασίσει να πάρει τον έλεγχο στα χέρια του με δυναμικό τρόπο. Έπιασε το κεφάλι της στα δυο του χέρια κι άρχισε να τη φιλάει και να τη ρουφάει στο στόμα. Κόλλησε από πίσω της με τον πούτσο του να τρίβεται πάνω στο κωλαράκι της και την πίεσε πολύ δυνατά που την παρέσυρε να κολλήσει στο κρύο τραπέζι στηρίζοντας τα χέρια της για να μην πέσει.
Τη φιλούσε και τη δάγκωνε στο πίσω στο λαιμό και εκείνη ανατρίχιαζε ολόκληρη. Τη γύρισε και άρχισε να τη φιλάει στα χείλη. Πέρασε και η Εριφύλη στην ενεργό δράση. Τον έγλυφε στο λαιμό αργά και τον δάγκωνε, του έγλυφε τα χείλη κι όταν πήγαινε να τη φιλήσει τραβιόταν. Τον τρέλαινε και το έβλεπε. Ένιωθε τον πούτσο του να πιέζει το μουνάκι της. Το δαντελένιο κιλοτάκι της σίγουρα είχε γίνει μούσκεμα. Του ξεκούμπωνε το πουκάμισο και τον φιλούσε αργά - αργά. Περνούσε τα νύχια της αργά από τα πλευρά του και αυτός ανατρίχιαζε. Του ρουφούσε τις ρώγες και τις δάγκωνε. Κατέβαινε αργά με τη γλώσσα της προς τον αφαλό του.  Η Εριφύλη κάθισε μπροστά του στην περιστρεφόμενη καρέκλα του γραφείου. Εκείνος όρθιος προσπαθούσε να στερεώσει το σώμα του πίσω στο τραπέζι και άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι του, αλλά η Εριφύλη είχε διαθέσεις για παιχνίδια. «Και μόνο που το φαντάζομαι, το στόμα μου γεμίζει σάλιο.» Του λέει. Του κράτησε τα χέρια και  πάλευε με τη ζώνη του, τα κουμπιά του τζιν του και βγάζει το ωραίο σηκωμένο καυλί του, μακρύ και σφριγηλό είναι μέσα στα χέρια της. «Είναι όπως ακριβώς μου αρέσει: μεγάλο, σηκωμένο και σκληρό, τόσο σκληρό. Έχω ανάγκη να το νιώσω μέσα μου. θέλω να δοκιμάσω τον ανδρισμό σου μέσα στο στόμα μου, μέσα στο μουνί μου, παντού.» του ξαναλέει. Χωρίς ντροπές έπιασε τους γλουτούς του και τον τράβηξε κοντά της. Ο αρχιτέκτονας χαμογέλασε. Ήξερε πως η Εριφύλη δεν κρατιέται.
Αυτά τα λόγια που άκουσα για μερικά δευτερόλεπτα μου έκοψαν την ανάσα. Η ξαδέρφη και μητέρα των παιδιών σας φερόταν σαν πόρνη. Δεν μπορούσα να το πιστέψω πως θέλει να του παραδοθεί με αυτόν τον τρόπο. Ο αρχιτέκτονας ήταν ενθουσιασμένος αλλά και προβληματισμένος με το πόσο πρόθυμη ήταν. «Μου ζητάς να σου συμπεριφερθώ σαν να είσαι πόρνη; Αυτό θέλεις;» της λέει
«Ναι, γαμιά μου! Αυτό θέλω! Να με γαμάς σαν να είμαι μια πουτάνα!» Όχι ότι δεν ήταν εκείνες τις ώρες του συμπληρώνει η Άλκηστις.
Ο σιγανός της ψίθυρος και η υποταγή της είμαι σίγουρη ξύπνησαν του άνδρα τον δαίμονα μέσα του.
Ακούω την ανάσα του να γίνεται πιο γρήγορη. Τα δάχτυλά του την αρπάζουν από τα μαλλιά, και τα τραβάνε δυνατά.  Αργά και σίγουρα χώθηκε στα χείλη της, φτάνοντας σχεδόν στην κορύφωση τη στιγμή που κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του. Κατάλαβα ότι ο πούτσος του ακουμπούσε στον λαιμό της. Αυτός ήταν ενθουσιασμένος. Και όταν η Εριφύλη άντεξε όλο το μήκος του αυτός άρχισε να κουνάει ελαφρώς τους γοφούς του για να δει πόσο μπορεί να αντέξει.
Ήταν εκπληκτική. Έπαιρνε ό,τι της έδινε. «Εάν κάποια στιγμή πάψει να σου αρέσει, ενημέρωσε με» τον άκουσα να της λέει. Η Εριφύλη Δεν πρόβαλε όμως καμία αντίσταση. Του δινόταν ολοκληρωτικά. «Το ίδιο ισχύει και για σένα», του είπε, βγάζοντας τον για ένα δευτερόλεπτο από το στόμα της.
Όταν τα χείλη της τον αγκάλιασαν και πάλι εκείνη επιτάχυνε. Έβλεπα πως της αρέσει, δεν είχε σεξουαλικές αναστολές και ήθελε πολύ να του αποδείξει κάτι. Γαμούσε το στόμα της και εκείνη ήθελε κι άλλο. Αυτός προσπαθούσε ανεπιτυχώς να επιβραδύνει την κίνησή της όταν ένιωσε τον οργασμό να κυριεύει το σώμα του. Δεν τον ήθελε. Την έσπρωξε απότομα και βαριανασαίνοντας προσπαθούσε να φρενάρει την εκσπερμάτωση. Η Εριφύλη χαμογελούσε θριαμβευτικά. 
«Δε θα αντέξω πολύ, έτσι όπως το πας!» Της λέει.
«Ποιος σου είπε ότι θέλω να μείνεις καυλωμένος για πολύ ώρα;»
Ο άνδρας είχε ήδη πάρει φωτιά! Η πίπα δεν του αρκούσε πια, ήθελε να την ξεσκίσει! Ήταν ο γαμιάς της και ήταν η πουτάνα του εκείνη την ώρα! Έβγαλε το σακάκι του και το άπλωσε από την ανάποδη πάνω στο τραπέζι σαν στρώμα. Με μια κίνηση την σήκωσε και με τα δυο του χέρια τη βοήθησε να ξαπλώσει πάνω στο σακάκι στο μεγάλο γραφείο που ήταν κρύο με τα πόδια της να κρέμονται. «Όχι ακόμα…» του λέει ναζιάρικα και προσποιήθηκε ότι αντιστέκεται και έκανε να σηκωθεί αλλά με βία την κράτησε κάτω. «Με έχεις τρελάνει στην καύλα μωρό μου ατελείωτο, είσαι θεόμουνο που με προκαλεί και με αναστατώνει σαν φλόγα που δεν σβήνει. Είσαι η πουτάνα μου, και θα γαμιέσαι όπως σου λέω.» της είπε.
Της έβγαλε τις γόβες της σήκωσε ψηλά την τη φούστα της, και κατέβασε προσεκτικά το καλτσόν της, μέχρι να της το βγάλει όλο. Της έβγαλε το δαντελένιο κιλοτάκι που φορούσε, και το πέταξε πάνω στο γραφείο. Έπεσε πάνω της, άρχισε να χουφτώνει το μουνί της, και να τη φιλά στο στόμα, στο λαιμό, στο αυτί της και με το χέρι του συνέχιζε να πασπατεύει το μουνί της που ήταν μούσκεμα.
«Απ’ότι βλέπω καύλα μου, ποτάμι τα υγρά σου, έτοιμη για στιγμές ευχαρίστησης και ατελείωτης ηδονής είσαι! Που’σαι μαλάκα ναυτικέ να δεις τι καύλες έχει η πουτάνα η γυναίκα σου! Θα τη χύσω όπου και όπως γουστάρω και θα τη στείλω πίσω σπίτι σας χυμένη. Που να φαντάζεται τώρα αυτός όσο ταξιδεύει στους ωκεανούς ότι η υποδειγματική σύζυγός του πηγαίνει και γαμιέται σαν τσούλα. Αλλά είσαι τόσο καυλιάρα που αξίζει να παίζεις με τα καλύτερα καυλιά. Και εγώ σε ευχαριστώ για το γαμήσι που μου χαρίζεις. Και έτσι θέλω πάντα να σε περιμένω την πουτάνα μου με το καυλί πάντα έτοιμο. Για σένα. Για να σε πηδήξει από παντού!» αναφώνησε θριαμβευτικά και ξανάχωσε τα δάχτυλα στο μουνί της.
«Είναι υγρό το μουνάκι σου πουτανάκι ε; Θέλει τον πούτσο μου; Τι ωραία μουνόχειλα είναι αυτά! Τι ζουμερό κόκκινο μουνάκι που έχεις καυλιάρα μου! Θα στο φάω το μουνάκι σου...»
Εγώ είχα ακουμπήσει στη γωνιά του τοίχου, ώστε να μπορώ παράλληλα να παρακολουθώ άνετα χωρίς να χάνω καμία λεπτομέρεια από το σκηνικό. Δεν είχα παρά να επιστρατεύσω όλη μου την παρατηρητικότητα. Ήταν σαν να παρακολουθούσα μια ταινία μέσα στο μυαλό μου και είχα απορροφηθεί τελείως από τη δράση τους. Εκείνη την ώρα είχα ξεχάσει ποια είμαι, πού είμαι, τι ώρα είναι, μόνο έβλεπα το ημίγυμνο ζευγάρι καύλωνα και καθόμουν και τους παρακολουθούσα διακριτικά για να μην καρφωθώ φυσικά, αλλά μου άρεσε πάρα πολύ να τους βλέπω και να παρατηρώ το ερωτικό τους σμίξιμο. Μπορούσα να δω στο ημίφως το μουνάκι της να γυαλίζει από τα υγρά της ηδονής που το πλημμύριζαν. Βρισκόμουν και εγώ σε μία ημιάγρια κατάσταση και είχα βάλει το δάκτυλο μου στο μουνί μου, για να επιταχύνω τον οργασμό μου, γιατί δεν ήξερα πως να συγκρατήσω τον εαυτό μου. Μέσα στο δωμάτιο η ερωτική σκηνή τώρα ήταν ακόμα πιο hardcore και της ξαδέρφης της ξέφυγαν απαράδεκτα για εκείνη λόγια καθώς ένιωθε κάθε χιλιοστό της καυτής γλώσσας του μέσα της.
Άρχισε να τη γλύφει πάνω – κάτω. Έβαζε τη γλώσσα του στη τρυπούλα της και την έγλυφε. Τη γαμούσε με τη γλώσσα του κι η Εριφύλη έτριβε τις θηλές της δυνατά. Τη δάγκωνε και τη ρουφούσε. Ταυτόχρονα της έβαλε κι ένα δάχτυλο στην αρχή, μετά και δεύτερο και το τρίτο. Σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να της τρίβει τον πούτσο του πάνω - κάτω στο μουνάκι της, πάνω στην κλειτορίδα της. Την τρέλαινε! Τον ήθελε μέσα της. Έσπρωχνε τη λεκάνη της για να μπει μέσα της κι αυτός απλά της το έτριβε. Τη βασάνιζε σαδιστικά.
«Θα με παρακαλέσεις πουτάνα για να σε γαμήσω!» της είπε.
«Έλα, γάμησε με! Γάμα μου το μουνάκι!», του είπε.
«Παρακάλα με!»
«Σε παρακαλώ, γάμησε με!», του είπε.
Και πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της, την καρφώνει με τη μία που της έκοψε την ανάσα. 
«Ααα!», φώναξε.
«Τι έπαθες πουτανάκι;  Γαμήσι δεν ήθελες; Τώρα θα το έχεις! Θα σου ξεχειλώσω το μουνί καριόλα!»
Και της τραβούσε τα μαλλιά. Πονούσε αλλά της άρεσε αφάνταστα. Ένιωθε ότι θα χύσει από παντού.
«Σιγά - σιγά…», τόλμησε και του είπε.
«Τι είπες; Σιγά - σιγά; Βεβαίως!», της είπε κι άρχισε να τη γαμάει ακόμα πιο άγρια.
«Αχ! Ναι! Σκίσε με! Γάμησε με. Πονάω αλλά μ’ αρέσει. Μ’ αρέσει γαμιά μου. Γάμα το!»
«Έλα καριόλα, έλα πάρτον πουτανάκι μου. Πάρτον στο μουνάκι. Θα στο σκίσω, θα στο ματώσω το μουνάκι! Θα στο αχρηστέψω τελείως! Σήμερα δε θα μπορείς να κουνηθείς!»
«Ναι μωρό μου, τέτοιο που είναι τέτοια θέλει αυτό. Γαμήσια θέλει άγρια. Πόνεσε με, σκίσε με. Έλα, μη με λυπάσαι, σκίσε με!»
Μπαινόβγαινε μέσα της με απίστευτη δύναμη και ρυθμό. Τη γαμούσε όσο πιο δυνατά μπορούσε και παρ’ όλα αυτά ένιωθε πως θέλει κι άλλο. Έτριβε παράλληλα και την κλειτορίδα της.
Φώναζε και μετά από λίγο! «Χύνω καυλιάρη μου, χύνω πάνω στον πούτσο σου! Χύνω, χύνω ενώ με γαμάς!»
«Χύσε καριόλα μου, δώσε μου τα υγρά σου να μουσκέψουν τον πούτσο μου!»
Η Εριφύλη του έχωσε τα νύχια στην πλάτη δυνατά, αλλά αυτός δε καταλάβαινε τίποτα, τη φίλαγε. 
«Χριστέ μου, το να τη βλέπω να ανταποκρίνεται έτσι με τέτοια καύλα ήταν πέρα από τις πιο τρελές μου φαντασιώσεις. Πάντα υποψιαζόμουν ότι της άρεσε πολύ το σεξ με έναν προικισμένο... ε... πεινασμένο σαν άλογο επιβήτορα σαν εσένα αλλά δεν το περίμενα να το ευχαριστιέται με αυτόν τον τρόπο. Να της αρέσει να της φέρεται ο οποιοδήποτε άνδρας σαν μια κοινή πόρνη! Να τη βρίζει και να την πονάει! Μωρό μου της άξιζαν εύσημα της σέξι ξαδέρφης μου! Έκανε ό,τι μπορούσε για να ακολουθήσει το ρυθμό του επιβήτορα της» σχολιάζει η Άλκηστις στη ροή της ιστορίας της και συνεχίζει ακάθεκτη να περιγράφει με λεπτομέρειες τα ερωτικά κατορθώματα  της Εριφύλης.
Ο Αρχιτέκτονας άρχισε να κάνει απαλά συχνότερες μικρές μαχαιριές προς τα πάνω με τον πούτσο του για αρχή σε αργό ρυθμό. Η Εριφύλη ένιωσε τον πούτσο του μέσα της να αρχίζει να αναπηδάει πιο γρήγορα και δυνατά, ενεργοποιώντας κάθε νεύρο στο μουνί της. Της άρεσε το πώς ένιωθε, αλλά ένιωθε και ντροπιασμένη. Μήπως επειδή δεν ήθελε να ξέρει πόσο τσούλα και πουτάνα είχε γίνει ξαφνικά; 
«Θεέ μου, ναι... ναι» του φώναζε καθώς τον ένιωθε τον πούτσο του να βυθίζεται μέσα της ξανά και ξανά, ανακαλύπτοντας νέα ανεξερεύνητα εδάφη. 
Τα στόματα τους απείχαν μόνο λίγα εκατοστά μεταξύ τους. Η Εριφύλη είχε ήδη βιώσει δυο οργασμούς. Κοίταξε κατευθείαν στα μάτια του με ένα είδος φλεγόμενου πάθους, σχεδόν θυμωμένου, ενώ τα βυζιά της χοροπηδούσαν απαλά με την κίνηση πάνω- κάτω. Καθώς την κοίταζε κι εκείνος, την άφησε να γλιστρήσει και παρακολουθούσε τα μάτια της να κλείνουν σε σχισμές. Ο Αρχιτέκτονας άκουσε τις γρήγορες αναπνοές της και την ένιωσε να κλειδώνει τα μπούτια της πιο σφιχτά γύρω από τη μέση του. Την κρατούσε ακίνητη, καρφωμένη στην παλλόμενη στύση του.
Η Εριφύλη βρισκόταν σε έκσταση, νιώθοντας τον τεράστιο πούτσο του στο μουνί της και τα στιβαρά  του χέρια να την κρατούν στο σμιλεμένο στήθος του. Δεν ήξερε γιατί, αλλά ήθελε να τον φιλήσει τώρα. Αυτός ο επιβήτορας την είχε ξετρελάνει και τώρα αποδείκνυε ξανά και ξανά ότι ήταν η πιο σωστή αμαρτία που είχε κάνει ποτέ, αν και ήταν βέβαιη ότι θα το μετάνιωνε. Όλες οι σκέψεις για την χριστιανό-κοινωνική ηθική της είχαν πάει περίπατο. Το μουνί της σχεδόν έτρεμε, πιεζόταν εντελώς σε κάθε επιφάνεια, τυλιγμένο τόσο σφιχτά γύρω στον πούτσο του. Αυτό ήταν ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα και η Εριφύλη άνοιξε το στόμα της και τέντωσε το πρόσωπό της προς το δικό του, έκλεισε τα μάτια της και τον φίλησε βαθιά, λατρεύοντας τα χείλη του με τη γλώσσα της. 
Τώρα ενωμένοι και από πάνω και από κάτω και τυλιγμένοι στο ενδιάμεσο, φιλήθηκαν. Ο Αρχιτέκτονας ένιωσε τη Εριφύλη να ξεκλειδώνει τα πόδια της από τη μέση του και παρακολούθησε τα γόνατά της να πέφτουν ανοιχτά σε κάθε πλευρά του. Ένιωσε τα χέρια της να φτάνουν γύρω από τον λαιμό και την πλάτη του είχε παραδοθεί άνευ όρων. Ο Αρχιτέκτονας απλώς συνέχισε να κινείται μέσα της, σπρώχνοντας ολόκληρο το σώμα της με κάθε ώθηση και τραβώντας την πίσω με τα χέρια του κάθε φορά, αυξάνοντας σιγά σιγά τη δύναμη και την ταχύτητα. Οι πατούσες της κυμάτιζαν τώρα άγρια προς το ταβάνι και η ίδια πνιγόταν στον πόθο της. Κάθε ώθηση την ανάγκαζε να ουρλιάζει από καύλα. Νέοι πίδακες υγρών εκτοξεύονταν από μέσα της πιτσιλώντας και τους δύο. Η Εριφύλη είχε χάσει κάθε αίσθηση χρόνου.
«Ναι! Γάμησε με με το χοντρό καυλί σου...» άκουσε ο Αρχιτέκτονας να ξεστομίζει η Εριφύλη, μιλώντας πλέον σαν πουτάνα, καθώς έσπρωξε το στρογγυλό κωλαράκι της μέχρι τέλους πάνω στην πούτσα του. Και αυτό που άκουσε στη συνέχεια ο Αρχιτέκτονας δεν μπορούσε πραγματικά να το περιγράψει- μόνο ένα μακρόσυρτο είδος αναπνευστικών βογκητών, καθώς το σφιχτό μουνί της έσφιγγε όλο πάνω του.
«Είσαι τόσο καλή στο γαμήσι, μωρό μου»... της ψιθύρισε απολαμβάνοντας απόλυτα το μουνί της γύρω από τον πούτσο του. Λίγες στιγμές αργότερα εξερράγησαν μαζί. Η Εριφύλη συνέχισε τις αγωνιώδεις κραυγές της, ενώ από τα χείλη του Αρχιτέκτονα έβγαιναν χαμηλοί βρυχηθμοί. Τον ένιωσε να συσπάται μέσα της καθώς την γέμισε με το καυτό σπέρμα του. Ήταν σίγουρη ότι τα υγρά του μουνιού της έσταζαν πάνω του.
«Θεέ μου, αυτό ήταν καταπληκτικό, ήταν τόσο καλό!» έκανε ασθμαίνοντας η Εριφύλη, ενώ απομάκρυνε το καυτό και υγρό από τους απανωτούς οργασμούς μουνί της από την πούτσα του Αρχιτέκτονα ψάχνοντας να πιάσει την κιλότα της, ώστε να φύγει. Είχε περάσει πολύ καλά, αλλά έπρεπε να γυρίσει στην αίθουσα και να ξεχάσει όσα έγιναν, επιστρέφοντας ξανά τάχιστα στο δρόμο των επιταγών της ενάρετης συζύγου.
......Ο Αρχιτέκτονας σηκώθηκε και άρχισε να ανεβάζει το μποξεράκι και το παντελόνι του. Την ώρα που κούμπωνε το παντελόνι του, τον άκουσα να της λέει:
«Μωρό μου! Από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα ήμουν σίγουρος ότι εσύ είσαι γυναίκα γεννημένη για γαμήσι γι αυτό περνάμε καλά εμείς οι δυο όποτε συναντιόμαστε!»
«Το ξέρεις πως είσαι μεγάλο καθίκι;!» Του λέει με μια μελιστάλαχτη και πολύ καυλιάρικη φωνή η Εριφύλη.
«Εγώ είμαι μεγάλο καθίκι και εσύ μεγάλη πουτάνα.» Της απαντάει ενώ την κοίταζε με βλέμμα λάγνο, γεμάτο πόθο και γλύκα συνάμα.
Ήταν κι εκείνος ξέπνοος αλλά έδειχνε απόλυτα πλήρης και ικανοποιημένος. Την ίδια στιγμή παίρνει στα χέρια του το δαντελένιο κιλοτάκι της, και το έβαλε στην τσέπη του σακακιού του.
«Έτσι κι αλλιώς δεν μπορείς να το φορέσεις έτσι χυμένη που είσαι. Θα το κρατήσω όπως συνήθως για λάφυρο μαζί με τα άλλα. Όπως το δαντελένιο μαύρο κιλοτάκι σου στο ατελιέ που ήταν το πρώτο μου ενθύμιο από τα γαμήσια μας.» Της λέει και γελάει ικανοποιημένος. 
«Τα έχεις μετρήσει;! Εγώ έχω από τότε ξεχάσει πόσες φορές έφυγα ξεβράκωτη από την αγκαλιά σου γαμιά μου;» Του δίνει ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο που δεν είναι τόσο αθώο όσο δείχνει. Τον κοιτάζει με νόημα και το χέρι της χαϊδεύει επικίνδυνα τον καβάλο του.
«Αν δεν ήσουν παντρεμένη θα σε ήθελα δίπλα μου μόνιμα. Ξέρω πως αυτό το καιρό περάσαμε και οι δυο μας ωραία αλλά εσύ μπορεί να νιώθεις τις ενοχές σου όταν περάσουν οι ωραίες μας στιγμές . Θέλω να ξέρεις πως το τηλέφωνό μου είναι είκοσι τέσσερις ώρες το είκοσι τετράωρο διαθέσιμο για εσένα. Ελπίζω να μείνεις ευτυχισμένη με τον άντρα σου, που ζηλεύω πολύ και θα ξανά πω πως είναι πολύ τυχερός αλλά αν θέλεις οποτεδήποτε κάτι από εμένα θα είμαι πάντα διαθέσιμος για εσένα. Σύντομα φεύγω για Λονδίνο και δεν ξέρω αν θα μείνω ελεύθερος για καιρό ή γρήγορα βρω κάτι άλλο, αλλά ελπίζω αν βρω να είναι σαν κι εσένα, αν και πολύ φοβάμαι ότι τα καλούπια για τον καθένα μας βγαίνουν μια φορά.» 
Ο όμορφος εραστής της είχε κάνει φανταστικό σεξ και τώρα χρειαζόταν λίγο χρόνο για να ηρεμήσει από το γαμήσι. Δεν μπορώ να περιγράψω την ευτυχία που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπο της. Ήταν ακόμα ακουμπισμένη στο τραπέζι. Χαμογελούσε ελαφρά. Έδειχνε πραγματικά ευτυχισμένη
Η Εριφύλη άρχισε να βάζει το καλτσόν, ψηλά υπήρχε ένας λεκές, ευτυχώς καλυπτόταν  από την φούστα της. Κατέβασε τη φούστα όσο γινόταν πιο χαμηλά, έφτιαξε το σουτιέν, το πουκάμισο της, λίγο μεικαπ στο πρόσωπο, τα μαλλιά της που ήταν ανακατεμένα, έβαλε τις γόβες, πήρε την τσάντα της άνοιξε τη πόρτα και αναχώρησε. Καθώς βγήκε στο διάδρομο που οδηγούσε στα σκαλοπάτια, ξαφνικά είδε τον μικρο καφέ λεκέ στον καβάλο της φούστας της. Ευτυχώς, που ο αρχιτέκτονας αποδείχτηκε προσεκτικός εραστής. Δεν άφησε παρά μόνο αυτό το μικρό λεκέ, εξωτερικά στο φόρεμα της οπότε μπόρεσε να επιστρέψει στην αίθουσα με ασφάλεια. Για ένα λεπτό, μπήκε στις τουαλέτες για να καθαρίσει το λεκέ. Ταυτόχρονα ένα σκανδαλιστικό συναίσθημα πέρασε μέσα της καθώς ανέβαινε τα σκαλιά προς την αίθουσα με τα μουνόχειλα της γύρω-γύρω πασαλειμμένα από το σπέρμα του Αρχιτέκτονα να μουσκεύουν το καβάλο του καλτσόν. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια άνοιξε την πόρτα μπήκε στην αίθουσα και συνάντησε την Ελπινίκη χωρίς κιλοτάκι και το μουνί της πνιγμένο στην υγρασία. Πόσο είχε λείψει; Είκοσι λεπτά; Παραπάνω; Μισή ώρα δεν ήταν! Ενώ ήταν έτοιμη να της πει καμία δικαιολογία, ότι πήγε στην τουαλέτα κλπ, η Ελπινίκη ούτε που κατάλαβε ότι έλειπε! 
Σ' αυτό το σημείο ο Νικηφόρος δεν μιλούσε, απεναντίας νιώθει μια περίεργα έντονη ηδονική έξαψη όταν ακούει τα ερωτικά κατορθώματα της Εριφύλης του να του τα διηγείται η νεαρή ξαδέρφη της. Όλη αυτή η διήγηση που του αποκαλύπτει τα πλούσια ερωτικά παραστρατήματα της Εριφύλης
του τον καύλωσε τόσο που τα είχε χαμένα. Είχε μείνει άναυδος με αυτά που άκουγε. Ο πούτσος του κόντευε να σπάσει. «Είναι δυνατόν να την ακούω να μου λέει πως γαμιόταν στα αλήθεια και όχι στη φαντασία μου με άλλον άνδρα η Εριφύλη μου και εγώ να καυλώνω τόσο πολύ.» Φαντάστηκε την Εριφύλη, λάγνα, παθιασμένη για άγριο σεξ δεν άργησε να καταλήξει στο κρεβάτι να συνευρεθεί ερωτικά και να ικανοποιείται σεξουαλικά με τον εραστή της.
«Σήκω να πάμε στο Μοναστήρι να συναντήσουμε τις οικογένειες και να προσευχηθούμε και στη συνέχεια θα δεις και άλλα από εμένα που δεν έχεις δει. Μαζί μου θα απολαύσεις και «σκληρό» ερωτικό παιχνίδι και θα σου αρέσουν τα ζοριλίκια, οι αγριάδες, και το άγριο, βρώμικο σεξ που επιθυμείς, χωρίς να υποφέρεις από τύψεις.» 
Η μέρα ξημέρωσε όμορφη και προμηνυόταν ηλιόλουστη στον μικρο οικισμό. Μια από τις «υποχρεώσεις» ήταν η προσκυνηματικού ενδιαφέροντος εκδρομή τους  να επισκεφθούν το αφιερωμένο στην Παναγία μεγάλο Μοναστήρι όπου εκεί θα συναντούσαν και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και θα συμμετείχαν και στην Κυριακάτικη θεία λειτουργία του Μοναστηριού.
Το ζευγάρι ξεκίνησε το μικρό του ταξίδι με τον Ήλιο χαράζοντας και πέρα σε κάποιο  βάθος ν' ανταύγαζε. Η Άλκηστις κάθε φορά που τον παρατηρούσε, το πρόσωπό της φωτιζόταν. Της άρεσε να τον πειράζει και εκείνος να γελάει με τ' αστεία της.
Γύρισε και την κοίταξε.
Έγειρε και τον φίλησε.
«Όπως είπαμε, όπως συζητήσαμε και συμφωνήσαμε. Για την Εριφύλη δεν ξέρεις τίποτα.»
«Πως δεν ξέρω. Η Εριφύλη μου γαμιέται με άλλον άντρα που αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο πολύ πουτάνες μπορούν να γίνουν οι γυναίκες όταν το θέλουν. Ακόμα και η Εριφύλη μου.»
«Μωρό μου εγώ! Δηλαδή εσύ μου ορκίστηκες πως δεν σου είπα τίποτα. Τίποτα δεν είπα και αφού δεν είπα εσύ πως το ξέρεις.»
«Ξέρω πως η Εριφύλη μου δεν είναι αθώα».
«Ορκίστηκες ότι δεν.»
«Ναι! Ορκίστηκα ότι δεν.»
«Μου ορκίστηκες. Ότι δεν ξέρεις τίποτα.»
«Όχι Μωρό μου! Θα ήταν υποκριτικό ότι ορκίστηκα πως δεν ξέρω! Ορκίστηκα ότι δεν θα πω αυτά που μου διηγήθηκες. Όχι ότι δεν ξέρω.»
«Δηλαδή! Με μπερδεύεις! Τι ισχύει για ό,τι λέχθηκε το βράδυ. Σε παρακαλώ κοίτα με! Μη με κάνεις και φοβάμαι. Σε παρακαλώ αγάπη μου.»
«Ρε Άλκηστις. Ορκίστηκα και δεν καταπατώ τον όρκο μου. Δεν είπα ποτέ πως είναι εύκολο, αλλά ορκίστηκα πως ότι μου έχεις πει θα θαφτεί και δεν θα βγει στην επιφάνεια.... Στο ξαναείπα! Όσο με ξέρεις εσύ. Σου φέρνω για αρσενικό των σπηλαίων; Άνθρωπος της παλαιολιθικής εποχής; πρωτόγονος, απολίτιστος.»
«Απεναντίας και εγώ στο ξαναλέω. Είσαι ο πιο γλυκός και τρυφερός άνδρας που έχω γνωρίσει. Και η Εριφύλη είχε μείνει πολύ καιρό μόνη της, και όταν το κορμί της σπαρταρούσε από ρίγος ηδονής και έπαιρνε φωτιά, από την φλόγα που έκαιγε μέσα της όσο σε καρτερούσε, και ευ αργούσες να γυρίσεις, είχε ανάγκη από λίγο σεξ. Εεε ώσπου δεν το άντεξε.. Το καταλαβαίνεις πιστεύω σαν άντρας που δεν έχεις κολλήματα..»
«Πως! Το καταλαβαίνω! Και! Τώρα;» Αναρωτιέται ο Νικηφόρος ολίγον προβληματισμένος.
«Και! Τώρα τι;»
«Να αναρωτιέμαι πως καταλήγει η ιστορία μας.»
«Αγόρι μου γλυκό. Περνάμε πολύ καλά σε αυτές τις διακοπές και πιστεύω πως με ελεύθερο πνεύμα θα έχει και ευχάριστη συνέχεια αυτή η ιστορία. Η Εριφύλη σου σε αγαπά πάρα πολύ και εσύ την αγαπάς πολύ αλλά πιστεύω ότι λίγο ανανέωση θα σας κάνει πολύ καλό...
Σκέφτομαι μήπως... Λέω να! Να καλέσουμε τον Αρχιτέκτονα να περάσει μαζί μας στο υπόλοιπο των διακοπών μας; Να απαλλάξουμε και σένα από ένα μέρος στο βαρύ φορτίο που έχεις μπροστά σου...»
«Δηλαδή! Λες; Θα έρθει; Αν τον καλέσεις;»
«Έχω προετοιμάσει το πεδίο. Ήδη χθες το απόγευμα του τηλεφώνησα και τον ρώτησα πως θα του φαινόταν να τον φιλοξενούσαμε για μερικές ήμερες στην πανέμορφη περιοχή μας.
Απλώς περιμένω και την δική σου έγκριση σου εάν είσαι διατεθειμένος να τον φιλοξενήσετε.»
«Δηλαδή το δέχτηκε; (εννοείς ότι το δέχτηκε;)»
«Δέχτηκε με προθυμία και ιδιαίτερη χαρά την πρόσκληση.
«Ασφαλώς και με μεγάλη χαρά δέχομαι την πρόσκληση να επισκεφθώ την ηλιόλουστη περιοχή σας». Μου είπε.
Ο Νικηφόρος την κοιτάζει και το χαμόγελό του απλώνεται σε όλο του το πρόσωπο του, δεν περιορίζεται στο στόμα, απλώνεται σε όλο του το πρόσωπο.
«Αυτό σημαίνει ότι το είναι θετικός και ότι τον επηρεάζω .... » Σκέφτεται μ΄ έκδηλη ικανοποίηση η Άλκηστις.
«Δεν μου απάντησες.» Του λέει και στο χαμόγελό της να αντανακλάται το μέσα της.
«Ομορφιά μου όταν κουρνιάζεις στην αγκαλιά μου το ξέρεις ότι είμαι εντελώς ξετρελαμένος μαζί σου δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου;»
«Να τον καλέσω;»
«Και η Εριφύλη; Είσαι σίγουρη ότι θα συμφωνεί;»
« Άστο σε μένα. Θα σου τον παρουσιάσω εραστή μου και υποψήφιο σύντροφο μου.»
«Ναι! Πριγκιπέσα της καρδιάς μου και του νου μου αρχόντισσα για σένα το κάνω! Μπορείς να τον καλέσεις. Και νιώθω να τους βλέπω σα ζευγάρι και μου αρέσει αυτό που βλέπω.»
«Δηλαδή τι είναι αυτό που βλέπεις και σου αρέσει;»
«Να! Να ο αρχιτέκτονας έχει στηρίξει της Εριφύλης την πλάτη της στον τοίχο, τη σηκώνει και τοποθετεί τα πόδια της να τα τυλίξει γύρω από τη μέση του. Χωρίς να τη προειδοποιήσει, διεισδύει μέσα της αργά και αναστενάζει στο αυτί της. Κουνιέται ρυθμικά καθώς τα χέρια του χουφτώνουν τους στρογγυλεμένους σφιχτούς γλουτούς της. Η Εριφύλη αγκαλιάζει με τα χέρια της τον αυχένα του αγγίζει τα χείλη του και αυτός κινείται γρήγορα τώρα. Δεν σταματάει καθόλου, συνεχίζει ακάθεκτα να παλινδρομεί μέσα της και το μόνο που μπορεί να κάνει η Εριφύλη είναι να υποκύψει. Αφήνει τον εαυτό της ελεύθερο να ξεσπάσει τα αισθήματα που νιώθει σε μια έκρηξη απόλαυσης. 
«Το ξέρεις ότι της αρέσει το γαμήσι της Εριφύλης αυτή η στάση;»
«Εσύ τι λες;  Σ΄ όλους αρέσουν τ’ απαγορευμένα και τα γρήγορα. Και να έχεις υπόψιν ότι γυναίκες κάνουν σαν τρελές να γαμιούνται μπροστά στα μάτια των ανδρών τους με άλλον άντρα. Πολλοί άνδρες νομίζουμε ότι αυτοί που ικανοποιούνται πρώτοι σε ένα τρίο, δυο άνδρες και μια γυναίκα είναι κατά κύριο λόγο οι άντρες και μετά οι γυναίκες. Συμβαίνει το αντίθετο όμως! Ένας από τους κρυφούς πόθους και κρυφή φαντασία κάθε γυναίκας είναι να γαμιέται μπροστά στο άντρα της με έναν ή ακόμη και με περισσότερους άνδρες, είναι το τρίο, τα όργια, άσχετα αν και μερικές δεν το παραδέχονται μπροστά στους συζύγους η στην παρέα τους. Μάλιστα όταν επιμένουν φανατικά ότι δεν θέλουν σεξ με δυο άντρες, συνήθως το λένε περισσότερο για να πείσουν τον εαυτό τους παρά την παρέα τους όταν το συζητούν. Η γυναίκα θέλει να την βλέπει ο άντρας της να γαμιέται με άλλον η άλλους μπροστά του. Είναι φαντασιώσεις σχεδόν κάθε γυναίκας. Καυλώνουν μόνο στη ιδέα και στη φαντασία αυτή. Αλλά και γενικά όταν τις βλέπουν να κάνουν σεξ. Απελευθερώνονται όταν ο άντρας τους αποδέχεται κάτι τέτοιο και κάνουν τρέλα παιχνίδια φαντασίας όταν αυτό συμβεί με συναίνεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγαπάνε τον άντρα τους ή δεν τον σέβονται, κάθε άλλο, δένονται περισσότερο μαζί του επειδή έζησαν μαζί αυτήν την φαντασία τους, λένε οι μελέτες και τα ζευγάρια που το δοκίμασαν. 
Τα ζευγάρια αυτά, στην πλειοψηφία τους νιώθουν ότι μαζί έκαναν μια «αμαρτωλή» ωραία φαντασία, ένα κατόρθωμα και συνήθως μένουν αχώριστοι και δοκιμάζουν και άλλες σεξουαλικής περιπέτειες επειδή απελευθερώνονται από τα ταμπού και τα αιώνια καταθλιπτικά πρότυπα της πατριαρχικής κοινωνίας. Ότι το υποσυνείδητο βγαίνει επιτέλους στην επιφάνεια. Νικάνε τη «ντροπή», τα έχουν καλά με τον εαυτό τους και προσέχουν παραπάνω την υγιεινή του σώματός τους. Γυμνάζονται περισσότερο, ελέγχουν τακτικά την υγεία τους. Όταν η γυναίκα γαμιέται με άλλων άντρα μπροστά στον άντρα της, δεν την ενδιαφέρει και τόσο αυτός που την γαμάει εκείνη την ώρα, αλλά αυτός που την βλέπει και φτιάχνετε από αυτό το θέαμα , δηλαδή ο άντρας της, επειδή μόνο αυτός την ενδιαφέρει και όχι ο γαμιάς ή οι γαμιάδες που την ξεσκίζουν εκείνη την ώρα! Δεν σημαίνει το ίδιο στην περίπτωση που το ζευγάρι επιλέγει να το παρακολουθεί ένας τρίτος να κάνει σεξ. Αυτό επειδή με τον τρίτο δεν είναι ψυχικά συνδεδεμένος κανένας από το ζευγάρι. Απλά τους αρέσει που οι κάποιος άλλος τους βλέπει πως γαμιούνται και φτιάχνονται μαζί του και τίποτε άλλο. Όταν η γυναίκα βλέπει τον στρέιτ άντρα της να τον παίζει την ώρα που τη γαμάει άλλος άντρας ανεβαίνει ή πεποίθησή της, επειδή καταλαβαίνει ότι τον παίζει για εκείνη και όχι για τον γαμιά! Έχει γίνει το επίκεντρο του σεξουαλικού του ενδιαφέροντος. Η γυναίκα νιώθει ότι αρέσει στο σύζυγό της έτσι όπως γαμιέται και ότι αξίζει. Ανεβαίνει η αυτοεκτίμησή της. Νιώθει βασίλισσα στο θρόνο και ότι κέντρισε τον ενδιαφέρων όλων μέσα στο δωμάτιο, ότι είναι το αντικείμενο του πόθου για όλους στο τρίο. Επιβεβαιώνει στο εαυτό της ότι είναι σέξι όχι μόνον για τον άντρα της αλλά και για τους άντρες συνολικά. Στις περισσότερες των περιπτώσεων στο τρίο, της γυναίκας της αρέσει να γίνει αυτό που την «διατάζει» ο άντρας της εκείνη την ώρα, επειδή θέλει να τον βλέπει να καυλώνει μαζί της. Επειδή με αυτόν είναι ψυχικά συνδεδεμένη και όχι με τον γαμιά που κάνει μια σεξουαλική πράξη πάνω της. Η γυναίκα στο τρίο, συνήθως γουστάρει να την βρίζουν και να την «εξευτελίζουν» πολύ άσχημα όλοι όσοι την γαμάνε εκείνη την ώρα. Όχι επειδή αυτά που θα τις λένε ισχύουν στην πραγματικότητα για εκείνη, αλλά επειδή νιώθει ότι όσο πιο πολύ την βρίζουν τόσο πολύ πάθος νιώθουν για εκείνη. Νιώθει ότι είναι το επίκεντρο όλων των ανδρών εκεί μέσα και ότι όλοι ασχολούνται με το σώμα της και θέλουν να την γαμάνε με πάθος! Σε πολλές περιπτώσεις, οι βρισιές και ο «Εξευτελισμός» πάνω στο σεξ για μια γυναίκα, αξίζουν περισσότερο από τα κομπλιμέντα, τα λουλουδάκια και τα δώρα στην καθημερινή ζωή της. Και αν την έβαζες να διαλέξει ανάμεσα στα δυο, θα διάλεγε τον «εξευτελισμό» στο σεξ, παρά τα κομπλιμέντα ή τα λουλούδια. Φτάνει να μην κάνει κάνεις το αντίθετο. Να την βρίζει την ημέρα και να πάει με λουλουδάκια την ώρα που την γαμάει! Όσο για τον «γαμιά» που βρέθηκε στο τρίο, σχεδόν πάντα είναι απλά ένα βοηθητικό «αντικείμενο» του σεξ. Ο τρίτος δεν θα νιώσει ποτέ την καύλα που νιώθει ο «κερατάς» σύζυγος που βλέπει και νιώθει την γυναίκα του καυλωμένη, ούτε αυτό που νιώθει η γυναίκα όταν βλέπει τον άντρα της να χύνει για πάρτη της.
«Εγώ λέω ότι δεν μ' έχεις γαμήσει σ' αυτή τη στάση και μου τη χρωστάς.»
«Μάλλον μωρό μου σε εξιτάρει κάπως η ιδέα να μη μας πιάσουν στα πράσα. Ωραία όλα αυτά μάτια μου, αλλά τη συγκεκριμένη στάση δεν την λες και για χόρταση. Τα προκαταρκτικά συνήθως πάνε περίπατο και όλα τελειώνουν σχετικά γρήγορα.»
«Αγάπη μου είναι η ερωτική στάση που χαίρεσαι να κλειδώνει το σώμα σου όταν τον έχεις μέσα σου»..
«Μήπως να το συζητούσατε κάποια άλλη στιγμή; Σε λίγο φτάνουμε στο μοναστήρι… Μέχρι εδώ ακούγονται τα γέλια από τα μικρά μας βλαστάρια.»
«Βλέπω ένα χαζοχαρούμενο μπαμπά που οι μικροί του μπόμπιρες να τον τρελαίνουν με τα καμώματά τους και αυτός να απολαμβάνει το γλυκό του μαρτύριο!»
«Είναι όντως βασανιστικά γλυκό μαρτύριο τα παιδιά αγάπη μου. Γι' αυτό άκου λοιπόν τη συμβουλή μου. Εάν ο Αρχιτέκτονας είναι όπως μου τον περιγράφεις....  και πρέπει να είναι γιατί ταυτόχρονα έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση, και την διορατικότητα της Εριφύλης να ξεχωρίζει αυτό που λέμε «καλή πάστα ανθρώπου». Γι αυτό μην το σκέφτεσαι, προχώρα και εμείς κουμπάροι και γρήγορα νονοί στους απογόνους.»
Φτάνοντας στον τεράστιο προαύλιο χώρο του Μοναστηριού συναντούν ένα τσούρμο πιτσιρίκια να παίζουν αμέριμνα κάτω από ον ίσκιο των τεράστιων δέντρων.
Κάπου εκεί ανάμεσα τους ξεχωρίζουν οι μικροί του μπόμπιρες να ξεφαντώνουν κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της Δανάης.
«Η όμορφη  Δανάη μας μεγάλωσε και της πάνε ο ρόλος και τα καθήκοντα παιδαγωγού,! Έχει τα προσόντα!» Της λέει ο Νικηφόρος και πήρε μια έκφραση θαυμασμού σαν κάποιον που βλέπει ένα κορίτσι σκέτη τρέλα, κορμί απίστευτο, μελανούρι, με ένα υπέροχο βαθύ μαύρισμα από τις διακοπές της, κατσαρό μαλλί και ένα πρόσωπο να «κόβεις φλέβες».  
«Όντως έχει προσόντα! Είναι μια κούκλα το καυλιάρικο πουτανάκι, που ξεσηκώνει με την προκλητική του εμφάνιση τα νάζια και τα καμώματα του. Τι έγινε ρε; Σε φτιάχνει η πιτσιρίκα και τα μάτια σου άνοιξαν διάπλατα μπροστά στις βυζάρες της.; Το κοκαλάκι της νυχτερίδας έχεις καριόλη άνδρα.» Του λέει μ' όλο υπονοούμενα η Άλκηστις και αφού του λέει αυτά τον κοιτάει και του χαμογελάει με νόημα.
«Τι έγινε πάλι;» Αναρωτιέται ο Νικηφόρος…
«Περιττό να σου πω πως την κοιτούσες όταν είχες γυρίσει για να την πάρεις μάτι.. Είμαι σίγουρης πως  φανταζόσουν την δεσποινίδα να καλπάζει πάνω στο σκληρό σου καυλί και οι βυζάρες της να χοροπηδάνε πάνω κάτω σαν τρελές!»
«Τι είναι αυτά που λες... είναι τρελά.» Της είπε ο Νικηφόρος.
«Γιατί αγορίνα μου, δεν σου αρέσει το τσουλάκι;» Τον ρώτησε.
«Υπάρχει νορμάλ άνδρας που θα πει όχι; Δεν μου αρέσει;» .
«Τότε ποιο είναι το πρόβλημά σου; Δεν ξέρω πόσο εύκολα θα τα καταφέρεις με τους μικρούς σου μπόμπιρες, αλλά με το καυλιάρικο τσουλάκι που καίγεται από καύλα θα τα φτύσεις, για να το ικανοποιήσεις. Και για να σε βοηθήσω! Ακριβώς απέναντι είναι ένα τεράστιο φυσικό πάρκο μέσα στο δάσος, ιδανικό σκηνικό για να εξαφανιστείτε από τα ραντάρ του κόσμου χαμένοι μέσα στο τοπίο, στη φύση, με μόνη σας έννοια να ικανοποιήσει ο ένας στον άλλον τις σεξουαλικές του ανάγκες.
Εκεί λοιπόν είναι πολύ ασφαλές μέρος να χαζεύουν τα πιτσιρίκια με τα ζώα και τους φασιανούς και εσύ να δαμάζεις αυτό το ουρί του παραδείσου! Την πιτσιρίκα με το ντεκολτέ που ξεχειλίζει από το στήθος της. Δες τη! Σε βλέπει και γυαλίζει το μάτι του από τη καύλα. Στον έρωτα, αγάπη μου μη ζητάς το «ναι» από τα χείλη της γυναίκας, αλλά από τα μάτια της. Το κορίτσι στο δείχνει τι θέλει χωρίς να στο ομολογεί. Τα μάτια της. Αχ αυτά τα μάτια της. Λάμπουν και γυαλίζουν από καύλα όταν σε κοιτάζει.
Χαμογελούν και ακτινοβολεί το τετράγωνο του μοναστηριού. Έχετε πάνω από μια ώρα μέχρι να τελειώσει η Θεία λειτουργία. Άντε και με την ευχή μου καλά γαμήσια κυριακάτικα. Θεέ μου συγχώρα με.»
«Άλκηστις! Μπορεί να μην μου φαίνεται αλλά δεν είμαι σάτυρος αγάπη μου. Γι αυτό κάνε την προσευχή σου και ζήτα ταπεινά συγγνώμη που σκέφτηκες αισχρά για μένα και μόλις γυρίσουμε θα!...»
«Άκουσες εμένα να σε λέω σάτυρο;»
«Όχι αλλά δεν μ' αρέσει να σκέπτεσαι ότι υπάρχει η φήμη, προκειμένου να ικανοποιήσω τις γενετήσιες ορμές μου αποπλανώ πιτσιρίκες. Δε λέω η Δανάη απ' ότι έχω καταλάβει έχει ήδη ξεκινήσει τη νέα της φοιτητική ζωή αυτό το χρόνο. Άρα μικρή διαφορά στην ηλικία έχετε φοιτητριούλα μου.»
«Ξαδερφούλη μου! Λέω εγώ τώρα! Μήπως θυμάσαι μια δεκαετία πριν; Δέκα-οκτάχρονη πιτσιρίκα στην ηλικία της Δανάης, λαχταριστή και χυμώδης το απόλυτο θηλυκό ήταν και η ξαδέλφη μου όταν την γνώρισες. Το ατίθασο κορίτσι για φίλημα που οι άνδρες τη βλέπανε και την λιγουρεύονταν ακόμα και στα όνειρά τους. Πιτσιρίκα και γαμάτη θεογκόμενα που ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί σου και εσύ δεν άφησες την ευκαιρία να πάει χαμένη και τη ξεπαρθένιασες!.»
«Δεν μας τα λες καλά μου φαίνεται Μωρό μου. Πρώτον κορίτσι μου γλυκό με παρεξήγησες μ' αυτά που λες! Είναι όλα αισχρές διαδόσεις! Όλα έγιναν με τη θέληση της αγάπη μου. Και να μην ξεχνάς ότι πολύ σύντομα παντρευτήκαμε! Και το στεφάνι μου το 'χω κορόνα στο κεφάλι μου.»
«Χμ! Δε σε βλέπω να φοράς κορόνα! Με λίγα λόγια δεν άφησες την ευκαιρία να πάει χαμένη. Και σιγά μην την άφηνες τέτοια κούκλα ονειρεμένη, με μαβιά μάτια, μπούκλα καστανόξανθη και κάτι βλεφαρίδες ίσαμε απέναντι! Ένα πρόσωπο πολύ γλυκό και μια φωνή όλο καύλα. ..»
«Και δεύτερον, εσείς τα κορίτσια βιάζεστε να μεγαλώσετε επηρεασμένες από της σεξουαλικές σας ορμές και της κακές παρέες και χάνετε την παρθενιά σας γύρω στα δέκα έξι. Συνήθως με τον πιο ακατάλληλο άντρα. Το σεξ είναι βιαστικό, αγχωμένο και φυσικά χωρίς γάμο. Αν ο άντρας είναι μαλάκας, συνήθως στο 60-70% των περιπτώσεων η κοπέλα μένει έγκυος και η οικογένεια θα πρέπει να φροντίσει και μεγαλώσει ένα μωρό χωρίς πατέρα.»
«Καλά παραδίνομαι. Δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα μαζί σου. Αλήθεια είπες κάτι για όταν γυρίσουμε; Ότι θα; Τι θα; Γίνε όμως λίγο πιο σαφής.»
«Ξέρεις!… Σκέπτομαι πολύ για την τιμωρία που σου αξίζει για αυτά λες, όταν γυρίσουμε… θα...» της είπε κάτι σαν απειλή σαν υπόσχεση.
«Και μόνο που σκέπτομαι την τιμωρία υγραίνομαι.» Του απάντησε, χαμογελώντας με το σκανταλιάρικο  βλέμμα της.
«Άντε πήγαινε μέσα να εκκλησιαστείς.... γιατί ο σατανάς σε πιλατεύει....   και λέγε-λέγε με φούντωσες...» Της ήρθε η πληρωμένη απάντηση.
«Φούντωσες Μωρό μου; Όχι ότι δεν το πιστεύω! Όση εμπειρία και να έχει κανείς, όταν το βλέμμα του πέφτει επάνω στο ωραίο γκομενάκι που έχει αφήσει τα μπαλκόνια του ανοιχτά.» και του δείχνει τη Δανάη…  «χαζεύει τη θέα και η καρδούλα του χτυπάει δυνατά, τα ξεχνάει όλα ακόμη και σ' αυτόν τον ιερό χώρο αφήνει το σώμα του να νικήσει το πνεύμα του και ο πόθος καίει τα σωθικά του.»
«Δε θα το συζητήσω μαζί σου αυτό τώρα.» της είπε, μέσα από τα δόντια του με ύφος συννεφιασμένο.
«Έλα που δεν θέλεις, αλλού αυτά να τα πουλάς! Η πιτσιρίκα μέρες τώρα σε προκαλεί πωs γουστάρει. Ξέρεις τι θέλει και στο ζητά επίμονα να την τιμήσεις με τη προσοχή σου!.» Του λέει κλείνοντας πονηρά το μάτι.
«Δεν τσιμπάω κορίτσι μου γλυκό και επειδή στη χθεσινή βραδιά μας, γεύτηκα ατέλειωτες και μοναδικές στιγμές ηδονικές που ξεπέρασαν τις προσδοκίες μου, επίτρεψε μου να περιμένω τις επόμενες μαζί σου».
«Έχω ήδη αρχίσει να σε φαντάζομαι μαζί μου στο κρεβάτι και πως θα είναι το σεξ μαζί σου όταν αφήσεις το θυμό σου να ξεσπάσει!»
Το μόνο που κατάφερε να της πει την ώρα που η Άλκηστις αναχωρούσε για το εσωτερικό του ναού ήταν ότι θα πληρώσει για αυτό που του κάνει. 
Η απάντηση της;
«Ανυπομονώ μωρό μου! Και η κόλαση να με περιμένει μαζί σου θα είναι μια παραδεισένια Κόλαση για να πληρώσω ευχαρίστως τις «αμαρτίες» μου!»
Ήταν η στιγμή που οι ζωηροί μπόμπιρες τον αντιλήφθηκαν και σαν χείμαρρος ξεχύθηκαν με λαχτάρα να τον συναντήσουν. Μα και ο Νικηφόρος με τη σειρά του, με πόδια που θαρρείς κι είχαν βγάλει φτερά έτρεχε να πέσει στην αγκαλιά τους. ... Η αγκαλιά τους ήταν το απόλυτο φάρμακο της ευτυχίας του ...
 
Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Μέρος  5)
.....

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button