ADS

click to open

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

Erotic Mythoplassia II: (Part.. 4)

... «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ...Part: 4.»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.«Άτιμο το Ζουζούνι!» λέει η Εριφύλη.  Μας ταξίδεψε απόψε, μια καλοκαιρινή νύχτα, με τη μυθοπλαστική αφήγηση της, που με τόση δεξιοτεχνία έρχεται να ρίξει φως στα πιθανά σενάρια γύρω από τα εξωσυζυγικά παραστρατήματα της πεθεράς μου! Η εξαιρετική πλοκή της περιγράφει τα υποτιθέμενα γεγονότα με τρόπο σχεδόν μαγικό. Κι όταν τα ακούς έτσι, με τόση ζωντάνια και λεπτομέρεια, δύσκολα μένεις αδιάφορος. 
Όλα πρέπει να είχαν ξεκινήσει μια φλογισμένη καλοκαιριάτικη μέρα, σ’ ένα καταπράσινο, γαλήνιο και μυρωδάτο τοπίο, με καταπληκτική θέα στον κάμπο. Τριγύρω αγριόχορτα, μυρωδικά, λουλούδια κάθε λογής και χρώματος, κι ένας πλούσιος ίσκιος από θεόρατα πλατάνια. 
Δίπλα τους το αρτεσιανό με το γάργαρο νερό του. Μια ειδυλλιακή γωνιά, απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, που έκανε τους δυο τους να αισθάνονται ελεύθεροι. Ήταν μόνοι. Εντελώς μόνοι. Γύρω τους κανείς. Μόνο το τιτίβισμα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων. Και η φύση ολόκληρη να μοιάζει σαν να τους καλεί να ξεχάσουν για λίγο τον κόσμο.
Ο Λέανδρος την κοιτούσε με φανερό πόθο. «Ρε Ηρώ, της είπε, η μέρα είναι ακόμη μπροστά μας και σήμερα οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες. Στα δελτία μιλάνε για καύσωνα, γαμώ την τύχη μας! Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη. Τι θα έλεγες να περάσουμε μαζί μία-δυο ευχάριστες ώρες;
Η Ηρώ τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Αφεντικό, δε ντρέπεσαι; Εγώ, μια παντρεμένη γυναίκα, μαζί σου;» «Κορίτσι μου, τέτοια θα κοιτάμε τώρα; Πώς να στο πω πιο όμορφα; Καταλαβαίνεις πολύ καλά τι θέλω. Κι εγώ καταλαβαίνω πως κάτι ανάλογο αισθάνεσαι κι εσύ. Μη μου κάνεις τη δύσκολη. 
«Πραγματικά έχω πέσει από τα σύννεφα,» του είπε. «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν να ζητάς τέτοια πράγματα τόσο ανοιχτά. Δε γίνεται τίποτα. Βρες καμιά άλλη. Τζάμπα χάνεις την ώρα σου.»
 Ο Λέανδρος χαμογέλασε. «Η αδυναμία μου, όμως, είσαι εσύ. Κι ό,τι θέλεις από μένα, θα το έχεις.»
Η Ηρώ δεν είχε ξαναβρεθεί σε μια τέτοια κατάσταση. Κι όμως, εκείνη τη μέρα όλα έμοιαζαν να έχουν συμβεί χωρίς σχεδιασμό, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση, σχεδόν αυθόρμητα. Ίσως έτσι να γεννιούνται μερικές ιστορίες, όχι επειδή τις προγραμματίζει κανείς, αλλά επειδή κάποια στιγμή οι συνθήκες συναντιούνται και δημιουργούν τη δική τους δυναμική.
Μέσα στο καταπράσινο τοπίο, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, το χλοερό γρασίδι έφτανε μέχρι τα πόδια τους και το αρτεσιανό κελάρυζε δίπλα τους. Η Ηρώ γέλασε. Ύστερα χαμήλωσε για λίγο τα μάτια και κοίταξε τον Λέανδρο. 'Ηταν ωραίος άντρας. Ψηλός, καστανός, γεροδεμένος, λεβέντης. Και εκείνη τη στιγμή, ίσως για πρώτη φορά, αναγνώρισε μέσα της κάτι που μέχρι τότε είχε προσπαθήσει να κρύψει ακόμη κι από τον ίδιο της τον εαυτό. Μια επιθυμία. Μια φαντασίωση. Ίσως μια αλήθεια που τόσο καιρό είχε σπρώξει κάτω από το χαλί.
Η συνέχεια, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του «Ζουζουνιού,» δεν άργησε να έρθει. Και το παράξενο είναι πως η ιστορία της, παρόλο που ήταν φτιαγμένη από μυθοπλασία, μου φάνηκε τόσο βαθιά δεμένη με την πραγματική ζωή, ώστε για λίγο παρασύρθηκα κι εγώ. Τελικά, είπα, άσε την Ηρώ και τον Λέανδρο. Άλλαξε θέμα, γιατί θα μας πάρει το ξημέρωμα!
«Αλήθεια, ρε Ζουζούνι τι ηλικία έχει αυτός ο πώς τον λες… ο Γλίτσας;»
«Γύρω στα σαράντα πέντε »τον κάνω.
«Και με τη Φαίδρα, δηλαδή, τι παίζει; Πώς και έμπλεξε με τον κομψευόμενο τζιτζιφιόγκο; Είναι και κοντός, ανάθεμα τον! Για λέγε… Το θέμα είναι γαργαλιστικό και οι λεπτομέρειές του ακόμη γαργαλιστικότερες!»
Η Άλκηστις γέλασε. «Γιατί τον λες τζιτζιφιόγκο τον άνθρωπο, ξαδέρφη; Τι σημαίνει αυτό;»
«Τζιτζιφιόγκος είναι λαϊκή, σκωπτική λέξη. Λέγεται για άντρα με επιτηδευμένο ντύσιμο και παρουσιαστικό, που παριστάνει τον γόη.»
«Και πού το κατάλαβες ότι ο τύπος είναι τζιτζιφιόγκος;»
«Τι να σου πω, ξαδερφούλα μου; Αυτός κάνει μπαμ από χιλιόμετρα. Ντύνεται και 
συμπεριφέρεται επιδεικτικά, λες και είναι κόμης. Ένας ψευτοδανδής! Ένα χάρχαλο! Δεν ξέρω κιόλας αν μπορεί να υποστηρίξει τον ρόλο που παριστάνει.»
«Όπως κι αν τον χαρακτηρίζει κανείς, όσο τον αφορά, η συχνή συναναστροφή του με τη Φαίδρα εξάπτει τα κουτσομπολιά και δίνει τροφή για σχόλια. Ιδίως από τη στιγμή που ο σύζυγός της είναι ναυτικός και συνήθως απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα από την οικογένεια και το συζυγικό τους κρεβάτι. Ε, όπως λένε… δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.»
«Ναι είναι αλήθεια! Έτσι λένε για τη φωτιά και τον καπνό! Αναρωτιέμαι! Γιατί οι κοντοί έχουν πάντα τις καλύτερες γκόμενες; Είχε δίκιο η γιαγιά μας που μας έλεγε ότι «όλα τα καλά αιδοία έχουν πάει στους κοντούς»!
«Μπράβο η γιαγιά! Δηλαδή χωρίς ντροπή έλεγε τέτοια πράγματα;»
«Ντροπή-ξεντροπή, το ως άνω αξίωμα ότι όλα τα καλά αιδοία, για κάποιο μυστηριώδη λόγο, έχουν καταλήξει στους κοντούς, δεν είναι κάτι αόριστο και νεφελώδες. Επαληθεύεται πανηγυρικά!»
Η Άλκηστις σήκωσε το φρύδι της, διασκεδάζοντας. « Α, ώστε επαληθεύεται πανηγυρικά; Δεν έχω λόγους να το αμφισβητήσω ούτε βάσιμες αντιρρήσεις για την αλήθεια ή την ορθότητα του. Άλλωστε, όπως λες κι εσύ, τα ίδια τα γεγονότα φαίνεται να το επαληθεύουν. Ε, έτσι είναι η ζωή, καλή μου ξαδέρφη. Συμβαίνουν αυτά.» Και, αφού πήρε μια μικρή ανάσα, συνέχισε με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που ετοιμάζεται να εκφωνήσει σπουδαία κοινωνιολογική θεωρία. «Ειδικότερα στην παρούσα συγκυρία, όπου ο ερίτιμος σύζυγος της Φαίδρας απουσιάζει από τη συζυγική κλίνη και τον περισσότερο καιρό αλωνίζει τους ωκεανούς με τα καράβια. Είναι αναγκασμένος, βλέπεις, από το επάγγελμα που διάλεξε, να αγωνίζεται για να προσφέρει πλουσιοπάροχα τον άρτον της οικογένειας του.
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Και λοιπόν;»
«Και λοιπόν, καλή μου, όταν η μοναξιά κρατάει πολύ, η νοσταλγία γίνεται επίμονη και η επιθυμία αρχίζει να χτυπάει την πόρτα, τότε είναι που εμφανίζεται ο διάολος. Κι ο διάολος, όπως ξέρουμε, δεν χρωστάει ποτέ καλό!
«Δηλαδή ρε Ζουζούνι;»
«Δηλαδή βάζει την ουρά του στις ατέλειωτες μέρες και νύχτες που τη Φαίδρα την αγγίζουν η μοναξιά, η θλίψη και η νοσταλγία της ερωτικής συντροφιάς. Κι όταν η ανάγκη μεγαλώνει, η φαντασία αρχίζει να αναζητά διεξόδους. Πρώτα στις ονειροπολήσεις και ύστερα, ποιος ξέρει, μπορεί και στην πραγματική ζωή.
Η Εριφύλη την κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Μάλιστα… Άρα έχουμε πλέον και κοινωνιολογική ανάλυση.»
«Όχι μόνο κοινωνιολογική, Ζουζούνι μου. Έχουμε και εμπειρική έρευνα!»
Και οι δυο ξέσπασαν στα γέλια.
«Υποψιάζομαι πως μια εσωτερική σύγκρουση, από εκείνες τις συνηθισμένες ψυχολογικές διεργασίες που ταλαιπωρούν συχνά τις γυναίκες των ναυτικών, βασάνιζε και τη Φαίδρα.
Ήταν, λοιπόν, εγκλωβισμένη στο γνωστό δίπολο. «Παναγία ή Πόρνη». Από τη μια η γυναίκα που οφείλει να είναι σεμνή, υπομονετική, πιστή, αφοσιωμένη στο σπίτι και στην οικογένεια. Από την άλλη η γυναίκα που έχει επιθυμίες, φαντασιώσεις, ανάγκες και το δικαίωμα να αναγνωρίζει το σώμα και τη σεξουαλικότητά της ως δικά της.
Και κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές φωνές βρισκόταν η Φαίδρα.
Η μία ήταν η φωνή της φύσης. Εκείνη η βαθιά, επίμονη εσωτερική επιθυμία που δεν ενδιαφέρεται για κοινωνικούς κανόνες και στερεότυπα. Η άλλη ήταν η φωνή της κοινωνίας, η φωνή του «καλού κοριτσιού», που έχει διαμορφωθεί μέσα από αιώνες αντιλήψεων και θέλει τη γυναίκα παθητική, σεμνή, εγκρατή και προσανατολισμένη σχεδόν αποκλειστικά στον ρόλο της συζύγου και της νοικοκυράς.
Και η Φαίδρα βρισκόταν ανάμεσα στις δύο. Η μια φωνή της έλεγε. «Είναι φυσιολογικό να τον θέλεις.» Η άλλη ψιθύριζε. «Τι θα πουν οι άλλοι;» Κι εκεί ακριβώς γεννιόταν ο φόβος. Όχι τόσο ο φόβος της επιθυμίας, όσο ο φόβος της κρίσης. 
Και τότε η σεξουαλικότητα παύει να είναι απλώς μια ερωτική υπόθεση. Γίνεται ζήτημα ταυτότητας. Γίνεται η προσπάθεια μιας γυναίκας να αποφασίσει ποια είναι όταν κανείς δεν την κοιτάζει και δεν της υπαγορεύει πώς πρέπει να συμπεριφέρεται.
Το κλειδί, ίσως, δεν βρίσκεται ούτε στην καταπίεση ούτε στην άκριτη παράδοση στην επιθυμία., Βρίσκεται στην αποδοχή. Στην αποδοχή του εαυτού της και στην επαναδιαπραγμάτευση των προσωπικών της ορίων. Γιατί η επιθυμία από μόνη της δεν κάνει μια γυναίκα ούτε καλή ούτε κακή. Είναι απλώς ένα κομμάτι της ανθρώπινης φύσης.
Η Φαίδρα είχε πάρει την υπομονή της μητέρας της και μπορούσε να αντέξει πολλά πριν χάσει την ψυχραιμία της. Και δεν υπήρχε λόγος να τη χάσει στη συγκεκριμένη περίσταση. Τα βράδια όταν τα παιδιά της  κοιμόντουσαν, αυνανιζόταν στα σκοτάδια προσπαθώντας να καταπραΰνει την κάψα που ένοιωθε. Ήταν ένα ένοχο μυστικό, που ακόμα και τώρα, μετά τα τριάντα της χρόνια, τη βασάνιζε. Ο γάμος της με το πέρασμα του χρόνου δεν κάλυπτε τα ερωτικά της κενά, με αποτέλεσμα οι σεξουαλικές της επιθυμίες να επιστρέφουν ως φαντασιώσεις διαφυγής. Νιώθει την ανάγκη να παρακάμψει τους κανόνες τώρα να βρει επιτέλους το θάρρος να διεκδικήσει αυτό που πραγματικά επιθυμεί! Ίσως ένας εραστής να είναι αυτό ακριβώς που περιμένει. Ένιωθε έντονη επιθυμία να παρακάμψει τους κανόνες και να ικανοποιήσει την ανάγκη στις σεξουαλικές της ορμές!
 Παραβιάζοντας λοιπόν τους κανόνες τουλάχιστον δεν θα πήγαινε με τον πρώτο τυχόντα. Οπότε ο καθηγητής της κόρης της δεν ήταν ο πρώτος τυχόντας, ήταν και άμεσα διαθέσιμος και μια κάποια λύση. 
«Μη μου πεις ότι παίζει και «φάση» με τη Φαίδρα, και ότι έχει εμπλακεί σε μία σχέση μόνο για το σεξ μαζί του. Μα είναι δυνατόν! Είναι τόσο τυχερός ο τζιτζιφιόγκος που του κάθεται η κυρία;»  
«Είναι άλλωστε «κοινό μυστικό»  ότι έχουν περιστασιακά συνευρεθεί σε ερωτικές επαφές μεταξύ τους. Στην Αθήνα μάλιστα οι κακές γλώσσες του περίγυρου της τάξης της κόρης λένε διάφορα λίγο έως πολύ καυστικά! σχόλια.»
«Όπως;» 
«Ο «τζιτζιφιόγκος» είχε αναλάβει «φιλικά» τα καθήκοντα να βοηθά επικουρικά την κόρη της στα μαθήματα την χρονιά που ετοιμαζόταν για τις πανελλήνιες εξετάσεις της και η Φαίδρα ένιωθε βαθιά την υποχρέωση και αναζητούσε εύσχημο τρόπο να βγάλει την υποχρέωση και να τον ευχαριστήσει που παρείχε μαθησιακή καθοδήγηση στην κόρη της. Ταυτόχρονα όμως, και ο «Λιμοκοντόρος» έψαχνε την ευκαιρία για να πηδήξει την Φαίδρα. 
Η Φαίδρα δεν άργησε να του ανταποδώσει και αυτή την υποχρέωση της. Εε! Να οι κακόβουλες διαδόσεις, αφήνουν υπαινιγμούς και λένε ότι δέχεται απροσκόπτως τις επισκέψεις του και τον αποζημιώνει για την βοήθεια που προσφέρει στην κόρη της και τον πληρώνει καλά, και όταν χρειάζεται να την βοηθήσει καμία ώρα παραπάνω τον πληρώνει.. ακόμα πιο καλά... »
«Όταν λες ακόμα πιο καλά... πώς το εννοείς;»
«Ε, χρυσή μου, οι κακές γλώσσες δεν χρειάζονται και πολλή ενθάρρυνση για να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα. Λένε πως η Φαίδρα, αφού ένιωθε ευγνωμοσύνη για τη μαθησιακή βοήθεια που πρόσφερε στην κόρη της, έβρισκε κι εκείνη τον δικό της τρόπο να τον… ανταμείβει. Και όσο πιο πρόθυμος ήταν εκείνος να προσφέρει «έκτακτες» ώρες διδασκαλίας, τόσο πιο γενναιόδωρη γινόταν η κυρία στην… ανταπόδοση.»
«Δηλαδή, θέλεις να πεις πως όλη αυτή η ιστορία με τα μαθήματα ήταν απλώς η αφορμή;»
«Αυτό ακριβώς ψιθυρίζουν. Εγώ, βέβαια, δεν ξέρω τι από όλα αυτά είναι αλήθεια και τι είναι δημιούργημα της γειτονιάς. Ξέρεις πώς γίνεται. Μια επίσκεψη για μάθημα γίνεται δύο επισκέψεις, οι δύο γίνονται συχνές επισκέψεις και, πριν καλά-καλά το καταλάβεις, έχει γραφτεί ολόκληρο μυθιστόρημα.»
«Και ο τζιτζιφιόγκος; Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό;»
«Μάλλον όχι.»
«Και η Φαίδρα;»
«Η Φαίδρα είναι άλλη ιστορία. Αυτή δεν είναι γυναίκα που την παίρνει εύκολα ο άνεμος. Μπορεί να κάνει υπομονή, μπορεί να σωπαίνει, μπορεί να κουβαλάει πολλά μέσα της. Όταν όμως αποφασίσει πως θέλει κάτι, δύσκολα κάνει πίσω.»
«Άρα;»
«Άρα, χρυσή μου, αν οι φήμες έχουν έστω και μια σταγόνα αλήθειας, δεν ήταν μόνο εκείνος που έψαχνε ευκαιρία. Μπορεί να έψαχνε και η ίδια μια διέξοδο από τη ζωή που είχε αρχίσει να τη στενεύει.»
Η Άλκηστις την κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που προμήνυε πως η κουβέντα δεν είχε τελειώσει.
«Δηλαδή έχουμε έναν καθηγητή που προσφέρει επιπλέον ώρες και μια παντρεμένη γυναίκα που δείχνει ιδιαίτερη… ευγνωμοσύνη;»
«Εγώ δεν είπα τίποτα τέτοιο.»
«Όχι, βέβαια. Οι κακές γλώσσες το είπαν.»
«Ακριβώς. Εμείς απλώς τις ακούμε.»
«Και τις πιστεύουμε;»
«Αυτό είναι το δύσκολο. Στα κουτσομπολιά ποτέ δεν ξέρεις που τελειώνει η αλήθεια και πού αρχίζει η φαντασία.»
«Από την πίσω πόρτα, ε; Ή αλλιώς… οθωμανικό! Χμμμ… ωραία φάση είναι αυτή!»
«Ξαδέρφη, έχω μια απορία. Γιατί το λένε οθωμανικό;»
«Γιατί οι Τούρκοι μας πήραν καβάλα τετρακόσια χρόνια και το μάθανε!»
«Σοβαρά το λες;»
«Καλέ όχι! Υπάρχει και ένας πιο επίσημος, ιστορικοφανής και επιστημονικοφανής τρόπος να το εξηγήσουμε. Αν και, απ’ ό,τι φαίνεται, μάλλον πρόκειται για λάθος ορισμό που ταξιδεύει από λαό σε λαό.»
«Για λέγε…»
«Οι Δυτικοί το λένε «ελληνικό», εμείς «οθωμανικό», οι Τούρκοι «περσικό», ενώ οι Πέρσες το λένε «Qazvin style». Το Qazvin είναι πόλη της Περσίας που, σύμφωνα με τη σχετική φήμη, έχει αποκτήσει… ιδιαίτερη παράδοση σ’ αυτά τα πράγματα και αποτελεί πηγή ανεκδότων. Κάτι σαν τα δικά μας τα Ποντιακά.»
«Παράδειγμα;»
«Να, ένα απ’ αυτά τα παλιά μαύρα ανέκδοτα. Μια μάνα χάνει το παιδί της και πάει στην αστυνομία να δώσει περιγραφή. Οκτώ χρονών, στρουμπουλά μπούτια, φορούσε σορτσάκι, ροδαλά μαγουλάκια… Ο αστυνομικός αρπάζει τον ασύρματο και λέει. Οκτάχρονος αγνοούμενος στην περιοχή του νότιου Qazvin!»
Η Άλκηστις ξέσπασε στα γέλια.
«Άρα, αν το κατάλαβα σωστά, οι Δυτικοί το φορτώνουν σ’ εμάς, εμείς στους Τούρκους, οι Τούρκοι στους Πέρσες και οι Πέρσες… σε συγκεκριμένους Πέρσες!»
«Ακριβώς! Ένας ατελείωτος γεωγραφικός κύκλος ευθυνών!»
«Πάντως, όπως και να το λένε και ό,τι κι αν λέμε, ρε Άλκηστις, ένα είναι βέβαιο: η Φαίδρα είναι πραγματικά πολύ όμορφη γυναίκα. Αυτό που λέμε μπουκιά και συχώριο. Μου θυμίζει μάλιστα εκείνη την ηθοποιό που έπαιζε στο… Πρόεδρος για μια Μέρα. Πώς τη λένε, διάβολε; Μου διαφεύγει τώρα.»
«Και πού τη θυμήθηκες;»
«Έτσι μου ήρθε. Ίσως γιατί έχει εκείνη την κομψότητα, την αρχοντιά, αυτό το…κυρία με τα όλα της. Γι’ αυτό και δεν το πιστεύω ότι μπλέχτηκε μ’ αυτόν τον λιμοκοντόρο.»
«Γιατί, τι σου φταίει ο άνθρωπος;»
«Τι μου φταίει; Δεν μου φταίει τίποτα! Αλλά αυτή είναι κοκέτα, περιποιημένη, με παρουσία… κι αυτός, αγάπη μου, είναι σαν ζαρωμένη ρέγκα!»
«Καλά, καλά… Μην τον σταυρώνεις κιόλας!»
«Εγώ; Εγώ απλώς απορώ. Τόσος κόσμος κυκλοφορεί εκεί έξω και η κυρία βρήκε τον συγκεκριμένο για να του κάνει τα χατίρια!»
«Έρωτας είναι αυτός, ξαδέρφη μου. Ο έρωτας δεν παίρνει πάντα σωστές διαστάσεις και μετρήσεις!»
«Ή μήπως παίρνει… και τις δικές του διαστάσεις;»
Η Άλκηστις την κοίταξε για μια στιγμή και ξέσπασε πάλι στα γέλια. «Άντε, παράτα μας! Εσύ θα μας πεθάνεις σήμερα! Εριφύλη! Sigourney Weaver τη λένε. Και, απ’ όσο γνωρίζω, είναι και η μεγάλη αδυναμία του Νικηφόρου.»
«Ποια; Η Φαίδρα;»
«Για την ηθοποιό λέω, καλέ! Για τη Φαίδρα δεν ξέρω. Λες να τη γουστάρει ο Νικηφόρος; Διόλου απίθανο. Εσύ δεν λες ότι είναι πολύ ωραία γκόμενα; Λογικό το βρίσκω να κολλάει το ματάκι του.»
«Λογικό; Αμ, άμα θέλει να του τα βγάλω! Άκου λογικό! Πόσο χρονών είναι η Φαίδρα και πόσο η κόρη της;»
«Πρέπει να είναι γύρω στα τριάντα έξι με τριάντα επτά η Φαίδρα και δεκαοκτώ με δεκαεννιά η κόρη της.»
«Δηλαδή η Φαίδρα παντρεύτηκε πολύ μικρή;»
«Ναι. Οι κακές γλώσσες,που, ως συνήθως, στα χωριά δεν χρωστούν καλό σε άνθρωπο, λένε πως ήταν από μικρή λίγο ζωηρή και άτακτη, δεδομένης και της αναμφισβήτητης ομορφιάς της αλλά και του ιδιαιτέρως φλογερού ταμπεραμέντου της. Βεβαίως, ως γνωστόν, καπνός χωρίς φωτιά δεν βγαίνει και ίσως κάτι να υπήρχε πίσω απ’ όλα αυτά.»
«Και οι γονείς της;»
«Οι γονείς της την απέκτησαν σε μεγάλη ηλικία. Ήταν άνθρωποι συντηρητικοί και ήθελαν να τη δουν αποκαταστημένη, με έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να τη φροντίζει και να της προσφέρει μια ασφαλή ζωή. Γι’ αυτό φρόντισαν να την παντρέψουν νωρίς μ’ έναν κοντοχωριανό της, ναυτικό στο επάγγελμα.»
«Έτσι απότομα;»
«Έτσι περίπου. Εγώ υποψιάζομαι πως υπήρξε και αρκετή πίεση από την πλευρά των γονιών της. Έρωτας, πάντως, δεν νομίζω να υπήρχε ιδιαίτερος στην αρχή τουλάχιστον. Περισσότερο μια συμφωνία ζωής, όπως γινόταν συχνά παλιότερα.»
«Και τώρα;»
«Τώρα ζουν στην Αθήνα τον χειμώνα και το καλοκαίρι επιστρέφουν στο χωριό για διακοπές. Ο άντρας της λείπει μεγάλα διαστήματα στη θάλασσα κι εκείνη περνάει αρκετό καιρό μόνη της. Κι όπως καταλαβαίνεις… στα χωριά οι απουσίες είναι πάντα πιο εύκολες να σχολιαστούν απ’ όσο να εξηγηθούν.»
«Μάλιστα…» Η Εριφύλη την κοίταξε πλάγια. «Κι εσύ, βλέπω, έχεις αρχίσει να μου φτιάχνεις ολόκληρο βιογραφικό της γυναίκας.»
«Ε, κάπως πρέπει να καταλάβουμε και την ιστορία, δεν μπορούμε να πετάμε κουβέντες στον αέρα!»
«Άλκηστις, εσύ δεν καταλαβαίνεις την ιστορία. Την κατασκευάζεις!»
«Ε, καλά είπαμε… Ιστορικός με φαντασία είμαι, όχι ληξίαρχος!»
«Εννοείται, ξαδέρφη, πως δεν επικροτούμε την απιστία της. Σεβόμαστε όμως το δικαίωμά της να ζει όπως εκείνη επιλέγει και να μοιράζεται τον έρωτα με όποιον θέλει. Η νεαρή δεν ξέρει τίποτα;»
«Ίσως και να υποψιάζεται. Τι να σου πω; Δανάη τη λένε. Είναι κι αυτή πολύ όμορφη, μάλιστα, κατά τη γνώμη μου, ακόμη πιο εντυπωσιακή από τη μάνα της. Έχει ζωντανό ταμπεραμέντο, ψάχνεται, γνωρίζει κόσμο και, απ’ ό,τι μαθαίνω, τελευταία ερωτοτροπεί δεξιά κι αριστερά. Γι’ αυτό και έχει συχνούς καβγάδες με τη γιαγιά και τη μητέρα της, κάθε φορά που ξεπορτίζει και γυρίζει αργά.»
«Δηλαδή δεν είναι από τις κοπέλες που περιορίζουν εύκολα τον εαυτό τους.»
«Όχι ιδιαίτερα. Είναι λίγο κακομαθημένη, βέβαια, ίσως επειδή ξέρει πολύ καλά πως η εμφάνιση της της ανοίγει πόρτες. Την ομορφιά την κληρονόμησε από τη μάνα της. Η Φαίδρα, όμως, είναι πιο ήπια, πιο εκλεπτυσμένη και, θα έλεγα, πολύ πιο συμπονετική φύση. Η Δανάη έχει περισσότερο ανήσυχο πνεύμα· η μητέρα της περισσότερη τρυφερότητα.»
Η Εριφύλη κοίταξε για λίγο το ρολόι της και ύστερα μάζεψε αργά τα πράγματα της. «Τι λες; Ώρα δεν είναι να τα μαζεύουμε σιγά-σιγά; Ας φωνάξουμε τον Νικηφόρο. Θα περιμένει σαν βαρβάτο άλογο να του φέρουμε τις φοράδες! Ετοιμάσου να τον… δαμάσουμε παρέα.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε, αλλά η καρδιά της είχε ήδη αρχίσει να χτυπά λίγο διαφορετικά. Κοίταξε προς την άλλη άκρη της ταβέρνας, όπου βρισκόταν ο Νικηφόρος. Είχε απολαύσει το δείπνο, τη συζήτηση, τα πειράγματα· τώρα όμως ένιωθε μέσα της μια αμήχανη, γλυκιά προσμονή για όσα ίσως ακολουθούσαν.
«Ξαδέρφη, έχω μια έντονη αμφιβολία για το πώς θα ανταποκριθεί…»
«Άσε το παιχνίδι πάνω μου. Εσύ απλώς βάλε όλο σου το σεξαπίλ και άσε τα υπόλοιπα σε μένα. Δεν έχεις ιδέα τι μας περιμένει. Ο Νικηφόρος ξέρει πάντα, μα πάντα, να πατάει τα σωστά κουμπιά. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που τον έχω.» Η Εριφύλη το είπε με αυτοπεποίθηση, όμως κάτω από το χαμόγελό της έκρυβε κι εκείνη μια μικρή αγωνία. Αυτό που είχε σκεφτεί για εκείνο το βράδυ ήταν τολμηρό. Δεν ήταν μια απλή ερωτική περιπέτεια· ήταν ένα βήμα έξω από τα γνώριμα όρια της σχέσης τους, ένα παιχνίδι εμπιστοσύνης που προϋπέθετε ότι και οι τρεις θα το ήθελαν πραγματικά. Παρ’ όλα αυτά, η Εριφύλη πίστευε πως ο Νικηφόρος θα έβλεπε με ανοιχτό μυαλό την ιδέα. Τον ήξερε αρκετά καλά ώστε να πιστεύει πως δεν θα φοβόταν εύκολα μια διαφορετική προσέγγιση στην ερωτική τους ζωή αρκεί να υπήρχε ειλικρίνεια και να συμφωνούσαν όλοι.
Όλα έμοιαζαν σχεδόν ιδανικά τακτοποιημένα μέσα στο μυαλό της. Μέχρι που εμφανίστηκε η κυρά της ταβέρνας. Ήρθε μαζί με τον λογαριασμό και, σαν να μην έφτανε αυτό, έφερε και την πληροφορία που κανείς τους δεν περίμενε. «Την Άλκηστις τη ζητούν στο τηλέφωνο.» Η Άλκηστις σηκώθηκε αμέσως.
Κανείς τους δεν μπορούσε ακόμη να φανταστεί πως εκείνο το απρόσμενο τηλεφώνημα ερχόταν ακριβώς την πιο ακατάλληλη στιγμή. Γιατί ένα ολόκληρο σχέδιο που η Εριφύλη είχε πλάσει μέσα της ένα τολμηρό ερωτικό πείραμα για τους τρεις τους, πέρα από τις συνήθεις συμβάσεις και τα στερεότυπα της σχέσης μόλις είχε αρχίσει να κρέμεται από μια κλωστή.Η Εριφύλη το έβλεπε ως μια μικρή προσωπική επανάσταση: όχι επειδή ήθελε να καταργήσει τη σχέση τους, αλλά επειδή πίστευε πως η αγάπη, η εμπιστοσύνη και η ελευθερία μπορούν να συνυπάρξουν ακόμη κι όταν ένα ζευγάρι τολμά να εξετάσει τα όρια που μέχρι τότε θεωρούσε αυτονόητα.
Το τηλεφώνημα, πάντως, δεν άφηνε περιθώρια για φιλοσοφικές σκέψεις. Η Άλκηστις είχε ήδη απομακρυνθεί προς το τηλέφωνο. Και η Εριφύλη έμεινε για μια στιγμή ακίνητη, κοιτάζοντας τον Νικηφόρο. Το σχέδιο που πριν από λίγο έμοιαζε τόσο απλό, ξαφνικά έμοιαζε να έχει αποκτήσει τη δική του απρόβλεπτη πορεία. Τελικά, η πληροφορία για το τηλεφώνημα ήταν πολύ πιο πεζή και πολύ πιο επείγουσα απ’ όσο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς.
Την Άλκηστις την αναζητούσε ο θείος της, που διατηρούσε το φαρμακείο του κοντινού χωριού. Εκείνο το βράδυ ήταν εφημερεύων για όλα τα γύρω χωριά και, όπως συνέβαινε συχνά τα καλοκαίρια, η Άλκηστις τον βοηθούσε στις εφημερίες, φυσικά με το αζημίωτο. Μόνο που εκείνο το βράδυ είχε προκύψει ένα απρόσμενο πρόβλημα. Η θεία της, η οποία εκτελούσε μαζί του την εφημερία, είχε ένα ατυχές ατύχημα και, εξαιτίας του, ο θείος της ήταν αναγκασμένος να απουσιάσει για μερικές ώρες.
Η υπάλληλος που βοηθούσε στη λειτουργία του φαρμακείου φοβόταν να μείνει μόνη της εκεί τις νυχτερινές ώρες. Έτσι ο θείος της παρακαλούσε θερμά την Άλκηστις να τους εξυπηρετήσει, μένοντας μαζί της από τα μεσάνυχτα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, οπότε υπολόγιζε να έχει επιστρέψει.
Η Άλκηστις δέχθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. «Εντάξει, θείε. Θα έρθω.»
Η Εριφύλη, μόλις πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί, προθυμοποιήθηκε αμέσως να της δώσει το αυτοκίνητό της. «Πάρε το δικό μου, αν θέλεις. Ή, εναλλακτικά, σε πάμε εμείς με τον Νικηφόρο. Ούτε δέκα λεπτά δρόμος δεν είναι.» Η Άλκηστις όμως δεν χρειάστηκε τελικά ούτε να οδηγήσει ούτε να μπει στο αυτοκίνητο του Νικηφόρου. Στο διπλανό τραπέζι, όπου είχε καθίσει εκείνος, βρισκόταν ο πολιτικός μηχανικός που είχε αναλάβει την ανέγερση της οικοδομής τους, μαζί με τη σύζυγό του. Εκείνη την ώρα ετοιμάζονταν κι αυτοί να αναχωρήσουν.
Το θέμα λύθηκε σχεδόν από μόνο του.«Θα πάω μαζί τους», είπε η Άλκηστις.
«Ωραία λοιπόν», είπε η Εριφύλη. Πριν φύγει, έβγαλε από την τσάντα της το κλειδί του σπιτιού και το έδωσε στην Άλκηστις. «Κράτα το. Θα το χρειαστείς, αν γυρίσεις πολύ πρωί. Μπορεί να κοιμόμαστε και να μη σε ακούσουμε.»
«Εντάξει, ξαδέρφη.»
Ο Νικηφόρος, άλλωστε, είχε και δεύτερο κλειδί του αυτοκινήτου, οπότε το πρακτικό μέρος της υπόθεσης είχε τακτοποιηθεί. Και κάπως έτσι, μέσα σε λίγα μόλις λεπτά, το σχέδιο της Εριφύλης για εκείνο το βράδυ έμεινε μετέωρο. Η Άλκηστις θα έφευγε για το χωριό. Και κανείς δεν μπορούσε ακόμη να ξέρει αν το τηλεφώνημα αυτό είχε απλώς αναβάλει μια βραδιά που όλοι περίμεναν ή αν, χωρίς να το καταλάβουν, είχε αλλάξει εντελώς την πορεία της.
Γυρίζοντας πια στο σπίτι, λίγο μετά τις έντεκα το βράδυ, ο Νικηφόρος και η Εριφύλη βρήκαν μια υπέροχη νύχτα να τους περιμένει. Το φεγγάρι έλουζε τον δρόμο με το απαλό του φως, ο ουρανός ήταν καθαρός από σύννεφα και τ’ αστέρια τρεμόπαιζαν σε αόρατες, συνδυασμένες κινήσεις, σαν να συμμετείχαν κι εκείνα στη σιωπηλή μουσική της νύχτας. Μόλις έφτασαν στο τέλος του δρόμου, μπροστά στη μεγάλη αυλόπορτα τους, ο Νικηφόρος έπιασε ξαφνικά την Εριφύλη από το χέρι και την τράβηξε πίσω από την κολόνα της εισόδου. Μέσα σε μια στιγμή την έκλεισε στην αγκαλιά του και έφερε τα χείλη του στα δικά της. Δέκα χρόνια τώρα, ο έρωτας τους άρχιζε πολύ πριν βρεθούν στο κρεβάτι. Ήταν ένα παιχνίδι βλεμμάτων, αγγιγμάτων, λέξεων και προσμονής που ξεκινούσε από νωρίς και, όταν επιτέλους έφτανε στην κορύφωσή του, τους έπαιρνε μαζί του σε έναν κόσμο όπου δεν υπήρχε τίποτε άλλο.
«Μμμμ…» Ένας μικρός αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της.
Τα χέρια του γλίστρησαν στην πλάτη της και την έσφιξαν πάνω του. Η Εριφύλη ένιωθε τη ζεστασιά του σώματός του, την οικεία μυρωδιά του, εκείνο το άρωμα που μέσα σε δέκα χρόνια είχε γίνει για εκείνη σχεδόν συνώνυμο της επιθυμίας. Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. Δεν χρειαζόταν να του πει τίποτα. Την ήξερε καλά. Ήξερε τις αντιδράσεις της, τις μικρές κινήσεις της, τον τρόπο που άλλαζε η ανάσα της όταν παραδινόταν στη στιγμή.
Η Εριφύλη άφησε το κεφάλι της να γείρει πίσω και ψιθύρισε. «Ω, Θεέ μου…» Ύστερα θυμήθηκε πού βρίσκονταν και προσπάθησε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο. «Νικηφόρε… σε παρακαλώ! Περνάει κόσμος. Θα μας δουν.»
«Βλέπω πως είσαι ενθουσιασμένη», της είπε γελώντας. «Και αυτό είναι πολύ καλό σημάδι. Γιατί, πίστεψέ με, αυτή είναι μόνο η αρχή, μωρό μου.»
Η Εριφύλη δάγκωσε παιχνιδιάρικα τα χείλη της.
«Μωρό μου… τι δώρο μου έστειλε ο Θεός! Τι γυναικάρα είσαι εσύ! Αχ, θα με πεθάνεις απόψε!»
«Πρόστυχε άνδρα!» του απάντησε χαμογελώντας. «Χωρίς καμία ντροπή. Τα ίδια μου λες κάθε βράδυ!»
Και οι δυο τους ξέσπασαν σε χαμηλά γέλια, ενώ η νύχτα γύρω τους έμενε ήσυχη, σαν να τους προστάτευε από τα αδιάκριτα βλέμματα του κόσμου. Ξαφνικά ακούστηκαν φωνές από τον δρόμο. Καθώς πλησίαζαν, η Εριφύλη απομακρύνθηκε διακριτικά προς το εσωτερικό της αυλής, ενώ ο Νικηφόρος έμεινε για λίγο πίσω, περιμένοντας να περάσουν οι περαστικοί. Όταν έφτασαν στο σπίτι, η Εριφύλη άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Ο Νικηφόρος, πιστός στη συνήθεια του, έκανε πρώτα μια μεγάλη βόλτα γύρω από το κτίριο και τις αυλές, για να βεβαιωθεί πως όλα ήταν εντάξει. Όταν διαπίστωσε πως τίποτε δεν είχε αλλάξει και όλα βρίσκονταν στη θέση τους, μπήκε κι εκείνος μέσα και κλείδωσε.
«Καλώς τον, κι ας άργησε! Σου έλειψα καθόλου, ρε μωρό;»
«Βεβαίως. Εσύ τι λες; Ξεχνιούνται αυτά που μου έκανες στην ταβέρνα και στον δρόμο;» της απάντησε με ένα χαμόγελο. Η Εριφύλη είχε βολευτεί στον καναπέ, χαλαρή, με τα πόδια μαζεμένα πάνω στο σκαμπό μπροστά της. Άναψε ένα τσιγάρο και ρούφηξε αργά, παρακολουθώντας τον πάνω από τη φλόγα του αναπτήρα. Στο βλέμμα της υπήρχε εκείνη η παιχνιδιάρικη, σχεδόν απειλητική υπόσχεση που ο Νικηφόρος γνώριζε τόσο καλά. Ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.
«Απόψε, Νικηφόρε, έχω διάθεση να γίνω πολύ… άτακτη. Μη χάνουμε λοιπόν χρόνο. Κάθισε απέναντι μου και άσε με να σε κοιτάζω.»
Εκείνος υπάκουσε, χαμογελώντας. Υπήρχε κάτι σχεδόν θεατρικό στον τρόπο με τον οποίο η Εριφύλη αναλάμβανε πρωτοβουλία και τον άφηνε να καταλάβει πως, για εκείνη τη νύχτα, εκείνη θα όριζε τον ρυθμό.«Έτσι μ’ αρέσεις», του είπε με βραχνή φωνή. «Να με ακούς.»
Άφησε το τσιγάρο στο τασάκι και τον κοίταξε για λίγες στιγμές χωρίς να μιλά. Με αργές κινήσεις ίσιωσε το φόρεμά της και ύστερα το άφησε να πέσει ξανά στη θέση του. Ήξερε πως δεν χρειαζόταν να κάνει περισσότερα. Ο Νικηφόρος καταλάβαινε κάθε της κίνηση.
Σηκώθηκε από τον καναπέ και στάθηκε μπροστά του. Τον πλησίασε, άγγιξε το πρόσωπό του και χαμογέλασε. «Πρόστυχε άνδρα… χωρίς καμία ντροπή. Τα ίδια μου λες κάθε βράδυ.» Ο Νικηφόρος την έπιασε από τη μέση και την τράβηξε κοντά του. Εκείνη γέλασε χαμηλά, ύστερα τον φίλησε. Η οικειότητα ανάμεσά τους δεν χρειαζόταν εξηγήσεις· ύστερα από δέκα χρόνια μαζί, είχαν μάθει να διαβάζουν ο ένας τον άλλον σχεδόν χωρίς λόγια. Η βραδιά κύλησε μέσα σε φιλιά, αγγίγματα και πειράγματα, με την ίδια εκείνη γνώριμη χημεία που τους ένωνε από τα πρώτα χρόνια του γάμου τους. Η Εριφύλη άλλοτε τον προκαλούσε κι άλλοτε τον άφηνε να πλησιάσει, απολαμβάνοντας το παιχνίδι της προσμονής. Κι όταν, κάποια στιγμή, έπαψαν να υπάρχουν πειράγματα και λόγια, έμεινε μόνο η μεταξύ τους οικειότητα εκείνη η βαθιά, σωματική και συναισθηματική εγγύτητα που είχε χτιστεί μέσα σε μια ολόκληρη δεκαετία.
Απόψε, όμως, υπήρχε και κάτι ακόμη.Η Εριφύλη γνώριζε πως στο μυαλό της υπήρχε ένα σχέδιο για εκείνη τη βραδιά. Ένα σχέδιο που αφορούσε όχι μόνο τους δυο τους, αλλά και την Άλκηστις.
Και παρότι το απρόσμενο τηλεφώνημα είχε προσωρινά ανατρέψει τα πάντα, δεν είχε σβήσει την επιθυμία της να δει μέχρι πού θα μπορούσε να φτάσει εκείνο το παιχνίδι εμπιστοσύνης.
«Δώσ’ τα όλα τώρα, αγόρι μου. Φτιάξε την τσούλα σου. Δείξε μου τι αξίζεις, ρε καριόλη. Λιώσε με.»
Η Εριφύλη είχε παρασυρθεί ολοκληρωτικά από το παιχνίδι της μεταξύ τους οικειότητας. Κάθε φορά που νόμιζε πως είχε φτάσει πια στο τέλος, ο Νικηφόρος έβρισκε έναν άλλο τρόπο να αναζωπυρώσει την ένταση και να την παρασύρει ξανά. Η ηδονή ερχόταν σε κύματα, το ένα μετά το άλλο, ώσπου το σώμα της άρχισε επιτέλους να υποχωρεί, παραδομένο στην κούραση και στις τελευταίες μικρές δονήσεις που εξακολουθούσαν να περνούν από μέσα της. Κάποια στιγμή τον απομάκρυνε απαλά.
«Φτάνει… Δεν αντέχω άλλο.» Δεν θυμόταν εύκολα να είχε νιώσει τόσο ολοκληρωμένη ύστερα από μια ερωτική στιγμή. Ήταν εξαντλημένη, σαν να είχε αφήσει επάνω στον καναπέ και την τελευταία σταγόνα της ενέργειάς της. Κατρακύλησε πίσω στα μαξιλάρια γελώντας και τον κοίταξε. Ο Νικηφόρος είχε ακόμη εκείνο το αυτάρεσκο χαμόγελο του ανθρώπου που πιστεύει πως μόλις πέτυχε μια μικρή προσωπική νίκη.
Η Εριφύλη τού ανταπέδωσε το χαμόγελο.«Μη φουσκώνεις και πολύ, κύριε Νικηφόρε.»
Εκείνος κάθισε αναπαυτικά και την κοίταζε με ικανοποίηση, ενώ εκείνη σηκώθηκε αργά από τον καναπέ. Του έριξε ένα πονηρό, ειρωνικό βλέμμα και κατευθύνθηκε προς τη σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια. Πριν ανέβει, γύρισε για μια στιγμή προς το μέρος του. Και τότε άρχισε το δικό της παιχνίδι.Με μια θεατρική κίνηση άφησε το φόρεμα της να γλιστρήσει από πάνω της.
«Ουπς!» Το είπε με εκείνο το αυτάρεσκο χαμόγελο που ήξερε πως τον τρέλαινε.Ύστερα, με μια δεύτερη παιχνιδιάρικη κίνηση, απαλλάχθηκε από τα υπόλοιπα ρούχα της και στάθηκε για λίγο στη μέση της σκάλας σαν να πόζαρε επίτηδες για χάρη του. Το λεπτό εσώρουχο που κρατούσε στο χέρι της το ανέμισε πάνω από το κεφάλι της σαν σημαία κατάκτησης και ύστερα το πέταξε πίσω της, γελώντας, πριν χαθεί από το οπτικό του πεδίο. Ο Νικηφόρος έμεινε να την κοιτάζει. Ήξερε αυτή την πλευρά της. Όταν η Εριφύλη είχε κέφι, μπορούσε να μετατρέψει ακόμη και μια απλή κίνηση σε μικρό θεατρικό.
Στην πορεία προς το υπνοδωμάτιο άρχισε να λικνίζεται στον ρυθμό μιας μελωδίας που μόνο εκείνη άκουγε στο μυαλό της. Οι κινήσεις της ήταν άλλοτε ανάλαφρες και άλλοτε παιχνιδιάρικα προκλητικές, γεμάτες νάζι και αυτοπεποίθηση.Ο Νικηφόρος δεν μιλούσε. Απλώς την παρακολουθούσε.
Άφηνε το βλέμμα του να ακολουθεί τη φιγούρα της καθώς απομακρυνόταν στη σκάλα και τη φαντασία του να συμπληρώνει όσα δεν χρειάζονταν λέξεις. Για εκείνον, η Εριφύλη δεν ήταν απλώς η γυναίκα του. Ύστερα από δέκα χρόνια, παρέμενε ακόμη μια ολόκληρη περιπέτεια ένα πλάσμα γεμάτο αντιθέσεις, τρυφερότητα, χιούμορ, ερωτισμό και εκείνη την ανεξάντλητη διάθεση να τον εκπλήσσει. Και καθώς η σκιά της χάθηκε στον επάνω όροφο, ο Νικηφόρος χαμογέλασε μόνος του. Η νύχτα, όπως φαινόταν, δεν είχε τελειώσει ακόμη. Ο Νικηφόρος ασφάλισε τα παράθυρα, έσβησε τα φώτα και ανέβηκε κι εκείνος τη σκάλα. Η Εριφύλη είχε φορέσει τη ρόμπα της και τον περίμενε στο μισοσκόταδο του υπνοδωματίου. Μόλις πλησίασε, ο Νικηφόρος έπιασε το κορδόνι της ρόμπας και την τράβηξε κοντά του. Το μεταξωτό ύφασμα χαλάρωσε και γλίστρησε στους ώμους της, σαν νερό που απομακρύνεται από τη λευκή άμμο. Εκείνη χαμογέλασε. Εκείνος έσκυψε και της φίλησε τον λαιμό, απαλά στην αρχή, ύστερα με μεγαλύτερη ένταση. Με μια παιχνιδιάρικη κίνηση την έκανε να χάσει για λίγο την ισορροπία της και η Εριφύλη έπεσε γελώντας πίσω στο κρεβάτι, πάνω στα φρεσκοστρωμένα και αρωματισμένα σκεπάσματα. Εκεί, μακριά πια από τα βλέμματα του δρόμου και τη φασαρία της ημέρας, ξέσπασε το δικό τους αφρισμένο κύμα. Ο Νικηφόρος στάθηκε για μια στιγμή και την κοίταξε. Η Εριφύλη, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, άνοιξε τα χέρια της προς το μέρος του. «Έλα…»
Τα μπράτσα της τυλίχτηκαν γύρω του και τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα φιλί που κουβαλούσε όλη την ένταση της βραδιάς. Εκείνη τον πείραξε δαγκώνοντας παιχνιδιάρικα το κάτω χείλος του και τον άκουσε να αφήνει έναν βαθύ αναστεναγμό.
Το κορμί του ακούμπησε πάνω στο δικό της, αργά, διερευνητικά. Για μια στιγμή σταμάτησαν μόνο και μόνο για να κοιταχτούν. Στα μάτια της Εριφύλης το φεγγαρόφωτο είχε αφήσει μια παράξενη λάμψη. «Πες μου τι θέλεις», του ψιθύρισε.
Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Την έπιασε από τη μέση και την τράβηξε πιο κοντά. Εκείνη αφέθηκε στην αγκαλιά του, νιώθοντας τη γνώριμη μεταξύ τους χημεία να ξαναζωντανεύει. Άλλαξαν θέση, γελώντας χαμηλά, άλλοτε ο ένας οδηγώντας το παιχνίδι κι άλλοτε ο άλλος, σαν να γνώριζαν πλέον από χρόνια τον μυστικό ρυθμό του σώματος του συντρόφου τους. Τα δάχτυλά τους μπλέχτηκαν. Η Εριφύλη έκλεισε τα μάτια και άφησε το κορμί της να ακολουθήσει τον ρυθμό που γεννιόταν ανάμεσά τους. Η ένταση ανέβαινε σε κύματα, άλλοτε τρυφερά κι άλλοτε ορμητικά, ώσπου όλα γύρω τους έπαψαν να έχουν σημασία. Υπήρχε μόνο η ανάσα τους, η ζεστασιά του άλλου, η αίσθηση πως ύστερα από δέκα χρόνια εξακολουθούσαν να μπορούν να ξαναβρίσκουν ο ένας τον άλλον σαν να ήταν η πρώτη φορά.
Και όταν η ένταση επιτέλους καταλάγιασε, έμειναν για λίγο ακίνητοι, αγκαλιασμένοι, ακούγοντας μόνο τη νυχτερινή σιωπή έξω από το παράθυρο.
Το σώμα της Εριφύλης βούλιαξε στο στρώμα κι εκείνος την αγκάλιαζε ακόμη, καθώς οι ανάσες τους είχαν γίνει βαθιές και ακανόνιστες. Η ατμόσφαιρα παρέμενε ζεστή, όμως οι ώρες είχαν περάσει και, προχωρημένα πια μεσάνυχτα, ο Νικηφόρος ένιωσε μια ελαφριά ψύχρα στο γυμνό του σώμα. Χώθηκε κάτω από το σεντόνι, αναζητώντας λίγη ηρεμία. Η Εριφύλη, όμως, δεν έμοιαζε ακόμη έτοιμη να παραδοθεί στον ύπνο. Χώθηκε κι εκείνη κάτω από τα σεντόνια, αναζητώντας ξανά την οικειότητα και τη ζεστασιά του. Ο Νικηφόρος χαμογέλασε κουρασμένα. Η νύχτα τούς είχε ήδη χαρίσει περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να ζητήσει κανείς και, ύστερα από τόση ένταση, η σωματική τους εξάντληση είχε πια γίνει αισθητή. Κάποτε, η επιθυμία υποχώρησε μπροστά στην κούραση.
Είχε αρχίσει πια να αχνοφέγγει. Ο σκοτεινός όγκος του απέναντι βουνού έπαιρνε σιγά-σιγά χρώμα. Το μαύρο της νύχτας υποχωρούσε και στη θέση του εμφανίζονταν βαθιές σκουροπράσινες αποχρώσεις, εδώ κι εκεί με καφετί πινελιές. Η σιγαλιά της νύχτας έσπαζε. Οι πρώτοι ήχοι της ημέρας έφταναν δειλά, σαν να δήλωναν πως η ζωή είχε ήδη ξαναμπεί στον αέναο κύκλο της. Εκείνη την ώρα, ο θείος της Άλκηστις την επέστρεφε στο εξοχικό και την ευχαριστούσε θερμά για τη βοήθειά της. Με τα παντζούρια ακόμη κλειστά, στο σπίτι επικρατούσε σκοτάδι. Η Άλκηστις μπήκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε και ανέβηκε στις μύτες των ποδιών της την εσωτερική σκάλα. Περνώντας μπροστά από την κρεβατοκάμαρα του ζευγαριού, κοντοστάθηκε. Η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη. Για μια στιγμή δίστασε. Η περιέργεια, όμως, αποδείχθηκε ισχυρότερη. Έσκυψε ελαφρά και προσπάθησε να ξεχωρίσει μέσα στο μισοσκόταδο. Είδε τον Νικηφόρο να κοιμάται ανάσκελα, βαθιά βυθισμένο στον ύπνο.
Στην άλλη άκρη του μεγάλου κρεβατιού βρισκόταν η Εριφύλη. Η Άλκηστις την παρακολούθησε αποσβολωμένη να στριφογυρίζει ανήσυχα, σαν να βρισκόταν ακόμη μέσα σε κάποιο όνειρο. Οι κινήσεις της ήταν αργές, ασυνείδητες, σχεδόν υπνωτισμένες. Έμοιαζε να βρίσκεται ανάμεσα στον ύπνο και στην εγρήγορση, παραδομένη σε έναν κόσμο εικόνων που μόνο εκείνη γνώριζε.
Η Άλκηστις κράτησε την ανάσα της. «Η καριόλα η ξαδερφούλα δεν χορταίνει εύκολα…» σκέφτηκε.
Κι αμέσως το μυαλό της ταξίδεψε στον άλλον άντρα, εκείνον που είχε αφήσει πίσω της η Εριφύλη.
«Λες να τον σκέφτεται ακόμη; Τον Αρχιτέκτονα; Τα όσα είχαν ζήσει μαζί;» Δεν ήξερε αν η σκέψη της ήταν βάσιμη ή αν, όπως συχνά συνέβαινε, η φαντασία της συμπλήρωνε τα κενά.
Όμως γνώριζε πως, πριν επιστρέψει ο Νικηφόρος, η Εριφύλη είχε περάσει ένα διάστημα έντονου ερωτικού δεσίματος με τον Αρχιτέκτονα. Και τώρα, βλέποντάς την έτσι ανήσυχη μέσα στον ύπνο της, η Άλκηστις αναρωτήθηκε αν κάποια από εκείνα τα παλιά συναισθήματα είχαν μείνει ακόμη ζωντανά. «Ίσως να της λείπει», σκέφτηκε. «Ίσως να τον έχει επιθυμήσει περισσότερο απ’ όσο παραδέχεται.»
Έμεινε για λίγα ακόμη δευτερόλεπτα ακίνητη. Ύστερα, σαν να κατάλαβε πως είχε ήδη δει περισσότερα απ’ όσα έπρεπε, απομακρύνθηκε αθόρυβα από την πόρτα.
Η Εριφύλη αντιλήφθηκε την παρουσία της Άλκηστις σαν σκιά στο μισοσκόταδο. Άνοιξε αργά τα μάτια της και, χωρίς να ξυπνήσει τον Νικηφόρο, σηκώθηκε προσεκτικά από το κρεβάτι. Πλησίασε την πόρτα και έφερε τον δείκτη στα χείλη της, κάνοντάς της νόημα να μην κάνει θόρυβο. Την πήρε απαλά από το χέρι και την έβγαλε λίγο πιο έξω στον διάδρομο.
«Έλα μαζί μου», της ψιθύρισε.Η Άλκηστις την ακολούθησε αμήχανα.
Η Εριφύλη κοντοστάθηκε και την κοίταξε στα μάτια. «Μη φοβάσαι. Δεν πρόκειται να κάνουμε τίποτα κρυφά. Ούτε με τον Νικηφόρο ούτε μεταξύ μας. Αν συμβεί οτιδήποτε, θα γίνει επειδή το θέλετε και οι δύο. Και επειδή το θέλεις κι εσύ.»
«Μη… όχι, ξαδέρφη! Δεν μπορώ!» διαμαρτυρήθηκε η Άλκηστις. Η Εριφύλη δεν την πίεσε. Απλώς την κοίταξε για λίγες στιγμές.
«Και λοιπόν, μωρό μου; Τι είναι αυτό που σε σταματά;»
«Δεν… δεν ξέρω…»
«Ξέρεις.»
Η Άλκηστις έσκυψε το κεφάλι. «Θέλω τον Νικηφόρο. Αυτό το ξέρω. Αλλά άλλο είναι να τον θέλω κι άλλο να το κάνω πραγματικά… μπροστά σου. Εκεί κάπου μπερδεύομαι.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε τρυφερά. «Μου φαίνεται πως πρέπει να μ’ ακούσεις λίγο. Ήμουν κι εγώ κάποτε στην ηλικία σου. Και έζησα τα νεανικά μου χρόνια με πολλές από αυτές τις φοβίες και τις ενοχές. Μας είχαν μάθει, και μας είχαν πείσει, πως η απόλαυση του σεξ είναι κάτι βρώμικο, κάτι ανήθικο, πως πρέπει να ντρεπόμαστε για όσα αισθάνεται το ίδιο μας το σώμα.» Έκανε μια μικρή παύση. «Χρειάστηκα χρόνια για να καταλάβω πως η επιθυμία δεν είναι ντροπή. Το σώμα μας δεν είναι εχθρός μας.»
Η Άλκηστις την άκουγε προσεκτικά. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που κάποιος της μιλούσε τόσο ανοιχτά, χωρίς ειρωνεία και χωρίς να την κάνει να αισθάνεται ένοχη. «Ξέρεις, ξαδέρφη… μου αρέσει πολύ το σεξ. Αλήθεια. Αλλά είναι οι ενοχές μου που μου χαλάνε όλη τη χαρά. Κουράστηκα να αισθάνομαι πως κάθε φορά που επιθυμώ κάτι πρέπει αμέσως να το θεωρώ λάθος.»
Η Εριφύλη της έπιασε το χέρι. «Τότε πρέπει να κάνεις τη δική σου επιλογή. Όχι τη δική μου. Ούτε εκείνη που περιμένουν οι άλλοι από σένα. Να αποφασίσεις εσύ τι θέλεις και μέχρι πού θέλεις να πας. Και να θυμάσαι κάτι ακόμη: μπορείς να αλλάξεις γνώμη οποιαδήποτε στιγμή. Η επιθυμία δεν είναι συμβόλαιο.» Η Άλκηστις κατάπιε δύσκολα. Έγλειψε τα στεγνά χείλη της, πήρε μια βαθιά ανάσα και σήκωσε τα μάτια της. «Ξαδέρφη… ναι. Τον θέλω αληθινά. Δεν θέλω όμως να κάνω κάτι επειδή πρέπει. Θέλω να είναι δική μου απόφαση.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Αυτό ακριβώς ήθελα να ακούσω.» Έπειτα γύρισε προς την κρεβατοκάμαρα.
Πλησίασε τον Νικηφόρο και τον άγγιξε απαλά στον ώμο.
«Νικηφόρε… ξύπνα λίγο, μωρό μου.» Εκείνος άνοιξε νυσταγμένα τα μάτια και την κοίταξε απορημένος. «Τι έγινε;»
Η Εριφύλη κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.«Θέλω να σου πω κάτι. Και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά.»
Ο Νικηφόρος ανασηκώθηκε. Η Εριφύλη έδειξε προς την Άλκηστις, που στεκόταν ακόμη στην πόρτα.
Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε. Η σιωπή του δωματίου είχε γίνει ξαφνικά πολύ πιο δυνατή από οποιαδήποτε λέξη. Ο Νικηφόρος κοίταξε την Εριφύλη, ύστερα την Άλκηστις και πάλι την Εριφύλη.
«Αυτό το θέλετε πραγματικά και οι δύο;»
Η Άλκηστις ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Αυτή τη φορά, όμως, ήξερε πως η απάντηση ήταν δική της. Η Εριφύλη σηκώθηκε και πλησίασε τα ρολά. Τα κατέβασε αθόρυβα, ώσπου το πρωινό φως έμεινε έξω και το δωμάτιο βυθίστηκε σε ένα απαλό, αμυδρό σκοτάδι.
Κανείς τους δεν βιαζόταν πια. Γιατί εκείνο που επρόκειτο να συμβεί δεν θα ήταν αποτέλεσμα πίεσης, ενοχής ή κάποιας ειλημμένης απόφασης.
Θα ήταν επιλογή.
Η Εριφύλη στάθηκε πίσω από την Άλκηστις και της χάιδεψε απαλά τους ώμους, προσπαθώντας να την ηρεμήσει. Έσκυψε κοντά στο αυτί της και της ψιθύρισε. «Στο είχα υποσχεθεί, μωρό μου. Τώρα είναι όλη δική σου η απόφαση.» Με μια μικρή κίνηση του χεριού της τής έδειξε τον Νικηφόρο, που βρισκόταν ακόμη στο κρεβάτι, μισοκοιμισμένος. Η Άλκηστις έμεινε ακίνητη. Το βλέμμα της καρφώθηκε πάνω του και ξαφνικά συνειδητοποίησε πόσο άπειρη ένιωθε μπροστά σε μια κατάσταση που μέχρι πριν από λίγο φανταζόταν μόνο θεωρητικά. «Πιστεύω πως ξέρεις τι πρέπει να κάνεις», είπε η Εριφύλη με χαμόγελο. Η Άλκηστις γύρισε και την κοίταξε αμήχανα. «Αχ, ξαδέρφη μου… γλυκιά μου! Τι πρέπει να κάνω; Νομίζω πως δεν ξέρω απολύτως τίποτα!»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Δεν χρειάζεται να ξέρεις τίποτα από πριν. Δεν υπάρχει εξέταση που πρέπει να περάσεις. Αρκεί να ξέρεις τι θέλεις και τι δεν θέλεις.»
Η Άλκηστις κατάπιε δύσκολα. «Κι αν φοβηθώ;»
«Τότε σταματάς. Κι αν αλλάξεις γνώμη, πάλι σταματάς. Δεν χρωστάς σε κανέναν τίποτα.»
Η Άλκηστις έμεινε σιωπηλή για λίγο.«Είναι παράξενο…» ψιθύρισε. «Νόμιζα πως επειδή είμαι είκοσι δύο χρονών και έχω κάνει δυο-τρεις σχέσεις, ήξερα περισσότερα. Τώρα νιώθω σαν να είναι η πρώτη φορά που βρίσκομαι μπροστά σε κάτι πραγματικά άγνωστο.»
«Ίσως επειδή αυτή τη φορά δεν πρόκειται απλώς για ένα φλερτ», της απάντησε η Εριφύλη. «Και γι’ αυτό χρειάζεται καθαρό μυαλό.»
Την κοίταξε στα μάτια.«Θες να φύγεις;»
Η Άλκηστις κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι.»
«Θες να μείνεις;»
«Ναι.»
«Τότε μίλησέ του.»
Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα και έκανε ένα βήμα προς το κρεβάτι. Ο Νικηφόρος αναδεύτηκε και άνοιξε τα μάτια του. Για λίγες στιγμές δεν κατάλαβε τι συνέβαινε. Ύστερα είδε την Άλκηστις και πάγωσε. Το βλέμμα του πέρασε από εκείνη στην Εριφύλη.
«Μωρό μου… τι συμβαίνει;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε ήρεμα. «Αυτό που βλέπεις. Αλλά δεν πρόκειται να κάνεις τίποτα αν δεν το θέλετε και οι δύο.»
Ο Νικηφόρος έμεινε σιωπηλός. «Άλκηστις;» ρώτησε τελικά.
Η φωνή του ήταν διαφορετική τώρα. Δεν υπήρχε πια το προηγούμενο παιχνιδιάρικο ύφος.
Η Άλκηστις τον κοίταξε κατάματα. «Σε θέλω. Αυτό μπορώ να το πω με βεβαιότητα.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Αλλά φοβάμαι.» Ο Νικηφόρος σηκώθηκε λίγο στο κρεβάτι και άφησε τα χέρια του χαλαρά στο πλάι. «Τότε δεν υπάρχει λόγος να βιαστούμε.»
Η Άλκηστις ένιωσε κάτι μέσα της να λιώνει. Ίσως επειδή περίμενε από εκείνον κάτι εντελώς διαφορετικό.
Η Εριφύλη την πλησίασε.«Βλέπεις; Δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε νευρικά. «Μου φαίνεται πως η πιο δύσκολη δουλειά απόψε είναι να αποφασίσω τι πραγματικά θέλω.»
«Και αυτή είναι η μόνη δουλειά που έχεις», είπε η Εριφύλη.
Έξω, το πρώτο φως της αυγής άρχιζε να περνάει αδύναμα από τις χαραμάδες των κλειστών ρολών.
Μέσα στο δωμάτιο, οι τρεις τους έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Και η Άλκηστις κατάλαβε πως η πραγματική ανατροπή δεν ήταν αυτό που ίσως συνέβαινε εκείνο το πρωινό. Ήταν ότι, για πρώτη φορά, κανείς δεν της έλεγε τι έπρεπε να κάνει. Η επιλογή ήταν αποκλειστικά δική της.
Ήταν αγκαλιά ο Νικηφόρος και η Άλκηστις. Η σκέψη της Εριφύλης πέρασε καυτή από το μυαλό του και τα μάτια του έκλεισαν για μια στιγμή σ’ έναν αθέλητο μορφασμό. Αμέσως ύστερα συνειδητοποίησε πως η Εριφύλη στεκόταν στην πόρτα και τους παρακολουθούσε χαμογελώντας.
Γύρισε και την κοίταξε.
«Πάντα έλεγα πως το πρωινό σεξ είναι το καλύτερο.» τους λέει. Λένε πως τα επίπεδα της τεστοστερόνης είναι στα υψηλότερα τους τις πρωινές ώρες, οπότε το σώμα ξέρει καλύτερα τι να κάνει!» Τους έκλεισε το μάτι. «Εγώ θα πεταχτώ μέχρι το χωριό για τα ψώνια της ημέρας. Κατεβείτε εσείς, ετοιμάστε το πρωινό και μέχρι να τελειώσετε θα έχω γυρίσει κι εγώ.» Τα είπε με τόση φυσικότητα, σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτε ασυνήθιστο, και τους άφησε πίσω της να βρουν μόνοι τους τον ρυθμό της καινούργιας πραγματικότητας.
Ο Νικηφόρος, πάντως, είχε αυτή τη στιγμή μία και μοναδική «ενοχή», το γεγονός ότι δεν ένιωθε καθόλου ένοχος. Ήταν σαν να είχε πάρει κάτι που, κατά κάποιον παράξενο τρόπο, πίστευε πως του ανήκε δικαιωματικά· ένα δώρο που του είχε χρεώσει η ίδια η μοίρα και που κανείς δεν θα μπορούσε τώρα να του το αμφισβητήσει.
Λίγη ώρα αργότερα, ακούστηκε στην αυλή το αυτοκίνητο της Εριφύλης. Ο Νικηφόρος ανέβηκε στον επάνω όροφο και μπήκε στο μπάνιο, ενώ η Άρτεμις είχε ήδη τελειώσει το μπάνιο της και κατέβαινε στο ισόγειο. Η Εριφύλη έφτασε χαμογελαστή και περιποιημένη, φρέσκια και κομψή, παρά τα σακούλια του σούπερ μάρκετ που κουβαλούσε. Η Άλκηστις κατέβηκε στην αυλή για να τη βοηθήσει με τα ψώνια.
Τότε πρόσεξε πως η Εριφύλη δεν ήταν μόνη. Μαζί της ήταν η Φαίδρα.
«Έχει ένα μικρό πρόβλημα με το αυτοκίνητό της», εξήγησε η Εριφύλη. «Το άφησε στο συνεργείο για τις απαραίτητες επισκευές και με παρακάλεσε να τη μεταφέρω μέχρι το σπίτι της στην παραλία. Δέχτηκα, βέβαια, με έναν όρο: να μας κάνει παρέα για έναν καφέ πριν πάμε για μπάνιο και να μας πει και τα κουτσομπολιά του χωριού από πρώτο χέρι!» Γέλασε. «Ήρθε μαζί και η Δανάη. Την αφήσαμε στο σπίτι τους και θα μας συναντήσει αργότερα στην παραλία.»
Εκείνη τη στιγμή ο Νικηφόρος κατέβαινε στο σαλόνι. Η Φαίδρα είχε ήδη σηκωθεί και ετοιμαζόταν να φύγει. Μόλις τον είδε στο πλατύσκαλο, του απηύθυνε έναν ζεστό χαιρετισμό με εκείνη τη γλυκιά, αισθαντική φωνή της. «Καλημέρα σας, κύριε Νικηφόρε. Πώς είστε;»
«Καλημέρα και σε σας! Μια χαρά είμαι, ευχαριστώ.» Χαμογέλασε και πρόσθεσε. «Με όλο το θάρρος, Φαίδρα… εντάξει, όταν αποκαλείς τον άλλον «κύριε», επιβάλλεται και ο πληθυντικός της ευγένειας. Αλλά μεταξύ μας, μη με κάνεις να νιώθω αποξενωμένος από τον τόπο με όλα αυτά τα «κύριε» και τα «εσείς.» Έκανε μια μικρή παύση. «Ξένος ήμουν, δεν λέω, όταν ήρθα γαμπρός. Τώρα όμως νιώθω κομμάτι του τόπου.»
Η Φαίδρα χαμογέλασε. «Έχετε δίκιο, κύριε Νικηφόρε… συγγνώμη, Νικηφόρε!»
«Έτσι, μπράβο. Τώρα συνεννοηθήκαμε!»
«Όπως αγαπάς, Νικηφόρε μου.» Και γυρίζοντας προς την Εριφύλη, η Φαίδρα της τόνισε το ρεζουμέ από την τελευταία τους κουβέντα στον καφέ. «Στο χωριό δεν χρειάζεται να δώσει κανείς δικαίωμα. Είναι άγραφος νόμος το κουτσομπολιό. Είναι το οξυγόνο μας! Τι έκανε ο ένας, πώς το έκανε ο άλλος… Master έχουμε στην κοινωνική κριτική. Ένας κόσμος τακτοποιημένος, σταθερός, κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της τηλεόρασης. Λοιπόν, σας ευχαριστώ για την εξυπηρέτηση και για τον καφέ. Σας αφήνω τώρα και τα λέμε στην παραλία.»
«Όπως αγαπάς, Νικηφόρε μου. Εεε!» είπαν με ένα στόμα η Εριφύλη και η Άλκηστις, αφήνοντας τη φράση να ακουστεί με εκείνον τον χαρακτηριστικό, πειρακτικό τόνο. Οι δυο τους κοιτάχτηκαν και έψαχναν τρόπο να τον «πιάσουν κόκκινο».
«Μας αρέσει η Sigourney Weaver, ε; Ποιος να το ’λεγε!» είπε η Εριφύλη. «Για πρόσεχε μόνο, γιατί θα σου δέσω το παλαμάρι φιόγκο! Εξηγηθήκαμε;»
Η Άλκηστις κουνούσε το κεφάλι επιδοκιμαστικά, σαν να επικύρωνε επίσημα την προειδοποίηση.
Ο Νικηφόρος σήκωσε τα χέρια ψηλά. «Κορίτσια, ήρεμα, γιατί στο τέλος θα τα χρειαστείτε!»
«Θα τα χρειαστούμε; Αμ δε! Τα φανταράκια ακόμη στο χωριό είναι, απ’ ό,τι είδα.»
Ο Νικηφόρος γέλασε και παραδόθηκε. «Καλά, παραδίδομαι. Κάποια άλλη επιθυμία σας;»
Η Εριφύλη σοβάρεψε για μια στιγμή. «Με ειδοποίησαν ο Θρασύβουλος και η Αντιγόνη πως θα μείνουν και το Σαββατοκύριακο στου Βρασίδα. Θέλουν την Κυριακή το πρωί να πάνε στο μοναστήρι, στη Θεία Λειτουργία, και μετά θα γυρίσουν. Μου λείπουν τα παιδιά, αλλά…»
«Κι εμένα μου λείπουν», συμπλήρωσε ο Νικηφόρος. «Αλλά; Τι εννοείς «αλλά»;» τη ρώτησε.
Η Εριφύλη του χαμογέλασε πονηρά.«Παρασκευή σήμερα, κριαράκι μου. Έχουμε ακόμη δυο γεμάτες μέρες και νύχτες μπροστά μας. Και το κοπάδι σε χρειάζεται ντούρο!»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Χωρίς βοήθεια από την κουρτίνα;»
«Χωρίς βοήθεια», απάντησε εκείνη. «Μαζέψου μόνο, μην το παρακάνουμε!»
Η Άλκηστις άφησε ένα μικρό γέλιο να της ξεφύγει. «Εγώ πάντως δεν αναλαμβάνω ευθύνη για ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει.»
«Ούτε κι εγώ», είπε η Εριφύλη. «Από εδώ και πέρα, ο καθένας αναλαμβάνει τις δικές του ευθύνες!»
Παρασκευή λοιπόν, μεσημεράκι, και η παρέα, εκμεταλλευόμενη την ηλιόλουστη ημέρα, βρισκόταν στη μικρή, σχεδόν ιδιωτική εσωτερική αμμουδιά τους, με μοναδικούς μάρτυρες τον ήλιο και το κύμα. Η θάλασσα μπροστά τους άστραφτε. Η ζέστη του μεσημεριού πυρπολούσε την ακτή και ο καιρός ήταν πράγματι θαυμάσιος. Ένας καιρός ηδονικός και, όπως λένε, θείος. Ο ήλιος έλαμπε και θέρμαινε τα πάντα γύρω τους: τον καθαρό ουρανό, τη θάλασσα, τη χρυσαφένια παραλία και τους λιγοστούς λουόμενους. Όλοι ήταν χαρούμενοι και ανέμελοι.
Ο Νικηφόρος, ξαπλωμένος στη ζεστή άμμο, απολάμβανε τον αυγουστιάτικο ήλιο και φόρτιζε την εσωτερική του μπαταρία, απολαμβάνοντας τα καλλίγραμμα κορμιά της γυναικείας παρέας του.
Εκείνη τη στιγμή έπιασε τον εαυτό του να περιεργάζεται, με φανερή ευχαρίστηση, τις διαφορετικές ομορφιές των τεσσάρων γυναικών που βρίσκονταν ακόμη έξω από το νερό και τον περίμεναν. Τέσσερις εντελώς διαφορετικές παρουσίες, καθεμιά με τη δική της γοητεία.
Το κορμί της Εριφύλης το γνώριζε βέβαια καλά, σχεδόν σπιθαμή προς σπιθαμή. Είκοσι οκτώ χρονών, γεμάτη ενέργεια, με έντονη θηλυκότητα και εκείνες τις καμπύλες που τον είχαν γοητεύσει από την πρώτη στιγμή.
Η Άλκηστις, στα είκοσι δύο της, είχε ένα νεανικό, γυμνασμένο και κομψό σώμα, γεμάτο ζωντάνια.
Η Φαίδρα, γύρω στα τριάντα πέντε, ήταν διαφορετική περίπτωση: γυναίκα πιο ώριμη, δυναμική, όμορφη, με μια παρουσία που δεν περνούσε απαρατήρητη.
Και η Δανάη, στα δεκαοκτώ της, είχε εκείνη την ιδιαίτερη φρεσκάδα της νεότητας, μια εντυπωσιακή εμφάνιση που τραβούσε εύκολα το βλέμμα.
Ο Νικηφόρος προσπάθησε να συγκεντρωθεί στο κολύμπι, όμως η ματιά του επέστρεφε συχνά προς το μέρος της παρέας. Κολύμπησε λίγο πιο κοντά και, όταν η Δανάη απομακρύνθηκε προς τα βαθύτερα, παρακολούθησε για μια στιγμή τη φιγούρα της να γλιστρά ήρεμα πάνω στο νερό. Ύστερα συνειδητοποίησε πως είχε χαθεί για λίγο στις σκέψεις του.
«Κύριε Νικηφόρε… συγγνώμη, Νικηφόρε!» τον προσγείωσε ξαφνικά η Φαίδρα, με εκείνο το χαρακτηριστικό, πειρακτικό ύφος της. «Έχουμε μια συζήτηση εδώ με τα κορίτσια για ένα πρόγραμμα που αφορά… τη σωτηρία της ψυχής μας! Για τις λεπτομέρειες θα στα πει καλύτερα η Εριφύλη.»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Ωχ! Αυτό ακούγεται σοβαρό. Πρέπει να ανησυχώ;»
«Εξαρτάται από το πόσο αμαρτωλός είσαι», του απάντησε η Φαίδρα.
Οι γυναίκες είχαν αποφασίσει, ύστερα από προτροπή της Φαίδρας, να συμμετάσχουν στην αγρυπνία που θα γινόταν στις εννέα και μισή το βράδυ στο κοντινό μοναστήρι. Ήθελαν να ενώσουν τις προσευχές τους για την υγεία των οικογενειών τους και να ευχηθούν γαλήνιες θάλασσες στους ανθρώπους τους, που ταξίδευαν μακριά, στους ωκεανούς.
Η Εριφύλη εξήγησε στον Νικηφόρο το σχέδιό τους. «Θα φύγουμε νωρίς το απόγευμα. Θα περάσουμε πρώτα από του θείου Βρασίδα να πάρουμε τον Θρασύβουλο και την Αντιγόνη, ώστε να έρθει κι εκείνη μαζί μας στην αγρυπνία.»
«Και μετά;»
«Μετά, όταν τελειώσει η αγρυπνία, θα μείνουμε για το βράδυ στο πάνω χωριό, στου θείου Βρασίδα. Η Φαίδρα έχει κι εκείνη συγγενείς εκεί και θα μείνει μαζί τους.»
«Και την Κυριακή;»
«Θα πάμε όλοι μαζί στην πρωινή μοναστηριακή λειτουργία και μετά θα επιστρέψουμε στην παραλία, την Κυριακή το μεσημέρι.» Η Εριφύλη τον κοίταξε χαμογελώντας. «Ζητάμε, λοιπόν, και την άδειά σου και την ευχή σου.»
Ο Νικηφόρος έκανε πως σκέφτεται σοβαρά. «Την άδεια την έχετε. Για την ευχή… θα πρέπει πρώτα να δω αν αξίζετε να σας την δώσω!»
«Άντε, μην αρχίσεις πάλι!» του είπε η Εριφύλη γελώντας.
Και η παραλία γέμισε ξανά με γέλια, ενώ το αυγουστιάτικο μεσημέρι συνέχιζε ατάραχο να απλώνει πάνω στη θάλασσα το εκτυφλωτικό του φως. Μετά το θαλάσσιο μπάνιο, ο Νικηφόρος έκανε το τραπέζι στα κορίτσια στην ίδια γνωστή οικογενειακή ταβέρνα. Το γεύμα κύλησε όμορφα, με πειράγματα και κουβέντες, ώσπου, λίγο πριν αναχωρήσουν, η Άλκηστις παραπονέθηκε πως αισθανόταν μια παράξενη κούραση, εξάντληση και ατονία. Η ιδέα της αγρυπνίας τής φαινόταν ξαφνικά βουνό. Για να έχουν άνετο χρόνο μπροστά τους και να προλάβουν να περάσουν από το σπίτι της Αντιγόνης, οι γυναίκες αποφάσισαν να ξεκινήσουν σύντομα. Μετά από μια μικρή διαβούλευση, συμφώνησαν πως, αν η Άλκηστις αισθανόταν ότι θα ταλαιπωρηθεί, καλύτερα να έμενε πίσω. «Άλλωστε, δεν θα είναι μόνη της. Είναι και ο Νικηφόρος εδώ για να την προσέχει», είπε η Εριφύλη.
Η Φαίδρα με τη Δανάη είχαν ήδη μπει στο αυτοκίνητο και περίμεναν την Εριφύλη. Εκείνη, πριν φύγει, πλησίασε τον Νικηφόρο και του είπε χαμηλόφωνα, ώστε να μην ακούσουν οι άλλες. «Να μου προσέχεις καλά την ξαδέρφη μου, γιατί θα το μάθω αν την παραμελήσεις. Και τότε… θα την έχεις άσχημα!» Του χαμογέλασε πονηρά και, καθώς τον αποχαιρετούσε, τον άγγιξε παιχνιδιάρικα στο χέρι.
«Μην ανησυχείς», είπε ο Νικηφόρος πιο δυνατά, για να τον ακούσουν και οι υπόλοιπες. «Αν χρειαστεί και είναι φρόνιμο, θα την πάω μέχρι το χωριό στον γιατρό. Αχρείαστος να ’ναι βέβαια.»
Αφού κατευόδωσε τα κορίτσια, γύρισε στο σαλόνι. Η Άλκηστις καθόταν σιωπηλή.
«Θησαυρέ, γιατί έγινες έτσι ξαφνικά; Τι συμβαίνει; Έγινε κάτι που σε ενόχλησε;»
«Δεν νιώθω και πολύ καλά… αλλά εντάξει, θα μου περάσει.»
«Τι έγινε; Θες να μου πεις;»
«Όχι.»
«Εντάξει. Όταν είσαι έτοιμη να μου μιλήσεις, εγώ θα είμαι εδώ. Με κατανόηση και χωρίς να σε πιέσω. Δεν χρειάζεται να αποφασίσεις τώρα αν θέλεις να μου πεις κάτι. Όποτε νιώσεις άνετα, θα σε ακούσω.»
Ακολούθησε μια εκκωφαντική σιωπή. Ήταν από εκείνες τις στιγμές όπου η απουσία του ήχου γίνεται πιο βαριά από οποιονδήποτε θόρυβο. Μια παύση γεμάτη αμηχανία, αναμονή και συναισθήματα που ψάχνουν τρόπο να βγουν στην επιφάνεια. Το «πριν» από την καταιγίδα. Η Άλκηστις τον κοίταξε για λίγο και, σαν να μην άντεχε άλλο να κρατά μέσα της όσα αισθανόταν, ξέσπασε,
«Σαν αποχαυνωμένος από ερωτική επιθυμία την κοιτούσες! Σαν ξελιγωμένος! Είχες χάσει κάθε επαφή με το περιβάλλον!»
Ο Νικηφόρος συνοφρυώθηκε. «Τι λόγια είναι αυτά που μου λες, ματάκια μου; Δεν σε καταλαβαίνω.»
«Αυτό το κορίτσι… τη Δανάη! Την κοιτούσες σαν να μην υπήρχε τίποτε άλλο γύρω σου! Και εκείνη, όλο νάζια και σκέρτσο, λες και το έκανε επίτηδες!»
«Και εγώ τι φταίω;»
«Τι φταις; Όσο εκείνη έπαιζε το παιχνίδι της, εσείς οι δυο με τα μάτια σας λέγατε ολόκληρη ιστορία! Γιατί νομίζεις πως εγώ δεν το έβλεπα;»
«Άμ έτσι πες μου, κορίτσι μου!» απάντησε εκείνος, και το χαμόγελό του έγινε πειρακτικό. «Τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω από πού προέρχεται αυτή η ξαφνική ατονία που σου φάνταζε βουνό.»
Η Άλκηστις τον κοίταξε αυστηρά. «Θα μου είναι πάντα δύσκολο να σου λέω τι αισθάνομαι. Τα βαθύτερα συναισθήματα είναι και τα πιο δύσκολα να εκφραστούν με λόγια. Κι ας σε προδίδει καμιά φορά η ίδια η σιωπή μου. Νομίζω πως ήδη ξέρεις.»
Ο Νικηφόρος μαλάκωσε. «Ηρέμησε, κοπέλα μου. Πολύ δραματική έγινες ξαφνικά. Δεν υπάρχει λόγος να φέρεσαι τόσο υπερβολικά. Εγώ είμαι εδώ για να σε ακούσω, όποτε και αν νιώσεις έτοιμη να μιλήσεις. Και θα χρειαστούν τόσα λόγια όσα εσύ θέλεις.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε μισά. «Ίσως είμαι λίγο υπερβολική…» Έκανε μια παύση και τον κοίταξε λοξά. «Αλλά σου άρεσε, ε; Το… τσουλάκι!»
Ο Νικηφόρος ξέσπασε σε γέλια. «Α, μάλιστα! Επιτέλους φτάσαμε στο πραγματικό πρόβλημα!»
Η Άλκηστις σταύρωσε τα χέρια. «Μη γελάς. Εγώ μιλάω σοβαρά.»
«Το κατάλαβα. Και, για να σου πω την αλήθεια, μάλλον περισσότερο από τη Δανάη σε ενόχλησε το πώς νόμισες ότι την κοιτούσα.»
Η Άλκηστις έμεινε για λίγο σιωπηλή. Δεν απάντησε. Δεν χρειαζόταν. Η ζήλια της είχε ήδη πει περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε να πει η ίδια.
«Μωρό μου, ηρέμησε και μη βρίζεις το κορίτσι! Η λέξη «τσούλα» είναι μια λαϊκή, υβριστική λέξη της ελληνικής γλώσσας, που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει μια γυναίκα με, κατά την κρίση εκείνου που τη χρησιμοποιεί, ανήθικη ή υπερβολικά ελεύθερη σεξουαλική συμπεριφορά. Ξέρεις όμως ότι έχει ενδιαφέρον η ιστορία της; Συχνά αναφέρεται πως συνδέεται με την ισπανική λέξη chulo/chula, που αρχικά σήμαινε όμορφος ή όμορφη, και ότι μέσω των ναυτικών πέρασε στα ελληνικά λιμάνια αποκτώντας σταδιακά υποτιμητική σημασία;.»
«Τέλος πάντων… Ας όψεται που δεν μπορώ να σου κρατήσω μούτρα.»
«Εδώ που τα λέμε, και για να είμαστε ειλικρινείς, είναι πραγματικά εντυπωσιακό κορίτσι. Έχει ένα εξαιρετικά καλλίγραμμο σώμα.»
Η Άλκηστις τον κοίταξε με μισό χαμόγελο. «Γιατί; Επειδή δεν φοβάται να δείξει την ομορφιά της; Αν ήμουν κι εγώ τόσο άνετη, θα με κοιτούσες έτσι;»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Δεν ξέρω τι θα έκανα. Ίσως να χρειαζόταν να το συζητήσουμε πρώτα!» Το είπε παιχνιδιάρικα, μόνο και μόνο για να ξεφουσκώσει λίγο η ένταση.
Το ηλιοβασίλεμα τούς βρήκε αραχτούς στη μεγάλη βεράντα του ισογείου, να απολαμβάνουν το δροσιστικό τους κοκτέιλ. Λίγα αραιά σύννεφα στον ορίζοντα είχαν πάρει χρυσοκόκκινες αποχρώσεις και τα νερά, που πριν λίγο έμοιαζαν σχεδόν ωχρά, είχαν μεταμορφωθεί σε μια ζωντανή παλέτα χρωμάτων. Όταν άρχισε να σκοτεινιάζει, ασφάλισαν το ισόγειο και πήραν τον δρόμο προς τα επάνω. Η Άλκηστις προχωρούσε δίπλα στον Νικηφόρο, ακόμη επηρεασμένη από τη συζήτησή τους. Είχε μέσα της ένα παράξενο μείγμα ζήλιας, αμηχανίας και θαυμασμού. Δεν ήθελε να παραδεχτεί πόσο πολύ την είχε αναστατώσει η εικόνα του να κοιτάζει μια άλλη γυναίκα.
Βγήκαν στο επάνω μπαλκόνι. Τα σύννεφα απομακρύνονταν αργά προς την ανατολή και καθρεφτίζονταν στην ήρεμη επιφάνεια του κόλπου. Ήταν μια από εκείνες τις βραδιές που η φύση μοιάζει σχεδόν σκηνοθετημένη. Όταν ο ήλιος βυθίστηκε οριστικά στη θάλασσα, οι δυο τους στάθηκαν για λίγο στα κάγκελα του μπαλκονιού και τον αποχαιρέτησαν σιωπηλά, ατενίζοντας τα ασημένια νερά που λίγο αργότερα θα καθρέφτιζαν τα αστέρια. Ο Νικηφόρος στάθηκε δίπλα της.
«Ωραία είναι εδώ», είπε χαμηλά.
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Πολύ.»
Μπροστά τους απλωνόταν ο στενόμακρος μυχός του εσωτερικού θαλάσσιου κόλπου. Στο βάθος διακρίνονταν οι παραλίες των ανατολικών και βόρειων ακτών, ενώ πίσω τους υψώνονταν οι πανύψηλες βουνοκορφές της περιοχής του Ακρωτηρίου. Σιγά-σιγά σκοτείνιασε. Στον ουρανό εμφανίστηκαν τα πρώτα άστρα και το φεγγάρι, σχεδόν στα τρία τέταρτα, έλαμπε καθαρό και φωτεινό.
Κοιτάχτηκαν και χαμογέλασαν. «Έλα», είπε ο Νικηφόρος. Και μπήκαν στο σπίτι.
Ξημέρωσε. Το πρώτο φως της ημέρας έπαιρνε σιγά-σιγά τη θέση της νύχτας στον όμορφο θαλάσσιο οικισμό. Τα άστρα και η σελήνη είχαν χαθεί από τον ουρανό και ένα καθαρό, γαλάζιο πρωινό απλωνόταν πάνω από τη θάλασσα. Για λίγο η γραμμή του ορίζοντα σχεδόν εξαφανίστηκε, αφήνοντας την αίσθηση πως δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις πού τελείωνε το νερό και πού άρχιζε ο ουρανός. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου πέρασαν από το ανατολικό παράθυρο και γέμισαν αργά την κρεβατοκάμαρα.
Ο Νικηφόρος σηκώθηκε, κοίταξε για μια στιγμή τη γαλήνια πρωινή εικόνα και ύστερα κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Μπροστά του ανοίγονταν ήδη οι πρώτες ώρες μιας καινούργιας ημέρας, ήσυχες, φωτεινές και γεμάτες από όλα εκείνα που είχαν ειπωθεί και από ακόμη περισσότερα που είχαν μείνει ανείπωτα.
Η Άλκηστις ξύπνησε στο διπλό κρεβάτι μ’ ένα αίσθημα ευεξίας που είχε χρόνια να νιώσει , ίσως από τότε που ήταν γυμνασιοκόριτσο και ξημέρωνε η πρώτη μέρα των καλοκαιρινών διακοπών. Το πρωινό είχε ήδη προχωρήσει και μια τετράγωνη λωρίδα ήλιου έμπαινε από το παράθυρο σαν προβολέας, φωτίζοντας το δωμάτιο. Γύρισε πλευρό και άπλωσε νυσταγμένα το χέρι της. Δεν τον βρήκε δίπλα της και άνοιξε τα μάτια.
Μόλις τον είδε, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Ο Νικηφόρος έσκυψε λίγο προς το μέρος της και την κοίταξε στα μάτια. Ήταν φανερό πως περίμενε να ακούσει κάποιο σχόλιο από εκείνη. Η Άλκηστις μπήκε αμέσως σε επιφυλακή, προσπαθώντας να διαβάσει την έκφρασή του και να καταλάβει τι ακριβώς ήθελε ν’ ακούσει.
«Χθες το βράδυ», τη ρώτησε τελικά, «ένιωσες τόσο όμορφα όσο ένιωσα κι εγώ;»
Η ανακούφιση την έλουσε σαν ζεστό κύμα. Κατάλαβε πως εκείνος ζητούσε απλώς μια επιβεβαίωση, ήθελε να ξέρει αν αυτό που έζησαν ήταν αντάξιο και των δικών της προσδοκιών.
Η Άλκηστις πήρε ένα πονηρό χαμόγελο. «Αν τα μισά απ’ όσα θυμάμαι είναι αλήθεια, δεν τολμάω ούτε να τα πω!» του απάντησε. «Ακόμη μουδιασμένη είμαι!»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Ε, το ταλαιπωρήσαμε λίγο εχθές. Και δεν ήταν μαθημένο στο ζόρισμα, το καημένο.»
«Σήμερα θα το ταλαιπωρήσουμε;» τον ρώτησε παιχνιδιάρικα.
Η ανακούφιση και η χαρά ζωγραφίστηκαν στο πρόσωπό του. Σηκώθηκε όρθιος. «Και τώρα δεν πάμε να πάρουμε πρωινό; Πεινάω σαν λύκος!»
Συμφώνησαν και οι δύο, φόρεσαν κάτι πρόχειρο και κατέβηκαν στην κουζίνα. Η Άλκηστις έκανε για άλλη μια φορά τα μαγικά της και σε λίγο το πρωινό ήταν έτοιμο.
«Μετά το πρωινό θα ανέβουμε στο χωριό», είπε ο Νικηφόρος. «Ξέρω ένα κρεοπωλείο με εξαιρετικό βιολογικό μοσχάρι. Το φέρνει από το πάνω χωριό. Να το προλάβουμε πριν εξαντληθεί.»
Ήταν ένα όμορφο πρωινό και η Άλκηστις είχε μια ιδιαίτερη λάμψη στο χαμογελαστό της πρόσωπο. Φορούσε ένα μίνι κρεμ φόρεμα με ανοιχτή πλάτη και έδειχνε ανάλαφρη, γεμάτη αυτοπεποίθηση. Τα βλέμματα των περαστικών δεν της περνούσαν απαρατήρητα. Ούτε και στον Νικηφόρο. Εκείνος τα αντιλαμβανόταν με μια μικρή, κρυφή ικανοποίηση, έχοντας ακόμη νωπή μέσα του την αίσθηση της προηγούμενης νύχτας.
Σάββατο. Γυρίζοντας από το χωριό, μαρινάρισαν το κρέας, το έβαλαν στο ψυγείο και ύστερα πήραν τον δρόμο για την παραλία, δυο βήματα από το σπίτι, για να ζήσουν ξένοιαστες στιγμές στην ηλιόλουστη θάλασσα. Κολύμπησαν για ώρα, έπαιξαν στο νερό σαν παιδιά, γέλασαν και άφησαν τη μέρα να περάσει χωρίς πρόγραμμα. Αργά το μεσημέρι επέστρεψαν στο σπίτι. Ο Νικηφόρος ετοίμασε το μπάρμπεκιου και η Άλκηστις έστρωσε το τραπέζι. Αργότερα, όταν το γεύμα είχε πια τελειώσει και το απογευματινό φως γέμιζε το σαλόνι, η Άλκηστις άφησε τον Νικηφόρο μόνο του στο τραπέζι και έτρεξε να ξαπλώσει στον μεγάλο καναπέ.
«Έχω αυτή τη γλυκιά κούραση που θέλω να πέσω μπρούμυτα στα πλακάκια, ακριβώς εκεί που είσαι, και να με πάρεις αγκαλιά», του είπε. Ύστερα έκλεισε τα μάτια και πρόσθεσε νωχελικά. «Είναι αυτή η γλυκιά αίσθηση που με γαργαλάει… ο άνεμος στο πρόσωπό μας, οι μυρωδιές, η θάλασσα και ο ήχος των κυμάτων που με νανουρίζει γλυκά. Δώσε μου λίγο χρόνο να χαλαρώσω. Θα μου δώσει πάλι ενέργεια και ζωντάνια.» Έτσι η Άλκηστις άφησε το σώμα της να χαλαρώσει και, μέσα σε λίγα λεπτά, ένα λευκό σύννεφο μοιάζει να την πήρε μαζί του. Πολύ σύντομα βυθίστηκε σ’ έναν βαθύ, γλυκό ύπνο.
Αργότερα, όταν ξύπνησε, πήγαν ξανά στη θάλασσα. Κολύμπησαν στην άδεια παραλία για κάμποση ώρα, παίζοντας σαν μικρά παιδιά μέσα στο νερό. Κάποια στιγμή η Άλκηστις πλησίασε τον Νικηφόρο και κόλλησε πάνω του, αφήνοντας την επιθυμία της να φανεί χωρίς πολλές κουβέντες.
Εκείνος χαμογέλασε και της ψιθύρισε στο αυτί. «Όχι εδώ, μωρό μου. Μπορεί να μας πάρει κανένα μάτι.»
Εκείνη έκανε πως δυσαρεστήθηκε. «Πολύ συγκρατημένο σε βλέπω.»
«Δεν είμαι συγκρατημένος. Απλώς δεν θέλω να γίνουμε θέαμα.» Και οι δυο γέλασαν.
Την ώρα που ο ήλιος έδυε και χρωμάτιζε για τελευταία φορά τον ουρανό, τους βρήκε να παιχνιδίζουν και να ερωτοτροπούν κάτω από το νερό του εξωτερικού ντους του σπιτιού, με έναν πηγαίο τρόπο, γεμάτο ζωντάνια.
Η Άλκηστις τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που δεν άφηνε πολλές αμφιβολίες. «Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι τελειώσαμε με μία μόνο βραδιά;»
Όταν έφτασαν στην κρεβατοκάμαρα, ο Νικηφόρος έκλεισε την μπαλκονόπορτα και το παράθυρο.
«Γιατί τα κλείνεις;» τον ρώτησε.
«Σαββατόβραδο, μωρό μου. Έχουμε και αγώνα με μεγάλη ένταση. Έρχεται κόσμος στα απέναντι σπίτια κι εσύ, στη διάρκεια του αγώνα, παρασύρεσαι και φωνάζεις δυνατά τα γκολ. Πού να σε πάω;»
Η Άλκηστις γέλασε. «Τι μου έχεις κάνει, μου λες;»
«Γλυκό κορίτσι, αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις σχέση ή ότι έχεις απλώς μια σχέση επιδερμική. Σωστά;»
Η ερώτηση αυτή έφερε αμέσως στο μυαλό της τον Αρχιτέκτονα, τον άντρα που είχε γνωρίσει μέσω της Εριφύλης. Και σχεδόν ταυτόχρονα άρχισε να πλάθει μελλοντικά σενάρια στο μυαλό της, φανταζόμενη πως μια τέτοια γνωριμία θα μπορούσε ίσως κάποτε να εξελιχθεί σε κάτι περισσότερο. Το ενδεχόμενο να μην ευοδωθούν ποτέ αυτά τα σενάρια δεν περνούσε καν από το μυαλό της. Ένιωθε πως, όταν ήθελε κάτι, η φαντασία της είχε πάντα τον τρόπο να το κάνει να μοιάζει ήδη πραγματικό. «Γνωρίζω κάποιον. Μιλάμε καμιά φορά στο τηλέφωνο για διάφορα ενδιαφέροντα. Μου φαίνεται ΟΚ τύπος, αλλά δεν υπάρχει κάτι, πέρα από μια απλή γνωριμία.»
«Στο τηλέφωνο;»
«Ναι. Είναι στο Λονδίνο και θα ’ρθει στο τέλος του καλοκαιριού.»
«Και εσύ πώς τον γνώρισες;»
«Σε μια γκαλερί ζωγραφικής.»
«Δεν το ήξερα ότι έχεις κι εσύ το μικρόβιο της ξαδέρφης σου.»
«Απεναντίας. Εγώ είμαι της μουσικής. Άλλωστε, το ξέρεις.»
«Ναι, γι’ αυτό και απόρησα.»
«Η ξαδέρφη είναι υπεύθυνη για τη γνωριμία. Απλώς συστηθήκαμε, ανταλλάξαμε τηλέφωνα και μέχρι εκεί, γιατί αναχώρησε την επόμενη μέρα. Από τότε, υποτίθεται πως έχουμε κρατήσει μια φιλική σχέση.»
«Και η Εριφύλη πώς τον γνώριζε;»
«Είναι ένας νεαρός αρχιτέκτονας, με χόμπι ταυτόχρονα τη ζωγραφική. Κάποια εποχή είχε επισκεφτεί το εργαστήρι ζωγραφικής όπου δραστηριοποιείται η ξαδέρφη και είχε εντυπωσιαστεί που μια τόσο νέα και όμορφη γυναίκα ζωγράφιζε τόσο εμπνευσμένα. Γνωρίστηκαν καλύτερα και, εκθειάζοντας το ταλέντο της, την προσκάλεσε στα εγκαίνια μιας έκθεσης ζωγραφικής, όπου παρουσίαζε και δυο-τρεις δικούς του πίνακες. Μάλιστα, της έδωσε τρεις προσκλήσεις, λέγοντάς της πως, αν ήθελε να έρθει και με παρέα, θα ήταν ευπρόσδεκτοι.»
Ο Νικηφόρος την άκουγε προσεκτικά. «Και πήγες;»
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Φυσικά. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία…»
«Όταν μου λες πως γνωρίστηκαν καλύτερα, ποιο από όλα τα ταλέντα της εκθείασε ο Αρχιτέκτονας;»
Η Άλκηστις τον κοίταξε με εκείνο το πονηρό παιχνίδισμα που είχε αρχίσει να γίνεται δεύτερη φύση της. «Λογικά, οι αρχιτέκτονες και οι ζωγράφοι δεν εκτιμούν μόνο τα έργα τέχνης. Δεν προσέχουν και την ομορφιά, τις γραμμές και τις σωματικές αναλογίες;» Το είπε χαμογελώντας και τον πείραξε παιχνιδιάρικα.
Ο Νικηφόρος σήκωσε τα φρύδια. «Δηλαδή μπορεί και να της ζήτησε να του ποζάρει σαν γυμνό μοντέλο στο εργαστήριό του;»
«Ααα, λες; Αυτό δεν το είχα σκεφτεί! Διόλου απίθανο. Τη φαντάζεσαι την Εριφύλη να ποζάρει γυμνή και ύστερα να σου ζητά να αγοράσεις τον πίνακα της για το σαλόνι;»
Γέλασε. «Αλλά δεν νομίζω πως, αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, θα μου το έλεγε.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με δυσπιστία. «Τελικά πήγατε όλοι μαζί στην έκθεση;»
«Ναι. Ήταν και η Ελπινίκη μαζί μας. Στην αρχή ένιωσα λίγο έξω από τα νερά μου, όταν είδα τις κυρίες εκεί μέσα περιποιημένες στην τρίχα και κομψά ντυμένες, με εκείνο το αβίαστο στιλ που τραβάει εύκολα την προσοχή.»
«Πολύ παράξενο που η Εριφύλη δεν μου έχει αναφέρει ποτέ αυτή τη γνωριμία με τον Αρχιτέκτονα. Και λοιπόν; Πήγατε. Για πες μου τι είδες εκεί.»
«Μόλις μπήκαμε στην είσοδο, ο Αρχιτέκτονας μάς είδε και αμέσως το πρόσωπο του φωτίστηκε από ένα μεγάλο, ανοιχτό χαμόγελο. Κατευθύνθηκε προς το μέρος μας και η πρώτη μου εντύπωση ήταν πως γνώριζε ήδη αρκετά καλά τις κυρίες. Όταν όμως είδε την Εριφύλη, άλλαξε κάτι στο βλέμμα του. Την αγκάλιασε με ιδιαίτερη θέρμη, πολύ τρυφερά, χωρίς να φαίνεται πως τον ένοιαζε ποιος θα το παρατηρούσε.»
Ο Νικηφόρος την άκουγε χωρίς να μιλά. «Αργότερα, με κάποια καθυστέρηση, ήρθε κι ένας ξάδελφος του. Μας τον σύστησε ο Αρχιτέκτονας. Τι να σου λέω! Ομορφάντρας κι αυτός, με ανεπιτήδευτο στιλ ακριβώς το ντύσιμο που μου αρέσει στους άντρες: τζιν, μακό μπλουζάκι, γαμάτες μπότες και δερμάτινο μπουφάν.»
«Και;»
«Και μας κοίταζε και τις τρεις με εκείνο το ύφος του άντρα που κάνει αμέσως λογαριασμό στο μυαλό του. Νομίζω πως του γυάλισε περισσότερο το μάτι για μένα.»
«Α, μάλιστα!»
«Ο Αρχιτέκτονας, πάντως, δεν άργησε να πιάσει την Εριφύλη αγκαζέ, σαν να ήθελε να καταστήσει σαφές: Αυτή είναι μαζί μου, φίλε μου, μην μπερδευτείς. Την πήρε λοιπόν μαζί του και απομακρύνθηκαν. Κι έμεινα εγώ, η Ελπινίκη και ο ξάδελφος.» 
«Το είπαμε. Η ξαδέρφη είναι γυναίκα που δεν περνάει απαρατήρητη.»
«Αυτό ακριβώς.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Και τι έγινε στη συνέχεια;»
«Με τον Αρχιτέκτονα, παρουσία της Εριφύλης και της Ελπινίκης, ανταλλάξαμε τηλέφωνα με κομψό και ευγενικό τρόπο, επειδή προσφέρθηκε να με βοηθήσει να πληροφορηθώ για κάποια προγράμματα Erasmus στην Αγγλία.»
«Μάλιστα…»
Η Άλκηστις χαμογέλασε πονηρά. «Δεν σου κρύβω όμως πως, επειδή είχα γίνει μάρτυρας σε μια αρκετά προσωπική στιγμή της ζωής του, τον είχα δει πλέον με άλλο μάτι. Κι εκείνος μάλλον το είχε καταλάβει. Από εκεί και πέρα άρχισε να μου δείχνει διακριτικά περισσότερο ενδιαφέρον.»
«Με άλλα λόγια, σου την έπεφτε.»
«Ας το πούμε πιο κομψά: με φλέρταρε με τακτ και πολιτισμένα.»
«Και φυσικά εσύ δεν είχες αντιρρήσεις.»
Η Άλκηστις γέλασε. «Δεν είπα κάτι τέτοιο. Αλλά δεν ήμουν και αδιάφορη.»
«Και μετά;»
«Όταν τελείωσε η επίσκεψη μας, μας πρότειναν να πάμε όλοι μαζί κάπου παραλιακά για ψάρι και μετά… ό,τι προέκυπτε. Μόνο που η Εριφύλη και η Ελπινίκη έπρεπε να επιστρέψουν. Έτσι η δική μου γνωριμία μαζί τους έμεινε ουσιαστικά στην αρχή.»
Ο Νικηφόρος έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Ώστε ο Αρχιτέκτονας και η Εριφύλη…»
Η Άλκηστις χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Ηρέμησε, μωρό μου. Εκεί γύρω τριγύριζαν, αυτό είναι το μόνο που μπορώ να σου πω με βεβαιότητα. Ο άνθρωπος δεν έχανε ευκαιρία να βρίσκεται δίπλα της και να της δείχνει τον θαυμασμό του.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε λοξά. «Μόνο τον θαυμασμό του της έδειχνε;»
Η Άλκηστις κράτησε για λίγο το χαμόγελό της. «Αυτό, αγαπητέ μου, είναι ακριβώς το σημείο όπου αρχίζει η ιστορία και τελειώνουν οι βεβαιότητες.»
«Μόνο τον θαυμασμό του της έδειχνε;»
«Εκείνη την ημέρα; Μμμ… θα έλεγα πως κυρίως της έδειχνε τις ικανότητες και τα ταλέντα του ως ζωγράφος. Για τα υπόλοιπα, τι να σου πω; Δεν βάζω και το χέρι μου στη φωτιά για όσα μπορεί να συνέβησαν όλο αυτό το διάστημα που γνωρίζονταν. Ίσως, όταν τον επισκεπτόταν στο ατελιέ του, να της έδειχνε πράγματα που τους ενδιέφεραν περισσότερο στις καλλιτεχνικές τους αναζητήσεις… τα πολύ ενδιαφέροντα “εργαλεία” του.»
«Τα εργαλεία του, ε; Άλκηστις, σαν να άρχισα κι εγώ να νιώθω κάπως παράξενα και να μου μπαίνουν περίεργες σκέψεις στο μυαλό.»
«Σαν πολύ το σκέπτεσαι. Και με φέρνεις κι εμένα σε δύσκολη θέση.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Έχω ένα μεγάλο ελάττωμα: σκέφτομαι πολύ.»
Στο σημείο αυτό δεν θέλησε να πιέσει περισσότερο την Άλκηστις. Κατάλαβε πως υπήρχαν πράγματα που ίσως δίσταζε να του εκμυστηρευτεί και προτίμησε να αφήσει τη συζήτηση να κυλήσει μόνη της. Παρ’ όλα αυτά, κάτι παράξενο είχε αρχίσει να συμβαίνει μέσα του. Η ιδέα και μόνο ότι η Εριφύλη μπορεί να είχε αισθανθεί κάποτε δυνατή έλξη για έναν άλλον άντρα δεν τον τάραζε όπως θα περίμενε. Αντιθέτως, τον αναστάτωνε. Η φαντασία του, αθέλητα στην αρχή και ολοένα πιο επίμονα ύστερα, άρχισε να πλάθει μια δική της ιστορία. Είδε με το μυαλό του την Εριφύλη σε μια ξένη αγκαλιά, όχι ως προδομένη σύζυγο αλλά ως γυναίκα που παρασύρεται από έναν άλλον έρωτα. Την φαντάστηκε να αφήνεται στο πάθος, να ξεχνά για λίγο τις συμβάσεις της καθημερινής ζωής και να ζει κάτι που δεν μοιραζόταν μαζί του. Και προς μεγάλη του έκπληξη, η εικόνα αυτή τον διέγειρε.
Η Άλκηστις το κατάλαβε αμέσως. «Καυλώνεις, αγόρι μου, όταν φαντάζεσαι πως ίσως η Εριφύλη σου είχε κάποιον άλλον;»
Ο Νικηφόρος έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Ναι, μωρό μου. Και, κάτω απ’ όλα αυτά, υπάρχει κάτι που με εκπλήσσει κι εμένα. Δεν είμαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος άνθρωπος που μπορεί να ερεθίζεται από μια τέτοια φαντασίωση. Άλλο η φαντασίωση κι άλλο η πραγματικότητα.»
«Καυλιάρη μου… είσαι σίγουρος γι’ αυτό που λες; Εγώ ξέρω πως οι άντρες συνήθως λένε. «Αμάξι και γυναίκα δεν δανείζονται».»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Η ζωή, μωρό μου, έχει έναν παράξενο τρόπο να αναποδογυρίζει όσα θεωρούμε αυτονόητα.» Πήρε μια ανάσα και συνέχισε. «Τον τελευταίο χρόνο, ύστερα από κάποιες φωτογραφίες που είχα δει, μου είχε γίνει σχεδόν εμμονή η ιδέα ότι ίσως η Εριφύλη με απατούσε. Δεν ήξερα αν υπήρχε πραγματικά κάτι ή αν το μυαλό μου είχε αρχίσει να συμπληρώνει τα κενά. Παράξενο, αλλά κάθε φορά που το σκεφτόμουν, αντί να νιώθω μόνο θυμό ή φόβο, αισθανόμουν και μια απρόσμενη έξαψη.»
«Και τι ακριβώς φανταζόσουν;»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε αμήχανα. «Διάφορα. Την Εριφύλη με έναν άντρα που την ποθούσε πολύ. Να αφήνεται μαζί του, να δείχνει εκείνη την πλευρά του εαυτού της που γνωρίζω καλά αλλά, όταν τη φαντάζομαι να τη μοιράζεται με κάποιον άλλον, αποκτά εντελώς διαφορετικό νόημα.»
«Δηλαδή δεν σε βασάνιζε μόνο η ιδέα ότι μπορεί να σε απατούσε. Σε ερέθιζε κιόλας.»
«Αυτό ακριβώς. Κι αυτό ήταν που με μπέρδευε περισσότερο.» Έκανε μια μικρή παύση. «Σιγά-σιγά συνήθισα την ιδέα ως φαντασίωση. Και κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως η εικόνα της Εριφύλης με έναν άλλον άντρα δεν μου προκαλούσε μόνο ζήλια. Μου γεννούσε και την παράξενη αίσθηση πως εξακολουθούσα να τη βλέπω ως ανεξάρτητη γυναίκα, με δική της επιθυμία, δικό της σώμα και δικές της επιλογές.»
Η Άλκηστις τον παρακολουθούσε άφωνη. Δεν ήταν τόσο η ιστορία που την είχε συνεπάρει όσο η ειλικρίνειά του. Δεν περίμενε ποτέ να ακούσει από τον Νικηφόρο πως μια τέτοια σκέψη μπορούσε να τον γοητεύσει. «Για πες μου κι άλλο», τον προέτρεψε τελικά. «Μου αρέσουν οι ερωτικές ιστορίες. Κι εσύ ξέρεις να φτιάχνεις σενάρια με λέξεις.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Καλά. Αλλά να θυμάσαι κάτι: από εδώ και πέρα δεν σου διηγούμαι γεγονότα. Σου διηγούμαι τη φαντασία μου.»
«Αυτό ακριβώς θέλω.» Και τότε άρχισε να της περιγράφει, όχι τόσο τι πίστευε πως είχε συμβεί στην πραγματικότητα, αλλά τις εικόνες που είχε πλάσει μόνος του μέσα στις ατέλειωτες ώρες της θάλασσας και της απουσίας. 
Στη δική του φαντασία, η Εριφύλη δεν ήταν απλώς μια άπιστη γυναίκα. Ήταν μια γυναίκα που επιθυμούσε. Και ίσως αυτό, τελικά, να ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που είχε χρειαστεί ποτέ να αποδεχτεί ένας άντρας για τη γυναίκα που αγαπούσε: ότι η επιθυμία της δεν τελείωνε στα όρια της δικής του αγκαλιάς.
«Εγώ, με το επάγγελμα που επέλεξα, απουσιάζω από την οικογενειακή μας εστία για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ταξιδεύοντας στις θάλασσες της υφηλίου. Και, όπως καταλαβαίνεις, η ξαδέρφη σου, μέσα στη μοναξιά της, δεν ζει και τις πιο ευτυχισμένες στιγμές του γάμου της. Είναι μόλις είκοσι οκτώ χρονών, οι ανάγκες της είναι ζωντανές και, όταν ο άντρας της λείπει μήνες, η έλλειψη συντροφιάς και η επιθυμία βρίσκουν εύκολα χώρο μέσα στη σκέψη μιας γυναίκας. Ίσως λοιπόν να χρειαζόταν έναν εραστή, κάποιον που θα την παρέσυρε στις απολαύσεις της ζωής, αλλά πάντα με τις απαραίτητες αποστάσεις ασφαλείας.»
Η Άλκηστις τον άκουγε με ολοένα μεγαλύτερη προσοχή.
«Η υποψία μου ότι πιθανώς η Εριφύλη με απατούσε ξεκίνησε όταν άρχισα να περιεργάζομαι κάποιες φωτογραφίες από τη βάπτιση του γιου των κουμπάρων μας, του Αλέκου και της Νικολέτας. Ήσουν καλεσμένη και εσύ. Η Εριφύλη μου τις έστειλε στο πλοίο.» Σταμάτησε για λίγο. «Είχε μπει η άνοιξη όταν έγινε το μυστήριο. Η Εριφύλη ήταν πανέμορφη εκείνη την ημέρα. Και, βέβαια, η γυναικεία φιλαρέσκεια είχε κάνει κι αυτή τη δουλειά της. Είχε διαλέξει ένα ντύσιμο που την έκανε να ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος. Η ξαδέρφη σου έχει εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που δύσκολα περνούν απαρατήρητα.»
«Όντως», συμπλήρωσε η Άλκηστις. «Θυμάμαι πως ήταν πολύ εντυπωσιακή εκείνη την ημέρα. Και στο ντύσιμό της! Γυναίκα με φινέτσα, γεμάτη ερωτισμό, αλλά ταυτόχρονα διακριτική. Ό,τι κι αν φορέσει η ξαδέρφη μου, πάνω της μοιάζει διαφορετικό.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Αυτό ακριβώς σκέφτηκα κι εγώ. Μόνο που στις φωτογραφίες πρόσεξα κάτι ακόμη. Υπήρχε ένας νεαρός άντρας στο τραπέζι σας. Τον είδα να την κοιτάζει και, όσο περισσότερο τον παρατηρούσα, τόσο μου φαινόταν πως ανάμεσά τους υπήρχε μια παράξενη οικειότητα.»
«Τι εννοείς;»
«Το βλέμμα της. Ήταν σαν να του έστελνε ένα μήνυμα που μόνο εκείνος μπορούσε να καταλάβει. Δεν έλεγε τίποτα, φυσικά. Αλλά η γλώσσα του σώματος, καμιά φορά, λέει περισσότερα απ’ όσα αντέχουν να πουν τα λόγια.»
Η Άλκηστις τον κοίταξε με δυσπιστία. «Μιλάς σοβαρά τώρα; Νομίζω πως είσαι λίγο υπερβολικός. Παρ’ όλα αυτά, αφού μου το λες έτσι, κάτι πρέπει να είχες προσέξει. Κάποια υπόνοια, κάτι που σου χτύπησε καμπανάκι.»
«Μπορεί. Όμως τότε δεν είχα αποδείξεις. Είχα μόνο φωτογραφίες, εντυπώσεις και μια φαντασία που, όσο περνούσε ο καιρός, άρχισε να δουλεύει υπερωρίες.»
«Και στο τέλος;»
«Το ίδιο συμβαίνει σχεδόν πάντα με τις υποψίες. Η πραγματικότητα μπορεί να είναι απλή, αλλά το μυαλό φτιάχνει ολόκληρη ιστορία. Μια παντρεμένη γυναίκα μπορεί να προσπαθήσει να κρύψει μια παράλληλη σχέση και να συμπεριφέρεται στο σπίτι απολύτως φυσιολογικά. Το πρόσωπο μπορεί να μη λέει τίποτα. Οι συνήθειες όμως αλλάζουν. Μια διαφορετική διάθεση, μια απροσδόκητη λάμψη, μια απουσία που δεν εξηγείται εύκολα… Κάπου εκεί αρχίζει η αμφιβολία.» Πήρε μια ανάσα. «Και η Εριφύλη ήξερε πολύ καλά να χειρίζεται τη σχέση μας. Ήταν τρυφερή, παρούσα, ερωτική. Όλα έμοιαζαν φυσιολογικά. Κι όμως, μέσα μου υπήρχε πλέον εκείνο το ενοχλητικό «μήπως».».
Η Άλκηστις τον κοίταξε γεμάτη περιέργεια. «Εγώ τον ξέρω; Ποιος ήταν ο άντρας στις φωτογραφίες που λες;»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε για μια στιγμή πριν απαντήσει. «Θυμάσαι εκείνον τον νεαρό φοιτητή που ήταν κολλητός με τον αδελφό της; Εκείνον που έφυγε πρόσφατα για μεταπτυχιακό στη Γαλλία;»
Η Άλκηστις ανασηκώθηκε ελαφρά. «Ναι, πώς δεν τον θυμάμαι! Τον Φοίβο! Ένα γεροδεμένο, ψηλό παλικάρι, που είχε σπουδάσει για κάποια χρόνια στην Κροατία και κατάφερε αργότερα να πάρει μεταγραφή στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είχε πολύ φιλικές σχέσεις με τον μικρό αδελφό της και έμενε ακριβώς δίπλα σας, σε μια μικρή γκαρσονιέρα, τα χρόνια που σπούδαζε.»
Έμεινε για λίγο άφωνη. «Μη μου πεις πως υποψιάζεσαι ότι ο Φοίβος ήταν εραστής της Εριφύλης…»
«Ίσως να γαμιόταν και μ’ άλλον. Ποιος μπορεί να το πει; Το ξέρεις πως τη θέλουν πολλοί κι εκείνη, άμα θέλει, ξέρει πολύ καλά να τους παίζει στα δάχτυλα. Εγώ πάντως, όταν προσπαθώ να φανταστώ ποιος θα μπορούσε να ήταν ο εραστής της, καταλήγω πάντα σ’ αυτόν.»
«Στον Φοίβο;»
«Ναι. Έτσι όπως τον φαντάζομαι εκείνη την εποχή, νέο, γεροδεμένο φοιτητή, φίλο και κολλητό του αδελφού της, να έχει αρχίσει να έλκεται έντονα από την Εριφύλη και να παραμερίζει για λίγο βιβλία, διαλέξεις και εξεταστικές μπροστά σ’ έναν πειρασμό που δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί.» Ο Νικηφόρος σταμάτησε για λίγο και χαμογέλασε. «Κάπως έτσι, τουλάχιστον, δουλεύει η δική μου φαντασία.»
Η Άλκηστις έγειρε λίγο προς το μέρος του. «Και τι έγινε, κατά τη φαντασία σου;»
Ο Νικηφόρος πήρε μια ανάσα. «Μια μέρα, λέω εγώ τώρα, η Εριφύλη θα του παραπονέθηκε για την παρατεταμένη απουσία μου. Τι να σου πω, αγόρι μου; θα του είπε. «Η δουλειά του Νικηφόρου είναι σε μεγάλη εταιρεία και γι’ αυτό ταξιδεύει πολύ. Δόξα τω Θεώ, οικονομικά δεν έχουμε πρόβλημα. Παράπονο, λοιπόν, δεν έχω… Δηλαδή, όχι ακριβώς. Θα μου πεις, ποιο αντρόγυνο δεν έχει τα προβλήματά του; Θα συμφωνήσω. Αλλά υπάρχουν προβλήματα και προβλήματα. Και το δικό μου, για να πω την αμαρτία μου, είναι πως κάποια πράγματα δεν είναι όπως θα ’πρεπε να είναι. Και ξέρεις πολύ καλά σε τι αναφέρομαι.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Και ο μικρός;»
«Ο μικρός, λέω εγώ, θα είχε σαστίσει. Θα της έλεγε πως είναι υπέροχη γυναίκα και πως οποιοσδήποτε άντρας θα ήταν τυχερός να την έχει στη ζωή του.»
«Και τότε εκείνη θα τον ρωτούσε για τις δικές του εμπειρίες;»
«Ακριβώς.“Εσύ, πια, στα είκοσι ένα σου, δεν θα έχεις ζήσει κι εσύ τα δικά σου; Τελευταία πάντως δεν βλέπω να ανεβαίνει καμιά κοπέλα στο διαμέρισμά σου. Παλιά, όλο και κάποια περνούσε από κει. Μην παραμελείς τις σπουδές σου για κάθε τυχάρπαστη γνωριμία, θα του έλεγε και, φυσικά, θα τον πείραζε.»
Η Άλκηστις γέλασε. «Και τι θα απαντούσε;»
«Έχεις δίκιο. Έχω πάνω από πέντε μήνες που έχω ξεμπλέξει με αυτές τις ιστορίες.»
«Με τη μία δεν είχες μαλώσει; Την Τζένη δεν τη λέγανε;»
«Ναι. Μια ψώνια ήταν. Το έπαιζε σπουδαία.»
«Και η Εριφύλη, βέβαια, δεν θα έχανε την ευκαιρία.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Κρίμα», θα του έλεγε. «Ήταν όμορφη κοπέλα. Θα σου έκανε καλό να ξεδώσεις λίγο. Και τώρα πώς τη βγάζεις; Με… σουηδική γυμναστική;»
Η Άλκηστις έβαλε τα γέλια. «Και αυτός;»
«Ναι. Απολαμβάνω και τον κόπο μου»
«Χαχα!»
Η Εριφύλη, όμως, είχε κέφια. Ήθελε να τον πειράξει περισσότερο. «Να σου γνωρίσω την Καιτούλα; Μια χαρά κοπέλα είναι!»
«Ποια, ρε Εριφύλη; Εκείνη τη ντουλάπα; Να μου λείπει!»
Η Άλκηστις ξέσπασε πάλι στα γέλια.
«Ε, τι να σου πω; Κάτσε και βγάλε ρόζους τότε. Έλα, σε πειράζω. Σοβαρά, πέντε μήνες; Μου κάνεις πλάκα! Και με τις ορμόνες σου πώς την παλεύεις, ομορφάντρα μου;»
«Ποιος σου είπε ότι την παλεύω; Ώρες-ώρες είναι κόλαση.»
«Δηλαδή; Τι κάνεις όταν η επιθυμία χτυπάει κόκκινο;»
«Τι να κάνω; Περιμένω να μου χαμογελάσει η τύχη.»
«Α, κατάλαβα! Και όταν χρειάζεται… self service;»
«Κάπως έτσι.»
«Και ποια σκέφτεσαι τότε; Μήπως εκείνο το κορίτσι που μου είχες πει πως βλέπεις στην Αθήνα;»
Ο νεαρός θα είχε χαμηλώσει τα μάτια. «Όχι.»
«Εσένα ήθελε να πει», σχολίασε η Άλκηστις.
«Εμένα», παραδέχτηκε ο Νικηφόρος. «Αλλά φυσικά δεν θα το ξεστόμιζε.»
Η Εριφύλη, όμως, δεν θα άφηνε εύκολα το θέμα. «Έλα τώρα, εγώ νόμιζα πως είμαστε φίλοι. Δεν μου είπες, όμως, τι γινόταν με τις κοπέλες που ανέβαιναν στο διαμέρισμα.»
«Εριφύλη, αλήθεια τώρα; Εσύ δεν ξέρεις τι κάνει ένας νεαρός μόνος του με τις γνωριμίες του;»
«Ουφ! Εντάξει. Πάμε στο πραγματικό θέμα.» Η φωνή της, σύμφωνα με τη φαντασία του Νικηφόρου, θα είχε αλλάξει ελαφρά. «Θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Θα πρέπει να πάμε μέχρι το διαμέρισμά σου ή μπορείς… να μου εξηγήσεις εδώ πώς τα περνούσες με τις προηγούμενες;»
Ο Φοίβος θα την κοιτούσε εμβρόντητος. «Δηλαδή… σου λείπει το σεξ;»
«Μου λείπει πολύ. Αλλά μη νομίζεις ότι είναι και τόσο εύκολο.»
«Όταν μια γυναίκα ξέρει τι αξίζει και δεν φοβάται να το δείξει, δύσκολα της αντιστέκεται ένας άντρας.»
Η Εριφύλη θα χαμογελούσε. «Έχω ακούσει κι εγώ τέτοια λόγια. Εσύ όμως, ομορφάντρα μου, με τις ορμόνες σου αυτή την ώρα πώς τα πας;»
«Ε, όταν έχεις μπροστά σου μια τόσο όμορφη και ελκυστική γυναίκα και τη θέλεις πολύ, δεν είναι εύκολο να κάνεις τον αδιάφορο.»
Η Εριφύλη θα τον κοίταζε κατευθείαν στα μάτια. «Θες να μου πεις δηλαδή πως, αν σου έδινα την ευκαιρία, θα με ήθελες πραγματικά;»
«Θέλεις την αλήθεια;»
«Ναι.»
«Ναι. Σε θέλω.»
Η Άλκηστις τον διέκοψε. «Και τότε; Τι έγινε;»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου η φαντασία μου κάνει τον δικό της περίπατο. Δεν ξέρω αν συνέβη ποτέ τίποτε απ’ όλα αυτά. Ξέρω μόνο ότι, όταν σκεφτόμουν την Εριφύλη εκείνα τα χρόνια, άρχισα να τη φαντάζομαι όχι μόνο ως τη γυναίκα μου, αλλά ως μια γυναίκα που μπορούσε να προκαλέσει έναν νεότερο άντρα, να τον γοητεύσει και να τον κάνει να ξεχάσει για λίγο όλα όσα είχε μάθει να θεωρεί σημαντικά.»
Η Άλκηστις τον κοίταξε με ενδιαφέρον. «Και αυτή η ιδέα σε ερέθιζε;»
«Περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα να παραδεχτώ τότε.»
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Η ιστορία του Νικηφόρου είχε πάψει να είναι απλώς ένα σενάριο για έναν πιθανό εραστή της Εριφύλης. Είχε γίνει ένας καθρέφτης των δικών του κρυφών επιθυμιών.
Τα χείλη τους ενώθηκαν ξανά, αυτή τη φορά χωρίς την προηγούμενη διστακτικότητα. Η επιθυμία είχε πια βγει από τις υπόγειες διαδρομές της σκέψης και είχε γίνει πράξη. Ο Φοίβος την κράτησε κοντά του, ενώ εκείνη ανταποκρινόταν με την ίδια ένταση, σαν να είχε πάρει απόφαση να μην κάνει πίσω. Η ανυπομονησία μεγάλωνε ανάμεσα τους. Τα δυνατά χέρια του γλίστρησαν στη μέση της και την ανασήκωσαν εύκολα. Εκείνη τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και για μια στιγμή ένιωσε πως ολόκληρος ο κόσμος είχε περιοριστεί σ’ αυτή τη μικρή απόσταση ανάμεσα στα δυο σώματα.
Ο Φοίβος γύρισε προς τον τοίχο και την ακούμπησε απαλά πάνω του. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Η ανάσα της έβγαινε γρήγορη.
«Δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο», ψιθύρισε εκείνος. «Τι διαλέγουμε τώρα; Κρεβάτι ή φαγητό;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Γάμησε το το φαγητό.»
Ο Φοίβος γέλασε, σαν να περίμενε ακριβώς αυτή την απάντηση. «Μωρό μου, με έχεις τρελάνει. Δεν σκέφτομαι τίποτε άλλο αυτή τη στιγμή.»
Της χάιδεψε το μάγουλο και πέρασε απαλά τον αντίχειρά του από το κάτω χείλος της. «Φύγαμε.»
«Μισό λεπτό να σβήσω την κουζίνα. Το φαγητό μπορεί να μας περιμένει.» Έσβησε τον φούρνο και προχώρησε προς το σαλόνι με αργά, νωχελικά βήματα. Ήξερε πως εκείνος την παρακολουθούσε και δεν έκανε καμία προσπάθεια να το κρύψει. Τα χείλη της είχαν μισανοίξει σ’ ένα πονηρό χαμόγελο. Πιάστηκαν χέρι-χέρι και ανέβηκαν τη σκάλα προς την κρεβατοκάμαρα. Στο κατώφλι, η Εριφύλη χαμήλωσε τον φωτισμό. Το δωμάτιο έμεινε σχεδόν μόνο με το απαλό φως από τα δύο κομοδίνα. Ο Φοίβος την κοίταζε σαν να προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει πως όσα μέχρι πριν από λίγο φανταζόταν είχαν γίνει πραγματικότητα.
«Εριφύλη…»
Εκείνη πλησίασε. «Τι;»
«Δεν μπορώ να πιστέψω ότι είσαι εδώ.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Κι όμως. Εδώ είμαι.»
Τον πλησίασε περισσότερο και τον φίλησε. Από εκεί και πέρα δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια.
Η νύχτα έκλεισε γύρω τους, οι κινήσεις τους έγιναν βιαστικές και ύστερα αργές, άλλοτε γεμάτες ένταση κι άλλοτε τρυφερότητα. Η Εριφύλη, που στην αρχή είχε αναλάβει το παιχνίδι με αυτοπεποίθηση, άφησε σταδιακά τον εαυτό της να παρασυρθεί. «Πες μου», του ψιθύρισε κάποια στιγμή, «σου αρέσει αυτό που σου κάνω;»
«Περισσότερο απ’ όσο μπορώ να σου πω.»
Εκείνη χαμογέλασε. «Και τι θα ήθελες τώρα;»
Ο Φοίβος την κοίταξε στα μάτια. «Εσένα.»
Η απάντησή του την έκανε να σωπάσει για μια στιγμή. Ύστερα έσκυψε και τον φίλησε ξανά. Η ερωτική τους συνεύρεση έγινε με όλη την ένταση μιας επιθυμίας που είχε συσσωρευτεί για καιρό. Η Εριφύλη ένιωθε πως βίωνε κάτι που δεν ήταν απλώς μια στιγμιαία περιπέτεια. Ήταν η απελευθέρωση μιας πλευράς του εαυτού της που είχε κρατήσει για καιρό κλειδωμένη. Όταν αργότερα έμειναν ακίνητοι, λαχανιασμένοι και αγκαλιασμένοι, εκείνη κοίταξε το ταβάνι. Για πρώτη φορά πέρασε από το μυαλό της η σκέψη πως αυτή η ιστορία μπορεί να μην τελείωνε εκεί. Και ίσως αυτό να ήταν το πιο επικίνδυνο απ’ όλα. Γιατί άλλο πράγμα ήταν να φαντάζεσαι την απιστία. Κι άλλο να ξυπνάς ένα πρωί και να συνειδητοποιείς πως την έχεις ήδη διαπράξει.
Αντάλλαξαν λίγα λόγια συνενοχής, καθισμένοι οκλαδόν στο κρεβάτι. Ύστερα από τόση ένταση, πεινούσαν σαν λύκοι. Η Εριφύλη παραξενευόταν με την άνεση που ένιωθε κοντά του. Τόσο εύκολο ήταν, άραγε, να ξεπεράσει κανείς ένα όριο που μέχρι χθες έμοιαζε αδιανόητο; Κι όμως, ανάμεσά τους αρκούσε ένα χάδι, μια λέξη ή ένα βλέμμα για να ξαναγεννηθεί η επιθυμία.
Ο Φοίβος βρισκόταν τώρα στο έλεος της. Εκείνη οδηγούσε τον χορό, κι εκείνος ακολουθούσε πρόθυμα τον ρυθμό που του υπαγόρευε.
«Ωπ! Τι έχουμε εδώ;» του είπε πειρακτικά. «Έχεις και ωραίο… εργαλείο, ανάθεμά σε. Σε βλέπω να ξαναπαίρνεις τα πάνω σου. Τι γίνεται εκεί κάτω; Πάλι αποφάσισε να σε προδώσει η ψυχραιμία σου;»
Ο Φοίβος γέλασε. Η Εριφύλη τον πλησίασε ακόμη περισσότερο. Τα νύχια της χάραξαν παιχνιδιάρικα την πλάτη του και το σώμα της κινήθηκε με εκείνη την αργή, προκλητική αυτοπεποίθηση που γνώριζε πως τον αναστάτωνε. Εκείνος έσκυψε πάνω της και τη φίλησε, αφήνοντας το φιλί να γίνει βαθύτερο, πιο επίμονο. Η Εριφύλη ένιωσε ξανά τη γνώριμη φωτιά να ανάβει μέσα της.
«Αχ… έλα, αγόρι μου. Σε θέλω πάλι.»
Δεν χρειάστηκε να πει περισσότερα. Η απόσταση ανάμεσα τους χάθηκε και η νύχτα ξαναγέμισε με ανάσες, ψιθύρους και την ακατάστατη μουσική δυο σωμάτων που είχαν πάψει πλέον να αντιστέκονται στην επιθυμία τους. Η δεύτερη ερωτική τους ένωση είχε διαφορετικό ρυθμό. Ήταν λιγότερο αιφνίδια, περισσότερο συνειδητή. Η Εριφύλη αυτή τη φορά άφησε τον εαυτό της να παρασυρθεί χωρίς δεύτερες σκέψεις, ενώ ο Φοίβος προσπαθούσε να κρατήσει τον έλεγχο μιας έντασης που ολοένα μεγάλωνε.
«Κι άλλο…» ψιθύρισε εκείνη. Η φωνή της έσπασε. Τα καστανοκόκκινα μαλλιά της σκορπίστηκαν στο μαξιλάρι και το σώμα της ακολούθησε τον ρυθμό που είχε γεννηθεί ανάμεσά τους. Η νύχτα έξω έμενε σιωπηλή, ενώ μέσα στο δωμάτιο οι ανάσες τους γίνονταν όλο και πιο βαριές. Ώσπου ήρθε η στιγμή που και οι δύο παραδόθηκαν στην κορύφωση της έντασης. Για λίγο έμειναν ακίνητοι. Ύστερα προσπαθούσαν απεγνωσμένα να ξαναβρούν την ανάσα τους. Λαχάνιαζαν, χαμογελούσαν και κοιτάζονταν σαν δυο άνθρωποι που μόλις είχαν ανακαλύψει κάτι ο ένας στον άλλον που δεν περίμεναν.
Η Εριφύλη άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τρυφερά το πρόσωπο του νεαρού άντρα. «Έλα εδώ, αγόρι μου.» Τον φίλησε στο μάγουλο και ύστερα ακολούθησε μια μικρή σιωπή. Ήταν από εκείνες τις σιωπές που δεν σημαίνουν τέλος, αλλά σκέψη. Η Εριφύλη ήδη αναρωτιόταν τι θα μπορούσαν να κάνουν στη συνέχεια. Και πράγματι, η νύχτα δεν είχε τελειώσει.
Μια ακόμη φορά ξαναβρήκαν τον δρόμο ο ένας προς τον άλλον. Αυτή τη φορά υπήρχε λιγότερη βιασύνη και περισσότερη οικειότητα. Όταν τελικά ο Φοίβος λύγισε από την ένταση, της ψιθύρισε πως δεν είχε γνωρίσει ξανά γυναίκα σαν κι εκείνη. «Εσύ, μωρό μου, τα δίνεις όλα χωρίς να σκέφτεσαι. Είναι πολύ τυχερός ο άντρας σου.»
Το χαμόγελο της Εριφύλης έσβησε για μια στιγμή. «Έλα… άφησέ τον έξω απ’ αυτή την κουβέντα. Απόψε δεν θέλω να ακούω το όνομά του.» Έμεινε για λίγο σιωπηλή και τον κοίταξε. «Όσο απουσιάζει ο Νικηφόρος, θέλω να αφήσουμε αυτή τη νύχτα να είναι μόνο δική μας. Όμως πρόσεχε. Δεν θέλω να μάθει κανείς τίποτε.»
Ο Φοίβος έγνεψε. Εκείνη τον φίλησε για τελευταία φορά πριν χωρίσουν. Κι όταν η πόρτα έκλεισε πίσω του, η Εριφύλη έμεινε μόνη στο δωμάτιο. Δεν ένιωθε ενοχή. Όχι ακόμη.
Μόνο εκείνη την παράξενη, σχεδόν μεθυστική αίσθηση μιας γυναίκας που μόλις είχε ανοίξει μια πόρτα μέσα στον ίδιο της τον εαυτό και δεν ήξερε ακόμη αν ήθελε πραγματικά να την ξανακλείσει.
Έξω είχε ήδη νυχτώσει. Η Εριφύλη στεκόταν στην πόρτα και δίπλα της ο Φοίβος ετοιμαζόταν να φύγει, όταν ένα αόριστο αίσθημα κινδύνου πέρασε από μέσα της. Δεν μπορούσε να το προσδιορίσει, κι όμως το ένιωθε. Ήταν εκείνη η παλιά, πανάρχαια ανησυχία που μοιάζει να συνοδεύει τον άνθρωπο από την εποχή του Αδάμ· ο φόβος του πειρασμού, της παραβίασης ενός ορίου, της στιγμής που η απόλαυση μετατρέπεται ξαφνικά σε πιθανή απειλή. Το φίδι, σύμβολο του πειρασμού και της αμαρτίας, θα μπορούσε να είχε κάποια θέση και στη δική της ιστορία. Όχι γιατί θεωρούσε τον Φοίβο διάβολο, αλλά γιατί μαζί του είχε ανοίξει μια πόρτα που μέχρι εκείνη τη στιγμή κρατούσε κλειστή.
«Πρέπει να προσέχουμε, μωρό μου. Δεν πρέπει να κάνουμε κανένα λάθος. Είμαι παντρεμένη γυναίκα και με ξέρουν όλοι για σοβαρή κοπέλα, από καλό σπίτι, καλή νοικοκυρά. Το ξέρει όλη η γειτονιά. Δεν έχει ακουστεί ποτέ κάτι άσχημο για μένα.»
Ο Φοίβος την κοίταξε ήρεμα. «Εννοείται πως η σχέση μας θα μείνει αυστηρά μεταξύ μας.»
Έκανε να φύγει, όμως σταμάτησε στο κατώφλι. «Μόνο μια ερώτηση μου καίει τα χείλη. Πότε θα ξαναϊδωθούμε; Δεν γίνεται να μείνουμε μόνο στη σημερινή γνωριμία. Έτσι δεν είναι;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε με εκείνο το ναζιάρικο ύφος που έκανε δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς πότε μιλούσε σοβαρά και πότε έπαιζε. «Εεε… ναι! Ας ευχηθούμε λοιπόν στην επόμενη… συνεδρία μας!»
Το είπε σαν αστείο, όμως η ικανοποίηση στο πρόσωπό της την πρόδιδε.
Ο Φοίβος χαμογέλασε. «Τώρα που το νερό μπήκε στ’ αυλάκι δεν βλέπω την ώρα να σε ξαναδώ. Και μην ανησυχείς. Δεν πρόκειται να πω τίποτα σε κανέναν.» Η φωνή του χαμήλωσε. «Όταν σε σκέφτομαι, σε θέλω όλο και περισσότερο. Θα ήθελα να μπορούσα να σε βλέπω κάθε μέρα.»
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Κι εγώ σε θέλω, αγόρι μου. Αλλά σου το ξαναλέω: πρέπει να προσέχουμε. Δεν θέλω να καταστρέψω τον γάμο μου. Κι όμως… αυτή η καινούργια πλευρά της ζωής μου με συγκινεί περισσότερο απ’ όσο περίμενα.»
Κοίταξε προς τον σκοτεινό δρόμο. «Δεν σημαίνει πως δεν αγαπώ τον άντρα μου. Τον αγαπώ και μου προσφέρει την ασφάλεια μιας οικογένειας που χτίσαμε μαζί. Αλλά μου λείπουν πράγματα. Μου λείπει ο ενθουσιασμός, η ανανέωση, εκείνη η ανάσα που σε κάνει να αισθάνεσαι ξανά νέα.» Έκανε μια μικρή παύση. «Ίσως τελικά η ανθρώπινη φύση να είναι πιο περίπλοκη απ’ όσο μας έμαθαν να πιστεύουμε. Στις εκκλησίες και στους ναούς μπορούν να δίνουν στα πράγματα τα ονόματα που θέλουν. Στην πραγματική ζωή, όμως, τα συναισθήματα δεν μπαίνουν τόσο εύκολα σε κουτάκια.»
Ο Φοίβος την κοίταξε για λίγο χωρίς να απαντήσει. «Θα σε περιμένω.»
«Κι εγώ θα σε περιμένω.»
Αποχαιρετήθηκαν ζεστά και ο Φοίβος χάθηκε στον δρόμο. Η Εριφύλη έμεινε για λίγο στην πόρτα, κοιτάζοντας προς την κατεύθυνση που είχε φύγει. Ήταν αυτό που λέμε «κυρία» με όλη τη σημασία της λέξης. Κι όμως, η μοίρα είχε εμφανίσει ξαφνικά μπροστά της έναν άνθρωπο που μπορούσε να διώξει τη μοναξιά και την ανία που είχαν αρχίσει να βαραίνουν τις ημέρες της.  
Καλοκαίρι. Εκείνη μόνη. Ο Φοίβος ελεύθερος, νέος και διαθέσιμος να γεμίσει με την παρουσία του τις μεγάλες απουσίες του Νικηφόρου.
Και ο Νικηφόρος. Τον αγαπούσε. Αυτό δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει. Είχε θυσιάσει πολλά για χάρη της οικογένειάς τους. Αλλά, κάπου βαθιά μέσα της, μια ερώτηση επέμενε. Ως πότε;
Κοίταξε το άδειο δωμάτιο. Στο πρόσωπο του Φοίβου είχε δει έναν νέο άνθρωπο, μια καινούργια πνοή. Κάτι που δεν είχε ζητήσει και όμως, τώρα που το είχε γευτεί, δυσκολευόταν να το αποχωριστεί. Έκανε ένα βήμα πίσω και έκλεισε την πόρτα. Μόνη πια στο σπίτι, η Εριφύλη πήγε στο μπάνιο. Χρειάστηκε να μείνει για αρκετή ώρα κάτω από το ζεστό νερό, σαν να ήθελε μαζί με τη σωματική κούραση να ξεπλύνει και τη σύγχυση που είχε αφήσει μέσα της η βραδιά. Όμως το νερό δεν μπορούσε να ξεπλύνει τις σκέψεις. Έβαλε μια καθαρή, λευκή νυχτικιά, σκούπισε τα μαλλιά της και στάθηκε για λίγο μπροστά στον καθρέφτη. Της άρεσε ο εαυτός της. Και αυτό ίσως ήταν το πιο επικίνδυνο απ’ όλα. Γιατί δεν έβλεπε πλέον μόνο μια παντρεμένη γυναίκα που είχε παρασυρθεί σε μια στιγμή αδυναμίας. Έβλεπε μια γυναίκα που είχε ξαναθυμηθεί πως μπορεί να αισθάνεται επιθυμητή, ζωντανή και ελεύθερη. Πήγε στο κρεβάτι της, αλλά δεν μπορούσε να ηρεμήσει.
Γύρισε πλευρό. Έκλεισε τα μάτια. Τα ξανάνοιξε. Της έλειπε. Ο Φοίβος. Η σκέψη του επέστρεφε ξανά και ξανά, πεισματικά, σαν τραγούδι που δεν μπορείς να βγάλεις από το κεφάλι σου. Σηκώθηκε και πήγε μέχρι το σαλόνι. Ο άδειος καναπές τής θύμισε πως λίγη ώρα πριν εκείνος καθόταν εκεί. Πάνω στο πιατάκι υπήρχε ακόμη το μήλο που είχε μείνει από το προηγούμενο γεύμα. Το πήρε μηχανικά και δάγκωσε ένα κομμάτι. Ύστερα το άφησε. Δεν πεινούσε. Επέστρεψε στην κρεβατοκάμαρα και ξάπλωσε πάλι. «Θα μου περάσει», είπε χαμηλά. Ύστερα από λίγο, σαν να ήθελε να πείσει περισσότερο τον εαυτό της. «Πρέπει να μου περάσει.»
Έκλεισε τα μάτια. Η σκέψη του ξαναγύρισε. «Αρκετά», είπε στον εαυτό της. «Ξέχασε τον.» Όμως, για πρώτη φορά, ήξερε πως δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι μπορούσε.
Σε λίγες ώρες θα χάραζε η Κυριακή και οι καμπάνες θα καλούσαν τους πιστούς στην εκκλησία. Η Εριφύλη μέτρησε ως το δέκα, έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να σβήσει τον θόρυβο του μυαλού της.
«Ησύχασε, καρδιά μου… ησύχασε.»
Έκανε όμως ό,τι μπορούσε για να καθησυχάσει τον εαυτό της, η σκέψη επέστρεφε εκεί. Στον Φοίβο.
Στο χθεσινό βράδυ. Σ’ εκείνη την παράξενη, σχεδόν μεθυστική αίσθηση πως είχε ξαναβρεί ένα κομμάτι του εαυτού της που πίστευε πως είχε χαθεί.
Όμως πώς να ηρεμήσει όταν το σώμα της απαιτούσε κάτι που το μυαλό της προσπαθούσε να απαγορεύσει; Το χθεσινό βράδυ είχε υπάρξει για εκείνη μια αποκάλυψη. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό ένιωσε ξανά γυναίκα, ζωντανή, επιθυμητή. Και τώρα ήθελε πάλι εκείνον. Στράφηκε προς το τηλέφωνο. Τα δάχτυλά της έτρεμαν ελαφρά καθώς αναζήτησε τον αριθμό του Φοίβου. Έμεινε για λίγο ακίνητη, με τον αντίχειρα πάνω στην οθόνη.
«Κι αν τον ενοχλήσω;» Ύστερα χαμογέλασε πικρά. «Αν είναι σαν κι εμένα, δεν κοιμάται ούτε αυτός.»
Πάτησε την κλήση. Στο άλλο άκρο, το κινητό του άρχισε να δονείται πάνω στο γραφείο. Ο Φοίβος το πήρε στο χέρι και είδε το όνομά της στην οθόνη. «Η Εριφύλη…»
Έμεινε για μια στιγμή ακίνητος και ύστερα απάντησε. «Ναι;»
Η φωνή της ακούστηκε αμέσως. «Έλα, Φοίβο. Εγώ είμαι.»
«Γεια.» Δεν χρειαζόταν να συστηθεί. Είχε αναγνωρίσει τον αριθμό της.
«Δεν περίμενες να με ακούσεις τόσο σύντομα, ε;»
«Η αλήθεια είναι πως όχι.»
«Λάθος, μωρό μου. Περίμενα ώρες να πάρεις εσύ.»
Ένα μικρό γέλιο ακούστηκε στο άλλο άκρο. «Όλα καλά;»
«Μμμ… έτσι κι έτσι. Εσύ;»
«Κι εγώ τα ίδια.»
«Και γιατί δεν κοιμάσαι;»
«Χαζεύω στο PC.»
«Μόνος; Ή έχεις διαδικτυακή παρέα;»
«Μόνος. Έχω κιόλας πρόβλημα με τα Windows.»
Η Εριφύλη γέλασε. «Από τότε που σε γνώρισα, συνέχεια προβλήματα με τα παράθυρά σου. Κλείσ’ τα τα ρημάδια και φτιάξε τις δικές μας εικόνες. Εκείνες τις όμορφες, ξέρεις.»
Σιώπησε για λίγο. «Τι θα έλεγες για ένα χάραμα ολοκληρωτικά εμπνευσμένο από τους δυο μας;»
Ο Φοίβος κατάλαβε αμέσως. «Το εννοείς αυτό που φαντάζομαι;»
«Γιατί να μην το εννοώ;» Η φωνή της είχε πλέον εκείνη τη ζεστή αποφασιστικότητα που δεν άφηνε πολλές αμφιβολίες. «Δεν πρέπει να αφήνουμε τα… μικρά μας να περιμένουν.»
Ο Φοίβος γέλασε χαμηλά. «Σοβαρά μιλάς;»
«Απορώ με την αναισθησία σου! Έχουν περάσει τόσες ώρες από την τελευταία φορά που βρεθήκαμε και εσύ αντέχεις ακόμη;» Μικρή παύση. «Έλα. Σου άφησα το κλειδί στη γλάστρα.»
Η σιωπή στην άλλη άκρη έγινε για μια στιγμή βαριά. «Έρχομαι.»
Δεν χρειάστηκε πολλή ώρα. Όταν η πόρτα άνοιξε, ο Φοίβος στεκόταν μπροστά της. Η Εριφύλη τον κοίταξε και, χωρίς να μιλήσει, χαμογέλασε. Εκείνος μπήκε μέσα και έκλεισε πίσω του την πόρτα. Η αγκαλιά τους ήταν το πρώτο πράγμα που μίλησε. Δεν υπήρχαν πια οι δισταγμοί της προηγούμενης ημέρας. Μόνο η αίσθηση ότι και οι δύο γνώριζαν τι ζητούσαν ο ένας από τον άλλον.
«Είσαι εντάξει;» τη ρώτησε ο Φοίβος.
Η Εριφύλη ακούμπησε το μέτωπο της στο δικό του.
«Είμαι.» Και χαμογέλασε. «Μη σταματάς.» Τα φιλιά τους έγιναν πιο βαθιά. Τα χέρια τους αναζητούσαν ξανά τη γνώριμη οικειότητα, σαν να είχε μείνει ανάμεσά τους μια ανοιχτή εκκρεμότητα από το προηγούμενο βράδυ.
Το πάθος τους παρέσυρε για άλλη μια φορά. Κοιμήθηκαν για λίγες ώρες.Όταν ο ήλιος είχε ήδη ανέβει ψηλά, η Εριφύλη άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε. «Πάλι με κοιτάς;»
«Πάλι σε θέλω», της απάντησε.
Εκείνη χαμογέλασε. Η συνέχεια ήρθε χωρίς πολλές κουβέντες. Αυτή τη φορά υπήρχε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, περισσότερη γνώση του ενός για τον άλλον και η παράξενη βεβαιότητα δύο ανθρώπων που καταλάβαιναν ότι είχαν ήδη περάσει ένα όριο.
Όταν η ένταση κορυφώθηκε, η Εριφύλη έκλεισε τα μάτια και άφησε τον εαυτό της να χαθεί για λίγο μέσα στη στιγμή.
Ύστερα έμειναν αγκαλιασμένοι, λαχανιασμένοι και ακίνητοι.
Ο Φοίβος κουλουριάστηκε πίσω της σαν χαδιάρης γάτος. Τα σώματά τους ταίριαξαν φυσικά, χωρίς προσπάθεια. Εκείνη φωλιάστηκε μέσα στα μακριά χέρια του και για λίγα λεπτά ξέχασε τα πάντα.
Όχι τον Νικηφόρο. Όχι την ενοχή. Όχι τις συνέπειες. Μόνο τον κόσμο έξω από εκείνο το δωμάτιο. Η Κυριακή και η Δευτέρα πέρασαν σχεδόν χωρίς να τους αντιληφθούν. Κανείς δεν τους έβλεπε στην αυλή. Κανείς δεν τους αναζητούσε πραγματικά. Είχαν βρει καταφύγιο στη δροσερή κρεβατοκάμαρα, ενώ έξω οι πανύψηλοι ευκάλυπτοι αναστέναζαν στον άνεμο. Το θρόισμα τους έφτανε μέχρι τα παράθυρα σαν μακρινό κάλεσμα από τον κόσμο που εξακολουθούσε να υπάρχει. Κι όμως, εκείνοι το άκουγαν μόνο στα μικρά διαλείμματα ανάμεσα στις ώρες της ερωτικής τους ευδαιμονίας.
Μόνο μια ταμπέλα έλειπε από την πόρτα. ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΙΤΕ. Για τον Φοίβο, όλα αυτά ήταν σχεδόν πρωτόγνωρα. Για την Εριφύλη, ήταν σαν να είχε ανοίξει ξαφνικά ένα ολόκληρο καινούργιο κεφάλαιο στη ζωή της.
Δεν του είχε απλώς γνωρίσει τον έρωτα. Του είχε ανοίξει έναν κόσμο επιθυμίας που μέχρι τότε εκείνος μπορούσε μόνο να φαντάζεται. Κι εκείνη, όσο περισσότερο έμενε κοντά του, τόσο περισσότερο καταλάβαινε κάτι που την τρόμαζε. δεν είχε πια μπροστά της μια απλή παρένθεση. Είχε αρχίσει μια σχέση.
«Αυτά σκέφτομαι όταν επιστρέφω στη δική μου πραγματικότητα.» Ο Νικηφόρος σταμάτησε για μια στιγμή και χαμογέλασε. «Και η Εριφύλη με περιμένει στην επιστροφή μου όλο γλύκες. Σε περίμενα πώς και πώς, μωρό μου, μου λέει και έρχεται τρέχοντας στην αγκαλιά μου.»
Η Άλκηστις τον άκουγε αμίλητη.
«Τη φιλάω παθιασμένα και, μέσα σε μια στιγμή, όλη εκείνη η συσσωρευμένη ένταση της απουσίας μου ξεσπάει. Την παίρνω μαζί μου σχεδόν χωρίς να της αφήσω χρόνο να σκεφτεί, στον ίδιο χώρο που τόσο καιρό είχε γίνει το θέατρο των δικών μου υποψιών.» Σταμάτησε. «Στο μυαλό μου, εκείνη τη στιγμή, δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Ούτε ο Φοίβος ούτε οι φωτογραφίες ούτε οι υποψίες. Μόνο η Εριφύλη κι εγώ. Και όλη η ζήλια που είχα κουβαλήσει τόσο καιρό μετατρέπεται σε πάθος.»
Η Άλκηστις τον κοίταξε με εκείνο το μισό χαμόγελο που πρόδιδε πως είχε ήδη καταλάβει πού οδηγούσε η σκέψη του. «Και εσύ, συγγραφέα μου, της δίνεις και καταλαβαίνει για να την… εκδικηθείς;»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Να σου πω τη γνώμη μου; Να σου πω αυτό που πραγματικά έχω στο μυαλό μου;»
«Για πες. Να την ακούσω.»
«Νομίζω πως πολλές από τις φαντασιώσεις μας δεν είναι τόσο απλές όσο φαίνονται. Μπορεί ένας άντρας να φαντάζεται τη γυναίκα του με άλλον και, αντί να νιώθει μόνο ζήλια, να αισθάνεται και ερωτική έξαψη. Κι όταν αυτή η φαντασίωση μπλέκεται με την επιθυμία, όλα γίνονται πιο περίπλοκα.»
«Να σου πω τώρα κι εγώ τη δική μου γνώμη;» τον διέκοψε η Άλκηστις.
«Γιατί όχι; Για πες!»
«Τα πρωτεία είναι δικά σου. Πίστεψέ με. Είσαι ο καλύτερος!»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε αυτάρεσκα.
«Αλλά έχω να σου δώσω μια χρήσιμη συμβουλή, ειδικά όταν πρόκειται για την ξαδέρφη μου.»
«Είμαι όλος αφτιά. I'm listening, που λένε και στο χωριό μου.»
«Μάθε να διαβάζεις το timing, που λένε και στο δικό μου.»
«Δηλαδή;»
Η Άλκηστις σοβάρεψε ελαφρά. «Κάθε στιγμή δεν είναι ίδια. Άλλο το σεξ στην επέτειο σας, άλλο ύστερα από μια κουραστική μέρα στη δουλειά κι άλλο ύστερα από μια νύχτα γεμάτη χορό, γέλιο και ποτό. Ο καλός τι καλός; ο καλύτερος! εραστής δεν κάνει πάντα το ίδιο πράγμα. Διαβάζει τη στιγμή και τον άνθρωπο απέναντί του.»
«Κι εγώ δεν νομίζεις πως το ξέρω αυτό;»
«Το ξέρεις. Αλλά καμιά φορά, όταν σε κυριεύει ο ενθουσιασμός, ξεχνιέσαι.»
Ο Νικηφόρος έμεινε σιωπηλός.
«Δεν είσαι άνθρωπος των σπηλαίων», συνέχισε εκείνη γελώντας. «Απεναντίας, είσαι πολύ ευγενικός. Όμως, καμιά φορά, ακόμη και ο… άνθρωπος των σπηλαίων έχει τη θέση του. Αρκεί να ξέρει πότε.»
«Και πώς θα το καταλάβω;»
«Αυτό είναι το μυστικό. Δεν υπάρχει ένας κανόνας για όλες τις γυναίκες. Υπάρχει η γυναίκα που έχεις απέναντί σου. Κοίτα την. Άκου την. Δες πώς αντιδρά. Και, πάνω απ’ όλα, ρώτα όταν δεν είσαι σίγουρος.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Μου κάνεις μάθημα τώρα;»
«Φυσικά. Και μάλιστα δωρεάν!»
«Και τι άλλο λέει το εγχειρίδιο;»
«Ότι η Εριφύλη δεν θέλει πάντα τα ίδια πράγματα. Άλλοτε μπορεί να θέλει τρυφερότητα, άλλοτε παιχνίδι, άλλοτε περισσότερη ένταση. Το θέμα είναι να το καταλαβαίνεις από εκείνη, όχι να το αποφασίζεις μόνος σου.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε για λίγο. «Δηλαδή θέλεις να μάθω να διαβάζω τη γυναίκα μου.»
«Ακριβώς. Γιατί ο πραγματικά καλός εραστής δεν είναι αυτός που ξέρει απλώς τι να κάνει. Είναι αυτός που ξέρει πότε να το κάνει.»
Ο Νικηφόρος έγνεψε. «Εντάξει, κυρία καθηγήτρια.»
«Και μην κοροϊδεύεις! Γιατί βλέπω ότι έχεις ακόμη πολλά μαθήματα να πάρεις.»
«Εσύ πώς το έβγαλες το συμπέρασμα;»
«Δεν το έβγαλα τυχαία απ’ το μυαλό μου! Σου το ξανάπα. Αυτές οι κουβέντες είναι πάντα δύσκολες για μένα και με φέρνεις σε δύσκολη θέση, γιατί η Εριφύλη είναι, κατά κάποιον τρόπο, αδελφή μου. Είναι ένα ιδιαίτερο κομμάτι της ζωής μου. Δεν μπορώ, λοιπόν, εύκολα να μιλήσω ελεύθερα για εκείνη.»
«Αλήθεια, δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να σε φέρω σε δύσκολη θέση. Αλλά ακόμη, αγάπη μου, δεν κατάλαβα τι ακριβώς θέλεις να μου πεις.»
«Θα σου πω. Αλλά θέλω πρώτα να θυμάσαι πως εγώ, φυσικά, δεν σου είπα τίποτα. Μου τ’ ορκίζεσαι;»
«Αφού δεν μου είπες τίποτα, γιατί να ορκιστώ;»
«Μη με δουλεύεις, σε παρακαλώ! Ξέρεις πολύ καλά τι θέλω να σου πω, έτσι δεν είναι;»
«Μμμ… Αν δεν κάνω λάθος, ξέρω, μωρό μου.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Σ’ αγαπάω, βρε κάθαρμα!»
«Κι εγώ, ρε μωρό μου. Αυτό το ξέρεις!»
Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Θέλεις να μιλήσουμε γι’ αυτό; Για την περίπτωση που ο Αρχιτέκτονας είχε υπάρξει εραστής της Εριφύλης;»
«Εσύ τι λες;»
«Τι θέλεις να πούμε;»
«Εσύ θα μου πεις τι είναι αυτά που πρέπει να μάθω.»
Η Άλκηστις δίστασε. «Τι θέλεις τώρα να σου πω; Ακριβώς τι έκαναν; Δυσκολεύομαι…»
«Ναι, θέλω να μάθω. Καλύτερα να ξέρω παρά να φαντάζομαι. Εξήγησέ μου τα όπως μπορείς.»
«Είσαι βέβαιος; Και ό,τι μάθεις θα μπορέσεις να το κρατήσεις μυστικό;»
«Μπορώ να κάνω κι αλλιώς;»
«Πολύ καλά. Θα σου πω. Το καλό που σου θέλω, όμως… Ο καλύτερος τρόπος να κρατήσεις ένα μυστικό είναι να κάνεις πως δεν υπάρχει. Συμφωνείς;»
«Αφού συμφωνήσαμε τα τυπικά, λέγε να τελειώνουμε.»
«Λοιπόν, να το πάρει το ποτάμι! Ό,τι κι αν σου διηγηθώ, σε εμπιστεύομαι πως θα μείνει μεταξύ μας. Ξέρω ότι μπορώ να βασίζομαι πάνω σου.»
Η Άλκηστις σώπασε για λίγο. Χρειάστηκε εκείνη τη μικρή παύση για να κατασταλάξει μέσα της στην απόφαση. Ήταν φανερό πως βρισκόταν σε δίλημμα. Από τη μια, ένιωθε πως προστάτευε ένα κομμάτι της ζωής της ξαδέρφης της. Από την άλλη, αυτές οι καινούργιες σκέψεις είχαν αρχίσει να την τραβούν επικίνδυνα προς μια περιοχή όπου η φαντασία, η περιέργεια και η πραγματικότητα μπλέκονταν μεταξύ τους.
Ο Νικηφόρος περίμενε χωρίς να την πιέζει.
«Τι θέλεις τώρα να σου πω; Ακριβώς τι έκαναν;» επανέλαβε.
«Εντάξει, ρε Άλκηστις… Οι γυναίκες είναι περίπλοκες. Κάποιος σοφός το είπε. Ίσως, πάλι, να μην χρειάζεται και απέραντη σοφία για να καταλάβει κανείς την αλήθεια που κρύβεται πίσω απ’ αυτό το γνωμικό. Ας περάσουμε λοιπόν στο δια ταύτα. Τι είναι αυτό που σε δυσκολεύει και σε προβληματίζει;»
Η Άλκηστις πήρε μια βαθιά ανάσα. «Λοιπόν. Αν και δυσκολεύομαι, θα σου το πω απλά και χωρίς περιστροφές. Κάποια στιγμή, όσο περνούσε η ώρα στην αίθουσα, της έκθεσης ζωγραφικής ένιωσα την ανάγκη να πάω στην τουαλέτα. Η τουαλέτα βρισκόταν στον ημιυπόγειο χώρο του κτιρίου. Από λάθος εκτίμηση, αφηρημένη όπως ήμουν, κατέβηκα στο υπόγειο, όπου υπήρχαν αποθήκες μαζί με κάποια γραφεία.»
Σταμάτησε. «Κατάλαβα αμέσως πως είχα κάνει λάθος. Γύρισα λοιπόν να επιστρέψω προς το ημιυπόγειο…» Η Άλκηστις σώπασε για λίγο. Η αφήγηση διακόπηκε, όμως η σκέψη της είχε ήδη επιστρέψει εκείνη τη μακρινή ημέρα, στην έκθεση ζωγραφικής. Ίσως ήταν η ανάμνηση. Ίσως η ένταση όσων είχε δει. Ίσως, πάλι, η αμηχανία του να μιλάς σε έναν άνθρωπο για κάτι τόσο προσωπικό που αφορά τη γυναίκα του.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε. «Τι έγινε, μωρό μου; Γιατί σταμάτησες;»
Η Άλκηστις πήρε μια βαθιά ανάσα. «Γιατί είναι από εκείνες τις ιστορίες που δύσκολα λέγονται μονομιάς. Άκουσέ με και μη με διακόπτεις.»
«Σε ακούω.»
«Λοιπόν… ανέβαινα πίσω  προς το ημιυπόγειο, όταν άκουσα φωνές στα σκαλοπάτια. Τότε αναγνώρισα τη φωνή της Εριφύλης. Και μαζί της ήταν εκείνος.» Σταμάτησε για μια στιγμή. «Κατέβαιναν τη σκάλα αγκαζέ, χαμογελούσαν και μιλούσαν σαν δυο άνθρωποι που είχαν πάψει προ πολλού να αισθάνονται ξένοι μεταξύ τους.»
Ο Νικηφόρος έμεινε ακίνητος. «Ο Αρχιτέκτονας;»
«Ναι.» Η Άλκηστις συνέχισε. «Δεν υπήρχε πια αμφιβολία πως ανάμεσά τους υπήρχε οικειότητα. Εκείνη τον πείραζε, εκείνος της απαντούσε με τον τρόπο του και όλη αυτή η άνεση που είχαν μεταξύ τους μου έδωσε την εντύπωση πως δεν ήταν η πρώτη φορά που βρίσκονταν μόνοι.» Οι δυο τους έφτασαν στο πλατύσκαλο. «Ελπίζω να μην αργήσουμε πολύ», άκουσα την Εριφύλη να του λέει. «Δεν θα ήθελα να δώσουμε τροφή για σχόλια.»
«Μην ανησυχείς», της απάντησε εκείνος. «Έχω συνεννοηθεί με την υπεύθυνη της γκαλερί. Η Ελπινίκη θα σε καλύψει αν σε αναζητήσει η ξαδέρφη σου. Έχουμε λίγο χρόνο στη διάθεσή μας και εδώ δεν μας βλέπει κανείς.» Τότε κατάλαβα πως δεν είχα μπροστά μου μια απλή γνωριμία. Είχα βρεθεί, χωρίς να το θέλω, μπροστά σ’ ένα μυστικό. Γύρισα αλαφιασμένη και μόλις πρόλαβα να μπω στο πρώτο γραφείο που βρήκα μπροστά μου. Ευτυχώς ήταν ξεκλείδωτο. Το φως ήταν ελάχιστο. Στην αρχή έβλεπα μόνο ασαφή περιγράμματα: ένα γραφείο, μια καρέκλα, έναν καναπέ και ψηλές ντουλάπες αρχειοθέτησης. Κρύφτηκα ανάμεσά τους και προσπάθησα να ελέγξω την ανάσα μου. Σε λίγο άκουσα το πόμολο να γυρίζει. Η πόρτα άνοιξε. «Σκοτεινά… Δεν είναι κανείς εδώ», είπε ο Αρχιτέκτονας. «Μπορούμε να μπούμε.»
Μπήκαν. Έκλεισε την πόρτα και την ασφάλισε. Εγώ είχα ήδη χωθεί πίσω από τις ντουλάπες.
Για λίγες στιγμές δεν μπορούσα να κουνηθώ. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά, ώστε φοβόμουν πως θα την ακούσουν. Σηκώθηκα ελαφρά στις μύτες των ποδιών μου και κοίταξα. Η εικόνα που αντίκρισα δεν άφηνε πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Ήταν μαζί. Όχι απλώς κοντά. Μαζί. Φιλήθηκαν με την οικειότητα ανθρώπων που είχαν γνωριστεί πολύ περισσότερο απ’ όσο γνώριζα εγώ. Τότε άκουσα την Εριφύλη να του ψιθυρίζει. «Μου έλειψες, αγόρι μου.» Κι εκείνος της απάντησε με ένα χαμόγελο που έμοιαζε να κουβαλάει ολόκληρη την προσμονή των τελευταίων ημερών. Παρέμεινα κρυμμένη. Για μια στιγμή σκέφτηκα να βγω, να ανοίξω την πόρτα και να τους πιάσω στα πράσα. Δεν το έκανα. Κώλωσα.Και ίσως ήταν καλύτερα έτσι.
Γιατί αυτό που συνέβαινε μπροστά μου ήταν από εκείνες τις στιγμές που, αν τις διακόψεις, χάνεις όχι μόνο την πράξη αλλά και την αλήθεια που κρύβεται πίσω της. Τους έβλεπα να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον όλο και περισσότερο. Εκείνος πιο ανυπόμονος, εκείνη πιο ελεγχόμενη στην αρχή, αλλά ολοένα και πιο παραδομένη στη στιγμή. Δεν χρειαζόταν να δω περισσότερα για να καταλάβω. Η Εριφύλη είχε επιλέξει να βρίσκεται εκεί. Κι εκείνος είχε επιλέξει να είναι μαζί της.
Αυτό ήταν το σοκ. Όχι πως υπήρχε ένας άντρας. Αλλά πως η ξαδέρφη μου, η σοβαρή, η ευπρεπής, η γυναίκα που όλοι θεωρούσαν υπόδειγμα νοικοκυροσύνης, είχε έναν κρυφό κόσμο στον οποίο εγώ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα την παραμικρή πρόσβαση. Έμεινα πίσω από τις ντουλάπες σαν υπνωτισμένη.
Η σκηνή μπροστά μου έμοιαζε άλλοτε με πραγματικότητα κι άλλοτε με ταινία που παιζόταν χωρίς ήχο. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω τους. Και τότε κατάλαβα κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα αντιληφθεί: δεν παρακολουθούσα απλώς την απιστία της Εριφύλης. Παρακολουθούσα τη διπλή της ζωή.
Κάποια στιγμή, ύστερα από αρκετή ώρα, η ένταση ανάμεσά τους καταλάγιασε. Άκουσα την Εριφύλη να παίρνει βαθιά ανάσα. «Θεέ μου… ήταν πολύ καλό.»
Ύστερα άρχισε βιαστικά να τακτοποιεί την εμφάνισή της.
Ο Αρχιτέκτονας ντύθηκε κι εκείνος. Πριν φύγουν, εκείνος την κοίταξε τρυφερά. «Από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα ήξερα πως είσαι ξεχωριστή γυναίκα.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Είσαι μεγάλο καθίκι.»
«Κι εσύ δεν πας πίσω.» Το είπε γελώντας.
Όμως, πριν φύγουν, το βλέμμα του σοβάρεψε. «Αν δεν ήσουν παντρεμένη, θα σε ήθελα δίπλα μου μόνιμα. Δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει η ζωή αυτή για μας, αλλά ξέρω πως δεν θα σε ξεχάσω.»
Η Εριφύλη δεν απάντησε αμέσως. Μόνο τον κοίταξε. Κι εκείνο το βλέμμα της, περισσότερο από οποιαδήποτε λέξη, μου έμεινε αξέχαστο. Ύστερα πήρε τα πράγματά της, διόρθωσε τα μαλλιά και τα ρούχα της και βγήκε. Έμεινα μόνη στο σκοτεινό γραφείο για λίγα ακόμη δευτερόλεπτα. Δεν ήξερα αν έπρεπε να νιώθω θυμό, έκπληξη, αμηχανία ή ακόμη και περιέργεια. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι είχα δει κάτι που δεν μπορούσα πλέον να… ξεδώσω από τη μνήμη μου.
Ο Νικηφόρος είχε μείνει σιωπηλός όση ώρα μιλούσε η Άλκηστις. Την κοίταξε σαν να προσπαθούσε να ενώσει όλα τα κομμάτια μιας ιστορίας που μέχρι τότε υπήρχε μόνο ως αμφιβολία.
«Δηλαδή… το είδες πραγματικά;» ρώτησε τελικά.
«Ναι.»
«Με τα μάτια σου;»
«Με τα μάτια μου.»
Η Άλκηστις χαμήλωσε τη φωνή της. «Γι’ αυτό σου είπα πως δυσκολευόμουν να μιλήσω. Δεν σου διηγούμαι μια φήμη. Σου διηγούμαι κάτι που είδα.»
Ο Νικηφόρος πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν απάντησε. Για πρώτη φορά, η φαντασία του είχε απέναντί της την πραγματικότητα.
Η Κυριακή ξημέρωσε όμορφη και προμηνυόταν ηλιόλουστη στον μικρό οικισμό. Μία από τις «υποχρεώσεις» της ημέρας ήταν και η προσκυνηματική τους εκδρομή: θα επισκέπτονταν το μεγάλο μοναστήρι, αφιερωμένο στην Παναγία, όπου θα συναντούσαν και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και θα συμμετείχαν στην κυριακάτικη Θεία Λειτουργία. Το ζευγάρι ξεκίνησε το μικρό του ταξίδι νωρίς το πρωί. Ο ήλιος μόλις είχε χαράξει και, κάπου στο βάθος, μια αχνή ανταύγεια έσπαζε την πρωινή αχλή. Κάθε φορά που η Άλκηστις γύριζε να τον κοιτάξει, το πρόσωπό της φωτιζόταν. Της άρεσε να τον πειράζει κι εκείνος να γελάει με τα αστεία της.
Κάποια στιγμή γύρισε προς το μέρος της. Η Άλκηστις έσκυψε και τον φίλησε. «Όπως είπαμε, όπως συζητήσαμε και συμφωνήσαμε. Για την Εριφύλη δεν ξέρεις τίποτα.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Πώς δεν ξέρω; Η Εριφύλη μου είχε έναν άλλον άντρα. Αυτό το κατάλαβα πια.»
«Μωρό μου, εσύ μου ορκίστηκες πως δεν σου είπα τίποτα. Τίποτα δεν είπα. Και, αφού δεν είπα, εσύ πώς το ξέρεις;»
«Ξέρω πως η Εριφύλη μου δεν είναι αθώα.»
«Ορκίστηκες ότι δεν ξέρεις!»
«Ναι. Ορκίστηκα ότι δεν θα πω.»
Η Άλκηστις γύρισε και τον κοίταξε. «Όχι, μωρό μου. Αυτό δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλο να ορκίζεσαι πως δεν ξέρεις κι άλλο να ορκίζεσαι πως δεν θα μιλήσεις.»
«Ίσως να έχεις δίκιο. Αλλά αυτό ακριβώς εννοούσα. Δεν πρόκειται να παραβιάσω τον λόγο μου.»
«Δηλαδή; Με μπερδεύεις. Τι ισχύει τελικά για όσα ειπώθηκαν χθες βράδυ; Σε παρακαλώ, κοίτα με. Μη με κάνεις να φοβάμαι.»
«Ρε Άλκηστις, ορκίστηκα και δεν καταπατώ τον όρκο μου. Δεν είπα πως είναι εύκολο. Είπα πως ό,τι μου εμπιστεύτηκες θα θαφτεί εκεί όπου πρέπει να μείνει.»
Χαμογέλασε. «Στο κάτω-κάτω, όσο με ξέρεις εσύ, σου φέρνω για άνθρωπο των σπηλαίων; Παλαιολιθικό, πρωτόγονο και απολίτιστο;»
«Απεναντίας», του απάντησε. «Και το ξαναλέω: είσαι ίσως ο πιο γλυκός και τρυφερός άντρας που έχω γνωρίσει.»
Έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Και η Εριφύλη είχε μείνει πολύ καιρό μόνη. Όταν η μοναξιά μεγαλώνει και η επιθυμία επιμένει, κάποια στιγμή ο άνθρωπος ψάχνει μια διέξοδο. Το καταλαβαίνεις, πιστεύω, σαν άνθρωπος που δεν έχει κολλήματα.»
Ο Νικηφόρος αναστέναξε. «Πώς! Το καταλαβαίνω. Και τώρα;»
«Τώρα τι;»
«Αναρωτιέμαι πώς καταλήγει η ιστορία μας.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Αγόρι μου γλυκό, περνάμε πολύ όμορφα αυτές τις διακοπές και πιστεύω πως, αν κρατήσουμε το μυαλό μας ανοιχτό, θα έχουμε και συνέχεια. Η Εριφύλη σε αγαπάει πολύ κι εσύ την αγαπάς. Ίσως, όμως, μια μικρή ανανέωση να σας κάνει καλό.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Σκέφτομαι μήπως… λέω μήπως… να καλέσουμε τον Αρχιτέκτονα να περάσει μαζί μας το υπόλοιπο των διακοπών; Να απαλλάξουμε κι εσένα από ένα μέρος του… βάρους που κουβαλάς.»
Ο Νικηφόρος γύρισε προς το μέρος της. «Δηλαδή λες πως θα έρθει;»
«Έχω ήδη προετοιμάσει το έδαφος. Χθες το απόγευμα του τηλεφώνησα και τον ρώτησα πώς θα του φαινόταν να τον φιλοξενούσαμε για λίγες ημέρες σ’ αυτή την πανέμορφη περιοχή.»
«Και τι είπε;»
«Απλώς περίμενα και τη δική σου έγκριση.»
«Δηλαδή δέχτηκε;»
«Με προθυμία και ιδιαίτερη χαρά.»
Του μετέφερε σχεδόν λέξη προς λέξη την απάντησή του. «Ασφαλώς και με μεγάλη χαρά δέχομαι την πρόσκληση να επισκεφθώ την ηλιόλουστη περιοχή σας.»
Το χαμόγελο του Νικηφόρου απλώθηκε σ’ ολόκληρο το πρόσωπό του. Η Άλκηστις το πρόσεξε και μέσα της ένιωσε μια μικρή, άδηλη ικανοποίηση. «Αυτό σημαίνει ότι είναι θετικός», σκέφτηκε. «Και, μάλλον, δεν του είμαι αδιάφορη.»
«Δεν μου απάντησες», του είπε.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε. «Ομορφιά μου, όταν κουρνιάζεις στην αγκαλιά μου, ξέρεις πως είμαι ξετρελαμένος μαζί σου. Δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου.»
«Να τον καλέσω;»
«Και η Εριφύλη; Είσαι σίγουρη πως θα συμφωνήσει;»
«Άστο πάνω μου. Θα της το παρουσιάσω όπως πρέπει.»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Ναι, πριγκίπισσα της καρδιάς μου και αρχόντισσα του μυαλού μου. Για σένα το κάνω. Μπορείς να τον καλέσεις.» Έκανε μια μικρή παύση. «Και, παράξενο όπως κι αν ακούγεται, νιώθω πως μπορώ ήδη να τους φανταστώ μαζί. Και μου αρέσει αυτό που βλέπω.»
Η Άλκηστις γύρισε προς το μέρος του. «Δηλαδή τι είναι αυτό που βλέπεις;»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Βλέπω την Εριφύλη να αφήνεται στη στιγμή, εκείνον να την πλησιάζει με αυτοπεποίθηση, κι εκείνη να μην αντιστέκεται στην έλξη της. Βλέπω δυο ανθρώπους που ξέρουν ήδη ο ένας τον άλλον και δεν χρειάζονται πολλά λόγια.»
«Και μόνο αυτό σου αρέσει;»
«Μωρό μου, το μυαλό είναι περίεργο πράγμα. Μερικές φορές μια φαντασίωση αρκεί για να γεννήσει ολόκληρη ιστορία.» 
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Το ξέρεις ότι η Εριφύλη έχει κι αυτή τις δικές της προτιμήσεις;»
«Εσύ τι λες; Να μην το ξέρω;»
«Τότε να προσέχεις. Όλα τα απαγορευμένα φαίνονται πιο έντονα στη φαντασία.»
Ο Νικηφόρος γύρισε προς το παράθυρο. Για λίγες στιγμές άφησε το βλέμμα του να χαθεί στο τοπίο.
«Την ξέρεις καλύτερα από μένα;»
«Όχι. Απλώς τη γνωρίζω κι εγώ με τον δικό μου τρόπο.»
Έμειναν σιωπηλοί για λίγο.  «Μωρό μου, να έχεις υπόψη σου κάτι», είπε ο Νικηφόρος. «Πολλοί άντρες πιστεύουν πως, όταν ένα ζευγάρι μοιράζεται μια τόσο τολμηρή φαντασίωση, εκείνοι που απολαμβάνουν περισσότερο την εμπειρία είναι οι άντρες. Εγώ πάλι έχω αρχίσει να σκέφτομαι πως μπορεί να συμβαίνει και το αντίθετο.»
Η Άλκηστις τον κοίταξε χαμογελώντας. «Και τι σε κάνει να το πιστεύεις αυτό;»
«Ίσως το γεγονός ότι μέσα σε μια τέτοια φαντασίωση η γυναίκα μπορεί να αισθανθεί πως γίνεται το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Όμως άλλο η φαντασίωση κι άλλο η πραγματικότητα. Δεν θέλω να κάνουμε κανόνες από πράγματα που ο καθένας τα ζει διαφορετικά.»
«Μμμ… σωστός ο κύριος!»
«Και υπάρχει κι άλλο. Σε μια σχέση με τρεις ανθρώπους, σημασία έχει ποιος είναι δεμένος με ποιον, τι αισθάνεται ο καθένας και αν όλοι θέλουν πραγματικά αυτό που συμβαίνει. Δεν είναι διαγωνισμός.»
«Εντάξει, σοφέ μου. Αλλά εγώ λέω ότι όλα αυτά τα απαγορευμένα έχουν τη γοητεία τους.»
«Αυτό δεν μπορώ να στο αρνηθώ.»
Η Άλκηστις γέλασε. «Και τώρα θέλω να σου θυμίσω πως μου χρωστάς κάτι.»
«Τι σου χρωστάω;»
«Δεν με έχεις ακόμη… ξεναγήσει σ’ όλες τις στάσεις που συζητήσαμε!»
Ο Νικηφόρος κούνησε το κεφάλι γελώντας. «Μάλλον σε έχει πιάσει μεγαλύτερη όρεξη απ’ όσο περίμενα.»
«Ας πούμε πως η περιέργεια μου έχει αυξηθεί σημαντικά.»
«Και πάντα βρίσκεις τον κατάλληλο τρόπο να το λες.»
«Ε, τι να κάνω; Να αφήνω τις απορίες μου να σκουριάζουν;»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε, αλλά πριν προλάβει να απαντήσει, το βλέμμα του πήρε για λίγο τον δρόμο προς την αυλή. Λίγο αργότερα είχαν φτάσει στον μεγάλο προαύλιο χώρο του μοναστηριού. Ένα τσούρμο παιδιά έπαιζαν αμέριμνα κάτω από τον ίσκιο των τεράστιων δέντρων.
Κάπου ανάμεσά τους ξεχώρισαν τους μικρούς του μπόμπιρες να ξεφαντώνουν κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της Δανάης.
«Η όμορφη Δανάη μας μεγάλωσε», είπε ο Νικηφόρος. «Και της πάει ο ρόλος της παιδαγωγού. Έχει υπομονή με τα μικρά.»
Η Άλκηστις τον κοίταξε λοξά. «Όντως… την πρόσεξες!»
«Ματάκια μου, πρόσεξα ένα κορίτσι που φροντίζει τα παιδιά. Αυτό είναι όλο.»
«Α, μάλιστα! Εγώ πάλι είδα εκείνο το βλέμμα που είχες ρίξει προηγουμένως.»
Ο Νικηφόρος αναστέναξε. «Πάλι αρχίσαμε;»
«Περιττό να σου πω πως σε παρακολουθούσα. Και νομίζω πως η φαντασία σου είχε πάρει λίγο φόρα.»
«Δεν είμαι σάτυρος, Άλκηστις.»
«Δεν είπα αυτό.»
«Το άφησες όμως να εννοηθεί.»
«Εντάξει, λοιπόν. Ας πούμε πως σε πείραζα.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε σοβαρά. «Και καλό θα ήταν να μείνουμε σ’ αυτό. Δεν θέλω να ακούω πως κάποιος προσπαθεί να διαβάσει επιθυμίες στα μάτια μιας κοπέλας. Αν ποτέ υπάρχει ενδιαφέρον, αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Σωστός. Για σήμερα θα σε αφήσω ήσυχο.»
«Σ’ ευχαριστώ πολύ!»
«Μέχρι νεωτέρας.»
«Αυτό φοβόμουν.»
Η Άλκηστις έβαλε τα γέλια. «Μη φοβάσαι, ξαδερφούλη μου. Θα κάνω την προσευχή μου και θα σε αφήσω να σωθείς.»
«Επιτέλους μία σωστή απόφαση!»
«Αλλά δεν ξεχνάω πως μου χρωστάς κι εκείνη την περίφημη  «τιμωρία» που μου υποσχέθηκες.»
«Άντε μέσα στην εκκλησία», της είπε εκείνος. «Και μη βάζεις ιδέες στον κόσμο.»
«Μόνο ιδέες; Εγώ είμαι ένας ολόκληρος πειρασμός!»
«Αυτό ακριβώς είναι που με ανησυχεί.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε και πήρε τον δρόμο προς το εσωτερικό του ναού.Πριν απομακρυνθεί, γύρισε για τελευταία φορά.«Να ξέρεις πάντως πως έχω ήδη αρχίσει να σκέφτομαι πώς θα είναι η επόμενη βραδιά μας.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Κι εγώ έχω αρχίσει να σκέφτομαι πως πρέπει να προσέχω τι υπόσχομαι.»
Η Άλκηστις του έστειλε ένα τελευταίο πονηρό χαμόγελο και χάθηκε στο πλήθος.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή οι ζωηροί μπόμπιρες τον αντιλήφθηκαν.Σαν χείμαρρος ξεχύθηκαν προς το μέρος του. «Μπαμπά!» Ο Νικηφόρος άνοιξε τα χέρια του και πήγε προς το μέρος τους με βήματα που έμοιαζαν να έχουν πραγματικά φτερά.
 Και τότε όλα τα υπόλοιπα πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Η φαντασία, οι κουβέντες, οι ερωτικές περιπέτειες, οι υποψίες, ακόμη και τα σχέδια για το μέλλον, όλα έγιναν για λίγο μικρά και ασήμαντα μπροστά σ’ εκείνη την αγκαλιά. Είχε λείψει πολύ στη θάλασσα.
Τώρα, όμως, τους είχε μπροστά του. Τα παιδιά του. Η οικογένειά του. Και μέσα σ’ εκείνη την αγκαλιά βρήκε το πιο απλό και το πιο σταθερό συναίσθημα απ’ όλα, τη στοργή. Ήταν μια ήρεμη, βαθιά αγάπη, χωρίς εντυπωσιασμούς. Η ανάγκη να τα προστατεύσει, να τα φροντίσει, να τα δει να μεγαλώνουν καλά. Ένα συναίσθημα που δεν ζητούσε τίποτε σε αντάλλαγμα. 
Ο Νικηφόρος τους έσφιξε πάνω του και χαμογέλασε. Ό,τι κι αν συνέβαινε στη ζωή τους, αυτή η αγκαλιά θα παρέμενε το σταθερό του σημείο. Το σπίτι του μέσα στον κόσμο.

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button