Ένα ταξίδι προς το άγνωστο είναι η ζωή .....και η ζωή δεν περιμένει κανέναν. Αλλά αυτή είναι και η μαγεία της! Αφέσου λοιπόν και απόλαυσε την. Καλώς ή κακώς, δεν μπορείς να επιλέξεις, τι ενδέχεται να σου τύχει στο δρόμο σου. Αν θα υπάρχει έρωτας, αγάπη, θλίψη, απογοήτευση, θάνατος. Λυπήσου αυτούς που δεν ονειρεύονται, έλεγε ο ποιητής κι αυτούς που δεν άκουσαν ποτέ στη ζωή τους παραμύθια.
Αυτός απόμαχος της ζωής που έχει ολοκληρώσει την επαγγελματική ενεργή πορεία του, ονειρεύεται τα παλιά. Και το παλιό μας ξέρει και το ξέρουμε, έμαθε την κακή και την καλή μας πλευρά και μας επέλεξε ξανά και ξανά. Δε μας ζήτησε να αλλάξουμε και δεν έχει απαιτήσεις από εμάς. Συνταξιούχος σήμερα, στον Φθινόπωρο της ζωής του πάει ολάκερος χρόνος που δεν έχει κάτι να γράψει. Τις μέρες τις βλέπει να περνούν και πολλές φορές του μοιάζουν να’ χουν φτερά κι άλλες πάλι να μοιάζουν παράλυτες σαν τα χλωμά φύλλα που πέφτουν στην γη και χάνονται ως να πέσει και το τελευταίο. Εκείνες τις παράλυτες ώρες αφήνει την φαντασία του να πετάξει ελευθέρα σ' αλλοτινούς καιρούς πίσω στο παρελθόν του. Ανακαλεί στη μνήμη του την αγάπη και το φόβο της θάλασσας και προβαίνει σε μια αφηγηματική κατάθεση, μέσα από την παρατηρητική ματιά του. Κλείνει τα μάτια του και πάει πίσω στον χρόνο να μοιραστεί τις πιο έντονες αναμνήσεις του. Ταξίδεψε σ ένα κόσμο που απλώνεται σε έξι ηπείρους, διασχίζοντας τους ωκεανούς με φουρτούνες και με μπουνάτσες. Οι ναυτικοί ζουν σε μια κοινωνία περίεργη, με προσδοκίες και όνειρα, και με την ελπίδα ότι οι ταλαιπωρίες, τα σκληρά ταξίδια που πλέκονται με μαγευτικές πλόες, και οι κίνδυνοι δεν αποτελούν παρά μια προσωρινή παρένθεση. Οι πολλοί τα καταφέρνουν, είναι και κάποιοι λίγοι που αφήνουν τη ζωή τους μεσοπέλαγα, όπως ο εκλεκτός συνάδελφος του, νεαρός Πρώτος μηχανικός, από τα ορεινά χωριά της Αρκαδίας.
Αυτός απόμαχος της ζωής που έχει ολοκληρώσει την επαγγελματική ενεργή πορεία του, ονειρεύεται τα παλιά. Και το παλιό μας ξέρει και το ξέρουμε, έμαθε την κακή και την καλή μας πλευρά και μας επέλεξε ξανά και ξανά. Δε μας ζήτησε να αλλάξουμε και δεν έχει απαιτήσεις από εμάς. Συνταξιούχος σήμερα, στον Φθινόπωρο της ζωής του πάει ολάκερος χρόνος που δεν έχει κάτι να γράψει. Τις μέρες τις βλέπει να περνούν και πολλές φορές του μοιάζουν να’ χουν φτερά κι άλλες πάλι να μοιάζουν παράλυτες σαν τα χλωμά φύλλα που πέφτουν στην γη και χάνονται ως να πέσει και το τελευταίο. Εκείνες τις παράλυτες ώρες αφήνει την φαντασία του να πετάξει ελευθέρα σ' αλλοτινούς καιρούς πίσω στο παρελθόν του. Ανακαλεί στη μνήμη του την αγάπη και το φόβο της θάλασσας και προβαίνει σε μια αφηγηματική κατάθεση, μέσα από την παρατηρητική ματιά του. Κλείνει τα μάτια του και πάει πίσω στον χρόνο να μοιραστεί τις πιο έντονες αναμνήσεις του. Ταξίδεψε σ ένα κόσμο που απλώνεται σε έξι ηπείρους, διασχίζοντας τους ωκεανούς με φουρτούνες και με μπουνάτσες. Οι ναυτικοί ζουν σε μια κοινωνία περίεργη, με προσδοκίες και όνειρα, και με την ελπίδα ότι οι ταλαιπωρίες, τα σκληρά ταξίδια που πλέκονται με μαγευτικές πλόες, και οι κίνδυνοι δεν αποτελούν παρά μια προσωρινή παρένθεση. Οι πολλοί τα καταφέρνουν, είναι και κάποιοι λίγοι που αφήνουν τη ζωή τους μεσοπέλαγα, όπως ο εκλεκτός συνάδελφος του, νεαρός Πρώτος μηχανικός, από τα ορεινά χωριά της Αρκαδίας.
Συνθέτοντας τις αναμνήσεις του από μπερδεμένες εικόνες, ξεπροβάλλει την μορφή του μέσα από μια αναλαμπή που γεμίζει τις σκέψεις του. Ανασύρει νοερά από το βυθό της μνήμης, στιγμές από τη ζωή του να προβάλλονται στη γραμμή του χρόνου, μικρά σημεία στον ατέλειωτο ορίζοντα, άτονοι κύκλοι που κάποτε κλείνουν. Η μνήμη να ταξιδεύει και να μοιράζεται σε χειμώνες και καλοκαίρια και στο πέρασμα της σε μια συγκεκριμένη χρονική εξέλιξη του θυμίζει τους φίλους που χάθηκαν στα ταξίδια τους. Σάρκα και οστά έπαιρνε και η μνήμη. Η μνήμη με τους πικρούς θανάτους και η ζωή με τα πικραμένα «αντίο» γιατί η ζωή έχει αναλαμπές, σπίθες πετά και ξεγελιόμαστε, μα έχει και τις φουσκοθαλασσιές και τις τρικυμίες της. Όλοι οι θνητοί με τον ίδιο τρόπο γεννιόμαστε, αλλά μεγαλώνοντας η μοίρα μοιάζει να παίζει μαζί μας λες και είμαστε εύπλαστοι, καμωμένοι από πλαστελίνη, ενώ μας σπρώχνει από διαφορετικά μονοπάτια προς το ίδιο τέλος, το θάνατο.
Οι αναμνήσεις του που προβάλλονται στη γραμμή του χρόνου, καθώς σκέφτεται του θύμισαν τον συνάδελφο του!
Η ιστορία του ξεκίνησε απ' τον Πειραιά στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του χίλια εννιακόσια ογδόντα-ενενήντα. Γενικός διευθυντής μεγάλης και γνωστής ναυτιλιακής εταιρείας μέσω κοινής συγγενικής γνωριμίας του ζήτησε να περάσει από το γραφείο του. Ενδιαφερόταν για μελλοντική συνεργασία τους στην εταιρεία τους. Η καταπληκτικά γοργή ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας είχε ως αποτέλεσμα οι διαχειριστές των εταιρειών να αναζητούν νέα στελέχη, ικανά να επανδρώσουν τόσο τα πλοία όσο και τα γραφεία τους.
Το γραφείο του διευθυντή ήταν μεγαλύτερο απ' ό,τι συνήθως αυτός περίμενε να δει! Με ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στην επιβατική αποβάθρα του λιμένα. Η διακόσμηση ήταν βαριά και αντρική: είχε ένα τεράστιο γραφείο από ξύλο καρυδιάς, δερμάτινη καρέκλα, έναν μαύρο διθέσιο δερμάτινο καναπέ ασορτί πολυθρόνα και στιβαρή βιβλιοθήκη στο τοίχο φορτωμένη με φακέλους και μερικά βιβλία. Μερικές αρχειοθήκες ήταν τακτοποιημένες στην άκρη του δωματίου. Στον τοίχο πάνω από τον καναπέ υπήρχε ένας τεράστιος πίνακας του λιμένος του Πειραιά και στα ράφια υπήρχαν αρκετές κορνίζες με φωτογραφίες του διευθυντή και της οικογένειας του, υπέθεσε..
Η βροχή έπεφτε με δύναμη επάνω στα τζάμια των παραθύρων του γραφείου, σχηματίζοντας μικρά αυλάκια νερού στα περβάζια τους. Τρεις ορόφους πιο κάτω, η Ακτή Μιαούλη εξακολουθούσε να τρέχει, να σπρώχνει, να στριμώχνει για να προλάβει να ζήσει άλλη μια ημέρα. Τα αυτοκίνητα πιτσιλούσαν τους δρόμους, κλάξον αυτοκίνητων ηχούσαν ανυπόμονα, άνθρωποι έτρεχαν στα πεζοδρόμια κάτω από ομπρέλες και διπλωμένες εφημερίδες η αντιμετώπιζαν θαρραλέα τη βροχή με ακάλυπτο κεφάλι. Οι γρήγοροι ρυθμοί και η ενεργητικότητα του δρόμου δεν μειωνόταν καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας.
Ο διευθυντής στεκόταν όρθιος πίσω από το γραφείο του, απέπνεε μια αρχοντιά μέσα στο σκούρο κουστούμι του, και η ζεστή λάμψη των ματιών του ήρεμη δύναμη. Η παρουσία του φαινόταν να κυριαρχεί στο χώρο.
Αυτός αν και πεπειραμένος πλέον σε συνεντεύξεις χωρίς ιδιαίτερο λόγο και ανεξήγητα, ήταν κάπως νευρικός. Ίσιωσε την ράχη του για ν' απελευθερώσει ένα μέρος της νευρικότητας του, και κοίταξε σταθερά εμπρός του. Μεταφέροντας τους θερμούς χαιρετισμούς του κοινού τους συγγενικού προσώπου.«Χαίρομαι που σας γνωρίζω.» Είπε, ταυτόχρονα
Ο διευθυντής τον άκουσε, χαμογέλασε ανταπέδωσε τον χαιρετισμό και του έκανε νόημα να καθίσει.
Έχοντας ανακτήσει την αυτοπεποίθηση του, απλώς δίστασε σιωπηλός για μερικά δευτερόλεπτα όταν αποφάσισε να σπάσει την εθιμοτυπία και να ξεκινήσει τη συζήτηση πρώτος. Από όσο θυμάται τον εαυτό του, πάντα το χάσιμο χρόνου το θεωρούσε ενοχλητικό.
Ρίχνοντας το βλέμμα του στο χώρο ολόγυρα τα ποιοτικά έπιπλα είναι κατασκευασμένα από υλικά υψηλής αντοχής, με κλασσική φινέτσα. «Έχετε εξαιρετικό γούστο κύριε», του είπε και έδειξε το χώρο.Ο Γενικός διευθυντής φουσκώνοντας απó ευχαρίστηση χαμογέλασε πλατιά.
«Μου αρέσει να πιστεύω ότι έχω. Σ’ ευχαριστώ.» Του απάντησε.
Στη συνέχεια ήταν ο Γενικός που οδήγησε τη συζήτηση στη δική του αιγιαλίτιδα ζώνη. Τον ρώτησε πως απέκτησε την σχέση του με την θάλασσα και πόσο καλά τα πηγαίνει.
«Ίσως θεωρηθεί υπερβολικό από μέρους μου, αλλά στο επάγγελμα του ναυτικού βρίσκομαι κατά τύχη, αυτό συνέβη κατά την διάρκεια της γυμνασιακής μου θητείας που έπρεπε να διαλέξω το δρόμο της επαγγελματικής μου ασχολίας για την καθημερινή επιβίωση. Ήταν η εποχή που έπρεπε να πάρω την ζωή στα χεριά μου, και αποφάσισα πως ο κόσμος εκεί έξω στη θάλασσα είναι απέραντος γεμάτος προκλήσεις». Του απάντησε.
«Το ίδιο το επάγγελμα είναι μια σαγηνευτική περιπέτεια, ταξιδεύοντας στα κύματα την ίδια μας ζωή στη καθημερινότητα της». Συμπλήρωσε την εξομολόγηση του.
Μια έκφραση ικανοποίησης απλώθηκε στο πρόσωπο του Γενικού διευθυντή, ενώ καθόταν πιο αναπαυτικά στο κάθισμα του και συνέχισε να περιεργάζεται με μεγαλύτερη προσοχή τον συνομιλητή του, το βλέμμα του καρφώθηκε επάνω του, γεμάτο ενδιαφέρον και πολλές ερωτήσεις.
«Κάποιοι λένε ότι οι προκλήσεις αρέσουν στους έξυπνους ανθρώπους του είπε. Γι’ αυτούς το χρήμα είναι αποτέλεσμα όχι ο στόχος. Και αυτοί που το κυνηγάνε το θέλουν γι’ αυτό που εκπροσωπεί, όχι γι’ αυτά που μπορεί να αγοράσει.
Εδώ στον δύσκολο κόσμο της ναυτιλίας θέλω να γνωρίζεις το πρώτο και κύριο μέλημα του κάθε γενικού διευθυντή είναι να προστατέψει τα συμφέροντα της εταιρείας και των εργαζομένων της συμπεριλαμβανομένων, όχι να ασχολείται με αφηρημένα ηθικά διλήμματα. Αλλά ταυτόχρονα η εταιρεία μας αναζητεί στελέχη με προσωπικότητα, αξιοπρέπεια, τίμια, έξυπνα, ικανά και ταλαντούχα, να τους πιστεύει και να τους εμπιστεύεται. Όταν ένα στέλεχος έχει ιδανικά και οράματα τότε είναι ικανός να υπηρετήσει αξίες.»
Αυτό το βροχερό και μουντό απόγευμα του φθινόπωρου ξεκίνησε την νέα επαγγελματική συνεργασία του με την ναυτιλιακή εταιρεία στην Ακτή Μιαούλη. Είχε ήδη επτά χρόνια στο επάγγελμα, κρατούσε στα χεριά του από το πρόσφατο παρελθόν το δίπλωμα του Πρώτου μηχανικού και αναζητούσε τώρα νέους εργασιακούς ορίζοντες πιο ανοικτούς μ ευελιξία και ασφαλές περιβάλλον εργασίας σε μια εποχή που όλα αλλάζουν.
Η αποδοχή της νέας του αυτής συνεργασίας αυτόματα έφερε την απόρριψη μιας πολύ ενδιαφέρουσας από οικονομικής άποψης πρόταση συνεργασίας με ναυτιλιακή εταιρεία που είχε στην κατοχή της πετρελαιοφόρα πλοία, Λιβανέζικων συμφερόντων.
Την διαχείριση της εταιρείας την εκτελούσαν ελληνικά γραφεία εγκατεστημένα στην Γλυφάδα.
Προς αμοιβαία εξυπηρέτηση στην θέση του τους πρότεινε αξιόλογο συνάδελφο του, με κοινά οράματα και κοινούς στόχους για την ζωή.
Η εταιρεία του συνάδελφου του έκαναν μια πολύ αξιόλογη προσφορά την οποία την αποδέχτηκε μετά χαράς. Τίποτα το παράξενο. Οι μεγάλες ευκαιριακές υλικές απολαβές που προσφέρονταν στους Έλληνες, στελέχη της ναυτιλίας, ώστε να επανδρώσουν πλοία με ξένη σημαία, «ανασφάλιστα», έβρισκε πολλούς πρόθυμους να ριψοκινδυνεύουν την επαγγελματική τους καριέρα και να θέτουν την ικανότητα και τον προσωπικό τους ζήλο, αναλαμβάνοντας το ρίσκο, να συνεργαστούν με πληρώματα αμφισβητούμενης ικανότητας.
Για τον συνάδελφο του ήταν το πρώτο του ταξίδι σε καθήκοντα επιστασίας μηχανοστασίου. Το πλήρωμα ήταν τρεις με τέσσερις Έλληνες και όλο το υπόλοιπο πλήρωμα από τη νοτιοανατολική Ασία.
Σαν σήμερα τριάντα χρόνια από τότε τον περίμενε μία πολύ δυσάρεστη έκπληξη. Εφημερίδα της εποχής δημοσίευσε τη φωτογραφία του συναδέλφου του, αναφέροντας το γεγονός της μεγάλης έκρηξης που συνέβηκε στο πλοίο κατά την διάρκεια εργασιών εκφόρτωσης σε λιμένα της Δυτικής Ευρώπης σκορπώντας το θάνατο. Διαβάζοντας την είδηση ένοιωσε να τραντάζεται σαν να ένοιωθε στα πόδια του από κάτω το χείλος της αβύσσου.
Η καρδιά του χτύπησε πιο δυνατά, στέγνωσε το λαρύγγι του, συνειδητοποιώντας ποιο είναι το πρόσωπο που αναφέρεται στο ρεπορτάζ.
Θεέ μου αναφώνησε στο τέλος. Μα αυτό είναι τρελό, δεν μπορεί να είναι αλήθεια.
Ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να τον ερεθίζουν τα γεγονότα που συνέβησαν τότε, νοιώθει ένα κενό. Το μυαλό του έχει δύσκολες αναμνήσεις, υπάρχουν εκεί μέσα του σαν ασύνδετες εικόνες που προβάλλουν μέσα από σκοτεινό φόντο. Νοιώθει απελπισμένα άβολα με τις μνήμες που ξεδιπλώνουν τα γεγονότα μιας εποχής μπροστά του.
Τον θυμάται τον συνάδελφο του την τελευταία φορά που βρίσκονταν μαζί πέρα στη μακρινή Άπω ανατολή. Εκτελούσαν εργασίες επισκευών σ’ ένα τεράστιο πετρελαιοφόρο στα ναυπηγεία "Jurong" της Σιγκαπούρη.
Εκεί πέρα στην μακρινή Άπω ανατολή την περίοδο που έζησαν και εργάστηκαν πλάι-πλάι, συνηθίζεται όλοι οι γηγενείς κάτοικοι να χαμογελούν. Είναι όμως ένα διαφορετικό χαμόγελο αυτό που περιορίζεται στα χείλη, δεν φτάνει ως τα μάτια.
Αντιθέτως το συνάδελφο του τον θυμάται που όταν χαμογελούσε να φωτίζονται τα λαμπερά του μάτια. Το
χαμόγελο στο πρόσωπο του θύμιζε τα μικρά κύματα που σκάνε στην άκρη του
γιαλού την ώρα που δεν φυσάει.
Ο συνάδελφος είχε σώμα δυνατό γεμάτο υγεία. Ήταν οι καλύτερες λέξεις για να τον περιγράψει. Περπατούσε περίτεχνα, στητά, με σιγουριά, έσφυζε από ζωή. Ήταν ο τύπος του ανθρώπου που δεν υποχωρούσε κάτω από δύσκολες συνθήκες, ο ίδιος έλεγε: «Ο άνθρωπος συναντάει αντιξοότητες, στο χέρι του είναι να τις υπερβαίνει». Ποτέ δεν φοβήθηκε την σκληρή δουλειά.
Η ζωντάνια και η ενεργητικότητα επέκτειναν τον ζωτικό του χώρο.
Ξεκίνησε ο συνάδελφος του λοιπόν το νέο ταξίδι, με πλοίο της Λιβανέζικης εταιρείας, που πάει να πει να ταξιδεύει κόντρα στον καιρό, που πάει να πει να τα δίνει όλα για να ζήσει το δικό του επαγγελματικό όνειρο. Και βρέθηκε σ’ ένα άγνωστο περιβάλλον από πλευράς συνεργατών, και δεν πτοήθηκε, του άρεσε να γινόταν αρεστός, του άρεσε να πιστεύει ότι δεν ήταν δειλός, ήταν αποφασισμένος να οικοδομήσει την προσωπική και επαγγελματική του επιτυχία.
Όλα έμελλε να γίνουν στο τρίτο του ταξίδι. Ήταν ένα τυχαίο περιστατικό που επέφερε το θανατηφόρο εργατικό ατύχημα.
Προφανώς ένα παρόμοιο γεγονός όπως η απώλεια ενός φίλου συναδέλφου είναι ένα έντονα θλιβερό συναίσθημα και μια ψυχική δοκιμασία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι σ’ αυτή την ηλικία ποτέ δεν περιμένεις το θάνατο, σε στιγμές του επαγγελματικού καθήκοντος, αλλά αυτός έρχεται χωρίς προειδοποίηση.
Οι έρευνες που ακολούθησαν από εμπειρογνώμονες για την αιτία της πρόκλησης της έκρηξης κατέληξαν στο συμπέρασμα του ανθρώπινου λάθους, από τον αξιωματικό φυλακής μηχανοστασίου, μ’ αποτέλεσμα στη δεδομένη ανωμαλία να επέλθει ισχυρή έκρηξη που συμπαρέσυρε στο θάνατο τον ίδιο, τον βοηθό φυλακής, και τον συνάδελφο Πρώτο μηχανικό.
Για τον έλεγχο της λειτουργίας στους λέβητες των πλοίων έγιναν ουσιώδης θεωρητικές μελέτες, και επινοήθηκαν όλο και πιο επιτυχημένα συστήματα έλεγχου με πολύπλοκες κατασκευές που να οδηγούν όλες τις απορρέουσες καταστάσεις λειτουργίας στη μηδαμινότητα ανεπιθύμητων συμβάντων.
Τι συνέβη λοιπόν και στο μηχανοστάσιο έγινε έκρηξη και πήρε φωτιά;
Στην πράξη αποδείχνεται τ’ αναπτυσσόμενα επιτυχημένα συστήματα έλεγχου ποτέ δεν είναι απόλυτα επιτυχημένα. Δεν μπορούν να είναι. Όσο τελειοποιημένο και πολύπλοκο κι αν είναι ένα σύστημα, πάντα θα υπάρχει τρόπος να προκαλέσει μια ανωμαλία. Αυτή είναι μια θεμελιώδης αλήθεια των μαθηματικών. Όσο σ’ όλο αυτό το σύστημα υπεισέρχεται και ο ανθρώπινος παράγοντας είναι αδύνατο να φτιάξεις ένα σύστημα τέλειο και πολύπλοκο όσο να μειώσεις την πιθανότητα της ανώμαλης λειτουργίας του στο μηδέν.
Με τον ασφυκτικό δε και χωρίς περιορισμούς στα μέσα, ανταγωνισμό των επιχειρήσεων, και την εντατικοποίηση της εργασίας σε ρυθμό και χρόνο, καταρρίπτεται με τον πλέον απόλυτο τρόπο η πάγια αντίληψη ότι η τεχνολογία από μόνη της θα μπορέσει μέσα από την εξέλιξή της να προστατεύσει τον εργαζόμενο, να εγγυηθεί συνθήκες ασφάλειας.
...... Όταν τον τον προσφιλή του φίλο τον μετέφεραν στο κατάστρωμα το φεγγαρόφωτο, γλιστρώντας ανάμεσα από την τσιμινιέρα και τα ξάρτια του πλοίου, ζωγράφιζε φωτεινές χρυσόπλεκες λουρίδες στο γαλήνιο πρόσωπο του. Το ταξίδι γι’ αυτόν είχε τελειώσει. Το πλοίο που τον μετέφερε ήδη είχε χαθεί στον ορίζοντα και στη ρωγμή για το άγνωστο. Πέρασε τη χαραμάδα που διαχωρίζει τη ζωή απ’ το θάνατο και εκεί που κανένας μπρος στην παντοδυναμία του θανάτου, δεν είναι πάνω απ΄ το χρόνο. Και μετά το θάνατο στο σώμα, θα επακολουθήσει ο θάνατος της μνήμης. Ο ανελέητος νόμος της ζωής. Κανείς δεν θα σε ξέρει σαν να μην είχες ποτέ υπάρξει,.
Σήμερα ο πρόωρα αδικοχαμένος συνάδελφος του, είναι σαν την σκόνη στην άκρη του δρόμου και ο Ήλιος αδιάφορος ρίχνει τη ματιά του κάθε πρωί στα λιόδεντρα της γενέτειρας του της Αρκαδικής γης. Γι αυτόν η ανάμνηση του πρόωρα χαμένου συνάδελφου αφήνει μια θλίψη να σεργιανίζει μέσα στις έγνοιες του, και οι σκέψεις του γίνονται άηχες λέξεις που χάνονται σαν ήχοι μακρινοί και απροσπέλαστοι. Γίνονται θάλασσα και απλώνονται να μην τελειώνουν πουθενά. Του φαινόταν σα να ‘ταν χθες που περπατούσαν στις προβλήτες της Σιγκαπούρης παρέα. Ηταν μια τέτοια μέρα που για τον καλό του φίλο άνοιξε η πόρτα για την άβυσσο, και τον οδήγησε πέρα από την άβυσσο στο άγνωστο της υπέρτατης ερημιάς, και στη μοναξιά του θανάτου. Ο Άδης, είναι ερωτευμένος με όλους μας τους θνητούς, όλοι μας πρέπει να περάσουμε από τις Πύλες του Άδη, που οδηγούν στον ποταμό της θλίψης. Ο θάνατος δεν απαιτεί τίποτε απολύτως, απλά έρχεται να σε πάρει και θέλει να ταξιδέψεις μαζί του, κατά προτίμηση χωρίς μεγάλη αντίσταση. Τίποτα και κανένας δεν μπορεί τελικά να µας σώσει: Το «κακό» εισβάλλει παντού. Ο θάνατος χωράει και από τις χαραμάδες. Όταν η μοίρα σε βάλει στο μάτι δε γλιτώνεις ακόμη κι αν κρυφτείς μέσα στο πιο σκοτεινό λαγούμι.
Συνάδελφε
***Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια
για να του γίνει θάνατος πικρός σταυραδερφός του.
Πήγαινε, Ιγνάτιο. Μην ακούς την πυρωμένη ανάσα.
Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει…
Την αρχοντιά σου τραγουδώ με λόγια που στενάζουν
κι εν’ αεράκι όπου ‘κλαιγε στα λιόδεντρα θυμάμαι.
Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω.
Γι’ αυτούς που θ’ έρθουν τραγουδώ …….***
*** Λόρκα





'

Ωραιότατο το blog σας με ταξίδεψε !!
ΑπάντησηΔιαγραφή