ADS

click to open

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023

Etimasies Anachorisis

......Υπάρχουν στιγμές στη ζωή του ανθρώπου που δεν τις καταλαβαίνει την ώρα που συμβαίνουν. Μόνο πολλά χρόνια αργότερα, όταν η μνήμη επιστρέφει σιωπηλά και ανοίγει τα παλιά της συρτάρια, αντιλαμβάνεται πως εκείνες οι ημέρες ήταν σταθμοί. Ήταν τα αόρατα σημάδια που χώριζαν μια εποχή από μια άλλη. Για τον μικρό Αλκιβιάδη πλησίαζε η στιγμή να αφήσει πίσω του τον κόσμο των Κουλεντίων. Το χωριό με τα λευκά σπίτια, τις ασβεστωμένες αυλές, τις λιθόχτιστες στράτες, το Μεγάλο Ρέμα, τις ελιές και τις φωνές των ανθρώπων του, θα έμενε πλέον πίσω του σαν ένας πολύτιμος θησαυρός φυλαγμένος βαθιά στην ψυχή του.
Οι ετοιμασίες είχαν αρχίσει. Μέσα στο σπίτι υπήρχε εκείνη η παράξενη αναστάτωση που συνοδεύει τις μεγάλες αλλαγές. Οι γονείς του μιλούσαν περισσότερο σιγανά, σαν να φοβόντουσαν μήπως οι λέξεις τους κάνουν την αναχώρηση πιο πραγματική. 
Το χωριό που μέχρι τότε ήταν ολόκληρος ο κόσμος του, άρχιζε σιγά σιγά να μικραίνει μπροστά στην ανάγκη της ζωής. Όμως μέσα του δεν θα μίκραινε ποτέ. Θα έμενε για πάντα εκεί, όπως ήταν τότε: με το καθαρό του φως, τις δύσκολες στράτες, τους ανθρώπους του μόχθου και την αγάπη που, χωρίς να το γνωρίζουν, του είχαν χαρίσει. Και ίσως αυτός να είναι ο τρόπος που οι τόποι συνεχίζουν να υπάρχουν.
Όχι στις πέτρες και στα σπίτια μόνο, αλλά στους ανθρώπους που τους κουβαλούν μέσα τους. Από τις πρώτες ημέρες της άνοιξης του 1958, όταν η φύση άρχισε ξανά να ξυπνά από τον βαθύ χειμωνιάτικο ύπνο της, όταν τα ζώα εγκατέλειπαν τις κρυψώνες τους και τα αποδημητικά πουλιά επέστρεφαν από τα μακρινά τους ταξίδια, ο Αλκιβιάδης άρχισε να διαισθάνεται πως κάτι διαφορετικό συνέβαινε στο σπίτι τους. Ήταν μεγαλύτερος από τα άλλα παιδιά και ίσως γι’ αυτό παρατηρούσε περισσότερα. Δεν γνώριζε ακόμη την αλήθεια, ούτε κανείς του είχε μιλήσει καθαρά, όμως μέσα του είχε αρχίσει να σχηματίζεται μια αόριστη υποψία. Κάτι ετοίμαζαν οι γονείς του. Κάτι σημαντικό. Κάτι που δεν έμοιαζε με τις συνηθισμένες προετοιμασίες της καθημερινής ζωής. Δεν ήξερε λεπτομέρειες, δεν μπορούσε να φανταστεί την έκταση της αλλαγής που ερχόταν, αλλά ένιωθε πως η οικογένεια ετοιμαζόταν για ένα μεγάλο ταξίδι. Ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Ο πατέρας του δεν έκρυβε πλέον τις προθέσεις του. Οι κινήσεις του, οι συζητήσεις του, οι προσεκτικές ενέργειες που έκανε μαζί με τη μητέρα του, ήταν σημάδια που δύσκολα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα. Για ένα παιδί, ακόμη και οι σιωπές των μεγάλων έχουν φωνή. Ο Αλκιβιάδης παρατηρούσε. Έβλεπε τα πράγματα που άλλαζαν θέση, τις προετοιμασίες που γίνονταν με τάξη και προσοχή, τον τρόπο που οι γονείς του συνεργάζονταν ήρεμα, σαν άνθρωποι που είχαν ήδη πάρει μια μεγάλη απόφαση και τώρα ακολουθούσαν βήμα προς βήμα τον δρόμο της πραγματοποίησής της.
Ήταν μια διαδικασία συστηματική και οργανωμένη, γεμάτη προνοητικότητα. Ο πατέρας του σχεδίαζε, η μητέρα του συμπαραστεκόταν, και μαζί προετοίμαζαν την αλλαγή που θα μετέφερε ολόκληρη την οικογένεια μακριά από τον τόπο που μέχρι τότε ήταν ολόκληρος ο κόσμος τους. Και ο μικρός Αλκιβιάδης, χωρίς ακόμη να γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες, ένιωθε πως κάτι τελείωνε. Η παιδική του ζωή στα Κουλέντια, με τις στράτες, το Μεγάλο Ρέμα, τις ελιές και τις γνώριμες φωνές του χωριού, άρχιζε σιγά σιγά να περνά στην περιοχή της ανάμνησης. Οι σχεδιασμοί τους δεν αποκαλύπτονταν από λόγια, αλλά από τις ίδιες τους τις πράξεις.Υπήρχε μια βιασύνη, εκείνη η γνώριμη ανησυχία που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους όταν ετοιμάζονται για ένα μεγάλο ταξίδι. Ο πατέρας μπαινόβγαινε συνεχώς, ένα ασταμάτητο πήγαινε-έλα που φανέρωνε πως ο νους του βρισκόταν ήδη αλλού. Δεν τον χωρούσε ο τόπος. Στην καθημερινότητά του ο χρόνος έμοιαζε ξαφνικά να έχει λιγοστέψει. Κάθε ώρα είχε γίνει πολύτιμη και το μυαλό του έτρεχε στις αμέτρητες λεπτομέρειες που έπρεπε να τακτοποιηθούν πριν από την αναχώρηση. Κι όμως, πίσω από αυτή τη βιασύνη υπήρχε ένας βαρύς αποχωρισμός.Τα μικρά κτήματά τους, οι ελιές, τα χωράφια, όλα εκείνα που είχαν ποτιστεί με τον ιδρώτα του και είχαν κερδηθεί με σκληρή χειρωνακτική εργασία, άρχιζαν τώρα να δίνουν τους πρώτους καρπούς. Ήταν η ανταμοιβή χρόνων μόχθου, η ελπίδα πως η οικογένειά του θα μπορούσε να ζήσει με περισσότερη ασφάλεια και να μην στερείται τα απαραίτητα. Η γη, όμως, απαιτούσε ακόμη τη φροντίδα του. Ήθελε την παρουσία του, την καθημερινή επίβλεψη, την αφοσίωση που χρειάζεται κάθε καρποφόρο δέντρο και κάθε σπόρος για να μεγαλώσει. Και αυτή τη χρονιά, παρά την αγάπη του γι’ αυτήν, δεν μπόρεσε να της δώσει όσα της χρωστούσε. Η σκέψη του είχε ήδη ταξιδέψει αλλού. Ήταν σαν να είχε αρχίσει να ξεριζώνει ένα κομμάτι του εαυτού του από τη γη που τον μεγάλωσε, όχι επειδή έπαψε να την αγαπά, αλλά επειδή η ζωή τον καλούσε να αναζητήσει έναν διαφορετικό δρόμο για τη φαμίλια του.
Είχαν περάσει δέκα χρόνια από τότε που είχαν αποκτήσει αυτά τα μικρά κτήματα. Για να τα αποκτήσει ο πατέρας χρειάστηκε πολύς κόπος, ατέλειωτη προσωπική εργασία και ένα μικρό αγροτικό δάνειο, που ακόμη δεν είχε καταφέρει να αποπληρώσει. Οι πρακτικές της εποχής, με τους συνεχείς ανατοκισμούς και τις επιβαρύνσεις, είχαν διογκώσει το χρέος, μετατρέποντάς το από μια προσωρινή βοήθεια σε ένα δυσβάσταχτο βάρος που τον ακολουθούσε ακόμη, παρά τις προσπάθειες και τις καταβολές που είχε κάνει όλα αυτά τα χρόνια. Η γη, όσο κι αν την αγάπησε και όσο κι αν την πότισε με τον ιδρώτα του, δεν μπορούσε πάντα να ανταποκριθεί στις ανάγκες της οικογένειας. Οι σοδειές ήταν μικρές και εξαρτημένες από τις εποχές. Τα λίγα ζωντανά που είχαν δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν σταθερά την τροφή για ολόκληρο το σπιτικό. Έδιναν όσα μπορούσαν, αλλά όχι περισσότερα απ’ όσα ήδη πρόσφεραν.
Ακόμη και η μικρή συμμετοχή του στο ελαιοτριβείο του οικισμού, μια προσπάθεια να δημιουργήσει ένα επιπλέον εισόδημα, εξακολουθούσε να αποφέρει κάθε χρόνο κάποια κέρδη. Όμως κι αυτά δεν ήταν αρκετά. Όσο η φαμίλια μεγάλωνε, μεγάλωναν μαζί και οι ανάγκες της. Το εισόδημα δεν επαρκούσε πλέον για να καλύψει τις απαιτήσεις μιας οικογένειας που προχωρούσε μπροστά.
Και ο πατέρας βρέθηκε μπροστά στο δύσκολο δίλημμα: να παραμείνει δεμένος με τη γη που είχε αποκτήσει με τόσο κόπο ή να αναζητήσει αλλού έναν δρόμο που θα εξασφάλιζε ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά του.
Η απόφαση δεν ήταν εύκολη.
Δεν εγκατέλειπε απλώς χωράφια και περιουσία. Άφηνε πίσω του δέκα χρόνια μόχθου, ελπίδων και ονείρων, χαραγμένα πάνω στο χώμα εκείνων των μικρών κτημάτων.
Και όταν έπαιρνε να βραδιάζει, ο πατέρας, σε μια σιωπηλή στιγμή νοσταλγίας και αποχωρισμού, ατένιζε από απέναντι το βιός του.
Καθισμένος μπροστά στον Ναό του Αγίου Παντελεήμονα, άφηνε το βλέμμα του να πλανηθεί μακριά, πάνω στο τοπίο που είχε γίνει κομμάτι της ζωής του. Από εκεί ψηλά μπορούσε να βλέπει τα χωράφια τους στον απέναντι λόφο, τη γη που είχε αποκτήσει με κόπο, τα σημάδια του μόχθου του και τα μέρη όπου είχε αφήσει χρόνια από τη ζωή του. Εκείνη τη στιγμή όμως η φύση γύρω του δεν του φαινόταν όπως παλιά.
Του φαινόταν θλιμμένη.
Οι αιμασιές από τις φραγκοσυκιές, που έκλειναν τη γη τους από πάνω μέχρι κάτω, έμοιαζαν στα μάτια του σαν γκρίζοι πέτρινοι τοίχοι που σέρνονταν από πεζούλα σε πεζούλα, από τον λόφο μέχρι τη ρεματιά. Σαν να ήταν τα σύνορα ενός μικρού κόσμου που σε λίγο θα άφηνε πίσω του. Η βαθιά του θλίψη είχε αλλάξει τον τρόπο που έβλεπε τα πάντα. Το τοπίο δεν ήταν πια μόνο χώμα, πέτρες και φυτά. Ήταν η μνήμη του, οι κόποι του, οι ελπίδες του. Η σιωπή του τόπου έμοιαζε να συμμετέχει στον δικό του πόνο, σαν να καταλάβαινε πως ένας δεσμός χρόνων ετοιμαζόταν να κοπεί. Πέρα, στη γερτή πλαγιά της «Πάνω Λάκας», στεκόταν το καμίνι για τα ξυλοκάρβουνα. Ένα έργο υπομονής που είχε φτιάξει ο ίδιος, σιγά σιγά, με τα χρόνια, ακολουθώντας την παλιά παραδοσιακή μέθοδο. Πόσος κόπος, πόση υπομονή και πόσα ξημερώματα είχαν περάσει μέχρι να το δημιουργήσει.
Είχε φτάσει ήδη ο Μάρτης και το καμίνι έμενε ακόμη άκαυτο. Δεν πρόλαβε ούτε αυτό να το στήσει για να ενισχύσει το λιγοστό εισόδημα της οικογένειας. Και ίσως αυτό να ήταν που τον πονούσε περισσότερο: όχι μόνο ότι άφηνε πίσω του τη γη, αλλά ότι άφηνε πίσω του και πράγματα που είχαν μόλις αρχίσει να παίρνουν μορφή, σχέδια που περίμεναν ακόμη τη δικαίωσή τους.
Φτωχή και άνυδρη η γη τους, λίγη στο μερτικό που τους αναλογούσε, δεν μπορούσε πλέον να εξασφαλίσει την επιβίωσή τους.
Η καλλιέργειά της ήταν πράγματι μια μεγάλη πρόκληση, όχι όμως κάτι ακατόρθωτο. Οι άνθρωποι του τόπου γνώριζαν καλά τα μυστικά της άνυδρης γης. Η σοφία των προηγούμενων γενεών είχε διδάξει τρόπους να αξιοποιούν κάθε κομμάτι χώματος, κάθε σταγόνα υγρασίας, κάθε δυνατότητα που τους πρόσφερε η φύση. Δεν ήταν απλώς μια λύση ανάγκης· ήταν ένας τρόπος ζωής, μια σχέση ανθρώπου και γης που είχε δοκιμαστεί μέσα στους αιώνες. Όμως, όσο κι αν την αγαπούσαν και όσο κι αν πάλευαν μαζί της, αυτή η γη δεν μπορούσε να τους δώσει όσα ονειρεύονταν. Δεν μπορούσε να χαρίσει στα παιδιά τους εκείνη τη ζωή που κάθε γονιός επιθυμεί να προσφέρει στην οικογένειά του.
Εκεί, στην απομόνωση της επαρχίας, έλειπαν πολλά από εκείνα τα απλά αλλά απαραίτητα πράγματα που κάνουν τη ζωή του ανθρώπου πιο εύκολη και πιο ανθρώπινη. Οι άντρες και οι γυναίκες της ελληνικής υπαίθρου πάλευαν καθημερινά με τον μόχθο, τη φτώχεια και τις αβεβαιότητες της φύσης, προσπαθώντας να κρατήσουν όρθιες τις οικογένειές τους. Αυτή η σκληρή πραγματικότητα έγινε μία από τις βασικές αιτίες του μεγάλου κύματος μετανάστευσης που σημάδεψε την Ελλάδα εκείνων των χρόνων. Άνθρωποι έφευγαν για τις πολιτείες, για τα εργοστάσια, για τα καράβια. Άλλοι γίνονταν εργάτες σε ξένους τόπους, άλλοι ταξίδευαν στις θάλασσες με φορτηγά πλοία και πετρελαιοφόρα, αναζητώντας μια ευκαιρία που ο τόπος τους δεν μπορούσε πλέον να τους προσφέρει.
Αυτά συλλογιζόταν κι ο πατέρας.
Δεν άφηνε πίσω του μόνο χωράφια και σπίτια. Άφηνε έναν ολόκληρο κόσμο που αγαπούσε, έναν κόσμο χτισμένο με ιδρώτα και υπομονή. Μα η αγάπη για τον τόπο του συγκρουόταν μέσα του με την αγωνία για το μέλλον των παιδιών του. Και μέσα σε αυτή τη δύσκολη απόφαση, κρατούσε την ελπίδα του στον Θεό. Προσευχόταν σιωπηλά για καλύτερες μέρες, για μια νέα αρχή, για έναν δρόμο που θα οδηγούσε την οικογένειά του σε μια ζωή πιο ασφαλή και πιο φωτεινή.
Καθώς περνούσαν τα πρώτα χρόνια από τον ερχομό τους στον φτωχό οικισμό, η Ιοκάστη και ο Κλέαρχος άρχισαν όλο και πιο συχνά να συζητούν για το μέλλον τους. Και όσο περισσότερο μιλούσαν γι’ αυτό, τόσο πιο καθαρά καταλάβαιναν πως το μικρό τους χωριουδάκι δεν μπορούσε να θρέψει ούτε εκείνους που είχαν γεννηθεί και ριζώσει σ’ αυτά τα χώματα από παλιά, ούτε τα παιδιά που μεγάλωναν μέσα σε αυτό. Η γη ήταν φιλόξενη μόνο σε όσους μπορούσαν να συμβιβαστούν με τη στέρηση. Δεν αρκούσε όμως για τα όνειρα μιας οικογένειας που μεγάλωνε και ζητούσε μια καλύτερη προοπτική.
Η ιδέα του Κλέαρχου να μεταναστεύσουν είχε εγκατασταθεί εδώ και καιρό στο μυαλό του. Όμως συνεχώς την ανέβαλε. Μια μέρα περνούσε στην άλλη, μια σκέψη διαδεχόταν την προηγούμενη, και η απόφαση παρέμενε μετέωρη. Ίσως ήταν ο φόβος για το άγνωστο. Ίσως η δυσκολία να αφήσει πίσω του έναν τόπο που είχε γίνει κομμάτι της ύπαρξής του. Ίσως πάλι εκείνη η ανθρώπινη αδυναμία που πολλές φορές μας κρατά δεμένους με όσα γνωρίζουμε, ακόμη κι όταν αυτά δεν μας αρκούν.
Πέρασε πολλές άγρυπνες νύχτες συλλογιζόμενος.
Στο σκοτάδι, όταν όλοι στο σπίτι κοιμούνταν, εκείνος πάλευε μόνος με τις σκέψεις του. Ζύγιζε όσα άφηνε πίσω του και όσα ίσως κέρδιζε μπροστά του. Σκεφτόταν τα παιδιά του, τη γυναίκα του, το χρέος του ως πατέρα. Έπρεπε πρώτα να δώσει θάρρος στον ίδιο του τον εαυτό. Να πείσει την καρδιά του να μην δειλιάσει όταν θα ερχόταν η ώρα να ορίσει τη μέρα της αναχώρησης. Γιατί η απόφαση να φύγει δεν ήταν απλώς ένα ταξίδι σε έναν άλλο τόπο. Ήταν ένας αποχωρισμός από μια ολόκληρη ζωή.
Είδε κι απόειδε ο πατέρας.
Κατάλαβε πως προκοπή σ’ εκείνο το χωριό δεν υπήρχε ούτε για τον ίδιο ούτε για τη φαμίλια του, και πήρε τη μεγάλη απόφαση. «Αργά ή γρήγορα, όλα φτάνουν σε τούτη τη ζωή», συλλογίστηκε.
Ήξερε πως κάποια στιγμή ο άνθρωπος πρέπει να πάρει τον δρόμο που του ανοίγει η ανάγκη, όσο δύσκολος κι αν είναι. Η παραμονή στον τόπο του δεν ήταν πια ζήτημα αγάπης· ήταν ζήτημα επιβίωσης.
Στο τέλος μίλησε στον αδελφό του και του εξέφρασε την επιθυμία του: αν μπορούσε να του βρει κάποια δουλειά στην πολιτεία, θα ήθελε να δοκιμάσει την τύχη του εκεί. Η ζωή στη χέρσα και άνυδρη γη είχε αρχίσει να τον βαραίνει. Όχι γιατί δεν αγαπούσε τη γη του, ούτε γιατί δεν γνώριζε την αξία του μόχθου. Την είχε ποτίσει με τον ιδρώτα του και ήξερε καλά τι σημαίνει να παλεύεις με το χώμα και τον καιρό. Όμως ένιωθε πως εκείνη η ζωή τού έπαιρνε σιγά σιγά τα χρόνια της νιότης του χωρίς να του δίνει την ανταμοιβή που περίμενε. Δεν ήταν άνθρωπος που ονειρευόταν μια ζωή γεμάτη ανέσεις. Δεν είχε μάθει να ζητά πολλά. Ήθελε όμως να μπορεί να σταθεί όρθιος απέναντι στην οικογένειά του, να προσφέρει στα παιδιά του περισσότερα από όσα μπορούσε να τους δώσει εκείνος ο φτωχός τόπος.
Γιατί, όσο κι αν κουραζόταν, όσο κι αν αμφέβαλλε για τις δυνάμεις του, παρέμενε άντρας μιας άλλης εποχής. Και τότε αρκούσε η παρουσία του, η σκιά του, για να αισθάνονται οι δικοί του πως είχαν έναν άνθρωπο μπροστά τους που θα προσπαθούσε να τους προστατεύσει.
Σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε τους φόβους του και τις αμφιβολίες του.
Αναρωτήθηκε πολλές φορές αν αυτή η κίνηση ήταν πράγματι η σωστή. Αν άξιζε να αφήσει πίσω του τον τόπο που τον γέννησε, τη γη που είχε δουλέψει με τα χέρια του, τα σπίτια, τους ανθρώπους και τις μνήμες μιας ολόκληρης ζωής. Όμως κάθε φορά που ο φόβος ερχόταν να τον κρατήσει πίσω, μπροστά του ορθωνόταν η πραγματικότητα. Η ανέχεια, οι λιγοστοί πόροι, η έλλειψη επιλογών και η απουσία εργασίας στον τόπο τους έδιναν την απάντηση. Δεν ήταν πια μόνο ένα όνειρο για κάτι καλύτερο· ήταν μια ανάγκη που απαιτούσε λύση. Και τότε ήρθαν και οι φήμες που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα. «Οι Πολιτείες έχουν ευκαιρίες. Εκεί βρίσκεις εύκολα δουλειά. Εκεί το ψωμί σου το τρως με βούτυρο», έλεγαν όσοι είχαν ακούσει ή όσοι είχαν ήδη φύγει. Τα λόγια αυτά μεγάλωναν μέσα του την ελπίδα.
Υπήρχε ακόμη και ο αδελφός του, που ήταν παντρεμένος εκεί. Ίσως μπορούσε να τους προσφέρει μια πρώτη βοήθεια, μια γωνιά να σταθούν, ένα χέρι συμπαράστασης στα δύσκολα πρώτα βήματα.
Είχε ακούσει βέβαια και από άλλους συγχωριανούς πως στην πολιτεία χαμένος δεν έμενε κανείς. Όποιος είχε θέληση για δουλειά, έβρισκε τον δρόμο του. Ρώτησε ο πατέρας, ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες, ξαναρώτησε. Άκουσε, ζύγισε, συλλογίστηκε. Και όταν πια πήρε την απόφασή του, όλα έγιναν γρήγορα, σχεδόν σαν αστραπή. Η σκέψη που για μήνες και χρόνια πάλευε μέσα του, μέσα σε λίγες μέρες έγινε πράξη. Ο δρόμος της ξενιτιάς είχε ανοίξει μπροστά τους.
Άρχισαν οι ετοιμασίες για την αναχώρηση στη Λαμία, με το όνειρο να γνωρίσουν κι αυτοί τα αγαθά της μεγαλούπολης. Χρήματα όμως δεν υπήρχαν ούτε για τα εισιτήρια. Όταν υπάρχει ανάγκη, ο άνθρωπος βρίσκει δρόμο. Κάποιοι δέχτηκαν να του δώσουν τα χρήματα που χρειάζονταν, με αντάλλαγμα την παραχώρηση της περιουσίας και του σπιτιού τους. Πούλησε το μικρό τους σπίτι με τον όμορφο φούρνο. Μαζί και το κτηματάκι δίπλα στον φούρνο με τις αγκινάρες. Πούλησε και το μικρό περιβολάκι πίσω από τη λιμνούλα.
Έναν τόπο που ο Αλκιβιάδης αγαπούσε βαθιά. Ένα μικρό περιβόλι με λίγα δέντρα στα σύνορά του, έναν κόσμο ολόκληρο στα παιδικά του μάτια. Όλα για ένα κομμάτι ψωμί. Για τα ναύλα της φαμίλιας με προορισμό τη Λαμία. Χαλάλι να γίνονταν σε εκείνον τον φίλο, τον αδερφικό, που τα παρέλαβε.
Και ήρθε η μέρα της αναχώρησης.
Η στιγμή που όλοι γνώριζαν πως κάποτε θα ερχόταν.
Με πόνο ψυχής πούλησαν και το τελευταίο απομεινάρι της περιουσίας τους: το κτήμα με τις ελιές, εκεί στο μάτι της ρεματιάς, στου Μεϊμέτ-αγά. Το κτήμα που ήταν σαν καρδιά που χτυπούσε στο στήθος τους.
Γιατί από εκεί ζούσαν.
Το πρώτο βήμα
Ακόμη και το πιο μακρινό ταξίδι, όσο δύσκολο κι αν είναι, αρχίζει πάντοτε με ένα απλό πρώτο βήμα.
Ήταν καλοκαίρι του 1958.
Η εσωτερική μετανάστευση στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο βρισκόταν στο αποκορύφωμά της. Ένας ολόκληρος κόσμος της υπαίθρου ξεριζωνόταν από τα πατρογονικά του χώματα. Η αστυφιλία άπλωνε αργά αλλά σταθερά τη δύναμή της και πίεζε την καρδιά κάθε Λάκωνα, αδιάφορο αν κατοικούσε σε εύφορους κάμπους, σε δασωμένα βουνά ή σε φτωχές και άνυδρες γωνιές της γης.
Άνθρωποι έφευγαν.
Άλλοι με τα καράβια, άλλοι με τα τρένα, άλλοι με όποιον τρόπο μπορούσαν, αναζητώντας εργασία και μια ζωή που να τους προσφέρει περισσότερη ασφάλεια.
Νέοι άντρες και νέες γυναίκες άφηναν πίσω τους τα χωριά τους, με αποτέλεσμα η ύπαιθρος να αδειάζει σιγά σιγά και τα μεγάλα αστικά κέντρα να διογκώνονται. Οι πόλεις υπόσχονταν σταθερή εργασία, καλύτερες συνθήκες και ένα μέλλον που στον τόπο τους έμοιαζε δύσκολο να υπάρξει.
Ήταν η εποχή που πολλοί άνθρωποι πήραν στους ώμους τους την ίδια απόφαση που πήρε και η οικογένεια του Αλκιβιάδη.
Να αφήσουν πίσω τους τη γη που τους γέννησε.
Να αποχωριστούν τα γνώριμα μονοπάτια, τις αυλές, τα χωράφια, τα δέντρα και τις μνήμες, για να κυνηγήσουν μια ελπίδα.
Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, οι μνήμες των πρώτων παιδικών του χρόνων ξυπνούν μέσα του σαν κύματα που έρχονται από μακριά και πλημμυρίζουν τη σκέψη του.
Δεν μπορεί εύκολα να ξεχάσει.
Ο τόπος εκείνος επιστρέφει ξανά και ξανά στα όνειρά του. Οι πλαγιές, το Μεγάλο Ρέμα, οι ελιές, τα μονοπάτια, οι μυρωδιές της άνοιξης, όλα ζωντανεύουν μέσα του με μια γλυκιά μελαγχολία.
Εκεί περπάτησε τα πρώτα του βήματα.
Εκεί γνώρισε τον κόσμο.
Εκεί έμαθε τη χαρά, τον φόβο, τη μοναξιά, την αγάπη και τον αποχωρισμό.
Και τώρα, κοιτάζοντας πίσω, μετρά τα πεπραγμένα της ζωής του. Μιας ζωής που ακολούθησε τον δρόμο της ξενιτιάς, αλλά συγχρόνως άνοιξε νέους ορίζοντες, νέους τόπους και νέες εμπειρίες.
Ο δρόμος που τότε φάνταζε σαν απώλεια, έγινε τελικά και δρόμος δημιουργίας.
Και μέσα σε όλες αυτές τις σκέψεις επιστρέφει η φωνή του σοφού παππού του.
Εκείνου που πάντα, με το ήρεμο βλέμμα και το χαμόγελο στα χείλη, έβλεπε τη ζωή με περισσότερη γαλήνη.
«Γιε μου, τα στάσιμα νερά βρομίζουν».
Λόγια απλά, μα γεμάτα σοφία.
Γιατί γνώριζε πως ο άνθρωπος, όσο κι αν αγαπά τις ρίζες του, δεν είναι φτιαγμένος μόνο για να μένει ακίνητος. Χρειάζεται κάποτε να κινήσει τα νερά της ζωής του, να αναζητήσει νέους δρόμους, να δοκιμάσει τις δυνάμεις του απέναντι στο άγνωστο.
Και έτσι άρχισε κι εκείνο το μεγάλο ταξίδι.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Η Ημέρα της Αναχώρησης
.....

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button