ADS

click to open

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

O Thanatos Xora Kai Apo Tis Xaramades

Ένα ταξίδι με Ρίσκο είναι η ζωή, όπου οι στιγμές είναι πολύτιμες και το μέλλον αβέβαιο. Η ζωή δεν έχει εγγυήσεις. Κάθε απόφαση, κάθε νέα αρχή, ακόμα και η παραμονή στην ασφάλεια, εμπεριέχουν το στοιχείο του απρόβλεπτου, του άγνωστου. Το άγνωστο είναι αυτό που κάνει το ταξίδι συναρπαστικό, αλλά και τρομακτικό. Αυτή η αντίφαση είναι που μας δίνει το κίνητρο να ζούμε ουσιαστικά, να αγαπάμε και να δημιουργούμε, παρά τον φόβο. Καλώς ή κακώς, δεν μπορείς να επιλέξεις τι ενδέχεται να σου τύχει στον δρόμο σου, αν θα υπάρχει έρωτας, αγάπη, θλίψη, απογοήτευση, θάνατος. «"Λυπήσου αυτούς που δεν ονειρεύονται», έλεγε ο ποιητής, «κι αυτούς που δεν άκουσαν ποτέ στη ζωή τους παραμύθια».
Αυτός, απόμαχος της ζωής, έχει ολοκληρώσει την ενεργή επαγγελματική πορεία του και σήμερα ονειρεύεται τα παλιά. Και το παλιό μας ξέρει και το ξέρουμε, έμαθε την κακή και την καλή μας πλευρά και μας επέλεξε ξανά και ξανά. Δεν μας ζήτησε να αλλάξουμε και δεν έχει απαιτήσεις από εμάς. Συνταξιούχος, στον φθινόπωρο της ζωής του, πάει ολάκερος χρόνος που δεν έχει κάτι να γράψει. Τις μέρες τις βλέπει να περνούν και πολλές φορές του μοιάζουν να ’χουν φτερά, κι άλλες πάλι να μοιάζουν παράλυτες, σαν τα χλωμά φύλλα που πέφτουν στη γη και χάνονται, ώσπου να πέσει και το τελευταίο. Εκείνες τις παράλυτες ώρες αφήνει τη φαντασία του να πετάξει ελεύθερα σ’ αλλοτινούς καιρούς, πίσω στο παρελθόν του. Ανακαλεί στη μνήμη του την αγάπη και τον φόβο της θάλασσας και προβαίνει σε μια αφηγηματική κατάθεση, μέσα από την παρατηρητική ματιά του. Κλείνει τα μάτια του και πάει πίσω στον χρόνο να μοιραστεί τις πιο έντονες αναμνήσεις του.
..Ταξίδεψε σ’ έναν κόσμο που απλώνεται σε έξι ηπείρους, διασχίζοντας τους ωκεανούς με φουρτούνες και με μπουνάτσες. Οι ναυτικοί ζουν σε μια κοινωνία περίεργη, με προσδοκίες και όνειρα, και με την ελπίδα ότι οι ταλαιπωρίες, τα σκληρά ταξίδια που πλέκονται με μαγευτικές πλόες και οι κίνδυνοι δεν αποτελούν παρά μια προσωρινή παρένθεση. Οι πολλοί τα καταφέρνουν, είναι και κάποιοι λίγοι που αφήνουν τη ζωή τους μεσοπέλαγα, όπως ο εκλεκτός συνάδελφός του, νεαρός πρώτος μηχανικός από τα ορεινά χωριά της Αρκαδίας.
..Συνθέτοντας τις αναμνήσεις του από μπερδεμένες εικόνες, ξεπροβάλλει η μορφή του μέσα από μια αναλαμπή που γεμίζει τις σκέψεις του. Ανασύρει νοερά από τον βυθό της μνήμης στιγμές από τη ζωή του να προβάλλονται στη γραμμή του χρόνου, μικρά σημεία στον ατέλειωτο ορίζοντα, άτονοι κύκλοι που κάποτε κλείνουν. Η μνήμη ταξιδεύει και μοιράζεται σε χειμώνες και καλοκαίρια, και στο πέρασμά της σε μια συγκεκριμένη χρονική εξέλιξη του θυμίζει τους φίλους που χάθηκαν στα ταξίδια τους. Σάρκα και οστά έπαιρνε και η μνήμη. Η μνήμη με τους πικρούς θανάτους και η ζωή με τα πικραμένα «αντίο».
 Γιατί η ζωή έχει αναλαμπές, σπίθες πετά και ξεγελιόμαστε, μα έχει και τις φουσκοθαλασσιές και τις τρικυμίες της. Όλοι οι θνητοί με τον ίδιο τρόπο γεννιόμαστε, αλλά μεγαλώνοντας η μοίρα μοιάζει να παίζει μαζί μας λες και είμαστε εύπλαστοι, καμωμένοι από πλαστελίνη, ενώ μας σπρώχνει από διαφορετικά μονοπάτια προς το ίδιο τέλος, τον θάνατο.
Οι αναμνήσεις του που προβάλλονται στη γραμμή του χρόνου, καθώς σκέφτεται, του θύμισαν τον συνάδελφό του!
...Η ιστορία του ξεκίνησε απ’ τον Πειραιά στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '80. Γενικός διευθυντής μεγάλης και γνωστής ναυτιλιακής εταιρείας, μέσω κοινής συγγενικής γνωριμίας, του ζήτησε να περάσει από το γραφείο του. Ενδιαφερόταν για μελλοντική συνεργασία τους. Η καταπληκτικά γοργή ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας είχε ως αποτέλεσμα οι διαχειριστές των εταιρειών να αναζητούν νέα στελέχη, ικανά να επανδρώσουν τόσο τα πλοία όσο και τα γραφεία τους.
Το γραφείο του διευθυντή ήταν μεγαλύτερο απ’ ό,τι συνήθως αυτός περίμενε να δει! Με ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στην επιβατική αποβάθρα του λιμένα. Η διακόσμηση ήταν βαριά και αντρική, είχε ένα τεράστιο γραφείο από ξύλο καρυδιάς, δερμάτινη καρέκλα, έναν μαύρο διθέσιο δερμάτινο καναπέ, ασορτί πολυθρόνα και στιβαρή βιβλιοθήκη στον τοίχο, φορτωμένη με φακέλους και μερικά βιβλία. Μερικές αρχειοθήκες ήταν τακτοποιημένες στην άκρη του δωματίου. Στον τοίχο πάνω από τον καναπέ υπήρχε ένας τεράστιος πίνακας του λιμένος του Πειραιά, και στα ράφια υπήρχαν αρκετές κορνίζες με φωτογραφίες του διευθυντή και της οικογένειάς του, υπέθεσε...
Η βροχή έπεφτε με δύναμη επάνω στα τζάμια των παραθύρων του γραφείου, σχηματίζοντας μικρά αυλάκια νερού στα περβάζια τους. Τρεις ορόφους πιο κάτω, η Ακτή Μιαούλη εξακολουθούσε να τρέχει, να σπρώχνει, να στριμώχνει για να προλάβει να ζήσει άλλη μια ημέρα. Τα αυτοκίνητα πιτσιλούσαν τους δρόμους, κλάξον αυτοκινήτων ηχούσαν ανυπόμονα, άνθρωποι έτρεχαν στα πεζοδρόμια κάτω από ομπρέλες και διπλωμένες εφημερίδες ή αντιμετώπιζαν θαρραλέα τη βροχή με ακάλυπτο κεφάλι. Οι γρήγοροι ρυθμοί και η ενεργητικότητα του δρόμου δεν μειώνονταν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Ο διευθυντής στεκόταν όρθιος πίσω από το γραφείο του, απέπνεε μια αρχοντιά μέσα στο σκούρο κοστούμι του, και η ζεστή λάμψη των ματιών του έβγαζε μια ήρεμη δύναμη. Η παρουσία του φαινόταν να κυριαρχεί στον χώρο.
Αυτός, αν και πεπειραμένος πλέον σε συνεντεύξεις, χωρίς ιδιαίτερο λόγο και ανεξήγητα, ήταν κάπως νευρικός. Ίσιωσε τη ράχη του για ν’ απελευθερώσει ένα μέρος της νευρικότητας του και κοίταξε σταθερά εμπρός του, μεταφέροντας τους θερμούς χαιρετισμούς του κοινού συγγενικού προσώπου.
«Χαίρομαι που σας γνωρίζω,» είπε ταυτόχρονα.
Ο διευθυντής τον άκουσε, χαμογέλασε, ανταπέδωσε τον χαιρετισμό και του έκανε νόημα να καθίσει.
Έχοντας ανακτήσει την αυτοπεποίθησή του, δίστασε απλώς σιωπηλός για μερικά δευτερόλεπτα, προτού αποφασίσει να σπάσει την εθιμοτυπία και να ξεκινήσει τη συζήτηση πρώτος. Από όσο θυμόταν τον εαυτό του, πάντα το χάσιμο χρόνου το θεωρούσε ενοχλητικό.
Ρίχνοντας το βλέμμα του στον χώρο ολόγυρα, τα ποιοτικά έπιπλα ήταν κατασκευασμένα από υλικά υψηλής αντοχής, με κλασική φινέτσα.
«Έχετε εξαιρετικό γούστο, κύριε,» του είπε, δείχνοντας τον χώρο.
Ο γενικός διευθυντής, φουσκώνοντας από ευχαρίστηση, χαμογέλασε πλατιά.
«Μου αρέσει να πιστεύω ότι έχω. Σ’ ευχαριστώ,» του απάντησε.
Στη συνέχεια ήταν ο γενικός που οδήγησε τη συζήτηση στη δική του περιοχή. Τον ρώτησε πώς απέκτησε τη σχέση του με τη θάλασσα και πόσο καλά τα πηγαίνει.
«Ίσως θεωρηθεί υπερβολικό από μέρους μου, αλλά στο επάγγελμα του ναυτικού βρέθηκα κατά τύχη. Αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια της γυμνασιακής μου θητείας, που έπρεπε να διαλέξω τον δρόμο της επαγγελματικής μου ασχολίας για την καθημερινή επιβίωση. Ήταν η εποχή που έπρεπε να πάρω τη ζωή στα χέρια μου, και αποφάσισα πως ο κόσμος εκεί έξω στη θάλασσα είναι απέραντος και γεμάτος προκλήσεις,» του απάντησε.
«Το ίδιο το επάγγελμα είναι μια σαγηνευτική περιπέτεια, ταξιδεύοντας στα κύματα την ίδια μας τη ζωή στην καθημερινότητά της,» συμπλήρωσε την εξομολόγησή του.
Μια έκφραση ικανοποίησης απλώθηκε στο πρόσωπο του γενικού διευθυντή, ενώ καθόταν πιο αναπαυτικά στο κάθισμά του και συνέχισε να περιεργάζεται με μεγαλύτερη προσοχή τον συνομιλητή του. Το βλέμμα του καρφώθηκε επάνω του, γεμάτο ενδιαφέρον και πολλές ερωτήσεις.
«Κάποιοι λένε ότι οι προκλήσεις αρέσουν στους έξυπνους ανθρώπους, του είπε. Γι’ αυτούς το χρήμα είναι αποτέλεσμα, όχι ο στόχος. Και όσοι το κυνηγάνε, το θέλουν γι’ αυτό που εκπροσωπεί, όχι γι’ αυτά που μπορεί να αγοράσει. Εδώ, στον δύσκολο κόσμο της ναυτιλίας, θέλω να γνωρίζεις πως το πρώτο και κύριο μέλημα του κάθε γενικού διευθυντή είναι να προστατέψει τα συμφέροντα της εταιρείας και των εργαζομένων της, συμπεριλαμβανομένων, και όχι να ασχολείται με αφηρημένα ηθικά διλήμματα. Αλλά ταυτόχρονα, η εταιρεία μας αναζητεί στελέχη με προσωπικότητα, αξιοπρέπεια, τίμια, έξυπνα, ικανά και ταλαντούχα, να τους πιστεύει και να τους εμπιστεύεται. Όταν ένα στέλεχος έχει ιδανικά και οράματα, τότε είναι ικανός να υπηρετήσει αξίες.»
Αυτό το βροχερό και μουντό απόγευμα του φθινοπώρου ξεκίνησε τη νέα επαγγελματική συνεργασία του με τη ναυτιλιακή εταιρεία στην Ακτή Μιαούλη. Είχε ήδη επτά χρόνια στο επάγγελμα, κρατούσε στα χέρια του από το πρόσφατο παρελθόν το δίπλωμα του πρώτου μηχανικού και αναζητούσε τώρα νέους εργασιακούς ορίζοντες, πιο ανοικτούς, με ευελιξία και ασφαλές περιβάλλον εργασίας, σε μια εποχή που όλα αλλάζουν.
Η αποδοχή της νέας του αυτής συνεργασίας έφερε αυτόματα την απόρριψη μιας πολύ ενδιαφέρουσας από οικονομικής άποψης, πρότασης συνεργασίας με ναυτιλιακή εταιρεία λιβανέζικων συμφερόντων, που είχε στην κατοχή της πετρελαιοφόρα πλοία. Τη διαχείριση της εταιρείας την εκτελούσαν ελληνικά γραφεία εγκατεστημένα στη Γλυφάδα. Προς αμοιβαία εξυπηρέτηση, στη θέση του τούς πρότεινε έναν αξιόλογο συνάδελφό του, με κοινούς στόχους για τη ζωή. Η εταιρεία του συναδέλφου τού έκανε μια πολύ αξιόλογη προσφορά, την οποία αποδέχτηκε μετά χαράς. Τίποτα το παράξενο. Οι μεγάλες ευκαιριακές υλικές απολαβές που προσφέρονταν στα στελέχη της ναυτιλίας ώστε να επανδρώσουν πλοία με ξένη σημαία, «ανασφάλιστα», έβρισκαν πολλούς πρόθυμους να ριψοκινδυνεύσουν την επαγγελματική τους καριέρα, να θέσουν την ικανότητα και τον προσωπικό τους ζήλο, και να αναλάβουν το ρίσκο να συνεργαστούν με πληρώματα αμφισβητούμενης ικανότητας.
Για τον συνάδελφό του ήταν το πρώτο του ταξίδι σε καθήκοντα επιστασίας μηχανοστασίου. Το πλήρωμα αποτελούνταν από τρεις-τέσσερις Έλληνες, ενώ όλο το υπόλοιπο πλήρωμα ήταν από τη Νοτιοανατολική Ασία.
Σαν σήμερα, τριάντα χρόνια από τότε, τον περίμενε μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη. Εφημερίδα της εποχής δημοσίευσε τη φωτογραφία του συναδέλφου του, αναφέροντας το γεγονός μιας μεγάλης έκρηξης που συνέβη στο πλοίο κατά τη διάρκεια εργασιών εκφόρτωσης σε λιμένα της Δυτικής Ευρώπης, σκορπώντας τον θάνατο. Διαβάζοντας την είδηση, ένιωσε να τραντάζεται, σαν να ένιωθε στα πόδια του από κάτω το χείλος της αβύσσου. Η καρδιά του χτύπησε πιο δυνατά, στέγνωσε το λαρύγγι του, συνειδητοποιώντας ποιο είναι το πρόσωπο που αναφέρεται στο ρεπορτάζ. «Θεέ μου!», αναφώνησε στο τέλος. «Μα αυτό είναι τρελό και δεν μπορεί να είναι αλήθεια».
Ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να τον ερεθίζουν τα γεγονότα που συνέβησαν τότε· νιώθει ένα κενό. Το μυαλό του έχει δύσκολες αναμνήσεις, υπάρχουν εκεί μέσα του σαν ασύνδετες εικόνες που προβάλλουν μέσα από σκοτεινό φόντο. Νιώθει απελπισμένα άβολα με τις μνήμες που ξεδιπλώνουν τα γεγονότα μιας εποχής μπροστά του. Τον θυμάται τον συνάδελφο του την τελευταία φορά που βρίσκονταν μαζί πέρα στη μακρινή Άπω Ανατολή. Εκτελούσαν εργασίες επισκευών σ’ ένα τεράστιο πετρελαιοφόρο στα ναυπηγεία "Jurong" της Σιγκαπούρης. Εκεί πέρα, την περίοδο που έζησαν και εργάστηκαν πλάι-πλάι, συνηθιζόταν όλοι οι γηγενείς κάτοικοι να χαμογελούν. Είναι όμως ένα διαφορετικό χαμόγελο αυτό, που περιορίζεται στα χείλη, δεν φτάνει ως τα μάτια.
Αντιθέτως, τον συνάδελφο τον θυμάται όταν χαμογελούσε να φωτίζονται τα λαμπερά του μάτια. Το χαμόγελο στο πρόσωπό του θύμιζε τα μικρά κύματα που σκάνε στην άκρη του γιαλού την ώρα που δεν φυσάει. Ο συνάδελφος είχε σώμα δυνατό, γεμάτο υγεία, ήταν οι καλύτερες λέξεις για να τον περιγράψει. Περπατούσε περίτεχνα, στητά, με σιγουριά, έσφυζε από ζωή. Ήταν ο τύπος του ανθρώπου που δεν υποχωρούσε κάτω από δύσκολες συνθήκες, ο ίδιος έλεγε. «Ο άνθρωπος συναντάει αντιξοότητες, στο χέρι του είναι να τις υπερβαίνει». Ποτέ δεν φοβήθηκε τη σκληρή δουλειά. Η ζωντάνια και η ενεργητικότητα επέκτειναν τον ζωτικό του χώρο.
Ξεκίνησε ο συνάδελφός του λοιπόν το νέο ταξίδι με πλοίο της λιβανέζικης εταιρείας, που πάει να πει να ταξιδεύει κόντρα στον καιρό, που πάει να πει να τα δίνει όλα για να ζήσει το δικό του επαγγελματικό όνειρο. Βρέθηκε σ’ ένα άγνωστο περιβάλλον από πλευράς συνεργατών και δεν πτοήθηκε· του άρεσε να γίνεται αρεστός, του άρεσε να πιστεύει ότι δεν ήταν δειλός, ήταν αποφασισμένος να οικοδομήσει την προσωπική και επαγγελματική του επιτυχία.
Όλα έμελλε να γίνουν στο τρίτο του ταξίδι. Ήταν ένα τυχαίο περιστατικό που επέφερε το θανατηφόρο εργατικό ατύχημα. Προφανώς, ένα παρόμοιο γεγονός, όπως η απώλεια ενός φίλου συναδέλφου, είναι ένα έντονα θλιβερό συναίσθημα και μια ψυχική δοκιμασία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι σ’ αυτή την ηλικία ποτέ δεν περιμένεις τον θάνατο σε στιγμές επαγγελματικού καθήκοντος, αλλά αυτός έρχεται χωρίς προειδοποίηση.
Οι έρευνες που ακολούθησαν από εμπειρογνώμονες για την αιτία πρόκλησης της έκρηξης κατέληξαν στο συμπέρασμα του ανθρώπινου λάθους από τον αξιωματικό φυλακής μηχανοστασίου, με αποτέλεσμα στη δεδομένη ανωμαλία να επέλθει ισχυρή έκρηξη που συμπαρέσυρε στον θάνατο τον ίδιο, τον βοηθό φυλακής και τον συνάδελφο πρώτο μηχανικό. Για τον έλεγχο της λειτουργίας στους λέβητες των πλοίων έγιναν ουσιώδεις θεωρητικές μελέτες και επινοήθηκαν ολοένα και πιο επιτυχημένα συστήματα ελέγχου, με πολύπλοκες κατασκευές που να οδηγούν όλες τις απορρέουσες καταστάσεις λειτουργίας στη μηδενική πιθανότητα ανεπιθύμητων συμβάντων.
Τι συνέβη λοιπόν και στο μηχανοστάσιο έγινε έκρηξη και πήρε φωτιά; Στην πράξη αποδεικνύεται πως τα αναπτυσσόμενα, επιτυχημένα συστήματα ελέγχου ποτέ δεν είναι απόλυτα επιτυχημένα. Δεν μπορούν να είναι. Όσο τελειοποιημένο κι αν είναι ένα σύστημα, πάντα θα υπάρχει τρόπος να προκληθεί μια ανωμαλία. Αυτή είναι μια θεμελιώδης αλήθεια των μαθηματικών. Όσο σε όλο αυτό το σύστημα υπεισέρχεται και ο ανθρώπινος παράγοντας, είναι αδύνατον να φτιάξεις ένα σύστημα τόσο τέλειο και πολύπλοκο ώστε να μειώσεις την πιθανότητα ανώμαλης λειτουργίας του στο μηδέν. Με τον ασφυκτικό δε, και χωρίς περιορισμούς στα μέσα, ανταγωνισμό των επιχειρήσεων και την εντατικοποίηση της εργασίας σε ρυθμό και χρόνο, καταρρίπτεται με τον πλέον απόλυτο τρόπο η πάγια αντίληψη ότι η τεχνολογία από μόνη της θα μπορέσει, μέσα από την εξέλιξή της, να προστατεύσει τον εργαζόμενο και να εγγυηθεί συνθήκες ασφάλειας.
...... Όταν τον προσφιλή του φίλο τον μετέφεραν στο κατάστρωμα, το φεγγαρόφωτο, γλιστρώντας ανάμεσα από την τσιμινιέρα και τα ξάρτια του πλοίου, ζωγράφιζε φωτεινές, χρυσόπλεκες λουρίδες στο γαλήνιο πρόσωπό του. Το ταξίδι γι’ αυτόν είχε τελειώσει. Το πλοίο που τον μετέφερε είχε ήδη χαθεί στον ορίζοντα και στη ρωγμή για το άγνωστο. Πέρασε τη χαραμάδα που διαχωρίζει τη ζωή απ’ τον θάνατο, εκεί που κανείς, μπρος στην παντοδυναμία του θανάτου, δεν είναι πάνω απ’ τον χρόνο. Και μετά τον θάνατο στο σώμα, θα επακολουθήσει ο θάνατος της μνήμης. Ο ανελέητος νόμος της ζωής: κανείς δεν θα σε ξέρει, σαν να μην είχες ποτέ υπάρξει.
Σήμερα, ο πρόωρα αδικοχαμένος συνάδελφός του είναι σαν τη σκόνη στην άκρη του δρόμου, και ο ήλιος αδιάφορος ρίχνει τη ματιά του κάθε πρωί στα λιόδεντρα της γενέτειρας, της αρκαδικής γης. Γι’ αυτόν, η ανάμνηση του πρόωρα χαμένου συναδέλφου αφήνει μια θλίψη να σεργιανίζει μέσα στις έγνοιες του, και οι σκέψεις του γίνονται άηχες λέξεις που χάνονται σαν ήχοι μακρινοί και απροσπέλαστοι. Γίνονται θάλασσα και απλώνονται να μην τελειώνουν πουθενά. Του φαινόταν σαν να ’ταν χθες που περπατούσαν στις προβλήτες της Σιγκαπούρης παρέα. Ήταν μια τέτοια μέρα που για τον καλό του φίλο άνοιξε η πόρτα για την άβυσσο, και τον οδήγησε πέρα από αυτήν, στο άγνωστο της υπέρτατης ερημιάς και στη μοναξιά του θανάτου.
Ο Άδης είναι ερωτευμένος με όλους μας τους θνητούς· όλοι μας πρέπει να περάσουμε από τις πύλες του που οδηγούν στον ποταμό της θλίψης. Ο θάνατος δεν απαιτεί τίποτε απολύτως, απλά έρχεται να σε πάρει και θέλει να ταξιδεύσεις μαζί του, κατά προτίμηση χωρίς μεγάλη αντίσταση. Τίποτα και κανένας δεν μπορεί τελικά να μας σώσει: το «κακό» εισβάλλει παντού. Ο θάνατος χωράει και από τις χαραμάδες. Όταν η μοίρα σε βάλει στο μάτι, δεν γλιτώνεις ακόμη κι αν κρυφτείς μέσα στο πιο σκοτεινό λαγούμι.

Συνάδελφε...
Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια
να του γίνει θάνατος πικρός σταυραδερφός του.
Πήγαινε, Ιγνάτιο. Μην ακούς την πυρωμένη ανάσα.
Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει…
Την αρχοντιά σου τραγουδώ με λόγια που στενάζουν
κι εν’ αεράκι όπου ‘κλαιγε στα λιόδεντρα θυμάμαι.
Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω.
Γι’ αυτούς που θ’ έρθουν τραγουδώ …….
(Λόρκα)

1 comments:

 
Web Informer Button