... «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ...Part: 4.»«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....«Βρε το άτιμο το Ζουζούνι που μας ταξίδεψε απόψε μια νύχτα καλοκαιρινή με την μυθοπλαστική αφήγηση της που με δεξιοτεχνία έρχεται να ρίξει φως στα πιθανά σενάρια με τα εξωσυζυγικά παραστρατήματα της πεθεράς μου! Η εξαιρετική πλοκή της ιστορίας της περιγράφει τα υποτιθέμενα γεγονότα με μαγικό τρόπο που όταν τα ακούς μόνο αδιάφορο δε σε αφήνουν.
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Μέρος 5) .....
Όλα πρέπει να ξεκίνησαν μια φλογισμένη καλοκαιριάτικη μέρα, σε ένα πράσινο, γαλήνιο και μυρωδάτο περιβάλλον με εξαιρετική θέα του κάμπου, όλα τριγύρω είναι πράσινα, με αγριοβότανα, πρασινάδα, χρωματιστές μυρουδιές και καταπληκτικά λουλούδια σε όλα τα χρώματα. Αναζητώντας μια ανάσα δροσιάς, καθισμένοι κάτω από πλατάνια θεόρατα, δίπλα τους το αρτεσιανό με το γάργαρο νερό του, ειδυλλιακή τοποθεσία τους κάνει να νιώθουν ελεύθεροι. Είναι οι δυο τους, τελείως μόνοι και γύρω τους δεν είναι κανείς το μόνο που ακούν είναι τα τιτιβίσματα των πουλιών και το μόνο που βλέπουν να τους καλεί είναι η φύση. Την κοιτάζει με φανερό πόθο!
«Pε Ηρώ», της είπε «Η μέρα είναι ακόμη μπροστά μας και σήμερα οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες. Στα δελτία είπαν καύσωνα, γαμώ την τύχη μας! Η πολύ δουλειά τρώει τον αφέντη τι θα έλεγες να περάσουμε μαζί μια-δύο ευχάριστες ώρες;»
«Αφεντικό δε ντρέπεσαι; Εγώ, μια παντρεμένη γυναίκα μαζί σου;»
«Κορίτσι μου, τέτοια θα κοιτάμε τώρα; Πως να το πω με ωραίο τρόπο. Καταλαβαίνεις πολύ καλά τι θέλω. Και καταλαβαίνω πως το θέλεις κι εσύ. Μη μου κάνεις τη δύσκολη.»
«Πραγματικά έχω πέσει από τα σύννεφα.» του λέει. «Δεν μπορώ να καταλάβω πως είναι δυνατό να ζητάς τέτοια πράγματα ανοιχτά. Δε γίνεται τίποτα, βρες καμιά άλλη, τζάμπα χάνεις την ώρα σου.»
«H αδυναμία όμως είσαι εσύ κι' ό,τι θέλεις από μένα θα το έχεις.»
Δεν της είχε συμβεί ξανά κάτι τέτοιο και σήμερα της είχε έρθει από μόνο του δίχως κανένα σχεδιασμό και είχε την εντύπωση ότι έτσι συμβαίνουν τα πράγματα, αυθόρμητα και δίχως να τα έχεις πρώτα κουβεντιάσει. Στο καταπράσινο και ειδυλλιακό τοπίο, ήτανε δίπλα τους χλοερό γρασίδι και πλούσιος ίσκιος από τον μεγάλο πλάτανο καταμεσής του κάμπου γέλασε η Ηρώ έριξε τα μάτια της στο Λέανδρο! Ωραίο παιδί ψηλός, καστανός, γεροδεμένος και λεβένταρος της πυροδότησε ερωτικές φαντασιώσεις και σαρκικές επιθυμίες αποκαλύπτοντας μία μεγάλη αλήθεια που μέχρι τότε ίσως κρυβόταν καλά κάτω από το χαλί. Η συνέχεια δεν άργησε να έρθει.
Η ιστορία της βγαλμένη από αληθινές ιστορίες απόλυτα συνυφασμένες με την πραγματική ζωή, με παρέσυρε και εμένα και αλλάξαμε θέμα. Αλήθεια ρε Ζουζούνι τι ηλικία έχει αυτός ο πως τον λες. Ο γλίτσας;»
«Γύρω στα σαράντα πέντε τον κάνω.»
«Και με την Φαίδρα δηλαδή τι παίζει; Πως και έμπλεξε με τον κομψευόμενο τζιτζιφιόγκο; Είναι και κοντός αναθεμάτον! Για λέγε, το θέμα είναι γαργαλιστικό και οι λεπτομέρειές του ακόμα, γαργαλιστικότερες!»
«Γιατί τον λες τζιτζιφιόγκο τον άνθρωπο ξαδέρφη; Τι σημαίνει αυτό;»
«Τζιτζιφιόγκος είναι λαϊκή σκωπτική λέξη που αναφέρεται σε άνδρα με επιτηδευμένο ντύσιμο και παρουσιαστικό και παριστάνει τον γόη».
«Και που το κατάλαβες ότι ο τύπος είναι τζιτζιφιόγκος;»
«Τι να σου πω ξαδερφούλα μου! Αυτός κάνει μπαμ από χιλιόμετρα μακρυά. Είναι ντυμένος και συμπεριφέρεται επιδεικτικά λες και είναι Κόντης. Δεν το βλέπεις; Ένας ψευδό-δανδής, ένα χάρχαλο. Δεν ξέρω κιόλας, αν μπορεί να γαμεί.»
«Όπως και να ’λέγεται υποτιμητικά ο άνθρωπος, όσο τον αφορά, η συχνή συναναστροφή του με την Φαίδρα, εξάπτει τα κουτσομπολιά, και δίνει τροφή για σχόλια δεδομένου ότι και ο σύζυγος της Φαίδρας είναι ναυτικός και συνήθως είναι μακροχρόνια απών από την οικογένεια του και το συζυγικό κρεβάτι τους. Και όπως λέμε δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.»
«Αλήθεια γιατί οι κοντοί έχουν πάντα τις καλύτερες γκόμενες; Είχε δίκιο η γιαγιά μας, που μας έλεγε ότι όλα τα καλά αιδοία έχουν πάει στους κοντούς.»
«Μπράβο η γιαγιά! Δηλαδή χωρίς ντροπή έλεγε τέτοια λόγια η γιαγιά μας.» της λέει παιχνιδιάρικα η Άλκηστις.
«Ντροπή-ξενδροπή το ως άνω αξίωμα ότι όλα τα καλά αιδοία για κάποιο μυστηριώδη λόγο έχουν πάει στους κοντούς δεν είναι κάτι το αόριστο και νεφελώδες αλλά επαληθεύεται πανηγυρικά. Ωστόσο, οι ανά την οικουμένη ψυχίατροι το μελετούν, χωρίς να έχουν καταλήξει ακόμη σε συμπέρασμα.»
«Ώστε επαληθεύεται πανηγυρικά; Δεν έχω λόγους να το αμφισβητήσω ούτε έχω βάσιμες αντιρρήσεις για την αλήθεια ή την ορθότητα σε κάτι που δεν είναι αόριστο και νεφελώδες. Αυτό, άλλωστε, επαληθεύεται πανηγυρικά από τα ίδια τα γεγονότα. Έτσι είναι η ζωή, συμβαίνουν αυτά, ειδικότερα, στην παρούσα συγκυρία που ο ερίτιμος σύζυγος της Φαίδρας είναι απών από τη συζυγική κλίνη, και τον περισσότερο καιρό αλωνίζει τους ωκεανούς με τα καράβια, και είναι αναγκασμένος με το επάγγελμα που διάλεξε να κάνει ν' αγωνίζεται να προσφέρει πλουσιοπάροχα τον άρτον της οικογενείας του. Και όταν καλή μου ξαδέρφη η καύλα είναι περισσότερο ενοχλητική και επώδυνη, τότε είναι που έρχεται ο διάολος, που δεν χρωστάει ποτέ καλό, λέει να το ρίξει λίγο έξω, βάζοντας την ουρά του τις ατέλειωτες μέρες και νύχτες που την Φαίδρα την αγγίζουν η μοναξιά, η θλίψη, και η νοσταλγία του σαρκικού πάθους και αναζητά στις ονειροπολήσεις της την ερωτική επαφή.
Υποψιάζομαι πως η Φαίδρα ένιωθε ότι γινόταν μια έντονη μάχη μέσα στο μυαλό της: Η μία πλευρά της έλεγε ότι σαν μια νέα γυναίκα ήταν απόλυτα φυσιολογικό να έχει σεξουαλικές ορμές και να επιθυμεί να τις ικανοποιήσει στη πράξη ενώ μια η άλλη πλευρά της ψιθύριζε πως έπρεπε να αρνηθεί να πραγματοποιήσει αυτές τις επιθυμίες της και να παραμείνει το «καλό» κορίτσι, η καλή και σεμνή νοικοκυρά. Να παραμένει πιστή και αφοσιωμένη σύζυγος, ενάρετη οικογενειάρχης, και η συμπεριφορά της πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψη της και τις αντιδράσεις των άλλων γύρω της έστω κι αν οι επιθυμίες της πηγάζουν από τα μύχια της ύπαρξης της. Να συμβιβάζεται με όσους κανόνες συμπεριφοράς ρυθμίζουν τα μέλη που απαρτίζουν τη κοινωνική της συμβίωση. Το πρόβλημα όμως είναι πως στη καθημερινή της πραγματικότητα, μαίνεται ένας πεισματικός ανταρτοπόλεμος ανάμεσα στην ανάγκη της να υπακούσει στην εσωτερική φωνή της σεξουαλικής επιθυμίας της και στην προσπάθεια να λάβει υπ’ όψη της το συμβόλαιο υπακοής στους κοινωνικά αναγνωρισμένους κανόνες συμπεριφοράς.
Ο κόμπος έφτασε στο κτένι όταν ο σύζυγος της ανακοίνωσε ότι ανανέωσε τη σύμβαση εργασίας και θα μείνει στο καράβι μερικούς μήνες ακόμη. Η κοπέλα σοκαρίστηκε, ήταν πολύ αναπάντεχο. Τότε ήταν που σκέφτηκε πως έφτασε η ώρα να αντιμετωπίσει δραστικά μια δυσάρεστη κατάσταση. Τη ρώτησε κανείς αυτήν αν την πείραζε να τον περιμένει ακόμα μερικούς μήνες; Όχι βέβαια. Απλώς της το ανακοίνωσε πως θα παρέτεινε το ταξίδι του και το σεξ στο συζυγικό κρεβάτι θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να γυρίσει ο σύζυγος από το εξωτερικό. Η Φαίδρα είχε πάρει την υπομονή της μητέρας της και μπορούσε να αντέξει πολλά πριν χάσει την ψυχραιμία της. Και δεν υπήρχε λόγος να τη χάσει στη συγκεκριμένη περίσταση. Τα βράδια όταν τα παιδιά της κοιμόντουσαν, αυνανιζόταν στα σκοτάδια προσπαθώντας να καταπραΰνει την κάψα που ένοιωθε. Ήταν ένα ένοχο μυστικό, που ακόμα και τώρα, μετά τα τριάντα της, τη βασάνιζε. Είχε παντρευτεί για να θάψει τελικώς τις βρώμικες σκέψεις που κατέκλυζαν το μυαλό της αλλά το ανησυχητικό όμως ήταν ότι τώρα τελευταία, οι προστυχιές έρχονται στο μυαλό της όλο και πιο συχνά για κάποιο λόγο. Έπρεπε να βρει έναν εραστή και σύντομα μάλιστα. Ένιωθε έντονη επιθυμία να ικανοποιήσει την ανάγκη στις σεξουαλικές της ορμές, και να παρακάμψει τους κανόνες!
Παραβιάζοντας λοιπόν τους κανόνες τουλάχιστον δεν θα πήγαινε με τον πρώτο τυχόντα. Οπότε ο καθηγητής της κόρης της δεν ήταν ο πρώτος τυχόντας, ήταν και άμεσα διαθέσιμος και μια κάποια λύση. Βλέπεις ο αγαπητός σύζυγος της Φαίδρας δεν είχε πάντα κατά νου αυτό που έλεγαν οι πιο παλιοί. Η μακροχρόνια απουσία του συζύγου από το σπίτι οδηγεί τη σύζυγο στη συζυγική απιστία: «άσε τα μεγάλα ταξίδια χωρίς τη γυναίκα σου, και να ’χεις πάντα κατά νου, ότι δηλαδή, όσο ο καλός μου αργεί, το κέρατο του αυξάνει».
«Μη μου πεις ότι παίζει και «φάση» με τη Φαίδρα, και ότι έχει εμπλακεί σε μία σχέση μόνο για το σεξ μαζί του. Μα είναι δυνατόν! Είναι τόσο τυχερός ο τζιτζιφιόγκος που του κάθεται η κυρία;»
«Είναι άλλωστε «κοινό μυστικό» ότι έχουν περιστασιακά συνευρεθεί σε ερωτικές επαφές μεταξύ τους. Στην Αθήνα μάλιστα οι κακές γλώσσες του περίγυρου της τάξης της κόρης λένε διάφορα λίγο έως πολύ καυστικά! σχόλια.»
«Όπως;»
«Ο «τζιτζιφιόγκος» είχε αναλάβει «φιλικά» τα καθήκοντα να βοηθά επικουρικά την κόρη της στα μαθήματα την χρονιά που ετοιμαζόταν για τις πανελλήνιες εξετάσεις της και η Φαίδρα ένιωθε βαθιά την υποχρέωση και αναζητούσε εύσχημο τρόπο να βγάλει την υποχρέωση και να τον ευχαριστήσει που παρείχε μαθησιακή καθοδήγηση στην κόρη της. Ταυτόχρονα όμως, και ο «Λιμοκοντόρος» έψαχνε την ευκαιρία για να πηδήξει την Φαίδρα. Η Φαίδρα δεν άργησε να του ανταποδώσει και αυτή την υποχρέωση της. Εε! Να οι κακόβουλες διαδόσεις, αφήνουν υπαινιγμούς και λένε ότι δέχεται απροσκόπτως τις επισκέψεις του και τον αποζημιώνει για την βοήθεια που προσφέρει στην κόρη της και τον πληρώνει καλά, και όταν χρειάζεται να την βοηθήσει καμία ώρα παραπάνω τον πληρώνει.. ακόμα πιο καλά...
«Όταν λες ακόμα πιο καλά... πώς το εννοείς;»
«Οι φήμες λένε ότι τον «τζιτζιφιόγκο» τον διεγείρουν ορέξεις διαφορετικής φύσεως, συνεπώς όταν βρίσκει ξεκλείδωτη την πίσω πόρτα της του αρέσει να κάνουν ένα καυτό παιγνίδι στο δεύτερο μέρος με την πίσω πόρτα της.»
«Από τη πίσω πόρτα Εε; Η αλλιώς οθωμανικό… χμμμμ ωραία φάση είναι αυτή…»
«Ξαδέρφη έχω απορία! Γιατί το ΄λένε οθωμανικό;»
«Γιατί οι Τούρκοι μας πήρανε καβάλα τετρακόσια χρόνια και το μάθανε!»
«Σοβαρά το λες;»
«Υπάρχει κι ένας πιο επίσημος, ιστορικοφανής, επιστημονικοφανής τρόπος ότι μάλλον λάθος ορισμός είναι! Λοιπόν, υπάρχει και μία άλλη εκδοχή. Οι Δυτικοί το λένε «Ελληνικό», εμείς οθωμανικό, οι Τούρκοι το λένε «Περσικό». Οι Πέρσες ότι λέγεται «Qazvin style». Το Qazvin είναι πόλη της Περσίας που φημίζεται για ανωμαλίες κλπ, και μάλιστα είναι πηγή ανεκδότων, όπως π.χ. έχουμε εμείς τα Ποντιακά ανέκδοτα. Παράδειγμα: μια μαμά δε βρίσκει το παιδί της, και πάει στην αστυνομία και δίνει περιγραφή: «οκτώ χρονών, στρουμπουλά μπούτια, φορούσε σορτσάκι, ροδαλά μαγουλάκια» και ο αστυνομικός πιάνει τον ασύρματο και λέει: «οχτάχρονος χάθηκε στην περιοχή του νότιου Qazvin.
Συμπέρασμα: οι δυτικοί το ρίχνουν σε μας, εμείς στους Τούρκους, οι Τούρκοι στους Πέρσες, και οι Πέρσες σε συγκεκριμένους Πέρσες.
Όπως και να έχει πάντως και ότι και να λέμε ρε Άλκηστις το βέβαιον είναι ότι η Φαίδρα είναι όντως ωραία γυναίκα, αυτό που λέμε μετά θαυμασμού «μπουκιά και συχώριο», μου θυμίζει αυτήν την ηθοποιό που έπαιζε στο …. Πρόεδρος για μια Μέρα… να δεις πως την λένε. Διάβολε δεν το πιστεύω ότι έμπλεξε με αυτόν τον λιμοκοντόρο. Αυτή είναι πολύ κοκέτα και αυτός αγάπη μου είναι σαν ζαρωμένη ρέγκα.»
«Εριφύλη! Sigourney Weaver, την λένε και από ότι γνωρίζω είναι και η μεγάλη αδυναμία του Νικηφόρου.»
«Ποια η Φαίδρα;»
«Για την ηθοποιό λέω. Για την Φαιδρά δεν ξέρω. Λες να την γουστάρει ο Νικηφόρος; Διόλου απίθανο εσύ δεν λες ότι είναι πολύ ωραία γκόμενα. Λογικό το βρίσκω να κολλάει το ματάκι του.»
«Λογικό; Αμ άμα θέλει να του τα βγάλω; Άκου λογικό! Ποσό χρονών είναι η Φαίδρα και πόσο η κόρη της;»
«Πρέπει να είναι γύρω στα τριάντα έξι με τριάντα επτά η Φαίδρα και δεκαοκτώ με δεκαεννιά η κόρη της.»
«Δηλαδή η Φαίδρα παντρεύτηκε πολύ μικρή;»
«Ναι! Οι κακές γλώσσες, που ως συνήθως συμβαίνει εις τα χωριά, «δεν χρωστούν καλό σε άνθρωπο», λεν πως ήταν λίγο ζωηρή και άτακτη δεδομένης της αναμφισβήτητης ομορφιάς της, αλλά και του ιδιαιτέρως φλογερού ταμπεραμέντου της. Βεβαίως συνηθίζεται να λέγεται και ότι «καπνός χωρίς φωτιά δεν βγαίνει» και ίσως αυτό να είχε κάποιαν βάσιν αλήθειας. Οι συντηρητικοί γονείς της που την απόκτησαν σε μεγάλη ηλικία επιθυμούσαν να τη δουν παντρεμένη με έναν άνθρωπο που θα τη φρόντιζε, γι' αυτό και φρόντισαν και την πάντρεψαν γρήγορα μ’ ένα κοντοχωριανό της ναυτικό. Υποψιάζομαι ότι οι γονείς της πίεσαν για το γάμο και σίγουρα δεν υπήρχε έρωτας σε αυτόν. Ζούνε στην Αθήνα το χειμώνα και στο χωριό έρχονται για διακοπές το καλοκαίρι.»
«Εννοείται ξαδέρφη, πως δεν επικροτούμε την απιστία της και σεβόμαστε το δικαίωμά της να ζει όπως θέλει και να μοιράζεται τον έρωτα με όποιον θέλει επίσης. Η νεαρή δεν ξέρει τίποτα;»
«Ίσως και να υποψιάζεται. Τι να σου πω. Δανάη τη λένε και είναι και αυτή πολύ όμορφη, ομορφότερη κι από την μάνα και πολύ καυλιάρικο νυμφίδιο. Ψάχνεται και από ότι ξέρω και τελευταία ερωτοτροπεί από δω κι από κει, με αποτέλεσμα να έχει συχνούς καυγάδες με την γιαγιά της και την μητέρα της, όταν συχνά ξεπορτίζει και ψάχνει για επιβήτορα. Τουτέστιν δεν είναι από τις κοπέλες που περιορίζουν τον εαυτό τους. Είναι λίγο κακομαθημένη, αλλά πολύ όμορφη, κληρονόμησε την ομορφιά της μητέρας της, Και η μητέρα της είναι πιο ήπια πιο εκλεπτυσμένη. Και σε αντίθεση με τη Δανάη, η Φαίδρα είναι πιο ευγενική και πιο συμπονετική φύση!»
Η Εριφύλη αποφασίζει ότι είναι ώρα να τα μαζεύουν σιγά-σιγά.
«Τι λες ώρα δεν είναι να αναχωρήσουμε. Ας φωνάξουμε το Νικηφόρο! Περιμένει σαν βαρβάτο άλογο, να ζευγαρώσει με τις φοράδες! Ετοιμάσου να τον δαμάσουμε παρέα.»
Η καρδιά της Άλκηστις φτερούγισε, κοιτάζοντας πέρα στο τραπέζι που βρισκόταν ο Νικηφόρος, είχε απολαύσει το δείπνο, αλλά τώρα ένιωθε να υγραίνεται από την σεξουαλική προσμονή.
«Ξαδέρφη έχω ένα έντονο συναίσθημα αμφιβολίας που με κυριεύει για το πως θα ανταποκριθεί!»
«Άσε το παιχνίδι επάνω μου! Για ότι συμβεί και φυσικά οτιδήποτε ακολουθείσει. Εσύ απλά βάλε όλο το σεξαπίλ σου! Δεν έχεις ιδέα τι μας περιμένει. Ο Νικηφόρος πάντα, μα πάντα, πιέζει τα σωστά κουμπιά. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που τον έχω.» λέει η Εριφύλη της Άλκηστις και το μυαλό της περιπλανιέται σε αυτά που είχε σχεδιάσει για τους τρεις τους απόψε. Βέβαια είχε και αυτή λίγο άγχος! Ήταν μια αρκετά τολμηρή κίνηση, αλλά ένιωθε ότι με ευχαρίστηση ο Νικηφόρος θα συναινούσε. Το πίστευε ότι θα του άρεσε η ιδέα της.
Όλα έμοιαζαν ιδανικά συμφωνημένα μεχρι που η κυρά της ταβέρνας μαζί με τον λογαριασμό έφερε και την πληροφορία ότι την Άλκηστις την ζητούσαν στο τηλέφωνο και αυτό το τηλεφώνημα ήταν που ήρθε για να ανατρέψει τα ερωτικά πλάνα που η Εριφύλη σχεδίαζε! Ένα ερωτικό τρίγωνο με συμμετοχή και της Άρτεμις για λίγη ποικιλία στην ερωτική τους ζωή με το Νικηφόρο της πάνω και πέρα από κάθε ταμπού, που δεν χωράνε συντηρητισμοί, καθώς ο άνθρωπος από τη φύση του ανήκει στα πολυγαμικά ζώα και περιορίζεται στη μονογαμία εξ εθίμου και θρησκείας. Μια αληθινή λοιπόν επανάσταση με ανοιχτό μυαλό που θέτει την αγάπη τους πάνω και πέρα από κάθε ταμπού, σχήμα, θεσμό και κλισέ πριν αρχίσουν να αισθάνονται τα θεμέλια της μονογαμικής τους σχέσης να τρίζουν και ο στερεότυπος θεσμός του ζευγαριού να καταρρέει.
Συγκεκριμένα, την Άλκηστις την αναζητούσε ο θείος της που είχε το φαρμακείο του κοντινού χωριού και τη βραδιά αυτή ήταν εφημερεύον για όλα τα γύρω χωριά. Πολλές φορές η Άλκηστις τους βοηθούσε στις εφημερίες την καλοκαιρινή περίοδο με το αζημίωτο! Η θεία της που εκτελούσε την εφημερία είχε να απροσδόκητο ατύχημα με αποτελέσματα ο θείος ήταν αναγκασμένος να απουσιάσει για μερικές ώρες. Η κοπέλα που βοηθούσε στη διαχείριση του φαρμακείου φοβόταν να μείνει μόνη της στο φαρμακείο τις νυχτερινές ώρες. Ο θείος της λοιπόν παρακαλούσε θερμά την Άλκηστις να τους εξυπηρετήσει μένοντας με την υπάλληλο από τα μεσάνυχτα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες που θα γυρίσει. Η Άλκηστις το δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Η Εριφύλη προθυμοποιήθηκε να της δανείσει το αυτοκίνητο αν το επιθυμεί, η εναλλακτικά να την πάνε με τον Νικηφόρο στο χωριό. Ούτε δέκα λεπτά δρόμος δεν είναι. Τελικά στο τραπέζι που είχε καθίσει ο Νικηφόρος ήταν ο πολιτικός μηχανικός που είχε αναλάβει την ανέγερση της οικοδομής τους με την σύζυγο του και εκείνη την ώρα αναχωρούσαν και αυτοί. Έτσι το θέμα λύθηκε και η Άλκηστις θα πήγαινε με το ζευγάρι στο χωριό.
Η Εριφύλη της έδωσε το κλειδί του σπιτιού για να πάρει φεύγοντας ότι χρειάζεται. «Κρατά το θα το χρειαστείς αν έρθεις πολύ πρωί» της λέει. Ο Νικηφόρος έχει και άλλο στα κλειδιά του αυτοκίνητο.
.......Γυρίζοντας τώρα το ζεύγος ο Νικηφόρος και η Εριφύλη στο σπίτι περασμένες έντεκα βράδυ, ήταν μια όμορφη βραδιά με φεγγάρι, με έναν ουρανό χωρίς σύννεφα και αστέρια που τρεμόπαιζαν σε συνδυασμένες κινήσεις. Όταν έφθασαν στο τέλος του δρόμου μπροστά στην πόρτα του κήπου ο Νικηφόρος τράβηξε την Εριφύλη πίσω από την κολόνα της μεγάλης αυλόπορτας. Την τράβηξε γρήγορα στην αγκαλιά του και έφερε τα χείλη του στα δικά της. Δέκα χρόνια τώρα το ερωτικό τους σμίξιμο ξεκινάει πριν πέσουν ακόμη στο κρεβάτι και όταν σμίγουν επιτέλους τα κορμιά τους, είναι για ν' αγγίξουν το αποκορύφωμα του έρωτα και της ηδονής.
«Μμμμ »... Η Εριφύλη στέναξε. Ένιωσε τα χέρια του να γλιστρούν κάτω από τη γυμνή πλάτη της και κάτω από το φόρεμά της για να χαϊδέψουν τους γλουτούς της. Η σάρκα της ήταν κρουστή κάτω απ' τις παλάμες του, το δέρμα της σαν ακριβό μετάξι. Το σώμα της ανέδινε μια μυρωδιά που του ήταν τόσο οικεία: Μια απόλυτα ερεθιστική μυρωδιά!
Ο Νικηφόρος χάιδεψε στη βουβωνική χώρα της Εριφύλης του και αισθάνθηκε πόσο ερεθισμένη ήταν.
«Ω Θεέ μου!» κλαψούρισε η Εριφύλη καθώς το χέρι του έφτασε στο δαντελωτό μαύρο εσώρουχό της και άγγιξε το μουνί της μέσα από αυτό..
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε στον εαυτό του καθώς μπορούσε να νιώσει τα πρησμένα και υγρά χείλη του αιδοίου της κάτω από τα δάχτυλά του. Στη συνέχεια, ένα δάκτυλο βρήκε το μουνί της.
«Νικηφόρε - Νικηφόρε σε παρακαλώ! Περνάει κόσμος! Θα μας δουν.» Ένας μικρός ήχος βγήκε από τα χείλη της καθώς το δάχτυλό του γλίστρησε σιγά-σιγά στο μουνί της.
«Ω, βλέπω ότι είσαι ενθουσιασμένη» της είπε περιχαρής. «Αυτό είναι καλό. Γιατί αυτό είναι μόνο η αρχή, μωρό μου!» Και άρχισε να τρίβει με τα δάχτυλά του την κλειτορίδα της.
Η Εριφύλη δάγκωσε τα χείλη της.
«Μωρό μου! Τι δώρο μου έστειλε ο Θεός.! Τι γυναικάρα είσαι εσύ. Αχ θα με πεθάνεις! Θέλω τόσο πολύ να σε γαμήσω απόψε!»
«Πρόστυχε άνδρα. Χωρίς ντροπή, τα ίδια μου λες κάθε βράδυ!»
Ξαφνικά, υπήρχαν φωνές που έρχονταν από το δρόμο. Καθώς οι φωνές πλησίαζαν πιο κοντά, η Εριφύλη απομακρύνθηκε προς το εσωτερικό της αυλής......
Φθάνοντας σπίτι η Εριφύλη άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Ο Νικηφόρος έκανε μια μεγάλη βόλτα γύρω από το κτίριο και τις αυλές για να σιγουρευτεί ότι δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Τέλος αφού όλα ήταν στη θέση τους μπήκε μέσα στο σπίτι και κλείδωσε την πόρτα.
«Καλώς τον και ας άργησε. Σου έλειψα καθόλου ρε μωρό;»
«Βεβαίως. Εσύ τι λες; Ξεχνιούνται αυτά που μου έκανες στην ταβέρνα και στο δρόμο;» Της απαντάει.
Η Εριφύλη είχε καθίσει στον καναπέ με την πλάτη ξαπλωμένη πίσω, είχε μαζέψει τα πόδια ώστε να πατούν στα πέλματα επάνω στο αναπαυτικό σκαμπό μπροστά της με τα γόνατα λυγισμένα και κρατώντας τα ανοιχτά και εκείνος να έχει θαυμάσια θέα, παρακολουθώντας το εσωτερικό των μηρών της. Απλώνεται νωχελικά, ανάβει τσιγάρο, τα χείλη της αγκάλιασαν το φίλτρο του τσιγάρου ρουφώντας αργά, ηδονικά και χαμογελώντας τον παρακολουθούσε όπως η γάτα το ποντίκι και μ' ένα βλέμμα συννεφιασμένο σαν να σου έλεγε «την γάμησες».... Ένας μικρός αναστεναγμός δραπέτευσε απ' τα χείλη της, ηδονικός.
«Απόψε μιλάμε ότι είμαι πολύ έκφυλο άτομο και με ιδιαίτερα γούστα. Σε θέλω δυνατό. Ας μη χάνουμε χρόνο λοιπόν. Κάθισε στην πολυθρόνα μπροστά μου και βγάλε την πούτσα σου έξω και παίξτην θέλω να σε βλέπω να την παίζεις με φτιάχνει να σε βλέπω να την παίζεις.»
Η επιθυμία της εκτελέστηκε αμέσως. Ο Νικηφόρος με μια γλυκιά αποχαύνωση, και το μυαλό του παραδομένο σε μια στάση που είχε γίνει παθητική, έκανε αυτό που του ζήτησε η Εριφύλη όσο αυτή τον κοιτούσε περιπαικτικά και ταυτόχρονα ρουφούσε αισθησιακά το τσιγάρο της κάνοντας την καύτρα να λαμποκοπάει αλλόκοτα στο χαμηλό φως του σαλονιού.
Η συστολή του την έσπρωχνε να γίνει πιο προκλητική ακόμα. «Έτσι μ’ αρέσεις. Να με υπακούς.» και η φωνή της ακούστηκε βραχνή.
Αργά- αργά άρχισε να σουρώνει το φόρεμά της μαζεύοντας το προς τα πάνω μέχρι τους μηρούς της. Σταμάτησε για μερικά δευτερόλεπτα όταν ήταν ακριβώς κάτω από τον καβάλο της, πειράζοντας τον Νικηφόρο. Στη συνέχεια το σήκωσε ακόμη περισσότερο στη μέση της αποκαλύπτοντας τη δαντελένια κιλότα της και ένας μικρός στεναγμός συγκίνησης βγήκε από τα χείλη της καθώς την βλέπει να χαϊδεύει το καλοσχηματισμένο της κορμί, να αγγίζει επιδεικτικά το στητό της στήθος, ερεθίζοντας τις καλοσχηματισμένες της θηλές, κάνοντας κύκλους γύρω από τον αφαλό της, χαϊδεύοντας το εσωτερικό των μηρών της.
Με τα δάχτυλα της παραμέρισε την κιλότα και τώρα του Νικηφόρου μπροστά του ήταν πολύ υγρό και πρησμένο το μουνί της Εριφύλης του. Τα εξωτερικά χείλη ήταν τόσο ομαλά που σχεδόν έλαμπαν. Τα εσωτερικά χείλη προ εξείχαν και υπήρχαν ασημί χορδές του χυμού της, που κρέμονταν και ήταν έτοιμες να στάξουν στο πάτωμα. Οι μηροί της, σε όλη την επάνω διαδρομή, έλαμπαν από το χυμό της.
«Βγάλε μου την κιλότα.» Τον διατάζει.
Όταν η Εριφύλη είδε ότι ο Νικηφόρος ήταν έτοιμος να την αρπάξει, τον έσπρωξε πίσω. Ταυτόχρονα είχε πια ανοίξει τελείως τα πόδια της και με τα χέρια της αρχίζει να χαϊδεύει την κλειτορίδα της.
Ταυτόχρονα κουνούσε τη μύτη του ποδιού της ανάμεσα στους μηρούς του Νικηφόρου, χτυπώντας τον πότε πότε μαλακά στο άνοιγμα του παντελονιού του, που ασφυκτιούσε από μια πολλά υποσχόμενη στύση. Η Εριφύλη άνοιξε κι άλλο τα πόδια της. Με τα δάκτυλα του χεριού της κέντριζε τον αυχένα του για να προχωρήσει. Ο Νικηφόρος άρχισε να χαϊδεύει το εσωτερικό των μηρών της με τα ρουθούνια του. Η γοργή ανάσα του τη γαργαλούσε. Έπειτα η Εριφύλη ένιωσε τα χείλια του να την αγγίζουν, την υγρή γλώσσα του να ακουμπά στο δέρμα της και να ανεβαίνει αργά ως την ήβη της. Ο ερεθισμός της είχε γίνει ανεξέλεγκτος. Το μουνί της της παλλόταν με ξέφρενο ρυθμό. Δυστυχώς η κιλότα της έφραζε το δρόμο. Όμως ο Νικηφόρος ήταν απτόητος. Άρχισε να ρουφάει και να δαγκώνει ηδονικά τη σάρκα της πάνω από το μουσκεμένο ύφασμα. Η Εριφύλη πετούσε στα ουράνια. Καμπύλωσε το κορμί της για να τη ρουφήξει καλύτερα το στόμα του Νικηφόρου παραμερίζοντας με μια αστραπιαία κίνηση τον καβάλο της κιλότας της και προσφέροντάς του το θέαμα των κατακόκκινων απόκρυφων χειλιών της. Ο Νικηφόρος κοίταξε το πρησμένο και γυαλιστερό μουνί της, που ήταν ολοφάνερα ερεθισμένο. Πράγμα περίεργο, δε βιάστηκε να σκύψει στις υγρές πτυχώσεις της κοπέλας και να γευτεί το μουνί της με μεγάλες γλειψιές. Πιο μεθοδικός, άγγιξε τη γλώσσα του εκεί που έπρεπε, ερεθίζοντας κυκλικά την κλειτορίδα. Με τα μάτια κλειστά, πλοηγούσε στα τυφλά, αλάθητα. Η γλώσσα του εφορμούσε με ακρίβεια, κουνιόταν δεξιά κι αριστερά με εντυπωσιακή ταχύτητα και αποτελεσματικότητα. Η Εριφύλη αφέθηκε να παρασυρθεί από το γρήγορο ρυθμό του, που ήταν σωστός και σταθερός σαν βηματισμός. Αν και ο Νικηφόρος δεν ενδιαφερόταν για τις εναλλαγές στην ταχύτητα, το γλειφομούνι του ήταν επιθετικό. Έτσι δυνατά που έσπρωχνε τη γλώσσα του στην κλειτορίδα της ερωτικής συντρόφου του, πίεζε τη λεκάνη της πάνω στον Καναπέ. Η Εριφύλη είχε ανατριχιάσει από ηδονή. Ανάσαινε βαριά, έτρεμε, γαντζωνόταν στους ώμους του Νικηφόρου που την έγλειφε για να αντέξει την υπερβολική δόση των αισθήσεων. Τα πόδια της σηκώθηκαν και τυλίχτηκαν γύρω από το λαιμό του, φυλακίζοντας το στόμα του στην υγρή της σάρκα. Αισθάνονταν ότι το πρόσωπό του ήταν θαμμένο μέσα σε ένα ζουμερό καρπούζι.
«Δώστα όλα τώρα αγόρι μου. Φτιάξε την τσούλα σου. Δείξε μου τι αξίζεις ρε καριόλη. Λιώσε με.»
Το αποκορύφωμα της Εριφύλης συνεχίστηκε και συνεχίστηκε. Κάθε φορά που σκέφτονταν ότι τελείωσε, ο Νικηφόρος θα έγλυφε ένα άλλο σημείο και θα την έφερνε ξανά στην κορύφωση. Τέλος, το σώμα της Εριφύλης άρχισε να χαλαρώνει με λίγες δονήσεις που εξακολουθούν να τρέχουν μέσα της.
Στη συνέχεια έσπρωξε το πρόσωπο του Νικηφόρου από τα πλέον ευαίσθητα σεξουαλικά χείλη της. Δεν άντεχε άλλο. Δεν είχε ποτέ αποκορύφωση τόσο τέλεια όσο αυτή σήμερα που κράτησε τόση ώρα. Αισθάνονταν το σώμα της σαν ένα κουρέλι. Κατρακύλησε στον καναπέ, με τα πόδια τυλιγμένα γύρω από το λαιμό του Νικηφόρου. Όταν τον κοίταξε γονατισμένο ανάμεσα στα πόδια της, υπήρχε ένα χαζό χαμόγελο στο πρόσωπό του. Το πρόσωπό του ήταν κυριολεκτικά καλυμμένο με τους χυμούς της.
Ο Νικηφόρος κάθισε πίσω στα πόδια του χαμογελώντας σαν τη γάτα που έφαγε το καναρίνι. Η Εριφύλη του χαμογελάει ευχαριστημένη, νιώθοντας μια διάθεση ευφορίας, σηκώθηκε από τον καναπέ του έσκασε ένα ειρωνικό χαμόγελο βλέποντας τον να μένει με την πούτσα του κάγκελο και έφυγε κουνώντας προκλητικά και καυλιάρικα το κωλαράκι της προς την σκάλα που ανεβάζει στα υπνοδωμάτια. Προχωράει πολύ επιδεικτικά βγάζει το φόρεμα της κάνει ένα «ουπς!» και το αφήνει να πέσει κάτω μ' ένα αυτάρεσκο χαμόγελο.
Πριν προλάβει να τελειώσει τον αναστεναγμό της ελευθέρωσε το ξεκουμπωμένο σουτιέν της και με μια κίνηση του το πέταξε ψηλά ενώ πόζαρε με τα δύο χέρια της στη μέση της δείχνοντας τα βυζιά της και του χαμογέλαγε γλυκά γεμάτη νάζι και σκέρτσο! Το δαντελένιο κιλοτάκι που κρατούσε στο χέρι της το ανέμισε σαν σημαία κατάκτησης οχυρού πάνω από το κεφάλι της σε ένα χορό τελετουργικό, μαγικό, ύμνος κάθαρσης στην ομορφιά της και το πέταξε πίσω της την ώρα που χάθηκε από την οπτική επαφή του Νικηφόρου. Η Εριφύλη όταν είχε κέφι χόρευε τόσο όμορφα, λικνιζόταν τόσο ανεξέλεγκτα στον ανατολίτικο σκοπό, που ο Νικηφόρος τα έχανε αφήνοντας το βλέμμα να διασχίζει τις κινήσεις του κορμιού της να την παρακολουθεί, σ΄αυτόν τον καταιγισμό κινήσεων και εκφράσεων, ένα χορό ποίημα που θα ζήλευε και ο μεγαλύτερος ταξιδευτής στην αναζήτηση της μέθης και της παραίσθησης. Τη θαύμαζε και άφηνε την φαντασία του να την ονειρεύεται!
Ο Νικηφόρος ασφάλισε τα παράθυρα έσβησε τα φώτα και ανέβηκε και αυτός την σκάλα. Η Εριφύλη είχε φορέσει τη ρόμπα της. Με σίγουρες κινήσεις ο Νικηφόρος τράβηξε το κορδόνι της ρόμπας κι έχωσε το δεξί χέρι απαιτητικό ανάμεσα στα σκέλια της. Η μεταξωτή ρόμπα γλίστρησε όπως γλιστράει η θάλασσα πάνω στη λευκή άμμο και η γύμνια της έφεγγε στο μισοσκόταδο. Τα δόντια του πίεσαν τρυφερά τον ευαίσθητο λαιμό της. Με το γόνατο την έσπρωξε ελαφρά. Έχασε εκείνη την ισορροπία της κι έπεσε πίσω στο κρεβάτι με τα φρέσκο-αρωματισμένα σκεπάσματα. Εκεί ξέσπασε και των δυο το αφρισμένο κύμα.
Τη κοίταξε με λαγνεία καθώς είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι και τον περίμενε. Τα μπράτσα της τυλίχτηκαν γύρω του, ενώ το στόμα της τρυγούσε άπληστα το δικό του. Η Εριφύλη δάγκωσε το κάτω χείλος του, το ρούφηξε, και άκουσε την ανάσα του να βγαίνει λαχανιασμένη. Το κορμί του σφίχτηκε απότομα πάνω στο δικό της αργά, διερευνητικά, και τον άκουσε να προφέρει ξέπνοα το όνομά της, προσπαθώντας να διατηρήσει τον έλεγχο. Η γλώσσα της σύρθηκε στο λαιμό του, η αρρενωπή γεύση του τη μέθυσε. Βρήκε το σφυγμό του, που χτυπούσε το ίδιο ξέφρενα με τον δικό της. Μετακινήθηκε πάλι και αυτή τη φορά ξάπλωσε πάνω του. Το κορμί του ήταν δικό της για να το κατακτήσει. Ένα της άγγιγμα και η φωτιά φούντωνε όπως στα ξερόκλαδα του δάσους. Τον γευόταν και η υγρασία των χειλιών της τον δρόσιζε σαν τη νυχτερινή αύρα. «Πες μου τι θέλεις». Η Εριφύλη σήκωσε το κεφάλι της και τα μάτια της άστραψαν στο φεγγαρόφωτο, σκούρα και πανέμορφα. Η πείνα που ένιωθαν ήταν ακόρεστη. Την άρπαξε από τους γοφούς, τη σήκωσε και την κατέβασε απότομα πάνω του, μπήκε βαθιά μέσα της. Η Εριφύλη έμεινε ξέπνοη από την ηδονή. Ρίγη συντάραξαν το κορμί της, ξανά και ξανά. Ο Νικηφόρος την έπιασε από τα χέρια, έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της. Εκείνη έκανε τότε τόξο το κορμί της προς τα πίσω και παραδόθηκε στην ανάγκη της, ακολουθώντας έναν ξέφρενο, απελπισμένο, ανεξέλεγκτο ρυθμό. Ικανοποίηση, πόνος, χαρά, τη συγκλόνισαν όλα ταυτόχρονα ανεβάζοντας τη σε απίστευτα ύψη.
Βούλιαξε στο στρώμα το κορμί της κι εκείνος τη ρούφαγε αχόρταγα ενώ οι ανάσες ακούγονταν τώρα, περισσότερο. Η ατμόσφαιρα ήταν μεν καυτή αλλά στα προχωρημένα μεσάνυχτα ο Νικηφόρος νοιώθοντας μια ελαφριά ψύχρα στο γυμνό κορμί του χώθηκε κάτω από το σεντόνι να ηρεμήσει. Όμως η Εριφύλη δεν είχε ικανοποιηθεί. Άνοιξε τα σεντόνια και χώθηκε μαζί του από κάτω. Μα στάθηκε αδύνατο και πάλι να την ευχαριστήσει και βρύση να 'ταν η ψωλή του δεν είχε άλλο να χύσει.
..... Είχε αρχίσει πια να αχνοφέγγει. Ο σκοτεινός όγκος του απέναντι βουνού έπαιρνε σιγά σιγά ένα σκουροπράσινο με που και που καφετί πινελιές χρώμα. Η σιγαλιά της νύχτας υποχωρούσε. Οι πρώτοι ήχοι της μέρας ερχόντουσαν δειλά δειλά δηλώνοντας ότι η ζωή συνεχίζει τον αέναο κύκλο της. Αυτή την ώρα ο θείος της Άλκηστις την επιστρέφει στο εξοχικό σπίτι ευχαριστώντας την πολύ θερμά για την πολύτιμη βοήθειά της.
Με τα παντζούρια του σπιτιού κλειστά στο σπίτι επικρατεί ακόμη σκοτάδι όταν η Άλκηστις μπαίνει στο σπίτι και πατώντας στις μύτες των ποδιών της ανεβαίνει την εσωτερική σκάλα. Περνώντας μπροστά από την κρεβατοκάμαρα του ζευγαριού η πόρτα τους είναι ορθάνοικτη. Κοντοστέκεται γεμάτη περιέργεια και προσπαθεί να ξεκαθαρίσει την εικόνα που βλέπει. Στο μισοσκόταδο διακρίνει τον Νικηφόρο να κοιμάται ανάσκελα γυμνός.
Στο άλλο άκρο του κρεβατιού αποσβολωμένη βλέπει την Εριφύλη που αναστέναξε στριφογυρίζοντας το καλοσχηματισμένο κορμί της στο μεγάλο κρεβάτι λες και κοιμόταν μόνη της, με τα πόδια ορθάνοιχτα και αν δεν κάνει λάθος και διακρίνει καλά την σκιά της, με τ' ένα χέρι σιγά-σιγά να χαϊδεύει το στήθος της και να τρίβει τις θηλές της και με τ’ άλλο να γαμάει το μουνί της χώνοντας τα τρία δάκτυλα όσο ποιο βαθιά μπορούσε απολαμβάνοντας τις ερωτικές της φαντασίες.
«Η καριόλα ξαδερφούλα δεν χορταίνει πούτσα. Σίγουρα τον φίλο της τον Αρχιτέκτονα, σκέφτεται και τα τρελά γαμήσια που είχαν κάνει. Τον τελευταίο καιρό πριν έλθει ο Νικηφόρος της τον κάρφωνε κανονικά πολύ συχνά, καθώς γούσταρε πολύ ο ένας τον άλλο. Πιστεύω τελικά ότι της λείπει τον έχει επιθυμήσει και τώρα τον χρειάζεται να της οργώσει το μουνάκι της.»
Η Εριφύλη αντιλαμβάνεται την παρουσία της Άλκηστις σαν σκιά. Σηκώνεται προσεκτικά αργά-αργά να μην ανησυχήσει τον Νικηφόρο και πηγαίνει στην πόρτα. Έφερε το δείκτη από τα δάχτυλά της στα χείλη, κάνοντάς νόημα στην Άλκηστις να μην κάνει θόρυβο. Την παίρνει από το χέρι και την οδηγεί διπλά στο κρεβάτι του Νικηφόρου και της βάζει το χέρι να χαϊδέψει τον πούτσο του Νικηφόρου.
«Μη! Όχι ξαδέρφη! Όχι! Δεν μπορώ να το κάνω!», διαμαρτυρήθηκε η Άλκηστις και την έσπρωξε πίσω.
«Και λοιπόν τι αλλάζει Μωρό μου;» ρώτησε η Εριφύλη που πλησίασε κοντά της. «Ήθελες να πηδηχτείς με τον Νικηφόρο χωρίς να το ξέρω και σου άρεσε πολύ αυτή η ιδέα. Έτσι δεν είναι; Ποια είναι λοιπόν η διαφορά τώρα που το ξέρω αλλά δεν με πειράζει;»
«Δεν... δεν ξέρω…», ψέλλισε η Άλκηστις προσπαθώντας να βρει τα κατάλληλα λόγια για να εξηγήσει τα μπερδεμένα της συναισθήματα.
Ήθελε σίγουρα τον Νικηφόρο αλλά τα τελευταία απομεινάρια της παλιάς ηθικής της την ανάγκαζαν να απορρίψει την ιδέα να γαμηθεί μαζί του μπροστά στην Εριφύλη! Πώς θα μπορούσε όμως να το εξηγήσει αυτό στη ξαδέρφη της;
«Μου φαίνεται πως πρέπει να μ' ακούσεις λίγο», είπε σιγά η Εριφύλη στη νεαρή ξαδέρφη της. «Ήμουν κι εγώ κάποτε στην ηλικία σου. Και έζησα όλη, τα νεανικά μου χρόνια μ’ αυτές τις φοβίες και τις οπισθοδρομικές σκέψεις. Μας είχαν διδάξει και μας είχαν κάνει να το πιστέψουμε κιόλας ότι η απόλαυση του σεξ είναι κάτι βρώμικο, το ανήθικο και ότι θα έπρεπε να ντρεπόμαστε για την ευχαρίστηση που ένιωθαν τα κορμιά μας. Αλλά είναι μια απόλυτα φυσική απόλαυση και άργησα πολύ να το συνειδητοποιήσω.»
Η Άλκηστις άκουγε πολύ προσεκτικά κάθε λέξη της ξαδέρφη της. Πρώτη φορά της μιλούσε κάποιος τόσο όμορφα...
«Ξέρεις ξαδέρφη, μου αρέσει φοβερά το σεξ. Αλήθεια λέω! Αλλά οι ενοχές μου είναι αυτές που μου χαλάνε όλο το κέφι όταν το κάνω... Δεν αντέχω άλλο τις ενοχές μου»
«Πρέπει να κάνεις την επιλογή σου. Επιτέλους κάνε αυτό που σου αρέσει και κλείδωσε τις ενοχές σου σ’ ένα αόρατο διαμέρισμα του μυαλού σου!»
H Άλκηστις δεν χρειάστηκε και πολύ για να φανερώσει τις έντονες ερωτικές επιθυμίες της, αλλά μόνο για μερικές στιγμές δίσταζε να αποφασίσει. Έγλειψε τα τρεμάμενα χείλια της, έδιωξε τις τελευταίες αμφιβολίες της και κοίταξε κατάματα την Εριφύλη.
«Ξαδέρφη, ναι θέλω αληθινά να κάνω έρωτα μαζί του. Θέλω να με γαμήσει!»
«Τελικά το ξέρω ότι το θέλεις μωρό μου!» διαπίστωσε με ικανοποίηση η Εριφύλη.
«Ναι το θέλω και μπορώ. Δεν δίνω δεκάρα για το τι θα σκεφτούν οι άλλοι. Θέλω να το κάνω. Θέλω να νιώσω πως είναι να με γαμάει ο θεόρατος, ζουμερός αντρικός πούτσος του Νικηφόρου!»
Η Εριφύλη χαμογέλασε και είπε: «Και βέβαια μπορείς. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να μάθεις σαν γυναίκα είναι ότι δεν μπορείς να αλλάζεις γνώμη την τελευταία στιγμή όταν έχεις ερεθίσει σεξουαλικά το Νικηφόρο. Δεν μπορείς να καυλώνεις τον πούτσο ενός άντρα και μετά να του λες όχι! Και εσύ τον Νικηφόρο τον έχεις καυλώσει όσο δεν φαντάζεσαι και τώρα ήρθε η ώρα να σου μάθει τι μπορείς να κάνεις με το μουνάκι σου!»
Ως εκ θαύματος με τα πρώτα χάδια η πρωινή στύση κάνει την εμφάνιση της. Η Εριφύλη πηγαίνει αθόρυβα και κατεβάζει της ρολό-κουρτίνες σκίασης του δωματίου και στην κρεβατοκάμαρα επικρατεί αμυδρό σκοτάδι.
Στέκεται πίσω από την Άλκηστις, άρχισε να τη χαϊδεύει για να την ηρεμήσει, πλησιάζει τα χείλη της στο αυτί και της ψιθυρίζει. «Στο είχα υποσχεθεί μωρό μου! Τώρα είναι όλος δικός σου,» και της δείχνει το Νικηφόρο στο κρεβάτι με τα πόδια μισάνοιχτα επιδεικνύοντας τα «προσόντα» του και της Άλκηστις τα μάτια της ήταν κολλημένα σ’ αυτό το θηρίο που θα τη γαμούσε.
«Πιστεύω ότι ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.» Της λέει η Εριφύλη.
Τότε συνειδητοποίησε πόσο άσχετη ήταν, δεν ήξερε πως να φερθεί και νόμιζε πως είχε αποκτήσει εμπειρία στο σεξ επειδή ξύρισε το μουνάκι της και είχε κάνει μόνο δυο-τρεις σχέσεις με αγόρια της ηλικίας της μέχρι τώρα, που είναι είκοσι δυο χρονών, κι αυτό γιατί είναι ιδιαίτερα εκλεκτική στα γούστα της.
Γυρίζει και λέει στη Εριφύλη: «Αχ ξαδέρφη μου γλυκιά! Πού θα το βάλω όλο αυτό;»
«Όπου θες μωρό μου! Ώστε να το ευχαριστηθείς και να το απολαύσεις στο έπακρο. Έλα πιάσ’ τον! Πιάσε τον πούτσο που θα σε γαμήσει! Δεν δαγκώνει, μόνο θα σε γαμήσει!» Της ψιθυρίζει η Εριφύλη και ταυτόχρονα συνεχίζει να της γλείφει και να της δαγκώνει απαλά το αυτί, και της βγάζει το φουστάνι πάνω από το κεφάλι, της χαϊδεύει την ραχοκοκαλιά με τον δείκτη του χεριού της μέχρι την σχισμή του κώλου.
Ο Νικηφόρος αναδεύεται και μέσα στο μισοσκόταδο και στα ξυπνητούρια του βογκάει από καύλα και νομίζοντας ότι είναι η Εριφύλη του που παίζει με τον πούτσο του, της πιάνει το κεφάλι και της το σπρώχνει προς τα κάτω για να πάρει στο στόμα το πρησμένο όργανο του. Η Εριφύλη κάνει νόημα στην Άλκηστις να ανέβει στο κρεβάτι.
Ο Νικηφόρος δε μπορούσε να το πιστέψει. Κοίταξε την Εριφύλη για να δει την αντίδρασή της, αλλά μπορούσε να δει μόνο τα μεταξένια καστανοκόκκινα μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού της.
Ο Νικηφόρος σκεφτόταν ότι ζούσε ένα υπέροχο όνειρο. Όλες του οι φαντασιώσεις ακόμα και οι πιο κρυφές του επιθυμίες γινόντουσαν πραγματικότητα. Η Εριφύλη του τραβήχτηκε στο πλάι κάνοντάς του χώρο να ανέβει πάνω στην καυλωμένη κορμάρα της ξαδέρφης τους!
«Μωρό μου, δεν μπορώ να το πιστέψω! Πως προέκυψε όλο τούτο;» της λέει της Εριφύλης.
«Μη ρωτάς εμένα. Εσένα σου τρέχανε τα σάλια όταν μας ήρθε την ξαδερφούλα μου. Και όσο για το ξαδέρφη; ξέρεις τι λένε! Στην ξαδέρφη και στη θεία πέντε πόντους ποιο βαθιά…» Ο Νικηφόρος χαμογέλασε και της απάντησε! «Λες και με εσένα, αφήνω πέντε πόντους απ’ έξω.»
«Μμμ!... Θεέ μου!» Φώναξε η Άλκηστις. Έπιασε σφιχτά τα σεντόνια, τραβώντας τα για να κρατηθεί.
«Μωρό μου το μουνί σου είναι πολύ σφιχτό!»
«Πειράζει;»
«Όχι Μωρό μου! Το σφιχτό μουνί άλλες φορές σημαίνει ότι η γυναίκα δεν έχει πάει με πολλούς και άλλες ότι έχει καιρό να γαμηθεί.»
«Δεν γίνεται να σημαίνει και τα δυο;»
«Γίνεται Μωρό μου, γίνεται! Αλλά είναι τόσο καυτό που με λίγη εμπειρία, θα σου ανοίξω ολόκληρα τα χείλη του και σύντομα θα είναι πολύ πιο χαλαρό όταν θα αρχίσω να το γαμάω ανελλιπώς.»
«Μμμ!»... βογκούσε η Άλκηστις καταφατικά. Δεν κουνιόταν, άφηνε το Νικηφόρο να κάνει όλες τις αργές ωθήσεις και με μια δυνατή κραυγή, έχυσε πάνω στον πούτσο του.
Ωστόσο, εκείνος δεν είχε τελειώσει ακόμα. Τη γύρισε ανάποδα και άρχισε να τη γαμάει και πάλι ιεραποστολικά.. Ακουγόταν τόσο δυνατά, το χτύπημα της σάρκας πάνω στη σάρκα, που ενισχύθηκε από τον ανάμεικτο ιδρώτα των κορμιών τους.
Της φάνηκε μια ευτυχισμένη αιωνιότητα, μέχρι που ο Νικηφόρος διπλασίασε το ρυθμό του και άρχισε να βογκάει, δηλώνοντας ότι θα τελείωνε.
.....Η σκέψη της Εριφύλης πέρασε καυτερή απ' το μυαλό του, κι έκλεισε τα μάτια μ’ έναν αθέλητο μορφασμό. Κι αμέσως μετά συνειδητοποίησε πως η Εριφύλη στεκόταν στην πόρτα και τους παρακολουθούσε χαμογελώντας. Γύρισε και την κοίταξε.
«Πάντα έλεγα πως το πρωινό γαμήσι είναι το καλύτερο. Τα επίπεδα της τεστοστερόνης είναι τα υψηλότερα από οποιαδήποτε άλλη ώρα της ημέρας, οπότε το σεξ είναι εγγυημένα καλό. Εγώ πηγαίνω στο χωριό για τα ψώνια της ημέρας. Κατεβείτε εσείς να ετοιμάσετε το πρωινό και ώσπου να το ετοιμάσετε θα γυρίσω και εγώ.» Τους είπε η Εριφύλη και τους άφησε πίσω της κολλημένους ακόμη.
Ο Νικηφόρος η μόνη ενοχή που ένιωθε για την ώρα, ήταν ότι δεν ένιωθε καθόλου ένοχος. Σαν να είχε πάρει κάτι που ήταν δικαιωματικά δικό του, που του το χρωστούσε η μοίρα, και κανείς δε θα μπορούσε να του το αμφισβητήσει.
.... Το αυτοκίνητο της Εριφύλης ακούστηκε να φτάνει στην αυλή. Ο Νικηφόρος ανέβηκε στον όροφο και μπήκε στο μπάνιο, όταν η Άρτεμις είχε ήδη τελειώσει το μπάνιο της και κατέβαινε στο ισόγειο.
Η Εριφύλη κατέφθασε γελαστή περιποιημένη, δείχνει φρέσκια και κομψή αν και φορτωμένη από το σούπερ μάρκετ. Η Άλκηστις κατέβηκε στην αυλή να βοηθήσει την ξαδέρφη της να μεταφέρει τα ψώνια. Εκεί είδε ότι η Εριφύλη είχε παρέα. Ήταν μαζί της και η Φαίδρα.
«Έχει κάποιο πρόβλημα με το αυτοκίνητο της το
άφησε το συνεργείο για τις απαραίτητες επισκευές και με παρακάλεσε να την μεταφέρω στο σπίτι της στην παραλία. Δέχτηκα με την
προϋπόθεση ότι θα μας κάνει παρέα για ένα καφεδάκι πριν πάμε για μπάνιο
και να μας πει και τα κουτσομπολιά του χωριού από πρώτο χέρι. Ήρθε μαζί και η
κόρη της η Δανάη, την αφήσαμε περνώντας απ' το σπίτι τους και θα μας
συναντήσει στη παραλία.»
Την ώρα που ο Νικηφόρος κατέβαινε στο σαλόνι η Φαίδρα είχε σηκωθεί και ετοιμαζόταν να φύγει.
Βλέπονταν τον στο πλατύσκαλο τον καλημερίζει με τη γλυκιά, ζεστή, αισθαντική φωνή της. «Καλημέρα σας κύριε Νικηφόρε. Πως είσθε;»
«Καλημέρα και σε σας! Μια χαρά είμαι ευχαριστώ! Μ'
όλο το θάρρος Φαίδρα, εντάξει όταν αποκαλείς τον άλλο «κύριε»
επιβάλλεται ο πληθυντικός της ευγένειας…. Αλλά μεταξύ μας με κανείς να
νοιώθω αποξενωμένος από τον τόπο μ’ αυτά τα…. ευγένειας. Ξένος ήμουν που
ήρθα γαμπρός δεν λέω αλλά τώρα νοιώθω κομμάτι του τόπου πλέον.»
«Όπως
αγαπάς Νικηφόρε μου.» Και γυρίζοντας στην Εριφύλη της τονίζει το ρεζουμέ από την
τελευταία τους κουβέντα στον καφέ. «Στο χωριό δεν χρειάζεται να δώσει κανείς δικαίωμα. Είναι άγραφος νομός το κουτσομπολιό. Είναι το οξυγόνο μας. Τι έκανε ο ένας, πώς το έκανε ο άλλος, Master έχουμε στην κοινωνική κριτική. Ένας κόσμος τακτοποιημένος, σταθερός, κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της τηλεόρασης. Για σας! Ευχαριστώ για την εξυπηρέτηση και για τον καφέ. Λοιπόν σας αφήνω και τα λέμε στην παραλία….»
«Όπως αγαπάς Νικηφόρε μου. Εεε.» Λένε μ’ ένα στόμα η Εριφύλη και η Άλκηστις… και ψάχνουν να πιάσουν κόκκινο.
«Μας
αρέσει η Sigourney Weaver… ποιος να το λέγε. Για πρόσεχε γιατί θα σου
δέσω το παλαμάρι φιόγκο με τις μπάλες του. Εξηγηθήκαμε;» Του λέει η
Εριφύλη και κουνάει το κεφάλι με κατανόηση ότι συμφωνεί και η Άλκηστις.
«Κορίτσια ήρεμα γιατί τα χρειάζεστε.»
«Τα χρειαζόμαστε; Αμ δε! τα φανταράκια ακόμη στο χωριό είδα ότι είναι.»
«Καλά παραδίνομαι. Κάποια άλλη επιθυμία σας.»
«Με
ειδοποίησαν ο Θρασύβουλος με την Αντιγόνη ότι θα μείνουν και το
σαββατοκύριακο στου Βρασίδα, θέλουν να πάνε την Κυριακή το πρωί στο
μοναστήρι στη Θεία λειτουργία και μετά θα γυρίσουν. Μου λείπουν τα
παιδιά αλλά…»
«Και μένα μου λείπουν» συμπληρώνει ο Νικηφόρος.
«Αλλά; Τι εννοείς αλλά;.» Ρωτάει την Εριφύλη.
«Παρασκευή σήμερα, έχουμε ακόμη δυο καυτές μέρες και νύχτες μπροστά μας, κριαράκι μου και το κοπάδι σε χρειάζεται ντούρο.»
«Χωρίς βοήθεια από την κουρτίνα;»
«Χωρίς βοήθεια. Μαζέψου μην το παρακάνουμε.»
Παρασκευή λοιπόν μεσημεράκι και η παρέα τους εκμεταλλευόμενη την ηλιόλουστη ημέρα βρίσκεται στην μικρή εσωτερική σχεδόν «ιδιωτική» αμμουδιά για μπάνιο με μάρτυρα μόνο τον ήλιο και το κύμα. Η θάλασσα μπροστά τους αστράφτει. Η ζέστη του μεσημεριού πυρπολούσε την ακτή. Πράγματι, ο καιρός ήταν θαυμάσιος. Ένας καιρός ηδονικός και, όπως λέγουν, θείος. Ο ήλιος έλαμπε και θέρμαινε τα πάντα, τον ουρανό, τη θάλασσα, την όμορφη παραλία τους, και τούς λιγοστούς λουόμενους. Όλοι τους ήταν χαρούμενοι. Ο Νικηφόρoς ξαπλωμένος στη χρυσή άμμο απολαμβάνει τον ήλιο του Αυγούστου και φορτίζει την εσωτερική του μπαταρία θαυμάζοντας τα καλλίγραμμα κορμιά της γυναικείας παρέας του! Εκείνη την ώρα έπιασε τον εαυτό του να κοιτάζει και να απολαμβάνει τα φανερά θέλγητρα και τις αρμονικές καμπύλες απ' τα τέσσερα γοητευτικά πλάσματα που δεν είχαν μπει στο νερό και τον περίμεναν. Ήταν εκπληκτικές και διεγείρουν ακόμη περισσότερο τις ήδη ζωηρώς διεγερμένες αισθήσεις του. Τέσσερις γυναίκες «μπουκιά και συχώριο.» Το κορμί της Εριφύλης το ήξερε βέβαια, σπιθαμή προς σπιθαμή, ένα είκοσι οκτάχρονο άγριο θηλυκό που σε καθηλώνει με τα οπίσθια «κόλαση» Η Άλκηστις είκοσι ενός ετών μ’ ένα πανέμορφο, γυμνασμένο και πολύ θηλυκό σώμα. Η Φαιδρά στα τριάντα πέντε της χρόνια μια σκληροτράχηλη αλλά πανέμορφη γυναίκα. Η Δανάη όμως ήταν το κάτι άλλο, ένα δεκαοκτάχρονο θηλυκό με σώμα που κόβει την ανάσα και καμπύλες που θα ζήλευε κάθε θηλυκό για να σε στείλει κατευθείαν στην κόλαση! Κολύμπησε όσο μπορούσε προς το μέρος της για να 'ναι παρών όταν εκείνη έβγαινε στην επιφάνεια για να ρίξει μια κλεφτή ματιά στη λάμψη της υγρής της σάρκας, της πασπαλισμένης με νερό και ήλιο.Τα μάτια του είχαν ακινητοποιηθεί εκεί! Τίποτε δεν τον εμπόδιζε να κοιτάζει. Κανείς δεν μπορούσε να του απαγορέψει να τη βλέπει! Συνέχισε ανενόχλητος την οπτική του, απόλαυση ατενίζοντας και πάλι τη Δανάη, που κολυμπούσε τώρα ύπτιο, απαλά στην ήρεμη θάλασσα. Η θέα του τρυφερού νεανικού κορμιού τίναξε σαν ηλεκτρικό ρεύμα τον ήδη πρησμένο πούτσο του.
«Κύριε
Νικηφόρε… συγγνώμη… Νικηφόρε… έχουμε μια συζήτηση με τα κορίτσια για
ένα πρόγραμμα που αφορά την σωτηρία της ψυχής μας…. Για λεπτομέρειες θα
στα πει καλύτερα η Εριφύλη…» Τον προσγείωσε απότομα η Φαίδρα στην πραγματικότητα.
Τα κορίτσια
σαν θρησκευόμενες με την προτροπή της Φαίδρας αποφάσισαν να συμμετάσχουν
στην αγρυπνία που έχει οριστεί για τις 21:30 το βράδυ στο κοντινό
μοναστήρι από τις μοναχές του μοναστηριού και να ενώσουν τις προσευχές
τους υπέρ υγείας στις οικογένειες τους και για να ευχηθούν γαλήνιες
θάλασσες στους συντρόφους τους εκεί που ταξιδεύουν στους ωκεανούς.
Η
Εριφύλη εξήγησε του Νικηφόρου ότι θα αναχωρήσουν νωρίς το απόγευμα θα
πάνε να πάρουν από του θείου Βρασίδα και την Αντιγόνη να συμμετάσχει και
αυτή στην αγρυπνία.
Με το πέρας της αγρυπνίας, θα μείνουν το
Σάββατο στο πάνω χωριό στο θείο Βρασίδα. Η Φαιδρά έχει συγγενείς επίσης
στο επάνω χωριό να μείνει. Θα παρακολουθήσουν όλοι μαζί την πρωινή
κυριακάτικη μοναστηριακή λειτουργία και θα επιστρέψουν στην παράλια
Κυριακή μεσημέρι. Ζητούν μαζί με την άδεια του και την ευχή του.
Μετά
το θαλάσσιο μπάνιο ο Νικηφόρος έκανε στα κορίτσια το τραπέζι στην
γνωστή οικογενειακή ταβέρνα. Τελειώνοντας το γεύμα και λίγο πριν
αναχωρήσουν από την ταβέρνα η Άλκηστις παραπονέθηκε ότι αισθάνεται
αυξημένη κούραση, εξάντληση, ατονία και της φαντάζει βουνό να φέρει εις
πέρας τις υποχρεώσεις της αγρυπνίας.
Για να έχουν τον άνετο
χρόνο μπροστά τους ώστε να πάνε να παραλάβουν και την Αντιγόνη τα
κορίτσια αποφάσισαν να αναχωρήσουν σύντομα.
Μετά από μια
μικρή διαβούλευση συμβουλεύουν την Άλκηστις ότι εάν νοιώθει ότι θα
ταλαιπωρηθεί καλό θα ‘ναι να μείνει και να μην πάει μαζί τους.
«Άλλωστε
δεν θα ‘ναι μοναχή της είναι και ο Νικηφόρος για να την προσέχει.»
Πληροφόρησε την παρέα η Εριφύλη μένοντας πίσω την ώρα που η Φαίδρα με
την Δανάη έμπαιναν στο αυτοκίνητο περιμένοντας και την Εριφύλη.
Αναχωρώντας
και η Εριφύλη τονίζει με νόημα στο Νικηφόρο χαμηλόφωνα να μην ακούσει η
Φαίδρα και η Δανάη. «Να μου περιποιείσαι καλά την ξαδέλφη γιατί θα το
μάθω αν δεν την προσέχεις και την θα την έχεις άσχημα!», είπε, ενώ το
χέρι της τον χάιδεψε ανάμεσα στους μηρούς του όπως τον αποχαιρετούσε.
«Μην
ανησυχείτε τους τονίζει με έντονο τόνο ο Νικηφόρος αν είναι αναγκαίο
και χρήσιμο θα την πάω στο χωριό στο γιατρό. Αχρείαστος να ‘ναι.» Και
αφού κατευόδωσε τα υπόλοιπα κορίτσια ο Νικηφόρος γύρισε στο σαλόνι.
«Θησαυρέ γιατί έγινες έτσι ξαφνικά μελαγχολική. Τι συμβαίνει; Έγινε κάτι που σε ενόχλησε;» Ρωτάει την Άλκηστις
«Δε νιώθω και πολύ καλά αλλά εντάξει θα μου περάσει.»
«Τι έγινε, θες να μου πεις;»
«Όχι!»
«Εντάξει, όταν είσαι έτοιμη να μου μιλήσεις, εγώ θα είμαι εδώ για σένα με κατανόηση και υποστήριξη! Δεν σε πιέζω να πάρεις απόφαση να μιλήσεις πριν νιώσεις άνετα. Εγώ είμαι έτοιμος να σε ακούσω μόλις εσύ το θελήσεις.»
Ακολουθεί για λίγη ώρα μια εκκωφαντική σιωπή που περιγράφει ιδανικά μια στιγμή έντασης, όπου η έλλειψη ήχου γίνεται πιο αισθητή και βαριά από οποιονδήποτε θόρυβο για να δηλώσει ότι η σιωπή δεν είναι κενό, αλλά γεμάτη από αμηχανία, αναμονή, και έντονα συναισθήματα. Είναι αυτή η παύση η προσωρινή, πριν από μια αντίδραση, είναι το «πριν» την καταιγίδα.
«Σαν αποχαυνωμένος από ερωτική επιθυμία την κοιτούσες, σαν ξελιγωμένος σε μια στάση απόλυτης προσήλωσης που είχες χάσει την επαφή με το περιβάλλον.» Του λέει εν είδει ξεσπάσματος και αγανάκτησης.
«Τι λόγια είναι αυτά που μου λες ματάκια μου! Δεν σε καταλαβαίνω.»
«Αυτό
το νυμφίδιο την Δανάη που το έπαιζε εύκολη, ήδη από τα δεκαπέντε της. Μια τσούλα ξενέρωτη είναι που σε κοίταζε σαν ξελιγωμένη λυσσάρα.»
αναφώνησε η Άλκηστις και τα µάτια της έγιναν μεγάλα σαν πιάτα του
γλυκού.
«Και εγώ τι φταίω.»
«Όσο εκείνη το έπαιζε ναζιάρα και σκερτσόζα, με τα μάτια γαμιόσασταν. Για αυτό άνοιξες λάκκο στην άμμο στην παραλία για να κρύψεις τον ανδρισμό σου και να μη πάρουμε χαμπάρι τις καύλες σου; Και αυτή συνεχώς να αλλάζει στάση ανοιγοκλείνοντας τα πόδια της, προσφέροντας ολοκληρωτικά, χωρίς καμία προφύλαξη, το μουνί της κάθε τρεις και λίγο σαν να το ρίχνει «βορά» στα μάτια σου.»
«Αμ έτσι πες μου κορίτσι μου. Τώρα δικαιολογούνται οι ατονίες που σου φαντάζουν βουνό.»
«Θα μου είναι πάντα δύσκολο να σου λέω τι αισθάνομαι, τα πιο βαθιά συναισθήματα είναι και τα πιο δύσκολα να εκφραστούν με λόγια, ακόμη κι αν η σιωπή μου με προδίδει, και νομίζω ότι ήδη ξέρεις τι αισθάνομαι για σένα.»
«Ηρέμησε κοπέλα μου πολύ δραματική δεν έγινες;. Χωρίς λόγο φέρεσαι υπερβολικά και αδικαιολόγητα. Εγώ είμαι εδώ για να σε ακούσω, όποτε και αν νιώσεις έτοιμη να πεις κάτι, όσα λόγια κι αν χρειαστούν.»
«Ίσως είμαι λίγο υπερβολική, αλλά σου άρεσε ε; το Τσουλάκι!»»
«Μωρό μου ηρέμησε και μη βρίζεις το κορίτσι! Η λέξη τσούλα είναι μια λαϊκή, υβριστική λέξη της ελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει μια γυναίκα με ανήθικη, κατά την κρίση του ομιλητή, με σεξουαλική συμπεριφορά. Το ξέρεις όμως ότι προέρχεται από την ισπανική λέξη chulo/chula, η οποία αρχικά σήμαινε όμορφος/όμορφη, αλλά μέσω των ναυτικών πέρασε στα ελληνικά λιμάνια με υποτιμητική σημασία;»
«Τέλος πάντων. Ας όψεται που δεν μπορώ να σου κρατήσω μούτρα»
«Εδώ που τα λέμε και για να είμαστε ειλικρινείς είναι κορμάρα το κορίτσι με εξαιρετικά καλλίγραμμο σώμα.»
«Γιατί… επειδή βγάζει φορά παρτίδα την «πραμάτεια» της σε δημόσια θέα ; Αν τα πετούσα κι εγώ έξω θα με κοιτούσες έτσι;!»
««Δε δοκιμάζουμε;!» Της πρότεινε αστειευόμενος με μια ελαφριά, παιχνιδιάρικη και αυθόρμητη διάθεση, χωρίς να το εννοεί απόλυτα σοβαρά, αλλά με σκοπό να χαλαρώσει την ατμόσφαιρα δείχνοντας ότι δεν υπάρχει πίεση, αλλά πρόθεση για χιούμορ..
...Το ηλιοβασίλεμα που ήταν υπέροχο τους βρήκε
αραχτούς στην μεγάλη βεράντα του ισογείου να απολαμβάνουν το δροσιστικό
cocktail τους. Τα αραιά λίγα σύννεφα στον ορίζοντα και τα νερά πήραν
χρώματα ζωντανά, εκεί που ήταν προηγούμενα ωχρά. Ασφάλισαν το ισόγειο
και ξεκίνησαν για τα δώματα. Ανέβηκαν την σκάλα όπως την είχαν κατεβεί
την τελευταία φορά. Η Άλκηστις τον αγκάλιασε απ 'το λαιμό κι εκείνος την
τράβηξε πάνω του. Τα πόδια της γαντζώθηκαν στη μέση του και κόλλησε
τόσο σφιχτά πάνω του όταν ο Νικηφόρος άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα. Τον
ένιωθε ερεθισμένο και τόσο περισσότερο τον φιλούσε, της είχε ξυπνήσει
μέσα της τον πόθο, και την ανάγκη για να τον κατακτήσει. Βγήκαν στο
επάνω μπαλκόνι και την απώθησε απαλά στο δάπεδο. Τα αραιά σύννεφα
αναχωρώντας ανατολικά παιχνίδιζαν στην επιφάνεια των νερών παίζοντας
ερωτικό παιχνίδι. Ήταν τόσο γοητευτικά…
Όταν ο ήλιος βυθίστηκε
μέσα στη θάλασσα, τους βρήκε για λίγο ακόμα όρθιους στα κάγκελα του
μπαλκονιού απ’ όπου τον αποχαιρέτησαν ατενίζοντας τ’ ασημένια νερά του
κόλπου που καθρέφτιζαν τ’ αστέρια του νυχτερινού ουρανού. Ο Νικηφόρος
ήρθε και στάθηκε πίσω της ατενίζοντας την θέα μπροστά τους. Την τράβηξε
κοντά του σφίγγοντας την στην αγκαλιά του. Την έσφιξε περισσότερο πάνω
του και η Άλκηστις έκλεισε τα μάτια συνειδητοποιώντας εκείνη τη στιγμή
πόσο πολύ τον ήθελε.
Μπροστά τους απλωνόταν ο στενόμακρος
μυχός του εσωτερικού θαλάσσιου κόλπου και στο βάθος οι παραλίες στις
ανατολικές και βόρειες ακτές του μεγάλου κόλπου με της πανύψηλες
βουνοκορφές στην περιοχή Ακρωτήρι.
Σκοτείνιασε όταν αποφάσισαν να περάσουν στην κρεβατοκάμαρα. Στον ουρανό βγήκαν τα άστρα και το φεγγάρι, που ήταν κείνη τη βραδιά τρία τέταρτα, φωτεινό και καθαρό. Κοιτάχτηκαν χαμογελώντας απόλυτα ικανοποιημένοι και οι δυο.
«Έλα!» Ευλαβικά σχεδόν την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα του. Νιώθει το χαμόγελό της και χαμογελάει κι αυτός.
Ξημέρωσε. Το φως της μέρας έπαιρνε τη θέση του στον πανέμορφο θαλάσσιο οικισμό. Τ’ άστρα και η σελήνη κρύφτηκαν κι ένας πρωινός φωτεινός με μπλε χρώμα ουρανός έκανε την εμφάνισή του σε λίγο. Και η γραμμή του ορίζοντα εξαφανίζεται, αφήνοντάς σε να αναρωτιέσαι πού τελειώνει η θάλασσα και πού ξεκινά ο ουρανός της. Το φως του ήλιου, που έμπαινε από το ανατολικό παράθυρο. Δίπλα του κοιμόταν βαθιά η Άλκηστις σε μία πολύ σέξι στάση. Τράβηξε απαλά το σεντόνι και βάλθηκε να την κοιτάζει. Το φως του ήλιου έπεφτε στο κορμί της και το φώτιζε. Στο φως της ημέρας ήταν πολύ πιο όμορφη. Η επιδερμίδα της ήταν αλαβάστρινη. Τα στήθη της στητά, υπέροχα θα μπορούσε να συγκριθεί ακόμη και με την Εριφύλη. Μόνο που η Άλκηστις ήταν είκοσι ενός ετών και η Εριφύλη είκοσι οκτώ. Και εκείνος τριάντα τρία. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο.
Η Άλκηστις ξύπνησε στο διπλό κρεβάτι με μια ευεξία που είχε να νιώσει από γυμνασιοκόριτσο, τότε που ξημέρωνε η πρώτη μέρα των διακοπών. Το πρωινό είχε αρχίσει να προχωρεί και μια τετράγωνη λωρίδα Ήλιου εισχωρούσε σαν προβολέας από το παράθυρο. Άλκηστις γύρισε πλευρό, άπλωσε το χέρι της, δεν τον βρήκε και άνοιξε τα μάτια της, νυσταγμένα. Μόλις τον είδε, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της.
Έγειρε πίσω και την κοίταξε στα μάτια. Ήταν φανερό ότι περίμενε να ακούσει κάποιο σχόλιο από το στόμα της. Η Άλκηστις μπήκε σε επιφυλακή αναζητώντας κάποια ένδειξη στο πρόσωπο του, τι είναι αυτό που θέλει ν’ ακούσει.
«Χθες το βράδυ.» ρώτησε ο Νικηφόρος «ένιωσες τόσο όμορφα όσο ένιωσα και ‘γω;»
Η ανακούφιση την έλουσε σαν ζεστό κύμα. Ο Νικηφόρος ζητούσε επιβεβαίωση για να συγκρίνει την απόδοση του εάν ήταν αντάξια των προσδοκιών της.
Η Άλκηστις πήρε ένα πονηρό χαμόγελο και απάντησε:
«Εάν τα μισά απ' ό,τι θυμάμαι είναι αλήθεια, δεν τολμάω ούτε να τα πω. Ακόμη μουδιασμένο είναι!» του είπε χαμογελώντας δείχνοντάς το μουνάκι της.
«Ε, το ταλαιπωρήσαμε πολύ εχθές. Και δεν ήταν μαθημένο στο ζόρισμα, το καημένο».
«Σήμερα θα το ταλαιπωρήσουμε;» Τον ρώτησε παιχνιδιάρικα.
Ο Νικηφόρος πλημμύρισε ανακούφιση και χαρά. Σηκώθηκε όρθιος.
«Και τώρα δεν πάμε να πάρουμε πρωινό;» Πρότεινε ο Νικηφόρος. «Πεινάω σαν λύκος!» Συμφώνησαν και οι δύο, φόρεσαν κάτι πρόχειρο και κατέβηκαν στην Κουζίνα. Η Άλκηστις, έκανε πάλι τα μαγικά της και το πρωινό ήταν σε λίγο έτοιμο.
«Μετά
το πρωινό θα ανέβουμε στο χωριό, ξέρω ένα κρεοπωλείο με βιολογικό
μοσχάρι.. το φέρνει από το πάνω χωριό… να το προλάβουμε πριν
εξαντληθεί.»
Ήταν ένα όμορφο πρωινό και η Άλκηστις είχε μια
λάμψη στο χαμογελαστό πρόσωπο της, σημάδι ότι είχε σηκωθεί ικανοποιημένη
από το κρεβάτι του άνδρα που ποθούσε φορώντας ένα μίνι κρεμ φόρεμα με
ανοιχτή πλάτη που τρελαίνει κόσμο. Τα βλέμματα θαυμασμού και ζήλιας των
περαστικών γέμιζαν ικανοποίηση τον Νικηφόρο γιατί δεν είχε καμία
αμφιβολία για το ποιος ήταν υπεύθυνος για τα συναισθήματα της.
Σάββατο…
γυρίζοντας από το χωριό μαρινάρισαν το κρέας το έβαλαν στο ψυγείο και
αναχώρησαν για την παράλια …δυο βήματα από το σπίτι…. να ζήσουν
ξένοιαστες στιγμές στην ηλιόλουστη θάλασσα. ...Αργά το μεσημέρι
επέστρεψαν στο σπίτι. Ο Νικηφόρος ετοίμασε το μπάρμπεκιου και η Άλκηστις
έστρωσε το τραπέζι. Είναι ήδη αργά απόγευμα. Μόλις έχουν τελειώσει το
γεύμα τους και η Άλκηστις τον αφήνει μονάχο του στο τραπέζι και τρέχει
να αναπαύσει το κορμί της στον μεγάλο καναπέ του σαλονιού. «Έχω αυτή τη
γλυκιά κούραση που θέλω να λιποθυμήσω μπρούμυτα στα πλακάκια εκεί
ακριβώς που είσαι και να με πάρεις αγκαλιά.» Του λέει…
«Είναι
αυτή η γλυκιά αίσθηση που με γαργαλάει… είναι ο άνεμος στο πρόσωπό μας,
οι μυρωδιές, η θάλασσα και ο ήχος των κυμάτων…. Που με νανουρίζει
γλυκά. Δώσε μου λίγο χρόνο χαλάρωσης που θα μου δώσει ενέργεια και
ζωντάνια…» Του συνεχίζει.
Έτσι
η Άλκηστις χαλάρωσε, άφησε τον εαυτό της ελεύθερο και σε λίγο ένα άσπρο
σύννεφο την ταξίδεψε…. και πολύ σύντομα βυθίστηκε σε έναν βαθύ γλυκό
ύπνο…
Αφού κολύμπησαν στην άδεια παραλία
για καμπόση ώρα παιγνιδίζοντας σαν μικρά παιδιά μέσα στο νερό η
Άλκηστις κάνει την κίνηση και κολλάει πάνω του. Ήθελε να βγάλει τον
πούτσο του να της παραμερίσει το μαγιό και να την πάρει εκεί στα όρθια
μέσα στο νερό.
«Όχι εδώ μωρό μου.... της ψιθύρισε στο αυτί. Εδώ μπορεί να μας δει κανένα μάτι.»
Την
ώρα που ο ήλιος έδυε και χρωμάτιζε για ύστατη φορά τον ουρανό τους
βρήκε τώρα να παιχνιδίζουν και να ερωτοτροπούν κάτω από το νερό στο
εξωτερικό ντους του σπιτιού, με ένα πηγαίο τρόπο, γεμάτο ζωή.
«Μωρό μου ηρέμησε, θα γίνουμε θέαμα.»
«Πολύ συγκρατημένο σε βλέπω. Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι τελειώσαμε με μια βραδιά;» του λέει..
Φτάνοντας
στην κρεβατοκάμαρα ο Νικηφόρος έκλεισε την μπαλκονόπορτα και το
παράθυρο. Όταν τον ρώτησε γιατί κλείνει τις μπαλκονόπορτες και τα
παράθυρα της απάντησε:
«Σαββατόβραδο μωρό μου, έχουμε και αγώνα με μεγάλη ένταση, έρχεται και κόσμος στα απέναντι σπίτια κι εσύ στη διάρκεια τω αγώνα παρασύρεσαι και φωνάζεις δυνατά τα γκολ. Πού να σε πάω;»
«Τι μου έχεις κάνει μου λες;» Την άκουσε να τον ρωτάει
και σίγουρα δεν περίμενε απάντηση.
«Γλυκό κορίτσι αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις σχέση, η ότι έχεις απλά μια σχέση επιδερμική. Σωστά;»
Αμέσως
σαν αστραπή της ήλθε στο μυαλό ο Αρχιτέκτονας ο γκόμενος της Εριφύλης
και στη στιγμή άρχισε να πλάθει μελλοντικά ερωτικά σενάρια στο μυαλό της
που σκέφτεται ότι θα κάνουν πιο εύκολη την ερωτική τους σχέση εάν
ευοδώσουν. Το να αποτύχει το σχέδιο δεν της περνάει από το μυαλό γιατί
αισθάνεται ότι ο Νικηφόρος την θέλει σαν τρελός και άλλο τόσο τον θέλει
και αυτή.
«Γνωρίζω κάποιον, μιλάμε καμία φορά στο τηλέφωνο για ενδιαφέροντα κλπ μου φαίνεται ΟΚ τύπος άλλα δεν υπάρχει κάτι, πέρα από μια απλή γνωριμία.»
«Στο τηλέφωνο!;»
«Ναι είναι στο Λονδίνο και θα 'ρθει τέλος καλοκαιριού.»
«Και εσύ πως τον γνώρισες;»
«Τον γνώρισα σε μια γκαλερί ζωγραφικής.»
«Δεν το ήξερα ότι έχεις και εσύ το μικρόβιο της ξαδέρφης σου.»
«Απεναντίας. Εγώ είμαι της μουσικής. Άλλωστε το ξέρεις.»
«Ναι γι αυτό και απόρησα.»
«Η
ξαδέρφη είναι η υπεύθυνη για την γνωριμία. Απλά συστηθήκαμε αλλάξαμε
τηλέφωνα και μέχρι εκεί γιατί αναχώρησε την επόμενη. Από τότε υποτίθεται πως έχουμε
κρατήσει μία φιλική θα έλεγα σχέση μεταξύ μας.»
«Και η Εριφύλη πως τον γνώριζε.;»
«Είναι
ένας νεαρός Αρχιτέκτονας με χόμπι ταυτόχρονα τη ζωγραφική. Μια εποχή
είχε επισκεφτεί το εργαστήρι ζωγραφικής που δραστηριοποιείται η ξαδέρφη
και τον εντυπωσίασε που μια τόσο νέα και όμορφη γυναίκα ζωγραφίζει τόσο
εμπνευσμένα. Γνωρίστηκαν καλύτερα και εκθειάζοντας το ταλέντο της την προσκάλεσε
να παραστεί στα εγκαίνια έκθεσης ζωγραφικών έργων όπου παρουσίαζε και
δυο τρεις δικούς του πίνακες. Μάλιστα τις έδωσε τρεις προσκλήσεις εάν
είχε και παρέα ευχαρίστως ήταν ευπρόσδεκτοι..»
«Όταν μου λες πως γνωρίστηκαν καλύτερα, ποιο από όλα τα ταλέντα της εκθείασε; Ο Αρχιτέκτονας!»
«Λογικά
οι Αρχιτέκτονες και οι ζωγράφοι την ομορφιά και τις σωματικές αναλογίες δεν εκτιμούν;»
Του λέει κοιτώντας τον λάγνα με αυτό το παιχνίδισμα, την όρεξη, την
ζωντάνια και τη νεανική ενέργεια και ταυτόχρονα του σφίγγει με το χέρι
της τον πούτσο του.
«Δηλαδή μπορεί και να την ζήτησε να του ποζάρει σαν γυμνό μοντέλο στο εργαστήριο του;»
«Ααα
λες; Αυτό δεν το σκέφτηκα. Διόλου απίθανο. Την φαντάζεσαι την Εριφύλη να ποζάρει
γυμνή και να σου ζητήσει ν' αγοράσεις το γυμνό της πίνακα για το σαλόνι σας; Αλλά δεν νομίζω αν συνέβαινε θα μου το 'λεγε.» Και συνεχίζει να παίζει με τον πούτσο του.
«Τελικά πήγατε παρέα στην έκθεση;»
«Ναι!
Ήταν και η Ελπινίκη μαζί μας. Στην αρχή ένιωσα κάπως έξω από τα νερά
μου, όταν είδα τις κυρίες περιποιημένες στη τρίχα και κομψά ντυμένες με
τον κατάλληλο τρόπο, ώστε να μπορούν να γοητεύσουν ιδιαίτερα.
«Πολύ παράξενο πως και δεν μου το έχει αναφέρει η Εριφύλη τη γνωριμία της με τον αρχιτέκτονα! Και! Πήγατε. Για πες μου τι είδατε εκεί.;»
«Μπαίνοντας στην είσοδο ο Αρχιτέκτονας όταν μας είδε το μεγάλο και
διαχυτικό χαμόγελο του τον έκανε να αστράφτει και κατευθύνθηκε προς το
μέρος μας. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν ότι με τις κυρίες γνωριζόταν αρκετά
καλά. Την Εριφύλη όμως με το που την είδε φωτίστηκε ιδιαίτερα το πρόσωπό του. Την
αγκάλιασε με ιδιαίτερη θέρμη πολύ τρυφερά, χωρίς να φοβάται να το δείξει.
«Αργότερα καθυστερημένα ήρθε και ένας ξάδελφος του. Μας τον σύστησε ο Αρχιτέκτονας. Τι να σου λέω, ομορφάντρας κι αυτός με ανεπιτήδευτο στυλ, το ντύσιμο που λατρεύω στον άντρα, τζιν, μακό μπλουζάκι, γαμάτες μπότες, δερμάτινο μπουφάν.
Μας κοίταζε και τις τρεις και σκεπτόταν πως θα γίνει να μας πηδήξει όλες. Ήταν γεγονός πως γυάλισε το μάτι του περισσότερο νομίζω για μένα από την πρώτη στιγμή. Ο Αρχιτέκτονας έπιασε αγκαζέ την Εριφύλη σαν να του έλεγε. Αυτή είναι δική μου και μην τολμήσεις μακριά τα χέρια σου, την πήρε αγκαζέ απομακρύνθηκαν και έμεινα εγώ η Ελπινίκη και ο ξάδελφος.
Το είπαμε η ξαδέρφη είναι μια γυναίκα που δεν περνάει απαρατήρητη.
«Και. Τι έγινε στη συνέχεια;»
«Με τον Αρχιτέκτονα με κομψό και ευγενικό τρόπο
παρουσία της Εριφύλης και της Ελπινίκης ανταλλάξαμε τηλέφωνα ώστε να με
βοηθούσε να παρακολουθήσω κάποια προγράμματα Εράσμους στην Αγγλία. Δεν σου κρύβω
ότι έχοντας γίνει μάρτυρας σε κάποιο ιδιαίτερα προσωπικό ερωτικό συμβάν
του Αρχιτέκτονα είχα καυλώσει φοβερά και αυτός το γνώριζε και πλέον μου
την έπεφτε. Δεν μπορώ να πω με φλέρταρε με τακτ και πολιτισμένα. Τελειώνοντας την επίσκεψη μας ζήτησαν να μας συνοδεύσουν και να πάμε
κάπου παραλιακά για ψάρι, και στη συνέχεια ότι προκύψει αλλά η Εριφύλη με την Ελπινίκη έπρεπε να
γυρίσουν και έτσι έμεινε η γνωριμία μου μαζί τους στο ξεκίνημα.
«Ώστε ο Αρχιτέκτονας και η Εριφύλη;
«Ηρέμησε
Μωρό μου. Εκεί γύρω τριγύριζαν. Απλώς δεν έχανε την ευκαιρία να
βρίσκεται δίπλα της και να της δείχνει τον θαυμασμό του.»
«Μόνο τον θαυμασμό του της έδειχνε;»
«Εκείνη την ήμερα; Μμμμ! Σίγουρα θα έλεγα ότι της έδειχνε τις ικανότητες του και τα ταλέντα του σαν
ζωγράφος. Τώρα για υπόλοιπα τι να σου πω! Δεν βάζω το χέρι μου στη
φωτιά τι άλλο της έδειχνε όλο αυτό τον καιρό που τον γνώριζε. Ίσως όταν τον επισκεπτόταν και στο ατελιέ του να της έδειχνε αυτά που την ενδιέφεραν περισσότερο στις καλλιτεχνικές τους απασχολήσεις! Τα πολύ ενδιαφέροντα εργαλεία του.»
«Τα εργαλεία του ε! Άλκηστις σαν και άρχισα να νιώθω παράξενα και να μου
μπαίνουν παράξενες σκέψεις στο μυαλό.»
«Σαν πολύ το σκέπτεσαι. Και με φέρνεις και μένα σε δύσκολη θέση.»
«Έχω ένα μεγάλο ελάττωμα: Να σκέφτομαι πολύ! .»
....... Σ' αυτό το σημείο ο Νικηφόρος δεν θέλησε να πιέσει περισσότερο την Άλκηστις. Φαντάστηκε τι περίπου πιθανόν να ήταν αυτό που δυσκόλευε την Άλκηστις να του εκμυστηρευτεί και δεν μίλησε. Απεναντίας νιώθει μια περίεργα έντονη ηδονική έξαψη. Φαντάστηκε την Εριφύλη, λάγνα, παθιασμένη για άγριο σεξ δεν άργησε να καταλήξει στο κρεβάτι να συνευρεθεί ερωτικά και να ικανοποιείται σεξουαλικά με τον αρχιτέκτονα σαν εραστή της. Πάντως, προς μεγάλη του έκπληξη, η σκέψη της Εριφύλης μ΄ άλλον αγκαλιά στο κρεβάτι τον είχε ανάψει. Το αντιλαμβάνεται και η Άλκηστις.
«Καυλώνεις αγόρι μου όταν φαντάζεσαι πως ίσως γαμιόταν η Εριφύλη σου;»
«Ναι! Μωρό μου! Και στο κάτω – κάτω δεν είμαι ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος άντρας στον κόσμο που καυλώνει με τη φαντασίωση πως η συντροφος του γαμιέται με κάποιον προικισμένο γαμιά. Έτσι δεν είναι;»
«Καυλιάρη μου, είσαι σίγουρος σ' αυτό που λες; Εγώ ξέρω ότι οι άνδρες – τουλάχιστον πλειοψηφικά- συνηθίζουν να λένε «Αμάξι και γυναίκα δεν δανείζονται».»
«Ξέρεις Μωρό μου, η ζωή παίζει πολλές φορές παράξενα παιχνίδια! Τον τελευταίο χρόνο, μετά από κάποιες φωτογραφίες που έλαβα μου είχε γίνει έμμονη ιδέα ότι η Εριφύλη με κερατώνει. Σκεφτόμουν ότι ίσως μου ξένο-πηδιόταν και περιέργως ερεθιζόμουν. Μην με κοιτάς έτσι έκπληκτη!
Παράξενο αλλά έτσι ένοιωθα εκείνες τις στιγμές. Ο πούτσος γινόταν τόσο σκληρός όσο ποτέ πριν. Έκλεινα τα μάτια και έφερνα στην φαντασία μου την εικόνα με το Μωρό μου στημένη στα τέσσερα, να γαμιέται πισωκολλητά να βογκάει παθιασμένα και να σφαδάζει με τον πούτσο καρφωμένο μέσα της!. Τη φανταζόμουν μπρούμυτα στα τέσσερα με τους αγκώνες σ’ ένα μαξιλάρι και το κεφάλι της όρθιο να κοιτάζει μπροστά τον τοίχο της κρεβατοκάμαρας. Τα μάτια της γλαρωμένα, το στόμα της μισάνοιχτο, να τρέχουν τα σάλια απ’ το πλάι. Τι καύλα Θεέ μου! Αυτός γονατιστός από πίσω της με τα χέρια του να σφίγγει τη λεκάνη της από τα πλάγια και να τη σπρώχνει προς το μέρος του πούτσου του. Τον πούστη τον φανταζόμουν καλό γαμιά και τεχνίτη του σεξ.
Αλλά τι σου λέω τώρα; Όλοι οι ναυτικοί ξέρουμε πως οι γυναίκες μας γαμιούνται κρυφά, αλλά το κρατάμε εφτασφράγιστο μυστικό. Σιγά-σιγά χωρίς να το θέλω συνήθισα με την ιδέα πως ίσως η Εριφύλη μου γαμιέται, αλλά συνειδητοποίησα πως δεν ήταν και τόσο τραγικό..
Η Άλκηστις έχει μείνει άφωνη περιμένοντας τη συνέχεια στις φαντασιώσεις του Νικηφόρου. Γεμάτη περιέργεια τον προτρέπει να συνεχίσει. «Για πες μου! μου αρέσουν οι ερωτικές ιστορίες και εσύ ξέρεις να διηγείσαι τόσο όμορφα σενάρια. Πως ακριβώς φανταζόσουν ότι σε κεράτωνε η Εριφύλη;.
....Ο Νικηφόρος δεν της χαλάει χατήρι της Άλκηστις και άρχισε να της λέει τις ερωτικές φαντασιώσεις του που αφορούν την Εριφύλη, προσπαθώντας ταυτόχρονα μέσα από την αφήγηση του να δικαιολογήσει την απιστία της Εριφύλης του στην ξαδέρφη της.
..Εγώ με το επάγγελμα που επέλεξα απουσιάζω από την οικογενειακή μας εστία ταξιδεύοντας στις θάλασσες της υφηλίου για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, και όπως καταλαβαινεις η ξαδέρφη σου στη μοναξιά της δεν ζει και και τις πιο ευτυχισμένες στιγμές στο γάμο στα δροσερά είκοσι οκτώ της χρόνια και με τις σεξουαλικές της ανάγκες στο φόρτε της έχοντας να γαμηθεί (να δει χαρά στα σκέλια της) για μήνες που εγώ απουσίαζα και οι καύλες της χτύπαγαν κόκκινο. Χρειαζόταν έναν εραστή ο οποίος θα την παρασύρει στις απολαύσεις της σάρκας διατηρώντας πάντα αποστάσεις ασφαλείας!
Η υποψία μου ότι πιθανώς η Εριφύλη με κεράτωνε ξεκίνησε όταν άρχισα να περιεργάζομαι τις φωτογραφίες της βάπτισης του γιου των κουμπάρων μας του Αλέκου και της Νικολέτας που ήσασταν καλεσμένοι η ξαδέρφη σου και η αφεντιά σου. Τις φωτογραφίες μου τις έστειλε η Εριφύλη στο πλοίο. Είχε μπει και η άνοιξη όταν έγινε το μυστήριο, η Εριφύλη ήταν πανέμορφη αλλά και στο ντύσιμο εξαιτίας της γυναικείας φιλαρέσκειας ξεχώριζε η «πουτάνα» Έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που την κάνουν να ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος.
«Όντως η ξαδέρφη ήταν καυτή ύπαρξη εκείνη την ήμερα το θυμάμαι και εγώ. Και στο ντύσιμό της! Γυναίκα με φινέτσα, γεμάτη ερωτισμό με διακριτική συμπεριφορά. Ήταν αυτό που λέμε εξαιρετικά γοητευτική. Ότι κι αν βάλει η ξαδέρφη μου μιλάει απάνω της!» Συμπληρώνει η Άλκηστις περιμένοντας ανυπόμονα τη συνέχεια για τις υποψίες του Νικηφόρου.
Παρατήρησα τον νεαρό άνδρα που ήταν στο τραπέζι σας, πως τον κοίταζε και το βλέμμα της να στέλνει ερωτικές υποσχέσεις και να υπόσχεται διαθέσεις για αμαρτίες και ερωτικά παιχνίδια. Ηταν φανερό ότι δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό και μες στην χαρά της ημέρας βρήκε την ευκαιρία να του δείξει τις ερωτικές της διαθέσεις. Μόνο στα ίσα δεν του το έλεγε αλλά το εννοούσε. «Είμαι έτοιμη για όλα! Θα σου ρουφήξω τον πούτσο σαν ζαχαρωτό! Απόψε θέλω πολύ να με γαμήσεις. Αλλά και αυτός με το που έριχνε το βλέμμα του επάνω της, λαμποκοπούσε ολόκληρος. Το βράδυ που πήγα για ύπνο στην καμπίνα μου, ήμουνα καυλωμένος! Έβλεπα μία μια τις φωτογραφίες με κάθε λεπτομέρεια και έπαιζα μανιωδώς τη πούτσα μου μέχρι που έχυσα για πάρτη τους. 'Όμως αυτή τη φορά ο γαμιάς της Εριφύλης στη φαντασία μου δεν ήταν ο «άγνωστος γαμιάς».
«Μιλάς σοβαρά τώρα; Τι να πω… Νομίζω ότι είσαι υπερβολικός. Αλλά για να μου το λες ότι το αδιανόητο γίνεται αυτονόητο, κάποιες υπόνοιες θα είχες κατά νου, κάτι θα είχες μυριστεί σχετικά!»
.... Η παντρεμένη γυναίκα Μωρό μου που άνοιξε τα πόδια της στον εραστή της όσο και να προσπαθήσει να προσποιηθεί την αδιάφορη πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να προδοθεί. Βέβαια και ο πιο παθιασμένος έρωτας, η πιο καυλωμένη καψούρα, όταν στηθεί πάνω στο στρώμα του κρεβατιού σου, από την περπατημένη κυρία εύκολα εξαφανίζονται τα σημάδια της παρανομίας στο πρόσωπο της. Το δύσκολο είναι να κρύψει εντελώς τα ίχνη της απιστίας όταν η κυρία πλακωθεί στις εξοχές και τα ξενοδοχεία. Εκεί είναι που η ενοχή, σκαρφαλώνει στα μάγουλά της, στα μάτια της, και δεν της φεύγει ο φόβος μήπως την υποψιαστούν. Γι’ αυτό σου λέω η Εριφύλη δούλευε καλά τη σχέση της στα σεντόνια του κρεβατιού μας. Ξάπλωναν επάνω τους κι άρχιζαν τα όργανα Όλα να παίζουν. Κορμιά, χέρια, χείλη, όλα ένα πράμα. Το λεγόμενο Κυρία έξω και Γκόμενα στο κρεβάτι εδώ ταιριάζει γάντι.
«Εγώ τον ξέρω; Ποιος ήταν ο άνδρας στις φωτογραφίες που λες.»
«Θυμάσαι εκείνον το νεαρό το φοιτητή, που ήταν κολλητός με τον αδελφό της; που έφυγε πρόσφατα για μεταπτυχιακό στη Γαλλία;»
«Ναι πως δεν τον θυμάμαι! Τον Φοίβο! Ένα γεροδεμένο ψηλό παλικάρι που μετά από μερικά χρόνια σπουδών σε πανεπιστήμιο της Κροατίας κατόρθωσε να πάρει μεταγραφή στην Πολυτεχνική σχολή στο πανεπιστήμιο της Αθήνας και που είχε πολύ φιλικές σχέσεις με το νεαρό αδελφό της και έμενε ακριβώς δίπλα σας σε μια μικρή γκαρσονιέρα που είχε νοικιάσει τα χρόνια εκείνα της φοιτητικής του ζωής. Μη μου πεις πως υποψιάζεσαι πως ο Φοίβος ήταν εραστής της Εριφύλης.»
«Ίσως να γαμιόταν και μ' άλλον. Ποιος μπορεί να το πει; Το ξέρεις ότι τη θέλουν όλοι κι εκείνη αν θέλει τους παίζει μια χαρά, τέτοια ψωλανάφτρα που είναι. Εγώ τον μόνο που φαντάζομαι είναι αυτός. Να όπως την φαντάζομαι εκείνο το χρονικό διάστημα, να συνευρίσκεται ερωτικά, με τον νεαρό φοιτητή φίλο και κολλητό του αδελφού της που την προσελκύει σεξουαλικά. Με αποτέλεσμα την εποχή εκείνη να έχει πέσει με τα μούτρα στο μουνί της Εριφύλης και να έχει γράψει εξεταστική περίοδο και βιβλία στ' αρχίδια του...
..Του παραπονέθηκε για την παρατεταμένη απουσία του Νικηφόρου του άνδρα της. Τι να σου πω; του λέει. Η δουλειά του Νικηφόρου μου είναι σε μεγάλη εταιρεία και για αυτό ταξιδεύει αρκετά και δόξα τω Θεώ δεν έχουμε οικονομικό πρόβλημα. Είπαμε, παράπονο δεν έχω... Δηλαδή όχι ακριβώς... Θα μου πεις... ποιο αντρόγυνο δεν έχει τα προβλήματά του; Και θα συμφωνήσω. Πλην όμως, αγορίνα μου, υπάρχουν προβλήματα και προβλήματα. Και το δικό μου, για να πω την αμαρτία μου, είναι κάποια πράγματα που δεν είναι όπως θα πρεπε να ήταν, πανάθεμα τα! Καλά το κατάλαβες, περί το σεξουαλικό μιλάω. Δεν αντέχεται αυτή η κατάσταση που βιώνω και είμαι έτοιμη να σαλπάρω για άλλο λιμάνι. Να βρω ένα αρσενικό να με «εξυπηρετήσει. Τι λες έχω άδικο να το θέλω!
Ο νεαρός σαν να σάστισε λίγο και μπερδεμένα λέει κάτι του στυλ πως είναι μια υπέροχη γυναίκα και οποιοσδήποτε άντρας θα ήταν πολύ τυχερός να έχει μια τέτοια γυναίκα στη ζωή του, όταν άκουσε τη φωνή της Εριφύλης να τον ρωτάει.
Εσύ σίγουρα πια σ' αυτή την ηλικία στα είκοσι ένα σου χρόνια, θα έχει κάποιες ερωτικές εμπειρίες. Τελευταία δεν έχω δει να μπαίνει κάποια κοπέλα στο διαμέρισμα σου ενώ πιο παλιά είχε πάρει το μάτι μου κάνα δυο ξενέρωτες και αλλά τέτοια και τώρα καλά και τον μάλωνε να προσέχει και τι έκαναν αυτές εκεί μαζί του και ότι δεν πρέπει να παραμελεί τις σπουδές του για την κάθε τσούλα.
«Ναι έχεις δίκιο! Έχω πάνω από πέντε μήνες που ξέμπλεξα με τις ξενέρωτες όπως τις λες,.»
«Τι έγινε με τη μια... Τζένη δεν τη λέγανε; πλακωθήκατε έμαθα;»
«Μια Μαλάκω ήταν που το έπαιζε γαμάτη.»
«Κρίμα κι ήταν ωραίο καυλιάρικο μωρό. Θα σου έκανε καλό κρεβάτι. Και πώς τη βγάζεις τώρα; Με σουηδική γυμναστική;»
«Ναι! Απολαμβάνω και τον κόπο μου!»
Η Εριφύλη έχει κέφια και αποφασίζει να ερεθίσει περισσότερο το νεαρό προκαλώντας τον.
«Να σου γνωρίσω την Καιτούλα; Μια χαρά κοπέλα!» Όπου Καιτούλα μια εικοσιπεντάχονη γειτόνισσα τους ίδια παλαιστής του Σούμο.
«Ποια ρε Εριφύλη; Εκείνη τη ντουλάπα; Να μένει το βύσσινο!» Έχει μείνει έκπληκτος.
«Ε, τι να σου πω; Κάτσε και βγάλε ρόζους τότε. Έλα τώρα ηρέμησε σε πειράζω! Σοβαρά πέντε μήνες; Μου κάνεις πλάκα! Και με τις ορμόνες σου πώς την παλεύεις ομορφάντρα μου;»
«Ποιος σου είπε ότι την παλεύω; Ώρες-ώρες είναι κόλαση με τις καύλες στο κόκκινο.»
«Δηλαδή; Και τι κάνεις αγορίνα μου, όταν λες το μουνί μουνάκι;»
«Τι να κάνω; Περιμένω να μου πέσει κανένα λαχείο....ή αυτό το γνωστό!»
«Όπα! Όταν λες αυτό το γνωστό, εννοείς self service; Χα, χα, χα… Και πια σκέφτεσαι στο self service;; Μήπως εκείνο το κορίτσι που μου είχες πει ότι βλέπεις στην Αθήνα;»
«Όχι.» (Εσένα ήθελε να πει αλλά δεν το ξεστόμισε)
Κι ενώ περίμενε ότι το θέμα θα τελείωνε εκεί φαίνεται ότι η γυναικεία περιέργεια της Εριφύλης της είχε ξυπνήσει και έτσι συνέχισε τις ερωτήσεις.
«Τι έπαθες τώρα; Εγώ νόμιζα ότι είμαστε φίλοι αλλά μάλλον έκανα λάθος… Δεν μου είπες όμως με τις τσούλες τι έκανες στο διαμέρισμα;»
«Έλα ρε Εριφύλη εσύ δεν ξέρεις τι έκανα στο διαμέρισμα; Εμένα περιμένεις να μάθεις;»
«Ουφ! Αυτό ήτανε! Λοιπόν πάμε στο θέμα μας! Θα ήθελα να ρωτήσω, πρέπει να πάμε εκεί στο διαμέρισμα σου η μπορείς και εδώ να μου δείξεις τι έκανες με τις ξενέρωτες;» τον ρωτάει με νάζι, τσακίρικο βλέμμα, έκφυλο χαμόγελο και με ένα πονηρό τόνο στη φωνή της, αφήνοντάς τον εμβρόντητο και με ανοικτό το στόμα πως το τραβούσε ο οργανισμός της.
«Δηλαδή; Σου λείπει το σεξ; Δεν μπορώ να φανταστώ ότι μια γυναικάρα με την δική σου εμφάνιση θα είχε τέτοιο πρόβλημα.»
«Μου λείπει πολύ, αλλά μη νομίζεις ότι είναι και εύκολο.»
«Όταν ξέρεις τι αξίζεις και το δείχνεις. Ποιος μπορεί να σου αντισταθεί τότε!»
«Μμ έχω ακούσει τέτοια! Εσύ με με τις ορμόνες σου αυτή την ώρα πως πας;»
«Ε, άμα έχει κανείς μπροστά του μια τόσο όμορφη και ελκυστική γυναίκα, και τη θέλει πολύ, όσο να πεις φουντώνουν ανεξέλεγκτα…»
«Θες να πεις ότι άμα σου «καθόμουν» θα μου το έκανες;»
«Θέλεις την αλήθεια;»
«Ναι!»
«Ε, λοιπόν ναι, όχι απλά θα σου το έκανα, θα σε ξέσκιζα και δεν πάει να γαμηθεί ο Νικηφόρος που μπορεί και αφήνει μια τέτοια μουνάρα σαν και εσένα μόνη της. Αλήθεια πόσο καιρό λείπει και έχει να σε γαμήσει;»
«Τουλάχιστον τέσσερις μήνες.»
«Και εσύ πώς αντέχεις;»
«Η ψυχή μου το ξέρει.»
.... Τα χείλη τους έσμιξαν πάλι βίαια καθώς το χέρι της αναζητούσε αυτό που ήθελε μέσα από το παντελόνι του. Τα χέρια του τυλίχτηκαν στη μέση της, θηλυκώνοντας τα σώματά τους, καθώς τα στόματα τους δαγκώνονταν λαίμαργα. Ανυπομονησία ξέσπασε ανάμεσά τους, και τα δυνατά χέρια του Φοίβου γλίστρησαν στον κορμό της, έπιασαν τους γλουτούς της και την ανασήκωσαν με ευκολία. Το σώμα της κατάλαβε τι της ζητούσε και ανταποκρίθηκε. Τα πόδια της τυλίχτηκαν αυτόματα γύρω από τη μέση του, εκείνος γύρισε στο πλάι και με δυο βήματα την κόλλησε στον τοίχο, και άρχισε να τη σπρώχνει τρίβοντας το σκληρό πούτσο του στην κοιλότητα που σχημάτιζε το ρούχο της. Ηδονή και λαχτάρα σφυροκοπούσαν μέσα της και ξεφυσούσε στο στόμα του, εκλιπαρώντας τον σιωπηλά να της δώσει κι άλλο.
«Δε μπορώ να κρατηθώ άλλο. Τι διαλέγουμε μωρό μου τώρα; Κρεβάτι ή φαγητό;» Της μουρμουρίζει προσπαθώντας να συνέλθει απ’ την έξαψη.
«Γάμησε το, το φαγητό!» του λέει και βογκάει.
Ο Φοίβος ένιωσε να ψηλώνει κατά δέκα εκατοστά, αποφασισμένος να παίξει το ρόλο του επιβήτορα, κι όπου βγει.
«Μουνάρα μου, είσαι καύλα! Είμαι πολύ καυλωμένος, Μωρό μου και δε σκέπτομαι τίποτε άλλο παρά πώς να σε γαμήσω ατέλειωτα. Φύγαμε!» είπε ξαφνικά. Της χαϊδεύει το μάγουλο, περνώντας ανάλαφρα τον αντίχειρά του από το κάτω χείλος της, και χαμογελάει, με τα μάτια του να λάμπουν με αισθησιακές υποσχέσεις.
«Μισό λεπτό να σβήσω την κουζίνα. Το γεύμα μπορεί να μας περιμένει αργότερα.» Έσβησε το φούρνο και προχώρησε προς το σαλόνι αργά και νωχελικά λικνίζοντας το κορμί της και κουνώντας προκλητικά τους γοφούς της, μ’ ένα πονηρό χαμόγελο και μισάνοιχτα χείλη.
Πιάνονται χέρι χέρι και ανεβαίνουν τη σκάλα που οδηγεί στη κρεβατοκάμαρα. Στο κατώφλι του υπνοδωματίου, ρυθμίζει τον διακόπτη στον τοίχο έτσι που το δωμάτιο φωτίζεται μόνο από τις λάμπες στα κομοδίνα με χαμηλό φωτισμό.
Τον ξαπλώνει στο κρεβάτι, με γρήγορες κινήσεις άνοιξε το φερμουάρ του παντελονιού, πιάνει το παντελόνι και το σλιπάκι του, τα κατεβάζει και γονατίζει στο πάτωμα. Ο Φοίβος σηκώνει ένα ένα τα πόδια, τα βγάζει και τα κλοτσάει στην άκρη. Το βλέμμα της καρφώνεται στο σηκωμένο πέος του. Ένας όμορφος μισοσηκωμένος χονδρός πούτσος πετάχτηκε μπρος στα μάτια της.
«Πω πω ρε μωρό μου! Τι μεγάλο που τον έχεις!»
Μην μπορώντας να συγκρατήσει τον εαυτό της άλλο, γονάτισε ανάμεσα στα πόδια του και τύλιξε τα δάχτυλα γύρω από το καυλί του και χωρίς κανένα δισταγμό το πιάνει και ακουμπάει στην κεφαλή του τα χείλη της. Άρχισε απαλά να γλείφει κυκλικά το κεφάλι της ψωλής και μετά όλη από πάνω μέχρι τ’ αρχίδια και μέσα σε ελάχιστο χρόνο τον σήκωσε σ' όλο του το μεγαλείο. Στη συνέχεια τον βάζει αργά – αργά στο στόμα της, ακούγοντας το μουρμουρητό ευχαρίστησης του, που γινόταν δυνατότερο καθώς τον έπαιρνε στο στόμα της όλο και πιο βαθιά μέχρι το λαιμό της.
Ο φοιτητής τρέμει ολόκληρος, αφήνει ένα βογκητό και το κορμί του τεντώνεται μόλις νιώθει να τον εγκλωβίζει μέσα στο στόμα της. Πιάνει μια τούφα από τα μαλλιά της και τα κρατάει λες και θέλει από κάπου να πιαστεί.
«Εριφύλη, με ερεθίζεις πολύ με αυτό που κάνεις. Το στόμα σου είναι πολύ ζεστό και υγρό... πολύ απαλό.»
Η Εριφύλη ρουφάει απαλά το πέος του, του δίνει ένα τελευταίο φιλί, και μετά τον αφήνει να την βοηθήσει να σταθεί όρθια. Τα μάτια του Φοίβου πετούν φωτιά. Ξέρει πόσο δύσκολο ήταν γι’ αυτόν να σταματήσουν λίγο πριν την εκσπερμάτωση.
Ανασηκώθηκε όρθια εμπρός στο κρεβάτι και μπροστά στα μάτια του καυλωμένου νεαρού με γρήγορες κινήσεις κατέβασε και έβγαλε το όμορφο δαντελένιο κιλοτάκι της αναστενάζοντας και αναπνέοντας βαθιά απ’ την καύλα και αφήνει το φλοράλ ελαφρύ αμάνικο φουστάνι της να πέσει χάμω. Έμεινε γυμνή.
Η καρδιά του κόντευε να σπάσει, καθώς τα μάτια του καρφωνόταν σε paused moment πάνω στο cameltoe μουνάκι της και στα πρησμένα μουνόχειλα της που αναδύονταν ανάμεσα στις μεταξένιες μουνότριχες της.
«Πες μου αγόρι μου σ΄ αρέσει αυτό που σου κάνω; Το κάνω καλά; Τα κοριτσάκια που μπλέκεις στα κάνουν αυτά αγόρι μου;»
«Όχι μωρό μου! Όχι! Εσύ ξέρεις να γαμιέσαι και, να φτιάχνεις έναν άντρα!»
«Τι θα ήθελες να μου κάνεις τώρα;»
«Να σε γαμήσω!»
«Τι;»
«Να σε γαμήσω!»
«Αυτό δεν γίνετε και το ξέρεις! Κάτσε φρόνιμος και μείνε ακίνητος αγόρι μου εγώ θα σε γαμήσω.» ψιθύρισε. Αποφάσισε να πάρει τον νεαρό σαν αμαζόνα, για να ελέγχει καλύτερα τη διείσδυση.
Χρειάστηκε να περάσουν λίγα δευτερόλεπτα μέχρι ο νεαρός να καταλάβει τι εννοούσε.
«Έτσι και μας πάρουν χαμπάρι θα μας σκοτώσουν και τους δυο.» του μουρμουρίζει καθώς τον καβάλησε και εκείνος έπιασε τον πισινό της όπως αυτή προσπαθούσε να οδηγήσει το καυλί του τώρα με κατεύθυνση το μουνί της.
«Ξέσχισε με λεβέντη μου, πάρε με σε θέλω. Και οι δύο μούγκριζαν όπως εκείνη τον οδηγούσε καβαλάρισσα. Ένα χαμόγελο απόλαυσης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της σα να βρήκε αυτό που ήθελε μετά από καιρό. Το χαμόγελο μετατράπηκε σε ένα καυλωμένο βλέμμα ενώ άρχιζε να χοροπηδάει στον πούτσο του με τα βυζιά της ελεύθερα να χοροπηδάν μαζί της και να κτυπούν μεταξύ τους σαν ισπανικές κλακέτες καθώς κουνιόταν καυλωμένη, τα πλούσια βυζιά της χόρευαν υπέροχα και ο Φοίβος δε χόρταινε να τα βλέπει. Ήταν πανέμορφα.
«Πες μου καύλα μου, πες μου; Στην πηδάω καλά την πούτσα σου αγορίνα μου;»
«Αμαζόνα μου! Η απόλυτη καύλα είσαι εσύ!»
«Είναι μέσα μωρό μου! Τώρα πια είναι όλος δικός μου! Τον πήρε όλο μέσα του το μουνάκι μου μωρό μου!» Και άρχισε να ανεβοκατεβαίνει με αργές κινήσεις, γλιστρώντας μαλακά το αιδοίο της πάνω κάτω στο ερεθισμένο πέος, απολαμβάνοντας μια λεπτή ηδονή αυτή τη φορά: η νηνεμία μετά την καταιγίδα. Ύστερα από λίγα λεπτά δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί και ανταποκρινόταν σε κάθε της κίνηση με δυνατές ωθήσεις της λεκάνης του. Η Εριφύλη δεν μπορούσε να συγκρατήσει τις κραυγές της. Ένιωθε κάτι παράξενο να γεννιέται βαθιά μέσα στην κοιλιά της, κάτι που επιτέλους το ξυπνούσε το φοβερό ραβδί του νεαρού Η Εριφύλη δάγκωσε το μαξιλάρι για να πνίξει τις κραυγές της. Δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της. Δεν άντεχε άλλο την ηδονή, θα έσκαγε.
«Μωρό μου.! Δε θα αντέξω άλλο θα τελειώσω! Θέλω να αδειάσω το σπέρμα μου… Μωρό μου.»
«Δώστα μου όλα μέσα αγορίνα μου! Ελα δω στα μου μη φοβάσαι, παίρνω προφύλαξη.»
Ο Φοίβος κάνει ότι του ζητάει, γι’ αυτό αρχίζει να αυξάνει ρυθμό και ένταση όλο και πιο γρήγορα όλο και πιο δυνατά καρφώνεται μέσα στο υγρό μουνάκι της. Κάθε φορά που μπαίνει μέσα της, ακούγεται ο χαρακτηριστικός ήχος όταν το σώμα του χτυπάει το δικό της.
«Νάτο-νάτο έρχομαι Μωρό μου! Χύνω καύλα μου, χύνω βαθιά μέσα σου.»
«Έλα μωρό μου… Ναι.. ναι! Τα νιώθω αγορίνα μου. Τι καύλα είναι αυτή!» φωνάζει βιώνοντας εκρήξεις ευχαρίστησης και σπρώχνει με δύναμη την λεκάνη της προς τα μπρος και τον πήρε όλο τον πούτσο βαθιά στο Μουνί της!
Αντάλλαξαν λίγα λόγια συνενοχής καθισμένοι οκλαδόν στο κρεβάτι. Από τα ακροβατικά, πεινούσαν σαν λύκοι. Η Εριφύλη παραξενεύτηκε που ένιωθε τόσο άνετα μαζί του. Τόσο εύκολο ήταν λοιπόν να γαμιέσαι μ’ έναν εραστή; Έπειτα ήρθε η στιγμή που ένα χάδι, μια λέξη, ένα βλέμμα τούς άνοιξε πάλι την όρεξη να ξαναρχίσουν. Ο νεαρός βρισκόταν στο έλεος της, μπορούσε να τον κάνει ό,τι ήθελε. Εκείνη οδηγούσε το χορό τώρα.
Γερό παλικάρι όπως ήταν, σε λίγα λεπτά η πούτσα του ήταν σκληρή και έτοιμη για δράση και πάλι.
«Ωπ! τι έχουμε εδώ;» του λέει. «Έχεις και ωραίο εργαλείο ανάθεμά σε. Σε βλέπω πάλι φουσκωμένο. Τι γίνεται εκεί κάτω; Πάλι τσιτώθηκε;»
Η Εριφύλη του γρατζουνούσε τώρα με τα νύχια της την πλάτη, κουνούσε τους γοφούς της και σήκωνε το μουνί της προς το μέρος του για να τον προκαλέσει. O Φοίβος κατέβασε το καστανόξανθο κεφάλι του στις σγουρές πυκνές μουνότριχες της Εριφύλης.
Άρχισε να της γλείφει και να της ρουφάει τις μουνότριχες. Είχε ακούσει ότι πίσω από κάθε μουνότριχα κρυβόταν υπερευαίσθητα νεύρα που έφεραν την Εριφύλη στο χείλος της λιποθυμίας από τον ερεθισμό που της χάριζε. Μέσα της νιώθει μια φωτιά να ανάβει. Υγραίνεται. Τον ποθεί. Και βογκάει από έντονη επιθυμία και πόθο.
«Αχ! Έλα αγόρι μου! Τώρα σε θέλω μωρό μου να με γαμήσεις και να μου λες τι θα μου κάνεις.!» Μπήκε με τη μια, μέσα. Η Εριφύλη τον δέχτηκε χωρίς καν να φωνάξει. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό! Αυτός άρχισε να τη γαμάει με αργό αλλά πολύ δυνατό ρυθμό. Η Εριφύλη κρατούσε αντίσταση για να δέχεται όλο το όργανο μέσα της.
Ξανάρχισαν το γαμήσι με την Εριφύλη τώρα από κάτω να πλέει στον έβδομο ουρανό με το καυλί του Φοίβου χωμένο όλο μέσα της. Έμπλεξε τα πόδια της πίσω απ’ την πλάτη του νεαρού γαμιά της, τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ τον λαιμό του και γαντζωμένη έτσι πάνω του τον τράβηξε όσο πιο κοντά της μπορούσε. και αυτός χώθηκε όσο πιο βαθιά μέσα της μπορούσε και άρχισαν να κουνιούνται ξέφρενα.
«Κι άλλο! Πιο δυνατά!» φώναζε ενώ τα καστανοκόκκινα μαλλιά της κυμάτιζαν αφού το κεφάλι της ανεβοκατέβαινε στο ρυθμό τους.
«Ωοο! Καύλα μου είμαι όλος μέσα σου!»
Το γυμνασμένο κορμί του Φοίβου ανεβοκατέβαινε πάνω στο κορμί της Εριφύλης. Είχαν ιδρώσει και οι δύο από τον ξέφρενο ρυθμό τους. Το μουνί της γυναίκας είχε ανοίξει διάπλατα καθώς η μακριά σκληρή ψωλή του νεαρού την ξέσκιζε με φόρα.
Η Εριφύλη είχε βγει πλέον εκτός εαυτού μούγκριζε από ευχαρίστηση και κουνούσε τους γοφούς της προσπαθώντας να συντονιστεί με το κούνημα του Φοίβου συμμετέχοντας ενεργά στο γαμήσι της.
Ο Φοίβος δεν άντεχε άλλο. Τα αρχίδια του έστειλαν το καυτό φορτίο τους στην πούτσα του και εκείνη τα εκτόξευσε στο βάθος της μήτρας της Εριφύλης. Παχιά άσπρα καυτά χύσια τιναζόντουσαν απ’ το πουτσοκέφαλο του που σπαρταρούσε ενώ οι συσπάσεις του μουνιού της Εριφύλης αγρίευαν ολοένα και περισσότερο.
Ένιωσε ν’ ανατινάζεται. Καυτοί χυμοί έρεαν απ’ το μουνί της πάνω στην ψωλή του, που συνέχιζε να τη γαμάει άγρια, και να κυλάνε στην κωλοτρυπίδα της μουσκεύοντας τα σεντόνια. Ήταν τόσο έντονη η καύλα που ένοιωσε από το σπρώξιμο της ψωλής του, μέχρι να αδειάσει το σπέρμα της στον πλημμυρισμένο από τα υγρά τους κόλπο της.
«Έλα μωρό μου, χύσε με! Έτσι! Tι γαμήσι τρώω η ρουφιάνα! Έτσι! σκίσε με αγόρι μου! Χύσε στο μουνί μου!» λέει υψώνοντας ξαφνικά τη φωνή της. Μια λάμψη, ένας κεραυνός και μια βροντή σαρώνουν όλη την ύπαρξή της καθώς φτάνει σε οργασμό.
O Φοίβος και η Εριφύλη προσπαθούσαν απεγνωσμένα να ξαναβρούν την ανάσα τους. Λαχάνιαζαν και μούγκριζαν απ' το τρελό γαμήσι που είχαν κάνει. Η απόλαυση ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους.
Η Εριφύλη του χαμογελούσε ζεστά και φίλησε τρυφερά το όμορφο πρόσωπο του νεαρού άνδρα καθώς ακουμπούσε τα χείλη της στην ξυρισμένη επιδερμίδα στο τρυφερό μάγουλο του και μετά σιωπή. Σκεφτόταν κιόλας τι θα γούσταρε να κάνουν για συνέχεια.
Αυτή τη φορά το γαμήσι κράτησε αρκετά λεπτά μέχρι να ξαναχύσει φωνάζοντας ότι την αγαπάει.
«Δεν έχω ξαναγαμήσει καμία σαν εσένα! Εσύ Μωρό μου τα δίνεις όλα χωρίς να σκέφτεσαι. Είναι πολύ τυχερός ο άντρας σου.»
«Έλα σε παρακαλώ, άφησε τον τώρα αυτόν, μην τον αναφέρεις. Αγορίνα μου γλυκιά, όσο απουσιάζει ο Νικηφόρος μου το μουνί μου είναι τώρα πια και δικό σου,» Του είπε! Μόνο μην τολμήσει να πει τίποτα σε κανέναν και τον φίλησε καθώς αυτός έφευγε.
Έξω είχε αρχίσει να νυχτώνει, η Εριφύλη στην πόρτα με το Φοίβο δίπλα της διαισθάνεται αμυδρά έναν αόριστο κίνδυνο και νιώθει ανησυχία. Ανησυχία που κρατά από την εποχή του Αδάμ, το φίδι που συνδέθηκε με τον πειρασμό και την αμαρτία και προμηνύει το κακό. Με τη μορφή του παρουσιάζεται ο διάβολος, ο οποίος προκαλεί υποψίες και ανησυχίες.
«Πρέπει να προσέχουμε, μη κάνουμε κανένα λάθος Μωρό μου,γιατί εγώ είμαι παντρεμένη γυναίκα και με ξέρουν όλοι για σοβαρή κοπέλα κι από σπίτι, καλή νοικοκυρά που έχει να το λέει όλη η γειτονιά και δεν έχει ακουστεί ποτέ κάτι άσχημο για μένα.
«Εννοείται ότι η σχέση μας θα μείνει αυστηρά εντελώς μεταξύ μας» της είπε καθώς έφευγε και πριν του κλείσει την πόρτα. Μονάχα μια ερώτηση μου καίει τα χείλια: «Πότε θα ξαναϊδωθούμε; Δεν μπορούμε να μείνουμε στη σημερινή επαφή μας, έτσι δεν είναι;» Τη ρωτάει και περιμένει ανυπόμονα μια θετική απάντηση.
«Εε Ναι!; Ας ευχηθούμε στην επομένη συνεδρία μας! του λέει ναζιάρικα σαν μια αστεία χαμογελαστή χαζογκομενίτσα, με ζωγραφισμένη την ικανοποίηση στο πρόσωπο της.
Ο Φοίβος της λέει τώρα που το νερό είχε μπει στο αυλάκι περιμένει την επόμενη συνάντηση τους και αναμφίβολα εννοείται πως δε θα πει τίποτα σε κανέναν, δείχνοντας της ότι είναι πολύ ερωτευμένος μαζί της και να της δώσει να καταλάβει πόσο πολύ την ποθεί αυτή τη γυναίκα. Αν ήταν στο χέρι του, θα ήθελε κάθε μέρα να γεύεται το κορμί της.
«Όταν σε σκέπτομαι είμαι συνέχεια καυλωμένος, και δεν επιθυμώ τίποτε άλλο παρά πώς να σε γαμήσω ατέλειωτα μέρα και νύχτα. Εννοείται αν το θέλεις και εσύ.»
«Μα εννοείται αγορίνα μου! Και εγώ μωρό μου σε θέλω του λέει! Αλλά στο ξαναλέω πρέπει να προσέχουμε να μην έχει η σχέση μας συνέπειες, δεν θέλω να χαλάσω τον γάμο μου αλλά με εξιτάρουν αυτές οι αλλαγές στη συζυγική μου σχέση. Όχι πως δεν πάει κάτι καλά στο γάμο μου και ναι αισθάνομαι ότι ο άνδρας μου, μου παρέχει την ασφάλεια της οικογένειας αλλά μου λείπει στο κρεβάτι και αποζητώ τον ενθουσιασμό που μου προσφέρει ένας γοητευτικός άνδρας σαν εσένα. Μου δίνει καινούρια ανάσα ζωής και ένα δυνατό κίνητρο για την εξωσυζυγική μου σχέση μαζί σου χωρίς να απειλείται ο γάμος μου! Όπως το έχει θέσει ο σοφός λαός από τα παλιά τα χρόνια, όλα τα κέρατα δεν είναι ίδια και η απιστία δεν είναι πάντα θανατηφόρα νόσος για τη σχέση... Μια παλιά λαϊκή ρήση έλεγε «κεράτωνε τον άνδρα σου και μάγια μην του κάνεις.» Η φύση μας χάρισε τις άτιμες τις αισθήσεις για να μας οδηγούν στην εφήμερη ευτυχία των σωματικών ηδονών, που θα τιμωρούνται στους ναούς και τις εκκλησίες, γιατί σημασία δεν έχει τι κάνουμε στο κρεβάτι μας, αλλά πως το ονομάζουμε...
Ο Φοίβος την αποχαιρέτησε ζεστά και έφυγε αφήνοντάς την σκεφτική.
Η Εριφύλη ήταν αυτό που λέμε Κυρία με όλη τη σημασία της λέξης, αλλά να που η Μοίρα της έστελνε μία ενδιαφέρουσα παρέα να της διώξει τη μοναξιά και την ανία και μαζί τις μαύρες σκέψεις που σκίαζαν τη ζωή της τον τελευταίο καιρό. Καλοκαίρι: Εκείνη μόνη της. Ο Φοίβος ολομόναχος ελεύθερος! Και ο Νικηφόρος; όλα κι όλα, τον αγαπούσε και θυσίαζε πολλά χάριν της αγάπης της ως πότε όμως; Ως πότε; Στο πρόσωπο του Φοίβου είδε έναν νέο άνθρωπο να γέμιζε τις μέρες της κατά τις μεγάλες απουσίες του. Τι κορμί που το είχε Θεέ μου! Όλες του οι λεπτομέρειες, εξωτερικές και εσωτερικές μα εμφανείς, τέλειες.
Μένοντας μόνη η Εριφύλη χύσια και κολπικά υγρά έρεαν ακόμη από το μουνάκι της. Εξαντλημένη καθώς ήταν πέταξε γρήγορα τα ρούχα της στο καλάθι με τα άπλυτα και μπήκε στο μπάνιο. Άνοιξε την ντουζιέρα, σαπουνίζοντας το κορμί της με αρωματικό σαπούνι ευχαριστημένη από ότι είχε ζήσει και ένοιωθε συνέχεια μια γλυκιά διέγερση. Τι γαμήσι ήταν κι αυτό.
Ικανοποιημένη βγήκε από μπάνιο έχοντας ένα αίσθημα πληρότητας και ευτυχίας που έζησε μια τόσο καυτή εμπειρία. Σκουπίστηκε έβαλε ένα κατάλευκο δαντελωτό κιλοτάκι, σταμάτησε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, της άρεσε ο εαυτός της στον καθρέφτη. Έκανε λίγο στην άκρη το κιλοτάκι και ατένισε στον καθρέπτη το μουνάκι της. Σαν μπουμπούκι ανθισμένο έμοιαζε στα είκοσι επτά της χρόνια.
Πήγε στο κρεβάτι της αλλά δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Είχε ανάγκη να αισθανθεί πάλι τα χέρια του Φοίβου όπως έψαχναν το κορμί της. Σηκώθηκε πήγε στο σαλόνι και κοίταξε τον άδειο καναπέ. Το μήλα επάνω στο πιατάκι της υπενθύμιζε την παρουσία του. Άρπαξε αποφασισμένη ένα κομμάτι και το έφαγε. Ανικανοποίητη ξαναγύρισε στην κρεβατοκάμαρά της μα δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Της έλειπε. Της έλειπε πάρα πολύ. Μάλωνε τον εαυτό της που της έλειπε. Μάλωνε τον εαυτό της που έμπαινε στη διαδικασία να τον σκέφτεται τόσο πολύ, που έμπαινε στη διαδικασία να μαλώνει τον εαυτό της... Θα μου περάσει. Πρέπει να μου περάσει... Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει. Αρκετά, είπε στον εαυτό της. Ξέχασε τον.
Μεσάνυχτα, σε λίγες ώρες θα χαράξει η ημέρα Κυριακή και θα χτυπάνε οι καμπάνες να πάνε οι πιστοί στην εκκλησιά! Μετράει μέχρι το δέκα. Κλείνει τα μάτια της κι απενεργοποιεί τον εγκέφαλο. Εύχεται, να μην ονειρευτεί πάλι το απαγορευμένο, να σκέφτεσαι εκείνον που δε θα ‘πρεπε, τη φιγούρα του Φοίβου. Εριφύλη μου, δύσκολα τα πράγματα. Δύσκολοι καιροί για Πηνελόπες. Εδώ και 2.500 χρόνια, στην ουσία λίγα πράγματα άλλαξαν στη γυναικεία ψυχολογία και την αντρική κυρίως νοοτροπία. Κακά τα ψέματα ο κόσμος φτιάχτηκε για τους άντρες! Γι' αυτό ησύχασε, καρδιά μου, ησύχασε...
Πως όμως να την ησυχάσει με την ανικανότητά της να βάλει φρένο στις απαιτήσεις της σάρκας. Σκεφτόταν αυτή τη στιγμή, πως το χθες ήταν υπέροχο, πρώτη φορά είχε τέτοιους απανωτούς οργασμούς. Πολύ θα ήθελε να βρει και πάλι παρηγοριά στο αρρενωπό κορμί του.
Έστρεψε ασυναίσθητα προς τα εκεί στο τηλέφωνο αναζητώντας να την βγάλει απ' την κόλαση. Με τα χέρια της να τρέμουν και την καρδιά της να βροντάει δυνατά, αναζήτησε τον αριθμό τον κινητού του Φοίβου. Όσο εξαιρετικός εραστής και να ήταν, ο νεαρός πρέπει όπως όλος ο κόσμος σίγουρα είχε και άλλα, σημαντικά πράγματα να κάνει. Και σίγουρα θα ενθουσιαζόταν αν έβρισκε μήνυμα από τη νέα του κατάκτηση. Η Εριφύλη τοποθέτησε τα δάχτυλά της στο πληκτρολόγιο. Με τη διέγερση ακόμα ζωηρή στην κοιλιά της, σκεφτόταν το σχέδιό της.
Το κινητό του άρχισε να δονείται και να κουδουνίζει, έρποντας σαν καβούρι πάνω στη λεία επιφάνεια του γραφείου του. Το πήρε στο χέρι. Στην οθόνη εμφανίστηκε το τηλέφωνο της. Ο Φοίβος αναστέναξε.
Η Εριφύλη! Μένει σιωπηλά σκεφτική.
Η ζεστή φωνή του απάντησε αμέσως, με το πρώτο χτύπημα.
«Ναι;»
Η Εριφύλη είχε την έντονη επιθυμία να το κλείσει. Αλλά μετά σκέφτηκε λογικά και απάντησε.
«Ελα, Φοίβο. Εγώ είμαι.»
«Γεια!» είπε κι εκείνος, λες κι ήξερε ότι δεν χρειαζόταν να του πει τ' όνομά της, ότι είχε αναγνωρίσει τον αριθμό της. Η φωνή της ακουγόταν στ' αυτιά του εξίσου ενθουσιασμένη με τη δική του, σχεδόν αγχωμένη. Μπήκε κατευθείαν στο θέμα. Σαν να ήθελε να ξεμπερδεύει. Δεν ξέρει αν ντρεπόταν αν ήταν απλώς αγχωμένη όπως κι αυτός ή αν την είχε ήδη απογοητεύσει.
«Δεν περίμενες να με ακούσεις τόσο σύντομα ε;»
«Η αλήθεια είναι πως όχι.»
«Λάθος μωρό μου, λάθος! Περίμενα ώρες να με πάρεις εσύ. Όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα, τρελαινόμουν. Όλα καλά;»
«Μμμμ, έτσι και έτσι! Εσύ;»
«Μμμμ και εγώ τα ίδια! Μωρό μου τι σκέφτεσαι και δεν κοιμάσαι;»
«Δεν έχω ύπνο. Χαζεύω στο PC».
«Μόνος; η με καμιά τσούλα σε διαδικτυακή παρέα;»
«Μόνος! Έχω και ένα πρόβλημα με τα windows, Γιατί μονίμως εμένα πηδούνε τα παραθύρια της Ultimate;»
«Από όταν σε ξέρω, συνέχεια προβλήματα με τα παράθυρά σου στα windows έχεις. Κλείστα τα ρημάδια! Χέστα όλα και φτιάξε τις δικές μας εικόνες. Εκείνες τις όμορφες ντε, ξέρεις! Τι θα ‘λεγες για ΄να χάραμα ολοκληρωτικά εμπνευσμένο απ' τους δυο μας;»
«Το εννοείς! Σ’ αυτό που πάει το μυαλό μου; Να έλθω να κάνουνε παρέα; Να βρουν παρηγοριά και φροντίδα τα μωρά μας.»
«Γιατί να μην το εννοώ. Σου πάει καρδιά να τους χαλάσουμε τη χαρά τους. Δεν πρέπει να αφήνουμε πεινασμένα τα μωρά μας και να κλαίνε, όταν χρειάζονται το ένα το άλλο για να ηρεμήσουν.»
«Σοβαρά μιλάς! Δεν μου κάνεις πλάκα;»
«Μιλάω σοβαρά! Απορώ με την αναισθησία σου. Έχεις συνειδητοποιήσει ότι έχουν περάσει πάνω από οκτώ ώρες και δεν έχουμε κάνει έρωτα ξανά;! Εσύ δεν έχεις όρεξη για μια συνέχεια; Απορώ πως αντέχεις;! Έλα σου άφησα στη γλάστρα το κλειδί της πόρτας και σε περιμένω πεσμένη στα τέσσερα να μου φέρεις το φάρμακο μου! Αυτό είναι το γιατρικό μου!»
Η Εριφύλη βρισκόταν σε σεξουαλική υπερένταση με τη σκέψη πως ο Φοίβος θα τη γαμούσε και πάλι. Ήδη ένιωθε πως το ρωμαλέο κορμί του συνθλίβει το δικό της... Φαντασιωνόταν το σκληρό όργανό του να εισχωρεί μέσα της και να τη γεμίζει ηδονή. Υποταχτικός στις σεξουαλικές επιθυμίες της ο νεαρός άνδρας, αλλά μάχιμος, ένας γοητευτικός συνδυασμός.
Ο Φοίβος αφού έχει ξεφορτωθεί στα γρήγορα τα ρούχα του, τη φιλάει και τυλίγει τα χέρια του γύρω από τη μέση της.
«Είσαι εντάξει;»
Η Εριφύλη κυρτώνει τους γοφούς της. Είναι εντάξει. Μπορεί να το κάνει. Θέλει να το κάνει. Ακουμπάει το μέτωπό της στο δικό του. «Μη σταματάς Μωρό μου! Μη σταματάς!»
Αυτός μουγκρίζει και αρχίζει να κινείται, κυρτώνοντας τους γοφούς του.
«Ναι!» ψιθυρίζει και τα δάχτυλά της μπλέκονται στα απαλά μαλλιά του. Τα δόντια του δαγκώνουν ελαφρά τα χείλη της και αρχίζει πάλι να κινείται. Αργά στην αρχή, αλλά αυξάνοντας την ταχύτητά του. Τώρα είναι πιο εύκολο, όχι τόσο βαθιά, και προτού το συνειδητοποιήσει, το σώμα της δεν είναι πια δικό της αλλά κινείται στον ρυθμό του Φοίβου, ακολουθώντας την κίνησή του καθώς μπαίνει και βγαίνει μέσα της συνεχώς. 'Έχει χαθεί, έχει γίνει ένα μαζί του, η ένταση μεγαλώνει, το σώμα της γίνεται άκαμπτο.
Την αγκάλιασε κι αποκαμωμένοι αλλά ευχαριστημένοι, κοιμήθηκαν μερικές ώρες. Ο Ήλιος είχε ανέβει ψηλά όταν ένιωσε να την θέλει και πάλι ... Αυτή τη φορά, όμως, τη ξάπλωσε μπρούμυτα, βάζοντας από κάτω της μαξιλάρι έτσι ώστε ο κώλος της να είναι τουρλωμένος. Η σκέψη να κάνει μαζί της μια αφύσικη πράξη δεν είχε τότε ακόμα, περάσει από το μυαλό του. Έβαλε απλώς το πέος μου ανάμεσα στα ανασηκωμένα κωλομέρια της, τον έσφιξε λίγο, ξάπλωσε πάνω στη πλάτη της στηριζόμενος στους αγκώνες του κι άρχισε να τη φιλάει στο λαιμό της και σέρνοντας το πέος του προς τη σχισμή της.
«Θέλεις; ψιθύρισε.»
«Θέλω ...»
«Χαλάρωσε έτσι λοιπόν.»
Δεν μπήκε μέσα της όμως, γιατί ήθελε να ακούσει την Εριφύλη να του το λέει. Με το καυλί του να σημαδεύει τον πρωκτό της ψιθύρισε στο αφτί της μια λέξη, μονάχα μία, εν είδει ερώτησης:
«Θέλεις; ψιθύρισε.»
«Θέλω ...»
«Χαλάρωσε έτσι λοιπόν.»
Δεν μπήκε μέσα της όμως, γιατί ήθελε να ακούσει την Εριφύλη να του το λέει. Με το καυλί του να σημαδεύει τον πρωκτό της ψιθύρισε στο αφτί της μια λέξη, μονάχα μία, εν είδει ερώτησης:
«Ναι;»
Και η Εριφύλη του αντιγύρισε το «ναι» της με φωνή βραχνή από τον πόθο.
Η Εριφύλη άκουσε ένα καπάκι να ανοίγει, έπειτα ένιωσε να της αλείφει τον πρωκτό με μια κρύα και γλοιώδη ουσία: λιπαντικό ζελέ. Πρέπει να ήταν ενυδατική κρέμα από το μπουντουάρ της.
«Καθίκι, μου το έπαιζες και συνεσταλμένος!»
«Μωρό μου, τι νόμιζες; Πώς μπορούσα να τον αφήσω παραπονεμένο;»
«Είμαι στη διάθεσή σου μωρό μου. Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, χωρίς κανένα περιορισμό.»
«Πως μ’ ανάβεις Μωρό μου!»
«Μην το καθυστερείς μόνο μωρό μου αυτό που νιώθεις μέσα σου, γιατί θα ξενερώσω. Μήπως δε σ' αρέσει αυτό που βλέπεις;»
Δεν χρειάστηκε περισσότερα λόγια. Ο Φοίβος είχε αναλάβει πρωτοβουλία. Και πριν η Εριφύλη το καταλάβει ένιωσε τη σκληρή του πούτσα που άρχισε να χαλαρώνει τη δύστροπη κωλοτρυπίδα της, οπότε την έπιασε ο πρώτος πόνος. Κάθε κάρφωμα προκαλούσε απολαυστικά μουδιάσματα που διαχέονταν ως την άκρη των δαχτύλων της. Ο σφιγκτήρας της παλλόταν ολοένα και πιο γρήγορα γύρω από το αεικίνητο όργανο, προμηνύοντας τον οργασμό. Τελείωσε σπαρταρώντας, την ίδια στιγμή που έχυσε κι ο ερωτικός της σύντροφος. Εν είδει επιλόγου, ο Φοίβος κουλουριάστηκε σαν χαδιάρης γάτος πάνω στη Εριφύλη. Τα κορμιά τους εφάρμοσαν φυσικά, το ένα θηλύκωσε στο άλλο, αυτός πίσω της. Το μυώδες στομάχι του κούμπωσε στην καμάρα της πλάτης της, οι μηροί του βρήκαν τη θέση τους στην κοιλότητα των λεπτών λυγισμένων ποδιών της. Φωλιασμένη μέσα στα μακριά μυώδη μπράτσα του και νανουρισμένη από το απαλό λίκνισμα του.
Ούτε την Κυριακή τους είδαν στην αυλή, ούτε τη Δευτέρα είδαν την αυλή και εκείνοι.
Είχαν τόσα ωραιότερα να βιώσουν στην όμορφη κρεβατοκάμαρα του σπιτιού της με το θρόισμα του άνεμου στους πανύψηλους ευκαλύπτους στο δρόμο να τους καλεί, μα αυτοί το άκουγαν μόνο στα μικρά διαλείμματα της ερωτικής ευδαιμονία τους. Μόνο ταμπελίτσα δεν κρεμάσανε στη πόρτα του δωματίου με την επισήμανση: «ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΊΤΕ».
Ο νεαρός Φοίβος για την ηλικία του βυθίστηκε σε πρωτόγνωρες ερωτικές εμπειρίες. Η Εριφύλη του πρόσφερε σχεδόν όλους τους τρόπους του έρωτα. Στοματικό, «κατά φύσιν» και «παρά φύσιν» κι όποιας άλλης.
..............Αυτά σκέφτομαι όταν επιστρέφω στη πραγματικότητα, και η Εριφύλη με περιμένει στην επιστροφή μου όλο γλύκες! «Σε περίμενα πως και πως μωρό μου», μου λέει και με υποδέχεται τρέχοντας στην αγκαλιά μου. Την φιλάω παθιασμένα, βάζω το χέρι μου κάτω από το φόρεμα, χουφτώνω το μουνί της και το κρατάω σταθερά. «Θα σε ξεσχίσω μωρό μου» της λέω και της σχίζω το κιλοτάκι. Την σέρνω σχεδόν εκεί που σκεφτόμουν ότι με κεράτωνε με τον νεαρό φοιτητή.
Την στήνω στα τέσσερα και τον χώνω στην μουνάρα της, μπαινοβγαίνω μέσα της, με το ένα χέρι της τραβάω τα μαλλιά της και με το άλλο την χτυπάω δυνατά στα κωλομάγουλα. Η Εριφύλη είχε καιρό να με νιώσει τόσο ζόρικο, χύνει και ξαναχύνει. Στη συνέχεια έχει σειρά το κωλαράκι της, της βάζω λιπαντικό, ο πούτσος μου ακουμπάει την ροδαλή κωλότρυπα, της τον χώνω με δύναμη!
«Ξέσχισε με πασά μου! Κανε με να λιώσω στην αγκαλιά σου» μου λέει.
«Και εσύ συγγραφέα μου της δίνεις και καταλαβαίνει στο γαμήσι για να την εκδικηθείς;» τον πειράζει η Άλκηστις.
«Να σου πω τη γνώμη μου; Να πω αυτό που έχω στο μυαλό μου!» της λέει της Άλκηστις.
«Για πες! Να την ακούσω!»
«Οι γυναίκες κάνουν σαν τρελές να γαμιούνται μπροστά στα μάτια των ανδρών τους με άλλον άντρα ή και άλλους άντρες! Πολλοί στρέιτ άνδρες σαν εμένα νομίζουν ότι αυτοί που ικανοποιούνται πρώτοι σε ένα τρίο, δυο άνδρες και μια γυναίκα, είναι κατά κύριο λόγο οι άντρες...και μετά οι γυναίκες. Συμβαίνει το αντίθετο όμως...!»
«Να σου πω τώρα και εγώ τη δική μου τη γνώμη;» του λέει η Άλκηστις.
«Γιατί όχι! Για πες! Να την ακούσω!»
«Τα πρωτεία είναι δικά σου. Πίστεψέ με. Είσαι ο καλύτερος! Και σε κάθε σύγκριση βγαίνεις νικητής, αλλά έχω να σου δώσω μια χρήσιμη συμβουλή όσο αναφορά την ξαδέρφη μου.»
«Είμαι όλος αφτιά. I'm listening που λένε και στο χωριό μου.»
«Μάθε να διαβάζεις το timing που λένε και στο δικό μου!»
«Δηλαδη;»
«Κάθε στιγμή σεξ δεν είναι η ίδια. Άλλο σεξ θα κάνεις στην επέτειό σας, άλλο θα κάνεις μετά την δουλειά και άλλο μετά από ένα βράδυ γεμάτο χορό και αλκοόλ. Ο καλός (τι καλός; Ο καλύτερος!) εραστής ξέρει να διαβάζει την στιγμή και να πράττει αναλόγως. Το ξέρω δεν είσαι άνθρωπος των σπηλαίων, απεναντίας είσαι πολύ ευγενικός. Όμως τον άνθρωπο των σπηλαίων καν΄τον όταν πρέπει. Οι γυναίκες σαν την Εριφύλη δεν θέλουν ρομαντικά πράγματα στο κρεβάτι θέλουν πιο άγριες πιο βίαιες σεξουαλικές επαφές. Μάθε να διαβάζεις τι θέλει!»
«Εσύ πως το έβγαλες το συμπέρασμα;»
«Δεν το έβγαλα τυχαία απ το μυαλό μου! Στο ξανά είπα! Αυτές οι κουβέντες είναι πάντα δύσκολες και με φέρνεις σε δύσκολη θέση γιατί για μένα η Εριφύλη είναι αδελφή μου… Είναι ένα ιδιαίτερο κομμάτι της ζωής μου. Και δεν μπορώ εύκολα να μιλήσω ελεύθερα.»
«Αλήθεια δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να σε φέρω σε δύσκολη θέση αλλά ακόμη αγάπη μου δεν κατάλαβα τι θέλεις να μου πεις.»
«Θα σου πω. Αλλά θέλω να θυμάσαι ότι εγώ φυσικά, δε σού είπα τίποτα. Μου τ’ ορκίζεσαι;»
«Αφού δεν μου είπες τίποτα γιατί να ορκιστώ;»
«Μη με δουλεύεις σε παρακαλώ! Ξέρεις τι θέλω να μου κάνεις έτσι δεν είναι;»
«Μμμ! Αν δεν κάνω λάθος ξέρω μωρό μου.»
«Σ’ αγαπάω βρε κάθαρμα!»
«Κι εγώ ρε μωρό μου. Αυτό το ξέρεις!»
Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και του είπε. «Θέλεις να μιλήσουμε γι αυτό; Αν τον είχε εραστή η Εριφύλη;»
«Εσύ τι λες!»
«Τι θέλεις να πούμε.»
«Εσύ, θα μου πεις τι είναι αυτά που πρέπει να μάθω!»
«Τι θέλεις τώρα να σου πω ακριβώς τι κάνανε; Δυσκολεύομαι!»
«Ναι θέλω να μάθω! Καλύτερα να ξέρω παρά να φαντάζομαι. Εξήγησε τα μου όπως μπορείς»
«Είσαι βέβαιος; Και ότι μάθεις θα μπορέσεις να το κρατήσεις μυστικό;»
«Μπορώ να κάνω αλλιώς;»
«Πολύ καλά θα σου πω! Το καλό που σου θέλω. Και ο καλύτερος τρόπος να κρατήσεις ένα μυστικό είναι να προσποιηθείς ότι δεν υπάρχει. Συμφωνείς; »
«Αφού συμφωνήσαμε τα τυπικά, λέγε να τελειώνουμε!»
«Λοιπόν να το πάρει το ποτάμι! Σε ότι και να σου διηγηθώ σε εμπιστεύομαι ότι θα μείνει μεταξύ μας. Ξέρω ότι μπορώ να βασίζομαι σε σένα.»
Η Άλκηστις σώπασε για ένα λεπτό, ίσα-ίσα για να κατασταλάξει σε μια απόφαση!... Είναι σε δίλημμα. Προβληματίζεται να αποφασίσει πως και τι θα πει για την ξαδέρφη της καθώς αυτές οι καινούργιες σκέψεις της αποτελούν μια ιδιαίτερα προκλητική εμπειρία.
«Τι θέλεις τώρα να σου πω ακριβώς τι κάνανε;»
«Εντάξει, ρε Άλκηστις οι γυναίκες είναι περίπλοκες. Κάποιος σοφός το είπε. Ίσως να μην χρειάζομαι απέραντη σοφία για να καταλάβω την αλήθεια που κρύβεται σ’ αυτό το γνωμικό γι αυτό ας περάσουμε στο δια ταύτα. Τι είναι αυτό που σε δυσκολεύει και σε προβληματίζει;»
«Λοιπόν. Αν και δυσκολεύομαι θα σου το πω απλά και χωρίς περιστροφές! Περνώντας η ώρα στη αίθουσα ένιωσα την ανάγκη να πάω στην τουαλέτα! Η τουαλέτα βρισκόταν στον ημιυπόγειο χώρο του κτηρίου. Από λάθος εκτίμηση αφηρημένα κατέβηκα στο υπόγειο που ήταν αποθήκες με γραφεία. Καταλαβαίνοντας το λάθος μου γύρισα να επιστρέψω πίσω στο ημιυπόγειο.»
Εδώ κάνει μια παύση της αφήγησης της η Άλκηστις. Ήταν και πάλι πολύ καυλωμένη καθώς η σκέψη της ανατρέχει στα γεγονότα της έκθεσης ζωγραφικής όπως τα θυμόταν και ένιωθε και πάλι την ανάγκη να κάνουνε σεξ! Έτσι άρχισε να πιάνει τον πούτσο του Νικηφόρου τον φιλάει και άρχισε να του κάνει πίπα.
«Τι έγινε μωρό μου! Καύλες έχουμε πάλι.»
«Έχω πολλές» του λέει «Τους θυμάμαι πως γαμιόντουσταν και καυλώνω» και ανέβηκε από πάνω του αμέσως, ήθελε άμεσα να γαμηθεί. Έτσι πως ήταν από πάνω του τη ρωτάει.
«Δηλαδή μου λες ότι τους είδες με τα ίδια σου τα μάτια πως την Εριφύλη την έβαλε κάτω και την γαμούσε ο αρχιτέκτονας Μωρό μου;»
«Ναι μωρό μου τους είδα! Και τα θυμάμαι και καυλώνω πολύ» Του λέει και ζητάει του Νικηφόρου να της κάνει έρωτα ακριβώς όπως της ιστορίας που θα του διηγηθεί.
«Έλα καύλα μου να με γαμήσεις πάλι και εγώ θα σου διηγηθώ τι ακριβώς έκαναν η καυλιάρα η γυναικούλα σου και ο Αρχιτέκτονας.» Και ξεκίνησε να του περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια όσα είδε, άκουσε, έζησε και κυρίως βίωσε όσα έγιναν εκείνη την ημέρα. Τα είδε με τα μάτια της και τα έζησε εκεί στο υπόγειο γραφείο κάτω από την αίθουσα της γκαλερί. Η Ξαδέρφη να ζει με πάθος το σεξ! Είδε πως είναι πολύ καυλιάρα γκόμενα που γουστάρει αγριάδες στο σεξ.
«Γουστάρει γαμήσια ποιο έντονα από αυτά που φαντάστηκες στο σενάριο με τον νεαρό φοιτητή ξαδερφούλη μου. Είναι άτακτο κορίτσι και θέλει παθιασμένο σεξ,. Αλλά δεν το έκανε με τον φοιτητή που σαν αρχιψυχολόγος εσύ τον υποπτεύτηκες. Κούνια που σε κούναγε, που με το χάρισμα της μαντικής φαντασιώνεσαι γεγονότα που στο τέλος της ημέρας αποδεικνύονται αναληθή! Σε άλλον άνδρα λοιπόν χάριζε ανενόχλητη τα πλούσια κάλλη της η όμορφη ξαδέρφη μου. Σε άλλον που όπως διαπίστωσα έχει «ντοκτορά» στο σεξ και ήταν ιδιαίτερα δραστήριος στα ερωτικά παιχνίδια. Στα παιχνίδια που επιβάλλονται όλες οι ζαβολιές και κανείς δεν κρατάει σκορ. Αν και, εδώ που τα λέμε εκεί στο υπόγειο γραφείο, με είκοσι λεπτά στη διάθεσή τους, η Εριφύλη μιλάμε του άδειασε τα αρχίδια, τα ρούφηξε όλα, τον πέθανε! Του στράγγιξε το μεδούλι από την σπονδυλική στήλη, τον έκανε το γαμιά της να χάσει και τη γη κάτω από τα πόδια του.» Εδώ κάνει παύση η Άλκηστις, σκεφτική και αναστέναξε.
«Τι σου συμβαίνει που αναστενάζεις και ξεφυσάς,;»
«Να σκέφτομαι τις δύσκολες συζητήσεις πως τις κάνουμε λίγο πιο εύκολες.»
«Πες εσύ, και εγώ, μπορώ να σε ακούω όλο το βράδυ.»
....... Άκουσα κουβέντες στα σκαλοπάτια και ταυτόχρονα αναγνώρισα τη φωνή και τα πόδια της Εριφύλης και του Αρχιτέκτονα. Μιλούσαν και κατέβαιναν τη σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο πιασμένοι τρυφερά αγκαζέ. Ένιωθαν χαρούμενοι και ευδιάθετοι. Στα χωράφια τους.
Ο Αρχιτέκτονας δεν έκρυβε ότι βρισκόταν σε στύση. Του άρεσε να της επιδεικνύει τον σκληρό του πούτσο. «Κοίτα εδώ, μωράκι μου. Κοίτα πώς μ' έχεις κάνει».
Η Εριφύλη κοίταξε. «Τι είναι αυτό το κοντάρι; Ε; Εγώ ούτε που σ' ακούμπησα αγορίνα μου». του λέει.
«Μόνο που σε κοιτάζω Μωρό μου, αυτά παθαίνω. Τι να σου κάνω;»
«Αχ, μωράκι μου, εσύ μέρα με την ημέρα είσαι και πιο καυλιάρης».
Η Εριφύλη του έπιασε τον πούτσο πάνω από το παντελόνι. Τον έσφιξε. Τον άφησε μόνο για μια στιγμή, γιατί παραπάτησε και προσπάθησε να κρατήσει την ισορροπία της στο πλατύσκαλο. Ισορροπώντας το σώμα της αμέσως του τον ξανάπιασε δείχνοντας του ότι εκείνες οι στιγμές η λίμπιντο της ανεβαίνει έχει όρεξη για σεξ, και ξέρει ότι αυτός έχει τη διάθεση και μπορεί να την ικανοποιήσει.
«Αχ ρε Μωρό μου! Το μουνάκι μου έκανε υπομονή δύο μέρες που μιλάμε στο τηλέφωνο. Δύο μέρες και νύχτες μαρτυρικές. Ήθελε τόσο, μα τόσο πολύ να του κάνεις ζωντανά όλα αυτά που μου έλεγες στο τηλέφωνο χθες το βράδυ. Όλα τα λόγια και τις υποσχέσεις που του έδωσες.»
Εσύ ταξίδευες για μήνες και η Εριφύλη από ότι κατάλαβα τον ήθελε πολύ αυτόν τον άνδρα γιατί της είχε λείψει πολύ το σεξ και το αναζητούσε μαζί του! Να δεις Μωρό μου τον ανέβαζε Μωράκι μου τον κατέβαζε μελιστάλαχτα. Εγώ από την τρομάρα που πήρα με το που τους είδα έμεινα σύξυλη. Ξαναγύρισα αλαφιασμένη πίσω και μόλις που πρόλαβα να μπω στο εσωτερικό του πρώτου γραφείου μπροστά μου που ευτυχώς ήταν ξεκλείδωτο.
Το φως μέσα ήταν λιγοστό. Αρχικά άφηνε στο μάτι μόνο τα περιγράμματα των λιγοστών επίπλων. Ένας καναπές μια καρέκλα γραφείου και ντουλάπες αρχειοθέτησης εγγράφων σε διπλή σειρά που μου έδωσαν την ευκαιρία να κρυφτώ αθέατη. Καθώς τα μάτια μου συνήθιζαν αργά στο μισοσκόταδο, είδα το πόμολο να γυρίζει. Η πόρτα άνοιξε. «Σκοτεινά! Δεν είναι κανείς μέσα, μπορούμε να μπούμε» άκουσα τον αρχιτέκτονα που της είπε χωρίς να την κοιτάζει και μπήκαν τη στιγμή που πρόλαβα να κρυφτώ πίσω από κάτι ντουλάπια να μη με πάρουν χαμπάρι. Ο Αρχιτέκτονας πέρασε, έριξε μια γρήγορη ματιά στο χώρο να συνηθίσει το μισοσκόταδο, έκλεισε την πόρτα πίσω του και την ασφάλισε. Παραμέρισα λίγο για να δω. Ένα δυνατό σοκ με περίμενε καθώς τους είδα όταν μπήκαν μέσα στο δωμάτιο να κλειδώνουν την πόρτα και η καρδιά μου κόντεψε να σπάσει απ’ την ταχυπαλμία. Σηκώθηκα στα νύχια να μπορώ να δω καλύτερα. Κάτι ψίθυροι μόλις που ακούγονταν! Η επαφή τους δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο για παρανοήσεις.
«Ελπίζω να μην αργήσουμε πολύ και δώσουμε τροφή για κακεντρεχή σχόλια.» άκουσα να του λέει.
«Μωρό μου δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχείς, πληροφόρησα την υπεύθυνη της γκαλερί ότι χρειάζομαι να απουσιάσω για λίγο χρόνο και ταυτόχρονα ζήτησα από την Ελπινίκη να σε καλύψει για την απουσία σου αν σε αναζητήσει η ξαδέρφη σου. Έχουμε μισή ώρα στη διάθεση μας. Εδώ είμαστε προστατευμένοι από τα βλέμματα.»
Τα κορμιά τους κινούνται ορμητικά το ένα απάνω στο άλλο! Οι κινήσεις τους είχαν τόση φυσικότητα, που μου έμεινε η εντύπωση ότι τον γνώριζε από καιρό πολύ. Τα χέρια τους γλιστράνε παντού, σαν σε κατακτημένο έδαφος. Τα δικά του είναι πιο βιαστικά από τα δικά της. Κοιτάζονταν στα μάτια με προσμονή γεμάτοι λαχτάρα λες και πάσχιζαν λαίμαργα να σβήσουν την ερωτική τους δίψα. Έπρεπε κάπου να καθίσω, όσο πιο ήσυχα γινότανε. Το στόμα μου στεγνό και το μυαλό μου άδειο. Για μια στιγμή σκέφτηκα να βγω να τους πιάσω στα πράσα, αλλά κώλωσα. Όταν τα μάτια μου είχαν συνηθίσει καλύτερα στο γκριζωπό φως και έβλεπα πιο καθαρά τις σιλουέτες τους είδα να φιλιούνται. Κολλώντας σφιχτά επάνω του, με τα δόντια της έπιασε απαλά το χείλος και άρχισε να κουνιέται πάνω του πιέζοντας το μουνάκι της όλο και πιο δυνατά στον καβάλο του. Η γλώσσα της γλίστρησε στο στόμα του και αυτός ενστικτωδώς έσφιξε τους γλουτούς της καθώς τους κρατούσε με τα χέρια του.
«Μου έλειψες, Αγορίνα μου, μου έλειψες!», του ψιθύρισε.
Στα μάτια μου η εικόνα της Εριφύλης να γαμιέται με κάποιον άλλον άνδρα, δεν ήταν κάτι που θα μπορούσα να το φανταστώ ποτέ μου και μου δημιουργούσε περίεργα συναισθήματα μια αδημονία και έναν προβληματισμό. Παρέμεινα καθηλωμένη στην θέση μου, σχεδόν χωρίς ανάσα και τους παρακολουθούσα. Την είχε στριμώξει για τα καλά στο μεγάλο άδειο γραφείο που υπήρχε πίσω της. Τη φιλούσε παντού, στο στόμα, στο λαιμό μέχρι που εκείνος αμέσως άρχισε να της ξεκουμπώνει το πουκάμισο της και να της το ανοίγει.
Πέρασε και η Εριφύλη στην ενεργό δράση, κάθισε μπροστά του στην περιστρεφόμενη καρέκλα του γραφείου. Εκείνος όρθιος προσπαθούσε να στερεώσει το σώμα του πίσω στο τραπέζι και άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι του, η Εριφύλη είχε διαθέσεις για παιχνίδια.
Ήταν εκπληκτική. Έπαιρνε ό,τι της έδινε. «Εάν κάποια στιγμή πάψει να σου αρέσει, ενημέρωσε με» τον άκουσα να της λέει. «Το ίδιο ισχύει και για σένα», του είπε, βγάζοντας τον για ένα δευτερόλεπτο από το στόμα της. Την έσπρωξε απότομα και βαριανασαίνοντας προσπαθούσε να φρενάρει την εκσπερμάτωση. Η Εριφύλη χαμογελούσε θριαμβευτικά.
«Δε θα αντέξω πολύ, έτσι όπως το πας!» Της λέει.
«Ποιος σου είπε ότι θέλω να μείνεις καυλωμένος για πολύ ώρα;»
Ο άνδρας είχε ήδη πάρει φωτιά! Έβγαλε το σακάκι του και το άπλωσε από την ανάποδη πάνω στο τραπέζι σαν στρώμα. Με μια κίνηση την σήκωσε και με τα δυο του χέρια τη βοήθησε να ξαπλώσει πάνω στο σακάκι στο μεγάλο γραφείο που ήταν κρύο με τα πόδια της να κρέμονται. «Όχι ακόμα…» του λέει ναζιάρικα και προσποιήθηκε ότι αντιστέκεται και έκανε να σηκωθεί αλλά με βία την κράτησε κάτω. «Με έχεις τρελάνει στην καύλα μωρό μου ατελείωτο, είσαι θεόμουνο που με προκαλεί και με αναστατώνει σαν φλόγα που δεν σβήνει. Είσαι η πουτάνα μου, και θα γαμιέσαι όπως σου λέω.» της είπε.
Της έβγαλε τις γόβες της σήκωσε ψηλά την τη φούστα της, και κατέβασε προσεκτικά το καλτσόν της, μέχρι να της το βγάλει όλο. Της έβγαλε το δαντελένιο κιλοτάκι που φορούσε, και το πέταξε πάνω στο γραφείο. «Απ’ότι βλέπω καύλα μου, ποτάμι τα υγρά σου, έτοιμη για στιγμές ευχαρίστησης και ατελείωτης ηδονής είσαι! Που’σαι μαλάκα ναυτικέ να δεις τι καύλες έχει η πουτάνα η γυναίκα σου! Θα τη χύσω όπου και όπως γουστάρω και θα τη στείλω πίσω σπίτι σας χυμένη. Που να φαντάζεται τώρα αυτός όσο ταξιδεύει στους ωκεανούς ότι η υποδειγματική σύζυγός του πηγαίνει και γαμιέται σαν τσούλα.
Εγώ είχα ακουμπήσει στη γωνιά του τοίχου, ώστε να μπορώ παράλληλα να παρακολουθώ άνετα χωρίς να χάνω καμία λεπτομέρεια από το σκηνικό. Δεν είχα παρά να επιστρατεύσω όλη μου την παρατηρητικότητα. Ήταν σαν να παρακολουθούσα μια ταινία μέσα στο μυαλό μου και είχα απορροφηθεί τελείως από τη δράση τους. Εκείνη την ώρα είχα ξεχάσει ποια είμαι, πού είμαι, τι ώρα είναι, μόνο έβλεπα το ημίγυμνο ζευγάρι καύλωνα και καθόμουν και τους παρακολουθούσα διακριτικά για να μην καρφωθώ φυσικά, αλλά μου άρεσε πάρα πολύ να τους βλέπω και να παρατηρώ το ερωτικό τους σμίξιμο. Μπορούσα να δω στο ημίφως το μουνάκι της να γυαλίζει από τα υγρά της ηδονής που το πλημμύριζαν. Βρισκόμουν και εγώ σε μία ημιάγρια κατάσταση και είχα βάλει το δάκτυλο μου στο μουνί μου, για να επιταχύνω τον οργασμό μου, γιατί δεν ήξερα πως να συγκρατήσω τον εαυτό μου. Μέσα στο δωμάτιο η ερωτική σκηνή τώρα ήταν ακόμα πιο hardcore και της ξαδέρφης της ξέφυγαν απαράδεκτα για εκείνη λόγια καθώς ένιωθε κάθε χιλιοστό της καυτής γλώσσας του μέσα της.
Άρχισε να τη γλύφει πάνω – κάτω. Έβαζε τη γλώσσα του στη τρυπούλα της και την έγλυφε. Τη γαμούσε με τη γλώσσα του κι η Εριφύλη έτριβε τις θηλές της δυνατά. Τη δάγκωνε και τη ρουφούσε. Ταυτόχρονα της έβαλε κι ένα δάχτυλο στην αρχή, μετά και δεύτερο και το τρίτο. Σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να της τρίβει τον πούτσο του πάνω - κάτω στο μουνάκι της, πάνω στην κλειτορίδα της. Την τρέλαινε! Τον ήθελε μέσα της. Έσπρωχνε τη λεκάνη της για να μπει μέσα της κι αυτός απλά της το έτριβε. Τη βασάνιζε σαδιστικά.
«Θα με παρακαλέσεις πουτάνα για να σε γαμήσω!» της είπε.
«Έλα, γάμησε με!», του είπε.
«Παρακάλα με!»
«Σε παρακαλώ, γάμησε με!», του είπε πάλι.
Και πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της, την καρφώνει με τη μία που της έκοψε την ανάσα.
«Ααα!», φώναξε.
«Τι έπαθες πουτανάκι; Γαμήσι δεν ήθελες; Τώρα θα το έχεις! Θα σου ξεχειλώσω το μουνί καριόλα!»
«Σιγά - σιγά…», τόλμησε και του είπε.
«Τι είπες; Σιγά - σιγά; Βεβαίως!», της είπε κι άρχισε να τη γαμάει ακόμα πιο άγρια.
«Αχ! Ναι! Σκίσε με! Γάμησε με. Πονάω αλλά μ’ αρέσει. Μ’ αρέσει γαμιά μου!»
«Έλα καριόλα, έλα πάρτον πουτανάκι μου!»
«Ναι μωρό μου, τέτοιο που είμαι τέτοια θέλω!. Γαμήσια θέλω άγρια!»
Μπαινόβγαινε μέσα της με απίστευτη δύναμη και ρυθμό. Τη γαμούσε όσο πιο δυνατά μπορούσε και παρ’ όλα αυτά ένιωθε πως θέλει κι άλλο. Έτριβε παράλληλα και την κλειτορίδα της.
Φώναζε και μετά από λίγο! «Χύνω καυλιάρη μου, χύνω πάνω στον πούτσο σου! Χύνω, χύνω ενώ με γαμάς!»
«Χύσε καριόλα μου, δώσε μου τα υγρά σου να μουσκέψουν τον πούτσο μου!»
Η Εριφύλη του έχωσε τα νύχια στην πλάτη δυνατά, αλλά αυτός δε καταλάβαινε τίποτα, τη φίλαγε.
«Χριστέ μου, το να τη βλέπω να ανταποκρίνεται έτσι με τέτοια καύλα ήταν πέρα από τις πιο τρελές μου φαντασιώσεις. Πάντα υποψιαζόμουν ότι της άρεσε πολύ το σεξ με έναν προικισμένο... ε... πεινασμένο σαν άλογο επιβήτορα σαν εσένα αλλά δεν το περίμενα να το ευχαριστιέται με αυτόν τον τρόπο. Να της αρέσει να της φέρεται ο οποιοδήποτε άνδρας σαν μια κοινή πόρνη! Να τη βρίζει και να την πονάει! Μωρό μου της άξιζαν εύσημα της σέξι ξαδέρφης μου! Έκανε ό,τι μπορούσε για να ακολουθήσει το ρυθμό του επιβήτορα της» σχολιάζει η Άλκηστις στη ροή της ιστορίας της και συνεχίζει ακάθεκτη να περιγράφει με λεπτομέρειες τα ερωτικά κατορθώματα της Εριφύλης.
Η Εριφύλη είχε ήδη βιώσει δυο οργασμούς, ο Αρχιτέκτονας άκουσε τις γρήγορες αναπνοές της και την ένιωσε να κλειδώνει τα μπούτια της πιο σφιχτά γύρω από τη μέση του. Την κρατούσε ακίνητη, καρφωμένη στην παλλόμενη στύση του.
Ο Αρχιτέκτονας ένιωσε τη Εριφύλη να ξεκλειδώνει τα πόδια της από τη μέση του και οι πατούσες της κυμάτιζαν τώρα άγρια προς το ταβάνι και η ίδια πνιγόταν στον πόθο της. Κάθε ώθηση την ανάγκαζε να ουρλιάζει από καύλα. Λίγες στιγμές αργότερα εξερράγησαν μαζί. Η Εριφύλη συνέχισε τις αγωνιώδεις κραυγές της, ενώ από τα χείλη του Αρχιτέκτονα έβγαιναν χαμηλοί βρυχηθμοί. Τον ένιωσε να συσπάται μέσα της καθώς την γέμισε με το καυτό σπέρμα του. Ήταν σίγουρη ότι τα υγρά του μουνιού της έσταζαν πάνω του.
«Θεέ μου, ήταν τόσο καλό!» έκανε ασθμαίνοντας η Εριφύλη, ψάχνοντας να πιάσει την κιλότα της, ώστε να φύγει. Είχε περάσει πολύ καλά, αλλά έπρεπε να γυρίσει στην αίθουσα και να ξεχάσει όσα έγιναν, επιστρέφοντας ξανά τάχιστα στο δρόμο των επιταγών της ενάρετης συζύγου.
......Ο Αρχιτέκτονας σηκώθηκε και άρχισε να ανεβάζει το μποξεράκι και το παντελόνι του. Την ώρα που κούμπωνε το παντελόνι του, τον άκουσα να της λέει:
«Μωρό μου! Από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα ήμουν σίγουρος ότι εσύ είσαι γυναίκα γεννημένη για γαμήσι γι αυτό περνάμε καλά εμείς οι δυο όποτε συναντιόμαστε!»
«Είσαι μεγάλο καθίκι;!» Του λέει με μια μελιστάλαχτη και πολύ καυλιάρικη φωνή η Εριφύλη.
«Εγώ είμαι μεγάλο καθίκι και εσύ μεγάλη πουτάνα.» Της απαντάει ενώ την κοίταζε με βλέμμα λάγνο, γεμάτο πόθο και γλύκα συνάμα.
Ήταν κι εκείνος ξέπνοος αλλά έδειχνε απόλυτα πλήρης και ικανοποιημένος. Την ίδια στιγμή παίρνει στα χέρια του το δαντελένιο κιλοτάκι της, και το έβαλε στην τσέπη του σακακιού του.
«Έτσι κι αλλιώς δεν μπορείς να το φορέσεις έτσι χυμένη που είσαι. Θα το κρατήσω όπως συνήθως για λάφυρο μαζί με τα άλλα. Όπως το δαντελένιο μαύρο κιλοτάκι σου στο ατελιέ που ήταν το πρώτο μου ενθύμιο από τα γαμήσια μας.» Της λέει και γελάει ικανοποιημένος.
«Τα έχεις μετρήσει;! Εγώ έχω από τότε ξεχάσει πόσες φορές έφυγα ξεβράκωτη από την αγκαλιά σου γαμιά μου!» Του δίνει ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο που δεν είναι τόσο αθώο όσο δείχνει. Τον κοιτάζει με νόημα και το χέρι της χαϊδεύει επικίνδυνα τον καβάλο του.
«Αν δεν ήσουν παντρεμένη θα σε ήθελα δίπλα μου μόνιμα. Ξέρω πως αυτό το καιρό περάσαμε και οι δυο μας ωραία αλλά εσύ μπορεί να νιώθεις τις ενοχές σου όταν περάσουν οι ωραίες μας στιγμές . Θέλω να ξέρεις πως το τηλέφωνό μου είναι είκοσι τέσσερις ώρες το είκοσι τετράωρο διαθέσιμο για εσένα. Ελπίζω να μείνεις ευτυχισμένη με τον άντρα σου, που ζηλεύω πολύ και θα ξανά πω πως είναι πολύ τυχερός αλλά αν θέλεις οποτεδήποτε κάτι από εμένα θα είμαι πάντα διαθέσιμος για εσένα. Σύντομα φεύγω για Λονδίνο και δεν ξέρω αν θα μείνω ελεύθερος για καιρό ή γρήγορα βρω κάτι άλλο, αλλά ελπίζω αν βρω να είναι σαν κι εσένα, αν και πολύ φοβάμαι ότι τα καλούπια για τον καθένα μας βγαίνουν μια φορά.»
Δεν μπορώ να περιγράψω την ευτυχία που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπο της. Χαμογελούσε ελαφρά. Έδειχνε πραγματικά ευτυχισμένη
Η Εριφύλη άρχισε να βάζει το καλτσόν, ψηλά υπήρχε ένας λεκές, ευτυχώς καλυπτόταν από την φούστα της. Κατέβασε τη φούστα όσο γινόταν πιο χαμηλά, έφτιαξε το σουτιέν, το πουκάμισο της, λίγο μεικαπ στο πρόσωπο, τα μαλλιά της που ήταν ανακατεμένα, έβαλε τις γόβες, πήρε την τσάντα της άνοιξε τη πόρτα και αναχώρησε. Καθώς βγήκε στο διάδρομο που οδηγούσε στα σκαλοπάτια, ξαφνικά είδε τον μικρο καφέ λεκέ στον καβάλο της φούστας της. Ευτυχώς, που ο αρχιτέκτονας αποδείχτηκε προσεκτικός εραστής. Δεν άφησε παρά μόνο αυτό το μικρό λεκέ, εξωτερικά στο φόρεμα της οπότε μπόρεσε να επιστρέψει στην αίθουσα με ασφάλεια. Για ένα λεπτό, μπήκε στις τουαλέτες για να καθαρίσει το λεκέ. Ταυτόχρονα ένα σκανδαλιστικό συναίσθημα πέρασε μέσα της καθώς ανέβαινε τα σκαλιά προς την αίθουσα με τα μουνόχειλα της γύρω-γύρω πασαλειμμένα από το σπέρμα του Αρχιτέκτονα να μουσκεύουν το καβάλο του καλτσόν. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια άνοιξε την πόρτα μπήκε στην αίθουσα και συνάντησε την Ελπινίκη χωρίς κιλοτάκι και το μουνί της πνιγμένο στην υγρασία. Πόσο είχε λείψει; Είκοσι λεπτά; Παραπάνω; Μισή ώρα δεν ήταν! Ενώ ήταν έτοιμη να της πει καμία δικαιολογία, ότι πήγε στην τουαλέτα κλπ, η Ελπινίκη ούτε που κατάλαβε ότι έλειπε!
Σ' αυτό το σημείο ο Νικηφόρος δεν μιλούσε, απεναντίας νιώθει μια περίεργα έντονη ηδονική έξαψη όταν ακούει τα ερωτικά κατορθώματα της Εριφύλης του να του τα διηγείται η νεαρή ξαδέρφη της. Όλη αυτή η διήγηση που του αποκαλύπτει τα πλούσια ερωτικά παραστρατήματα της Εριφύλης
του τον καύλωσε τόσο που τα είχε χαμένα. Είχε μείνει άναυδος με αυτά που άκουγε. Ο πούτσος του κόντευε να σπάσει. Φαντάστηκε την Εριφύλη, λάγνα, παθιασμένη για άγριο σεξ δεν άργησε να καταλήξει στο κρεβάτι να συνευρεθεί ερωτικά και να ικανοποιείται σεξουαλικά με τον εραστή της.
«Σήκω να πάμε στο Μοναστήρι να συναντήσουμε τις οικογένειες και να προσευχηθούμε και στη συνέχεια θα δεις και άλλα από εμένα που δεν έχεις δει. Μαζί μου θα απολαύσεις και «σκληρό» ερωτικό παιχνίδι και θα σου αρέσουν τα ζοριλίκια, οι αγριάδες, και το άγριο, βρώμικο σεξ που επιθυμείς, χωρίς να υποφέρεις από τύψεις.»
Η μέρα ξημέρωσε όμορφη και προμηνυόταν ηλιόλουστη στον μικρο οικισμό. Μια από τις «υποχρεώσεις» ήταν η προσκυνηματικού ενδιαφέροντος εκδρομή τους να επισκεφθούν το αφιερωμένο στην Παναγία μεγάλο Μοναστήρι όπου εκεί θα συναντούσαν και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και θα συμμετείχαν και στην Κυριακάτικη θεία λειτουργία του Μοναστηριού.
Το ζευγάρι ξεκίνησε το μικρό του ταξίδι με τον Ήλιο χαράζοντας και πέρα σε κάποιο βάθος ν' ανταύγαζε. Η Άλκηστις κάθε φορά που τον παρατηρούσε, το πρόσωπό της φωτιζόταν. Της άρεσε να τον πειράζει και εκείνος να γελάει με τ' αστεία της.
Γύρισε και την κοίταξε.
Έγειρε και τον φίλησε.
«Όπως είπαμε, όπως συζητήσαμε και συμφωνήσαμε. Για την Εριφύλη δεν ξέρεις τίποτα.»
«Πως
δεν ξέρω. Η Εριφύλη μου γαμιέται με άλλον άντρα που αποδεικνύει για
άλλη μια φορά πόσο πολύ πουτάνες μπορούν να γίνουν οι γυναίκες όταν το
θέλουν. Ακόμα και η Εριφύλη μου.»
«Μωρό μου εγώ! Δηλαδή εσύ μου ορκίστηκες πως δεν σου είπα τίποτα. Τίποτα δεν είπα και αφού δεν είπα εσύ πως το ξέρεις.»
«Ξέρω πως η Εριφύλη μου δεν είναι αθώα».
«Ορκίστηκες ότι δεν.»
«Ναι! Ορκίστηκα ότι δεν.»
«Μου ορκίστηκες. Ότι δεν ξέρεις τίποτα.»
«Όχι
Μωρό μου! Θα ήταν υποκριτικό ότι ορκίστηκα πως δεν ξέρω! Ορκίστηκα ότι
δεν θα πω αυτά που μου διηγήθηκες. Όχι ότι δεν ξέρω.»
«Δηλαδή!
Με μπερδεύεις! Τι ισχύει για ό,τι λέχθηκε το βράδυ. Σε παρακαλώ κοίτα
με! Μη με κάνεις και φοβάμαι. Σε παρακαλώ αγάπη μου.»
«Ρε
Άλκηστις. Ορκίστηκα και δεν καταπατώ τον όρκο μου. Δεν είπα ποτέ πως
είναι εύκολο, αλλά ορκίστηκα πως ότι μου έχεις πει θα θαφτεί και δεν θα
βγει στην επιφάνεια.... Στο ξαναείπα! Όσο με ξέρεις εσύ. Σου φέρνω για
αρσενικό των σπηλαίων; Άνθρωπος της παλαιολιθικής εποχής; πρωτόγονος,
απολίτιστος.»
«Απεναντίας και εγώ στο ξαναλέω. Είσαι ο πιο
γλυκός και τρυφερός άνδρας που έχω γνωρίσει. Και η Εριφύλη είχε μείνει
πολύ καιρό μόνη της, και όταν το κορμί της σπαρταρούσε από ρίγος ηδονής
και έπαιρνε φωτιά, από την φλόγα που έκαιγε μέσα της όσο σε καρτερούσε,
και ευ αργούσες να γυρίσεις, είχε ανάγκη από λίγο σεξ. Εεε ώσπου δεν το
άντεξε.. Το καταλαβαίνεις πιστεύω σαν άντρας που δεν έχεις κολλήματα..»
«Πως! Το καταλαβαίνω! Και! Τώρα;» Αναρωτιέται ο Νικηφόρος ολίγον προβληματισμένος.
«Και! Τώρα τι;»
«Να αναρωτιέμαι πως καταλήγει η ιστορία μας.»
«Αγόρι
μου γλυκό. Περνάμε πολύ καλά σε αυτές τις διακοπές και πιστεύω πως με
ελεύθερο πνεύμα θα έχει και ευχάριστη συνέχεια αυτή η ιστορία. Η Εριφύλη
σου σε αγαπά πάρα πολύ και εσύ την αγαπάς πολύ αλλά πιστεύω ότι λίγο
ανανέωση θα σας κάνει πολύ καλό...
Σκέφτομαι μήπως... Λέω να!
Να καλέσουμε τον Αρχιτέκτονα να περάσει μαζί μας στο υπόλοιπο των
διακοπών μας; Να απαλλάξουμε και σένα από ένα μέρος στο βαρύ φορτίο που
έχεις μπροστά σου...»
«Δηλαδή! Λες; Θα έρθει; Αν τον καλέσεις;»
«Έχω
προετοιμάσει το πεδίο. Ήδη χθες το απόγευμα του τηλεφώνησα και τον
ρώτησα πως θα του φαινόταν να τον φιλοξενούσαμε για μερικές ήμερες στην
πανέμορφη περιοχή μας.
Απλώς περιμένω και την δική σου έγκριση σου εάν είσαι διατεθειμένος να τον φιλοξενήσετε.»
«Δηλαδή το δέχτηκε; (εννοείς ότι το δέχτηκε;)»
«Δέχτηκε με προθυμία και ιδιαίτερη χαρά την πρόσκληση.
«Ασφαλώς και με μεγάλη χαρά δέχομαι την πρόσκληση να επισκεφθώ την ηλιόλουστη περιοχή σας». Μου είπε.
Ο
Νικηφόρος την κοιτάζει και το χαμόγελό του απλώνεται σε όλο του το
πρόσωπο του, δεν περιορίζεται στο στόμα, απλώνεται σε όλο του το
πρόσωπο.
«Αυτό σημαίνει ότι το είναι θετικός και ότι τον επηρεάζω .... » Σκέφτεται μ΄ έκδηλη ικανοποίηση η Άλκηστις.
«Δεν μου απάντησες.» Του λέει και στο χαμόγελό της να αντανακλάται το μέσα της.
«Ομορφιά
μου όταν κουρνιάζεις στην αγκαλιά μου το ξέρεις ότι είμαι εντελώς
ξετρελαμένος μαζί σου δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου;»
«Να τον καλέσω;»
«Και η Εριφύλη; Είσαι σίγουρη ότι θα συμφωνεί;»
« Άστο σε μένα. Θα σου τον παρουσιάσω εραστή μου και υποψήφιο σύντροφο μου.»
«Ναι! Πριγκιπέσα της καρδιάς μου και του νου μου αρχόντισσα για σένα το κάνω! Μπορείς να τον καλέσεις. Και νιώθω να τους βλέπω σαν ζευγάρι και μου αρέσει αυτό που βλέπω.»
«Δηλαδή τι είναι αυτό που βλέπεις και σου αρέσει;»
«Να!
Να ο αρχιτέκτονας έχει στηρίξει της Εριφύλης την πλάτη της στον τοίχο, τη σηκώνει και τοποθετεί τα πόδια της να τα τυλίξει γύρω από τη μέση του. Χωρίς να τη προειδοποιήσει, διεισδύει μέσα της αργά και αναστενάζει στο αυτί της. Κουνιέται ρυθμικά καθώς τα χέρια του χουφτώνουν τους στρογγυλεμένους σφιχτούς γλουτούς της. Η Εριφύλη αγκαλιάζει με τα χέρια της τον αυχένα του αγγίζει τα χείλη του και αυτός κινείται γρήγορα τώρα. Δεν σταματάει καθόλου, συνεχίζει ακάθεκτα να παλινδρομεί μέσα της και το μόνο που μπορεί να κάνει η Εριφύλη είναι να υποκύψει. Αφήνει τον εαυτό της ελεύθερο να ξεσπάσει τα αισθήματα που νιώθει σε μια έκρηξη σεξουαλικής απόλαυσης.
«Το ξέρεις ότι της αρέσει το γαμήσι της Εριφύλης αυτή η στάση; »
«Εσύ τι λες; Να μην το ξέρω; Σ΄ όλους αρέσουν τ’ απαγορευμένα και τα γρήγορα.»
«Τον φαντάζεσαι τον εαυτό σου να τους έβλεπες στ' αλήθεια σ' αυτή τη στάση να γαμιούνται στ' αλήθεια;...»
Μωρό μου, να έχεις υπόψιν ότι οι γυναίκες κάνουν σαν τρελές να γαμιούνται μπροστά στα μάτια των ανδρών τους με άλλον άντρα. Πολλοί άνδρες νομίζουμε ότι αυτοί που ικανοποιούνται πρώτοι σε ένα τρίο, δυο άνδρες και μια γυναίκα είναι κατά κύριο λόγο οι άντρες και μετά οι γυναίκες. Συμβαίνει το αντίθετο όμως! Ένας από τους κρυφούς πόθους και κρυφή φαντασία κάθε γυναίκας είναι να γαμιέται μπροστά στο άντρα της με έναν ή ακόμη και με περισσότερους άνδρες, είναι το τρίο, τα όργια, άσχετα αν και μερικές δεν το παραδέχονται μπροστά στους συζύγους η στην παρέα τους. Μάλιστα όταν επιμένουν φανατικά ότι δεν θέλουν σεξ με δυο άντρες, συνήθως το λένε περισσότερο για να πείσουν τον εαυτό τους παρά την παρέα τους όταν το συζητούν. Η γυναίκα θέλει να την βλέπει ο άντρας της να γαμιέται με άλλον η άλλους μπροστά του. Είναι οι φαντασιώσεις σχεδόν κάθε γυναίκας. Καυλώνουν και μόνο στην ιδέα και στη φαντασία αυτή. Αλλά και γενικά όταν τις βλέπουν να κάνουν σεξ. Απελευθερώνονται όταν ο άντρας τους αποδέχεται κάτι τέτοιο και κάνουν τρέλα παιχνίδια φαντασίας όταν αυτό συμβεί με συναίνεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγαπάνε τον άντρα τους ή δεν τον σέβονται, κάθε άλλο, δένονται περισσότερο μαζί του επειδή έζησαν μαζί αυτήν την φαντασία τους, λένε οι μελέτες και πιστοποιούν την εγκυρότητα στις μελέτες τα ζευγάρια που το δοκίμασαν.
Τα ζευγάρια αυτά, στην πλειοψηφία τους νιώθουν ότι μαζί έκαναν μια «αμαρτωλή» ωραία φαντασία, ένα κατόρθωμα και συνήθως μένουν αχώριστοι και δοκιμάζουν και άλλες σεξουαλικής περιπέτειες επειδή απελευθερώνονται από τα ταμπού και τα αιώνια καταθλιπτικά πρότυπα της πατριαρχικής κοινωνίας. Ότι το υποσυνείδητο βγαίνει επιτέλους στην επιφάνεια. Νικάνε τη «ντροπή», τα έχουν καλά με τον εαυτό τους και προσέχουν παραπάνω την υγιεινή του σώματός τους. Γυμνάζονται περισσότερο, ελέγχουν τακτικά την υγεία τους. Όταν η γυναίκα γαμιέται με άλλον άντρα μπροστά στον άντρα της, δεν την ενδιαφέρει και τόσο αυτός που την γαμάει εκείνη την ώρα, αλλά αυτός που την βλέπει και φτιάχνετε από αυτό το θέαμα, δηλαδή ο άντρας της, επειδή μόνο αυτός την ενδιαφέρει και όχι ο γαμιάς ή οι γαμιάδες που την ξεσκίζουν εκείνη την ώρα! Δεν σημαίνει το ίδιο στην περίπτωση που το ζευγάρι επιλέγει να το παρακολουθεί ένας τρίτος να κάνει σεξ. Αυτό επειδή με τον τρίτο δεν είναι ψυχικά συνδεδεμένος κανένας από το ζευγάρι. Απλά τους αρέσει που κάποιος άλλος τους βλέπει πως γαμιούνται και φτιάχνονται μαζί του και τίποτε άλλο. Όταν η γυναίκα βλέπει τον στρέιτ άντρα της να τον παίζει την ώρα που τη γαμάει άλλος άντρας ανεβαίνει ή πεποίθησή της, επειδή καταλαβαίνει ότι τον παίζει για εκείνη και όχι για τον γαμιά! Έχει γίνει το επίκεντρο του σεξουαλικού του ενδιαφέροντος. Η γυναίκα νιώθει ότι αρέσει στο σύζυγό της έτσι όπως γαμιέται και ότι αξίζει. Ανεβαίνει η αυτοεκτίμησή της. Νιώθει βασίλισσα στο θρόνο και ότι κέντρισε τον ενδιαφέρων όλων μέσα στο δωμάτιο, ότι είναι το αντικείμενο του πόθου για όλους στο τρίο. Επιβεβαιώνει στο εαυτό της ότι είναι σέξι όχι μόνον για τον άντρα της αλλά και για τους άντρες συνολικά. Στις περισσότερες των περιπτώσεων στο τρίο, της γυναίκας της αρέσει να γίνει αυτό που την «διατάζει» ο άντρας της εκείνη την ώρα, επειδή θέλει να τον βλέπει να καυλώνει μαζί της. Επειδή με αυτόν είναι ψυχικά συνδεδεμένη και όχι με τον γαμιά που κάνει μια σεξουαλική πράξη πάνω της. Η γυναίκα στο τρίο, συνήθως γουστάρει να την βρίζουν και να την «εξευτελίζουν» πολύ άσχημα όλοι όσοι την γαμάνε εκείνη την ώρα. Όχι επειδή αυτά που θα τις λένε ισχύουν στην πραγματικότητα για εκείνη, αλλά επειδή νιώθει ότι όσο πιο πολύ την βρίζουν τόσο πολύ πάθος νιώθουν για εκείνη. Νιώθει ότι είναι το επίκεντρο όλων των ανδρών εκεί μέσα και ότι όλοι ασχολούνται με το σώμα της και θέλουν να την γαμάνε με πάθος! Σε πολλές περιπτώσεις, οι βρισιές και ο «Εξευτελισμός» πάνω στο σεξ για μια γυναίκα, αξίζουν περισσότερο από τα κομπλιμέντα, τα λουλουδάκια και τα δώρα στην καθημερινή ζωή της. Και αν την έβαζες να διαλέξει ανάμεσα στα δυο, θα διάλεγε τον «εξευτελισμό» στο σεξ, παρά τα κομπλιμέντα ή τα λουλούδια. Φτάνει να μην κάνει κάνεις το αντίθετο. Να την βρίζει την ημέρα και να πάει με λουλουδάκια την ώρα που την γαμάει! Όσο για τον «γαμιά» που βρέθηκε στο τρίο, σχεδόν πάντα είναι απλά ένα βοηθητικό «αντικείμενο» του σεξ. Ο τρίτος δεν θα νιώσει ποτέ την καύλα που νιώθει ο «κερατάς» σύζυγος που βλέπει και νιώθει την γυναίκα του καυλωμένη, ούτε αυτό που νιώθει η γυναίκα όταν βλέπει τον άντρα της να χύνει για πάρτη της. Εσύ κορίτσι τι λες γι αυτό το θέμα; Είναι παράλογο που εγώ πιστεύω σ' αυτές τις μελέτες; και τις θεωρώ συμβατές με τη λογική;.
«Εγώ λέω ότι δεν μ' έχεις γαμήσει σ' αυτή τη στάση, στα όρθια, και μου το χρωστάς.»
«Μάλλον
μωρό μου σε εξιτάρει κάπως η ιδέα να μη μας πιάσουν στα πράσα. Ωραία
όλα αυτά μάτια μου, αλλά τη συγκεκριμένη στάση δεν την λες και για
χόρταση. Τα προκαταρκτικά συνήθως πάνε περίπατο και όλα τελειώνουν
σχετικά γρήγορα.»
«Αγάπη μου είναι η ερωτική στάση που χαίρεσαι να κλειδώνει το σώμα σου όταν τον έχεις μέσα σου»..
«Μήπως
να το συζητούσατε κάποια άλλη στιγμή; Σε λίγο φτάνουμε στο μοναστήρι…
Μέχρι εδώ ακούγονται τα γέλια από τα μικρά μας βλαστάρια.»
«Βλέπω
ένα χαζοχαρούμενο μπαμπά που οι μικροί του μπόμπιρες να τον τρελαίνουν
με τα καμώματά τους και αυτός να απολαμβάνει το γλυκό του μαρτύριο!»
«Είναι
όντως βασανιστικά γλυκό μαρτύριο τα παιδιά αγάπη μου. Γι' αυτό άκου
λοιπόν τη συμβουλή μου. Εάν ο Αρχιτέκτονας είναι όπως μου τον
περιγράφεις.... και πρέπει να είναι γιατί ταυτόχρονα έχω απόλυτη
εμπιστοσύνη στην κρίση, και την διορατικότητα της Εριφύλης να ξεχωρίζει
αυτό που λέμε «καλή πάστα ανθρώπου». Γι αυτό μην το σκέφτεσαι, προχώρα
και εμείς κουμπάροι και γρήγορα νονοί στους απογόνους.»
Φτάνοντας
στον τεράστιο προαύλιο χώρο του Μοναστηριού συναντούν ένα τσούρμο
πιτσιρίκια να παίζουν αμέριμνα κάτω από ον ίσκιο των τεράστιων δέντρων.
Κάπου εκεί ανάμεσα τους ξεχωρίζουν οι μικροί του μπόμπιρες να ξεφαντώνουν κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της Δανάης.
«Η όμορφη Δανάη μας μεγάλωσε και της πάνε ο ρόλος και τα καθήκοντα παιδαγωγού,! Έχει τα προσόντα!» Της λέει ο Νικηφόρος και πήρε μια έκφραση θαυμασμού σαν κάποιον που βλέπει ένα κορίτσι σκέτη τρέλα, κορμί απίστευτο, μελανούρι, με ένα υπέροχο βαθύ μαύρισμα από τις διακοπές της, κατσαρό μαλλί και ένα πρόσωπο να «κόβεις φλέβες».
«Όντως έχει προσόντα! Είναι μια κούκλα το καυλιάρικο πουτανάκι, που ξεσηκώνει με την προκλητική του εμφάνιση τα νάζια και τα καμώματα του. Τι έγινε ρε; Σε φτιάχνει η πιτσιρίκα και τα μάτια σου άνοιξαν διάπλατα μπροστά στις βυζάρες της.; Το κοκαλάκι της νυχτερίδας έχεις καριόλη άνδρα.» Του λέει μ' όλο υπονοούμενα η Άλκηστις και αφού του λέει αυτά τον κοιτάει και του χαμογελάει με νόημα.
«Τι έγινε πάλι;» Αναρωτιέται ο Νικηφόρος…
«Περιττό να σου πω πως την κοιτούσες όταν είχες γυρίσει για να την πάρεις μάτι.. Είμαι σίγουρη πως φανταζόσουν την δεσποινίδα να καλπάζει πάνω στο σκληρό σου καυλί και οι βυζάρες της να χοροπηδάνε πάνω κάτω σαν τρελές!»
«Τι είναι αυτά που λες... Δεν ντρέπεσαι και είμαστε και στον προαύλιο χώρο του μοναστηριού;.» Της είπε ο Νικηφόρος.
«Γιατί αγορίνα μου,. Μην μου πεις πως δεν σου αρέσει το τσουλάκι;» Τον ρώτησε.
«Υπάρχει νορμάλ άνδρας που θα πει όχι; Δεν μου αρέσει;» .
«Τότε ποιο είναι το πρόβλημά σου; Δεν ξέρω πόσο εύκολα θα τα καταφέρεις με τους μικρούς σου μπόμπιρες, αλλά με το καυλιάρικο τσουλάκι που καίγεται από καύλα θα τα φτύσεις, για να το ικανοποιήσεις. Και για να σε βοηθήσω! Ακριβώς απέναντι είναι ένα τεράστιο φυσικό πάρκο μέσα στο δάσος, ιδανικό σκηνικό για να εξαφανιστείτε από τα ραντάρ του κόσμου χαμένοι μέσα στο τοπίο, στη φύση, με μόνη σας έννοια να ικανοποιήσει ο ένας στον άλλον τις σεξουαλικές του ανάγκες.
Εκεί λοιπόν είναι πολύ ασφαλές μέρος να χαζεύουν τα πιτσιρίκια με τα ζώα και τους φασιανούς και εσύ να δαμάζεις αυτό το ουρί του παραδείσου! Την πιτσιρίκα με το ντεκολτέ που ξεχειλίζει από το στήθος της. Δες
τη! Σε βλέπει και γυαλίζει το μάτι του από τη καύλα. Στον έρωτα, αγάπη
μου μη ζητάς το «ναι» από τα χείλη της γυναίκας, αλλά από τα μάτια της.
Το κορίτσι στο δείχνει τι θέλει χωρίς να στο ομολογεί. Τα μάτια της. Αχ
αυτά τα μάτια της. Λάμπουν και γυαλίζουν από καύλα όταν σε κοιτάζει.
Χαμογελούν και ακτινοβολεί το τετράγωνο του μοναστηριού. Έχετε
πάνω από μια ώρα μέχρι να τελειώσει η Θεία λειτουργία. Άντε και με την
ευχή μου καλά γαμήσια κυριακάτικα. Θεέ μου συγχώρα με.»
«Άλκηστις!
Μπορεί να μην μου φαίνεται αλλά δεν είμαι σάτυρος αγάπη μου. Γι αυτό
κάνε την προσευχή σου και ζήτα ταπεινά συγγνώμη που σκέφτηκες αισχρά για
μένα και μόλις γυρίσουμε θα!...»
«Άκουσες εμένα να σε λέω σάτυρο;»
«Όχι
αλλά δεν μ' αρέσει να σκέπτεσαι ότι υπάρχει η φήμη, προκειμένου να ικανοποιήσω τις
γενετήσιες ορμές μου αποπλανώ πιτσιρίκες. Δε λέω η Δανάη απ'
ότι έχω καταλάβει έχει ήδη ξεκινήσει τη νέα της φοιτητική ζωή αυτό το
χρόνο. Άρα μικρή διαφορά στην ηλικία έχετε φοιτητριούλα μου.»
«Ξαδερφούλη μου! Λέω εγώ τώρα! Μήπως θυμάσαι μια δεκαετία πριν; Δέκα-οκτάχρονη πιτσιρίκα στην ηλικία της Δανάης, λαχταριστή και χυμώδης το απόλυτο θηλυκό ήταν και η ξαδέλφη μου όταν την γνώρισες. Το ατίθασο κορίτσι για φίλημα που οι άνδρες τη βλέπανε και την λιγουρεύονταν ακόμα και στα όνειρά τους. Πιτσιρίκα και γαμάτη θεογκόμενα που ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί σου και εσύ δεν άφησες την ευκαιρία να πάει χαμένη και τη ξεπαρθένιασες!.»
«Δεν μας τα λες καλά μου φαίνεται Μωρό μου. Πρώτον κορίτσι μου γλυκό με παρεξήγησες μ' αυτά που λες! Είναι όλα αισχρές διαδόσεις! Όλα έγιναν με τη θέληση της αγάπη μου. Και να μην ξεχνάς ότι πολύ σύντομα παντρευτήκαμε! Και το στεφάνι μου το 'χω κορόνα στο κεφάλι μου.»
«Χμ! Δε σε βλέπω να φοράς κορόνα! Με λίγα λόγια δεν άφησες την ευκαιρία να πάει χαμένη. Και σιγά μην την άφηνες τέτοια κούκλα ονειρεμένη, με μαβιά μάτια, μπούκλα καστανόξανθη και κάτι βλεφαρίδες ίσαμε απέναντι! Ένα πρόσωπο πολύ γλυκό και μια φωνή όλο καύλα. ..»
«Και δεύτερον, εσείς τα κορίτσια βιάζεστε να μεγαλώσετε επηρεασμένες από της σεξουαλικές σας ορμές και της κακές παρέες και χάνετε την παρθενιά σας γύρω στα δέκα έξι. Συνήθως με τον πιο ακατάλληλο άντρα. Το σεξ είναι βιαστικό, αγχωμένο και φυσικά χωρίς γάμο. Αν ο άντρας είναι μαλάκας, συνήθως στο 60-70% των περιπτώσεων η κοπέλα μένει έγκυος και η οικογένεια θα πρέπει να φροντίσει και μεγαλώσει ένα μωρό χωρίς πατέρα.»
«Καλά παραδίνομαι. Δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα μαζί σου. Αλήθεια είπες κάτι για όταν γυρίσουμε; Ότι θα; Τι θα; Γίνε όμως λίγο πιο σαφής.»
«Ξέρεις!… Σκέπτομαι πολύ για την τιμωρία που σου αξίζει για αυτά λες, όταν γυρίσουμε… θα...» της είπε κάτι σαν απειλή σαν υπόσχεση.
«Και μόνο που σκέπτομαι την τιμωρία υγραίνομαι.» Του απάντησε, χαμογελώντας με το σκανταλιάρικο βλέμμα της.
«Άντε πήγαινε μέσα να εκκλησιαστείς.... γιατί ο σατανάς σε πιλατεύει.... και λέγε-λέγε με φούντωσες...» Της ήρθε η πληρωμένη απάντηση.
«Φούντωσες Μωρό μου; Όχι ότι δεν το πιστεύω! Όση εμπειρία και να έχει κανείς, όταν το βλέμμα του πέφτει επάνω στο ωραίο γκομενάκι που έχει αφήσει τα μπαλκόνια του ανοιχτά.» και του δείχνει τη Δανάη… «χαζεύει τη θέα και η καρδούλα του χτυπάει δυνατά, τα ξεχνάει όλα ακόμη και σ' αυτόν τον ιερό χώρο αφήνει το σώμα του να νικήσει το πνεύμα του και ο πόθος καίει τα σωθικά του.»
«Δε θα το συζητήσω μαζί σου αυτό τώρα.» της είπε, μέσα από τα δόντια του με ύφος συννεφιασμένο.
«Έλα που δεν θέλεις, αλλού αυτά να τα πουλάς! Η πιτσιρίκα μέρες τώρα σε προκαλεί πωs γουστάρει. Ξέρεις τι θέλει και στο ζητά επίμονα να την τιμήσεις με τη προσοχή σου!.» Του λέει κλείνοντας πονηρά το μάτι.
«Δεν τσιμπάω κορίτσι μου γλυκό και επειδή στη χθεσινή βραδιά μας, γεύτηκα ατέλειωτες και μοναδικές στιγμές ηδονικές που ξεπέρασαν τις προσδοκίες μου, επίτρεψε μου να περιμένω τις επόμενες μαζί σου».
«Έχω ήδη αρχίσει να σε φαντάζομαι μαζί μου στο κρεβάτι και πως θα είναι το σεξ μαζί σου όταν αφήσεις το θυμό σου να ξεσπάσει!»
Το μόνο που κατάφερε να της πει την ώρα που η Άλκηστις αναχωρούσε για το εσωτερικό του ναού ήταν ότι θα πληρώσει για αυτό που του κάνει.
Η απάντηση της;
«Ανυπομονώ μωρό μου! Και η κόλαση να με περιμένει μαζί σου θα είναι μια παραδεισένια Κόλαση για να πληρώσω ευχαρίστως τις «αμαρτίες» μου!»
Ήταν η στιγμή που οι ζωηροί μπόμπιρες τον αντιλήφθηκαν και σαν χείμαρρος ξεχύθηκαν με λαχτάρα να τον συναντήσουν. Μα και ο Νικηφόρος με τη σειρά του, με πόδια που θαρρείς κι είχαν βγάλει φτερά έτρεχε να πέσει στην αγκαλιά τους. Η αγκαλιά τους ήταν το απόλυτο φάρμακο της οικογενειακής του ευτυχίας ...Όλα περνούσαν σε δεύτερη και τρίτη μοίρα μπρος οικείο, και με στοργή συναίσθημα που που ένιωθε για τα μέλη της οικογένειας του που του είχαν λείψει τόσο καιρό στη θάλασσα. Ένα συναίσθημα που το χαρακτηρίζει η τρυφερότητα, η αγάπη και η φροντίδα. Η στοργή του για την οικογένεια του είναι μια ήρεμη, σταθερή αγάπη, που περιλαμβάνει συναισθήματα φροντίδας, προστασίας και επιθυμίας για το καλό τους.
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Μέρος 5) .....





'