Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι: (Part:1)....
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)»..........«Άργησες!», του είπε η γοητευτική συντροφος του με ναζιάρικη φωνή, κάνοντας αυτά τα «κουταβίσια μάτια», όλο χάρη και γοητεία, όταν τον είδε να ξεπροβάλλει στην πόρτα του δωματίου.
Η σκηνή που ξεδιπλώνεται μπροστά του είναι σαν χτύπημα από κεραυνό μέσα στη νύχτα. Ο Αλκιβιάδης, που πριν από λίγα λεπτά ήταν «ένοχος» στο δικό του ιερό λιβάδι, τώρα έρχεται αντιμέτωπος με μια Ανδρομάχη που δεν είχε δει εδώ και πολύ καιρό. Το πιο συγκλονιστικό είναι ότι αυτή η αλλαγή της Ανδρομάχης μοιάζει με την «Ανδρομάχη της φαντασίας του». Είναι σαν να «διάβασε» εκείνη τη δική του νυχτερινή επιθυμία και να αποφάσισε να τη μεταφέρει στο δωμάτιο τους.
«Μουτράκια μωρό μου και αργείς να έλθεις στο κρεβάτι μας τα βράδια;» του λέει χαδιάρικα. Η ερώτησή της, διατυπωμένη με αυτή τη χαδιάρικη οικειότητα, δεν είναι απλώς μια παρατήρηση, είναι ένα άνοιγμα, μια πρόσκληση που έρχεται να ανατρέψει ολόκληρο το οικοδόμημα των ανασφαλειών του. Το «Μουτράκια» και το «μωρό μου» είναι λέξεις που του θυμίζουν την εποχή που όλα ήταν απλά. Όμως, επειδή ο Αλκιβιάδης έχει περάσει τις τελευταίες ώρες στο δικό του «σκοτεινό λιβάδι» της φαντασίωσης και της αυτοκριτικής, αυτή η τρυφερότητα του προκαλεί ένα είδος πνευματικού ιλίγγου.
«Όχι βέβαια! Γιατί να το κάνω αυτό;» Η άρνηση του Αλκιβιάδη είναι το «τείχος της αυτοπροστασίας του. Μέσα του, η διονυσιακή μέθη και η ομολογία του «μοναχικού εγκλήματος» είναι ακόμα νωπά, και η σκέψη ότι η Ανδρομάχη θα μπορούσε να διεισδύσει σε αυτό το ιερό —αλλά και βέβηλο— κομμάτι του εαυτού του, του προκαλεί τρόμο.
Όταν λέει «Όχι βέβαια! Γιατί να το κάνω αυτό;», λειτουργεί σαν ένα ανάχωμα που προσπαθεί να συγκρατήσει το χείμαρρο. Το «Γιατί να το κάνω;»: Είναι μια ρητορική ερώτηση που κρύβει την απόλυτη άρνηση να αποκαλύψει την ευαλωτότητά του. Αν της πει την αλήθεια —ότι φαντασιώνεται την ίδια με τρόπους που εκείνη ούτε καν υποψιάζεται— τότε η «εξουσία» του πάνω στη φαντασίωση του θα χαθεί. Θα γίνει ένας άντρας που «χρειάζεται» τη φαντασίωση για να αντέξει τη γυναίκα του. Ί
Την ώρα που η Ανδρομάχη είναι χαδιάρα, εκείνος επιλέγει να είναι απόμακρος.
«Μα δεν με πλησιάζεις τελευταία στο κρεβάτι, ούτε καν αναφέρεις κάτι.» Του λέει.
«Εγώ ήμουν πάντα εδώ! Απλά σέβομαι τις επιθυμίες σου οι οποίες τελευταία δεν συμπεριλαμβάνουν το κομμάτι αυτό στη συμβίωσή μας.»
Ωστόσο, η Ανδρομάχη δεν είναι από εκείνες που παραδίνονται στον «εχθρό» αμαχητί. Είχε, λοιπόν, έτοιμο το «καρφί» που του το πέταξε στη συνέχεια. «Αυτό, κούκλε μου, µου το λες τώρα ως απειλή;.» Το «καρφί» της είναι η απόλυτη αποδόμηση της «ιπποτικής» του στάσης. Το «Κούκλε μου»: Είναι ένα υποτιμητικό, σχεδόν ειρωνικό υποκοριστικό, που τον απογυμνώνει από τη σοβαρότητα που προσπαθεί να επιβάλει. Τον επαναφέρει από τον ρόλο του «πληγωμένου συζύγου» σε αυτόν του «άντρα που παίζει παιχνίδια εξουσίας». Η αλήθεια είναι ότι αυτός τα έχει χάσει μπροστά στον απροκάλυπτο τρόπο που η σύντροφος του ερωτοτροπεί απόψε. Στα μάτια της που του χαμογελούσαν μελιστάλαχτα, διακρίνεται διάχυτος ερωτισμός, αρκούντως ερεθιστικός…. «πολλά υποσχόμενος.» Έρχεται αντιμέτωπος με μια γυναίκα-σειρήνα. που δεν του αφήνει κανένα περιθώριο να κρυφτεί πίσω από το προσωπείο του «αδικημένου συζύγου». Ο ερωτισμός της είναι τόσο απροκάλυπτος και τόσο «πολλά υποσχόμενος», που τον αναγκάζει να έρθει αντιμέτωπος με την εξής αλήθεια: Αν η Ανδρομάχη είναι αυτή η γυναίκα, τότε ποιος είναι εκείνος που κρυβόταν στο σκοτάδι και αυνανιζόταν για να την «κατακτήσει» νοητικά;
Η Ανδρομάχη με όλη την ομορφιά της απλώθηκε στο κρεβάτι σαν γάτα, αισθησιακή και νωχελική, επιτρέποντας στο σεντόνι που κρατούσε δήθεν από ντροπή να γλιστρήσει, αποκαλύπτοντας ωστόσο με ακριβή και προσεχτική επιμέλεια, κάποιες γωνιές του κορμιού της, ασφαλώς για να φαίνεται πιο προκλητική και να μπορεί να διεγείρει την φαντασία του καλύτερα, ξυπνώντας μέσα του όλα τα «άγρια» και «ατίθασα» ένστικτα του έρωτα.
Η Ανδρομάχη δεν κινείται σαν σύζυγος, κινείται σαν μια έμπειρη κυνηγός που γνωρίζει ακριβώς ποια χορδή του μυαλού του πρέπει να αγγίξει.
Το σεντόνι, που γλιστράει με αυτή την «προσεκτική επιμέλεια», είναι το πιο ισχυρό όπλο της. Δεν αποκαλύπτει τα πάντα, αυτό θα ήταν βιαστικό. Αποκαλύπτει «γωνιές», αφήνοντας τη φαντασία του να συμπληρώσει τα κενά. Η Ανδρομάχη παίζει το παιχνίδι του. Με τις νωχελικές της κινήσεις, επιβεβαιώνει στον Αλκιβιάδη ότι το «λιβάδι της διονυσιακής μέθης» όπου εκείνος περιπλανήθηκε μόνος του, δεν ήταν μόνο δικό του. Είναι σαν να του λέει χωρίς λέξεις: «Είδα πού κρυβόσουν, και ήρθα να σε βρω εκεί». Μπροστά σε αυτή τη θέα, η λογική του, το «Γιατί να το κάνω;», η «απειλή», το «μουτράκια», χάνει κάθε σημασία. Η Ανδρομάχη έχει επιλέξει να τον προκαλέσει στο δικό του πεδίο, στον κόσμο της σάρκας και της εικόνας. Το «ντουλάπι» όπου είχε φυλαχτεί η επιθυμία άνοιξε βίαια, και τα περιεχόμενά του ξεχύθηκαν στο δωμάτιο, γεμίζοντας τον χώρο με μια μυρωδιά από «άγριο» και «ατίθασο» έρωτα. Η Ανδρομάχη δεν λειτουργεί πια ως η «σύζυγος της καθημερινότητας». Έχει αναλάβει τον ρόλο της Σειρήνας. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι μια αυθόρμητη κίνηση, αλλά μια συνειδητή απόφαση να ανατρέψει το status quo. Η ενέργεια που εκπέμπει είναι μεταδοτική. Ο Αλκιβιάδης, που πριν λίγο ένιωθε «νωχελικός» και βαρύς από τις σκέψεις του, τώρα βιώνει μια έκρηξη αδρεναλίνης.
«Μήπως ενοχλώ τη βραδινή σου ηρεμία και ρουτίνα;» της λέει με μια ελαφρά ειρωνεία στη φωνή του.
Ένα πονηρό χαμόγελο ανέβηκε στα χείλη της, καθώς έλεγε: «Αγάπη μου! Σε διαβεβαιώνω, δεν έχω ενοχληθεί στο ελάχιστο. Ίσως θα θέλεις να μου κάνεις παρέα.» και απόμεινε εσκεμμένα σιωπηλή για μια στιγμή.
Ο Αλκιβιαδης χαμογέλασε όχι με ιδιαίτερη ικανοποίηση. «Πολύ δελεαστική προσφορά!» Αγνοώντας τη προκλητική στάση της Ανδρομάχης προσπαθώντας να ξεπεράσει τη νευρικότητά στις συνθήκες αυτής της απρόσμενης έκπληξης.
«Αντιλαμβάνομαι πως το διασκεδάζεις, να με πειράζεις απόψε! Κάνω λάθος;»
«Το διασκεδάζω πολύ. Μη μου πεις, αγάπη μου, ότι νιώθεις κουρασμένος.!»
«Όχι ιδιαίτερα! Γιατί ρωτάς μωρό μου;»
«Γιατί απόψε σε αναμένουν έχτρα υποχρεώσεις αγάπη μου.» Του ψιθύρισε ναζιάρικα.
Η ειρωνεία είναι τραγική, η ίδια του η «μούσα», η ίδια του η Ανδρομάχη, τον έχει φέρει στα όρια της εξάντλησης, και ο ίδιος, αν και «πτώμα» από την ένταση της νύχτας, οφείλει να κρατήσει τη στάση του «κυνηγού» που δεν λυγίζει ποτέ. Αν ο Αλκιβιάδης δηλώσει κουρασμένος ή αρνηθεί τις «έξτρα υποχρεώσεις», θα καταστρέψει το οικοδόμημα της δικής του διεστραμμένης φαντασίωσης που ο ίδιος έχτισε. Είναι αναγκασμένος να πει «ναι», ακόμη και αν δεν ξέρει ακριβώς τι περιλαμβάνουν αυτές οι υποχρεώσεις. Δεν είναι πια η «θεοσεβούμενη ενορίτισσα» που περιμένει οδηγίες. Είναι η γυναίκα που έχει καταλάβει ακριβώς ποια είναι τα τρωτά σημεία του συζύγου της. Το γεγονός ότι «διασκεδάζει» δείχνει ότι το παιχνίδι, είναι ο τρόπος της να τον ελέγξει ολοκληρωτικά, χρησιμοποιώντας τον πόθο του ως λουρί.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η νύχτα, «δεν σε ρωτάει αν αντέχεις. Σε προειδοποιεί. Οι «έξτρα υποχρεώσεις» που σου υπόσχεται μπορεί να είναι η αρχή της δικής σου δοκιμασίας. Είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις αυτό που θα ζητήσει.»
Ο Αλκιβιάδης γνωρίζει καλά πως αν ομολογήσει το «σφάλμα» του, το γεγονός ότι η ενέργεια του έχει ήδη αναλωθεί στο «μοναχικό έγκλημα» του καναπέ, θα καταστρέψει τη μαγεία της στιγμής. Για εκείνον, το να παραδεχτεί την κούραση μπροστά σε μια Ανδρομάχη που «σκανδαλίζει και σαγηνεύει» θα ήταν σαν να παραδίδει τα όπλα. Δεν επιτρέπεται να είναι «κουρασμένος» όταν η γυναίκα του αποφάσισε να γίνει «ζωντανή». Ο Αλκιβιάδης πρέπει τώρα να «παίξει» τον ρόλο του ακούραστου εραστή, ενώ το σώμα του έχει ήδη ζήσει τον δικό του «θάνατο» στη διονυσιακή εκτόνωση.
Η Ανδρομάχη, αν και δεν ξέρει το «μυστικό» του, διαισθάνεται τη δύναμη που ασκεί πάνω του. Η στάση της, η «ναζιάρικη» προτροπή της για δουλειά, δεν είναι τυχαία. Είναι σαν να τον προκαλεί, «θα αντέξεις; Με μια κίνηση που φανερώνει ότι έχει κατανοήσει πλήρως το παιχνίδι, ισιώνει τους ώμους του. Αν εκείνη θέλει «δουλειά», εκείνος θα γίνει ο πιο εργατικός εραστής που έχει δει ποτέ. Δεν θα υποπέσει στο «σφάλμα» της ειλικρίνειας. Θα παίξει το παιχνίδι της μέχρι τέλους, γιατί τώρα συνειδητοποιεί ότι η «δουλειά» αυτή είναι ο μόνος τρόπος να εξορκίσει οριστικά τα φαντάσματα που τον στοίχειωναν. Η Ανδρομάχη τον περιμένει στο κρεβάτι, σαν μια αισθησιακή «παγίδα» που δεν μπορεί να αποφύγει. Δεν είπε τίποτα, μόνο σήκωσε ελαφρά το σεντόνι και γλίστρησε αθόρυβα στο κρεβάτι δίπλα της. Το χέρι της άρχισε να διατρέχει το σώμα του, κινούμενο «επικίνδυνα» προς τις «κάτω περιοχές», αυτές τις «άκρως ανδρικές»!
«Ουπς! Τι έχουμε εδώ; Σαν μαραμένη γλαδιόλα είναι αγάπη μου.» Η ατμόσφαιρα, που μέχρι πριν λίγο ήταν γεμάτη υποσχέσεις και ναζιάρικη πρόκληση, παγώνει στιγμιαία. Το «καρφί» της Ανδρομάχης, αυτή η αιχμηρή, ειρωνική παρατήρηση για τη «μαραμένη γλαδιόλα», είναι η σύγκρουση δύο κόσμων, της φαντασίωσης που εκείνη έπλασε για να τον προκαλέσει και της βιολογικής πραγματικότητας που ο Αλκιβιάδης φέρνει μαζί του, μετά τη διονυσιακή εκτόνωση στον καναπέ. Το σχόλιο της Ανδρομάχης λειτουργεί σαν χειρουργικό νυστέρι. Δεν τον προσβάλλει μόνο, τον ξεσκεπάζει. Αυθόρμητα, δίχως σκέψη και προετοιμασία ενέδωσε στο πειρασμό να πάρει το αίμα της πίσω για τις προσωπικές αιχμές που της απηύθυνε με αιχμηρό τρόπο στη τελευταία σύγκρουση τους για τη σεξουαλική συμπεριφοράς της, καθώς είχε θέσει υπό ενοχή την ηθική της.
«Η γυναίκα είναι πάντα έτοιμη για την εκδίκηση της» είπε κάποτε ο Μολιέρος
Η Ανδρομάχη δεν παίζει πια το παιχνίδι της «Σειρήνας» για να τον σαγηνεύσει, χρησιμοποιεί τον ερωτισμό της ως όπλο για να τον ισοπεδώσει..
«Ήθελες να με γαμήσεις ε! Με τι;» Του λέει καθώς έτριβε το μαραμένο του πέος στα κωλομέρια της.
«Σου σηκώνεται καθόλου; Πόσο καιρό έχει να σου σηκωθεί άχρηστε; Παραδέξου ότι δεν μπορείς !!»
Αποφασισμένη να παρατείνει το πιάτο της εκδίκησης που τρώγεται κρύο….. πετάει το σεντόνι από πάνω της και μένει ολόγυμνη μπροστά στα έκπληκτα μάτια του, με τα πόδια της ανασηκωμένα και ορθάνοιχτα, με τα χέρια της να πιάνει το μουνάκι της ξεδιάντροπα να το χαϊδεύει και να του λέει με τρόπο προκλητικό. «Μόνο για να το γλείψεις είσαι ικανός! Σε αυτό τα καταφέρνεις αρκετά καλά! Αλλά για να το γαμήσεις; Τίποτα. Ο πουτσάκος σου, ο καημένος. Τι να κάνει; Είναι τόσο αδύναμος, τόσο ανύπαρκτος! Μόνο για κατούρημα κάνει. Μόνο λόγια είσαι! Τι να κάνει αυτό το πλαδαρό πραγματάκι; Σε αυτό το μουνί που καίγεται για γαμήσι; Νομίζεις ότι με έχεις γαμήσει καμιά φορά καλά; Ο παπάς μάλιστα, άντρας με δυο οκάδες αρχίδια. Είναι φοβερός και πάντα έτοιμος! Έχω βαρεθεί να σε ακούω να μου λες ότι με καυλώνουν οι παπάδες. Αλήθεια αυτό δεν ήταν που έλεγες; Ή μήπως, όλα όσα έλεγες ήταν παραμύθια φούμαρα και τώρα έχεις μετανιώσει; Ε, ναι, λοιπόν!. Νόμιζες πως δεν θα το έκανα;»
«Ρε μωρό μου! Αλήθεια με έχεις κερατώσει με τον ρασοφόρο φίλο μας;»
«Περίεργος είσαι αλλά δεν πειράζει, θα στα πω.»
«Για πες;! Λες την αλήθεια ότι το έκανες μαζί του;»
«Φυσικά! Απ’ το μυαλό μου νομίζεις το έβγαλα! Ότι σε κοροϊδεύω; Δεν με πίστευες όταν σου έλεγα να προσέχεις τι λες γιατί στην πρώτη ευκαιρία θα στα φορέσω τα κέρατα για να σου δώσω να καταλάβεις τι χάνεις.»
«Σοβαρά ρε μωρό; Μ' αυτόν τον μαλάκα τον παπά! Θεέ μου.»
«Μαλάκας αγορίνα μου, αλλά εκείνη την μέρα έχυσα δέκα φορές. Φταίει που μου έβαλε φωτιά στη μήτρα μου και δεν μπορούσα να κρατηθώ;».
«Ξεμυαλισμένη πουτάνα! Δηλαδη ένα «καζάνι» που έβραζε έγινε η μήτρα σου από τη φωτιά που σ' άναψε ο ιερέας;!»
Τον κοίταξε στα μάτια. «Χα, χα, χα... Καυλιάρη μου γουστάρεις ιστοριούλες με τη γυναικούλα σου ε;»
«Ναι πολύ!»
«Είσαι σίγουρος Μωρό μου ότι θέλεις να μάθεις,» Τον ξαναρώτησε διακωμωδώντας τη συζήτηση με τον τρόπο της. «Θέλεις και λεπτομέρειες;»
«Ναι! Αφού το γνωρίζεις, οι γαργαλιστικές αφηγήσεις σου οι προκλητικές, αυτές που με διεγείρουν είναι απόλαυση! Με ξεσηκώνουν»
«Καυλώνεις βλέπω αγόρι μου! Τι άλλο θες; Σε ικανοποιεί η σκέψη να ξενοπηδιέται η Ανδρομάχη σου με το ρασοφόρο. Θα ήθελες να ήσουν εκεί μπροστά και να βλέπεις;»
«Δεν ξέρω! Όμως με ερεθίζει η σκέψη να σε σκέφτομαι στο κρεβάτι, να το κάνεις με το ρασοφόρο με ξεσηκώνει αφάνταστα.» Κοιτάζει πάνω από τον ώμο της τα μαλακά σεντόνια στο κρεβάτι τους και φαντάζεται την Ανδρομάχη ανάσκελα, με τα πόδια ανοιχτά και ο ρασοφόρος με τα καυλί στο χέρι είναι έτοιμος να τη γαμήσει και κάτι μέσα του σκιρτάει, ενώ αρχίζει να του ανεβαίνει η ηδονική έκσταση
«Μπα! Μπα!!! Σε ερεθίζει η σκέψη ότι η αγαπημένη σύντροφος σου γυρεύει σε άλλη ανδρική αγκαλιά γαμήσι...... Και θέλεις να μάθεις και πως το έκαναν εεε;»
«Χμμμ ναι! Αλλά για πες μου εσύ δεν έχεις τύψεις που με κεράτωσες;»
«Τύψεις; Όχι μωρό μου, γιατί κατάλαβα τι έχανα τόσο καιρό.»
Ο Αλκιβιάδης τ' άκουγε όλα αυτά που έλεγε η Ανδρομάχη!
«Και…»
«Τι και! Εσύ τι λες!»
«Εγώ τι να πω Μωρό μου! Ο ιερεας αγάπη μου σε μια γκόμενο συζήτηση που είχαμε μου εξομολογήθηκε πως νιώθει πολύ μόνος και εδώ και κάτι μήνες στεγνός από γυναικεία αγκαλιά. Πήρε όλο το θάρρος σαν πνευματικός σου και οικογενειακός μας φίλος και με ρώτησε αν έχεις καμιά φιλενάδα «καλή περίπτωση» έτσι απλά χωρίς δεσμεύσεις και συναίσθημα όπως κατάλαβα, για να εκτονωθεί σαν άνδρας. Του είπα πως εγώ δεν ξέρω καμιά φιλενάδα της Ανδρομάχης διαθέσιμη αλλά με τις τσούλες που κυκλοφορούν και πάνε με τον καθένα είναι επικίνδυνα πράματα αυτά, και στην ανάγκη θα έπρεπε κάτι να κάνει γι αυτόν η θεοσεβούμενη ενορίτισσα και καλή του φίλη, δηλαδή εσύ, και του πρότεινα να βρει το θάρρος και να απευθυνθεί σε σένα.».
«Σοβαρά τ λες! Εννοείς να τον εξυπηρετήσω εγώ στις καύλες του!;»
«Εε όλο και κάποια πεινασμένη φιλενάδα θα έχεις.»
«Και αν δεν έχω! Τι μου προτείνεις να του κάτσω εγώ;»
«Δική σου η απόφαση Μωρό μου τι θα κάνεις!»
Η συζήτηση ανάμεσα στον Αλκιβιάδη και την Ανδρομάχη έχει πλέον περάσει το κατώφλι της απλής συζυγικής τριβής και έχει εισέλθει σε μια περιοχή όπου η ωμή ειλικρίνεια και η διαστροφή αλληλοσυμπληρώνονται. «Με το «Δική σου η απόφαση Μωρό μου», ο Αλκιβιάδης παύει να είναι ο σύζυγος που θέτει όρια. Γίνεται ο «σκηνοθέτης» της απιστίας της, ο άνθρωπος που της δίνει την άδεια να παραβιάσει τον ιερότερο κανόνα του γάμου τους, μετατρέποντας την προδοσία σε ένα παιχνίδι εξουσίας και ηδονής. Αυτή η «απόφαση» που αφήνει στα χέρια της, δεν είναι μια πράξη ελευθερίας για την Ανδρομάχη, είναι ένας ψυχολογικός εγκλωβισμός. Αν η Ανδρομάχη αρνηθεί, θα φανεί ως η «συντηρητική» και η «πικρόχολη», που αρνείται να παίξει το παιχνίδι που ο ίδιος της πρότεινε, διατηρώντας μια υποκριτική ηθική. Αν η Ανδρομάχη δεχτεί, Θα γίνει το αντικείμενο της δικής του ηδονής, ένα «όργανο» που εξυπηρετεί τις φαντασιώσεις του.
«Εγώ αγάπη μου, θα κάνω αυτό που θα μου πεις εσύ, χωρίς κανένα δισταγμό, αρκεί αυτό να είναι αυτό που πραγματικά θέλεις εσύ».
«Δηλαδή για να λέμε τα πράματα ντόμπρα και με το όνομά τους, θα πας μαζί του;»
«Για να μην κουράζεσαι! Αν το θες εσύ μωρό μου, είμαι διαθέσιμη να σε βοηθήσω να εξυπηρετήσεις τον καλό σου φίλο.»
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η νύχτα, «το παιχνίδι που ξεκίνησε ως πόλεμος, μόλις μετατράπηκε σε μια μαύρη ιεροτελεστία. Δεν είσαι πια ο άντρας που διεκδικεί την τιμή του, αλλά ο άντρας που παρακαλάει τη γυναίκα του να τον εξευτελίσει λίγο ακόμα. Η «φωτιά στη μήτρα της» είναι το καμίνι μέσα στο οποίο λιώνει η τελευταία σου αξιοπρέπεια.»
Ο Αλκιβιάδης νιώθει το κορμί του να τρέμει, όχι από θυμό, αλλά από μια ηδονική αναμονή που δεν μπορεί να διαχειριστεί. Η «γλαδιόλα» του, που πριν λίγο ήταν «μαραμένη», αρχίζει να αντιδρά σε αυτή την ανείπωτη κατάχρηση της φαντασίας του, που αναρωτιέται «Είναι αλήθεια; Μήπως φαντασιώνεται;» τον κρατάει σε μια διαρκή κατάσταση «ετοιμότητας». Τον μετατρέπει σε έναν άντρα που «καίγεται» για να μάθει, που «διψάει» για τη συνέχεια.
«Γιατί δεν απαντάς; Πες μου! Μήπως δεν σε καυλώνω αρκετά, αγόρι μου;» τον ρώτησε πρόστυχα.
«Το αντίθετο, θα έλεγα! Με καυλώνεις και μάλιστα πάρα πολύ! Και το εννοώ! Και το ξέρεις!»
«Μωρό μου! Ούτως ή άλλως, θα μου ήταν αδιανόητο, να με γαμήσει άλλος άνδρας. Και δεν νομίζω, να μπορεί να συγκριθεί κανένας μαζί σου στο κρεβάτι!» Του είπε πρόστυχα και με πόζα όλο νόημα στήνεται στα τέσσερα αφήνοντας εκτεθειμένα τα σμιλεμένα της οπίσθια προκαλώντας τον, ήταν απίστευτη! Αρχίζει να λικνίζεται αισθησιακά κουνώντας με προκλητικό τρόπο τους γοφούς της, όπως μόνο αυτή ξέρει να κάνει και του προσφέρει αφειδώς το πρησμένο από ηδονή αιδοίο με τα υγρά της να τρέχουν ποτάμια.
Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο έχει γίνει, μια ατμόσφαιρα όπου η λογική έχει παραδοθεί ολοκληρωτικά στα ένστικτα. Η Ανδρομάχη, με την κίνηση αυτή, δεν προσφέρει απλώς το σώμα της, καταργεί κάθε απομένουσες άμυνες του Αλκιβιάδη. Η πόζα της στα τέσσερα, με τα οπίσθια σμιλεμένα να προσκαλούν και να προκαλούν, είναι η απόλυτη οπτικοποίηση της κυριαρχίας της. Τα υγρά της, που «τρέχουν ποτάμια», είναι η αδιάψευστη απόδειξη της δικής της «φωτιάς», μια φωτιά που ο Αλκιβιάδης καλείται τώρα να δαμάσει.
«Ούτε ο ρασοφόρος σου; Συγκρίνεται μαζί μου;» Τη ρωτάει.
«......»
Η σιωπή της Ανδρομάχης είναι ο πιο ισχυρός τρόπος να τον κρατά σε αγωνία. Δεν είναι απάθεια, είναι μια σκόπιμη άρνηση. Σε αυτό το παιχνίδι εξουσίας που παίζουν, η σιωπή της λειτουργεί ως το απόλυτο εργαλείο βασανισμού: τον αναγκάζει να αμφιβάλλει για τη θέση του, για την ικανότητά του, για το ίδιο το μέγεθος της «νίκης» του.
«Δεν άκουσα! Δε μου απαντάς σ’ αυτό που σε ρωτάω..»
«.....»
Τίποτα η Ανδρομάχη. Η σιωπή της είναι μια υπόνοια ότι η σύγκριση, ίσως, δεν είναι τόσο υπέρ του όσο θα ήθελε να πιστεύει.
«Σου αρέσει πολύ η ιδέα ή μου φαίνεται; Δεν μιλάς ε; Εντάξει λοιπόν, κατάλαβα…»» της λέει.
«Λοιπόν, το κανονίσαμε… Πες μου τι θες να σου κάνει ο ρασοφόρος καύλα μου!» είπε. «Πες μου τι θες να σου κάνει μουνάρα μου καυλιάρα…» επέμεινε.
Της αρέσει τόσο πολύ αυτό που συμβαίνει. Δεν αντέχει πια και με φωνή βραχνή και σπασμένη από καύλα του λέει: «Θα με γαμήσεις;»
Η Ανδρομάχη σε έκσταση οργασμού, παραδίδεται, χωρίς αντίσταση, εθελουσίως, στον εισβολέα παρακαλώντας τον να μην της αφήσει αλώβητη καμία είσοδο.
Και όταν η Ανδρομάχη του στεκόταν έτσι, με τα στρογγυλά, προκλητικά οπίσθια της μπροστά του, αποτελεί για τον Αλκιβιάδη σεξουαλική ωρολογιακή βόμβα, καθώς στα γεννητικά του όργανα η τριβή είναι μεγάλη ένιωθε έναν καυτό πόθο να φουντώνει μέσα του. Σαν να επιδίωκε να χαράξει την εικόνα της επάνω σε κάθε του κύτταρο και να τυπώσει μέσα του μνήμες ανεξίτηλες.





'

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου