ADS

click to open

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

Erotic Mythoplassia II: (Part.. 3)

...«Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ...Part: 3.»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
Είχε ήδη αρχίσει να βραδιάζει! Άναψαν τα φώτα στις κολώνες του δημοτικού φωτισμού κατά μήκος του επαρχιακού δρόμου που διέσχιζε το παραλιακό μέτωπο! Τα πρώτα αστέρια τίναξαν την ασημόσκονη τους στον λουλακί ουρανό, το νυχτολούλουδο στην αυλή τους άνοιξε τα μικρά του άνθη και βάλθηκε να μεθύσει την ατμόσφαιρα και οι σκιές των δέντρων αρχίζουν να μεγαλώνουν στον κήπο τους και να παίζουν κρυφτό καθώς η ώρα περνά και η νυχτερινή ζωή που προσφέρει ο μικρός παραθαλάσσιος οικισμός στον οποίο ζουν αποκτά κίνηση, ζωντανεύει μετά την απογευματινή ραστώνη.
 Περασμένες εννέα, βραδινή ώρα, ξεκίνησαν για την μικρή παραδοσιακή παραθαλάσσια ψαροταβέρνα της περιοχής που λειτουργούσε τους καλοκαιρινούς μήνες και αποτελεί πόλο έλξης για τους οικιστές αλλά και για τους λιγοστούς παραθεριστές.  Η Εριφύλη και η Άλκηστις φόρεσαν από ένα πανομοιότυπο Μίντι πουκάμισο φόρεμα απλά διαφορετικού χρώματος, ένα θηλυκό, αέρινο, δροσερό και άνετο ρούχο ιδανικό για κάθε περίσταση που αναδείκνυε την υπέροχη σιλουέτα τους. Ντυμένες λες και απόψε γουστάρουν ο ανδρικός πληθυσμός της ταβέρνας να τις βρίσκουν ακαταμάχητες..
Μόλις είδε τις εντυπωσιακές γυναίκες με την «εκρηκτική» τους εμφάνιση ο Νικηφόρος, σκίρτησε η καρδιά του, οι παλμοί ανέβηκαν, το βλέμμα του έκανε ολόκληρη συζήτηση από αυτό που έβλεπε, ξεκλειδώθηκε το αγόρι μας κελάηδησε και πρόδωσε τα συναισθήματα του. Εντελώς ασυναίσθητα, οι λέξεις ξέφυγαν από τα χείλη του:
«Ωχ Παναγία μου και Χριστέ μου! Τι μουνάρες!» Με λίγα λόγια, προφανώς ο συνδυασμός ξανθιάς-κοκκινομάλλας δεν μπορούσε παρά να πλημμυρίσει από συνταρακτικά ερεθίσματα τον αμφιβληστροειδή του.
Και προφανώς, τον άκουσε η Εριφύλη και φυσικά και η Άλκηστις και δεν είναι η πρώτη τους φορά που έχουν ακούσει τη συγκεκριμένη φράση από κάποιον άντρα. 
«Σ’ αρέσουμε αγορίνα μου…;» Τον ρώτησε η Εριφύλη, όχι τόσο για να πει τη γνώμη του, όσο για ν’ ακούσει τις μαγικές λέξεις, που κάνουν τις γυναίκες να νιώθουν πολλούς πόντους ψηλότερες.
«Είστε και οι δυο υπέροχες μωρό μου!  Η εμφάνιση σας, θα κάψει καρδιές στη ταβέρνα κάνοντας τον ανδρικό πληθυσμό να λιώνει σαν βούτυρο σε φρυγανισμένο ψωμί και μόνο που θα σας βλέπει. Έχετε μια γοητεία και ένα σεξ απίλ που γοητεύει και που τραβάει σαν μαγνήτης, τους άντρες. Είστε ακαταμάχητες με τις καμπυλωτές κορμάρες σας. Για νιώστε και εμένα που οι κακοπροαίρετοι μόλις μας δουν στην ταβέρνα να συνοδεύω σε κοινή θέα τα αβυσσαλέα ντεκολτέ σας και τις βυζοχαράδρες σας, θα σκεφτούν κάπως «καλώς τον κερατά».
«Μη φορτώνεις έτσι ρε Μωρό μου, όλες μας πιάνει που και που μια τάση να θέλουμε να ντυθούμε κάπως πιο.... ξέκωλα.. δε σημαίνει κάτι το ότι θέλουμε να αρέσουμε ή ότι θέλουμε να σου δείξουμε ότι αρέσουμε για να σε έχουμε λίγο στην τσίτα.»
Ο Νικηφόρος τις υπερασπίστηκε σαν άντρας ο σωστός. «Αν δεν τα βάλετε τώρα, πότε θα τα βάλετε;» ..(Οι πουτανίτσες ξέρουν πολύ καλά ότι οι βυζάρες τους είναι ακαταμάχητες, σιγά όμως μην τους δώσει πάτημα ότι τις λέει ξέκωλα. Τώρα αν στην ομήγυρη της ταβέρνας θα φανεί και λίγο φλώρος ας το καταπιεί.)
«Αρέσουμε αγορίνα, αρέσουμε, πώς να το κάνουμε; Κι αν οι άντρες καυλώνουν μαζί μας, που φταίμε εμείς για αυτό σε παρακαλώ; Όχι για πες μου έχω άδικο να σε χαρώ.» λάλησε κελαηδώντας χαρούμενα η Άλκηστις.
«Έτσι πρέπει να είναι τα αγαπημένα ζευγάρια κούκλε μου, όσο υπάρχει πάθος, υπάρχει και απόλαυση!» συμπλήρωσε η Εριφύλη.
«Άγιε μου Φανούρη μεγάλη η χάρη σου, τα κορίτσια μ’ άναψαν φωτιές μου πήραν το μυαλό, χάρισε μου χίλια μάτια για να τις θωρώ!»
«Χαχαχα! Χαλάρωσε και μη μασάς ρε χαζέ! Τα σιγανά ποταμάκια να φοβάσαι! Απόλαυσε την γυναικάρα σου αγορίνα μου να φοράει ότι θέλει, είναι δικαίωμα της, στα πλαίσια του ανεκτού! Άμα δε συμφωνούσες, δε θα έμπλεκες με μια γυναίκα που ντύνεται έτσι, δεν το ανακάλυψες υποθέτω τώρα! Μακάρι όλοι οι άνδρες να είχαν το πρόβλημα σου! Οι εννιά στους δέκα σε ζηλεύουν με το που σας βλέπουν! Παίξτο θυμωμένος και φορτωμένος εσύ βέβαια, μην παίρνει και πολλά θάρρητα η ξαδέρφη, αλλά καταβάθως να το χαίρεσαι αυτό που έχεις. Τόσα χρόνια είστε μαζί! Εντάξει τη φάση bibibo θα τη ξεπεράσει κάποια στιγμή, γι αυτό μην σκας, άσε δε που μπορεί να το έχεις συνηθίσει και 'συ και να έχει πάψει να σ' ενοχλεί! Αχ! σας ζηλεύω σα ζευγάρι.... άντε και στα δικά μου!» συμπλήρωσε η Άλκηστις.
«Ναι ρε ξαδέρφη, το καταλαβαίνω αυτό που λες! Είναι ακριβώς όπως τα λες. Συμφωνώ απόλυτα. Από την άλλη, θεωρώ φυσιολογικό και το ότι είναι κάτι που δεν παύει επιδερμικά να με ενοχλεί.»
«Ξέρεις ένα αρχαίο ρητό λέει: Σε όλα υπάρχει νόμος, στο μάτι όχι όμως! Κάτι θα ήξεραν όσοι το είπαν.»
Λόγο του ότι ήταν μεσοβδόμαδα στην ταβέρνα υπήρχαν λιγοστοί πελάτες και μια παρέα που ξεχώριζε αποτελείτο από τρεις νεαρούς στρατιώτες οι οποίοι πρέπει να είχαν μάλλον έλθει από κάποιο μακρινό στρατόπεδο διότι στη γύρω περιοχή δεν υπήρχαν στρατόπεδα.
Οι κυρίες ήταν καταπληκτικές. Κομψότητα, πρόκληση κι αισθησιασμό μαζί, κλέβανε τις ματιές περαστικών και θαμώνων! Ξαφνικά, κάποιες εκδηλώσεις θαυμασμού, ακούστηκαν από το τραπέζι των στρατιωτών για τα δυο υπέροχα θηλυκά, που ήταν εξαιρετικά τολμηρά ντυμένα, με τα ανάλαφρα φουστανάκια τους που άφηναν εκτός από τους καλλίγραμμους μηρούς, άφηναν απ’ έξω και μέρος των γλουτών. Αδιάφορες στις εκδηλώσεις οι δυο γυναίκες - έτσι έδειχναν - κατηφόριζαν συζητώντας και οι στρατιώτες απλώς σταθήκαν ν’ απολαμβάνουν και την πίσω θέα τους. Ο Νικηφόρος τις ακολουθούσε, από πολύ κοντά και μόλις έφτασε κοντά τους και βλέποντας τους να τις παρακολουθούν με θαυμασμό, άκουσε τον ένα στρατιώτη που αναφώνησε «εις ευήκοων όλων» δείχνοντας τις κοπέλες:
«Ορίστε κύριοι, αυτοί είναι κώλοι! Βολιότικοι, εκατό χρόνια μπροστά!»… 
Το τραπέζι ήταν στρωμένο κυριολεκτικά πάνω στο κύμα με θέα μοναδική στον όμορφο κόλπο. Το φεγγάρι βγήκε μέσα από τη θάλασσα ίδιο, κομμένο στη μέση, πορτοκάλι παράξενα φωτισμένο φάνταζε πλεούμενο που ερχόταν από μακριά.  Η ζέστη, τύλιγε τα σώματα τους και οι δυο γυναίκες παραδομένες στην πανσέληνο νύχτα απομακρύνθηκαν και προχώρησαν προς την αμμουδιά της ακτής.Έβγαλαν τα σανδάλια τους και ξυπόλυτες μπήκαν στο ρηχό νερό περπατώντας στον ασημένιο θαλασσινό διάδρομο. Πλατσούριζαν τα πόδια τους στη θάλασσα με φωνές και πειράγματα έβρεχε η μία την άλλη.. 
Τα σώματα τους ανατρίχιασαν, ενώ το φως του φεγγαριού έπαιζε με τον ακάλυπτο μπούστο τους και τις σκληρές θηλές τους, που όρθιες τρύπαγαν το ύφασμα του φουστανιού τους.
Δυο παιδιά πιο πέρα στα βράχια της ακτής κυνηγούσαν τα καβούρια που έκαναν το μεθυσμένο τους περίπατο στην υγρή άμμο.
Από το βάθος στο έμπα του κόλπου ακούστηκε ένα τραγούδι και στο βάθος της ακρογιαλιάς οι σιλουέτες ξεχώριζαν λουσμένες στο νυχτερινό φως. Η χορωδία ακολουθούσε τη φωνή του πρώτου που τραγουδούσε. Στο ύψωμα τα γέρικα ελαιόδεντρα άρχισαν να τρέμουν ελαφρά κι ύστερα να κυματίζουν καθώς η θαλάσσια αύρα χάιδευε τα φύλλα και τους κορμούς τους. Ο δίσκος του φεγγαριού φώτιζε τους λόφους και τη θάλασσα. Οι τραγουδιστές συνέχιζαν τη βαρκαρόλα.
« Λέω να βγάλουμε τα φουστάνια και να μπούμε στο νερό», είπε η Άλκηστις.
«Ανάθεμά σε, Άλκηστις», χαμογέλασε πονηρά η Εριφύλη.
Κοίταξαν αμήχανα η μία την άλλη, ξαφνικό κρύο διαπέρασε την επιδερμίδα τους, κατόπιν στράφηκαν προς την ταβέρνα και τότε διαπίστωσαν πως ο Νικηφόρος τις αναζητούσε.
Το μενού περιελάμβανε μικρές, τραγανές, πεντανόστιμες κουτσομουρίτσες που τρώγονταν σαν πασατέμπο! Γαρίδες ψητές στα κάρβουνα σε σουβλάκια με άρωμα σκόρδου και εσπεριδοειδή! Καλαμάρια ψητά, ο τέλειος μεζές για τσίπουρο-καταστάσεις και πατατοσαλάτα με μαϊντανό για να συνοδεύσουν το τσίπουρο. Η κυρά της ταβέρνας ξέροντας την αδυναμία του Νικηφόρου πάντα του επιφύλασσε μια ευχάριστη έκπληξη.  Μια μυρωδάτη πορτοκαλόπιτα σαν κέρασμα στο τέλος. Αυτή την ταβέρνα ο Νικηφόρος την ένοιωθε σαν στο σπίτι του και την απολάμβανε με την παρέα του η με την οικογένειά του τακτικά.
Περνώντας η ώρα έφτανε κανείς να το καταλάβει ότι τα φανταράκια δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν τα μάτια τους πάνω από τις δυο γυναίκες αλλά και αυτές με τις τολμηρές στιλιστικές επιλογές τους άφηναν ελάχιστα στην φαντασία. Ειδικά μετά από δυο τρία ποτηράκια τσίπουρο τόσο η ευθυμία τους, όσο και το πλεόνασμα κεφιού το άφησαν να ξεχειλίζει ξεχνιόταν και άφηναν ελευθέρα στη θέα τα πλούσια προσόντα τους και στα μάτια των φαντάρων να χαϊδεύουν το εσωτερικό των μηρών τους μέχρι τα μικροσκοπικά εσώρουχα. Είναι νέες και όμορφες, έχουν όλο τον κόσμο στα πόδια τους και μάλιστα άρχισαν να είναι πιο χαλαρές και τολμηρές ταυτόχρονα....έδειχναν να το διασκεδάζουν.
Και ο Νικηφόρος το διασκέδαζε… Χάρηκε ιδιαίτερα διαπιστώνοντας ότι τα κορίτσια απολάμβαναν την ομορφιά του καλοκαιριού, ξέγνοιαστες στις διακοπές τους, μακριά από σκοτούρες και άγχος,  χωρίς ευθύνες απόψε και με άφθονο χιούμορ. Τις κοίταξε, χαμογέλασε αμυδρά και πονηρά λέγοντας:
«Μπράβο ρε κορίτσια είμαι χαρούμενος που το απολαμβάνετε! Αλλά ρε κορίτσια… σεμνάα!»
«Το απολαμβάνουμε όσο δεν φαντάζεσαι!»  απάντησε η Άλκηστις, δαγκώνοντας τα χείλη της. «Γιατί σεμνά; Γιατί καλέ; Μα τι κάναμε;»
«Ρε κορίτσια! Τι κάνατε η τώρα που καθίσατε θα έχετε πολλά να αποκαλύψετε. Άτακτα κορίτσια με τα καυλιάρικα φορεματάκια που φορέσατε, έτσι και μόλις ανασηκωθούν λίγο δίνουν φόρα παρτίδα το περιεχόμενο τους και ανάβετε ερωτικές φωτιές. Τα φανταράκια βλέπουν εντελώς δωρεάν τις μικροσκοπικές κιλότες σας που δεν κρύβουν την απεικόνιση της όμορφης εικόνας από τις κοιλάδες με τα ειδυλλιακά τοπία σας, όμορφα σκιαγραφημένα σαν ελκυστικό πανόραμα που ζωντανεύει μέσα τους όνειρα ερωτικά.»… τους είπε
«Τι το κακό κάνουμε; Τους αφήνουμε να απολαύσουν και να χαρούν εικόνες από το φυσικό περιβάλλον και τις ομορφιές της φύσης.»
«Αυτό που κάνετε είναι να τους δημιουργείται προσδοκίες που δεν θα  εκπληρωθούν. Είναι προφανές ότι σας τρώνε με τα μάτια έτσι σεξουαλικά ντυμένες όπως είστε και σας γουστάρουν πολύ. Τα μάτια τους βγάζετε κάθε φορά που σας βλέπουν! Και θα ΄θέλουν να βγάλουν και τα δικά σας μάτια! Αλλά και τα φανταράκια μια χαρά ομορφόπαιδα είναι.»
«Και της το έλεγα της ξαδέρφης. Εριφύλη έξω βγαίνουμε σε ταβέρνα πάμε οι sic κυρίες αν θέλουν να αισθάνονται περισσότερο θηλυκά και σέξι δεν φοράνε εσώρουχα. Αισθάνονται απόλυτα ελεύθερες. Δεν τις νοιάζει πως θα κάτσουν ή πως θα σηκωθούν, διότι απλά δεν τις  απασχολεί αν κοιτάνε ή όχι.»
«Διαβολοκόριτσα είστε αυτό που λένε η πέτρα του σκανδάλου. Θα τους τρελάνετε! Δεν σας έμαθαν ότι μόνο στους άντρες επιτρέπεται να εκφράζουν τις σεξουαλικές τους ανάγκες ενώ οι γυναίκες που τις εκφράζουν μπορεί να θεωρηθούν ανήθικες, λάγνες και αμαρτωλές; »
«Ε ναι! Και εμείς αυτό είμαστε! Καυλιάρες λάγνες και αμαρτωλές από πάνω μέχρι κάτω.» Του λέει ναζιάρικα η Άλκηστις ζαρώνοντας παιχνιδιάρικα την μυτούλα της και σουφρώνοντας τα χειλάκια της.
«Πάντως ξαδερφούλα μου δημιούργησες αμφιθυμία. Από τη μία είσ' ωραία, σε πάω γιατί δε μασάς πουθενά. Από την άλλη  αναρωτιέμαι πόσο σωστό είναι το free-spirit όσον αφορά το ντύσιμο,  κ.λπ.;»  είπε η Εριφύλη.
«Τι εννοείς ξαδέρφη;Τι ρωτάς;»… απάντησε η Άλκηστις.
«Να, την ιστορία με τις κιλότες! Δεν τα δείχνεις εύκολα σε ξένους ανθρώπους. Αλλά και το όλο στυλ σου, απόψε ρε παιδί μου, βγάζει μια πονηριά μια πουτανιά όταν είσαι με δικούς σου ανθρώπους!»
«Εξαρτάται από την παρέα! Μα αν δεν αισθάνομαι άνετα με εσάς, τότε με ποιους; Στη τελική, μου αρέσει να καταλαβαίνω ότι είμαι ποθητή, ακόμα και από τους «ξένους» χωρίς να νιώθω τύψεις που θέλουμε να δείχνουμε τα καλύτερα!» και χαμογέλασε πονηρά στο Νικηφόρο τρίβοντας την πατούσα της στο καλάμι του κάτω από το τραπέζι...
«Έχει τα δίκια της η ερωτιάρα ξαδερφούλα μας. Και όπως λέει ο σοφός λαός, οι άντρες οι σωστοί υποκλίνονται εις του μουνιού τη χάρη». Τόνισε ο Νικηφόρος που του φαινόταν ότι το κλίμα πυροδοτούσε τη σεξουαλική επιθυμία και διάθεση για να πει περισσότερα, αλλά πρόσεχε κάθε του λέξη μην τον παρεξηγήσει και της φανεί κανένας επιπόλαιος λιγούρης αυτός σοβαρός άνθρωπος η Εριφύλη του. Είχε ως αρχή του ότι μια σωστή σχέση βασίζεται Modus operandi στην αμοιβαία εκδήλωση εμπιστοσύνης. Αλλά απόψε με τις γκόμενες που συνοδεύει έχει πάθει την πλάκα του. Έχει φάει φλας με την πάρτη τους.
Όντως το κλίμα ήταν απολαυστικά χαλαρό. Στο βάθος του υπαίθριου εξωτερικού χώρου της ταβέρνας από κάτω από την μεγάλη πέργκολα, καθόταν μια μεγάλη παρέα που την αποτελούσαν γνωστοί και φίλοι του Νικηφόρου. Ο Νικηφόρος ζητώντας την άδεια τους ετοιμάσθηκε να σηκωθεί, ν' αφήσει τα κορίτσια στην ανεμελιά τους για να πάει στο τραπέζι της παρέας.
Η Εριφύλη τον πιάνει από το χέρι όταν ήταν έτοιμος να σηκωθεί ο Νικηφόρος τον τραβά να σκύψει διπλά της και του ψιθυρίζει στ’ αυτί φανερά καυλωμένη και του πετάει την ατάκα που τον έστειλε έβδομο ουρανό.
«Μην αργήσεις! Να ξέρεις ότι σε περιμένει ένα κολασμένο βράδυ ερωτικής απόλαυσης. Και ελπίζω να έχεις αντοχές, σε θέλω ταύρο απόψε.
«Για μένα το λες αυτό;»
«Εσύ τι λες; Βλέπεις κανέναν άλλο εδώ γύρω μας; »
«Δεν ξέρω, μπορεί να σας γυάλισε καμιά διαθέσιμη πούτσα στον περίγυρο και να ερεθιστήκατε.»
«Πούτσες θες να πεις. Και άμεσα διαθέσιμες μάλιστα» δείχνοντας του που να κοιτάξει με κεκαλυμμένο νόημα προς τα φανταράκια χαμογελώντας με στυλ ικανοποίησης. Παράλληλα γυρίζει και τον κοιτάει καθώς κάθεται πλάι της και τον καμαρώνει! 
«Τι κούκλος που είσαι ρε μωράκι μου;» του ψιθύρισε με αισθησιακή φωνή πλησιάζοντας στο αυτί του και του σκάει ένα φιλί στο μάγουλο.
Τα χείλη της ζωγράφισαν ένα καλοσχηματισμένο κόκκινο σημάδι. Για μια στιγμή σκέφτηκε να το αφήσει έτσι. Σαν να ήθελε να επιδεικνύει κάποιο κατόρθωμά της. Γρήγορα όμως άλλαξε γνώμη και με μία κίνηση του χεριού της, του το έτριψε να φύγει. Το χέρι του Νικηφόρου κατέβηκε ενστικτωδώς στον πούτσο του, που είχε πετρώσει, σαν για να τον προστατέψει. Αυτό φυσικά δεν της ξέφυγε της Εριφύλης. Με τρόπο  βάζει το δικό της χέρι στο καυλί του πάνω από το παντελόνι του που είχε αρχίσει να καυλώνει κι απλά κρυβόταν κάτω από το τραπέζι. Τα μάτια της Εριφύλης φώτισαν, ένα χαμόγελο ικανοποίησης πλημμύρισε το πρόσωπό της καθώς τα μάτια της ταξίδεψαν στο πρόσωπό του και ανοιγόκλεισαν με σαφές νόημα.  
«Μωράκι μου εσύ!» του είπε και το άρπαξε με το χέρι της με μαεστρία.
«Εεε ! Κάτσε φρόνιμα! Περίμενε να πάμε σπίτι… Μας βλέπει ο κόσμος! » της είπε με ναζιάρικο τόνο.
«Ε άντε ρε μανάρι μου! Πήγαινε στους φίλους σου, που θέλεις και μην αργείς. Που τους έχεις δει;»
«Εδώ στο βάθος της αλέας είναι μωρούλι μου… πηγαίνω και επιστρέφω σύντομα!» της είπε και σηκώθηκε με χαρωπό τρόπο ελευθερώνοντας το χέρι του.
Επικράτησε μια σιωπή για λίγα δευτερόλεπτα!  
«Μμμμ! Έτσι, μωρό μου... Έτσι, καυλιάρη μου. Μην αργήσεις μωρό μου!»
«Πουτανίτσα μου, αυτά μου κάνεις και με καυλώνεις περισσότερο!»
«Κι ακόμα δεν έχεις δει τίποτα μωρό μου.!» του τονίζει ναζιάρικα και του κλείνει το μάτι. «Και που να ήξερες τι σε περιμένει» μονολογεί με ευχάριστη διάθεση καθώς σκέφτεται πως η ερωτική βραδιά τους μόλις είχε αρχίσει. Η Εριφύλη  διαισθάνεται πως ο Νικηφόρος είναι ήδη ξαναμμένος και θα ήθελε διακαώς εδώ και τώρα να τη γαμήσει. Αν γίνεται και πάνω στο τραπέζι. Που να ξέρει τι του ετοιμάζει απόψε του καυλιάρη της. Τελευταία είχε πιάσει τον εαυτό της που και που να φαντασιώνεται κάποια φάση μαζί τους στο κρεβάτι και την ξαδέρφη της. Απόψε λοιπόν έχει σχεδιάσει να τις γαμήσει και τις δυο ο καυλιάρης της! Eε, αφού είναι απόλυτα σίγουρη πως η ξαδέρφη της θελει να κάνει σεξ μαζί του. Και είναι ευρύτερα γνωστό πως στους άνδρες αρέσει η ποικιλία και τι καλύτερο από να προσθέσουν και την Άλκηστις στο κρεβάτι τους και να τον λιώσουν στον έρωτα; Η φαντασίωση του άνδρα ότι κάνει σεξ με δυο γυναίκες ταυτόχρονα είναι ποιο παλιά από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα και δεν υπάρχει άνδρας που θα σου αρνηθεί να φέρεις μια φίλη σου στο κρεβάτι για παρτούζα. Όταν κάνει κρύο η αγάπη θέλει δύο λέει ένα τραγουδάκι και αν το σκεφτείς καλή είναι η μια γκόμενα όμως με δυο έχουμε ξεφύγει από τα στερεότυπα και ανεβάζουμε επίπεδο. Και ο Νικηφόρος όπως κάθε παντρεμένος που τυχαίνει να έχει ωραία γυναίκα βλέπει σαν ξερολούκουμα τις σέξι φίλες της. Στα αρχίδια του αν είναι παντρεμένες ή ελεύθερες όπως η ξαδέρφη η Άλκηστις. Εκείνος γουστάρει τρελά να της καρφώσει το μουνάκι όταν τον καυλώνει και με το ζόρι κρατιέται να μην της ζητήσει να γαμηθούν, μα και αυτή είναι πάντα έτοιμη να του ανοίξει τα πόδια της εκλιπαρώντας να τη γαμήσει σαν ξαναμμένη τσούλα. Μην τους αφήσει λοιπόν να περιμένουν άλλο. Άντε τυχερός ο γαμιόλης, απόψε θα γαμάει δύο υπέροχα καυλιάρικα μουνάκια που θα του χαρίσουν μοναδικές στιγμές καύλας.! Τι άλλο θα μπορούσε να ζητήσει από μια τέτοια έκπληξη, και ότι κανείς μας δεν θα ξεχάσει τη νύχτα αυτή, και θα πάμε βόλτα, όλοι μαζί, στους ουρανούς της ηδονής.
Την ίδια ώρα στο τραπέζι των φαντάρων το κουτσομπολιό που αφορά τις δύο γυναίκες με το τολμηρό τους στυλ που τράβηξαν τα βλέμματα τους έχει πάρει φωτιά.
«Μαλάκες! Μονο που το σκεφτομαι να τις γαμάω και κόντευω να χύσω!» Λέει ο πρώτος φαντάρος που αποτυπώνει ανάγλυφα  την εύλογη επιθυμία του και τα αισθήματα υποβόσκουν με τη διακαή επιθυμία του! Το ιδιο συμβαινει και στην υπολοιπη νεαρή παρέα που απόψε αφήνονται να χαρούν και να διασκεδάσουν, όποτε βρίσκουν την ευκαιρία με όλη την ορμή της ζωής τους και τη φρεσκάδα της νιότης τους, που δεν πτοείται από τις περιστάσεις. 
«Συγκρατήσου και ήρεμα! Μην είσαι υπερβολικός, οι Κυρίες συνοδεύονται.» Προσπαθεί να τους προσγειώσει ο πιο νηφάλιος ο οποίος διατηρεί την ψυχραιμία του και την επαφή με την πραγματικότητα και προσπαθεί να λογικέψει τον φίλο του, που βρίσκεται σε κατάσταση ενθουσιασμού!
«Ναι ρε αγορίνα μου, αλλά δε φταίω. Αφού τα θηλυκά πουτανιά από κάποια στιγμή και μετά, άπλωσαν τις ποδάρες τους, σήκωσαν τα φουστανάκια τους πιο ψηλά και έβλεπα τα κιλοτάκια τους. Και εσύ το έβλεπες όμως.»
«Ναι τις γαμιόλες… επίτηδες το κάνουν. Και ο άλλος, χαμπάρι δεν παίρνει!.» Σιγοντάρει ο τρίτος φαντάρος τον πρώτο.
«Ναι το μαλάκα, χαϊδολογιέται όλη την ώρα μαζί τους, αλλά δεν πήρε χαμπάρι ότι οι γκόμενες μας τα δείχνουν φόρα παρτίδα. Πάντως πολύ γουστάρω να  γλείψω τα μουνάκια τους... και να πιω τα ζουμάκια τους...» Ξαναπαίρνει το λόγο ο πρώτος φαντάρος.
«Εγώ θα έγλειφα το μουνί της μικρότερης μέχρι το πρωί… μέχρι να στεγνώσει της γαμιόλας. Μ αρέσει που είναι τόσο καυλόμουνο… Την βλέπω που τρώει με τα μάτια τον .... Μαλάκα!... όλο το βράδυ. Μάλλον γκόμενος της μεγαλύτερης είναι και η πιτσιρίκα του τα ρίχνει. Ώρες-ώρες του την πέφτει με τα πόδια. Έχει βγάλει τα πέδιλα της, κάτω από το τραπέζι και του χαϊδεύει τον πούτσο, πάνω από το παντελόνι.» Τους πληροφορεί ο Τρίτος φαντάρος.
«Εγώ θα τις γαμούσα αν όχι και τις δυο έστω τη μια τη λίγο μεγαλύτερη που είναι θάνατος και η πιτσιρίκα ωραία είναι αλλά η άλλη είχε αυτό που θέλω. Αγριόμουνο να σε λιώσει στο κρεβάτι..» Κάνει ρελάνς ο πρώτος φαντάρος.
Φεύγοντας απ' το τραπέζι τους ο Νικηφόρος συνεχίζει να συνειδητοποιεί το … «Απόψε σε θέλουμε.»
«Ανάθεμά το το μουνί τόσα κακά που σέρνει.! Το έβαλαν σκοπό η γυναίκα μου και η ξαδέρφη της να παίξουν με τις αντοχές μου απόψε;  Είναι όμως και οι δυο τους από τις γυναίκες που ή τις γαμάς μέχρι το μεδούλι ή καλύτερα κάνε κάτι άλλο. Θα γίνει της κόλασης».
...Τα δυο κορίτσια μένοντας μονάχες τους στο τραπέζι και πίνοντας χαλαρά το τσίπουρο, σε πολύ καλή ψυχική διάθεση, άρχισαν σε μια φάση οικειότητας και συναισθηματικού μοιράσματος, να ανοίγουν την καρδιά τους η μια στην άλλη με ειλικρινή και άδολα λόγια.
Η Εριφύλη αιφνιδίασε την Άλκηστις με ερώτηση για την προσωπική της ζωή. «Άλκηστις να σε ρωτήσω κάτι πολύ προσωπικό σαν την καλή και αγαπημένη μου μικρή ξαδέλφη που είσαι;»
«Έλα ξαδέλφη, ελεύθερα, ρώτα ότι θες.»
«Απ' ότι γνωρίζω δεν είχες κάποια σχέση αυτό τον καιρό. Τελικά βρήκες γκόμενο η ακόμη έτσι μόνη είσαι;»
Η Άλκηστις αιφνιδίασε με τη σειρά της την Εριφύλη με χιουμοριστική, αλλά πολύ προσωπική ατάκα. «Ρωτάς αν απέκτησα σχέση; η αν κοιμάμαι μόνη;»
«Κάτι τέτοιο..»
«Όχι. Είμαι αρκετό καιρό μόνη μου και νιώθω καλά. Υπάρχει ερημιά στον ορίζοντα δεν υπάρχει κάποιος να μοιραστώ τις σκέψεις μου, δεν είμαι μέσα σε μια σχέση.. Ούτε καν φλερτ. Δεν είμαι στην αναζήτηση ουσιαστικών συνδέσεων.»
«Πως και συμβαίνει αυτό;» Εκφράζει την απορία της η Εριφύλη υπονοώντας ότι της φαίνεται περίεργο. 
«Τι να πω; Ίσως γιατί δεν με θέλει κανένας;.»
«Όπα-Όπα! Ρε συ με βρήκες μικρό και με δουλεύεις;. Άτιμη νεολαία:»
«Ξαδέλφη συνήθισα να είμαι μόνη και είναι τόσο άνετα που έχω τις ελευθερίες μου... αλλά και γιατί δεν έτυχε να βρεθεί κάτι στο διάβα μου;..»
«Παράξενο! Είναι να αναρωτιέται κανείς, μα είναι δυνατόν τέτοιος κορίτσαρος αυτές τις εποχές να είναι μόνος του;.»
«Συμβαίνουν αυτά. Που θα πάει κάτι θα τύχει και μένα. Ανησυχείς μήπως και μείνω στο ράφι; Εγώ πάλι καθόλου δεν ανησυχώ. Μια χαρά περνάω.»
«Αλήθεια ρε Ζουζούνι, έχεις νιώσει ποτέ την τρέλα να θες κάποιον τόσο πολύ; Τόσο που να έχεις πεταλούδες, ταχυπαλμία, ζαλούρα. Αυτή την ωραία ζαλούρα, σα να έχεις πιει λίγο παραπάνω όπως απόψε. Να τον θέλεις τόσο που να μην μπορεί κανείς να σε συμβουλέψει αλλά και να μη σε νοιάζει τι θα συμβεί αν, αν και αν. Να θες κάποιον που να σε κάνει να το απολαμβάνεις επειδή σε γουστάρει και σε κάνει να θολώνεις από την καύλα; Γιατί αν δεν σε κάνει να θολώνεις από καύλα, είναι σχέση νερόβραστη και δεν έχει νόημα!»  
«Είναι κάποιος που μου αρέσει πολύ, χωρίς δεύτερες σκέψεις, και χωρίς υπεραναλύσεις, με τραβάει σωματικά και τον θέλω να τον ρίξω στο κρεβάτι αλλά το πρόβλημα είναι ότι τον χαίρεται άλλη.»
«Ααα! Για λέγε-για λέγε! Αφού το ξέρεις πως μου άναψες φωτιές και έχω μεγάλη περιέργεια. Λέγε λοιπόν. Περιμένω ανυπόμονα αναλύσεις με όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες. »
«Σαν να μπερδεύομαι, και να νιώθω λίγο άβολα πως είναι να σου ανοίξω την καρδιά μου και να σου εξομολογηθώ. Αλλά ρε Εριφύλη με όλο το θάρρος θέλω να σε ρωτήσω κάτι πρώτα εγώ! Ίσως γίνομαι κάπως αδιάκριτη αλλά σαν την αγαπημένη μου και ποιο έμπειρη ξαδέλφη που είσαι και τα λέμε όλα μεταξύ μας θα μου πεις πρώτα τα δικά σου και μετά νιώθοντας ποιο ελεύθερη από περιοριστικές πεποιθήσεις, θα σου πω τα δικά μου!»
«Έλα ρε Ζουζούνι, ρώτα και ΄συ ότι θες. Τι είναι αυτό που θέλεις να μάθεις για να νιώθεις ποιο ελεύθερη από περιοριστικές πεποιθήσεις;»
«Μου είναι πιο δύσκολο να διατυπώσω το ερώτημα παρά να μου πεις την απάντηση.»
«Μην ανησυχείς καθόλου για το πώς θα το θέσεις. Απλά πες μου με δικά σου λόγια, ακόμα και αν είναι μπερδεμένα.»
«Ξαδέρφη το διάστημα που ο σύντροφος σου ο Νικηφόρος σαν ναυτικός φεύγει για τα μεγάλα ταξίδια του και μένεις μόνη σου αναρωτιέμαι: Όταν εσύ τον χρειάζεσαι και δεν είναι διαθέσιμος και σου λείπει από το κρεβάτι, εσύ εκείνες τις ώρες δεν έχεις την επιθυμία να ξενοκοιτάξεις έναν άλλο άντρα που είναι «πάντα διαθέσιμος», να έχετε μια ειλικρινή, ξεκάθαρη σχέση που να σου δίνει αυτά που επιθυμείς και να σου καλύπτει όλα τα κριτήρια στις σεξουαλικές σου ανάγκες; Να σε κάνει να θολώνεις από την καύλα που λες και εσύ, και αυτή η έλξη, η τρέλα και το πάθος του κινδύνου, του παράνομου να θεωρείς ότι αξίζει το κέρατο, τόσο που να τα παρατάς όλα για να τρέξεις στην αγκαλιά του .»
«Χμ! Μου αρεσει που δυσκολευεσαι πως να με ρωτησεις και μου το πέταξες καταμουτρα  δίχως απόπειρα ωραιοποίησης, δίχως υπεκφυγές.  Κάπου το πας εσύ μουσίτσα με έμμεσο, πονηρό τρόπο. Δε μπορεί! Εσύ κάτι ξέρεις και μου κάνεις την εντελώς αθώα περιστερά που υποκρίνεται ότι δεν γνωρίζει. Εεε ναι λοιπόν με κάποιον «έμπλεξα και σαλτάρισα». Αλλά τι να λέμε τώρα, δεν υπάρχει λόγος για εξηγήσεις.»
«Μπα τι βλέπω! Έλα τώρα που σε πιάσαν οι ντροπές και νιώθεις άβολα και είναι δύσκολο να μου ανοίξεις την ψυχή σου και να μου πεις ποιος είναι ο τυχερός!»
«Κρυφή μουσίτσα και κατεργάρα που κρύβεις την πραγματική σου φύση πίσω από το αθώο και γλυκό προσωπείο σου. Αφού τον είδες στο μπιστρό στο  εμπορικό κέντρο. Άρα τον ξέρεις! Αυτός είναι. Πολύ καλός, ευγενικός και μορφωμένος, από εύπορη οικογένεια ευπαρουσίαστος, ψηλός, γυμνασμένος και στα δικά μου χρόνια.»
«Ξαδέρφη! Μου θυμίζεις μια γλυκανάλατη ιστορία με την Κοκκινοσκουφίτσα που 'τανε σωστή μουσίτσα όπως μου τον παρουσιάζεις το λεγάμενο! «Μια φορά κι έναν καιρό σ’ έναν τόπο μακρινό, ηλιόλουστο και συναρπαστικό, πάνω στο ψηλότερο βουνό, μέσα στο δάσος το πυκνό ζούσε ένα ζώο φιλικό, έξυπνο και προστατευτικό. Ήταν ένας λύκος με δέρμα λαμπερό και γκριζωπό και βλέμμα κάπως φλογερό τολμώ να πω. Τον έλεγαν Ιερεμία χάρη στης ψυχής του την ανείπωτη ηρεμία. Κείνο ήτανε το σπιτικό του και αυτός ο άγρυπνος φρουρός του. Το πρόσεχε σαν κόρη οφθαλμού, κρατώντας μακριά το πόδι του εχθρού. Ορκίστηκε να διαφυλάττει την ησυχία και την τάξη, για να τον αγαπά ολόκληρη η πλάση. Και τα παιδιά όταν τον βλέπουν, να πάψουν να τον αποφεύγουν και στη γούνινη αγκαλιά του με λαχτάρα να προσφεύγουν..... Πως τον γνώρισες;»
....Κορίτσι μου είναι αυτός που γνώρισες εκεί στην έκθεση ζωγραφικής όταν πήγαμε καλεσμένες. Τον είχαμε γνωρίσει παρέα με την Ελπινίκη πριν από κάποιους μήνες! Θα το θυμάσαι που μας είχες δει σε εκείνο το μπιστρό στο εμπορικό κέντρο. Αυτός είναι! Εξ αρχής μας προκαλούσε έντονα ερωτικά συναισθήματα και στις δυο γυναίκες. Εσένα δε σου έχει τύχει ποτέ να γνωρίσεις κάποιον και να νιώθεις ότι θέλεις να κάνεις έρωτα από το πρώτο κιόλας ραντεβού; Αυτό πάθαμε και εμείς μαζί του. Κάθε φορά που τον σκεφτόμουν μου έβγαιναν εικόνες από άγρια γαμήσια μεταξύ μας. Εκείνες τις ήμερες αυτή η σχέση με είχε παρασύρει και όταν τον σκεπτόμουν ήμουν μουσκεμένη όλη μέρα. Μου έβγαζε τέτοια καύλα που όταν τον συναντούσα απολάμβανα το γαμήσι μαζί του χωρίς όρια. Γαμιόμασταν με τέτοιο πάθος σαν να ήταν το τελευταίο γαμήσι και για τους δυο μας. Ένιωθα σαν πεταλούδα που έχει πλησιάσει επικίνδυνα στην φλόγα.»
Η Άλκηστις προσποιείται πως η ίδια δεν είχε ιδέα για την παράνομη ερωτική σχέση της Εριφύλης και κάνει πως την άφησε έκπληκτη η σημερινή αποκάλυψη της Εριφύλης.
«Ξαδέρφη! Τι είναι αυτά που ακούν τ' αυτάκια μου; Μια γυναίκα που χαίρεται το σεξ με τον εραστή της παράλληλα με τον γάμο και την οικογένειά της χωρίς να πληγώνεται κανείς. Ένα ώριμο σεξουαλικά και ξαναμμένο θηλυκό που δεν καταλαβαίνει τίποτα από όρκους αγάπης και συνουσιάζεται με τον εραστή της στο κρεβάτι της αμαρτίας. (Εδώ παρ' ολίγο να ξεφύγει της Άλκηστις ... Ένα ώριμο σεξουαλικά και ξαναμμένο θηλυκό που δεν καταλαβαίνει τίποτα από όρκους αγάπης και συνουσιάζεται με τον εραστή της επάνω στο γραφείο της αμαρτίας! Αλλά την τελευταία στιγμή το έσωσε... Σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να αποκαλυφθεί στην Εριφύλη ότι το ήξερε ήδη πως κεράτωνε τον Νικηφόρο όταν την είχε δει πως τη γαμούσε ο Αρχιτέκτονας επάνω στο μεγάλο ξύλινο γραφείο εκεί στη γκαλερί με τους πίνακες.)
Ξαδέρφη!  Ομολογώ ότι αν και είσαι πολύ σέξι, και πολύ θηλυκό, δεν σε είχα καταλάβει ακριβώς για τόσο ερωτιάρα και καυλιάρα. Εννοείται ότι σε εισαγωγικά στο λέω!»
(Άντε μην το πω και εκτός εισαγωγικών! Πουτάνα είσαι αλλά όπως μ' έμαθε η γιαγιά μου...Μην κρίνεις για να μη κριθείς!) Σκέφτεται ρεαλιστικά η Άλκηστις.
«Μη μασάς κορίτσι μου! και είμαι πρόθυμη να σου λύσω κάθε σου απορία. Πουτάνα! Πες το! Και πες μου μια γυναίκα να μην είναι!» Της απάντησε γελώντας η Εριφύλη.
«Δηλαδή! Σου έκατσε ένας γκόμενος γκουρού στο σεξ, με φουλ του άσσου στο κρεβάτι, το καλό αρσενικό που λένε, με τις καλύτερες σεξουαλικές επιδόσεις. Μπράβο Εριφύλη γαμιάς με τα όλα του.  «Αλλά καλά το κατάλαβα ξαδερφούλα μου; Σας γαμούσε ο Αρχιτέκτονας και τις δυο ρε θηρίο;»
«Ε ναι! Βλέπεις την ερωτική επαφή μας μαζί του, την ανέλαβε πρώτα η Ελπινίκη. Δε σου κρύβω πως εγώ στην αρχή δυσκολευόμουν να απατήσω τον Νικηφόρο και όταν το έκανα είχα μετανιώσει και με κυνηγούσαν τύψεις. Ένιωθα ότι είχα κάνει κάτι κακό. Μα οι άνθρωποι δικαίως θεωρούμαστε πολύπλοκα όντα. Αυτό που λένε πολλές φορές ότι με τίποτα δεν είμαστε ευχαριστημένοι, τίποτα δεν είναι αρκετό, είναι λιγάκι αλήθεια. Παλεύουμε να φέρουμε εις πέρας επιθυμίες στην καθημερινότητά μας κι όταν τελικά τα καταφέρνουμε, αισθανόμαστε λίγο άσχημα. Όταν έρχεται η ώρα να περάσουμε καλά, αισθανόμαστε τύψεις. Πόσες φορές γελάς κι έχεις πετάξει τη φράση «σε καλό να μας βγει», με μια συστολή μη σου βγει «ξινή» η χαρά. Από τη μια μου βαστούσαν οι ενοχές και ένιωθα απαίσια για την απιστία που έκανα και ότι δε θα ήθελα να ξαναγίνει και από την άλλη η καύλα είναι ένα συναίσθημα που σε τρώει από μέσα προς τα έξω, σε πολλές πτυχές της ζωής σου, είτε το θέλεις είτε όχι βρίσκει τη χαραμάδα να φωλιάσει ύπουλα στο κορμί σου. Η συνάντηση μας με τον Αρχιτέκτονα , κυριολεκτικά άλλαξε τα πράγματα προς μια κατεύθυνση που δεν μπορούσα ποτέ να πιστέψω, ούτε που είχα ποτέ φανταστεί! Δεν είναι τυχαίο που ένιωθα να μου αρέσει, και δεν κρατούσε τα χαλινάρια το μουνί μου στη χαρά του και η συμμετοχή της Ελπινίκης τελικά ήταν γιατρικό. Μετά μιλάμε είχαμε ξεσαλώσει παρέα. Μας γαμούσε και τις δύο και μας γαμούσε αφάνταστα καλά. Δεν το περίμενα.
Βλέπεις οι γυναίκες μπορούμε να παίξουμε λίγο πιο εύκολα με την ιδέα μιας δεύτερης γυναίκας στα σεντόνια μας. Στα είκοσι οκτώ μου πλέον χρόνια ξέρω πως έναν καλό σύντροφο και γαμιά, δύσκολα τον βρίσκεις κι ακόμα δυσκολότερα τον αφήνεις. Με το Νικηφόρο δεν είναι μόνο σαρκική υπόθεση το σεξ. Όταν γυρνούσε με φρόντιζε τόσο πολύ, που μόνο σεξουαλικά πεινασμένη δε θα με έλεγε κανείς. Απεναντίας πρόκειται για κάτι πολύ βαθύ και μόνον το γαμήσι μαζί του με περπατάει σε άγνωστα μονοπάτια, και μου χαρίζει την υπέρβαση, την αληθινή τελείωση. Γαμιόμαστε και μόλις τελειώνουμε θέλουμε να ξαναρχίσουμε αμέσως γιατί δεν χορταίνουμε με τίποτα.
Ξέρεις ωστόσο υπάρχει κι ο αστάθμητος παράγοντας της αφόρητης μοναξιάς και το σύνδρομο της στέρησης στο σεξ που σου χτυπάει κόκκινο όταν λείπει ο Νικηφόρος και σε βαράει κατακούτελα. Αυτά που μου προσέφερε ο Νικηφόρος μου έλειπαν τον πρώτο καιρό της απουσίας του. Οι καύλες μου ώρες-ώρες ήταν ανυπόφορες που ντρεπόμουν να το παραδεχτώ ακόμα και στον εαυτό μου.»
Το σεξ ξαδέρφη έχει συνδεθεί με τα νιάτα, και καυλώνουμε γιατί η φύση θέλει να υπάρχουμε. Κάποτε τα σκουλήκια ή οι φλόγες θα φάνε αχόρταγα τα κορμιά μας και εμείς θα έχουμε στερήσει από αυτά την ηδονή;
«Πάντως, δεν της το είχα και της Ελπινίκης. Να και η Ελπινίκη πολύ προχωρημένη στα σεξουαλικά … και την είχα για παρθενοπιπίτσα.» 
«Ξαδερφούλα μου θα το διαπιστώσεις και 'συ! Το τέλειο σεξ γίνεται με τρεις. Γιατί να έχεις έναν ερωτικό παρτενέρ όταν μπορείς να έχεις δύο; Να! να είμαστε δύο κορίτσια με έναν αξιόλογο άντρα σαν τον Νικηφόρο, εμπεριέχει την προστυχιά του μοιραίου.  Άλλωστε κοινό μυστικό είναι ότι μία στις δύο γυναίκες, έχει συμμετάσχει σε τρίο, είτε εκτός σχέσης, είτε με τον σύντροφό της»
«Και τώρα;»
«Και τώρα; Τι;».
«Να ρωτάω που βρίσκεται η σχέση σας με τον Αρχιτέκτονα.».
«Έχει μεσολαβήσει αρκετό χρονικό διάστημα από την τελευταία σεξουαλική μας επαφή, που ζήσαμε τη συγκίνηση των απαγορευμένων απολαύσεων μ' ένα συναρπαστικά ερωτικό γαμήσι, αυτός έφυγε για το Λονδίνο να αναλάβει κάποιο έργο ανακαίνισης στις επιχειρήσεις τις οικογενειακές τους.»
«Χωρίσατε;. Έτσι ήπια, χωρίς μελοδραματισμούς;»
«Ε ναι! Ξέραμε ότι το κάτι παραπάνω δεν υπήρχε. Κάποια πράγματα είναι μεγαλύτερα από εμάς. Και έτσι πρέπει να είναι. Κανένα άγχος λοιπόν. Μάλλον στο τέλος του χρόνου τελειώνει και γυρίζει πίσω»
«Και τώρα; Νικηφόρος; Αλήθεια ποτέ μου δεν θα πίστευα ότι έχεις παράπονα από το γάμο σου.»
«Όχι αγάπη μου. Δεν έχω ιδιαίτερα παράπονα από το γάμο μου. Απεναντίας ο γάμος μου είναι επιτυχημένος και όσο είμαστε μαζί ο χρόνος το επιβεβαιώνει αυτό. Ο Νικηφόρος από την πλευρά του, με την αγάπη του για μένα είναι παραπάνω από άψογος μαζί μου, είναι μπορώ να πω, διαμάντι. Και εγώ από την πλευρά μου τον αγαπώ και τον νοιάζομαι βαθιά. Ο Νικηφόρος είναι ο σταθερός κουβαλητής για την οικογένεια μας για τα παιδιά μας. Εγώ από την άλλη, φροντίζω να μεγαλώνουν σωστά, σε υγιή οικογενειακό περιβάλλον χωρίς να χρειάζεται να δουλεύω σε τίποτα σκληρές δουλειές, να υπάρχει επικοινωνία και να διατηρώ την οικογενειακή μας οικονομία σταθερή. Ταυτόχρονα του παρέχω τη σεξουαλική μου διαθεσιμότητα όταν επιστρέφει από τα ταξίδια του και έχουμε πιπεράτες ερωτικές επαφές και καλή σεξουαλική χημεία.
Να μερικές φορές η απιστίες μου έχουν απλώς ως κίνητρο την επιθυμία μου σαν γυναίκα για έξαψη και ποικιλία ώστε να «υποκύπτω»,..... ενάντια στην κρίση και τη λογική....., στην έλξη ενός δυναμικού αλλά ευγενικού άντρα και να απολαμβάνω την κυριαρχική αντρική σεξουαλικότητα που επιθυμώ όταν μου λείπει ο Νικηφόρος. Όποιον και να ρωτήσεις για την απιστία στον γάμο θα σου πει ότι είναι πάντα λάθος. Ωστόσο, όλοι ξέρουμε ότι συμβαίνει. Και μάλιστα συχνότερα από όσο υποψιάζεται κανείς. Είμαι σίγουρη ότι οι περισσότεροι το κατακρίνουν. Και, μάλλον, καλά  κάνουν. Ξέρω πώς ακούγομαι κάπως παράξενα. Απλά δεν το νιώθω αρκετά λάθος για να το σταματήσω.» Ρε ζουζούνι τι σε μαθαίνω. To sex είναι το πιο ωραίο πράγμα στη ζωή! Το σεξ αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας, γιατί πολύ απλά είναι στη φύση μας να αναζητάμε την απόλαυση και την ικανοποίηση. Και ενώ η γυναίκα μπορεί να διεγείρεται πιο εύκολα από τον άντρα και να διαθέτει περισσότερες σεξουαλικές ικανότητες όπως είναι οι πολλαπλοί οργασμοί, κάτι που δεν μπορεί να πετύχει ένας άνδρας, στους άντρες επιτρέπεται να εκφράζουν τις σεξουαλικές τους ανάγκες ενώ οι γυναίκες που τις εκφράζουν μπορεί να θεωρηθούν ανήθικες, λάγνες και αμαρτωλές.»
«Ρε πως τα λες. Σαν πλοκή ερωτικού ρομαντικού μυθιστορήματος μου ακούγετε.»
«Μέχρι την ηλικία των είκοσι πέντε αγάπη μου το σεξουαλικό κεφάλαιο μιας γυναίκας έχει συνήθως κορυφωθεί. Μετά από τα τριάντα, δεν είναι πλέον στην αναπαραγωγική ακμή της και αρχίζει να χάνει στον ανταγωνισμό με νεότερες γυναίκες. Μέχρι την ηλικία των σαράντα, το σεξουαλικό της κεφάλαιο έχει μειωθεί στο σημείο όπου το να βρει σύντροφο ποιότητας γίνεται πλέον αμφίβολο. Γι αυτό απόλαυσε-το όσο είναι νωρίς... Το λέει και το λαϊκό σοφό τραγούδι. Γλέντα καμένε άνθρωπε, γιατί θε να γεράσεις, και τα νιάτα δεν πουλιούνται πια να τα ξαναγοράσεις.»
«Μμμμ... Δεν διαφωνώ.»
«Για αυτό λοιπόν κάτσε να τα πούμε και άκου να μαθαίνεις, με την ησυχία σου και με το πάσο σου στο τσίπουρο που θα πιούμε! Ετούτο τον καιρό που απ' ότι κατάλαβα δεν γαμιέσαι με κανέναν πως τη βγάζεις; Φαντασία μου πλανεύτρα;» Ρωτάει τώρα η Εριφύλη.
«Τι να κάνω μόνη μου τι βρίσκω και έχει και εγγυημένα αποτελέσματα! Αδειάζει το μυαλό μου από περιττές σκέψεις, και δίνομαι ψυχή και σώμα στο ιερό μου καθήκον! Αλλά που θα πάει. Γουστάρω και εγώ κάποιον και όπως σου είπα τον έχω στο μυαλό μου και πιστεύω σύντομα να τον καταφέρω να ξεκινήσουμε να μου ξεσκίζει και μένα το μουνί και τον κώλο και να μου χαρίζει τους οργασμούς των ονείρων μου!»
«Ενδιαφέρον μου ακούγεται. Ποιος είναι; Γνωστός; Τον ξέρω;»
«Ε πως να στο πω», άρχισε ο Άλκηστις αργά-αργά σα να μετρούσε τις κουβέντες της.
«Όλο μυστήριες κουβέντες είσαι ρε Άλκηστις. Τι θες να πεις και δεν το λες καθαρά;»
«Τι θες να πω δηλαδή;»
«Την αλφαβήτα. Με δουλεύεις;»
«Θα τον μάθεις αν μ' αφήσεις να στα πω λοιπόν με τη σειρά τους και κατά πως μπορώ εγώ.»
«Λέγε τα όπως θες και μ' όσα στολίδια γουστάρεις» της χαμογέλασε αδελφικά η Εριφύλη και της χάιδεψε τρυφερά το χέρι.
«Που είχαμε μείνει το λοιπόν. Α ναι!» άρχισε η Άλκηστις πάλι αργά αργά σα να μετρούσε και πάλι τις κουβέντες της. «Άσε που τα πράματα δεν είναι ρόδινα.» 
«Μη λοξοδρομείς την κουβέντα ρε συ Άλκηστις, αγανάκτησε ξανά ο Εριφύλη. Γαμάς κουβέντα που λέμε. Τέλος πάντων είπε μετά από μικρή σκέψη. Τι ζόρι έχεις να μου τον πεις και όταν τα λες αυτά, δε με κοιτάς στα μάτια! Ξέρεις πως δε μου αρέσει καθόλου όταν γίνεσαι αινιγματική. Πες μου ποιος είναι και γιατί διστάζεις να το πεις.»
Η Άλκηστις γύρισε και την κοίταξε με σταυρωμένα τα χέρια και ένευσε καταφατικά.
«Θα σου πω την αλήθεια! Λοιπόν τον ξέρεις. Και πολύ καλά μάλιστα. Πως να στο πω; Καλύτερα δεν γίνεται.»
«Σοβαρά το λες; Και ποιος είναι ο τυχερός που θέλεις να γευτεί τα κάλλη σου και τις χαρές της νιότης σου που εγώ τον ξέρω;»
«Εσύ ποιον να λες! Ο ίδιος ο Νικηφόρος σου είναι.» Το είπε απνευστί και δε μπόρεσε να συνεχίσει την πρόταση.
«Τόμπολα! Ρε παλιοκόριτσο δεν πιστεύω να μιλάς σοβαρά. Θα με τρελάνεις.» αναφώνησε με ηχηρή φωνή η Εριφύλη, αντιδρώντας λες και δεν υπήρχαν άλλοι εκεί.
Ένα ζευγάρι στο μπροστινό μέρος του μαγαζιού γύρισε και τις κοίταξε απορημένο κι ανήσυχο .
Η Εριφύλη τους χαμογέλασε αφοπλιστικά, αγνόησε την παρουσία τους, γύρισε ξανακοίταξε απορημένη την ξαδέρφη της και ξανασκέφτηκε όλο το σκηνικό από την αρχή. Όσο το σκεφτόταν τόσο πιο λιγότερο άσχημα ένιωθε. 
«Στ' αλήθεια το λες σοβαρά; Αν και τελευταία είχα μυριστεί ότι κάτι παίζει μεταξύ σας αλλά πάλι είχα πολλές αμφιβολίες! Τώρα έχουμε δυο εκδοχές. Η μια είναι να σου μαδήσω το μουνί τρίχα-τρίχα που θες να με κερατώσεις έτσι ξεδιάντροπα με τον δικό μου. Και η άλλη...»
Εδώ η Εριφύλη κάνει παύση δίνοντας την εντύπωση πως κάτι σκέφτεται κάτι που θα ήθελε να πει αλλά δεν έχει αποφασίσει πως να το πει.
«Και η άλλη;» Ρωτάει όλο αδημονία η Άλκηστις.
«Να σκέφτομαι ότι....» Αλλά συνεχίζει να μένει ακόμα σκεφτική δεν συνεχίζει.
«Ρε ξαδέρφη. Έλα πες’ το!   «Το μαρτύριο της σταγόνας» το λένε αυτό που μου κάνεις.» Διαμαρτύρεται η Άλκηστις.
Την κοίταξε και της είπε. « Άκουσε με μικρο μου καργιολάκι., βλέπω δεν κρατιέσαι. και διψάς για μάθηση! Να ρε άτιμο θηλυκό. Σκεφτόμουν, που είναι η διαφορά. Κι εγώ με τον γκόμενο μου τα ίδια δεν έκανα; Αλλά τώρα ξέχνα τον αυτόν! Τον γκόμενο εννοώ. Πάει πέρασε. Τώρα έχουμε εδώ τον Νικηφόρο..»
«Και λοιπόν.»
Πώς θα σου φαινόταν να δοκίμαζες, να το κάνουμε παρτούζα;»
Η Άλκηστις ανοιγόκλεισε τα μάτια της. «Να δοκιμάσω τι, ξαδέρφη;»
«Άκου να μαθαίνεις. Όταν έφυγε ο Νικηφόρος να πάει στο άλλο τραπέζι τι του ψιθύρισα;»
«Τι του ψιθύρισες;»
«Ότι έχει δυο πυρωμένα και πολύ καυλωμένα μουνάκια που αναμένουν με αδημονία να τα περιποιηθεί απόψε. Τι νόμιζες θα σας άφηνα να το κάνετε κρυφά από μένα.»
Το μυαλό της Άλκηστις στροβίλισε σαν σβούρα. «Θέλεις να κάνουμε παρτούζα με το Νικηφόρο;» ρώτησε, ανήμπορη να συγκρατήσει τη δυσπιστία στη φωνή της. «Πώς νιώθει ο Νικηφόρος γι’ αυτήν την ιδέα;» Η Εριφύλη ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν του το έχω ζητήσει, αλλά δε θα έχει αντίρρηση. Αφού το ξέρω πως θέλει να σε γαμήσει.» 
«Δεν ξέρω τι να πω» είπε η Άλκηστις
«Άλκηστις. Δεν χρειάζεται καθοδήγηση και θέλω να είμαι ήσυχη πως μπορώ να βασιστώ πάνω σου.»
Η Άλκηστις έπνιξε μια γκριμάτσα. «Τελικά ξαδέρφη θα το πω δεν κρατιέμαι! Ναι είσαι μεγάλη Καργιόλα... και γι αυτό δεν παύει να σε λατρεύω ακόμη περισσότερο.»
«Στη χρωστάω την ανταμοιβή για την διακριτικότητα σου όλο αυτό τον καιρό.»
«Ρε ξαδέρφη! δηλαδή να το πω πιο έντονα τώρα;!»
«Μεγάλη! Πουτάνα! Πες το πάλι! Μικρή μου υπάρχουν τρεις κατηγορίες γυναικών: πουτάνες, γαμιόλες και μαλακισμένες. Οι πουτάνες πηδιούνται με όλους. Οι γαμιόλες πηδιούνται με όλους εκτός από από τον άνδρα τους και οι μαλακισμένες που δεν πηδιούνται με κανέναν άλλο παρά μόνο με τον άνδρα τους. Αλλά δεν μου απάντησες σ' αυτό που σε ρώτησα. Είσαι μέσα;» Την ρωτάει η Εριφύλη με την ίδια λάμψη στο μάτι που πρέπει να είχε ο διάβολος όταν δελέαζε την Εύα.
Η Άλκηστις δεν ανέπνευσε για ένα ολόκληρο λεπτό. Όταν τελικά κατάφερε να εισπνεύσει ελάχιστο οξυγόνο, της ήταν αδύνατον να βρει τη μιλιά της. «Εντάξει! Αχ! Σαν την παλίρροια αρχίζεις να με παρασέρνεις, το ξέρεις; Μέσα, πες πως είμαι!…»
«Είσαι ενήλικη είπαμε. Η ζωή είναι δική σου. Και μυαλωμένη κοπέλα είσαι που ξέρει τι θέλει όποτε αβίαστα μπορείς να συμμετάσχεις με τη θέληση σου. Η κύρια προϋπόθεση είναι πως θα πρέπει να  συνεχίσεις να είσαι εγγύηση διακριτικότητας.»
 «Εννοείται! Εγγύηση διακριτικότητας. Θυμάμαι στην έκθεση ζωγραφικής πως ήταν και ένας ξάδερφος του Αρχιτέκτονα, τον θυμάμαι για λίγο, ίδιος με τον «Τζορτζ Κλούνεϊ;» Τον θυμάσαι;» ρωτάει η Άλκηστις αλλάζοντας θέμα.
Η Εριφύλη ανασήκωσε τους ώμους. Τον θυμάται! Η αλήθεια ήταν πως όχι μόνο τον θυμάται άλλα είχε νιώσει μια ιδιαίτερη ερωτική έλξη για αυτό το υπεροπτικό κάθαρμα. 
«Ναι τον θυμάμαι! τον είχα γνωρίσει.»
«Πόσο χρονών είναι αυτός ο Τζορτζ Κλούνεϊ; Πως τον γνώρισες;»
«Κοντά στα τριάντα όπως και ο Αρχιτέκτονας. Άλλο πράγμα σου λέω. Άνδρας που θα σου πάρει το μυαλό. Σκέτη κόλαση, η απόλυτη φαντασίωση της γυναίκας. Τον γνώρισα με την βαλίτσα στο χέρι την ημέρα της αναχώρησης του για το αεροδρόμιο. Επέστρεφε πίσω στο Λονδίνο μετά από ένα σύντομο ταξίδι στην Ελλάδα. Μου τον σύστησε ο Αρχιτέκτονας.  
Ντυμένος με ακριβό κουστούμι και γενικά με τον αέρα του πετυχημένου του σίγουρου για τον εαυτό του, ετοιμαζόταν για αναχώρηση ακριβώς την ώρα που φθάσαμε στη βίλα με την Ελπινίκη.
Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις, και η χειραψία που μου έκανε ήτανε μια πολύ δυνατή και θερμή χειραψία. Υποψιάζομαι ότι καθυστερούσε να πάει στο αεροδρόμιο ώστε πριν αναχωρήσει να δει με τα δικά του μάτια τις ερωτικές κατακτήσεις του ξαδέλφου του. Έχει μάθει για δύο ελκυστικές καυτές μαμάδες που μοιράζονται τον τυχερό πούτσο του ξαδέρφου του και απολαμβάνουν ένα ηδονικό τρίο. Η Ελπινίκη μας άφησε για λίγο μόνους τους τρεις μας στην κυρία είσοδο του σπιτιού για να πάει να παρκάρει το αυτοκίνητο στο πίσω μέρος της έπαυλης. Μείναμε εγώ ο Αρχιτέκτονας και ο ξάδελφος του. Από νωρίς σκεφτόμουν τι θα βάλω πηγαίνοντας στο ραντεβού. Είχα φορέσει ένα εφαρμοστό ταγέρ φόρεμα σχιστό μπροστά μέχρι ψηλά ...ξέρεις εσύ κάτι σαν τα δικά σου... με μεταξωτό λευκό πουκάμισο, που έκανε το στήθος μου να ασφυκτιά μέσα στο σέξι δαντέλα μαύρο με μπορντό κέντημα σουτιέν. Ο Αρχιτέκτονας αφού μας σύστησε, μας ζήτησε συγνώμη και μας άφησε και αυτός μόνους, πήγε μέσα στην οικία να απασφαλίσει το συναγερμό και θα ξαναγύριζε να χαιρετίσει τον ξάδερφο του καθώς θα αναχωρούσε αμέσως και να του ευχηθεί τα καλύτερα. 
Αυτός ο άνδρας είχε κάτι πάνω του που με αναστάτωνε με άναβε και μου δημιουργούσε σεξουαλικές φαντασιώσεις. Με πλησίασε περισσότερο, μέχρι που ο απογευματινός ήλιος έλουσε το πρόσωπό του  αποκαλύπτοντας τα ξανθισμένα από τον ήλιο μαλλιά του και υποκλίθηκε βαθιά που με έκανε να χαμογελάσω άθελά μου. Τα σκούρα καστανά μάτια του έλαμπαν. Ιδιαίτερα εκείνη τη στιγμή που τα φτιαγμένα για φιλιά χείλη του ήταν ελαφρά ανασηκωμένα καθώς μου χάριζε ένα πονηρό χαμόγελο. Κράτησα την αναπνοή μου και ύστερα άφησα έναν αναστεναγμό, συνειδητοποιώντας πόσο σέξι ήταν.
 Ακολούθησα την κοφτή και έντονη ματιά του, η οποία κοίταζε το μεταξωτό λευκό πουκάμισο που κάλυπτε το στήθος μου. Το ύφασμα κολλούσε στα στήθη μου, που ξεχείλιζαν τόσο έντονα από το σφιχτό μπούστο του. Ήταν εκπληκτικό πως το βλέμμα ενός άντρα μπορούσε να κάνει την καρδιά μου να χτυπά ξέφρενα στο στήθος, από έξαψη. Οι ρώγες μου σκλήρυναν. Ένιωθα το βλέμμα του να με σκανάρει συνεχώς να με κοιτάει και πρόστυχα να με γδύνει. Η ματιά του είχε καρφωθεί πάνω μου, με θράσος με κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω, και σίγουρα το κατάλαβε πως με άναψε και από την πρώτη εντύπωση μου έδειξε πως ενδιαφέρεται πολύ για την κατάκτηση μου σαν ελεύθερος σκοπευτής. Μου έπιασε και αυτός την κουβέντα, με μια φωνή απαλή και αρρενωπή, καθησυχαστική και μελωδική συνάμα, μου είπε πως τον έλεγαν George και άρχισε να μου κάνει προσωπικά κομπλιμέντα για το πόσο όμορφο σώμα είχα και τι όμορφο στήθος είχα κλπ. Μου άρεσε που το βλέμμα του γεμάτο πόθο, ταξίδευε στο κορμί μου και κοίταζε επίμονα το στήθος μου. Πρέπει το προηγούμενο βράδυ του να μην είχε ευχαριστηθεί το πήδημα μ’ εκείνη τη πρώην συμφοιτήτρια του και τώρα αναζητούσε κάποιο άλλο πρόθυμο θηλυκό για να κορέσει τον πόθο του. Τον κατάλαβα και μόλις είχε μπει και μένα ο δαίμονας μέσα σου και ο πόθος μου φούντωσε ακόμα περισσότερο. Ένα κύμα πρωτόγονης επιθυμίας με κυρίευσε, σοκάροντας με, με την έντασή του. Λαχταρούσα να νιώσω τα χέρια του στο δέρμα μου, πράγμα που σήμαινε ότι λαχταρούσα κάτι περισσότερο από ένα απλό καυτό φιλί. Κατάλαβα ότι αν αποφάσιζα να του έδινα το απαραίτητο θάρρος η συνάντηση μας θα γινόταν πολύ τολμηρή και αναπόφευκτα θα μου ζητούσε να με πηδήξει. Αυτό ήθελα και εγώ άλλωστε αλλά σκέφτηκα όμως ότι σε λίγο θα εμφανιζόταν πάλι το Αρχιτέκτονας. 
Ξαφνικά περιέργεια με κατέκλυσε με χιλιάδες ερωτήματα να χοροπηδάνε μες το μυαλό μου. Μια πολύ παραστατική εικόνα, εισέβαλε απρόσκλητα στο στις σκέψεις μου, που με έκανε να αναδευτώ στη θέση μου. Σκεφτόμουν τον Αρχιτέκτονα και το ξάδερφο του! Ο καθένας τους επικίνδυνα σαγηνευτικοί άνδρες. Και την ίδια στιγμή σκεφτόμουν πώς θα ήταν αν έκανα έρωτα με τους δυο αυτούς γοητευτικούς άνδρες ταυτόχρονα. Στη σκέψη αυτή ένιωσα ένα βίαιο και συνάμα ερωτικά ηδονικό ρίγος να εξαπλώνεται στο κορμί μου. Θεέ μου, ήταν απίστευτα αισθησιακό η αίσθηση ότι κάνω μαζί τους καυτό και άγριο σεξ και θα ταξιδέψω στο σκοτεινό αισθησιακό κόσμο της ηδονικής απόλαυσης, όπου τα όρια της ακολασίας είναι δυσδιάκριτα. Με εκείνους. Εγώ λοιπόν αντί να ντραπώ ερεθίστηκα πολύ και δεν διστάζω να το παραδεχτώ ότι οι σκέψεις μου ήταν εντελώς νέες, απρόσμενες, πολύ προχωρημένες και επικίνδυνες. Η αλήθεια είναι ότι έκανα σκέψεις που με καύλωναν, αλλά περισσότερη ήταν και η περιέργειά μου να τις απολαύσω αυτές τις ηδονικές σκέψεις. Ο Αρχιτέκτονας ήταν φυσικά υπέροχος εραστής και αρκετά έμπειρος, αλλά τώρα σκεφτόμουν πως θα είναι να επιδίδεσαι σε πιο «προχωρημένες» εμπειρίες και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Ευχαρίστως θα δεχόμουν και θα έλεγα το πολυπόθητο «ναι» στο σχήμα, όπου αυτοί οι δύο άντρες να μου κάνουν σεξ, να μου τον βάζουν σε όλες μου τις τρύπες και να με βουλιάξουν σ' ένα ηδονικό αποκάρωμα. Αυτό ήταν μια από τις μεγαλύτερες φαντασιώσεις μου, ένα τρίο με δύο άντρες. Τώρα λοιπόν είχα την ευκαιρία να την πραγματοποιήσω. Ο Αρχιτέκτονας και ξάδερφος του ήταν ακριβώς ό,τι έπρεπε! Ήταν οι πιο κατάλληλοι άνδρες. Μαζί τους να σπάσω τα ταμπού και να δοκιμάσω το σεξ με δυο άνδρες. Να βρεθώ ανάμεσά στους δυο εραστές, ανάμεσα σε δύο ανδρικά κορμιά που θα ικανοποιούσαν το κορμί μου και θα ένιωθα την απόλυτη σεξουαλική κορύφωση. 
Θορυβήθηκα που το τόσο ζωηρό μυαλό μου έφτιαχνε τώρα εικόνες με τους δύο άνδρες να με γαμάνε από παντού, με όλους τους τρόπους, να χύνω και να αρχίζουν ξανά και ξανά σε ένα ατελείωτο απολαυστικό γαμήσι. Μα δεν ήταν δυνατόν! Δεν ήταν δυνατόν εγώ να σκέφτομαι έτσι! Να σκέφτομαι πως ζούσα έντονες στιγμές μαζί τους και τις κρυφές μου φαντασιώσεις. Να τους παίρνω βαθιά μέσα στον κώλο και στο μουνί μου αναστενάζοντας από ευχαρίστηση καθώς θα δεχόμουν διπλή διείσδυση. Η απόλυτη ηδονή, να με γαμούσαν αλύπητα χωρίς ανάσα! Οι τρεις μας να είχαμε γίνει ένα και να λικνίζαμε τα κορμιά μας μαζί σε έναν απόλυτο συγχρονισμό και ερωτικό χορό. Να έχυνα από παντού, από το μουνί, από τον κώλο. Να έχυνα πάνω στις πούτσες τους κι εκείνοι το ευχαριστιόντουσαν σαν τρελοί. Ηλεκτρικές εκκενώσεις απλώθηκαν μέσα μου μεχρι που εμφανίστηκε ο Αρχιτέκτονας και η Ελπινίκη και διακόπηκαν οι φαντασιώσεις μου! Δεν ξέρω αν είμαι ικανή να το κάνω κάποια φορά.
«Και ο Νικηφόρος; Παίζοντας με τη φωτιά δεν φοβάσαι ότι μπορεί κάποια στιγμή να του μπουν ψύλλοι στα αφτιά και υποψίες ότι τον κερατώνεις... ότι τέλος πάντων η γυναίκα του τον αντικαθιστά στο κρεβάτι με κάποιον άλλο που του τη γαμάει; Ότι ο κάθε αδέσποτος περαστικός τρώει το καρπό του αμπελιού του, όπως θα 'λεγε και η γιαγιά μας.» 
«Είναι μεγάλο το ρίσκο, το ξέρω ότι όποιος δεν παίζει εκ του ασφαλούς και δεν ακολουθεί την πεπατημένη και παίζει με την φωτιά, αν δεν προσέχει ρισκάρει τα πάντα.»
Η Άλκηστις προτείνει στην Εριφύλη να πάρουν το ρίσκο και να παρουσιάσουν τον αρχιτέκτονα στο Νικηφόρο σαν φίλο δικό της και ελπίζει με λίγο κόπο και την κατάλληλη διπλωματία να τα καταφέρει. Πλέον δεν θα χρειάζεται η ξαδέλφη της να κρύβεται ή να φοβάται να συναντήσει έναν φίλο τους.
Λοιπόν λέω εγώ τώρα, και εσύ άκουσε με. Η υγεία μας πάνω απ όλα κι έπειτα φαντασία , έμπνευση και κορίτσι μου είσαι ακόμη στα ντουζένια σου που μας έλεγε και η γιαγιά μας! Δεν συγκατατίθεμαι στην ασυδοσία, την κακώς εννοούμενη ελευθερία και την σχεδόν εκπόρνευση των «γαμιαίων» σχέσεων, αλλά στις μέρες μας η αγαμία και η αποχή από τη σεξουαλική πράξη, και η έλλειψη σεξουαλικής επαφής είτε κατ’ επιλογή, είτε λόγω συνθηκών συνιστά μεγάλη ατυχία! Και θα αναρωτηθείς, μα υπάρχουν άνθρωποι που ηθελημένα, δεν θέλουν σεξ; Δίκαιο και εύλογο το ερώτημα, καθότι η αποχή από το σεξ έρχεται σε ρήξη με ένα από τα πιο ισχυρά ένστικτα που διαθέτει ο ανθρώπινος «οπλισμός», το λεγόμενο γενετήσιο, που σκοπό έχει να οδηγεί στην αναπαραγωγή για τη διαιώνιση του είδους. Ε; Δεν το λες και μικρό πράγμα, έτσι; Βέβαια, το ηθελημένα είναι μεγάλη κουβέντα. Για το απέχω λέω, το «ηθελημένα απέχω», μου κάθεται κάπως βαρύ. Δηλαδή, μιλάμε για τεράστιο ψυχικό σθένος τέτοια αποχή. Κι άντε πες, υπάρχουν κι αυτοί οι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, που λόγω μιας ιερατικής ή μοναστικής υπόσχεσης, οικειοθελώς απέχουν από κάθε είδους σεξουαλική δράση – ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε, γιατί δυστυχώς είναι αρκετοί εκείνοι που υποκύπτουν τελικά σε πειρασμούς, αν και μπορεί να ήταν ειλικρινής και αγνή η αρχική τους πρόθεση για ολοκληρωτική αφιέρωση της ψυχής και του σώματός τους, ακόμα και αυτής της παρθενίας τους, στο Θείο.
Γιατί δεν γίνεται να είσαι νεότατη πάνω στα ντουζένια σου, που βράζει το αίμα σου, να είναι όλα μια χαρά, «φυσιολογικά», και συ να πεις «ευχαριστώ, δεν θα πάρω». Κάτι σε «στενεύει» για να απέχεις. Κι αν δεν είναι βιολογικά ή ψυχολογικά τα αίτια, που εκεί εκούσια ή ακούσια, δεν σου κάνει «κούκου» ή και να σου κάνει φωνάζεις «πίσω όλοι!» και κλείνεσαι στο καβούκι σου, τότε κάτι άλλο δεν σε αφήνει να λειτουργήσεις. Μια ανασφάλεια να την πω; Μια υπερβολική επιλεκτικότητα; Άβυσσος η ψυχή των αγάμητων, ως συνηθίζεται να λέγεται.
Απ’ την άλλη βλέπεις και κάτι γυναίκες γύρω σου με τρελά χαμόγελα και σε σιγοτρώει μια ζήλια βρε παιδί μου, και τσεκάρεις τη συντροφιά τους να δεις τι έχουν αυτές που δεν έχεις εσύ. Γιατί καλή η χημεία με το Νικηφόρο σου, καλά και τα δέκα χρόνια γάμου σας που καλά κρατεί, καλός και ο άκρατος έρωτας σας, αλλά τίποτε δεν συντηρείται για πολύ και τίποτα δεν διαρκεί για πάντα. Όλα τα υλικά αγαθά, οι καταστάσεις, οι σχέσεις, ακόμη και η ίδια η ζωή, βρίσκονται σε μια συνεχή ροή και μεταβολή. Τίποτα δεν παραμένει στατικό. Σπίθα είναι και σβήνει. Φύσα και λίγο ντε! Εμ, οργανισμός είναι αυτός, κάπου πρέπει να το βγάλει το ζόρι της καύλας. Τότε έχεις δυο επιλογές. Από τη μια πλευρά για να μην καταλήξεις σαν κάποιους ανθρώπους που μπορείς να διακρίνεις μία ιδιάζουσα ξινίλα, που σε ωθεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι είναι πιθανόν για πολύ καιρό αγάμητοι, πράγμα πολύ κακό γιατί στερούνται βασικής ευχαρίστησης και χαράς και αυτό δυστυχώς το «γράφει» πάνω τους, στο πρόσωπό τους, στη συμπεριφορά τους. Η να ριχτείς με βουλιμία σε τέσσερις πλάκες σοκολάτας γάλακτος και δύο σακουλάκια γαριδάκια αντάμα. Κι ύστερα να λες πως παχαίνεις με τον αέρα «Εριφύλη». 
Και μια φωνούλα σου να διαμαρτύρεται! «Εριφύλη τρως. Και ψεύδεσαι και τρως. »
«Και εκεί που το δίλημμα ξαδερφούλα μου ήταν πως θα αποφύγεις τη σοκολάτα, φύσηξε μαΐστρος δροσερός και σε παρέσυρε η γοητεία του γοητευτικού εραστή και του χάρισες τον ανθό σου.Τα έκανες όπως τα έκανες και θες να βρεις λύση! Να ξέρεις. Έχω μια ιδέα. Θα βρούμε τη σωστή στιγμή με ελπίδα, υπομονή και πίστη ότι παρά τις τρέχουσες δυσκολίες του εγχειρήματος θα βρούμε τις ακατάλληλες συνθήκες, και τον ιδανικό το χρόνο για να συμβεί κάτι σημαντικό και η συνεργασία μας είναι πράγματι το «κλειδί» που θα κάνουμε πραγματικότητα τη φαντασίωση του Νικηφόρου που έχει να κάνει με το σεξ που θα του προσφέρουμε οι δυο γυναίκες και τότε θα του μιλήσουμε ανοιχτά κατά τη διάρκεια του σεξ ότι μας αρέσει και μας βοηθά να φέρω στην παρέα μας και έναν πολύ καλό μου φίλο. Και κάποια στιγμή με την συναίνεση του εννοείται θα θέλαμε να το κάνουμε όλοι μαζί. Ξαδέρφη μου είσαι και σε πονάω, εξάλλου και τι έγινε, εσύ θα παραμείνεις «πιστή» στην οικογένεια και στο Νικηφόρο σου, και με τις ευλογίες του όταν αυτός είναι μπαρκαρισμένος και θα σου λείψει θα έχεις τον ξέμπαρκο γοητευτικό εραστή σου να σου γεμίζει τα σεξουαλικά σου ανικανοποίητα «θέλω» ώστε να μην είσαι καταδικασμένη σε σεξουαλική στέρηση!»   
«Ρε το ζουζούνι! Μα βγήκε πονηρό σαν αλεπού. Καλά το λένε! Σαν βγάλει λόγο η αλεπού, πρόσεχε τις κότες σου! Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω να σου πω, μη μας έρθει βαρύ, εσύ τι λες;» Της λέει η Εριφύλη εκφράζοντας, αβεβαιότητα και αδυναμία λήψης απόφασης, προσπαθώντας να μην πάρει θέση, όπως η Ιοκάστη στον Οιδίποδα Τύραννο που ζητά να μην «σκαλίζονται» τα πράγματα. 
«Αν εσένα σίγουρα δε θα σε πειράζει! στα είκοσι οκτώ σου χρόνια! Εγώ λέω ναι!» της δηλώνει η Άλκηστις.
«Όοοχι χρυσό μου... Δεν είμαι είκοσι οκτώ. Είμαι μόλις δέκα οκτώ, με επιπλέον δέκα χρόνια εμπειρίας στην πλάτη μου! Ή τουλάχιστον, έτσι αισθάνομαι.»
«Το βλέπω συνεχίζεις ακάθεκτη να κάνεις τις τρέλες σου σαν να ήσουν δέκα οκτώ, αλλά έχεις πλέον το μυαλό και τη σύνεση να τις αποφασίζεις σωστά και να τις οριοθετείς. Λοιπόν για το σχέδιο τι λες;» 
«Δεν ακούγεται και πολύ κακή ιδέα όλο αυτό αλλά πως το κάνουμε στην πράξη;..... Εμείς μιλάμε για το Νικηφόρο, ο ίδιος όμως θα θέλει; Αν δεν μας γδάρει ζωντανές πρώτα..»
«Άστο πάνω μου και θα δεις. Μπορεί να μην έχω στον έρωτα μεγάλη πείρα. Αλλά γουστάρω τα πλούσια καυτά και συναρπαστικά ερωτικά παιχνίδια. Με την κατάλληλη συνδρομή μου είμαι σχεδόν σίγουρη ότι έχει ήδη δεχθεί. Άλλωστε, όπως και εσύ πολύ καλά γνωρίζεις όλοι μας γουστάρουμε τα πλούσια καυτά και συναρπαστικά ερωτικά παιχνίδια. Το σεξ είναι ένα βάζο με μέλι. Αν βάλεις μια φορά το δάχτυλο μέσα, μετά είσαι έτοιμος να φας όλο το βάζο. Ε, κάπως έτσι θα πέσει με τα μούτρα στα δύο μουνιά μας με το μέλι και ο Νικηφόρος!»
«Ααα! Εσύ το πολύ χαριτωμένο μου θηλυκό που έκανε η Φύση, άρχισες και μεγαλώνεις με όλο χαρές κι αρετές και που μικρό δε σου φαινότανε ότι θα γίνεις και εσύ ανοιχτόμυαλο καυτό, καυλιάρικο πουτανάκι που ξέρει να δίνει σωστές λύσεις.»
«Άκου «πουτανάκι»! Ξαδέρφη μου γλυκιά αν μιλάς έτσι για το ίδιο σου το φύλλο, με ποιο δικαίωμα απαιτείς σεβασμό από το αντρικό; Τα πάντα είναι θέμα επιλογών! Και τσουλάκι και κορίτσι για σπίτι, αλλά «τσούλα» όσο εσύ για ξεπέτες, δεν! Εσύ τα ξέρεις όλα και τα έχεις κάνει όλα και γι’ αυτό σε εμπιστεύομαι. Respect.  Και στην τελική, γιατί μια γυναίκα να ντρέπεται που αγαπάει το σώμα της, αγαπάει το σεξ και δεν περιμένει έναν πρίγκιπα να τη σώσει από το δράκο; Δε σου λέω να κάψουμε τα σουτιέν μας στην πλατεία, αλλά ένα δείγμα φιλελεύθερο δε θα έβλαπτε κανέναν.»
«Λοιπόν συμφωνούμε! Ο Νικηφόρος σε δυο μήνες φεύγει πάλι ταξίδι και θα γυρίσει τέλος Άνοιξης και βλέπουμε. Μέχρι να φύγει θα τον ξεζουμίσουμε παρέα. Μετά όταν με το καλό γυρίσει θα έχουμε το χρόνο να κάνουμε σχέδια με την ιδέα σου.»
«Ξαδέλφη! Ποια Άνοιξη και πράσινα άλογα και να περιμένουμε να γυρίσει ξανά ο Νικηφόρος. Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι; Ακόμη είμαστε στο καλοκαίρι και πολύ σύντομα θα τους έχουμε και τους δυο εδώ. Το γοργόν και χάρη έχει. Βάζω τη μηχανή εμπρός και καταστρώνουμε το σχέδιο από απόψε! Εσύ κάλεσε και ενημέρωσε επειγόντως τον Αρχιτέκτονα. Ο έρωτας γλυκιά μου δέχεται και τις κοινοπραξίες.»
........Η Εριφύλη σε μια αφήγηση με φλας μπακ εξιστορεί τη γνωριμία της με τον Νικηφόρο, όταν εκείνη ήταν ακόμη μαθήτρια λυκείου και είχε όνειρα να γίνει ζωγράφος. Της αφηγείται της Άλκηστις πώς μια σχέση φτάνει στον έρωτα και την ευτυχία. «Όλα κάπως ξεκινούν.» της λέει. «Άλλοι ερωτεύονται με την πρώτη ματιά, άλλοι θέλουν χρόνο για την «κρυστάλλωση του έρωτα», όπως γράφει ένας κλασικός. Είναι η στιγμή που πάντα θυμάσαι όταν με σύστησαν και τον γνώρισα. Ένας ψηλός ωραίος άντρας με την τυπική εμφάνιση άντρα που ξελόγιαζε κοριτσάκια σαν και μένα. Τον είχα ερωτευτεί!! Τον κοίταζα και δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη, ήταν κούκλος! Είχα χαθεί στα μελένια του μάτια. Είναι σαν να έχεις πατήσει τη σκανδάλη και η σφαίρα έφυγε.Το ‘ξέρα από την αρχή πως θα την πάταγα μαζί του, το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή πως τον ερωτεύτηκα.  Δύο πράγματα που τον χαρακτήριζαν σαν άνδρα. Ηταν η πρωτοβουλία του και οι επιθετικές διαθέσεις απέναντι μου. Του είχα κεντρίσει το ενδιαφέρον. Όσο και αν τον ταλαιπώρησα τον πρώτο καιρό πως δεν είμαι άμεσα διαθέσιμη, αφήνοντας υπονοούμενα πως είμαι σε μια άλλη σχέση, τόσο περισσότερο τσιγκλούσα τον εγωισμό του και πείσμωσε και τόσο περισσότερο καιγόταν να με κατακτήσει. Με συμβούλευε η σύζυγος ενός θείου μου αδελφού της μητέρας μου. Μου το έλεγε πως ο Νικηφόρος σαν ένας Κριός πρέπει να έχει απέναντί του την πρόκληση του ακατόρθωτου για να κινητοποιηθεί και να προσπαθήσει να ρίξει το οχυρό. Όπως λένε, κανείς δεν θα αγόραζε μια αγελάδα αν γνώριζε πώς μπορεί να βρει γάλα τσάμπα. Ο Νικηφόρος ήταν για μένα ο κατάλληλος άνθρωπος, που μου έμαθε τη σημασία της ομαλής σεξουαλικής ζωής και μου ξύπνησε τη λίμπιντο που τελούσε υπό χειμερία νάρκη μέσα μου... Αυτός έβαλε το δικό του λιθαράκι στη σεξουαλική μου διαπαιδαγώγηση. Αυτός μου μίλησε για αυτά που φανταζόμουν, για αυτά που θα ήθελα να δοκιμάσω και ήθελα να ζήσω χωρίς να αισθάνομαι φόβο, ντροπή και άγχος για τις  τις σκέψεις και τις επιθυμίες, μου. Μαζί του ένιωθα άνετα να ζητήσω αυτό που πραγματικά ήθελα στο σεξ.
Ήμουν ακόμη παρθένα πρωτάρα, ολίγον άσχετη και πολύ αγχωμένη. Είδα από κοντά για πρώτη φορά το πέος άνδρα και γενικά ήμουν λίγο αμήχανη. Εκείνος όμως, ήξερε τι έκανε και το έκανε τόσο υπέροχα! Ήταν κάτι απρόσμενο για εμένα, αλλά ήταν εκεί εκείνος που αγαπούσα για να το συζητήσουμε. Ξαδερφούλα αν εμπιστεύεσαι το πρόσωπο που έχεις δίπλα σου, σίγουρα θα το απολαύσεις, και η πρώτη μου φορά οφείλω να ομολογήσω ότι μου έχει μείνει χαραγμένη στο μυαλό μου και με εξιτάρει όταν την θυμάμαι.» Της είπε η Εριφύλη.
«Δηλαδή μου λες ότι ο Νικηφόρος ήταν ο πρώτος άνδρας, που ερωτεύτηκες και αυτός που σε ξεπαρθένιασε;»
«Ναι! Πριν γνωριστούμε με το Νικηφόρο ήμουν αρκετά άβγαλτη, σε ότι αφορά τις σχέσεις με τους άντρες, με πολύ λίγες και περιορισμένες εμπειρίες. Στην ουσία πηδήχτηκα πρώτη φορά μαζί του, εκτός από ορισμένα προκαταρκτικά ανώδυνα ερωτικά φιλιά που είχα με προηγούμενο αγόρι μου. Ήμουν συνεσταλμένη και συντηρητική στο σεξ και οτιδήποτε έκανα ήταν προσεγμένο και ελεγχόμενο. Ενώ, αντίθετα ο Νικηφόρος ήταν πολύ πιο εξελιγμένος στο σεξ και προσπαθούσε να μ΄ εντάξει σε αυτό το κλίμα, χωρίς μεγάλη επιτυχία, πρέπει να πω τον πρώτο καιρό. Από εκείνη τη στιγμή που εμφανίστηκε ο Νικηφόρος στη ζωή μου, ήταν πολύ δοτικός άνθρωπος που με έλκυε, με μαγνήτιζε και με τραβούσε. To σμίξιμο μαζί του δεν ήταν κάτι που με φόβιζε. Με διεκδίκησε με θράσος, κάτι που με έκανε να τον θέλω ακόμα περισσότερο. Σαν γνήσιο αρσενικό, έπαιζε μαζί μου με έναν άκρως προκλητικό τρόπο, όταν τάχα μου τυχαία περνούσε δίπλα μου κι έγερνε ελαφρώς το κεφάλι για να μυρίσει το άρωμά μου. Κι εγώ, του το ανταπέδιδα με το πιο πονηρό μου χαμόγελο καθώς με κοιτούσε και περίμενε μία μου κίνηση για να τρελαθεί αυτός μαζί μου. Ήταν θέμα χρόνου, το ξέραμε κι οι δυο.
Τον πρώτο καιρό οι καταστάσεις δε μας επέτρεπαν να ζήσουμε ελεύθερα αυτό που νιώθαμε εκείνες τις στιγμές, και αυτό έκανε την καύλα μου να απογειώνεται και να τρομάζω για το πόσο πολύ ήθελα να τον νιώσω να μου κάνει έρωτα, αδιαφορώντας για το οτιδήποτε άλλο. Το έβλεπα στα μάτια του, πόσο πολύ με ήθελε να του παραδοθώ στα ζωώδη ένστικτά του. Τρόμαζα, για πρώτη φορά στη ζωή μου τρόμαζα τόσο απ’ το πάθος, ακριβώς επειδή ήταν για κάποιον που μετά βίας γνώριζα.
Ήταν κάποιες στιγμές που έπιανα τον εαυτό μου να ονειρεύεται μια τέτοια σχέση. Να ονειρεύεται πώς θα ήταν κουρνιάζοντας στην αγκαλιά του ευτυχισμένη, κάνοντάς με να νιώθω υπέροχα, σαν αυτό να ήταν το μόνο που είχε σημασία για μένα. Να γεύομαι τα καυτά τα φιλιά του και αυτό ένιωθα ήταν κάτι που άξιζε να το διακινδυνεύσω. Ο Νικηφόρος ήξερε βεβαία για τους εφηβικούς μου έρωτες μα αυτός ήταν ο πρώτος που άγγιξε με το πούτσο του το μουνάκι μου. Ηταν ο πρώτος που έψαξε και ανακάλυψε τι γίνεται στο κορμί μου εξερευνητής με τα δάχτυλά του, με το βλέμμα του και με γλυκά, σαδιστικά βήματα που με οδηγούσαν σε κόλαση και παράδεισο την ίδια στιγμή. Κατάκτησε κάθε μου «ίνα» και ο πρώτος που ένοιωσε τα καυτά μου υγρά. Ο πρώτος που ζωντάνεψε την έτοιμη για παιγνίδια στενή μου τρυπούλα και την έκανε αυτό που έμελλε να γίνει. Ένα καυλιάρικο μουνί, πάντα καυτό, πάντα υγρό και φυσικά να είναι πάντα έτοιμο για δράση και πεινασμένο για ένα καλό γαμήσι, που θα προσφέρει στο γαμιά του την κορύφωση και να με τραβήξει κι εμένα μαζί του σε οργασμό ξανά και ξανά.
Βέβαια! Από τότε που  τον γνώρισα πολύ γρήγορα έπαψα να είμαι παρθένα. Ήταν ο πρώτος άντρας που με πήδηξε και λόγω της απεριόριστης πείρας του απεδείχθη καταπληκτικός δάσκαλος και εραστής. Άνδρας που με «κουμαντάρει», με περνάει από φουρτούνα και νηνεμία που μου κόβει την ανάσα και μου δίνει οξυγόνο. Με κάνει να φτάνω στην τρέλα και να βρίσκω λογική μόνο στην ηδονή που μου προσφέρει αυτός κι εγώ να εκλιπαρώ να μη σταματήσει. Μόνο παρακαλώ αυτός ο «τύραννος» να συνεχίσει να με βασανίζει. Μόνη μου λύτρωση η ένωσή σας. Ανέκαθεν αναρωτιόμουν τι τον τράβηξε σε μένα, διότι, περιέργως, από τη νύχτα που το κάναμε, δεν πήγε με άλλη. Θα μου πεις- και πολύ σωστά- ότι μόνο ο λόγος του δε φτάνει. Απλά, μου αφιέρωνε τόσο πολύ χρόνο, που ειλικρινά δεν βλέπω που θα χωρούσε μια άλλη. Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι είχε πηδήξει πολλά θηλυκά. Τέλος πάντων, δήλωνε περιχαρής ότι είχε βρει σε μένα τον πιο γαμάτο συνδυασμό χαρακτηριστικών. Έτσι ήταν η κατάσταση περίπου. Κάθε σχέση φέρει ποιότητες. Όταν ήρθαμε σε επαφή, αναπτύξαμε σιγά σιγά τον κώδικα επικοινωνίας με τον οποίο θέλαμε να ταξιδέψουμε ως ζευγάρι. Ο ένας σιγά σιγά ενσωματώθηκε μέσα στον άλλο και δημιουργήσαμε έτσι, μια μονάδα! Δεν υπάρχει πια εγώ στη σχέση μας αλλά εμείς. 
Το μυαλό της γύρισε δέκα χρόνια πίσω, σε εκείνο το όμορφο βράδυ του Μαΐου! Τότε είχα γνωρίσει τον άντρα που έμελλε να γίνει σύζυγός μου. Ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερος μου, αλλά ήταν τόσο γοητευτικός / Μου είχε κάνει από την αρχή καλή εντύπωση Και ναι! Μπορεί τον πρώτο καιρό να μην ανταποκρινόμουν, αλλά καταλάβαινα από τον τρόπο που με κοίταζε ότι του άρεσα, ότι με γούσταρε σαν θηλυκό και  ένιωθα πως ήταν ο πλέον κατάλληλος για να με μεταμορφώσει σε μια αισθησιακή κοπέλα, ποθητή για κάθε άντρα! Οπότε γρήγορα πήρε την κατάστασή στα χέρια του και ήμουν θετική όταν μου δήλωσε ότι αποφάσισε να με ζητήσει από τους γονείς μου και να επισημοποιήσουμε την σχέση μας. Η μητέρα μου κυριολεκτικά ξετρελάθηκε μαζί του! Την μάγεψε ο έμπειρος, ψηλός, καλοφτιαγμένος και ευγενικός ναυτικός.! Αν δεν μ' έδινε σ΄αυτόν τον ονειρεμένο άντρα, τον γυναικοκατακτητή, σε ποιόν θα μ' έδινε; Έμενα τελικά μου κούρσεψε την ψυχή, τα όνειρα, το κορμί, την ζωή μου ολάκερη! Όλες τις ανάσες μου, από την πρώτη μέχρι την τελευταία! Ναι, τον είχα ερωτευτεί από το πρώτο κιόλας βράδυ.
... Ήταν η μάνα του, που μου έκανε πρόταση να πάω μαζί τους διακοπές σ' ένα παραθαλάσσιο σπίτι που τους το παραχώρησαν συγγενείς, για μερικές ήμερες στη θάλασσα του Κορινθιακού κόλπου. Οι γονείς μου δίστασαν λιγάκι αλλά μετά από λίγη συζήτηση που κάναμε δέχτηκαν την πρόταση της μάνας του. Το σπίτι στο πάνω-σήκωμα είχε μια ανεξάρτητη μικρή γκαρσονιέρα όπου την κατέλαβε ο Νικηφόρος. Αργά περασμένη η ώρα είχαμε μείνει στο σαλόνι εγώ ο Νικηφόρος και η μητέρα του.
«Πήγαινε εσύ απάνω στο δωμάτιό μου αναπαύσου με την ησυχία σου και εγώ θα ανέβω σε λίγο.» Μου λέει ο Νικηφόρος.
Ασυναίσθητα κοίταξα τη μάνα του πριν απαντήσω.
«Τι με κοιτάς εμένα; Δεν είσαι μωράκι να θες την άδεια μου…», μου είπε η μάνα του.
Εκείνο το βράδυ είχε πανσέληνο. Ανέβηκα επάνω, τράβηξα τις κουρτίνες που κάλυπταν την μπαλκονόπορτα, την άνοιξα και βγήκα έξω στην τεράστια βεράντα. Μια βελούδινη ζέστη με τύλιξε. Στάθηκα ρεμβάζοντας τον νυχτερινό ουρανό, στα πόδια μου απλωνόταν ολόφωτη η πολιτεία της Κορίνθου αμφιθεατρικά απέναντί μας. Μυρωδιές και ήχοι όρμησαν πάνω μου. Από κάποιο διαμέρισμα ακουγόταν μουσική κιθάρας. Η θάλασσα εκτεινόταν σκοτεινή κι απέραντη πέρα από το σημείο όπου αγκάλιαζε την παραλία. Και αυτό που αισθανόμουν ήταν πως ήμασταν μόνοι μας και θα γίνει έκρηξη! Μια έκρηξη πάθους. «Πώς σου φαίνεται» με ρώτησε ο Νικηφόρος. Στάθηκε πίσω μου τυλίγοντας τα χέρια του γύρω μου και ακούμπησε το κεφάλι του στον ώμο μου. Το ρίγος έγινε πιο έντονο όταν ένιωσα το νευρώδες κορμί του στο δικό μου. Χωρίς να το καταλάβω, αμέσως μετά, δυο πολύ δυνατά, μυώδη και άγρια χείλια πέσαν πάνω στα δικά μου, το στόμα μου άνοιξε από απορία, το στόμα του άνοιξε από λαγνεία, τα δόντια του φάνηκαν, και σε κλάσματα του δευτερολέπτου, μου δάγκωσε όλα τα χείλια σαν να τα ρουφούσε μέσα στο στόμα του. Ταυτόχρονα, καθώς το κορμί του είχε πέσει πάνω στο δικό μου και το πίεζε, ένιωσα τα χέρια του να αγκαλιάζουν το σώμα μου από πίσω κι από τη μέση για να μη μ' αφήσει να πάω προς τα πίσω κι έτσι αποφύγω την πίεση του κορμιού του. 
«Λαχταρώ να με αγκαλιάσω, να με φιλήσεις. Είμαι πολύ ερωτευμένη μαζί σου». Ψιθύρισα.
Τον ερωτεύτηκα από εκείνο το μαγικό ηλιοβασίλεμα, που με κοίταξε μ’ εκείνο το χαριτωμένο βλέμμα του. Με χαϊδεύει απαλά και τρυφερά. Το λάγνο βλέμμα του σεργιανίζει στο κορμί μου. Παραδινόμαστε στο φλογερό ερωτικό πάθος, χωρίς προσχήματα. Η ανάσα του καυτή σαν λάβα… ένα ηφαίστειο ολόκληρος! Τα φιλιά του; Γλυκά σαν μέλι! Με κοιτάζει βαθιά και η μάτια του διαβάζει την καρδιά μου. Ο έρωτάς του τόσο λυτρωτικός… Ένα τελετουργικό απόλαυσης, και πάθους!
«Είσαι πολύ όμορφο και λαμπερό κορίτσι!» Το χέρι του πήγε πάλι στον κώλο μου, και τον χάιδεψε τρυφερά ενόσω μου έλεγε αυτά, χαμογελώντας. Φαίνεται με επιθυμούσε πολύ έντονα, με άρπαξε με τα χέρια του πάλι από τη μέση, και με παρέσυρε προς το μέρος του και κάθετα προς το δικό του κορμί. Μου κόλλησε το κορμί μου πάνω στο δικό του, και με φίλησε δυνατά στο στόμα, σφίγγοντας με μέσα στα τρομερά μπράτσα του όπου έβραζε το αίμα και ο πόθος. Ένιωθα την σηκωμένη ψωλή του ντούρα να μου πιέζει τα πλευρά στα αριστερά μου. Κόντευα να λιγοθυμήσω από την καύλα, το ρίγος και την έλξη προς εκείνον, καταλάβαινα ήδη ότι ζούσα κάτι το πολύ διαφορετικό από όλες τις προηγούμενες ανώδυνες ερωτικές εμπειρίες μου που δεν είχαν τίποτα από την ένταση και το πάθος αυτής εδώ. Και, εννοείται, δεν είχα ποτέ μου γνωρίσει ένα τόσο δυνατό άντρα που μου είχε ήδη πάρει τον αέρα  Το φιλί του είχε τα πάντα: την έλξη του ενός προς τον άλλον, τον ακατανίκητο πόθο, τη διάλυση κάθε άμυνάς μου. Οι κινήσεις του ήταν γεμάτες σιγουριά, η γλώσσα του ξεσήκωνε τις αισθήσεις μου. Τα δόντια του χάιδευαν τα χείλη μου σαν γλώσσες φωτιάς.  Χωρίς δισταγμό ανταποκρίθηκα με την ίδια ζέση, κίνηση στην κίνηση, φλόγα στη φλόγα. Ο Νικηφόρος τραβήχτηκε πίσω αργά. Το μελί των ματιών του είχε σκουρύνει, σαν φθινοπωρινά φύλλα στο φως του ήλιου που βασιλεύει. «Θα συμφωνούσα με οτιδήποτε προκειμένου να σε έχω στο κρεβάτι μου», μου είπε κομπιάζοντας και η βαθιά του ανάσα χάιδεψε τα μάγουλά μου. Εγώ σήκωσα το χέρι μου και χάιδεψα με το δάχτυλό μου τα αισθησιακά του χείλη και με μια μικρή γεύση ικανοποίησης ένιωσα το πιγούνι του να σφίγγεται. Έσκυψε και με φίλησε στο στόμα, ανοίγοντας τα χείλη μου με τη γλώσσα του. Γουργούρισα από ηδονή, κόλλησα πάνω του και, με τόλμη, αφέθηκα στο καινούριο, στο άγνωστο. Καθώς έβαζα τα χέρια μου μέσα απ’ το μπλουζάκι του και αγκάλιασα το σφιχτό και δυνατό κορμί του, ο Νικηφόρος με τράβηξε πιο κοντά. Τα στήθη μου πιέστηκαν στο στέρνο του. Ο ερεθισμός του ήταν τόσο έντονος που συνειδητοποίησα ότι ήμουν έτοιμη να του προσφέρω όλη τη φλογερή δίψα για ζωή από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου. Η γλώσσα του ήταν καυτή, το σώμα του στιβαρό και αρρενωπό. Χαμένη σε μια θύελλα αισθήσεων, βύθισα τα δάχτυλά μου στα μαλλιά του και του τράβηξα το κεφάλι προς τα κάτω. Τα γόνατά μου λύγιζαν καθώς το ένα κύμα ηδονής διαδεχόταν μέσα μου το άλλο, κάνοντάς με να λιώνω. 
«Είσαι ο ένας μου, ο μοναδικός μου, ο άντρας μου, το άλλο μου μισό! Νιώθω τη ζωή μου όμορφη δίπλα σου!»  Με γύρισε και μ' έσπρωξε λίγο πιο πίσω προς τον τοίχο για να 'χει αντίσταση. Το γυμνασμένο του κορμί είχε αγριέψει ολόκληρο, καθώς τυλιγόταν πάνω μου από παντού, και ενόσω τον χάιδευα, αισθανόμουν τα ποντίκια του να σαλεύουν από δω κι από κει. Το κορμί του είχε πέσει πάνω μου και σφιγγόταν για να με υποτάξει, ενώ από παντού οι προεξοχές του κορμιού του θέλανε να με παραβιάσουν. Του είχα τελείως παραδοθεί, ενόσω χάιδευα τους ώμους του, τις πλάτες του, τα μπράτσα του, το σβέρκο και το κεφάλι του και τον φιλούσα ανάλογα με το αν οι κινήσεις του μου άφηναν περιθώρια να κινηθώ, και μέχρις εκεί που μου επέτρεπε η σφιχτή αγκαλιά του.  Όλη η προηγούμενη ερωτική μου ζωή είχε σβηστεί μέσα σε πέντε λεπτά φιλιών που είχαμε ανταλλάξει όρθιοι με τον φλογερό, παθιασμένο Νικηφόρο. Τα δάχτυλα και τα χέρια του, μου χαρίζουν λυτρωτικά χάδια και χαλάρωναν κάθε μου αντίσταση, κάθε μου ενδοιασμό. Το μασάζ σε κάθε σημείο του σώματός μου με είχε κάνει να παραδοθώ άνευ όρων και να ξεχάσω κάθε «πρέπει», «μη» και «δεν».
Μαζί του δεν υπήρχαν «απαγορεύεται» κι «επιτρέπεται». Είχε χαθεί κάθε μου επαφή στο παρελθόν και τα παλιά έγιναν σκόνη που τη φυσάει, κάθε φορά που αφήνει μικρές αναπνοές πάνω στο κορμί μου.
Σύντομα καταλάβαμε ότι τα ρούχα μας ήταν εντελώς περιττά και ότι θα τη βρίσκαμε καλύτερα στο κρεβάτι παρά όρθιοι. Έσκυψε και σφράγισε τα χείλη μου μ’ ένα φιλί, φλογερό αλλά και σύντομο. «Πάμε μέσα;» με ρώτησε με μια ηρεμία που όμως διέψευδαν οι σπίθες του πόθου στα μάτια του.
«Μα θα χάσουμε αυτήν την υπέροχη θέα του έναστρου ουρανού που έχει πολύ ενδιαφέρον» του είπα σεμνότυφα, πειράζοντας τον. 
«Δεν είναι ούτε στο μισό τόσο ενδιαφέρον όσο αυτό που πρόκειται να σου συμβεί.» και με έσφιξε στην αγκαλιά του με μια δύναμη που μου έκοψε την ανάσα. 
Ήταν πια πολύ αργά για να του αντισταθώ το μυαλό του αδυνατούσε να συλλάβει ό,τι συνέβαινε. Δεν περίμενα τόσο έντονη να είναι η χημεία μας. Η αναπνοή του ακουγόταν βαριά καθώς με αγκάλιαζε με δύναμη. Παρέμενα παγωμένη, σιωπηλή, και παραδίνομαι βορά στα χέρια του. Κάθε άγγιγμα του με κάνει να νιώθω ξεχωριστή. Τα μάτια μου έκλεισαν. «Σε ήθελα από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα». μου λέει. Το στόμα του χάιδεψε τώρα το δικό μου γλυκά, απλά, σαν απαλή ανοιξιάτικη βροχή. Τα χέρια του κατέβασαν αργά τα ρούχα μου, και τα χείλη του βιάστηκαν να χαράξουν ένα πύρινο μονοπάτι. «Η επιδερμίδα σου μοιάζει με χρυσάφι», μου ψιθύρισε και έσυρε το δάχτυλό του στα στήθη μου. Ο τόνος του άλλαξε. όταν με κοίταξε στα μάτια μέχρι που η φλόγα φούντωσε μέσα μου. «Θέλω να κάνω έρωτα με ολόκληρο το είναι σου». Δεν αντιστάθηκα. Ποτέ δεν με είχε αγγίξει κάποιος με τέτοιο δέος, ποτέ δεν με είχε κοιτάξει κάποιος με τέτοια ανάγκη. Και όταν με έσπρωξε πίσω, με ξάπλωσε γυμνή στο κρεβάτι και περίμενε. 
«Πανέμορφη», μουρμούρισε ο Νικηφόρος. «Το κορμί σου θυμίζει ένα συνδυασμό μέλι με γάλα.» 
Και τα μάτια μου ήταν σκοτεινά -σκοτεινά και ανοιχτά και αβέβαια. 
«Θέλω να με εμπιστευτείς». Άρχισε την αργή εξερεύνηση του από τους αστραγάλους μου. «Θέλω να σε κοιτάζω και να ξέρω ότι δε με φοβάσαι». 
«Δε σε φοβάμαι». Νιώθω ότι ο χρόνος είναι ακινητοποιημένος και αόρατες ψυχικές διεργασίες αντιμάχονται μέσα μου και συμβιβάζονται ο πόθος με την αγνότητα.
«Να το ξέρεις μωρό μου, εγώ θα είμαι δίπλα σου για τα πάντα.Δεν υπάρχει περίπτωση να μην σε ακούσω, να μην ενδιαφερθώ για σένα. Πάντα θα υπάρχει μια ζεστή αγκαλίτσα για σένα που θα ηρεμεί το γλυκό προσωπάκι σου. Τίποτα δεν μπορεί να σε πειράξει όσο έχεις εμένα δίπλα σου. Η ευτυχία σου είναι ο παράδεισος μου…» Η γλώσσα του ταξίδεψε στην επιδερμίδα μου, έπαιξε στην κλείδωση πίσω από το γόνατό μου, προκαλώντας μου κάτι σαν ηλεκτρική εκκένωση.
«Νικηφόρε», ψέλλισα ξέπνοη. Η ανάσα μου γινόταν όλο και πιο βαριά. Δεν είχα πλέον τον έλεγχο. Δεν μπορούσα να το περιγράψω άλλο. 'Ηταν ώρες τρέλας. Δεν μου έχει συμβεί ποτέ ξανά αυτό και συνειδητοποίησα πως πόσο πολύ τον ήθελα και δεν θα ξανακοιτούσα κανένα άλλο αρσενικό. Τον είχα αφήσει να μου τον πάρει τον έλεγχο και έκανε το κεφάλι μου να γυρίζει. Με τρόμαζε ναι ταυτόχρονα με άναβε.
«Χαλάρωσε», με προέτρεψε εκείνος και έσυρε ανάλαφρα το χέρι του στο μηρό μου. 
«Είμαι εδώ και σε νοιάζομαι. Ξάπλωσε πίσω, και άφησε με να σου δείξω πόσο πολλά μπορείς να ζήσεις». Εγώ υπάκουσα, απλά και μόνο επειδή δεν είχα τη δύναμη να αντισταθώ, ενώ αυτός συνέχιζε να μου ψιθυρίζει, να με χαϊδεύει, να με γεύεται. Εγώ είχα αποχαυνωθεί τόσο που δεν μπορούσα να του προσφέρω και εγώ κάτι σε αντάλλαγμα. Αλλά ο Νικηφόρος αυτό ήθελε ακριβώς. Ήθελε να με κάνει δική του σαν να μην με είχε αγγίξει ποτέ κανείς. Αργά, μεθοδικά, με πολλή υπομονή, με αποπλανούσε, χαρίζοντας μου μια απίστευτη ηδονή. Η σάρκα μου λες και τραγουδούσε όσο τα χείλη του χάιδευαν το κορμί μου. Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι ο έρωτας θα μπορούσε να είναι έτσι -τόσο μεθυστικός, τόσο σκοτεινός. Οι συγκινήσεις με κατέκλυζαν συγκεχυμένες, αόριστες, η μία διαδεχόταν την άλλη σαν σε όνειρο. Πόσο θα μπορούσε να κρατήσει αυτό; Δε σκεφτόταν τίποτε άλλο πέρα από την επιθυμία του να με ευχαριστήσει. Η γλώσσα του βυθίστηκε στο καυτό κέντρο της ύπαρξής μου και ένιωσα να κάνει τόξο το κορμί μου όταν τα χέρια του γράπωσαν τα δικά μου.  Ήταν η ώρα που ο Έρωτας μας έστησε χορό και η νύχτα μα βρήκε στις πιο καλές της και στις πιο γλυκιές μας ώρες.
Σταμάτησα να αρμενίζω και άρχισα να καίγομαι. Ο Νικηφόρος συνέχισε το ρυθμικό παιχνίδισμα της γλώσσας του, υπομονετικά, αλλά και αδυσώπητα, μέχρι που ένιωσε τον εκρηκτικό οργασμό μου. Δεν είχα ιδέα ότι το πάθος μπορεί να σε ταξιδέψει τόσο, ότι το κορμί είναι δυνατόν να αντέξει τέτοια θύελλα συναισθημάτων. Οι τραχιές παλάμες του μου αποκάλυπταν μυστικά που δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να φανταστώ. Τα χείλη του, μου αποκάλυπταν μυστήρια, μου ψέλλιζαν απαντήσεις. Τα χάδια του ήταν άλλοτε τρυφερά, άλλοτε άγρια και είχα αφεθεί έρμαιο στα χέρια του, να του επιτρέψω τα πάντα, ελπίζοντας ότι εκείνος θα μου χάριζε και άλλες συγκινήσεις.
Τώρα ήταν καιρός να βουτήξω στα βαθιά. Πρόθυμη και ανυπόμονη, αφέθηκα στα χέρια του. Ο Νικηφόρος ένιωσε την εμπιστοσύνη μου και αυτό τον συγκίνησε βαθιά. Ήταν ένα συναίσθημα δυνατό, σύνθετο, μοιραίο, που μας συγκλόνισε. Ένιωσα πως αυτός ο άνδρας μου ανήκε ολοκληρωτικά, όπως ήθελε να του ανήκω και εγώ.
«Μωρό μου το καλύτερο εργοστάσιο η φύση το έχει φτιάξει στη σπηλιά της γυναίκας. Μέχρι λεπτομέρειας. Δεν χρειάζεται παρά μια απλή πίεση, την καυτή στιγμή της επαφής και το πέος, σκέτο μαγιόξυλο θα γλιστρήσει μέσα σου. Κανένας πόνος! Εννοώ ότι θα είναι ελάχιστος ο πόνος και όχι δυνατός και επώδυνος, κι εάν αυτός τελικά προκύψει! Να ξέρεις υπάρχουν γυναίκες που ούτε καν κατάλαβαν τη «διάρρηξη». Με καθησυχάζει με τρυφερότητα.
Οι συγκινήσεις που με κατέκλυζαν συγκεχυμένες, αόριστες, η μία διαδεχόταν την άλλη σαν σε όνειρο. Πόσο θα μπορούσε να κρατήσει αυτό; 
Με κατέκτησε αργά-αργά, προσφέροντάς μου μια απύθμενη ηδονή. Όταν εκείνος με τράβηξε πάνω του, το κορμί μου σηκώθηκε σαν κύμα να σμίξει με το δικό του. Τα χείλη μου αιχμαλώτισαν τα χείλη του, τα μαλλιά μου έπεσαν σαν βροχή πίσω στην πλάτη μου, ενώ ένιωθα την καρδιά του να βροντοχτυπά πάνω στο στήθος μου. Ενωμένοι πάντα, ο ρυθμός μας επιταχύνθηκε. Η απόγνωση μεγάλωσε. Ήμασταν δηλαδή μια στιγμή πριν γίνουμε ένα, πριν με κάνει να νιώσω εντελώς τον ανδρισμό του, να ισοπεδώνει το κορμί μου, και πριν η ψωλή του μπει στη θέση που διακαώς επιθυμούσε, δηλαδή όσο πιο βαθιά μέσα μου. Αλλά αυτή η στιγμή κράτησε ένα αιώνα γιατί η πείρα του Νικηφόρου γνώριζε ότι δεν είναι το ξαφνικό που φέρνει τη μεγάλη αλλαγή αλλά το διαρκές. Και για να με ξεπαρθενιάσει και να με κάνει αμετάκλητα δική του, διαθέταμε πολλές ώρες και βεβαίως ολόκληρη τη νύχτα. Όπως ήμασταν έτσι αγκαλιασμένοι, δεμένοι και σχεδόν ενωμένοι αντρόγυνο πλέον, ο Νικηφόρος μου είπε:  «Δε θέλω να νομίσεις ότι σε είδα σα τρύπα για να χύσω και να σε παρατήσω. Θέλω να δεθούμε για πάντα, για όλη μας τη ζωή, και θέλω να μου παραδοθείς για να σε κάνω να νοιώσει το ίδιο σου το σώμα, να μου λέει τώρα σε θέλω, και να μου φωνάζει ότι με γουστάρει γι' άντρα της ζωής σου. «Το ξέρω.  Δίπλα σου όταν είμαι, όταν σε ακουμπώ, νοιώθω ότι δεν μπορώ να σου πω όχι σε τίποτα!» του λέω. Τον άκουσα να προφέρει το όνομά μου και ύστερα οι πόρτες του φράγματος έσπασαν και με παρέσυραν τα ορμητικά νερά.
Ένιωθα τώρα μια ζέστη και ένα μούδιασμα να πλημμυρίζει τη λεκάνη μου, η τρυπούλα του κώλου παλλόταν καθώς κινιόταν και τα υγρά μου άρχισαν να πλημμυρίζουν τον κόλπο μου. Ένιωθα να φουντώνω ολόκληρη, ν’ ανατριχιάζω όχι από φόβο και πόνο αυτή τη φορά, αλλά από καύλα. Είχα γείρει το κεφάλι μου προς τα πίσω έχοντας μισόκλειστα τα μάτια μου, το στόμα μου μισάνοιχτο και την γλώσσα μου την περνούσα πάνω απ’ τα χείλη μου ενώ βογκούσα σιγανά από ηδονή! Φτιάξαμε μια τέλεια χημική ένωση στην οποία εκείνος ήταν το όξινο και εγώ το αλκαλικό στοιχείο. Ήταν η απόλυτη έλξη.  Ανάμεσα στους αναστεναγμούς, τις ανατριχίλες, τους συριγμούς, και τα φιλιά μας ακούγονταν που και που κάποια περιγραφικά λόγια του πως φλεγόταν από την καύλα να κουρσέψει το κορμί μου και πόσο εγώ ήμουν πρόθυμη να του τα δώσω όλα. 
Την επόμενη ώρα φυλακισμένη στην αγκαλιά του, ένιωθα βυθισμένη στην απόλυτη ηδονή των δύο απανωτών οργασμών που μου χάρισε. Αίσθηση πρωτόγνωρη και μοναδική για εμένα, που δεν ήξερα καν μέχρι τότε ότι υπήρχε τόσο έντονος οργασμός. Με πήρε αγκαλιά και με κράταγε σφιχτά. «Καληνύχτα, μέλλουσα γυναίκα μου» μου ψιθύρισε και φιληθήκαμε παθιασμένα. 'Ήμουν ακόμη καυλωμένη. Έβαλα το χέρι μου στο καυλί του και αμέσως το ένιωσα να σηκώνεται. Χωρίς να πω κουβέντα, τον καβάλησα και, στηρίζοντας τα χέρια μου στο στήθος του, έγειρα το κορμί μου πίσω και τον πήρα και πάλι μέσα μου αχόρταγα. Εκείνος έπλεξε τα χέρια πίσω από το κεφάλι του και έμεινε να με κοιτάζει πεινασμένα, αλλά χωρίς να βγάζει κουβέντα. 'Έφτασα σε οργασμό πάλι. Και τον άφησα να χύσει μέσα μου. 'Έπειτα κύλησα στη δική μου πλευρά του κρεβατιού. «Έτσι θα λέμε καληνύχτα από εδώ και πέρα» του δήλωσα. 
Αυτή ήταν η πρώτη μας βραδιά, που στο ξεκίνημα της πάντα τη θυμάμαι πως εγώ, ήμουν αρχικά κάπου μεταξύ του να ανοίξει η γη να με καταπιεί και στη συνέχεια να χάνομαι κάπου μεταξύ του εβδόμου ουρανού. Ξημερώνοντας προσπάθησα να τα βάλω σε μία σειρά, τα γεγονότα της χθεσινής βραδιάς, αδύνατον. «Η μνήμη δεν είναι μια καλά τακτοποιημένη ντουλάπα», θυμήθηκα τα λόγια που μου έλεγε η μητέρα μου. Εντόπισα στο σώμα μου κάποια σημάδια, ντοκουμέντα του έρωτα, μιας πάλης άγριας, μεθυστικής. «Η αγάπη είναι πόλεμος», τραγουδούν οι ποιητές σκέφτηκα. 
«Καλημέρα αγάπη μου.» Ήταν οι πρώτες λέξεις που άκουσα. Ανοίγοντας τα βλέφαρα θαμπώθηκα στο πρωινό φως, έκλεισα τα μάτια τα έτριψα και τα ξανάνοιξα να δω τον κόσμο έγχρωμο. Το χάδι του στο μάγουλο μου και το πρωινό χαμόγελο του που αντίκρισα ήταν ό,τι ομορφότερο μου είχε συμβεί ποτέ. Καθόταν απαλά στο πλάι του κρεβατιού και με κοίταζε με λαχτάρα. Με τράβηξε πάνω του να αισθανθώ τη δροσιά του κορμιού του και ζαλίστηκα από ευτυχία. Χάιδεψε απαλά τα πλούσια μαλλιά μου και έστρωσε με σάλιο τη λεπτή γραμμή των φρυδιών μου. Με φίλησε βαθιά στο στόμα κι έπειτα με κοίταξε ίσια στα μάτια. «Είσαι ότι πιο όμορφο μου έχει συμβεί.» μου ψιθύρισε σιγανά. 
«Το ίδιο ακριβώς μπορώ να πω κι εγώ για σένα,» του ψέλλισα φιλώντας του παιγνιδιάρικα τη μύτη. 
«Ποιος νά 'ναι άραγε ο μυστηριώδης Αι-Βασίλης που φέρνει τέτοια δώρα, να τον ευχαριστήσουμε;»
«Σ' αγαπώ,», του ψιθύρισα με σπασμένη φωνή, ενώ ριγούσα στα χάδια του.
«Θέλω να σε παντρευτώ», μου αντέτεινε εντελώς αυθόρμητα εκείνος και ξεσπάσαμε σε μια αγκαλιά γεμάτη λαχτάρα και τα χείλη μου αναζήτησαν διψασμένα τα δικά του. 
Από εκείνο το βράδυ έγινα η γυναίκα του Νικηφόρου μου και οι πρώτες μέρες πέρασαν όπως ακριβώς θέλαμε, πολλά μπάνια, διασκέδαση και πολύ σεξ. Όσο το κάναμε, τόσο πιο πολύ μας άρεσε και επιθυμούσαμε ξανά, να το επαναλάβουμε! Ήταν μια ευχάριστη εμπειρία που τέτοιες στιγμές, εμπλούτιζαν την καλοκαιρινή καθημερινότητα μας και μου έμειναν αξέχαστες. Ήταν φυσικό οι δικοί μου να το καταλάβουν ότι μαζί του έχασα την παρθενιά μου αλλά δεν μου είπαν ούτε μια λέξη. 
......Η Εριφύλη κάθεται σε ιδανική θέση που της προσφέρει το πλεονέκτημα να έχει πολύ καλή οπτική επαφή με το περιβάλλον της ταβέρνας και τους θαμώνες της. Ταυτόχρονα έχει ανεμπόδιστη θέα στην είσοδο της ταβέρνας, που της δίνει τη δυνατότητα να «βλέπει» τα πάντα, έχοντας τον έλεγχο της να εντοπίζει και τους νεοφερμένους θαμώνες που καταφθάνουν. Σε κάποια στιγμή, σκουντάει την Άλκηστις στον ώμο και της λέει συνωμοτικά να γυρίσει να προσέξει και να δει τους νεοφερμένους πελάτες.
«Ρε Άλκηστις αυτή η κυρία που ήρθε τώρα στο μαγαζί με την παρέα της, δεν είναι η Φαίδρα που έχει το εξοχικό σπίτι εκεί στη μεγάλη στροφή του δρόμου;»
«Ναι ρε ξαδέρφη αυτή είναι! Μη μου πεις πως δεν την γνώρισες! Πως και ήρθε τόσο αργά στην ταβέρνα; Αν δεν κάνω λάθος βλέπω πως συνοδεύεται! Είναι με παρέα!».
«Έμαθες έχει ξεμπαρκάρει ο άνδρας της; Έχω ακούσει ότι ταξιδεύει αυτό τον καιρό.»
«Όχι δεν έχει ξεμπαρκάρει ταξιδεύει ακόμη! Απ' ότι γνωρίζω από την κόρη τους τη Δανάη έχουν ανοικτά γραμμάτια και υποχρεώσεις για να τελειώσουν μια οικοδομή που κτίζουν για την κόρη τους και ταξιδεύει πολύ καιρό τώρα, άλλα η λεγάμενη έμαθα ότι φιλοξενεί το Σαββατοκύριακο στο εξοχικό τους σπίτι ένα καθηγητή που τον γνώριζε απ' την εποχή που πήγαινε η κόρη της στο γυμνάσιο και ο τύπος είναι περαστικός από τα μέρη μας ετούτες τις ήμερες πηγαίνοντας για Θεσσαλονίκη.»
«Ε και που βρίσκεις κάτι κακό και μου το επισημαίνεις έτσι πονηρά; Αν δεν με γελούν τα μάτια μου ναι συνοδεύεται. Είναι και ένα ζευγάρι μαζί της.»
«Όχι, δεν σε γελούν τα μάτια σου, καλά βλέπεις! Είναι ο «γλίτσας» και μια κοινή τους φίλη, περαστική και αυτή. Η φίλη πρέπει να προσετέθη εκ των υστέρων στην παρέα τους και υποψιάζομαι πως την χρησιμοποιούν για «ξεκάρφωμα».
«Ώστε έτσι! Για ξεκάρφωμα ε;. Ρε το Ζουζούνι. Και πού τα ξέρεις εσύ κοπέλα μου όλα αυτά;»
«Αγάπη μου δεν το ξέρεις ότι όλα μαθαίνονται και τίποτα δε μένει κρυφό και ότι η αλήθεια, όσο καλά κι αν αποκρύπτεται, τελικά πάντα αποκαλύπτεται . Και τον λεγάμενο τον έχει γνωρίσει και ο Νικηφόρος.»
«Ο Νικηφόρος; Πού, πώς, πότε;.»
«Να προχθές που ήμασταν στη παράλια, εκεί στη ζεστή αμμουδιά όλοι μια μεγάλη παρέα από τα γειτονικά σπίτια ήταν και αυτός εκεί και μας τον σύστησε η Φαίδρα. Δεν έχασε χρόνο ο «γλίτσας» με την πρώτη ευκαιρία μου την έπεσε φανερά, χωρίς καμία προσπάθεια απόκρυψης με μια συμπεριφορά  εξαιρετικά προκλητική, χωρίς ίχνος ντροπής, αγγίζοντας τα όρια του χυδαίου.»
«Και τι έγινε έσπασε τα μούτρα του; Διαψεύστηκαν οι προσδοκίες του και υπέστη πλήγμα το κύρος του;»
«Το πήρε είδηση ο Νικηφόρος και μου λέει κοφτά και χωρίς περιστροφές. Μπορείς σε παρακαλώ να μου πεις τι στο διάολο συμβαίνει με τον «λιμοκοντόρο;» Εγώ χωρίς πολλά λόγια, ήρεμη και ψύχραιμη του εξήγησα τι είχε συμβεί.»
«Εντάξει, αλλά ο τύπος το παρακάνει απροκάλυπτα, εντελώς ξεδιάντροπα, χωρίς προσχήματα, έχει πολύ θράσος και υπερβαίνει τα όρια.» πρόσθεσε ο Νικηφόρος αυστηρά και συνέχισε χωρίς να υψώσει τον τόνο της φωνής του, αλλά εμφατικά, με ιδιαίτερη ένταση, θέλοντας να δείξει ότι δεν σήκωνε αντίρρηση.. «Πες σ’ αυτόν το «λιμοκοντόρο» ότι εάν σε ενοχλήσει ξανά θα του τρίψω την μούρη στο βράχο και αυτός ο βράχος που τον κτυπάει το κύμα, η επιφάνεια του είναι σκέτη ξυράφια.» Η απειλή του χωρίς να απαιτεί ιδιαίτερη ερμηνεία στον τόνο της φωνής του ήταν έκδηλη και απόλυτα εμφανής, ξεκάθαρη και κατηγορηματική, δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας.
«Κέρβερος σωστός ο Νικηφόρος! Άγρυπνος αλλά και αυστηρός φρουρός σου, δηλαδή!» Τη ρωτάει η Εριφύλη και για να την πικάρει της λέει. «Η σου στάθηκε σαν κέρβερος με στενή, αυστηρή επιτήρηση και περιοριστικό έλεγχο από πάνω σου, θεματοφύλακας της οικογενειακής μας τιμής, και δεν άφησε περιθώρια να φλερτάρεις με τον «λιμοκοντόρο»;.»
«Ρε ξαδέλφη θα στη πω την αμαρτία που με βαραίνει.»
«Μοίρα σου τρελή για πες μου, τι σου έκαναν, να ξέρω, ποια αμαρτία σε βαραίνει και υποφέρεις;».
«Εγώ σου λέω τον πόνο μου να βρω παρηγοριά και εσύ με δουλεύεις.»
«Να ομολογήσεις βρε Ζουζούνι! Τα κρίματά σου όλα... αλλά παπά που θα βρούμε τέτοια ώρα;!»
«Καλά, περίμενε να πάμε μαζί να ξομολογηθούμε στον παπά να δούμε ποια από τους δυο θα κάνει περισσότερες μετάνοιες! χαχα! Λοιπόν τι έλεγα; Ααα ναι; Τον Νικηφόρο τον κοιτούσα απευθείας στα μελιά του μάτια, τι όμορφος άνδρας, ακόμα και θυμωμένος ήταν αρρενωπός και ήθελα απλά να φιλήσω τα χείλη του. Να τον έβλεπες εκείνη την ώρα, σαν άγρια φουρτουνιασμένη θάλασσα ήταν. Δεν το πίστευα ότι θα δω το Νικηφόρο να γίνει τόσο  αγριεμένος.»
«Ναι η αλήθεια είναι πως σπάνια θυμώνει αλλά αν του πειράξεις αγαπημένο πρόσωπο, καλύτερα να 'σαι σε απόσταση ασφαλείας. Στην εφηβεία του υπήρξε ερασιτέχνης αθλητής του μποξ και πολύ ταλαντούχος μάλιστα από ότι μου έλεγε η μητέρα του που αντιδρούσε έντονα με αυτό το ενδιαφέρον του.»
«Σοβαρά; Γιατί εγώ έχω την εντύπωσή ότι δεν τα συμπαθεί ιδιαίτερα αυτά τα πολεμικά αθλήματα.»
«Έχεις δίκιο! Απ' ότι μου έχει εκμυστηρευτεί την εποχή που ήταν ακόμη νεαρός μαθητής στο γυμνάσιο γνώρισε έναν γαιοκτήμονα εργοδότη της μητέρας του. Έναν «καλλιεργημένο άνδρα» που, πέρα από την κυριολεκτική έννοια της γεωργικής καλλιέργειας, είχε μόρφωση, καλαισθησία, καλούς τρόπους και υψηλό πολιτισμικό επίπεδο, δηλαδή ήταν ευφυής, μορφωμένος, και με  καλούς τρόπους! Όταν τον γνώρισε ο Νικηφόρος συμπάθησε ο ένας τον άλλο και ήταν αυτός ο ευαίσθητος εργοδότης που τον συμβούλευε να εκτιμά την τέχνη, τη μουσική, τη λογοτεχνία, την ομορφιά γενικότερα και τον μύησε και στα μυστικά του σκακιού και στο γαλλικό μπιλιάρδο. Έκτοτε με τη προτροπή του ο Νικηφόρος έπαψε να ασχολείται με το μποξ. Μάλιστα τόσο πολύ τον επηρέασε ο εργοδότης που το μποξ άρχισε να το θεωρεί βάρβαρο άθλημα.»
«Αμ έτσι έτσι εξηγούνται όλα! Γιατί αν και είναι ένα άτομο που έχει καλή φυσική κατάσταση, είναι δυνατός και σε φόρμα, συχνά λόγω τακτικής άσκησης και προπόνησης ο Νικηφόρος, δεν παύει να δείχνει έντονη ενασχόληση και πάθος, με τα βιβλία και την κηπουρική, από όσο τον γνωρίζω. Αλλά βρε ξαδέρφη δεν το βρίσκεις λίγο περίεργο να του αλλάξει του μικρού τότε Νικηφόρου τα προσωπικά του ενδιαφέροντα ο πρώην εργοδότης της μητέρας του. Μάλιστα μπιλιάρδο και σκάκι. Γι' αυτό η βιβλιοθήκη του έχει τόσα βιβλία σκακιού.»
«Και εσύ κορίτσι μου που το βρίσκεις το περίεργο και παραξενεύτηκες και σε κάνει να αναρωτιέσαι!;»
«Το περίεργο ξαδέλφη είναι οτιδήποτε ξεφεύγει από το συνηθισμένο που μας κάνει να αναρωτιόμαστε!. Αναρωτιέμαι λοιπόν αν υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος που ο εργοδότης ασχολήθηκε τόσο ζεστά με το νεαρό. Υποψιάζομαι πως για να είχε τόση μεγάλη οικειότητα με το μικρο Νικηφόρο ώστε να του αλλάξει τελείως προσανατολισμούς στα ενδιαφέροντα του δέχομαι ως πιθανό χωρίς επαρκείς αποδείξεις να του το ζήτησε η μητέρα του Νικηφόρου. Να ζήτησε την βοήθεια από τον εργοδότη της στη διαπαιδαγώγηση του γιου της.»
«Ε και; Που είναι το περίεργο το ασυνήθιστο και παράδοξο, που δεν είναι κάτι το φυσιολογικό, και αναμενόμενο και σου προκαλεί απορία και έκπληξη; Μήπως γίνεσαι ιδιαίτερα περίεργη, για να μην πω πως έχεις έλλειψη διακριτικότητας με την ενασχόληση σε προσωπικές υποθέσεις των άλλων;..»
«Είμαι λίγο περίεργος άνθρωπος!»
«Λίγο; Μήπως πολύ;»
«Ξαδέλφη! Ακόμη και ο Αϊνστάιν, αποδίδει την επιτυχία του στην «παθιασμένη περιέργεια». Έλα, πες μου, τι έχεις μάθει και δεν θα το πω πουθενά!.»
«Εσύ; Ξαδερφούλα, σε ξέρω χρόνια!..»
«Ορκίζομαι! Μα τω Θεώ! Στο γάμο σου, στον Νικηφόρο σου.»
«Τίποτα πιο σημαντικό;  Κορίτσι μου με μπερδεύεις, Τι είναι αυτό που θέλεις να μάθεις;.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε πονηρά και ρώτησε με δήθεν αθώο ύφος:
«Αγαπητή μου ξαδερφούλα. Υποθέτω ότι το έμαθες πως αυτός ο εργοδότης ήταν ένας ωραίος άνδρας που ο Θεός τον είχε προικίσει με φως και με μια μεγάλη καρδιά που χωρούσε κάθε πρόβλημα, για κάθε ανάγκη και η αγκαλιά του ήταν πάντα ανοιχτή για τη μητέρα του Νικηφόρου γι αυτό δεν αρνήθηκε να προσφερθεί εθελοντικά να συνδράμει ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα της για βοήθεια! Η μητέρα του Νικηφόρου απ’ όσο γνωρίζω στα νιάτα της ήταν γυναικάρα, πρέπει να έτριζαν τα πεζοδρομία όταν στολιζόταν. Εσύ δεν μου έχεις πει ότι συνήθως έρχονται στη ζωή και αυτές οι στιγμές που οι βοήθειες ανταποδίδονται. Λογικό δεν είναι η μητέρα του να ένιωσε την ανάγκη να του ανταποδώσει την βοήθεια και την στήριξη με την οποία τους περιέβαλε ο εργοδότης της.»
«Όπα! Να που η μικρή μου ξαδερφούλα φτιάχνει σενάρια το μυαλουδάκι της το πρόστυχο. Μην σ’ ακούσει ο Νικηφόρος να κουτσομπολεύεις την μανά του… γιατί ούτε ψύλλος στον κόρφο σου κακομοίρα μου… Η ηρεμία του δεν σημαίνει πως είναι μαλθακός! Όχι, καθόλου. Στοργικός; Τρυφερός; Ναι:  Αλίμονο αν τον ζορίσεις πολύ, μπορεί να γίνει ένας Οργισμένος Άντρας και τότε θα καταλάβεις τι σημαίνει φουρτουνιασμένη θάλασσα.»
«Δεν μου απάντησες!. Ήταν αλήθεια νέος και ωραίος άνδρας ο εργοδότης;»
«Όντως από όσα έχω μάθει πρέπει να ήταν εντυπωσιακός άνδρας. Ένας ψηλός καστανόξανθος Ελληνοκαναδός. Να δεις πως τον έλεγε ο Νικηφόρος. Λέανδρο, και το παράξενο πρέπει να του είχε μεγάλη αδυναμία.»
«Και ο Λέανδρος πρέπει να ‘χε ιδιαίτερη αδυναμία στην… Πως την φωνάζει χαϊδευτικά τη μανά του ο Νικηφόρος;»
«Την Ηρώ;.....  Λουλούδι του.»
«Λουλούδι του; Κάτι μου θυμίζει αυτό τ’ όνομα. Τέλος πάντων τι ακριβώς υπηρεσίες πρόσφερε στον όμορφο εργοδότη της το ....Λουλούδι του;...»
Ο Άνδρας είχε ένα πολύ μεγάλο κτήμα με αποθήκες και μ' ένα τεράστιο σπίτι λίγα χιλιόμετρα εκτός πόλης όπου την πήγαινε μερικές ημέρες το μήνα για διαχείριση! Ευπρέπιζε τους  χώρους, ιδίως το σπίτι, ώστε να είναι καθαροί και σε τάξη!  Με τον καιρό ανέλαβε και καθήκοντα επιστασίας και στις καλλιέργειες  Γενικά η Ηρώ έγινε ο άνθρωπος της εμπιστοσύνης του.»
«Ξαδέρφη! Μεταξύ μας! Τώρα που τα λέμε τόσο χύμα εδώ δίπλα στο κύμα μέσα στην απόλυτη χαλάρωση, και ξενοιασιά, θέλω να σε ρωτήσω να μου πεις εσύ, τι πιστεύεις;! Το Λουλούδι του Νικηφόρου οι μοναδικές υπηρεσίες που προσέφερε στον εργοδότη της ήταν το σπίτι που του συγύριζε και του πρόσεχε και τις καλλιέργειες;»
«Εγώ τι να θέλεις πω ότι πιστεύω! Όχι καλύτερά εσύ να μου πεις, που έχεις πρόστυχο μυαλουδάκι! Τα βρώμικα μυαλά σαν το δικό σου είναι πιο έξυπνα και σκέφτονται με ένα ιδιαίτερο-ερεθιστικό τρόπο, κοινώς dirty mind κάτι που βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά από την προστυχιά, και την χαιρετάει με σήματα καπνού. Για πες τι σκέφτεσαι, τι άλλες υπηρεσίες μπορεί και να προσέφερε στον εργοδότη της;.»
«Τα βρώμικα μυαλά, ξαδερφούλα μου έχουν μία κλάση ευφυΐας παραπάνω γιατί απλά το μυαλό τους σκέφτεται διπλά. Βλέπουν τον κόσμο με άλλο μάτι ρε παιδάκι μου, ακόμα και αν δεν εκφράζει το υπονοούμενο το μυαλό τους το σκέφτεται αστραπιαία, σχεδόν αυτόματα. Του ξεσκίζει τη γλώσσα μέχρι να το ρίξει στην μούρη του άλλου. Ε, και δεν γαμιέται, το πετάει.»
«Ρε ζουζούνι! Το μυαλό σου κινείται σε τούνελ με μονόδρομο το σεξ. Και από ότι γνωρίζω δεν πάσχεις και από σεξομανία. Κάθε άλλο. Είσαι ταλέντο χαρισματικό. Γι αυτό άσε τα υπονοούμενα και πες μου χύμα και σταράτα χωρίς πολιτικές ορθότητες, τι έχεις στο μυαλό σου. Μίλα μου ανοιχτά, ειλικρινά και άμεσα, χωρίς περιστροφές, υποκρισίες ή «στρογγυλέματα. Θα το εκτιμούσα αν έριχνες λίγο φως στις κάπως μπερδεμένες σκέψεις μου, μιας που τα λες χύμα και σταράτα και πολύ το γουστάρω αυτό».
«Δεν είμαι σίγουρη αν υπήρχε ξεκάθαρη σχέση στην ιστορία τους, ωστόσο θα το προσπαθήσω να την αναλύσω τη σχέση τους σύμφωνα με τις σκέψεις μου φόρα παρτίδα. Οι σκέψεις είναι οι σπόροι και οι πράξεις τα βλαστάρια τους. Αν σπέρνεις χόρτα δεν θα μαζέψεις, τριαντάφυλλα!»
«Κατάλαβα! Το μυαλό σου είναι ένας κήπος! Που μπορείς να φυτέψεις λουλούδια ή ζιζάνια! Ξεκίνα την ιστορία σου. Είμαι όλη αυτιά και έχω την υπομονή να σε ακούσω να συγχέεις τις φαντασιώσεις σου με την πραγματικότητα, γιατί οι υποψίες σου είναι υπερβολικές και αβάσιμες!» 
«Κλασσικότατη έκφραση «μη μου λες εμένα ιστορίες για αγρίους» ή « τι' ν ' αυτά που λες» που είναι ένας σχετικά ευπρεπής τρόπος αντί να μου πεις «μη μου λες μαλακίες».
«Ξαδελφούλα μου γλυκιά στη σύγχρονη κορέκτ κοινωνία μας, υπάρχει ένα ωραίο τραγούδι του Μαραγκόπουλου με αυτόν τον τίτλο, και ρεφρέν:
μου λες ιστορίες για αγρίους
και κακούς μακρινούς συγγενείς
μ' απ' του έρωτα τα βέλη
δεν τη γλύτωσε κανείς.... ή κάπως έτσι...»
Η Άλκηστις εισάγει μια αφηγηματική αναδρομή στη ροή της ιστορίας της με τις υποψίες που συνδυάζονται με ρεαλισμό για να αποκτήσει βάθος η ιστορία της και να αυξηθεί η περιέργεια της Εριφύλης.
Δεν έχω προσωπικές απόψεις, και η ιστορία που θα σου εξιστορήσω βασίζεται στις διαθέσιμες πηγές μου από τις ενημερώσεις σου, αναζητώντας να επαληθεύσω δεδομένα που ελάμβαναν χώρα στο μεγάλο κτήμα με τις αποθήκες και το τεράστιο σπίτι λίγα χιλιόμετρα εκτός πόλης όπου την πήγαινε μερικές ημέρες το μήνα για διαχείριση! Η φράση που μου έρχεται στο μυαλό! «εκεί που βασίλευε ο ερωτισμός» παραπέμπει σε έναν χώρο, όπου η ερωτική επιθυμία, το πάθος και η αισθησιακή ατμόσφαιρα κυριαρχούσαν απόλυτα. Γενικότερα, τους φαντάζομαι σ' αυτό το χώρο όπου ο ορθολογισμός υποχωρεί και κυριαρχούν τα ένστικτα και το πάθος. Ξαδελφούλα μου το ξέρεις τον Μύθο του Έρωτα και της Ψυχής: Εκεί στο απόκρυφο παλάτι, όπου ο Έρως επισκεπτόταν την Ψυχή, ένα μέρος γεμάτο αισθησιασμό, απαγορευμένη επιθυμία και μαγεία όπου κυριαρχεί το πάθος πάνω στη λογική και που κάνει ολόκληρο το σώμα να ξυπνά, φθάνοντας μέχρι τα βάθη της ψυχής, απαλλαγμένοι από κάθε είδους ευθύνη. Το «τώρα» είναι το μόνο που ισχύει,  το δε «μετά» σχεδόν δεν υφίσταται.
Ο εργοδότης ήταν ψήλος, γεροδεμένος και με στυλ ομορφάντρας σαν της πετυχημένης διαφήμισης, εργένης, στην ηλικία της πεθεράς σου. Λίγο μετά τα τριάντα τους ένα χρονικό σημείο που η ζωή των ανθρώπων βρίσκεται σε, μια περίοδο μεταβατική, όπου οι συνήθειες και οι προτεραιότητες αλλάζουν, και μπορεί να σχετίζεται με έννοιες όπως αναζήτηση νέας κατεύθυνσης, αλλαγές καριέρας ή προσωπικής ζωής και οι προσδοκίες συναντούν την πραγματικότητα.
Ο ομορφάντρας ήταν καλός καλλιεργητής που μύριζε περισσότερο αγρό παρά μπουντουάρ και σαλόνια, μα πάνω απ' όλα ήταν έμπειρος άνδρας, γενναιόδωρα προικισμένος στα ερωτικά του όργανα ήταν, κάτι που αρέσει στις παντρεμένες κυρίες όταν κερατώνουν τον άνδρα τους καθώς είναι εκείνα που δημιουργούν την ηδονική αίσθηση τριβής στα τοιχώματα του κόλπου τους όταν τον επισκέπτονται πειρατικά «ιστιοφόρα» με γεμάτα αέρα στα πανιά τους, χωρίς να αναρωτιούνται εάν είναι ακόμη μέσα στη μαγική σπηλιά τους. Εε εσύ τι λες, να μη βρισκόταν στο ραντάρ του και να μη την είχε βάλει στο μάτι, την Ηρώ που ήταν μια σέξι κυρία με πολύ μεγάλο ερωτικό στήθος, που όταν ερεθίζονταν οι θηλές της ήταν σαν τις ρώγες του μαύρου σταφυλιού και ασκούσε επάνω του μια ακαταμάχητη ερωτική έλξη που του πυροδοτούσε αφύπνιση έντονου σεξουαλικού πόθου οδηγώντας τον στην ανάγκη ικανοποίησης του πόθου του. Σίγουρα είχε ξελογιαστεί μαζί της, τη φλέρταρε και την πολιορκούσε καιρό, και είχε βαλθεί να την κατακτήσει ξεκινώντας με κάτι αθώα υπονοούμενα, του τύπου: «Πω πω!Τονίζει την οπτική απόλαυση που του προσφέρει η παρουσία της Ηρώ. Μια γυναίκα με εξαιρετική, εντυπωσιακή ομορφιά, η οποία προκαλεί ευχαρίστηση και θαυμασμό σε όποιον την κοιτάζει. Η γυναίκα είναι χάρμα οφθαλμών. Μωρό μου! Τι ομορφιά της φύσης είσαι εσύ Θεέ μου! Με έχει ξετρελάνει από την πρώτη στιγμή που την είδα. Ακόμη και άγιο βάζει σε πειρασμό ακόμη και τον πιο ενάρετο άνθρωπο μπορείς να κλονίσει ακόμη και τον πιο ηθικό, προκαλώντας του σύγχυση και πειρασμό!»
Η Ηρώ με ικανότητες και με την αξιοσύνη της κατάφερε να βάλει τάξη στο χάος του αγροτόσπιτου! Η τάξη δεν ήρθε τυχαία, αλλά με κόπο, υπομονή, επιμονή και πολλή  δουλειά. Εκεί μέσα στη φύση που ήταν κυρίαρχη η ευωδιά της νοτισμένης γης, μα και πλήθος πουλιών και δέντρων ο Λέανδρος πολλές φορές είχε φανταστεί τον εαυτό του να βρίσκεται αντιμέτωπος μπροστά σε μια πρόκληση και αντί να κάνει ένα βήμα πίσω, προτίμησε να αντιμετωπίσει την πρόκληση κατάματα! Γνωρίζει πως η δράση, και όχι η παθητική αναμονή, είναι αυτή που δημιουργεί έλξη και θαυμασμό, πως οι σωστές συμπεριφορές δημιουργούν έλξη και επιθυμία αλλά και πως να αποφύγει κακοτοπιές, δείχνοντας τις ερωτικές του προθέσεις ανδρικά και αποδοτικά στη γυναίκα που τον ξεσηκώνει σεξουαλικά, όπως  ακριβώς αποτυπώνει τη σχέση της ερωτικής έλξης ανάμεσα σε δυο ανθρώπους ο στίχος της Τζιοκόντα Μπέλι...
Θέλω τη σάρκα σου να δαγκώνω,
σάρκα αλμυρή και όλο ρώμη,
ξεκινώντας απ´τα όμορφα τα μπράτσα σου,
ίδια με κλαδιά ερυθρίνας,
να συνεχίζω προς το στήθος αυτό που τα όνειρά μου τ’ ονειρεύονται
αυτό το στήθος-σπηλιά όπου το πρόσωπό μου κρύβω
ανασκαλεύοντας την τρυφεράδα,
αυτό το στήθος που τύμπανα αντηχεί και ζωή συνεχή.
Από το... Διατρέχοντας σε (Recorriéndote)...GIOCONDA BELLI
 Όταν για πρώτη φορά που συναντήθηκαν, το αίσθημα ότι «γνωρίζονταν από καιρό» ήταν γεγονός που έκανε την επικοινωνία τους άμεση και φυσική. Κάτι πάνω του την τρόμαξε ευχάριστα από την πρώτη στιγμή. Κάτι που της προκάλεσε ρίγος, αναστάτωση, η οποία όμως δεν ήταν απειλητική, αλλά συναρπαστική συνοδευόμενη από μια «σπίθα» νευρικότητας και έντονης έλξης. Επικίνδυνα όμορφος. Επικίνδυνα σίγουρος για τον εαυτό του. Επικίνδυνα υπέροχος. Κι εκείνο το βλέμμα του, σαν να την ξεγύμνωνε με τα μάτια. Σαν να ήταν βέβαιος ότι αυτή δεν θα μπορούσε να του αντισταθεί για καιρό. Όσο της άρεσε σαν άνδρας, άλλο τόσο τον φοβόταν. Ο φόβος πήγαζε από τη γνώση ότι, αν υποκύψει, θα υπάρξουν συνέπειες! Ωστόσο τον εαυτό της φοβόταν όταν διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να του αντισταθεί σε μια έντονη επιθυμία της σεξουαλικής έλξης που της ασκούσε ο άνδρας και που απειλούσε να παραβιάσει τις ηθικές αρχές του γάμου της και στην αθέτηση των όρκων, των δεσμεύσεων και των αξιών που διέπουν τη συζυγική της σχέση με σεξουαλική εμπλοκή με τρίτο πρόσωπο.
.....Η Λέανδρος όπως τον είπαμε ότι λεγόταν ο άνδρας δεν άργησε να ξεκινήσει το φλερτ της διεκδίκησης ελπίζοντας σε μια θετική εξέλιξη στην επικοινωνία μεταξύ τους με σεβασμό και στην ικανότητα του να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ασφάλειας και έλξης. Όπως οι περισσότερες γυναίκες που δε θέλουν να φανούν εύκολες, πόσο μάλλον μια παντρεμένη γυναίκα όπως η Ηρώ, όταν την προσέγγισε για να τη φλερτάρει ο Λέανδρος δεν περίμενε από την Ηρώ να κάνει την όλη διαδικασία εύκολη και το κάστρο να πέσει χωρίς κανένα εμπόδιο. Στο χορό της ερωτικής πολιορκίας του, ο Λέανδρος άφηνε διακριτικά να φανεί πως την ποθεί έντονα γνωρίζοντας πως μια γυναίκα έχει ως βασικό της ένστικτο να φροντίζει την εικόνα της και να επιθυμεί να είναι ποθητή. 
Στην αρχή δεν υπήρξε άμεση ανταπόκριση χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το φλερτ του ήταν αποτυχημένο εξαρχής, αλλά τουναντίον υπήρχαν διακριτικές ενδείξεις που έδειχναν πως υπήρχε «πράσινο φως» στον ορίζοντα για τη συνέχιση της «γνωριμίας!» Με την πάροδο του χρόνου άρχισε να ανοίγεται με διάθεση που βοηθά στο να ξεπεραστεί η πρώτη εντύπωση και να είναι πιο ενεργή στο φλερτ του. Δεν χρειαζόταν αλχημείες ούτε μαθηματικά παράδοξα για να καταλάβει πλέον ο Λέανδρος ότι της αρέσει σαν άνδρας.
Η φράση «Είχε αγωνία μα και φοβόταν» περιγράφει ακριβώς την κατάσταση της έντονης εσωτερικής σύγκρουσης που βίωνε η Ηρώ όταν η σεξουαλική έλξη που της ασκούσε αυτός ο άνδρας, λειτουργούσε ως καμπανάκι κινδύνου το οποίο πάγωνε τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, και ο φόβος λειτουργούσε ως τροχοπέδη για τις πιθανές αρνητικές συνέπειες. Ζούσε έντονα το κλασικό δίλημμα «θέλω αλλά δεν τολμώ», που τον πρωτο καιρό την οδηγούσε σε ακινησία και αναβολή. Την κολάκευε που ένας πετυχημένος άνδρας σαν κι αυτόν έχοντας πολλές επιλογές, ενδιαφερόταν τόσο έντονα ερωτικά για εκείνη. Αισθανόταν να ανεβαίνει η αυτοπεποίθησή της και μετά από κάποιο διάστημα οι σκέψεις της γύρω από το πρόσωπο του άνδρα γίνονται όλο και πιο έντονες και το συναίσθημα της δεν είναι στατικό αλλά δυναμικό και γίνεται πιο δυνατό και αμοιβαίο με την πάροδο του χρόνου. Δυσκολεύτηκε αρχικά να υποχωρήσει, μα η ερωτική τους ιστορία, είχε την κλασική εξέλιξη όπου η αρχική διστακτικότητα, η άμυνα και η εσωτερική σύγκρουση έδωσε τελικά τη θέση της στη στιγμή που τα συναισθήματα γίνονται πιο δυνατά από τη λογική και την άμυνα. Ήταν μια δύσκολη αρχή να αποφασίσει να παραιτηθεί από τη στάση άμυνας, διστακτικότητας και να επιλέξει να ανταποκριθεί θετικά, επιτρέποντας μια πιο προσωπική και στενή επαφή μεταξύ τους χωρίς απαραίτητα να υπάρχει σοβαρός σκοπός σε μια διαδικασία εσωτερικής υπέρβασης και ανάληψης κινδύνου, όταν κατάλαβε ότι παίζει «παιχνίδια» με την τύχη της, σε προσωπικό, και συναισθηματικό επίπεδο, με απερίσκεπτα ριψοκίνδυνο τρόπο, πλησιάζοντας επικίνδυνα τα όρια μιας καταστροφικής κατάστασης στο γάμο της. 
Ο άντρας έμπειρος καθώς ήταν, γνώριζε ότι το να αισθάνεται κανείς έλξη για μια παντρεμένη γυναίκα είναι μια περίπλοκη κατάσταση με σημαντικές ηθικές και συναισθηματικές επιπτώσεις. Το να την προσεγγίσει για να την «αποπλάνηση», είναι σημαντικό να λάβει υπόψη του, τις δεσμεύσεις της, τον γάμο της και τις πιθανές συνέπειες για όλους τους εμπλεκόμενους. Κατά γενικό κανόνα δεν είναι κάτι απλό αλλά είναι τέχνη που χρειάζεται χρόνο, και είχε κατά νου ότι μια παντρεμένη γυναίκα για να την αποπλανήσεις πρέπει να της προσφέρεις κάτι καλύτερο από αυτό που έχει κάθε μέρα και απ' αυτό που βρίσκει κάθε βράδυ όταν ξαπλώνει στο κρεβάτι της.
Τις περισσότερες φορές οι παντρεμένες γυναίκες προσελκύονται σε κάτι που βελτιώνει κατά κάποιο τρόπο αυτό που έχουν ήδη και εσύ την κάνεις να νιώσει όμορφη, πολύτιμη και μοναδική. Με λεπτό και μεταμφιεσμένο τρόπο λοιπόν της έδειξε ότι νοιάζεται για εκείνη αρκετά και άρχισε να αναζητά τα δυνατά αποκλείοντας τα αδύνατα σημεία του εγχειρήματος του και κυρίως να γνωρίσει τα τρωτά σημεία του γάμου της, σε σημείο που τα επιχειρήματα του να είναι τόσο πειστικά και δελεαστικά, ώστε να υπερνικήσουν και να εξαλείψουν οποιαδήποτε πιθανή διαφωνία, δισταγμό ή αντίσταση που θα είχε η Ηρώ. Ήταν υπομονετικός και πρόθυμος να αφήσει τα πράγματα να πάρουν το χρόνο τους. Αφήνοντας τα πράγματα να πάρουν τον χρόνο τους είναι μια στάση ζωής που βασίζεται στην υπομονή του, στη φυσική ροή των γεγονότων χωρίς να πιέζει για συγκεκριμένα αποτελέσματα, αποδεχόμενος ότι ορισμένες καταστάσεις χρειάζονται χρόνο για να εξελιχθούν σωστά.  
Η εμπιστοσύνη δεν ήρθε αμέσως, αλλά χτίστηκε σταδιακά μέσα από συγκεκριμένες συμπεριφορές! Όταν λοιπόν μετά από εύλογο χρονικό διάστημα αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια πολύ καλή σχέση εμπιστοσύνης και μάλιστα αμοιβαίας εμπιστοσύνης ήταν το βήμα που αποτέλεσε το θεμέλιο τόσο στην προσωπική όσο και στην επαγγελματική τους σχέση.
Ο Λέανδρος μέσα από την ανοιχτή συζήτηση για σκέψεις, ανάγκες και επιθυμίες χωρίς φόβο, αναζητά να ανιχνεύσει στο χαρακτήρα της Ηρώ, τους πόθους της και τη νοσταλγία της για τον κόσμο μιας χαμένης ευτυχίας. Δεν άργησε να διαπιστώσει ότι η Ηρώ ασφυκτιά σε μια κατάσταση έντονης συναισθηματικής καταπίεσης και σιωπηλής αντοχής απέναντι σε μια ζοφερή, καταθλιπτική και αφόρητη καθημερινότητα. Σαν γυναίκα δεν εκφράζει τον πόνο, το άγχος της, το βαθύ σκοτάδι, ότι δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά για μια συνεχή, επαναλαμβανόμενη κατάσταση που της έχει γίνει ρουτίνα. Τα κρατάει μέσα της, υπομένοντας καρτερικά, για να μην επιβαρύνει την οικογένεια της. Ο Λέανδρος είναι σίγουρος ότι στον εσωτερικό κόσμο της Ηρώς αντιμάχονται το θέμα σεξουαλικής της επιθυμίας και της αμαρτίας. Σύμφωνα με τον πνευματικό του, η σεξουαλική επιθυμία δεν θεωρείται inherently (εγγενώς) αμαρτωλή, καθώς αποτελεί μέρος της δημιουργίας, αλλά γίνεται αμαρτία όταν «εκτρέπεται» από τον αρχικό σκοπό της. Τα προβλήματα και το στρες της καθημερινότητας παρεμποδίζουν τις σεξουαλικές της ανάγκες και την οδηγούν σε ανεκπλήρωτο ερωτισμό ο οποίος όμως είναι διάχυτος σαν μια αύρα, μια παρουσία που εκπέμπεται αβίαστα από το σύνολο της ύπαρξής της, δημιουργώντας μια αίσθηση «υπόγειου» έρωτα, όπου η θηλυκότητα κυριαρχεί σαν μέρος της ταυτότητάς της, επηρεάζοντας και τον Λέανδρο. 
Αυτή η έντονη προσωπικότητα της σκέφτεται ο Λέανδρος ότι είναι το κουμπί της εκκίνησης που όταν το πατήσει θα εκκινήσει την έναρξη μιας ερωτικής σχέσης. Τι είναι αυτό που χρειάζεται από τη σχέση τους; Τι είναι αυτό που θα επιθυμούσε και δεν της το προσφέρει ο σύντροφός της; Αυτά είναι τα θέματα που πρέπει να κουβεντιάσει μαζί της και να τα βρουν κάπου στη μέση, εκεί που υπάρχει η χρυσή τομή, η ισορροπία που θα την κάνει να νιώσει ότι αυτά που δίνει εξισορροπούν με αυτά που παίρνει. Το κλειδί ήταν η υπομονή, η κλειδαριά που θα ανοίξει τις πόρτες της σεξουαλικής αφύπνισης της Ηρώ! Ο Λέανδρος είχε υπομονή και ικανότητα να περιμένει. Γνώριζε ότι η απελευθέρωση της γυναικείας σεξουαλικότητας υπήρξε καταλύτης για τη συνολική χειραφέτησή της γυναίκας. Η σεξουαλική αφύπνιση σημαίνει ότι η γυναίκα παίρνει τον έλεγχο του σώματός της, αποσυνδέοντας τη σεξουαλικότητα από την αποκλειστική αναπαραγωγή. Αυτό της επιτρέπει να αναγνωρίσει το σεξουαλικό δικαίωμα στην ευχαρίστηση και την προσωπική ικανοποίηση. Η αφύπνιση περιλαμβάνει την κατάρριψη του μύθου ότι οι γυναίκες δεν έχουν σεξουαλικές ανάγκες, νομιμοποιώντας την ερωτική τους επιθυμία ως ισάξια με εκείνη των ανδρών. Ηταν η εποχή της σεξουαλικής επανάστασης, οι φεμινίστριες αμφισβήτησαν τους παραδοσιακούς ρόλους, υποστηρίζοντας ότι η σεξουαλική ελευθερία είναι «πολιτικός μοχλός» για την κοινωνική απελευθέρωση. Η έλευση του αντισυλληπτικού χαπιού έπαιξε κεντρικό ρόλο, δίνοντας στις γυναίκες τη δυνατότητα να έχουν σεξουαλικές σχέσεις χωρίς τον φόβο της ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης και όταν μια γυναίκα αποδέχεται τη σεξουαλικότητά της, αποκτά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και στις υπόλοιπες πτυχές της ζωής της, μειώνοντας την εξάρτηση της από πατριαρχικά πρότυπα. Αυτές τις αναφορές, με αφηγηματική ανασκόπηση μετατρέπει τα γεγονότα σε ιστορίες ο Λέανδρος που έμεναν  στο μυαλό της Ηρώ, δημιουργώντας μια συναισθηματική σύνδεση και συντονισμό μεταξύ τους. Οι ιστορίες αυτές ήταν σαν άγνωστα μονοπάτια σε έναν αρχαίο χάρτη για την Ηρώ. Τις προσέγγιζε με αμηχανία και περιέργεια, αλλά και με φόβο και ανησυχία. Όταν από ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο και μετά η Ηρώ άρχισε ήδη να πέφτει σε σεξουαλικούς πειρασμούς τότε άρχισε να ενστερνίζεται την ιδέα πως δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου για ένα ερωτικό παραστράτημα με τον σέξι εργοδότη της! Άρχισε να υιοθετεί την ιδέα, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια πράξη δεν συνεπάγεται απαραίτητα το οριστικό τέλος του γάμου της.
Είπαμε πως ήταν γυναίκα σωματικά όμορφη, καστανή, με γκρίζο-μελιά μάτια κι υπέροχο στόμα, παρ’ όλη τη θλίψη και κάθε φορά που ‘παιρνε μιαν απογοήτευση από το γάμο της, κάτι βέβαια που ‘ναι ψωμοτύρι σ’ όλους τους γάμους, δάγκανε τα χείλια της. Ο καθένας τιμωρεί τον εαυτό του όπως μπορεί…
Το ερωτικό κλίμα είχε καλλιεργηθεί σε μια ατμόσφαιρα «σεξουαλικού νομίσματος» και η Ηρώ άρχισε να βιώνει έντονα συναισθήματα σωματικής διέγερσης και αμοιβαίας έλξης, πάθους και σεξουαλικής επιθυμίας για τον Λέανδρο. Τα ταμπού, που λειτουργούσαν ως μηχανισμοί ελέγχου, και εξακολουθούσαν να υπάρχουν σαν «αόρατες» απαγορεύσεις καθιστούσαν τις σεξουαλικές επιθυμίες της ριψοκίνδυνες και το ήξερε, αλλά το παιχνίδι είχε αρχίσει να παίζεται παρ' όλα αυτά. Ήταν κάτι που είχε αρχίσει να την συνεπαίρνει και ένιωθε αδύναμη να το ελέγξει. Ο Λέανδρος ήταν πολύ αισιόδοξος ότι ήταν θέμα χρόνου η Ηρώ να ενδώσει στην πολιορκία του, τα συναισθήματα της είναι ήδη παρόντα, αλλά διστάζει, φοβάται και προβάλλει «για την τιμή των όπλων» μια απέλπιδα, συμβολική αντίσταση για να διαφυλαχθεί η υπόληψη της, να  σωθούν τα προσχήματα, δείχνοντας ότι πριν την σεξουαλική οικειοθελή παράδοση, το πάλεψε μέχρι τέλους, παρά την ανισότητα των δυνάμεων της. 
Είναι οι στιγμές που η άμυνες της ήταν έτοιμες να πέσουν, όχι λόγω βίας, αλλά λόγω της αποδοχής της επιθυμίας, δείχνοντας ότι η παράδοση της δεν ήταν μια αδύναμη ή εύκολη απόφαση, αλλά μια συνειδητή επιλογή που ήρθε μετά από σοβαρή εσωτερική μάχη, καθιστώντας την υποταγή πιο «βαθιά» και σημαντική σε συναινετικό, και οικειοθελές πλαίσιο.
Ο Λέανδρος ήταν πολύ αισιόδοξος ότι στις ερωτικές του προτάσεις «δεν θα του έφερνε καμία ερωτική αντίσταση» που σημαίνει ότι δεν θα του προέβαλλε καμία άρνηση, δισταγμό ή αντίρρηση στο σεξουαλικό κάλεσμα του και η επαφή τους θα γινόταν εύκολα, χωρίς «παιχνίδι» διεκδίκησης ή άρνησης και η Ηρώ θα ήταν απόλυτα διαθέσιμη στο ερωτικό κάλεσμα του. Μια πάλη να μαίνεται μέσα της, μια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα σε δύο αντίθετες πλευρές της ανθρώπινης φύσης της, που παραπέμπει συνήθως στη γνωστή παραβολή για τους δύο λύκους. (Ένας γέρος εξηγεί στον εγγονό του ότι μέσα σε κάθε άνθρωπο μαίνεται μια μάχη ανάμεσα σε δύο λύκους και όταν ο εγγονός ρωτάει ποιος λύκος θα νικήσει, η απάντηση είναι: «Αυτός που ταΐζεις».)  Του Λέανδρου πλέον οι σεξουαλικές φαντασιώσεις, είχαν γίνει στο μυαλό του όσο πιο ξεκάθαρες μπορούσαν που έφτασαν στο μέγιστο δυνατό επίπεδο σαφήνειας, και δεν του άφηναν κανένα περιθώριο αμφιβολίας, το τι επιθυμούσε. Τη φαντάζεται την Ηρώ παίρνει τον ρόλο της «απόλυτης γοητεύτρας» (femme fatale). Τη φαντάζεται σε μια νοητική εικόνα να χρησιμοποιεί τη γοητεία της για να τον κερδίσει, να τον ελκύσει να τον παρασύρει και αυτός να παραδοθεί στη γοητεία της βιώνοντας μαζί της μια έντονη σεξουαλική εμπειρία και ακόρεστη όρεξη για σεξ. Να του καταλαγιάσει αυτή την ένταση και τον καυτό του πόθο και αυτός να της σβήσει την κάψα της προσμονής, όταν θα γευτεί αχόρταγα το μέλι, απ' τα πρησμένα πορφυρά της μουνόχειλα. Ο έρωτας ακόμη και στις παντρεμένες γυναίκες είναι πλέον ελεύθερος, αποδεκτός όπως και η χειραφέτηση της γυναίκας που σήμερα κυριαρχεί το σεξ. Και ιεραρχείται ψηλά, πολύ ψηλά. Η φαντασία του, τροφοδοτούσε ένα ερωτικό πάθος που είχε καιρό να νιώσει. Ποθούσε να την δαμάσει με τρόπο όπου το πάθος δεν ακυρώνει την ευαισθησία σε μια έντονη, παθιασμένη σχέση, που του θύμισε μια στιγμή επαναφοράς ενός έντονου, άγριου και αυθεντικού συναισθήματος που είχε καταλαγιάσει, μία αγριάδα που είχε ξεχάσει να εκφράζει. Δεν ήθελε να επιβληθεί με βία, αλλά να κατακτήσει την καρδιά και το μυαλό της με έναν δικό του, μοναδικό τρόπο. 
«Κάνω μωράκι μου υπομονή γιατί μου έχεις κάνει τέτοια μάγια, που από την πρώτη στιγμή που σε συνάντησα σ' ερωτεύτηκα τρελά και ο παράφορος έρωτας μου θα σε παρασύρει κι εσένα. Δεν μπορώ να καταπιώ αυτό που μου ξυπνάς στο είναι μου! Νιώθω τον πόθο μου για σένα, ότι «κολλάει» μέσα μου και δεν μπορώ να το ξεπεράσω. Σε βρίσκω τόσο πολύ ελκυστική και ερεθιστική και ας είσαι μια παντρεμένη γυναίκα. Λένε πως το να προσεγγίζεις μια παντρεμένη γυναίκα με σκοπό να ξεκινήσεις μια ερωτική σχέση μαζί της είναι μια ηθικά αμφισβητήσιμη πράξη. Αυτό μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες τόσο για μένα όσο και για εκείνη και την οικογένειά της. Το αισθάνομαι όμως ότι μαζί θα ζήσουμε μια παράφορη σεξουαλική σχέση. Ο παράνομος ο έρωτας, μωρό μου είναι ο πιο γλυκός, ακόμα και από τον νόμιμο. Είναι ο πιο δυνατός. Πόσα βράδια αξημέρωτα, θα ήθελα να είμαστε μαζί. Το Καταλαβαίνω ότι βρίσκομαι σε μια εξαιρετικά δύσκολη και συναισθηματικά φορτισμένη κατάσταση. Το να νιώθω τόσο έντονη έλξη για κάποια που είναι δεσμευμένη, ενώ ταυτόχρονα σέβομαι την οικογένειά της μου, δημιουργεί μια εσωτερική σύγκρουση γιατί την νοιάζομαι. Την θέλω, αλλά όχι να την χωρίσω, δεν θέλω να της χαλάσω την οικογένεια. Το ξέρω ότι εγώ πρέπει να κάνω το πρώτο βήμα όμως όλο το αναβάλλω ψάχνοντας την κατάλληλη ευκαιρία. Πιστεύω ότι σε μια ειλικρινή κουβέντα θα δείξει αν και η ίδια επιθυμεί να συνάψει εξωσυζυγική ερωτική σχέση ή όχι. Οι γυναίκες είναι εξαιρετικά ευμετάβλητες στης αποφάσεις τους και μπορεί ακόμη και αν θελει να συνάψει εξωσυζυγική ερωτική σχέση να φοβάται μήπως την πάρει κάποιος μάτι και χάσει την υπόληψη της την οποία πρέπει να σέβεται.
Όταν τη σκέπτεται δεν πρόκειται για οργανωμένες σκέψεις, αλλά για μια «μάζα» που τον πνίγει, νιώθει χαμένος σε μια εσωτερική φυλακή των επιθυμιών του, και δέσμιος αυτών. Η σκέψη και μόνο να ξεπεράσει τους ενδοιασμούς του, δεν του προκαλεί απλώς δισταγμό, αλλά έναν έντονο ερεθισμό, μια σχεδόν ηδονική και παρορμητική ανάγκη για δράση. Είναι οι στιγμές που η πιθανότητα της αποτυχίας γίνεται η κινητήριος δύναμη, καθιστώντας την προσπάθεια του πιο ελκυστική αποτυπώνοντας την παρορμητική έλξη που αισθάνεται γι' αυτή τη γυναίκα και πως πρέπει να αποφασίσει να αντιμετωπίσει τους φόβους του, μετατρέποντας το ρίσκο σε προσωπική πρόκληση.
Το όνομα της ψιθύριζε ο Λέανδρος και κυριεύεται από μια εσωτερική διεργασία, όπου η σκέψη του γίνεται ψίθυρος και ο ψίθυρος γίνεται τόσο έντονος που καταλήγει σε μια κατάσταση έντονου εσωτερικού πάθους και παρόρμησης.. «Θα σου χαρίσω έντονο πάθος, και απεριόριστη ηδονή, που θα σου μείνουν αξέχαστα τα γαμήσια μας. Θα σου δώσω όπως λένε το μουνί στο χέρι από το ξέσκισμα που θα σου κάνω!» Από τη πολύ έντονη τη καύλα δεν χρειαζόταν προσπάθεια για να σκεφτεί αυτά τα πράγματα του συνέβαιναν φυσικά, χωρίς πίεση και εξαναγκασμό. Εκείνες τις ώρες ήταν σε μια κατάσταση όπου οι σκέψεις του έρχονται στο μυαλό αυτόματα, φυσικά και με μεγάλη ένταση έντονες και κατακλυσμιαίες, σαν νερό που καλύπτει τα πάντα.
«Τι «ανάρμοστες», σεξουαλικές φαντασιώσεις είναι αυτές που κάθεσαι και ξεφουρνίζεις; Σοβαρέψου ξαδέλφη! Τα λεγόμενα είναι αποκυήματα φαντασίας, παραμύθια και άπιαστα όνειρα. Γίνονται αυτά;. Ξεφουρνίζεις αβασάνιστες και υπερβολικές ιδέες τη μία μετά την άλλη, σαν να βγάζεις ζεστά ψωμιά από το φούρνο. Δηλαδή στ' αλήθεια σου πέρασε από το μυαλό ότι η Ηρώ κεράτωνε τον άνδρα της;» δείχνει την έκπληξη της η Εριφύλη. «Δεν είναι ο τύπος της γυναίκας που φαίνεται να έκανε τέτοια πράγματα στα νιάτα της. Όλος ο κόσμος την ήξερε ότι ήταν μια σοβαρή νοικοκυρά που αγωνιζόταν με ζήλο για την ευτυχία της οικογενείας της. Μόνο την οικογένειά της κοιτούσε τη δουλειά της, τον άντρα της, τα παιδιά της και αν και γυναίκα αυτή ήταν η κολόνα του σπιτιού τους, και το στεφάνι της το τιμούσε. Εντάξει και τον άνδρα της χειρότερο από τον Λέανδρο δεν μπορείς να τον πεις.» Επιπλήττει η Εριφύλη την ξαδέρφη της βάζοντας όρια και κρατώντας τις αποστάσεις της και δείχνοντας την επιθυμία της να μην εμπλακεί στα φανταστικά σενάρια που τα θεωρούσε υπερβολικά.
Η Άλκηστις δεν έχασε χρόνο και της απάντησε με πονηρό χαμόγελο. «Δηλαδή ξαδέλφη το έγκλημα της σκέψης είναι θανάσιμο αμάρτημα; Γι’ αυτό πρέπει να εξαλειφθεί οτιδήποτε οδηγεί στη διάπραξή του; Και όποιος υποπέσει σε έγκλημα σκέψης, πρέπει να αναμορφωθεί; Να ντραπώ που η Ηρώ εκτός από το ότι ήταν δυναμική γυναίκα, ξεχώριζε και για την έντονη, ελκυστική, και εντυπωσιακή της αύρα, με μια δόση σεξουαλικότητας, που εντυπωσίαζε με το σεξαπίλ και την αβίαστη θηλυκότητα της;! Ήταν γυναίκα που έβαζε «φωτιά» στα σεντόνια. Ήθελε χάδι και φιλί άγριο, ήθελε πήδημα βαρβάτο για να χορτάσει. Και γιατί όχι αφού μπορούσε να τους έχει και τους δυο. Τον αντρούλη της κορώνα στο κεφάλι της και τον εργοδότη να περιποιείται το μουνί της με το μαγικό ραβδί του.»
Και μου λες πως δεν είναι ο τύπος της γυναίκας που φαίνεται να έκανε τέτοια πράγματα στα νιάτα της. Αυτό αγαπητή μου ξαδέλφη αποτελεί μια συνηθισμένη έκφραση στερεοτυπικής κρίσης, βασισμένη στην εξωτερική εμφάνιση, τη συμπεριφορά ή την κοινωνική εικόνα που εκπέμπει ένα άτομο στο παρόν. Έχουμε συνηθίσει να κρίνουμε τους ανθρώπους με βάση τα «καλούπια» της κοινωνίας που ζούμε. Κάτι που αποτελεί ένα βαθιά ριζωμένο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης κοινωνικής μας συμπεριφοράς και αυτό μας οδηγεί σε προκαταλήψεις, άδικες κρίσεις και στερεότυπα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Μεγαλώνουμε σε περιβάλλοντα που μας διδάσκουν τι είναι «αποδεκτό» και τι όχι. Αυτά τα πρότυπα περνάνε από γενιά σε γενιά, δημιουργώντας κοινωνικές νόρμες. Αν μια γυναίκα φαίνεται συντηρητική, σοβαρή ή ήρεμη τώρα, θεωρούμε αυθαίρετα ότι το ίδιο ίσχυε και στο παρελθόν της. Ξεχνάς πως ο άνθρωπος αλλάζει, ωριμάζει και εξελίσσεται. Το παρελθόν ενός ατόμου στα νιάτα του δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα το ποιος είναι στη συνέχεια και αγνοώντας συχνά ότι ο καθένας έχει μια προσωπική ιστορία που δεν φαίνεται πάντα με την πρώτη ματιά.
«Αα εσύ το συνεχίζεις! Πιστεύεις να έκανε τέτοια μια καλή και ευσεβής χριστιανή.  Οι πράξεις στις οποίες αναφέρεσαι είναι αντίθετες με τις αξίες τη χριστιανικής ηθική και δεν συνάδει με την εικόνα μιας αληθινά ευσεβούς χριστιανής όπως τυγχάνει να είναι η πεθερά μου.»
«Α ρε ξαδέρφη  Ο χριστιανισμός διδάσκει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ατελείς και επιρρεπείς σε λάθη, ανεξάρτητα από την πίστη τους.  Η ευσέβεια δεν κρίνεται μόνο από εξωτερικές πράξεις, αλλά από την καρδιά και τη στάση ζωής και στην ανθρώπινη φύση ο καθένας, ανεξάρτητα από τη θρησκευτικότητα του, είναι άνθρωπος με πάθη, αδυναμίες και δυνατότητα λάθους. «Δεν έχεις ακούσει την παροιμία που λέει «και την πούτσα στο μουνί και την ψυχή στον παράδεισο.»
« Δηλαδή εσύ πιστεύεις πως η Ηρώ σαν σοβαρή οικογενειάρχης και τίμια και σκληρά εργαζόμενη, δεν είχε αντίρρηση να αναλάβει ανάμεσα στα υπόλοιπα εργασιακά της καθήκοντα να αναλάβει ταυτόχρονα να εκπληρώνει και καθήκοντα του σεξ με το αφεντικό της;»
«Καταλαβαίνω ότι η άποψη μου αυτή μπορεί να σου φαίνεται υπερβολική και αβάσιμη από τη δική σου οπτική γωνία. Ως εκτός του στενού σου οικογενειακού σου κύκλου, δεν έχω προσωπικά συναισθήματα ή προκαταλήψεις για την πεθερά σου. Οι σκέψεις μου βασίζονται αποκλειστικά σε δεδομένα και πληροφορίες που είναι διαθέσιμα, με στόχο την παροχή μιας αντικειμενικής ανάλυσης. Αν θεωρείς ότι κάποια στοιχεία είναι λάθος, θα χαρώ να μου τα επισημάνεις για να επανεξετάσω τα δεδομένα της ιστορίας μου. Ξαδέρφη! Ποιος νέος άνθρωπος που βρίσκει στο δρόμο του τον σεξουαλικό παράδεισο τον απορρίπτει αντί να τον «απολαύσει; Το σεξ αγάπη μου πάει πακέτο με τα νιάτα. Αλλιώς δεν είναι σεξ, είναι απλώς παρέα, συντροφιά στον καναπέ, μπροστά στην τηλεόραση ή στο τραπέζι με σούπα και γιαούρτι με χαμηλά λιπαρά. Ασε που θα σκεφτόταν πως θα ήταν κρίμα και άδικο να σκαλώσει και να απορρίψει τέτοια ευκαιρία για εργασία, και τι θα έκανε εάν έμενε χωρίς δουλειά, με τόσες οικογενειακες υποχρεώσεις; Και ο Ελληνοκαναδός ένας άνδρας δυνατός, με ωραίο παράστημα, δεν ήταν παιδαρέλι, αλλά ήταν κοσμοπολίτης έμπειρος άνδρας και πολύ καυλιάρης. Από την πρώτη στιγμή, κατάλαβε ότι η κυρία ήταν μεν μια πανέμορφη χωριατοπούλα, άπραγη όμως δεν ήταν, σίγουρα της το είχαν γλείψει και άλλοι το γατάκι της και δεν την έπαιρνε και για ηρωισμούς όταν ο ομορφάντρας γαιοκτήμονας της έκλεινε πονηρά το μάτι. Εγώ ένα σου λέω! Μοιράζονταν μια ισχυρή και αμφίδρομη σεξουαλική σχέση και όχι μόνο δεν είχε αντίρρηση η κυρία, αλλά ήταν κάτι που, την απογείωνε. Φως φανάρι ήταν πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Μύριζε άνοιξη, όταν αποφάσισαν να δώσουν ηδονή και χαρά ο ένας στον άλλον. Ο εργοδότης σε μια πράξη σεξουαλικού αλτρουισμού της δείχνει τη λατρεία και την αφοσίωση του στο μουνί της που έσταζε μέλι με το να της το προσκυνάει, να το γλείφει και να το περιποιείται με μεράκι και η κυρία τρελαμένη από την καύλα να χαίρεται τον έρωτα τους όταν το διψασμένο μουνάκι της έβγαζε φλόγες και ξεχείλιζε από ηδονικούς χυμούς αναζητούσε συνεχώς την γλώσσα του, γούσταρε τρελά, του έλεγε πόσο της αρέσει που την πηδάει τόση ώρα χωρίς να του πέφτει, και ανακουφίζει τις καύλες της. 
......«Λοιπόν δώσε βάση, να σου διηγηθώ με περισσότερες λεπτομέρειες πως φαντάζομαι ότι ξεκίνησε και πως εξελίχτηκε η γνωριμία τους:» 
«Μείνε ήσυχη! Δίνω όλη μου την προσοχή! Πως το λένε! Δώσε προσοχή και άκουσε τα λόγια των σοφών.»
Και η Άλκηστις σαν άλλη ιστορική πηγή με αφηγηματική τεχνική περιγράφει με τη φαντασία της πως γνωρίστηκαν η Ηρώ και ο Λέανδρος και πώς ξεκίνησε η επαφή τους. Επιλέγει ως το πιο κρίσιμο σημείο της ιστορίας τη πως η «αύρα», η έλξη ξεκινά από την πρώτη στιγμή, από τον μαγνητισμό που εκπέμπει ο ένας στον άλλον, από μια απλή τυχαία συνάντηση, και στη συνέχεια μέσα από μια περίπλοκη περιγραφή, αναδεικνύει τη σχέση τους με βάση το σεξουαλικό, και συνεχίζει να αφηγείται πράγματα γνωστά που συμβαίνουν γύρω μας καθημερινά μα λίγο τραβηγμένα σ'όλα της Ηρώ τα ερωτικά πεπραγμένα:
.....Έχω ακούσει πως όταν ήταν μικρός ο Νικηφόρος και πήγαινε σχολείο αγγλικών είχε συμμαθητή και φίλο έναν ανιψιό του εργοδότη της. Κάποιο απόγευμα ο ομορφάντρας πήγε στη σχολή ξένων γλωσσών να πάρει τον ανιψιό του και έγινε αφορμή να γνωρίσει την Ηρώ. Ήταν η ώρα που η Ηρώ είχε αναλάβει υπηρεσία καθαρισμού στις αίθουσες.
Ο ομορφάντρας μας λοιπόν είδε μια νεαρή γυναίκα που έλαμπε μέσα στο λουλουδάτο ξεμανίκωτο φόρεμά της, πάνω από λόγια όμορφη. Γαϊτανοφρύδα, με μάτια δυο καφέ σμαράγδια και μάγουλα ροδόφυλλα, και το στητό κορμί, σαν το θυμαρίσιο μέλι. Ψηλή αγέρωχη κορμοστασιά μ' ένα τσεμπέρι στο κεφάλι που καλύπτει μερικώς τα ατίθασα μαλλιά της. Χτυπήθηκε ο νιος από νταλκά και ντέρτι.
Ρωτάει και μαθαίνει ότι εργάζεται στο σχολείο περιστασιακά. Έχει αναλάβει να καθαρίζει τις αίθουσες του σχολικού συγκροτήματος μια φορά την εβδομάδα. 
Πληροφορήθηκε για το πρόσωπο της, ότι είναι μια νέα γυναίκα που έχει μετοικίσει τα τελευταία χρόνια στην πόλη τους με την οικογένεια της από μια μακρινή περιοχή του Ελληνικού νότου και επειδή είχαν οικονομικά προβλήματα στην οικογένεια της, εργάζεται πολύ σκληρά να μεγαλώσει τα παιδιά της. Όντως μετανάστης κάποτε κι αυτός έδειξε περίσσιο ενδιαφέρον. Ο καστανόξανθος Ελληνοκαναδός αναζητούσε μια γυναίκα να του προσέχει το σπίτι και τις υπόλοιπες κτιριακές εγκαταστάσεις στο κτήμα του στον κάμπο. 
Εκεί λοιπόν στο προαύλιο χώρο του σχολείου ανυπόμονα ζήτησε να του συστήσουν το.... «Λουλούδι σου.» Ήταν ένα μαγιάτικο πρωινό που μύριζε καλοκαίρι, που η Ηρώ πρώτη φορά τον είδε να εμφανίζεται μπροστά της ο άνδρας και μα την αλήθεια ήταν απελπιστικά ωραίος. 
Τον κοιτάζει! Δίνει την εντύπωση ότι μόλις γύρισε από τζόκινγκ ή από το γυμναστήριο. Φαίνεται λίγο ιδρωμένος αλλά όχι αποκρουστικός. Και κατά κάποιον τρόπο πολύ ελκυστικός. Ψηλός γύρω στο ένα ογδόντα πέντε, καστανός ηλιοκαμένος με γκρίζο-πράσινα μάτια και αθλητικό κορμί. Σφριγηλός όλο ζωντάνια, η κατατομή αρχαίου ελληνικού αγάλματος, μέτωπο ψηλό ίδιος ο αγαπημένος της ήρωας στο ερωτικό φωτορομάντζο του «Θησαυρού» που συντροφεύει τα σαβατοκύριακα κυρίως το γυναικείο κοινό και δεν πήρε ούτε στιγμή τα μάτια της από πάνω του. 
«Καλημέρα σας αγαπητή μου κυρία! Έμαθα πως είστε καινούργιοι κάτοικοι της πόλης μας.  Σας εύχομαι καλώς ήρθατε λοιπόν στην πόλη μας!»
«Καλημέρα σας! Σας ευχαριστώ πολύ για το καλωσόρισμα!»
«Σαν καινούργιοι κάτοικοι ελπίζω να την βρίσκεται ενδιαφέρουσα την πόλη μας» Της λέει σ' ένα τυπικό, φιλικό καλωσόρισμα, που συνηθίζεται από έναν ντόπιο προς έναν νεοφερμένο.
«Είναι δεύτερος χρόνος που μετακομίσαμε στον τόπο σας!»
«Σας αρέσει η περιοχή μας, η πόλη μας;» Τη ρωτάει για τις πρώτες της εντυπώσεις από την πόλη.
«Μετά τον πρώτο χρόνο προσαρμογής, ο δεύτερος χρόνος είναι συνήθως αυτός όπου αρχίζει κανείς να νιώθει πραγματικά στο «σπίτι του», γνωρίζοντας τις γειτονιές, τις συνήθειες και τις υποδομές της περιοχής.» του απαντάει με λίγη αβεβαιότητα
«Βολευτήκατε, λύσατε τα πρακτικά ζητήματα της μετακόμισης.»
«Ευχαριστώ! Ναι, όλα καλά, βολευτήκαμε.»
Όταν αυτός σκύβει να ανοίξει το πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου για να βάλει ένα σάκο που του είχε παραδώσει η διαχειρίστρια της σχολής τον παρατηρεί ότι έχει γυμνασμένη και μυώδη κορμοστασιά. Το βλέμμα της κατηφορίζει προς το καβάλο του παντελονιού του. Δεν είναι δυνατόν! Όχι μόνο το πρόσωπό της, αλλά και ολόκληρο το σώμα της παίρνει φωτιά από την αμηχανία της. Ελπίζοντας να μην προδοθεί από το επίμονο βλέμμα της, αμήχανα γυρίζει αλλού κι διορθώνει το πλαίσιο με τον αριθμό της οδού που είναι τοποθετημένος στην αριστερή κολόνα της σιδερένιας αυλόπορτας του σχολικού κτηρίου. 
Ο καταιγισμός των ερωτήσεων του επιβεβαιώνει ότι την έπιασε στα πράσα. Όμως στέκεται σοβαρός και γι’ αυτό προσποιείται ότι δεν κατάλαβε απολύτως τίποτα. Σίγουρα θα είχε επιτυχίες στις γυναίκες σκέφτηκε η Ηρώ και αισθάνθηκε ένα περίεργο κύμα ανατριχίλας να διατρέχει το κορμί της. 
Τα ωραία χαρακτηριστικά του, το βαθιά μελαγχολικό του βλέμμα, με το ωραίο μελανό των ματιών του, που μέσα τους σπινθηροβολούσαν και ο γοητευτικός τόνος της φωνής του τη μαγνήτιζε άθελά της. Μια γοητευτική παρουσία που γύρισε στην πατρίδα του πατέρα του και ασχολήθηκε με την γεωργία δυναμικά. Μοναχογιός ενός μεγαλοκτηματία είχε σπουδάσει μηχανολόγος μα πήρε απόφαση ζωής να ασχοληθεί με την γεωργία.
«Ωστόσο, με την άδεια σας, είμαι «εδώ» για να σας βοηθήσω! Με πληροφορίες που πήρα από τη σχολή του γιου σας έμαθα πως αναζητάτε ευκαιρίες για απασχόληση. Ίσως μπορώ να σας φανώ χρήσιμος και να σας προτείνω εάν ενδιαφέρεστε εργασία!» 
«Ευχαριστώ για την πρόταση! Είναι αλήθεια πως αναζητώ ευκαιρίες για απασχόληση.» Του απαντά η Ηρώ επιβεβαιώνοντας την αποδοχή της πρότασης του.
«Είναι μεγάλη μου χαρά να συνεργαστούμε! Της λέει ο άνδρας σε μια τυπική, ευγενική και επαγγελματική έκφραση που υποδηλώνει ότι ο άνδρας αντιμετωπίζει τη συνεργασία με, ικανοποίηση.»
Διαπραγματεύτηκε μαζί της και της πρότεινε αν μπορεί να αναλάβει τη γενική επιστασία καθαριότητος του σπιτιού, των αποθηκευτικών χώρων, στο κτήμα του και μερικές πάρεργες εργασίες στο αντλιοστάσιο του κτήματος. Της άρεσε σαν προοπτική αυτού του είδους η εργασιακή απασχόληση και επειδή το σπίτι ήταν λίγα χιλιόμετρα εκτός πόλης τον ρώτησε αν μπορούν να πάνε να το δει. 
Δώσανε ραντεβού για το επόμενο πρωινό να της δείξει το οίκημα και να συζητήσουν για το ποιες δουλειές μπορεί να αναλάβει.
Κάνει ένα βήμα μπροστά και της δίνει το χέρι του! Είναι μια κλασική σκηνή που δείχνει «πλησίασμα» και διάθεση για σύνδεση. «Λοιπόν συμφωνήσαμε! Ραντεβού αύριο το πρωί;» 
Η Ηρώ κουνάει το κεφάλι καταφατικά και τον κοιτάζει στα μάτια. Νομίζει είναι καστανά, πιο ανοιχτόχρωμα από τα δικά της, πιο πολύ μελιά. Η πρότασή του της ακούγεται ενδιαφέρουσα, πράγμα ευχάριστο! «Ευχαριστώ για την πρόταση».
Την ώρα που την χαιρετούσε τα μάτια του ταξίδεψαν από το χέρι της στο πρόσωπό της, έμεινε να την κοιτάζει με σαφές νόημα. Τα μάτια, το στόμα η έκφραση των ματιών. Γυναίκα με νεύρο, σκέφτηκε ο Άνδρας.  Τα μάτια της καστανά, βαθιά, σπινθηροβόλα. Παράλληλα με το πετάρισμα των βλεφάρων της, πρόβαλε ελάχιστα τη ροδαλή της γλώσσα στο πλάι των χειλιών της, σα να της είχε ξεφύγει μια σταγόνα πολύτιμη που έπρεπε να τη μαζέψει. Αντίκρισε πρώτη φορά το στόμα που θα τον έκανε να μαλακίζεται ατελείωτα με τη φαντασίωση πως τον πιπιλάει, τον γλείφει, τον ρουφάει. Χείλη περήφανα και παιχνιδιάρικα. Χείλη γεμάτα με την καμπύλη τους προς τα πάνω. 
 Καθώς πηγαίνει προς την πόρτα του σχολείου, του ρίχνει μια ακόμη κλεφτή ματιά με την άκρη του ματιού της.
«Σας εύχομαι καλή συνέχεια.» της λέει. 
«Ευχαριστώ!» και συνέχισε αγέρωχη το βάδισμά της. Αργό λικνιστικό και σίγουρο, με δυο γάμπες μακριές και τορνευτές κι εκείνος με κολλημένο το βλέμμα στην υπέροχη σιλουέτα της ένιωσε μια έλξη, ένα κάτι μέσα του γι’ αυτήν τη γυναίκα.  Κάτι πάνω της το τραβούσε σα μαγνήτης. Κάτι απροσδιόριστο και ωραίο. Η φούστα σταμάταγε στο γόνατο και μέσα της διαγραφόταν ο υπέροχος τροφαντός της κώλος, που στο λίκνισμα του δεν άντεξε και στη εκεί στη μέση του δρόμου, άγγιξε απαλά το εξόγκωμα του καβάλου του. Η γυναίκα απομακρύνθηκε και τότε ένιωσε όλη την ντροπή του. Ευτυχώς η πόρτα του αυτοκινήτου έκρυβε τη θέα στο επίμαχο σημείο.
 ...Το επόμενο πρωινό πήγε στο σχολείο τα παιδιά της και στη συνέχεια τον περίμενε. Ύστερα από δέκα λεπτά έφτασε και ο άνδρας. Η Ηρώ ήταν τότε τριάντα δυο ετών, ψηλό ανάστημα, μαυρομάλλα με μπούκλες, στητό στήθος, απίθανα πόδια και γαμάτο κωλαράκι.!  
Ειδικά σήμερα για κάποιο απροσδιόριστο λόγο ένιωσε την ανάγκη να δείξει εμφανισιακά τον καλύτερο της εαυτό σ' εκείνον τον άνδρα. 
Το αποτέλεσμα ήταν ένα πλάσμα όλο χάρη, ....αιθέρια όμορφη.... είχε κορμοστασιά δέντρου και ήταν δροσερή σαν φρέσκα βρύα! Φορούσε ένα αέρινο φλοράλ φόρεμα και κάλτσες σε γήινο χρώμα.
«Καλημέρα.  Συγνώμη που άργησα » της είπε.
«Απεναντίας δεν αργήσατε... Νομίζω ότι είσαστε πολύ ευγενικός και συνεπής στο ραντεβού μας!» τον καθησύχασε. «Σήμερα έχω αρκετό ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή μου» συμπλήρωσε.
«Χαίρομαι που το ακούω! Είμαι εδώ και στη διάθεσή σας.»
Τίναξε τα μαλλιά της αγέρωχα προς τα πίσω και γλίστρησε σιωπηλά στη θέση του συνοδηγού. Ο οδηγός βγαίνει στο δρόμο και ξεκινά τη διαδρομή που οδηγεί στην έξοδο από την πόλη. Ύστερα από ένα μεγάλο οικοδομικό τετράγωνο ήταν η χέρσα γη. Οδηγώντας με χαμηλή ταχύτητα και κατεβασμένα τα παράθυρα, αφήνει τον ήχο από το δροσερό μαΐστρο να φέρνει τις μυρωδιές του κάμπου και να γεμίζει τα πνευμόνια τους με τη πρωινή δροσιά.
Η Ηρώ κρατήθηκε από τη χειρολαβή, καθώς ο άντρας έπαιρνε μια απότομη στροφή και κόρναρε σ’ ένα φορτηγό φορτωμένο με σακιά. Στην διαδρομή ο άνδρας χάζευε τα όμορφα στήθη της Ηρώ πίσω από το φλοράλ βαμβακερό φουστάνι της και κάθε τόσο έριχνε πλαϊνές ματιές για να πάρει μάτι τα όμορφα μακριά πόδια της, κάτω από το φουστάνι της και ένιωθε τον πούτσο του ότι άρχισε να φουσκώνει μέσα από το παντελόνι του.
Η Ηρώ κατάπιε με δυσκολία και κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο. Δεν ήθελε να καταλάβει εκείνος πόσο επηρέαζε την αυτοκυριαρχία της. Κάθε φορά που άλλαζε ταχύτητα, το παντελόνι του τσίτωνε πάνω από τους δυνατούς μύες των μηρών του και η Ηρώ ένιωθε τη θέρμη του κορμιού του στον περιορισμένο χώρο του αυτοκινήτου.
Το ξύπνημα των ενστίκτων της παρουσιάστηκε ανάμεσα στους μηρούς της και τη σόκαρε το γεγονός ότι της ήταν πολύ δύσκολο να το καταπνίξει. Το άρωμά του, ανακατεμένο με τη μυρωδιά του κορμιού του, γινόταν ακόμη πιο ακαταμάχητο. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια της και προσπάθησε να φανταστεί ότι εκείνος δε βρισκόταν μαζί της στο αμάξι. Τι της συνέβαινε; Ο άντρας αυτός διέθετε όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα πρώτης τάξεως εραστή. 
«Μην ανησυχείς» είπε ο Λέανδρος την ώρα που τα μακριά του δάχτυλα έπαιζαν ανυπόμονα πάνω στο γόνατό του. «Σε λίγο μπαίνουμε σε ποιο ομαλό δρόμο και θα μπορέσω να αυξήσω ταχύτητα.» 
«Α, ωραία» είπε η Ηρώ κοιτάζοντας ανήσυχα το προφίλ του. «Σε πόση ώρα υπολογίζεις ότι θα έχουμε φτάσει στο κτήμα;» 
«Περίπου σε δέκα πέντε λεπτά. Αν κάνω γρήγορα.» 
 «Αν δεν έχεις κάτι επείγον να κάνεις στη συνέχεια, δεν χρειάζεται να βιάζεσαι. Νιώθω ευχάριστα τη διαδρομή.» 
Ο άντρας χαμογέλασε πλατιά και κοίταξε ίσια μπροστά του χωρίς να πατήσει το γκάζι. 
...Όσο πέρναγε η ώρα ο άνδρας διαπίστωνε ότι η Ηρώ ήταν πολύ ευχάριστη γυναίκα, και με ιδιαίτερη άνεση στις κινήσεις της,, με την πολύ πλούσια θηλυκή σεξουαλικότητα της και με δυσκολία συγκρατούσε να μην της δείξει τις καύλες του γιατί του άρεσε πολύ αυτή η αισθησιακή γυναίκα που του προκάλεσε το ερωτικό ενδιαφέρον άλλα σαν γνήσιος τζέντλεμαν δεν της την έπεσε. 
Στην αρχή επικράτησε μια αμηχανία αλλά στην συνέχεια που άρχισαν τις συστάσεις, γνωρίστηκαν καλύτερα οι δυο τους και έπιασαν την κουβέντα. Αν και μιλούσαν στον πληθυντικό, πολύ γρήγορα αισθάνθηκαν μία παράξενη οικειότητα. Ο Λέανδρος από την πρώτη στιγμή ένιωθε φιλικά και άνετα μαζί της, ωσάν να την ήξερε από χρόνια κι απ’ ότι φάνηκε κι η Ηρώ το ίδιο φιλικά και άνετα ένιωθε και αυτή. Ο Λέανδρος γνώριζε ότι η Ηρώ ήταν παντρεμένη από τις έγκυρες πληροφορίες που είχε! Άλλωστε, η βέρα στο χέρι της το μαρτυρούσε. Ξεκίνησαν να μιλάνε για διάφορα θέματα, η δουλειά, η κούραση, το καλοκαίρι, η ζέστη, τα παιδιά. Ουσιαστικά μιλούσαν και λέγανε τα κοινότυπα, όπως είναι αναμενόμενο σε τέτοιες περιπτώσεις. Κάποια στιγμή η κουβέντα γύρισε, εξίσου αναμενόμενα, στα πολύ προσωπικά τους. Ο Λέανδρος διαθέτει επικοινωνιακές ικανότητες, με αποτέλεσμα να μη δυσκολεύεται, καθόλου να προσεγγίσει μια γυναίκα που του αρέσει πολύ ώστε να δημιουργηθεί έλξη και σύνδεση μεταξύ τους με αποτελεσματικό τρόπο, κάνοντας το πρώτο βήμα. 
Τα πράγματα γενικώς εξελίχθηκαν πολύ απλά. Ο Λέανδρος με αυτοπεποίθηση, άνετος και χαλαρός κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους τη βοηθάει την Ηρώ να βγάλει προ τα έξω τον καλύτερο εαυτό της, αυτό που πραγματικά είναι.
Όταν η Ηρώ άρχισε να αισθάνεται άνετα με θετικά συναισθήματα του διηγήθηκε πως ήταν παντρεμένη δώδεκα χρόνια τώρα χωρίς να αναφέρει με ιδιαίτερο ζήλο τον άνδρα της ότι είχε ήδη δύο αξιολάτρευτα παιδιά που πήγαιναν στο δημοτικό σχολείο.
«Παντρεύτηκες σε πολύ νεαρή ηλικία. Επομένως εύλογα κανείς θα συμπεράνει ότι ήταν Έρωτας.»
«Πιθανόν ναι! Παντρεύτηκα πολύ παρορμητικά και σε νεαρή ηλικία. Αν είσαι κοριτσάκι, ονειρεύεσαι από τα πέντε σου το νυφικό που θα φορέσεις.»
«Δεν έχει και μεγάλο ενθουσιασμό, με το σύζυγο της. Δεν είναι ενθουσιασμένη μαζί του και έχει μάλλον μια δύσκολη περίοδο, ο γάμος τους» σκέφτηκε ο Λέανδρος. Σημάδια που δηλώνουν ότι ίσως κάτι δεν πάει καλά στη σχέση τους και η σεξουαλική τους ζωή πάει στραβά. Χαμογέλασε και πες από διαίσθηση, είπε ότι εδώ υπάρχει ενδιαφέρον μ΄ αυτή την ξεχωριστή ομορφιά.
Αυτός της είπε πως είναι ακόμη εργένης, πριν λίγα χρόνια τελείωσε τις σπουδές του στον Καναδά απ' όπου είχε καταγωγή η μητέρα του και έχει μόλις τρία χρόνια που γύρισε στην Ελλάδα και ανέλαβε την πατρική τους επιχείρηση.
Γενικότερα, χωρίς να το επιδιώξουν ένιωσαν από την πρώτη στιγμή κάτι παραπάνω από έναν ενθουσιασμό για την γνωριμία τους και είναι εμφανής μια αμοιβαία χημεία μεταξύ τους, μια ανεξήγητη έλξη και αυτή την αίσθηση πως ένα βλέμμα ή μια κίνηση αρκεί για να καταλάβει ο ένας τον άλλον. 
Δεν εξηγείται αλλιώς η ενέργεια που ένιωθαν ο ένας για τον άλλο και τους κάνει να πιστεύουν ότι όλα είναι σχεδιασμένα από κάπου.
Συνέχισαν να μιλάνε περί ανέμων και υδάτων. Για τις ζωές τους, τα όνειρά τους, τα προβλήματά τους. Για όλα αυτά που θα ήθελαν και στερηθήκαν επειδή έτσι επιλέξανε τη ζωή τους.
.... Έφτασαν στο κτήμα σχετικά γρήγορα πάρκαραν στην αυλή και βγήκαν απ’ το αμάξι. Με μια πρώτη ματιά η Ηρώ αντιλαμβάνεται ότι το σπίτι ήταν τεράστιο. Όχι μόνο το κυρίως σπίτι που ήταν διώροφο με σοφίτα και με αετώματα που διατηρεί την ομορφιά του παρελθόντος, αλλά και ο εξωτερικός χώρος ο οποίος ήταν ικανός να φιλοξενήσει εναλλακτικά εκδηλώσεις και να φιλοξενήσει καλεσμένους για γαμήλιο πάρτι. Τελειώνοντας τον έλεγχο στο εσωτερικό ξεκίνησαν για τους εξωτερικούς χώρους, γεγονός που τους χαροποίησε ιδιαίτερα. Της έδειξε τις αποθήκες του κτήματος τις εγκαταστάσεις με τα αρτεσιανά νερά, ανάμεσα σε θεόρατα αιωνόβια σκιερά πλατάνια. Τριγύρω από το σπίτι μπαξές με λεμονόδεντρα, ανατολικά ένα μικρό δάσος από βυσσινιές και ένας αμπελώνας.
Μια σκηνή από την ονειρική Εδέμ. Μια εικόνα παραδείσου όλες τις εποχές του χρόνου. Η μέρα ανοιξιάτικη οι αγροί στραφτάλιζαν ολόγυρα και τα δένδρα λικνίζονταν απαλά. Κι ενώ περιδιάβαιναν τους χώρους και της εξηγούσε όλα αυτά πάντα με μια ευγενική διακριτικότητα, έβλεπε και θαύμαζε το στητό της στήθος, τα τορνευτά, τουρλωτά και αφράτα καπούλια της. που τον προκαλούσαν να τα χαϊδέψει, να τα τσιμπήσει. Η φαντασία του οργίαζε και ο πούτσος του γινόταν όλο και ποιο μεγάλος.
Έχοντας ολοκληρώσει την ενημέρωση τη ρώτησε. «Λοιπόν… τι λες! Πως σου φαίνεται;» Τη ρωτάει με τόνο προσμονής και διερεύνησης. 
«Είναι μια πολύ καλή προοπτική για μένα, αλλά με προβληματίζει…»
«Για να μπορέσω να σε βοηθήσω να ξεκαθαρίσεις το τοπίο, θα ήταν χρήσιμο να μου πεις αν θέλεις τι είναι αυτό που σε προβληματίζει;» Τη ρώτησε βάζοντας τα χέρια του στις τσέπες.
«Η διαδρομή…»
«Δηλαδή;», έκανε αυτός με απορία. «Αν θέλεις, μοιράσου μαζί μου περισσότερες λεπτομέρειες για να το συζητήσουμε συγκεκριμένα.»
«Είναι πολύ μακριά και δεν ξέρω πως θα μπορούσα να 'ρχομαι;» Εκφράζει την αβεβαιότητα της και την πρακτική δυσκολία που έχει να αντιμετωπίσει.»
«Καταλαβαίνω απόλυτα τον προβληματισμό σου. Συχνά, οι ευκαιρίες φέρνουν μαζί τους και τις αμφιβολίες, γιατί ακριβώς οι αμφιβολίες έχουν σημασία. Αν σ' αρέσει και σ ενδιαφέρει η δουλειά μην σε προβληματίζει. Πρώτον συνήθως θα σε φέρνω εγώ, και δεύτερον έχει ενδιάμεσο σταθμό στο κτήμα το αστικό λεωφορείο που εκτελεί τη γραμμή στο διπλανό μας χωριό.»
.......«Ρε Άλκηστις πολλά προκαταρκτικά έχει η νουβέλα σου. Πολύ μπλα μπλα και από ενδιαφέρουσα σεξουαλική δράση μηδέν. Λάδια πολλά κι από τηγανίτα τίποτα. Η νουβέλα απαιτεί να λες πολλά με λίγες λέξεις. Τελικά η γυναίκα είχε ερωτική επαφή με τον εργοδότη της;  Πως το λένε απλά και λαϊκά, με τρόπο κατανοητό, άμεσο, χωρίς περιττές επισημότητες και δύσκολες λέξεις, το «έπνιξε το κουνέλι»; 
 το «έπνιξε το κουνέλι»; 
«Λοιπόν άκου και τη συνέχεια που θα σ’ αρέσει! Με την τηγανίτα της πεθεράς σου να κολυμπάει μες στα μέλια.»
«Τα μέλια δεν βλέπω! Ακόμη ζεσταίνετε το ελαιόλαδο στο τηγάνι. Να δούμε πότε θα ζεσταθεί!»
«Υπομονή και θα στις σερβίρω τις τηγανίτες με μέλι και κανέλα να τις απολαύσεις.»
«Άντε λοιπόν! Καλή μας όρεξη.» 
....... Το συγκρότημα είχε συνδεθεί με το δημόσιο δίκτυο παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και από μέρα σε μέρα περίμεναν και την γραμμή τηλεφώνου. Έχει τώρα δυο μήνες που η Ηρώ εργάζεται στο κτήμα του. Το διάστημα αυτό το κτήμα απέκτησε και την πολυπόθητη τηλεφωνική σύνδεση και ο Λέανδρος περιχαρής της έχει πλέον προτείνει αποκλειστική απασχόληση. Νιώθει ότι την αφήνει σε σχετική ασφάλεια τα μεγάλα διαστήματα που απουσιάζει εξασφαλίζοντας της επαφή με την πολιτεία.
Η Ηρώ του ήρθε τόσο ξαφνικά στη ζωή του, και την καρδιά του βασανίζει τόσο γλυκά μ’ αποτέλεσμα ο ωραίος εργοδότης της να νιώθει ερωτευμένος με την πανέμορφη γυναίκα, στα τριάντα τρία του χρόνια.
Άλλα ταυτόχρονα και η Ηρώ όσο περνούν οι ήμερες  φαίνεται διαφορετική, τα μάτια της λάμπουν και κάτι στην έκφραση της δείχνει ιδιαίτερη χαρά. Ο χαρακτήρας του, το χιούμορ του, η βοήθεια του στην προσαρμογή της και εντέλει η επικοινωνία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους σε  αυτό το χρονικό διάστημα, ήταν μερικά από αυτά που την έκαναν να αρχίσει να τον βλέπει με ενδιαφέρον σαν άνδρα.
Αυτός, έπιανε τον εαυτό του, να τη σκέφτεται έντονα, να αναρωτιέται τι να κάνει εκείνες τη στιγμές, που να βρίσκεται. Τα βράδια, το μαρτύριο του μεγάλωνε, καθώς σκεφτόταν ότι εκείνη τη στιγμή μπορεί να είναι με τον άντρα της και να κάνει σεξ. Αν και ποτέ δεν είχανε αναφέρει στις ατέλειωτες συνομιλίες τους κάτι για σεξ (ούτε νύξη δεν είχανε κάνει), η φαντασία του οργίαζε.Οι σκέψεις του ήταν ποσότητα καύσιμης ύλης, μια σπίθα και ελάχιστα συναισθήματα αρκούσαν για να ξεσπάσει μια πυρκαγιά και να φουντώσει ανεξέλεγκτα. «Τι συμβαίνει με τη ζωή μου;» αναρωτιέται ο ενήλικας εαυτός του. «Δεν σε αντέχω να ρωτάς, μου είναι δύσκολο με τις ερωτήσεις σου και με τρελαίνεις όταν δεν ησυχάζεις!» είναι η πρώτη απάντηση που του έρχεται να του δώσει ο εαυτός του.»
Ήξερε καλά τι του συμβαίνει, είχε πλήρη επίγνωση, συνείδηση και κατανόηση της κατάστασης, και των κινδύνων και των συνεπειών, χωρίς να υπάρχει άγνοια ή αθωότητα. Ήταν απόλυτα συνειδητοποιημένος ότι από την ημέρα που γνώρισε την Ηρώ αναστατώθηκε άλλαξαν οι ισορροπίες του. Το πληθωρικό ζουμερό της σώμα του προκαλεί τέτοια διέγερση που ο πούτσος και τα’ αρχίδια του φουσκώνουν αυτόματα κι ασυναίσθητα λες κι έχουν να εξοφλήσουν κάποιον εκκρεμή λογαριασμό...» Το θηλυκό της άρωμα ακόμη και τις στιγμές που είναι ανακατεμένο με τον ιδρώτα της εργασίας της τον αναστατώνει σύγκορμα, του διαπερνά ολόκληρο το σώμα και την ύπαρξη από την κορυφή ως τα νύχια.
Μα και της Ηρώ μέρα με την ημέρα κάτι άλλαξε στη σχέση με τον εργοδότη της. Ήταν κάτι που ποτέ δεν ειπώθηκε με λόγια, αλλά υπήρχε στον αέρα, αιωρούνταν ανάμεσά τους κάθε φορά που τον συναντούσε έκτοτε και μιλούσαν τόσο για τις εργασίες όσο και περί ανέμων και υδάτων. Υπήρχε πάντα αυτή η σπίθα στα μάτια του, η φλόγα μιας επιθυμίας ελεγχόμενης και κατά το δυνατόν διακριτικής, αλλά ολοζώντανης, που η λογική της κάποιες φορές την αμφισβητούσε, αλλά το κορμί της ανταποκρινόταν απόλυτα σε αυτή, αναριγώντας κάθε φορά που εκείνος την άγγιζε δήθεν τυχαία ευγενικά. Εκείνος το είχε καταλάβει αυτό και έλεγχε το παιχνίδι κάθε φορά που την άγγιζε! Τη φαντάζεται στην αγκαλιά του, να της κάνει έρωτα μέσα σε μια κατάσταση ακραίας έντασης και απόλυτης παράδοσης σε στιγμές που θα ξεπερνούν τα όρια της λογικής και θα βιώνουν την απόλυτη ικανοποίηση. Τη φαντάζεται σε στιγμές όπου ο λόγος θα χάνεται και δίνει τη θέση του σε άναρθρες κραυγές σε έναν κόσμο πέρα από την καθημερινότητα, όπου η ηδονή γίνεται «απόλυτη».
«Στην εφηβεία σου πρέπει να είχες ξετρελάνει τους άνδρες με την ομορφιά σου.» της λέει 
Η Ηρώ του έριξε μια λοξή ματιά. «Τι σας κάνει να το λέτε αυτό;»
Όταν εκείνος δεν απάντησε, κατέβασε το βλέμμα της στα χέρια της και συνέχισε: «Οι επιλογές μου ήταν μάλλον πολύ περιορισμένες!». 
«Πώς κι έτσι;» 
«Να το χωριό μας είχε μόνο λίγους άνδρες ηλικιωμένους και θανατηφόρα βαρετούς», του είπε μετρώντας παράλληλα στα δάχτυλά της. Εκείνος άφησε να του ξεφύγει ένα γελάκι. «Το βρίσκω δύσκολο να πιστέψω κάτι τέτοιο».
 «Ω, μα είναι αλήθεια και γενικά δεν ήμουν ο τύπος της νεαρής κοπέλας που έκανε τους άνδρες να σέρνονται στα πόδια της. Ακόμη και σήμερα όποιος έχει μάτια μπορεί να το δει αυτό. Μια απλή νοικοκυρά είμαι».
«Εγώ έχω μάτια. Και δεν βλέπω μόνο μια απλή νοικοκυρά!». Η φωνή του ήταν χαμηλή, μαλακή και πλούσια σαν βελούδο, καθώς άφησε το δάχτυλό του να χαϊδέψει το μάγουλό της. Η αναπνοή της πιάστηκε και αναρωτήθηκε για το έντονο κύμα της λαχτάρας που την πλημμύρισε. Έσκυψε το κεφάλι στο χάδι του, ανίκανη να αντισταθεί, ενώ εκείνος μετέφερε το χέρι του στο πιγούνι της. «Είσαι πιο όμορφη απ' όσο φαντάζεσαι!» της τόνισε απαλά. Η Ηρώ έκανε έναν μορφασμό, έκλεισε τα μάτια της σε μια αντίδραση αμηχανίας, προσπαθεί ασυνείδητα να «απομονωθεί» από μια άβολη κατάσταση, να κρύψει το συναίσθημά της, ότι κάτι την φέρνει σε δύσκολη θέση. Η λογική της, την προειδοποιεί για τις αρνητικές συνέπειες στο τι επρόκειτο να ακολουθήσει, αλλά το συναίσθημα και η σωματική της αντίδραση έρχεται σε αντίθεση, προκαλώντας της ενοχή και ένιωσε φριχτά σαν να γεύτηκε απαγορευμένο καρπό, που της άρεσε το χάδι του. 
Στα τέλη της εβδομάδας ο Λέανδρος θα αναχωρούσε ταξίδι στην πρωτεύουσα της χώρας για επαγγελματικούς λόγους και άφησε πίσω στο κτήμα την Ηρώ με αρμοδιότητες πλέον διαχειριστή του κτήματος.
Η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να φύγει. «Στο καλό! Καλό σου ταξίδι. Να προσέχεις!» του λέει όταν τον αποχαιρετά.
«Θα σε παίρνω τηλέφωνο, να σε βοηθήσω εάν έχεις τίποτα δυσκολίες. Αλλά εσύ το ξέρω θα τα καταφέρεις»
«Μπορείς να βασιστείς πάνω μου.»
«Σ’ ευχαριστώ και μην διστάσεις να μου ζητήσεις βοήθεια σε ότι χρειαστείς.» Της λέει και την αγκαλιάζει φιλικά να την αποχαιρετήσει καθώς αναχωρούσε.
Οι μέρες κύλησαν, η αγωνία κατά την επιστροφή του που θα την ξαναδεί μεγάλωνε και μετά από χρόνια ένιωθε σαν δέκα επτάχρονος που ετοιμάζεται να βγει ραντεβού. 
Στο καλώς όρισες έδωσαν δυο σταυρωτά φιλιά, μόνο που το ένα ήταν στην άκρη των χειλιών τους δείγμα ότι υπάρχει μεταξύ τους σεξουαλική ενέργεια και έντονο πάθος που τους πυροδοτεί έντονα και εκρηκτικά συναισθήματα.
Τραβήχτηκαν σαν να τους χτύπησε ρεύμα, και κοιτάχτηκαν στα μάτια. Τότε ήταν που, ταυτόχρονα και οι δύο, κατάλαβαν ότι εκείνο που έλειπε από τη ζωή τους ήταν η περιπέτεια, το φλερτ και η ανάγκη να μιλήσουν για θέματα που δεν σχετίζονται με την καθημερινότητα και τη ρουτίνα. Ταυτόχρονα η Ηρώ αισθάνθηκε ένοχη και μια ντροπαλή ζεστασιά να απλώνεται ανάμεσα στα πόδια της. «Αν είναι δυνατόν»… είπε σχεδόν χαζογελώντας στον εαυτό της!  Εκείνη την στιγμή  χτύπησε το τηλέφωνο, που έκανε τα πράγματα λιγότερο άβολα, βγάζοντας τους από την αμήχανη κατάσταση της στιγμής.
..Λένε πως η αποτυχία στην πρώτη προσπάθεια για ερωτική επαφή τείνει να είναι ο κανόνας. Όλα ξεκίνησαν ένα πολύ ζεστό πρωινό που ο ορίζοντας θόλωνε μπροστά στον καταπράσινο κάμπο από την καλοκαιρινή ζέστη και την υγρασία που ο Λέανδρος πήρε την απόφαση να εκφράσει σοβαρά τα ερωτικά του συναισθήματα με ειλικρίνεια, θάρρος και σωστή προσέγγιση χωρίς υπερβολές, αλλά με αυθεντικότητα. Επέλεξε την κατάλληλη στιγμή! Επέλεξε το ήρεμο και ιδιωτικό περιβάλλον του, όπου μπορούσε να της μιλήσει χωρίς διακοπές. Η Ηρώ είχε ξεκινήσει και ασχολείτο στην κουζίνα του σπιτιού με ανοικτά παράθυρα και το αεράκι της παραχωρούσε γενναιόδωρα λίγη δροσιά στο πρόσωπο και στο σώμα. Οι άκρες από τα μαλλιά της έσταζαν, τα ρούχα κολλούσαν ευχάριστα πάνω της και το πρόσωπο της ήταν περίεργα δροσερό. Φορούσε ένα λινό φουστάνι με σχετικά ανοιχτό ντεκολτέ, μέσα από το οποίο διαγραφόντουσαν τα δυο υπέροχα στήθη της. Σταρένιο το δέρμα της και λίγο μαυρισμένο από τον καλοκαιρινό ήλιο, υπέροχο βλέμμα με μάτια μελιά και αστραφτερό γλυκό χαμόγελο. Πηγαινοέρχεται απασχολημένη μπροστά από τον πάγκο του νεροχύτη, σκυμμένη με τα πόδια ελαφρώς ανοιχτά το φουστάνι από τον ιδρώτα κολλούσε πια στο σώμα της, είχε γίνει ένα με αυτό, το τέλος του το είχε αναδιπλώσει στο λάστιχο της κιλότας για να μην την εμποδίζει στην εργασία της και αποκάλυπτε τα ζουμερά και καλλίγραμμα πόδια της μέχρι ψηλά στου μηρούς της. 
Ήταν ξυπόλητη. Ο Λέανδρος με την άκρη του ματιού του συνέχιζε να την παρατηρεί, την κοιτούσε για ώρα, φαινόταν σαν χαζός, αλλά είχε υπνωτιστεί από την ομορφιά της. Κατάλαβε ότι την κοιτούσε. Γύρισε τον κοίταξε και τα βλέμματα τους συναντήθηκαν. Μάζεψε όλο το θάρρος του και πήγε κοντά της. Άρχισαν να συζητάνε με το Λέανδρο καρφωμένο στα μάτια της όλη την ώρα. Μιλούσαν για διάφορα θέματα. Έφτασαν και στα ερωτικά. Τον ρώτησε πως και δεν παντρεύτηκε ακόμη.
«Ίσως γιατί δεν βρήκα καμιά που να σου μοιάζει…»
«Δηλαδή θες να πιστέψω ότι ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες όταν με είδες;» Τον ρώτησε
Ο Λέανδρος χωρίς σκέψη, χωρίς ντροπή της απάντησε.
«Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα όταν σε είδα, ήταν να χώσω το κεφάλι μου ανάμεσα στα μπούτια σου και να χαθώ στον ερωτισμό σου.…»
Την άφησε άναυδη και της δημιούργησε αμηχανία και έκπληξη κι έναν κόμπο στο στομάχι μα περίεργα δεν ένιωσε προσβεβλημένη με την όλη κατάσταση. Απλά έμεινε σαν υπνωτισμένη να κοιτάζει πέρα απ' το παράθυρο τα πανύψηλα κυπαρίσσια που έμεναν ακίνητα, στέκονταν σαν παραλυμένα, περιμένοντας με μία έκδηλη ανησυχία και με αίσθημα αδημονίας και προσμονής για το πως θα είναι η συνέχεια.
Επικρατούσε για λίγο μια σιωπή και η άμεση λεκτική επικοινωνία είχε γίνει δύσκολη. Δεν μιλούσαν αλλά η έννοια της «σεξουαλικής επιθυμίας» προσδιοριζόταν επακριβώς συνεχώς και επίμονα και ήταν ένα πρόβλημα που αναζητούσε λύση εδώ και τώρα. Η ουσία ήταν πως η Ηρώ είχε αρχίσει να δείχνει συναισθήματα αποδοχής στο έντονο φλερτ του και στην προσπάθεια του κατάκτησης της. Με λίγα λόγια του φαντάζει ότι είναι ώριμη να ενδώσει στην ερωτική του πολιορκία. Ο Λέανδρος σαν άτομο νιώθει ότι οι ανάγκες του για σεξουαλική εγγύτητα είναι αμοιβαίες, γεγονός που τον οδηγεί σε βαθιά ικανοποίηση καθώς η πολιορκία του προχωρούσε, προς τη δημιουργία ενός ισχυρού σεξουαλικού δεσμού. Η διαδικασία του δημιουργούσε ανυπομονησία και ένταση, παρόμοια με την αίσθηση του «κυνηγιού», η οποία του είναι ευχάριστη γιατί το νιώθει πως η ένταση είναι αμοιβαία. Η Ηρώ σαν γυναίκα τον συγκινούσε ερωτικά σε υπερβατικό βαθμό, όσο δεν τον είχε συγκινήσει καμιά άλλη γυναίκα. Αυτή η γυναίκα, με την εμφάνιση της ασκούσε επάνω του μια ακαταμάχητη έλξη και μια υποβόσκουσα σεξουαλική ένταση (sex appeal) που δημιουργεί η ισχυρή της χημεία.
«Είναι πολύ ωραία όλα όσα λες και σε κάθε άλλη περίπτωση αν δεν ήμουν παντρεμένη και δεν αγαπούσα ή δεν μου άρεσε ο άντρας μου ή δεν ήμουν ευτυχισμένη, να είσαι σίγουρος ότι θα ενέδιδα πολύ εύκολα με όλα όσα κολακευτικά μου έχεις πει μιας και είσαι όντως ένας πολύ ωραίος, εμφανίσιμος και με πολύ χιούμορ άντρας που ξέρει πώς να διεκδικεί μια γυναίκα με το γάντι. 
Λυπάμαι όμως! Δεν μου επιτρέπεται να παρασυρθώ και να σου επιτρέψω να συνεχίσεις αυτό που επιθυμείς, όχι γιατί δεν μου αρέσεις σαν άνδρας, η δεν με κολακεύει το ενδιαφέρον σου, αλλά γιατί δεν μου το επιτρέπει η αφοσίωσή μου στην οικογένεια μου μου και η ηθική της παντρεμένης γυναίκας.»
Ο Λέανδρος ήταν πεπεισμένος πλέον ότι αν ασκήσει έντονη, συστηματική και επίμονη ερωτική διεκδίκηση εχει αυτοπεποίθηση, ότι οι προσπάθειές του θα έχουν αποτέλεσμα που σημαίνει ότι η πολιορκία του θα έχει αίσια έκβαση και η άλλη πλευρά θα ανταποκριθεί. 
Κατάλαβε πως στο ξεκίνημα η Ηρώ ήτανε «τραβάτε με κι ας κλαίω,» για να κρατήσει τα προσχήματα, κάνει ότι τάχα δεν θέλeι αυτό που προσπαθει να της προτείνει ο Λέανδρος, ενώ στην πραγματικότητα το επιθυμεί διακαώς. Γιατί όχι εξάλλου, όλα τα προσόντα ο Λέανδρος σαν άνδρας τα είχε, και με τον καιρό θα την είχε να την παίζει στα δάχτυλα. Και ήταν τρελό μουνάκι η Ηρώ, καταπιεσμένο μεν αλλά κι έτοιμο για έρωτα, δεν μπορεί να κάνει λαθος. Να την έβλεπε με τα πόδια ψηλά την κυρία, να τον παρακαλάει να την πηδήξει, να τον λέει «αγάπη μου σε θέλω» και άλλα τέτοια ηδονικά! Είχε τόσο καιρό να του τύχει τέτοια γυναίκα και να τη γουστάρει τόσο «τρελά». 
«Δεν θέλω να σου δημιουργήσω πρόβλημα στην ηθική σου υποχρέωση αλλά η συμβουλή μου είναι να μην είσαι τόσο απόλυτη, άλλωστε οι ακρότητες δε βγαίνουν σχεδόν ποτέ σε καλό.Πραγματικά δεν ξέρω πώς να σου ζητήσω αυτό που σκέφτομαι! Δεν θέλω να νιώθεις πως σε πιέζω, ούτε να νιώθεις άβολα όταν σου ζητήσω αυτό που σκέφτομαι, και σε παρακαλώ μη βιαστείς να μου πεις πως αποκλείεται.»
«Πες μου τι είναι αυτό που σκέφτεσαι!»
«Θα ήθελα μόνο μια σύντομη ζεστή αγκαλιά και θα σε αφήσω ήσυχη. Τίποτα άλλο. Νομίζω πως αν σε σφίξω για λίγο στην αγκαλιά μου θα μου περάσουν όλα. Τουλάχιστον για σήμερα. Στο λέω ξανά! Μη με παρεξηγήσεις. Ούτε να με φοβάσαι. Απλά έχω τρελαθεί αυτή τη στιγμή μαζί σου.»
Η Ηρώ φάνηκε να το σκέφτεται και είπε μέσα της επηρεασμένη! Μια αγκαλιά ε δεν είναι και τίποτα από το να με αφήσει ήσυχη, σκέφτηκε.
«Ας είναι! Μια αγκαλιά μόνο! Μην περνάει τίποτα άλλο από το μυαλό σου! Μου το υπόσχεσαι;»
«Δεν ξέρεις πόσο χαρούμενο με κάνεις. Είσαι έτοιμη για την αγκαλιά;» Τη ρώτησε χωρίς να της υποσχεθεί ότι θα την αφήσει ήσυχη! «Βρε κορίτσι μου, αφού ενδόμυχα το γνωρίζεις ότι μεταξύ μας υπάρχει μια υποσυνείδητη αίσθηση που δεν χρειάζεται εξωτερική επιβεβαίωση ότι η κορύφωση αυτής της έλξης μας θα είναι να κάνουμε σεξ εμείς οι δυο.» σκέφτεται ο Λέανδρος για να περιγράψει στο μυαλό του πως νιώθει ότι «τραβιούνται» ο ένας από τον άλλο σαν μαγνήτες, παρά τις όποιες αμφιβολίες και τα εξωτερικά εμπόδια, όπου το πάθος υπερνικά τη λογική.
«Είμαι έτοιμη για την αγκαλιά, αλλά με κάνεις να απορώ αν όλα αυτά τα κάνεις..» Έμεινε μετέωρη η φράση της σε μια κατάσταση έντονης, σχεδόν «μοιραίας» έλξης, όπου η λογική της υποχωρεί μπροστά σε μια βαθιά, εσωτερική βεβαιότητα σε κάτι που δεν είναι απλώς μια επιθυμία, αλλά κάτι που μοιάζει προδιαγεγραμμένο να συμβεί.
Δεν πρόλαβε να πει άλλη λέξη, την άρπαξε στην αγκαλιά του και ξεκίνησε να την φιλάει στο στόμα. Η Ηρώ σάστισε και προσπάθησε να τον αποτραβήξει, αλλά σε λίγο οι άμυνες της έπεσαν και ενέδωσε σε ένα παρατεταμένο γλωσσόφιλο που κράτησε ώρα. Κατά την διάρκεια του φιλιού εκείνος της άγγιξε τα μπούτια κάτω από την φούστα που φορούσε, εκείνη προσπάθησε πάλι να τον αποτρέψει αλλά εκείνος κράτησε με δύναμη το χέρι του πάνω της. 
«Τι άλλο θέλεις;»  ακούστηκε ξέπνοη η φωνή της, τα πρώτα αμήχανα λόγια που είχε τραυλίσει, όπως στηριζόταν ανάποδα με τον πισινό της στον πάγκο της κουζίνας περιμένοντας τη συνέχεια ανίκανη να αντιδράσει και αυτό της δημιουργεί περισσότερη αγωνία η οποία μπορεί να την οδηγήσει σε αίσθημα πανικού. Ο Λέανδρος γονάτισε εμπρός της!
«Δεν το πιστεύω, αυτό που συμβαίνει!» Του είπε φωναχτά και λίγο φοβισμένη.
Η Ηρώ βρήκε τον τρόπο που την προσέγγισε ο άνδρας, ελκυστικό, το σώμα της ανταποκρίθηκε και στρέφεται προς το μέρος του, αλλά το όλο σκηνικό στη σκέψη της φάνταζε ανεπίτρεπτο και θα έπρεπε να τελειώσει σύντομα όσο «γλυκό», «αστείο», και «ρομαντικό» και αν ήταν. Ο Λέανδρος όμως δεν έχασε χρόνο και ήδη είχε αρχίσει να χαιδευει πάνω-κάτω του μηρούς της λέγοντας της το πόσο σαγηνευτικά όμορφη γυναίκα είναι. Η Ηρώ δεν ήθελε να το ομολογήσει, αλλά ένιωθε ηδονικά κύματα να διαπερνούν το κορμί της σε μια κατάσταση απόλυτης παράδοσης, σε μια έντονη, σωματική αίσθηση ηδονής παραδίδεται και αφήνει τον έλεγχο στον άνδρα, δεν αντιστέκεται και βιώνει τη στιγμή πλήρως. 
«Με κολακεύεις! Μήπως τα παραλές, με γνωρίζεις τόσο λίγο. Φυσικά, είχα κι εγώ το μερτικό μου στην ομορφιά, αλλά δεν νομίζω ότι τώρα μετά από δυο παιδιά πια είμαι κάτι το εξαιρετικό. Όταν μια γυναίκα έχει οικογένεια οφείλει να πάψει να σκέφτεται τη δική της ομορφιά. Σε αυτές τις περιπτώσεις συνήθως δεν της έχει μείνει και πολλή ομορφιά για να τη σκεφτεί»
«Αυτό είναι αλήθεια, αλλά εγώ σε βρίσκει όμορφη και ελκυστική με τον πιο δυνατό τρόπο. Δεν μπορώ να σταματήσω να σε σκέφτομαι. Δεν θέλω να σου δημιουργήσω προβλήματα αλλά δεν γνωρίζω άλλον τρόπο να σου ζητήσω αυτό που σκέφτομαι και επιθυμώ!»
Αυτό την τρόμαζε πάρα πολύ, δεν το περίμενε κ έμεινε μια στιγμή άφωνη, ήταν σαν να μην μπορούσε να το διαχειριστεί, ούτε που τόλμησε να γυρίσει τα μάτια της κάτω και έμεινε να κοιτάζει το ταβάνι ασάλευτη. Έμειναν έτσι μερικές στιγμές. Δεν έβρισκε τι να μιλήσει, έτσι που τον ένιωθε γονατιστό μπροστά της να αγκαλιάζει τα πόδια της. Η αλήθεια είναι πως τον γοητευτικό αυτό άνδρα τον είχε συνέχεια στο μυαλό της απ' εκείνη την πρώτη ώρα που συναντήθηκαν και έτσι όπως τον έβλεπε τώρα να στέκεται γονατιστός μπροστά της, της έμοιαζε με αρχαίο Έλληνα Θεό που ικετεύει τον έρωτα της. «Δεν πρέπει να τον αφήσω να συνεχίσει.» Σκέφτηκε, μα ήταν ήδη αργά. Τα χέρια του αγκάλιασαν κτητικά τους γοφούς της και την έσφιξε τόσο δυνατά πάνω του ώστε εκείνη ένιωσε το σοκ της έντονης συναισθηματικής αντίδρασης, που την έκανε να μείνει ακίνητη, παγωμένη από έκπληξη, αμηχανία, σοκ και δέος.
«Θ’ αξίζει αυτό που θα ζήσουμε! Σ’ το υπόσχομαι.» Την είχε φέρει ακριβώς εκεί που ήθελε τώρα. Την καθησυχάζει! Η φωνή του ήταν χαμηλή, απαλή σαν κρέμα, βαθιά σαν ωκεανός και πλούσια σαν βελούδο, καθώς άφησε τα δάχτυλα του να χαϊδέψουν το αιδοίο της πάνω από το ύφασμα της κιλότας. 
Κάτι σάλεψε στο στήθος της, η αναπνοή της πιάστηκε και αναρωτήθηκε για το έντονο κύμα της λαχτάρας που την πλημμύρισε, ένα ανάμεικτο συναίσθημα αγαλλίασης και ανησυχίας. Έσκυψε το κεφάλι στο χάδι του, ανίκανη να αντισταθεί. Έκανε έναν μορφασμό. Έκλεισε ξανά τα μάτια της γεμάτη αμηχανία, ήξερε τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Τα χέρια του την έσφιξαν περισσότερο. Το κορμί της αγνόησε απροκάλυπτα το μυαλό της που φώναζε «τρέξε, τρέξε όσο πιο μακριά γίνεται!» και ένιωσε το στήθος της να φουσκώνει και τις θηλές της να σκληραίνουν στην απειλητική του προειδοποίηση. «Δεν πάμε καλά» μουρμούρισε και προδόθηκε από τις ένοχες επιθυμίες της. Ήταν τόσο ερεθισμένη που ξέχασε ποια ήταν και τι υποτίθεται πως έκανε, και βρέθηκε σε μια ασυνήθιστη στιγμή ειλικρίνειας ότι αυτός ο άνδρας την είχε ξεσηκώσει, ασκούσε θετική επιρροή στο σώμα της και διεγείρει την σεξουαλική της ενέργεια τον θέλει.. 
Άνοιξε τα μάτια της και έμεινε άφωνη να τον κοιτάζει, σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά, ξαναμμένη, με το ωραίο πρόσωπό της κατακόκκινο και το ελαφρύ λουλουδάτο φορεματάκι κολλημένο πάνω της από τον ιδρώτα με αποτέλεσμα να διαγράφονται δυο προτεταμένα φουσκωμένα στήθη. Σίγουρα δεν το έχει ζήσει ξανά, να θελει τόσο πολύ έναν άνδρα και να θελει να εκφράσει τις προθέσεις της και ότι της αρέσει. Όμως ο φόβος την εμποδίζει. Ένιωθε ευάλωτη. Σκέφτεται, «κάν’ το, θέλω να το κάνεις» περιμένοντας τη λύτρωση από στιγμή σε στιγμή, κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο τα μεγάλα, πράσινα, πλατάνια, χωρίς να παίζει τα βλέφαρα και τον περιμένει, και μέσα σ’ εκείνη την αναμονή πότε θέλει και πότε δεν θέλει.
Το άγγιγμα του κάνει την επιδερμίδα της να ζωντανεύει και να στέλνει εντολές στο μυαλό της πως όλα τώρα της επιτρέπονται. Κοκκίνισε ακόμη περισσότερο. Η συναισθηματική της αντίδραση είναι άμεση και ενστικτώδης απάντηση στα ερεθίσματα του!. «Όχι μη ... μη σταμάτα... μη...» ψέλλισε κοκκίνισε ακόμη περισσότερο ανίκανη να διαχειριστεί τα έντονα συναισθήματα της έκπληξης και της ντροπής αποτελεσματικά. Με αυξημένο καρδιακό ρυθμό και με μια κίνηση μηχανική άνοιξε ενστικτωδώς τα πόδια της που χωρίζονται και αποκαλύπτουν το κενό που επιτρέπει την είσοδο στη σπηλιά του κόλπου της που είχε γίνει μούσκεμα κι αυτός το λαμβάνει ως εντολή συγκατάθεσης. Όλο το κορμί της ήταν τώρα μουδιασμένο ανίκανο να αντιδράσει αρνητικά. Επιθυμούσε να ανταποκριθεί στη σεξουαλική του έλξη, βιώνοντας ταυτόχρονα συναισθηματική αντίδραση επειδή είναι μια γυναίκα παντρεμένη με παιδιά, αλλά η σεξουαλική έλξη ήταν τόσο ακαριαία μέσα στον εγκέφαλό της όση που της φάνηκε πως είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι της και δεν είχε την απαραίτητη φαιά δύναμη θάρρους, για άμυνα και αναστολή της ερωτική της ορμής και της σεξουαλικής δραστηριότητας που επιθυμούσε. Ηταν οι στιγμές που ο εγκέφαλος της είχε διεγερθεί σεξουαλικά από τα ερεθίσματα του, τα αιμοφόρα αγγεία της διογκώθηκαν και οι χιλιάδες νευρικές απολήξεις στις πιο ευαίσθητες περιοχές του κόλπου, της «ανάψαν» που βρέθηκε να λαχταρά όλο και περισσότερο την επαφή του και προσμένει με αγωνία τον Λέανδρο να μη σταματήσει και να συνεχίσει. Του γνέφει συγκαταβατικά ότι αποδέχεται τα ερωτικά παιχνίδια του και τα «προκαταρκτικά» ανίσχυρη να αντισταθεί στον σεξουαλικά ελκυστικό άνδρα. Ο Λέανδρος της κατέβασε το κιλοτάκι αποκαλύπτοντας εμπρός του σε κοντινή προβολή τη δασύτριχη ήβη της με το ελαφρώς ανοιχτό και πρησμένο αιδοίο ανάμεσα στα σκέλια της. 
Η Ηρώ άρχισε να ανασαίνει πιο βαριά αφέθηκε να παρασυρθεί στο ανεξέλεγκτο πάθος και κάποια απαλά βογκητά ηδονικής ευχαρίστησης ξέφευγαν από το στόμα της. Με τα δάχτυλα του ο Λέανδρος  χάιδεψε τρυφερά τα πορφυρά χείλη του μουνιού της που ξεπρόβαλαν ανάμεσα από τον θάμνο της.
Ίδιος ο πίνακας του Γκυστάβ Κουρμπέ.... που επιτείνει τον άκρατο ερωτισμό του.
Την κοιτάζει σ' αυτά τα τόσο ερωτικά μελένια μάτια της και το μόνο που θέλει είναι να συνεχίσει να την φιλάει. Είχε ένα βλέμμα βαθύ, μελαγχολικό και παράξενο, που καρφωνόταν πάνω της γυμνό, σαν να θαύμαζε για πρώτη του φορά τη μορφή μιας ωραίας γυναίκας. Το αιδοίο της ήταν καλοσχηματισμένο, τα χείλη του ροδαλά, το τρίχωμα μετάξι όπως το φανταζόταν. Δεν χόρταινε να το κοιτάει. Το άγγιγμα των δαχτύλων της πάνω στο κεφάλι του ξυπνούσε τη σάρκα του.
«Ω, Θεέ μου...» βόγκηξε η Ηρώ καθώς ο Λέανδρος με το δάχτυλο διέτρεχε κατά μήκος των έξω χειλιών της κάτω περιοχής της. Στη συνέχεια ο νεαρός έσυρε αργά δύο δάχτυλα κατά μήκος του αιδοίου της και η Ηρώ ανατρίχιασε στην επαφή με την κλειτορίδα της. Στα επόμενα δευτερόλεπτα εκείνος άγγιζε μόνο τα μουνόχειλα της και χάιδεψε ξανά την κλειτορίδα της με μια κίνηση προς τα κάτω, κι εκείνη αναστέναξε σχεδόν σαν να ανακουφίστηκε.
Το φίλησε! Ένα φιλί δε φτάνει. Αυτή τη φορά τη φιλάει με ακόμη περισσότερο πάθος, πήρε μια δυνατή ρουφηξιά από την καύλα της. 
Ο Λέανδρος πλησίασε πρώτα τη μύτη του ρουφώντας το άρωμα του μουνιού της. Αυτό έκανε τις αισθήσεις του να μεθύσουν από ηδονή. Πάντα προσεκτικά, φίλησε πάλι τα μουνόχειλα της αρκετές φορές πριν αφήσει τη γλώσσα του να γλιστρήσει κατά μήκος της σχισμής της. Γεύτηκε τα πρώιμα υγρά της αναδυόμενης καύλας του πριν σπρώξει τη γλώσσα του βαθιά μέσα στον κόλπο της Ηρώ.
Άρχισε να την μπαινοβγάζει αργά - αργά κάνοντας έτσι γλυκά έρωτα στο μουνί της με τη γλώσσα του. 
Η Ηρώ προσπαθούσε να καταλάβει τι της συνέβαινε... Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι ώρα ήταν και αν ήταν πρωί η απόγευμα! Τι σημασία είχε όμως; Σημασία είχε ότι ένιωθε την καύλα της να φουσκώνει. Χάθηκε, σπασμοί διαπερνούσαν, το ευαίσθητο σημείο της και έστελναν κύματα ηδονής σε όλο της το σώμα.  της. Αυτή τη φορά όταν ένιωσε τα χείλη του να ρουφάνε την κλειτορίδα της δεν τραβήχτηκε. Τον άφησε να της δείξει όλα αυτά τα όμορφα παιχνίδια του έρωτα. Ο Λέανδρος τώρα όργωνε με τη γλώσσα του το καυλωμένο μουνάκι της. Την έχωνε μέσα - έξω - μέσα στη μουνότρυπα της, την χτυπούσε πάνω στην κλειτορίδα της. Έπαιρνε την κλειτορίδα ανάμεσα στα χείλη του και την ρούφαγε ενώ άφηνε τα δόντια του να την τραγανίζουν απαλά. Η Ηρώ ακόμη δυσκολευόταν να το πιστέψει πως δούλευε το μουνί της ένας άλλος άντρας! Δυσκολευόταν να πιστέψει πως με αυτές τις συνθήκες απ’ το μουνί της είχαν αρχίσει να τρέχουν τα υγρά που μούσκευαν τα δάχτυλα του Λέανδρου. Νόμιζε πως έβλεπε όνειρο όταν είδε τα δάχτυλά του να στάζουν από τα υγρά της και να τα φέρνει μετά στο στόμα του και να τα γλείφει! Ήταν τόσο αναπάντεχα αυτά που της συνέβαιναν εκείνη τη στιγμή, που είχε πραγματικά φουντώσει. Τα μάτια της είχαν θολώσει και απ’ το στόμα της έβγαινε μόνο ένα ανεπαίσθητο βογκητό από την γλυκιά ηδονή που ένιωθε. Ανάκατα συναισθήματα γέμιζαν την ψυχή της. Αυτός ο άνδρας την έκανε να νιώθει πρωτόγνωρα αισθήματα. Έπιασε τον εαυτό της να σκέφτεται πως θα ήταν η αίσθηση, τι γεύση θα είχε το όργανο του αν του έκανε τα ίδια... Παραξενεύτηκε γιατί ενώ μέχρι τώρα κάποιες παρόμοιες σκέψεις την έκαναν να αηδιάζει, τώρα ένιωθε να τις αποζητεί! Ένιωσε τότε τα δάχτυλα του να γλιστράνε μέσα στον κόλπο της! Τα ένιωσε να λυγίζουν και καθώς αυτός άρχισε να τα μπαινοβγάζει μέσα στο μουνί της.. τα ακροδάχτυλα του τρίβανε με συγκεκριμένο τρόπο την περιοχή λίγο πιο μέσα από την κλειτορίδα της.
Αυτό σε συνδυασμό με το ρούφηγμα των χειλιών του πάνω στην κλειτορίδα της την έκανε να απογειωθεί. Ανέπνεε τώρα βαριά, καθώς εκείνος έπαιζε με τη ζουμερή της τρύπα. Έσπρωξε το δάχτυλό του πιο μέσα, μέχρι που δε μπορούσε να προχωρήσει άλλο προκαλώντας έναν πανίσχυρο βογκητό από την αποπλανημένη πλέον Ηρώ.
Στο γλειφομούνι που της κάνει δίνει όλη του τη μαεστρία και τις ικανότητες της γλώσσας του, ενώ η Ηρώ που το δέχεται, αναστέναξε και κύματα ηδονής είχαν επικαθήσει πάνω στο κορμί της, σαν ορμητικό ποτάμι. Αχ, αυτός ο πειρασμός, που δε σταμάτησε στην Εύα.
Συνειδητοποίησε ότι τραβούσε τα μαλλιά του, σαν να ήθελε να τον σπρώξει μακριά της ενώ ταυτόχρονα πάλευε να έρθει πιο κοντά του και έδειχνε τελείως παραδομένη στο ρυθμό της γλώσσας του. Ο Λέανδρος την πολιορκούσε, την αποπλανούσε με τη συγκλονιστική αρρενωπή του τελειότητα και τη βαθιά γνώση του κορμιού της. Κι αυτή του παραδινόταν. Τα στήθη της ήταν βαριά, ο κόλπος της υγρός και πρησμένος.
Τα χέρια της τινάχτηκαν ανεξέλεγκτα και άρπαξαν από τα μαλλιά το κεφάλι του συνθλίβοντας τα μούτρα του πάνω στο μουνί της, καθώς σχεδόν πνιγόταν από το ένα κύμα ηδονής μετά το άλλο που την κατέκλυζε. Για πρώτη φορά άρχισε ασυναίσθητα να κουνάει λίγο τους γοφούς της και ο Λέανδρος χαμογέλασε καθώς έβλεπε να σπρώχνει το μουνί της αργά προς το πρόσωπό του. Χωρίς να το σκεφτεί, της ξέφυγαν απαράδεκτα για εκείνη λόγια καθώς ένιωθε κάθε χιλιοστό της καυτής γλώσσας του μέσα της. Για πρώτη φορά μίλησε ερωτικά και πρόστυχα. Για πρώτη φορά είπε λέξεις που δεν τις είχε ποτέ καν σκεφτεί ότι θα τις έλεγε! 
«Έτσι…Έτσι γλείψε το μουνί μου αγόρι μου! Φάτο! Όλο δικό σου! Αχχ ναι.. Κάνε με να τελειώσω... Κάνε με να χύσω πάνω στη γλώσσα σου! Αυτό είναι! Τώραα! Χύνωω!»
Το κορμί της τινάχτηκε δυνατά καθώς γέμισε από τους σπασμούς του οργασμού της. Τα υγρά της έτρεξαν άφθονα πλημμυρίζοντας τα μπούτια της κάτω της και το πρόσωπο του Λέανδρου!
 Μόνο που πριν προλάβει να καταλαγιάσει ο οργασμός της ο Λέανδρος σηκώθηκε. Τα πρόσωπα τους ήταν σε απόσταση αναπνοής. Κοιτιόντουσαν στα μάτια. «Σε θέλω! Έχεις, πάνω σου κάτι που μ' έχει αναστατώσει, ένοχο βλέμμα, ένοχο κορμί, για ό,τι και να γίνει εσύ θα είσαι η αφορμή. Σε θέλω σαν τρελός!», της αντέτεινε εντελώς αυθόρμητα εκείνος και ξέσπασαν σε μια αγκαλιά γεμάτη λαχτάρα και τα χείλη του αναζήτησαν διψασμένα τα δικά της. Η Ηρώ τώρα δεν τραβήχτηκε. Αντίθετα, τα δάχτυλά της τυλίχτηκαν γύρω από τα δικά του και το πρόσωπό της έσβησε τις αμφιβολίες της.
Έπλεξε τα δάχτυλα του μέσα στα μαλλιά της κι ανασήκωσε το πρόσωπό της προς το δικό του. Ύστερα τη φίλησε. Η καρδιά της Ηρώ χτυπούσε δυνατά. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, καθώς γευόταν το μεθυστικό φιλί του άντρα ο οποίος δεν έδειχνε να νοιάζεται για το ότι ήταν μια παντρεμένη γυναίκα. Ο Λέανδρος δε μιλούσε τη φιλούσε σαν να μην τη χόρταινε, σαν να ήταν εκείνη η εκπλήρωση μιας προσευχής του. Χωρίς να το καταλάβει, η Ηρώ βρέθηκε να ανταποκρίνεται στο φιλί του. Ήταν μάρτυς της ο Θεός πως αυτό δεν το περίμενε ποτέ. Ένα μπλεγμένο κουβάρι από συναισθήματα στριφογύριζε στην ψυχή της. Σιγά σιγά κίνησε και τα δύο του χέρια προς τα πάνω, στο μπούστο απ' το λινό φουστάνι της που πίεζε προκλητικά τις ορθωμένες θηλές. Ήταν μεγάλα και στητά αλλά και οι θηλές της ήταν επίσης σκληρές και ορθωμένες. 
«Ω, Θεέ μου.», κλαψούρισε την ώρα που ο Λέανδρος έπιανε με τις παλάμες του και τους δύο μαστούς της καλύπτοντας τις θηλές της που είχαν πετρώσει από το άγγιγμα του σαν να ήταν ότι πιο συνηθισμένο αλλά δεν έπαυε να γνωρίζει ότι ήταν μεγάλο της λάθος σε πολλά επίπεδα.
Τα χείλη του διέγραψαν το πλάι του προσώπου της, από τον κρόταφο μέχρι το περίγραμμα του πιγουνιού της κι ο πόθος κυρίευσε την Ηρώ. Κι όταν ο Λέανδρος την τράβηξε επάνω του η Ηρώ ένιωσε πάλι τη διέγερση του ξαναμμένου κορμιού του πάνω στο δικό της. «Ηρώ», ψιθύρισε ο Λέανδρος. Η φωνή του ήταν βραχνή, μια βαθιά μπάσα νότα που χάιδεψε καυτή την επιδερμίδα της κι έβαλε φωτιά στο αίμα της. Η Ηρώ δεν ήξερε τι ήταν όλα αυτά που ένιωθε, αλλά την τρομοκρατούσαν. Τα χέρια του Λέανδρου ταξίδεψαν στην πλάτη της και στάθηκαν στους γλουτούς της για να την πιέσουν πάνω του. Η αίσθηση της διέγερσης του ανάμεσα στα πόδια της έκανε την Ηρώ να λιώσει από επιθυμία. Οι θηλές της σκλήρυναν κάτω από το φόρεμά της, όταν το στόμα του Λέανδρου κάλυψε το δικό της με κτητική απαίτηση. Κάθε κύτταρο του κορμιού της είχε συντονιστεί στο άγγιγμα του και όσο πιο παθιασμένα τη φιλούσε τόσο πιο πολύ τον ήθελε η Ηρώ. Τον φαντάστηκε να τον αισθάνεται, γυμνό και σκληρό, μέσα της. Η Ηρώ σάστισε. Δεν έπρεπε να αντιδρά έτσι σ έναν άντρα που της ήταν έως τώρα κυριολεκτικά ξένος και αυτή μια παντρεμένη γυναίκα με παιδιά.
Την έπιασε την μέση της λυγίζοντας την και την οδήγησε προς την επιφάνεια στο τραπέζι που ήταν εκεί κοντά τους για να μπορεί εκείνη να το ακουμπάει με το χέρι της και να κρατάει την ισορροπία της για να μεταφερθεί η δράση τους εκεί.  
Ταυτόχρονα κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού του και έβγαλε έξω τον ήδη ερεθισμένο πούτσο του. Ο πούτσος του όπως απελευθερώθηκε τινάχτηκε σαν ελατήριο προς τα πάνω! Με αργές κινήσεις τον πλησίασε πολύ προσεκτικά στην κοιλότητα του μουνιού της, λες και φοβόταν μη την τρομάξει.
Η Ηρώ τώρα τον κοιτούσε στα μάτια και δε μιλούσε, ενώ δάγκωνε αμήχανα τα χείλη της, έμεινε ακίνητη, άφωνη, δεν αντέδρασε. ... Ήταν σαστισμένη!
Έπιασε τον πούτσο του με το χέρι και τον ακούμπησε εκεί όπως η Ηρώ στηριζόταν στο τραπέζι πίσω της στ' όρθια στο ήδη υγρό και πυρωμένο μουνί της που λάμπει από τη φωτιά της λαγνείας και της ηδονής και προσπάθησε να της τον βάλει μέσα.
Ξαφνικά η Ηρώ άρχισε να νιώθει μία εσωτερική αναστάτωση άρχισε να ανησυχεί κάτι τη φόβιζε ξαφνικά, σαν να μην άντεχε σαν να πάλευε με τον εαυτό της, με κάτι μέσα της. Φόβος για αυτό που είχε έρθει στη ζωή της. Συνειδητοποίησε ότι ο Λέανδρος σκόπευε να τη γαμήσει και με τον πούτσο του. Της τον είχε ακουμπήσει στα μουνόχειλα και ο πούτσος του οποίος ήταν απίστευτα σκληρός και πρησμένος ετοιμαζόταν να εισχωρήσει ακριβώς μέσα στο υγρό μουνί της. Αντέδρασε ξαφνικά και απροσδόκητα! Μια απρόοπτη και  έντονη αντίδραση, υποδηλώνοντας μια αιφνίδια αλλαγή στη συμπεριφορά της. Έκανε απέλπιδες και απεγνωσμένες και προσπάθειες να τον σταματήσει ώστε να αποφύγει την ολοκληρωτική κολπική διείσδυση, της σεξουαλικής τους πράξης,
«Ω, όχι! Τι κάνεις; Μη! Μη δε μπορώ να το κάνω αυτό.! Σε παρακαλώ σταμάτα» διαμαρτυρήθηκε έντονα, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια για να φανεί πειστικά ενοχλημένη, εάν και όσο το έλεγε δε μπορούσε να πάρει το βλέμμα της από τον παλλόμενο πούτσο του Λέανδρου που προσπαθούσε απειλητικά να εισέλθει στο μουσκεμένο αιδοίο της.
«Δε μπορώ να το κάνω αυτό!» του λέει και πάλι σε μια στιγμή αδυναμίας και του αρνείται την εκτέλεση της διείσδυσης από  φόβο, άγχος, έλλειψη αυτοπεποίθησης, ευρισκόμενη σε ψυχολογική δυσκολία και συναισθηματική πίεση. «Μην προχωρήσουμε κι άλλο, δεν πρέπει. Σε παρακαλώ… όχι! Είμαι παντρεμένη γυναίκα!. Σκέψου με! 'Έχω και παιδιά!. Σε παρακαλώ… όχι! Σε παρακαλώ πήγαινε με σπίτι μου!» Κατάφερε να ψελλίσει.
Αυτός ξέρει,διαθέτει την ικανότητα να διαχειρίζεται τις παρορμήσεις του και να περιμένει υπομονετικά, χωρίς βιασύνη, αναγνωρίζοντας ότι η σωστή στιγμή ή το επιθυμητό αποτέλεσμα μπορεί να έρθει αργότερα, κάτι που δείχνει στο χαρακτήρα του αυτοέλεγχο και κατανόηση της διαδικασίας και της επιθυμίας, ακόμα κι αν η αναμονή φαίνεται μάταιη! Είναι ικανός να αντέχει την καθυστέρηση και τη δυσκολία χωρίς παράπονο χωρίς να απογοητεύεται από το παρόν, αλλά να ελπίζει σε κάτι καλύτερο. Είναι υπομονετικός και τρυφερός μαζί της δείχνει αγάπη, κατανόηση και επιμονή σε στιγμές, όταν ο άλλος περνάει δύσκολα ή δείχνει «λιγότερο υπομονετικές» πλευρές του. 
Μέσα στο λαχάνιασμα της ερωτικής λαχτάρα τους, της ψιθύριζε του κόσμου τα γλυκόλογα στο αφτί της αλαφιασμένης από ερωτική έξαψη γυναίκας.
Η Ηρώ πλέον που είναι παραδομένη στα σπαθωτά νύχια της ηδονής, του άρπαξε τον πούτσο και άρχισε να του τον παίζει ενώ τον φιλούσε. Το χεράκι της παλλόταν πάνω κάτω, τον παίζει όσο πιο δυνατά μπορεί, σχεδόν τιμωριτικά. Το αριστερό χέρι της ήταν περασμένο στη μέση του ενώ με το δεξί της τον έπαιζε σταθερά και δυνατά σαν μηχανάκι. 
Τα χείλη του αναζήτησαν και πάλι τα δικά της που μισάνοιξαν και δέχτηκε την πρόσκληση. Ο Λέανδρος πήρε ότι ήθελε, εγωιστικά. Η γλώσσα του ταξίδεψε άγρια μέσα στο στόμα της και το φιλί έγινε πιο βαθύ. Οι ήχοι από πόθο που έβγαζε στο βάθος του λαιμού της τον δελέασαν και η πείνα του για εκείνη έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν την απελευθέρωσε από το σουτιέν και δύο εκπληκτικά στήθη εμφανίστηκαν μπροστά του. Δεν υπήρχε ούτε μια σταγόνα έλεγχος πια στο μυαλό του. Το κεφάλι της Ηρώ έγειρε προς τα πίσω καθώς εκείνος έπιανε τα στήθη της. 'Έκλεισε τα μάτια, της και αναστέναξε από ευχαρίστηση όταν το στόμα του πήρε τη θέση των χεριών του. Έπαιξε με τη γλώσσα του, πιπίλιζε, δάγκωνε μέχρι που εκείνη φώναξε δυνατά το όνομα του. Τα χέρια του μετακινήθηκαν και τώρα έχωσε δυο δάχτυλα στο μουνάκι της, και τις έτριβε την κλειτορίδα. Στην αρχή πιο αργά μετά γρηγορότερα. Τα υγρά άρχισαν να τρέχουν και εκείνη το ευχαριστιόταν όλο και περισσότερο. την ίδια ώρα που τα χέρια της είχαν ιδρώσει πάνω στον πούτσο του. 
Η Ηρώ έγειρε πίσω το κεφάλι της και έβγαλε μικρά αγκομαχητά ικανοποίησης και καύλας. Αναστέναζε καθώς της έτριβε το μουνάκι της και η κλειτορίδα της πρηζόταν με το τρίψιμο. Άρχισε να αυξάνει την ταχύτητα της κι εκείνη! Ήταν αναψοκοκκινησμένη και είχε ιδρώσει ελαφρώς!
«Οι αισθήσεις μας μπορεί να μην είναι πάντα αθώες και αγνές, είναι όμως ένα κομμάτι του εαυτού μας που οφείλουμε να μην τις αγνοούμε.» σκέφτηκε.
Ήταν και οι δύο σε κατάσταση ηδονικής έκστασης και αναζητούσαν αυτή την ενεργειακή εκφόρτωση που θα λυτρώσει τον οργανισμό τους από τη συσσωρευμένη ένταση. Τα χέρια τους πήγαιναν πιο γρήγορα και καυτοί χυμοί έρεαν απ' το μουνί της πάνω ο χέρι του, που συνέχιζε. Δεν άργησαν να φτάσουν στην ολοκλήρωση, με την ανάσα τους να γίνεται ολοένα πιο γρήγορη και πιο κοφτή.
«Θα χύσω… Αααχχ… Αααχχ… Χύνω, μωρό μου… Χύνω!».  της λέει αναστενάζωντας και ένιωσε ν' ανατινάζεται. Ξαφνικά, αλλεπάλληλες ριπές από καυτό σπέρμα άρχισαν να εκτοξεύονται. Ένας πίδακας από πηχτά, καυτά χύσια απλώθηκε πάνω στο χέρι της στα γυμνά πόδια της στο πάγκο της κουζίνας και μερικές σταγόνες ορμητικά πετάχτηκαν και λέρωσαν το ξεκούμπωτο φουστάνι της.
Αυτή, είδε κι έπαθε να συνέλθει... Σαν να ξυπνούσε από λήθαργο, ανοιγοκλείνει έντρομη τα μάτια της. Τα συνήθως ζωηρά μελένια μάτια της φαίνονταν θολά. Κοίταξε έξω από το παράθυρο, προσπαθώντας να συνέρθει για λίγο..
«Ω Θεέ μου!», είπε. «Ω Θεέ μου. Τι έκανα; Όχι! Όχι!» Ψιθύρισε έντρομη.
Άρχισε να απομακρύνεται. Την ακολούθησε, προσπάθησε να της μιλήσει αλλά τον έσπρωξε βίαια με δύναμη τόσο που του έσκισε το πουκάμισο και του είπε ότι ντρεπόταν πάρα πολύ γι αυτό που συνέβη.
Η αίσθηση της ενοχής ζει  και συγκρούεται μέσα της διαταράσσοντας την σεξουαλική της λειτουργία. Ανετράφη με αυστηρές αρχές που δεν της επιτρέπουν να απολαύσει την ερωτική εμπειρία και καταπιέζεται η ερωτική της επιθυμία ώστε να αποφεύγει την ερωτική επαφή που επιθυμεί. Αισθάνεται λοιπόν έντονη σεξουαλική διάθεση γι αυτόν τον άνδρα, αισθάνεται όμως ένοχη για αυτή και απωθεί τα συναισθήματα της θεωρώντας πως είναι λάθος. 
Ήταν έτοιμη να κλάψει και έτρεμε από ντροπή όταν τον παρακάλεσε να φύγουν γιατί έπρεπε να πάρει τα παιδιά από το σχολείο. 
Αυτός κατάλαβε ότι ήταν αφορμή τα παιδιά γιατί ένιωθε χάλια όταν μπήκαν στο αμάξι του.
Σε όλη τη διαδρομή σποραδικά την έπιαναν αναφιλητά και ήταν αμίλητη. Τα συναισθήματα που της έφερε η κατάσταση ήταν -το λιγότερο- να ανοίξει η γη να την καταπιεί.
Στο χαιρετισμό τους, στο αυτοκίνητό του, εκείνη άρχισε να τρέμει ανεξέλεγκτα. Λες και την είχε πιάσει υποθερμία. Την άφησε λίγο πιο μακριά απ το σπίτι της, η Ηρώ κοίταξε γύρω της και τρέχοντας απομακρύνθηκε σιωπηλή και προβληματισμένη με μια αίσθηση θλίψης που δεν είχε κανένα λόγο να νιώθει, άφησε τον Λέανδρο πίσω της –αλλά πήρε μαζί της τη γεύση και την ανάμνηση απ' τα  ανάρμοστα και ηδονικά φιλιά τους.
Αυτός πήγε σπίτι του, μπήκε στο μπάνιο γρήγορα, σα να ήθελε να βγάλει από πάνω του το άρωμά της. Μια μαύρη ομίχλη τον είχε τυλίξει κλειδώνοντας το μυαλό του σε μία και μοναδική σκέψη: Ηρώ. 
Πάσχιζε να ξεχάσει πόσο καυτή ήταν η λαχτάρα του για κείνη και πώς, μέσα στα λίγα λεπτά που βρισκόταν στην αγκαλιά του, εκείνος ήταν πρόθυμος να ξεκλέψει ατέλειωτο χρόνο μαζί της. Ποτέ μια γυναίκα δεν τον είχε επηρεάσει τόσο πολύ. Ο ηδονική παρουσία της είχε κυριολεκτικά φωλιάσει με ικανοποίηση μέσα στο μυαλό του. Δεν του είχε ξανασυμβεί ποτέ κάτι τέτοιο και δεν καταλάβαινε γιατί του είχε συμβεί σήμερα. Ήταν φανερό πως δεν είχε κανέναν έλεγχο κοντά σ’ εκείνη τη γυναίκα. Γιατί είχε προσποιηθεί και αυτή πως τον ήθελε; Κι όμως, την είχε εκλιπαρήσει για περισσότερα. Και τώρα δεν μπορούσε να βγάλει την εικόνα της από το μυαλό του. Για την ακρίβεια, δεν είχε κατορθώσει να τη βγάλει από τη σκέψη του από τότε που είχε εμφανιστεί στη ζωή του πριν από βδομάδες. Τότε  είχε αποκαλύψει τη σαγηνευτική ομορφιά της, και τον είχε σημαδέψει μέχρι τα βάθη της ψυχής του. Και τώρα που την είχε γευτεί, στην αγκαλιά του ο Λέανδρος ένιωθε την καρδιά του να χτυπά δυνατά στο στήθος του. 
Το νερό έτρεχε πάνω του κι αυτός φανταζόταν τα χείλη της και την υγρή της γλώσσα να γλιστράει στο κορμί του. Αδύνατο να κατευνάσει την καύλα του. Πόσο ήθελε να την έχει μπροστά του και να την πηδήξει ανελέητα. Να βλέπει τα περήφανα βυζιά της με τις ορθωμένες ρώγες να πάλλονται σε κάθε κίνηση και όταν δε θα μπορεί να κρατήσει άλλο την καύλα του, να της τα χύσει. Να της πλημμυρίσει τις βυζάρες με τα χύσια του. Κι έτσι έχυσε και πάλι μέσα στο μπάνιο του, ολομόναχος. Τη νύχτα έμεινε ξάγρυπνος κάνοντας εικόνα το αντικείμενο του πόθου του. Σε μια γωνιά του μυαλού του μπορούσε σχεδόν να την ακούσει να βογκά. Μπορούσε σχεδόν να νιώσει τα νύχια της να μπήγονται στην πλάτη του και τους γοφούς της να κινούνται ρυθμικά πάνω στον ερεθισμένο ανδρισμό του. Και ο ερεθισμός αυτός δεν είχε υποχωρήσει, παρά τα όσα είχαν συμβεί. Η ανάγκη εξακολουθούσε να τον κυριεύει. Το κατάλαβε. Δε θα ξέμπλεκε εύκολα μ’ αυτή τη γυναίκα. Κανονικά δε θα έπρεπε να τον συγκινεί καθόλου αυτή η γυναίκα. Δεν ήταν πνευματώδης, καλλιεργημένη ή κλασική καλλονή. Τον συγκινούσε, όμως, και μάλιστα τόσο πολύ, που πέρασε τη νύχτα του τσιτωμένος και ξάγρυπνος στα όρια της απόγνωσης. Την ήθελε, ήθελε να εξερευνήσει όλες τις πτυχές του πάθους που του είχε δείξει ότι διέθετε μέσα της. Ήθελε να τη διεγείρει σε τέτοιο βαθμό ώστε να την κάνει να ξεχάσει εκείνες τις στιγμές όλα τα υπόλοιπα. Μπορεί να ήθελε απλά να τη δαμάσει -δεν μπορούσε να είναι πλέον σίγουρος. Αυτό που ποθούσε ήταν η Ηρώ να κάνει μεταβολή, να γυρίσει πίσω στο κτήμα και να της κάνει έρωτα μέχρι να χορτάσουν και οι δυο. Κι άλλες φορές γυναίκες που δεν ήξερε του είχαν προκαλέσει φαντασιώσεις. Ποτέ όμως σε τόσο μεγάλο βαθμό. Ακόμα δεν ένιωθε ήρεμος. Ήθελε να την πηδήξει εδώ και τώρα. Ας γινότανε να την έφερναν εδώ μπροστά του, σκλάβα του. «Α… δεν πάω καλά!» σκέφτηκε. 
....Η Ηρώ από την μέρα που γνώρισε τον Λέανδρο συνειδητοποίησε ότι έσερνε μέσα της ένα δυσβάστακτο βάρος, ένα τρομερό μυστικό. Δεν μπορούσε να το εκμυστηρευτεί σε κανέναν γιατί ήταν τόσο προσωπικό. Ήθελε απεγνωσμένα να μιλήσει γι’ αυτό το θέμα, να τη βοηθήσει κάποιος να το βγάλει από μέσα της, αλλά ήξερε ότι δε θα το έλεγε ποτέ σε κανέναν. Ο κυκεώνας των συναισθημάτων που ένιωθε έκανε την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Αυτός ο άνδρας είναι θελκτικός και επιθυμητός ερωτικά που αναζωπυρώνει την ερωτική της επιθυμία και της προκαλεί τέτοια σεξουαλική διέγερση που μπορεί εύκολα να καταστεί απειλή για τη συζυγικής της σχέση. 
Παντρεύτηκε, όταν ήταν δεν ήταν ακόμη δέκα εννιά χρονών. Το ίδιο και ο σύζυγος της ήταν μικρός....  συνομήλικος της. Οι εμπειρίες της στο σεξ ήταν μηδαμινές. Ποτέ της δεν είχε κάποια ολοκληρωμένη ερωτική επαφή, σε μικρότερη ηλικία. Ήταν τριάντα δυο χρονών και δεν την είχε αγγίξει άλλος άντρας εκτός από τον σύζυγο της. Ο σύζυγος της, ο Κλεομένης, γοητευτικός, αδιόρθωτα σεξομανής, με «πλούσια προσόντα», αλλά με όχι ιδιαίτερη αντοχή και διάρκεια.
Τα πρώτα χρόνια του γάμου της, τη ζήλευε παθολογικά αλλά απ' τον καιρό που μετανάστευσαν στην μεγάλη πόλη τα πράγματα εξελίχτηκαν με κραδασμούς στη σχέση τους και οι ομηρικοί καυγάδες στο σπίτι ήταν στην ημερήσια διάταξη
Το περιβάλλον στην πολιτεία τον επηρέασε αρκετά, δεν μπορούσε να προσαρμοστεί με τους εντόνους ρυθμούς εργασίας που απαιτούντο. Η κατάσταση σιγά-σιγά γινόταν και χειρότερη, αφού η δυσκολία προσαρμογής στο καινούργιο περιβάλλον τον είχε κάνει να είναι νευρικός, οξύθυμος, επιθετικός και οι τσακωμοί τους ήταν αρκετά συχνοί. Κάποιες φορές τ’ άκουγε για τα καλά αφού της φώναζε και πολλές φορές, την πρόσβαλε ακόμα και μπροστά σε άλλους και όλο αυτό την επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό. Είχε χάσει την καλή διάθεση της, έκλαιγε αρκετά και ψυχολογικά προσπαθούσε να φανεί δυνατή για χάρη των παιδιών της.
Αυτός με την  δουλειά του δεν τα πήγαινε καλά και είχαν αρχίσει τα προβλήματα, ουσιαστικά είχε παραμελήσει την οικογένεια τους και δεν πάλευε να φροντίσει ούτε στις βασικές ανάγκες τους. Δήλωνε πολύ συχνά ασθενής όπως τώρα τελευταία που παραπονιόταν για τα νεφρά του αλλά ταυτόχρονα καθόλου δεν παρέλειπε τις μεγάλες κυνηγητικές εξορμήσεις του χωρίς να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα πως τα φέρνει βόλτα η φαμίλια του. Αμυδρή είναι η στήριξη του να τα βγάλουν πέρα σ' αυτούς τους δύσκολους καιρούς.
Στα οικονομικά τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα μιας και όλα τα βάρη πέφτουν στους ώμους της (της Ηρώ) και οι υποχρεώσεις να μεγαλώνεις και τα δύο παιδιά είναι πάρα πολλές. Δυσκολεύεται και σαν την καλή την πέρδικα ψίχουλα μαζεύει ολημερίς, καθαρίζοντας ακόμη και ξένα σπίτια για να τα φέρνει βόλτα και να τρέφει τη φαμίλια της.
Αυτά τα μεγάλα οικογενειακά βάρη με τον καιρό της δημιουργούσαν καθημερινό άγχος μ' αποτέλεσμα να χάσει την αυτοπεποίθησή της. Έως τότε η σεξουαλική της ζωή περιοριζόταν στο απλό πήδημα στο κρεβάτι, με σβησμένο το φως, αυτή από κάτω, και αυτός από πάνω. Αυτές ήταν οι μοναδικές πινελιές στη σεξουαλική της ζωή. Έλπιζε ότι τα πράγματα θα βελτιωνόταν με τον καιρό, αλλά αντιθέτως η η ένταση υπήρχε διάχυτη στο σπίτι και η εξέλιξη ήταν ολοένα και χειρότερη.! Δεν υπήρχε διάθεση για σεξ, με τους τσακωμούς και όλα αυτά τα σχετικά της προκαλούσαν μειωμένη ερωτική επιθυμία σε σημείο που να δημιουργεί δυσφορία και προβλήματα στη σχέση με το σύντροφο της. Αυτή η κατάσταση την είχε στεναχωρήσει πολύ και δεν ήξερε με ποιον τρόπο να αντιδράσει. Η μόνη της παρηγοριά ήταν τα παιδιά της και η αδιάκοπη εργασία της.
Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, αισθάνθηκε ψυχολογικά αδύναμη. Aκόμη και ντελικάτη. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να ξεφύγει! «Εγώ… πρέπει να τελειώνω μαζί του…»
.... Η Ηρώ γυρίζοντας στο σπιτικό της, αλαφιασμένη όπως ήταν, προσπάθησε να συγκρατήσει τα δάκρυά της, γυροφέρνει την αυλή και όλες τις κάμαρες μα η ηρεμία δεν έρχεται, τρέχει στον καμπινέ σταμάτησε να πάρει μια ανάσα, και ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπό της, να δροσίσει τη φούντωση της. Είχε ανάψει η κακομοίρα και δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο εκτός απ’ τις ερωτικές στιγμές όπου είχε ζήσει στην πιο πρόσφατη καταστροφική σκηνή αμηχανίας την ώρα που έπαιζε με το ίδιο της το χαΐρι το καυλί του Λέανδρου. Ξεπορτίζει ξανά, περνώντας από το εικονοστάσι του σπιτιού στάθηκε διστακτικά κι αποφάσισε παρά τη βιασύνη της ν’ απευθύνει στην Παναγία μια σύντομη προσευχή έσκυψε, κι αφού πρώτα ζήτησε συγχώρεση επικαλέστηκε τη βοήθειά της σ’ αυτό που το μυαλό της, επηρεασμένο από τα ακούσματα και τις απαγορεύσεις, φάνταζε σοβαρό αμάρτημα. Έκανε το σταυρό της, ζήτησε ξανά συγχώρεση που δεν μπορούσε ν’ αφιερώσει περισσότερο χρόνο για προσευχή, βγήκε σχεδόν τρέχοντας, με κατεύθυνση τη νεαρή φοιτήτρια γειτονοπούλα της που βοηθούσε περιστασιακά τα παιδιά της στα σχολικά τους. Έτσι όπως ήταν αγχωμένη και έτρεχε με τη βιάση παιδιού να κάνει τις δουλειές της είχε ξεχάσει πως ο μικρός της γιος απουσίαζε ήταν στην κατασκήνωση. Η απελπισία που ένιωθε την έσπρωξε να τρέχει με μικρά βιαστικά βήματά στις σκιές του κήπου. Όταν πια συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν ήδη στη μικρή κάμαρα της νεαρής φοιτήτριας, άφησε να της ξεφύγει ένας βαθύς αναστεναγμός κι επιβράδυνε τον ρυθμό της. Και μες στην ψυχολογική της πίεση καθόλου δεν αντιλήφθηκε ότι το φουστάνι της είχε πάνω του μερικούς λεκέδες από το σπέρμα του Λέανδρου.
«Κορίτσαρος έχουν κολλήσει ευδιάκριτες υγρές στάμπες και σκόνες στο φουστάνι σου.» Της λέει η νεαρή γειτονοπούλα. 
«Καρδούλα μου ναι το βλέπω! Υγρό σαπούνι από την δουλεία μου είναι».
Τα σκούπισε αμήχανα με τα δάκτυλα της μύρισε την υφή τους και έρχεται αντιμέτωπη με την ερωτική της ατασθαλία. Ξαναζούσε νοερά ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα για εκείνη, και την σεξουαλική εμπειρία που είχε ζήσει. Για να είναι ειλικρινής, αυτό που την προβλημάτισε ήταν ότι δεν μπορούσε να αρνηθεί πως της άρεσε που είχε βιώσει την πρωτόγνωρη εμπειρία μιας νέας ερωτικής πραγματικότητας.
« Α! τι βλέπω! κοκκινισμένα τα μάγουλα και μια ντροπή; Ντροπή γι’ αυτά που νιώθεις και πόσο τον ζητάει η σάρκα κι η σκέψη σου; Τι υγρό σαπούνι είναι και πράσινα άλογα, λεκέδες σπέρματος είναι που ίσως να άφησε η «παράνομη» επαφή της.
Στεφανωμένη αυτή! Ομορφάντρας αυτός την πήρε στον οντά του, στο μιντέρι του, τη βάψετε την κυρά μας. Κι όσο τα σμαραγδένια μάτια της διαστέλλονταν καθώς τον κοιτούσε και ξέδινε το πάθος της, τόσο λαμπύριζαν και τον ζάλιζαν πιότερο. Ξέδινε κ’ αυτός το πάθος του καθώς ένοιωθε το μουνάκι της να ανοίγει διάπλατα και να μπαίνει μέσα της με ορμή...
Α! τη σκρόφα μ' αυτό το ύφος Ουρσουλίνας καλόγριας που το παίζει κυρία, ενάρετη και θρησκόληπτη. Τελικά δεν είναι και τόσο ήσυχη όπως νόμιζα αλλά μιλάμε, δηλαδή, για μια πρώτης τάξεως ξετσίπωτη και κρυφή αλανιάρα! Φαίνεται πως τα περνά καλά με το αφεντικό της. Την φυστικώνει ο ομορφάντρας, Λέανδρο νομίζω τον λένε, γι αυτό απ' ότι μαθαίνω δεν την νοιάζει να κάνει σεξ με τον δικό της. Ποιος τη χάρη σου κοπέλα μου! Να είχα την τύχη σου. Πρόσεχε όμως γλυκιά μου γειτόνισσα που στην έξαψη της στιγμής όταν αυτή η θεσπέσια σωματική επαφή σε είχε στείλει στα ουράνια,  και ένα κύμα καύλας που σου ήρθε σε έκανε πολύ απρόσεκτη.
Ωραία το κάνατε και ήρθε η ώρα να γυρίσεις σπίτι.  Πρόσεχε όμως κοπέλα μου τα σημάδια που μπορεί να βάλουν σε υποψίες τις κρυφές συναντήσεις με τον εραστή σου ρισκάροντας το μέλλον της μόνιμης σχέση  σου!». Αυτά τα σκέφτηκε αλλά δεν τα ξεστόμισε η κοπελιά.
...Η Ηρώ τώρα που έχει κάπως ηρεμήσει προσπαθεί να αποδώσει δικαιοσύνη στην πράξη του Λέανδρου και να τον δικαιολογήσει. Είχε ένα συναίσθημα ενοχής μέσα της και το άγχος που ένιωθε εκείνες τις στιγμές την παρέσυρε να εκδηλώσει μια επιζήμια συμπεριφορά που είχε αρνητικές συνέπειες για τον Λέανδρο με αποτέλεσμα τώρα να βιώνει μια θλίψη και έναν θυμό με τον εαυτό της. Δικαιολογεί τον εαυτό της πως επρόκειτο για μια φυσιολογική αντίδραση που έζησε εκείνες τις στιγμές, διανθισμένη με συναισθήματα άγχους, απογοήτευσης και εκνευρισμού. Δεν το αρνείται πως υποσυνείδητα τον πρώτο καιρό της γνωριμίας τους και συνειδητά στη συνέχεια, ένιωσε ότι αναπτύχθηκε μεταξύ τους αυτό το μαγικό στοιχείο που οφειλόταν σ' αυτή τη φωτεινή αύρα και την σεξουαλική χημεία που εμφανίζουν οι άνθρωποι και ευθύνεται για τον ανομολόγητο πόθο που τους κυριεύει όταν συναντιούνται αναζητώντας να βρουν σεξουαλική ικανοποίηση ο ένας στον άλλο.  Αρχικά η σκέψη να πλαγιάσει με άλλον άντρα την εξόργιζε! Αλλά τον Λέανδρο τον ήθελε –και μάλιστα πάρα πολύ. Πραγματικά, είχε προσπαθήσει να του αντισταθεί μέχρι που συνειδητοποίησε πως το μυαλό και το κορμί διψούσαν για την αγκαλιά του.
Ταυτόχρονα ο εσωτερικός της κριτής νιώθει ηθικές κοινωνικές αντιστάσεις που την δυσκολεύουν να απατήσει το σύζυγο της και να αναζητήσει τη σεξουαλική ευχαρίστηση στην αγκαλιά του Λέανδρου όπως το επιθυμεί. Γι αυτό πρέπει να δει πως θα το ελέγξει, με ποιον τρόπο θα το διαχειριστεί και πως ακριβώς θα δώσει λύσεις. Άλλωστε δεν ήταν του άνδρα όλο το φταίξιμο για όσα συνέβησαν μέσα σ' εκείνο το σπίτι του κτήματος. Όταν και εκείνη σαν γυναίκα! Δεν συμμετείχε;  Δεν το απόλαυσε; Το να το σκέφτεται λες και την έπιασαν να κλέβει!... Απλά χάνουν και οι δυο, ιδιαίτερες ερωτικές απολαύσεις που μπορεί να προσφέρει ο ένας στον άλλο..
Προσπάθησε τις σκέψεις της αυτές να τις κρατήσει μέσα της σαν κάτι απαγορευμένο. «Σε παρακαλώ για ποια με πέρασες, δεν ήρθα εδώ για τέτοια εγώ.....» 
Αλλά σιγά – σιγά κάτι μέσα της σκιρτάει, η σκέψη της άρχισε να μετεξελίσσεται σε ένα είδος ενδόμυχης ερωτικής επιθυμίας, η οποία γινόταν ολοένα και πιο έντονη. Άρχισε και καταλάβαινε πως όσο κι αν τρέχει μακριά από την επιθυμία εκείνη θα βρίσκει πάντα τρόπο να την κάνει να υποφέρει. Νόμιζε πως ελέγχει το παιχνίδι, το μυαλό της, το σώμα της. Όμως δεν ελέγχει τις σκέψεις της. Κι όταν αυτές αποφασίζουν να μπουν στο παιχνίδι, όλες οι θεωρίες καταρρίπτονται, όλες οι αντιστάσεις κάμπτονται. Αν κάτι το ποθείς πολύ και θέλεις να το ακολουθήσεις, θέλεις να βουτήξεις στα βαθιά νερά του και ας μην ξέρεις που θα σε βγάλει, το κάνεις.
«Χριστέ  μου, το έκανα, έπεσα χαμηλά, συγχώρεσε με! ..... Αλλά τι απίστευτο γλειφομούνι ήταν αυτό που μου έκανε;  κι εγώ αφέθηκα κι εντελώς και ενέδωσα σ᾽όλο αυτό, κι ήταν όντως απίστευτο. Ένιωθα τρομερή καύλα, «Παναγία μου, τι έζησα» και μου βγήκαν τόσα συναισθήματα, που προφανώς υπήρχαν και από πριν και που απλά δεν τα είχα εξερευνήσει.»
Το μουνί της είναι ακόμα πρησμένο και ερεθισμένο κι όσο σκέφτεται πως την έγλειφε η γλώσσα του Λέανδρου την καυλώνει ακόμα περισσότερο και νιώθει σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και που περιμένει την κατάλληλη στιγμή να της το γαμήσει. Νιώθει πως ότι είναι να γίνει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα γίνει, αλλά ταυτόχρονα την έχει πιάσει και ένα άγχος..... 
«Γιατί να θέλω να μπλέκω εγώ έτσι;».
Με τη σκέψη αυτή που ήταν τόση αναπάντεχη και οδυνηρή, άρχισε να συμφιλιώνεται με την ιδέα ότι αυτό που θεωρούσε αδύνατον τελικά ίσως και να 'ταν αναπόφευκτο!...  Ποιος κανόνας ορίζει για το τι είναι σωστό και τι όχι. Τι είναι σωστό και τι λάθος.
Παραδόξως αυτές οι σκέψεις είχαν αρχίσει να τη στοιχειώνουν, δεδομένου ότι είχαν ξεφύγει πια από το επίπεδο με τους αυστηρούς ηθικούς κανόνες άλλων εποχών... Ξέρει καλά ότι είναι ανυπόφορο να ταλαντεύεται ανάμεσα στο θέλω και στο πρέπει καθώς μεχρι σήμερα «κατέκρινε» όλους εκείνους ή εκείνες που επέλεγαν να απατήσουν τον ή την σύντροφό τους, αντί να μιλήσουν ξεκάθαρα και να τραβήξουν τον δρόμο τους. 
Μέχρι σήμερα, αυτή ήταν τύπος και υπογραμμός, ακλόνητος βράχος ηθικής.  «Εγώ ποτέ δεν θα το έκανα» έλεγε, αλλά όπως λένε «ποτέ μην λες ποτέ».! Ένιωθε ήδη τις ενοχές της αλλά ταυτόχρονα δεν μετάνιωνε για τα όσα συνέβησαν και έβαλαν φωτιά στο μυαλό της με την εμπειρία που έζησε και όλα όσα απρόσμενα έγιναν παράνομα και κρυφά, και που τα γνωρίζει μόνο ο νους της. 
Τόση ήταν η μετεξέλιξη αυτής της σκέψης μέσα της, που συνειδητά πια επιθυμούσε να βρεθεί και πάλι στην αγκαλιά του Λέανδρου και να την ικανοποιεί στην εκτόνωση των σεξουαλικών ορμών της, δηλαδή στο σεξ. Αυτά σκεφτόταν όταν έκλεινε τα μάτια, γ’ αυτό και ο ύπνος δεν την έπαιρνε.
Την πιάνει άγχος μήπως και δεν τον ξαναδεί ξανά και αν θα την πάρει και πάλι στην εργασία. Και εάν ναι ελπίζει να την καταλάβει να το ξεπεράσει και αυτός ανώδυνα το επεισόδιο να μην της κρατά κακία και να την δεχτεί και πάλι στην εργασία γιατί έχει συνειδητοποιήσει πόσο πολύ μεγάλη βιοποριστική ανάγκη έχει τη δουλειά που της προσφέρει ταυτόχρονα με την συναισθηματική ικανοποίηση.
«Πρέπει να κάνεις την επιλογή σου. Επιτέλους κάνε αυτό που σου αρέσει και κλείδωσε τις ενοχές σου σ’ ένα ντουλάπι! Λατρεμένο το απαγορευμένο λένε. Αυτό το «τέρας» αντί να το παλεύεις αγκάλιασε το, αποδέξου το.» Αφουγκραζόταν πολύ προσεκτικά τις σκέψεις της.
Τις ίδιες στιγμές δεν μπορούσε να το κρύψει από τον εαυτό της, πως ένιωθε τόσο ξεχωριστή που την πρόσεχε και της έδειχνε ενδιαφέρον αυτός ο άνδρας. Νιώθει την ανάγκη να βρεθεί στην αγκαλιά του.
Ε λοιπόν ναι, εκείνες τις στιγμές, ο Λέανδρος, ξύπνησε μέσα της εκείνο το κύμα της ονειρικής ευδαιμονίας που νόμιζε ότι είχε χάσει μέσα στη δύσκολη και γκρίζα καθημερινότητα της. Ο καιρός περνούσε μοιρασμένος ανάμεσα στις οικογενειακές της υποχρεώσεις και στη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινής επιβίωσης.  Και να που τώρα ένιωσε ξεχωριστή και πανέμορφη. Άξια ν’ απολαύσει κάτι καλύτερο που είχε να της προσφέρει η ερωτική της ζωή. Δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί περισσότερο. Θα πήγαινε πάλι οπωσδήποτε στη δουλειά. 'Ήξερε καλά ότι θα τρελαινόταν αν δεν πήγαινε. 'Όσο το μετάνιωνε που φερόταν αδύναμα και θα πήγαινε, άλλο τόσο και ακόμα πιο πολύ θα το μετάνιωνε αν δεν πήγαινε. Ήταν φανερό πως σαν γυναίκα ένιωθε μια βαθιά ικανοποίηση που τόσο πολύ την είχε προσέξει και την ποθούσε αυτός ο άνδρας και ταυτόχρονα γεννιέται μέσα της, έντονη επιθυμία να ξαναδεί αυτό τον άντρα. Ωραίος άνδρας είναι αλήθεια, όσο κανένας από όσους έχει γνωρίσει μέχρι σήμερα. Άνθρωπος διαβασμένος και σοφιστικέ, αλλά ταυτόχρονα πολύ φιλικός, άμεσος και αγαπησιάρης, δεν υπήρχε άνθρωπος που μπορούσε να αντισταθεί στη γοητεία της προσωπικότητάς του. Σαν αστραπές περνάνε από το νου της διάφορες σκέψεις, για άτομα που επιθυμούν να ξεκινήσουν εξωσυζυγικές σχέσεις, και γιατί οι γυναίκες «παραστρατούν» εξίσου στον ίδιο βαθμό με τους φαινομενικά πιο «άτακτους» άνδρες.  Η σεξουαλική δραστηριότητα δεν λείπει από το γάμο της τουλάχιστον έτσι πίστευε μέχρι να έρθει στην ζωή της πριν λίγε ώρες από το πουθενά ένα ξέφρενο και επίμονο γλυφομούνι του Λέανδρου που την είχε εξιτάρει. Ο Κλεομένης δεν της τα έκανε αυτά. Είναι ακόμη ταραγμένη και δεν μπορούσε να ησυχάσει με τίποτα με την καρδιά της να χτυπά δυνατά λες και την είχαν «τσακώσει» να γαμιέται με τον Λέανδρο. Τι είχε πάθει; Κατά βάθος ήθελε να δοκιμάσει να κάνει έρωτα με αυτόν άντρα και φοβόταν να παραδεχτεί τα συναισθήματα της; «Αυτό που αισθάνομαι για εκείνον μήπως είναι απλά μία έλξη;» Μα ήταν δυνατόν να αφήνετε να την πνίγουν σεξουαλικές επιθυμίες της γιατί μεχρι σήμερα έχει μάθει να τις ελέγχει και να τα συγκρατεί. Και όμως να που τώρα πολιορκείται από υποσυνείδητες αμφιβολίες και αγωνίες!  «Κλείνεται στην σπηλιά τη» τώρα που βρίσκεται σε αυτή τη φάση. Μετά από μια σεξουαλική επαφή, κάτι εντελώς ανούσιο, εύκολο και γρήγορο με τον σύντροφο της, αυτός κοιμήθηκε βαριά αλλά η Ηρώ δεν μπορούσε να ησυχάσει. Σκεφτόταν συνέχεια τα σημερινά απρόσμενα ερωτικά της συμβάντα με τον εργοδότη της. Πως μετά το υπέροχο και ηδονικό γλυφομούνι που της έκανε ο Λέανδρος χωρίς να το καταλάβει βρέθηκαν κολλημένοι να φιλιούνται ρουφώντας ο ένας την γλώσσα του άλλου, και αυτή καθώς έσφιγγε στη χούφτα της το πούτσο του Λέανδρου θυμάται πως σπαρταρούσε από ηδονή όταν τα δάχτυλά του μπήκαν στο μουνάκι της, που ήταν μούσκεμα και πραγματικά νιώθει ότι αυτό τον άνδρα τον αναζητούσε το κορμί της και πάλι! Ε λοιπόν ναι, τον ήθελε και αυτή! Ο Λέανδρος είχε καταφέρει να κάνει το μυαλό και το σώμα της να αναζητά την ηδονική ολοκλήρωση και κάθε κύτταρο της να φλέγεται από σεξουαλική επιθυμία γι αυτόν τον άνδρα. Αναζητουσε νοερά και πάλι κάθε άγγιγμα του με τα δάχτυλά του, με το βλέμμα του και ένιωθε σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Σκέψεις βασανιστικά  ένοχες που την οδηγούν σε συνθήκες κόλασης και παράδεισου την ίδια στιγμή. Ηθελε να γαμηθεί μ' αυτόν τον άντρα και αν αυτός είχε φερθεί πιο έξυπνα και επέμενε περισσότερο σε μια γυναίκα που όταν λέει σε έναν άνδρα «όχι μη!» δεν είναι σωστό αυτό που της ζητά, εννοεί πως πρέπει αυτός να προσπαθήσει κι άλλο να μην τα παρατήσει. Οι γυναίκες δεν λένε κατευθείαν αυτό που έχουν στο μυαλό τους. Έμπειρος άνδρας είσαι, στον φιλελεύθερο Καναδά μεγάλωσες και γνωρίζεις πολύ καλά ότι όταν μια γυναίκα λέει «δεν πρέπει» για κάτι που την ελκύει, συχνά σημαίνει ότι γνωρίζει ότι είναι λάθος ή δεν πρέπει να το κάνει, αλλά το θέλει, το επιθυμεί! Είναι μια εσωτερική της πάλη μεταξύ λογικής «δεν πρέπει» και επιθυμίας να πει «ναι» και να το ζήσει. Σημαίνει πως η άρνηση μπορεί να είναι μια μορφή «ναι», σηματοδοτώντας την έντονη έλξη και την εσωτερική σύγκρουση όταν λέει, ένα σωρό δικαιολογίες, ότι τιμά το στεφάνι της τον σύζυγό της, «Είναι καλός τύπος ο σύζυγος μου, αλλά εγώ έχω ένα αίσθημα ότι κάτι δεν πάει καλά με μένα μέσα στο γάμο μου που δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι σταμάτησα να τον αγαπώ», είναι ένα «ναι με επιφύλαξη»: Μια «λογική» άρνηση που στην πραγματικότητα εκφράζει έντονο ενδιαφέρον και μια επιθυμία να ξεπεράσει τα όρια, και να σου δώσει χώρο και χρόνο να την κατακτήσεις αν φερθείς έξυπνα και σωστά.
Περνώντας η ώρα διαπιστωνει ότι την ερωτική της επιθυμία εκεί που νόμιζε ότι τα ελέγχει τα όρια της έρχεται αυτή η καταπιεσμένη καύλα, που την πιέζει να σκάσει από το καβούκι και να αισθάνεται μια απογοήτευση που δεν τον άφησε να της βάλει εκτός από τα δάχτυλα του και το πούτσο του στο μουνί της. Να τη γαμήσει ολοκληρωτικά έτσι όπως είχε τρελαθεί από την καύλα με το γλυφομούνι του. «Τι ήταν αυτό Θεέ μου!» Αυτά σκέφτεται και την είχε πλημμυρίσει απερίγραπτη γλύκα και προστυχιά μαζί και είναι πια βέβαιη ότι, αν ο εργοδότης της προσπαθούσε περισσότερο, «ναι μπορούσε να με γαμήσει» και παρόλο που νιώθει ενοχή μ αυτή τη σκέψη μια γλυκιά ανατριχίλα ποτίζει το κορμί της Οι φαντασιώσεις την παρασύρουν σε μονοπάτια σκέψεις, πως απολαμβάνει μαζί του, μεγάλη ευχαρίστηση που ικανοποιεί τις αισθήσεις της και το σεξουαλικό της ένστικτο, χωρίς να υποφέρει από τις τύψεις και τις αναστολές που ακολουθούν την εξωσυζυγική σεξουαλική επαφή. Σκέφτεται τον Λέανδρο να την κουβαλάει ανήμπορη να αντιδράσει στην κρεβατοκάμαρά του και γρήγορα γρήγορα να πιάνει δουλειά. Αυτή να του αντιστέκεται σθεναρά καθώς αυτός της βγάζει ανυπόμονος τα ρούχα με γοργό ρυθμό όσο αυτή αντιστέκεται, αλλά στην πραγματικότητα απολαμβάνει το κάθε λεπτό. Αυτός συνεχίζει χωρίς να αφιερώσει χρόνο σε προκαταρκτικές διεγέρσεις, και αυτή να τον διευκολύνει στη συνέχεια για τη διείσδυση και τη σεξουαλική επαφή τους, και να καταλήγει σε ένα απίστευτο οργασμό παρά τις προηγούμενες διαμαρτυρίες της. Η Ηρώ χαμογέλασε, φέρνοντας το ένα χέρι στο πρόσωπό της σε ελαφρά αμηχανία.«Μα τι μου έχει κάνει και τρελαίνομαι! Δεν ξέρω τι με έπιασε αλλά νιώθω ότι κακώς ο Λέανδρος δεν με πήρε εντελώς υπό τον έλεγχό του, απαιτητικά με θράσος, και να με ανάγκαζε να κάνουμε έρωτα. Το να με εξανάγκαζε να κάνουμε βίαιο σεξ είναι μια από τις πιο συνηθισμένες ερωτικές φαντασιώσεις μου! Πίστευα «τώρα θα μου αλλάξει τα φώτα!» όταν αισθάνθηκα τον πούτσο του τόσο ζεστά και απαλά, να τον ακουμπάει στο μουνί μου! Τέτοια πούτσα δεν πίστευα ότι υπάρχει. Όλο φλέβες και νεύρα, πολύ σκληρή σαν σιδερό και πολύ-πολύ μεγάλη αλλά δυστυχώς δεν μου τον έβαλε να με γαμήσει. Ήταν τόσο εύκολο όπως είχα ερεθιστεί και ένιωθα το μουνάκι μου να πλημμυρίζει με υγρά,και βρισκόμουν στο έλεος του όσο έβαζε τη γλώσσα του στην τρυπούλα μου και το σώμα μου σπαρταρούσε από ηδονή. Ουάου! Μα και εγώ όσο κρατούσα τον πούτσο του στο χέρι μου και τον έπαιζα δεν βρήκα το απαιτούμενο το θάρρος να ακουμπήσω το πουτσοκέφαλο του στα μουνόχειλα μου και τον σπρώξω μέσα, στο μουνί μου. Αν και ένιωθα αρκετά αμήχανα μου άρεσε πολύ και ήθελα να νιώσω την περιπέτεια αυτή έστω για μία φορά.! Να του φωνάξω «Μ' αρέσεις, σε θέλω, μ' έχεις τρελάνει!  Τη προσκυνάω σαν πουτάνα την καυλάρα σου! Γάμησε με επιτέλους.» 
Αλλά δεν βρήκα το θάρρος. Είμαι ήδη και πάλι καυλωμένη και μόνο που το σκέφτομαι τι δυνατούς οργασμούς μπορούσε να μου προσφέρει!» και δάγκωσε παιχνιδιάρικα το κάτω χείλος της. Μ' αυτές τις σκέψεις, και με ένα χαμόγελο ερωτικής ευτυχίας, ταυτόχρονα κάτι από μέσα της έλεγε να μην ξεχνά ότι είναι παντρεμένη, αλλά αυτή τώρα αλλού βρέχει, όπως λένε. «Μου αρέσει αυτός ο άνδρας» μουρμούριζε, και μια σκέψη είχε στο μυαλό της. Πότε θα τον ξαναδεί. Έμεινε ακίνητη με τα μάτια ανοιχτά στο σκοτάδι, με μια γλυκιά προσμονή πότε θα ξημερώσει να πάει να βρει τον Λέανδρο και τελικά ο ύπνος την πήρε περασμένα μεσάνυχτα.
Την άλλη μέρα ένα σφίξιμο στο στήθος της έδινε μια νότα αγχωμένης αναμονής για αυτό που θ’ ακολουθούσε. Ήταν αποφασισμένη να πάρει τη μεγάλη απόφαση και να γευτεί το καυλί του Λέανδρου στο μουνί της που θα την έβαζε σε καινούργια μονοπάτια ηδονής και καύλας. Τώρα ένιωθε σχεδόν έτοιμη να το κάνει
Ο Λέανδρος την περίμενε κοντοστάθηκε καθώς την αντίκρισε από κάποια απόσταση, ένιωσε πέρα από κάθε προσδοκία μια ανέλπιστη χαρά όταν την είδε να έρχεται στο σημείο συνάντησης και ένα αίσθημα πρωτόγνωρου πόθου πλημμύρισε όλο του το σώμα.
Η θέα του της προκάλεσε μια αντίδραση τόσο έντονη, που ήταν σαν σωματικό χτύπημα. Της κόπηκε η ανάσα και η καρδιά της άρχισε να χτυπά άγρια, ενώ ένα κύμα λαχτάρας πλημμύρισε όλο της το είναι. Ένιωθε λες και είχε χρόνια να τον δει, και όχι μόλις ούτε δώδεκα ώρες. Αν και στεκόταν κάμποσα μέτρα μακριά, η Ηρώ ένιωθε μια μεθυστική μαγνητική έλξη. «Είναι επικίνδυνο που είναι και πάλι εδώ», σκέφτηκε. Αυτό όμως δε σήμαινε ότι δεν ήταν πανευτυχής που τον έβλεπε. Ήταν σαν να τον ρουφούσε με το βλέμμα της, κοιτάζοντας άπληστα αυτό το καλοσχηματισμένο κορμί με τις φαρδιές πλάτες.  Αντιστάθηκε στην παρόρμηση να τρέξει στην αγκαλιά του, στο μέρος όπου ήθελε τόσο να βρίσκεται.
«Επιτέλους ήρθες!» της είπε με ανακούφιση σαν είχε βρει κάτι που λαχταρούσε καιρό. «Έλα, σε περιμένω εδώ και ώρα», της είπε ακίνητος από τη θέση του, καρφωμένος στο ίδιο σημείο. Ήθελε εκείνη με τη  δική της θέληση να τον προσεγγίσει.
Η Ηρώ προσπάθησε ν’ αγνοήσει ένα σφίξιμο στο λαιμό της. Την έλουσε ένας κρύος ιδρώτας, που τον σκούπισε, με το μαντήλι που θαρρείς αυθαίρετα βγήκε από την τσέπη της, πήρε βαθιά αναπνοή κι ακόμη μία, και παραμερίζοντας τον τελευταίο στιγμιαίο δισταγμό της, βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής κοντά του κι ένα μέρος του φόβου εξαφανίστηκε καθώς τον είδε να της χαμογελάει και τη βοήθησε να μπει στο αυτοκίνητο! Μπήκε στο αυτοκίνητο χωρίς να μιλάει. Το μυαλό της έτρεχε. Φανταζόταν πράγματα και ταυτόχρονα φοβόταν. Συνεσταλμένη και ντροπαλή ήταν όλη της την ζωή. Τον αισθάνθηκε να περιεργάζεται διακριτικά το μουσκεμένο από τα δάκρυα πρόσωπό της. Τον κοιτούσε μέσα στα μάτια αμίλητη, και για λίγο απλώθηκε η σιωπή. Είχε βουρκώσει και ήταν έτοιμη να κλάψει πάλι. Ήθελε τόσο ν’ αφεθεί στην αγκαλιά του, να γίνει ένα με το δικό του σώμα. Έτρεμε. Προσπαθούσε να ηρεμήσει αλλά τίποτα. Εδώ που φτάσαμε σκέφτηκε δεν υπάρχει επιστροφή. Το ήξερε ότι τα επόμενα βήματα θα ήταν αμετάκλητα, ήταν όμως αποφασισμένη να ρισκάρει. Ενστικτωδώς την αγκάλιασε και την κράτησε δυνατά στην αγκαλιά του.
«Αλήθεια, είσαι καλύτερα σήμερα;» Ρώτησε και την κοίταξε τρυφερά στα μάτια.Τα χείλια του είχαν ένα δελεαστικό μισοχαμόγελο και το ψηλόλιγνο σώμα του, απλωμένο όπως ήταν, έδειχνε να της κλείνει τη θέα. Η Ηρώ σώπασε μια στιγμή. Έπειτα, μηχανικά, είπε μόνο «Καλύτερα», και ξανάσκυψε πάλι το κεφάλι της.
Ο Λέανδρος δεν την ξαναρώτησε! Μονάχα είχε στυλώσει μεμιάς τα μάτια απάνω της με χαμόγελο και απροκάλυπτη ερωτική ματιά που η Ηρώ την ένιωσε και σκίρτησε. Έμειναν έτσι αμίλητοι λίγες στιγμές δε μίλησε κανείς. Είχαν το ίδιο αίσθημα που είχαν και το βράδυ, το αίσθημα πως κάτι, απρόσμενα και απροετοίμαστα ηδονικό έγινε κει ανάμεσά τους.  Της άρεσε που ήταν ευγενικός, δυναμικός αλλά και πολύ σίγουρος για τον εαυτό του και αυτό δεν της άφηνε πολλά περιθώρια για δισταγμούς.  Άρχισε να χαλαρώνει. Στη διαδρομή ήταν αμίλητη. Ίσως, ίσως είχα γίνει ένα με τα αισθήματα της ημέρας. Σιωπηλή ημέρα, ηλιόλουστη, δε φυσούσε. Λες και ήθελε η μέρα να θαυμάσει τα δημιουργήματα της ημέρας. Υπό άλλες συνθήκες θα θαύμαζε τις πανύψηλες σκιερές ασημένιες λεύκες, τα λιβάδια, τα απέραντα χωράφια με τους ανθισμένους ηλίανθους, το ποταμάκι που πια καθρέπτης έγινε για να κοιτάξει την ομορφιά της φύσης. Το λίκνισμα του αυτοκινήτου τη νανούριζε γλυκά, κάνοντάς τη να πετάξει μακριά, να ενσωματωθεί στην ομορφιά της φύσης, να γίνει στοιχείο μαζί της. Να γίνει ένα με το γλυκό αεράκι πνέει στο κάμπο. Η Ηρώ έσυρε το δάχτυλο της στο τζάμι του αυτοκινήτου, σα να ήθελε να αγγίξει τις στάλες της πρωινής ομίχλης που νότιζαν το τζάμι απέξω.
Έπειτα γύρισε έξαφνα: Του ζήτησε συγγνώμη για το πουκάμισο και θέλει να την καταλάβει για την αντίδραση της, γιατί ένιωθε αρκετά πιεσμένη καθώς τον τελευταίο καιρό έχει σοβαρά οικογενειακά προβλήματα με τον σύζυγο της.
Και για να σπάσει και ο πάγος του είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου πως σίγουρα θα ξανασκεφτόταν μια αύξηση στο μισθό της ώστε να μπορεί να του αντικαταστήσει με ευχέρεια το πουκάμισο. Του διηγήθηκε και την ιστορία με τους λεκέδες στο φουστάνι της, που μπορεί κάλλιστα να δημιούργησε υποψίες στη νεαρή κοπέλα, αλλά ελπίζει ότι εκτός από φιλική μαζί της είναι εχέμυθη και διακριτική. Ταυτόχρονα του εξομολογήθηκε πως τις τελευταίες μέρες έβλεπε αρκετά περιποιητικό του άνδρα της στη νεαρή κοπέλα και πολλά γυναικεία ναζάκια της μικρής. Αυτό την έκανε να θυμηθεί κάποιες υπόνοιες που είχε ότι η νεαρή κοπέλα δεν ήταν ιδιαίτερα φρόνιμη. 
Αυτό ήταν. Και οι δύο ξέσπασαν σε γέλια και ο πάγος που είχε δημιουργηθεί έλιωσε.. Κάθε αμηχανία σε εκείνη τη συνάντηση διαλύθηκε και η ατμόσφαιρα ήταν λες και ήταν γνωστοί από χρόνια. 
«Είσαι οπτασία. Ευχαριστώ που δέχθηκες και ήρθες πάλι.» της λέει.
Βέβαια του τόνισε πως ότι έγινε-έγινε και για το καλό της θα ήταν να ξεχαστεί, αφού του εξομολογήθηκε ότι όλο το βράδυ την βασάνιζε η προοπτική  μήπως και δεν την δεχόταν ξανά στην εργασία και ακόμη πως ποτέ στην ζωή της δεν είχε νιώσει ανάλογο συναίσθημα για κάποιο άλλο άνδρα έξω από το γάμο της και πραγματικά όλο το βράδυ τον σκεφτόταν.
«Πως με σκεφτόσουν λουλούδι μου.» τη ρώτησε σχεδόν αυτόματα. «σαν Παράδεισο ή σαν κόλαση;»
Τον κοίταξε αινιγματικά. Δεν ήταν που δεν ήθελε να το εκμυστηρευτεί, στον εαυτό της φοβόταν να το ψιθυρίσει. Δε μίλησε έριξε το βλέμμα της έξω από το παράθυρο, ο ήλιος είχε ανατείλει ψηλότερα κι εκείνη χάιδευε με τη ματιά της το γκριζοπράσινο περίγραμμα των κορυφών της Οίτης και του Καλλίδρομου απέναντι. Έμεινε για ώρα έτσι ακίνητη. «Ξέρεις…» του είπε χαμογελαστά, «για να σου λυθούν όλες οι απορίες. Ποιες είναι οι πιο συνηθισμένες σκέψεις που κάνει μια γυναίκα όταν σκέφτεται έναν άνδρα;.»
«Περιμένω με πολύ αγωνία την απάντησή σας! Θα περιμένω να μου λύσεις τις απορίες όταν νιώσεις έτοιμη ώστε να αισθάνεται πιο άνετα.»
Η Ηρώ έγειρε στο κάθισμα με τα χέρια τυλιγμένα στην κοιλιά της κι άρχισε να κουνιέται μπρος πίσω, η διαδρομή από το τη συνοικία της μεχρι το κτήμα ήταν μισή ώρα, αλλά για κάποιο λόγο της φάνηκε ότι κράτησε μια αιωνιότητα.  Ήταν λίγο δύσκολο να το συνειδητοποιήσει αλλά το ένστικτο της έλεγε πως  θέλει σαν τρελή αυτός ο άνδρας να την κατακτήσει, θέλει να αγγίξει το κορμί της, να το θαυμάσει και να το κάνει δικό του.! «Έχω καταλήξει να παίζω ένα ιδιότυπο κρυφτό στις επιθυμίες μου ενώ έχω καταλάβει ότι με το όσο περισσότερο προσπαθώ να τον αποφύγω τόσο με καυλώνει ακόμη περισσότερο και δεν είμαι σίγουρη αν τρέχω για να τον αποφύγω ή για να τον καυλώνω ακόμη περισσότερο.
..... Κατά το μεσημέρι η Ηρώ είχε ανεβεί στη σοφίτα να την ταχτοποιήσει. Έμενε προσηλωμένη στο παράθυρο. Καμία κίνηση δεν έκανε. Έβλεπε και περίμενε. Ήταν σήμερα ανήσυχη κι ανυπόμονη, είχε τρόμους στο κορμί της νευρικούς, σα μικρού σκλαβωμένου πουλιού, τιναγμούς και τρόμους. Εκεί άκουσε από πίσω της μια φωνή που της έφερε έντονο τρέμουλο και μια ανατριχίλα που διαπερνά το σώμα της. «Ηρώ,» είχε ψιθυρίσει σιγαλά η φωνή, και η Ηρώ γύρισε. Πίσω της στεκόταν όρθιος ο Λέανδρος. Πήγε κοντά, ίσια κοντά της, πήγε σα να μην είχε ξαφνιαστεί. 
«Σε περίμενα, του είπε η Ηρώ, το ήξερα πως κάποια στιγμή θα έρθεις.»  Ήταν έτοιμη πλέον να του παραδοθεί. 
Αυτός άνοιξε τη μεγάλη μπαλκονόπορτα, γυρίζει και της λέει.  «Έλα λίγο στην πίσω βεράντα να σου δείξω την θέα δεν σου την έδειξα την άλλη φορά.»
«Έρχομαι» του λέει. Βγήκαν έξω και της έδειχνε την θέα. 
«Από εδώ θα βλέπεις τη απέραντη θέα του κτήματος με την γυναίκα σου… όταν με το καλό παντρευτείς....» Όποια και να διαλέξει σκεφτόταν, θα είναι τυχερή.  Ο Λέανδρος θα ήταν καλός  σύζυγος, ήταν σχεδόν βέβαιη για αυτό. Δεν είχε κανένα λόγο να καλλιεργεί αυτός τα προϊόντα του κτήματος, ήταν δουλειά που μπορούσε να αναθέσει σε οποιοσδήποτε εργάτη που ήταν στη δούλεψη  του πατέρα του, όμως αυτός ήταν εργατικός, προσόν που εκτιμούσε απεριόριστα η Ηρώ πικραμένη από την ανεμελιά του συζύγου της που δεν έδινε δεκάρα να βρει μια σταθερή δουλειά ώστε να συμβάλει πιο ενεργά και με μεγαλύτερη φροντίδα στη διαβίωση της οικογένειάς του.
Κάποια στιγμή πήγε από πίσω της και την αγκάλιασε, σφίχτηκε κοντά της, κολλώντας απαλά τα χείλη του στο σβέρκο της, με τις χούφτες του της έπιασε τα στήθη και βάζει το χέρι του στον κώλο της και αρχίζει να τη χαϊδεύει και να τη φιλάει στο λαιμό. Η Ηρώ, τρελάθηκε από την καύλα δεν έκανε καμία κίνηση απλά καθόταν. Έδειχνε να της αρέσει και το απολάμβανε.
«Αχ μη! σε παρακαλώ.… Αυτό που κάνουμε είναι λάθος», ανάδεψαν τα χείλη της λόγια σιγανά, αλλά το κορμί της άλλα αναζητούσε. «Μην κάνεις πίσω!» την προέτρεπε φλογισμένο. 
Εκείνος την έπιασε από τους ώμους και την κόλλησε στην πόρτα. «Το ξέρουμε και οι δύο πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Ξεκινήσαμε κάτι». Το βλέμμα του κατέβηκε και καρφώθηκε στα χείλη της. «Ήταν θέμα χρόνου, το ξέραμε κι οι δυο. Και δεν πρόκειται να σταματήσει αν δεν το τελειώσουμε». 
«Δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς». Αυτή εξακολουθούσε να το παίζει έκπληκτη, αλλά συνέχισε να απολαμβάνει τα χάδια του.
«Ναι, ξέρεις». Κόλλησε το κορμί του πάνω της για να της αποδείξει κάτι, ίσως και για να το αποδείξει απλώς και μόνο στον εαυτό του. «Ναι, ξέρεις», επανέλαβε και η Ηρώ χάνεται, ελαφρώς, στον κόσμο της! Οι χτύποι της καρδιάς της είχαν ανέβει μέχρι το λαιμό της. Αυτό που ένιωθε δεν μπορούσε να το αποκαλέσει φόβο. 
Ο Λέανδρος καθοδηγεί τα χέρια του στις θέσεις στις οποίες ποθεί να την αγγίξει. Τα κουμπιά, ξεκουμπώνονται, τα φερμουάρ, ανοίγουν. Γλιστρά με άνεση την γλώσσα του, πάνω στο δέρμα της και ρουφάει το άρωμά της μ’ ένα πάθος τόσο εκφραστικό! Οι καρδιές τους χτυπούν δυνατά καθώς τα κορμιά τους συγκρούονται. Τελικά είναι τόσο εύκολο για δυο ανθρώπους που ποθεί ο ένας τον άλλο, να κάνουν έρωτα κάθε ώρα, κάθε στιγμή…
Εδώ κάνει παύση... Σταμάτησε τη διήγηση η Άλκηστις....
«Δηλαδή εδώ τελειώνει η ιστορία σου; Τελείωσες; Τελικά τι έγινε; Η ερωτική τους σχέση όπως τη φαντάζεσαι δεν συνεχίστηκε.;» Ρωτάει η Εριφύλη με αδημονία να ακούσει για την συνέχεια της ιστορίας όπως την διηγείται η ξαδέρφη της.
«Ξαδέρφη βλέπω σε ενθουσιάζουν οι σκαμπρόζικες ιστορίες σαρκικού πάθους κυρίως με τις εξωσυζυγικές σχέσεις και με τη διαγωγή των αξιοσέβαστων κυρίων, όπως ήταν και η πεθερά σου.
Για χάρη σου ας μη αφήνουμε σε εκκρεμότητα… Άκου λοιπόν τη συνέχεια. Μια ιστορία με γεμάτη πάθος σεξουαλική σχέση και με τον τίτλο Μύθος ή πραγματικότητα;.»
Η Ηρώ με την παρουσία της και το σεξουαλισμό της, τον μαγνήτιζε και συνάμα, του προκαλούσε μια έντονη, ανεξέλεγκτη επιθυμία και έλξη που τον οδηγούσε σε παρορμητική συμπεριφορά, ως μια δύναμη που τον παρέσυρε σε μια ακατανίκητη έλξη και ανάγκη για σεξουαλική ικανοποίηση, απαιτώντας συνειδητή προσπάθεια για να μετριαστεί και να ενταχθεί σε μια υγιή έκφραση της σεξουαλικότητας του. Έχωσε το χέρι του κάτω από τη φούστα και της χούφτωσε με δύναμη το στητό της κωλαράκι, ενώ με το άλλο του χέρι ξεκούμπωσε τη μπλούζα και τράβηξε το σουτιέν της για να αποκαλύψει τα σφιχτά, σφριγηλά και ανορθωμένα στήθη της, που έχουν καλή στήριξη, και διατηρούσαν το σχήμα και την ελαστικότητα τους με το πέρασμα του χρόνου, με τις  σκληρές και μεγάλες θηλές τους. Ένας χείμαρρος από λόγια μια κατακλυσμική ροή, μια έκρηξη τρυφερών, παθιασμένων  εκφράσεων ξεσπά με γλυκόλογα, κομπλιμέντα και εκφράσεις λατρείας, με σκοπό να την παρασύρουν, να την συγκινήσουν βαθιά να κάμψουν τις όποιες αντιστάσεις της.. 
«Σε θέλω, σε ποθώ! Σε ποθώ βαθιά» της λέει με μια έντονη έκφραση επιθυμίας, που εκφράζει βαθιά λαχτάρα και ανάγκη για το πρόσωπο της, συνδυάζοντας την επιθυμία με το βαθύτερο, σχεδόν ανείπωτο, πόθο του. 
Η Ηρώ τότε, άπλωσε τα χέρια της στο παντελόνι μου, που με το ζόρι συγκρατούσε το πετρωμένο όργανό μου και ξεκουμπώνοντας τη ζώνη, ύστερα το κουμπί και τέλος το φερμουάρ, αποκάλυψε το εσώρουχο που μέσα απ’ το μεγάλο σκίσιμο, φαινόταν το φουσκωμένο σκληρό καυλί μου. Άρχισε να το χαϊδεύει, στην αρχή απαλά και μετά πιο δυνατά, κολλημένη επάνω του. Η γλώσσα του ταξίδεψε από το λαιμό της στους ώμους κι όταν έφτασε στην καμπύλη του στήθους ρούφηξε απαλά, ενώ τα χέρια του ταξίδευαν στο εσωτερικό των μηρών της και σταματούσαν λίγο πριν το υγρό και ζεστό της φύλο. Η κοπέλα απίστευτα καυλωμένη, έσπρωξε το μουνί της προς το χέρι του. Εκείνος όμως δεν την άγγιξε εκεί. Έφερε το πρόσωπό του απέναντι στο δικό της και αντικρίζοντας τα βαθιά σκούρα μάτια της σκοτεινιασμένα από πόθο, της είπε.
«Σε ποθώ! Σε θέλω πατόκορφα, όπως είσαι, θέλω να μπω μέσα σου, να γίνεις δική μου, να σε κατακτήσω.»
«Θέλω να μ’ αγγίξεις στο μουνί μου.» φώναξε εκείνη, που δεν άντεχε άλλο το μαρτύριο. Τότε το χέρι του παραμέρισε το μικρό κιλοτάκι της, ήταν τόσο υγρή, που ένα ρυάκι είχε κυλίσει ανάμεσα στα μπούτια της. Ήταν ζεστό και απαλό μουνί, υπέροχο στο άγγιγμα του.
«Μουνί μου… Μουνάρα μου! Με ανάβεις! Με μπαρουτιάζεις. Τι θέμα αθέμιτο είσαι εσύ! Με διεγείρεις! Το σώμα μου ποθεί το δικό σου! Δηλαδή σε βλέπω και μου γίνεται πέτρα, τρέμω από πόθο.»
Η Ηρώ έλιωσε από καύλα κι άρχισε σιγά - σιγά να λικνίζει τη λεκάνη της, ζητώντας κι άλλα. Τότε την τράβηξε στο καναπέ του, της άνοιξε τα πόδια και έχωσε το κεφάλι του ανάμεσα στα μπούτια της. Ήταν υγρά από τις καύλες του μουνιού της. Με τη γλώσσα του άρχισε να γλείφει τη φουσκωμένη κλειτορίδα ενώ, το χέρι του έψαξε τη ζεστή τρύπα του κόλπου της, και μετά την κωλοτρυπίδα. Την έκανε να χύσει έτσι, δυο φορές απανωτά και μετά χώθηκε μέσα της και κλείνοντας τα μάτια την πήδαγε με ένταση και καθώς η Ηρώ κουνιόταν καυλωμένη, τα πλούσια βυζιά της χόρευαν υπέροχα. Δε χόρταινε να τα βλέπει. Ήταν πανέμορφα. Μεγάλα, αλλά ακόμα στητά, με δυο μεγάλες καφετιές ρώγες, που ταίριαζαν υπέροχα πάνω τους. Αφού χόρτασαν απ’ αυτά τα μάτια του, τα χέρια του ανέλαβαν έργο τα χούφτωσε κι άρχισε να τα χαϊδεύει πρώτα με ανοιχτές παλάμες, έτσι που οι θηλές σκλήρυναν ακόμα περισσότερο κι ένιωσε την υγρασία γύρω απ’ τον πούτσο του να αυξάνεται. Τα βογκητά της έγιναν πιο έντονα και ο ρυθμός τους πιο γρήγορος. Ένιωθε πως η Ηρώ δεν άντεχε άλλο κι ήταν έτοιμη να εκραγεί. Το ίδιο κι αυτός και ο ρυθμός τους έγινε ανεξέλεγκτος. Γι άλλη μια φορά η Ηρώ έχυσε βογκώντας και φωνάζοντας.
Η Ηρώ τη μέρα εκείνη για ακόμη μια φορά δέχτηκε απανωτούς οργασμούς από τον πρωτόγνωρο γι’ αυτήν τρόπο που της πρόσφερε ηδονή ο άγνωστος μεχρι εχθές Λέανδρος. Ο Εργοδότης της αυτό το πανέμορφο αρσενικό. Ίσως να μπορούσε να φροντίσει με τον καλύτερο τρόπο η σχέση τους να κρατήσει και να διατηρεί με αυτόν τον άνδρα μια σταθερή ερωτική επιλογή, και σεξουαλική επαφή, πέρα από την «επίσημη» σχέση της.! Ναι! Έπρεπε να σκεφτεί κάποιο τέχνασμα. Κάπως ίσως να υπήρχε κάποια λύση και να τον χαιρόταν τακτικά στην αγκαλιά της παράλληλα με το γάμος της. Μια συνειδητή επιλογή της για μια κρυφή, εξωσυζυγική απιστία. Μια ελεύθερη σωματική σύνδεση κατά τη διάρκεια των σεξουαλικών στιγμών τους, ξεπερνώντας την αμοιβαία δέσμευση, όπου η σεξουαλική επιθυμία για σωματική επαφή γίνεται έκφραση της σχέσης τους, χωρίς να σκέφτονται το «αύριο»! 
Αυτές οι σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό της στο μεταίχμιο των οργασμών της. Ο Λέανδρος την αγκάλιασε τρυφερά. Την κοίταξε με πόθο βαθιά μέσα στο σκούρο σαν τον ωκεανό βλέμμα της προσπαθώντας να διαβάσει τις σκέψεις της. Άλλη μια ικανότητα του. Και τώρα «έβλεπε» ότι αυτή η υπέροχη γυναίκα ένιωθε τουλάχιστον ευγνωμοσύνη για αυτόν. Και κάποια αμυδρά ίχνη λατρείας... Αλλά και φόβου... Φόβου για τον εαυτό της. Φοβόταν μήπως τον ερωτευτεί. Φυσικά αυτό δεν χρειαζόταν να το ψαχουλέψει με τις διορατικές ικανότητες του... Ο έρωτας σαν πράξη με τον εραστή αλλά πολύ περισσότερο σαν αίσθημα ήταν απαγορευμένος από τους ηθικούς νόμους των παντρεμένων γυναικών.
Την εποχή που η Ηρώ ξεκίνησε να απολαμβάνει την ηδονή στις ερωτικές συνευρέσεις με τον εργοδότη της, ένα ζευγάρι από τα μέρη της Θεσσαλίας ενοικίασαν ένα μικρο σπίτι μεσοτοιχία με το σπίτι που έμενε η οικογένεια της Ηρώ. Τα σπίτια είχαν μια μεγάλη κοινή αυλή, ανήκαν στον ίδιο ιδιοκτήτη. Το ζευγάρι ήταν λίγο μεγαλύτεροι απ' την ηλικία της Ηρώ.
Ο άνδρας ένας ξανθός ψηλός, εμφανώς αδύνατος, ξερακιανός με λευκό δέρμα. Η γυναίκα είναι ηλικίας τριάντα πέντε ετών περίπου μια μπριόζα, πληθωρική, αυθόρμητη παρουσία, με τα πλούσια σωματικά προσόντα της άφησε κάγκελο τον πεθερό σου, ο οποίος παριστάνοντας τον αδιάφορο και ντροπαλό στους γύρω του, την κοίταξε με όση λαγνεία χωρούσε το βλέμμα του. Ήταν ένα χυμώδες θηλυκό, το οποίο έκρυβε ερωτισμό και καύλα μέσα του. 
Η γυναίκα ουδόλως φάνηκε να ενοχλείται που τα μάτια του άνδρα είναι συνεχώς καρφωμένα πάνω της, απεναντίας το λάγνο βλέμμα του δεν την άφησε εντελώς ανεπηρέαστη. Ήταν κάτι που της προκαλούσε μια αναστάτωση στο μυαλό και μαστίγωνε το κορμί της. Τον κοίταξε  πονηρά μ' ένα γυναικείο χαριτωμένο χαμόγελο με σκέρτσο και με νάζι. Η πληθωρική γυναίκα γνωρίζει πολύ καλά πως να ανάβει φωτιές και να ανεβάζει τη θερμοκρασία στα ύψη με το πληθωρικό κορμί και τα πλούσια προσόντα της και να κερδίζει την εκτίμηση του αρσενικού πληθυσμού.
Ο Κλεομένης ο άνδρας της Ηρώ σου από εκείνη την ημέρα την είχε μέσα στο μυαλό του συνέχεια και δεν μπορούσε να την βγάλει. Ένιωθε κάτι μέσα του να φτερουγίζει. Ένα πρωτόγνωρο ηδονικό αναρρίγισμα διατρέχει τη ραχοκοκαλιά του. Εκείνη ήξερε ότι του άρεσε. Κάθε φορά που την συναντούσε η φωνή του λιγώνονταν και όλο του το παρουσιαστικό άλλαζε όψη. Προσπαθούσε να δείχνει ευγενικός και εξυπηρετικός μα καταλάβαινε την έξαψη του, τον ήξερε καλά. Ήξερε ότι έριχνε κλεφτές ματιές στο στήθος της, ακόμη πιο κλεφτές ματιές στον πισινό της και πως από το πρόσωπο επικεντρώνοταν με ηδονική λαχτάρα, στα χείλη της.. Του έριχνε ικανοποιημένη, χαμόγελα όλο υπονοούμενα γνωρίζοντας καλά τις σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό του και τα λαγγεμένα μάτια της μαρτυρούσαν και την δική της ηδονή. Ο Κλεομένης αυτά έβλεπε και ηδονικές ανατριχίλες δονούσαν το κορμί του. Την φανταζόταν σαν ερωμένη του που τον ερέθιζε περισσότερο από την τρυφερότητα και τους ήσυχους, δακρύβρεχτους οργασμούς της Ηρώς.
Ούτε ένας μήνας δεν έχει περάσει από τότε που ήρθε το ζευγάρι και ο σύζυγός αναχώρησε και πάλι. Θα επέστρεφε στη χωριό του όπου είχε κάποιες οικογενειακές υποθέσεις να τελειώσει, πήρε άδεια από την νέα του εργασία και θα έλειπε ίσως δυο με τρεις εβδομάδες. Και κάπου εκεί άνοιξε η συζήτηση για το αν θα μπορούσαν μέχρι αυτός να επιστρέψει η Ηρώ και ο Κλεομένης να νοιάζονται και να προσέχουν την σύζυγο του τη Νικολέτα και αν χρειαστεί να της συμπαρασταθούν και να τη στηρίξουν σα έναν δικό τους άνθρωπο για να μην αισθάνεται ανασφάλεια στη νέα τους κατοικία.
Η Ηρώ τον καθησύχασε ότι αν θα χρειαστεί να ζητήσει κάποια βοήθεια η σύζυγος του να το θεωρεί δεδομένο ότι θα τύχει ανταπόκρισης και θα της συμπαρασταθούν. 
Όταν αναχώρησε ο σύζυγος της η Νικολέτα δεν έχασε καιρό και πολύ σύντομα η κυρία, διαπίστωσε πως ο Κλεομένης ήταν όντως εξαιρετικά προικισμένος από τη φύση και σκοπεύει να της αποδείξει πως είναι ντούρος και βαρβάτος γαμήκουλας, χαρίζοντας της μια πρωτόγνωρη εμπειρία που στις ερωτικές επαφές τους άφηνε τις ερωτικές κραυγές της να φτάνουν μέχρι έξω στις αυλές.
...Η Ηρώ ως συνήθως απουσίαζε απ' τα χαράματα στη δουλειά της και ο ανεπρόκοπος ο Κλεομένης ως συνήθως άνεργος, μόλις είχε γυρίσει απ' την αγορά αναζητώντας μεροκάματο, αλλά επέστρεψε άπραγος, όταν τον βρήκε η Νικολέτα να καπνίζει αραγμένος στο πλατύσκαλο της εξώπορτας στη κοινή αυλή τους. Της φαινόταν πολύ προβληματισμένος.
«Τι κάνεις γείτονα. Πως τα περνάς. Τι συμβαίνει πολύ σκεφτικό σε βλέπω σήμερα. Κάτι σαν συζυγικό καυγαδάκι μου μυρίζει με την Ηρώ ε;» 
«Όχι δεν τσακώθηκα με την Ηρώ, αλλά έχω πολύ σημαντικότερα προβλήματα μαζί της.»
Η Νικολέτα κάτι είχε πάρει το αυτί της για το πρόβλημα του Κλεομένη όταν κρυφάκουσε το ζευγάρι που λογομαχούσαν προχθές (ε, να μη μάθει γιατί λογομαχούσαν;) γιατί η Ηρώ δεν του καθότανε να τη γαμήσει. Η κοπέλα είχε βλέπεις προτεραιότητα να ασχοληθεί με τα παιδιά τους και να ξεκουραστεί μετά από μια κοπιαστική μέρα. Τον κοίταξε με κατανόηση και προσπάθησε να δώσει δίκιο και στον μεν και στο δε. Ήξερε από πρώτο χέρι ότι ο γάμος δεν είναι «παίξε γέλασε», είναι κατάσταση ζόρικη που εξαρχής απαιτεί ειδικό εξοπλισμό: εκτός από παπά, κουμπάρο και κουφέτα, εκτός από κατσαρόλες και σερβίτσια, πρέπει να έχεις και υπομονή (απεριόριστη) και κατανόηση (κυρίως για τα ακατανόητα) και τόσα άλλα που δεν χρειάζεται να τα αναφέρει, αφού ωραιότατα τα έχουν ταξινομήσει όλα αυτά τα βιβλία – εγχειρίδια του τύπου «πώς να σώσετε τον γάμο σας».
«Γι' αυτό έχεις αυτά τα μούτρα γείτονα;» Γελάει; «Βρε τη ρουφιάνα την Ηρώ; Τι του έκανες ρε κούκλα μου του παιδιού και δε μιλιέται; Αχ ρε Ηρώ!»
«Νικολέτα παίζεις με τον πόνο μου!»
Η Νικολέτα χαμογέλασε με καλοσυνάτη ανοχή. «Για συμπαράσταση κερνάω καφέ της παρηγοριάς, βάλε το τσιγάρο και έλα μέσα να τα πούμε! Και γι’ αυτά ακριβώς τα προβλήματα μας αν θέλεις να μιλήσουμε. Τι σε απασχολεί; Φιλικά στα λέω μη με παρεξηγάς. Επειδή σε νοιάζομαι στα λέγω. Εκτός και εάν δεν είμαι καλή παρέα;»
«Είπα εγώ ότι δεν είστε καλή παρέα; Τον καφέ ευχαρίστως, ειδικά από τα χεράκια σου. Έλα που κομμάτι δυσκολεύομαι όμως να σου πω για τα πολύ προσωπικά μου.» 
«Πες μου τώρα ότι έχεις και παράπονα. Τι σου λείπει δηλαδή; Ωραίος άνδρας είσαι! Τι ωραίος δηλαδή μ' αυτό το γεροδεμένο σου κορμί που παίρνεις τα μυαλά στα θηλυκά. Και ωραία γυναίκα για το κρεβάτι έχεις. Τι άλλο είναι αυτό που θέλεις; 
«Ναι ωραία όλα αυτά άλλα δεν αντέχω άλλο. Να σου πω κάτι μεταξύ μας ; Δεν πάει άλλο με την Ηρώ και με αυτό το συνέχεια είμαι κουρασμένη! Σαν άνδρας έχω και άλλες ανάγκες αν με καταλαβαίνεις.»
«Τι θες να πεις δηλαδή; Ότι κουράστηκε η κυρία να της τον χώνεις; Άγιε μου Φανούριε, σχώρα με! Πάλι αμάρτησα και έγινα αθυρόστομη! Δεν το κάνω επίτηδες η ρουφιάνα, μου ξεφεύγουν.»
«Έτσι είναι αποφεύγει το σεξ λες και το χει βαλσαμώσει το μουνί της.»
«Αα είσαι και εσύ, από αυτούς τους στερημένους. Σκέψου και μένα που περνάνε εβδομάδες χωρίς να δω χαρά στα σκέλια μου.» 
Δευτερόλεπτα σιωπής. Η Νικολέτα χαμογελά αμήχανα. Ο Κλεομένης την κοιτά έντονα στα μάτια.
«Δηλαδή  ο Μπαργαλάτσος του νοικοκύρη σου είναι σαν ένα όπλο που δεν μπορεί να κάνει καλά την δουλειά του;.»  
«Γενικά δεν είναι και πολύ του sex, δεν κάνει πολλά πράγματα στο κρεβάτι, δεν έχει φλόγα. Θα έλεγα ότι με πηδάει που και που επειδή πρέπει, η επειδή απλά του το ζητάω επίμονα.» 
«Δεν το πιστεύω! Τι μου λες! Πως γίνεται κύριε από τα Τρίκαλα να έχεις μια γυναίκα σαν την Νικολέτα, καύλα σκέτη και να μη  βάζεις φωτιά στη σεξουαλική σας καθημερινότητα!  Νικολέτα μου άναψες φωτιές και δεν είμαστε πια παιδιά! Απ' όταν σε είδα σε θέλω τόσο.»
«Κούκλε μου η αλήθεια εδώ που τα λέμε είναι πως ένα δίκιο το 'χει η Ηρώ σου,  όλη μέρα δουλεύει σαν σκυλί για τον επιούσιο για τα απαραίτητα που χρειάζεται για να ζήσει η οικογένεια της.... που χρόνος για σένα! «Και απ' ότι καταλαβαίνω η Κυρία σου δεν το έχει το σεξουαλικό άθλημα στο φόρτε της,» του λέει αποπνέοντας σεξουαλική έλξη, και ερωτική επιθυμία έχοντας αφεθεί στις σκέψεις της σε ένα συναρπαστικό ταξίδι ευχαρίστησης όπου οι άγριες επιθυμίες της θα ικανοποιούνται με τρόπο που θα αφήσουν άναυδο το γείτονα της. «Αν λοιπόν συμφωνείς και εσύ αφού το βλέπω πόσο με θέλεις εγώ δεν έχω ενδοιασμούς να σε μοιράζομαι σεξουαλικά μαζί της. Αν πραγματικά γουστάρεις δεν έχω αντίρρηση να βρίσκουμε τις ευκαιρίες μας να μου ποτίζεις το άνυδρο μουνάκι μου που θα τρελαθεί από τη χαρά του όταν τα φέρουμε σε επαφή.» Του λέει και αφού το ξεστόμισε νιώθει μια απέραντη ανακούφιση όπως έπιασε και πίεζε το χέρι της σφιχτά γύρω από τον σκληρό του πούτσο, πάνω από το παντελόνι του. Ο Κλεομένης έμεινε κατάπληκτος και ένιωθε τον πούτσο του να θεριεύει και μόνο με τη σκέψη πως θα τσαλαβουτούσε μέσα στο υγρό μουνάκι της. Ήταν σα να είχε ακούσει τις μύχιες επιθυμίες που είχε στο μυαλό του. Δεν είχε αντίρρηση τελικά γι’ αυτά που του ζήτησε η νέα γειτόνισά αλλά, δεν είχε συνηθίσει ν’ αποφασίζουν άλλοι γι’ αυτόν. Σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν καθαρό, αποφασιστικό αλλά στο βάθος διέκρινε παράκληση. «Πάμε μέσα στη κρεβατοκαμαρα.» Τον παροτρύνει! Έσβησε το φως και όταν εκείνος μπήκε, τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του κι αναζήτησε τα χείλη του. Αφέθηκε στο αγκάλιασμα της, ανταποδίδοντας το φιλί και σιγά-σιγά την έσφιξε πάνω του, την χάιδεψε αναστατώνοντας τα μαλλιά και την παρέσυρε στον καναπέ για να καταλήξουν λίγο αργότερα στο κρεβάτι…
… Τα σεντόνια, στο κρεβάτι, ήσαν τσαλακωμένα κι ανάστατα λες και είχε περάσει πάνω τους ανεμοστρόβιλος. Ο Κλεομένης δε θυμόταν πόσες φορές -εξάλλου δεν ξεχώριζε κιόλας, πότε άρχιζε και πότε τελείωνε η κάθε φορά που είχαν κάνει έρωτα. Είχε δείξει μια εφηβική δραστηριότητα στην αγκαλιά της ζουμερής γειτόνισσας του. Κι εκείνη τον είχε ανταμείψει με το πάθος και τη λατρεία που του έδειξε. Την ώρα που τη γαμούσε ο Κλεομένης και η γειτόνισσα έφτανε σε θυελλώδης οργασμούς βογκούσε ηδονικά και τις ξέφευγαν μέσα από τα δόντια «Χριστέ μου τι πούτσα είναι αυτή! Ααχ Παναγία μου,! Ααχ θεέ μου.» Κάτι πιο περίεργο δεν του είχε τύχει του Κλεομένη. Ε το μόνο που της έμεινε είναι να μου λιβανίσει το πούτσο σκέφτηκε!
Όταν όμως καταλάγιασε η ερωτική καταιγίδα που τους είχε συνεπάρει, ακολούθησε συζήτηση πως θα διαχειριστούν τη παράνομη σεξουαλική τους σχέση χωρίς διακινδυνεύσουν τους γάμους τους.Την ώρα που αναχωρεί ο Κλεομένης και η Νικολέτα μένει πίσω του στην πόρτα του σπιτιού της, κάνει την εμφάνιση η νεαρή φοιτήτρια που μένει ακριβώς απέναντι σε μια μικρή ανεξάρτητη κάμαρα στη μεγάλη κοινόχρηστη αυλή τους.
Η Νικολέτα χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του λέει. «Γείτονα ευχαριστώ και είμαι υπόχρεη που με την ικανότητα σας να βρίσκεται γρήγορες και λειτουργικές απαντήσεις στις δυσκολίες μου καλύψετε και ξεπεράσετε τις προσδοκίες μου με την  αποτελεσματική επίλυση του προβλήματος μου, με την άψογη εξυπηρέτηση και χάρηκα πολύ που τα είπαμε σαν καλοί γειτόνοι.»
«Χαίρομαι που μείνατε πολύ ικανοποιημένη, προσφέροντας λύση στο πρόβλημα σας αποτελεσματικά! Και μια φιλική συμβουλή. Προτιμήστε να προλαμβάνεται τα προβλήματα σας παρά να τα αντιμετωπίζετε όταν έχουν διογκωθεί, αναζητώντας λύσεις και από διαφορετικές πηγές όπως σήμερα..»
«Έχεις δίκιο! Ελπίζω όταν χρειαστώ ξανά τη βοήθεια σου να έχω και πάλι την αμέριστη συμπαράσταση σου στο θέμα που διεξοδικά συζητήσαμε.»
«Εννοείται καλή μου γειτονισσα! Ότι χρειαστείς είμαι στη διάθεση σας και  παρακαλώ μη διστάσετε να μου το ζητήσετε να σας προσφέρω βοήθεια και υποστήριξη.! Εάν με χρειάζεστε και πάλι, απλά πείτε μου!»
Η Νικολέτα του χαμογελά αυτάρεσκα και κλείνει την πόρτα πίσω της.
Ο Κλεομένης βαδίζει κάπως ανήσυχος, μοιάζει σαν να τον υποψιάζονται πως κάτι επάνω του προδίδει σε τι είδους κλίνη έπεσε προ ολίγου, κοκάλωσε μόλις είδε τη φοιτήτρια. Βλέπεις πρόσφατα είχαν επιδοθεί σε ερωτικά παιγνίδια μαζί, ακούγοντας ροκ μουσική και διαβάζοντας πορνογραφικά κόμικς στο απέναντι δώμα της νεαρής γυναίκας.
«Καλησπέρα κύριε Κλεομένη.»
«Καλησπέρα κορίτσι μου, από τη σχολή έρχεσαι;»
«Ναι είχα μάθημα σήμερα… Εσείς καλά είστε;»
«Όλα μια χαρά.»
«Κύριε Κλεομένη μου! Γιατί όταν μου λένε, «ότι χρειαστείς είμαι στη διάθεση σου,» μου μπαίνουν πολύ περίεργες ιδέες στο μυαλό μου.»
«Συγγνώμη Μικρή μου;»…
«Α, όχι, όχι και Μικρή μου! Δε θα με κάνεις όταν γουστάρεις υγρή σα τον Νιαγάρα και μετά θα μου το παίζεις παρθένος οικογενειάρχης. Σε περιμένω στη κάμαρα μου να ακούσουμε και πάλι μουσική! Και μην χρονοτριβίσεις γιατί το μουνί μου είναι μούσκεμα»
Ο Κλεομένης πανικοβλήθηκε με ένα ψήγμα λογικής που του είχε απομείνει και προσπάθησε να δικαιολογηθεί.
«Αχ… όχι τώρα, όχι τώρα… Σταμάτα θα γίνουμε ρεζίλη!» εκφράζοντας την συναισθηματική του ένταση που λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας και αναγκαστική αντίδραση.
«Μια συμβουλή σου λέω! Να προσέχεις! Κλείστε καλά το παράθυρο και ασφαλίστε το όταν επισκέπτεσαι τη γειτόνισσα. Η φλογερή κυρία τα δίνει όλα και φωνάζει πολύ όταν τη γαμάς και σηκώνει την αυλή στο πόδι. Σαν τη Θεά την αχόρταγη Ιώ τη λυσσάρα! Που όταν τη γαμούσε ο Δίας αποκρατούσε η αχώ από τις φωνές και τα χάι της, από τον Καύκασο ως τις ακτές της Λιβύης.»
«Φαντασιώσεις σου είναι μικρή μου αυτά που λες! Που τα άκουσες αυτά! Άκου όταν γαμούσε ο Δίας!»
«Μουγκρίζει σου λέω η κυρά  και απ' το παραθύρι ανεβαίνουν και ταξιδεύουν τα βογγητά της πέρα από την αυλή μας.»
«Σσσσ! Σιώπα, να σε χαρώ κορίτσι μου!» της λέει ο Κλεομένης και έβαλε τρυφερά το δάκτυλο στα χείλη του σε μια μορφή σιωπής, φοβούμενος πως  μπορεί με τη νεαρή φοιτήτρια μπορεί να προκύψουν σοβαρές συνέπειες. Σκέφτηκε πως οι εφήμερες ερωτικές σχέσεις είναι ύπουλες. Ξεκινούν αθώα, αλλά μπορούν να ξεφύγουν γρήγορα.
«Σε καρτερώ στην κάμαρα, τ' ακούς; και μην αργήσεις! Στο ξαναλέω! Το μουνί μου είναι μούσκεμα και αναζητάει το καυλί σου!.» Του λέει και η φωνή της υποδηλώνει πως του μεταφέρει ένα απειλητικό μήνυμα..
......Αυτές τις κραυγές άκουσε κάποια μέρα και η Ηρώ και κατάλαβε. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα ένιωσε αμήχανα! Στην συνέχεια λίγα δευτερόλεπτα αργότερα όταν ακριβώς συνειδητοποίησε τι συμβαίνει, ένιωσε μια περίεργη ανακούφιση, χαμογέλασε και ξεφύξε ένα «ουφ» με ανακούφιση. Σκέφτηκε την καινούργια γειτόνισσα σχεδόν με ευγνωμοσύνη. Τώρα είχε λόγους να νιώθει ανακούφιση. Έτσι, δικαιολογούσε τα αισθήματα της και την απάλλασσε τις ενοχές πως να αντικρίσει τον ανεπρόκοπο άνδρα της όπως πριν, σαν να μην της είχε συμβεί τίποτα. Πάνω από' όλα, όμως, δικαιολογούσε τον εαυτό της και τις αρχές της. Από μικρό κορίτσι που ήταν, πριν ακόμη γνωρίσει τον Κλεομένη, πάντοτε έλεγε ότι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος είναι η απιστία. Μάλιστα, κατηγορούσε με απόλυτο τρόπο όσους ήξερε ή είχε ακούσει ότι είχαν τολμήσει να κάνουν αυτή τη φριχτή αμαρτία και έλεγε ότι όλοι αυτοί θα πάνε στην κόλαση. Και μέχρι σήμερα, αυτή ήταν τύπος και υπογραμμός, ακλόνητος βράχος ηθικής. Τώρα, όμως, είχε προδώσει τις αρχές της χωρίς κανέναν ενδοιασμό, χωρίς καμιά ντροπή τα γκρέμισε όλα. Τελείωσε η άμεμπτη ηθική της, οι πολύτιμες αρχές της είχαν πάει περίπατο. Αλλά το χειρότερο, το πιο φοβερό απ όλα, αυτό που βαθιά μέσα της το ήξερε ήταν ότι ήταν έτοιμη να το ξανακάνει.
Το πρώτο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό στη συνέχεια ήταν ο Λέανδρος, το υπέροχο αυτό πλάσμα που είχε βρεθεί να κάνει έρωτα μαζί του. Η Ηρώ γέλασε νευρικά. «Να πάρει, είμαι πάλι τόσο ξελιγωμένη.»  Και ένιωσε ένα κάψιμο στο στέρνο όταν τον σκέφτηκε. «Αυτός είναι άντρας, άντρας με όλη τη σημασία της λέξης!.. Να σε παίρνει στα χέρια του και να γίνεται της κόλασης το πύρ στο σεξ.»
Ήταν υπέροχος ένιωθε μέσα της όταν σκεφτόταν τις συνθήκες που το κάνανε. Την ήθελε σαν τρελός, το πάθος γι αυτήν τον πλημμύριζε. Σαν παλίρροια που ανέβαινε και ανέβαινε αρκετά ψηλά, αλλά συνέχιζε να ανεβαίνει και, ως εκ τούτου, η ερωτική τους σχέση διαρκούσε, δεν φθειρόταν με τον χρόνο. Η Ηρώ ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που ένιωθε την κλειτορίδα της να λειτουργεί ως πηγή ηδονής κι ήταν η πρώτη φορά που είχε νιώσει πραγματικά γυναίκα και αισθήματα σεξουαλικής ευχαρίστησης. Ντρεπόταν και μόνο που το σκεφτόταν, αλλά ποτέ πριν με τον ανεπρόκοπο τον άνδρα της δεν είχε αισθανθεί έτσι, τόσο ζωντανή. Η ερωτική της ζωή μαζί του δεν ήταν βέβαια κι άσχημη, αλλά, κακά τα ψέματα, είχε βαλτώσει. Υπήρχε τέλμα. Οι αισθήσεις της κόντευαν να αποκοιμηθούν. Μέχρι σήμερα δεν μπορούσε να συγκρίνει. Τώρα, όμως, ήξερε. 'Ήρθε από το πουθενά αυτός ο υπέροχος άντρας και της τα πήρε όλα.
 Κι εκείνη του είχε παραδοθεί χωρίς κανένα φραγμό, χωρίς καμία αναστολή που την παρέσυρε όπου ήθελε, χωρίς εκείνη να προβάλει καμιά αντίσταση τον άφησε να γευτεί όλους τους χυμούς της και με της δική της σειρά του έδειξε πόσο πολύ ο ήθελε να έχει τη γεύση του δικού του κορμιού. Σίγουρα δεν ήταν στα καλά της κάτι είχε πάθει. Έφερε στο μυαλό της το παράφορο πάθος του Λέανδρου και, χωρίς να το καταλάβει, ερεθίστηκε. Έπρεπε να σκεφτεί τι θα έκανε από εδώ και πέρα. Εδώ το πράγμα ήταν φως φανάρι: ήταν σοβαρό. Μια ακατανίκητη έλξη σαν μαγνήτης την τραβούσε κοντά του. 'Όσο κι αν ντρεπόταν γι αυτό, έπρεπε να ομολογήσει στον εαυτό της ότι και μόνο στη σκέψη ότι αν δεν θα ξανάβλεπε τον υπέροχο εργοδότη της την έλουζε κρύος ιδρώτας. Αντιφατικά συναισθήματα, αλληλοσυγκρουόμενα, οξύμωρα. Αλλά έτσι είναι. Με μερικά πράγματα δεν μπορεί κανείς να κάνει διαφορετικά. Η Ηρώ το είχε καταλάβει κι είχε υποταχθεί στη μοίρα της και στη δίψα που ένιωθε ο ένας για το κορμί του άλλου.
Ο Λέανδρος είναι πολύ αυθόρμητος έντονα σεξουαλικός, φλογερός στο κρεβάτι και ξέρει να ικανοποιεί στο έπακρο το ταίρι του. Και μόνο στη σκέψη του το κορμί της είχε μουδιάσει ενώ το μουνάκι της είχε υγρανθεί και φαντάζεται την αρμύρα του να τη γεύεται με τη γλώσσα του. 
Το σεξ μ' αυτόν είναι μια πρόκληση, ζει μαζί του την κάθε στιγμή και δεν έχει ιδέα ούτε η ίδια ποια θα είναι η κατάληξη τους. Ασε τον ανεπρόκοπο να γαμάει άλλες σκέφτηκε, ούτε που την ένιαξε.
Την επομένη πρωί- πρωί πριν αναχωρήσει η Ηρώ πληροφορεί τη νέα τους γειτόνισσα ότι θα έλειπε από το σπίτι δυο, τρεις μέρες τουλάχιστον και την παρακαλεί αν μπορεί για μια δυο ημέρες και ένα-δύο βράδια να βοηθήσει τον άνδρα της, γιατί αυτή θα μείνει στο κτήμα, ο εργοδότης της έχει να παραδώσει εμπορικό φορτίο από τις καλλιέργειες του και θα ξενυχτίσουν με τους παραλήπτες του φορτίου.(Ήξερε φυσικά ότι η γειτόνισσα θα ξεσκιζόταν με τον ανεπρόκοπο τον άνδρα της, αλλά αυτό έτσι κι αλλιώς δεν την πείραζε καθόλου. Είχαν καταντήσει κάτι σαν συγκάτοικοι που όταν κάποιος από τους δύο είχε απροχώρητες καύλες, κάνανε πάλι το ίδιο σεξ. Εκείνο της ρουτίνας.)
«Θεωρώ πολύ σημαντική την στήριξη σου και θα σου χρωστάω μεγάλη υποχρέωση αν δεν σε σου γίνομαι βάρος.» Της λέει η Ηρώ.
«Όχι βέβαια! Καλή μου! Δε μου γίνεσαι βάρος. Απεναντίας το θεωρώ ευχαρίστηση μου να σε συνδράμω.».
«Ο Σύζυγος αυτή την εποχή είναι άνεργος.. «Να μου πεις πότε δεν είναι», αυτό το μουρμουρίζει μέσα της. Όπως καταλαβαίνεις θα είναι μόνος του στο σπίτι. Τα παιδιά μόλις πρόσφατα για καλοκαιρινή περίοδο έχουν φύγει για το χωριό. Έχουν μια πολύ ιδιαίτερη αδυναμία στον παππού τους (τον πατέρα μου) και στην γιαγιά τους. 
Και εκεί ήταν που η Ηρώ δεν έχασε ευκαιρία, της ανοίχτηκε και απλά της πετάει τη σπόντα με το σεξουαλικό υπονοούμενο.
«Για να μην είσαι και εσύ μες στη μοναξιά, άλλωστε μια πόρτα μας χωρίζει αν δεν σε ενοχλεί και έχεις χρόνο προτείνω να τον βοηθήσεις και στη κουζίνα, να μαγειρεύετε παρέα.» της λέει καθώς την κοιτάζει στα μάτια με σημασία και νόημα, ενώ χαμογελάει πονηρά, με βλέμμα γεμάτο υπονοούμενα για την κρυφή σεξουαλική τους απόλαυση, που την εκφράζει με έμμεσο τρόπο.
Η γειτόνισσα ξαφνιάστηκε όταν της μίλησε έτσι, αλλά μέσα στην έκπληξή της μάλλον η Ηρώ την διευκόλυνε να φέρει στην επιφάνεια κάποιες από τις απόκρυφες και καταπιεσμένες επιθυμίες της. Έτσι ένοιωσε εκείνη την στιγμή. 
«Πολύ καλή ιδέα! Είναι καλός στην κουζίνα όπως στ' άλλα;» Με το που ξεστομίζει την τελευταία φράση, πάγωσε προς στιγμή, μόλις συνειδητοποίησε τι της ξέφυγε δαγκώνεται και ανασηκώνει αδιάφορα δήθεν τους ώμους και με την ανάποδη της παλάμης σκούπισε το κατακόκκινο και ξαναμμένο κάτω από τις σκούρες αφέλειες πρόσωπο της, μέσα σε ένα κλίμα αμηχανίας. 
Μίλησε τελικά πρώτη η Ηρώ.
«Φυσικά και είναι, αλλά ειλικρινά, αφήνω σ' εσένα ελευθέρα να το διαπιστώσεις. Καταλαβαινόμαστε πιστεύω.» της λέει η Ηρώ και δε συγκρατιέται να μη της χαμογελάσει και πάλι πονηρά.
«Πως-πως. Δηλαδή όχι. Εεε! τι θέλεις να πεις;» κατάφερε να ψελλίσει η γειτόνισσα.
«Έλα κορίτσι μου, μην κομπλάρεις. Κατάλαβα από την αρχή ότι τον γούσταρες τον δικό μου! Και αυτός δεν έχασε καιρό έπεσε με τα μούτρα στο μουνί σου.»
Η γειτόνισσα συνειδητοποίησε ότι όποια αμφιβολία υπήρχε μέσα της έγινε βεβαιότητα ότι είχαν προδοθεί και η Ηρώ όχι μόνο τους υποψιαζόταν αλλά τους είχε πάρει χαμπάρι. «Πως το κατάλαβες ότι εγώ!»
«Φωνάζεις πολύ χρυσή μου όταν κάνεις σεξ και σηκώνεις την αυλή μας στο πόδι.! Αλήθεια δεν σε φροντίζει όσο πρέπει ο δικός σου;» Αποφάσισε να ρωτήσει έξω από τα δόντια η Ηρώ.
«Αυτό είναι το πρόβλημά μου, με τον δικό μου. Για να ικανοποιήσω την περιέργειά σου, αγαπητή μου φίλη για τις ερωτικές μας επιδόσεις με τον δικό μου είναι ότι η περίπτωση του δεν είναι δα και κανένας σπουδαίος εραστής και το κρεβάτι μας περιορίστηκε στον ύπνο.  Αρκετά συντηρητικός και ανεπαρκής στο σεξ και δεν το κάνει πολύ συχνά. Εγώ από την άλλη πλευρά δεν χορταίνω το σεξ, και αυτό είναι το αγκάθι στη σεξουαλική μας ζωή. Μ’ αρέσει να «δοκιμάζω» στο σεξ καινούργια, ακόμα και ακραία πράγματα. Το σεξ για μένα είναι διασκέδαση, γι’ αυτό και βαριέμαι τη μονοτονία και αναζητώ ό,τι με βγάζει από την ερωτική ρουτίνα. Μετά από δέκα χρόνια γάμου, έχουμε χάσει το πάθος ο ένας για τον άλλον, συχνοί τσακωμοί έχουν μπει στη ζωή μας και η ρουτίνα της καθημερινότητας, έχουν κάνει αβέβαιο το μέλλον μας. Έχω τρελαθεί να το κάνω μόνη μου γιατί ο δικός μου δεν τραβάει!» Της ξομολογιέται για να δικαιολογήσει την αμαρτία στην οποία έχουν επανειλημμένα υποπέσει με τον σύζυγο της Ηρώ και η ομολογία της είναι ειλικρινής.
«Σε καταλαβαίνω απόλυτα χρυσή μου γειτόνισσα ξέρεις πως είναι αυτά. Είναι συνηθισμένο  μερικές φορές στις συζυγικές σχέσεις να υπάρχει σε ένα βαθμό απογοήτευση και μια συναισθηματική απομάκρυνση μεταξύ του ζευγαριού. Όσο περνάει ο καιρός, επικρατεί η ρουτίνα και λείπει ο ενθουσιασμός.
Για αυτόν τον λόγο ίσως είναι και μια εύκολη λύση να ονειροπολούμε και να φαντασιωνόμαστε έναν άλλο σύντροφο και πώς θα ήμασταν σε μια άλλη σχέση. Μια γυναίκα μπορεί να  βαριέται μέσα στον γάμο και να αισθάνεται ότι ο άνδρας της, της παρέχει ασφάλεια αλλά της λείπει η περιπέτεια και επιζητεί τον ενθουσιασμό που νομίζει ότι θα της προσφέρει η εξωσυζυγική σχέση. Μπορεί να επιδιώκουμε μια εξωσυζυγική σχέση προκειμένου να νιώσουμε ότι είμαστε ακόμα επιθυμητές. Το συναίσθημα ότι μπορούμε να γοητεύσουμε έναν άνδρα μπορεί να είναι ένα δυνατό κίνητρο για να απατήσουμε τον σύζυγο μας.» 
«Εε.. πες το καλή μου και με κοψοχόλιασες! Είμαι καριόλα εγώ, καριόλης και ο άντρας σου, αλλά μεταξύ μας καλή πουτανίτσα είσαι κι εσύ. Πες μου πως κι εσύ για  άλλον πονείς, και πως σεβντά σου ανάβει μες το στήθος σου τρανό.» και ξέσπασε σε γέλια.
«Όποτε καταλαβαινόμαστε χρυσή μου. Γι αυτό θα στο πω ωμά και ότι κάτσει!  Αν σκέφτεσαι να πέφτεις με τον δικό μου μαζί του στο κρεβάτι μας όταν λείπω δες τι περιμένει από εσένα για να θελήσει και δεύτερο και τρίτο γύρο!» 
«Ναι να το κάνω με μεγάλη μου ευχαρίστηση, αλλά εσένα σίγουρα δε θα σε πείραζε κάτι τέτοιο;»
«Να σου πω την  αλήθεια, έτσι όπως το σκέφτομαι εγώ όχι δεν με πειράζει, αν είναι με τη βοήθεια σου να μου τον κρατάς απασχολημένο να μη ξοδεύει τον κόπο μου, και τα λιγοστά μεροκάματα του σε τσιγάρα και στη χαρτοπαιξία, και το κυριότερο να μη ζητάει απ' εμένα να του κάθομαι.. Καλό θα μου κάνεις αν καταλαβαίνεις.»
«Καλό ακούγεται. Στηρίξου πάνω μου, σε νιώθω, σε καταλαβαίνω και θα καλύψω τα νώτα σου. Σου έχω τον τρόπο να το κανονίσω. Θα του κάνω εγώ κόλπα στο κρεβάτι, που δεν έχει ξαναγευτεί! Θα στον ξεζουμίσω για τα καλά στο γαμήσι μεχρι να γυρίσει ο δικός μου. Ούτε που θα έχει χρόνο να σκεφτεί ότι εσύ υπάρχεις. Γι αυτό και σου λέω χαλάρωσε και αφέσου στο αισθησιακό σου ταξίδι με τον όμορφο εργοδότη σου και γίνου και συ γενναιόδωρη στο σεξουαλικό κομμάτι μαζί του.»
 «Ε…  Τι ώρα πήγε; Φεύγω δε θέλω να αργήσω.» 
Οι δύο γυναίκες ένιωσαν μια φυσιολογική οικειότητα συζητώντας και για τα προσωπικά τους ζητήματα,  μεταξύ τους, κάτι σαν το «είμαι εδώ για σένανε» που αβίαστα τους έβγαλε αθυροστομία και καυστικά πειράγματα. 
«Εντάξει κορίτσι μου βλέπω δεν κρατιέσαι!! Σαν καλόγρια σε μοναστήρι με το μουνί της εργαστήρι. Μωβ λινό φόρεμα, κολλητό, που διαγράφει τα κάλλη σου και αφήνει τρελές υποσχέσεις το θεϊκό ντεκολτέ σου. Είσαι έτοιμη για γαμήσι, όχι για επαγγελματική απασχόληση.»  σχολίασε η αθυρόστομη γειτόνισσα. «Καλά να περάσεις.» Συμπλήρωσε.
«Ρε συ μήπως το παρακάναμε, πολύ ανωμαλία έχει πέσει! Αμ και εγώ, από Θεούσα πάω να γίνω...  άντε μην το πω.» λέει η Ηρώ και έσκασε στα γέλια.
«Πουτανίτσα χρυσή μου. Πουτανίτσα πες το μην ντρέπεσαι. Το πολύ-πολύ να το μάθει καμία κολλητή μας και να πει ότι γέμισε η γειτονιά πουτάνες. Δεν είσαι μόνη είμαστε πολλές.»
«Για αυτό πες στη κολλητή μας ό,τι Ο Βοριάς κι η Τραμουντάνα είπαν τη Νοτιά πουτάνα καλή μου.» Της λέει γελώντας δείχνοντας απόλυτα απελευθερωμένη η Ηρώ.
«Τον έχω δει τον δικό σου! Πρέπει να περνάς ηδονικές στιγμές στην αγκαλιά του κούκλα μου! Καυτός, και σέξι άνδρας. Τέλος πάντων, δικαίωμά μας είναι να κάνουμε ότι μας αρέσει, και αν θέλουμε να συναντήσουμε κάποιο άντρα για να την βρούμε μαζί του, και καλά κάνουμε, γιατί κουμάντο στο μουvί μας κάνουμε οι ίδιες και όχι η γειτονιά.»
«Ναι δεν έχεις άδικο! Είναι πολύ καλύτερος απ' ότι το φανταζόμουν, φλογερός και ανοιχτός σε οτιδήποτε θελήσω, με πολύ ένταση σε ταξιδεύει σε έναν απαγορευμένο κόσμο βουτηγμένο στην αμαρτία και το πάθος.» απάντησε η Ηρώ συμφωνώντας μ' ένα κούνημα του κεφαλιού της. «Τώρα που θα με οδηγήσει αυτή η ιστορία δεν ξέρω. Πάντως προς το παρόν το γλεντάω με την ψυχή μου και η θέση μου στην εργασία έχει εδραιωθεί για τα καλά. Η συνεργασία μας εξάλλου είναι τόσο άψογη, σχεδόν όσο άψογα είναι και τα γαμήσια μας. Είμαι πολύ τυχερή! Τη γλωσσοφαγιά της γειτονιάς φοβάμαι.»
«Και τι τη κόφτει τη γειτονιά, ρε χρυσό μου κορίτσι, τι κάνουμε εμείς, βατσιμάνη στο μουvί μας τη βάλαμε;»
Νιώθοντας η Ηρώ ότι όλα τακτοποιήθηκαν χωρίς ανασφαλείς εκκρεμότητες, ίσιωσε στον καθρέπτη το φρεσκοπλυμένο λουλουδάτο μοβ φουστάνι της, έτριψε με τα δάχτυλά της τον στήμονα ενός κόκκινου ιβίσκου και χρωμάτισε τα μάγουλά της, ύστερα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, διόρθωσε με τις παλάμες της την έντονη κοκκινίλα, πάντα με την προσοχή της στραμμένη στο είδωλό της, έπιασε τα  μαλλιά της σε μια κυματιστή αλογοουρά που πηγαινοερχόταν καθώς με ταχύ βήμα ξεκινάει για την δουλειά της αποφασισμένη να φθάσει έγκαιρα στο τόπο της συνάντησης με τον Λέανδρο και να τον ενημερώσει με τα «καλά» νέα. Είχε ανάψει και οι κόρες των ματιών της λαμπύριζαν από έξαψη. Είχε αισθητά ανανεωθεί το τελευταίο διάστημα κι όχι μόνο από πλευράς εμφάνισης.
Έτσι η Ηρώ που μέχρι να γνωρίσει το Λέανδρο δεν την είχε αγγίξει άλλος άντρας εκτός από το σύζυγο πήρε το κολάι όπως λένε και είχε ξεπεταχτεί που όταν την έβαζε στο κρεβάτι ο Λέανδρος επίτηδες για να του δείξει τολμηρή δεν φορούσε κιλότα, και ακόμη είχε πει στο σύζυγο της ότι κάνει υπερωρίες στην εργασία της, για να χορταίνει αυτή τη σαρκική λαίλαπα, με το γκόμενο της.
Σε μία από τις συζητήσεις που είχαν περί των θεμάτων της, ο Λέανδρος την είχε ρωτήσει αν η δική τους σχέση  έχει αλλάξει και τη σχέση της με τον άντρα της.
«Μπα… ίσα-ίσα, έφτασε στο σημείο να μου τη λέει κιόλας ότι το παρακάνω με την δουλειά μου και αυτός κουράζεται να τα φέρει βόλτα στο σπίτι  με τα παιδιά και το μόνο που τον ηρεμεί είναι ότι κάνει παρέα με τη νέα γειτονισσα και την φοιτήτρια που μένει στο καμαράκι του κήπου μας. Εσένα σε σέβεται και σε θαυμάζει που ολόκληρος επιστήμονας γύρισες και έγινες αγρότης.»
Ο Λέανδρος την είχε πληροφορήσει ότι όλη αυτή την εβδομάδα θα διανυκτέρευε στο κτήμα και της είχε αφήσει υπονοούμενα ότι πολύ το επιθυμούσε να έμενε μαζί του κάποια  βράδια.
«Αν θες, έχω μια ιδέα, που ίσως σου φανεί ενδιαφέρουσα. Με τον σύζυγο σου έχω συζητήσει ότι παραδίδουμε φορτία απ' την καινούργια σοδειά που είχαμε στις καλλιέργειες και σε θεωρώ απαραίτητη στον ελέγχο. Του το τόνισα οι μπορεί να σε χρειαζόμαστε να εργαστείς ακόμη και με την νυκτερινή βάρδια με το αζημίωτο βέβαια. Θα ανταμειφτείς καλά. Λοιπόν εσύ τι λες Λουλούδι μου; Συμφωνείς;»
Η Ηρώ ήταν λίγο διστακτική στο να πει το ναι, αλλά το ήθελε τόσο πολύ, δεν μπορούσε να αντισταθεί στην έλξη που της έφερνε αυτός ο άντρας. Τα ξεχνούσε όλα, και τις ενοχές και τον Κλεομένη 
Τον ρώτησε πως θα γίνει γιατί δε θέλει να χαλάσει την οικογένεια της, αλλά ούτε να χάσει την ευκαιρία να μείνει κάποια βράδια μαζί του στην αγκαλιά του. «Δε θα χάσεις τίποτα Μωρό μου απλώς θα προσέχουμε, άστο σε μένα θα τα κανονίσω όλα εγώ!
«Μέσα, πες πως ήρθα. H πρότασή σου φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα. Κανόνισε το εσύ με το Κλεομένη, εμένα μου έρχεται δύσκολο να του το προτείνω, βρες τρόπο, είμαι σχεδόν σίγουρη ότι θα δεχθεί, έτσι άνεργος και ανεπρόκοπος που είναι.»
«Εντάξει θα το κανονίσω εγώ! Και όπως είπαμε θα του εξηγήσω ότι θα πληρωθείς έξτρα για τις υπηρεσίες σου.»
«Εγώ τις άλλες υπηρεσίες φαντάζομαι! Να κάνουμε σεξ ξανά και ξανά. Ελπίζω να  αντέχεις, γιατί με τις νύχτες πάθους που θα σου μείνουν αξέχαστες καυλιάρη μου θα σε ξεζουμίσω για τα καλά.»
Της Ηρώ της ξύπνησαν κρυφές επιθυμίες που κοιμούνταν μέσα της και ήθελε να απολαύσει το σεξ μια ολόκληρη βραδιά με τον Λέανδρο όπως το είδε να ζωντανεύει μέσα στις σελίδες από τα Φώτο-ρομάντζα για μεγάλους που τυχαία ανακάλυψε στο δωμάτιο της νεαρής σπουδάστριας όταν η νεαρή κοπέλα στις πασχαλινές διακοπές είχε φύγει για το χωριό της και είχε δώσει τα κλειδιά του δωματίου στην Ηρώ να της το προσέχει. Περιοδικά με εικόνες ερωτικού περιεχομένου πολύ ξεσηκωτικές και καυλιάρικες που αργότερα έμαθε ότι τα είχε φέρει κάποιος ξάδελφος της ναυτικός από το εξωτερικό και η νεαρή κοπέλα τα έκρυβε από αδιάκριτα ματιά βαθιά σε ένα συρτάρι να της συντροφεύουν τα κοριτσίστικα όνειρα που ξυπνούσαν μέσα της. 
(Η κοπέλα ήταν σχεδόν στα είκοσι δυο της, σπουδάστρια ακόμα «πάλευε για ένα πτυχίο». Επί πλέον δούλευε περιστασιακά και κάποιες φορές πρόσεχε τα παιδιά της Ηρώ και τα βοηθούσε στα σχολικά τους. Είχε μια σχέση, αλλά τον τελευταίο καιρό έχει ξεφτίσει τελείως, κυρίως λόγω της απόστασης και η αγαμία την είχε χτυπήσει κατακέφαλα.  Θες η αγαμία των ημερών, θες ή βαρεμάρα των εξετάσεων του πτυχίου, θες όλα μαζί και ταυτοχρόνως ξεκίνησε και  διάβαζε κάποιες πορνοϊστορίες, τις διάβαζε της άρεσαν και καύλωνε. Η Ηρώ υποψιαζόταν ότι πολλές φορές τις διάβαζε παρέα με τον ανεπρόκοπο και αρχίζανε το παιχνίδι. Το δωμάτιο της είχε μετατραπεί σε ατελιέ, μπουρδέλο, η μουσική έπαιζε, η φαντασία και τα χέρια τους οργίαζαν, το σεξ ήταν η επιβράβευση για κάθε φωτογραφία του περιοδικού. Και έτσι κυλούσε η μέρα, με τσόντες και σεξ, με σεξ και τσόντες, κι έτσι ανακάλυψαν ότι το ένα κάνει καλό στο άλλο. Μπορούσες πια να πεις ότι είχανε γίνει  συνεργάτες στη σεξουαλική δραστηριότητα.
Το νόημα της ζωής ίσως τελικά βρισκόταν κάτω από μια στοίβα ερωτικά περιοδικά ανοιγμένα πάνω στα φτηνά πλακάκια του φτωχικού δωματίου, όταν η μουσική είναι απαλή και κάνει το σεξ ευχαρίστηση σε ασυνήθιστα για την εποχή επίπεδα. Ο άνεργος ανεπρόκοπος είχε βρει το νόημα της ζωής εκείνες τις ημέρες.)
Αυτά σκέφτεται η Ηρώ και νιώθει σαν μια γυναίκα που αναδύεται πιο ώριμη πια έτοιμη να απολαύσει και αυτή τον πόθο του σεξ! Η σεξουαλική της επιθυμία  δεν εκφράζεται ανοιχτά, δεν εκρήγνυται, παρά μόνο σκάβει λαγούμια κάτω από το δέρμα της, και την τυραννάει.
Τα τελευταία χρόνια η Ηρώ λόγω φόρτου εργασίας και πολλών υποχρεώσεων η λίμπιντο της είχε πέσει κατακόρυφα. Γυρνούσε αργά στο σπίτι, και το μόνο που ήθελε ήταν να κάνει ένα μπάνιο και να ξαπλώσει να κοιμηθεί. Αυτή της η στάση, είχε προκαλέσει την αντίδραση του άντρα της, όπου εκείνος ήταν συνήθως καυλωμένος, αλλά η Ηρώ απ' την άλλη έβρισκε συνεχώς δικαιολογίες να τον αποφύγει.
Όλα αυτά μεχρι που γνώρισε τον Λέανδρο και το «απαγορευμένο» σεξ, τέτοια ηδονή δεν είχε ξαναζήσει, και μαζί του τώρα γουστάρει να γαμιέται σαν σκύλα! Ξεσκίζεται μαζί του στο γαμήσι.
Ποια; Αυτή που οι φίλες την αποκαλούσαν «η ξενέρωτη» γκόμενα. Ντεκαβλέ και κρυομούνα, τώρα ήταν σκέτη φωτιά στο κρεβάτι και «πεινασμένη» για το καυλί του. Ειδικά από τότε που τον γνώρισε, ο ερωτισμός της είχε χτυπήσει κόκκινο και διψούσε για την πούτσα του συνεχώς. Στη σχέση με τον άνδρα της, δεν είχαν καταφέρει ούτε μια φορά να την ικανοποιήσει χωρίς τη βοήθεια του δικού της χεριού. Αντιθέτως  με τον Λέανδρο, από την άλλη,  η σχέση τους διέπεται από έντονη σωματική έλξη και αμοιβαία σωματική διέγερση που κατάφερε να την οδηγήσει στην έντονη εμπειρία να βιώσει πολλαπλούς οργασμούς με το προικισμένο καυλί του απ' την πρώτη φορά που βρεθήκανε σε ερωτικές περιπτύξεις μέρα μεσημέρι στο πάγκο της κουζίνας του σπιτιού του και έκτοτε είναι τόσο έντονη η σεξουαλική έλξη που τους ενώνει ώστε το ζευγάρι να μοιράζεται συχνές σεξουαλικές συνευρέσεις.
Η ενέργεια ανάμεσά τους ήταν τόσο δυνατή που σχεδόν δεν μπορούσαν να κυκλοφορήσουν δημόσια μαζί. Όποτε κοιτάζονταν, ήδη άγγιζαν ο ένας τον άλλον. Κάθε τους φιλί ήταν ένα όργιο και διατρέχαν τον μόνιμο κίνδυνο να θέλουν να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον. «Όχι. Όχι ακόμα, όχι ακόμα», του ψιθύριζε καθώς ένιωθε το γυμνό του κορμί δίπλα στο δικό της, στιγμές πριν μπει μέσα της με ορμή.
Το γλυφομούνι του ήταν μια τελετουργία που την οδηγούσε πάντα στην ίδια θεϊκή σεξουαλική κορύφωση, κάθε φορά όμως από διαφορετικά μονοπάτια ηδονής. Το τρυφερό μουνάκι της το υμνούσε με τη γλώσσα του πάντα με σεβασμό και θαυμασμό στο τρυφερό πλάσμα που το κατέχει και πάντα της λέει ότι η «πόρτα του παραδείσου είναι ακριβώς ίδια» μέσα σε ατμόσφαιρα άκρως αισθησιακή και ρομαντική.
Η Ηρώ φθάνοντας στο συνηθισμένο χώρο αναχώρησης όπου την περίμενε ο Λέανδρος με το αυτοκίνητο του, τον βλέπει επάνω στον πεζόδρομο του περιπτέρου της γειτονιάς χαρούμενο και διαχυτικό να τα λέει με τη νεαρή έφηβη κόρη της μπακάλισσας που έχουν το μαγαζί στο απέναντι οίκημα. Είναι όμορφη έχει ένα μελαχρινό προσωπάκι πανέμορφο, με κατάλευκα δόντια. Μια ζουμερή, μαυρομάτα, διαχυτική κοπέλα που της έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή του χαριεντιζόμενη παιχνιδιάρικα, και ερωτοτροπώνας ξεδιάντροπα μαζί του.
Το περιστατικό της προκάλεσε έντονη ανησυχία, έσφιξε τα δόντια με θυμό με την ίδια δύναμη που χρειάζεται να δαγκώσει κανείς ένα κομμάτι από καουτσούκ.  Ήταν τόσο χαρούμενη όταν ξεκίνησε να τον συναντήσει και να του μεταφέρει τα ευχάριστα νέα, ότι το βράδυ θα μείνει μαζί του στο κτήμα και τώρα της βγαίνει κάτι σε θυμό, σε ζήλια, σαν θιγμένη γκόμενα, 
Πήγε να σκάσει! Ξύπνησε μέσα της η ζήλια. Αγανάκτηση συσπειρωμένη σαν ελατήριο μέσα της, ένα ελατήριο που μαζευόταν όλο και περισσότερο. Ένοιωσε τόσο περίεργα με το γεγονός πως ο Λέανδρος ενδιαφέρεται και για κάποια άλλη γυναίκα, και φλερτάρει μαζί της! Δεν τη χωρούσε ο τόπος και μόνο που το σκεφτόταν να παίρνει τη θέση της στην αγκαλιά του μια άλλη γυναίκα και αυτός να γαμάει αυτή την άλλη γυναίκα.
«Καλημέρα στο μωρό μου» Της λέει ο Λέανδρος μόλις κάθισε δίπλα του στο αυτοκίνητο, την κοίταξε και της χάρισε το γνωστό έκφυλο χαμόγελο του.
«Καλημέραα!»  μουρμουρίζει βαρύθυμα σέρνοντας τις λέξεις μέσα από τα δόντια της.
«Τι έχεις ρε μωρό μου; φαίνεσαι χάλια.» Της λέει.
«Εντάξει είμαι! Θα ζήσω!» Ο Λέανδρος διέκρινε λίγο θυμό στη φωνή της.
«Μυστήρια είσαι σήμερα. Τι μύγα σε τσίμπησε; Μήπως δεν θέλεις να έρθεις για δουλειά σήμερα; Χρειάζεσαι ανάπαυση;» 
«Όχι ξεκίνα, έλα πάμε.»
«Α...! Εδώ έχουμε σοβαρό θέμα.»
Επικράτησε ολιγόλεπτη σιωπή, μέχρι που ο Λέανδρος αποφάσισε να πάρει το λόγο για ακόμη μια φορά. 
«Γιατί δεν μιλάς Μωρό μου; Συμβαίνει κάτι;» Σχολίασε γελώντας σαν χαρούμενο κάθαρμα, γιατί κατάλαβε καλά σε τι κατάσταση βρισκόταν η Ηρώ και τους λόγους της δυσθυμία της.
«Μάλλον έχεις μια ιδιαίτερη προτίμηση στα τροφαντά κωλομέρια της ε; Σε βλέπω χαρούμενο που σαλιάριζες με αυτό το νυμφίδιο!
 «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο. Δε γινόταν να το κρύψω», της απαντάει και γελάει μέσα απ' την ψυχή του.
«Απλά θύμωσα γιατί δε θέλω, να καυλώνεις με άλλες.»
Ο Λέανδρος σοβαρεύτηκε. Της πιάνει το ένα χέρι και το κρατάει στα δικά του. «Είσαι ο θησαυρός μου. Το μόνο που με νοιάζει είναι να σε βλέπω χαρούμενη. Σταμάτα να διαμαρτύρεσαι, ζουμπούλι και λεβάντα μου,» της λέει. «Σταμάτα μου, βασιλικέ και κατιφέ μου. Μη μου παραπονιέσαι.»
«Πώς να μην παραπονεθώ!» Ή μήπως θα ’θελες να σου κάνω και εγώ τα ίδια;»
«Όχι. Ούτε το θέλω να μου κάνεις τα ίδια, ούτε και σου πρέπει, εσύ μια καθώς πρέπει σοβαρή κυρία και παντρεμένη γυναίκα.» 
Η Ηρώ κοίταξε το Λέανδρο ναζιάρικα, ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο του. 
«Γαμώτο!» ξεστόμισε «Δεν αντέχω. Μαζί σου είμαι η πιο χαρούμενη γυναίκα του κόσμου.. » και  του πιάνει τον πούτσο του πάνω από το παντελόνι του, και τον χουφτώνει κάνοντας τον ποιο σκληρό. «Θέλω να με ξαναγαμήσεις άντρα μου.»
Ο Λεανδρος σηκώνει το βλέμμα, ρίχνει μια ματιά στη Ηρώ, ξεροβήχει και της λέει.
«Μπράβο το κορίτσι μου.! Εγώ να δεις! Γαμώτο! Δεν ξέρω τι να κάνω με σένα! Μου έχει σηκωθεί τόσο πολύ που δε θέλω τίποτε άλλο παρά να βάλεις το χέρι από μέσα και να το τυλίξεις γύρω από τη στύση μου. Αλλά αν το κάνεις, μάλλον θα εκραγώ πρόωρα.»  
Η Ηρώ τον αγκαλιάζει από τον λαιμό. «Μμμ αυτό θέλω να κάνω και ΄γω» του μουρμουρίζει με τα βλέφαρά της να τρεμοπαίζουν και να τον κοιτάζει ναζιάρικα συνεχίζοντας να του χαιδευει τον πούτσο πάνω από το ύφασμα και προσπαθώντας να του ανοίξει το φερμουάρ. Κοιτάζονται και ξεσπάνε σε ασυγκράτητα γέλια.
«Μωρό μου τώρα που ηρέμησες έχω την αίσθηση ότι από εδώ και πέρα όλα θα κυλήσουν όμορφα και με πολύ καύλα για μας, συμφωνείς;»
Κλείνει τα μάτια της και ξεροκαταπίνει. «Απόλυτα! Σήμερα νιώθω πολύ τσιτωμένη έχω μια απίστευτα έντονη λαχτάρα για χαλάρωση και απελευθέρωση. Έχουν περάσει πέντε ημέρες που έχουμε να κάνουμε σεξ, κοντά μια ολόκληρη εβδομάδα δηλαδή. » Νομίζω ότι μου χρειάζεται πραγματικά ένας έντονος οργασμός σήμερα. Κλείνει τα μάτια της, και αφήνω τα δάχτυλα της να τρίβουν ρυθμικά το εξόγκωμα στο καβάλο του κάνοντας κύκλους. Αυτό της στέλνει κύματα ευχαρίστησης μέσα στο μυαλό της και  έντονη επιθυμία  για να γαμηθεί
Ο Λέανδρος κατάλαβε ότι η Ηρώ ζήλεψε την έφηβη κόρη της μπακάλισσας και σήμερα θα του έκανε τα πάντα και καύλωσε απίστευτα. Απορούσε πως γίνεται να έχεις τέτοια μουνάρα γυναίκα και να μη την έχει ακόμη ξεπατώσει από παντού. Μέσα του όμως χαιρόταν γιατί εξαιτίας αυτού του γεγονότος θα γαμούσε μια τέτοια καύλα γυναίκα σε λίγο από παντού.
Όλα έδειχναν καλύτερα: Το χαρούμενο γέλιο του αφ' ενός της ανακουφίζει την ένταση και αφ' ετέρου νιώθει πιο ήρεμη, αισιόδοξη, χαλαρή και ανακουφισμένη.
Στο δρόμο η Ηρώ τον φιλούσε σαν ερωτευμένη μαθητριούλα και αυτός ανταπέδιδε μιας και είχε ξετρελαθεί μαζί της.
«Μωρό μου σου έχω ευχάριστα νέα! Με την σύμφωνη γνώμη του ανεπρόκοπου του άνδρα μου έχω πάρει την ελευθέρα και μπορώ να μείνω δυο τρία βράδια στο κτήμα να βοηθήσω στις παραδώσεις της συγκομιδής και για να μην χάσω το επιπλέον εισόδημα που το έχουμε μεγάλη ανάγκη.»
«Εγώ να δεις τι νέα σου έχω! Βλέπεις αυτά τα σύννεφα πέρα δυτικά πάνω από τον Παρνασσό;.»
«Ναι τα βλέπω. Αλλά δεν καταλαβαίνω το λόγο που με ρωτάς»
«Χαλάει ο καιρός σήμερα, Μωρό μου! Μετά το έντονο κύμα ζέστης που έχουμε τώρα το πρωινό κατά τις απογευματινές ώρες τοπικά θα έχουμε καλοκαιρινές βροχές, καταιγίδες, αλλά και χαλάζι.»
«Και είναι κακό αυτό;»
«Το κακό είναι ότι είσαι παντρεμένη Μωρό μου. Και το άλλο κακό είναι ότι αναβάλλονται αυτή την εβδομάδα οι παραδώσεις της σοδειάς.»
Η Ηρώ τον κοιτάει ξαφνιασμένη. «Το πρώτο εάν δεν ήταν στη μέση τα παιδιά θα έλεγα…. αυτό δεν είναι κακό, αυτό είναι συμφορά. Για το δεύτερο... δηλαδή δεν θα μείνουμε στο κτήμα τα βράδια;.»
«Δεν ξέρω, θα δούμε! Αυτό εξαρτάται από μία σειρά παραγόντων και κυρίως από τις καιρικές συνθήκες». 
«Α μη μου λες τέτοια.» Άρχισαν να την ζώνουν τα φίδια και η αβεβαιότητα... Είναι ύπουλο το «θα δούμε» γιατί ξέρει ότι κρύβει ένα όμορφα και διπλωματικά διατυπωμένο «όχι». Σαν να λέμε, λες όχι, χωρίς να το λες κιόλας. Η ανεμελιά και ο εφησυχασμός του της προκαλούσαν μια αόριστη ανησυχία γιατί πολύ απλά, παίζει να την κοροϊδεύει μέσα στα μούτρα της.
Αυτός την έπαιζε με τις ανησυχίες της και το απολάμβανε.. Μα δεν άντεξε άλλο να τη βλέπει έτσι, ματώνει η καρδιά του.
«Αν εσύ το θέλεις να μείνουμε μωρό μου μπορώ να σου χαλάσω εγώ χατήρι;» 
«Α έτσι εε; αν θέλεις εσύ!… θα τιμωρηθείς γι' αυτό! Δε σου ξαναμιλάω»…
«Μου βάζεις πρόκληση τώρα. Αλλά δέχομαι! Πόση ώρα θα κρατήσεις να μην μου μιλήσεις».
«Μμμμμ…» ρουθουνίζει η Ηρώ και συνεχίζει να του χαιδευει ο καβάλο που το εσωτερικό του είναι έτοιμο να εκραγεί..
Έχουν φτάσει στο κτήμα και ο Λέανδρος παρκάρει στην αυλή του σπιτιού και η Ηρώ συνεχίζει προσποιούμενη δήθεν την ξενερωμένη την θυμωμένη συνδυάζοντας μια φατσούλα απίστευτα γλυκιά και όμορφη που επίσης συνδυάζεται με ένα λάγνο και πρόστυχο βλέμμα και ωραία σγουρά μαλλιά προς το καστανό που φτάνουν λίγο κάτω από τον σβέρκο.
Έτρεξε πρώτη μέσα στο σπίτι και ο Λέανδρος την ακολούθησε, άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες για την κρεβατοκάμαρα και ανέβαινε και εκείνος τις σκάλες ακριβώς πίσω της. Του έριξε μια κλεφτή ματιά κάνοντας δήθεν πως έφτιαχνε τα μαλλιά της, άρχισε να ανεβαίνει πολύ σιγά για να την πλησιάσει.
Η μέρα είχε προχωρήσει αλλά τα παντζούρια ήταν κατεβασμένα επιτρέποντας την είσοδο του φωτός στον χώρο μόνο μέσα από τις γρίλιες που σε συνδυασμό με τα θερμά χρώματα της κρεβατοκάμαρας έκαναν τον χώρο να φωτίζεται σε πορτοκαλοκίτρινες αποχρώσεις. Το θέαμα ήταν κάτι παραπάνω από υπέροχο, με την Ηρώ να σωριάζεται με το στήθος στο σαν τραπέζι παραδοσιακό κομοδίνο με τα πόδια τεντωμένα και μισάνοιχτα, ακουμπώντας τους αγκώνες της επάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού, σχηματίζοντας έτσι με το σώμα της ένα γάμα και στήνεται με αυτόν τον τρόπο περιμένοντας τον Λέανδρο για να την γαμήσει πισωκολητά. Όταν αντιλαμβάνεται την παρουσία του, αποφασίζει να κουνήσει λίγο τον κώλο της για να τον φτιάξει ακόμα πιο πολύ. Το κάνει αργά και χορευτικά κουνώντας μαζί και τη μέση της. Μέσα στην απόλυτη σιωπή συνεχίζει το ηδονικό της κούνημα όταν τα χέρια του Λέανδρου άρχισαν να χαϊδεύουν τη πλάτη της κατεβαίνοντας προς τα κάτω, κάνοντάς την να ριγήσει. 
«Τι θέλεις Λέανδρε;» Τον ρώτησε προκλητικά.
«Εσένα.» Της απάντησε βραχνά, μην μπορώντας να κρατηθεί μακριά της.
«Να με κάνεις τι μωρό μου;» Συνέχισε στον ίδιο τόνο.
«Από τη στιγμή που σε γνώρισα, δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου. Είπα ότι αυτή είναι «η γυναίκα» για μένα. Θέλω να σου κάνω τον πιο τρελό έρωτα και να ενώσουμε τα κορμιά μας και να μείνουμε εκεί κολλημένοι για πάντα. 
«Μήπως τα παραλές;»
«Νιώθω λες και σε ξέρω Χρόνια. Δεν μπορώ να σταματήσω να σε σκέφτομαι.»
Δεν πρόλαβε να πει λέξη, την άρπαξε στην αγκαλιά του και ξεκίνησε να την φιλάει στο στόμα σε ένα παρατεταμένο γλωσσόφιλο που κράτησε ώρα. 
«Ξέρω πως σε τον πρώτο καιρό πίεσα, αλλά ήμουν σίγουρος ότι με γούσταρες. Και φάνηκε ότι δεν μπόρεσες να αντισταθείς.»
«Σταμάτα να μιλάς και πάρε με πριν το μετανιώσω αυτό που κάνω.»
Έσκυψε και με αργές κινήσεις της κατέβασε το κιλοτάκι της. Της το έβγαλε τελείως και άρχισε να χαϊδεύει τα πόδια της από χαμηλά ανεβαίνοντας προς τα πάνω.
Τα χέρια του κύλησαν στο στήθος, στην κοιλιά, στους γλουτούς, στα πόδια, που ανασηκωμένα, ανοιχτά ρίγησαν στο χάδι των δαχτύλων του. Είχε υπέροχο κώλο στητό και τα μουνόχειλα ξεχωρίζαν. Την φίλησε στο λαιμό και σιγά σιγά έφτασε στα υπέροχα κωλομέρια, τα χάιδευε με πάθος χαϊδεύοντας ταυτόχρονα το σφιχτό μουνάκι της. 
«Στο είπα καυλιάρα γυναίκα ότι εμείς οι δύο έχουμε πολλά να κάνουμε. Και ακόμα δεν είδες τίποτα.» Μουρμούρισε ερωτιάρικα και το βλέμμα του με μόνιμη διάθεση για τις όμορφες στιγμές τους να τη χαϊδεύει σε όλο της το κορμί, από πάνω ως κάτω. 
Κατάλαβε τα γένια του να γρατζουνίζουν τα κωλομέρια της όσο η γλώσσα του περνούσε πάνω κάτω  μαλακά γλείφοντας την τρύπα της. Άρχισε να ρουφάει τα γλυκά της μουνόχειλα και να γεύεται τους καυτούς χυμούς απ’το υγρό μουνάκι της.
«Έτσι έτσι…γλείψε με κι άλλο… αχ τι υπέροχο γλειφομούνι κάνεις μωρό μου. Έτσι κι άλλο!» έλεγε και ξανάλεγε συνέχεια σε παραλήρημα απ’την καύλα της αφού σχεδόν έχυσε στο πρόσωπο του… 
«Πάρε με τώρα γαμιά μου γλυκέ, κάνε με να φωνάζω απ’το τρελό γαμήσι σου…» 
Ήταν ακούραστος στην περιποίηση της τρύπας της αλλά πια η Ηρώ ήθελε γαμήσι. Ανασηκώθηκε και στηρίχτηκε στους αγκώνες της ανοίγοντας τα πόδια της τόσο όσο να πάρει θέση για να καρφωθεί μέσα της και παράλληλα να τον νιώθει όσο το δυνατόν περισσότερο πάνω της.
«Σε παρακαλώ! Σε περιμένω! Μπες σιγά σιγά μέχρι να σε πάρω όλο και να νιώσω κάθε πόντο της πούτσας σου.» , του λέει, μ’ ένα τόνο φωνής λάγνο! Τα χείλια της τρέμουν ανεξέλεγκτα…
Αισθάνεται το κορμί του πάνω στο δικό της και τα δάχτυλά του κρατούν τα χέρι της καρφωμένα στο τραπέζι και ψιθυρίζει στο αυτί της.
«Οφείλω, τότε, να κάνω κάτι γι’ αυτό…» της λέει και χαμογελά! Τον αισθάνεται που βάζει τα χέρια του κάτω από το ιδρωμένο πουκάμισό της και αρχίζει αργά-αργά να της ξεκουμπώνει τα κουμπιά και νιώθει εκείνο το συναίσθημα της ψυχρής ευχαρίστησης.
Τη σπρώχνει να κολλήσει στο τραπέζι καθώς επιτίθεται στο υγρό μουνί της με τις πιο γλυκές διεισδύσεις! Σπρώχνει τον πούτσο του τόσο βαθιά, όσο πιο βαθιά γίνεται, όσο πιο βαθιά μπορεί και μπαίνει μέσα της και μετά έξω, μέσα και έξω, και αυτή απολαμβάνει με το μυαλό της όλη την ευχαρίστηση που τη διαπερνά.
Τη γαμάει και τη φιλάει παθιασμένα. Η μυρωδιά του δέρματος του αφήνεται στο δικό της δέρμα, και ο πούτσος του τώρα προχωρά από μόνος του μέσα της κι Ηρώ αφήνει κραυγές ευχαρίστησης.. Ακούει την αναπνοή του να βαραίνει και αφήνει στα αυτιά της μια μελωδία, που καλύπτει τα βογγητά της. Ο Λέανδρος την έσπρωξε λίγο από τις μασχάλες και ξεκίνησε να τη σφυροκοπά κινώντας γρήγορα τη λεκάνη του. Ο θόρυβος από τα μπούτια του που χτυπούσαν στον κώλο της και τα μουγκρητά τους που βγαίναν απ' το στόμα έκαναν την καύλα τους ακόμα μεγαλύτερη. Τα κορμιά τους κινούνται ομόφωνα με τη κίνησή του μπρος πίσω, μπρος-πίσω και Φτάνουν τελικά στη γλυκιά, υγρή και ευχάριστη έκσταση, με ένα τελευταίο φιλί που της δίνει στον λαιμό και μια ανάσα που ανακατεύεται με τη δική της.
Το πρωινό τους ετοιμάστηκε και μια ακόμη ημέρα της μαρμότας ξεκινούσε. Καφές, δουλειά-δουλειά,  δουλειά και ενδιάμεσα άφθονος έρωτας. Η Θερμοκρασία μετά το πρωινό κυμαινόταν από 30° έως 35°με πολύ υγρασία σ' έναν καθαρό ουρανό.
Απομεσήμερο  Αυγούστου. Εκεί στο τέλος του μεσημεριού και στην αρχή του απογεύματος όπου όλα σιωπούν, άρχισαν οι πρώτες Αυγουστιάτικες ψιχάλες, που εξελίχθηκαν σε περαστική καταιγίδα. Άξαφνα πέρα από τα βάθη τ' ουρανού, σκούρα συννεφάκια άρχισαν να ξεμυτίζουν να προβάλλουν περισσότερο. Ωσάν το καλοκαίρι να’ χε μόλις ξεπορτίσει από κάποιο κρυφό σκιερό δωμάτιο. Σε λίγο ο ήλιος αυτός κρύφτηκε στα σύγνεφα, μαύρες, μαύρες σκιές απλώθηκαν στην εξοχή. Αστραπές και βροντές ακούστηκαν. Σε μισή ώρα στην όμορφη εξοχή, όλα χόρευαν μέσα στη νεροποντή τ' ουρανού. Ξαφνικό καλοκαιρινό χαλάζι πυκνό και κατάχοντρο παράδερνε τα χτήματα, τσάκιζε τις ελιές και τα δέντρα. Αντάρα πυκνή, θολό χάος σκέπαζε και γη και ουρανό. 
Μια ώρα κράτησε η ανεμοζάλη, η πλημμύρα. Ύστερα αγάλι' αγάλια άνοιξε, ξαστέρωσε, τα σύγνεφα σκίρτησαν, μάζεψαν, τράβηξαν δρόμο, σε λίγο χάθηκαν πέρα στις άκρες τ' ουρανού. Ο ήλιος διάφανος, δροσερός αγκάλιασε πάλι την εξοχή, μεγάλοι κόμποι νερού τρεμούλιαζαν στην άκρη των μαδημένων φύλλων των δέντρων των κλημάτων, ο ουρανός άπλωνε τη θολωτή αγκαλιά του πιο γαλάζια, τα πουλιά λουσμένα στη βροχή, φτερούγιζαν να στεγνώσουν ήλιο.
Της Ηρώ πάντα η βροχή της προκαλούσε μια νοσταλγία, για ανεξήγητο λόγο. Είναι κι εκείνη η μυρωδιά του φρεσκοβρεγμένου εδάφους που σε μεταφέρει μονομιάς στη γαλήνη της εξοχής.
Όταν άρχισε να κοπάζει η καταιγίδα η Ηρώ έπλασε ένα σενάριο στο μυαλό της. Γυμνή έβαλε πάνω της μια ανάλαφρη ρόμπα και βγήκε στη βροχή. Όλο αυτό το παραλήρημα της σκέψης και της φαντασίωσης της προκαλεί μια ανατριχίλα, γιατί πλέον, αγνοούσε τον όρο της ανεμελιάς. Την περιλούζουν ευθύνες και πρέπει και βγαίνει στη βροχή, για να σβήσει τη φλόγα, να ρουφήξει το σώμα της νερό, να γυρίσει το κορμί της από τη βόλτα του ως την κόλαση στα επίγεια. «Η βροχή είναι τα δάκρυα του Θεού στη γη», είχε διαβάσει κάποτε σε ένα βιβλίο και τότε κατάλαβε πως για τον ερωτευμένο, αυτά τα δάκρυα είναι ευλογία. Οι κεραυνοί πέρα στη δύση σκίζουν τον απογευματινό ουρανό γύρω τους, σηκώνει το πρόσωπο της στον ουρανό και κλείνει τα μάτια της. Το υγρό αεράκι τη χτυπά και την κάνει να νιώθει ελεύθερη κι εκτεθειμένη στα στοιχεία της φύσης και νιώθει τις τελευταίες ψιχάλες στο πρόσωπο της ...
Βρίσκεται στο χώρο του αρτεσιανού συγκροτήματος μακριά από εξωτερικά βέβηλα βλέμματα.
Ανοίγει το στόμα της για να πιει την βροχή, νιώθει σαν μικρό παιδί όταν βρέχει! 
Περισσότερο τον διαισθάνεται πάρα τον βλέπει, τον νιώθει να στέκεται στην μεγάλη μπαλκονόπορτα του σπιτιού και να την παρακολουθεί να μουσκεύει μέσα στην βροχή εκεί στο γρασίδι ανάμεσα στα δέντρα να γίνεται μούσκεμα παντού και να το χαίρεται και είναι βάλσαμο η βροχή για το φλογισμένο της κορμί που καίγεται να διεκδικήσει τη στοιχειώδη της επιθυμία, να απολαύσει το σεξ μαζί του. 
Ξέρει ότι την κοιτάζει δε χρειάζεται να τον δει! Και ξέρει ότι γρήγορα θα έρθει εκεί κοντά της από πίσω της μέσα στη βροχή. Μυρωδιές, ήχοι, αισθήματα εντείνουν τη διάθεση της για έρωτα και οργασμό
Ναι! Νάτος που τον ακούει να της ψιθυρίζει κολλώντας πάνω της, μέσα στην αντάρα της βροχής και τους κεραυνούς, στέκονται αγέρωχοι αγκαλιά και κοιτάζουν ψηλά τον ουρανό χαμογελώντας, λες και εκείνη τη στιγμή, αγιάζει ο Θεός τη σχέση τους. Γιατί οι σχέσεις είναι πόλεμος ψυχών και οι ψυχές πρέπει να εξευμενιστούν, πριν πάνε προς τη μάχη. 
«Τι κάνεις εδώ μέσα στη βροχή Λουλούδι μου;» Χαμογελάει όταν σκέφτεται πόσο όμορφα ένιωσε την πρώτη φορά που την αποκάλεσε έτσι.  
«Σε περίμενα ήξερα πως δε θα αντέξεις και θα έρθεις!» 
«Ήρθα να σε βρω Λουλούδι μου, δεν άντεχα καυλιάρα γυναίκα μου.» 
Σκύβει πάνω της και νιώθουν την βροχή να κυλάει ανάμεσα στα ημίγυμνα  κορμιά τους να δροσίζει το δέρμα τους και κάνει τα βρεγμένα σώματα τους να γλιστράνε στην επαφή τους. Νιώθει κάθε άγγιγμα του και κολλά πάνω του. Τον νιώθει ψηλότερο και πιο γεροδεμένο και στηρίζεσαι πάνω του. 
Σκύβει το κεφάλι της στον ώμο του και το νερό της βροχής συνεχίζει να βρέχει τα μαλλιά τους σαν χείμαρρος που δε λέει να σταματήσει το ορμητικό πέρασμά του. Αρχίζει να γελά όταν ξεχνάει τα λόγια του και την σηκώνει ψηλά στον αέρα σαν πούπουλο. Κάπου εκεί παίρνει την απόφαση πως πρέπει να τρέξουν σε ένα στεγασμένο χώρο. Βλέπει πως ήταν πιο λογικός από εκείνη. Αλλά στ’ αλήθεια δε χρειάζεται και λίγη τρέλα στη ζωή μας; Λίγο χρώμα, λίγη ένταση;.
Πεινασμένοι κι αχόρταγοι ο ένας για τον άλλον και με σύμμαχο τη βροχή που δε λέει να σταματήσει, το απολαμβάνουν, κι αντί να τρέξουν αναζητώντας καταφύγιο, μείνανε εκεί, χέρι-χέρι και αφέθηκαν στην μπόρα της καταιγίδας. Χωρίς ενδοιασμούς και φόβους κόλλησαν ο ένας στον άλλο δίνοντας παθιασμένα φιλιά!
Τα αναμμένα κορμιά τους πάλευαν να βγουν από τα βρεγμένα ρούχα και να ενδώσουν στο πάθος της στιγμής. Η Ηρώ έγινε ευάλωτη και του δίνει την ευκαιρία να τη πιάσει στα χέρια του, να τη κρατήσει στην αγκαλιά του με έντονη επιθυμία να γευτεί το κορμί της.
Η καταιγίδα είχε δώσει και αυτή τη σειρά της σε έναν καθαρό ουρανό, η δροσιά στο βρεγμένο αέρα και σ' ένα εντυπωσιακό ουράνιο τόξο σε φόντο βαθύ γαλάζιο, που «αγκάλιαζε» όλον τον κάμπο, ενώ από κάτω του μια «ξεχασμένη» βροχοκουρτίνα λειτουργεί ως τροφοδότης των χρωμάτων του εντυπωσιακού φυσικού φαινομένου.... 
Ο ήλιος έγερνε πίσω από τις βουνοκορφές,  και τα βουνά της Αταλάντης και της Χαλκίδας πέρα, πότε φλογίζονταν κατακόκκινα, πότε κολυμπούσαν σε χρυσομάλλη καταχνιά, και πότε άνοιγαν σαν πελώρια μενεξεδένια ανοιξιάτικα μπουκέτα. Η Λαμία χάνονταν ανάμεσα σε τριφυλλοσπαρμένες ραχούλες του στενόμακρου απέραντου κάμπου με την πρασινισμένη στρώση. Αριστερά η κατάγυμνη Όθρυς ατέλειωτη σειρά με χυτά, καταστρόγγυλα βουνά και δεξιά καμάρωνε πρασινισμένη, η ελατοφυτεμμένη και βελανιδοφουντωμένη Οίτη, κι ο Σπερχειός κάτου στον κάμπο φιδωτός, μέγας κι ατέλειωτος, ξεχύνονταν σα γιγαντιαίο ασημοστόλιστο φίδι μέσα στου κάμπου τις πικροδάφνες, τις λυγαριές, τα πλατάνια και τα κυπαρίσσια, ανάμεσα στα πρασινισμένα χωράφια και λιβάδια.
Ο Λέανδρος μετά τη βροχή είχε κάνει το μπάνιο του και χουζούρευε στο κρεβάτι, η Ηρώ τον κοιτούσε και μέσα της σκεφτόταν πώς είναι οι γυναίκες που μπορούν να κατακτήσουν έναν τέτοιον άντρα. Δεν τον είχε δει ποτέ πιο τρυφερό, περιποιητικό και όσο δένονταν μαζί του, αφήνεται και απολαμβάνει τη σεξουαλική της ζωή στην αγκαλιά του. Οι δυο τους είχαν μια πολύ έντονη σχέση, και η ζωή του παράνομου ζεύγους κυλούσε με πάθος και ένταση. Το αγκάλιασμα τους, τα φιλιά τους, το σμίξιμο τους είχαν το έντονο πάθος των παράνομων εραστών. Άρχισε να κουμπώνει τη στέγνη ρόμπα της να καλύψει τη γύμνια της. έντονη σχέση, και η ζωή του παράνομου ζεύγους κυλούσε με πάθος και ένταση. Το αγκάλιασμα τους, τα φιλιά τους, το σμίξιμο τους είχαν το έντονο πάθος των παράνομων εραστών. Άρχισε να κουμπώνει τη στέγνη ρόμπα της να καλύψει τη γύμνια της. 
«Μην ντύνεσαι, Μωρό μου. Θέλω να σε βλέπω γυμνή.» 
Την είχε κάνει ολότελα δικιά του. Αν και το μυαλό της ήταν πολύ πιο διστακτικό από το κορμί της, καταλάβαινε ότι αυτή η ερωτική τρικυμία του Λέανδρου δεν ήταν απλά ένα μπουρίνι αλλά μια κοσμοχαλασιά καύλας που θα χυνόταν όπως στο κορμί της έτσι και στο μυαλό της και θα το κατέκλυζε.
Το κορμί της τρίφτηκε πάνω στο δικό του. Οι σκληρές ρώγες της βουρτσίστηκαν πάνω στο δασύτριχο στήθος του και η γλώσσα της χώθηκε στο στόμα του αναζητώντας τη δική του. Όλο αυτό το ανακάτεμα των αισθήσεων την είχε μεθύσει. Δεν υπήρχε βρωμιά, ούτε αηδία... Μόνο ένας πόθος που έκαιγε ασταμάτητα μέσα της. Ήθελε να δοκιμάσει τα πάντα μαζί του. Ήθελε να κάνει τα πάντα. Ήθελε να μάθει ότι έχει σχέση με τον έρωτα από αυτόν τον αρρενωπό άνδρα.
Ρούφηξε το σάλιο του διψασμένα δοκιμάζοντας για πρώτη φορά τη γεύση από τα υγρά του οργασμού της. Της άρεσε αυτή η υφάλμυρη αίσθηση στη γλώσσα της. Τα δάχτυλα της άρχισαν τώρα να εξερευνούν το δικό του κορμί. Έπαιξε για λίγο με τις τρίχες του στήθους του. Μετά δειλά - δειλά ακούμπησε τις ρώγες του. Ο Λέανδρος την κοιτούσε με βλέμμα γεμάτο γλύκα και πόθο της ψιθύρισε:
 «Κάνε ότι θέλεις πάνω μου. Μην ντραπείς… Μην διστάσεις. Άσε τα ερωτικά σου ένστικτα να σε οδηγήσουν. Μόνο έτσι θα νιώσεις την απόλυτη ηδονή θα φτάσεις στα όρια του ολοκληρωμένου έρωτα. Να θυμάσαι μόνο αυτό: Δεν υπάρχει τίποτε άσχημο ή βρώμικο ανάμεσα σε ένα ζευγάρι που ποθούν ο ένας τον άλλον…»
Οι κραυγές ηδονής της όμορφης Ηρώ αντηχούσαν σε όλο το σπίτι με αντίλαλο. Ευτυχώς που η κατοικία βρισκόταν στη μέση του απέραντου κάμπου. Κανείς περαστικός δεν μπορούσε να ακούσει τις κραυγές, και τα παρακάλια της για περισσότερη ακόμη ηδονή. Ευτυχώς γιατί θα καλούσε σίγουρα περιπολικό πιστεύοντας πως μέσα γινόταν έγκλημα.
....Η νύχτα ακολουθούσε αργά το μακρόσυρτο δείλι του καλοκαιριού. Ο ήλιος βασίλεψε, στην άκρη του ατέλειωτου κάμπου, και χάθηκε πίσω από τις βουνοκορφές της Οίτης και της Γκιώνας. Η νυχτερινή γαλήνη απλωνόταν χαρωπή στον πλατύ κάμπο. Πέρα απ' τα βουνά της Εύβοιας, σιγοπρόβαλε το φεγγάρι. Το βραδινό αεράκι θρόισε απαλά μέσα στις φυτείες του βαμβακιού που βρίσκονται στο στάδιο του ανοίγματος. Πάνω στα δέντρα κούρνιασαν τα πουλιά, μέσα σ' όργιο από φωνές. Σιγά-σιγά απλώθηκε σκοτάδι στον κάμπο, που και που κανένας γρύλος σπάει τη σιωπή και τα αστέρια φωτίζουν τον ουρανό. Με το πέσιμο του Ήλιου σηκώθηκε ένας άνεμος ζεστός, υγρός, φουσκοδεντρίτης και από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα έμπαινε λεύτερος στην κρεβατοκάμαρα. Ο Λέανδρος  κατέβηκε στο σαλόνι έβγαλε δυο ποτήρια από το ντουλάπι και ένα ανοιχτήρι, άνοιξε ένα μπουκάλι κρασί, έβαλε λίγο να το δοκιμάσει, ήταν ένα πολύ  ωραίο λευκό κρασί, και ανέβηκε ξανά στη κρεβατοκάμαρα. Αράξανε οι δυο τους στις ξαπλώστρες της μεγάλης βεράντας, σχεδόν απέναντι ο ένας από τον άλλο με τα ποτήρια στο  χέρι και το παγωμένο κρασί να τους φτιάχνει ακόμα περισσότερο τη διάθεση. Η βραδιά ήταν ζεστή βαθύ σκοτάδι και ερημιά επικρατούσε γύρω τους και τα άστρα τρεμόπαιζαν αδύναμα στο ρυθμό του «μαέστρου» αέρα που φυσούσε απαλά σα χάδι στις βαμβακοφυτείες και τους αμπελώνες πέρα από τα αιωνόβια κυπαρίσσια. Η Ηρώ έψαχνε για λίγο θόρυβο, για λίγη ζωή, μα όλα ήταν γύρω μαύρα και έρημα. Η ώρα έχει πάει δέκα και το απαλό αεράκι του Αυγούστου της χτυπά το πρόσωπο και της χαϊδεύει απαλά σαν χάδι τα μαλλιά. Αναπνέει αργά, γεμίζει τα  πνευμόνια της με αέρα και κοιτάζει ψηλά στον ουρανό ψάχνοντας ένα σημάδι για τα έργα της και τη συμπεριφορά της. Δεν ξέρει γιατί αναζητά σημάδια αφού «ποτέ δεν ήμουν φανατικά θρήσκα», συλλογίζεται καθώς η Ψυχή της βρισκόταν σε τρομερό δίλημμα. Είχε καταπατήσει τους γαμήλιους όρκους της με τον φλογερό εραστή της. Γύρισε το βλέμμα της στον Λέανδρο. Τα καστανά και μελαγχολικά του μάτια εκείνες τις στιγμές ήταν κάπως σκεφτικά σαν να ταξίδευε και ο ίδιος κάπου αλλού. Το καλογυμνασμένο σώμα του και τα πυκνά μαλλιά του έδιναν μια επιπλέον γοητεία που ταίριαζε με την  ηλικία του. 
«Ωραία βραδιά απόψε, συμφωνείς;» Της λέει ο Λέανδρος και γύρισε το πρόσωπο του αφήνοντας ένα αχνό χαμόγελο να του ξεφύγει δημιουργώντας δύο μικρά λακκάκια στα μάγουλα του που τον έκαναν ακόμα πιο γοητευτικό. Το ζεστό του χαμόγελο, τα όμορφα μάτια του αλλά κυρίως η ηρεμία του προσώπου του την έκαναν να χαλαρώσει
«Πόσοι νομίζεις πως είναι τυχεροί σαν εμάς να κάθονται εδώ βλέποντας αυτό το θέαμα;», της είπε ο Λέανδρος σχηματίζοντας πάλι εκείνα τα λακκάκια στα μάγουλά του που τον έκαναν να μοιάζει με μωρό.
«Η ζωή παίζει παιχνίδια μωρό μου, και αλίμονο αν δεν ξέρεις πώς να παίξεις και εσύ μαζί της. Ένα αλισβερίσι είναι η ζωή, ένα αέναο πάρε δώσε».
«Και ποιος ορίζει τι είναι σωστό, ποιος ορίζει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνεις;» ρώτησε αμέσως η Ηρώ πίνοντας πάλι λίγο από το ποτήρι της βάζοντας σε σκέψεις τον Λέανδρο. 
«Συνήθως μωρό μου, αφήνουμε τα συναισθήματα να μας παρασύρουν και δυσκολευόμαστε να σκεφτούμε λογικά και να οριοθετήσουμε τον εαυτό μας. Τελευταία γουλιά. Εσύ ή εγώ;», είπε ο Λέανδρος δείχνοντας το μπουκάλι.
«Εγώ για να πάρω την δύναμη να συνεχίσω αυτό που άρχισα όταν σε γνώρισα» είπε η Ηρώ πίνοντας την τελευταία γουλιά. 
Η Ηρώ άφησε το άδειο μπουκάλι κάτω, σηκώθηκε όρθια, ίσιωσε το κορμί της και κατευθύνθηκε προς τα κάγκελα της βεράντας στην άκρη, βλέποντας προς το φεγγάρι. Ανέμισαν τα μαλλιά της στο ζεστό τ’ αγέρι το βραδινό, ανέμισε και το λευκό νυχτικό της. Ήταν πλέον έτοιμη, να του δοθεί και πάλι, έκλεισε τα μάτια της και ένιωθε τη ζεστή πνοή του ανέμου να της χαϊδεύει τα μάγουλα. Ένιωθε ήρεμη, όταν ένιωσε το ζεστό του χέρι να την τραβάει από τη μέση και να την φέρνει κοντά του. Της χαμογέλασε και άρχισε να της μιλάει και να της λέει πως αξίζει να δώσει μια-δυο μέρες παράταση στον εαυτό της να μείνει μαζί του στο κτήμα, πως ο χρόνος είναι αλήτης και περνά γρήγορα.
«Δε θα καταλάβεις πως θα περάσουν οι μέρες.» είπε και δεν την άφησε από την αγκαλιά του.
Σκέψεις, σκέψεις μέσα στο μυαλό της, ένα κουβάρι που προσπαθεί να ξετυλιχθεί και όλο μπερδεύεται περισσότερο. «Μα τι έχω πάθει τέλος πάντων μ' αυτό τον άνδρα που εξελίσσεται να μου γίνει ο μόνιμος εραστής μου;», σκέφτηκε. Η ερωτική επαφή τους ήταν όχι μόνο μη επιτρεπόμενη από τους ηθικούς νόμους αλλά και απαράδεκτη και από την κοινή γνώμη.
Έπρεπε λοιπόν να βρει κάποια λύση. Αργότερα όμως. Τώρα ένιωθε την καύλα της να φουσκώνει ξανά, σεξουαλική ζωτικότητα και διέγερση να κυριεύει το κορμί της και αυτή η εκτεταμένη επαγγελματικη επαφή τους χωρίς περιορισμούς, έβρισκε ισχυρά ερείσματα και διευκόλυνε τη σύναψη ερωτικών και σεξουαλικών σχέσεων ανάμεσα τους.
Όταν έσμιγαν η καύλα που ένοιωθαν ήταν απίστευτη, όπως και τα γαμήσια που έκαναν ήταν απίστευτα. Η κυρία ήταν Sexy θηλυκό που προκαλούσε σεισμό στο πέρασμά της, μια σεισμομούνα όλα τα λεφτά. Του Εραστή της του έπαιρνε τον πούτσο του αναμμένη λαμπάδα και του τον επέστρεφε καμένο φιτίλι!
........ Η Άλκηστις έκλεισε την ιστορία της με μια διαπίστωση.  
«Περιγράφοντας κανείς την λεπτομέρεια κάνει την διαφορά, φωτογραφίζει τις στιγμές με μεγαλύτερη ακρίβεια και από την φωτογραφία! Θα ήθελα να ακούσω την άποψη σου! 
Εγώ πιστεύω ότι την εποχή εκείνη η Ηρώ είχε αυξημένη αυτοπεποίθηση, αυτοεκτίμηση, πίστη στον εαυτό της και στο ότι αξίζει το καλύτερο. Είναι ώριμη, απολαμβάνει και εκτιμά το ερωτικό παιχνίδι, το καλό σεξ και το απαιτεί. Αν και ανετράφει με αυστηρές αρχές που καταπίεζαν τις ερωτικές της επιθυμίες, τώρα αφήνοντας στην άκρη τα ταμπού της και μην κάνοντας εκπτώσεις στα «θέλω» της  αισθάνεται ώριμη, απολαμβάνει και εκτιμά το ερωτικό παιχνίδι, το καλό σεξ και το απαιτεί απολαμβάνοντας με τον εραστή της ερωτικές εμπειρίες. Η σεξουαλική της επιθυμία είχε «ανθίσει». Είναι μια γυναίκα που εκπέμπει σεξουαλικότητα, είναι απελευθερωμένη έχει φαντασιώσεις για τις οποίες δεν ντρέπεται, αλλά επιδιώκει να τις πραγματοποιήσει και είναι πρόθυμη και ικανή να προσφέρει δυνατές σεξουαλικές συγκινήσεις στον εραστή της, ενώ ταυτόχρονα θα αντλεί και η ίδια τη μέγιστη ικανοποίηση. Είχε πάρει την απόφαση της να βάλει σε προτεραιότητα και την δική της ερωτική ικανοποίηση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα παράτησε όλα για το σεξ. Δεν το άφηνε να της γίνει έμμονη ιδέα και να χαλάσει το σπίτι της. Απλώς, άλλαξε κάποιες καταστάσεις, στη ζωή της.
Δουλειά, σπίτι, παιδιά, η καθημερινότητα της. Πέρασε ήδη δώδεκα χρόνια παντρεμένη, δύσκολα πάρα πολύ δύσκολα χρόνια. Ο άνδρας της ήταν ένας κλασσικός ανεπρόκοπος άνδρας του νότου. Βοηθούσε όσο μπορούσε στην οικογένεια αλλά στα δύσκολα, ως μια απαραίτητη συμμετοχή απουσίαζε από το πλευρό της στις κρίσιμες στιγμές στο επίπεδο του νοικοκυριού. Η συνεισφορά του και η στήριξη του στο κοινό τους αγώνα για την επιβίωση παρέμενε ανεπαρκής.  Ασε που τελευταία, συνέχεια της μιλούσε για το γάμο τους και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν όντας υποχρεωμένος να τη παντρευτεί γιατί η πρόωρη εγκυμοσύνη της ήταν, μάλλον, εκείνη που είχε επισπεύσει το γάμο γιατί αυτός δεν ήταν ώριμος, για έγγαμο βίο.
Όταν λοιπόν συναντούσε τον Λέανδρο ένιωθε τόσο καλά αλλά και τόσο ενοχικά ταυτόχρονα. Ένιωθε ακόμη τόσο πολύ καυλωμένη, έτοιμη για καυτές αμαρτίες και ανυπόμονη να γαμηθεί μαζί του, με όλους τους τρόπους. Ξεντυνόταν με τρόπο διεγερτικό. Όταν τελείωνε, εκείνος ήταν ήδη γυμνός και ξαναμμένος από την ομορφιά του κορμιού της. Εκείνη, έμενε για λίγο εκστατική, με το βλέμμα στο υπογάστριο του και ύστερα προχωρούσε προς το μέρος του κι έπεφτε στα γόνατα μπροστά του. Μόνο που δεν προσευχόταν αντικρίζοντας το στητό του πέος! Κυλιόταν μαζί του στο κρεβάτι όπως η αχόρταγη φτιασιδωμένη οδαλίσκη που χρειάζεται το βαρβάτο εραστή της! Και εκεί στο αμαρτωλό κρεβάτι που οι δυο τους λάτρευαν την σαρκική ηδονή, γινόταν αθυρόστομη και αισχρολόγος, και ανάμεσα στ’ αγκομαχητά της ηδονής, ακουγόταν, γεμάτη ηδυπάθεια η φωνή της. 
«Τέτοιο γνήσιο αρσενικό και νταβραντισμένο εραστή ήταν που ήθελα η πουτάνα! Πω-πωωώ τι είν’ αυτό που βυθίζεται μέσα μου, τόσο αδιάντροπα! Θεέ μου είμαι μια αμαρτωλή αλλά έχεις μια ψωλή!» 
Η όμορφη χωριατοπούλα με τη λιγοστή ερωτική της πείρα έμαθε να ικανοποιεί όλες τις ερωτικές ανάγκες τους, χωρίς ποτέ ν' απειλήσει τις καρδιές τους. Όμως τα πράγματα ανάμεσά τους παίρνουν φωτιά και στο σεξ είναι ασυγκράτητοι. Ανελέητοι. Σύντομα, αυτή η σχέση που ξεκίνησε σαν μια εφήμερη και παράνομη ερωτική σχέση παίρνει μια αναπάντεχη τροπή. Αρχίζει να γίνεται κάτι που κανένας από τους δύο δεν είχε προβλέψει. Η σχέση τους, οδήγησε σε έναν δρόμο αφύπνισης των επιθυμιών και των αισθήσεων και ασύγκριτες αισθησιακές στιγμές ηδονής, που ποτέ δεν είχαν φανταστεί πως θα μπορούσαν να νιώσουν..
Και οι δυο τους ήξεραν πως ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα ερωτική περιπέτεια και πως δεν θα υπήρχε σοβαρή συνέχεια. Ο Λέανδρος πειράχθηκε για λίγο όταν διέκοψαν μα την ξεπέρασε.

Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Μέρος 4)
.....
 
Web Informer Button