ADS

click to open

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2023

«Den Legonte Ta Panta Stous Pantes»

... Την εποχή εκείνη στο τέλος τη εφηβείας του Αλκιβιάδη, ο Κλέαρχος ένοιωθε εντελώς αποστραγγισμένος από ενέργεια και παρουσίαζε φιλάσθενο χαρακτήρα και ασθένειες τον ταλαιπωρούσαν. Ο θεράπων του ιατρός τους δήλωσε, ότι λόγω του ιστορικού με τα νεφρά του, χρήζει νοσοκομειακής περίθαλψης και για «καλύτερα» αποτελέσματα τον παρέπεμψε σε μεγάλο νοσοκομείο των Αθηνών για περαιτέρω κλινικές εξετάσεις καθώς τους δήλωσε ότι τις κρίνει πραγματικά απαραίτητες...
 «Ταλαιπωρήθηκε στις κυνηγητικές εξορμήσεις στα βουνά και τα λαγκάδια που εφορμούσαν με τον φίλο του το γιατρό.» Μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο Αλκιβιάδης στην Ιοκάστη.
«Αλκιβιάδη σε παρακαλώ! Μη λες τέτοια λόγια για την ίδιο σου τον πατέρα». Τον μάλωσε η μητέρα του.
Έχει περάσει μια εβδομάδα που η Ιοκάστη άφησε τον Κλέαρχο στην εποπτεία των γιατρών με τη συνδρομή της αδελφής της που μένει στην Αθήνα. Επιστρέφει πάλι στο νοσοκομείο στην Αθήνα για να δει την πρόοδο της ανάρρωσης του Κλέαρχου. Διαβαίνοντας το εσωτερικό μεγάλο πάρκο του νοσοκομείου έπιασε στα «πράσα» τον Κλέαρχο να ερωτοτροπεί σε παγκάκι του πάρκου με μια νοσοκόμα. Είχε δίκιο λοιπόν η αδελφή της που τον επισκεπτόταν καθημερινά και εκμυστηρευόταν της Ιοκάστης ότι ο Κλέαρχος τον τελευταίο καιρό εκμεταλλεύεται την ψυχολογία της με την φιλάσθενη νοοτροπία που παρουσιάζει. Αδελφή μου της έλεγε το μυαλό του είναι στο «Ο γιατρός θεραπεύει, αλλά η νοσοκόμα φροντίζει τον ασθενή.» Και της τόνιζε ιδιαίτερα με στόμφο ειρωνικό αυτό το «αλλά η νοσοκόμα φροντίζει τον ασθενή.»
Ο Κλέαρχος τις ώρες εκείνες ήταν τόσο απορροφημένος το μόνο που σκέφτεσαι είναι το πουλί του και τα σαλιαρίσματα! Δεν πήρε είδηση την παρουσία ούτε καν τον ίσκιο της Ιοκάστης. Την Ιοκάστη ένας τεράστιος θυμός την είχε πλημμυρίσει και ξεχείλιζε από κάθε της πόρο. Μια πίκρα. Αγαπούσε τον Κλέαρχο, λαχταρούσε και ανησυχούσε να τον συναντήσει ώστε να μάθει για την πορεία της υγείας του. Η αντίδρασή της έμοιαζε με βουβή κραυγή: Κυριευμένη από απογοήτευση πήρε των κομματιών της κι έφυγε χωρίς να την πάρει είδηση ο Κλέαρχος. Γύρισε άναυλη στη Λαμία..
Με τη επιστροφή στη Λαμία μια απέραντη πίκρα και ένας βουβός θυμός αιωρείται και κυριαρχεί στο περιβάλλον του σπιτιού τους. Ο Αλκιβιάδης αντιλαμβάνεται ποιος είναι ο στόχος του θυμού της, και δυστυχώς ο θυμός της αποτελεί πρόβλημα που δεν εκφράζεται και παραμένει βουβός. Λύπη βαθιά τον πλημμύρισε στο βουβό συναπάντημα των ματιών τους με την Ιοκάστη, όπου ο πόνος της μητέρας του  καθρεφτίζεται και στα δικά του μάτια σε μια στιγμή, σιωπηλής επικοινωνίας, όπου τα μάτια τους συναντώνται και «μιλάνε» χωρίς να ακούγεται λέξη. Υπάρχει μια συναισθηματική φόρτιση  και το συναίσθημα είναι τόσο μεγάλο, που δεν χρειάζονται λόγια. Είναι οι στιγμές όπου ο Αλκιβιάδης καταλαβαίνει τα βαθύτερα αισθήματα και τις σκέψεις της μητέρας του.
Δεν την είχε ματαειδεί σε μια τέτοια κατάσταση βαθιάς ψυχικής οδύνης και συναισθηματικής διάλυσης το στύλο του σπιτιού τους. Την νιώθει ότι η ψυχή της είναι  «κομματιασμένη» σαν τ’ αλωνιού τη πέτρα τη παλιά. Σαν του παξιμαδιού το θρύμμα όταν κάποιος βιώνει έναν κατακερματισμό του εσωτερικού του κόσμου, συχνά εξαιτίας μιας μεγάλης προδοσίας και ψυχικού πόνου. Ρίγησε μέσα του, μια ανατριχίλα διαπερνά το σώμα του με έντονη συναισθηματική φόρτιση. Αγκάλιασε με τις μεγάλες του παλάμες το σκυμμένο κορμί της σε μια προστατευτική αγκαλιά. Θέλει να προσφέρει ασφάλεια και παρηγοριά στη λυπημένη και κουρασμένη μητέρα του. Φίλησε τρυφερά τη κεφαλή της παραμερίζοντας με τα χείλη του το μαύρο θύσανο των μαλλιών της δείχνοντας της αγάπη, προστασία και στοργή, που αποπνέει ηρεμία και βαθιά συναισθηματική σύνδεση.
«Μητέρα, ψιθύρισε! Όσο κάποιος δε μιλάει, όσο κρατά βουβή την πίκρα και την ενόχλησή του, σχεδόν πάντοτε φωλιάζει ένας άλλος βουβός θυμός και γι' αυτό αγριότερος. Ο ανεκδήλωτος θυμός είναι δηλητήριο που έχει κατεύθυνση, συσσωρεύεται «δηλητηριάζει» τον ίδιο σου τον εαυτό γιγαντώνει το πρόβλημα και κάποια στιγμή εκπυρσοκροτεί. Βουβά, σαν συριγμός..» Της πρότεινε με θέρμη να του μιλήσει ανοιχτά για το πρόβλημά της και γ’ αυτόν που της το προξενεί. Να του εξομολογηθεί τις σκέψεις της, τις αντιρρήσεις της, την πίκρα της, το θυμό της. Ότι τέλος πάντων ταλαιπωρεί τη σχέση τους με τον πατέρα του..
«Ακόμη και να μη σε καταλάβω, θα νιώσεις καλύτερα με τον εαυτό σου που μίλησες. Θα νιώσεις καλύτερα με την αυτοεκτίμησή σου. Το να βγάλεις τα συναισθήματά σου από μέσα σου, έχει συχνά θεραπευτική επίδραση, ανεξάρτητα από το αν ο άλλος κατανοεί πλήρως την κατάσταση σου. Είναι πολύ πιο εύκολο να είσαι ειλικρινής και θαρραλέα από το να είσαι λυπημένη και θυμωμένη. Η ειλικρίνεια και το θάρρος προσφέρουν ανακούφιση, ενώ η θλίψη και ο θυμός, όταν εκφράζονται ανεξέλεγκτα, μακροπρόθεσμα είναι εξαιρετικά ψυχοφθόρα. Είναι, δεν είναι; Είμαι εδώ για να σε ακούσω, ό,τι κι αν θέλεις να μοιραστείς!»
Η Ιοκάστη δάμασε το θυμό της, έδωσε χρόνο στον εαυτό της ώστε να ξεθυμάνει η οργή της και βουβά σταλαματιά-σταλαματιά τα δάκρυά της να πέφτουν, έπνιξε κάθε φωνή διαμαρτυρίας και του μίλησε μέσα από τα βάθη της καρδιάς της, από τις βαθύτερες τις πιο εσωτερικές περιοχές της ψυχής της. Παράπονο την έπιασε, αναστενάζει και διηγείται εφηβικές αναμνήσεις για τις επιλογές της, και με παράτονο να βγαίνει το αχ της φωνή της μέσ' από τα φυλλοκάρδια της.
Εξέφρασε τις πιο κρυφές της σκέψεις, τα βαθύτερα συναισθήματά της στη διάβα του χρόνου, χωρίς φόβο και αναστολές με απόλυτη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο στο οποίο μιλάει, σε μια βαθιά εξομολόγηση προερχόμενη από το «εσωτερικό» της, δηλαδή από τον πυρήνα της ύπαρξής της. Τα γεγονότα μεταφέρονται όπως ακριβώς βιώθηκαν, χωρίς ωραιοποιήσεις ή ψεύδη και η αφήγηση της συνοδεύεται από συναισθηματική φόρτιση με την ψυχή να καθοδηγεί την αφήγηση της. Η μητέρα του ανατρέχει στο παρελθόν όχι για να θυμηθεί, αλλά για να επεξεργαστεί τα συναισθήματά της τώρα που η γλώσσα της ρέει συναισθηματικά..
.....Τα χωριά του Ζάρακα κατά την περίοδο της Κατοχής, ήταν θέατρο δραστηριοτήτων της Εθνικής Αντίστασης. Στο Γέρακα στο Κυπαρίσσι και αλλού έφθαναν συχνά ελληνικά και συμμαχικά υποβρύχια, τη νύχτα, από τη Μέση Ανατολή. Διακινούσαν κατασκόπους και είχαν επαφή  με τις  μονάδες Εθνικής Αντίστασης. Μέλη της ομάδας αυτής  μαζί με τους ντόπιους, Ζαρακίτικης καταγωγής,  περιέθαλπαν και έκρυβαν από  τους Γερμανούς,  με κίνδυνο της ζωής τους  Έλληνες και ξένους  κατασκόπους.
Η Ρηχιά ήταν και παραμένει αγροτική περιοχή. Μερικά από τα χωράφια βρίσκονται σε μακρινή απόσταση από του οικισμούς, όχι τόσο χιλιομετρικώς αλλά χρονικώς γιατί ο απαιτούμενος χρόνος μεταβίβασης σε αυτά ήταν μεγάλος, επειδή η μεταφορές γίνονταν με μουλάρια και γαϊδούρια σε δρόμους δύσβατους. Για τον λόγο αυτό δημιουργήθηκε η ανάγκη κατασκευής καταλυμάτων- καταφυγίων για αποθηκεύσεις και την προστασία από τις καιρικές συνθήκες. Στα μακρινά κτήματα όπως τα Καρίκια, που ήταν οι ιδιοκτησίες της οικογενείας του παππού σου βοσκούσαν τα πρόβατά μας και καλλιεργούσαμε  τα χτήματα μας. Εκεί στα Καρίκια, οι πρόγονοι μας είχαν χτίσει ένα ισόγειο σπιτάκι με κεραμίδια που κάλυπταν ανθρώπους και ζώα μαζί.  Ταυτόχρονα χαμηλά στο μυχό της θάλασσας στη θέση Βρίζα είχαν χτίσει πρόχειρο καταφύγιο τη λεγομένη τούρλα που  θύμιζε κτίσμα της λεγομένης « Μεγαλιθικής Περιόδου.»
Ο Αλκιβιάδης ανέμενε προσηνής την συνέχεια της ιστορίας της, προβληματισμένος για το τι σκοπό  εξυπηρετεί η περιγραφή της περιοχής. Έχοντας ζήσει και ο ίδιος για ένα διάστημα στο χωριό, όλα αυτά τα γνώριζε από πρώτο χέρι.
Εδώ η Ιοκάστη σταμάτησε για λίγο την αφήγησή της, όντας εμφανώς πιο ήρεμη. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και άρχισε πάλι να του αφηγείται. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τότε κατάλαβε πως είχε φτάσει στο πιο δύσκολο. Ξεκίνησε μια εκ βαθέων εξομολόγηση όταν ξανάπιασε το μίτο των συλλογισμών της. Ζούσε τόσο έντονα το παρελθόν, που το παρόν δεν την ενδιέφερε πια σχεδόν καθόλου. Όσο η δροσερή σκιά της μουριάς σκέπαζε την αυλή κι η μυρωδιά απ' τα χρυσάνθεμα έφτανε από τον κήπο, τόσο πιο έντονα θυμόταν την εποχή εκείνη.
...........Στη Νοτιοανατολική Λακωνία κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής 1941-1944. οι πρώτες ομάδες ανταρτών είχαν δημιουργηθεί στην οροσειρά του Πάρνωνα ήδη απ’ τα τέλη του 1942. Αρχικά, οι ομάδες είχαν πολύ περιορισμένη δράση λόγω έλλειψης οπλισμού και έμψυχου δυναμικού. Η κατάσταση άλλαξε την Άνοιξη του 1943 με την άφιξη της πρώτης αγγλικής αποστολής, και το τέλος της Ιταλικής Κατοχής από  το καλοκαίρι του 1943 και  βρισκόμαστε πλέον στην δεύτερη αιματηρή γερμανική κατοχή στην Πελοπόννησο. Την εποχή εκείνη Έλληνες και Βρετανοί κομάντος  είχαν  φθάσει στη Λακωνία από τη Μέση Ανατολή με τελικό τους προορισμό να ενισχύσουν την Αντίσταση.
Βρετανοί κομάντος έπεσαν με αλεξίπτωτα κοντά στην  θαλάσσια περιοχή του μικρού όρμου Βρίζα στο κάβο στις Λούτσισες με δύσκολες καιρικές συνθήκες εκεί που βρίσκεται το κατάλυμα- καταφύγιο της οικογένειας μας... Λόγω σφοδρής βροχής και ισχυρών ανεμών έχασε τα ίχνη ο ένας του άλλου. Φήμες μιλούσαν για έναν τραυματία και έναν ακόμη θανάσιμα τραυματία στην περιοχή... ο νεότερος είχε βγει στη θέση Βρίζα. Επειδή δεν βρήκε άμεσα μια ασφαλή γωνιά τη βροχερή νύχτα, η αγωνία είχε ήδη αρχίσει να φωλιάζει στο στομάχι του όταν ανακάλυψε μια μικρή σπηλιά όπου βρήκε ασφαλές και φιλόξενο καταφύγιο τις νυχτερινές ώρες. Μέσα στο θαμπό φως της αυγής, η πρώτη εικόνα μπροστά του μοιάζει σχεδόν με ζωγραφική σύνθεση στην ψυχή του. Μια στήλη λευκού καπνού ήταν ορατή καθώς υψωνόταν στην υγρασία της ατμόσφαιρας. Μόλις που χαράζει και με ψιλή-ψιλή βροχή κατά αραιά διαστήματα ακολούθησε τον κατσικόδρομο που οδηγούσε από τον όρμο της Βρίζα στο κατάλυμα- καταφύγιο της οικογένειας μας μετά από δύσκολη πεζοπορία. Το κατάλυμα- καταφύγιο ήταν μια πανάρχαια τούρλα που είχε μετατραπεί σε με τον χρόνο σε πιο ευρύχωρο κατάλυμα.
Η βροχή είχε σταματήσει, αλλά ο καιρός τα ίδια και τα ίδια, όταν βλέπεις αυτά τα μαύρα σύννεφα στην Κουλοχέρα να κολλάνε κατά το Αμπελάκι, να κατηφορίζουν κατά το Σκίθι και να ξαπλώνονται στα Μαντριά, να περιμένεις κι άλλες βροχές, όπως συνηθίζουν να το λένε οι τσοπαναραίοι (ποιμένες).
Ο νεαρός άνδρας εντοπίστηκε πρώτα από τα σκυλιά του κοπαδιού μας. Ο παππούς σου πρόσταξε  τα σκυλιά να ησυχάσουν. Αν και βρεγμένος και έχοντας ταλαιπωρηθεί ιδιαίτερα φαινόταν ότι διέθετε την απαραίτητη στιβαρότητα να επιβιώνει σε δυσμενείς συνθήκες και ευτυχώς, έδειχνε καλά στην υγεία του. Μπήκε στο σπίτι ζητώντας την άδεια να απευθυνθεί στη γιαγιά σου. Συμπαθητικός, καλοσχηματισμένος, όμορφος, πειστικός..... φαινόταν και πολύ ειλικρινής.
Ήταν η περιπέτεια ενός νεαρού, Βρετανού στρατιώτη, ο οποίος, μπάρκαρε μια νύχτα της άνοιξης του 1943; από την Μέση Ανατολή με προορισμό την Κρήτη, και την Πελοπόννησο κι από ‘κει, περπατώντας, κατέληξε στην εξώπορτα του αγρότο-καλυβιού μας.
Εγώ μόλις είχα αναχωρήσει για το μαντρί μας που βρισκόταν κοντά στο κατάλυμα. Σε μια στιγμή κοίταξα πίσω και είδα σε μικρή απόσταση το νεαρό στρατιώτη.
......... Η ανάμνηση ξετυλίχτηκε στο μυαλό της, δάκρυα άρχισαν να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Η εικόνα του Βρετανού στρατιώτη πρέπει να είχε πλημμυρίσει το μυαλό της.
....... Ο παππούς σου γέμισε ποτήρι με ρακί και του το πρόσφερε. Το ήπιε λαίμαργα σαν να έπινε νερό, οι γουλιές κατέβαιναν χωρίς να το καταλαβαίνει, μέχρι που ξαφνικά ξαναζωντάνεψε, πήρε δύναμη. Ήταν σαν «μάννα εξ ουρανού» διότι όπως ήταν γεμάτος αλάτι από τα κύματα, αισθανόταν αφόρητη δίψα. Τον βοήθησε να βγάλει τα βρεγμένα ρούχα του και του έδωσε να ρίξει επάνω του μια κάπα που φορούσε ο παππούς σου φτιαγμένη από τραγόμαλλο. Ο απρόσμενος επισκέπτης τυλίχτηκε με την κάπα καθώς κούρνιαζε πιο κοντά στη φωτιά με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο έτσι ώστε όσο το δυνατόν να φτάνει περισσότερη θερμότητα επάνω του. Η γιαγιά σου ετοίμασε ένα ζεστό πρωινό με φρέσκο γάλα, και φρέσκο-ψημένο χωριάτικο ψωμί με τηγανιτά αυγά για τον ταλαιπωρημένο στρατιώτη και μπόλικο τουλουμίσιο τυρί με ελιές.
Η οικογένεια μας, τηρώντας τις πατροπαράδοτες παραδόσεις του τόπου μας, απέκρυψαν τον περιπλανώμενο στρατιώτη, μοιράστηκαν μαζί του το λιγοστό φαγητό μας, με κίνδυνο της ζωής τους αφού οι Γερμανικές διαταγές ήταν σαφείς. Όποιος παρέχει αρωγή στον εχθρό θα τιμωρείται με θάνατο, (έλεγε η διαταγή του Γερμανού Διοικητή Φρουρίου της Μονεμβάσιας).
Ο νεαρός Βρετανός στρατιώτης ήξερε λίγα ελληνικά που τα είχε μάθει στη Μέση Ανατολή και στην Κρήτη. Λέξεις που τον βοηθούσαν στην επαφή του..
Ο παππούς σου χωρίς να χάσει καιρό αναχώρησε για τη Ρηχιά να βρει το σύνδεσμο των ανταρτών και να τον φέρει σε επαφή με Βρετανό στρατιώτη.
Έμεινε μαζί μας κρυμμένος και την επομένη. Και τις δύο μέρες που ακολούθησαν, φανταζόταν ότι ήταν καλά κρυμμένος, με ασφάλεια στο οικογενειακό κατάλυμα- καταφύγιο μέχρι που ο παππούς σου τον έφερε σ' επαφή με τους συνδέσμους των ανταρτικών ομάδων στην περιοχή. Τον διαβεβαιώσαμε ότι ήταν καλά κρυμμένος ακόμη κι από ακούσιους πληροφοριοδότες. «Ήδη ο θείος σου είχε πιάσει όπλο του αντάρτη και το 1946-47, ήταν σε λόχο αντάρτικο.» Ένοιωθε μια σιγουριά και μια ασφάλεια, που του μαλάκωνε την ψυχή.
Έκτοτε, ποτέ μου δεν έμαθα τι απέγινε ο Βρετανός στρατιώτης. Θυμάμαι που έδωσε καραμέλες και σοκολάτες στις μικρές μου αδελφές. Ναι τον συμπάθησα από την πρώτη στιγμή. Ήταν ένας πολύ απλός και ευθύς άνθρωπος. Εκείνα τα γκρίζο-πράσινα μάτια του με σημάδεψαν με την ύπαρξή τους. Μας υποσχέθηκε μόλις τελειώσει ο πόλεμος θα προσπαθήσει να ξαναγυρίσει και να μας ξαναβρεί. Με ρώτησε αν με το καλό όλα αυτά τελειώσουν αν θα ήθελα να πάω στην Αγγλία να τον βρω. Μας υποσχέθηκε ότι θα μας γραφεί συχνά. Όταν αυτό είναι εφικτό. Την εποχή εκείνη ετοιμαζόταν τα βαφτίσια της μικρής-μικρής θείας σου. Νονός της ήταν πρώην βουλευτής από την Κρεμαστή που είχε σπουδάσει νομικά στο Παρίσι, μετέπειτα υπουργός στην κυβέρνηση του Σ. Βενιζέλου. Ζήτησα από την γιαγιά σου να μεσολαβήσει να είναι αυτός ο σύνδεσμος έχοντας την μεγάλη ελπίδα ότι έτσι ίσως θα μπορέσω να έχω επαφή μαζί του.
Είναι η στιγμή που στης Ιοκάστης το μυαλό επικρατεί μελαγχολική διάθεση ανακαλώντας με νοσταλγία γεγονότα και αμυδρές εικόνες εκείνης της εποχής. Στην σκέψη της λιμνάζουν και πάλι οι ίδιες μελαγχολικές ιδέες, όπως τότε! Που δεν τις εξωτερικεύει. Ένα «κουβάρι» το οποίο δεν το αφήνει να ξετυλιχτεί. Άπλα νοιώθει. Μελαγχολική. Θλιμμένη...
Ο Αλκιβιάδης βλέποντας τώρα την ωχρά και μελαγχολική όψη της μάνας του την έπιασε απ' το χέρι και την τράβηξε μαλακά να κάτσει δίπλα του. Κοίταξε γύρω του με τα ζεστά δάκτυλα του ακουμπισμένα στο χέρι της και μ' αυτή την έκφραση θυμού και εξάντλησης στο πρόσωπο του εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια του και πιο πολύ απ' όλα τον εξόργιζε η υποτακτηκότητα της μητέρας του στη συζυγική της σχέση με τον πατέρα του.
Η Ιοκάστη τότε έβαλε το πρόσωπο της στις χούφτες της, έγειρε το κεφάλι της πάνω στα γόνατά της κι έτσι όπως καθόταν ζαρωμένη άρχισε να κλαίει πνιχτά μ' έναν τρόπο σα να 'βγάζε από μέσα της το παράπονο μιας ζωής. Ένας βουβός αναστεναγμός, της ξέφυγε πιο πολύ σαν λυγμός ήταν.  Οι ανάσες της γίνονταν βαθιές και λαχανιασμένες, ένιωθε σαν να είχε τρέξει. Και κατά κάποιον τρόπο ίσως να το είχε κάνει κιόλας. Έτρεχε πίσω από τη ζωή που επιθυμούσε για την οικογένεια της και ο σύντροφος της δεν βοηθούσε, ιδιαίτερα να την αποκτήσουν.
...Ο Αλκιβιάδης προβληματιζεται ευρισκόμενος σε μια κατάσταση αμφιβολίας και ενδοσκόπησης σχετικά με τη βαρύτητα των λόγων και των πράξεων της μητέρας του. Αν τα λόγια που άκουσε ήταν αληθινά, ειλικρινή ή αν λέχθηκαν πάνω στην ένταση, και τον θυμό της. Και ίσως και όσα δεν ειπώθηκαν! Τα «ανείπωτα». Η Αναπόληση, η νοσταλγία, οι αγιάτρευτες πληγές, ο έρωτας που έμεινε ανείπωτος όπως τον λέει ο ποιητής που περιγράφει τη διαδικασία της λήθης. «Τα περασμένα καίγονται, στη λησμονιά πετάνε, γίνονται αγιάτρευτες πληγές τις νύχτες και πονάνε». 
Μητέρα! όλοι μας νιώθουμε κάποιες φορές θλιμμένοι ή άκεφοι – κι αυτό μάλιστα δεν είναι καθόλου κακό μπορεί να νιώθεις σύγχυση και να είσαι πληγωμένη από τη συμπεριφορά του πατέρα, συμπεριφορά σαν και αυτές που αισθάνεσαι ότι το ποτήρι ξεχειλίζει, αλλά το γνωρίζεις πολύ καλύτερα από εμένα ότι ο πατέρας δεν είναι κακός, απλώς παθιάζεται ορισμένες φορές με συμπεριφορές και πράξεις που ξεφεύγουν από τα όρια και σε βγάζουν από τα ρούχα σου. Καιρός πολύς έχει περάσει από την τελευταία φορά που σύσσωμο το χωριό σε χαρακτήρισε «θαρραλέα γυναίκα». Το να σε  χαρακτήρισαν ως «θαρραλέα γυναίκα», σημαίνει ότι οι πράξεις σου, η στάση σου και οι αποφάσεις σου ξεπέρασαν τα συνηθισμένα και έδειξαν δύναμη ψυχής, τόλμη και αποφασιστικότητα. Έδειξε ότι κέρδισες τον σεβασμό και τον θαυμασμό όλων, όταν υπερασπίστηκες και πήρες μια δύσκολη απόφαση παρά τις αντιξοότητες. Είκοσι χρόνια έχουν περάσει από εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό που είπατε χαμογελαστοί καλημέρα ο ένας στον άλλο. Η Ιοκάστη φίλησε με τρυφερότητα τον γιο της που λειτούργησε στο θύμο της ως «άγκυρα» ηρεμίας. Ένιωθε με  ανακούφιση τις θολές της σκέψεις να διαλύονται. Τα παιδιά της και η οικογένεια της είναι η κυρίαρχη σκέψη στο μυαλό της που καταπραΰνει το θυμό της.
......Ο Αλκιβιάδης σήμερα «επιμένοντας μυθιστορηματικά» αποπειράται να ζωντανέψει και να αναπλάσει πραγματικά γεγονότα και αναμνήσεις της Ιοκάστης αυτές που άγγιξαν την ψυχή της και που δεν τόλμησε να του εξομολογηθεί. Γιατί η ανάμνηση της ευτυχίας, δεν είναι πια ευτυχία. Είναι στιγμιαίες σκέψεις και βουβές ονειροφαντασίες, απ' τα εφηβικά σκιρτήματα. Που σβήνουν σαν τα χνάρια στο μαλακό το χώμα. Οι σκέψεις του υποδηλώνουν μια συνειδητή προσπάθεια να μην καταγράψει απλώς γεγονότα, αλλά να δώσει σε αυτά τη δραματική ένταση μιας ιστορίας, διατηρώντας ωστόσο στον πυρήνα τους τις αλήθειες των αναμνήσεων της μητέρας του. Τις αναμνήσεις εκείνες που η ψυχή ηγείται των γεγονότων. Αυτό σημαίνει ο Αλκιβιάδης τα γεγονότα δεν τα αφηγείται με αντικειμενικότητα, αλλά μέσα από το πρίσμα της συναισθηματικής τους βαρύτητας. Γι αυτόν σήμερα δεν έχουν σημασία τα γεγονότα και τι ακριβώς συνέβη με τη μητέρα του εκεί στην εφηβεία της με τον Εγγλέζο αλεξιπτωτιστή αλλά πως τα ένιωσε η ίδια στην ψυχή της. Όταν στο διάβα του χρόνου οι σκέψεις, οι φόβοι, οι ελπίδες και οι αναμνήσεις αναμειγνύονται με την πραγματικότητα, δημιουργώντας μια υποκειμενική αλήθεια. Τα γεγονότα μπορεί να αποθηκευτούν με διαφορετική ένταση ή μορφή, ανάλογα με το πόσο βαθιά άγγιξαν το άτομο εκείνη τη στιγμή, δημιουργώντας «ψευδείς αναμνήσεις» ή εξιδανικευμένες εικόνες.
«Δεν λέγονται τα πάντα στους πάντες: Ου πάσι τα πάντα ρητά».
....... Η Ιοκάστη δεν είχε διακρίνει καλά το πρόσωπο του νέου που ήρθε από τόπο μακρινό, αλλά πρόσεξε την ψηλή του κορμοστασιά και τα βρεγμένα πυκνά μαλλιά του, σε έναν συνδυασμό κόκκινου και χρυσού την όψη της φωτιάς κατά το ηλιοβασίλεμα. Ηταν ο πρώτος κίνδυνος και η προειδοποίηση! Το κόκκινο της φωτιάς τραβά την προσοχή και σηματοδοτεί τον κίνδυνο, λειτουργώντας προειδοποιητικά σε μια κατάσταση «απειλής». Κάθε λέξη του και η ξενική του προφορά έκαναν την καρδιά της να σκιρτάει. Λειτουργεί επάνω της ως ιδιαίτερο στοιχείο, το οποίο προσθέτει γοητεία και κάνει τον στρατιώτη να ξεχωρίζει στα μάτια της.
Ο Στρατιώτης έχοντας επιβιώσει από μια ανώμαλη που έμελλε να είναι η προσγείωση του με το αλεξίπτωτο, λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, αποτέλεσε μια από τις πιο τραυματικές εμπειρίες που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος, ευτυχώς δεν τραυματίστηκε, και τώρα προσπαθει να συνηδητοποιήσει που ακριβώς βρίσκεται. Τώρα όμως που έβλεπε να τον σερβίρουν όλο φροντίδα, την γιαγιά να του χαμογελά σαν να ήταν μωρό και τα μικρά κορίτσια καθισμένα στο λίθινο πάγκο να τον κοιτάζουν παραξενεμένα, αλλά χωρίς φόβο. Ένοιωσε ότι όλοι ήταν σοβαροί, αλλά ευτυχισμένοι, μέσα στη φτωχική καλύβα τους ένιωσε μια φυσική και συναισθηματική ασφάλεια! Είναι η αίσθηση του ότι  είναι προστατευμένος και αποδεκτός, και αυτό του ενισχύει το αίσθημα της ψυχικής ασφάλειας, της εμπιστοσύνης και αποδοχής που νιώθει κάποιος όταν γίνεται δεκτός με θέρμη και φιλικότητα. Η φιλικότητα τους δεν είναι απλώς μια ευγενική συμπεριφορά, αλλά ο μοχλός που του επιτρέπει να αντεπεξέλθει στις δύσκολες καταστάσεις, και του εξασφαλίζει την υποστήριξη που είναι απαραίτητη για να επικεντρωθεί στη συνέχεια της αποστολής του.
Τον Εγγλέζο στρατιώτη ο παππους σε μια κρίσιμη και επικίνδυνη πράξη υποστήριξης τον μετέφερε σε ένα ασφαλές μέρος σε απομονωμένο και εγκαταλελειμμένο μαντρί που επιτρέπει στον κρυβόμενο να επιβιώσει μεχρι να τον παραλάβει ο σύνδεσμος της αντίστασης των ανταρτών του Πάρνωνα. Η έφηβη Ιοκάστη είναι το άτομο που ανέλαβε τον κίνδυνο να υποστηρίξει τον στρατιώτη που κρύβεται και το έργο να του παρέχει το φαγητό από τις δικές τους λιγοστές προμήθειες σε μια πράξη μεγάλης γενναιότητας και αυτοθυσίας. Η ίδια έθετε σε άμεσο κίνδυνο τη δική της ζωή, για να προστατεύσει έναν Εγγλέζο αλεξιπτωτιστή στρατιώτη που απρόσμενα βρέθηκε στην πόρτα της αυλής τους. Στην περίοδο της κατοχής, η κρύπτη ενός στρατιώτη αποτελούσε πράξη αντίστασης ενάντια στην κατοχική δύναμη και μια τέτοια ενέργεια, αν την ειχαν ανακαλύψει, μπορούσε να επιφέρει εκτέλεση.
........Έπιασε τον εαυτό του να την κοιτάζει.«Πόσο χρόνων να είναι;» Αναρωτιέται!
Όμορφη κοπέλα με το αγέρωχο παράστημα της, επιβλητικό ανάστημα, που εκπέμπει υπερηφάνεια, αυτοπεποίθηση και ίσως μια ελαφριά απόσταση και έναν αέρα δυναμισμού. Η εικόνα της είχε πλημμυρίσει το μυαλό του με τα λυτά τα μαλλιά της, ελεύθερα όπως τα ρυάκια και τα χόρτα στα λιβάδια που υποδηλώνουν μια «ατίθαση» χάρη, χωρίς περιορισμούς. 
«Μου φαίνεται πως ονειρεύομαι. Τι φυσική ομορφιά! Πανέμορφο δροσερό πρόσωπο νεανίδας, γεμάτο υγεία το σφριγηλό και λαμπερό κορμί της δεν χρειάζεται τα φτιασίδια. Ένα παρθένο κορμί που έχει τη φρεσκάδα των μυστικών πηγών, τη βελούδινη πρωινή απαλότητα του μπουμπουκιού, τη γυαλάδα του μαργαριταριού όταν βέβηλα χέρια δεν έχουν ακόμη ποτέ χαϊδέψει. Ο στρατιώτης μαγεύεται απ' την εικόνα της που είναι τόσο ξεκάθαρη, νιώθει σαν τον ιππότη στο μύθο ο οποίος ανοίγει με μεγάλη δυσκολία δρόμο ανάμεσα από αγκαθωτούς θάμνους για να κόψει ένα τριαντάφυλλο που κανείς ποτέ δεν είχε μυρίσει.»
Η επικοινωνία τους είναι δύσκολη, αλλά ευοδώθηκε να σπάσει τον πάγο, με τα λιγοστά ελληνικά που γνώριζε ο νεαρός Εγγλέζος. Επικεντρώθηκαν στο να χτίσουν εμπιστοσύνη και φιλία. Ένα ζεστό χαμόγελο είναι παγκόσμιο σήμα οικειότητας και μειώνει την αμηχανία μεχρι να βρεθεί το «κλειδί» επικοινωνίας. Τα μάτια τους λειτουργούσαν ως «καθρέφτης της ψυχής» τους που παρακάμπτει το φίλτρο της λογικής, προσφέροντας μια πιο άμεση και αυθεντική εικόνα για το τι νιώθουν πραγματικά ο καθένας τους. Τα μάτια συχνά αποκαλύπτουν αληθινά συναισθήματα, προθέσεις και σκέψεις που οι λέξεις μπορεί να κρύβουν ή να μην μπορούν να εκφράσουν. Κατά τη διάρκεια της προσπάθειας τους να συνεννοηθούν, καθώς υπήρχε φτωχικό γλωσσικό επικοινωνιακό εμπόδιο, οι χειρονομίες τους βοηθούσαν στην «αποκωδικοποίηση» των νοημάτων, επιτρέποντας την κατανόηση τους.
Η Ιοκάστη προσπαθούσε πολύ να συγκεντρωθεί, να καταπνίξει τις επιθυμίες που φούντωναν μέσα της. Είναι η έφηβη που που θέλει να γίνει γυναίκα. Εν μέρει μόνο τα κατάφερνε να συγκρατηθεί και να μην φανερώσει την ερωτική έξαψη, που της είχε προκαλέσει. Μια μαγική κλωστή έμοιαζε να τους συνδέει, κάτι σαν το «κόκκινο νήμα της μοίρας», που δεν εξαρτάται από τη φυσική τους εγγύτητα, διεγείροντας τους με τρόπο κόσμιο και φλογερό σε μια ισορροπία μεταξύ δύο φαινομενικά αντίθετων επιθυμιών τους.
......Ηταν ήδη η τρίτη; ή η τετάρτη ημέρα! Η Ιοκάστη είχε χάσει το χρόνο! Είχαν κάπως χαλαρώσει την προφύλαξη περιμένοντας τον παππού και τα νέα από τον σύνδεσμο των ανταρτών. Κάποια στιγμή βρέθηκαν περπατώντας οι δυο τους ανάμεσα στο πράσινο των θάμνων, εκείνος ψηλός και στητός, εκείνη σταρένια και καστανή. Η επαφή τους μια θετική αλληλεπίδραση και ένα ευχάριστο κλίμα.  Το χαμόγελο του η χαλαρή του στάση της δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου ο καθένας τους νιώθει ότι τον αποδέχονται για αυτό που είναι, χωρίς να φοβάται την απόρριψη. Η Ιοκάστη έχει απλώσει το βλέμμα της  προς την κορυφή της Κουλοχέρας και γελούσε χαρούμενη, σαν να αγκαλιάζει το βλέμμα της όλο το τοπίο μέχρι εκείνο το σημείο.
«Νομίζω πως είναι η ώρα να πάμε να βρούμε τον πατέρα μου.»
Ο στρατιώτης έγνεψε καταφατικά. «Εντάξει», κι έστρεψε το κεφάλι του.
Τα μάτια της απείχαν μόλις λίγα εκατοστά απ' τα δικά του. Πόσο ήθελε να τη φιλήσει, αλλά αντ' αυτού του είπε απλώς: «Πάμε». Σε μια μονολεκτική φράση που δείχνει δισταγμό, αυτοσυγκράτηση, ίσως και τον φόβο της απόρριψης, και ταυτόχρονα αποτυπώνει μια εσωτερική της σύγκρουση, όπου η λογική της επικρατεί της επιθυμίας.
Οι ασπάλαθοι και τα ρείκια που πατούσαν στο δύσβατο μονοπάτι ήταν τραχιά. Τα κοτσάνια τους μπλέκονταν στα παπούτσια τους καθώς έσερναν τα βήματά τούς, διασχίζοντας μια περιοχή άγριας φύσης, όπου η βλάστηση ήταν πυκνή και «τραχιά» στη διαδρομή. Ο ήλιος που έδυε άπλωνε τις σκιές του πάνω στα ρείκια, το φως του γίνεται πιο μαλακό και οι σκιές μακραίνουν. Ο ανοιξιάτικος αέρας ψυχρός αργά το απόγευμα, όπου ο χειμώνας δεν έχει φύγει εντελώς μύριζε λουλούδια. Μερικές μέλισσες βούιζαν ράθυμα, πηγαίνοντας  από λουλούδι σε λουλούδι ενώ οι χαμηλοί θάμνοι μοσχοβολούσαν γεμάτοι ζωντάνια και χρώματα. Ο στρατιώτης άπλωσε και πήρε το χέρι της μέσα στο δικό του σε μια πολύ τρυφερή, ρομαντική και οικεία κίνηση. Η Ιοκάστη δεν αντέδρασε. Ένιωσε τόσο φυσικό το άγγιγμα του, η πράξη δεν της φάνηκε ξένη ή απειλητική. Αντίθετα, ένιωσε πως ήταν κάτι σαν να έπρεπε να συμβεί, σαν να «ταίριαζαν» τα σώματα τους και η επαφή τους γίνεται αβίαστα δεκτή. Ένοιωθε το χέρι της να εγκαταλείπεται μέσα στο δικό του, ενώ τα σκληρά και ζεστά δάχτυλα του μπλέκονταν δυνατά με τα δικά της σαν να ήταν εραστές. Αισθάνθηκε να της τρέμουν τα γόνατα, σκιρτούσε η καρδία της και μέσα της ένοιωσε να την πλημμυρίζει η φωτεινή ομορφιά του ηλιοβασιλέματος, από τις τελευταίες αχτίδες του ηλίου προς τη μεριά της δύσης. Αυτή να χάνεται μες την ευφορία της μέθης και στις απραγματοποίητες επιθυμίες και φαντασιώσεις της όπου μειώνονται οι φυσιολογικές αναστολές και χάνεται η ισορροπία.
Επάνω στη πιο δύσκολη στιγμή μπήκαν στο πετρόκτιστο μαντρί εκεί που τους περίμεναν οι γονείς της.  Η Ιοκάστη μετά από μια στιγμή αμηχανίας, μαζεύτηκε μέσα στο καβούκι της για να προστατευτεί από αδιάκριτα βλέμματα ,σταμάτησε να ονειροπολεί, γύρισε απότομα στην πεζή πραγματικότητα. Της φάνηκε ότι έσβησε η φλόγα, το έντονο και ίσως ανεξέλεγκτο «μεθύσι» του έρωτα, τώρα τελείωσε και το αίμα της σταμάτησε να χτυπά με βία μέσα στις φλέβες της.
Αργά το βράδυ έπεσε ανήσυχη στο στρώμα με την σκέψη του να είναι κυρίαρχη, καταλαμβάνοντας τον προσωπικό της χώρο και χρόνο. Πως είναι να είσαι ερωτευμένη σκέφτηκε. Άμα είσαι πεινασμένη το ξέρεις φωνάζουν τα σπλάχνα σου. Όταν στην παγωνιά του χειμώνα κρυώνεις πάλι το λένε τα σπλάχνα σου. Όταν όμως είσαι ερωτευμένη και θέλεις να το πεις, δυσκολεύεσαι. Αυτό που θέλεις να πεις πως το λένε; Κοιτούσε ψηλά με τα μάτια της γεμάτα όνειρα. Και όμως κάτι την φόβιζε, γιατί ήταν η πρώτη της φορά που ένιωθε την ανάγκη να την φιλούσε αυτός ο άγνωστος όμορφος άνδρας.
Τον πρώτο καιρό τις βροχερές μέρες της άνοιξης, και ενώ έπαιρνε να βραδιάζει καθισμένη μπροστά στο λιθόκτιστο σπιτάκι τους, ατένιζε τη θάλασσα από ψηλά και μια μελαγχολία πολύ θλιμμένη την γέμιζε.
«Γιατί όμως δεν μπορώ να ξεχάσω το βλέμμα του, τη γνωριμία μας. Γιατί με πονάει ακόμα;  Αφού το ξέρω ότι  δεν υπάρχει ελπίδα;  Ίσως να είναι το πρώτο σκίρτημα σε μια καθοριστική, μοιραία συνάντηση που δεν ξεχνιέται ποτέ, καθώς όπως λένε σου σημαδεύει τη ζωή.» Συλλογίζεται με την εικόνα του να επανέρχεται διαρκώς, σαν να περιφέρεται γύρω από τις σκέψεις της.
Ξανάβλεπε το μειλίχιο χαμόγελο του όπως τον είδε την τελευταία φορά περνώντας πλάι της για να πάει για ύπνο και γεννήθηκε μέσα της η τρελή ελπίδα. Πόσο θα ήθελε να κοιμόντουσαν μαζί στο ίδιο κρεβάτι, αλλά το ήξερε ότι άδικα το περίμενε. Αποκοιμήθηκε περιμένοντας τον και ίσως ακόμη να τον περιμένει στα όνειρα της σαν να ψάχνει κάτι χαμένο...
Στην εφηβεία της ο χρόνος κυλούσε ραγδαία και ο χρόνος τ' αλλάζει όλα, επισημαίνοντας της ότι η αλλαγή είναι η μόνη σταθερά στη ζωή. Τίποτα δεν αντιστέκεται στο πέρασμα του, ακόμη και οι εφηβικές αναμνήσεις της με τα πρώτα εφηβικά ερωτικά σκιρτήματα, σκόρπισαν και έσβησαν μέσα της όπως διαλύονται τα σύννεφα στον ουρανό γύρω από το φεγγάρι, όταν φυσάει η τραμουντάνα.
........Όσο κι αν μπορεί να φαίνεται απίστευτο ότι ένα γαρύφαλλο καταφέρνει ν' αντέχει στην παγωνιά, το ίδιο μπορεί να φαίνεται απίστευτο κι όμως ναι, η σχέση του Κλέαρχου και της Ιοκάστης μπορούσε ν' αντέξει τους κραδασμούς που ήταν αναπόφευκτοι. Και να που είχαν πετύχει τη συντροφική κατανόηση, που καθένας τους ανέμενε και προσδοκούσε, από τον άλλο και με τον καιρό ήταν και πάλι όλα καλά, και η συμβίωση τους όπως τότε τον παλιό καιρό που μοιράζονταν τη χαρά και την αγωνία τους. Με την Ιοκάστη που από πάντα σεβόταν βαθύτατα την επιλογή που είχε ακολουθήσει, σ' ένα γάμο ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που πίστευε ότι αγαπιόνταν, και στον οποίο παρέμενε πιστή.  Και τον Κλέαρχο να νιώθει ότι είναι ασφαλής δίπλα σε μια τέτοια δυναμική σύντροφο που τον εμπνέει και τον κάνει να νιώθει θετικά για τον εαυτό μου.
Μεγαλώνοντας ο Αλκιβιάδης συχνά-πυκνά όσο κοίταζε μέσα του πιο βαθιά, τόσο πιο πολύ αναρωτιέται τι είναι αυτό που έκανε την Ιοκάστη να ερωτευτεί τον Κλέαρχο και να τον αγάπα τόσο άδολα, τόσο αγνά, τόσο αληθινά που έμαθε να ξεχνάει και να συγχωρεί. Αυτή η άδολη αγάπη της του θυμίζει την ευλάβεια της θρησκευτικής της πίστης έχοντας ακόμη «νωπές» τις μνήμες από το τελευταίο επεισόδιο. Μοιάζει σαν να ήταν χθες το επεισόδιο που του θυμίζει πόσο δυνατό είναι το δέσιμο της Ιοκάστης με τον Κλέαρχο.
Στο πέρασμα των χρόνων ο Κλέαρχος σαν φανατικός κυνηγός έζησε υπέροχες στιγμές και μοιράστηκε πολύ όμορφες εμπειρίες με άλλους φίλους κυνηγούς που απέκτησε στη Λαμία... Ταξίδεψε σ' όμορφα τοπία, σε λίμνες σε βάλτους και σε απομακρυσμένες περιοχές. Γνώρισε κανάλια και όχθες με αξέχαστα κυνήγια υδροβίων στο Σπερχειό ποταμό, στην καρδιά του χειμώνα που προσελκύει παπιά, όταν ο τόπος είναι απείραχτος από κυνηγετική πίεση ή όταν η παγωνιά στα ανοικτά νερά έχει σπρώξει τα πουλιά σε μέρη πιο απάνεμα, που «ρεματίζουν» και δεν παγώνουν.
Σε μια από αυτές τις εξορμήσεις σε μια τραγική εξέλιξη από τους κινδύνους που κρύβει η ενασχόληση με το κυνήγι έμελλε να χαθεί ένας πολύ καλός του φίλος κυνηγός.  Είχε αναφερθεί αγνοούμενος κυνηγός στην ευρύτερη περιοχή του Σπερχειού ποταμού, με τον ποταμό να έχει φουσκώσει απειλητικά τις ημέρες εκείνες. Παρά τις επίμονες έρευνες για την ανεύρεση του, αυτές απέβησαν άκαρπες μέχρι που τον βρήκαν μετά από μια εβδομάδα στο Μαλιακό κόλπο. Τον είχε ξεβράσει ο ποταμός! 
Αν και απ' το θλιβερό γεγονός είχε περάσει καιρός, και θα έπρεπε να είχε αμβλύνει τις φοβίες της Ιοκάστης, κάθε φορά που αργούσε να γυρίσει ο Κλέαρχος από την κυνηγετική του εξόρμηση, αυτή βρισκόταν σε μια εσωτερική ανησυχία. Το μυαλό της επιστρέφει συνεχώς σε εκείνο το περιστατικό με τον αγνοούμενο κυνηγό, είναι κάτι σαν μια εσωτερική ψυχική γρατζουνιά που την ενοχλεί και δεν την αφήνει να ησυχάσει.. 
Ο Κλέαρχος μετά από μια ακόμη ημερήσια κυνηγητική εξόρμηση, νύχτωσε κι ακόμη να φανεί. Νύχτωσε για τα καλά, ειχαν ανάψει απ’ ώρα τα ηλεκτρικά. Έχει και μια υγρασία, του κέρατα. Φυσάει νοτιάς, που περονιάζει τα κόκαλα. Ο ουρανός πίσσα και άνεμος βρυχάται. Στο σπίτι έπεσε μια βουβαμάρα για πολλή ώρα. Μια μούγκα, που γινόταν αβάσταχτη όσο περνούσε η ώρα να φανεί ο Κλέαρχος. Και κάποια στιγμή σαν να την έζωσαν τα μαύρα φίδια, σηκώθηκε επήρε το πανωφόρι της και ξεπόρτισε. «Πούντος να φανεί; Περάσαν οι ώρες! Ούτε πέντε ώρες νύχτα δεν απόμειναν». 
Ξεκίνησε και πήγε κάτω χαμηλά στο ρέμα ανέβηκε στο μεγάλο βράχο απέναντι από το σπίτι του γείτονα τους του τσαγκάρη. Το κρύο την ανάγκαζε να σφίγγεται και να τυλίγεται στο φαρδύ πανωφόρι της. Και η Ιοκάστη τότε άρχισε σιγανά να μουρμουρίζει ένα μακρόσυρτο θλιβερό σκοπό και τον επαναλαμβάνει πολλές φορές κάτι σαν παραπονεμένο μοιρολόι με φωνή βραχνή, θλιβερή και παραπονεμένη. Ασυντόνιστη φωνή, μέσα από τα δόντια της .
«Που είσαι, Κλεαρχέ μου; Φανερώσου. Βρέχει και αστράφτει ο ουρανός. Που είσαι, Κλεαρχέ μου; Φανερώσου.»
Δεν πέρασαν μερικά λεπτά που ξεκίνησε το μοιρολόι και θόρυβος μοτοσυκλέτας ακούστηκε να έρχεται από το παράλληλο μονοπάτι του ρέματος. Ήταν ο ήχος απ' τη zündapp ks 50 1960 μοτοσυκλέτα, του «αγνοούμενου!» κυνηγού. Όταν η αγωνία καταστάλαξε, όταν η καταχνιά στο μυαλό της Ιοκάστης διαλύθηκε, όταν ηρέμησε η ψυχή της, ο  Αλκιβιάδης  βιώνει μεγάλο θυμό και οργή απέναντι σε δύο διαφορετικά πρόσωπα, αλλά αδυνατεί να αποφασίσει ποιο από τα δύο ευθύνεται περισσότερο, ποιο του προκαλεί τα πιο έντονα αρνητικά συναισθήματα, δεν ήξερε με ποιον από τους δυο ήταν πραγματικά περισσότερο, εξοργισμένος.  Καταλαγιάζοντας η ένταση του διαπιστώνει ότι όποιον κι αν κατηγορήσει περισσότερο, το πρόβλημα δεν λύνεται. Απλά μαλώνει τη μητέρα του και αυτό το «μάλωμα» του είναι μια απόδειξη οικειότητας που αισθάνεται ότι μπορεί να τη «μαλώσει» επειδή υπάρχει βαθιά οικειότητα, νομίζοντας ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να εισακουστεί. 
«Ρε μάνα! Ρε μάνα! Τι να πω ρε μάνα! κλάματα και μοιρολόγια, που άργησε να φανεί ο Άρχοντας;»
 Η Ιοκάστη αυτό που αισθανόταν για τον Κλέαρχο το αποκαλούσε αγάπη επειδή δεν υπήρχε πιο κατάλληλη λέξη. Ήταν η αίσθηση της ταυτότητας της ο καθρέπτης του εσωτερικού της κόσμου. Χωρίς αυτό αισθανόταν ότι είναι κάτι άδειο. Κάτι λιγότερο.............

.Σημείωση Ι: Ο Αλκιβιάδης την εποχή εκείνη δεν έδωσε σημασία στην αφήγηση της Ιοκάστης... το θεώρησε ένα εφήμερο εφηβικό ερωτικό σκίρτημα στο μυαλό της..... για ένα νεαρό Βρετανό στρατιώτη με γκρίζο-πράσινα μάτια.....
Σήμερα που έχει την περιέργεια να αποτυπώσει με ακρίβειά το επεισόδιο...., δυστυχώς ο παππούς η γιαγιά και η μητέρα του.... έχουν προ πολλού αποδημήσει...  
Η ογδοντάχρονη σήμερα θεία του...... (ήταν οκτάχρονη τότε....)  θυμάται πολύ καλά.... ένα νεαρό στρατιώτη βρεγμένο ως το κόκκαλο που εμφανίστηκε στην πόρτα του καταλύματος ξαφνικά ένα πρωινό.... (Παιδούλα... ένοιωσε φόβο στην παρουσία του....) και μερικές λεπτομέρειες ... (πχ... φορούσε μια Πουλάδα μεταλλική - ασημένια;-χρυσή; - που την χάρισε μ' επιμονή στη γιαγιά και ένα φουλάρι που το χάρισε στην αδελφή της.... Ακόμη θυμάται πως είχε αφήσει πίσω του στη θάλασσα έναν νεκρό.....  είχαν πέσει μαζί απ' το αεροπλάνο..)
Μετά από εκτεταμένη ερεύνα στο διαδίκτυο ... ο Αλκιβιάδης πιστεύει ότι η αποστολή  που..... ταιριάζει με την αφήγηση της μητέρας του.... (Βέβαια το 1943 - 1944..... η μια αποστολή πρακτόρων διαδεχόταν την άλλη.... είχε πήξει ο Πάρνωνας και ο Ταΰγετος στους Εγγλέζους και Έλληνες πράκτορες .... άλλοι έρχονταν.... άλλοι φυγαδεύονταν.....)
πρέπει να 'ταν αυτή................
............20 Μαΐου 1943 έπεσε στον Πάρνωνα ο Άγγλος ταγματάρχης Χέριγκτον με ένα ασυρματιστή και δύο ακόμα, ο ένα εξ αυτών κατά την πτώση σκοτώθηκε................  Πηγή:http://pluton22.blogspot.com/2014/11/
................... Η ίδια με άλλη ημερομηνία.....Τη νύχτα της 12ης-13ης Μαΐου 1943 οι Έλληνες απεσταλμένοι υποδέχτηκαν στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου τη δεύτερη αποστολή, η οποία αποτελούνταν από τον Άγγλο ταγματάρχη Χάρινγκτον και άλλους τρεις αξιωματικούς. Κατά την πτώση με τα αλεξίπτωτα, δύο απ’ αυτούς ο σμηναγός Δρακούλης και άλλος ένας ανθυπολοχαγός, τραυματίστηκαν θανάσιμα.
Πηγή: https://skalalakonias.wordpress.com/2016/05/08/oelasnotialakonia/

Click to Open
Ο Επίλογος!
.....

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button