Η προτροπή είχε ξεκινήσει από την Ιοκάστη. Είχε ζητήσει από την αδελφή της να πάρει μαζί της και τον μεγάλο πλέον ανιψιό της, να τον βοηθήσει να ξεφύγει λίγο από την καθημερινότητά του. Τον τελευταίο καιρό της παραπονιόταν συχνά πως είχε επιθυμήσει να δει τον παππού και τη γιαγιά του.
Και ήταν αλήθεια. Ο Αλκιβιάδης ένιωθε ανεκτίμητη την αξία αυτού του δεσμού με τους γονείς της μητέρας του. Κοντά τους αισθανόταν πως κρατούσε ένα νήμα που τον συνέδεε με το παρελθόν, με τις ρίζες του, με μια ιστορία που είχε ξεκινήσει πολύ πριν από τον ίδιο.
Η παρουσία τους δεν ήταν μόνο μια οικογενειακή σχέση. Ήταν μια αίσθηση συνέχειας, μια άτυπη μαθητεία στη μνήμη, στις παραδόσεις και στις αφηγήσεις ενός κόσμου που σιγά σιγά άλλαζε και χανόταν.
Η Ερμιόνη ήταν το δέκατο παιδί της οικογένειας και το έκτο που είχε επιβιώσει. Το στερνοπούλι τους. Το πιο νέο και αγαπημένο μέλος της οικογένειας, η όμορφη Ερμιόνη. Ήταν η αγαπημένη του θεία και ταυτόχρονα ο φαντασιακός παιδικός του έρωτας. Είχαν μόλις έξι με επτά χρόνια διαφορά ηλικίας. Στον εσωτερικό του κόσμο, όπως πάντα θυμόταν, ήταν βαθιά ριζωμένη η αίσθηση πως δεν ήταν απλώς η θεία του, αλλά η μεγαλύτερη, η ξεχωριστή και αξιολάτρευτη αδελφή που ποτέ δεν είχε.
Η ιδιαίτερη, αισθησιακή φωνή της ερχόταν να ταιριάξει απόλυτα με την παρουσία της. Ήταν μια χαριτωμένη και όμορφη γυναίκα, η αδελφή της Ιοκάστης, που τότε βρισκόταν μόλις στα είκοσι δύο της χρόνια. Μια ευαίσθητη, χαρούμενη και φωτεινή παρουσία, που ενσάρκωνε τη φυσική κομψότητα και τη νεανική χάρη.
Σε αντίθεση με την αδελφή της, την Ιοκάστη, η Ερμιόνη εξέπεμπε μια διαφορετική θηλυκότητα. Η
Ιοκάστη ήταν η γυναίκα της αντοχής και της ευθύνης· μια στιβαρή παρουσία, δοκιμασμένη στη
σκληρή εργασία, ικανή να σηκώνει τα βάρη της καθημερινότητας και της οικογένειας χωρίς να λυγίζει.
Δύο αδελφές, δύο διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας οικογενειακής ρίζας. Η μία σμιλεμένη από τις απαιτήσεις της ζωής και η άλλη διατηρώντας ακόμη τη φρεσκάδα, τη χαρά και την ανεμελιά της νεότητας.
Ο Αλκιβιάδης, ανατρέχοντας στα πολύ μικρά του χρόνια, θυμάται την Ιοκάστη τότε, ακόμη μια νεαρή γυναίκα, όταν τα καλοκαίρια πήγαιναν για μπάνιο στην Αγία Μαρίνα. Εκείνη την εποχή δεν είχε μαγιό και έμπαινε στη θάλασσα φορώντας το ελαφρύ καλοκαιρινό της φόρεμα. Όταν έβγαινε περπατώντας μέσα από τα ρηχά νερά, το βρεγμένο ύφασμα αγκάλιαζε το σώμα της και η εικόνα της έμενε χαραγμένη στη μνήμη του μικρού Αλκιβιάδη.
Ήταν μια γυναίκα με έντονη παρουσία, γεμάτη ζωντάνια και φυσική αυτοπεποίθηση. Ο τρόπος που περπατούσε, η κίνηση του σώματός της, η ανεμελιά της στιγμής και το καλοκαιρινό τοπίο δημιουργούσαν μια εικόνα γεμάτη δύναμη και ομορφιά. Χρόνια αργότερα, ο Αλκιβιάδης καταλάβαινε πως εκείνες οι απλές οικογενειακές στιγμές είχαν αποτυπωθεί μέσα του όχι μόνο ως εικόνες, αλλά ως σύμβολα μιας εποχής, μιας μητέρας νέας ακόμη, γεμάτης ενέργεια, πριν οι απαιτήσεις της ζωής φορτώσουν επάνω της τα βάρη των χρόνων.
Όταν είσαι δεκαέξι χρονών, η ηλικία μοιάζει να ευνοεί τα νέα ξεκινήματα. Είναι η εποχή που ανοίγονται μπροστά σου νέες ευκαιρίες, που μπορείς να γνωρίσεις ανθρώπους, να αποκτήσεις καινούργιους φίλους, να ανακαλύψεις έναν διαφορετικό κόσμο και ίσως να γίνεις πιο αποδεκτός, πιο δημοφιλής. Ο Αλκιβιάδης πάντως ήταν έτοιμος. Δεν έχασε την ευκαιρία. Ήταν πλέον και επίσημα δεκαέξι χρονών και ένιωθε πως κάτι καινούργιο ξεκινούσε.
Ένα πρωινό Τετάρτης, μαζί με τη θεία του την Ερμιόνη, βρέθηκαν στον λιμένα του Πειραιά. Στο
κατάστρωμα του επιβατηγού πλοίου «Μυρτιδιώτισσα» στεκόταν και παρατηρούσε το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο σκαρί του πλοίου με την κιτρινόλευκη τσιμινιέρα.
Ήταν το καράβι της λεγόμενης «μαύρης γραμμής», το πλοίο που συνέδεε τον Πειραιά με τα απομονωμένα λιμάνια της ανατολικής και νότιας Πελοποννήσου και των Κυθήρων.
Το δρομολόγιό του περνούσε από Κυπαρίσσι, Γέρακα, Μονεμβασιά, Νεάπολη, Ελαφόνησο, Αγία Πελαγία, Καψάλι, Πόρτο Κάγιο, Κυπριανό, Σολοτέρι, Γύθειο, Αντικύθηρα και άλλα μικρά παράκτια μέρη. Λιμάνια, όπως τα γνωρίζουμε σήμερα, δεν υπήρχαν. Η αποβίβαση επιβατών, εμπορευμάτων και δεμάτων γινόταν με μικρές βάρκες που πλησίαζαν το πλοίο. Η επικοινωνία με τη στεριά ήταν δύσκολη και συχνά εξαρτιόταν από τον καιρό και τη θάλασσα.
Για τον Αλκιβιάδη όμως εκείνη η αναχώρηση δεν ήταν απλώς ένα ταξίδι. Ήταν μια μικρή έξοδος από τα γνώριμα του, ένα πέρασμα προς έναν κόσμο που μέχρι τότε υπήρχε μόνο στη φαντασία του: τον κόσμο της θάλασσας, των μακρινών τόπων και των νέων εμπειριών.
Ήταν σούρουπο όταν έγινε ο κατάπλους του πλοίου στον κόλπο του Γέρακα. Ένα εντυπωσιακό σκηνικό απλωνόταν μπροστά στα μάτια του Αλκιβιάδη. Ο ουρανός είχε πάρει βαθιές κόκκινες αποχρώσεις ανάμεσα στα αραιά σύννεφα, καθώς ο ήλιος βυθιζόταν αργά πίσω από τις πλαγιές που κατέβαιναν από το βουνό και έμπαιναν μέσα στον Λακωνικό κόλπο.
Το ηλιοβασίλεμα εκείνο έμοιαζε σαν ζωγραφιά. Από εκείνες τις εικόνες που μένουν χαραγμένες στη μνήμη, όχι μόνο για την ομορφιά τους, αλλά και για το συναίσθημα που γεννούν. Ο Γέρακας φανταζόταν σαν ένας κρυμμένος τόπος, ένα μικρό θαύμα της φύσης που περίμενε υπομονετικά να το ανακαλύψει ο ταξιδιώτης. Το χωριό ήταν χτισμένο κυριολεκτικά μέσα σ’ ένα φυσικό φιόρδ. Ένας στενός θαλάσσιος όρμος εισχωρούσε βαθιά στη στεριά, σχηματίζοντας ένα απάνεμο φυσικό λιμάνι, μια ήρεμη αγκαλιά της θάλασσας προστατευμένη από τους ανέμους.
Γύρω από τα ήρεμα νερά της λιμνοθάλασσας η φύση είχε δημιουργήσει ένα μοναδικό τοπίο. Τα φυτά της, με τις κοκκινωπές αποχρώσεις τους, έδιναν στο νερό και στη γη μια ιδιαίτερη χρωματική αρμονία. Ένας τόπος ζωντανός, που φιλοξενούσε πλήθος αποδημητικών πουλιών και ερωδιών, ένα μικρό καταφύγιο ζωής ενταγμένο σήμερα στο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000.
Ο Αλκιβιάδης όμως εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζε τίποτε από όλα αυτά. Δεν ήξερε από οικοσυστήματα και προστατευόμενες περιοχές. Έβλεπε μόνο ένα καράβι να γλιστρά αργά στα ήρεμα νερά, έναν ουρανό που καιγόταν στα χρώματα της δύσης και έναν άγνωστο κόσμο να ανοίγεται μπροστά του.
Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που η ψυχή κρατά χωρίς να το γνωρίζει μια εικόνα για πάντα.
Θα ’ταν περασμένα μεσάνυχτα όταν έφτασαν από τον Γέρακα στη Ρειχιά, στο πατρικό σπίτι του
παππού του. Το χωριό τους υποδέχτηκε μέσα στη σιωπή της νύχτας, μα το σπίτι ήταν ακόμη ξύπνιο. Θερμές χειραψίες, αγκαλιές, φιλιά και πολλά χαμόγελα από τους πολυάριθμους συγγενείς που είχαν έρθει για το καλωσόρισμα.
Ο Αλκιβιάδης, όπως συνήθιζε από τις πρώτες κιόλας ώρες, κόλλησε με τον πληθωρικό παππού του. Ήταν μια έντονη προσωπικότητα, ένας άνθρωπος ζωντανός, γεμάτος χιούμορ, που γέμιζε τον χώρο μόνο και μόνο με την παρουσία του. Κοντά του ένιωθε οικειότητα και ασφάλεια. Απολάμβανε τις ώρες που περνούσαν μαζί, κυρίως όταν ο παππούς άρχιζε τις διηγήσεις του. Μιλούσε με γλαφυρό, άμεσο και παραστατικό λόγο. Δεν διηγούνταν απλώς ιστορίες· τις ζωντάνευε. Του πρόσφερε απλόχερα αγάπη, συμβουλές και έναν ολόκληρο κόσμο εμπειριών. Ήταν ένας παππούς που ήξερε να εξάπτει τη φαντασία του εγγονού του, μετατρέποντας την οικογενειακή τους ιστορία σε παραμύθι.
Μια βόλτα στις μάντρες με τα γίδια, μια επίσκεψη στα μελίσσια με τις παραδοσιακές κυψέλες, τα
κοφινέλια, ή μια ανάβαση στην τούρλα, το μεγαλιθικό κτίσμα όπου το καλοκαίρι λημέριαζαν τα κοπάδια τους, δεν ήταν ποτέ απλές καθημερινές δραστηριότητες. Με τα λόγια του παππού γίνονταν εικόνες. Κάθε πέτρα, κάθε ζώο, κάθε τόπος αποκτούσε τη δική του ιστορία. Ακόμη και ένα απλό ταξίδι στη γειτονική Μονεμβασιά μπορούσε να μετατραπεί στα χείλη του σε μια μεγάλη περιπέτεια. Ο παππούς έτρεχε με τη φαντασία του πίσω στα νιάτα του, αναπολώντας έναν κόσμο που άλλαζε γρήγορα και κοιτάζοντας με περιέργεια τους νέους ρυθμούς της ζωής. Ήταν ο «ψεύτης παππούς», όπως τον αποκαλούσε χαμογελώντας ο Αλκιβιάδης. Όχι γιατί έλεγε ψέματα, αλλά γιατί ήξερε να ταξιδεύει τον ακροατή του πέρα από τα όρια της πραγματικότητας. Οι υπερβολές του ήταν ένας τρόπος να μεγαλώνει τις εικόνες, να δίνει χρώμα στις αναμνήσεις και να κάνει τον κόσμο πιο μαγικό.
Ο Αλκιβιάδης ένιωθε πραγματικά τυχερός. Είχε έναν παππού με γνώσεις, εμπειρίες και μια σπάνια ικανότητα: να μετατρέπει την απλή καθημερινότητα σε ιστορία και τη μνήμη σε ζωντανή παράσταση.
Ο παππούς τον ρώτησε πώς τα πήγαινε με το σχολείο. Ο Αλκιβιάδης, χωρίς να προσπαθήσει να παρουσιάσει μια καλύτερη εικόνα του εαυτού του, του εξομολογήθηκε πως δεν ήταν ιδιαίτερα επιμελής. Δεν του ταίριαζε πολύ η αυστηρή πειθαρχία του προγράμματος· προτιμούσε να λειτουργεί αυθόρμητα, να ακολουθεί την περιέργειά του και να μαθαίνει με τον δικό του τρόπο. Του είπε όμως πως προσπαθούσε να είναι συνεπής απέναντι στους δασκάλους του και πως, τελικά, το αποτέλεσμα ήταν πάντα καλό. Χωρίς ίχνος έπαρσης ή διάθεση προβολής, του εκμυστηρεύτηκε κάτι που του είχε πει ο δάσκαλός του: ότι ήταν καλός μαθητής, αγαπούσε τη μάθηση και είχε έντονη περιέργεια για τον κόσμο γύρω του.
Αυτή ακριβώς η περιέργεια ήταν που τον έκανε να ψάχνει, να εξερευνά και να μην περιορίζεται μόνο σε όσα διδάσκονταν μέσα στην τάξη. Του άρεσε να αναζητά νέες πηγές, να διαβάζει επιπλέον υλικό και να εμπλουτίζει μόνος του τις γνώσεις του. Ίσως ακόμη και τότε, χωρίς να το αντιλαμβάνεται πλήρως, να είχε ήδη μέσα του εκείνη τη δίψα για ανακάλυψη που αργότερα θα τον οδηγούσε να ονειρεύεται ταξίδια και μακρινούς ορίζοντες.
Ο Αλκιβιάδης, πολλά χρόνια αργότερα, επιστρέφει συχνά με τη σκέψη του στις στιγμές εκείνες με τον παππού του. Ανακαλεί μικρές και μεγάλες αναμνήσεις, όλα εκείνα τα ξεχωριστά στοιχεία που τον σημάδεψαν και που ήθελε βαθιά μέσα του να τα κρατήσει ζωντανά για πάντα. Θυμάται τη ζεστασιά της παρουσίας του, τις ιστορίες του, τον τρόπο που μιλούσε, τον τρόπο που μετέτρεπε τα απλά γεγονότα της καθημερινότητας σε εικόνες γεμάτες ζωή και φαντασία. Ήταν στιγμές που δεν ανήκαν μόνο στο παρελθόν, αλλά έγιναν μέρος της δικής του ταυτότητας.
Ο παππούς του δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από τη σκέψη του. Παρέμεινε εκεί, μέσα στις αναμνήσεις του, σαν μια σταθερή παρουσία που τον συνόδευε στον χρόνο. Ένας άνθρωπος που του πρόσφερε όχι μόνο αγάπη, αλλά και έναν τρόπο να βλέπει τον κόσμο: με φαντασία, περιέργεια και σεβασμό στις ρίζες του.
Δεν είχαν συμπληρώσει καλά καλά ούτε μία εβδομάδα στο χωριό, όταν τον έπιασαν οι «φουσκοδεντριές» της εφηβείας. Μια τυχαία εξέλιξη, ένα απρόσμενο περιστατικό στο τέλος εκείνης της πρώτης εβδομάδας, ήρθε να ξυπνήσει μέσα του εκείνες τις πρώιμες νεανικές ανησυχίες, τους αδιευκρίνιστους πόθους και τις προσδοκίες που γεννιούνται στην ηλικία όπου όλα μοιάζουν πιθανά.
Ήταν άνοιξη. Η φύση γύρω του οργίαζε από ζωή· τα δέντρα είχαν γεμίσει χυμούς, τα κλαδιά είχαν φουσκώσει από τη δύναμη της αναγέννησης και παντού υπήρχε η αίσθηση μιας δημιουργίας που περίμενε να εκδηλωθεί.
Ο Αλκιβιάδης, με την ορμή της εφηβείας, ένιωθε πως κάτι νέο αναζητούσε μέσα του δρόμο να εκφραστεί. Περίμενε μια γνωριμία, μια τυχαία συνάντηση, μια στιγμή που θα μπορούσε να αλλάξει τη συνηθισμένη ροή των ημερών του. Μια περιπέτεια που, αν ευοδωνόταν, θα έφερνε μαζί της ανατροπή, έκπληξη και την αίσθηση ότι η ζωή μπορούσε ξαφνικά να αποκτήσει άλλο χρώμα. Ήταν η ανάγκη της
ηλικίας του να ξεφύγει από τη ρουτίνα και τη μονοτονία, να ανακαλύψει τον εαυτό του μέσα από το απρόβλεπτο, μέσα από μια συνάντηση που θα έσπαζε την αδιαφορία του χρόνου που μέχρι τότε κυλούσε ήσυχα και χωρίς μεγάλες συγκινήσεις.
Ήταν Κυριακή των Βαΐων, ξημέρωμα.
«Κοιμάσαι;» τον ρώτησε η θεία Ερμιόνη επιφυλακτικά.
«Μμ…» μουρμούρισε και ασυναίσθητα γύρισε το βλέμμα του προς το ξυπνητήρι δίπλα στο κρεβάτι. Το ρολόι είχε εκείνους τους μεγάλους φωσφορίζοντες δείκτες, όμως μέσα στη θολούρα του πρωινού ξυπνήματος αδυνατούσε να διακρίνει την ώρα. Η εικόνα των δεικτών έφτανε στα μάτια του, αλλά ο νους του αργούσε ακόμη να την επεξεργαστεί. Ο εγκέφαλός του πάλευε να περάσει από την ασφάλεια του ύπνου στην εγρήγορση, σαν μια ηλικιωμένη γυναίκα που προσπαθεί υπομονετικά να περάσει την κλωστή στη βελόνα.
Η Ερμιόνη άνοιξε το παράθυρο. Το πρωινό φως μπήκε στο δωμάτιο και μαζί με τον δροσερό αέρα βοήθησε τις αισθήσεις του να επιστρέψουν σιγά σιγά στην πραγματικότητα. Στα ανατολικά, στη θέση Κουλοχέρα, είχε ήδη φέξει για τα καλά. Τα κοκόρια είχαν από ώρα σταματήσει το αδιάκοπο λάλημα τους, εκείνο το επίμονο κάλεσμα που άκουγε τα ξημερώματα, λες και ήθελαν να διαμαρτυρηθούν για κάτι άγνωστο ή να πάρουν εκδίκηση από τον κόσμο.
Είχε υποσχεθεί στη θεία Ερμιόνη πως θα πήγαιναν μαζί στην εκκλησία. Από νωρίς οι κάτοικοι του χωριού, ντυμένοι με τα γιορτινά τους, κατευθύνονταν προς τον ναό για την ακολουθία της Κυριακής των Βαΐων. Ήταν μια από εκείνες τις ανοιξιάτικες ημέρες όπου η φύση και η παράδοση έμοιαζαν να βαδίζουν μαζί.
Είχε ήδη αναγνωστεί η οπισθάμβωνος ευχή και ο ιερέας είχε ολοκληρώσει τη Θεία Λειτουργία με την τελευταία εκφώνηση. Άρχισε η διανομή του αντίδωρου και σιγά-σιγά οι πρώτοι πιστοί βγήκαν στον εξωτερικό περίβολο του ναού. Λίγο αργότερα, παρέες-παρέες, οι χωριανοί ξεχύθηκαν προς την κεντρική πλατεία. Η πλατεία ήταν η καρδιά του χωριού, ο τόπος όπου συναντιούνταν οι άνθρωποι, αντάλλασσαν νέα, σχολίαζαν τα γεγονότα της ημέρας και ξανάβρισκαν τους παλιούς δεσμούς τους στα δύο καφενεία. Η διαδρομή από την εκκλησία ως την πλατεία περνούσε μέσα από έναν στενό πλακόστρωτο δρόμο, όπου τα βήματα των ανθρώπων αντηχούσαν πάνω στις πέτρες, όπως συνέβαινε για γενιές ολόκληρες.
Τότε είδε το κορίτσι.
Κοντοστάθηκε και την κοίταξε. Συνέχισε να ακολουθεί με το βλέμμα του την πορεία της στον δρόμο και ένιωσε πως κάτι τον είχε μαγέψει. Την υπολόγισε περίπου στην ίδια ηλικία με τη δική του, δεκαπέντε με δεκαέξι χρονών.Κάποια στιγμή εκείνη γύρισε και τον είδε. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν για μια σύντομη στιγμή. Ήταν κι άλλοι γνώριμοι γύρω τους, άνθρωποι της γειτονιάς και του χωριού, όμως εκείνη τη στιγμή, στο έμπα της πλατείας, για τον Αλκιβιάδη υπήρχε μόνο ένα πρόσωπο. Εκείνη.
Δεν ήταν ένα όνειρο της φαντασίας του. Ήταν εκεί, μπροστά του, πραγματική και ζωντανή.
Χρόνια αργότερα θα θυμόταν κάθε μικρή λεπτομέρεια από εκείνη την εικόνα. Την έκφραση του προσώπου της, τις μικρές φακίδες, το ιδιαίτερο χρώμα στα μάτια της, εκείνη τη γαλάζια ίριδα με τις
χρυσαφένιες αντανακλάσεις. Φορούσε ένα απλό φουστάνι με τιράντες και περπατούσε ήρεμα
στον πλακόστρωτο δρόμο, χωρίς να δείχνει να αντιλαμβάνεται την αναστάτωση που προκαλούσε γύρω της. Έμεινε να την παρακολουθεί για λίγα δευτερόλεπτα, ίσως μόνο για ένα ή δύο, μα ο χρόνος εκείνη τη στιγμή έμοιαζε να είχε σταματήσει. Σαν μια κινηματογραφική σκηνή που χαράχτηκε βαθιά στη μνήμη του, έβλεπε το προφίλ της, τη λεπτή γραμμή του προσώπου της, φωτισμένο από τον πρωινό ήλιο που είχε ανέβει ψηλά στον ουρανό. Ο ίδιος ήλιος που χυνόταν στα μπαλκόνια και έκανε τα λουλούδια στις γλάστρες να λάμπουν με έντονα κόκκινα και πορτοκαλί χρώματα.
Ήταν ένα μελαχρινό κορίτσι, με πρόσωπο που έμοιαζε ζωγραφισμένο και μια παρουσία που του προκάλεσε ένα πρωτόγνωρο σκίρτημα. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πιο γρήγορα και ένα παράξενο ρίγος να διαπερνά το σώμα του. Ήταν εκείνη η ανεξήγητη ταραχή της εφηβείας, όταν μια τυχαία συνάντηση μπορεί να αποκτήσει διαστάσεις ονείρου και να μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη.
Όταν την είδε για πρώτη φορά, κάτι μέσα του ξύπνησε. Ήταν σαν ξαφνικός άνεμος από το Μυρτώο πέλαγος, μια δύναμη που αναστάτωνε τη σκέψη του και τον έκανε να αισθανθεί πως ένας καινούργιος κόσμος άνοιγε μπροστά του.
Δεν ήθελε απλώς να τη βλέπει. Ήθελε να τη γνωρίσει. Όλα εκείνα ήταν μια εσωτερική αναστάτωση που πλανιόταν μέσα του. Μια δύναμη άγνωστη, που όπως η φωτιά χρειάζεται οξυγόνο για να ζωντανέψει, έτσι και η νεανική επιθυμία αναζητά ένα βλέμμα, μια ανταπόκριση, ένα σημάδι ότι δεν υπάρχει μόνο στη φαντασία.
Οι επιθυμίες του ανθρώπου μοιάζουν με ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή. Περιμένουν τη στιγμή τους, αναζητούν την εκπλήρωση, ζητούν να αποκτήσουν χώρο μέσα στην πραγματικότητα. Και εκείνα τα χρόνια της εφηβείας, όλα έμοιαζαν πιο έντονα, πιο δυνατά, πιο δύσκολο να τιθασευτούν. Ήταν μια εποχή που η ευαισθησία των αισθήσεων είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της. Ένα χαμόγελο, μια ιδιαίτερη φωνή, ένα βλέμμα που κρατούσε λίγο περισσότερο, μια τυχαία συνάντηση στον δρόμο, μπορούσαν να αφήσουν βαθύ αποτύπωμα στη σκέψη του. Μικρές στιγμές της καθημερινότητας αποκτούσαν τεράστια σημασία, γιατί η εφηβική φαντασία είχε τη δύναμη να μετατρέπει το απλό σε μοναδικό.
Σήμερα ένιωθε την ανάγκη να πλησιάσει αυτή τη νεανική παρουσία που είχε εμφανιστεί ξαφνικά στη ζωή του. Ήθελε να τη γνωρίσει, να ακούσει τη φωνή της, να ανακαλύψει τον άνθρωπο πίσω από την εικόνα που είχε χαραχτεί τόσο έντονα στη μνήμη του.
Τις επόμενες ημέρες προσπάθησε να βρει την κατάλληλη στιγμή, ακολουθώντας τις συμβουλές του σοφού παππού του. «Γιε μου», του έλεγε, «η ημέρα που σπέρνεις τον σπόρο δεν είναι η ημέρα που τρως τον καρπό. Η επιμονή και η υπομονή είναι τα καύσιμα που εξασφαλίζουν ότι η προσπάθεια θα καρποφορήσει, ακόμα κι αν χρειαστεί χρόνος».
Και ο Αλκιβιάδης, όπως κάθε νέος που ανακαλύπτει για πρώτη φορά τη δύναμη των συναισθημάτων του, έμαθε πως η προσμονή πολλές φορές είναι εξίσου δυνατή με την ίδια τη στιγμή της συνάντησης.
Μάταια όμως. Δεν υπήρξε αποτέλεσμα. Συνάντησε έναν τοίχο απροσπέλαστο, πόρτες κλειστές που δεν άνοιγαν όσο κι αν προσπαθούσε. Οι προσπάθειές του έπεφταν στο κενό και η προσμονή του άρχισε σιγά-σιγά να μετατρέπεται σε απορία και απογοήτευση.
Η Ερμιόνη παρακολουθούσε την επιμονή του με κάποια ανησυχία. Έβλεπε την ένταση που είχε μέσα του, την αδρεναλίνη της ηλικίας του, αυτή τη νεανική ορμή που δεν γνώριζε ακόμη τα όριά της. Προσπάθησε να τον ηρεμήσει με τον τρόπο που μόνο ένας μεγαλύτερος άνθρωπος μπορεί να μιλήσει σε έναν έφηβο που βρίσκεται στην πρώτη μεγάλη αναστάτωση της ζωής του.
«Όλοι τα περνάνε αυτά! Στην αρχή τουλάχιστον της εφηβείας τους», του είπε.
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε με εκείνο το βλέμμα του νέου ανθρώπου που νιώθει πως κανείς δεν μπορεί πραγματικά να καταλάβει την ένταση όσων βιώνει εκείνη τη στιγμή.
«Εύκολο είναι να δίνεις συμβουλές όταν πρόκειται για τους άλλους, έτσι δεν είναι;» της απάντησε. «Εσύ πες μου... δεν έχεις νιώσει ούτε μια φορά στη ζωή σου έτσι;»
Η ερώτησή του έμεινε για λίγο μετέωρη. Γιατί πίσω από την εφηβική πρόκληση δεν υπήρχε μόνο η επιθυμία. Υπήρχε η ανάγκη να ακούσει από έναν άνθρωπο που εμπιστευόταν πως αυτό που συνέβαινε μέσα του ήταν φυσιολογικό, πως δεν ήταν μόνος σ’ αυτή τη θύελλα των καινούργιων συναισθημάτων.
Η Ερμιόνη σοβαρεύτηκε. Άφησε στην άκρη τα πειράγματα και του μίλησε πιο αυστηρά. Του έκανε ένα μικρό κήρυγμα, προσπαθώντας να του εξηγήσει πως οι παρορμήσεις της ηλικίας του, αν δεν μάθει να τις ελέγχει, μπορούσαν να τον οδηγήσουν σε καταστάσεις που αργότερα ίσως μετάνιωνε.
«Σου ζητάω απλώς να είσαι προσεκτικός! Νομίζω πως μπορώ να σου εκφράσω τη γνώμη μου, δεν νομίζεις;» του είπε, έχοντας τώρα ένα ύφος περισσότερο παρακλητικό παρά αυστηρό.
«Σου ζητάω μόνο να είσαι προσγειωμένος και συνετός. Να συγκρατηθείς, για να μη δημιουργηθούν προβλήματα. Μερικές φορές οι άνθρωποι παρασύρονται από τη στιγμή και μετά βρίσκονται μπροστά σε καταστάσεις που δεν μπορούν εύκολα να διαχειριστούν», συμπλήρωσε.
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε με εκείνο το μισό χαμόγελο της εφηβικής σιγουριάς, που έκρυβε όμως και την ανάγκη του να τον καταλάβουν.
«Ερμιόνη μου γλυκιά, μη με μαλώνεις. Είπα να δοκιμάσω. Κακό είναι να φλερτάρω κάτι που μου αρέσει; Αν το δούμε και λίγο... στατιστικά, είναι πολύ πιθανό κάποια στιγμή να πετύχει», της είπε με το θάρρος της ηλικίας του.
Έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε: «Εντάξει, δώσε μου έναν καλό λόγο γιατί με αρνείται τόσο πεισματικά και σου υπόσχομαι πως δεν πρόκειται να την ξαναενοχλήσω». Όσο κι αν το ήθελε, δεν μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό. Είχε γευτεί την πρώτη εφηβική του απόρριψη. Ο εγωισμός του είχε δεχτεί ένα μικρό πλήγμα και, φυσικά, τον είχε πονέσει. Όμως δεν ήταν και το τέλος του κόσμου. Δεν θα γκρεμιζόταν επειδή ένα κορίτσι δεν ανταποκρίθηκε στο ενδιαφέρον του. Άλλωστε, έτσι είναι η ζωή. Ένα παιχνίδι πιθανοτήτων, γεμάτο μικρές νίκες και μικρές ήττες. Το ίδιο συμβαίνει και στον έρωτα. Κάποιες φορές κερδίζεις, κάποιες φορές χάνεις. Είχε ρισκάρει, γνωρίζοντας από την αρχή πως υπήρχε και το ενδεχόμενο της απόρριψης. Δεν χάλασε ιδιαίτερα. Η «χυλόπιτα» ήταν μέσα στα πιθανά
σενάρια και, με έναν τρόπο, ήταν κι αυτή μια εμπειρία. Ένα πρώτο μάθημα για τον κόσμο των συναισθημάτων, εκεί όπου δεν αρκεί μόνο η επιθυμία του ενός.
Η Ερμιόνη, βλέποντας πως είχε κάπως ηρεμήσει, του χαμογέλασε. «Κάποια μέρα θα παντρευτείς ένα καλό κορίτσι και θα ξεχάσεις εντελώς αυτά τα εφηβικά σου σκιρτήματα. Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως δεν πρέπει να βιάζεσαι. Κάθε πράγμα έχει τον χρόνο του», του είπε.
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε και χαμογέλασε.
«Θα το θυμάμαι αυτό», της απάντησε.
Οι διακοπές του Πάσχα τελείωσαν. Ήρθε η ώρα της επιστροφής. Το λεωφορείο για τους Μολάους ήταν γεμάτο κόσμο. Συνωστισμός, φωνές, βαλίτσες, σακούλες και ένα απίστευτο στρίμωγμα, όπως συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια στις υπεραστικές διαδρομές. Οι άνθρωποι ο ένας δίπλα στον άλλον, άλλοι όρθιοι, άλλοι στριμωγμένοι στα καθίσματα, όλοι στον δρόμο της επιστροφής.
Και τότε... «Να τη πάλι!»
Ο Αλκιβιάδης ένιωσε την καρδιά του να χτυπά διαφορετικά.
«Θεέ και Κύριε! Εσύ που με προίκισες με επιθυμίες, άκουσες την προσευχή μου», μουρμούρισε.
Η Ερμιόνη τον άκουσε και γύρισε προς το μέρος του.
«Είπες κάτι;»
«Ναι! Λέω την προσευχή της χαραυγής, μπας και με εισακούσει ο «αποπάνω»!»
Η Ερμιόνη τον κοίταξε με απορία.
«Με δουλεύεις;»
Εκείνη τη στιγμή το μελαχρινό κορίτσι έφτασε αργοπορημένο κοντά τους. Η καρδιά του Αλκιβιάδη σφίχτηκε. Ήταν σαν να είχε επιστρέψει ξαφνικά μπροστά του η εικόνα που είχε μείνει χαραγμένη στη μνήμη του.
«Είναι με τη μητέρα της», τον πληροφόρησε η Ερμιόνη.
Ο Αλκιβιάδης κοίταξε τη γυναίκα δίπλα της και χαμογέλασε.
«Αυτή είναι η μητέρα της; Α, καλά λένε πως η ομορφιά περνάει από τη μια γενιά στην άλλη».
Η Ερμιόνη τον κοίταξε αυστηρά, αλλά με ένα κρυφό χαμόγελο.
«Ήσυχα και σε θέλω φρόνιμο και συνετό», του είπε.
Και ο Αλκιβιάδης, αν και προσπάθησε να δείξει σοβαρός, ένιωθε μέσα του εκείνη τη γνώριμη αναστάτωση που μόνο η εφηβεία μπορεί να δημιουργήσει. Κάθισε στο τέλος του συνωστισμού και μπήκε μαζί τους στο λεωφορείο. Δεν έχασε την ευκαιρία να βρεθεί όσο πιο κοντά μπορούσε στο μελαχρινό κορίτσι.
Το λεωφορείο είχε πλέον γεμίσει ασφυκτικά. Τόσοι άνθρωποι στριμωγμένοι σ’ έναν μικρό χώρο, πολύ πιο κοντά ο ένας στον άλλον απ’ όσο θα επέτρεπαν οι φυσιολογικές συνθήκες. Ήταν από εκείνες τις διαδρομές της εποχής που η επιστροφή γινόταν με υπομονή, στριμωγμένα σώματα και μια κοινή αποδοχή της ταλαιπωρίας.
Ένας ψηλός επιβάτης αναγκάστηκε να σκύψει λίγο προς τα εμπρός για να μπορέσουν να κλείσουν οι πόρτες πίσω του.
«Προχωρήστε στο βάθος, παρακαλώ», ακούστηκε η ευγενική αλλά ψυχρή φωνή κάποιου επιβάτη.
Κανείς όμως δεν κουνήθηκε. Δεν υπήρχε πλέον χώρος για μετακίνηση.
Οι πόρτες έκλεισαν τελικά και το πίσω μέρος του λεωφορείου έγινε μια ασφυκτική μάζα ανθρώπων. Οι υπόλοιποι επιβάτες τον κοίταξαν κάπως ενοχλημένοι, καθώς προσπαθούσε να χωρέσει σ’ ένα μικρό κενό δίπλα στην πόρτα, ακριβώς πίσω από τη μητέρα του κοριτσιού και την ίδια. Και τότε, πριν προλάβει να χαρεί την απρόσμενη αυτή εγγύτητα, άκουσε τη μητέρα της να της λέει:
«Πήγαινε μπροστά, παιδί μου. Είναι η θεία σου εκεί και ταξιδεύει μαζί μας».
Η κοπέλα υπάκουσε και προχώρησε προς τα εμπρός, αφήνοντας τον Αλκιβιάδη για άλλη μια φορά να παρακολουθεί από απόσταση εκείνο το πρόσωπο που είχε γίνει τόσο έντονη εικόνα στη σκέψη του.
Επικρατούσε μια μικρή οχλαγωγία και οι υπόλοιποι επιβάτες με δυσκολία σχημάτισαν ένα διάδρομο για να περάσει το κορίτσι και σε λίγα δευτερόλεπτα είχε χαθεί στα μπροστινά καθίσματα. Προς μεγάλη του απογοήτευση και πάλι που θα έπρεπε να περάσει την επόμενη μισή περίπου ώρα τσιτωμένος και δυστυχής!
...Η Ρειχιά είναι ένα ορεινό χωριό του Δήμου Μονεμβασιάς, χτισμένο σε υψόμετρο περίπου εξακοσίων μέτρων, στο οροπέδιο του Πάρνωνα. Η σύνδεσή της με τους Μολάους γινόταν τότε μέσα από έναν επαρχιακό δρόμο που διέσχιζε το δύσκολο ορεινό ανάγλυφο του Κουρκουλοτσούγκαρου, με αμέτρητες στροφές και πολλές κλειστές φουρκέτες ήταν μια δοκιμασία ισορροπίας. Το λεωφορείο γεμάτο ασφυκτικά, οι επιβάτες στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, προσπαθούσαν να κρατηθούν από όπου μπορούσαν κάθε φορά που το όχημα έπαιρνε μια απότομη φουρκέτα. Με την πρώτη κίνηση του
λεωφορείου όλοι μετακινήθηκαν απότομα. Σώματα που μέχρι πριν λίγα δευτερόλεπτα είχαν τον
δικό τους χώρο, βρέθηκαν αναγκαστικά πιο κοντά. Ο Αλκιβιάδης, παρασυρμένος από την κίνηση
του οχήματος, βρέθηκε για μια στιγμή πολύ κοντά στη μητέρα της κοπέλας. Η γυναίκα,
προσπαθώντας να διατηρήσει την ισορροπία της, γύρισε ελαφρά το σώμα της και αμέσως μετά, με ένα χαμόγελο αμηχανίας, του ζήτησε συγγνώμη.
«Δεν πειράζει», της απάντησε εκείνος.
Ήταν μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, περιποιημένη, με μια φυσική κομψότητα και εκείνη τη σιγουριά που έχουν οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν συμφιλιωθεί με την παρουσία τους. Ο Αλκιβιάδης, στην ηλικία που όλα τα ερεθίσματα αποκτούν μεγαλύτερη ένταση, ένιωσε για μια στιγμή τη σύγχυση της εφηβείας του. Η φαντασία του έτρεξε πιο γρήγορα από τη λογική του. Δεν ήταν μόνο η εικόνα μιας όμορφης γυναίκας. Ήταν η συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος των ενηλίκων, που μέχρι τότε παρατηρούσε από απόσταση, άρχιζε να ανοίγεται μπροστά του με τρόπο άγνωστο και γοητευτικό. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του, όχι τόσο από την επιθυμία όσο από την αμηχανία που ένιωθε μπροστά σε κάτι καινούργιο. Η εφηβεία του ήταν γεμάτη αντιφάσεις: από τη μια η ανάγκη να γνωρίσει, να πλησιάσει, να αγαπηθεί· από την άλλη ο φόβος μήπως ξεπεράσει όρια που ακόμη δεν καταλάβαινε καλά.
Θυμήθηκε τότε τις κουβέντες του ξαδέλφου του Μπότη, που υπηρετούσε στο Πολεμικό Ναυτικό και είχε πάντα το μυαλό του στα κορίτσια. Ο Μπότης μιλούσε για τον έρωτα με την απλότητα και την υπερβολή της νεότητας, σαν να ήταν ένα παιχνίδι χωρίς συνέπειες.
Ο Αλκιβιάδης τον άκουγε τότε με απορία. Πίστευε πως ο έρωτας δεν μπορούσε να είναι μόνο ένστικτο και επιθυμία. Έπρεπε να υπάρχει κάτι περισσότερο: μια ματιά, μια αποδοχή, μια αμοιβαιότητα. Κι ίσως αυτή ήταν η διαφορά του. Παρόλο που μέσα του ξυπνούσαν δυνατές επιθυμίες, αναζητούσε πάντα ένα σημάδι ανταπόκρισης, μια πραγματική σύνδεση με τον άλλο άνθρωπο. Ένα απαλό άρωμα έφτανε μέχρι εκείνον. Ήταν κάτι διαφορετικό μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα του λεωφορείου, πολύ πιο ευχάριστο από τη βαριά μυρωδιά του ιδρώτα που συχνά πλημμύριζε τους κλειστούς χώρους τέτοια εποχή.
Η γυναίκα προσπαθούσε να κρατήσει την ισορροπία της κάθε φορά που το λεωφορείο έπαιρνε τις απότομες στροφές του δρόμου. Μια ευτραφής επιβάτισσα δίπλα τους, καθώς έσκυβε να βγάλει ένα δέμα από την τεράστια τσάντα της, την έσπρωξε άθελά της προς τα πίσω, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τον ήδη ελάχιστο χώρο που τους χώριζε. Ο Αλκιβιάδης ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά. Το λεωφορείο τρανταζόταν, η απόσταση ανάμεσά τους είχε σχεδόν εξαφανιστεί και εκείνος βρέθηκε αντιμέτωπος με μια ένταση που δυσκολευόταν να διαχειριστεί. Ήταν ένα παράξενο μείγμα
ενθουσιασμού και φόβου. Για πρώτη φορά ένιωθε τόσο έντονα τη δύναμη του σώματος, της επιθυμίας και της φαντασίας του. Ταυτόχρονα, κάπου μέσα του υπήρχε και μια φωνή που τον προειδοποιούσε να προσέχει, να μην παρασυρθεί από τη στιγμή.
«Κι αν το καταλάβει;» σκέφτηκε.
Η σκέψη αυτή τον έκανε να νιώσει αμήχανα. Δεν ήθελε να γίνει κάποιος που ξεπερνά τα όρια. Ήθελε μόνο να καταλάβει τι συνέβαινε μέσα του, αυτό το καινούργιο κύμα επιθυμίας που τον είχε αιφνιδιάσει. Τη στιγμή εκείνη η γυναίκα άλλαξε χέρι στη χειρολαβή για να στηριχτεί καλύτερα και τα χέρια τους βρέθηκαν για λίγο κοντά. Η απλή αυτή κίνηση τον ξάφνιασε περισσότερο απ’ όσο περίμενε. Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητος, προσπαθώντας να καταλάβει αν αυτό που ένιωθε ήταν πραγματικό ή απλώς μια προβολή της δικής του έντονης φαντασίας.
Σιγά-σιγά άρχισε να ηρεμεί. Η γυναίκα παρέμενε ήρεμη, χωρίς να δείχνει αναστάτωση. Ίσως να μην αντιλαμβανόταν τίποτα περισσότερο από την αναπόφευκτη αμηχανία ενός γεμάτου λεωφορείου. Ίσως πάλι να καταλάβαινε τη σύγχυση ενός νεαρού αγοριού που βρισκόταν για πρώτη φορά αντιμέτωπο με τα δικά του συναισθήματα.
Κάποια στιγμή γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος του και τον κοίταξε καλύτερα. Εκείνος κράτησε το βλέμμα του χαμηλωμένο, προσπαθώντας να δείξει ψυχραιμία, ενώ μέσα του γινόταν μια μικρή μάχη ανάμεσα στην επιθυμία και στη λογική.
Τότε εκείνη χαμογέλασε. «Εγγονός του μπάρμπα Οδυσσέα του Πρίφτη, δεν είσαι εσύ;» τον ρώτησε. «Ωραίο παλικάρι είσαι! Ψηλός κι εσύ. Το έχει το σόι σας. Πάντως, απ’ ό,τι βλέπω, πρέπει να μοιάζεις περισσότερο του πατέρα σου και όχι της μητέρας σου.»
Ο Αλκιβιάδης ένιωσε να επιστρέφει απότομα στην πραγματικότητα. Δεν ήταν πια μια άγνωστη γυναίκα μέσα σε ένα στριμωγμένο λεωφορείο. Ήταν μια γνωστή του οικογένειας, ένας άνθρωπος από τον κόσμο του χωριού.
«Μάλλον έχεις δίκιο. Έτσι μου λένε όλοι», απάντησε.
«Τη μητέρα σου έχω ακούσει την ιστορία της. Πρέπει να είναι δυναμική γυναίκα, ε;» συνέχισε εκείνη.
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε ελαφρά.
«Εγώ τη θεωρώ απλά μοναδική», είπε χωρίς περισσότερα λόγια.
Ύστερα, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως όλα ήταν εντάξει, τη ρώτησε:
«Μήπως νιώθεις άσχημα μ’ αυτό το αναπόφευκτο στριμωξίδι;»
Η γυναίκα τον κοίταξε καθησυχαστικά.
«Όχι, αγόρι μου. Όλα καλά. Μην ανησυχείς.»
Και το λεωφορείο συνέχισε τον δρόμο του στις στροφές του βουνού, ενώ ο Αλκιβιάδης έμενε σιωπηλός, προσπαθώντας να καταλάβει όχι μόνο τη γυναίκα απέναντί του, αλλά κυρίως τον ίδιο του τον εαυτό.
«Είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνει;» αναρωτήθηκε.
Η σκέψη αυτή τον μπέρδευε περισσότερο απ’ όλα. Δεν ήξερε αν αυτό που συνέβαινε ήταν πραγματικότητα ή αν η δική του ταραγμένη φαντασία μεγάλωνε κάθε μικρή κίνηση, κάθε τυχαία επαφή, κάθε στιγμή μέσα στον ασφυκτικά γεμάτο χώρο του λεωφορείου. Το όχημα συνέχιζε να ανεβαίνει τις δύσκολες στροφές του ορεινού δρόμου, και κάθε τράνταγμα έκανε την αμηχανία του μεγαλύτερη. Προσπαθούσε να μείνει ακίνητος, ψύχραιμος, να μην προδοθεί από την ένταση που ένιωθε μέσα του.
Τα μάγουλά του είχαν κοκκινίσει. Δεν ήταν μόνο η επιθυμία· ήταν και ο φόβος. Ο φόβος μήπως φανεί,
μήπως εκτεθεί, μήπως η στιγμή που για εκείνον είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις, για την
άλλη πλευρά να ήταν απλώς ένα αναπόφευκτο στρίμωγμα ενός παλιού λεωφορείου.
Η γυναίκα παρέμενε ήρεμη. Συνέχιζε να του μιλά για τη μητέρα του, για την οικογένειά του, για
ανθρώπους που γνώριζε από το χωριό. Η φυσικότητα της συμπεριφοράς της τον μπέρδευε ακόμη
περισσότερο. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αντιλαμβανόταν την εσωτερική του αναστάτωση ή
αν απλώς παρέμενε ευγενική μέσα σε μια δύσκολη συνθήκη. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε τα λόγια
της Ερμιόνης:
«Να είσαι φρόνιμος και συνετός.»
Χαμογέλασε μέσα του. «Δηλαδή πόσο συνετός; Και πόσο πιο φρόνιμος, ρε Ερμιόνη;»
Ήταν δεκαέξι χρονών. Η εφηβεία είχε ανοίξει μπροστά του έναν καινούργιο κόσμο, γεμάτο αντιφάσεις. Από τη μια η λογική, η ντροπή, οι συμβουλές των μεγαλύτερων· από την άλλη ένα κύμα συναισθημάτων που έμοιαζε να έρχεται από πολύ βαθύτερα σημεία του εαυτού του. Δεν ήταν μόνο η σωματική έλξη. Ήταν η ανακάλυψη ότι μπορούσε ξαφνικά να νιώσει τόσο έντονα, να ταράζεται από μια παρουσία, από ένα βλέμμα, από μια στιγμή που ίσως αύριο να είχε ξεχαστεί.
Και εκεί, μέσα στο παλιό λεωφορείο που ανέβαινε τις στροφές του Κουρκουλοτσούγκαρου, ανάμεσα σε γνωστούς ανθρώπους και καθημερινές κουβέντες, ο Αλκιβιάδης γνώριζε για πρώτη φορά τη δύναμη της επιθυμίας. Μια δύναμη που τότε του φαινόταν τεράστια, σχεδόν ανεξέλεγκτη, σαν να είχε δική της φωνή και δική της θέληση.
Η κοπέλα με τη μητέρα της αναχώρησαν για τη Σπάρτη. Αν ήταν στο χέρι του, θα συνέχιζε μαζί τους μέχρι την Αθήνα, αρκεί να μπορούσε να παρατείνει εκείνη τη μαγική, παράξενη στιγμή της εφηβικής του ταραχής.
Όμως η ζωή είχε τη δική της πορεία.
Ο δρόμος της επιστροφής τους οδηγούσε προς τη Μονεμβασιά. Η Ερμιόνη και ο Αλκιβιάδης επιβιβάστηκαν ξανά στη «Μυρτιδιώτισσα», το πλοίο που έμοιαζε να ενώνει όχι μόνο τόπους αλλά και
διαφορετικούς κόσμους. Στο πλοίο συνάντησαν και μια πρώτη εξαδέλφη της Ερμιόνης , μια ακόμη θεία του, όπως την αποκαλούσε μέσα στην οικογενειακή τους παράδοση. Ήταν μόλις είκοσι χρονών και ζούσε στη Νέα Υόρκη, όπου έκανε τα πρώτα της βήματα στον χώρο του μόντελινγκ.
Ο Αλκιβιάδης έμεινε για λίγο σιωπηλός. Δεν ήξερε πώς να περιγράψει αυτό που έβλεπε. Δεν ήταν μόνο η εμφάνιση· ήταν ο τρόπος που στεκόταν, η αυτοπεποίθηση, η διαφορετική αύρα ενός ανθρώπου που είχε γνωρίσει έναν άλλο κόσμο.Φορούσε μια κόκκινη ριγέ μίνι φούστα και η παρουσία της ξεχώριζε αμέσως ανάμεσα στους επιβάτες του πλοίου. Τα βλέμματα πολλών στράφηκαν επάνω της. Έμοιαζε να κουβαλά μαζί της κάτι από τη λάμψη μιας μακρινής πόλης, κάτι ξένο και γοητευτικό για ένα δεκαεξάχρονο αγόρι που μεγάλωνε ανάμεσα στα βουνά και στα χωριά του τόπου του.
«Σόι πάει το βασίλειο», σκέφτηκε χαμογελώντας.
«Όμορφο το σόι της μητέρας μου.»
Τελικά εκείνο το δεκαπενθήμερο είχε αποδειχθεί πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι περίμενε. Είχε μέσα του μνήμες, εικόνες, γνωριμίες και συναισθήματα που θα έμεναν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη του.
Η συνέχεια στο...
Καλοκαίρι 1966!.....





'

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου