
«Το Worse Things Happen at Sea δεν αποτελεί πλέον απλώς μια ναυτική παροιμία. Αντανακλά την επικρατούσα νοοτροπία πολλών σημερινών επικεφαλής ναυτιλιακών ομίλων, οι οποίοι κληρονόμησαν εταιρείες που δημιούργησαν οι «Golden Fathers», οι αυτοδημιούργητοι πρωτοπόροι της ελληνικής ναυτιλίας και σήμερα τις διαχειρίζονται οι «Golden Boys and Girls» κυρίως μέσω της κατοχής και διαχείρισης εταιρικών μετοχών. Η απόσταση από τη θάλασσα και τη βιωματική εμπειρία του ναυτικού επαγγέλματος συχνά οδηγεί σε μια περισσότερο χρηματοοικονομική παρά ναυτική αντίληψη της διοίκησης, όπου το ανθρώπινο κόστος μιας κρίσης μπορεί να θεωρείται απλώς ένα ακόμη επιχειρηματικό ρίσκο.»
Οι μηχανές φθείρονται.
Οι άνθρωποι πεθαίνουν.
Αυτό που τελικά ζει και αναπνέει είναι μόνον οι μετοχές τους.’’
«Οι Golden Fathers έχτισαν τα καράβια και τις εταιρείες με προσωπικό μόχθο, ρίσκο και ναυτοσύνη. Οι διάδοχοί τους, τα Golden Boys and Girls, κληρονόμησαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή παραγωγής πλούτου. Έστησαν τις μυλόπετρες να γυρίζουν αδιάκοπα και στύβουν το λάδι των ναυτικών. Κάθε σταγόνα ιδρώτα μετατρέπεται σε μέρισμα, κάθε θυσία του πληρώματος σε αριθμό στον ισολογισμό. Και όταν η πίεση γίνεται αφόρητη, η απάντηση μοιάζει να είναι πάντα η ίδια: "Worse Things Happen at Sea". Μια φράση που άλλοτε εξέφραζε τη στωικότητα του ναυτικού, σήμερα κινδυνεύει να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την απαξίωση του ανθρώπινου κόστους της ναυτιλίας.»
Οι μηχανές και τα παρελκόμενα τους λειτουργούν στα όρια της εξάντλησης. Τα πληρώματα, επίσης, εξαντλούνται από τα αδιάκοπα ωράρια, την υποστελέχωση και την αδιάκοπη πίεση για μεγαλύτερη παραγωγικότητα. Όλα υπηρετούν την αδηφάγο λειτουργία της παγκόσμιας αγοράς θαλάσσιων μεταφορών και την αδιάκοπη απαίτηση για υψηλότερες αποδόσεις και εταιρικά μερίσματα. Όταν η πραγματική παραγωγική διαδικασία αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως κόστος προς συμπίεση, η ανθρώπινη εργασία χάνει την αξία της. Ο ναυτικός παύει να θεωρείται ο άνθρωπος που παράγει τον πλούτο και μετατρέπεται σε έναν ακόμη αναλώσιμο συντελεστή του ισολογισμού.
Έτσι, η συντήρηση των πλοίων αναβάλλεται, οι μηχανές ξεπατώνονται, τα πληρώματα ξεζουμίζονται και η ασφάλεια γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης απέναντι στην κερδοφορία. Και όταν συμβεί το αναπόφευκτο, η ευθύνη συχνά μετατοπίζεται προς τα κάτω, σε εκείνους που εργάζονται στην πρώτη γραμμή. Τότε, η παλιά ναυτική φράση «Worse Things Happen at Sea» παύει να εκφράζει τη μοιρολατρία του ναυτικού απέναντι στη θάλασσα και μετατρέπεται σε άλλοθι ενός συστήματος που έχει μάθει να θεωρεί φυσιολογική την εξάντληση ανθρώπων και μέσων. Όταν η παραγωγή υποτιμάται τόσο βαθιά, δεν είναι παράδοξο οι άνθρωποι που την πραγματοποιούν να αντιμετωπίζονται σαν αναλώσιμο υλικό, σχεδόν σαν τα απορρίμματα των ίδιων των προϊόντων που μεταφέρουν.Οι μάνατζερ της σημερινής καθεστηκυίας τάξης της ναυτιλίας, όταν η μοναδική πυξίδα γίνεται η απόδοση των κεφαλαίων, κινδυνεύουν να βλέπουν τον ναυτικό όχι ως άνθρωπο αλλά ως στοιχείο κόστους. Ως ένα ακόμη αναλώσιμο της παραγωγικής διαδικασίας: σαν λιπαντικό που κάποτε θα εξαντληθεί, σαν καύσιμο που θα καεί, σαν ανταλλακτικό του μηχανοστασίου που θα αντικατασταθεί, σαν σκοινί του καταστρώματος που θα φθαρεί και θα πεταχτεί. Μέσα σε αυτή τη λογική, η ανθρώπινη εργασία απογυμνώνεται από την αξιοπρέπειά της. Ο ναυτικός δεν αντιμετωπίζεται ως ο άνθρωπος που κινεί το πλοίο, αλλά ως ένας ακόμη συντελεστής του λειτουργικού κόστους, που η αξία του μετριέται μόνο όσο παραμένει παραγωγικός. Και τότε γεννιέται το μεγαλύτερο παράδοξο της σύγχρονης ναυτιλίας: ο άνθρωπος που μεταφέρει το φορτίο καταλήγει να αξίζει λιγότερο από το ίδιο το φορτίο. Τα εμπορεύματα ασφαλίζονται, παρακολουθούνται και προστατεύονται με κάθε διαθέσιμο μέσο· εκείνος που τα μεταφέρει συχνά αντιμετωπίζεται ως αναλώσιμος πόρος, εύκολα αντικαταστάσιμος όταν φθαρεί ή εξαντληθεί. Στη σύγχρονη ναυτιλία, ο άνθρωπος της θάλασσας βρίσκεται συχνά εγκλωβισμένος σε μια αλυσίδα διοικητικών εξουσιών. Κάθε νεοφώτιστος μάνατζερ, κάθε γραφειοκράτης που δεν έχει νιώσει ποτέ το κατάστρωμα να σηκώνεται κάτω από τα πόδια του, αισθάνεται ότι δικαιούται να επιβάλλει απαιτήσεις, να δίνει εντολές και να δυσκολεύει την καθημερινότητα του πλοίου. Στο λιμάνι, κάθε υπηρεσιακός παράγοντας θεωρεί σχεδόν αυτονόητο ότι μπορεί να απευθύνεται στο πλοίο οποιαδήποτε στιγμή, για οποιοδήποτε ζήτημα, λες και το πλοίο δεν είναι ένας ζωντανός οργανισμός με συγκεκριμένο πρόγραμμα, ευθύνες και ανθρώπους που εργάζονται στα όρια της αντοχής τους. Η εξουσία ασκείται από γραφεία που βρίσκονται μακριά από τη θάλασσα, ενώ η ευθύνη παραμένει πάνω στη γέφυρα και στο μηχανοστάσιο. Εκείνοι που αποφασίζουν σπάνια μοιράζονται τις συνέπειες των αποφάσεών τους, εκείνοι που βρίσκονται πάνω στο πλοίο είναι αυτοί που καλούνται καθημερινά να τις διαχειριστούν. Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αντίφαση της σύγχρονης ναυτιλίας: όσο περισσότερο απομακρύνεται η διοίκηση από τη θάλασσα, τόσο ευκολότερα ξεχνά ότι πίσω από κάθε πλοίο δεν υπάρχουν μόνο φορτία, προγράμματα και ισολογισμοί, αλλά άνθρωποι..
Και όταν τελειώνεις με τους μανδαρίνους των λιμανιών, αρχίζεις να διακρίνεις τις υπόλοιπες, λιγότερο ορατές, σκοτεινές πλευρές του φεγγαριού. Οι Company Managers και ολόκληρος ο διοικητικός τους μηχανισμός. Οι DPA, εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην ευθύνη για την ασφάλεια και στην πίεση της εμπορικής λειτουργίας. Οι Crew Managers, που καλούνται να διαχειριστούν ανθρώπους σαν να διαχειρίζονται αριθμούς, συμβόλαια και χρονοδιαγράμματα. Και πίσω τους, μια ατελείωτη αλυσίδα υπαλλήλων: γραμματείες, τμήματα προσωπικού, operations, procurement, HSQE, λογιστήρια, νομικές υπηρεσίες. Δεν πρόκειται, στις περισσότερες περιπτώσεις, για «κακούς ανθρώπους». Είναι εργαζόμενοι, όπως και οι ναυτικοί. Κι αυτοί πιεσμένοι από δείκτες απόδοσης, προθεσμίες, διαδικασίες και εντολές που έρχονται από ψηλότερα. Είναι κρίκοι της ίδιας αλυσίδας. Όμως κάθε κρίκος μεταφέρει την πίεση στον επόμενο, και στο τέλος όλο το βάρος καταλήγει εκεί όπου δεν μπορεί να μεταφερθεί αλλού: πάνω στο πλοίο. Έτσι λειτουργεί ο σύγχρονος εταιρικός μηχανισμός. Η ευθύνη κατακερματίζεται, η εξουσία συγκεντρώνεται και η ανθρώπινη κρίση περιορίζεται από διαδικασίες, εγχειρίδια και δείκτες παραγωγικότητας. Ο καθένας κάνει «τη δουλειά του», αλλά κανείς δεν φαίνεται να έχει την πλήρη ευθύνη για το αποτέλεσμα. Οι εταιρείες γιγαντώνονται. Δεν είναι πλέον απλώς εμπορικοί οργανισμοί· μετατρέπονται σε θεσμούς με δύναμη που πολλές φορές υπερβαίνει εκείνη των κρατών. Καθορίζουν τους όρους εργασίας, διαμορφώνουν κανόνες, επιβάλλουν πρότυπα και επηρεάζουν ζωές σε ολόκληρο τον πλανήτη. Και κάπου μέσα σε αυτή την απρόσωπη πυραμίδα εξουσίας, ο ναυτικός εξακολουθεί να αναλαμβάνει την τελική ευθύνη. Είναι ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας, αλλά ο πρώτος που θα λογοδοτήσει όταν κάτι πάει στραβά.
Την ίδια στιγμή, οι θέσεις εργασίας δεν μειώνονται μόνο αριθμητικά. Μεταβάλλεται και η ίδια η φύση τους. Η σταθερή απασχόληση υποχωρεί, ενώ στη θέση της επεκτείνονται η εργασιακή αβεβαιότητα, η επισφάλεια και η κοινωνική ανασφάλεια, ακόμη και στις ευρωπαϊκές χώρες που άλλοτε αποτελούσαν πρότυπα εργασιακής προστασίας. Στο όνομα του εκσυγχρονισμού, της ανταγωνιστικότητας και της «ευελιξίας», η εργασία αναδιοργανώνεται με κριτήριο τη συνεχή συμπίεση του κόστους. Η παγκοσμιοποίηση λειτουργεί ως ο μεγάλος επιταχυντής αυτής της διαδικασίας, ενώ η ασύδοτη φιλελεύθερη αγορά προβάλλεται ως η μοναδική δυνατή πραγματικότητα. Έτσι, τα σύγχρονα εργατικά κάτεργα δεν χτίζονται πλέον με πέτρα και σίδερο. Οικοδομούνται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, διαρκή αξιολόγηση, ελαστικά ωράρια, αδιάκοπη διαθεσιμότητα και τον φόβο της αντικατάστασης. Είναι τα κάτεργα του εκσυγχρονισμού, που εξαπλώνονται στον πλανήτη με πολιορκητικό κριό την παγκοσμιοποίηση και με σημαία την αδιάκοπη αναζήτηση του χαμηλότερου κόστους και της υψηλότερης απόδοσης του κεφαλαίου. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο εργαζόμενος, είτε βρίσκεται στο κατάστρωμα ενός πλοίου είτε σε ένα γραφείο μιας πολυεθνικής– κινδυνεύει να αντιμετωπίζεται όχι ως πολίτης με δικαιώματα, αλλά ως ένας ακόμη μεταβλητός συντελεστής του επιχειρηματικού κόστους.
Αν, λοιπόν, κανείς από όλους αυτούς –ο ναυτικός, ο πλοίαρχος, ο μηχανικός, ο Company Manager, ο DPA, ο Crew Manager, ο υπάλληλος του γραφείου, ο λιμενικός υπάλληλος– δεν μπορεί να εργαστεί αρμονικά με το πλήρωμα του πλοίου, αν όλοι μαζί δεν καταθέσουμε ένα κομμάτι από την ψυχή μας στο κοινό κεφάλαιο που λέγεται θάλασσα, τότε αργά ή γρήγορα θα πάψει να υπάρχει αυτό που τόσα χρόνια αποκαλούμε «ελληνικό ναυτιλιακό θαύμα». Η ελληνική ναυτιλία δεν γεννήθηκε από ισολογισμούς, δείκτες απόδοσης και εταιρικές διαδικασίες. Γεννήθηκε από ανθρώπους που εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλον, από ναυτική γνώση, από αλληλεγγύη, από ευθύνη και από το θάρρος να αναλαμβάνεις το βάρος της απόφασης όταν γύρω σου υπάρχει μόνο θάλασσα. Κάποτε πέρασα κι εγώ «στην απέναντι όχθη». Φόρεσα τη γραβάτα, μπήκα στα γραφεία, γνώρισα από μέσα τον κόσμο της διοίκησης. Όμως δεν κατάφερα ποτέ να πάψω να βλέπω τα πράγματα με τα μάτια του ανθρώπου της θάλασσας. Έμεινα, ίσως, ένας αιρετικός μέσα σε ένα σύστημα που απαιτεί συμμόρφωση περισσότερο από διάλογο. Και όταν κατάλαβα ότι ο λόγος μου δεν χωρούσε πια σε αυτό, προτίμησα να αποσυρθώ μαζί με τις απόψεις μου. Αυτό που καταθέτω στις σελίδες αυτές δεν είναι η απόλυτη αλήθεια. Είναι η προσωπική μαρτυρία ενός ανθρώπου που αγάπησε τη θάλασσα και πονά όταν βλέπει να χάνεται το ανθρώπινο πρόσωπό της. Αν ο λόγος μου αδικεί ανθρώπους που εργάζονται με ευσυνειδησία, με ήθος και με πραγματική αγωνία για το πλοίο και τους ναυτικούς του, τους ζητώ ταπεινά συγγνώμη. Η κριτική μου δεν στρέφεται εναντίον των προσώπων, αλλά εναντίον μιας νοοτροπίας που, όταν η κερδοφορία γίνεται αυτοσκοπός, κινδυνεύει να ξεχάσει ότι χωρίς τον άνθρωπο δεν υπάρχει ναυτιλία.
I lay my soul bare. Read the clamour of my storms..«Γυμνώνω την ψυχή μου… Διαβάστε τον βουερό θόρυβο των καταιγίδων μου....»
Και ο κατάλογος δεν τελειώνει ποτέ. Company Managers. Vetting Inspections. ISPS. ISM. STCW. Classification Society. Port State Control. IMO. Flag State Inspections. P&I Clubs. Coast Guard. Immigration Officers. Paris MoU. Και, σαν νέο «φρούτο», ο εκπρόσωπος του ναυλωτή κατά την εκφόρτωση. Σε κάθε λιμάνι και μια νέα διαδικασία. Σε κάθε προβλήτα και ένα ακόμη Face Control.
Ο ένας ελέγχει τον άλλον. Ο άλλος ελέγχει τον επόμενο. Κι εκείνος έναν ακόμη. Μια ατέλειωτη αλυσίδα επιθεωρήσεων, πιστοποιήσεων, ελέγχων και υπογραφών. Σαν να θεωρείται εκ προοιμίου ότι όλοι είμαστε ύποπτοι, σαν να κουβαλάμε ένα αόρατο ποινικό μητρώο και μια κληρονομημένη αναξιοπρέπεια που πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουμε ότι δεν υπάρχει. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η ασφάλεια, η προστασία της ανθρώπινης ζωής και του θαλάσσιου περιβάλλοντος απαιτούν κανόνες και ελέγχους. Το ερώτημα είναι αν, κάποια στιγμή, ο σκοπός υποχώρησε μπροστά στη διαδικασία. Αν η συμμόρφωση απέκτησε μεγαλύτερη σημασία από την ουσία. Έτσι, αντί να καλλιεργείται η επαγγελματική ευθύνη και η εμπιστοσύνη, καλλιεργείται ο φόβος. Ο φόβος της παρατήρησης. Ο φόβος της αναφοράς. Ο φόβος της υπογραφής. Ο φόβος της ευθύνης. Και εμείς, οι άνθρωποι της θάλασσας, αρχίσαμε σιγά σιγά να αμφισβητούμε τους ίδιους μας τους εαυτούς. Την αυτοπεποίθηση που χτίστηκε με χρόνια εμπειρίας, με κακοκαιρίες, με δύσκολους κατάπλους, με σωστές αποφάσεις που δεν θα καταγραφούν ποτέ σε κανένα εγχειρίδιο, τη θυσιάσαμε μπροστά στην πιθανότητα ενός διοικητικού καταλογισμού. Ίσως αυτή να είναι η πιο ύπουλη συνέπεια της εποχής μας. Όχι ότι αυξήθηκαν οι έλεγχοι, αλλά ότι μειώθηκε η εμπιστοσύνη. Και όταν ένας επαγγελματίας παύει να εμπιστεύεται την ίδια του την κρίση, επειδή φοβάται περισσότερο τον επιθεωρητή παρά τη θάλασσα, τότε δεν έχουμε κερδίσει μόνο περισσότερους κανονισμούς· έχουμε χάσει ένα μέρος της ναυτικής μας ψυχής.
Σιγά σιγά, από τις γέφυρες και τα μηχανοστάσια χάνεται εκείνο που άλλοτε αποτελούσε το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του πλοίου: το ομαδικό πνεύμα, η εμπιστοσύνη μεταξύ των ανθρώπων και η ετοιμότητα να ληφθεί μια δύσκολη απόφαση την κατάλληλη στιγμή. Στη θέση τους εισχωρεί η ευθυνοφοβία. Η πρωτοβουλία υποχωρεί μπροστά στον φόβο του καταλογισμού. Η ουσιαστική σκέψη παραλύει από την αγωνία της διαδικασίας. Ο άνθρωπος δεν αναρωτιέται πλέον «ποιο είναι το σωστό;», αλλά «ποιος θα μου καταλογίσει την ευθύνη αν ενεργήσω;». Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς συμβάσεις για την αστική ευθύνη και την προστασία του περιβάλλοντος διευρύνονται διαρκώς. Και δικαίως, γιατί η θάλασσα δεν αντέχει άλλη αδιαφορία. Όμως, πάνω στο πλοίο καταλήγουν καθημερινά καύσιμα, λιπαντικά, χημικά, πρόσθετα, κατάλοιπα και κάθε είδους επικίνδυνα υλικά που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης ναυτιλιακής λειτουργίας. Από τη μία πλευρά, η παγκόσμια βιομηχανία παράγει και διακινεί ουσίες με υψηλό περιβαλλοντικό κίνδυνο. Από την άλλη, απαιτεί από το πλήρωμα να διαχειριστεί άψογα κάθε πιθανό κατάλοιπο, κάθε απόβλητο, κάθε σταγόνα, μεταφέροντας σχεδόν ολόκληρο το βάρος της ευθύνης στον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας. Δεν αμφισβητείται η ανάγκη προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Ανακύπτει όμως ένα εύλογο ερώτημα: μπορεί η ευθύνη να μεταφέρεται σχεδόν αποκλειστικά σε εκείνον που χρησιμοποιεί τα προϊόντα, ενώ η παραγωγή, η εμπορία και η διακίνησή τους αποτελούν μέρος ενός πολύ ευρύτερου βιομηχανικού συστήματος;
Και τότε έρχεται αυθόρμητα στον νου η αρχαία επίκληση: «Αἰδώς, Ἀργεῖοι.» Όχι ως άρνηση της ευθύνης, αλλά ως υπενθύμιση ότι η ευθύνη οφείλει να κατανέμεται δίκαια σε όλους τους κρίκους της αλυσίδας και όχι να βαραίνει μόνο εκείνον που βρίσκεται στο τέλος της.
Σε παλαιότερο τεύχος του περιοδικού Εφοπλιστής (Δεκέμβριος 2008), διάβασα ένα άρθρο του τότε προέδρου των Πλοιάρχων με τίτλο «Πριν το μπάρκο». Το άρθρο θίγει πολλά ζητήματα, τα οποία δεν είναι της παρούσης να σχολιάσω. Στο υστερόγραφό του, όμως, γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στη φτώχεια των υποψηφιοτήτων για τις σχολές Μηχανικών του Εμπορικού Ναυτικού. Το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή στατιστική διαπίστωση. Αποτελεί προειδοποιητικό σήμα για το μέλλον της ελληνικής ναυτιλίας. Αξίζει να διερευνηθεί σε βάθος, μέσα από ανοιχτές και ευέλικτες διαδικασίες διαλόγου. Να ακουστούν οι απόψεις των μηχανικών, των πλοιάρχων, των ναυτικών ακαδημιών, των ναυτιλιακών εταιρειών, των συνδικαλιστικών φορέων, της πολιτείας και της ακαδημαϊκής κοινότητας. Όχι για να ανταλλάξουν αφορισμούς, αλλά για να κατανοήσουν τις πραγματικές αιτίες. Δεν χρειαζόμαστε άλλες ασκήσεις επί χάρτου ούτε ακόμη μία επιτροπή που θα καταλήξει σε προβλέψιμα συμπεράσματα. Χρειαζόμαστε ειλικρινή αυτοκριτική. Να αναρωτηθούμε γιατί η πυρκαγιά άρχισε να καίει τη δική μας αυλή και όχι να αναζητούμε διαρκώς ευθύνες στις αυλές των άλλων. Ίσως γιατί οι νέοι δεν απορρίπτουν τη θάλασσα. Απορρίπτουν τις συνθήκες που βλέπουν να τη συνοδεύουν.
Και όμως, ο μηχανικός του πλοίου υπήρξε διαχρονικά μια ξεχωριστή φυσιογνωμία της ελληνικής ναυτοσύνης. Αν οι ναυτικοί είναι άνθρωποι φτιαγμένοι από μέταλλο, οι μηχανικοί είναι ένα ιδιόμορφο κράμα, σφυρηλατημένο στη φωτιά, στην πίεση και στον θόρυβο του μηχανοστασίου· ένα κράμα που δύσκολα το αγγίζει η οξείδωση. Η αντοχή τους δεν είναι μόνο τεχνική. Είναι ψυχική, επαγγελματική και ανθρώπινη. Αν αυτό το κράμα αρχίσει να σπανίζει, τότε δεν θα έχουμε χάσει απλώς υποψηφίους για τις σχολές. Θα έχουμε αρχίσει να χάνουμε ένα από τα ισχυρότερα θεμέλια της ελληνικής ναυτικής παράδοσης. Και σε αυτούς τους λίγους νέους που εξακολουθούν να επιλέγουν τον δύσκολο δρόμο του μηχανικού του Εμπορικού Ναυτικού, θα τολμούσα να δώσω μία ακόμη συμβουλή. Εκτός από τα εγχειρίδια, τους κανονισμούς, τα τεχνικά βιβλία και τα ηλεκτρονικά συστήματα που θα συνοδεύουν ολόκληρη την επαγγελματική τους ζωή, ας αναζητήσουν και κείμενα που καλλιεργούν τον νου και τον χαρακτήρα. Γιατί ένας καλός μηχανικός δεν χτίζεται μόνο με τεχνικές γνώσεις· χτίζεται και με παιδεία.
Ανάμεσα σε αυτά θα ξεχώριζα τα άρθρα της κυρίας Βάσως Αρμογένη στο περιοδικό Εφοπλιστής. Είναι μια προσωπική μου εκτίμηση, τίποτε περισσότερο. Για μένα, τεύχος του Εφοπλιστή χωρίς άρθρο της Βάσως Αρμογένη μοιάζει με σπιτικό φαγητό: θρεπτικό και καλό, αλλά χωρίς εκείνο το αρωματικό μπαχαρικό που ολοκληρώνει τη γεύση.
Τα άρθρα αυτά δεν προσφέρουν απλώς πληροφορίες. Προσφέρουν εφόδια σκέψης. Και τα εφόδια της σκέψης είναι εκείνα που συνοδεύουν τον άνθρωπο πολύ περισσότερο από τις γνώσεις που απομνημόνευσε. Άλλωστε, όπως εύστοχα έχει ειπωθεί: «Παιδεία είναι αυτό που σου μένει, αφού ξεχάσεις αυτά που έμαθες στο σχολείο.»
Η ναυτιλία χρειάζεται άριστους τεχνικούς. Χρειάζεται όμως και ανθρώπους με κρίση, ιστορική μνήμη, ευαισθησία και πνευματική καλλιέργεια. Γιατί, όταν ο μηχανικός κατεβαίνει στο μηχανοστάσιο, δεν παίρνει μαζί του μόνο τα εργαλεία και τις τεχνικές του γνώσεις· παίρνει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο, την ευθύνη και τον κόσμο. Μαζί με τα εξαιρετικά ενημερωτικά φυλλάδια του ΝΕΕ και τις εικονογραφημένες εκδόσεις που συνοδεύουν την εκπαίδευσή τους, θα πρότεινα στους νέους μηχανικούς να διαβάσουν και ένα βιβλίο που δεν είναι τεχνικό εγχειρίδιο: το «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν. Όχι γιατί η ζωή στο πλοίο ταυτίζεται με τον κόσμο του βιβλίου. Κάθε άλλο. Αλλά γιατί το έργο αυτό μιλά για την αντοχή του ανθρώπου, για την αξιοπρέπεια μέσα στις αντιξοότητες και για τη δύναμη της ψυχής όταν οι συνθήκες δοκιμάζουν τα όριά της. Αυτές είναι αρετές που θα χρειαστεί κάθε άνθρωπος της θάλασσας. Για να αποφευχθούν οι παρερμηνείες, οφείλω να διευκρινίσω ότι όσα αναφέρονται τόσο στο άρθρο του αξιότιμου προέδρου όσο και στα έντυπα του ΝΕΕ τα θεωρώ, σε μεγάλο βαθμό, σωστά και χρήσιμα. Αποτελούν όμως τη μία όψη του νομίσματος, τη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού. Υπάρχει και η άλλη πλευρά. Εκείνη που σπανίως περιγράφεται με την ίδια ειλικρίνεια. Οι δυσκολίες της καθημερινότητας, η πίεση, η μοναξιά, η ευθύνη, οι συμβιβασμοί και οι αντιφάσεις ενός επαγγέλματος που δεν χωρά σε διαφημιστικά φυλλάδια. Το ναυτικό επάγγελμα δεν είναι μονόχρωμο. Δεν χωρίζεται σε άσπρο και μαύρο. Υπάρχουν αμέτρητες αποχρώσεις του γκρίζου, αλλά και στιγμές που φωτίζονται από το φως της δημιουργίας, της συναδελφικότητας και της υπερηφάνειας. Το πόσες από αυτές τις αποχρώσεις θα διακρίνει κανείς εξαρτάται από την εμπειρία, την κρίση και την ειλικρίνειά του απέναντι στην πραγματικότητα.
Γιατί, τελικά, όπως συνηθίζω να λέω: «Το σενάριο δεν αλλάζει, από όποια μεριά της αίθουσας του κινηματογράφου κι αν καθίσεις.» Αλλάζει μόνο η οπτική του θεατή.
Υστερόγραφο προς τους νέους μηχανικούς. Οι λίγοι νέοι και οι λίγες νέες που σήμερα επιλέγουν να γίνουν μηχανικοί του Εμπορικού Ναυτικού αναλαμβάνουν ένα φορτίο βαρύ. Καλούνται, μέσα από τη γνώση, την εξειδίκευση και τη διαρκή βελτίωση των υπηρεσιών τους, να υπερασπιστούν όχι μόνο τη δική τους επαγγελματική πορεία, αλλά και την ελληνικότητα και τη διαχρονική πρωτοπορία της ελληνικής ναυτιλίας στο παγκόσμιο χωριό. Θα πορευθούν σε ένα περιβάλλον αδυσώπητα ανταγωνιστικό. Θα δοκιμαστούν τεχνικά, επαγγελματικά και ανθρώπινα. Θα κριθούν πολλές φορές αυστηρά, μερικές φορές άδικα. Όμως η πραγματική αξία του μηχανικού δεν μετριέται μόνο από τις γνώσεις του. Μετριέται από την ψυχραιμία του όταν όλα γύρω του δοκιμάζονται, από την ευθύνη που αναλαμβάνει χωρίς να τη διαφημίζει και από την αξιοπρέπεια με την οποία υπηρετεί το πλοίο και τους ανθρώπους του. Εύχομαι σε όλους αυτούς τους νέους ανθρώπους, που επέλεξαν το δύσκολο μονοπάτι της θάλασσας και του μηχανοστασίου, να έχουν πάντοτε σεβασμό στον Ποσειδώνα, να κουβαλούν μέσα στην ψυχή τους τον Ήφαιστο, να καθοδηγούνται από τη σοφία της Αθηνάς και να αναζητούν το φως του Απόλλωνα Φοίβου. Και, αν μου επιτρέπεται μια πατρική συμβουλή, ας επισκέπτονται συχνά, έστω νοερά, τους Δελφούς. Εκεί όπου χαράχθηκε μια από τις σπουδαιότερες παρακαταθήκες του ελληνικού πολιτισμού: «Γνῶθι σ' αυτόν.» Να γνωρίζουν τις δυνατότητές τους, αλλά και τα όριά τους. Να μη σταματούν ποτέ να μαθαίνουν. Να αμφισβητούν πρώτα τον εαυτό τους και ύστερα τους άλλους. Εκεί βρίσκεται η αληθινή αρχή της σοφίας. Και πάνω απ' όλα, να μη λυγίσουν ποτέ από την υπερφίαλη ή κακόπιστη κριτική που συχνά συνοδεύει κάθε νέα γενιά. Κάθε εποχή πίστευε ότι οι νέοι της ήταν κατώτεροι από τους προηγούμενους. Κάθε εποχή διαψεύστηκε από εκείνους που εργάστηκαν με ήθος, επιμονή και πίστη στις δυνάμεις τους. Ας θυμούνται, τέλος, τα λόγια που αποδίδονται στον Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Οι αναντικατάστατοι βρίσκονται στα νεκροταφεία.» Η φράση αυτή δεν μειώνει την αξία κανενός ανθρώπου. Αντίθετα, υπενθυμίζει ότι καμία θέση δεν μας ανήκει για πάντα και ότι η μεγαλύτερη υποχρέωση κάθε γενιάς είναι να προετοιμάζει εκείνη που θα την διαδεχθεί. Αν οι νέοι μηχανικοί καταφέρουν να γίνουν καλύτεροι από εμάς, τότε θα έχουμε πετύχει το σημαντικότερο επίτευγμα της δικής μας γενιάς. Γιατί η μεγαλύτερη δικαίωση ενός δασκάλου, ενός συναδέλφου ή ενός παλιού ναυτικού δεν είναι να τον θυμούνται· είναι να τον ξεπεράσουν.





'
Συγχαρητήρια για το άρθρο. Το διάβασα μόλις τώρα και ας είχατε αφήσει σχόλιο στο δικό μου ιστολόγιο http://kapetanisses.blogspot.gr/2012/03/blog-post.html - πριν από μήνες. Δεν ξέρω πώς μου ξέφυγε τότε. Πάντως ήσασταν μαΐστρος δροσερός μέσα στο λιοπύρι που μας κατατρώει...
ΑπάντησηΔιαγραφή