ADS

click to open

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2023

Kalokairi 1966

.....Καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια εξήντα έξι.
Ο Αλκιβιάδης είχε ήδη αναχωρήσει για την Αθήνα και από εκεί, μαζί με τη θεία του την Ερμιόνη, θα συνέχιζε το ταξίδι για τη Μονεμβασιά. Η ιδέα είχε γεννηθεί από το Πάσχα ακόμη. Η Ερμιόνη τού είχε προτείνει να περάσουν μαζί έναν ολόκληρο μήνα στο χωριό, μακριά από τη βουή της πόλης και την καθημερινή ρουτίνα. Για τον Αλκιβιάδη η πρόταση αυτή ήταν κάτι περισσότερο από απλές καλοκαιρινές διακοπές. Ήταν μια ευκαιρία επιστροφής σε έναν τόπο που είχε ήδη αρχίσει να αποκτά ξεχωριστή θέση μέσα του. Δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό του. Ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν. Ένα καλοκαίρι διαφορετικό, γεμάτο ελευθερία, φύση και χρόνο για να περιπλανηθεί, να παρατηρήσει, να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του.
Ακόμη κουβαλούσε μέσα του τις εικόνες από το προηγούμενο Πάσχα στο χωριό του παππού του. Τις κουβέντες μαζί του, τις ιστορίες του, τις βόλτες στα μονοπάτια, τα κοπάδια, τα μελίσσια, εκείνη τη μοναδική αίσθηση ότι ανήκε κάπου βαθύτερα. Η νοσταλγία λειτουργούσε σαν γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Το χωριό δεν ήταν απλώς ένας τόπος διακοπών. Ήταν ένας χώρος μνήμης, ένας τόπος όπου οι άνθρωποι, οι ιστορίες και τα συναισθήματα είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους. Εκεί ο χρόνος έμοιαζε να κινείται διαφορετικά και η επιστροφή του έμοιαζε περισσότερο με αναζήτηση παρά με απλή μετακίνηση.
Ήταν ίσως αυτή η βαθύτερη ουσία της εφηβείας του: η ανάγκη να ανακαλύψει ποιος είναι, μέσα από τους ανθρώπους και τους τόπους που τον είχαν διαμορφώσει.
Τα μικρότερα αδέλφια του είχαν ήδη αναχωρήσει για την καλοκαιρινή παιδική κατασκήνωση. Εκείνη την εποχή οι κατασκηνώσεις αποτελούσαν έναν σημαντικό θεσμό για πολλές οικογένειες. Ήταν ένας κόσμος γεμάτος παιχνίδι, νέες φιλίες και εμπειρίες μακριά από το σπίτι, κάτι που τα παιδιά περίμεναν με ανυπομονησία κάθε καλοκαίρι.
Ο Αλκιβιάδης, όμως, βρισκόταν πια σε μια διαφορετική ηλικία. Δεν αναζητούσε μόνο παιχνίδι και ξεγνοιασιά. Αναζητούσε εμπειρίες, εικόνες και απαντήσεις που θα τον βοηθούσαν να περάσει από την παιδική ηλικία στον κόσμο των ενηλίκων.
Η Ρειχιά ήταν από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ένας τόπος ξεχωριστός. Στα χρόνια της νηπιακής του ηλικίας ήταν ο τόπος των καλοκαιρινών διακοπών, η διαμονή στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς. Εκεί όπου η αγάπη τους τον αγκάλιαζε καθημερινά μέσα από παραμύθια, λιχουδιές, χατίρια και μικρές χαρές που μόνο οι παππούδες ξέρουν να προσφέρουν. Ήταν μέρες ξεγνοιασιάς, παιχνιδιού και ανεμελιάς. Ένας κόσμος διαφορετικός από την καθημερινότητα της πόλης, όπου ο χρόνος κυλούσε πιο αργά και κάθε εμπειρία αποκτούσε μια ξεχωριστή σημασία. Αργότερα, στην εφηβεία του, επέστρεψε ξανά στη Ρειχιά και πέρασε εκεί δύο ολόκληρα καλοκαίρια. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν πια το μικρό παιδί που αναζητούσε μόνο το παιχνίδι και την προστασία των μεγάλων. Ήταν ένας έφηβος που αναζητούσε τον εαυτό του, την ελευθερία του και τη θέση του στον κόσμο. Η σχέση του με τον παππού του είχε ιδιαίτερη δύναμη. Δίπλα του ένιωθε μια αίσθηση μοναδικότητας και εσωτερικής δύναμης. Τα λόγια του, οι ιστορίες του και η αποδοχή που του έδειχνε λειτουργούσαν σαν αόρατο στήριγμα. Του έδιναν αυτοπεποίθηση και την αίσθηση ότι μπορούσε να σταθεί απέναντι στις δυσκολίες της ζωής.
Η Ρειχιά όμως δεν ήταν μόνο τα βουνά και το ορεινό τοπίο του Πάρνωνα. Ήταν και η θάλασσα Στον δρόμο προς τη Βλυχάδα, το τοπίο αλλάζει και εμφανίζεται η Ράχη. Ένα τοπίο σχεδόν απίστευτο, όπου δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πως τόσο κοντά σε αυτόν τον ορεινό οικισμό κρύβεται μια από τις πιο όμορφες παραλίες της περιοχής.
Η Βλυχάδα παρέμενε για πολλούς άγνωστη, ένα προνόμιο μόνο για εκείνους που είχαν την τύχη να τη γνωρίζουν. Δεν ήταν απλώς ένας τόπος για κολύμπι· ήταν εμπειρία. Ένα βίωμα που δύσκολα χωράει σε λέξεις. Εκεί όπου η θάλασσα λαμπύριζε κάτω από τον ήλιο, σπάζοντας το φως σε χιλιάδες μικρές αναλαμπές, το τοπίο κρατούσε ακόμη κάτι από την παλιά, μυστική του παρθενικότητα. Τα αρώματα του βουνού συναντούσαν την αρμύρα της θάλασσας. Τα μονοπάτια προς την ακρογιαλιά περνούσαν ανάμεσα από πικροδάφνες, γαλατσίδες, κιτρινοξυλιές, συκιές και σκίνα, σαν μια φυσική διαδρομή που οδηγούσε σε έναν κρυμμένο παράδεισο.
Τα καλοκαιρινά βράδια στη Βλυχάδα είχαν τη δική τους μαγεία. Όταν έπεφτε ο ήλιος, ένας γλυκός νυχτερινός αέρας κατέβαινε από τα βουνά του Ζάρακα, περνούσε πάνω από τα αμπέλια, τις ελιές, τις χαρουπιές και τις συκιές, κουβαλώντας μαζί του το άρωμα του θυμαριού. Εκείνο το άρωμα έσμιγε με τη θαλασσινή αύρα και δημιουργούσε μια αίσθηση μοναδικής γαλήνης. Κοντά στο κύμα, ο ήσυχος 
παφλασμός της θάλασσας γινόταν νανούρισμα. Ύστερα από ώρες κολύμπι και παιχνίδι στο νερό, αποκαμωμένος αλλά γεμάτος ευτυχία, άφηνε τον εαυτό του στη δροσιά της νύχτας και ένιωθε πως βρισκόταν σε έναν τόπο όπου ο χρόνος είχε σταματήσει.
Ήταν μια πολύ όμορφη και ξεχωριστή παρέα. Αρχηγός της εξόρμησης ο θείος Πέτρος. Μαζί του ο 
μικρός γιος του, ο Γιαννάκης, η γιαγιά Μαρία, η θεία Ερμιόνη και ο Αλκιβιάδης. Μια μικρή οικογενειακή ομάδα που ξεκινούσε για τη Βλυχάδα φορτωμένη με όλα τα απαραίτητα για να ζήσει μερικές μέρες δίπλα στη θάλασσα.
Κουβαλούσαν μαζί τους πατάτες, κρεμμύδια, ψωμί, ελιές, λάδι, λίγα λεμόνια, τουλουμίσιο τυρί και μια μεγάλη κατσαρόλα. Τα απλά υλικά που όμως, στα χέρια ανθρώπων μαθημένων να δημιουργούν με τα λίγα, μπορούσαν να μεταμορφωθούν σε πραγματικό γεύμα γιορτής.
Με ορμητήριο τον χαρακτηριστικό βράχο που υψωνόταν μέσα στα νερά, το σήμα κατατεθέν του πανέμορφου μυχού της Βλυχάδας, είχαν εξασφαλισμένο και το βασικό συστατικό της γιορτής τους: τα ψάρια. Ο θείος Πέτρος αναλάμβανε τον ρόλο του μάγειρα και ετοίμαζε μια αυθεντική μπουγιαμπέσα, τη μεσογειακή ψαρόσουπα που ταίριαζε απόλυτα με το τοπίο και τη στιγμή. Ο Πέτρος, σύζυγος της δεύτερης αδελφής της Ιοκάστης, ήξερε να απολαμβάνει τη ζωή με τον απλό τρόπο των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Δεν χρειάζονταν πολλά για να δημιουργηθεί μια όμορφη ανάμνηση.
Έμεναν εκεί, στην παραλία των εφηβικών του χρόνων, σε πρόχειρες κατασκευές που τις έλεγαν τσαρδιά. Μικρές καλαμένιες καλύβες, σκεπασμένες με φυλλωσιές από φτέρες για προστασία από τον ήλιο και τη βροχή. Οι πόρτες τους ήταν κουρελούδες που κρέμονταν πρόχειρα, αρκετές όμως για να δημιουργήσουν την αίσθηση ενός μικρού καταφυγίου.
Και μέσα σε αυτή την απλότητα, ανάμεσα στη θάλασσα, στα βράχια και στη μυρωδιά της φωτιάς, ο Αλκιβιάδης ζούσε εμπειρίες που θα έμεναν για πάντα χαραγμένες μέσα του. Είναι αυτές οι αναμνήσεις του η ταυτότητά του, η ιστορία του, ο σημερινός του εαυτός. Είναι εκείνες οι στιγμές που επιστρέφουν ξανά και ξανά και ζωντανεύουν μέσα του την πιο νοσταλγική εποχή του χρόνου, τότε που οι μέρες έμοιαζαν ατέλειωτες, ξέγνοιαστες και όλα έμοιαζαν πιο απλά, πιο φωτεινά, σχεδόν ιδανικά. Και βέβαια δεν έλειπαν ποτέ τα απρόοπτα. Μικρά ή μεγάλα περιστατικά που έδιναν απρόβλεπτη τροπή στις ημέρες τους και συχνά κατέληγαν σε ιστορίες που έμεναν ζωντανές στη μνήμη. Γιατί οι ευτυχισμένες στιγμές της ζωής δεν μετριούνται με τη διάρκεια του χρόνου. Δεν χωρούν σε ημερολόγια και αριθμούς· μετριούνται μόνο με το αποτύπωμα που αφήνουν μέσα μας.
Στον πάτο του γκρεμού, εκεί όπου η θάλασσα συναντούσε την ακτή, το νερό περνούσε πάνω από τα βότσαλα και εισχωρούσε στη στεριά δημιουργώντας μια μικρή, ρηχή φυσική λίμνη. Δεν ξεπερνούσε σε έκταση τα είκοσι με είκοσι πέντε μέτρα, όμως στα μάτια του έμοιαζε με έναν ολόκληρο κόσμο. Όταν τα σκούρα μπλε κύματα του πελάγους έρχονταν με δύναμη και έσπαζαν πάνω στην αμμουδιά, το νερό που εγκλωβιζόταν στη μικρή λιμνούλα παρέμενε ήρεμο, διάφανο και πρασινωπό, σαν να είχε τη δική του ξεχωριστή ζωή. Μια μικρή παραλία μέσα στην παραλία, φτιαγμένη από καθαρή άμμο και στολισμένη με μικρούς λόφους από φύκια. Άλλα είχαν ασπρίσει κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού, ενώ άλλα κρατούσαν ακόμη τη βαθιά καφετιά τους γυαλάδα. Ένας Θεός ήξερε από που είχαν ταξιδέψει αυτά τα φύκια. Σίγουρα όχι από εκεί κοντά, γιατί τα νερά ήταν τόσο καθαρά, ώστε μπορούσες να διακρίνεις ξεκάθαρα τον βυθό, τις πέτρες και κάθε μικρή κίνηση κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.
«Ο βυθός της είναι γεμάτος χέλια», του είπε ο θείος του. «Και αν ρίξεις μέσα στη λίμνη γαλατσίδες —τον φλόμο δηλαδή, με τον γαλακτώδη και δηλητηριώδη χυμό που έχουν μέσα τους, τα χέλια ζαλίζονται και ανεβαίνουν στην επιφάνεια.»
Ο Αλκιβιάδης κοίταξε την Ερμιόνη, θέλοντας να δει την εντύπωση που της είχαν κάνει τα λόγια του θείου Πέτρου. Το χαμόγελο της όμως το γνώριζε καλά. Δεν πίστευε ούτε λέξη από όσα είχε ακούσει για τα χέλια.
Κι όμως, ακόμη κι αν η ιστορία του θείου του ήταν μια από εκείνες τις υπερβολές που οι μεγαλύτεροι συνήθιζαν να λένε για να κρατούν ζωντανή τη φαντασία των νεότερων, ακόμη κι αν δεν υπήρχε ούτε ένα χέλι στον βυθό της μικρής λίμνης, εκείνος ένιωθε μια ακατανίκητη περιέργεια να το ανακαλύψει.
Ήθελε να δει με τα ίδια του τα μάτια αυτόν τον κρυμμένο κόσμο που του περιέγραφε ο θείος Πέτρος. Να βεβαιωθεί αν κάτω από τα ήρεμα, διάφανα νερά της Βλυχάδας κρυβόταν πράγματι ένας βυθός γεμάτος ζωή ή αν ήταν ακόμη μία από εκείνες τις ιστορίες που, ανεξάρτητα από την αλήθεια τους, έκαναν τον κόσμο πιο μεγάλο και πιο μυστηριώδη.
Οι πελώριοι βράχοι υψώνονταν μπροστά του επιβλητικοί. Η άγρια ομορφιά τους ήταν τέτοια που ο Αλκιβιάδης πήρε την απόφαση να ανέβει μέχρι την κορυφή τους. Από εκεί ήθελε να φτάσει στο χορταριασμένο πλάτωμα που απλωνόταν ψηλότερα, ανάμεσα σε φραγκοσυκιές, αθάνατους και αμέτρητους θάμνους από γαλατσίδες. Άρχισε να ψάχνει προσεκτικά γύρω του, αναζητώντας κάποιο πέρασμα. Για αρκετή ώρα περιπλανήθηκε χωρίς αποτέλεσμα και ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει την προσπάθεια απογοητευμένος. Την άνοιξη η πλαγιά θα πρέπει να πρασίνιζε από τη βλάστηση, όμως τώρα, μέσα στο καλοκαίρι, το χώμα ήταν ξερό, σκληρό και αφιλόξενο, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει μακριά κάθε ανεπιθύμητο επισκέπτη. Κι όμως, λίγο πριν τα παρατήσει, το βλέμμα του στάθηκε σε ένα λεπτό, φιδογυριστό σημάδι πάνω στη γη. Ένα κομμάτι εδάφους που έμοιαζε πατημένο από ανθρώπινα βήματα. Ίσως ήταν ένα παλιό μονοπάτι, ξεχασμένο από τον χρόνο, που οι χειμωνιάτικες νεροποντές και η διάβρωση των χρόνων είχαν αλλοιώσει μέχρι να κινδυνεύσει να χαθεί για πάντα. Ήταν ένα μονοπάτι κακοτράχαλο, απότομο και δύσκολο. Ένα μονοπάτι που, όπως θα έλεγε και ο ίδιος αργότερα, αν δεν το ήθελες μία φορά, εκείνο δεν σε ήθελε δέκα.
Παρόλα αυτά, δεν έκανε πίσω. Κοίταξε την ανηφορική διαδρομή και αποφάσισε πως άξιζε την προσπάθεια. Θα το ακολουθούσε. Σκαρφαλώνει λίγο ψηλότερα, σε μια άλλη γυαλιστερή εσοχή του παραλιακού γκρεμού, και αρχίζει να ψάχνει ανάμεσα στα βράχια και στους θάμνους, αναζητώντας εκείνα τα «μαγικά» φυτά που, σύμφωνα με την ιστορία του θείου του, θα έβγαζαν τα χέλια από τις κρυψώνες τους. Κάτω χαμηλά, στην αμμουδιά, η φιγούρα της Ερμιόνης πηγαινοερχόταν ανήσυχη. Έτρεχε πέρα δώθε κοιτάζοντας προς το μέρος του, ενώ η φωνή της, αδύναμη από την απόσταση, έφτανε μέχρι τ’ αυτιά του.
«Πρόσεχε!» του φώναζε. «Πρόσεχε πού πατούν τα πόδια σου!»
«Εντάξει, εντάξει! Καλά, ντε! Μη φωνάζεις! Προσέχω!» της απάντησε ο Αλκιβιάδης, περισσότερο για να την καθησυχάσει παρά γιατί είχε πραγματικά αντιληφθεί τον κίνδυνο. Τώρα η αμμουδιά είχε μείνει χαμηλά κάτω από τα πόδια του. Οι αγωνιώδεις φωνές της Ερμιόνης ακούγονταν καθαρά, μα έφταναν σαν από μακρινό σημείο. Εκείνος είχε απορροφηθεί από την αναζήτησή του, από την περιέργεια να ανακαλύψει αυτόν τον μικρό θησαυρό που έκρυβε ο βράχος.
Ξαφνικά όμως το έδαφος κάτω από το πόδι του υποχώρησε. Οι ρίζες ενός θάμνου, ξεραμένες και αδύναμες, δεν άντεξαν το βάρος του. Ο κύκλος της ζωής τους είχε τελειώσει και μαζί τους παρασύρθηκε ένα κομμάτι από το λεπτό στρώμα χώματος που τον κρατούσε. Για μια στιγμή ο κόσμος που νόμιζε σταθερό αποδείχτηκε εύθραυστος. Έχασε τη στήριξή του.
Οι πέτρες άρχισαν να κατρακυλούν μαζί του στην απότομη πλαγιά. Τα χέρια του τεντώθηκαν απελπισμένα, ψάχνοντας κάτι να πιαστούν, όμως η γη γλιστρούσε κάτω από τα δάχτυλά του. Για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσε πως ολόκληρος ο γκρεμός τον παρέσερνε. Και ύστερα σταμάτησε.
Με μια πνιχτή ανάσα πόνου βρέθηκε πεσμένος πάνω σε πουρνάρια και αγκάθια. Το σώμα του πονούσε, τα ρούχα του είχαν σκιστεί και η ανάσα του έβγαινε βαριά.
Όμως δεν φώναξε. Ο εγωισμός του, η ντροπή του που είχε τρομάξει τους άλλους, αλλά και η εφηβική του περηφάνια δεν τον άφησαν να βγάλει ούτε έναν ήχο. Έμεινε για λίγο ακίνητος, προσπαθώντας να καταλάβει αν ήταν πραγματικά καλά. Και τότε άκουσε ξανά τη φωνή της Ερμιόνης.
«Αλκιβιάδη! Είσαι καλά;» Η Ερμιόνη από κάτω τον κοιτούσε παγωμένη, με μια έκφραση όπου μπλέκονταν η αγωνία, η έκπληξη και ο τρόμος. Για μια στιγμή ένιωσε σαν να την είχε χτυπήσει αστροπελέκι. Όλο της το σώμα μούδιασε. Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε αποσβολωμένος, σαν χάννος. Προσπάθησε να χαμογελάσει, όμως ένιωθε το στόμα του βαρύ και μουδιασμένο, όπως τότε που είχε χτυπήσει την κάτω σιαγόνα του πέφτοντας με το ποδήλατό του στον εποχιακό λάκκο του παράδρομου της εθνικής οδού, στη διαδρομή από τα Καμένα Βούρλα προς τον Άγιο Κωνσταντίνο.
Κι όμως χαμογέλασε. Κατάφερε τουλάχιστον να διπλώσει τα χείλη του σε κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο, μια προσπάθεια περισσότερο να την καθησυχάσει παρά να εκφράσει πραγματική ανεμελιά. Ο πόνος ερχόταν σαν μικρές βελόνες σε όλο του το σώμα, αλλά περισσότερο τον ένοιαζε να ηρεμήσει την Ερμιόνη, να τη βοηθήσει να ξεφύγει από τις τρομακτικές σκέψεις που είχαν πλημμυρίσει το μυαλό της.Έμεινε όσο πιο πίσω μπορούσε από την άκρη του γκρεμού. Του φάνηκε η πιο συνετή κίνηση.
Για λίγο επικράτησε απόλυτη σιγή. Ήταν σαν ακόμη και ο παφλασμός της θάλασσας να είχε χαμηλώσει, σαν η φύση ολόκληρη να είχε σταματήσει για μια στιγμή να παρακολουθεί.
Την κοίταξε, ενώ προσπαθούσε να επαναφέρει την αναπνοή του σε κανονικό ρυθμό. Η Ερμιόνη τον πλησίασε με μεγάλες δρασκελιές. Ο ήχος των βημάτων της πάνω στα χαλίκια της παραλίας ήταν ο μοναδικός ήχος μέσα σε εκείνη τη βαριά σιωπή. Στάθηκε ακριβώς μπροστά του.
Κατά βάθος ο Αλκιβιάδης περίμενε τα πάντα. Περίμενε ένα χαστούκι. Περίμενε να ξεσπάσει, να χτυπήσει τις γροθιές της στο στήθος του από τον φόβο και τον θυμό της. Περίμενε μια μεγάλη σκηνή, ένα ξέσπασμα που ίσως και να ένιωθε πως το άξιζε.
Περίμενε επίπληξη. Δεν περίμενε όμως αυτό που είδε στο πρόσωπό της. «Ερμιόνη...» είπε.
Μα για μια στιγμή δεν ήξερε πώς να συνεχίσει. Η φωνή του κόλλησε στον λαιμό του. Έπειτα προσπάθησε ξανά.
«Ερμιόνη... μη μου φωνάξεις. Ηρέμησε. Γλίστρησα μόνο. Είμαι καλά. Το βλέπεις;»
Για ένα-δυο δευτερόλεπτα φάνηκε σαν να τον επηρέασε η δική της αντίδραση. Σαν να φοβήθηκε περισσότερο την αγωνία της παρά την πτώση του. Όμως αυτό κράτησε ελάχιστα. Η Ερμιόνη ήταν ακόμη αναστατωμένη. Ο φόβος που είχε νιώσει πριν λίγο είχε μετατραπεί σε θυμό.
«Είχε μαλλιάσει η γλώσσα μου να σου λέω να μην επιχειρήσεις να ανέβεις στον βράχο! Είσαι αγύριστο κεφάλι! Δεν ακούς κανέναν!» Τα λόγια της έβγαιναν γρήγορα, σχεδόν χωρίς να τα ελέγχει. Τώρα που τον έβλεπε μπροστά της όρθιο, αρτιμελή, με λίγους μόνο μώλωπες, όλη η ένταση που είχε συσσωρευτεί μέσα της ζητούσε διέξοδο. Ήθελε να τον μαλώσει. Να τον βρίσει. Να τον ταρακουνήσει για να καταλάβει πόσο πολύ την είχε τρομάξει. Για μια στιγμή ένιωσε την παρόρμηση να τον χτυπήσει από τον θυμό και την ανακούφιση μαζί.
Δεν έκανε τίποτα από όλα αυτά.
Ο Αλκιβιάδης προσπάθησε να περιορίσει την έντασή της. «Ηρέμησε, σε παρακαλώ. Μπορεί να έκανα λάθος υπολογισμό στο μονοπάτι. Το  παραδέχομαι. Έχεις δίκιο.»
Η Ερμιόνη κοίταξε πρώτα τα χέρια του, μετά το πρόσωπό του, ψάχνοντας σημάδια που ίσως δεν είχε προσέξει. Το βλέμμα της μαλάκωσε για μια στιγμή. Και τότε, μέσα στην ησυχία της παραλίας, ακούστηκε ένας βαθύς αναστεναγμός. Ήταν εκείνος ο αναστεναγμός που δεν βγαίνει από κούραση, αλλά από ανακούφιση. Ο αναστεναγμός του ανθρώπου που μόλις κατάλαβε ότι η μεγάλη συμφορά πέρασε και ότι αυτό που φοβήθηκε περισσότερο δεν έγινε πραγματικότητα.
Οι δύσκολες στιγμές φεύγουν τελικά όπως μια ξαφνική καλοκαιρινή νεροποντή. Έρχονται απότομα, σαρώνουν τα πάντα και ύστερα αφήνουν πίσω τους μια παράξενη ηρεμία.
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε συγκαταβατικά, με εκείνο το παιδικό του ύφος που χρησιμοποιούσε όταν ήθελε να ξεφορτώσει μια δύσκολη κατάσταση. Προσπάθησε να αποφορτίσει το κλίμα, να τη μαλακώσει.
«Σταμάτα να φωνάζεις και άκουσέ με. Σ’ αγαπώ, θειούλα μου. Σε λατρεύω. Ηρέμησε, σε παρακαλώ.»
Και τότε η Ερμιόνη, παρά τον θυμό της, δεν μπόρεσε να κρύψει πως η καρδιά της είχε ήδη ηρεμήσει.
Πίσω στη Λαμία στη γειτονιά τους, στο ρέμα, εκείνον τον Αύγουστο επικρατούσε η γνωστή καλοκαιρινή χαλάρωση. Ο Λυκούργος βρισκόταν στην Υπάτη, καθώς η εταιρεία όπου εργαζόταν είχε αναλάβει μια μεγάλη επαγγελματική οικοδομή. Τα κορίτσια τους είχαν επίσης φύγει για καλοκαιρινές 
διακοπές, κοντά στους γονείς του Λυκούργου στην Ευρυτανία.
Από την παλιά παρέα είχαν μείνει πίσω στο ρέμα μόνο η Πανδώρα, η Ιοκάστη και ο Κλέαρχος.
Το εργοστασιακό συγκρότημα όπου εργάζονταν βρισκόταν σε προσωρινή παύση λειτουργίας, περιμένοντας τη νέα σοδειά του βαμβακιού και των ορυζώνων. Η Ιοκάστη είχε επιστρέψει περιστασιακά σε δουλειές σε σπίτια για να συμπληρώνει το εισόδημα, ενώ ο Κλέαρχος, όπως συνήθως, παρέμενε το μεγαλύτερο διάστημα χωρίς σταθερή εργασία. Τον τελευταίο καιρό, όμως, τον ταλαιπωρούσαν έντονοι πόνοι από κολικό του νεφρού. Όταν εμφανίστηκαν ξανά τα ύποπτα συμπτώματα, χρειάστηκε φαρμακευτική αγωγή και κρίθηκε απαραίτητη η εισαγωγή του σε κλινική για παρακολούθηση και θεραπεία. Όταν η Ιοκάστη έφυγε από το νοσηλευτικό ίδρυμα, ο Κλέαρχος, όπως έλεγαν στη γειτονιά, «έμεινε σε καλά χέρια».
Και τότε άρχισαν οι γνωστές ψιθυριστές ιστορίες.
Κάποιοι ισχυρίζονταν πως μια νοσοκόμα της βάρδιας, η Νύμφω, ήταν παλιά γνώριμη του Κλέαρχου. 
Μάλιστα, όπως διηγούνταν με το απαραίτητο χαμόγελο οι «καλοθελητές», είχε βρει λέει και τη λύση για να βοηθήσει τον οργανισμό να απαλλαγεί ευκολότερα από τις πέτρες. Η μέθοδος αυτή, σύμφωνα πάντα με τις φήμες, δεν ήταν άλλη από μια ιδιαίτερα... ευχάριστη θεραπευτική αγωγή. Φυσικά, κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει αν όλα αυτά είχαν βάση ή αν ήταν απλώς ένα ακόμη από τα πολλά πειράγματα της γειτονιάς. Όμως ο Κλέαρχος ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που ποτέ δεν περνούσαν απαρατήρητοι. Είχε μια παρουσία που τραβούσε τα βλέμματα και μια φήμη που συχνά μεγάλωνε περισσότερο από την πραγματικότητα. Στο ρέμα, άλλωστε, οι ιστορίες ταξίδευαν γρηγορότερα από τα νέα.
Γυρίζοντας η Ιοκάστη στο σπίτι, ήταν ένα όμορφο αυγουστιάτικο βράδυ. Τα φυτά στις γύρω αυλές σκόρπιζαν σαν βάλσαμο τις ευωδιές τους, τα αστέρια ψηλά χάραζαν αθόρυβα την τροχιά τους και το λιγοστό νερό στο ρέμα κυλούσε αργά, ψιθυριστά, σαν να μιλούσε στις ψυχές των ανθρώπων.
Βορειοδυτικά του σπιτιού υπήρχε ένα κατηφορικό πλάτωμα που έφτανε μέχρι την πλούσια βλάστηση της υπερυψωμένης όχθης του ρέματος. Δεκάδες δέντρα, συκιές, ευκάλυπτοι και ακακίες, δημιουργούσαν ένα μικρό δάσος, κυριολεκτικά δίπλα στα σπίτια. Εκεί κούρνιαζαν οι καρακάξες με τα εντυπωσιακά ιριδίζοντα φτερά τους, τις μεταλλικές πράσινες και κυανές ανταύγειες, και τα διαπεραστικά καλέσματα τους. Ανάμεσα στα κλαδιά ακούγονταν σπουργίτια μέσα σε ένα ατέλειωτο πανηγύρι ήχων, ενώ κάπου πιο μακριά, οι κουκουβάγιες έδιναν τη δική τους νυχτερινή παρουσία.
Μια τέτοια βραδιά έκρυβε μέσα της την υπόσχεση μιας καινούργιας ηλιόλουστης μέρας. Μιας μέρας γεμάτης ξεγνοιασιά, χαρές και μικρές περιπέτειες που περίμεναν να εμφανιστούν. Η Ιοκάστη, όμως, ένιωθε εξαντλημένη. Το μόνο που ήθελε ήταν ένα χαλαρωτικό ντους. Στάθηκε απέναντι από τον καθρέφτη και κοίταξε το πρόσωπό της. Ένα πρόσωπο κουρασμένο, βαρύ, με μια θλίψη που δεν ήξερε πότε είχε εγκατασταθεί μέσα του. Δεν θυμόταν από πότε είχε γίνει έτσι. Ήταν σαν να είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που αναγνώριζε τον εαυτό της. Για μια στιγμή άφησε τις σκέψεις να την παρασύρουν. Ύστερα σταμάτησε. Δεν της άρεσε πια να σκέφτεται υπερβολικά. Ήθελε μόνο να ζει τις στιγμές. Παλιά σκεφτόταν συνεχώς. Ζύγιζε κάθε πράξη, κάθε απόφαση, κάθε πιθανή συνέπεια. Ίσως, πίστευε τώρα, αυτή η αδιάκοπη σκέψη να ήταν εκείνη που την άλλαξε και την έφερε στη σημερινή της
κατάσταση. 
Πήρε μια βαθιά ανάσα. Έβγαλε τα ρούχα της, τα δίπλωσε προσεκτικά και τα άφησε στο καλάθι των άπλυτων. Ύστερα άνοιξε το ντους. Μετά από μια ημέρα γεμάτη ένταση προσπαθούσε να κρατήσει μέσα της μια πιο θετική ματιά για τη ζωή.
«Δεν χρειάζεται να φοράς ροζ γυαλιά κάθε στιγμή για να βλέπεις τα καλά της ζωής. Αρκεί να σκέφτεσαι θετικά και ίσως τότε το σύμπαν να βρει έναν τρόπο να σου φέρει αυτό που ζητάς», ψιθύρισε στον εαυτό της. Ρύθμισε το νερό στη θερμοκρασία που της άρεσε και μπήκε κάτω από το ντους. Άπλωσε το αφρόλουτρο στο σώμα της και άφησε την αίσθηση της ζεστασιάς και της καθαριότητας να
σβήσει λίγο την κούραση της ημέρας. Για λίγες στιγμές υπήρχε μόνο εκείνη, το νερό και η σιωπή.
Τα χέρια της κινούνταν αργά, μηχανικά, σαν μια προσπάθεια να ξαναβρεί την επαφή με τον ίδιο της τον εαυτό. Τότε, μέσα στη σιωπή, σαν να άκουσε τη φωνή της Πανδώρας.
«Χτύπησε κανείς την πόρτα μου;» ρώτησε.
Δεν έβρισκε το μπουρνούζι της. Άρπαξε μια απαλή λευκή πετσέτα, τύλιξε το σώμα της και πρόχειρα μια δεύτερη στα μαλλιά της. Ύστερα κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Ανοίγοντάς την,βρέθηκε απέναντι στην Πανδώρα. Φορούσε ένα εφαρμοστό μαύρο καλοκαιρινό μπλουζάκι και ένα μαύρο κολάν που τόνιζε τη σιλουέτα της. Κρατούσε στο χέρι ένα μπουκάλι κρασί και είχε εκείνη τη γνώριμη, αλέγρα διάθεση που την έκανε πάντα να μοιάζει σαν να έφερνε μαζί της 
λίγο περισσότερο φως στον χώρο.
Η Ιοκάστη ένιωσε μια μικρή ενόχληση. Δεν της άρεσε που η επίσκεψη ερχόταν ακριβώς εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν άφησε να φανεί.
«Κορίτσαρε!» είπε η Πανδώρα με το χαρακτηριστικό της ύφος. «Συγγνώμη που σε διακόπτω, αλλά μήπως χάσατε κάποια κοπέλα; Αδύνατη, κοκκινομάλλα, με βιολετί μάτια; Έχει και πολύ εκφραστικό πρόσωπο. Μου είπαν πως την περιμένατε να έρθει να σας διώξει τη μοναξιά.»
Η Ιοκάστη την κοίταξε για 
μια στιγμή χωρίς να απαντήσει. Ύστερα άνοιξε περισσότερο την πόρτα και της έκανε χώρο να περάσει. Μάλλον απρόθυμα, για να είμαστε ειλικρινείς. Ήξερε την Πανδώρα. Ήταν άνθρωπος με 
αστείρευτη περιέργεια, πάντα αναζητούσε μια κουβέντα, μια παρέα, μια αφορμή να μοιραστεί σκέψεις και ιστορίες. Η ίδια όμως εκείνη τη βραδιά δεν ένιωθε μοναξιά.
Ήθελε απλώς να μείνει μόνη

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Ο λόφος του Αγίου Λουκά!
.....

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button