Bouboutselia (Panagitsa) 1957
.Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που το παρελθόν εισβάλλει ορμητικά στο παρόν. Λειτουργεί σαν ένα αόρατο κλειδί που ξεκλειδώνει κλειστές πόρτες της μνήμης και μας θυμίζει πως τίποτε δεν χάνεται πραγματικά· απλώς μεταμορφώνεται σε ανάμνηση που μας συνοδεύει σιωπηλά στο πέρασμα των χρόνων. Είναι οι στιγμές που διαλύουν την ομίχλη της λήθης. Οι αναμνήσεις δεν έρχονται όταν τις καλούμε, αλλά όταν εκείνες το αποφασίσουν. Ξεσπούν ξαφνικά, με ορμή, παρασύροντας εικόνες, πρόσωπα, μυρωδιές και συναισθήματα που πιστεύαμε πως είχαν χαθεί για πάντα. Και τότε αντιλαμβανόμαστε πως δεν έφυγαν ποτέ· έμειναν καταχωνιασμένα στις πιο βαθιές γωνιές της ψυχής, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να ξαναζωντανέψουν.
Τελευταίος Χρόνος στα Κουλέντα!.....
Ήταν καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια πενήντα επτά κι εκείνος ήταν μόλις επτά χρονών.
Οι αναμνήσεις από εκείνο το θλιμμένο καλοκαιρινό απόγευμα δεν του φέρνουν χαρά, αλλά έναν γλυκόπικρο πόνο. Έναν πόνο παράξενα γλυκό, γιατί τον ταξιδεύει στα περασμένα, σε μια στιγμή που χάθηκε για πάντα, μα εξακολουθεί να ζει ολοζώντανη μέσα του. Έτσι είναι οι αληθινές μνήμες· πονάνε, αλλά δεν θα τις αντάλλασσες με καμία λησμονιά.Το τοπίο προβάλλει μπροστά του τόσο οικείο, σαν να μην πέρασε ούτε μία μέρα. Στη βορειοανατολική πλευρά της αυλής του σπιτιού τους υψώνονταν δυο αιωνόβιες ελιές, με κορμούς τόσο μεγάλους που ένα παιδί αδυνατούσε να τους αγκαλιάσει. Ήταν δέντρα που έμοιαζαν να κουβαλούν πάνω τους ολόκληρη την ιστορία του τόπου. Στη ρίζα τους ήταν αγριελιές, σημάδι της αρχέγονης καταγωγής τους, πριν τις εξημερώσει ο άνθρωπος και τις μεταμορφώσει σε καρποφόρες ελιές. Ο κορμός της μιας ήταν πραγματικό δημιούργημα του χρόνου. Εξωτερικά εντυπωσίαζε με τα βαθιά του αυλάκια, ενώ στο εσωτερικό του ήταν κούφιος. Το καρδιόξυλο του είχε σαπίσει ύστερα από εκατοντάδες χρόνια ζωής, αφήνοντας μια φυσική κοιλότητα, μια μικρή σπηλιά, σμιλεμένη αργά και υπομονετικά από τον χρόνο. Εκεί, μέσα σ' εκείνη τη φυσική φωλιά, είχε βρει το καταφύγιό του ο άγρυπνος φύλακας του σπιτιού. Ένα θαυμάσιο θηλυκό κυνηγόσκυλο, λευκό με καστανέρυθρες πινελιές στο τρίχωμά του. Ήταν ένα αγγλικό Σέττερ.
Η Μπέττυ.
Ένας σκύλος χαρισματικός
Απ’ όταν θυμάται τον εαυτό του, θυμάται και τη Μπέτη. Μεγάλωναν μαζί, σχεδόν σαν δυο παιδιά της ίδιας οικογένειας. Μαζί της έμαθε να δίνει και να δέχεται αγάπη χωρίς όρους, να χαίρεται τη συντροφιά, να εμπιστεύεται και να δένεται με αφοσίωση. Ανάμεσά τους υπήρχαν όλα εκείνα τα απλά αλλά πολύτιμα συστατικά που γεννούν μια αληθινή φιλία. Όποιος έχει μεγαλώσει με έναν σκύλο γνωρίζει πως δύσκολα συγκρίνεται αυτή η σχέση με οποιαδήποτε άλλη. Είναι ένας δεσμός σιωπηλός, που δεν χρειάζεται λόγια για να εκφραστεί. Ένα βλέμμα, ένα χάδι, ένα κάλεσμα αρκούν για να ειπωθούν όσα οι άνθρωποι συχνά δυσκολεύονται να πουν μεταξύ τους. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί ψυχίατροι υποστηρίζουν πως ο σκύλος αποτελεί τον ομφάλιο λώρο που μας συνδέει με την άδολη παιδική μας φύση, με τον αρχέγονο εαυτό μας και τις βαθύτερες ρίζες της ύπαρξής μας. Κι όσο περισσότερο ο άνθρωπος απομακρύνεται από τη φύση, τόσο περισσότερο φαίνεται να χρειάζεται την παρουσία των ζώων. Είναι σαν να του θυμίζουν την απλότητα, την πίστη και την αρμονία που ο ίδιος συχνά λησμονεί.
Για τον μικρό Αλκιβιάδη, η Μπέτη ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένας σκύλος. Ήταν η πρώτη του φίλη, η σιωπηλή του συντροφιά, ο ακούραστος φύλακας του σπιτιού και των παιδικών του χρόνων. Ήταν ένα κομμάτι της οικογένειας, τόσο φυσικό και αναπόσπαστο όσο οι αιωνόβιες ελιές της αυλής, το χώμα που πατούσε ξυπόλυτος και ο αέρας που κατέβαινε από τις πλαγιές του Πάρνωνα.
Ο Άργος και η Μπέτη
Το συγκλονιστικότερο ίσως παράδειγμα της αφοσίωσης ενός σκύλου που έχει διασωθεί στη λογοτεχνία βρίσκεται στην Οδύσσεια του Ομήρου. Είναι ο Άργος, ο πιστός σκύλος του Οδυσσέα. Είκοσι ολόκληρα χρόνια περίμενε τον αφέντη του. Κι όταν εκείνος γύρισε στην Ιθάκη μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο, χωρίς να τον αναγνωρίσει κανένας άνθρωπος, ο Άργος ήταν ο μόνος που τον γνώρισε αμέσως.
Δεν είχε πια τη δύναμη να τρέξει κοντά του. Σήκωσε μόνο το κεφάλι, κούνησε αδύναμα την ουρά και, αφού αντάλλαξαν μια σιωπηλή ματιά γεμάτη αναγνώριση, άφησε την τελευταία του πνοή. Δεν αναγνώρισε μονάχα ο σκύλος τον κύριό του· αναγνώρισαν ο ένας τον άλλον. Μια στιγμή που ο Όμηρος ύψωσε σε σύμβολο της πίστης, της μνήμης και της αγάπης που δεν αλλοιώνεται από τον χρόνο.
Ίσως γι' αυτό κάθε άνθρωπος που είχε την τύχη να αγαπηθεί από έναν σκύλο, διαβάζοντας αυτή τη σκηνή, νιώθει πως αναγνωρίζει ένα κομμάτι της δικής του ζωής.
Κάπως έτσι ήταν και η Μπέτη. Όχι ένας απλός σκύλος του σπιτιού, αλλά ένα μέλος της οικογένειας. Μια σιωπηλή παρουσία που μεγάλωσε δίπλα του, φύλαξε τα παιδικά του χρόνια και χάραξε μέσα του την πρώτη αίσθηση της απόλυτης αφοσίωσης.
Η Μπέτη
Η Μπέτη ήταν ένας σκύλος με ξεχωριστό χαρακτήρα. Πανέξυπνη, σε σημείο να τη λες πανούργα, γενναία, ζωηρή, αξιόπιστη και τρυφερή. Διέθετε εκείνη τη σπάνια ευφυΐα που δεν φαινόταν μόνο στις κινήσεις της, αλλά κυρίως στον τρόπο που αντιλαμβανόταν τους ανθρώπους και τον κόσμο γύρω της.
Ήταν ένα εξαίρετο κυνηγόσκυλο, πλασμένο για την ύπαιθρο, μα πάνω απ' όλα ήταν ένας ανεκτίμητος σύντροφος για την οικογένειά μας. Άγρυπνη φρουρός του σπιτιού, αντιλαμβανόταν κάθε ξένο βήμα πολύ πριν φανεί στην αυλή. Με το πρώτο ύποπτο πλησίασμα υψωνόταν επιβλητική και το γάβγισμα της προειδοποιούσε πως ο χώρος φυλασσόταν.
Γνήσιο τέκνο της Ιρλανδίας, ένα λευκό και κόκκινο Σέτερ με αδάμαστο ταμπεραμέντο, συνδύαζε τη δύναμη με την ευγένεια. Στο κυνήγι γινόταν ακούραστη και αποφασιστική· στο σπίτι όμως μεταμορφωνόταν σε μια τρυφερή παρουσία, που ζητούσε ένα χάδι, ακολουθούσε τα παιδιά σε κάθε τους παιχνίδι και στεκόταν δίπλα τους με μια αφοσίωση που δύσκολα περιγράφεται με λόγια.
Δεν ήταν απλώς ένα κατοικίδιο. Ήταν μέλος της οικογένειας. Ένας σιωπηλός φύλακας, ένας πιστός φίλος, μια παρουσία που γέμιζε το σπίτι ασφάλεια και την παιδική του ηλικία με μια αγάπη ανιδιοτελή, από εκείνες που μόνο ένας σκύλος μπορεί να προσφέρει.
Αυτό το υπέροχο σκυλί γεννούσε στην ψυχή του συναισθήματα βαθιάς γαλήνης και ανείπωτης χαράς. Δεν θυμάται μόνο τη συντροφιά της· θυμάται κυρίως την ασφάλεια που ένιωθε δίπλα της, εκείνη τη σιωπηλή βεβαιότητα που μόνο ένας πιστός σκύλος μπορεί να χαρίσει σ' ένα παιδί.
Μαζί μοιράζονταν τη φύση. Περιδιάβαιναν πλάι πλάι τα άγρια χορτάρια της άνοιξης, όταν η γη φορούσε τα γιορτινά της και οι μυρωδιές των λουλουδιών πλημμύριζαν τον αέρα. Πάνω από τα κεφάλια τους τα χελιδόνια έσκιζαν τον γαλανό ουρανό, ενώ μέλισσες, σφήκες και χρυσοπράσινες μύγες βούιζαν ασταμάτητα πάνω από τις παπαρούνες και τα πολύχρωμα αγριολούλουδα, που ξεπρόβαλλαν ανάμεσα στο μονότονο πράσινο των χωραφιών και λικνίζονταν απαλά στο ανάλαφρο αεράκι. Ανέμελοι και ελεύθεροι έτρεχαν οι δυο τους στους μικρούς διάσπαρτους αγρούς, χαμένους μέσα στο πολύπλοκο ανάγλυφο των λόφων, μακριά από κάθε θόρυβο του κόσμου. Περιπλανιούνταν στο ρουμάνι του Μεγάλου Ρέματος, ανάμεσα στα σκίνα και τις πυκνές πουρναριές με το βαθύ τους πράσινο, στις κουμαριές που μένουν καταπράσινες χειμώνα και καλοκαίρι, ώσπου το φθινόπωρο στολίζονται με τα κατακόκκινα κούμαρα τους, σαν μικρές φλόγες ζωής μέσα στην αγριάδα του τόπου.
Σήμερα, κάθε φορά που η μνήμη του ανασαίνει ξανά εκείνες τις μυρωδιές, εκείνη την απεραντοσύνη του τοπίου και τη σιωπή της λακωνικής γης, όλα μοιάζουν να ξεπροβάλλουν μέσα από μια λεπτή ομίχλη. Σαν σκιές αγαπημένες που δεν ζητούν να επιστρέψουν, αλλά μόνο να τον αγκαλιάσουν για μια στιγμή. Και τότε νιώθει πως εκείνα τα παιδικά χρόνια δεν χάθηκαν ποτέ· εξακολουθούν να ζουν μέσα του, μαζί με τη Μπέτη, κάτω από τον ίδιο ουρανό, στις ίδιες πλαγιές, εκεί όπου η ψυχή ενός παιδιού έμαθε τι θα πει αγάπη χωρίς λόγια.
Ο χρόνος κυλούσε αθόρυβα. Η νύχτα υποχωρούσε σιγά σιγά και το πρώτο φως της ημέρας απλωνόταν πάνω στους λόφους και στις ρεματιές. Τα άστρα είχαν πια σβήσει και το φεγγάρι είχε χαθεί, παραδίδοντας τον ουρανό στην αυγή. Κάθε πρωί ξεκινούσαν μαζί για το σχολείο. Παιδί και σκύλος. Ακολουθούσαν το στενό μονοπάτι που, φιδογυρίζοντας ανάμεσα στα μικρά πλατώματα της ανατολικής πλαγιάς του οικισμού, κατηφόριζε στο Μεγάλο Ρέμα. Εκεί, στις όχθες του, απλωνόταν μια μικρή επίπεδη αμμουδιά. Τα ορμητικά νερά των χειμωνιάτικων βροχών είχαν ξεπλύνει το χώμα και είχαν φέρει στην επιφάνεια κάτασπρα χαλίκια, που άστραφταν κάθε πρωί κάτω από τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Από εκεί περνούσε ο δρόμος που οδηγούσε στις ανηφόρες της δυτικής πλαγιάς, με προορισμό το χωριό και το σχολείο.
Η Μπέτη όμως δεν προχωρούσε ποτέ πιο πέρα. Έφθανε πάντοτε ως την άκρη της αμμουδιάς, στεκόταν ακίνητη και καθόταν ήσυχα στα πίσω της πόδια. Δεν χρειαζόταν καμία εντολή. Είχε ορίσει μόνη της το σημείο όπου τελείωνε η συνοδεία της. Από εκεί και πέρα άρχιζε ο δρόμος του μικρού της φίλου.
Έμενε ακίνητη και τον παρακολουθούσε να απομακρύνεται. Τα μάτια της τον συνόδευαν ώσπου να χαθεί πίσω από τη ράχη της απέναντι πλαγιάς. Μόνο τότε σηκωνόταν αργά, γύριζε την πλάτη και έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής προς την αυλή του σπιτιού.
Είχε χαράξει μέσα της, με μια σχεδόν ανεξήγητη ακρίβεια, το σημείο του καθημερινού αποχαιρετισμού. Δεν το ξεπερνούσε ποτέ.
Σήμερα, τόσες δεκαετίες αργότερα, εκείνη η εικόνα παραμένει ολοζώντανη μέσα του. Ένα παιδί που ανηφορίζει για το σχολείο και, πίσω του, ένας σκύλος να το ξεπροβοδίζει σιωπηλά, με το βλέμμα γεμάτο εμπιστοσύνη και αγάπη.
Τι ομορφιά…
Τι ανεπιτήδευτη, σχεδόν μαγική, μορφή αφοσίωσης....
«Είχε προσδιορίσει, με τον δικό της αλάνθαστο τρόπο, το σημείο του καθημερινού αποχαιρετισμού.»
Γιατί δεν επρόκειτο για μια τυχαία στάση. Ήταν μια ιεροτελεστία που επαναλαμβανόταν κάθε πρωί.
Η Μπέτη δεν περιμένει να της πει κάποιος να γυρίσει. Περιμένει μέχρι να χαθεί το παιδί από το οπτικό της πεδίο. Μόνο τότε επιστρέφει. Είναι σαν να λέει: «Από εδώ και πέρα ο δρόμος είναι δικός σου. Εγώ θα είμαι εδώ όταν γυρίσεις.»
Ένα χειμωνιάτικο πρωινό συνέβη κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ άλλοτε. Η Μπέτη δεν βρισκόταν στην αυλή. Δεν ήταν εκεί για να τον συνοδέψει στον δρόμο για το σχολείο. Στην αρχή απόρησε. Έπειτα ανησύχησε. Ήταν κάτι αφύσικο, κάτι παράξενα ασυνήθιστο. Η Μπέτη δεν έλειπε ποτέ από το πρωινό τους ξεκίνημα. Ήταν πάντοτε εκεί, πριν ακόμη ανοίξει η πόρτα του σπιτιού, έτοιμη να τον ακολουθήσει ως το γνώριμο σημείο του αποχαιρετισμού. Η νύχτα που είχε προηγηθεί ήταν σκοτεινή και άγρια. Από το βράδυ ακόμη η καταιγίδα δυνάμωνε ασταμάτητα. Ο άνεμος λυσσομανούσε στις πλαγιές, σφύριζε μέσα από τις χαράδρες και χτυπούσε με ορμή τις στέγες και τα δέντρα του μικρού οικισμού. Κατά τα μεσάνυχτα η μανία του είχε κορυφωθεί. Το πρωί ξημέρωσε βαρύ και μουντό. Ένας ουρανός σκεπασμένος από μολυβένια σύννεφα άφηνε ένα αδιάκοπο ψιλόβροχο να πέφτει πάνω στη διψασμένη γη. Δεν είχε ακόμη χαράξει καλά καλά και οι γύρω λόφοι ήταν τυλιγμένοι στην καταχνιά. Ο αέρας, υγρός και διαπεραστικά παγωμένος, έβρισκε τρόπο να περνά ακόμη και από τις χαραμάδες των σφαλισμένων παραθύρων, σκορπίζοντας μέσα στο σπίτι μια ανεξήγητη αίσθηση ψύχρας και ανησυχίας.
Κι όμως, περισσότερο από την κακοκαιρία, εκείνο που βάραινε την καρδιά του μικρού Αλκιβιάδη ήταν η απουσία της Μπέτης.
Η αυλή έμοιαζε παράξενα άδεια χωρίς εκείνη.
Μόλις άρχισε να χαράζει, κουκουλωμένος ως τ' αυτιά με το αδιάβροχο του, βγήκε στην αυλή. Το βλέμμα του σάρωσε ανήσυχο τον μικρό οικισμό, ώσπου στάθηκε στο μονοπάτι που οδηγούσε προς το σπίτι του μπάρμπα Παναγιώτη Καραστατήρη. Σμίγοντας τα φρύδια του, προσπαθούσε να διακρίνει τη Μπέτη μέσα στην πρωινή καταχνιά. Μα δεν φαινόταν πουθενά. Έβαλε τα χέρια βαθιά στις τσέπες για να προφυλαχθεί από την παγωνιά και, με την καρδιά του να βαραίνει όλο και περισσότερο, άρχισε να ψάχνει μια εξήγηση για την παράξενη απουσία της. Διέσχισε βιαστικά το στενό μονοπάτι και έφτασε στον αχερώνα του μπάρμπα Παναγιώτη. Ο σεβάσμιος γέροντας στεκόταν μπροστά στην πόρτα. Ψηλός και γεροδεμένος ακόμη, παρά τα χρόνια του, με πυκνά λευκά μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω, και με γενειάδα άσπρη, πυκνή και περιποιημένη, έμοιαζε σαν να είχε φυτρώσει κι αυτός μέσα σ' εκείνο το τραχύ τοπίο.
Ο Αλκιβιάδης τον πλησίασε με φανερή αγωνία. «Μπάρμπα Παναγιώτη, μήπως είδες τη Μπέτη;»
Ο γέροντας τον κοίταξε με καλοσύνη, κούνησε αργά το κεφάλι και του αποκρίθηκε: «Όχι, αγόρι μου... Δεν την είδα.»
Όταν άκουσε την αρνητική απάντηση, τον ευχαρίστησε μ' ένα αμυδρό νεύμα. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Κούνησε αργά το κεφάλι, σαν να μην ήθελε να πιστέψει αυτό που άκουγε, και, χωρίς άλλη επιλογή, πήρε τον δρόμο για το σχολείο. Εκείνη την ημέρα τίποτα δεν έμοιαζε όπως τις άλλες. Στο σχολείο καθόταν ανήσυχος στο θρανίο του, μα ο νους του δεν βρισκόταν στην τάξη. Οι ώρες κυλούσαν βασανιστικά αργά. Η σχολική μέρα τού φαινόταν ατέλειωτη, σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο μεγάλωνε μέσα του η αγωνία. Μια αδιόρατη ανησυχία απλωνόταν στην ψυχή του, περνούσε στο αίμα του, στα νεύρα του, κυρίευε ολόκληρη την ύπαρξή του. Προσπαθούσε να διώξει τις κακές σκέψεις, όμως εκείνες επέστρεφαν ολοένα και πιο επίμονες. Όταν τελείωσαν τα μαθήματα, πήρε σχεδόν τρέχοντας τον δρόμο της επιστροφής. Φτάνοντας στο πέρασμα της ρεματιάς, στο Μεγάλο Ρέμα, το βλέμμα του στράφηκε αυθόρμητα στη γνώριμη θέση, εκεί όπου κάθε μεσημέρι τον περίμενε η Μπέτη.
Η θέση ήταν άδεια. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται.
Για πρώτη φορά πέρασε από το μυαλό του η σκέψη πως ίσως είχε συμβεί κάτι κακό στην αγαπημένη του σκυλίτσα. Και αυτή η σκέψη ήταν πιο τρομακτική από οτιδήποτε άλλο μπορούσε να φανταστεί.
Και οι φόβοι του δεν άργησαν να επαληθευτούν.
Όταν έφτασε στο σπίτι, τη βρήκε κουλουριασμένη στο μικρό της καταφύγιο, στη ρίζα της γέρικης ελιάς. Η Μπέτη ήταν βαριά πληγωμένη. Το λευκό και κόκκινο τρίχωμά της ήταν ποτισμένο με αίμα και οι πληγές στο κορμί της αιμορραγούσαν ακόμη.
Στάθηκε απέναντί της ακίνητος. Για μια στιγμή δεν μπόρεσε ούτε να κινηθεί ούτε να μιλήσει. Μόνο την κοιτούσε. Η σκέψη πως ίσως ψυχορραγούσε τον πάγωσε.
Έκανε λίγα διστακτικά βήματα και πλησίασε. Όσο την παρατηρούσε, τόσο μεγάλωνε μέσα του ο φόβος. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, ο σφυγμός του ανέβαινε και ένιωθε το στόμα του να στεγνώνει. Προσπαθούσε να καταπιεί, μα δεν μπορούσε.
Γονάτισε δίπλα της. Με απαλές κινήσεις πήρε το κεφάλι της στα μικρά του χέρια. Η Μπέτη δεν αντέδρασε. Η μουσούδα της ήταν ακόμη ζεστή κάτω από τη μαλακή γούνα και από τα ρουθούνια της έβγαινε ένα αχνό, κοφτό λαχάνιασμα, ανακατεμένο με ένα βαθύ, υπόκωφο βογκητό. Παρατηρούσε με αγωνία το στήθος της. Όταν είδε πως ανασηκωνόταν ακόμη, έστω και ανεπαίσθητα, από τις εύθραυστες αναπνοές της, ένιωσε μια μικρή σπίθα ελπίδας να ανάβει μέσα του.
«Μπέτη μου...» ψιθύρισε, χαϊδεύοντας της τρυφερά τα αυτιά.
«Μπέτη μου...» Εκείνη άνοιξε αργά τα μάτια της.
Ο Αλκιβιάδης ταράχτηκε. Δεν ήταν τα ζωηρά, λαμπερά μάτια που γνώριζε. Ήταν θολά, θαμπωμένα, σαν να κοιτούσαν κάπου πολύ μακριά. Για μια στιγμή νόμισε πως δεν τον αναγνώριζε.
Ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. «Εγώ είμαι...» της ψιθύρισε σχεδόν κλαίγοντας.
«Εγώ είμαι, Μπέτη μου...»
Σαν να αναγνώρισε τη φωνή του.
Τα μάτια της μαλάκωσαν για μια στιγμή. Προσπάθησε να κουνήσει την ουρά της και να ανασηκωθεί, μα οι δυνάμεις την εγκατέλειψαν. Το κορμί της έτρεμε και ξανάπεσε στο χώμα.
«Εδώ είμαι, αγάπη μου», της είπε γλυκά, χαϊδεύοντας της για τελευταία φορά το κεφάλι.
Έμεινε δίπλα της, κρατώντας την σιωπηλά. Το μόνο που γύριζε ασταμάτητα μέσα στο παιδικό του μυαλό ήταν ένα ερώτημα.
Τι είχε συμβεί στη Μπέτη!
Ανατολικά της αυλής τους, λίγο πιο πέρα από τις δυο αιωνόβιες ελιές, άρχιζε ένα ρηχό χαντάκι. Αμέσως μετά υψωνόταν ο στάβλος με τον αχερώνα του μπάρμπα Παναγιώτη και, νοτιότερα, το πέτρινο σπίτι του, χτισμένο με γκρίζα πέτρα και σκεπασμένο με κεραμίδια στο χρώμα του πηλού.
Η πρόσοψή του ήταν σχεδόν αθέατη. Μια θεόρατη πορφυρή μπιγκόνια και αναρριχώμενες τριανταφυλλιές είχαν σκεπάσει ολόκληρους τους τοίχους, πλέκοντας ένα πολύχρωμο, ευωδιαστό πέπλο. Δίπλα στο σπίτι απλωνόταν ο περιποιημένος κήπος του. Κάθε καλοκαίρι γέμιζε φράουλες, ντομάτες, πιπεριές, κολοκύθια και κάθε λογής ζαρζαβατικά και οπωροφόρα. Σε μια άκρη του κήπου βρισκόταν το μεγάλο κοτέτσι, χτισμένο με ξερολιθιά, όπου ο γέροντας φύλαγε με φροντίδα τις κότες του. Εκείνη τη νύχτα, μέσα στη μανιασμένη κακοκαιρία, μια μεγαλόσωμη κόκκινη αλεπού τρύπωσε στο κοτέτσι.
Όσοι μεγάλωσαν στην ύπαιθρο γνωρίζουν καλά την πονηριά και τη λαιμαργία της αλεπούς. Οι νυχτερινές επιδρομές της στα κοτέτσια ήταν πάντοτε αιφνιδιαστικές και, αν δεν βρισκόταν κάποιος να την αντιμετωπίσει, άφηνε πίσω της πραγματικό αφανισμό. Όμως εκείνη τη νύχτα βρήκε απέναντί της τη Μπέτη. Τα σημάδια στο χώμα μαρτυρούσαν πως είχε δοθεί σκληρή μάχη. Πατημασιές, χώματα ανασκαμμένα, τούφες από τρίχωμα και ίχνη αίματος οδηγούσαν μακριά από το κοτέτσι. Η πληγωμένη αλεπού είχε τραπεί σε φυγή. Η Μπέτη, πιστή στον ρόλο της ως φύλακας του σπιτιού, την καταδίωξε αλύπητα μέσα στη νύχτα. Η καταδίωξη συνεχίστηκε στις πλαγιές και στις ρεματιές, ώσπου έφτασαν σε μια απόμερη γωνιά, κλεισμένη από πυκνές φραγκοσυκιές, σκίνα και αγκαθωτούς θάμνους, σαν φυσικό τείχος. Εκεί γράφτηκε το τέλος της μάχης.
Η αλεπού δεν κατάφερε να ξεφύγει από τα δόντια της.
Η Μπέτη την αποτελείωσε. Όμως η νίκη της είχε βαρύ τίμημα. Οι βαθιές πληγές που δέχτηκε στη σκληρή εκείνη συμπλοκή έμελλε να αποδειχθούν μοιραίες. Γιατί αυτή ήταν η φύση της. Δεν εγκατέλειπε ποτέ το καθήκον της. Και ό,τι καταδίωκε, το έφτανε μέχρι τέλους.
Το τίμημα εκείνης της σκληρής μάχης ήταν βαρύ. Πριν αφήσει κι εκείνη την τελευταία της πνοή, η ετοιμοθάνατη αλεπού είχε καταφέρει να πληγώσει βαριά τη Μπέτη. Τα βαθιά δαγκώματα και οι ανοιχτές πληγές στο κορμί της αιμορραγούσαν ασταμάτητα.
Χρειαζόταν άμεση βοήθεια. Οι πληγές έπρεπε να καθαριστούν, να δεθούν και να περιποιηθούν, ίσως μάλιστα κάποιες να χρειάζονταν και ράμματα. Όμως εκείνα τα χρόνια, σ' εκείνον τον απομονωμένο οικισμό, η ύπαρξη κτηνιάτρου ήταν κάτι σχεδόν αδιανόητο. Οι άνθρωποι έκαναν ό,τι μπορούσαν με τα λιγοστά μέσα που διέθεταν, ελπίζοντας περισσότερο στη δύναμη της φύσης και στην αντοχή του ζώου παρά στην επιστήμη. Οι μέρες περνούσαν και η αιμορραγία σταμάτησε. Οι πληγές άρχισαν σιγά σιγά να κλείνουν και η Μπέτη σώθηκε. Δεν έγινε όμως ποτέ ξανά η ίδια. Οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Το άλλοτε ζωηρό και ακούραστο κυνηγόσκυλο κουραζόταν εύκολα, έχασε τη σπιρτάδα και τη ζωντάνια του και δεν ξαναβρήκε ποτέ την παλιά του ρώμη. Οι πληγές μπορεί να έκλεισαν, όμως άφησαν μέσα της ένα τραύμα βαθύτερο, αόρατο, που την έκανε από τότε πιο ευάλωτη στις αρρώστιες και στις κακουχίες. Η μεγάλη εκείνη νίκη απέναντι στην αλεπού έσωσε το κοτέτσι του γείτονα, αλλά κόστισε στη Μπέτη ένα κομμάτι από τη ζωή της.
Ήταν ένα μακρόσυρτο, καλοκαιρινό φωτεινό απομεσήμερο. Όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι, κάτω από τη δροσερή σκιά της γέρικης ελιάς. Απέναντί του στεκόταν ο Άγιος Παντελεήμονας, η κατάλευκη, μικρή εκκλησούλα, σαν μια μεγάλη αναποδογυρισμένη φωλιά, στη μέση της πλατιάς αυλής της, τριγυρισμένη από μια συστάδα πεύκων.
Γύρω απλωνόταν μια βαθιά γαλήνη. Ένα ανεπαίσθητο αγέρι πέρασε για λίγο ανάμεσα στα φύλλα της ελιάς και ύστερα κόπασε. Έκοψε ένα τρυφερό κλαδάκι, έτριψε τα καταπράσινα φύλλα στις χούφτες του και εκείνα γέμισαν τα ακροδάχτυλα του με το γνώριμο άρωμά τους· μια ευωδιά από νοτισμένη γη, χλωρά φύλλα και καλοκαίρι.
Τότε την είδε. Η Μπέτη ερχόταν αργά προς το μέρος του. Περπατούσε νωχελικά, σχεδόν κουρασμένα, με το κεφάλι χαμηλωμένο, τη μουσούδα κοντά στο χώμα και την ουρά μαζεμένη. Δεν είχε πια τη ζωηρή κορμοστασιά που άλλοτε πρόδιδε τη δύναμη και τη λεβεντιά της. Έφτασε δίπλα του χωρίς βιασύνη. Κάθισε ήρεμα μπροστά του, τακτοποίησε προσεκτικά την ουρά της γύρω από τα πόδια της και, σαν να αναζητούσε παρηγοριά, ακούμπησε απαλά το σαγόνι της πάνω στα απλωμένα γόνατά του.
Ο Αλκιβιάδης δεν είπε λέξη. Άπλωσε μόνο το χέρι του και χάιδεψε αργά το κεφάλι της. Κι εκείνη έκλεισε τα μάτια της.
Ήταν σαν να καταλάβαιναν και οι δυο πως εκείνη η σιωπηλή στιγμή άξιζε περισσότερο από κάθε λόγο.
Μέσα του γεννήθηκε μια αδιόρατη ανησυχία. Στην αρχή ήταν μια ανεξήγητη αίσθηση· όσο όμως περνούσαν οι στιγμές, γινόταν ολοένα πιο συγκεκριμένη. Η αναπνοή της Μπέτης έβγαινε πια κοφτή και ακανόνιστη, σαν να πάλευε να κρατηθεί ακόμη λίγο στη ζωή.
Στο χρυσαφένιο φως του απογεύματος το κορμί της έτρεμε ανεπαίσθητα. Το στήθος της μόχθησε να γεμίσει αέρα και τα μάτια της, μεγάλα και βουβά, καρφώθηκαν στα δικά του. Είχαν χάσει τη γνώριμη ζωντάνια τους. Ήταν θολά, κουρασμένα, γεμάτα μια σιωπηλή παράκληση.
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε μια ανεπαίσθητη ανατριχίλα να διατρέχει ολόκληρο το σώμα του. Του φάνηκε πως ο χρόνος σταμάτησε για μια μόνο ανάσα.
Ήταν λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος. Έμεινε ακίνητος, σαν μαρμαρωμένος, κρατώντας στα χέρια του το κεφάλι της. Γύρω τους απλώθηκε μια παράξενη σιωπή. Ούτε τα πουλιά ακούγονταν ούτε το αεράκι που πριν λίγο ανακάτευε τα φύλλα της ελιάς.
Τότε κατάλαβε. Χωρίς να μπορεί ακόμη να το εξηγήσει με λόγια, ένιωσε πως ο θάνατος στεκόταν εκεί, αθέατος, ανάμεσά τους.
Έρχεται πάντοτε έτσι.
Αθόρυβα.
Χωρίς βήματα.
Χωρίς φωνή.
Μόνο ένα ανεπαίσθητο πέρασμα του αφήνει πίσω του, κι έπειτα χάνεται, παίρνοντας μαζί του μια ζωή και αφήνοντας στους ανθρώπους τη σιωπή και τη μνήμη.
Η Μπέτη τον κοίταζε ακόμη. Τα μάτια της, θολά πια, έμεναν καρφωμένα στα δικά του, σαν να ήθελαν να του πουν ένα τελευταίο αντίο. Ύστερα η ανάσα της έγινε ακόμη πιο αργή. Το κουρασμένο της στήθος ανασηκώθηκε μία φορά... άλλη μία... και στάθηκε. Όλα έγιναν μέσα σε μια απέραντη σιωπή.
Στη λευκή μουσούδα της απλώθηκε εκείνη η γαλήνη που αφήνει πίσω του ο θάνατος.
Ο Αλκιβιάδης έμεινε ασάλευτος. Πλημμυρισμένος από θλίψη, δεν μπορούσε ακόμη να πιστέψει πως η πιστή του συντρόφισσα είχε φύγει. Η βουβή αυτή απώλεια ήρθε ξαφνικά να ταράξει τον μικρό του κόσμο. Του φάνηκε πως ακόμη και τα κλαδιά της γέρικης ελιάς έγειραν θλιμμένα από πάνω τους και πως ολόκληρη η φύση σώπασε, σαν να πενθούσε μαζί του.
Σούρουπωνε. Ο ήλιος είχε ήδη χαμηλώσει πίσω από τον Κούνο. Τα τελευταία χρυσά χρώματα έσβηναν σιγά σιγά, παραδίδοντας τη θέση τους στην πορφυρή δύση και στις πρώτες γκρίζες σκιές του δειλινού.
Το τοπίο σκοτείνιαζε.
Εκείνος καθόταν ακόμη στο πεζούλι, ακίνητος, με το βλέμμα χαμηλωμένο στο άψυχο κορμί της. Τα βλέφαρά του ανοιγόκλειναν αργά, σαν να προσπαθούσε να διώξει τα μαύρα πέπλα που θόλωναν την όρασή του. Ήταν η μόνη κίνηση που είχε κάνει τόση ώρα.
Έσκυψε το κεφάλι.
Δύο δάκρυα κύλησαν αθόρυβα από τα μάτια του και έπεσαν πάνω στο λευκό τρίχωμα της Μπέτης.
Ήταν το τελευταίο του χάδι.
Η μικρή κατοικία του άγρυπνου φύλακα του σπιτιού ερήμωσε. Από εκείνη την ημέρα δεν έμενε πια μέσα της παρά μόνο η σιωπή. Κι όμως, το κενό που άφησε η Μπέτη δεν ήταν άδειο. Ήταν γεμάτο από την παρουσία της, από τις αναμνήσεις της, από όλα όσα είχε προσφέρει με την αφοσίωση και την αγάπη της. Ο ήλιος βυθίστηκε αργά πίσω από τη βουνοκορφή, όπως έκανε κάθε απόγευμα. Απαρέγκλιτα. Αθόρυβα.
Έτσι είναι και η ζωή.
Κάθε δύση κρύβει μια μικρή απώλεια και κάθε αυγή μια νέα αρχή.
Μα υπάρχουν υπάρξεις που, ακόμη κι όταν φεύγουν, εξακολουθούν να φωτίζουν τη μνήμη μας.
Η Μπέτη ήταν μία από αυτές....
Η συνέχεια στο...





'
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου