Ο δάσκαλος του δείχνοντας φροντίδα και ανησυχία για την ασφάλεια του μαθητή του, όπου η επιστροφή στο σπίτι του μετά τη δύση του ηλίου ήταν επικίνδυνη, τον έδιωχνε νωρίτερα ώστε να μην τον βρει το σκοτάδι στο δρόμο της επιστροφής. Ο Αλκιβιάδης ξεκινούσε το ταξίδι με το σχολικό δισάκι του στον ώμο, βιαστικά να μην τον προφτάσει η νύχτα, στου γυρισμού τη στράτα, στο Μεγάλο Ρέμα.
Ήταν ένα ήσυχο καθημερινό απόγευμα όταν ξεκίνησε το συνηθισμένο του δρομολόγιο της επιστροφής προς τον οικισμό τους, τα Μπουμπουτσέλια. Είχε αφήσει πίσω του τη νοτιοανατολική έξοδο του χωριού και είχε μπει στο παρακαμπτήριο μονοπάτι που οδηγούσε προς τον μικρό, απόμακρο οικισμό τους. Πρώτα διέσχισε τον ασβεστωμένο μαντρότοιχο του γραφικού, κατάλευκου σπιτιού του νονού του. Το σπίτι του «Τσαχλαμπούρη», με τους λευκούς τοίχους και τα γαλάζια φωτεινά παραθυρόφυλλα και τις πόρτες, έμοιαζε να ακτινοβολεί καθαρότητα, αρχοντιά και ζωντάνια. Ήταν ένα μικρό σύμβολο της μεσογειακής γοητείας και της παλιάς αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του τόπου.
Ήταν η ώρα του ηλιοβασιλέματος, όταν διέσχιζε την επάνω στράτα στη δυτική πλαγιά του Μεγάλου Ρέματος. Το ρολόι του ήλιου, με δείκτη το απόσκιο του, ακολουθούσε αμείλικτα την πορεία του. Όταν δεν κρυβόταν πίσω από τα βαριά, μπλαβιά σύννεφα, μετακινούνταν γρήγορα από την κάτω στράτα του Μεγάλου Ρέματος προς την επάνω. Ήταν το σημάδι πως έπρεπε να βιαστεί. Έπρεπε να μαζέψει τη στράτα, πριν τον προλάβει η αφέγγαρη νύχτα που άρχιζε σιγά σιγά να απλώνεται πάνω από το ρέμα.
Εκεί, στην αρχή της στράτας που κατηφόριζε προς το μονοπάτι και οδηγούσε μέσα στο Μεγάλο Ρέμα, έκανε την εμφάνισή της η δωδεκάχρονη κόρη του κουμπάρου τους, του Πολυζώη του Μάρκου. Ήταν μαζί με ένα λευκό άλογο φορτωμένο με σακιά καρπό. Όταν στάθηκε δίπλα του, με το ένα της χέρι κρατούσε το χαλινάρι και με το άλλο, πότε πότε, χάιδευε τρυφερά τον λαιμό του ζώου, σαν να το καθησύχαζε.
«Περίμενέ με. Πάω γρήγορα στο χωριό να ξεφορτώσω το ζώο και γυρίζω σύντομα, να πάμε παρέα πίσω στον οικισμό. Δεν θα αργήσω. Η μέρα μεγαλώνει, φέγγει ακόμη ως αργά», του είπε. Το κοριτσόπουλο έμενε με τον γέροντα παππού της από τη μητέρα της, τον γείτονά τους, τον Λουκά τον Καραστατήρη. Ο ηλικιωμένος άντρας παρέμενε κλινήρης στο πατρικό τους, στον μικρό οικισμό, και εκείνη τον φρόντιζε και τον περιποιόταν με την αγάπη και την υπομονή ενός παιδιού που είχε μεγαλώσει πριν την ώρα του.
Η ώρα περνούσε και εκείνος, με αδημονία, κοίταζε συνεχώς τον ορίζοντα, περιμένοντας με την ελπίδα πως η κοπέλα, από στιγμή σε στιγμή, θα φανεί. Ο ήλιος, με μια τελευταία αναλαμπή, δεν άργησε να κρυφτεί πίσω από τη βουνοκορφή του Κούνου, στο ίδιο σημείο και την ίδια ώρα όπως κάθε μέρα. Λίγο πριν χαθεί, άπλωσε στον δυτικό ουρανό όλο το μεγαλείο των χρωμάτων του: πορφυρά, χρυσά, κόκκινα, μοβ, κίτρινα και ρόδινα. Ήταν εκείνο το χρωματικό θαύμα που έκανε τον ήλιο βασιλιά του κόσμου για λίγες ακόμη στιγμές, πριν παραδώσει τη γη στη νύχτα. Ένα σμήνος από ψαρόνια πετούσε πάνω από τον δυτικό λόφο με κατεύθυνση προς τον νότο και τα Βάτικα. Όμως το φως της ημέρας στο Μεγάλο Ρέμα άρχισε σιγά σιγά να σβήνει. Όχι μόνο επειδή ερχόταν το απόβραδο, αλλά κι επειδή από τον βοριά έκανε την εμφάνισή του ένα βαρύ, γκρίζο σύννεφο που απλωνόταν πάνω από το ρέμα, προμηνύοντας μια δυνατή βροχή. Η γαλήνη του τοπίου άρχισε να αλλάζει. Το χρώμα του ουρανού σκοτείνιαζε και μαζί του μεγάλωνε η αίσθηση της μοναξιάς. Εκτός από το παράξενο τιτίβισμα των πουλιών, δεν ακουγόταν τίποτε άλλο, κι αυτή η σιωπή έκανε ακόμη πιο έντονη την αίσθηση της μοναξιάς και της απομόνωσης του.
«Θα περιμένω», ψιθύρισε στον εαυτό του. «Θα περιμένω».
Τα άστρα έλαμψαν για λίγο, ασημώνοντας τον ουράνιο θόλο, όταν το γκρίζο σύννεφο, σαν σβησμένα κάρβουνα, μετακινούνταν αργά στον ουρανό, μια προς τα εδώ και μια προς τα εκεί, κρύβοντας κάθε τόσο το φως τους. Το σκοτάδι άρχισε να απλώνεται παντού γύρω του. Η νύχτα σιγά σιγά έδιωχνε το μπλε, το άσπρο, το ροζ και το πράσινο του απογεύματος και τώρα του φαινόταν πελώρια, σαν να είχε απλωθεί και να είχε τυλίξει όλο τον κόσμο γύρω του.
Και η ώρα περνούσε.
Πότε πότε, ένα θαμπό φως από κάποιο αστέρι κατάφερνε να διαπεράσει τα σύννεφα, κι εκείνος συνέχιζε να περιμένει. Περίμενε ακόμη την κοπέλα που του είχε υποσχεθεί πως θα γύριζε.
Ο Αλκιβιάδης καθόταν αμίλητος στο πεζούλι, στην άκρη του χωματόδρομου. Προσπαθούσε να μη σκέφτεται, όμως η αγωνία τον έπνιγε. Άρχισε να αφουγκράζεται τους ήχους της νύχτας, ψάχνοντας μέσα στη σιωπή κάτι που θα μπορούσε να τον καθησυχάσει.
Για κάμποση ώρα δεν ακουγόταν τίποτα. Έπρεπε να κάνει την καρδιά του πέτρα και να το αποφασίσει. Έπρεπε, όσο πιο γρήγορα γινόταν, να πάρει τον δρόμο μέσα από το σκοτεινό φαράγγι και να φτάσει στον οικισμό τους. Μα δεν τολμούσε. Ο χρόνος κυλούσε κι εκείνος παρέμενε πάντα στο ίδιο σημείο, περιμένοντας. Η αγωνία είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό του. Το Μεγάλο Ρέμα δεν ήταν πια ο γνώριμος τόπος που διέσχιζε κάθε μέρα· τώρα του φαινόταν μαύρο και ατέλειωτο.Κανένα φως δεν φαινόταν απέναντι.
Το βράδυ είχε πέσει πια και ο ορίζοντας είχε χαθεί. Δεν ξεχώριζε ούτε καν τους σκοτεινούς όγκους των πλαγιών. Μια όψη απογοήτευσης σκίασε το πρόσωπό του. Μια πικρία, μια βουβή στεναχώρια, ανακατεμένη με προσωπική απογοήτευση, τον κυρίευε όσο περνούσε η ώρα και περίμενε ακόμη μήπως φανεί το άλογο με τη γειτονοπούλα του. Προσπάθησε να βρει μέσα του τη δύναμη να νικήσει τους φόβους του και να ξεκινήσει τρέχοντας για τον προορισμό του. Μα το να διαβεί, επτάχρονο παιδί, μέσα στη νύχτα το Μεγάλο Ρέμα, ήθελε μεγάλη ψυχή.
Δεν τολμούσε. Ο ρυθμός της καρδιάς του είχε ξεφύγει από τον ήρεμο, φυσιολογικό χτύπο. Την ένιωθε να πηγαινοέρχεται σαν λίμνη που την ταράζουν συνεχώς κύματα.
Στα ψηλώματα της βουνοπλαγιάς στέκονταν τα γέρικα δέντρα, με τα φυλλώματα τους να θροΐζουν έναν απαλό, αδιάκοπο ήχο, σαν ψίθυρο. Κι ύστερα, υπήρχαν στιγμές που ο άνεμος σταματούσε και απλωνόταν στη φύση μια απόλυτη σιγή, χωρίς να σαλεύει ούτε ένα φύλλο. Κι αυτή η σιωπή δεν ήταν απλώς η απουσία ήχου. Ήταν μια ζωντανή παρουσία, μια δύναμη που την ένιωθε ο Αλκιβιάδης με όλες του τις αισθήσεις, γιατί μέσα στη μοναξιά του κάθε μικρός ήχος, κάθε παύση, κάθε ανάσα της φύσης γινόταν μεγαλύτερη. Ξαφνικά, πέρα μακριά, στο βάθος, από τα βόρεια και τα ορεινά του Μεγάλου Ρέματος, εκεί όπου απλωνόταν η πυκνή βλάστηση, μέσα στη βαθιά σιγαλιά της νύχτας ακούστηκαν τσακάλια να σπάνε τη σιωπή. Γαβγίσματα και «κλάματα», σαν μια άγρια χορωδία, αντηχούσαν στις πλαγιές. Ούρλιαζαν για να δηλώσουν την περιοχή τους, να καλέσουν τα μέλη της αγέλης τους, να θυμίσουν πως εκεί γύρω υπήρχε ακόμη ένας κόσμος άγριος και ζωντανός.
Ο Αλκιβιάδης ανατρίχιασε. Έμεινε για λίγο ακίνητος, αναποφάσιστος. Η εικόνα αυτή, η φωνή μιας φύσης ελεύθερης και άγριας, του προκάλεσε φόβο. Οι πνεύμονές του προσπαθούσαν να γεμίσουν με αέρα, σαν ο αέρας να έπρεπε να ανασυρθεί με κουβά από ένα πολύ βαθύ πηγάδι.
Όπου κι αν κοιτούσε γύρω του, υπήρχε μόνο σκοτάδι και ερημιά. Το βαθύ μαύρο της νύχτας τον φόβιζε· ένας φόβος όχι μόνο για όσα μπορούσαν να κρύβονται γύρω του, αλλά κι ένας ψυχολογικός φόβος, που απλωνόταν μέσα του. Τα μάτια του κουράστηκαν, η όρασή του άρχισε να θολώνει και όλα γύρω του έμοιαζαν πιο μεγάλα, πιο άγνωστα, πιο απειλητικά. Αποκαμωμένος, κατάλαβε πως δεν υπήρχε άλλη λύση. Έκανε στροφή και πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς το σπίτι του νονού του.
Τα πυκνά γκριζόμαυρα σύννεφα είχαν πια σκεπάσει τ’ αστέρια, στερώντας του ακόμη κι εκείνες τις μικρές αναλαμπές φωτός που θα μπορούσαν να του δείξουν το μονοπάτι.
Το σπίτι δεν ήταν κοντά. Έπρεπε να διανύσει αρκετή απόσταση και δεν είχε ούτε φακό ούτε φανάρι. Προχωρούσε περισσότερο με τη μνήμη του παρά με τα μάτια του. Μέσα στο σκοτάδι δεν ξεχώριζε καθαρά το μονοπάτι, όμως το γνώριζε καλά. Το είχε περπατήσει τόσες φορές, ώστε το σώμα του θυμόταν εκεί που το βλέμμα αδυνατούσε να δει: πού να πατήσει, πού να στρίψει, πού να προσέξει.
Αυτή η γνώση του δρόμου, χαραγμένη μέσα του από τις καθημερινές διαδρομές, τον προστάτευσε από τον πανικό. Τον βοήθησε να συνεχίσει, να εμπιστευτεί τη μνήμη του και να μην κάνει λάθος επιλογές μέσα στη νύχτα.
Μόλις έφτασε στην κορυφή του μονοπατιού, ένα φως φάνηκε μπροστά του μέσα στο σκοτάδι. Ήταν το φανάρι απέναντι από το σπίτι της νονάς του. Εκείνο το μικρό, τρεμάμενο φως τού έφερε ξαφνικά ανακούφιση και ασφάλεια. Μέσα στην απέραντη μοναξιά της νύχτας, του αποκάλυπτε πως υπήρχε ακόμη ανθρώπινη παρουσία, μια ζεστή γωνιά που τον περίμενε. Το φως του φαναριού έγινε για εκείνον ένα καταφύγιο. Τον βοήθησε να ηρεμήσει, να αφήσει πίσω του τον φόβο, την κούραση και την αγωνία που είχε συσσωρευτεί μέσα του από εκείνες τις δύσκολες ώρες. Η γλυκιά του νονά, η Αλεξάνδρα, τον πήρε στην αγκαλιά της και του έδωσε παρηγοριά. Το δακρυσμένο πρόσωπό του κρύφτηκε πάνω της, εκεί όπου ο φόβος του παιδιού μπορούσε επιτέλους να σβήσει.
Ο Αλκιβιάδης ένιωσε τα βλέφαρά του βαριά. Η εξάντληση τον νίκησε και αποκοιμήθηκε στο απαλό κρεβάτι, με τη νονά του φύλακα δίπλα του. Για άλλη μια φορά, με μια τρυφερή και φροντιστική κίνηση, έσκυψε πάνω του, τον φίλησε και τον σκέπασε προσεκτικά, έχοντας μόνο μία έγνοια: να μην κρυώσει, να είναι ασφαλής.
Και μέσα στη γαλήνη του ύπνου του, το παιδί ένιωσε πως είχε ξαναβρεί τον κόσμο που πριν λίγες ώρες είχε χάσει.
Η μάνα του!
Έσβησε το φανάρι της στο μισοσκόταδο του σπιτιού και μπήκε στην κάμαρα πατώντας προσεκτικά, αθόρυβα, σαν να φοβόταν μήπως διαταράξει τον ύπνο του παιδιού της. Η ένταση και η αγωνία των προηγούμενων ωρών ήταν ακόμη ζωγραφισμένες στο πρόσωπό της.
Πλησίασε στο λιτό κρεβάτι όπου κοιμόταν ο Αλκιβιάδης. Έσκυψε και χάιδεψε απαλά το μέτωπό του, ύστερα το πρόσωπό του, σαν να ήθελε με το άγγιγμα της να βεβαιωθεί πως ήταν πραγματικά εκεί, ασφαλής κοντά της. Ένα χαμόγελο άρχισε να φωτίζει το αυλακωμένο από την αγωνία πρόσωπό της. Ήταν η στιγμή που τα βαριά σύννεφα του φόβου της διαλύονταν σιγά σιγά, αν και τα σημάδια της δοκιμασίας παρέμεναν ακόμη επάνω της. Ήταν μια αυθόρμητη κίνηση, ένα αντίδοτο στην αγωνία που είχε φωλιάσει στην καρδιά της. Γιατί η μάνα, ακόμη κι όταν το παιδί της κοιμάται ήσυχο, συνεχίζει να αγρυπνά μέσα της. Στον ύπνο του τον βαθύ, του φάνηκε πως ένοιωσε το χέρι της στο μέτωπο του, πως τα μαλάκια του χάιδεψε και στο προσκέφαλο του έγειρε κι μ’ ένα γλυκό χαμόγελο στο μάγουλο απαλά τόνε φίλησε. Τον σταύρωσε τρεις φορές και την Παναγιά παρακάλεσε. «Παναγία Δέσποινα! προφύλαξε τον, σκέπασε τον με το γλυκό σου μάτι.» Και έφυγε σαν άστρο, σαν αχτίδα. «Καληνύχτα γιε μου! Καληνύχτα γλυκό μου αγοράκι. Καληνύχτα.» Ναι! ήταν η μάνα του! Η χρυσή του η μάνα του! Άναψε πάλι το φανάρι της, τρύπησε το σκοτάδι και γύρισε πίσω στον οικισμό απελευθερωμένη από την αγωνία και την λαχτάρα της. Ήρθε το χρώμα στα μάγουλα της, η λάμψη στα μάτια και το χαμόγελο στα χείλη της, και ξανάγινε όμορφη κι ευδιάθετη μετά την κατσιφάρα που είχε τρυπώσει στην καρδιά της.
Η συνέχεια στο...
Προετοιμασίες Αναχώρησης!.....





'

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου