ADS

click to open

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016

O Anemos Tis Mnimis... Thimisses Paidikes

"Μαζεύω τις θύμησες, τις παιδικές μου, απ’ τον οικισμό το μικρό, εκεί στα περίχωρα της Μονεμβασιάς. Σκαλίζω την μνήμη να βγάλει μέχρι και την tis τελευταία σταγόνα της θύμησης. Τις αποθέτω στο λευκό χαρτί εμπρός μου να ξαναφυτρώσουν."

Παρυφές της Πάρνηθας, χειμώνας του 2013.
Καθώς οι ψυχρές ριπές (σπιλιάδες) ενός ψυχρού καταβατικού άνεμου (τύπου Bora) που εμφανίζεται συχνά τον χειμώνα, κατέβαιναν απότομες, βίαιες με προσωρινές αυξήσεις της ταχύτητας του ανέμου μέσα από τις χαράδρες της Πάρνηθας, προκαλούσαν σημαντικά προβλήματα, ξυρίζοντας το οροπέδιο της πόλης παρασύροντας τα σύννεφα που κάλυπταν εναλλάξ το κόκκινο τ’ ουρανού με κηλίδες κατράμι, κι ο ήλιος που έγερνε πίσω τους πήρε να χάνεται, βουλιάζοντας προς το τα δυτικά απ' το Θριάσιο πεδίο ενώ ο εκκωφαντικός θόρυβος του αέρα είχε επιβάλλει μια αίσθηση «φυσικής εξουσίας» του απρόβλεπτου! Τις ώρες αυτές βούλιαζε κι εκείνος σε στιγμές περισυλλογής πάνω σε περασμένα γεγονότα, αποσύρεται από την πραγματικότητα, απομονώνεται από το περιβάλλον του, εστιάζοντας μόνο στον εσωτερικό του κόσμο, για να χαθεί στις αναμνήσεις του. 
Το βλέμμα στραμμένο στα μολυβένια σύννεφα του ουρανού, που έρχονταν από άλλα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, από άλλο χρόνο, ίσκιοι αλαργινοί τον παρασέρνουν να περιπλανηθεί μακριά σ’ εκείνη την ιδιαίτερη γωνιά της γενέτειρας του γης, σε ένα ατέρμονο ταξίδι των παιδικών του χρόνων. Ήταν οι στιγμές που η φαντασία του τον ταξίδευε στο λαβύρινθο της μνήμης. 
Το τοπίο και η ζωή των ανθρώπων του χθες απλώνονται ολοζώντανα μπροστά του. Όλα ήταν στις αναμνήσεις του όπως τα θυμόταν από τον καιρό εκείνο. Το μικρό χωριό πλαγιασμένο νωχελικά στην ηλιόφωτη χορταριασμένη πλαγιά, με μυρωδάτη χλόη και πολύχρωμα λουλούδια. Μπορούσε να ακούσει τον αδιάκοπο ψίθυρο των δέντρων από το μικρό αλσύλλιο με τις χαρουπιές στα βορινά του οικισμού όταν λικνίζονταν στη πρωινή αύρα. Αγνάντευε πέρα δυτικά προς το βουνό του Κούνου που ορθωνόταν μεγαλοπρεπές από την ακτή, με τις χαμηλότερες πλαγιές του πράσινες από τα κυματιστά δέντρα και με τη γυμνή του κορφή ν’ αγγίζει τα σύννεφα. Σήμερα σαν πολίτης τρίτης ηλικίας που ζει και κινείται μέσα στην κοινωνική και οικονομική κρίση του αστικού ιστού είχε αβίαστα βγάλει το συμπέρασμα ότι άμα είσαι φτωχός στην πόλη δεν θα περάσεις καλά. Υπήρχαν όμως εποχές που σε κάποια μέρη ένας φτωχός μπορούσε να ζήσει λιτά, ευτυχισμένα και με αξιοπρέπεια. Ήταν η περίοδος της παιδικής του ηλικίας που οι φτωχοί χωρικοί, εξασφάλιζαν τα προς το ζην με τη λιγοστή γεωργική τους ασχολία και συμπλήρωναν τον επιούσιο με το κυνήγι.
.......Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα), Μονεμβασιάς το έτος 1957.. Το φθινόπωρο τη χρονιά εκείνη ήταν σαν ένα μακρύ καλοκαίρι. Έτσι κύλησαν οι πρώτοι μήνες του φθινοπώρου, που μόνο φθινόπωρο δεν ήταν. Με θερμοκρασίες υψηλές για την εποχή, ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβρης έδιναν την εντύπωση ενός παρατεταμένου Αυγούστου. Ο Νοέμβριος όμως φαίνεται εισάκουσε τις ευχές των κατοίκων του μικρού οικισμού. Οι βροχές τον μήνα αυτό ήταν θείο δώρο για όλα τα πλάσματα, μα περισσότερο για τους γεωργούς και κτηνοτρόφους που τις περίμεναν με μεγάλη ανυπομονησία. Η συλλογή του ελαιοκάρπου άρχισε και το πρώτο αγουρέλαιο, άρχισε ήδη να γεμίζει τα πήλινα σταμνιά τους... Η παραγωγή λαδιού και βρώσιμης ελιάς αναμένετο ικανοποιητική για την περιοχή τους αν και η έλλειψη βροχοπτώσεων θα έχει τις αναμενόμενες επιπτώσεις της.
Μέρες τώρα από από την κεντρική και βόρεια Ευρώπη, παρακινημένα από το ένστικτο, τα αποδημητικά πουλιά κατέφθαναν προς τις νοτιότερες, θερμότερες περιοχές προσδοκώντας να βρουν ένα πιο φιλόξενο περιβάλλον, μα βρέθηκαν ξαφνικά σε αντίξοες συνθήκες. Ο χειμώνας ξεκίνησε βαρύς, φορτωμένος κακοκαιρίες. Οι τσίχλες και κοκκινολαίμηδες, αφού τρύγησαν και την τελευταία ρόγα των αμπελιών, ρίχτηκαν στους λόγγους με τις κουμαριές και τα βάτα. Ευτυχώς κουμαριές, σκίνα, μυρτιές και αγριελιές είναι κατάφορτες, και οι τελευταίες βροχές είχαν μαλακώσει τους καρπούς τους. Το έδαφος στις πλαγιές ξηρό, ακατάλληλο για παραγωγή σκουληκιών, που αποτελούν την κύρια τροφή της τσίχλας και της μπεκάτσας. Οι σκιερές όχθες της ρεματιάς αποτελούν ίσως το μοναδικό κατάλληλο βιότοπο των ταλαιπωρημένων αυτών πουλιών. Τα μηνύματα πάντως που λαμβάνει ο πατέρας του είναι πως φέτος θα είναι μια πλούσια χρονιά σε τσίχλες και μπεκάτσες προς τέρψη των κυνηγών και κυρίως για τις παγίδες τους, που ήδη ετοιμάζουν τα καλάθια τους.
Ήταν αργά τ' απόγευμα και ο καιρός κλειστός μιας μουντής ημέρας. Ο ουρανός καλυμμένος με έντονη συννεφιά από γκρίζα και μαύρα σύννεφα πολύ παχιά και γεμάτα υγρασία, γι' αυτό το φως δεν περνούσε από μέσα τους. Στην ατμόσφαιρα είχε δημιουργηθεί μια σκοτεινή, «δραματική» ατμόσφαιρα, που  προμήνυε έντονη βροχόπτωση και καταιγίδα. Η ατμόσφαιρα της περιοχής τους μπορεί να παλλόταν από τα άσχημα καιρικά φαινόμενα που επηρεάζουν καθοριστικά τη ζωή και τις δραστηριότητες του ανθρώπου, ο πατέρας του όμως δουλεύοντας πυρετωδώς συνέχιζε με προσήλωση και ικανότητα, να στήσει τις παγίδες του αγνοώντας για τα τερτίπια του καιρού, που συμβαίνουν γύρω τους. 
.... Το ρέμα που ξεκινά από τους δυτικούς λόφους του οικισμού ακολουθώντας την κλίση του εδάφους, ρέει προς τα νότια διασχίζει τη μικρή λιμνούλα με την πλούσια βλάστηση και τα πλατάνια, που αποτελούν μέρος του φυσικού τοπίου της περιοχής, κατηφορίζει μέχρι το λίμνασμα στους καλαμιώνες με την παρόχθια βλάστηση, εκεί συμβάλλει στο Μεγάλο Ρέμα που αγκαλιάζει τη χέρσα γη, και από εκεί το Μεγάλο Ρέμα συνεχίζει νοτιοανατολικά σε μυχό του Μυρτώου πελάγους.  Από τη μικρή λιμνούλα με την πλούσια βλάστηση και τα πλατάνια, μέχρι τους καλαμιώνες είναι μια απόσταση μερικές εκατοντάδες μέτρα. Θυμάται τον πατέρα του με το ερχομό του χειμώνα να θεωρεί το σύνορο αυτό τόπο ιερό για την διατροφή της φαμίλιας του. Δεν ήταν η κτηματική περιουσία του εκεί όμως έστηνε τις αγαπημένες του παγίδες για τα πουλιά. Εάν κάποιος συγχωριανός του καταπατούσε την περιοχή του, αγανακτούσε με μια βαθιά δυσαρέσκεια σαν τον ηγούμενο, που βλέπει να παραβιάζουν το κατώφλι του μοναστηριού του.
Πολλοί κυνηγοί της εποχής εκείνης χρησιμοποιούσαν τεχνικές παγίδευσης με δίχτυα και θηλιές που σήμερα δεν επιτρέπονται πλέον. Ο πατέρας του της παγωμένες νύκτες του Δεκέμβρη έπιανε μπεκάτσες με θηλιές που κατασκεύαζε από αλογότριχες, ώστε την επαύριον με τη λεία του να εξασφαλίζει περισσότερη τροφή στο φτωχικό τραπέζι της φαμίλιας. Το κυνήγι της μπεκάτσας και της τσίχλας με παγίδες το χειμώνα αποτελούσε ανταμοιβή του σκληρού καθημερινού μόχθου. Το κρέας τους, το πάστωναν σε κιούπια με λάδι, συνεχίζοντας να θυμίζουν τον τρόπο που κάποτε συντηρούνταν από το κυνήγι όλες οι οικογένειες ενός τόπου σκληρού, φτωχού και άγονου.
(Σήμερα η επέκταση των αστικών περιοχών, η κατασκευή μεγάλων αυτοκινητοδρόμων, οι προσχώσεις ελών και κοιλάδων, η παράχωση καλαμιώνων, η ισοπέδωση των λόφων και η αποψίλωση των δασών, και κάθε είδους άγριας βλάστησης, η καταστροφή βιοτόπων από τις επεκτάσεις οικιστικής και γεωργικής γης στερούν από τη πανίδα το φυσικό περιβάλλον που χρειάζονται.)
......Περιμένοντας να γυρίσει ο πατέρας του από την κοπιαστική ασχολία του με τις παγίδες, ανά διαστήματα έβρεχε, και η βροχή όσο έπεφτε, αυτός στεκόταν κάτω από τον πελώριο πλάτανο που ορθωνόταν επιβλητικά πλάι στην ανατολική πλευρά της πυκνόφυλλης όχθης της ρεματιάς. Οι επαναλαμβανόμενες αστραπές στην ατμόσφαιρα ήταν ένα εντυπωσιακό φυσικό φαινόμενο, Ξαφνικά, ένα «φωτεινό ποτάμι» με εκτυφλωτική λαμπρότητα, ξεχύθηκε στην ατμόσφαιρα με φωτεινές διακλαδώσεις που σχίζουν τον σκοτεινό, γεμάτο σύννεφα ουρανό, τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβε να ανοιγοκλείσει τα μάτια του, και μετά  συνοδεύεται από τον ισχυρό χαρακτηριστικό παρατεταμένο ήχο της βροντής.  Θυμήθηκε το δάσκαλο στο σχολειό που τους δίδασκε ότι ο κεραυνός είναι ένα από τα πιο επιβλητικά φαινόμενα της φύσης, που συνδυάζει την καταστροφική ισχύ με την απόλυτη ομορφιά που βλέπουμε πρώτα τη λάμψη και μετά ακούμε τη βροντή, επειδή το φως ταξιδεύει πολύ πιο γρήγορα από τον ήχο. Τους δίδασκε πως η προστασία από κεραυνούς στην ύπαιθρο απαιτεί άμεση αναζήτηση ασφαλούς καταφυγίου και να αποφεύγουν να βρίσκουν καταφύγιο κάτω από ψηλά μεμονωμένα δέντρα. Ο τόπος γύρω του είχε δέντρα. Πολλά δέντρα. Άραγε να υπήρχε κίνδυνος γι’ αυτόν, τώρα με τα πολλά δέντρα γύρω του «αναρωτήθηκε».
Δεν ήξερε.
Θα βοηθούσε σε τίποτα αν δεν ακουμπούσε πάνω στο δέντρο;
Ούτε αυτό το γνώριζε καλά, αλλά από ένστικτο απομακρύνθηκε ένα βήμα μακριά από τον κορμό του τεράστιου πλάτανου.
Περίμενε καρτερικά τον πατέρα του να γυρίσει εκεί που ήταν το σημείο αντάμωσης, στο ξέφωτο της ρεματιάς, καθώς το τελευταίο φως της ημέρας έσβησε γύρω του. Άστραφτε ακόμη πέρα στον ορίζοντα η καταιγίδα απομακρύνεται, αλλά τα φαινόμενα της, αστραπές και βροντές είναι ακόμα ορατά και ακουστά στο βάθος του ορίζοντα. Η συνεχής βροχή άρχισε να κοπάζει και ο ήχος της μοιάζει υπόκωφος θόρυβος, ένας ψίθυρος ένα «Χαμηλό μουρμουρητό», καθώς ο χρόνος του φαίνεται να επιβραδύνεται και η ώρα περνούσε βασανιστικά όσο ο πατέρας του αργούσε να δώσει σημεία ζωής. Και ψηλά στον ουρανό, από την πνοή ανέμου που φυσά, τα γκρίζα σύννεφα, μ' ένα δυνατό θρόισμα τρέχουν ορμητικά προς την ανατολή, με μια κίνηση ορμητική και κάπως χαοτική που ξεσπά πάνω από έναν σκοτεινό, κλειστό ορίζοντα. Και στις όχθες της ρεματιάς δεν υπάρχει ούτε ησυχία ούτε σιωπή. Εν' απροσδιόριστο ψιθύρισμα βγαίνει από μέσα από τους θάμνους που αναταράζονται αδιάκοπα, και από τα δέντρα με τις ψηλές κορφές, σα να κυλούν υποχθόνια νερά. Και ξαφνικά, το φεγγάρι ανέτειλε μες από την ανάρια και χλωμή καταχνιά, και το χρώμα του ήτανε κατακόκκινο. Τα μάτια του έπεσαν πέρα στους πελώριους δίδυμους γκρίζους βράχους που δέσποζαν στην κορυφή της απέναντι ανηφορικής πλευρά του λόφου, και που τους φώτιζε το φως του φεγγαριού. Κι οι βράχοι ήταν γκρίζοι και ψηλοί, που ο άνεμος και η βροχή έχουν σμιλέψει την ασβεστολιθική τους επιφάνεια δίνοντας τους μια μεγαλοπρεπή, απέριττη, ομορφιά. Η ομορφιά του έμοιαζε περισσότερο με αριστούργημα της τέχνης παρά με δημιούργημα της φύσης. Οι βράχοι, φαντασμαγορικοί, ορθώνονταν στην άγονη απογυμνωμένη πλαγιά χιλιάδες χρόνια. Οι απρόσιτες και απόκρημνες κορφές τους αποτελούν ιδανικό καταφύγιο για μερικά ζευγάρια κιρκινέζια.  Ένα άγριο και επιβλητικό τοπίο, που γίνεται όμως απρόσιτο και πολύ επικίνδυνο όταν λυσσομανά η τραμουντάνα.
Για τα παιδιά του οικισμού, η επαφή τους με τους δίδυμους βράχους ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τις πρώιμες παιδικές αναρριχήσεις τους, εξαιρετικά τολμηρές και επικίνδυνες. Για τους δίδυμους βράχους η ανθρώπινη φαντασία, είχε δημιουργήσει έναν αστείρευτο πλούτο από παράξενες ιστορίες και δοξασίες  απ' αυτές που λειτουργούν ως «ψίθυροι» και που επιβιώνουν στο πέρασμα του χρόνο ακόμα κι αν δεν πιστεύουμε κυριολεκτικά στην ύπαρξή τους, η ατμόσφαιρα μυστηρίου που δημιουργούν συνεχίζουν να μας συναρπάζουν, ίσως επειδή, όπως λένε, «κάθε μύθος κρύβει μια δόση αλήθειας».
Συνήθως την άνοιξη γινόταν ο τόπος εξόρμησης για τα παιδικές τους εξερευνήσεις. Στον ίσκιο των βράχων απολαμβάνοντας τις μυρωδιές του βρεγμένου χώματος, και την μεθυστική ευωδιά των κυκλάμινων που στόλιζαν τον λόφο, οραματίζονταν από κοινού το μέλλον τους, μοιράζονταν τα όνειρα τους. Σκαρφάλωναν στους βράχους πολλές φορές με παιδική ανεμελιά που έθετε σε κίνδυνο τη ζωής τους, με το βλέμμα τους να χάνεται στο άπειρο, εκεί όπου η θάλασσα συναντά τον ουρανό. Εκεί στην κορυφή στους βράχους η φαντασία τους δεν γνώριζε περιορισμούς αναζητώντας νέους ορίζοντες, πέρ’ από τα στενά σύνορα του φτωχικού οικισμού τους, πέρ’ από τη θάλασσα.
Η εικόνα των βράχων που στέκουν κάτω από το φως της γεμάτης σελήνης που μόλις ξεπρόβαλε είναι μια σκηνή γεμάτη, μυστήριο και φυσική ομορφιά. Το φεγγαρόφωτο τονίζει τις υφές των βράχων, δημιουργώντας έντονες σκιές και μια ασημένια λάμψη στην επιφάνειά τους και του φαίνονται ως σκοτεινές σιλουέτες που φωτίζονται μερικώς, αποκαλύπτοντας την τραχύτητα τους. Οι βράχοι, στερεοί, ακίνητοι και ανθεκτικοί στον χρόνο, αντιπροσωπεύουν το αιώνιο, το αμετάβλητο και τη δύναμη της φύσης που παραμένει εκεί ανεξαρτήτως των συνθηκών. Το θέαμα τον συνεπήρε, το τοπίο γίνεται μαγευτικό, λησμόνησε για μια στιγμή τον πάτερα του. Μόνο για μια στιγμή. 
Διάφορες, ασύνδετες μεταξύ τους σκέψεις κάνουν την εμφάνισή τους στο μυαλό του. Ξαφνικές εικόνες που δεν έχουν άμεση συνοχή, σκόρπιες, ανεπιθύμητες, εισβάλλουν στο μυαλό του χωρίς να το θέλει. Ένιωσε μια αίσθηση ανασφάλειας, και ανησυχίας συνειδητοποιώντας ότι αυτό που συνέβαινε αποψε ήταν κάτι το ασυνήθιστο. Κάτι δεν πήγαινε καλά με τον πατέρα του. Ο χρόνος επιστροφής του από το συνηθισμένο του στήσιμο στις παγίδες ξεπερνούσε κατά πολύ τον αναμενόμενο και τον λογικό.
Αναθάρρησε και σε μια κατάσταση ελπίδας και αποφασιστικότητας έψαξε εναγωνίως με το βλέμμα την ρεματιά, γυρεύοντας ένα σημάδι που θα του έδινε απαντήσεις. Έριχνε ματιές μέσα από τα περάσματα, αλλά το τοπίο ήταν νεκρό, δεν φαινόταν ψυχή ζώσα.. Η αγωνία του είναι έκδηλη. Δεν ψάχνει απλά, «σαρώνει» τον χώρο με ένταση αλλά η ρεματιά παρέμενε βουβή, σκοτεινή και απειλητική. Γυρεύει ένα σημάδι που θα του έδινε απαντήσεις, ψάχνει μια επιβεβαίωση, μια ένδειξη για να καταλάβει τι συμβαίνει όταν η νύχτα άρχισε ν’ απλώνει το μαύρο της πέπλο ολόγυρα. Άρχισε να βάζει πολλά με το νου του, δημιουργώντας σενάρια, συνήθως αρνητικά. «Μήπως είχε κάτι κακό συμβεί» Ο φόβος του δεν προέρχεται από πραγματικό γεγονός, αλλά από την ίδια τη σκέψη του.
Η αβεβαιότητα, τον κυριεύει και επηρεάζει τις σκέψεις. Το θρόισμα στις φυλλωσιές των δέντρων, το ημίφως του φεγγαριού μέσα απο τα συνεφα, απελευθερώνει και εξάπτει τη φαντασία του. Σαν να είδε αγνάντια του στους διδυμους βραχους τις αρχέγονες, σκοτεινές δοξασίες που σχετίζονται με την πεποίθηση ότι οι βράχοι, τα βουνά και οι σπηλιές είναι τόποι κατοικίας δαιμόνων και νεκρικών πνευμάτων, τα οποία «μιλούν» και εμφανίζονται σε μια ατμόσφαιρα όπου το φανταστικό και το πραγματικό συγκλίνουν. 
Αγναντεύοντας νιώθει πως έρχεται αντιμέτωπος με αυτές τις οντότητες που διαβαίνουν άυλες σκιές, όλο αυτό το μυστηριώδες πλήθος που δίνει ζωή στους λόφους και στις κοιλάδες να κυκλοφορούν γύρω του, μορφές αλλόκοτες που μεταμορφώνονταν σε μαύρα συννεφάκια εμπρός από το φεγγάρι. Μα μπορεί να ‘ναι η ψευδαίσθηση του που τη δημιουργεί η ανταύγεια του φυσικού τοπίου στο φως του φεγγαριού σκέφτηκε. Η νύχτα είχε προχωρήσει και οι βράχοι ξεχώριζαν από το φως του φεγγαριού όταν δεν είναι εντελώς κρυμμένο από τα σύννεφα. Τους κοίταζε με βλέμμα προσηλωμένο σαν να μην μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήταν βράχοι η πύργοι που κρύβονταν δράκοι. Τα δένδρα της ρεματιάς τρέμουν και ψιθυρίζουν θορύβους όλο μυστήριο που έμοιαζαν να βγαίνουν μέσα από την ίδια τη γη σαν φίδι που ζει και σέρνεται πάνω στην λασπώδη άμμο και χαλικώδη βυθό της ρεματιάς. Μέσα στο κλίμα της παρατεταμένης προσοχής του, ο παραμικρός άγνωστος θόρυβος γιγαντώνεται, και του προκαλεί ταραχή ίση µε το χτύπημα κεραυνού και κάθε λεπτό της ώρας περνάει µε ταχύτητα σαλιγκαριού. Νιώθει αιχμάλωτος της αναμονής, δεν μπορεί να πάει πουθενά, δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο από το να περιμένει επινοώντας τρόπους να περάσει την ώρα του. Κρατά την αναπνοή του μισό λεπτό κι ύστερα, ξεφυσώντας, πήρε μια βαθιά ανάσα, ίσιωσε το βλέμμα μπροστά κοιτάζοντας στον άδειο χώρο επίμονα, προσπαθώντας να κατανικήσει έναν ακατανόητο φόβο και μια περιρρέουσα αίσθηση απειλής που κορυφώνεται και ταυτόχρονα γίνεται ο εφιάλτης του ότι τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τον σώσει, όταν το «κακό» εισβάλλει από παντού γύρω του.
Νιώθει κολλημένος, αναποφάσιστος, φοβάται να πάρει μια απόφαση, δυσκολεύεται επειδή δεν ξέρει τι να κάνει. Οσο η νυχτα βαθαινει, καθώς το έδαφος ψύχεται, ο ήχος του ανέμου σταματά, και απομένει μόνο η «ψίθυρος» της γης και η νύχτα φέρνει μια βαθιά, σχεδόν ιερή σιγή!  Τ’ όραμα του αραιώνεται, όλο εκείνο το μυστηριώδες πλήθος από σκιές που εδίνε ζωή στους λόφους και στους βράχους αλαργεύει, αφανίζεται. Οι θόρυβοι ακούγονται πια πολύ απόμακρα, σαν το βουητό της μέλισσας. Κάποια βήματα που πλησίαζαν τον έκαναν να σηκώσει τα μάτια και το βλέμμα του πέφτει στο λευκό φως που άστραψε μέσα από τη ρεματιά. Ο φωτεινός φακός του πατέρα του έλαμψε ζωηρά, μέσα από τις πρώτες συστάδες από τις άγριες χαμηλές βατομουριές, με τα ασημί βούρλα που γυάλιζαν στο φως του φακου σαν υδάτινες κλωστές στα πλευρά του πλάτανου. Τα βήματα ακούγονταν πιο καθαρά πια σαν βήματα αγγέλου που τρέχει να αναγγείλει τα χαρμόσυνα μηνύματα. Αυτός όμως έμενε ακόμη εκεί και περίμενε ακίνητος. 
Στο μανδύα της καταχνιάς και της δρόσου το περίγραμμα του κορμιού, του ήταν θαμπό, αλλά τα χαρακτηριστικά του ήταν τα χαρακτηριστικά του πατρός του που στο φως του φεγγαριού, τον βλέπει ν’ ανηφορίζει με γοργές δρασκελιές κοντά του. Αντικρίζει τη ματιά του γεμάτη φροντίδες και στις λιγοστές ρυτίδες πάνω στο πρόσωπο του διαβάζει την κούραση, και μια φλόγα να σιγοκαίει πίσω από καλοσυνάτα μάτια, που τον έκαναν να μοιάζει με τους παλιούς δασκάλους.
Ένα αίσθημα ανακούφισης μια σωματική αίσθηση, σαν το συναίσθημα να κυκλοφόρησε στο αίμα του, επηρεάζοντας ολόκληρο το σώμα του, όχι μόνο το μυαλό του. Τώρα μπορούσε να αναπνεύσει ελευθέρα. Το μυαλό και το σώμα του, μετά το παρατεταμένο έντονο άγχος, «χαλάρωσαν». Μισόκλεισε τα μάτια του, κι ένιωσε το φως του φακού ν’ αφήνει στα βλέφαρα του ένα χάδι.
«Πατέρα! Εδώ είμαι! Πατέρα!» του φώναξε....
Η βροχή είχε από νωρίς σταματήσει αλλά από τις φυλλωσιές του πλάτανου συνέχιζαν ακόμη να πέφτουν μια μια σταλαγματιές βροχής γύρω του.
«Φοβήθηκα που άργησες πατέρα». Είπε.
Τα χαρακτηριστικά του πατέρα του τη μια φωτίζονταν και την άλλη ξεθώριασαν στο σκοτάδι, όταν τα κινούμενα σύννεφα έκρυβαν το φεγγάρι.
«Ήταν πιο δύσκολο απ' ότι περίμενα». Του δήλωσε ο πατέρας του φτάνοντας δίπλα του κοντά-ανασαίνοντας και σκουπίζοντας το μέτωπό του. Με μια χειρονομία γεμάτη κατανόηση άπλωσε με στοργή και ακούμπησε το χέρι πάνω στο κεφάλι του.
«Αγόρι μου όλα είναι καλά, πάψε τώρα ν’ ανησυχείς», του είπε.
Αυτός έτρεμε και ψέλλιζε, περισσότερο από τη χαρά και τη συγκίνηση για το καλό τέλος, παρά από τον φόβο του.
«Λυπάμαι που έμεινες μόνος στον ερχομό της νύκτας. Έλα είναι ώρα να πάμε πίσω στο σπίτι. Η μητέρα θα ανησυχεί που αργήσαμε».
Ξεκίνησαν με βήματα γοργά για την επιστροφή στον οικισμό, η μητέρα του αφόρητα θ’ αγωνιούσε κ’ αυτή, καθώς τους περίμενε να γυρίσουν, ήταν πρόκληση η αργοπορία τους. Το νυχτερινό κρύο γλιστρούσε μέσα στα ρούχα του και τον τρυπούσε ως το κόκαλο. Κοίταξε τον πατέρα του! Απορούσε πώς άντεχε, με τη σχετικά πολύ ελαφριά για τις συνθήκες ενδυμασία του, τελικά ίσως να ήταν πιο ανθεκτικός απ’ ότι νόμιζε, στους τριάντα χειμώνες του.
Όταν επέστρεψαν βρήκαν τη μητέρα τους να τους περιμένει στην εξώπορτα κρατώντας το φανάρι στο χέρι. Άνοιξε την αγκαλιά της και έκρυψε μέσα το παιδικό κεφάλι του. Ένας αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από τα σωθικά της, βγάζοντας τη συσσωρευμένη αγωνία της. Όταν η γαληνή πλημμυρίζει τις αναστατωμένες ψυχές, είναι σαν το νερό που πέφτει πάνω στη χέρσα γη και την κάνει να βλαστήσει.
Στη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας, είναι αλήθεια ότι δοκίμασε πολλές φορές πλούσια γεύματα απ’ το κυνήγι. Πάντα όμως ξυπνούσε μέσα του ο ίδιος βαθύς πόνος και η σιωπηλή οδύνη που ένοιωθε κάθε φορά που επέστρεφε ο πατέρας του από το κυνήγι, γιατί δεν άντεχε να βρίσκεται αντιμέτωπος με τα άψυχα θηράματα. Το θεωρούσε βάρβαρη εξόντωση, που καλλιεργεί τη βία στη φύση και στη ζωή. Από τις πιο ακριβές αναμνήσεις της ζωής του είναι οι φορές, όπου τον έπαιρνε μαζί του ο πατέρας του στο κυνήγι και τον μάθαινε να μαζεύει μανιτάρια, βρούβες, βολβούς, οβριούς και άγρια σπαράγγια.

Ο Τσαλαπετεινός στην αυλή του Μπάρμπα Παναγιώτη Καραστατήρη...
Σήμερα θυμάται, και ο αργαλειός της μνήμης του, υφαίνει αργά τον ιστό της που τον συνδέουν με αναμνήσεις. Τον κυνηγά η παιδική του ηλικία, με σκόρπιες μνήμες και τον συμπαρασύρει στο παρελθόν, όπου τυλίγεται στον ιστό των αναμνήσεών του. Παρά το πέρασμα του χρόνου και την απομάκρυνση από την ύπαιθρο, διατηρεί ζωντανές τις αναμνήσεις και την αίσθηση του παρελθόντος, από τον μικρο οικισμό τους τα Μπουμπουτσέλια!  Οι αισθήσεις του «αιχμαλωτίζονται» ακόμα από την ομορφιά και την απλότητα του τόπου με τα χρώματα της ανατολής, του γέρματος, του ουράνιου τόξου όταν γλυκοχαράζει. 
 Σηκώθηκε νωρίς! Η κορυφή του Κούνου σκεπασμένη με ανάλαφρη πάχνη. Ακούει μονάχα τις πέρδικες να κακαρίζουν και τα πρώτα κελαηδοπούλια που ξυπνούν. Ακούει ακόμα κουδούνια από κοπάδια και το θρόισμα του ανέμου. Ήταν άνοιξη και το ελαφρό αεράκι σχημάτιζε μικρά κύματα που ζωντάνευαν τα γύρω δέντρα. Του άρεσε πολύ το ανοιξιάτικο στοιχείο. Ήταν ικανός να κάθεται ώρες ακίνητος να χαζεύει τη φύση. Δεν επρόκειτο απλώς για παρακολούθηση, αλλά για μια μορφή «στοχασμού» όπου τον απορροφούσε η ομορφιά και οι λεπτομέρειες του φυσικού κόσμου. 
«Η φύση δεν βιάζεται ποτέ, κι όμως τα πάντα γίνονται στην ώρα τους...» Λάο Τσε – Κινέζος φιλόσοφος (6ος αιώνας π.Χ.). 
Το βλέμμα του ακολούθησε ένα περαστικό σύννεφο πάνω απ’ τους λόφους, καθώς ο ανοιξιάτικος ήλιος ανυψωνόταν βαριεστημένα, πίσω από τα βουνά, λες και δεν ήθελε να ξεκινήσει τη μέρα του, αφήνοντας μια γλυκιά δροσιά να κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα. Έμπλεξε τα δάχτυλά του κι άρχισε να παρατηρεί αντικρίζοντας από μακριά τη φιγούρα ενός πολύχρωμου ψηφιδωτού που κάθισε και αναπαύεται στη διχάλα της μικρής συκιάς απέναντι στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη. Ένα πουλί -από τις εξωτικότερες μορφές πουλιών- της λακωνικής γης. Ένας τσαλαπετεινός (Upupa epops) από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της φύσης, που ξεχωρίζει από το μακρύ λοφίο του με τις μαύρες μύτες. Τον πρωτοείδε να ξεπροβάλλει αργά μέσα από μια συστάδα από σκίνα και πουρνάρια στο μπροστινό χαντάκι του σπιτιού πετώντας νωθρά, κυματιστά, ανοίγοντας χαρακτηριστικά αργά τις φτερούγες του, σαν πεταλούδα, αναδεικνύοντας με χάρη τούς πολύχρωμους σχηματισμούς των φτερών του. Ο Ήλιος τώρα ψήλωνε, πάνω από το λόφο του Άγιου Παντελεήμονα λούζοντας με μια καθάρια ακτινοβολία το τοπίο, έκανε τα πλουμιστά χρώματα του τσαλαπετεινού να λαμπυρίζουν. Το πούλι έμεινε εκεί με τις κομψές καμπυλωτές γραμμές του και τραγουδούσε.
Πανέμορφα πουλιά, έχουν δημιουργηθεί μύθοι κι ιστορίες γι΄ αυτά από τα αρχαία χρόνια!
Δεν είναι πουλιά που περνούν απαρατήρητα!
Αυτός λουσμένος από τη ζεστασιά της καθαρής ανοιξιάτικης μέρας ένοιωσε μια απίστευτη ευχαρίστηση να φουσκώνει σαν την παλίρροια μέσα του... .. .. .. .. .. .. ..

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

Mia Palia Photogafia K' Ena Gramma

Χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα.
Ναυτικός.
Ήταν το πρώτο μου μπάρκο.
Δόκιμος μηχανικός σ’ ένα ατμοκίνητο γκαζάδικο του χίλια εννιακόσια πενήντα.
Ταξιδεύουμε στης θάλασσας τα πλάτη κάτω απ' έναν έναστρο ουρανό, πάνω στους πέντε ωκεανούς του πλανήτη. Νοιώθω το πλοίο να σκίζει τα κύματα κάτω από τ’ απόκοσμο και χαοτικό βάθος του ουρανού, κάτω από μακρινούς πλανήτες και γαλαξίες. Χιλιάδες τόνοι μέταλλο ταξιδεύουν ακούραστα στις πέντε ηπείρους του πλανήτη μέσα στο χρόνο με μοναδικό φόντο τον ορίζοντα. Εκεί που το μπλε της θάλασσας ανταμώνει και φιλιώνει αρμονικά με το μπλε του ουρανού. Μια νοερή οριζόντια γραμμή τα χωρίζει. Η αείροη πηγή του μυστηρίου της ζωής τα συνδέει λειτουργώντας ως μια αέναη, ζωοποιός δύναμη..
Ώρα οκτώ το πρωί.
Ο μονότονα σταθερά επαναλαμβανόμενος χαρακτηριστικός ήχος που παράγεται από το σήμαντρο (καμπάνα) υπενθυμίζει στους εργαζόμενους του μηχανοστασίου ότι είναι η ώρα της κλασσικής παραδοσιακής παράδοσης-παραλαβής βάρδιας εργασίας. 
Η υγρασία και η ζέστη του μηχανοστασίου, αυτός ο συνδυασμός που δημιουργεί μια εξαιρετικά αποπνικτική ατμόσφαιρα, μου δυσχεραίνει την αναπνοή και μου προκαλεί δυσφορία καθώς ανέβαινα τις μεταλλικές σκάλες του μηχανοστασίου και προχώρησα στο εξωτερικό κατάστρωμα της πρύμνης! Εξαντλημένος κάθισα δίπλα στις πίντες (δέστρες), της πρύμνης του πλοίου κοντά στον τεράστιο εργάτη της Άγκυρας για να χαλαρώσω, να αναζωογονηθώ από αυτό το αίσθημα της κούρασης που ένιωθα. Άφησα το βλέμμα μου να ξεφύγει από τα όρια του πλοίου και να χαθεί στο απέραντο γαλάζιο της τροπικής θάλασσας, με στοχαστική διάθεση σε μια στιγμή περισυλλογής, μακριά από τα καζάνια και τις τουρμπίνες του μηχανοστασίου, να ηρεμήσει το μυαλό μου και να βοηθήσω το σώμα μου να χαλαρώσει.
Τις τελευταίες ήμερες το πλοίο ταξίδευε στην τροπική θάλασσα με την αφόρητη ζέστη και την ανυπόφορη υγρασία μια κατάσταση που επηρεάζει άμεσα την ικανότητα του οργανισμού να αναπνέει φυσιολογικά. Το ανθρώπινο σώμα μπορεί να αντέξει πολύ υψηλές θερμοκρασίες εάν η υγρασία είναι χαμηλή δεν μπορεί όμως να υποστηρίξει θερμοκρασίες με υψηλή υγρασία γιατί σ' αυτή την κατάσταση, το σώμα δεν μπορεί να δροσιστεί με την παραγωγή ιδρώτα. Πολύ σύντομα διαπίστωσα πως σ' αυτή την περιοχή της πρύμνης δεν ήμουν η μοναδική παρουσία. Ηταν και ο Συριανός θερμαστής, ο Αντώνης, που ανέβαινε πίσω μου μετά την κοπιαστική του βάρδια στο στόκολο των καζανιών με τη φόρμα εργασίας μούσκεμα απ' τον ιδρώτα και κάνοντας πάντα την ίδια μονότονη κίνηση. Να σκουπίζεται στο λαιμό με ένα δικτυωτό λευκό βαμβακερό μαντήλι, το μαντήλι της «φωτιάς». Το «μαντήλι της φωτιάς» ήταν ένα μαντήλι δεμένο στο λαιμό του θερμαστή που το χρησιμοποιούσε για να σκουπίζει τον ιδρώτα και τη σκόνη κατά τη διάρκεια της εργασίας του στο μηχανοστάσιο. Αποτελούσε μέρος της εικόνας του θερμαστή, σε παλιά ελληνικά πλοία και συνδεόταν με τη σκληρή δουλειά και τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης των ναυτικών, «χειμώνα καλοκαίρι».  Ο Θερμαστής καταπονημένος κ αυτός, απ’ τη σκληρή δουλειά στο «στόκολο» (λεβητοστάσιο) να παρακολουθεί τις φωτιές και τα νερά στα καζάνια, είχε μια έντονη ανάγκη τώρα για μια όαση δροσιάς και μια αίσθηση ανακούφισης εκεί στις πίντες του καταστρώματος της πρύμνης (stern deck) που του επιτρέπει να αποσυνδεθεί από την ένταση της βάρδιας σ' 'ένα διάλειμμα σωματικής χαλάρωσης από την καταπόνηση της εργασίας του. 
Ο Αντώνης ήταν ένας άνδρας πενήντα περίπου χρονών είχε μέτριο ανάστημα, ένα κανονικό σώμα, και παρά την πολύ σκληρή δουλειά στα καζάνια του πλοίου είχε μερικά έξτρα κιλά συγκεντρωμένα γύρω από την κοιλιά του. Η κοιλιά του, θύμιζε αυτή των εγκύων, έχοντας λεπτά χέρια και πόδια. Τα σπαστά γκρίζα μαλλιά του ήταν αραιά κι από κάτω τους φαίνεται το δέρμα της κεφαλής του.
Το στόκολο (από την αγγλική λέξη stokehold) του πλοίου ήταν η περιοχή του, το βασίλειό του, που παρακολουθούσε τους ατμολέβητες, τα μανόμετρα ένας χώρο με ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας εκεί όπου κυβερνούσε ο Αντώνης τις φωτιές και τα νερά των καζανιών του πλοίου σαν απόλυτος μονάρχης.
Κάθισε κατάχαμα δίπλα από την οβάλ πόρτα της κουζίνας που δεν έκλεινε καλά, σε μια στάση σώματος που υποδηλώνει εξάντληση και ανάγκη για ξεκούραση όπως η σκηνή από την ταινία «Πώς πέφτουν οι ισχυροί». Στήριξε την πλάτη στον μπουλμέ ακουμπώντας στο πρώτο σκαλοπάτι της σιδερένιας σκάλας που οδηγούσε στο ντεκ της τσιμινιέρας με τα χέρια πίσω από το σβέρκο και τη στάση αυτή καταλαβαίνω πως την επιλέγει για να του προσφέρει σταθερότητα και να ξεκουραστεί η σπονδυλική του στήλη. Άναψε ένα τσιγάρο και τον βλέπω μετά από λίγο να γέρνει προς τα πίσω ακούμπησε και το κεφάλι του  στον γκρίζο σιδερένιο μπουλμέ, χαμογελούσε με το τσιγάρο στο ακρόχειλο του με τα μάτια μισόκλειστα και ο καπνός από το τσιγάρο να κάνει δαχτυλίδια ανεβαίνοντας προς τα πάνω. Καπνίζοντας το τσιγάρο χαϊδεύει τα αραιά κοντά γένια του. Μια εικόνα που μου παραπέμπει σε έναν άνθρωπο κουρασμένο που βρίσκεται σε διαδικασία αναπόλησης. 
Τον παρατηρώ έτσι που έτσι καθισμένος χαμογελά, ίσως κοιτάζοντας το κενό, το μυαλό του να ταξιδεύει πίσω στο χρόνο. Η αναπόληση του αυτή ίσως να λειτουργεί ως καταφύγιο σε μια προσπάθεια του σύνδεσης με στιγμές που είχαν αξία, «ανακινώντας» μνήμες μέσα από την κούραση του. Ίσως να βρίσκεται σε κατάσταση ονειροπόλησης, με τα μάτια μισόκλειστα και με την αίσθηση ότι είναι «παρών» αλλά ταυτόχρονα «αλλού», το μυαλό του να αποσπάται από την πραγματικότητα και να ασχολείται με τις αναμνήσεις του και τις εμπειρίες του που ξεθώριασαν και χάθηκαν με τον καιρό, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί κάτι από αυτές που παραμένουν κρυμμένες στην ψυχή του, όπως αναμνήσεις και συναισθήματα που δεν σβήνουν ποτέ.
Χαμογελώντας συνεχίζει να χαϊδεύει τα γένια του. Κι αυτή τη φορά κλείνει τα μάτια για τα καλά πλημμυρισμένος απ’ ένα πέπλο λάμψης στο μέτωπο, παραδίδεται στο όνειρο του. Ίσως να γυρνά στα χρονιά της εφηβείας του, περπατώντας τα σοκάκια της Άνω Σύρου, στην εποχή που ερωτεύτηκε μια καθολική κοπελιά. Φαίνεται ότι την θυμόταν γιατί κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια του που λαμπύριζαν, κι έπειτα άρχιζαν να αλλάζουν να γίνονται υγρά, θολά και το χρώμα τους να σβήνει. Ίσως να βλέπει κάπου χωμένο σε μακρινές ομίχλες το πρόσωπο της που απομακρύνεται και χάνεται στα βάθη του ορίζοντα, σαν μια μακρινή ανάμνηση που σβήνει. Ένας ανεκπλήρωτος έρωτας που του είναι δύσκολο πλέον να τον ανακαλέσει καθαρά.
Ταξιδεύοντας αφήνουμε πίσω μας το Πορτ Λούις, συνεχίζουμε βόρεια κατά μήκος της μεγάλης δαντελωτής ακτογραμμής του Αγίου Μαυρικίου. Άσπρες αμμουδιές, οργιώδης ζούγκλα, απότομες βουνοπλαγιές, καταρράκτες και χιλιόμετρα κοραλλένιας δαντέλας στον Ινδικό ωκεανό. Ήλιος που καίει, σμαραγδένια νερά, τροπική βλάστηση και αμμουδιά απαλή σαν πούδρα. Ένας παράδεισος επί της γης. ανατολικά της Μαδαγασκάρης, στον Τροπικό του Καρκίνου. Εδώ που πριν από εκατομμύρια χρόνια δημιουργήθηκε από έκρηξη υποθαλάσσιου ηφαιστείου ένα νησί. Η θάλασσα εμπρός μας, λαμπερή γαλάζια, παντού όσο φτάνει το μάτι, τονίζοντας την αίσθηση του άπειρου, λικνίζεται απαλά και αναστενάζει σαν μια πελώρια αναπνοή. Το φως του ήλιου ξεχύνεται εκτυφλωτικό, σπινθηροβόλο σαν μικρά χιλιάδες άστρα που λαμπυρίζουν, όπως αυτό καθρεφτίζεται πάνω στην επιφάνεια του νερού πέρα μακριά και σχηματίζει ένα φωτεινό μονοπάτι στην επιφάνεια της θάλασσας, που συνεχίζει προς τον ορίζοντα.
Σιγά, σιγά ένας-ένας μαζεύονται από το πλήρωμα, όσοι αυτή την ώρα ξυπνούν, στην πρύμη, για να πιουν τον πρωινό καφέ τους.. Είναι η ώρα που σε λίγο θα πάμε όλοι για δουλειά, ...over time.... τόσο το προσωπικό καταστρώματος όσο και προσωπικό μηχανής. 
Σήμερα που η τροπική ζέστη είναι ανυπόφορη στο κατάστρωμα οι τρέχουσες καιρικές συνθήκες είναι σχετικά υποφερτές, πνέει ένας άνεμος με χαμηλή ταχύτητα, που χαρακτηρίζεται ως σχεδόν άπνοια, αισθητός ως «ελαφρύ αεράκι», που προκαλεί ήπια ρυτίδωση στην επιφάνεια της θάλασσας, είναι αναζωογονητικός και δροσίζει κάπως την ατμόσφαιρα. Στο μηχανοστάσιο όμως οι συνθήκες είναι πιο δύσκολες, οι θερμοκρασίες υψηλές και η υγρασία αφόρητη και αυτή την εποχή που ταξιδεύουν στα τροπικά κλίματα θέλει μεγάλη προσοχή.
Το πλοίο ένα χαλύβδινο γκαζάδικο, ατμοκίνητο, παλαιάς ήδη τεχνολογίας.... και ο αερισμός του όχι τόσο καλός σε ιδιαίτερα επιβαρυμένους θερμικά χώρους, όπως το μηχανοστάσιο και το λεβητοστάσιο.
«Σήμερα το μηχανοστάσιο λειτουργεί σε ρυθμούς καύσωνα που κάνει τη ζέστη πιο αφόρητη και την ατμόσφαιρα να μοιάζει πιο «πυκνή», λέει ο Λευτέρης ο λαδάς, που μόλις τώρα πίνει τον καφέ του κι αυτός. Οι συνθήκες εργασίας μέσα στον πιο «σκληρό» χώρο του πλοίου, στο μηχανοστάσιο, όπου οι θερμοκρασίες που επικρατούν είναι υψηλές και ο αέρας κακής ποιότητας είναι ιδιαίτερα δύσκολες. Εκτός από τα επικίνδυνα ταξίδια στη θάλασσα και τις όποιες στερήσεις έχει ως συνέπεια, ως επακόλουθο, η ζωή πάνω στο πλοίο, τα πληρώματα μηχανής, οι επαγγελματίες αυτοί, ασκούν μια ιδιαίτερα κοπιαστική, χειρωνακτική εργασία.
Κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα ήταν ήδη οκτώ και μισή. Ήξερα ότι εάν δεν ήθελα να έχω μουρμούρα από τον Δεύτερο, έπρεπε να σηκωθώ αμέσως και να κατέβω στο μηχανοστάσιο. 
Στο πλοίο υπήρχε ένα γνωμικό για το Δεύτερο μηχανικό. «Λένε ότι το δάγκωμα του είναι χειρότερο απ’ το γάβγισμα του».
Ο Αντώνης ήταν ακόμη μισοκοιμισμένος. 
«Που πας». Με ρώτησε. 
Είχε μια δυσκολία να σηκωθεί από το πρωινό ραχάτι, άλλα του ήταν αδύνατο να βρει κάποια δικαιολογία ώστε να μην κατέβει στο μηχανοστάσιο για το over time. 
«Περίμενε έρχομαι μαζί σου». 
Ακούμπησε στην άκρη το άδειο του φλιτζάνι, σηκώθηκε από το σκαλοπάτι, κούμπωσε τη φόρμα του και πέρασε γρήγορα την είσοδο του μηχανοστασίου. 
Κι εγώ αγαπώ τόσο πολύ αυτές τις πρωινές στιγμές της αδράνειας που προσφέρουν μια μοναδική αίσθηση ηρεμίας, ελευθερίας και σκέψης και στη διάρκεια τους ξεχνάς ακόμη και τα τέσσερα αυγά μάτια και το μπέικον με τα ψωμάκια που έμειναν άθικτα πίσω μας στη τραπεζαρία.
Ο Δεύτερος μοίρασε τις δουλειές του μηχανοστασίου. Tο μηχανοστάσιο είναι η καρδιά του πλοίου, καθώς εκεί στεγάζονται οι μηχανές, οι οποίες δουλεύουν ασταμάτητα για να παρέχουν την απαραίτητη ενέργεια! Η καρδιά είναι το μηχανοστάσιο του ανθρώπου. Η καρδιά δεν γνωρίζει τίποτα, απλώς δουλεύει ασταμάτητα για να παρέχει την απαραίτητη ενέργεια του ανθρώπου! Ενώ η γέφυρα είναι το κέντρο επιχειρήσεων (το «μυαλό»), το μηχανοστάσιο είναι ο χώρος που δίνει ζωή στο πλοίο.
Στον Αντώνη ανέθεσε να βοηθήσει το θερμαστή της πρωινής βάρδιας. Λόγω της κακής ποιότητας των καυσίμων που το πλοίο είχε εφοδιαστεί τελευταία, οι καυστήρες στους λέβητες άφηναν προσμίξεις από λασπώδη και στερεά κατάλοιπα  στο δάπεδο της εστίας που έπρεπε να αναδευτούν και να καούν πριν αποκτήσουν μεγάλο όγκο και δημιουργήσουν περαιτέρω λειτουργικά προβλήματα στο σύστημα.
Ο Αντώνης μ’ ένα μεγάλο σε μήκος σιδερένιο λοστό που χωνόταν βαθιά μέσα στο σωρό αποσπούσε από το δάπεδο τα ανθρακώδη στερεά κατάλοιπα. Ταυτόχρονα αύξανε την παροχή του αέρα καύσης στην εστία του λέβητα. Τα κατάλοιπα αμέσως αναφλέγονταν. Άστραφτε και βροντούσε η εστία του λέβητα. Η αναλαμπή απ’ τις φλόγες χόρευε τρελά πάνω στο δάπεδο, συνέχιζε το δαιμονισμένο της χορό πάνω στους πλαϊνούς υδρότοιχους και την οροφή. Κόκκινες και πορτοκαλιές σκιές σειούνται, λυγιούνται, σφιχταγκαλιάζονται ή ξαφνικά ξεμακραίνουν. Αργότερα ζαρώνουν και γίνονται τόσες δα μικρούλες, και μετά σε κάθε νέο ανάδεμα, ώσπου να πεις τρία σηκώνονται τεντώνουν το λαιμό τους με ορμή, και τα ανθρακώδη έπαιρναν και πάλι φωτιά, βγάζοντας μια κίτρινη στριγκή λάμψη. Σαν ένα γιγαντιαίο ταμπούρλο που βροντούσε ρυθμικά.
Ο Αντώνης, χειριζόταν το λοστό με εξαιρετική ικανότητα και ασυνήθιστη άνεση, μετατρέποντας τη βίαιη και βαριά εργασία σε μια σχεδόν χορευτική χορογραφία. Σ’ αυτό ήταν πραγματικά άπιαστος, ήταν ο καλλιτέχνης του στόκολου. Η μια προσπάθεια μετά την άλλη και δώσ’ του, έριχνε με το λοστό και δε σταματούσε ακόμη και όταν ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπό του.
Έτσι κύλησε η ώρα μέχρι το coffee time των δέκα. Ο μοναδικός χώρος στο πλοίο που είχε κλιματισμό ήταν η τραπεζαρία και το καπνιστήριο του πλοίου με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια υποφερτή ατμόσφαιρα. Στη διάρκεια λοιπόν της εικοσάλεπτης διακοπής από τις εργασίες όλο το πλήρωμα μαζευόταν εκεί για τον καφέ του.
Ο Δεύτερος μηχανικός του πλοίου ήταν ένας τριανταπεντάρης άνδρας από εκείνους τους γυμνασμένους τύπους με ευθυτενές σώμα και έκφραση ετοιμότητας στο πρόσωπο. Υποψιαζόμουν ότι πίσω απ’ το στεγνό του ύφος κρύβονταν ωκεανοί συναισθήματος. Αλλά εκείνος το κρατούσε για τον εαυτό του. Πάντα ψύχραιμος, ολιγόλογος, ολιγαρκής. Στεγνός, ναι, αυτή την αίσθηση που μου έδινε. Λες κι είχε μεγαλώσει σε μια Ατακάμα συναισθημάτων. Αν δεν ξέρετε τι είναι η Ατακάμα, αναζητήστε «η πιο άνυδρη έρημος της Γης».
Με ρώτησε για τον Αντώνη, και αν ξέρω γιατί δεν ήρθε στον καφέ. Δεν ήξερα γιατί δεν ήρθε!
Πήρε τηλέφωνο τη βάρδια στο μηχανοστάσιο και ρώτησε. Ένοιωσε ανακούφιση μαθαίνοντας ότι ο Αντώνης πίνει τον καφέ του παρέα με τον συνάδελφο του στο στόκολο. Η ασφάλεια των ανδρών της επιστασίας του ήταν το πρώτο μέλημα του. Για την ακρίβεια ενδιαφερόταν για τη σωματική και ψυχική υγεία των υφισταμένων του και ας μη το φανέρωνε το στεγνό πρόσωπο του.
Τελειώνοντας το coffee time το προσωπικό μηχανής συναντηθήκαμε στην πλατφόρμα έλεγχου του μηχανοστασίου. Ο Δεύτερος φώναξε εμένα και τον Αντώνη.
«Θα πας στην πλατφόρμα του βοηθητικού ψυγείου να σκουπίσεις και να καθαρίσεις το μπουλμέ στη πλευρά της θάλασσας». Είπε του Αντώνη.
«Κατάλαβες;»
«Κατάλαβα». Επανέλαβε ο Αντώνης γεμάτος ανακούφιση όταν συνειδητοποίησε την εργασία που του αναθέτει ο Δεύτερος.
«Διάβολε, είμαι το κατάλληλο άτομο γι’ αυτή τη δουλειά». Δήλωσε με στόμφο.
Ο Δεύτερος συγκρατήθηκε με κόπο για να μη γελάσει
«Εσύ θα πας στο αριστερό ιππάριο τροφοδοσίας να αλλάξεις σαλαμάστρες στα βάκτρα παλινδρόμησης. Μπορείς;». Με ρώτησε.
«Δεν έχω πρόβλημα». Είπα και το εννοούσα.
«Και έχε το νου σου στο θερμαστή δίπλα σου, θα αράξει άλλα μην τον ανησυχείς, έχει ταλαιπωρηθεί τις προηγούμενες ώρες, έχουμε και αυτή τη διαβόλου υγρασία που σου τρυπάει το κόκκαλο». Με συμβούλεψε ο Δεύτερος.
Δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα που ο Αντώνης νιώθοντας ταλαιπωρημένος και καταπονημένος απ’ τον πόλεμο με τις φωτιές των καζανιών, έγειρε το κορμί του άβολα να αναπαυτεί στο μεγάλο εγκάρσιο νομέα του σκάφους πίσω από το τεράστιο ψυγείο, πάνω στην επιφάνεια της δροσερής λαμαρίνας. Εκεί που κανείς δεν τον έβλεπε. Ο τραχύς θόρυβος του μηχανοστασίου και οι δονήσεις της προπέλας τον νανούρισαν. Ο Αντώνης αποκοιμήθηκε. Χάνοντας τον Αντώνη από την οπτική επαφή χαμογέλασα με κατανόηση. Θυμήθηκα μια παλιά ιστορία που έλεγε ο παππούς για έναν κολλήγο εκατοχρονίτη γέροντα. «Προσπαθούσε έντιμα να κάνει τη δουλειά που του ζητούσαν, δουλειά πολύ πάνω από τις δυνάμεις του, εξαντλημένος εδώ και πολύ καιρό. Υστέρα κοιμήθηκε».
Ο Αντώνης μετά από δύσκολες και κοπιαστικές ώρες εργασίας με ευκολία αποκοιμιόταν παντού, ακόμη και στο μηχανοστάσιο, με τον ιδρώτα να μουσκεύει τα ρούχα του.
Κάποια στιγμή ξύπνησε ξαφνικά σαστισμένος, αναπήδησε απότομα και σηκώθηκε ακαριαία διαπιστώνοντας ότι εγώ είχα ήδη φύγει από το μηχανοστάσιο απογοητεύτηκε. Δεν είχε επίγνωση του χρόνου που πέρασε, δεν μπορούσε να υπολογίσει πόσος χρόνος είχε περάσει που κοιμήθηκε κουρνιασμένος εκεί στο δροσερό ατσάλινο νομέα της γάστρας του πλοίου.
«Σκατά», μονολόγησε όταν κατάλαβε ότι η ώρα ήταν ήδη δώδεκα, κατέβηκε στο δάπεδο της πλατφόρμας και με ύφος παραπονεμένο, θλιμμένο ξεκίνησε για το μεσημεριανό του δείπνο.
Ώρα δώδεκα και δέκα μεσημέρι.
Βρισκόμασταν στο χώρο της μεγάλης τραπεζαρίας πληρώματος του πλοίου, το πλήρωμα βαδίζοντας γοργά ελάμβανε θέση για το μεσημεριανό γεύμα.Ο Αντώνης με το στόμα ορθάνοιχτο κρατούσε τα ματιά προσεκτικά χαμηλωμένα έριχνε κλεφτές ματιές γύρω του και στο πρόσωπο του καμωνόταν επιδέξια πως ταξιδεύει ο νους του, είναι απορροφημένος από τις σκέψεις του και ταλαιπωρημένος από την δύσκολη εργασία που του είχαν αναθέσει να εκτελέσει. Είχε τα μελαγχολικά λαμπερά του ματιά καρφωμένα στο κενό με σφιγμένο χαμόγελο και πονεμένη ματιά. Τα αραιά μαλλιά του ήταν τραβηγμένα πίσω με το λευκό μαντήλι της φωτιάς δεμένο γύρω από το μέτωπο να συγκρατεί τον ιδρώτα του. Προσπαθούσε να προσελκύσει την προσοχή απ’ το πλήρωμα γύρω απ’ τα δυο μεγάλα τραπέζια της τραπεζαρίας του πλοίου στραμμένη επάνω του. Κοίταζε φευγαλέα προς τη διεύθυνση που βρισκόταν ο Δεύτερος μηχανικός με την άκρη του ματιού και το στόμα ανοικτό φροντίζοντας να μην χάσει την ταλαιπωρημένη έκφραση, ώστε να αποσπάσει την προσοχή του, να δείξει ότι εργάστηκε με ζήλο και έφερε εις πέρας τη δουλειά που του είχε αναθέσει.
Κάπου κάπου κοίταζε πάνω από τον ώμο του προς το μέρος μου, να δει εάν είχα αναφέρει κάτι για το ραχάτι του. Αντικρίζοντας το φιλικό μου χαμόγελο μάζεψε το κουράγιο του και προχώρησε να καθίσει στο κάθισμα του.
Ο καμαρωτός μη αναγνωρίζοντας τον καθημερινό μας Αντώνη, σ’ αυτή την γεμάτη ανησυχία έκφραση στο πρόσωπο του συνειδητοποίησε ότι κάτι του συμβαίνει σήμερα.
«Είσαι καλά;» τον ρώτησε
«Τι;» ψιθύρισε.
Η φωνή του βγήκε βραχνή, σαν να μην ήταν συνηθισμένος να μιλά καθώς καθόταν στην θέση του.
Το πρόσωπο του στράφηκε στο καμαρότο, που η παρέμβαση του έγινε η αιτία να διακοπεί η πρόσκαιρη θεατρική του παράσταση.
Αυτό τον επανέφερε από την παράσταση του. Έμεινε για λίγο ασάλευτος σχεδόν υπνωτισμένος.
«Αναρωτιόμουν για την καλή σου υγεία. Χαλάρωσε δείχνεις χλωμός σαν ζυμάρι.» Συνέχισε ο καμαρωτός.
Τα καπνιστήρια και οι τραπεζαρίες των πλοίων είναι ένα περιβάλλον που υπό ορισμένες προϋποθέσεις τα αστεία και οι φάρσες ευδοκιμούν.
Ο Αντώνης ακόμη και στα πενήντα του, χρόνια - στον μισό αιώνα ζωής του - ζούσε ακόμη την εποχή της αθωότητας όσο περισσότερο γινόταν, στα τρυφερά, αθώα και πιθανότατα τα πιο νοσταλγικά του χρόνια, εκείνα της παιδική του ηλικίας, την εποχή της ανεμελιάς και της αμεριμνησίας. Η αθωότητα του κάποιες στιγμές, με εκείνο το κάπως χωρίς λόγο, λαμπερό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του, έμοιαζε λες και η χαρά είχε ριζώσει σαν ουράνιο τόξο μέσα στο κεφάλι του και είχε διώξει κάθε του γκρίζο σύννεφο. Για μένα είναι πολύ δύσκολο να δεχτώ ....και με ξενίζει η κατάχρηση.... σ' αυτές τις φάρσες, που συνήθως έχουν σαν στόχο ορισμένα επιρρεπή άτομα. Πιστεύω ότι είναι βαναυσότητα απέναντι τους η ευκολία να γίνονται θύματα συμπεριφοράς που απουσιάζει η ευαισθησία, η έλλειψη τρυφερότητας και συμπόνιας.
Θα κάνω μια διαδικασία ανάσυρσης και αναπόλησης σε πολύ πρόσφατα γεγονότα, το πως περνούσε τις ελεύθερες ώρες του το πλήρωμα στο πλοίο και θα αναφερθώ ιδιαίτερα στον πύρινο λόγο που έβγαλε ο Αντώνης στην τραπεζαρία του πλοίου την προηγουμένη εβδομάδα. Ο Αντώνης ήταν ο πρωταγωνιστής. 
«Λόγο, θέλουμε λόγο». Τον παρότρυνε εν χορώ σύσσωμο το πλήρωμα.
Ο Αντώνης έπλεε σε πελάγη ανείπωτης χαράς, με αίσθημα ενθουσιασμού ένιωθε να υψώνει το ανάστημά του και αυτό του δίνει θάρρος και δύναμη να υπερασπίζεται με πείσμα τις ιδέες του.
Για να τον βλέπει καλύτερα και να τον ακούει όλο το πλήρωμα, έπειτα από παρότρυνση του Γραμματικού, έβγαλε τα παπούτσια του και ανέβηκε πάνω στο τραπέζι. Μιλούσε ενάντια στη ανάλγητη πρακτική της εφοπλιστικής εργοδοσίας και την ανύπαρκτη ευαισθησία τους.
Έλεγε πολλά και ασυνάρτητα μεταξύ τους. Αναφερόταν σε σκέψεις και ιδέες! Ο λόγος του ήταν με πολλές και ασύντακτες σκέψεις μεταξύ τους, χωρίς καμία λογική σειρά!  
Τον ρωτούσαν τι θα έκανε στο δικό του πλοίο.
Όπως ήταν αναμενόμενο, έπλεξε το εγκώμιό του φανταστικού πλοίου με την στεντόρεια φωνή του.
«Θα βάλω μασίνια με κόκα κόλα». Έλεγε κλείνοντας τη διήγηση του φανταστικού του πλοίου 
Το πλήρωμα ξέσπασε στα γέλια και χειροκροτούσε ενθουσιωδώς από κάτω.
Ο Αντώνης ίσιωνε με καμάρι τους ώμους, και ανταπέδιδε το χειροκρότημα.
Είχε μια ψύχωση με τα μασίνια του νερού, τα ήθελε να ρέουν άφθονη κόκα κόλα.
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.
Τις στιγμές αυτές ο φτωχός καταφρονεμένος Θερμαστής μεταμορφώνεται, ένιωθε πως δεν ήταν ένας ξένος, ένας παρείσακτος. Ένιωθε ο κόσμος που ανήκει τον δέχεται σαν κάτι ξεχωριστό στην αγκαλιά του.
«Ευδαιμονία» ήταν η λέξη που μου ερχόταν στο νου έτσι όπως έβλεπα την παρουσία του.
«Αισθάνεται όμορφα», συλλογίστηκα. «Νιώθει την ανάγκη του ανθρώπου να αφήσει τα ίχνη του.»
Ώρα εννέα το βράδυ.
Ο Αντώνης ήταν ανοικτός τύπος, ευδιάθετος και συνήθως μια υπερβολή να τον χαρακτηρίζει, που εξακολουθούσε να φέρεται μερικές φορές σαν μικρό παιδί. Ήταν ένας πτωχός εργαζόμενος θερμαστής στο στόκολο του πλοίου με αφάνταστα αγαθή καρδιά. Μπορεί με τις φωτιές να μάλωνε μα δεν ήξερε να πει όχι σε κανέναν. Μια τέτοια καλοσύνη καρδιάς συνήθως οι γύρω του τον αντάμειβαν με ευγένεια και συμπάθεια. Ήταν και φορές που μερικοί τον πλήγωναν και τον ταπείνωναν. Κρυφογελώντας συνωμοτικά έλεγαν πως, με το πέρασμα του χρόνου το μυαλό του έμεινε πίσω, δεν ακολούθησε τη βιολογική ανάπτυξη του κορμιού του.
Λίγα πράγματα ήταν γνωστά για την προσωπική του ζωή. Δεν είχε τελειώσει σχεδόν ούτε το δημοτικό σχολείο στο νησί του τη Σύρα. Ο πατέρας του, απουσίαζε συχνά στα καράβια και μικρός έμενε με τη μητέρα του μια αγαθή νησιώτισσα. Η μητέρα του τον έστελνε στο σχολείο μα έλα όμως, που δεν άρεσαν στο Αντώνη τα αναθεματισμένα τα γράμματα. Προτιμούσε να κάθεται στο λιμάνι να χαζεύει τα καράβια και ο νους του ταξίδευε μακρυά. Καμιά φορά, έκανε και κανένα θέλημα, δούλευε σαν αχθοφόρος στην αγορά του λιμανιού και του δίνανε κάποιο χαρτζιλίκι, όταν δεν έπαιζε ποδόσφαιρο στις αλάνες της γειτονιάς του. Στη περιπετειώδη εφηβεία του δούλευε πρόσκαιρα σε βοηθητικές εργασίες στην αποβάθρα του λιμανιού. Τη στρατιωτική του θητεία, την υπηρέτησε απαλλασσόμενος από το όπλο, είχε ξενοιάσει από ένοπλες υπηρεσίες που του επίτρεψε να γλιτώσει από την περισσότερη ταλαιπωρία του στρατού, δεν εκτελούσε σκοπιές, δεν πήγαινε σε βολές, πορείες και ασκήσεις.
 Από όσα γνώριζα δεν είχε κάνει δική του οικογένεια ήταν ελεύθερος δεν είχε παντρευτεί ποτέ του.
Στην εφηβική του ηλικία πολλές φορές τις ελεύθερες ώρες ο Αντώνης τις περνούσε περιδιαβαίνοντας τακτικά το δρόμο της γειτονιάς τους στην πλευρά που ζούσε μια νεαρή και πολύ όμορφη γειτονοπούλα του η Βενετία, με την οποία ακόμη και σήμερα στις αναμνήσεις του είναι «το πάθος της ζωής του» ο κρυφός του έρωτας που καίει τα σωθικά του. Οι γονείς της αλλά και η ίδια η κοπέλα ήταν καθολικοί στο θρήσκευμα, έμεναν στην Άνω Χώρα, όπως αναφερόταν παλιότερα η Άνω Σύρος, που βρίσκεται στον έναν από τους δύο μεγάλους λόφους πάνω από την Ερμούπολη. Αναφέρεται ενίοτε και ως «λόφος των καθολικών» και είναι εκείνος που βρίσκεται αριστερά, μπαίνοντας στο λιμάνι. 
Ήταν μια μουντή φθινοπωριάτικη ημέρα που νεαρός άνδρας τώρα στέκεται στη παραλία της Σύρου. Τα βήματα του τον έχουν οδηγήσει εκεί, γιατί δεν ξέρει που να πάει. Ο πατέρας του εδώ και μερικά χρόνια δεν υπάρχει πια και η μητέρα του μόλις άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο της πόλης. Το στομάχι του γουργούρισε σ’ αυτές τις σκέψεις. Αφόρητη σιωπή τον πλάκωσε, σκίρτησε από τον πόνο που καυτός αφόρητος απλωνόταν σιγά σιγά στο κορμί του, ανέβασε λυγμούς από τα στήθη και πότισε με καυτά δάκρυα τα μάτια. Η μητέρα του ήταν γι' αυτόν η βαθιά, η μεγάλη, η τρυφερή του αγάπη. Ένιωσε ξαφνικά εντελώς μόνος και απροστάτευτος που πρέπει να διαχειριστεί την μοναξιά του. Μεμιάς εικόνες – ενός έρημου σπιτιού, ανασφάλειας, και όλων όσων αντιπροσωπεύει μια μητρική θαλπωρή, ξεπήδησαν στις σκέψεις του και τον πλημμύρισαν φόβους. Δεν υπήρχε τρόπος να καταπνίξει η να παραμερίσει τα συναισθήματα του. Η αίσθηση της μοναξιάς τον πλημμύρισε. Ένοιωθε εντελώς μόνος και απροστάτευτος με την αίσθηση ότι είναι μηδαμινός και μόνος σε όλο το σύμπαν. Και δεν έχει πλέον και κανένα στήριγμα, ουδείς στην οικογένεια υπάρχει να σταθεί στο πλευρό του. Μόνος κι έρημος είναι!
Ο Αντώνης έβαλε τα κλάματα. Δεν έκλαψε υστερικά, ούτε ούρλιαξε, όπως συνήθως κάνουν οι άνθρωποι για να πνίξουν την οργή τους στα δάκρυα. Έκλαψε με τα συνεχή μονότονα αναφιλητά κάποιου που μόλις ανακάλυψε ποσό μόνος είναι και θα συνεχίσει να είναι για πολύ καιρό ακόμη. Έκλαψε γιατί κάθε ίχνος ασφάλειας και λογικής έμοιαζε να έχει χαθεί από τον κόσμο του. Η μοναξιά ήταν μια πραγματικότητα. Σ’ αυτή την κατάσταση όμως, η παραφροσύνη ήταν ένα πολύ πιθανό ενδεχόμενο. Ο Αντώνης άρχισε να βαδίζει στον ανηφορικό δρόμο της μικρής πόλης, έχοντας πίσω του το λιμάνι και την ανατολή. Φθάνοντας στο μικρό τους σπίτι έπεσε βουβός μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι του. Τα δάκρυα του μούσκευαν το μαξιλάρι. 
«Είμαι ορφανό! Είμαι ορφανό!» έλεγε μέσα στ’ αναφιλητά, και μια ασήκωτη πέτρα του πλάκωνε το σβέρκο. Αυτό που του έδινε τον ίλιγγο ήταν ο θάνατος της μάνας του. 
«Είμαι ορφανό! Είμαι πεντάρφανο!» μουρμούριζε στο μαξιλάρι. 
Ήταν ένα τυφλό βρέφος που το ξεκόλλησαν απ’ το βυζί που θήλαζε. Ο κόσμος γύρω του ήταν καθαρό σκοτάδι. Τα ματιά του γέμισαν και πάλι καυτά δάκρυα κι ευχήθηκε να ήταν εκεί η Βενετία και να τον αγκάλιαζε. Το πρόσωπο του κοκκίνισε σ’ αυτή τη σκέψη. Ο ύπνος τον νίκησε. Κοιμήθηκε προτού σταματήσουν ολότελα οι λυγμοί του. Κοιμήθηκε κουλουριασμένος γύρω από το μαξιλάρι του φορώντας τα καθαρά του ρούχα. Τα δάκρυα του είχαν ζωγραφίσει γραμμές στα πυρωμένα μάγουλα του και στο χέρι κρατούσε χαλαρά το ναυτικό φυλλάδιο που πρόσφατα είχε αποκτήσει.
Έξι μήνες αργότερα ο νεαρός Αντώνης είχε σχεδόν ξεφύγει από την απελπισία του. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα, έμοιαζε να έχει ωριμάσει, παρακάμπτοντας τις φοβίες του, απόκτησε τη διάθεση που είχε χάσει ώστε να καταφέρει να επιβιώσει ολομόναχος σαν αυτάρκης ενήλικας πλέον.
Σύντομα στο μυαλό του τα έχει ξεχάσει όλα διότι απλούστατα στη ζωή η σαρκοβόρα σκόνη της πραγματικότητας κάθεται πάνω και στην πιο μαύρη εικόνα και ξεθωριάζει ακόμα και το πιο μαύρο γεγονός. «Ακόμα και η πιο σκοτεινή νύχτα τελειώνει και ο ήλιος ανατείλει ξανά.» Αποφάσισε να κάνει το πρώτο του ταξίδι. Μπαρκάρισε ναυτικός-καθαριστής- σ’ ένα  φορτηγό πλοίο Liberty.  Ένα από τα πολλά θρυλικά πλοία ανάγκης, γεννημένα μέσα στη δίνη και στην ταραχή του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου που το όνομά τους συνδέθηκε με την αναγέννηση της ελληνικής Εμπορικής Ναυτιλίας. Ήταν η πρώτη φορά υστέρα από πολύ καιρό που ο Αντώνης δεν φοβήθηκε να αντιμετωπίσει τη ζωή.
Αυτά όλα συνέβησαν πριν από τριάντα χρόνια.
.......Τις τελευταίες μέρες ο Αντώνης βλέποντας πόσο σοβαρά τον αντιμετώπιζα σε αντίθεση με το υπόλοιπο πλήρωμα με γυρόφερνε για μια πολύ προσωπική του υπόθεση.
Σήμερα μετά την βραδινή βάρδια των τέσσερις οκτώ βρισκόμασταν παρέα οι δυο μας στην μικρή, στενάχωρη γκρίζα καμπίνα του. Απολαμβάνοντας ένα ποτήρι ουίσκι με πάγο, μου ανοίγει την καρδιά του, και μιλάει με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τα δύσκολα χρόνια της εφηβείας του. 
Κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο Αντώνης ανατρέχει νοερά στο παρελθόν και ξετυλίγει σταδιακά κλωστή - κλωστή το κουβάρι του παρελθόντος και κεντά μια ιστορία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα.! Κάθε κόμπος της κλωστής και μια πίκρα, μια χαρακιά στο κέντημα της ζωής του. 
«Τη ζωή πρέπει να τη δέχεσαι όπως έρχεται. Αυτή είναι η πρώτη εντολή ακόμα και πριν τις Δέκα εντολές. Πρέπει να δέχεσαι το απρόοπτο και ότι προκύπτει από αυτό. Χωρίς το απρόοπτο η ζωή δεν είναι ολοκληρωμένη, είναι σαν κάποιος που δεν ξέρει κολύμπι να τσαλαβουτάει στα ρηχά, όταν η πραγματική θάλασσα είναι μόνο εκεί που υπάρχει βάθος. Αυτό είναι κάτι που μου δίδαξε ο σοφός βοσκός παππούς μου.» Του είπα.
«Θέλω να με βοηθήσεις να γράψω ένα γράμμα» και μου εξήγησε τι ακριβώς ζητούσε.
Ήταν η πρώτη μου φορά βρισκόμουν στον ιδιωτικό του χώρο, και είχα απορροφηθεί να κοιτάζω με ιδιαίτερη προσοχή ένα ημερολόγιο με καλλιτεχνική αξία κατά την κρίση μου, που βρισκόταν κρεμασμένο πάνω από το μικρό γραφειάκι του.
Καθώς μου μιλούσε ο Αντώνης σκέφτηκα στην αρχή ότι αστειεύεται μ’ αυτή την παιδική αφέλεια που είχα συνηθίσει στη συμπεριφορά του.
Τ’ άκουγα όλα αυτά χωρίς να λέω τίποτε. Μια τέτοια ιστορία μου φαινόταν εφηβικά καμώματα, κακόγουστη και αστεία και αναρωτιόμουν πως στα κομμάτια θα γλίτωνα απ’ αυτή την ιστορία.
Κι όμως το γράμμα που ζητούσε να του γράψω δεν ήταν γι’ αυτόν ένα αστείο με αποτέλεσμα να καταλάβω πως δεν θα γλίτωνα πια…… Πίσω από τα μαύρα λαμπερά μάτια του διαπίστωσα έκπληκτος ότι μου μιλούσε με απόλυτη σοβαρότητα.
Βλέποντας πόσο σοβαρά αντιμετώπιζε ο Αντώνης την υπόθεση, χάρηκα που είχα προλάβει να συγκρατηθώ από κάποιο πολύ φθηνό και πικρόχολο σχόλιο.
Έτσι λοιπόν κάτι που ξεκίνησε σαν κακόγουστο αστείο για μένα, σύντομα έγινε πολύ αλλόκοτο, και αποκτούσε ενδιαφέρον.
«Δεν έχω πρόβλημα θα σε βοηθήσω όσο μπορώ». Του είπα και το εννοούσα.
«Είμαι φίλος σου και θα σε βοηθήσω, ακόμα και αν δεν συμφωνώ μαζί σου. Λοιπόν να σου κάνω αυτή τη μικρή εξυπηρέτηση. Αλλά θα μου υποσχεθείς ότι θα κρατήσεις το στόμα σου κλειστό, αν δεν θέλεις να γίνουμε ο περίγελος του βαποριού».
Ο Αντώνης το σκέφτηκε πριν απαντήσει και κούνησε το κεφάλι καταφατικά λέγοντας πως, ναι, νόμιζε ότι καταλάβαινε. «Ότι πεις εσύ, και σ’ ευχαριστώ». Είπε.
Ήταν μια απλή αυθόρμητη πράξη καλοσύνης, αλλά ο Αντώνης βρέθηκε να παλεύει για να πνίξει τα χαρούμενα συναισθήματα του. Τελικά κατόρθωσε να χαμογελάσει. «Σ’ ευχαριστώ πολύ». Είπε πάλι. Όλα αυτά απλά γρατζούνιζαν την επιφάνεια της χαράς του Αντώνη, που άγγιζε την απόλυτη ευδαιμονία.
Ξεκινώντας την ιστορία, κουβεντιάζαμε για τις αναμνήσεις του τις γεμάτες όνειρα. Και η κουβέντα καθόλου δεν άργησε να φτάσει στον μεγάλο του καημό που τσιγκλούσε ακόμη και τότε τα σώθηκα του. Ναι η κουβέντα οδήγησε εκεί που σχεδόν όλοι ζήσαμε κάποια στιγμή! Έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. ..... Και του Αντώνη ο ανεκπλήρωτος έρωτας ήταν η Βενετία... Χήρα σήμερα ζούσε μόνη της εκεί πίσω στο ανηφορικό καλντερίμι της Άνω Σύρου και της καθολικής συνοικίας της γενέτειρας του. Στην Ερμούπολη της Σύρου. Πρέπει να είχε κάτι μαγικό πάνω της η γυναικά αυτή για τον Αντώνη. Συζητώντας μαζί μου βίωνε ξανά το δέος και την ευφορία των ονειροφαντασιών του. Το συμπέρασμα που έβγαζα από την κουβέντα μας ήταν ότι οι ονειροφαντασίες του ήταν αληθινές για τον  Αντώνη και τις μοιραζόταν με κάποιο τρόπο μαζί μου. Και αυτό ήταν η χαρά του. Κάτι μέσα του έλεγε πως πρέπει να το κάνει, πως θα ήταν για αυτόν ένας σκοπός, απελευθέρωση, ανάρρωση και ξύπνημα από το μαρμάρωμα του εαυτού του.
Μια ώρα μετά εγκατέλειψα την προσπάθεια να αποφύγω αυτό που μου ζητούσε. 
«Επιμένεις;»
«Ναι! Θέλω να μου γράψεις αυτό το γραμμα.» είπε.
«Έχεις φωτογραφία;»
«Ναι! Είναι απαραίτητη;»
«Τότε πώς θα στη περιγράψω;»
Με δέουσα προσοχή έβγαλε από το πορτοφόλι του μια φωτογραφία, ένα γυναικείο, ασπρόμαυρο πορτραίτο, την απέθεσε σαν θησαυρό πολύτιμο, στο μικρό τραπέζι εμπρός μας. Στη φωτογραφία είναι η Βενετία. Ένα γλυκό μελαχρινό κορίτσι, με μακριά μαύρα μαλλιά, μάτια αμυγδαλωτά κι ένα χαμόγελο στα χείλη. Συνδυάζει την κοριτσίστικη γοητεία με την γυναικεία κομψότητα. Εικόνα ελαφρά ξεθωριασμένη, μισοχαμένη στην αχλή του παρελθόντος.
Πέρασαν πολλά χρόνια που απέκτησε αυτή τη φωτογραφία. Την φυλάει τυλιγμένη προσεκτικά, με ευλάβεια, σε καθαρό λευκό χαρτί να μην τη διαβρώσει ο χρόνος. Την ξετυλίγει αργά, αργά σε τακτά χρονικά διαστήματα και νοιώθει την ίδια συγκίνηση, όπως εδώ και πολλά χρόνια. Η λάμψη που ανάβλυζε απ’ τα μάτια της φωτογραφίας ήταν για τον Αντώνη μαγική πηγή. Νοιώθει αυτό το λαμπερό βλέμμα να τον λούζει, να τον χαϊδεύει. Αχ και να γινόταν να κρατήσει αυτή η μαγική στιγμή όσο γίνεται περισσότερο. Συναίσθημα ωραίο σαν ίλιγγος. Ένοιωθε ξαφνικά ότι η φωτογραφία ήταν όλη γεμάτη μέλι κι αρωματικά βότανα. Για μια στιγμή πιστεύω ότι ένοιωσε να τον πλημμυρίζει η νοσταλγία. Είδε τον εαυτό του νεαρό, μ’ ένα σακάκι ριγμένο στον ώμο και τη γραβάτα του χαλαρή σαν κάποιος που επιστρέφει από το γύρο του κόσμου και ξαναβρισκόταν και πάλι στο δρόμο της γειτονίας της. Τα πόδια του δεν ήθελαν να προχωρήσουν, όλοι οι μύες ως και τα κόκαλα, του φαίνονταν δυο φόρες βαρύτερα. Αχ και να την έβλεπε να βγαίνει από το σπίτι της, από τη μπροστινή τη πόρτα, να διασχίζει τον πεζόδρομο, με τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά, το μεταξωτό φουλάρι ν’ ανεμίζει στους λεπτούς της ώμους και το άρωμα της γλυκιά ευωδία να διασκορπίζεται γύρω της, με τις ριπές τ’ απαλού ανέμου. Και, μ’ αυτή τη σκέψη, χαμογελούσε.
Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Στη καμπίνα έφτανε στα αυτιά μας ο ανεπαίσθητος θόρυβος από τις τουρμπίνες του μηχανοστασίου που στριφογυρίζουν αδιάκοπα σα να βαστούν από τα βάθη του πλοίου τον έντονο ρυθμό της ζωής. Ο Αντώνης σήκωσε το ποτήρι με το ποτό στο χέρι του και πρόσεξε ένα μικρό ράγισμα στο χείλος. Προσπαθούσε να εκτιμήσει όλα όσα η φωτογραφία του ιστορούσε άλλα το μυαλό του αρνιόταν να συντονιστεί. 
«Πριν είκοσι πέντε χρόνια». Μουρμούρισε χαμηλόφωνα.
«Την είδα,» είπε κάποια στιγμή, κι έπνιξε τον αναστεναγμό του. Είχαν ξυπνήσει μέσα του οι καημοί. 
«Ναι. Ωραία. Χαίρομαι για σένα. Αλλά… Όταν λες την είδες; Εννοείς τι;»
«Το πιο όμορφο κορίτσι του κόσμου.»
«Αυτό είναι καλό νέο. Πού την είδες;»
«Χθες βράδυ στον ύπνο μου! Είμαστε στη Ντελαγκράτσια.»
Είπε αυτή τη φράση, έχοντας την έκφραση της απόλυτης ευτυχίας στο πρόσωπο, περιμένοντας από μένα… Δεν ξέρω τι. Να χειροκροτήσω;
Αν ήταν κάποιος άλλος, κάποιος που να με είχε συνηθίσει σε παρόμοιες δηλώσεις, ίσως και να το έκανα. Ίσως να γελούσα. Αλλά ήταν ο πτωχός μου Αντώνης.
Συνήλθα όταν συνέχισε να μιλάει.
«Δεν ήταν απλό όνειρο. Ήταν εκεί, μπροστά μου, ολοζώντανη. Θυμάμαι κάθε λεπτομέρεια απ’ το πρόσωπο της.»
Χαμογέλασα και του γύρισα την πλάτη. Υποτίθεται για να βάλω ποτό! Όμως ήθελα να σκεφτώ πώς θα αντιδρούσα. Έπρεπε να πάρω μέρος στη ψευδαίσθηση του; Δεν ξέρω γιατί, αλλά αποφάσισα να είμαι ειλικρινής.
«Πως τη γνώρισες; είχατε κάποια σχέση, επαφή στο παρελθόν.» ρώτησα.
«Είναι μια γειτονοπούλα μου. Μια κοπελιά της Πάνω Γειτονιάς, που.......» είπε ο Αντώνης.
«Όχι, θέλω να πω. Έχετε μιλήσει έχετε βγει πουθενά; Κάπου. Πέρα απ’ τ’ όνειρο της Ντελαγκράτσια;». 
Ο Αντώνης δεν μ’ άκουγε. Δεν τέλειωσε ποτέ τη φράση του, την έκοψε στη μέση. Η λαχτάρα του πετούσε σε αλαργινούς καιρούς και στη φαντασία του σύχναζαν άλλες νωπότερες σκιές. 
Κάποια στιγμή γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε. Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω μου, με τη λάμψη να ‘χει χαθεί τώρα από μέσα τους, να ‘χει σβήσει σαν τη φλόγα ενός κεριού στον άνεμο. Ανοιγόκλεισε το στόμα του, δεν βγήκε κανένας ήχος όμως. Δεν ήξερε τι να πει. Ήταν τόσο βαθιά η συγκίνηση του.
Η μορφή της Βενετίας πρέπει να χάθηκε, και στη θέση της να είδε τώρα το πρόσωπο της μητέρας του στο νοσοκομείο, με τα λευκά μαλλιά της να κρέμονται από την άκρη του φορείου με τα μάτια ολοσκότεινα, το δέρμα της κάτασπρο, και τα χείλια της να κουνιούνται σαν να παραμιλάν, να απαγγέλλουν ποιήματα, χωρίς να βγάζουν μιλιά. Η μητέρα του απλώνει το χέρι της, όμως αυτός δεν προλαβαίνει να το πιάσει. Δεν θα ξαναγυρίσει. 
Πέθανε του λένε. «Πάει.» Κι αυτό το «πάει», αυτό το τελεσίδικο, το μαύρο του θανάτου, αδυνατεί να το καταλάβει. Δεν μπορεί να το δεχτεί ότι πέθανε, δεν μπορεί να δεχτεί πως δε θα την ξαναδεί, δε θα ξανακούσει τη φωνή της, δε θα μοιραστεί πράγματα μαζί του. Δάκρυα κυλούν στα μάτια του και παγώνει το μέσα του. Αρνείται.
Η ζωή είναι ένας κόμπος που διαρκώς πρέπει να θυμάσαι πώς λύνεται και ένα  ξέφτισμα του πανιού της ζωής μας φανερώνει ότι το υφάδι της είναι το πιο πολύ καμωμένο από τη θλίψη. Πέρασαν κιόλας τριάντα χρόνια θα συλλογίστηκε, όπως το βλέμμα του νοερά θα πλανιόταν στον κόλπο της Ντελαγκράτσια με τους κατάφυτους κήπους που κοσμούν το νησί, μέχρι την άκρη του φάρου στο Βιγλοστάσι. Έτσι απλά! Σαν ένα ανοιγόκλεισμα του ματιού.
Εγώ τον κοιτούσα παρασυρμένος, η ζωή του ξετυλίχτηκε μπροστά στα συμπονετικά μάτια μου.
Η ταραχή του δεν διήρκεσε παρά λίγες στιγμές μονάχα. Και να που μες στην κουρασμένη φαντασία του τα πράγματα αλλάζουν ξαφνικά όψη, όπως από τη νύχτα στη μέρα. Όλα είναι φως, μια γλύκα: Το πρόσωπο του σαν να έκρυβε ένα χαρούμενο μυστικό έγινε και πάλι εύθυμο και φωτεινό σαν όμορφη φθινοπωρινή μέρα. Αυτός ήταν ο Αντώνης. Πίσω απ' αυτό το χαρούμενο, αθώο κι καλόκαρδο πρόσωπο κρύβεται ένα θλιμμένο παιδί. Μ’ ευκολία κατόρθωνε να βάζει στο περιθώριο κάθε άσχημη σκέψη.
Αναστέναξε, πήρε μια τελευταία βαθιά ανάσα, ρουφώντας τη γλυκιά λάμψη που ανέδινε η φωτογραφία αναζητώντας αυτή την αίσθηση της ευτυχίας, την αίσθηση του ουράνιου τόξου. Πίνοντας μια γουλιά ουίσκι από το ποτήρι του, δίπλωσε με αργές προσεκτικές κινήσεις την παλιά φωτογραφία και την έβαλε πάλι στο πορτοφόλι του.
Κάθισα όσο πιο αναπαυτικά μπορούσα, άφησα τον Αντώνη να μιλήσει, τον ρώτησα για κείνα που δεν αφορούσαν τόσο το όνειρο του -την όμορφη κοπέλα- αλλά τον ίδιο τον ονειρευτή, καθώς ο ονειρευτής είναι ο μόνος πραγματικός ερμηνευτής των ονείρων του.. 
«Είναι ώρα να μάθω μερικά πράγματα για τον εαυτό σου. Σε καταλαβαίνω απόλυτα, η αφήγηση αυτή γράφεται αποκλειστικά για τη Βενετία κι όχι για σένα. Όπως και να το κάνουμε όμως, η ιστορία περνάει μέσα από τα δικά σου μάτια, εσύ είσαι ο πρωταγωνιστής, ο παρατηρητής και ο κριτής -ποια είναι η Βενετία και τι έκανε στη ζωή της,- άρα θα πρέπει να εξηγήσω ορισμένα πράγματα για τον αφηγητή. Για εσένα, με άλλα λόγια. Αν θέλεις λοιπόν να συνεχίσουμε την αφήγηση, πες μου τι έχεις στο μυαλό σου.»
«Μου είναι πάρα πολύ δύσκολο να μιλήσω για τον εαυτό μου, «ποιος είμαι εγώ;» λέει ταπεινά ο Αντώνης! Τον δυσκόλευε η διαδικασία να βάλει τον εαυτό του σε ένα «κουτί» και να χωρέσει σε αυτό. Το να δυσκολεύεται κανείς να απαντήσει στην ερώτηση «ποιος είμαι;» είναι απόλυτα φυσιολογικό και κατά κάποιο τρόπο, δεν περιορίζεται σε απλές ταμπέλες.
«Μην ψάχνεις κάποια «μεγάλη», βαθυστόχαστη απάντηση» τον προτρέπω. «Η ταυτότητά μας βρίσκεται στα μικρά, καθημερινά μας πράγματα. Απλά θέλω να ξέρω, τι είναι αυτό που ένιωθες στα χρόνια που πέρασαν για τη Βενετία! Έτσι θα καταφέρω να σχηματίσω μια σαφέστερη εικόνα για την επιθυμία σου να γράψω αυτό το γραμμα! Ξεκίνα με το τι ένιωσες. Βάλε τα γεγονότα στη σειρά. Τι συνέβη όταν την γνώρισες και τι μετά.»
«Δυσκολεύομαι να στο εξηγήσω.» Μου λέει.
Δεν επέμενα! Αποφάσισα να δω τον κόσμο του μέσα από τα μάτια τα δικά μου προσπαθώντας να κατανοήσω πως διατηρούσε τη φλόγα του έρωτα μέσα από την ελπίδα, περπατώντας στα παπούτσια του. Να ζήσω στην αφήγηση τα συναισθήματά του που δεν θα ανταποδόθηκαν. Αυτό που του δημιούργησε μια κατάσταση «αιώνιου αχού», όπου ο Αντώνης ένιωθε απίστευτα έντονα συναισθήματα, αλλά ταυτόχρονα βαθιά απελπισία, καθώς δεν μπόρεσε να ζήσει την πραγματική επαφή. Μπορεί να ένιωθε ανεπαρκής, να αναρωτιέται τι έφταιγε και να αισθανόταν ότι δεν ήταν αρκετά αξιαγάπητος. Να εγκλωβίστηκε σαν τραγικός ήρωας της δικής του ιστορίας και ο πόνος του αυτός να έγινε μέρος της ταυτότητάς του. 
Ακολούθησα μερικά βήματα για να μετατρέψω τις προσωπικές του μνήμες σε ιστορία να δώσω μορφή, δομή και νόημα σε μια ερωτική ανάμνηση, μετατρέποντάς την από μια σκόρπια εικόνα σε ένα αφήγημα που να μπορεί ο Αντώνης να το στείλει στην αγαπημένη του μορφή της φωτογραφίας. Συχνά όλοι μας βλέπουμε το παρελθόν μας μέσα από τις αναμνήσεις, οι οποίες αναδιαμορφώνουν την πραγματικότητα.
Άρχισα να γράφω και να του διαβάζω μες στη σιγαλιά της νύχτας. Δημιούργησα μια χρονολογική σειρά έβαλα τα γεγονότα στη σειρά και ανακαλώντας λεπτομέρειες, να του περιγράφω το περιβάλλον, και να μετατρέπω τις μνήμες, τις απώλειες, τους φόβους και τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες του Αντώνη σε ζωντανή σκηνή. Ήθελα η αφήγηση του να λειτουργήσει ως μια ζωντανή κατάθεση που μεταμορφώνεται σε λύτρωση και ως μια εμπειρία που ο Αντώνης θα αναγνωρίσει κομμάτια του εαυτού του. Έγραφα μια αφήγηση σ' ένα γράμμα όπου ο γραπτός ο λόγος δεν παράμενε επιφανειακός, αλλά εισχωρούσε στον εσωτερικό κόσμο του Αντώνη, δημιουργώντας του μια αίσθηση «μαγείας» και οικειότητας, παρόμοια με εκείνη που του περιέγραφα στο γραμμα. Έγραφα λέξεις σαν να του ζωγράφιζα εικόνες, που βρήκαν έδαφος, ρίζωσαν και βλάστησαν, και έγιναν μέρος της ύπαρξής του. Η αφήγηση έγινε μια έντονη νοσταλγική αναπόληση και ζωντανή επαναφορά αναμνήσεων από τα νιάτα του ως νοσταλγία του παρελθόντος και οι μνήμες του αποκτούσαν σώμα μέσα στην ψυχή του.
Μόλις τέλειωσα για τελευταία φορά την ανάγνωση δεν μπορείτε να φανταστείτε τη βαθιά εντύπωση που του έκανε καθώς και την συγκίνηση που προκάλεσε στην ψύχη του κάτι που έδειχνε το βάθος της δυσκολίας ότι αυτός θα μπορούσε να συντάξει αυτό το γραμμα και το μέγεθος του αισθήματος της ευτυχίας που τον έλουζε. Με παρακολουθούσε σιωπηλός, απορροφημένος και ρουφούσε τις λέξεις απνευστί. Όλα αυτά τον έφεραν σε κατάσταση συγκίνησης, τον γοήτευσαν τόσο, ώστε όλη η προσοχή και το ενδιαφέρον του να είναι απόλυτα στραμμένα στο σε εκείνο το γραμμα. Είχα την αίσθηση ότι όλα όσα άκουγε που του διάβαζα τα ένιωθε ότι τα έζησε στ’ αλήθεια και ένιωσε σαν να ήταν ο ευτυχέστερος άνθρωπος στον κόσμο.
Ήταν ήδη μεσάνυχτα. «Θα πρέπει κι εγώ να πηγαίνω τώρα». Του είπα.
Έμεινε και πάλι μόνος του με τον εαυτό του, με το παρελθόν του, και με το κεφάλι του γεμάτο από παλιές βασανιστικές ιδέες. Αναζητούσε γυναικεία χέρια αόρατα να τον πάρουν στη γλυκιά αγκαλιά τους, να βιώσει την αίσθηση στοργής και τρυφερότητας και να χαθεί βουτώντας στον πλούτο, της μαγείας των ονείρων του. 
Αείροη η θάλασσα του μυαλού του, άλλοτε βουτιά στα βαθιά, άλλοτε στα ρηχά και διαυγής ο βυθός όπως τα μάτια στη φωτογραφία της, πηγή της εκστάσεως και του ακοίμητου διαρκούς ερωτικού του πόθου. Ευχαρίστως θα ανανέωνε αυτά τα σύντομα όνειρα του τουλάχιστον για μερικές ακόμα στιγμές άλλα τελικά ακόμη και ο ίδιος το ήξερε πως τα όνειρα του είναι χλωμά και διαλύονται σαν το πρωινό σκοτάδι. Τον έρωτα που δεν γεύτηκε γιατί του τον πήρε στρόβιλος δυνατός και χάθηκε σαν τα κύματα που φεύγουν. Κι ο πόνος που φωλιάζει μέσα του σβήνει σιγά σιγά, σαν ταξιδιώτης με προορισμό το σιωπητήριο στο ακατοίκητο χάος.
Το γράμμα δεν το έστειλε ποτέ. Ήταν ένα γράμμα προορισμένο ότι δε θα έφτανε ποτέ στον παραλήπτη του ... Ξέρω ότι το χρησιμοποιούσε να τυλίγει με έκφραση περίσσειας λατρείας και με μοναδική ευλάβεια την παλιά φωτογραφία.
Κράτησε το λόγο του. Κανείς άλλος δεν έμαθε αυτά που εγώ του έγραψα εκείνο το βράδυ....

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Atherapeuta Eroteumenos

....Μια καλοκαιρινή μέρα προς το τέλος της δεκαετίας του χίλια εννιακόσια ογδόντα. Βρισκόμουν αραγμένος στη πρύμνη ενός φορτηγού πλοίου γενικών φορτίων ταξιδεύοντας στον ποταμό Ορινόκο με προορισμό τον λιμένα Πουέρτο Ορντάνς, στο εσωτερικό της Βενεζουέλας, ρεμβάζοντας τη φύση και φιλοσοφώντας! Ηταν η ώρα που ο ήλιος μας αποχαιρετά, και μοιάζει να συμβαίνει κάτι μαγικό! Κάθε μέρα, το ηλιοβασίλεμα την ίδια περίπου ώρα, στον ίδιο καμβά, η φύση ζωγραφίζει με τα πιο απίθανα χρώματα τη μεγαλοπρεπή έξοδο του ουράνιου αναχωρητή. Σ’ αυτό το φωτεινό ενδιάμεσο όλα γύρω πλημμυρίζουν με μια λάμψη θεϊκή. Μυριάδες πορφυροκόκκινες πινελιές βάφουν τον ορίζοντα, φωτίζουν απόκοσμα τα νερά του θηριώδη ποταμού, τρυπούν τα δαντελένια σύννεφα… Ο ήλιος βουτά δυτικά στον Ειρηνικό ωκεανό για να ξεδιψάσει, κρύβεται σαν κυνηγημένο πουλί πίσω από λόφους και βουνοκορφές. Ο χρόνος μοιάζει να παγώνει, σαν να θέλει να κρατήσει για πάντα αυτή την εικόνα ζωντανή. Τις στιγμές αυτές τα λόγια περισσεύουν. Οι καρδιές χτυπούν δυνατά. Η σκέψη αφήνεται σε ταξίδια νοερά. Αυτό το ηλιοβασίλεμα μ' όλη την ομορφιά και τη μεγαλοπρέπεια της γύρω φύσης ήρθε και κάθισε δίπλα μου ο γραμματικός του πλοίου. Χμ! Σκέφτηκα! οι σκέψεις τις επίπονης εργασίας του μετά από ένα δύσκολο και κουραστικό εικοσιτετράωρο, διαπίστωσα πως τον κρατούσαν σε υπερένταση και αναζητούσα τρόπο να μην αφήσω τις σκέψεις της εργασίας να τον συντροφεύουν και εκεί στην ολιγόωρη ανάπαυση του. Άλλωστε είχαν σπάσει οι βάρδιες της γέφυρας για να 'χει λίγο ελεύθερο χρόνο στα δύσκολα από κάθε άποψη λιμάνια του ποταμού.Έμεινε αρκετή ώρα χαμένος συντροφιά με τις σκέψεις του μέχρι να τον παρακινήσω να ξεκινήσει και πάλι την τελευταία αφήγηση του που είχαμε διακόψει την προηγούμενη ήμερα για τα κρυφά τα ανομολόγητα πάθη του και τις μικρές του ασήμαντες αμαρτίες του. Αυτά που δεν λες, αυτά που δεν ζεις, αυτά που δεν θες να παραδεχθείς ούτε στον εαυτό σου πως είναι αυτός που σε δυναστεύει. Οι συναισθηματικές προκλήσεις έχω καταλάβει πως τον δυναστεύουν σε τέτοιο βαθμό που πολλές φορές νιώθει να τον καταπιέζουν και αναζητά ένα κάλεσμα για φυγή. Αν προσθέσω ακόμα τον αισιόδοξα ανέμελο χαρακτήρα του, που δεν θέλει να προβληματίζει κανένα με επιπλέον σκοτούρες. Κάθισε πιο αναπαυτικά και άφησε τις σκέψεις του ελεύθερες να σμίγουν με τον ορίζοντα και το ηλιοβασίλεμα να γίνεται ο καμβάς για να στηθεί ολόκληρη ανάλυση για τον καημό του έρωτα που τον συνόδευε στα σπλάχνα του, παρασυρμένος από τα εφήμερα του πάθη και τα ερωτικά σκιρτήματα που του προκάλεσε η νεαρή κυρία. Τόμοι ολόκληροι έχουν γραφτεί και κιλά από δάκρυα έχουν χυθεί με θέμα αυτές τις ιστορίες.
 .........«Άνοιξα την πόρτα να κατέβω από το ταξί, ένα κύμα ζέστης με κτύπησε λες και κατέβαινα από αεροπλάνο σε αερολιμένα της κεντρικής Αφρικής. Μπροστά μου απλωνόταν η μεγάλη μαρίνα γεμάτη από σκάφη, πίσω μου η μικρή πλατεία κρυμμένη στο πράσινο, όαση δροσιάς στην αποπνικτική ατμόσφαιρα, μια ζεστή καλοκαιρινή ημέρα. Βρέθηκα στο νούμερο που έγραφε η κάρτα ότι ήταν τα γραφεία της εταιρείας. Έριξα μια ερευνητική ματιά στην είσοδο και διαπίστωσα τον όροφο που βρισκόταν το γραφείο που αναζητούσα. Αφήνοντας πίσω μου τον ανελκυστήρα ένας διάδρομος οδηγούσε σε μια μεγάλη αίθουσα που ακτινοβολούσε από το φως, άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί ολόγυρα. Μια σειρά από γραφεία με γυναίκες και άνδρες που πληκτρολογούσαν καθισμένοι πίσω από οθόνες υπολογιστών η απαντούσαν στα τηλέφωνα. Την είδα όρθια μπροστά στο μεγάλο φωτοτυπικό μηχάνημα να περιμένει τις σελίδες της αντιγραφής. Φορούσε απαλό διακριτικό γκρίζο χρώμα ναυτικό παντελόνι όπως το χρώμα της πλυμένης καθαρής στάχτης, εφαρμοστό στους γλουτούς, φάρδαινε πάνω από τα γόνατα και που στένευε καθώς κατέβαινε, ώσπου σταματούσε στη μέση της κνήμης, κουμπώνοντας σφικτά στην αρχή τους, αφήνοντας στην θέα τις υπέροχα λαξευμένες αθλητικές της γάμπες. Το σύνολο το έκλεινε ένα πόλο βαμβακερό μπλουζάκι χωρίς μανίκια σε μπλε ελέκτρικ του ουρανού χρώμα, με ανασηκωμένο τον γιακά, που της αγκάλιαζε γάντι το ελκυστικό της σώμα και ένα ζευγάρι μπεζ ξώφτερνες γόβες απ’ αυτές που φορούν οι βραζιλιάνικες χορεύτριες της σάμπα. Την πολύ λεπτή μέση της, την έσφιγγε μια πλατιά, σε σκούρο μολυβί χρώμα, ζώνη. Ευθυτενής, καθώς τέντωνε το κορμί της να φτάσει τις σελίδες μια λυγερή ευκινησία γεμάτη αέρινη χάρη χαρακτήριζε τις κινήσεις της, πραγματικά είχε ένα υπέροχο παράστημα, ήταν απλώς ακαταμάχητη, και απίστευτα σέξι. Λεπτή, ψηλή πάνω από ένα εβδομήντα, με ένα ζευγάρι μαύρα μάτια να λάμπουν και αέρινα πλούσια καστανά μαλλιά, σαν της διαφήμισης του πρωτοποριακού μαλακτικού στα βραδινά σήριαλ της τηλεόρασης. Σηκώνοντας το δεξί της χέρι να ταχτοποιήσει της σελίδες παρατήρησα ότι φορούσε βέρα, ξαφνικά αναρωτήθηκα πως θα ήταν ο άνδρας της, ένα τσίμπημα ζήλιας με γέμισε σε κάθε ίνα του κορμιού, το συναίσθημα ήταν μοναδικό.
Την παρακολούθησα να περπατά προς το γραφείο της με την όμορφη κατατομή της, το πλούσιο στήθος της που έστεκε στητό πάνω από το ίσιο στομάχι και την ίσια κοιλιά της. Χωρίς να ξεκολλήσω τα μάτια από τους γλουτούς της, που με αναστάτωναν, καθώς τάχυνε το βήμα και λικνίζονταν στο βάδισμα της. Βυθιζόμουν σ’ ένα κόσμο όπου ένοιωσα να με πλημμυρίζει πάλι εκείνο το αίσθημα που οι σκέψεις βγαίνουν από την καρδιά σου και όχι από το κεφάλι σου, μόνο που το ένοιωθα δυο φόρες χειρότερα σήμερα. Ρώτησα να μάθω ποιος είναι ο υπεύθυνος πληρωμάτων. Μου έδειξαν τα γραφείο της. Ναι ήταν εκείνη. Ζαλισμένος στιγμιαία αποπροσανατολισμένος έμεινα ασάλευτος τουλάχιστον για ένα λεπτό, την κοίταξα λες και την έβλεπα μόλις τώρα για πρώτη φορά. Με κοίταξε και μου χάρισε μια λάμψη από το μεγάλο χαμόγελο της, ένοιωσα έντονα το βλέμμα της, ένα πλούσιο χρώμα χαρακτήριζε την φωνή της. Το χέρι της ήταν σταθερό και κράτησε το δικό μου, μου φάνηκε ότι μου το κρατούσε έναν αιώνα. Ιδιαίτερα ευχάριστη κυρία, σεμνή, προσιτή και διαλλακτική επαγγελματίας, που είχε όλα τα χαρακτηριστικά της λεπτότητας και της πνευματικής καλλιέργειας.»
....... Όταν τελείωσε την αφήγηση κάθισε για λίγη ώρα χαμένος στις σκέψεις του σαν ο ποιητής που παρασυρμένος μετουσιώνει το ερωτικό του μαρτύριο σε αισθητική, πνευματική ομορφιά και ερωτική εκτόνωση! Τελικά μ' ένα τίναγμα  βγήκε από την ονειροπόληση του και κοίταξε τριγύρω με κοίταξε με προσδοκία, αλλά εγώ έμεινα σιωπηλός δεν είπα τίποτα.
Αυτός ήταν ο γραμματικός του πλοίου μας, που ξεχειλίζει από ζωή και πάθος, διηγείται τον τελευταίο ερωτικό καημό του με ποιητική αδεία. Ένας όμορφος νεαρός άνδρας που έσφυζε από ζωντάνια και ενεργητικότητα, εξαιρετικά αρρενωπός, ξανθός με αετίσιο βλέμμα.
Περίμενε υπομονετικά να του δείξω την αντίδρασή μου και το βρήκα διασκεδαστικό, που η αναμονή του είχε εντείνει ακόμα περισσότερο την περιέργεια του.
«Πώς είναι να διηγείσαι ξανά μια πασίγνωστη και πολυδουλεμένη επιθυμία του ανθρώπου;» Τον ρώτησα τελικά και κοιτάζοντας τα ανοιχτό-κάστανα μάτια του, συμπλήρωσα: «Μάλλον διακρίνω ότι πολύ εύκολα αφυπνίζει μέσα σου η κρυμμένη διάθεση να περπατήσεις στα μονοπάτια της περιπέτειας και στο άγνωστο που κρύβεται στα σκοτεινά βάθη της ψυχής σου».
«Μάστορα το έχουμε ξανασυζητήσει, η δική σου καρδιά είναι κτισμένη ολόγυρα μάλλον με σκληρούς και άκαμπτους νορβηγικούς γρανίτες. Ο έρωτας προκαλεί συναίσθημα ευφορίας, και επηρεάζει και περιοχές διανοητικών λειτουργιών του εγκεφάλου μας.» Μου αντιγύρισε με χαμόγελο.
«Ίσως να φαίνομαι απόμακρος κάποιες φορές ή ακόμη και παράξενος, προσεγγίζοντας διαφορετικά τις σχέσεις με τ' άλλο φύλλο αλλά έχε υπόψιν ότι πολλές φορές η εικόνα του «Φαίνομαι» ίσως και να είναι διαφορετική από το «Είμαι». Του αντιγύρισα, σάμπως να συζητούσαμε ακαδημαϊκά.
 «Ο έρωτας βλέπει όχι με τα μάτια, αλλά με το μυαλό, έγραφε κάποιος μεγάλος συγγραφέας, και πιστεύω ότι η αγάπη δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα που λάμπει σαν νεραϊδόσκονη.» Συνέχισα τον αντίλογο διατηρώντας τον φιλικό μου τόνο στ' ολοφάνερα φιλικό συναίσθημα της σπόντας του. 
Το βλέμμα του ταξίδεψε αργά γύρω του, ως την άκρη του ορίζοντα, ήταν η σειρά του που δεν μίλησε.
«Σε καταλαβαίνω! Μ' ευκολία η έξαψη σαν φίδι φωλιάζει χαμηλά κάτω στην κοιλιά σου.» Τον πειράζω γελώντας με τις καλύτερες προθέσεις μου και με χαλαρή διάθεση,.
«Καλωσόρισες στην παρέα του φευγάτου.» Μου δήλωσε χαρωπά, κούνησε το κεφάλι και χαμογέλασε πλατιά, μ' εκείνο το γνώριμο γέλιο του όταν τον πείραζα καλόκαρδα και γελούσαμε με την καρδιά μας.
«Μάστορα κάπου διάβασα και εγώ ότι η φαντασία έχει τρεις πιστούς! Τους εραστές, τους ποιητές και τους τρελούς.» Μου λέει με μαλακή φωνή και έμοιαζε ο πιο καλόκαρδος νεαρός άνδρας του κόσμου. Το πρόσωπό του ήταν καθαρό, και είχε πολλή αθωότητα το χαμόγελο του.  
Στο Αυγουστιάτικο σούρουπο το πλοίο μας τραβά ήσυχα από ένα ευρύ κανάλι, μίλια μακριά από όπου τα ύδατα του τερατώδους ποταμού εκκενώνονται στον Ατλαντικό ωκεανό. Διάστικτα ασημένια και ρόδινα του γλυκού νερού δελφίνια ξεφυσούν και κυλούν στην επιφάνεια, συντροφιά στην απέραντη μοναξιά μας. Στη γαλήνια και διαυγή ατμόσφαιρα το τοπίο είχε μια άγρια ομορφιά, μερικά σύννεφα έκαναν την εμφάνιση τους μακριά στα δυτικά. Το βλέμμα αγκάλιαζε τη πλούσια σκούρα πράσινη βλάστηση που καλύπτει σαν ομοιόμορφος μανδύας τους μικρούς λόφους τους οποίους χωρίζουν βαθιές κοιλάδες. Υπάρχουν μονοπάτια αδιάβατα για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου ανάμεσα στους λόφους και πέρα στη πυκνή ζούγκλα που εκτείνεται σε μια έκταση απέραντη για χιλιάδες χιλιόμετρα, τυλιγμένη στη πάχνη της ζέστης. 
Όταν η εποχή των βροχών φθάνει από το Μάιο μέχρι το Νοέμβριο, ο ποταμός αυξάνεται κατακλύζοντας μεγάλες περιοχές καλλιεργήσιμων εδαφών και βοσκοτόπια. Ένας ποταμός των αντιθέσεων, μια υδάτινη οδός που βρίσκεται για αιώνες στο χείλος της πολιτισμικής αλλαγής από της πηγές του όπου οι άγριοι άνθρωποι ζουν, ως της εκβολές του.
Τον θυμάμαι που τον πρωτογνώρισα, να δηλώνει ερωτοχτυπημένος με μια όμορφη ισπανικής καταγωγής γιατρό από το Καράκας την πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, έρωτας αγιάτρευτος μου εκμυστηρευόταν, τον είχε επισκεφτεί σε τρία τέσσερα λιμάνια τη καραϊβικής θάλασσας, οπού ερχόταν στο πλοίο μας με το αεροπλάνο της γραμμής να τον συναντήσει. 
Του θύμισα κάποιες ιστορίες που κυκλοφορούσαν στα κύματα και αφορούσαν παράξενες πτυχές για τα καμώματα του Έρωτα τους με την κυρία.
«Μάστορα μην τις ακούς τις ιστορίες, προσπαθούν να με διαβάλουν.»  Έλεγε χαμογελώντας με νόημα.
«Οι φήμες επιμένουν και φουντώνουν για ένα ειδύλλιο.»  Του απάντησα.
 Απολάμβανα το μυρωδάτο διπλό εσπρέσο με το κρουασάν μου, προσπαθώντας μέσα στις σκέψεις να ψυχογραφήσω τον φίλο μου. Κάθε καινούργια γνωριμία του ήταν ένα καινούργιο κεφάλαιο στη ζωή του, μια αξέχαστη εμπειρία, που ξεχείλιζε από πάθος και θα ήθελε να ζήσει τον μεγάλο έρωτα.
«Έχεις ακούσει ένα ποίημα για κάποιο μεταλλωρύχο, που έψαχνε στα βάθη της γης να ανακαλύψει αυτό που ονειρευόταν.» Τον ρώτησα.
Του φάνηκε πολύ παράξενη η ερώτηση μου.
……«Βράχε γίνε κομμάτια
έτσι όπως σε χτυπώ με το βαρύ σφυρί
για ν’ ακουστεί ο κρότος σου ως τον ουρανό!
Εκεί κάτω πρέπει να ανοίξω το δρόμο μου
προς ένα τέρμα που μόλις τολμώ να φανταστώ
Άραγε λάθεψα; Αυτό το μονοπάτι
δεν οδηγεί στο φως
Αν ψάχνω προς τα πάνω
το φως με τυφλώνει.
Όχι, πρέπει να κατέβω στα σπλάχνα της γης,
Εκεί που βασιλεύει νύχτα…
Βαρύ σφυρί άνοιξε μου το δρόμο.
Που πάει ολόισα στη καρδιά της φύσης.»….***
«Δηλαδή τι λέει το ποίημα». Αναρωτήθηκε κοιτάζοντας ερωτηματικά το ποτήρι με την παγωμένη σάγκρια που κρατούσε στο χέρι του, λες και μπορούσε να εμπνευστεί και αποκρυπτογραφήσει την απάντηση στο περιεχόμενο του.
«Προσπαθώ να φτιάξω ένα πορτρέτο που να σου ταιριάζει.» Του λέω, κάθε καινούργια γνωριμία σου είναι ένα αίσθημα εντονότερο από το προηγούμενο.
«Θα το εξειδικεύσεις στην καθημερινή διάλεκτο που η κοινή λογική μπορεί και κατανοεί.» Μου απάντησε.
 Το ποίημα είναι όπως οι Περσίδες, που ίσως δούμε απόψε στον έναστρο ουρανό. Τ' αστράκια που γοήτευσαν και καθήλωσαν τη Δανάη, τη μητέρα του Περσέα, όταν βρέθηκε στην αγκαλιά του Δία. Τα δεκάδες φωτεινά πεφταστέρια που στολίζουν τις νύχτες του Αυγούστου και μπορούν να τα απολαύσουν αυτές τις νύκτες οι αθεράπευτα ρομαντικοί και όχι.
Πρόκειται για μια βροχή αστεριών. Αποτελείται από υπολείμματα του κομήτη Swift-Tuttle που κάνει μια πλήρη περιφορά γύρω από τον ήλιο κάθε 130 χρόνια. Οι διάττοντες αστέρες που παρατηρούμε είναι τα σωματίδια σκόνης και βράχων που άφησε πίσω του ο κομήτης αυτός κατά την πορεία του μέσα από το ηλιακό μας σύστημα. Το όνομά τους οφείλεται στο βόρειο αστερισμό του Περσέα, όπου βρίσκεται και το σημείο εκκίνησης τους. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Με κοίταξε παράξενα γεμάτος ευφορία, στη συνέχεια γύρισε το βλέμμα του αφήνοντας το να χαθεί στο μακρινό ορίζοντα, έβλεπε τ’ αστέρια καθώς κρυβόταν ένα, ένα, πίσω από τα σύννεφα που έφταναν από τη δύση κάνοντας το τοπίο μελαγχολικό. Γύρισε με κοίταξε για λίγο ερευνητικά, σαν να ήμουν μηχάνημα που έκαιγε κάποιο άγνωστο μέχρι τότε καύσιμο. Χάνοντας κάθε ενδιαφέρον, γύρισε το βλέμμα του προς τον ουρανό και η συζήτησή μας ξέφτισε. «Δεν είναι αυτός για τέτοιες κουβέντες, πρέπει να είπε μέσα του.»  
Σαν από μηχανής θεός μια σκιά έκανε την εμφάνιση της στην αλέα της πρύμνης, και όταν έγινε πιο ευδιάκριτη, εμφανίστηκε ο τρίτος πλοίαρχος του πλοίου ένα νεαρό γοητευτικό παλικάρι από την Κρήτη που προστέθηκε στην παρέα μας. Ήμουν σίγουρος ότι η νύχτα θα ήταν μεγάλη απόψε.
«Γιαννάκη μόλις είχα ξεκινήσει να ανακρίνω τον φίλο μας εκ δεξιών για την τελευταία περιπέτεια σας στην Ιαπωνία. Λοιπόν κάθισε δίπλα μας πάρε ένα ποτήρι σάγκρια και διηγήσου την ιστορία με τον μοναδικό τρόπο που γνωρίζεται εσείς οι κρητικοί.»
Έγινε σιωπή. Ήταν η σιωπή που πάντα γίνεται στην αναμονή.
..... Είμαστε στα 1987 στο Καβασάκι, πόλη στην Ιαπωνία, στο νοτιοανατολικό νησί, μεταξύ του Τόκιο και της Γιοκοχάμα, στον κόλπο του Τόκιο σε μια ιδιαίτερα αστικοποιημένη περιοχή, είναι ένας σημαντικός λιμένας και βιομηχανικό κέντρο της μεγάλης βιομηχανικής ζώνης. Από τον τουριστικό οδηγό ανακαλύψαμε ότι στην ευρύτερη περιοχή λειτουργεί από το 1983 τεράστιο θεματικό πάρκο ψυχαγωγίας, το επιτυχές, γνωστό τουριστικό αξιοθέατο η ντίσνευλαντ του Τόκιο, ένας δημοφιλής πόλος έλξης για τους επισκέπτες. Αποφασίσαμε λοιπόν το σαββατοκύριακο να την επισκεφτούμε, ο γραμματικός εγώ και ο δόκιμος μηχανικός με καταγωγή από τα μέρη του Γυθείου.
Βρισκόμαστε στο τελευταίο Σάββατο τον Ιούλιο, υπάρχει παραδοσιακό φεστιβάλ και εορτασμός πέρα από τον ποταμό που διασχίζει την περιοχή, και μια τεράστια επίδειξη πυροτεχνημάτων, που προσελκύει εκατομμύρια θεατές. 
Ήταν πέντε κοριτσόπουλα από κάποια κολεγιακή ομάδα, νεαρές κομψές έφηβες, των δεκαοκτώ χρονών, με πλούσια μαύρα μαλλιά και αμυγδαλωτά μάτια. Ντυμένες ομοιόμορφα με λευκά καθαρά πουκάμισα, αρκετά κοντές πλισέ φούστες γκρίζο-γαλανό το χρώμα με μακριές τιράντες να κρέμονται από τους λεπτούς ώμους. Κάλτσες λευκές αθλητικές λίγο κάτω από τα γόνατα, μαύρα σκαρπίνια παπούτσια. Τα άβαφα πρόσωπα τους με τα διάφανα βλέμματα έδιναν μια σεμνή εμφάνιση στη νεανική τους παρουσία. Οι σέξι μαθήτριες που η φαντασίωση τους βρίσκεται στην κορυφή των ανδρικών συνειδήσεων διαχρονικά. Η ιδέα ότι η στολή μαθήτριας είναι sexy είναι διάχυτη παντού στο κόσμο.
Ο Γραμματικός είχε μια ικανότητα που κερδίζει τις εντυπώσεις, και αν δεν απατώμαι μάστορα, εσύ του έχεις προσδώσει τον ορισμό της θανατηφόρας έλξης που έχει ο φίλος μας με το γυναικείο φύλλο. Στάθηκε τις παρακολουθούσε, τα πρόσωπα τους ακτινοβολούσαν, άρχισε να βγάζει το λευκό από ινδικό μετάξι πουκάμισο του. Έκπληξη ανάμεικτη με περίεργα ζωγραφίστηκε στα πρόσωπα των κοριτσιών. Το έστρωσε χαλί, γονάτισε προσκυνητής και ικέτευε την μεγαλύτερη και αρχηγό της παρέας να περάσει πατώντας πάνω από το πουκάμισο του. Τα κοριτσόπουλα τον κοιτούσαν χωρίς να μπορούν να το πιστέψουν αυτό που συμβαίνει, γέλια σαν ανοιξιάτικα νεοσσών τιτιβίσματα αντήχησαν γύρω μας, ήταν μια χαρούμενη και απρόσμενη ενέργεια, το πήραν για παιγνίδι. Όταν το νεαρό κορίτσι επιτέλους αποφάσισε να του κάνει το χατίρι, σήκωσε το πουκάμισο του το πήρε στην αγκαλιά με ευλάβεια όπως κάτι το πολύ πολύτιμο, και με περίσσια τρυφερότητα το φίλησε.
«Θησαυρέ μου όταν σε είδα για πρώτη φορά με μάγεψες, ήθελα μόνο να δω τα μάτια σου να λάμπουν από ευτυχία.» είπε στο κορίτσι.
Γοητευμένες από την προσωπικότητα και το αδιαμφισβήτητο ταμπεραμέντο του, η εξέλιξη ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και τα αποτελέσματα εντυπωσιακά. Είχε ένα χάρισμα ένα δώρο. Ήταν απολαυστικός, ευχάριστος, θαυμάσιος. Τρεις μεγάλοι κεραυνοβόλοι έρωτες ξεκινούσαν από εκείνη τη στιγμή στο πλακόστρωτο της ντίσνευλαντ. Την ημέρα της αναχώρησης η προβλήτα γέμισε κοριτσόπουλα με λευκά μαντήλια στα χέρια και άφθονα δάκρυα στα μάτια, νομίζω ότι ο πιο δύσκολος χωρισμός ήταν αυτός του δόκιμου μηχανικού, με πάθος έχει αγκαλιαστεί με την κοπέλα του εκεί στη σκάλα εισόδου του πλοίου μέχρι που έλυσε και ο τελευταίος κάβος δεν έλεγαν να αποχωριστούν τα σώματα τους.
«Αληθεύει μάστορα ότι το επόμενο ταξίδι είναι Ιαπωνικοί λιμένες;.» Με ρώτησαν αδημονώντας να μάθουν αν όντως αληθεύει.
«Είναι πολύ πιθανόν.» Τους απάντησα τόσο αφηρημένα και τόσο αόριστα.
Η έκφραση στα πρόσωπα τους, μου εξηγεί γιατί ο χωρισμός είναι τόσο επώδυνος ακόμη και όταν ξέρουμε ότι είναι η σωστή επιλογή. Πονάει όταν σκέφτεσαι, πονάει όταν θυμάσαι, πονάει ακόμη κι όταν αποκτήσεις μια απόσταση από τα πράγματα με στόχο το να ξεχάσεις. Για να ξεφορτωθούν τις δύσκολες αναμνήσεις, όπως ο χωρισμός, χαριτολογώντας άλλαξα την κουβέντα.
«Νίκο αληθεύει η ιστορία με μια όμορφη γιατρό απ' το Καράκας που έχει δηλώσει πως θα σε ευνουχίσει όταν και όπου σε συναντήσει;» Τον ρώτησα αστειευόμενος..
«Μάστορα μην ακούς τι λένε, φήμες είναι.»
«Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, η σεξουαλικές σου επιθυμίες με μπερδεύουν αφάνταστα», του είπα με απόλυτα σοβαρό ύφος.  «Ξέρεις τι εννοώ, πώς γίνεται όλο αυτό το πράγμα.»
«Εσύ τι άποψη έχεις;» με ρώτησε.
«Η σεξουαλική επιθυμία δεν είναι κάτι που το καταλαβαίνεις», του είπα, δίνοντάς του μια νερόβραστη απάντησή μου. «Απλώς υπάρχει! Να την ακούω στα κύματα που ψιθυρίζουν για ένα ζεστό βράδυ με υγρασία, στο Μαρακάιμπο που γνωρίστηκες με την φιλήδονη Ιζαμπέλ και χορεύατε παθιασμένα το «Live now. Life is short. Time is luck». Υποψιάζομαι πως κάτι έφτασε και στα αυτιά της γιατρού για εκείνο το βράδυ! Και οι φήμες που κυκλοφορούν λένε πως είναι ζόρικη η κοπελιά. Φυλάξου, έχε τον νου σου! Έχω δει ταύρο να ερωτεύεται και να μουγκρίζει σαν να τον τσίμπησε αλογόμυγα-και τράγο ν᾽ αγαπάει γίδα και να την ακολουθάει παντού.»
**.....Έγνων δὲ ἐγὼ καὶ ταῦρον ἐρασθέντα, καὶ ὡς οἴστρῳ πληγεὶς ἐμυκᾶτο· καὶ τράγον φιλήσαντα αἶγα, καὶ ἠκολούθει πανταχοῦ.

**Δάφνις και Χλόη.... Έλληνας Λόγγος, συγγραφέας του 3ου μ.Χ. αιώνα.
***Ο μεταλλωρύχος – Ερρίκος Ίψεν 1871
 
Web Informer Button