"Μαζεύω τις θύμησες, τις παιδικές μου, απ’ τον οικισμό το μικρό, εκεί στα περίχωρα της Μονεμβασιάς. Σκαλίζω την μνήμη να βγάλει μέχρι και την tis τελευταία σταγόνα της θύμησης. Τις αποθέτω στο λευκό χαρτί εμπρός μου να ξαναφυτρώσουν."
Παρυφές της Πάρνηθας, χειμώνας του 2013.
Παρυφές της Πάρνηθας, χειμώνας του 2013.
Καθώς οι ψυχρές ριπές (σπιλιάδες) ενός ψυχρού καταβατικού άνεμου (τύπου Bora) που εμφανίζεται συχνά τον χειμώνα, κατέβαιναν απότομες, βίαιες με προσωρινές αυξήσεις της ταχύτητας του ανέμου μέσα από τις χαράδρες της Πάρνηθας, προκαλούσαν σημαντικά προβλήματα, ξυρίζοντας το οροπέδιο της πόλης παρασύροντας τα σύννεφα που κάλυπταν εναλλάξ το κόκκινο τ’ ουρανού με κηλίδες κατράμι, κι ο ήλιος που έγερνε πίσω τους πήρε να χάνεται, βουλιάζοντας προς το τα δυτικά απ' το Θριάσιο πεδίο ενώ ο εκκωφαντικός θόρυβος του αέρα είχε επιβάλλει μια αίσθηση «φυσικής εξουσίας» του απρόβλεπτου! Τις ώρες αυτές βούλιαζε κι εκείνος σε στιγμές περισυλλογής πάνω σε περασμένα γεγονότα, αποσύρεται από την πραγματικότητα, απομονώνεται από το περιβάλλον του, εστιάζοντας μόνο στον εσωτερικό του κόσμο, για να χαθεί στις αναμνήσεις του.
Το βλέμμα στραμμένο στα μολυβένια σύννεφα του ουρανού, που έρχονταν από άλλα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, από άλλο χρόνο, ίσκιοι αλαργινοί τον παρασέρνουν να περιπλανηθεί μακριά σ’ εκείνη την ιδιαίτερη γωνιά της γενέτειρας του γης, σε ένα ατέρμονο ταξίδι των παιδικών του χρόνων. Ήταν οι στιγμές που η φαντασία του τον ταξίδευε στο λαβύρινθο της μνήμης.
Το τοπίο και η ζωή των ανθρώπων του χθες απλώνονται ολοζώντανα μπροστά του. Όλα ήταν στις αναμνήσεις του όπως τα θυμόταν από τον καιρό εκείνο. Το μικρό χωριό πλαγιασμένο νωχελικά στην ηλιόφωτη χορταριασμένη πλαγιά, με μυρωδάτη χλόη και πολύχρωμα λουλούδια. Μπορούσε να ακούσει τον αδιάκοπο ψίθυρο των δέντρων από το μικρό αλσύλλιο με τις χαρουπιές στα βορινά του οικισμού όταν λικνίζονταν στη πρωινή αύρα. Αγνάντευε πέρα δυτικά προς το βουνό του Κούνου που ορθωνόταν μεγαλοπρεπές από την ακτή, με τις χαμηλότερες πλαγιές του πράσινες από τα κυματιστά δέντρα και με τη γυμνή του κορφή ν’ αγγίζει τα σύννεφα. Σήμερα σαν πολίτης τρίτης ηλικίας που ζει και κινείται μέσα στην κοινωνική και οικονομική κρίση του αστικού ιστού είχε αβίαστα βγάλει το συμπέρασμα ότι άμα είσαι φτωχός στην πόλη δεν θα περάσεις καλά. Υπήρχαν όμως εποχές που σε κάποια μέρη ένας φτωχός μπορούσε να ζήσει λιτά, ευτυχισμένα και με αξιοπρέπεια. Ήταν η περίοδος της παιδικής του ηλικίας που οι φτωχοί χωρικοί, εξασφάλιζαν τα προς το ζην με τη λιγοστή γεωργική τους ασχολία και συμπλήρωναν τον επιούσιο με το κυνήγι.
(Σήμερα η επέκταση των αστικών περιοχών, η κατασκευή μεγάλων αυτοκινητοδρόμων, οι προσχώσεις ελών και κοιλάδων, η παράχωση καλαμιώνων, η ισοπέδωση των λόφων και η αποψίλωση των δασών, και κάθε είδους άγριας βλάστησης, η καταστροφή βιοτόπων από τις επεκτάσεις οικιστικής και γεωργικής γης στερούν από τη πανίδα το φυσικό περιβάλλον που χρειάζονται.)
......Περιμένοντας να γυρίσει ο πατέρας του από την κοπιαστική ασχολία του με τις παγίδες, ανά διαστήματα έβρεχε, και η βροχή όσο έπεφτε, αυτός στεκόταν κάτω από τον πελώριο πλάτανο που ορθωνόταν επιβλητικά πλάι στην ανατολική πλευρά της πυκνόφυλλης όχθης της ρεματιάς. Οι επαναλαμβανόμενες αστραπές στην ατμόσφαιρα ήταν ένα εντυπωσιακό φυσικό φαινόμενο, Ξαφνικά, ένα «φωτεινό ποτάμι» με εκτυφλωτική λαμπρότητα, ξεχύθηκε στην ατμόσφαιρα με φωτεινές διακλαδώσεις που σχίζουν τον σκοτεινό, γεμάτο σύννεφα ουρανό, τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβε να ανοιγοκλείσει τα μάτια του, και μετά συνοδεύεται από τον ισχυρό χαρακτηριστικό παρατεταμένο ήχο της βροντής. Θυμήθηκε το δάσκαλο στο σχολειό που τους δίδασκε ότι ο κεραυνός είναι ένα από τα πιο επιβλητικά φαινόμενα της φύσης, που συνδυάζει την καταστροφική ισχύ με την απόλυτη ομορφιά που βλέπουμε πρώτα τη λάμψη και μετά ακούμε τη βροντή, επειδή το φως ταξιδεύει πολύ πιο γρήγορα από τον ήχο. Τους δίδασκε πως η προστασία από κεραυνούς στην ύπαιθρο απαιτεί άμεση αναζήτηση ασφαλούς καταφυγίου και να αποφεύγουν να βρίσκουν καταφύγιο κάτω από ψηλά μεμονωμένα δέντρα. Ο τόπος γύρω του είχε δέντρα. Πολλά δέντρα. Άραγε να υπήρχε κίνδυνος γι’ αυτόν, τώρα με τα πολλά δέντρα γύρω του «αναρωτήθηκε».
.......Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα), Μονεμβασιάς το έτος 1957.. Το φθινόπωρο τη χρονιά εκείνη ήταν σαν ένα μακρύ καλοκαίρι. Έτσι κύλησαν οι πρώτοι μήνες του φθινοπώρου, που μόνο φθινόπωρο δεν ήταν. Με θερμοκρασίες υψηλές για την εποχή, ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβρης έδιναν την εντύπωση ενός παρατεταμένου Αυγούστου. Ο Νοέμβριος όμως φαίνεται εισάκουσε τις ευχές των κατοίκων του μικρού οικισμού. Οι βροχές τον μήνα αυτό ήταν θείο δώρο για όλα τα πλάσματα, μα περισσότερο για τους γεωργούς και κτηνοτρόφους που τις περίμεναν με μεγάλη ανυπομονησία. Η συλλογή του ελαιοκάρπου άρχισε και το πρώτο αγουρέλαιο, άρχισε ήδη να γεμίζει τα πήλινα σταμνιά τους... Η παραγωγή λαδιού και βρώσιμης ελιάς αναμένετο ικανοποιητική για την περιοχή τους αν και η έλλειψη βροχοπτώσεων θα έχει τις αναμενόμενες επιπτώσεις της.
Μέρες τώρα από από την κεντρική και βόρεια Ευρώπη, παρακινημένα από το ένστικτο, τα αποδημητικά πουλιά κατέφθαναν προς τις νοτιότερες, θερμότερες περιοχές προσδοκώντας να βρουν ένα πιο φιλόξενο περιβάλλον, μα βρέθηκαν ξαφνικά σε αντίξοες συνθήκες. Ο χειμώνας ξεκίνησε βαρύς, φορτωμένος κακοκαιρίες. Οι τσίχλες και κοκκινολαίμηδες, αφού τρύγησαν και την τελευταία ρόγα των αμπελιών, ρίχτηκαν στους λόγγους με τις κουμαριές και τα βάτα. Ευτυχώς κουμαριές, σκίνα, μυρτιές και αγριελιές είναι κατάφορτες, και οι τελευταίες βροχές είχαν μαλακώσει τους καρπούς τους. Το έδαφος στις πλαγιές ξηρό, ακατάλληλο για παραγωγή σκουληκιών, που αποτελούν την κύρια τροφή της τσίχλας και της μπεκάτσας. Οι σκιερές όχθες της ρεματιάς αποτελούν ίσως το μοναδικό κατάλληλο βιότοπο των ταλαιπωρημένων αυτών πουλιών. Τα μηνύματα πάντως που λαμβάνει ο πατέρας του είναι πως φέτος θα είναι μια πλούσια χρονιά σε τσίχλες και μπεκάτσες προς τέρψη των κυνηγών και κυρίως για τις παγίδες τους, που ήδη ετοιμάζουν τα καλάθια τους.
Ήταν αργά τ' απόγευμα και ο καιρός κλειστός μιας μουντής ημέρας. Ο ουρανός καλυμμένος με έντονη συννεφιά από γκρίζα και μαύρα σύννεφα πολύ παχιά και γεμάτα υγρασία, γι' αυτό το φως δεν περνούσε από μέσα τους. Στην ατμόσφαιρα είχε δημιουργηθεί μια σκοτεινή, «δραματική» ατμόσφαιρα, που προμήνυε έντονη βροχόπτωση και καταιγίδα. Η ατμόσφαιρα της περιοχής τους μπορεί να παλλόταν από τα άσχημα καιρικά φαινόμενα που επηρεάζουν καθοριστικά τη ζωή και τις δραστηριότητες του ανθρώπου, ο πατέρας του όμως δουλεύοντας πυρετωδώς συνέχιζε με προσήλωση και ικανότητα, να στήσει τις παγίδες του αγνοώντας για τα τερτίπια του καιρού, που συμβαίνουν γύρω τους.
.... Το ρέμα που ξεκινά από τους δυτικούς λόφους του οικισμού ακολουθώντας την κλίση του εδάφους, ρέει προς τα νότια διασχίζει τη μικρή λιμνούλα με την πλούσια βλάστηση και τα πλατάνια, που αποτελούν μέρος του φυσικού τοπίου της περιοχής, κατηφορίζει μέχρι το λίμνασμα στους καλαμιώνες με την παρόχθια βλάστηση, εκεί συμβάλλει στο Μεγάλο Ρέμα που αγκαλιάζει τη χέρσα γη, και από εκεί το Μεγάλο Ρέμα συνεχίζει νοτιοανατολικά σε μυχό του Μυρτώου πελάγους. Από τη μικρή λιμνούλα με την πλούσια βλάστηση και τα πλατάνια, μέχρι τους καλαμιώνες είναι μια απόσταση μερικές εκατοντάδες μέτρα. Θυμάται τον πατέρα του με το ερχομό του χειμώνα να θεωρεί το σύνορο αυτό τόπο ιερό για την διατροφή της φαμίλιας του. Δεν ήταν η κτηματική περιουσία του εκεί όμως έστηνε τις αγαπημένες του παγίδες για τα πουλιά. Εάν κάποιος συγχωριανός του καταπατούσε την περιοχή του, αγανακτούσε με μια βαθιά δυσαρέσκεια σαν τον ηγούμενο, που βλέπει να παραβιάζουν το κατώφλι του μοναστηριού του.
Πολλοί κυνηγοί της εποχής εκείνης χρησιμοποιούσαν τεχνικές παγίδευσης με δίχτυα και θηλιές που σήμερα δεν επιτρέπονται πλέον. Ο πατέρας του της παγωμένες νύκτες του Δεκέμβρη έπιανε μπεκάτσες με θηλιές που κατασκεύαζε από αλογότριχες, ώστε την επαύριον με τη λεία του να εξασφαλίζει περισσότερη τροφή στο φτωχικό τραπέζι της φαμίλιας. Το κυνήγι της μπεκάτσας και της τσίχλας με παγίδες το χειμώνα αποτελούσε ανταμοιβή του σκληρού καθημερινού μόχθου. Το κρέας τους, το πάστωναν σε κιούπια με λάδι, συνεχίζοντας να θυμίζουν τον τρόπο που κάποτε συντηρούνταν από το κυνήγι όλες οι οικογένειες ενός τόπου σκληρού, φτωχού και άγονου.(Σήμερα η επέκταση των αστικών περιοχών, η κατασκευή μεγάλων αυτοκινητοδρόμων, οι προσχώσεις ελών και κοιλάδων, η παράχωση καλαμιώνων, η ισοπέδωση των λόφων και η αποψίλωση των δασών, και κάθε είδους άγριας βλάστησης, η καταστροφή βιοτόπων από τις επεκτάσεις οικιστικής και γεωργικής γης στερούν από τη πανίδα το φυσικό περιβάλλον που χρειάζονται.)
......Περιμένοντας να γυρίσει ο πατέρας του από την κοπιαστική ασχολία του με τις παγίδες, ανά διαστήματα έβρεχε, και η βροχή όσο έπεφτε, αυτός στεκόταν κάτω από τον πελώριο πλάτανο που ορθωνόταν επιβλητικά πλάι στην ανατολική πλευρά της πυκνόφυλλης όχθης της ρεματιάς. Οι επαναλαμβανόμενες αστραπές στην ατμόσφαιρα ήταν ένα εντυπωσιακό φυσικό φαινόμενο, Ξαφνικά, ένα «φωτεινό ποτάμι» με εκτυφλωτική λαμπρότητα, ξεχύθηκε στην ατμόσφαιρα με φωτεινές διακλαδώσεις που σχίζουν τον σκοτεινό, γεμάτο σύννεφα ουρανό, τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβε να ανοιγοκλείσει τα μάτια του, και μετά συνοδεύεται από τον ισχυρό χαρακτηριστικό παρατεταμένο ήχο της βροντής. Θυμήθηκε το δάσκαλο στο σχολειό που τους δίδασκε ότι ο κεραυνός είναι ένα από τα πιο επιβλητικά φαινόμενα της φύσης, που συνδυάζει την καταστροφική ισχύ με την απόλυτη ομορφιά που βλέπουμε πρώτα τη λάμψη και μετά ακούμε τη βροντή, επειδή το φως ταξιδεύει πολύ πιο γρήγορα από τον ήχο. Τους δίδασκε πως η προστασία από κεραυνούς στην ύπαιθρο απαιτεί άμεση αναζήτηση ασφαλούς καταφυγίου και να αποφεύγουν να βρίσκουν καταφύγιο κάτω από ψηλά μεμονωμένα δέντρα. Ο τόπος γύρω του είχε δέντρα. Πολλά δέντρα. Άραγε να υπήρχε κίνδυνος γι’ αυτόν, τώρα με τα πολλά δέντρα γύρω του «αναρωτήθηκε».
Δεν ήξερε.
Θα βοηθούσε σε τίποτα αν δεν ακουμπούσε πάνω στο δέντρο;
Ούτε αυτό το γνώριζε καλά, αλλά από ένστικτο απομακρύνθηκε ένα βήμα μακριά από τον κορμό του τεράστιου πλάτανου.
Περίμενε καρτερικά τον πατέρα του να γυρίσει εκεί που ήταν το σημείο αντάμωσης, στο ξέφωτο της ρεματιάς, καθώς το τελευταίο φως της ημέρας έσβησε γύρω του. Άστραφτε ακόμη πέρα στον ορίζοντα η καταιγίδα απομακρύνεται, αλλά τα φαινόμενα της, αστραπές και βροντές είναι ακόμα ορατά και ακουστά στο βάθος του ορίζοντα. Η συνεχής βροχή άρχισε να κοπάζει και ο ήχος της μοιάζει υπόκωφος θόρυβος, ένας ψίθυρος ένα «Χαμηλό μουρμουρητό», καθώς ο χρόνος του φαίνεται να επιβραδύνεται και η ώρα περνούσε βασανιστικά όσο ο πατέρας του αργούσε να δώσει σημεία ζωής. Και ψηλά στον ουρανό, από την πνοή ανέμου που φυσά, τα γκρίζα σύννεφα, μ' ένα δυνατό θρόισμα τρέχουν ορμητικά προς την ανατολή, με μια κίνηση ορμητική και κάπως χαοτική που ξεσπά πάνω από έναν σκοτεινό, κλειστό ορίζοντα. Και στις όχθες της ρεματιάς δεν υπάρχει ούτε ησυχία ούτε σιωπή. Εν' απροσδιόριστο ψιθύρισμα βγαίνει από μέσα από τους θάμνους που αναταράζονται αδιάκοπα, και από τα δέντρα με τις ψηλές κορφές, σα να κυλούν υποχθόνια νερά. Και ξαφνικά, το φεγγάρι ανέτειλε μες από την ανάρια και χλωμή καταχνιά, και το χρώμα του ήτανε κατακόκκινο. Τα μάτια του έπεσαν πέρα στους πελώριους δίδυμους γκρίζους βράχους που δέσποζαν στην κορυφή της απέναντι ανηφορικής πλευρά του λόφου, και που τους φώτιζε το φως του φεγγαριού. Κι οι βράχοι ήταν γκρίζοι και ψηλοί, που ο άνεμος και η βροχή έχουν σμιλέψει την ασβεστολιθική τους επιφάνεια δίνοντας τους μια μεγαλοπρεπή, απέριττη, ομορφιά. Η ομορφιά του έμοιαζε περισσότερο με αριστούργημα της τέχνης παρά με δημιούργημα της φύσης. Οι βράχοι, φαντασμαγορικοί, ορθώνονταν στην άγονη απογυμνωμένη πλαγιά χιλιάδες χρόνια. Οι απρόσιτες και απόκρημνες κορφές τους αποτελούν ιδανικό καταφύγιο για μερικά ζευγάρια κιρκινέζια. Ένα άγριο και επιβλητικό τοπίο, που γίνεται όμως απρόσιτο και πολύ επικίνδυνο όταν λυσσομανά η τραμουντάνα.
Για τα παιδιά του οικισμού, η επαφή τους με τους δίδυμους βράχους ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τις πρώιμες παιδικές αναρριχήσεις τους, εξαιρετικά τολμηρές και επικίνδυνες. Για τους δίδυμους βράχους η ανθρώπινη φαντασία, είχε δημιουργήσει έναν αστείρευτο πλούτο από παράξενες ιστορίες και δοξασίες απ' αυτές που λειτουργούν ως «ψίθυροι» και που επιβιώνουν στο πέρασμα του χρόνο ακόμα κι αν δεν πιστεύουμε κυριολεκτικά στην ύπαρξή τους, η ατμόσφαιρα μυστηρίου που δημιουργούν συνεχίζουν να μας συναρπάζουν, ίσως επειδή, όπως λένε, «κάθε μύθος κρύβει μια δόση αλήθειας».
Συνήθως την άνοιξη γινόταν ο τόπος εξόρμησης για τα παιδικές τους εξερευνήσεις. Στον ίσκιο των βράχων απολαμβάνοντας τις μυρωδιές του βρεγμένου χώματος, και την μεθυστική ευωδιά των κυκλάμινων που στόλιζαν τον λόφο, οραματίζονταν από κοινού το μέλλον τους, μοιράζονταν τα όνειρα τους. Σκαρφάλωναν στους βράχους πολλές φορές με παιδική ανεμελιά που έθετε σε κίνδυνο τη ζωής τους, με το βλέμμα τους να χάνεται στο άπειρο, εκεί όπου η θάλασσα συναντά τον ουρανό. Εκεί στην κορυφή στους βράχους η φαντασία τους δεν γνώριζε περιορισμούς αναζητώντας νέους ορίζοντες, πέρ’ από τα στενά σύνορα του φτωχικού οικισμού τους, πέρ’ από τη θάλασσα.
Η εικόνα των βράχων που στέκουν κάτω από το φως της γεμάτης σελήνης που μόλις ξεπρόβαλε είναι μια σκηνή γεμάτη, μυστήριο και φυσική ομορφιά. Το φεγγαρόφωτο τονίζει τις υφές των βράχων, δημιουργώντας έντονες σκιές και μια ασημένια λάμψη στην επιφάνειά τους και του φαίνονται ως σκοτεινές σιλουέτες που φωτίζονται μερικώς, αποκαλύπτοντας την τραχύτητα τους. Οι βράχοι, στερεοί, ακίνητοι και ανθεκτικοί στον χρόνο, αντιπροσωπεύουν το αιώνιο, το αμετάβλητο και τη δύναμη της φύσης που παραμένει εκεί ανεξαρτήτως των συνθηκών. Το θέαμα τον συνεπήρε, το τοπίο γίνεται μαγευτικό, λησμόνησε για μια στιγμή τον πάτερα του. Μόνο για μια στιγμή.
Διάφορες, ασύνδετες μεταξύ τους σκέψεις κάνουν την εμφάνισή τους στο μυαλό του. Ξαφνικές εικόνες που δεν έχουν άμεση συνοχή, σκόρπιες, ανεπιθύμητες, εισβάλλουν στο μυαλό του χωρίς να το θέλει. Ένιωσε μια αίσθηση ανασφάλειας, και ανησυχίας συνειδητοποιώντας ότι αυτό που συνέβαινε αποψε ήταν κάτι το ασυνήθιστο. Κάτι δεν πήγαινε καλά με τον πατέρα του. Ο χρόνος επιστροφής του από το συνηθισμένο του στήσιμο στις παγίδες ξεπερνούσε κατά πολύ τον αναμενόμενο και τον λογικό.
Αναθάρρησε και σε μια κατάσταση ελπίδας και αποφασιστικότητας έψαξε εναγωνίως με το βλέμμα την ρεματιά, γυρεύοντας ένα σημάδι που θα του έδινε απαντήσεις. Έριχνε ματιές μέσα από τα περάσματα, αλλά το τοπίο ήταν νεκρό, δεν φαινόταν ψυχή ζώσα.. Η αγωνία του είναι έκδηλη. Δεν ψάχνει απλά, «σαρώνει» τον χώρο με ένταση αλλά η ρεματιά παρέμενε βουβή, σκοτεινή και απειλητική. Γυρεύει ένα σημάδι που θα του έδινε απαντήσεις, ψάχνει μια επιβεβαίωση, μια ένδειξη για να καταλάβει τι συμβαίνει όταν η νύχτα άρχισε ν’ απλώνει το μαύρο της πέπλο ολόγυρα. Άρχισε να βάζει πολλά με το νου του, δημιουργώντας σενάρια, συνήθως αρνητικά. «Μήπως είχε κάτι κακό συμβεί» Ο φόβος του δεν προέρχεται από πραγματικό γεγονός, αλλά από την ίδια τη σκέψη του.
Η αβεβαιότητα, τον κυριεύει και επηρεάζει τις σκέψεις. Το θρόισμα στις φυλλωσιές των δέντρων, το ημίφως του φεγγαριού μέσα απο τα συνεφα, απελευθερώνει και εξάπτει τη φαντασία του. Σαν να είδε αγνάντια του στους διδυμους βραχους τις αρχέγονες, σκοτεινές δοξασίες που σχετίζονται με την πεποίθηση ότι οι βράχοι, τα βουνά και οι σπηλιές είναι τόποι κατοικίας δαιμόνων και νεκρικών πνευμάτων, τα οποία «μιλούν» και εμφανίζονται σε μια ατμόσφαιρα όπου το φανταστικό και το πραγματικό συγκλίνουν.
Αγναντεύοντας νιώθει πως έρχεται αντιμέτωπος με αυτές τις οντότητες που διαβαίνουν άυλες σκιές, όλο αυτό το μυστηριώδες πλήθος που δίνει ζωή στους λόφους και στις κοιλάδες να κυκλοφορούν γύρω του, μορφές αλλόκοτες που μεταμορφώνονταν σε μαύρα συννεφάκια εμπρός από το φεγγάρι. Μα μπορεί να ‘ναι η ψευδαίσθηση του που τη δημιουργεί η ανταύγεια του φυσικού τοπίου στο φως του φεγγαριού σκέφτηκε. Η νύχτα είχε προχωρήσει και οι βράχοι ξεχώριζαν από το φως του φεγγαριού όταν δεν είναι εντελώς κρυμμένο από τα σύννεφα. Τους κοίταζε με βλέμμα προσηλωμένο σαν να μην μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήταν βράχοι η πύργοι που κρύβονταν δράκοι. Τα δένδρα της ρεματιάς τρέμουν και ψιθυρίζουν θορύβους όλο μυστήριο που έμοιαζαν να βγαίνουν μέσα από την ίδια τη γη σαν φίδι που ζει και σέρνεται πάνω στην λασπώδη άμμο και χαλικώδη βυθό της ρεματιάς. Μέσα στο κλίμα της παρατεταμένης προσοχής του, ο παραμικρός άγνωστος θόρυβος γιγαντώνεται, και του προκαλεί ταραχή ίση µε το χτύπημα κεραυνού και κάθε λεπτό της ώρας περνάει µε ταχύτητα σαλιγκαριού. Νιώθει αιχμάλωτος της αναμονής, δεν μπορεί να πάει πουθενά, δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο από το να περιμένει επινοώντας τρόπους να περάσει την ώρα του. Κρατά την αναπνοή του μισό λεπτό κι ύστερα, ξεφυσώντας, πήρε μια βαθιά ανάσα, ίσιωσε το βλέμμα μπροστά κοιτάζοντας στον άδειο χώρο επίμονα, προσπαθώντας να κατανικήσει έναν ακατανόητο φόβο και μια περιρρέουσα αίσθηση απειλής που κορυφώνεται και ταυτόχρονα γίνεται ο εφιάλτης του ότι τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τον σώσει, όταν το «κακό» εισβάλλει από παντού γύρω του.
Νιώθει κολλημένος, αναποφάσιστος, φοβάται να πάρει μια απόφαση, δυσκολεύεται επειδή δεν ξέρει τι να κάνει. Οσο η νυχτα βαθαινει, καθώς το έδαφος ψύχεται, ο ήχος του ανέμου σταματά, και απομένει μόνο η «ψίθυρος» της γης και η νύχτα φέρνει μια βαθιά, σχεδόν ιερή σιγή! Τ’ όραμα του αραιώνεται, όλο εκείνο το μυστηριώδες πλήθος από σκιές που εδίνε ζωή στους λόφους και στους βράχους αλαργεύει, αφανίζεται. Οι θόρυβοι ακούγονται πια πολύ απόμακρα, σαν το βουητό της μέλισσας. Κάποια βήματα που πλησίαζαν τον έκαναν να σηκώσει τα μάτια και το βλέμμα του πέφτει στο λευκό φως που άστραψε μέσα από τη ρεματιά. Ο φωτεινός φακός του πατέρα του έλαμψε ζωηρά, μέσα από τις πρώτες συστάδες από τις άγριες χαμηλές βατομουριές, με τα ασημί βούρλα που γυάλιζαν στο φως του φακου σαν υδάτινες κλωστές στα πλευρά του πλάτανου. Τα βήματα ακούγονταν πιο καθαρά πια σαν βήματα αγγέλου που τρέχει να αναγγείλει τα χαρμόσυνα μηνύματα. Αυτός όμως έμενε ακόμη εκεί και περίμενε ακίνητος.
Στο μανδύα της καταχνιάς και της δρόσου το περίγραμμα του κορμιού, του ήταν θαμπό, αλλά τα χαρακτηριστικά του ήταν τα χαρακτηριστικά του πατρός του που στο φως του φεγγαριού, τον βλέπει ν’ ανηφορίζει με γοργές δρασκελιές κοντά του. Αντικρίζει τη ματιά του γεμάτη φροντίδες και στις λιγοστές ρυτίδες πάνω στο πρόσωπο του διαβάζει την κούραση, και μια φλόγα να σιγοκαίει πίσω από καλοσυνάτα μάτια, που τον έκαναν να μοιάζει με τους παλιούς δασκάλους.
Ένα αίσθημα ανακούφισης μια σωματική αίσθηση, σαν το συναίσθημα να κυκλοφόρησε στο αίμα του, επηρεάζοντας ολόκληρο το σώμα του, όχι μόνο το μυαλό του. Τώρα μπορούσε να αναπνεύσει ελευθέρα. Το μυαλό και το σώμα του, μετά το παρατεταμένο έντονο άγχος, «χαλάρωσαν». Μισόκλεισε τα μάτια του, κι ένιωσε το φως του φακού ν’ αφήνει στα βλέφαρα του ένα χάδι.
«Πατέρα! Εδώ είμαι! Πατέρα!» του φώναξε....
Η βροχή είχε από νωρίς σταματήσει αλλά από τις φυλλωσιές του πλάτανου συνέχιζαν ακόμη να πέφτουν μια μια σταλαγματιές βροχής γύρω του.Τα χαρακτηριστικά του πατέρα του τη μια φωτίζονταν και την άλλη ξεθώριασαν στο σκοτάδι, όταν τα κινούμενα σύννεφα έκρυβαν το φεγγάρι.
«Ήταν πιο δύσκολο απ' ότι περίμενα». Του δήλωσε ο πατέρας του φτάνοντας δίπλα του κοντά-ανασαίνοντας και σκουπίζοντας το μέτωπό του. Με μια χειρονομία γεμάτη κατανόηση άπλωσε με στοργή και ακούμπησε το χέρι πάνω στο κεφάλι του.
«Αγόρι μου όλα είναι καλά, πάψε τώρα ν’ ανησυχείς», του είπε.
Αυτός έτρεμε και ψέλλιζε, περισσότερο από τη χαρά και τη συγκίνηση για το καλό τέλος, παρά από τον φόβο του.
«Λυπάμαι που έμεινες μόνος στον ερχομό της νύκτας. Έλα είναι ώρα να πάμε πίσω στο σπίτι. Η μητέρα θα ανησυχεί που αργήσαμε».
Ξεκίνησαν με βήματα γοργά για την επιστροφή στον οικισμό, η μητέρα του αφόρητα θ’ αγωνιούσε κ’ αυτή, καθώς τους περίμενε να γυρίσουν, ήταν πρόκληση η αργοπορία τους. Το νυχτερινό κρύο γλιστρούσε μέσα στα ρούχα του και τον τρυπούσε ως το κόκαλο. Κοίταξε τον πατέρα του! Απορούσε πώς άντεχε, με τη σχετικά πολύ ελαφριά για τις συνθήκες ενδυμασία του, τελικά ίσως να ήταν πιο ανθεκτικός απ’ ότι νόμιζε, στους τριάντα χειμώνες του.
Όταν επέστρεψαν βρήκαν τη μητέρα τους να τους περιμένει στην εξώπορτα κρατώντας το φανάρι στο χέρι. Άνοιξε την αγκαλιά της και έκρυψε μέσα το παιδικό κεφάλι του. Ένας αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από τα σωθικά της, βγάζοντας τη συσσωρευμένη αγωνία της. Όταν η γαληνή πλημμυρίζει τις αναστατωμένες ψυχές, είναι σαν το νερό που πέφτει πάνω στη χέρσα γη και την κάνει να βλαστήσει.
Στη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας, είναι αλήθεια ότι δοκίμασε πολλές φορές πλούσια γεύματα απ’ το κυνήγι. Πάντα όμως ξυπνούσε μέσα του ο ίδιος βαθύς πόνος και η σιωπηλή οδύνη που ένοιωθε κάθε φορά που επέστρεφε ο πατέρας του από το κυνήγι, γιατί δεν άντεχε να βρίσκεται αντιμέτωπος με τα άψυχα θηράματα. Το θεωρούσε βάρβαρη εξόντωση, που καλλιεργεί τη βία στη φύση και στη ζωή. Από τις πιο ακριβές αναμνήσεις της ζωής του είναι οι φορές, όπου τον έπαιρνε μαζί του ο πατέρας του στο κυνήγι και τον μάθαινε να μαζεύει μανιτάρια, βρούβες, βολβούς, οβριούς και άγρια σπαράγγια.
Ο Τσαλαπετεινός στην αυλή του Μπάρμπα Παναγιώτη Καραστατήρη...
Σήμερα θυμάται, και ο αργαλειός της μνήμης του, υφαίνει αργά τον ιστό της που τον συνδέουν με αναμνήσεις. Τον κυνηγά η παιδική του ηλικία, με σκόρπιες μνήμες και τον συμπαρασύρει στο παρελθόν, όπου τυλίγεται στον ιστό των αναμνήσεών του. Παρά το πέρασμα του χρόνου και την απομάκρυνση από την ύπαιθρο, διατηρεί ζωντανές τις αναμνήσεις και την αίσθηση του παρελθόντος, από τον μικρο οικισμό τους τα Μπουμπουτσέλια! Οι αισθήσεις του «αιχμαλωτίζονται» ακόμα από την ομορφιά και την απλότητα του τόπου με τα χρώματα της ανατολής, του γέρματος, του ουράνιου τόξου όταν γλυκοχαράζει.
Σηκώθηκε νωρίς! Η κορυφή του Κούνου σκεπασμένη με ανάλαφρη πάχνη. Ακούει μονάχα τις πέρδικες να κακαρίζουν και τα πρώτα κελαηδοπούλια που ξυπνούν. Ακούει ακόμα κουδούνια από κοπάδια και το θρόισμα του ανέμου. Ήταν άνοιξη και το ελαφρό αεράκι σχημάτιζε μικρά κύματα που ζωντάνευαν τα γύρω δέντρα. Του άρεσε πολύ το ανοιξιάτικο στοιχείο. Ήταν ικανός να κάθεται ώρες ακίνητος να χαζεύει τη φύση. Δεν επρόκειτο απλώς για παρακολούθηση, αλλά για μια μορφή «στοχασμού» όπου τον απορροφούσε η ομορφιά και οι λεπτομέρειες του φυσικού κόσμου.
«Η φύση δεν βιάζεται ποτέ, κι όμως τα πάντα γίνονται στην ώρα τους...» Λάο Τσε – Κινέζος φιλόσοφος (6ος αιώνας π.Χ.).
Το βλέμμα του ακολούθησε ένα περαστικό σύννεφο πάνω απ’ τους λόφους, καθώς ο ανοιξιάτικος ήλιος ανυψωνόταν βαριεστημένα, πίσω από τα βουνά, λες και δεν ήθελε να ξεκινήσει τη μέρα του, αφήνοντας μια γλυκιά δροσιά να κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα. Έμπλεξε τα δάχτυλά του κι άρχισε να παρατηρεί αντικρίζοντας από μακριά τη φιγούρα ενός πολύχρωμου ψηφιδωτού που κάθισε και αναπαύεται στη διχάλα της μικρής συκιάς απέναντι στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη. Ένα πουλί -από τις εξωτικότερες μορφές πουλιών- της λακωνικής γης. Ένας τσαλαπετεινός (Upupa epops) από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της φύσης, που ξεχωρίζει από το μακρύ λοφίο του με τις μαύρες μύτες. Τον πρωτοείδε να ξεπροβάλλει αργά μέσα από μια συστάδα από σκίνα και πουρνάρια στο μπροστινό χαντάκι του σπιτιού πετώντας νωθρά, κυματιστά, ανοίγοντας χαρακτηριστικά αργά τις φτερούγες του, σαν πεταλούδα, αναδεικνύοντας με χάρη τούς πολύχρωμους σχηματισμούς των φτερών του. Ο Ήλιος τώρα ψήλωνε, πάνω από το λόφο του Άγιου Παντελεήμονα λούζοντας με μια καθάρια ακτινοβολία το τοπίο, έκανε τα πλουμιστά χρώματα του τσαλαπετεινού να λαμπυρίζουν. Το πούλι έμεινε εκεί με τις κομψές καμπυλωτές γραμμές του και τραγουδούσε.
Πανέμορφα πουλιά, έχουν δημιουργηθεί μύθοι κι ιστορίες γι΄ αυτά από τα αρχαία χρόνια!Δεν είναι πουλιά που περνούν απαρατήρητα!
Αυτός λουσμένος από τη ζεστασιά της καθαρής ανοιξιάτικης μέρας ένοιωσε μια απίστευτη ευχαρίστηση να φουσκώνει σαν την παλίρροια μέσα του... .. .. .. .. .. .. ..





'