«Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....Part: 7»«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....Βρισκόμαστε πλέον στην εποχή του Φθινοπώρου. Στην εποχή κατά την οποία ο γαλανός ουρανός, οι ηλιόλουστες μέρες και οι δροσερές νύχτες προσθέτουν σταδιακά εκατοντάδες κίτρινες, πορτοκαλί και κόκκινες πινελιές στους δασοσκέπαστους λόφους Έχουν περάσει τρεις γεμάτες εβδομάδες που τελείωσαν οι διακοπές του καλοκαιριού για τις οικογένειες τους. Η «θερινή ραστώνη» η δύναμη που τα ισοπεδώνει όλα, ή η «καλοκαιρινή ραστώνη» που εύκολα χρησιμοποιεί όποιος θέλει να χαρακτηρίσει την πλήρη αδράνεια, τη χαλαρότητα που επικρατεί το καλοκαίρι και ειδικότερα τον Αύγουστο κάτω από έναν ήλιο που στέκει αγέρωχος εκεί ψηλά και δίνει ώθηση στα ενδόμυχα όνειρα και τις επιθυμίες μας, να ζούμε πιο έντονα, να σκεφτόμαστε θετικά πράγματα, να χαράσσουμε το μέλλον μας και ο,τι μπορεί να συμβεί να μετατίθεται σε μέλλοντα χρόνο. Στις μέρες μας όπου το άγχος και οι ρυθμοί της καθημερινότητας μας είναι αυξημένοι, οι διακοπές και οι μικρές αποδράσεις μπορούν να μας δώσουν μια ανάσα ξεκούρασης, η όποια έχει πολύ ευεργετικές επιπτώσεις και στην μετέπειτα ζωή μας. Απελευθερωνόμαστε, ηρεμούμε για να ξεφύγουμε από πίεση, άγχος και απαιτήσεις και θέλουμε να τα ξεχάσουμε όλα. Αυτές λοιπόν οι ανέμελες στιγμές που έζησαν οι οικογένειες τους έχουν μείνει εκεί στις ακρογιαλιές του πανέμορφου κόλπου. στη θάλασσα όπου το νερό ξέπλενε τις αισθήσεις τους και το αλάτι επούλωνε τις πληγές τους. Οι διακοπές φαντάζουν πλέον ανάμνηση και το κάθε μέλος της ευρύτερης οικογένειας βρίσκεται σήμερα και πάλι ενεργό στα εργασιακά και οικογενειακά τους καθήκοντα. Για πολλούς, είναι η επιστροφή στη δουλειά ή το σχολείο μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, κάτι που δίνει μια αίσθηση ανανέωσης και οργανωτικότητας. Είναι η στιγμή που βάζουμε νέους στόχους και οργανώνουμε τις υποχρεώσεις μας, με μια αίσθηση φρεσκάδας και νέας ενέργειας. Ο Σεπτέμβριος είναι ένας μήνας γεμάτος μεταβατικές στιγμές και αντιθέσεις, που τον καθιστούν μοναδικό και ίσως τον καλύτερο μήνα του χρόνου. Από τη μία πλευρά, το καλοκαίρι αποχαιρετά, με τη ζέστη να υποχωρεί σιγά σιγά, και από την άλλη, το φθινόπωρο αρχίζει να κάνει την εμφάνισή του, με την ατμόσφαιρα να γίνεται πιο δροσερή και γλυκιά. Αυτός ο μήνας φέρνει μαζί του και την εποχική μετάβαση στη φύση. Τα φύλλα των δέντρων αρχίζουν να αλλάζουν χρώμα, με τα ζωντανά πράσινα να δίνουν τη θέση τους σε χρυσοκίτρινες και κόκκινες αποχρώσεις. Η φύση προετοιμάζεται για τον ερχομό του χειμώνα, και αυτή η αλλαγή δημιουργεί μια μοναδική αίσθηση γαλήνης και ομορφιάς......Η Εριφύλη πέρα από τις οικογενειακές καθημερινές υποχρεώσεις της σαν μητέρα δυο μικρών παιδιών που μεριμνά για την σωστή ανατροφή τους και την άρτια σχολική εκπαίδευση τους, με προσμονή και έντονο ενδιαφέρον ανέμενε την έναρξη των μαθημάτων στο Εργαστήρι Βυζαντινής Αγιογραφίας όπου έκανε ελεύθερες σπουδές ζωγραφικής και βυζαντινής αγιογραφίας. Συνέχισε να πηγαίνει τους μικρούς γιους της κολυμβητήριο το χειμώνα – ή για την ακρίβεια, και το χειμώνα! Δεν το θεωρούσε καθόλου κακή ιδέα διότι πιστεύει πως η κολύμβηση όπως και κάθε σωματική άσκηση δυναμώνει το ανοσοποιητικό τους σύστημα και το κολύμπι είναι μια πολύ υγιεινή άσκηση για όλο το σώμα, που γυμνάζει χωρίς να επιβαρύνει, δεν προκαλεί τραυματισμούς και δυναμώνει τους πνεύμονες.
Ταυτόχρονα ξεκίνησε και πάλι το γυμναστήριο που είχε διακόψει τους καλοκαιρινούς μήνες και απλώς αφιέρωνε λίγο χρόνο στον εαυτό της κάνοντας γυμναστική στην ύπαιθρο. Πηγαίνει στο ίδιο γυμναστήριο εδώ και τρία χρόνια, όμως τη νέα σαιζόν, ο καινούργιος γυμναστής είναι πολύ όμορφος με όλα αυτά τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός σέξι γυμναστή (κοιλιακοί, μούσκουλα, αρρενωπότητα). Εκεί, ο γυμναστής έδειξε αμέσως το ενδιαφέρον του για εκείνη και μετά το δεύτερο κιόλας μάθημα την περίμενε απ’ έξω, της έπιασε κουβέντα και στο τέλος της ζήτησε να πάνε για ποτό. Καθόλου δεν το εκτίμησε το ενδιαφέρον του η Εριφύλη απεναντίας της θύμισε τον γείτονα της τον ταξιτζή, (Αυτόν τον Λιγούρη που το μάτι του διαθέτει ραντάρ, το οποίο πιάνει ό,τι σε θηλυκό κινείται εντός του οπτικού του πεδίου. Αυτός πιστεύει ότι όλες γυναίκες γράφουν «γάμησε με» στο κούτελο και στο δικό του έχει πάρει ανεξίτηλο μαρκαδόρο και έχει γράψει «θέλω να σε πηδήξω.») οπότε είπε ευγενικά όχι και αποχώρησε. Ωστόσο, στα μαθήματα συνέχισε να ασχολείται κυρίως μαζί της και να προσπαθει κάθε φορά να την ακουμπήσει για να τη διορθώσει. Μέχρι που του έθεσε ξεκάθαρα τα όρια της για να νιώθει άνετη και ελεύθερη, να γυμναστεί όπως θέλει, χωρίς να νιώθει την απειλή ότι κάποιος θα έρθει να της πιάσει την κουβέντα σφίγγοντας επιδεικτικά τα μπράτσα του. Και αν πρέπει να της δείξει μια άσκηση, να τη ρωτήσει πρώτα αν μπορεί να την αγγίξει.
Στην απορία της φιλενάδας της, της Ελπινίκης γιατί δεν αλλάζει γυμναστήριο και κάθεται και ανέχεται τον κάθε γλοιώδη. Η Εριφύλη αντέδρασε. «Γιατί αν είναι να αλλάζουμε γυμναστήρια και χώρους δραστηριοποίησης γενικά κάθε φορά που μας παρενοχλούν, δεν θα μπορούμε να πάμε πουθενά στο τέλος. Δεν είναι το θέμα να φεύγουμε εμείς σαν κυνηγημένες, το θέμα είναι να μαζευτούν οι σάλιαγκες. Που μου σταυροκοπιέσαι με απορία κιόλας…»
.....Η Άλκηστις αποφάσισε να πάρει στα σοβαρά πως είναι ο καιρός και πρέπει να τελειώσει τον ακαδημαϊκό της κύκλο και την μετά-πτυχιακή της εργασία. Είναι απλά θέμα χρόνου και όσο και καλή διάθεση και αν έχει απαιτεί διάβασμα, και δε θέλει να πάει και άλλο μακριά η βαλίτσα των σπουδών της. Ταυτόχρονα αυτή την εποχή απασχολείται part time στη ρεσεψιόν πολυτελούς ξενοδοχείου στην πολιτεία καταγωγής και διαμονής της.Τις ελεύθερες ώρες της με νοσταλγία θυμάται τις καλοκαιρινές ερωτικές συνευρέσεις της τόσο με τον Νικηφόρο στο ακρογιάλι του Παγασητικού κόλπου όσο και με τον Αδάμαντα στις παραλίες της Χαλκιδικής αλλά περισσότερο από όλα τις υγρές ερωτικές επαφές που προέκυψαν στο τέλος των διακοπών όταν είχαν την ευκαιρια τους με την ξαδέρφη της την Εριφύλη .
Για χρόνια οι σχέσεις τους δεν ήταν ποτέ ερωτικές αν και η Εριφύλη τον τελευταίο χρόνο είχε αρχίσει και κρυφογουστάριζε την Άλκηστις. Δεν άργησε και η Άλκηστις να πάρει το μήνυμα να απελευθερωθούν και γυμνές να χαϊδεύουν και να πιάνουν η μία το μουνάκι της άλλης και στη συνέχεια ξεκινώντας ένα απίστευτο πλακομούνι, που εξελίχθηκε σε εξήντα ενιά. Αυτά στριφογυρίζαν στο μυαλό της Άλκηστις όπως γυρνούσε στο άδειο μικρο διαμέρισμα της ύστερα από μια κουραστική ημέρα. Γλίστρησε το δονητή βαθιά στο μουνί της και τον ένιωθε μακρύ και μαλακό. Άρχισε να ταρακουνάει τους γοφούς της ενάντια στο χέρι και το δονητή, σκληρότερα και πιο γρήγορα. Αισθανόταν πως από λεπτό σε λεπτό θα έρθει σε οργασμό όπως έσφιγγε βαθιά μέσα της και πίεζε το χέρι της σφιχτά γύρω από τον πλαστικό της πούτσο. Το σώμα της άρχισε να τεντώνεται και τα πόδια της ήταν ανοιγμένα διάπλατα.
Για χρόνια οι σχέσεις τους δεν ήταν ποτέ ερωτικές αν και η Εριφύλη τον τελευταίο χρόνο είχε αρχίσει και κρυφογουστάριζε την Άλκηστις. Δεν άργησε και η Άλκηστις να πάρει το μήνυμα να απελευθερωθούν και γυμνές να χαϊδεύουν και να πιάνουν η μία το μουνάκι της άλλης και στη συνέχεια ξεκινώντας ένα απίστευτο πλακομούνι, που εξελίχθηκε σε εξήντα ενιά. Αυτά στριφογυρίζαν στο μυαλό της Άλκηστις όπως γυρνούσε στο άδειο μικρο διαμέρισμα της ύστερα από μια κουραστική ημέρα. Γλίστρησε το δονητή βαθιά στο μουνί της και τον ένιωθε μακρύ και μαλακό. Άρχισε να ταρακουνάει τους γοφούς της ενάντια στο χέρι και το δονητή, σκληρότερα και πιο γρήγορα. Αισθανόταν πως από λεπτό σε λεπτό θα έρθει σε οργασμό όπως έσφιγγε βαθιά μέσα της και πίεζε το χέρι της σφιχτά γύρω από τον πλαστικό της πούτσο. Το σώμα της άρχισε να τεντώνεται και τα πόδια της ήταν ανοιγμένα διάπλατα.
.......Με την Εριφύλη η Άλκηστις όταν έφυγε από την Αθήνα, έχει σχεδόν καθημερινή επαφή μέσα από τα sosial media. Όταν ο χρόνος της το επιτρέπει η Άλκηστις κατεβαίνει στην Αθήνα στην ξαδέλφη της και σε κάθε ευκαιρία απολαμβάνουν την συνάντηση τους και ξεδίνουν στη ρευστή γυναικεία σεξουαλικότητα τους κάνοντας υπέροχο σεξ απολαμβάνοντας όλες τις ηδονικές απολαύσεις της σάρκας τους. Τις δύο γυναίκες η ερωτική τους χημεία της ένωσε! Το σεξ μεταξύ τους είναι ευχαρίστηση, είναι ηδονή, είναι υγεία., δε χωράνε ούτε ταμπού ούτε ντροπές. Ντροπή είναι να νιώθουν ντροπή για τις φυσιολογικές ανάγκες τους. Έχουν βγάλει, λοιπόν, τις παρωπίδες τους και αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα.
......Η Νεφέλη τις ήμερες εκείνες ο Νικηφόρος έμαθε πως βρίσκεται καθ΄ οδόν προς την Ολλανδία κάνοντας το συνοδηγό σε έναν δεύτερο-ξάδελφο της που έκανε επαγγελματικά ταξίδια με την νταλίκα του στην Ευρώπη και ταυτόχρονα απολάμβανε τον ταξιδιωτικό τουρισμό. Επικοινωνιακή, καλοσυνάτη και αισιόδοξη η Νεφέλη είναι ιδιαίτερα χαρούμενος άνθρωπος απολαμβάνει τις στιγμές της ζωής της και φροντίζει να τις κάνει ξεχωριστές! Ο ξάδερφος της ήταν ένας τριανταπεντάρης κούκλος νταλικέρης που εξακολουθεί να είναι ερωτευμένος με τα ταξίδια και την νταλίκα του και που κατά τη διάρκεια της μεγάλης διαδρομής στο ταξίδι τους προς την Ολλανδία και επιστροφή καβαλούσε εκτός από το θηρίο τη νταλίκα, και αυτό το τρυφερό πλασματάκι τη Νεφέλη. Τη λέει «μουνίτσα» του και αυτή του λέει ότι είναι ο καβαλάρης νταλικέρης της. Άλλωστε η νταλίκα διέθετε χώρο για γαμήσι διαρκείας.
Ο Νικηφόρος τους φαντάζεται σε πλήρη σεξουαλική δράση. Τη Νεφέλη, ξαπλωμένη στην κουκέτα της Νταλίκας. Εκείνη κοιμόταν και ο νταλικέρης δεν έπαιρνε το βλέμμα του από τα στρογγυλά της κωλομέρια, και του άρεσε αυτό το θέαμα, το οποίο του ανέβαζε την ηδονή. Όταν όμως άγγιξε με το πουττσοκέφαλο του τα μουνόχειλα της η Νεφέλη τεντώθηκε ελαφρά, στριφογύρισε τη μέση της, και μ' αυτό τον τρόπο ο κώλος της κόλλησε στη κοιλιά του κι ο πούτσος του μπήκε στο μουνί της. Έμεινε για λίγο ακίνητος, απολαμβάνοντας το φιλήδονο άγγιγμα της κεφαλής του πούτσου του στον κόλπο της όταν ξαφνικά ένιωσε στο καυλί του τους βιαστικούς σπασμούς που είχε το μουνάκι της ... Η Νεφέλη τεντώθηκε κι άλλο, κούνησε ξανά τη μέση της κι άρχισε να ξυπνά παραδομένη σε μια έντονη καύλα.
«Θέλεις;» της ψιθύρισε.
«Θέλω.»
Έμειναν να αγγίζονται μόνο με τα ερωτικά τους όργανα ... Οι αισθήσεις τους βίωσαν τη μεγαλύτερη, μέχρι τότε, ένταση. Το καυλί του ήταν σκληρό σαν κούτσουρο. Τα μουνόχειλα της πρήστηκαν, μεγάλωσαν, τεντώθηκαν κι το άρπαξαν σφιχτά. Ο νταλικέρης τραβήχτηκε προς τα πίσω, άρχισε τις κινήσεις, τεντώνοντας τη μέση του, προσπαθώντας παράλληλα να τραβήξει με τα χέρια του το κορμί της να κολλήσουν τα σώματα τους ώστε να χώσει το καυλί του ποιο βαθιά στο μουνί της,.
Η καμπίνα του αυτοκινήτου γέμισε με ήχους, ιδιαίτερα δυνατούς κατά τη στιγμή που το καυλί του έμπαινε βαθιά μέσα της. Με το χέρι του σήκωσε το δεξί της πόδι ψηλά, σχεδόν κάθετα. Οι υγροί ήχοι δυνάμωναν.
«Καυλώνεις Μωρο μου;»
«Καυλώνω γαμιά μου!»
«Θέλω καυλιάρα γυναίκα να σε γαμήσω στα τέσσερα». Της ψιθύρισε με κομμένη την ανάσα, πιέζοντας δυνατά τη μήτρα της.
«Ωχ.. ωχ.»"
Τη βοήθησε να στηθεί στα τέσσερα στο κρεβάτι. Ή Νεφέλη γονάτισε κι ακούμπησε τους αγκώνες της στα μαξιλάρια, κι ο κώλος της τουρλώθηκε, ενώ το υγρό της μουνάκι ξεπρόβαλε ανάμεσα απ' τα πόδια της. Ο νταλικέρης έσκυψε κι έγλειψε τα χείλη του μουνιού της. Εκείνη ξαφνιάστηκε, κουνήθηκε λίγο, αλλά στάση δεν άλλαξε. Με τη γλώσσα του άγγιξε τη χοντρή και πολύ σκληρή κλειτορίδα της, την άρπαξε με τα χείλη του τη κλειτορίδα της κι άρχισε με πάθος να τη γλείφει ...
«Ααχ ... Ααχ ... Ααχ ...» . Τα αχ γινόταν όλο και πιο παθιασμένα , πιο ερωτικά και χώνει τη γλώσσα του μέσα στο μουνί της. Τίναξε το κορμί της και το αχ αυτή τη φορά ακούστηκε πολύ δυνατά! Της το έγλυφε και έκαιγε, κι από τη πίεση των λαγόνων της, κατάλαβε ότι πλησιάζει ο οργασμός της. Τράβηξε τα χείλη του από το μουνάκι της κι έχωσε το καυλί του γονατιστός από πίσω της.
Η πούτσα του μπαινόβγαινε σαν έμβολο και κάθε φορά που έμπαινε, έσπρωχνε τη λεκάνη του δυνατά, ώστε η Νεφέλη να νιώθει το γαμήσι πιο έντονα που παραληρούσε από τον ερεθισμό της.
Κατά την κολπική διείσδυση από πίσω, το πέος του διεισδούσε βαθύτερα στον κόλπο της, φτάνοντας σε επαφή με το οπίσθιο τοίχωμα του κόλπου και έφτανε στον οπίσθιο θύλακα της.
«Αχχχ» φώναζε, «τι γαμήσι είναι αυτό που μου κάνεις! Γαμιά μου. Θέλω μόλις ξεκινήσει ο οργασμός μου, να αφήσεις κι εσύ το σπέρμα σου μέσα μου».
«Μα δεν έβαλα προφυλακτικό» της επισήμανε ο νταλικέρης.
«Μπορείς να με γεμίσεις μια και παίρνω χάπι». και συνέχισαν σε ακόμα πιο έντονο ρυθμό. Γαμιόνταν σαν ερωτευμένο ζευγάρι που τα έχει πρωτοφτιάξει. Ξαφνικά ένιωσε το μουνί της να τον ρουφάει παραπάνω. Άπλωσε το χέρι της προσπάθησε να κρατηθεί από πάνω του και βύθισε τα νύχια της στο δέρμα του, για να του δείξει πόσο την έχει ανάψει.
Ο νταλικέρης αρχίζει να σφίγγεται και η Νεφέλη νιώθει το πέος του να πάλλεται και τα ζεστά υγρά του να την πλημμυρίζουν. Συνεχίζει για λίγο να κουνιέται μέχρι να αδειάσει τελείως και βγαίνει. Νιώθει τόσο άδεια μα και τόσο γεμάτη! Γυρίζει και τον κοιτάει με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά.
Μείνανε έτσι για κάμποση ώρα, αγκαλιασμένοι, να χαϊδεύονται. Χαμογελούσαν, γιατί ήξεραν πως θα υπάρξει κι επόμενη φορά....
..... Ο Αδαμάντιος είναι μόνιμος κάτοικος πλέον στην Αγγλία απασχολούμενος στην οικογενειακή τους εταιρεία. Έστειλε μήνυμα με ιδιαίτερο νόημα στο Νικηφόρο πως αδημονεί πότε θα συναντηθούν και πάλι οι δυο τους όταν οι συνθήκες του το επιτρέπουν.
Η γιαγιά Πανωραία αποφάσισε να αφήσει το σπίτι στο χωριό και να μετακομίσει μόνιμα στην Αθήνα κοντά στην κόρη της την Αντιγόνη. Ενοικίασαν μια μικρή μονοκατοικία με κήπο κοντά τους την επίπλωσαν με όλα τα απαραίτητα με την αμέριστη βοήθεια και της Εριφύλης. Το σπίτι στο χωριό αποφάσισαν να το ενοικιάσουν σε μια οικογένεια μεταναστών, εργάτες γης που εργάζονταν στις φυτείες της περιοχής. Ο Νικηφόρος που οσονούπω θα ετοιμάζει τις βαλίτσες για το επόμενο του μπάρκο του σε ποντοπόρο πλοίο, ανέλαβε τώρα που έχει ελεύθερο χρόνο να πάει στο χωριό να τακτοποιήσει το θέμα του ενοικιαστηρίου. Του έχουν κάνει το απαραίτητο πληρεξούσιο ώστε να μεριμνήσει για τις δέουσες συμφωνίες.
Αφού ο Νικηφόρος είναι αναγκασμένος να έφευγε για ένα τριήμερο για να τακτοποιήσει τις απαραίτητες διεκπεραιώσεις με το πατρικό σπίτι της γιαγιάς Πανωραίας, η Εριφύλη του, είχε βαλθεί να τον φροντίσει στο σεξουαλικό όσο πιο καλά μπορούσε, ώστε να μην χρειαστεί να λοξοκοιτάξει άλλη γυναίκα το τριήμερο που θα έλειπε στο χωριό. Το στόμα της σφίχτηκε, καθώς θυμήθηκε πως πολλές γυναίκες πάθαιναν ποιητικό οίστρο με την παρουσία του υπέροχου, πολύπλοκου, εκνευριστικού, προβληματικού και σέξι άντρα της που τον ερωτευόταν όλο και πιο βαθιά όσο τα χρόνια περνούσαν. Ο Νικηφόρος ήταν το σεξουαλικό ναρκωτικό της και δεν είχα καμία διάθεση να το περιορίσει! «Αμ θα σου τον ξεζουμίσω το πούτσο απόψε!» σκέφτηκε. Και ο Νικηφόρος της όμως ήταν πάντα έτοιμος για σεξ και του άρεσε να τη γαμάει, κάτι που επιδίωκε με κάθε ευκαιρία. Ένιωθε απίστευτα τυχερή. Παραμονή της αναχώρησης η ένταση της επιθυμίας, ο ίλιγγος των αισθήσεων, η έκσταση του έρωτα αναστάτωνε τις αισθήσεις τους. Όταν τον φίλησε στο κρεβάτι θα μπορούσε να μείνει έτσι να τη φιλάει ώρες ολόκληρες. Τα χείλια της μύριζαν άνοιξη, το σώμα της αναριγούσε στα μπράτσα του. η καυτή της ανάσα περνούσε απ' το στόμα της στο στόμα του κι ήταν τέτοια η ανταπόκρισή της στο φιλί του που για λίγα λεπτά ξέχασε τα πάντα, απολύτως τα πάντα, πέρα απ' την γυναίκα του την Εριφύλη που έτρεμε στην αγκαλιά του, και το τι του έκανε με το σώμα της. Η Εριφύλη του ήταν στ’ αλήθεια όμορφη. Όμορφη κι αισθησιακή σαν τροπικό λουλούδι. Τα μαλλιά της είχαν στεγνώσει από το βραδινό της μπάνιο εντελώς, κι έπεφταν σαν βαρύς, βελούδινος χείμαρρος στην πλάτη της, πλαισιώνοντας το υπέροχο πρόσωπό της, κι αναδεικνύοντας μαγευτικά τη στιλπνότητα της επιδερμίδας της και το έντονο χρώμα των ματιών της. Το δέρμα της θύμιζε ώριμο στάχυ και τα ρόδινα χείλια της μισανοιγόταν σαν μπουμπούκι τριαντάφυλλου. Η φωνή της ήταν σαν χάδι. Απαλή, ευχάριστη, σχεδόν τραγουδιστή. Πριν ο Νικηφόρος προλάβει ν' αντιδράσει, είχε τυλίξει τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό του, το απαλό, ζεστό της σώμα ήρθε και κόλλησε στο σώμα του, και τα χείλια της άγγιξαν καυτά τα δικά του. Μ ’ ένα κοφτό βογκητό πάθους, την έκλεισε στα μπράτσα του, και πριν καλά-καλά συνειδητοποιήσει τι έκανε, τα χείλια του άρπαξαν πεινασμένα τα χείλια της, η γλώσσα του χώθηκε βαθιά στο στόμα της, κι αφέθηκε να βυθιστεί σε μια καυτερή, αστραφτερή, απόλυτα βασανιστική θάλασσα ασυγκράτητης επιθυμίας. Στο ημίφως, οι μαστοί της ήταν ρόδινοι, στητοί, στρογγυλοί και γεμάτοι - ένα ποίημα ομορφιάς, όπως κι όλο το υπόλοιπο σώμα της. Η θέα τους λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ πάνω του.
Η Εριφύλη ένιωθε πολύ περήφανη για τις βυζάρες της και ειδικά το ευχαριστιόταν όταν παρατηρούσε ότι οι άντρες ξετρελαίνονταν γι’ αυτά τα βυζιά της που ήταν ήταν το αντικείμενο προσοχής και ένα σεξουαλικό κάλεσμα όλων των αντρών και όχι μόνο! «Κοιτάξτε τι βυζάρες έχω». Το ευχαριστιόταν όταν της το έδειχναν και της το έλεγαν με κάθε τρόπο. Πρώτα από όλους ο άνδρας της ο Νικηφόρος μετά ο σπασίκλας κουμπάρος της ο Μενέλαος που δεν ξεκολλούσε το βλέμμα του από πάνω τους, στη συνέχεια αυτός ο υπέροχος άνδρας ο αρχιτέκτονας και τέλος ο ερωτομανής παπάς της ενορίας τους που δεν άφηνε θηλυκό για θηλυκό χωρίς να το σαγηνεύσει. Κυκλοφορούσαν φήμες πως ο παπάς έχει δεκάδες ερωμένες παντρεμένες κι ανύπαντρες γυναίκες.
Ο Νικηφόρος μ ’ ένα βαθύ βογκητό, την τράβηξε στα μπράτσα του, και σκύβοντας, πήρε βίαια τα χείλια της στα δικά του, καταβροχθίζοντας τα σε μια έκρηξη πάθους. Ο αντρισμός του έκαιγε ανάμεσα στα πόδια του, και την τράβηξε ακόμα πιο κοντά του, για να νιώσει την επαφή της απαλής της σάρκας πάνω στο ερεθισμένο του όργανο. Ο γοφός της πίεσε το υπερευαίσθητο σημείο, και του ξέφυγε ένα ακόμα βογκητό απόλαυσης. Ρίγη συντάραξαν το σώμα του, και την έσφιξε ακόμα περισσότερο, κι ακόμα περισσότερο, σαν να ήθελε να τη λιώσει πάνω του. Τα μπράτσα της είχαν τυλιχτεί γύρω απ’ το λαιμό του, το σώμα της έκαιγε κι έτρεμε στην αγκαλιά του, τα χείλια της ρουφούσαν αχόρταγα το φιλί του, η γλώσσα της χώθηκε πεινασμένα στο στόμα του, υποχωρώντας πάλι το ίδιο πρόθυμα για ν’ αφήσει χώρο για τη δική του.
Η Εριφύλη του γρατζουνούσε τώρα με τα νύχια της την πλάτη, κουνούσε τους γοφούς της και σήκωνε το μουνί της προς το μέρος του για να τον προκαλέσει. O Νικηφόρος κατέβασε το καστανόχρωμο κεφάλι του στις σγουρές πυκνές μουνότριχες της Εριφύλης. Είχε καυλώσει και αυτός και δεν άργησε η στιγμή που έχωσε την γλώσσα του μέσα στο μουσκεμένο μουνάκι της και στα πρησμένα μουνόχειλα.
Άρχισε να της γλείφει και να της ρουφάει τις μουνότριχες. Ξέρει ότι πίσω από κάθε μουνότριχα κρυβόταν υπερευαίσθητα νεύρα που έφεραν την Εριφύλη στο χείλος της λιποθυμίας από τον ερεθισμό που της χάριζε. Μέσα της νιώθει μια φωτιά να ανάβει. Υγραίνεται. Τον ποθεί. Και βογκάει από έντονη επιθυμία και πόθο. Η Εριφύλη έφερε στη μνήμη της. αυτή τη χαρά και την ηδονή του γλειφομουνιού ότι της την είχε διδάξει πρώτη η μεγαλύτερη ξαδέρφη της η Κωνσταντίνα εκεί στα χρόνια της εφηβεία της! Στη συνέχεια ανέλαβε δράση ο άνδρας της ο Νικηφόρος. Στο ενδιάμεσο τον τελευταίο χρόνο που ο Νικηφόρος απουσίαζε ο όμορφος αρχιτέκτονας, τρελαινόταν να της γλείφει το μουνί. Το τελευταίο καλοκαίρι στις διακοπές γεύτηκε πλουσιοπάροχα αυτή την ηδονή κάνοντας γλυφομούνι η μια στην άλλη με την ξαδέλφη της την Άλκηστις, ενώ πρόσφατα χει αρχίσει να τη γυροφέρνει ερωτικά και της έχει δηλώσει πως όταν με το καλό μπαρκάρει ο Νικηφόρος και μείνει στις ερωτικές μοναξιές θα της το γλείψει σε πρώτη ευκαιρια το μουνί της μεχρι να βγάλει λέπια, ο ερωτικά πεινασμένος μαζί της, ο κουμπάρος τους ο Μενέλαος.
«Με θέλεις και πάλι μέσα σου;» ρωτάει σιγανά, στέλνοντας απαλές δονήσεις στο καυτό σημείο της.
«Ναι... ναι,» του λέει με πνιχτή φωνή.
Ο πούτσος του Νικηφόρου πλησίασε και το πουτσοκέφαλο του και έψαξε την τρύπα της. Όταν τη βρήκε έσπρωξε το τεράστιο όργανό του μέσα.
Μπήκε με τη μια, μέσα. Η Εριφύλη τον δέχτηκε και πάλι χωρίς καν να φωνάξει. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό! Αυτός άρχισε να τη γαμάει με αργό αλλά πολύ δυνατό ρυθμό. Η Εριφύλη κρατούσε αντίσταση για να δέχεται όλο το όργανο μέσα της.
Το γυμνασμένο κορμί του Νικηφόρου ανεβοκατέβαινε πάνω στο κορμί της Εριφύλης. Είχαν ιδρώσει και οι δύο από τον ξέφρενο ρυθμό τους. Το μουνί της γυναίκας του είχε ανοίξει διάπλατα καθώς η μακριά σκληρή ψωλή του την ξέσκιζε με φόρα.
....Πέμπτη πρωί ο Νικηφόρος έκανε μπάνιο, ντύθηκε και κατέβασε τα πράγματα στο αμάξι. Ανεβαίνοντας να φιλήσει την Εριφύλη του τη βρήκε να μιλάει στο τηλέφωνο. Της έκανε νεύμα για να μάθει ποιος είναι και κατάλαβε πως μιλούσε με την πεθερά του. Καλά λέει. Τώρα μπλέξαμε. Μέχρι να το κλείσει το τηλέφωνο εγώ έχω πάει στο χωριό και γυρίζω κιόλας! Και όμως αυτή τη φορά δεν έγινε έτσι.
«Αγάπη μου; θέλει να έλθει και η μαμά μαζί για να πάρει ορισμένα πράγματα από το σπίτι!»
«Άντε να έλθει και η μαμά!», είπε ο Νικηφόρος με μια δόση δήθεν βαρεμάρας. Μονό μην καθυστερήσουμε και μας πάρει μεσημέρι!
«Μην γκρινιάζεις μωρό μου! Δεν θα σε καθυστερήσει. Είναι έτοιμη και σε περιμένει.»
«Ναι, ναι…ξέρω!», απάντησε. «Να ρωτήσω; Μήπως η μάνα σου θα τσοντάρει στην βενζίνα;»
Αυτό το τελευταίο ακούστηκε μέχρι το τηλέφωνο και οι συνέπειες ήταν άμεσες. Η πεθερά του τα πήρε στο κρανίο και άρχισε να του τα σούρνει κανονικά στο τηλέφωνο. Δεν τον ενοχλεί όμως! Γιατί γνώριζε πως εικονικό ήταν το ξέσπασμα της για την τιμή των όπλων. Αυτό το ταξίδι στο χωριό να πάνε παρέα οι δυο τους τον είχαν συνωμοτήσει από προηγουμένως. Το σχέδιο τους να αναζητούν τρόπο βρεθούν μόνοι οι δυο τους σε ασφαλές μέρος κάπου μακρυά από το σπίτι ξεκίνησε από μια οικογενειακή γιορτή γενεθλίων στενών συγγενών τους. Εκεί στο γιορτινό τραπέζι ο Νικηφόρος ένιωσε φαινομενικά αθώα το πόδι της Αντιγόνης να αγγίζει δήθεν τυχαία κάτω από το τραπέζι το δικό του και να τρίβεται απαλά στη γάμπα του. Σηκώνει βλέμμα του και θέλει να τσεκάρει αν αυτή η αθώα κίνηση είναι όντως αθώα ή όχι. Βλέπει δυο πονηρά μάτια να τον κοιτάνε με λαγνεία. Όσο περνά ο χρόνος και είναι αναγκασμένος να παραμείνει στην παρέα τόσο οι δονήσεις του πηγαινοέρχονται. Σίγουρα, κανείς απ’ τους δυο τους δεν παρακολουθεί την κουβέντα στο τραπέζι. Δεν δίνουν σημασία σε αυτά που λέγονται. Το μυαλό του Νικηφόρου είναι αλλού έχει κολλήσει και σκέφτεται συνεχώς την επόμενη αφοπλιστική κίνηση. Η ερωτική ένταση είχε φτάσει στα ύψη μετά από ένα «τυχαίο» άγγιγμα. Ανυπομονεί για την ώρα που θα βρεθούν αγκαλιά με την πεθερά του που εκείνες τις ώρες λαμποκοπούσε από ομορφιά. Ήδη ετοιμάζονταν να αναχωρήσει όλη η οικογένεια από το γιορτινό τραπέζι! Από μια στιγμιαία απροσεξία χύθηκε η καράφα με το κόκκινο κρασί στη blue sky φούστα της Αντιγόνης.
Μάλλον τους το έγραφε η τύχης τους! Ο Νικηφόρος βασιζόμενος στην ελληνική μυθολογία το θεώρησε καλό οιωνό που τους προμήνυε θετικές εξελίξεις για το ερωτικό τους μέλλον, η Θεά του Σεξ και της Απόλαυσης. Του ζήτησε να αναχωρήσουν εσπευσμένα οι δυο τους, η υπόλοιπη οικογένεια έμεινε να χαιρετίσει.
«Είσαι καλά;» Της λέει.
«Ναι, τι έχω;»
«Φαίνεσαι χαμένη στις σκέψεις σου.»
«Ναι… ίσως… αυτό που είπες για τον καλό οιωνό.»
«Έτσι έλεγαν οι παλιοί! Κάτι θα ήξεραν.»
«Σωστά! Τι άλλο λέει ο καλός οιωνός;»
«Να αρχίσεις να διασκεδάζεις περισσότερο. Να περνάς καλά. Να φέρεις στην επιφάνεια την Αντιγόνη και να της δώσεις την κατάλληλη προσοχή.»
«Νομίζεις ότι με έχω παραμελήσει; Τόσο χάλια είμαι;»
«Είσαι τόσο όμορφη, για σαράντα-πεντάρα, που απορώ πως δε βλέπεις πως σε κοιτάνε οι άνδρες. Αλήθεια δεν το καταλαβαίνεις;
«Κόψε την πλάκα...»
«Αλήθεια λέω. Δεν το αντιλαμβάνεσαι;»
«Δεν με κοιτάζει κανείς. Εε! και αν συμβαίνει αυτό, συμβαίνει σπάνια.»
«Αν με εμπιστεύεσαι, πρέπει να με πιστέψεις. Μπορώ να σου πω τουλάχιστον πόσοι στην ενορία μας γαμάνε τη γυναίκας του και σκέφτονται εσένα. Είσαι πανέμορφη και πρέπει να αρχίσεις να το νιώθεις και εσύ.»
«Δεν είπα ότι είμαι κακάσχημη, αλλά όχι και όπως το παρουσιάζεις.»
Σύντομα βρέθηκαν στη σκάλα που οδηγούσε από το ισόγειο στον όροφο. Είχαν έλθει νωρίτερα από την υπόλοιπη οικογένεια στο σπίτι μετά από τη γιορτή χαρούμενοι, κεφάτοι. Πριν η Αντιγόνη προλάβει να κάνει δυο βήματα, χωρίς να διστάσει ο Νικηφόρος στο κεφαλόσκαλο την άρπαξε και τη κόλλησε στον τοίχο. Η Αντιγόνη βρέθηκε προ εκπλήξεως, και πριν προλάβει να αντιδράσει, ένιωσε το χέρι του του γαμπρού της ανάμεσα στα μπούτια της. Είχε προλάβει να βάλει το μεσαίο του δάχτυλο, κάτω από την φούστα της και να βρει το κενό ανάμεσα στα μουνόχειλα της. Ένωσε το κορμί του με το δικό της και χώθηκε ανάμεσα στα πόδια της.«Μην αντιστέκεσαι αφέσου και απόλαυσε το.»
Η Αντιγόνη είχε μουδιάσει. Δεν ήθελε να αντιδράσει. Απλά έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στα χέρια και στο στόμα του Νικηφόρου.
»Θέλω να χύσεις τώρα. Για μένα.»
Είχε το απόλυτο κουμάντο στους οργασμούς της και το απολάμβανε. Μόλις ένιωσε την λεκάνη της Αντιγόνης να κάνει σπασμούς σε πιο αργό ρυθμό, κατάλαβε ότι την είχε «τελειώσει». Ξεκόλλησε από πάνω της, έκανε δύο βήματα προς τα πίσω, τσέκαρε μήπως κάποιος έρχεται και ξαναγύρισε το πρόσωπο του προς την πεθερά του. Έφερε στην μύτη του το υγρό, από την υγρασία του μουνιού της, δάχτυλο του και το μύρισε. Το έβαλε στο στόμα του και το έγλειψε, κοιτάζοντας την προκλητικά. Η Αντιγόνη, αποσβολωμένη από το τι την είχε βρει, τον κοίταζε γεμάτη απορία. «Πως τόλμησε και μου το έκανε αυτό; Γιατί έχυσα όταν μου το ζήτησε; Τι ήταν όλο αυτό; Είμαι πουτάνα;»
Έξω στην αυλή του σπιτιού ακούστηκε να καταφθάνει η Εριφύλη με τα παιδιά. Μαζεύτηκαν βιαστικά και ανέβηκαν γρήγορα στον όροφο! «Έχω κανονίσει να πάμε φέρουμε τα πράγματα της Πανωραίας από το σπίτι στο χωριό.» Του είπε κοφτά ενώ την είχε πλημμυρίσει ένα αίσθημα πανικού. Σαν να είχαν έρθει τα πάνω κάτω στη ζωή της. «Δε μπορεί! Τώρα κοντά στα πενήντα μου θα πατήσω το στεφάνι μου;» Δε μπορούσε να δώσει μία λογική εξήγηση, για το τι της συνέβη. Από την άλλη, εκνευριζόταν με το θράσος της γαμπρού της. Ενώ είχαν περάσει δέκα χρόνια γάμου με την κόρη της, και δεν την είχε πιέσει ποτέ για να συμμετάσχει σε ερωτική της επαφή μαζί του, απόψε ήταν απόλυτα επιθετικός. Αφοπλιστικά επιθετικός. Και όταν το ένιωσε εκεί στο γιορτινό τραπέζι ότι τον ήθελε και εκείνη και η καύλα της είχε χτυπήσει ταβάνι, ο Νικηφόρος, το είδε αυτό. Και επιτέθηκε. Σαν αρπακτικό. Επιτελούς ύστερα από δέκα και χρόνια ήταν πλέον τελεσίδικο γεγονός.
....Ήταν δέκα παρά δέκα. Ο Νικηφόρος βρισκόταν ήδη μπροστά στη αυτοκίνητο, που το είχε πλύνει την προηγούμενη μέρα και έλαμπε κάτω από το πρωινό ήλιο. Έκανε ένα έλεγχο κοιτάζοντας το γύρω-γύρω και μετά άνοιξε το πορτ μπαγκάζ, έβαλε μέσα το σακίδιο του και ώ του θαύματος! Λες και η Αντιγόνη περίμενε πίσω από την πόρτα, εμφανίστηκε στην είσοδο της κατοικίας κρατώντας μια τσάντα και ένα σακβουαγιάζ. Ο Νικηφόρος έσπευσε να την βοηθήσει μα η Αντιγόνη δήθεν συνοφρυωμένη δεν του είπε τίποτα. Άνοιξε μόνη της το πορτ μπαγκάζ και έβαλε το σακίδιο της μέσα. Έπειτα γύρισε μπήκε στο αυτοκίνητο και τον κοίταξε καλά – καλά.
«Απορώ τι σου βρήκε η κόρη μου!», είπε και η σκληρή της έκφραση έσπασε ελαφρά στην άκρη των χειλιών της αντιλαμβανόμενη ότι η κόρη της τους παρακολουθεί από το μπαλκόνι..
Σημάδι ότι διασκέδαζε κατά βάθος την πλάκα που της έκανε με τη βενζίνη. Βολεύτηκε στη θέση του συνοδηγού τράβηξε πουτανιάρικα την πουκαμίσα της αφού φόρεσε την ζώνη της και οι βυζάρες της τονίστηκαν ακόμα περισσότερο. Μάλιστα τώρα οι δύο ρώγες της άρχισαν να διαγράφονται ευκρινώς κάτω από το λευκό πουκάμισο. Το μάτι του στιγμιαία καρφώθηκε ηδονικά επάνω τους αλλά ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία του.
«Τι μου βρήκε η κόρη σου; Την μεγάλη μου καρδιά!», γυρίζει και της λέει κλείνοντας το μάτι ενώ ταυτόχρονα έβαλε μπροστά το αμάξι.
Κατάλαβε το υπονοούμενο γύρισε το βλέμμα χαμηλά ανάμεσα στα πόδια του και φτιάχνοντας τα μαλλιά της του είπε:
«Ελπίζω τώρα που θα οδηγείς να σκέφτεσαι με το επάνω κεφάλι και όχι με το κάτω…» του είπε με φωνή τελείως αλλαγμένη και καυλιάρικη αυτή τη φορά.
«Θα προσέχω κυρία μου», της είπε!
Ξεκίνησαν περάσαν τα τα διόδια της Κορίνθου και ο Νικηφόρος πράγμα ασυνήθιστα γι αυτόν οδηγούσε ήρεμος και προσεχτικός στη κίνηση του δρόμου χωρίς να βιάζεται. Η Αντιγόνη το πρόσεξε και με αφορμή αυτό, δεν άργησε να τον ρωτήσει.
«Καλά πως και δεν βιάζεσαι; Έτσι που πηγαίνεις δεν πρόκειται να είμαστε πριν το μεσημέρι στο χωριό.»
Έλεγαν διάφορα, όταν στο ξαφνικό κάποια στιγμή τον ρώτησε. «Εκείνη τη συνταγή για την πρωκτική αλοιφή με τα αυγά την θυμάσαι αν την χρειαστούμε;»
Ηλεκτρικό ρεύμα κτύπησε τον Νικηφόρο ενθυμούμενος την τελευταία τους συζήτηση στο δρόμο του εξοχικού τους το καλοκαίρι.
«Υπονοείς κάτι με πλάγιο και έμμεσο τρόπο.»
Αντί άλλης απάντησης, η Αντιγόνη σύρθηκε κοντά του ναζιάρικα , και τον φίλησε στον αυχένα του. Ήτανε βέβαιο πια, πως ο σκοπός του ταξιδιού τους είχε κύριο πιάτο την ερωτική επαφή τους που τόσο πολύ επιθυμούσαν αμφότεροι μετά το τελευταίο καλοκαίρι τους. Μέσα στις υποχρεώσεις του Νικηφόρου λοιπόν εκτός από τις μεσιτικές ασχολίες για το ενοικιαστήριο του σπιτιού του είχε προστεθεί και η σεξουαλική φροντίδα της Αντιγόνης, που τώρα τον τύλιγε και τον μεθούσε η ζέστα του κορμιού της και αυτό τον αναστάτωνε. Τον έζωνε και τον έκαιγε η ίδια φλόγα που είχε νιώσει να τον καίει και με την κόρη της. Τούτη η φλόγα όμως ήτανε πιο απειλητική γιατί του ήταν ακόμη καινούργια και άγνωστη, όταν ο γαμπρός καταλήγει να υποκύπτει στον πόθο και στην επιθυμία να κάνει σεξ με την πεθερά του.
«Φτάνουμε!», της λέει καθώς η μεγάλη ευθεία του αυτοκινητόδρομου ετοιμάζεται να κάνει την δεξιά στροφή και να περάσει μπροστά από το χωριό.
Άφησε τον αυτοκινητόδρομο και φτάνοντας στο σπίτι του ζήτησε να κατεβάσει και το σακίδιο της.
Στο χωριό η Αττική λιακάδα είχε πάει περίπατο. Ο ουρανός ήταν γκρίζος μα δε φαινόταν να το πάει για βροχή, ο Οκτώβριος όμως, είναι τόσο απρόβλεπτος με τις θερμοκρασίες του.
«Ζέστη! Θες να σου φτιάξω καφέ να ξεκουραστείς λίγο αγόρι μου;», του είπε με φωνή τελείως αλλαγμένη και καυλιάρικη αυτή τη φορά.
«Ναι!», της είπε και ένιωσε το καυλί του να θεριεύει μέσα στο παντελόνι του.
Πήγε στην κουζίνα και ο Νικηφόρος αναπαύθηκε στον καναπέ του σαλονιού. Γύρισε μετά από λίγο με τον καφέ και δροσερό νερό και προς μεγάλη του έκπληξη είχε λύσει τα μαλλιά της ενώ είχε βγάλει το σουτιέν της. Είχε αφήσει και δύο κουμπιά της πουκαμίσας της ξεκούμπωτα και πλέον οι βυζάρες της διαγράφονταν πελώριες κάτω από το διάφανο ύφασμα. Το θέαμα τον είχε καυλώσει.
«Λοιπόν καυλιάρη, θα μου δείξεις τώρα τι σου βρήκε η κόρη μου;»
Τη σήκωσε και την ξάπλωσε στον καναπέ πέφτοντας επάνω της και φιλώντας την και πάλι. H φούστα της είχε διπλώσει γύρω από τη μέση της.
Ένα «Ααχ» ακούστηκε από τα χείλη της. Σαν να μην περίμενε ότι θα της κάνει κάτι τέτοιο, ενστικτωδώς έκλεισε τα πόδια της εγκλωβίζοντας το κεφάλι του. Άρχισε να γεύεται το μουνάκι της περνώντας τη γλώσσα του απαλά στην αρχή από πάνω του.
«Αχ τι μου κανείς αγόρι μου, δε μου το έχουν ξανακάνει αυτό..»
Είχαν χαθεί στην ηδονή και δε σκεφτόταν τίποτα. Η Αντιγόνη ήταν ακόμα με τη φούστα μαζεμένη στην μέση της και το σουτιέν της από κάτω από τα βυζιά της, ενώ ο Νικηφόρος μόνο με ένα μπλουζάκι. Σηκώθηκε και έβγαλε το μπλουζάκι του. Στεκόταν όρθιος μπροστά της. Τότε την είδε να κοιτά το καυλί του, που ήταν κατακόκκινο από την καύλα.
«Πάμε στο κρεβάτι τώρα!» Και τον τράβηξε απ' το χέρι. Την άρπαξε και την σήκωσε στην αγκαλιά του δίπλωσε το πόδια της γύρω από τη μέση του χωρίς να σταματήσουν να φιλιούνται! Ένιωσε τη στύση του μέσα από τα εσώρουχα τους, έτοιμος σκληρός σαν μανιάτικο λιθάρι και της ξέφυγε ένα ελαφρύ βογκητό. Δεν μπορούσε να ελέγξει το πόσο τον ήθελε μέσα της.
«Τέτοια γκομενάρα που είσαι όλα αυτά τα χρόνια στην εμπορική επιχείρηση που εργαζόσουν τα κομπλιμέντα θα πηγαίναν σύννεφο! Κάνω λάθος ομορφιά μου; Ότι αποκλείεται να μην στην έπεφταν οι άνδρες και ερωτικά;»
«Όχι δεν κάνεις λάθος!»
«Δηλαδη πολλοί ήταν αυτοί που θα ήθελαν να σε γαμήσουν, αλλά εσύ βράχος! Πιστή σύζυγος τιμώντας το στεφάνι σου δίπλα στον πεθερό μου.»
«Βράχος όπως το λες! Αν και κάποιες στιγμές ονειρεύομαι καυτούς τύπους που με γαμάνε και είμαι τόσο αναμμένη. Αλλά όπως είπα και πιο πριν, δεν έχω σεξουαλική εμπειρία με άλλον άντρα αν και ήθελα να δοκιμάσω να κάνω κάτι και με άλλον άντρα. Μου αρέσει που μου έδειχναν πόσο με θέλουν, καθώς μου έκαναν κοπλιμέντα αρκετά συχνά, τόσο οι πελάτες όσο και οι προμηθευτές της επιχείρησης κοιτάζοντας πάντα να με ευχαριστήσουν. Ωστόσο, δεν παραστράτησα, δεν έκανα το απονενοημένο!»
«Κάπως έτσι λοιπόν, φτάσαμε οι δυο μας να κάνουμε μαζί το απονενοημένο!»
«Ακριβώς! Αυτό θα είναι το μυστικό μας πια!», του απαντά.
«Είναι μόνο η αρχή Αντιγόνη μου. Πάμε τώρα στην πολεοδομία του δημαρχείου να κανονίσουμε να πάρουμε τα απαραίτητα πιστοποιητικά για να συντάξουμε αύριο το ενοικιαστήριο.»
Στο Δημαρχείο περίεργα δεν καθυστέρησαν καθόλου! Η αρμόδια υπάλληλος ήταν αρκούντως ευγενική και εξυπηρετική. Σύντομα πρωτοκόλλησαν την αίτηση τους και τους έδωσαν ραντεβού να παραλάβουν τα αιτούμενα έγγραφα την επόμενη πρωινές ώρες.
«Έχουμε αρκετό ελεύθερο χρόνο στη διάθεση μας! Τι θα έλεγες να πηγαίναμε μια βόλτα στη φύση, στη λίμνη Καΐάφα»
«Ότι θες εσύ αγόρι μου.»
Τελικά αποδείχτηκε όχι και η καλύτερη ιδέα που είχε. Σε μια μάλλον άγονη περιοχή, μια λίμνη γλυκού νερού είναι ένα ευχάριστο θέαμα. Η λίμνη είναι φυσική ήταν όμως όλα παρατημένα και σκουριασμένα αλλά ήταν μια πολύ χαλαρωτική εμπειρία. Το μόνο που άξιζε ήταν η πανίδα της περιοχής καθώς είδαν καβούρια, χελώνες, ψάρια και διάφορα είδη πουλιών.
Ηταν ήδη απόγευμα μια δροσερή φθινοπωρινή ήμερα όταν επέστρεψαν στο χωριό που προμήνυε βροχές! Το χωριό μόλις δύο ώρες από την Αθήνα, στην δυτική Πελοπόννησο, είναι ένας από τους κορυφαίους προορισμούς για τους λάτρεις του φθινοπωρινού δάσους. Τα δάση είναι γεμάτα πεύκα. Ελαιώνες και οπωρώνες µε αχλαδιές και μηλιές καλύπτουν τις χαμηλότερες πλαγιές, πλατάνια μεγαλώνουν στα πολλά φαράγγια και στις ρεματιές γύρω από το χωριό, και γίνονται ένας πίνακας ζωγραφικής με τα κίτρινα, καφέ και κόκκινα χρώματα στα κλαδιά τους, που ανακατεύονται με το βαθυπράσινο χρώμα των μαυρόπευκων. Τα μονοπάτια γύρω από το χωριό περιβάλλονται από µοβ ρείκια, άγριους θάμνους και κουμαριές µε ώριμα κόκκινα κούμαρα και ευαίσθητα λευκά λουλούδια. Τα κυκλάμινα ανθίζουν σε ανοιχτό ροζ και πορφυρό μέσα στους ελαιώνες. Τα πλατάνια που αναπτύσσονται στα ρέματα χάνουν σιγά-σιγά τα φύλλα τους, τα οποία συσσωρεύονται πάνω στα παλιά καλντερίμια, που έχουν συχνά βρύα. Τα χρώματα, η βροχή, ακόμα και η μυρωδιά του χώματος είναι εκεί για να μας θυμίζουν πως η επαφή με τη φύση μπορεί να λειτουργήσει ως διαφυγή από τις σκοτούρες των δύσκολων καιρών που ζούμε.
Γύρισαν στο σπίτι αφού απόλαυσαν ένα ελαφρύ γρήγορο γεύμα στο παραδοσιακό εστιατόριο του χωριού. Μόλις μπήκαν στο σαλόνι αγκαλιάστηκαν κι άρχισαν να φιλιούνται με μανία. Κάνανε σαν δέκα εξάχρονα μαθητούδια, αλλά η έξαψη τους ήταν έντονη κι ο πόθος τους μόλις είχε φουντώσει.
«Πήγαινε κάνε ένα μπάνιο κι άσε με να κανονίσω εγώ τα υπόλοιπα.»
«Αμέσως παίρνει τηλέφωνο την Εριφύλη! Της εξήγησε πως τα γραφειοκρατικά απαιτούν χρόνο! Τι να της έλεγε; Ότι θα μείνει όσο μπορεί περισσότερο στο χωριό να γαμάει τη μάνα της; «Κρίμα αγάπη μου, που θα μείνεις μόνος με τη μάνα μου. Ελπίζω να μη βαρεθείς μαζί της.». Και να ήξερε!
Κατέβηκε, ασφάλισε το αυτοκίνητο, κλείδωσε την εξώπορτα της αυλής και γυρνώντας κλείδωσε και την πόρτα του σπιτιού.
«Τι έχει στο μυαλό του το άτακτο αγόρι μου;» αστειεύτηκε.
Την άρπαξε και την σήκωσε στην αγκαλιά του δίπλωσε το πόδια της γύρω από τη μέση του χωρίς να σταματήσουν να φιλιούνται!
«Έλα αγόρι μου! Είμαι δική σου! Ολόκληρη! Η πουτάνα σου είμαι.Κάνε με ό,τι θες. »
Τη ξαπλώνει ανάσκελα στο κρεβάτι και της τον βάζει στο μουνί της. Τα χέρια της του σφίγγουν τη μέση και δίνει ρυθμό. Τα πόδια της διάπλατα ανοιχτά κι ο Νικηφόρος βυθίζεται και ξαναβγαίνει. Νιώθει τα μουνόχειλα της σα βεντούζα να του τυλίγουν το καυλί. Απίστευτο! Πηδάει την πεθερά του δεύτερη φορά σε μια μέρα! Πριν λίγες ώρες φαινόταν τρελό και τώρα είναι το πιο φυσικό γαμήσι δυο εραστών. Στο βάθος ακούει το κινητό του να χτυπάει. Άστο, λέει μέσα του, μεχρι που σταμάτησε. Ξαφνικά ακούγεται το δικό της κινητό στο κομοδίνο.
Παίρνει βαθιά ανάσα και του λέει.«Είναι η Εριφύλη. Πρέπει να το σηκώσω.»
Ο Νικηφόρος μένει ακίνητος, καρφωμένος μέσα της.
«Ναι…!» με μία μπάσα βραχνιασμένη από την καύλα φωνή της.
«Ωχ μαμά, κοιμόσουν και σε ξύπνησα; Συγνώμη. Έπαιρνα το Νικηφόρο να δω πώς είναι αλλά δεν το σήκωνε.»
«Δεν πειράζει παιδί μου δεν κοιμόμουν είναι πολύ νωρίς ακόμη. Ο Νικηφόρος έχει βγει στον κήπο και περιποιείται τις λεμονιές. Να τον φωνάξω;»
«Όχι! όχι μην τον φωνάζεις δεν είναι ανάγκη! Απλώς να μιλήσουμε να τον ακούσω καθώς μας έλειψε, και ήθελε και ο κουμπάρο μας ο Μενέλαος να του πει μια καλησπέρα. Είναι εδώ μαζί μου και πίνουμε καφεδάκι παρέα!
«Δώσε και την δίκη μου την καλησπέρα μου στον κουμπάρο σας τον Μενέλαο. Τα παιδιά πως είναι;.»
«Τα παιδιά είναι στη συνηθισμένη βόλτα στην παιδική χαρά με τον παππού! Όπου να ναι γυρίζουν.»
Μετά την πρώτη σιωπηλή ανακοπή ο Νικηφόρος αρχίζει να κουνιέται και πάλι μέσα της σιωπηλός, αργά-αργά. και σκεφτόταν πως η πουτάνα η πεθερά του, το ευχαριστιέται και συνεχίζει την κουβέντα. Ταυτόχρονα σκεφτόταν και τον κουμπάρο του τον Μενέλαο με την Εριφύλη που υποτίθεται πως πίνουν καφέ και ένα εκατομμύριο συναρπαστικές σκέψεις περνούσαν τώρα από το μυαλό του καθώς η φαντασίωση του ταξίδευε σε νοερές εικόνες. Φανταζόταν πως ο Μενέλαος είχε ξαπλώσει ανάσκελα την Εριφύλη στον καναπέ και τη γαμούσε με δύναμη. Πότε έβαζε ένα πόδι της στον ώμο του πότε και τα δύο, πότε τη γυρνούσε στο πλάι και το μόνο που δεν έκανε ήταν να κόψει ρυθμό.
Η Αντιγόνη στο τηλέφωνο συνέχισε να δικαιολογεί το Νικηφόρο στην κόρη της. «Ο γαμπρούλης μου ήταν πολύ ταλαιπωρημένος όλη την ημέρα και τώρα ξένοιαστος είναι μέσα στον καταπράσινο περιβόλι και το απολαμβάνει σαν μικρο παιδί! Μην ανησυχείς κόρη μου τον φροντίζω και εγώ να είναι ευχαριστημένος. Είναι και δίκη μου ευχαρίστηση να τον περιποιούμαι γιατί και αυτός όπως το ξέρεις δεν με αφήνει να έχω παράπονα μαζί του.» Και ανασηκώνει τη λεκάνη της να πάρει ποιο βαθιά τον πούτσο του μέσα της.
Όλη αυτή την ώρα που η Αντιγόνη συνομιλούσε με την Εριφύλη το Νικηφόρο η όλη φάση τον ερέθιζε πολύ.Tο αίσθημα να έχει το πούτσο στο μουνί της πεθεράς του και αυτή να συνομιλεί με την κόρη της και γυναίκα του στο τηλέφωνο δεν περιγράφεται. Η Αντιγόνη δάγκωνε τα χείλια της για να μην αναστενάξει όταν της μιλούσε η Εριφύλη. Κάνει αυτό που ήθελε πάντα! Να τη γαμάει ο γαμπρός της που τον γουστάρει και δε νοιώθει ενοχές! Και ο Νικηφόρος είχε καυλώσει με το όλο σκηνικό του τηλεφώνου, και ταυτόχρονα το μυαλό του έχει γεμίσει εικόνες με τη φαντασίωση του πως ο Μενέλαος την ίδια στιγμή παλουκώνει την Εριφύλη στον καναπέ του σπιτιού τους με έντονο ρυθμό. Μ' αυτές του τις σκέψεις τρελαινόταν περισσότερο και της τον κάρφωνε της Αντιγόνης ποιο έντονα, και ποιο βαθιά.
Μια μικρή κραυγή ξεφεύγει της Αντιγόνης.
«Τι έπαθες μαμά;» τη ρωτάει ανήσυχη η Εριφύλη.
«Τίποτα κόρη μου. Απρόσεχτα κτύπησε το μικρο μου δάκτυλο του ποδιού στο τραπέζι της κουζίνας και πόνεσα.»
«Εντάξει μαμά, περαστικά σου να σ' αφήσω να ξεκουρασθείς κι εσύ. Για σου μαμά τα φιλιά μου στο Νικηφόρο. Τα λέμε το πρωί.»
«Για σου κόρη μου. Πάω να συνεχίσω αυτό που διέκοψα εγώ και σεις να πιείτε με την ησυχία σας και σεμνά τον καφέ με τον κουμπάρο σου!»
«Μαμά ντροπή σου! Και εσύ πρόσεχε τις γωνίες στο τραπέζι! Πονάει το άτιμο το δαχτυλάκι εάν το συμβάν γίνει απρόσεκτα! »
«Τελικά είσαι μεγάλη πουτάνα κυρία Αντιγόνη. Πολύ καριόλα!»
«Ε κάτι ξέρουμε κι εμείς Νικηφόρε.»
«Ξέρεις τι σκεφτόμουν;»
«Τι;»
«Την ώρα που μιλούσες στο τηλέφωνο και είχες τον πούτσο μου μέσα στο μουνί σου στην άλλη άκρη όσο μιλούσατε ο κουμπάρος ο Μενέλαος φαντάζομαι πως είχε την ευκαιρία και όργωνε το μουνί της Εριφύλης με το καυλί του.»
«Σοβαρά το λες; Δεν το πιστεύω» είπε κεραυνοβολημένη από την έκπληξη που σκεφτόταν τα ίδια!
«Τι δεν Πιστεύεις; Ότι η Εριφύλη μου με κερατώνει;»
«Εε! είσαι σίγουρος!»
«Βέβαια τα φίδια με ζώνουν και τους φαντάζομαι αλλά δεν έχω καμιά απόδειξη.»
«Η αλήθεια είναι ότι δυσκολεύομαι πολύ να το πιστέψω αυτό που λες Νικηφόρε! Από τα χρόνια ακόμα των γιαγιάδων μας και ακόμη παλαιότερα, το κέρατο ήταν μία καθαρά αντρική υπόθεση! Όχι ότι δεν υπήρχαν και οι εξαιρέσεις!»
«Τώρα θα μου πεις, μα καλά, εσύ ταξιδεύεις στις θάλασσές να μην τους λείπει τίποτα και αυτή σε κάνει τάρανδο; Η αλήθεια είναι ότι ένα ζευγάρι θα πρέπει να είναι μαζί και στα καλά και στα κακά, αλλά όταν το σεξ απουσιάζει και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα τότε της δίνουμε και ένα δίκιο της Εριφύλης μας Αντιγόνη μου.»
«Η αλήθεια είναι πως η σχέση από απόσταση είναι δύσκολη. Και τι απόσταση, ξηρά και θάλασσα! Είναι φυσικό η σχέση σας και ο έρωτας σας να παλεύουν με τα κύματα. Εσύ να ταξιδεύεις τόσους μήνες μέσα σ’ ένα καράβι και αυτή να περιμένει καρτερικά να σε δει, είναι δύσκολο κι επίπονο. Όση υπομονή κι όσες αντοχές κι αν έχει κάποια στιγμή τελειώνουν. Είναι δύσκολο να έχει σύζυγο που εργάζεται στη θάλασσα! Όχι ακατόρθωτο, μα δύσκολο. Είναι δύσκολο να κοιμάται τα βράδια, να της λείπεις αφόρητα και να μην μπορεί να σου φωνάξει να έρθεις να την πάρεις αγκαλιά και να ηρεμήσεις τους φόβους της, τις καύλες της. Είναι ψυχοφθόρο να σε επιθυμεί για εξαιρετικά μεγάλα, χρονικά διαστήματα. Και Νικηφόρε μου με την γυναίκα πειρασμό που είναι γκομενάρα σαν την Εριφύλη που έχεις για σύντροφο σου μόλις εσύ φύγεις πάλι μακριά στα ξένα η μοναξιά έχει πολλές παγίδες! Πολλοί μνηστήρες και γαμπροί την αναμένουν στη γωνία και τη σειρά του ο καθείς προσμένει μ’ αγωνία να την καταφέρει να τη γαμήσει! Λυπάμαι που στο λέω αλλά έχεις κι εσύ τεράστιο μερίδιο ευθύνης που όταν έρχεσαι την καλομαθαίνεις και το μουνί της το κάνεις λιώμα στο γαμήσι. Ετούτο μόνο θα σου πω θερμά και λυπημένα, αν όντως ισχύει αυτό που φαντασιώνεσαι, πως η Εριφύλη μας γαμιέται, τώρα πια το κέρατο τ' ανδρός της δε μετριέται! Κουράγιο κάνε, βάσταξε, όσο και αν σε θίγει γιατί και αυτή η δύστυχη ζητάει τη χαρά και λίγο χάδι.»
Το χτύπημα του κρεβατιού στον τοίχο εντάθηκε σε συνδυασμό με τα απελπισμένα βογκητά ηδονής της Αντιγόνης. Ο Νικηφόρος ένιωθε να τρέμει και να κρατιέται με το ζόρι να μην χύσει. ήθελε να απολαύσει το γλυκό μουνάκι της όσο πιο πολύ μπορούσε. Όμως καταλαβαίνει πως δε μπορεί να κρατηθεί άλλο. Θέλει να χύσει μέσα στη πεθερούλα του και να της γεμίσει το μουνί.
.... Ισχυρές βροχές και καταιγίδα μετέτρεψαν σε ποτάμια τους δρόμους του χωριού ξημερώματα της Παρασκευής. Η Αντιγόνη ξύπνησε πρώτη έβαλε τον καφέ να γίνεται και πήρε τηλέφωνο στο δημαρχείο να διαπιστώσει εάν οι υπηρεσίες του λειτουργούν κανονικά. Μετά από αρκετή αναμονή στο τηλέφωνο η αρμόδια υπάλληλος του δήμου την ενημέρωσε πως το προγραμματισμένο ραντεβού τους για την έκδοση των απαραίτητων εγγράφων που ζητούσαν ματαιώθηκε για την Δευτέρα. Ο λόγος φυσικά ήταν οι κακές καιρικές συνθήκες και η δυνατή βροχή που ξεκίνησε περίπου τις μεταμεσονύχτιες ώρες είχε αποτέλεσμα να πάθει βλάβη το ηλεκτρονικό δίκτυο του τμήματος εγγράφων του δήμου.
Οι σκέψεις της τριγύριζαν στη νύχτα που πέρασε. Σκεφτόταν το Νικηφόρο που την έκανε να νιώθει ξεχωριστή, σαν να ήταν η μοναδική γυναίκα στον κόσμο. Η ερωτική τους σχέση εξελίχθηκε γρήγορα. Έπεσε με τα μούτρα στο σεξ μαζί του παρόλο που ήξερε ότι αυτό ήταν λάθος, αλλά και δεν σκόπευε να το σταματήσει. Επιτέλους μετά από δώδεκα χρόνια που τον γνώρισε και έγινε γαμπρός της κοιμήθηκε μαζί του, την έγδυσε, την χάιδεψε, την ξάπλωσε στο στρώμα κι από την καύλα την πολλή την γαμούσε όλη τη νύχτα. Ήταν τρυφερός και βάρβαρος μαζί της, ήταν το όνειρο της που γινόταν πραγματικότητα. Τα αρχίδια του χτυπούσαν πάνω της και καύλωνε μόνο με τον ήχο τους. Τη γαμούσε υπέροχα, τι ιεραποστολικό, τι στα τέσσερα, τι κουταλάκι, τι αμαζόνα, όλες τις στάσεις κάνανε και σε όλες δε σταμάτησε να φωνάζει ότι είναι ο γαμιάς της. Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωθε και πάλι σεξουαλικά γυναίκα. Το μουνί της είχε πάρει κυριολεκτικά φωτιά.
Ο Νικηφόρος ξύπνησε από τη μυρωδιά του τσιγαρισμένου μπέικον που έμπαινε στο μεγάλο υπνοδωμάτιο. Μετατόπισε τον γυμνό κορμό του προς τα δεξιά και παρατήρησε πως η Αντιγόνη έλειπε από το κρεβάτι και ήταν αυτή που προκαλούσε την απολαυστική μυρωδιά που αναδυόταν από την κουζίνα. Γλίστρησε αθόρυβα από το κρεβάτι και εντόπισε το μποξεράκι του. Το τράβηξε στα μυώδη πόδια του φροντίζοντας να το περάσει πάνω από το κρεμασμένο όσχεο του και να βάλει τον μακρύ και χαλαρό πούτσο του μέσα στο τεντωμένο ύφασμα. Κατευθύνθηκε στην τουαλέτα και αφού άδειασε σχεδόν ένα λίτρο κάτουρο, βγήκε έξω και πήγε προς την κουζίνα όπου βρήκε την Αντιγόνη, να εργάζεται επιμελώς στην κουζίνα.
«Μωρό μου, αυτό μυρίζει πολύ ωραία!»
Η Αντιγόνη παραλίγο να καεί καθώς ξαφνιάστηκε από τη βαθιά φωνή πίσω της. Γύρισε για να δει τον μυώδη άντρα να στέκεται κοντά της μόνο με το εσώρουχό του. Ένα χαρούμενο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο της.
«Σκέφτηκα ότι θα εκτιμούσες ένα πλούσιο γεύμα μετά από αυτή τη νυχτερινή καταπόνηση!»
«Ναι, έχεις δίκιο, Μωρό μου, με ξετίναξες το χθεσινό βράδυ,» γέλασε ο Νικηφόρος
Αυτή τη φορά ήταν η σειρά της Αντιγόνης να γελάσει. Το να πει κανείς ότι ήταν αυτή που έδινε το ρυθμό ήταν ένας αστείος ισχυρισμός. Ο κερατάς ήξερε ότι το να υπονοήσει κανείς οτιδήποτε άλλο εκτός από το γεγονός ότι η Αντιγόνη γαμιόταν με έναν ολοκληρωτικό τρόπο, ήταν καθαρό ψέμα.
«Νικηφόρε, δεν είμαι πραγματικά σίγουρη ότι αυτή είναι μια ακριβής εκτίμηση των όσα έζησα τη νύχτα! Θέλω να πω, πως σχεδόν κόντεψα να λιποθυμήσω από την ευχαρίστηση τουλάχιστον δύο φορές!» Το στήθος του Νικηφόρου φούσκωσε από περηφάνια.
Το πρόσωπό της Αντιγόνης ήταν ξαναμμένο, αλαφρό κόκκινο χρώμα έβαφε τα χλωμά της μάγουλα, τα μεγάλα μαύρα μάτια της σπίθιζαν
«Κοριτσάκι μου πως είσαι σήμερα; Κοιμήθηκες καλά;»
«Αχ! Τι είναι αυτό που έχω πάθει μαζί σου.»
«Κορίτσι μου η μυρωδιά του φρεσκοψημένου κρουασάν μου ενισχύει το επίπεδο της ευτυχίας που νιώθω. Και το μπέικον μυρίζει υπέροχα και νιώθω πως πεινάω σαν λύκος. Δεν φτιάχνεις και εκείνα τα αυγά που είναι στη φρουτιέρα πάνω στο πάγκο.»
«Τα αυγά δεν είπαμε ότι τα χρειαζόμαστε για λιπαντικό;» Του λέει μ΄ ένα μελιστάλαχτο χαμόγελο πλαισιωμένο με πουτανίστικο ύφος.
«Ελα βρε κορίτσι μου που πιστεύεις τα γιατροσόφια! Αστειευόμουν. Καλά, είναι δυνατόν να πιστεύεις πως το εννοούσα στα σοβαρά αυτό;»
«Αα ώστε αστειευόσουν. Και εγώ που το πήρα στα σοβαρά!»
«Μη μου αγχώνεσαι! Έχω μεριμνήσει και έχουμε καλύτερη επιλογή για το πρωκτικό σεξ. Λιπαντικό τελευταίας τεχνολογίας που η χρήση του κατά τη διάρκεια της ερωτικής επαφής, κάνει το σεξ πιο ευχάριστο και πιο απολαυστικό και διευκολύνει και τον οργασμό..»
Η Αντιγόνη έκανε πως δεν άκουσε! Ταυτόχρονα τον πληροφορεί τα υπέροχα νέα. «Τηλεφώνησα στο Δημαρχείο και με ενημέρωσαν πως το δημοτολόγιο τους δεν λειτουργεί σήμερα και το ραντεβού μας αναβλήθηκε για τη Δευτέρα.»
«Μάλιστα! Μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση.» Σκέφτηκε ο Νικηφόρος. Η ξαφνική νεροποντή είχε κατορθώσει να μετατρέψει απρόσμενα της το σπίτι στο χωριό από διήμερη σε πενθήμερη ερωτική φωλιά του ερωτευμένου ζευγαριού, ώστε να επιτρέψουν στον εαυτό τους να απολαύσουν με άνεση τον παράνομο έρωτα τους..
«Να πάρω τηλέφωνο την Εριφύλη να την ενημερώσω για να μην ανησυχεί η επιστροφή μας στην Αθήνα μετατίθεται για την επόμενη εβδομάδα.! »
Στην άλλη άκρη του τηλεφώνου η Εριφύλη μαθαίνοντας τα τελευταία νέα του λέει πως λυπάται που τον έβαλε σε τέτοια ταλαιπωρία και τον παρακαλεί θερμά να είναι υπομονετικός, ευγενικός και με κατανόηση με τη μαμά της τώρα που έχει την ανάγκη του. Τον ενημέρωσε πως χθες πέρασε ο κουμπάρος ο Μενέλαος και της ζήτησε τη βοήθεια της στον προεκλογικό του αγώνα γιατί βάζει υποψηφιότητα για δημοτικός σύμβουλος. Του υποσχέθηκε ότι θα τον συνδράμει με πολύ μεγάλη της χαρά.
«Θα τον συνδράμει ψυχή και σώματι!» Το σκέφτηκε ο Νικηφόρος αλλά δεν τόλμησε να το πει.
Επίσης αύριο Σάββατο οι κουμπάροι τους ο Μενέλαος με την Ερμιόνη θα πάνε οικογενειακώς με τον μικρό γιο τους το βαπτηστήρι τους στο αεροδρόμιο στο Τατόι. Η Ανεμολέσχη Αθηνών θα διοργανώσει μία ανεμοπορική εκδήλωση από κατά τη διάρκεια της οποίας οι παρευρισκόμενοι θα μπορέσουν να απολαύσουν έναν ανεμοπορικό αγώνα και να πετάξουν με τα ανεμόπτερα της λέσχης. Ο Κουμπάρος έχει ανοιχτή πρόσκληση σαν φίλος, της αερολέσχης και λάτρης της πτήσης και είναι καλεσμένη να πάει και αυτή μαζί τους με τα παιδιά μας ώστε να χαρούν και να διασκεδάσουν στο ευχάριστο περιβάλλον του αεροδρομίου για να γιορτάσουν γνωρίζοντας από κοντά τον συναρπαστικό κόσμο της ανεμοπορίας στο Τατόι .
Η Ερμιόνη η κουμπάρα τους είναι μια καστανόξανθη ομορφιά μια πολύ γλυκιά γυναίκα με ωραίο σώμα. Λίγο χλομή και σαν κουρασμένη, αλλά πολύ όμορφη. Γυναίκα ιδανική που δημιουργεί ένα πολύ θετικό κλίμα και μια οικογενειακή θαλπωρή σύμφωνα με τα γούστα του Νικηφόρου. Ο Μενέλαος, ήταν ένας ψηλός εύσωμος καστανόξανθος τριανταπεντάρης που δεν περνούσε απαρατήρητος με τα φωτεινά γαλανά του μάτια. Όσο ο Νικηφόρος απουσιάζει στο εξωτερικό για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν το λες ότι η Εριφύλη περνούσε και τις πιο ευτυχισμένες στιγμές στο γάμο της λόγω της απουσίας του. Τι ποιο λογικό να ικανοποιεί τις καύλες της, ο κολλητός φίλος όπως έχει την υποχρέωση σαν κουμπάρος τους όταν η Εριφύλη νιώθει την ανάγκη για ένα ξένο καυλί! Υποθέτει νοερά ο Νικηφόρος.
.... Όση ώρα ο Νικηφόρος μιλούσε στο τηλέφωνο η Αντιγόνη μάζεψε το τραπέζι και ασχολήθηκε στο νεροχύτη να πλύνει τα πιάτα και τα τηγάνια. Κάποια λεπτή αχτίδα του ήλιου που είχε κάνει δειλά την παρουσία του μετά την μεγάλη νεροποντή έμπαινε από το παράθυρο έπεφτε νωχελικά στο τρυφερό της πρόσωπο που είχε πάρει ένα ρόδινο χρώμα που την έκανε να μοιάζει με λουλούδι που παίρνει τα πρώτα χρώματα της άνοιξης. Καθόταν ήρεμος και την κοιτούσε και τον κυρίευε μια άγρια χαρά.
Το χέρι του συνέχισε να χαϊδεύει κυκλικά την μέση της και την κοιλιά της και που και που περνούσε φευγαλέα από το μουνάκι της.
«Πάρε με..πάρε με» …του φώναξε.
Το χέρι του πήγε στο συνηθισμένο και αγαπημένο του σημείο. Στην κωλότρυπα. Απότομα η Αντιγόνη ηρέμησε και του είπε:
«Θέλεις να γαμήσεις κώλο ψωλαρά μου;»
«Ναι!», είπε και την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια.
«Γιατί, σου λείπει;», τον ρώτησε ναζιάρικα. «Δεν σου κάθεται η πουτανίτσα η κόρη μου;», είπε και ταυτόχρονα πήρε την ψωλή του στο χέρι της.
Ο Νικηφόρος έσκυψε ανάμεσα στη γλυκιά χαράδρα των οπισθίων της Αντιγόνης και έθαψε το πρόσωπο του ανάμεσα τους. Έβαλε άφθονο λιπαντικό στα δάχτυλα του πασαλείβοντας την έξω από την δουλεμένη της κωλοτρυπίδα της Αντιγόνης. Έβαλε ξανά στα δάχτυλα του έχωσε το ένα αρχικά και μετά δυο δάχτυλα στο ορθό έντερο της Αντιγόνης κάνοντας την να τιναχτεί! Ξαναπήρε πάλι λιπαντικό και άλειψε εξίσου άφθονο στο θηρίο ανάμεσα στα πόδια του. Η λεκάνη του άρχισε να κινείται αργά επάνω καθώς άνοιγε τους μηρούς του ώστε να βρεθεί επάνω ακριβώς από τα ανοιχτά κωλομάγουλα της Αντιγόνης, με την ψωλή του να δείχνει το στόχο.
«Νικηφόρε μου πονάω, πονάω πολύ, είναι τεράστιο, Ααα…,» είπε η Αντιγόνη.
«Χαλάρωσε», της ψιθύρισε.
Ο Νικηφόρος παίρνοντας θάρρος τη γαμούσε όλο και πιο βαθιά. Η κωλότρυπα της είχε ανοίξει και την έκαιγε αλλά είχε κατακαυλώσει με το θηρίο μέσα της.
«Ω… ναι, ναι,, βάρβαρε γαμπρούλη μου…» του βογκούσε ενώ ο Νικηφόρος της όργωνε τη σούφρα της κανονικά. Η Αντιγόνη πλέον ανταποκρινόταν κι όσο μπορούσε τούρλωνε το κωλαράκι της επάνω για να διευκολύνει το έμβολο του να τη διαπεράσει. Το κωλαράκι της τεντωνόταν αχόρταγο να πιει το καυτό σπέρμα του Νικηφόρου, μέχρι που αυτός άρχισε να τραβιέται μαλακωμένος και στραγγισμένος από χύσια με το πέος του να βγαίνει από μια ξεχειλωμένη οπή. Η Αντιγόνη έμεινε μπρούμυτα. Οι συσπάσεις του εντέρου της, έκαναν τα χύσια του να ξεχειλίζουν και να βγαίνουν από την ξεχειλωμένη της κωλοτρυπίδα που σιγά-σιγά προσπαθούσε να πάρει σχήμα.
«Πως αισθάνεσαι;» τη ρωτάει.
«Περίμενα ότι θα πονέσω περισσότερο αλλά τελικά δεν κατάλαβα πως μπήκε όλος μέσα. Είναι φοβερή αίσθηση να είναι μέσα στον κώλο σου όλος αυτός ο πούτσος.».. του απαντάει χωρίς ανάσα.
«Βοήθησε η λιπαντική. Αυτή τη δουλειά κάνει. Βοηθάει να μπαίνει ο πούτσος πιο εύκολα είτε στο μουνί, είτε στον κώλο.»
....Ξημέρωσε το Σαββάτο μ' έναν μουντό βροχερό καιρό. Η Αντιγόνη σηκώθηκε, νωρίς, χωρίς να ανταλλάξει κουβέντα με τον Νικηφόρο. Εκείνος, αν και ξύπνησε για λίγο, ξαναγύρισε για ύπνο. Έφτιαξε ένα ελαφρύ πρωινό και άραξε στο σαλόνι, με ένα φλιτζάνι καφέ. «Μάλλον, δεν αντέχω τέτοιο ξεσάλωμα. Γέρασες Αντιγόνη!» ήταν η πρώτη της σκέψη όταν ένιωσε το μούδιασμα στο κορμί της . Δε θυμόταν πότε, για τελευταία φορά, είχε περάσει ένα τέτοιο καυλωτικό βράδυ και κοιμήθηκε για τόσο λίγες ώρες. «Αλλά ήταν τόσο συναρπαστικό γαμώτο…»
Χαζεύοντας τη θέα στον τεράστιο κήπο με τα δέντρα από την μεγάλη μπαλκονόπορτα που είχε τραβήξει τις κουρτίνες, θυμήθηκε πόσο έντονα έκανε τον Νικηφόρο να τελειώσει. Χαμογέλασε όταν έφερε στην μνήμη της τα ουρλιαχτά τους τις στιγμές που έχυναν. «Τελικά, το έχεις ακόμη Αντιγόνη». Είχε ήδη ερεθιστεί ελαφρώς, με τις σκέψεις της.
Σηκώθηκε, πήγε στην κρεβατοκάμαρα, ο Νικηφόρος κοιμόταν ακόμη! Αποφάσισε να πεταχτεί μεχρι τον φούρνο στην πλατεία του χωριού να πάρει φρέσκα κρουασάν και ζεστό καφε εσπρέσο που άρεσαν στο Νικηφόρο. Έβγαλε το νυχτικό της και διάλεξε ένα σετ από μαύρα εσώρουχα από το σακβουαγιάζ της. Φόρεσε το κιλοτάκι και ένιωσε ένα σφίξιμο όταν φορούσε το σουτιέν. «Μάλλον είναι πρησμένο, δε θα την παλέψω. Κοιτάχτηκε για λίγο στον καθρέφτη. «Δε μου βγήκε σε κακό που δεν το φορούσα χθες.» Χαμογέλασε στον εαυτό της και απλά άφησε το σουτιέν πάνω στην καρέκλα. Φόρεσε τη άνετη παντελόνα της. «Τι φοράμε από πάνω; Πουκάμισο;». Και θυμήθηκε πόσο βολικό της ήταν χθες στον εκδρομικό τους περίπατο στη λίμνη Καΐάφα. Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη, με το ξεκούμπωτο πουκάμισο και σταμάτησε το βλέμμα της στο κομμάτι του στήθους της που ήταν εκτεθειμένο. Έκλεισε τα παντζούρια με προσοχή μην ξυπνήσει το Νικηφόρο, τον άφησε να κοιμάται ήρεμος στη μισοσκότεινη κρεβατοκαμαρα και αναχώρησε σιωπηλά.
Όταν επέστρεψε ήταν ξύπνιος όταν άνοιξε την πόρτα και μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο, με τα μάτια της σκοτεινά και τα χείλια σφιγμένα. Ανασηκώθηκε στον αγκώνα του κι έμεινε να την κοιτάζει. Η καρδιά του έκανε τούμπες στο στήθος του. Το δωμάτιο γέμισε ασφυχτικά απ’ την παρουσία της, σαν να το πλημμύριζε μια αόρατη ακτινοβολία. Η Αντιγόνη πλησίασε στο κρεβάτι, και στάθηκε όρθια να τον κοιτάζει.
«Μωρό μου που ήσουν;»
«Εγώ είμαι το μωρό σου και όχι η κόρη μου;»
«Μωρό μου είσαι εσύ, μωρό μου και η κόρη σου. Ποια η διαφορά;»
«Πρόσεχε τι μου λες! Θα το μεταφέρω!»
«Μην ακούω βλακείες. Έλα εδώ. Πως είχες πάει πρωί-πρωί;»
«Στο φούρνο για φρέσκα κρουασάν και εσπρέσο για χάρη σου»
«Το ξέρεις ότι σε λατρεύω! Σε βλέπω στην τρίχα ντυμένη και λαμποκοπάς ομορφιά να μην σε ματιάσω! Τι έγινε; Στην έπεσε κανένας πιτσιρικάς;»
«Πολλοί κοίταζαν, κανείς δεν πλησίασε. Μην ανησυχείς;»
Ανασηκώθηκε στον αγκώνα του κι έμεινε να την κοιτάζει. Η καρδιά του έκανε τούμπες στο στήθος του. Το δωμάτιο γέμισε ασφυχτικά απ’ την παρουσία της, σαν να το πλημμύριζε μια αόρατη ακτινοβολία. Η Αντιγόνη πλησίασε στο κρεβάτι, και στάθηκε όρθια να τον κοιτάζει. Ο Νικηφόρος μ’ ένα πνιγμένο βογκητό, την άρπαξε απ’ τα μπράτσα και την τράβηξε βίαια στην αγκαλιά του. «Σε θέλω, Αντιγόνη, σε θέλω. Σε θέλω πάλι...»
...Δευτέρα απόγευμα έχουν τελειώσει με όλες τις γραφειοκρατικές διατυπώσεις βρίσκονται στο σαλόνι του σπιτιού και αναμένουν τον ενοικιαστή να παραδώσουν το σπίτι και είναι έτοιμοι να αναχωρήσουν.
Τη φίλησε πάλι αχόρταγα στο στόμα, στέλνοντας τη γλώσσα του όσο πιο βαθιά γινόταν μέσα της, χαϊδεύοντας συγχρόνως και με τα δυο χέρια τους γλουτούς της.
«Ω, Νικηφόρε», μουρμούρισε η Αντιγόνη, ξεροκαταπίνοντας.
«Πώς γίνεται να σε θέλω τόσο πολύ;» τη ρώτησε βραχνά. «Κάθε μέρα και περισσότερο;»
«Κι εγώ το ίδιο...»
«Έχεις καμιά ιδέα τι συμβαίνει;»
«Όχι», του ψιθύρισε, φιλώντας τον στο λαιμό, απόλυτα παραδομένη στη φουρτούνα που ξεσήκωνε μέσα της το κάθε άγγιγμα του. «Όχι; Καμιά ιδέα; Τίποτε απολύτως;»
«Θεέ μου, πόσο σε θέλω...» «Δεν μπορώ να κρατηθώ λεπτό μαζί σου...» Της φίλαγε τις θηλές πιπιλώντας τις σαν να ήταν καραμέλες. «Είναι μαρτύριο να πρέπει να σε φαντάζομαι...» Κατέβασε το φερμουάρ του, και τη βοήθησε να χώσει το χέρι της στο άνοιγμα.
Μ ’ ένα βογκητό απόλαυσης, γλίστρησε πιο κάτω στον καναπέ, τραβώντας την από πάνω του. Κυλίστηκαν στον καναπέ βαριανασαίνοντας και βογκώντας, ρουφώντας ο ένας τα χείλια του άλλου, και ψαχουλεύοντας αχόρταγα μέσα απ’ τα ρούχα. «Δε θ’ αντέξω άλλο», της είπε πνιχτά.
«Δε βαστιέμαι. Ούτε λεπτό παραπάνω». «Έλα», του είπε ξέπνοα. «Έλα...» Βρισκόταν τώρα από πάνω της, παλεύοντας πυρετικά με το παντελόνι του, το παντελόνι της, τα εσώρουχά τους που έμπαιναν συνέχεια στη μέση.
«Θα σε πάρω έτσι», της είπε κοντανασαίνοντας. «Έτσι...» Της τράβηξε το παντελόνι, και το άφησε να κρέμεται απ’ το ένα μπατζάκι. Της τράβηξε και το κιλοτάκι με τον ίδιο τρόπο. Της σήκωσε ψηλά το ένα πόδι, και μ’ ένα βαθύ βογκητό, χώθηκε μέσα της. Βάλθηκε να πηγαινοέρχεται μ’ ορμή μέσα της, στον ίδιο βίαιο ρυθμό που την ξετρέλαινε κάθε φορά, κι η λεκάνη της ακολουθούσε πιστά τις κινήσεις του, ανεβαίνοντας για να συναντήσει και να κολλήσει στο σώμα του. Πνιχτοί ήχοι έρωτα και ηδονής γέμισαν το δωμάτιο, κι ανάμεσά τους, ψιθυριστά λόγια πάθους.
Η ηδονή ερχόταν ασυγκράτητη. «Τώρα, Νικηφόρε, τώρα...»
«Μωρό μου... ναι, τώρα. Τώρα... Έλα - μαζί μου... Ω, Θεέ μου, τώρα...» Τα κορμιά τους ενώθηκαν στους σπασμούς της απόλαυσης, τα χείλια τους ενώθηκαν, τα βογγητά τους πνίγηκαν στο βαθύ φιλί τους. Η ένταση υποχώρησε σιγά-σιγά, ο Νικηφόρος ανασήκωσε το κεφάλι, και χωρίς να βγει από μέσα της, της χαμογέλασε αχνά.
«Εντάξει; Πρόλαβες;» Του κούνησε αδύναμα το κεφάλι. Τη φίλησε γι' άλλη μια φορά, παθιασμένα με την Αντιγόνη, μισόγυμνη, με το στήθος όλο έξω και το παντελόνι της να κρέμεται απ’ το ένα πόδι, κι από πάνω της ο Νικηφόρος, χωμένος ακόμα μέσα της, με τα μαλλιά αναστατωμένα, το μέτωπο ιδρωμένο, και το παντελόνι του στα γόνατα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, πίσω από την κυρία πόρτα άκουσαν ήχο. Πριν ακόμα καταφέρει να τραβήξει ψηλά το κιλοτάκι της, ο Νικηφόρος είχε βγει απ' το σαλόνι. Φόρεσε και την μπλούζα της, και χρειάστηκε να μαζέψει όλες της τις δυνάμεις για να αποφασίσει να σηκωθεί. Έφτασε η ώρα να αναχωρήσουν.
..... Δεν πρόλαβαν να γυρίσουν στην Αθήνα ο Νικηφόρος με την Αντιγόνη και ο Νικηφόρος στη βδομάδα επάνω βρέθηκε στο αεροδρόμιο με προορισμό το Άμστερνταμ. Μπαρκάριζε σε ένα μεγάλο τελευταίας τεχνολογίας δεξαμενόπλοιο που ξεφόρτωνε στο Ρότερνταμ. Είναι πικρή του ναυτικού η μοίρα το λέει και το τραγούδι.
«Βάρα λοστρόμε την μπουρού
κι εσύ μηχανικέ ντουγρού
φουλαριστά οι μηχανές, πάλι να τρέχουν
Κι αν κλαίνε αγάπες στη στεριά
σφίχτε λεβέντες την καρδιά
οι ναυτικοί στον χωρισμό πρέπει ν' αντέχουν
Είναι πικρή του ναυτικού η μοίρα
να καταπίνει την αλμύρα
απ' το κύμα κι απ' το δάκρυ
στης θάλασσας την κάθε άκρη.»
Κάθε μπάρκο και μια περιπέτεια, κάθε λιμάνι και μια διαφορετική εμπειρία, τρικυμισμένες ή γαλήνιες θάλασσες, τόποι διαφορετικοί, άλλες φορές μαγευτικοί άλλες απωθητικοί. Eνα ταξίδι της ζωής, η καθημερινότητα του ναυτικού, πολλές οι χαρές, αρκετές και οι πίκρες και πάντα ο νους και η καρδιά να ταξιδεύει πιο γρήγορα από τις μηχανές το πλοίου στην οικογένεια πίσω στην πατρίδα, σε πρόσωπα αγαπημένα, σε παιδιά που τα αναζητεί και τον αναζητούν.
Βρισκόμαστε στην πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας που κυκλοφόρησε το Skype μια επαναστατική και πρωτοποριακή και δημοφιλής εφαρμογή τηλεφωνικών κλήσεων εκείνη την εποχή μέσω Διαδικτύου στον κόσμο. Το Skype, το οποίο κυκλοφόρησε το 2003, υποσχόταν στους χρήστες του μια άνευ προηγουμένου ιδιωτικότητα, με κλήσεις «πολύ ασφαλείς με κρυπτογράφηση end-to-end» κάτι που θεωρητικά καθιστούσε αδύνατο για τους hacker ή τους κατασκόπους να διαβάσουν τις συνομιλίες και να ακούσουν κλήσεις από το Διαδίκτυο. Οι κλήσεις του Skype είχαν εξαιρετική ποιότητα ήχου και ήταν εξαιρετικά δημοφιλείς.
Το ναυτικό επάγγελμα είναι από τα ποιο δύσκολα και σκληρά επαγγέλματα που υπάρχουν στον κόσμο. Οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει ο ναυτικός, η ιδιαιτερότητα του επαγγέλματος και η απομόνωση μέσα στο καράβι μακριά από τους δικούς του ανθρώπους είναι μόνο κάποιες από τις δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει. Η ευγνωμοσύνη και ο σεβασμός που θα πρέπει να δείχνουμε σε αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι εργάζονται κάτω από αντίξοες συνθήκες με σκοπό να επιβιώσουν αυτοί και οι οικογένειες τους , είναι το λιγότερο.
Ένα αντιθέσει με ότι πιστεύουν πολλοί άνθρωποι στην στεριά, ο ναυτικός του εικοστού πρώτου αιώνα δεν βγαίνει στα λιμάνια. Βλέποντας αξιοθέατα και γλεντώντας. Η μονοτονία του να εργάζεσαι και να ζεις στο ίδιο περιβάλλον για πολλούς μήνες τον χρόνο είναι τεράστια και μεγάλο πρόβλημα για την ψυχολογία ενός ναυτικού. Ένα ίσως από τα δυσκολότερα κομμάτια στο επάγγελμα του ναυτικού είναι ότι αποχωρίζονται την οικογένεια του και τους φίλους του. Δεν υπάρχει χειρότερο συναίσθημα να αποχωρίζεσαι την οικογένεια σου για τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα. Πραγματικά ένα τεράστιο ψυχολογικό βάρος που δεν αντιμετωπίζεται με τίποτα.
Σήμερα λοιπόν οι ναυτικοί έχουν κερδίσει το δικαίωμα υποχρεωτικής πρόσβασης στο διαδίκτυο ενώ βρίσκονται στη θάλασσα, στο πλαίσιο της επικαιροποίησης της Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας που συμφωνήθηκε το 2006 (MLC) και οι συνθήκες έχουν βελτιωθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω τις έλευσης του Ίντερνετ στα καράβια αλλά και την μεγάλη μείωση του κόστους της τηλεφωνικής επικοινωνίας.
Η ανοιχτή και τακτική επικοινωνία είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση ισχυρών οικογενειακών δεσμών. Με τη σύγχρονη τεχνολογία, οι ναυτικοί μπορούν να παραμένουν σε επαφή με τις οικογένειές τους μέσω τηλεφωνικών κλήσεων, βιντεοκλήσεων και μηνυμάτων μέσω των social media. Οι συχνές συζητήσεις βοηθούν στη διατήρηση της συναισθηματικής σύνδεσης και εξασφαλίζουν ότι όλοι είναι ενήμεροι για τις καθημερινές δραστηριότητες και τα σημαντικά γεγονότα ώστε να μπορούν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και να απολαύσουν μια πλήρη και ισορροπημένη ζωή.
Το έμαθε και ο Αδαμάντιος ότι το πλοίο διέθετε ιντερνετική σύνδεση και του έστειλε μήνυμα του Νικηφόρου. Ο Νικηφόρος ξαφνιάστηκε λίγο καθώς δεν το περίμενε από τον Αδαμάντιο να εκδηλώσει τέτοιο έντονο ενδιαφέρον για επαφές τους. Ένα χαμόγελο γέμισε το πρόσωπο του. Ενδιάμεσα σχόλια τον σύντομο χρόνο και τις λίγες στιγμές που είχαν βρεθεί μόνοι κάποιες από αυτές ο Νικηφόρος έμενε με μια αίσθηση πως ο Αδαμάντιος αναζητούσε πολύ διακριτικά να κάνουν παιχνίδι μεταξύ τους.
...Τις επόμενες ημέρες σε μια από της τακτικές τηλεφωνικές επαφές τους η Εριφύλη πληροφορεί τον Νικηφόρο πως την ερχόμενη Κυριακή θα πάει με τα παιδιά μια βόλτα στη Μαρίνα του Φλοίσβου παρέα με τους κουμπάρους την Ερμιόνη τον Μενέλαο και το μικρο γιο τους.
Στη Μαρίνα Φλοίσβου σαν επισκέπτες θα περάσουν χαλαρωτικά την ημέρα με τις οικογένεια τους, απολαμβάνοντας ένα πρόγραμμα δραστηριοτήτων και εκδηλώσεων που απευθύνονται σε όλες τις κατηγορίες επισκεπτών, από αθλητικούς αγώνες στίβου και ποδηλατοδρομίες, μέχρι εκθέσεις αυτοκινήτων, συναυλίες, σεμινάρια και εταιρικά events. Τι κρίμα που δεν είναι και αυτός μαζί τους.
Η Εριφύλη και η Ερμιόνη γνωρίζονται από τα παιδικά τους χρόνια. Ήταν φίλες από μικρές, γνωρίστηκαν στο σχολείο όταν ήταν δώδεκα χρονών και συνεχίζουν να είναι στενές φίλες μέχρι και σήμερα με αποτέλεσμα δε θα μπορούσαν παρά να «κουμπαριάσουν».
Γενικά τα δύο ζευγάρια έχουν μια άψογη σχέση, κάνουν καλή παρέα όλοι μαζί, έχουν πολλά κοινά ενδιαφέροντα. Βρίσκονται συχνά, έχουν πάει διακοπές μαζί, γενικά υπάρχει μεγάλη οικειότητα σε σημείο που να συζητάνε τα πάντα, τα προβλήματα της δουλειάς τους ακόμα και τις σεξουαλικές τους στιγμές. Έχουν εν τέλει πολύ καλή «χημεία» μεταξύ τους.
Οι δυο γυναίκες πηγαίνουν παρέα και στο κοντινό σύγχρονο γυμναστήριο που διαθέτει και στούντιο αισθητικής το οποίο επισκέπτονται συχνά για να περιποιούνται τον εαυτό τους. Η ανάγκη για αισθητική περιποίηση γίνεται ολοένα και πιο απαραίτητη για τις δυο κυρίες, στους σύγχρονους ρυθμούς της καθημερινότητας παρέχοντας τους ομορφιά, ηρεμία και καλαισθησία, βασικά χαρακτηριστικά που συνθέτουν τις ισορροπημένες προσωπικότητες τους. Δύο όμορφες ελκυστικές γυναίκες με μια εικόνα σέξι και εντυπωσιακή που μαγνητίζει και κάνουν έναν άντρα να γυρίσει το κεφάλι του να τις κοιτάξει. Πράγματι έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, τόσο εξωτερικά, όσο και στην προσωπικότητα τους, που κάνουν τους άντρες να μην «ξεκολλάν» τα μάτια τους από πάνω τους. Είναι η αύρα τους που τους τραβά σαν μαγνήτης.
...Με το πέρασμα του χρόνου ο Μενέλαος όχι μόνο δεν το αρνείται αλλά έχει αρχίσει και δεν το κρύβει ότι και μόνο στην ιδέα ότι μπορεί να γαμήσει την κουμπάρα του την Εριφύλη είναι κάτι που τον φτιάχνει τρελά, τον καυλώνει! Όμορφη γυναίκα! Δηλαδή τι όμορφη, μουνάρα είναι που το ξέρει και θέλει να το δείχνει. Την έχει σταμπάρει τον τελευταίο καιρό που το ντύσιμό της, από συντηρητικό, έγινε αρκετά σέξι, έως τολμηρό και του μιλούσε χαριτωμένα και φιλάρεσκα και όλο νάζια, κάθε φορά που συναντιόντουσαν και όποτε έβρισκε ευκαιρία τον άφηνε να παίρνει μάτι το βρακάκι της όταν καθόταν σταυροπόδι απέναντι του. Αυτός την έβλεπε και τρελαινόταν. Του έκανε τον πούτσο του πύραυλο και την έχει άχτι να ξεθυμάνει όλη του την καύλα πάνω της! Αρκετές φορές είχε περάσει φευγαλέα απ’ το μυαλό του πως θα ήταν στο κρεβάτι μαζί της. Δεν έκανε βέβαια κάποια κίνηση, ούτε άφηνε υπονοούμενα ή κάτι τέτοιο. Αν ήξερε ο κουμπάρος του πόσο καιρό τώρα θέλει να του γαμήσει την κουμπάρα! Είναι που είναι όμορφη και όσο περνά ο καιρός του φαίνεται πως γίνεται όλο και πιο όμορφη και σέξι. Όσο μεγαλώνει τόσο ομορφαίνει η πουτάνα! Τυχερός ο κουμπάρος μόνο που ο μαλάκας τον περισσότερο καιρό βρίσκεται στους ωκεανούς και αφήνει τέτοιο μουνί να κοιμάται μόνο του.
Να σήμερα που τη βλέπει εκεί στην προβλήτα της Μαρίνας να συζητάει ανέμελα και χαλαρή με την γυναίκα του τη Ερμιόνη φτιάχνεται και καυλώνει πολύ έντονα, ενοχλητικά.
Κάποια στιγμή μένουν οι δυο τους!
«Τι σε απασχολεί κουμπάρε;»
«Να ψάχνω ευκαιρία και αφορμή για να σε ξεμοναχιάσω, μα από την άλλη φοβάμαι να μην ξεπεράσω τα όρια και τα κάνω μαντάρα.»
«Δηλαδή θέλεις να πεις ότι;» Έμεινε μετέωρη η ερώτηση της Εριφύλης!
«Ναι, ρε κουμπάρα, αυτό θέλω να σου πω! Γιατί, το βρίσκεις αδιανόητο;.»
«Μα τι είναι αυτά που λες κουμπάρε μου; Τι κουβέντες είναι αυτές, με έχεις κάνει ν ανησυχώ…»
«Έλα που με κοιτάς αμήχανη προσπαθώντας να μη φανεί πόσο με καυλώνεις κουμπάρα μου και θέλω να σε πηδήξω.»
«Κουμπάρε μου! Πανάθεμα σε ώρες-ώρες κυριολεκτικά δεν παίζεσαι!.»
Στο σεξ κουμπάρα μου δεν πρέπει να υπάρχουν ταμπού και μισόλογα στις επιθυμίες μας. Πρέπει να αισθάνεσαι ελεύθερος να εκφραστείς και να ζητήσεις ακριβώς αυτό που θέλεις!»
«Ναι κουμπάρε μου καλά τα λες όλα αυτά, αλλά αυτές οι παράνομες ερωτικές επαφές το ξέρεις έχουν τις δυσκολίες τους να καμουφλάρεις την απιστία σου, και να μην σε πάρουν είδηση και γίνουμε βούκινο στο κόσμο. Τι γίνεται αν συνειδητοποιήσεις ξαφνικά ότι, σε πιάσανε στα πράσα;»
«Ρε κουμπάρα ρε κουμπάρα!Δόξα τω Θεό ένα σωρό μαραφέτια έχει το σπιτικό σας, ψυγεία, πλυντήρια τηλεοράσεις, βίντεο, δορυφορικές κεραίες που χρειάζονται τακτική συντήρηση και τις δέουσες επισκευές. Ανελλιπώς ζητάς τη βοήθεια μου να δουλεύουν όλα τα εργαλεία σωστά.
«Και εντάξει τον κόσμο δεν τον ενδιαφέρει αν εξυπηρετούσες τις σεξουαλικές ανάγκες της κουμπάρας σου, σκέφτεσαι όμως το ενδεχόμενο να το πάρει χαμπάρι η Ερμιόνη σου ότι συμβαίνουν πράγματα περίεργα μέρα μεσημέρι, κάτω από τη μύτη της τι θα γινόταν; Τότε αλίμονο μας.
Η Εριφύλη τον ακούει να της ψιθυρίζει μέσα από τα δόντια του «Έτοιμη για πήδημα είσαι καριόλα!»
Τελικά τα μπινελίκια του όχι μόνο της άρεσαν, αλλά και ο τρόπος που της μιλούσε την καύλωναν ακόμη πιο πολύ. Και τώρα που της έλεγε αυτά τα λόγια, καθόλου δεν της κακοφάνηκε!
Με τον Μενέλαο να συνεχίζει απτόητος. «Πω πω ρε Εριφύλη, για τον κώλο σου και τι δεν θα έδινα! Και τι δεν θα έδινα! για να στον γαμήσω!»
«Τι είναι αυτά που λες Μενέλαε; Δεν ντρέπεσαι; Τον ρώτησε δήθεν προσβεβλημένη.
«Ε, τι κάνω;»
«Αα, δεν ξέρω.»
«Μωρό μου είμαι έτοιμος για όλα μαζί σου.»
«Δηλαδή;»
«Θέλω να κάνουμε τα πάντα!»
«Κουμπάρε αυτό εδώ (το κούτελο) το έχουμε καθαρό.»
«Και καθαρό θα το κρατήσουμε, αλλού έχω το μυαλό μου εγώ.»
«Αμ δεν ξέρω; Αυτά είναι ντροπής πράματα που σκέφτεσαι.»
Εκείνη την ώρα κατέφθασαν και η Ερμιόνη με τους τρεις μικρούς μπόμπιρες. Ο Μενέλαος απομακρύνθηκε και για να ανακουφίσει τις καύλες του παίρνει τα παιδιά να πάνε μια βαρκάδα και αφήνει τις δυο γυναίκες να πάνε για καφέ και να πουν και τα δικά τους.
«Κουμπάρα σε νιώθω κάπως. Τρέχει κάτι;» Ξεκινάει την κουβέντα η Ερμιόνη όταν έμειναν οι δυο τους στο καφέ-μπαρ.
«Όχι μωρέ: Όχι δεν νομίζω.»
«Δε σε νιώθω νομίζεις; Δεν βλέπω; Τι! Όχι δεν νομίζεις; Η τρέχει κάτι;.»
«Κουμπάρα μου γλυκιά θα σου μιλήσω με ειλικρίνεια. Τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο γυρνούσε στο μυαλό μου η επιθυμία να δοκιμάσω να πάω με άλλον άντρα. Είχα αρχίσει να μπαίνω στο ίντερνετ και να κοιτάζω καυτούς άντρες και να βασανίζω το μουνάκι μου βλέποντας τσόντες. Αλλά ως εκεί. Αυτή είναι η σκληρή αλήθεια, σου λέω! Έχω βαρεθεί να λείπει τόσο μεγάλο διάστημα ο Νικηφόρος.»
«Να τα μα! Μας βγήκε βιτσιόζα σεξουαλικά η «Εμμανουέλα μας». Αμ! καλά το παρατήρησα εγώ ότι τελευταία φροντίζεις όταν πάμε στο γυμναστήριο να είσαι στα καλύτερα σου, μοσχοβολιστή και έξτρα σέξι ντυμένη τονίζοντας ιδιαίτερα το μπούστο και τους γλουτούς σου και όλο ζητάς συμβουλές και την «πέφτεις» στον κούκλο γυμναστή και αυτός να σε μπαλαμουτιάζει.»
«Αχ Ερμιόνη μου μου. Έχει ένα απίστευτο χαμόγελο με μία οδοντοστοιχία που αστράφτει όταν γελάει ενώ τα μάτια του είναι υπέροχα. Πραγματικός άντρακλας. Όσο για το κορμί του, τα λόγια είναι λίγα, ωραίος τύπος, μελαχρινός, ψηλός, με μπράτσα και με έξυπνο χιούμορ. Που να ήξερες όταν με βοηθούσε με το πρόγραμμα στις διατάσεις ο γυμναστής με τα χέρια μες στα μούσκουλα με άγγιζε μου άνοιγε τα πόδια μου λύγιζε ελαφρώς τα γόνατα μου και με κρατούσε με τις παλάμες μέσα από το εσωτερικό των μηρών μου για να έχω ισορροπία και με χάιδευε όλο και πιο τολμηρά. Η λίμπιντο χτυπούσε κόκκινο, η υγρασία μου έβγαινε στη φόρμα και την αισθανόταν στα δάκτυλα του. Κάθε φορά έφευγα από το γυμναστήριο ξαναμμένη.»
«Μωρή σκρόφα! Μη μου πεις πως ξεκίνησες να νταραβερίζεσαι με το γυμναστή σου!»
«Η συνέχεια γράφτηκε εκείνος να με «παίρνει» πάνω στα μηχανήματα και ακουμπισμένη στους τοίχους του γυμναστηρίου και εγώ εκείνη τη μέρα έφυγα από το γυμναστήριο πιο ανανεωμένη από ποτέ.»
«Ρε γαμιέσαι με το γυμναστή; Σοβαρά τώρα;»
«Όπως ξέρεις συνεχίζω να γυμνάζομαι εκεί σαν να μην τρέχει τίποτε και μάλιστα μετά από λίγο καιρό ξεκίνησα και personal training μαζί του και περνάμε ακόμα πιο πολύ χρόνο μαζί και επαναλαμβάνουμε τις καυτές μας επαφές. Δεν ξέρω που θα μας πάει όλο αυτό, αλλά το μόνο που ξέρω είναι πως «με ένα σμπάρο πέτυχα δυο τρυγόνια». Και γυμνάζομαι και πετυχαίνω πολλαπλούς οργασμούς. Τι καλύτερο;»
«Άστο-διάολο φιλενάδα! Έχεις ξεφύγει. Πας να με τρελάνεις. Νομίζω ότι με δουλεύεις ψιλό γαζί. Εμένα βρήκες να δουλέψεις; Άστα αυτά....πες την αλήθεια. Και εμείς φιλενάδα είμαστε αρκετά ξαναμμένες άλλα δεν κάνουμε παιχνίδι.»
«Αφού μπορώ να σε δουλέψω. Και σου αρέσει να τις ακούς τις γαμάτες ιστορίες μου. Η μυθοπλασία αγάπη μου είναι ψέματα ή αλήθειες ειπωμένες με «λοξό» τρόπο! Η αλήθεια είναι ότι δεν το 'χουμε κάνει ακόμη, αλλά οσονούπω σκέφτομαι να το κάνουμε. Δεν αντέχω άλλο να φεύγω από το γυμναστήριο αγάμητη. Λοιπόν εγώ το παραδέχομαι πως είμαι βιτσιόζα. Για πες εσύ! Τον κουμπάρο τον βλέπω αγριεμένο. Πως έτσι; Νηστικό τον έχεις;»
«Θα σου εξηγήσω μια άλλη φορά! Πάμε βλέπω γύρισε η βάρκα τους.»
Μια εβδομάδα αργότερα.
Η Εριφύλη στην τηλεφωνική σύνδεση ενημερώνει τον Νικηφόρο! «Αγάπη μου μας ειδοποίησαν από την εταιρία με τα συστήματα ασφαλείας στο εξοχικό μας πως μπλοκάρει τελευταία το δίκτυο του συναγερμού και το πιο πιθανώς χρειάζεται τεχνικός να τα συντηρήσει και να ρυθμίσει και τις δυσλειτουργίες τους. Πρέπει να ψάξω για τεχνικό στο χωριό.»
«Μωρό μου ο κουμπάρος ο Μενέλαος είναι ο κατάλληλος άνθρωπος να τα συντηρήσει αυτά τα ηλεκτρονικά συστήματα. Θα τον πάρω τηλέφωνο πότε έχει ελεύθερο χρόνο να πάτε ένα Σαββατοκύριακο μαζί στο εξοχικό δεν πιστεύω να το αρνηθεί!»
Ο Μενέλαος όταν το έμαθε δεν ολιγώρησε ούτε στιγμή για να αρπάξει την ευκαιρία.
Από εκεί και πέρα, χωρίς να κολλήσουν στα πρώτα στάδια, έχει δημιουργηθεί ισχυρή έλξη και όλα πήραν το δρόμο τους με κεκτημένη ταχύτητα ή όπως λέμε, «το νερό μπήκε στο αυλάκι» για την Εριφύλη και τον κουμπάρο. Έχει κορμάρα που θα τον στείλει αδιάβαστο. Οι δυο τους θα ζήσουν μια αξέχαστη απολαυστική εμπειρία με σεξ ασταμάτητο την οποία θα θέλουν να ζήσουν ξανά και ξανά.
.... Ήταν νωρίς το απόγευμα που αναχώρησαν για το εξοχικό τους,. Της Εριφύλης η σκέψη της είχε κολλήσει στα τελευταία λόγια του Μενέλαου. «Πουτάνα, θα με παρακαλάς να σε γαμάω όταν φτάσουμε με το καλό…. μέσα στο ίδιο σου το σπίτι! Στο κρεβάτι σας» Της είχε πει.
«Λες; Λες Εριφύλη, να τολμήσει κάτι τέτοιο απόψε στο σπίτι μου και στο συζυγικό κρεβάτι;»
Τελικά είναι μεγάλο καθίκι ο κουμπάρος. Μα αν νομίζει ο γαμημένος ότι θα τη βγάλει καθαρή μαζί μου κάνει μεγάλο λάθος! Θα του στραγγίσω τον πούτσο για τα καλά! Δεν θα του αφήσω σταγόνα για την κουμπάρα.
Ηταν η ώρα του ηλιοβασιλέματος που έφτασαν στο εξοχικό καθώς ο ήλιος κατεβαίνει πίσω από τη βουνοκορφή της Όθρυς και ο ουρανός γεμίζει με χρώματα. Ήταν ένα φωτεινό απόγευμα με τον ήλιο πάνω από την μαγική κορυφή του βουνού και από το ανοιχτό πράσινο της κοιλάδας. Συναρπαστική εικόνα της περιοχής. Αφού τακτοποίησαν τις αποσκευές τους η Εριφύλη έκανε ένα γρήγορο χλιαρό ντους έβαλε ένα καυλιάρικο κομπινεζόν με σατέν ύφανση και δαντέλα δεν φορούσε καθόλου εσώρουχα και κατέβηκε στο σαλόνι για να αρχίσει το συγύρισμα του σπιτιού.
Εκείνη την ώρα παίρνει τηλέφωνο ο Νικηφόρος από την μακρινή Βραζιλία. Είπαν πολλά οικογενειακά τους και στο τέλος η Εριφύλη για να ψυχολογήσει την κατάσταση, του λέει του Νικηφόρου παίρνοντας το πιο γλυκό της ύφος και με φωνή απαλή σαν μελωδία πόσο της λείπει. Ένιωθε όμως πως τον κορόιδευε γιατί το μουνάκι της είχε άλλη γνώμη. Ουσιαστικά πετούσε από τη χαρά της. Δύο ολόκληρα βράδια οι δυο τους με τον κουμπάρο. Ήταν ήδη μούσκεμα από την καύλα.
«Όλα καλά, λοιπόν! Εσύ εντάξει με τον κουμπάρο;» ρωτάει την Εριφύλη»
«Όλα καλά και εμείς. Ο κουμπάρος ξέρει να κρατάει συντροφιά σε μια γυναίκα…»
Ο Μενέλαος είναι πίσω της την έχει αγκαλιάσει και την φιλά στο λαιμό. Εδώ η Εριφύλη κάνει μια παύση και συμπληρώνει ερωτιάρικα. «Αγάπη μου μην αργήσεις να γυρίσεις γιατί μου λείπεις πολύ» του είπε αρχίζοντας να ανασαίνει πιο βαριά. Ο Μενέλαος πίσω της είχε αρχίσει να βάζει πιο πολύ πάθος στα φιλιά του με την Εριφύλη να βγάζει τους πρώτους ηδονικούς αναστεναγμούς. Ο Νικηφόρος ακούγοντας τη, τη ρώτησε αν έγινε κάτι.
«Δεν έγινε τίποτα. Ωραία όλα καλά αγαπούλα μου! Να μου προσέχεις του είπε κοφτά και τον αποχαιρετά μ' ένα πεταχτό φιλί.
«Καλά αγαπούλα μου, σε αφήνω και μετέφερε στον κουμπάρο τους χαιρετισμούς μου.....
« Να πάρε τον ίδιο να του το μεταφέρεις.»
Είπαν τα δικά τους εν συντομία οι δυο άνδρες και στο τίλος ο Νικηφόρος του λέει του Μενέλαου. «Να προσέχεις την κουμπάρα σου είναι ευαίσθητη! Αν και εσύ είσαι ψυχοπονιάρης. (Το βλέπω εγώ να της γλείφεις το μουνί μέχρι το ξημέρωμα.) Ε, τώρα τα θέλει και αυτής ο κώλος της!
Ο Νικηφόρος κλείνοντας το τηλέφωνο ήταν πλέον σίγουρος, για τα γαμήσια της Εριφύλης με τον κουμπάρο. Έτσι το τηλέφωνο έκλεισε και με το που τελείωσε η κλήση η Εριφύλη γυρνώντας στον Μενέλαο έβγαλε ένα βαρύ βογκητό ανακούφισης.
«Είσαι πολύ μαλάκας. Το ξέρεις;»
«Στο δήλωσα καριόλα κουμπάρα ότι θα σε γαμήσω μέσα στο σπίτι σου.»
«Ναι γαμιά μου. Το 'πες και θα το 'κάνεις. Θα με γαμήσεις μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.»
«Είμαι έτοιμος μωρό μου. Πάμε στην κρεβατοκάμαρα. Θέλω να σε γαμήσω εκεί που κοιμάστε στο κρεβάτι σας.»
«Που ‘σαι να το ακούσεις μαλάκα Νικηφόρε. Θα με γαμήσει στο κρεβάτι μας. Που είσαι να πάρεις μάτι και να τον παίξεις!»
«Πουτάνα. Θα σε γαμήσω έτσι που ποτέ δεν το έχει κάνει ο κουμπάρος!»
«Έτσι θέλω! Να με γαμήσεις με σαν πουτάνα. Να με κάνεις να νιώσω πουτάνα γυναίκα. Απόψε έχω διάθεση για τρελά ερωτικά παιγνίδια. Για αμαρτίες ατέλειωτες κουμπάρε.»
Μπήκαν στο υπνοδωμάτιο όπου την έτρωγε με τα μάτια και δεν άργησε να κάνει την κίνηση του. Την αγκάλιασε και άρχισαν να φιλιούνται άγρια, σαν τρελοί. Την ήθελε πολύ, τον ήθελε και αυτή αλλιώς δεν θα του άνοιγε την πόρτα του σπιτιού της και της κρεβατοκάμαρας της.
Η Εριφύλη κουνιόταν και προσπαθούσε να τον βάλει μέσα της. Την παίδευε λίγο ώσπου του λέει ότι δεν αντέχει άλλο. «Σε παρακαλώ γάμησε με, θέλω τον πούτσο σου μέσα μου μην με ταλαιπωρείς άλλο την πουτάνα.»
«Το ξέρω πουτανάκι μου. Γι αυτό θα κάνεις ότι σου λέω για τιμωρία που τόσα χρόνια με σνομπάριζες και δεν μου έδινες καμία σημασία.»
«Μαλακίες έλεγα γιατί δεν ήξερα ότι είσαι τέτοιος γαμιάς.
Η Εριφύλης τον είχε γεμίσει με τα χύσια της κάτι που τον καύλωνε απίστευτα. Ο Μενέλαος πήγαινε σαν κομπρεσέρ και της ξέσκιζε στην κυριολεξία το μουνί. Το σφυροκόπημα συνεχίστηκε και αφού τελείωσε εκείνη. Αυτός ήθελε ακόμα λίγο καθώς εκείνη είχε παραδοθεί στον οργασμό της. Την άρπαξε από το μαλλί και την έβαλε στα γόνατα μπροστά στο καυλί του να κοιτάει καυλωμένη μιας και δεν της συμπεριφερόταν ο Νικηφόρος με λίγη παραπάνω βία που τόσο επιθυμούσε. Χωρίς προειδοποίηση την έλουσε με σπέρμα στο πρόσωπο, στα μαλλιά στο στόμα, ενώ
έτρεξε μέχρι κάτω στα βυζιά της.
Η Εριφύλη νιώθει την ανάγκη να πάει στην τουαλέτα.
«Πήγαινε καύλα μου και σε περιμένω να ΄ρθεις να περιποιηθώ το κωλαράκι σου.»
«Ναι άντρα μου ότι θέλεις. Ναι μωρό μου, ναι ότι θέλεις. Να μου τον βάλεις και από πίσω.»
Ο Μενέλαος απορούσε με τον Νικηφόρο πως γίνεται να έχεις τέτοια μουνάρα γυναίκα και να την αφήνεις πίσω σου μονάχη της και εσύ ναυτικός να ταξιδεύεις τους ωκεανούς ξεδίνοντας στη μαλακία σκεπτόμενος πως άλλοι στη γαμούνε.
......Πίσω στο πλοίο μεσάνυχτα και ο Νικηφόρος έχει ξαπλώσει στο άνετο κρεβάτι του. Η ρουτίνα της ημέρας ήταν ήσυχη το πλοίο είχε αναχωρήσει την προηγούμενη ημέρα από τη Βραζιλία με προορισμό λιμένες της Ευρώπης. Η σκέψη γυρίζει στην τελευταία τηλεφωνική επαφή με την Εριφύλη του. Σκέφτηκε την Εριφύλη του στην αγκαλιά του κουμπάρου του... Υπό κανονικές συνθήκες ηθικής ο κουμπάρος δεν επιτρέπεται να κάνει κάτι μαζί της ακόμη κι αν ήταν κλεισμένοι σε ένα κελί με το ζόρι. Δεν υπάρχει αυτή η γυναίκα για εκείνον. «Αλλά τελικά στη ζωή μας έχουν διδάξει ότι όλα είναι πιθανά!» μονολόγησε ο Νικηφόρος. Θες η λαχτάρα του επειδή τους σκεφτόταν αγκαλιά να κάνουν έρωτα, θες το απαλό αεράκι μπαινόβγαινε απ’ το φινιστρίνι της κρεβατοκάμαρας του, θες και το ερωτικό blues μόλις ακουγόταν αμυδρά στο στερεοφωνικό του, όλα αυτά συνέβαλλαν ώστε ο Νικηφόρος να οδηγείται σε νυχτερινές φαντασιώσεις γεμάτες παρεκτροπές. Για τον Νικηφόρο η αυτοϊκανοποίηση είναι μια συνήθεια. Στο μυαλό του η σχέση του άντρα με το πέος του είναι μια σχέση ζωής. Για εκείνον είναι το κέντρο του κόσμου. Μέσα του δε ντρέπεται καθόλου αφού το θεωρεί απαραίτητο και φυσιολογικό. Ποίες γυναίκες όμως σκέφτεται όταν αυνανίζεται; Είναι απολύτως ειλικρινής! Σκέφτεται το απωθημένο του. Μια γυναίκα που του είναι πολύ γνωστή και του έχει κινήσει το σεξουαλικό ενδιαφέρον και την κάνει εικόνα του όταν αυνανίζεται και μάλιστα μέχρι πρόσφατα αποτελούσε ονείρωξη του όχι μόνο μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά και μάλιστα σε όνειρο που ονειρευόταν με τα μάτια ανοιχτά.
Όχι δεν είναι απαραίτητα πιο όμορφη από τη γυναίκα του την Εριφύλη. Ηταν όμως ένα απόρθητο κάστρο για τον Νικηφόρο και του αρέσουν αυτά. Είχε φτάσει στο σημείο να κάνει έρωτα με τη γυναίκα του, και να σκέφτεται την Αντιγόνη ένοχος και ενοχλημένος, με τον εαυτό του. Είχε παντρευτεί μια ξεχωριστή γυναίκα, και μες στη μέση, η Αντιγόνη, προσωποποίηση του αισθησιασμού και του ερωτισμού, μια συνεχής πρόκληση στις ξαναμμένες του αισθήσεις.
Τρεις ώρες αργότερα από την τηλεφωνική συνομιλία του με την Εριφύλη ο Νικηφόρος πήρε τηλέφωνο στην Αθήνα στο σπίτι τους να μιλήσει με την πεθερά του και τα μικρά παιδιά του. Το σήκωσε η Αντιγόνη.
Από την αναγνώριση κλήσεων η Αντιγόνη βλέπει ότι είναι ο Νικηφόρος!
«Παρακαλώ.»
«Αντιγόνη μου καλησπέρα...»
«Καλησπέρα γαμπρούλη μου.»
«Τα παιδιά.;»
«Τα έχω βάλει για ύπνο και κάλο είναι να μην τα ξεσηκώσουμε απόψε! Θα μιλήσετε αύριο!»
«Ο πεθερός μου;»
«Ηταν δίπλα με τα παιδιά, αλλά όταν τα πήρε ο ύπνος κατέβηκε κάτω στο σπίτι μας να μην είναι άδειο.»
«Εσύ θα κοιμηθείς στο κρεβάτι μας απόψε!»
«Απόψε και αύριο αν δεν έχει γυρίσει η προκομμένη η κόρη μου.»
«Από ότι κατάλαβα τη Δευτέρα αργά θα γυρίσει. Έχουν μπλέξει τα καλώδια λέει ο κουμπάρος και χρειάζονται σχολαστική επιθεώρηση!»
«Μάλιστα σχολαστική επιθεώρηση! Δεν το σχολιάζω!»
«Άστους αυτούς. Εσύ για πες μου στο κρεβάτι μας μόνη σου τη νύχτα τι θα σκέφτεσαι;»
«Γαμπρέ μου με ξεσηκώνεις! Στην κόλαση θα πάμε!»
«Εν προκειμένω, σύμφωνα με τη χριστιανική αντίληψη, το να κερδίσει η ψυχή σου τον παράδεισο στην άλλη ζωή πρέπει να στερηθείς τις ηδονές αυτής της ζωής, δεν γίνεται να τα έχεις όλα.»
«Δεν γίνεται εε; Με το μυαλό, που έχουμε εκεί θα πάμε. Στην κόλαση.»
«Δεν γίνεται Μωρό μου! Και την πούτσα στο μουνί και την ψυχή στον παράδεισο.»
«Είσαι μεγάλος μαλάκας και καθίκι αλλά είσαι και καλό παιδί! Σε σκέφτομαι συνέχεια και είμαι διαρκώς καυλωμένη. Τι θα κάνω γι’ αυτό;»
«Ότι θα κάνω και εγώ.»
«Για λέγε μου τι θα κάνεις εσύ.»
«Δεν θα σου πω τι θα κάνω τώρα, όμως θα σου πω τι έχω κάνει στο παρελθόν όταν είχα τη μουνάρα σου στο μυαλό μου που έλιωνα τον πούτσο μου στην μαλακία.»
«Καλά το λέω εγώ πως μας περιμένει η κόλαση. Μαζί σου που έμπλεξα εκεί θα καταλήξουμε. »
«Μωρό μου! Αν βασιστούμε στις θεωρίες των θεολόγων, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο Θεός έπλασε τους ανθρώπους με μοναδικό σκοπό να γεμίσει με κόσμο την κόλαση. Όλοι στην κόλαση θα πάμε, κανείς δεν είναι αναμάρτητος, γι’ αυτό και ο παράδεισος θα είναι μια ζωή ακατοίκητος.»
Κλείνοντας το τηλέφωνο και πίνοντας την τελευταία γουλιά από το κεχριμπαρένιο και απολαυστικό λικέρ mandarine napoleon με άρωμα μανταρινιού/πορτοκαλιού ξάπλωσε στο κρεβάτι του με μια μανιασμένη στύση στο παντελόνι της πιτζάμας του. Ένα εκατομμύριο συναρπαστικές σκέψεις περνούσαν τώρα από το μυαλό του καθώς σκεφτόταν πώς είχε φτάσει με την Αντιγόνη σε αυτό το σημείο. Αρχικά η Αντιγόνη ήταν πολύ αρνητική έπρεπε να περάσουν δώδεκα χρόνια, για να πειστεί. Τελικά όμως είχαν πάει όλα κατ’ ευχήν το τελευταίο καλοκαίρι και το ότι ανταποκρίθηκε ήταν πέρα από τις πιο τρελές του φαντασιώσεις και απόψε με τη φαντασία του στην εικόνα της Αντιγόνης αλλά και της Εριφύλης ξεκινάει έναν έντονα θορυβώδη αυνανισμό, όπου ο μαλάκας βροντάει την πούτσα του προκαλώντας μετεωρολογικά φαινόμενα λες και είναι ένας Δίας που δεν γαμάει αλλά μαλακίζεται.
Φαντάζεται την Αντιγόνη σκυμμένη στα τέσσερα με το μαύρο Babydoll σατέν με δαντέλα χωρίς το βρακάκι της σκέτη καύλα να τον περιμένει ανυπόμονα να μπει μέσα της, με τα μουνόχειλα της πρησμένα και μες στην υγρασία
Αρκετά πιο αργά το ίδιο βράδυ, όταν ήταν έτοιμος για ύπνο, του στέλνει μήνυμα η Αντιγόνη και του λέει: «Ο πεθερός σου κοιμάται κάτω κι εγώ σκέφτομαι τι μου έκανες στο χωριό. Είμαι στο μπάνιο, χαϊδεύομαι και χύνω μόνη μου όσο τα θυμάμαι και τρελαίνομαι. Πανάθεμα σε, θέλω να τα κάνω και πάλι όλα μαζί σου, αληταρά! Σε λατρεύω!»
Την ιδία ώρα που η Αντιγόνη έστελνε μήνυμα στο Νικηφόρο επάνω στην κρεβατοκάμαρα στο εξοχικό σπίτι η Εριφύλη αφού τελείωσε το ντους γύρισε μ’ όλο νάζι στο κρεβάτι.
«Να 'μαι πάλι. Ήρθα να με ξαναγαμήσεις άντρα μου.»
«Μπράβο το κορίτσι μου. Σκύψε και ξεκίνα να με φιλάς μέχρι να φτάσεις στο καυλί μου.»
Προχωρημένη νύχτα κατάλαβαν ότι έπρεπε να κάνουν διάλειμμα να κοιμηθούν. Όταν χαράζει, το πρώτο φως και δηλώνει μια καινούρια μέρα εκείνο τα ξημέρωμα βρίσκει τους κουμπάρους,- ένα ζευγάρι παράνομων εραστών που βιώνουν ένα σεξουαλικό κρεσέντο πρωτόγνωρο στους ίδιους και να συνειδητοποιήσουν πως ο ήλιος έγινε μάρτυρας των στιγμών τους και η νύχτα τελείωσε, επισφραγίζοντας το φινάλε της με τις πιο έντονες σεξουαλικές στιγμές τους. Η μέρα έμοιαζε ανοιξιάτικη: λαμπερή και διαυγής, σχεδόν ήμερη. Μέρα να την πιεις στο ποτήρι, σαν κρύο νερό μετά από πεζοπορία που σου μουδιάζει τα σαγόνια και σου συστέλλει απότομα τα δόντια.
.................... Η Άλκηστις όταν έφυγε από την Αθήνα δεσμεύθηκε να διατηρεί τακτικές επαφές με την Εριφύλη, ώστε να συζητούν τα θέματα τους και να επιδιώκουν λύσεις στα προσωπικά τους με αδελφική συμπαράσταση η μια γυναίκα στην άλλη. Τον πρώτο καιρό η'Άλκηστις είχε πληροφορήσει την Εριφύλη πως είχε συνάψει ερωτική σχέση με έναν νεαρό εμπορικό αντιπρόσωπό που προωθούσε προϊόντα στο ξενοδοχείο που εργαζόταν. Στο τελευταίο τηλεφώνημα οι δύο νέες γυναίκες συζητούν ευδιάθετα μεταξύ τους για όλα εκείνα τα γυναικεία θέματα που τις προβληματίζουν και στο τέλος μοιράζονται τις καθημερινές τους εμπειρίες στο σεξ.
«Για πες μου τώρα, πως τα περνάς με το τελευταίο σου γκομενάκι;» τη ρωτάει η Εριφύλη.
«Τίποτα σπουδαίο, και μας κουνιότανε για γαμιάς αλλά τα έφτυνε στο δεκάλεπτο. Τότε τον έβαζα που λες εγώ από κάτω, καρφωνόμουν πάνω του και πάρε να 'χεις... Τα έβλεπε όλα το παλικαράκι, τέτοια γαμήσια δε νομίζω να του 'χει ρίξει άλλη! Ασε να πάνε όλοι τους ξαδερφούλα μου! Τον σχόλασα σύντομα! Εσύ για πες μου τώρα που ο Νικηφόρος είναι μακρυά! Έμαθα πως πήγες με τον κουμπάρο στο εξοχικό ένα τριήμερο! Ένα πουλάκι μου κελάηδησε πως στη διαδρομή όταν πηγαίνατε έπαιζε σε λούπα το MP3 στο τραγούδι «Έχει μέλι έχει μέλι του κουμπάρου το κουνέλι! Τελικά είχε μέλι;»
«Αν αναρωτιέσαι και για να μη σε κρατάω σε αγωνία τα ίδια πάνω-κάτω με τον γκόμενο σου! Μου κόμπαζε, και καυχιόταν με παχιά λόγια πως γαμάει και δέρνει, στο κρεβάτι ο κουμπάρος! Πολύ γρήγορα διαψεύσθηκε! Τίποτα σπουδαίο, και μου κουνιόταν για μεγάλος γαμιάς αλλά τα έφτυνε γρήγορα. Στο τέλος έλεγε δικαιολογίες πως τον είχε ξεζουμίσει η Ερμιόνη η γυναίκα του. Εντάξει... Γαμώτο! Νικηφόρος ένας είναι.» Αυτό το τελευταίο περισσότερο μιλούσε στον εαυτό της δαγκώνοντας πρόστυχα τα χείλη της καθώς η Άλκηστις συνέχισε να ρωτάει.
Λέγε-λέγε γρήγορα βρέθηκαν και οι δύο να θυμηθούν τα καλοκαιρινά ερωτικά τους παιγνίδια. Τότε που η πόρτα του Παράδεισου τους είχε ανοίξει διάπλατα για τις δυο γυναίκες.
......Τετάρτη βράδυ η Άλκηστις αφιχθείς στην Αθήνα η Εριφύλη την περίμενε στο σταθμό!
Αφού έδωσε δυο κουτιά με παιδικά παιγνίδια, δώρα στα δυο μικρά ανίψια της ο περίεργος και μεγαλύτερος ανιψιός της ο πεντάχρονος την ρωτάει! «Θεία Άλκηστις αυτό το μαύρο κουτί στο σάκο σου τι έχει:»
«Αυτό είναι ένα πολύ ειδικό ηλεκτρονικό μαραφέτι απαραίτητο εργαλείο για τη μεταπτυχιακή μου εργασία ματάκια μου! Το πήρα μαζί μου να με βοηθάει και η μαμά σου τα βραδυα μας στη μεταπτυχιακή μου εργασία!»
«Στη μεταπτυχιακή ευχαρίστως να σε βοηθήσω εάν είναι κάτι που μπορώ να το κάνω. Την έκπληξη όμως περιμένω να δω με αδημονία!»
«Αα μη βιάζεσαι! Τα ωραία πράγματα θέλουν υπομονή! Πρέπει να έχεις υπομονή. Η υπομονή είναι αρετή και μάλιστα σημαντική.»
«Και ποια είναι αυτά τα ωραία πράγματα που θέλουν υπομονή;»
Η Άλκηστις της δίνει στα μουλωχτά να μην καταλάβουν τα μικρά παιδιά της Εριφύλης ένα μικρό φυλλάδιο με τις οδηγίες της «μεταπτυχιακής συσκευασίας!» Η Εριφύλη τότε πήρε το φυλλάδιο που αναφερόταν στο περιεχόμενο της συσκευασίας του μαύρου κουτιού και στις οδηγίες λειτουργίας του!
.....Α)Ρεαλιστικός δονητής Dildo με διπλό άκρο
Περιγραφή
Αυτός ο δονητής έχει σχεδιαστεί με μήκος: 38,00 cm διάμετρο: 4,00cm και 2 κινητήρες που είναι ένα ιδανικό σεξουαλικό παιχνίδι για να φέρει οργασμό και στα δύο μέρη. Το παιχνίδι είναι κατασκευασμένο από εύκαμπτη σιλικόνη ώστε να είναι εύκαμπτο για διέγερση του σημείου g από καλύτερη γωνία.
Αυτό το κολπικό dildo έχει 7 διαφορετικές λειτουργίες δόνησης, ώστε να μπορείτε να έχετε διάφορες επιλογές σεξουαλικών εμπειριών. Από ανεπαίσθητους παλμούς μέχρι εντυπωσιακή έντονη κολπική διέγερση, σίγουρα μπορείτε να βρείτε τη μοναδική λειτουργία που θα μπορούσε να χτυπήσει το σπίτι.
Αυτός ο δονητής με σημείο g φορτίζεται εύκολα με το καλώδιο usb που περιλαμβάνεται.
Αυτό το γυναικείο dildo συνοδεύεται από ένα ασύρματο τηλεχειριστήριο που σας επιτρέπει να ελέγχετε τη δόνηση κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού σας. Αυτό είναι εξαιρετικά βολικό είτε για σόλο αυνανισμό είτε για διαδραστικό παιχνίδι μεταξύ εραστών.
Πλήρως καλυμμένος με μαλακή σιλικόνη που είναι ασφαλής για το σώμα, αυτή ο δονούμενος δονητής είναι 100% αδιάβροχος και θα είναι ο καλύτερος σύντροφος για να διασκεδάσετε στην μπανιέρα ή στο ντους.
Β)Strap on διπλής διείσδυσης με δόνηση
Αναβαθμίστε τις εμπειρίες σας με αυτήν την πρωτοποριακή ζώνη στραπόν που διαθέτει μωβ διπλό δονητή. Φτιαγμένο για όσους αναζητούν μεγαλύτερη ευχαρίστηση κατά τη διείσδυση. Tι είναι καλύτερο απο την ικανοποίηση της μιας εκ των δυο παρτενέρ σε ένα ξέφρενο λεσβιακό αλισβερίσι; Μα, ασφαλώς, η ταυτόχρονη περιποίηση και των δυο! Η ευκολοφόρετη ζώνη που περιέχει η συσκευασία είναι ιδιαίτερα ανατομική για τη μέση σας. Tο διπλό ομοίωμα είναι επιμελημένο από μαλακό υλικό jelly τύπου, το οποίο είναι υποαλλεργικό και πολύ γλιστερής υφής για άνετη διείσδυση σε διπλό ταμπλό! Φορέστε μέσα σας το μικρό ομοίωμα και προσφέρετε το μεγαλύτερο στην αγαπημένη σας σύντροφο, για να της αποδείξετε ότι δεν θέλετε την απόλαυση όλη δική σας! Ενεργοποιείστε το χειριστήριο και ετοιμαστείτε για πυραυλοκίνητες συχνότητες παλμικών δονήσεων να διαπερνούν δυο σώματα! Μόλις, ανακαλύψατε έναν καινούριο πλανήτη... παράλληλων διεισδύσεων, όπου πυρήνας του είναι ο ερωτισμός δυο γυναικών! Strap on διπλής διείσδυσης με δόνηση και για τα 2 μέρη και διαστάσεις. Για το εξωτερικό : 18cm μήκος και 3,50cm διάμετρος και για το εσωτερικό : 10,00cm μήκος και 4,00cm διάμετρος!»
Τα μάτια της Εριφύλης άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη βλέποντας ότι το περιεχόμενο του κουτιού ήταν άκρως ερωτικό. «Χριστέ μου το κορίτσι δεν έχει θεό μέσα της. Πέφτω από τα σύννεφα! Τι σκαρφίστηκε η αθεόφοβη! »
«Δηλαδη δεν συμφωνείς;»
Βέβαια αυτά τα σεξουαλικά βοηθήματα τα είχε ήδη δει η Εριφύλη να χρησιμοποιούνται μέσα στα πορνό βίντεο που έβλεπε κάποιες μοναχικές νύχτες αλλά και κάποια άλλα μέσα από σελίδες περιοδικών που τα διαφήμιζαν προς πώληση.
«Χμ! Δεν λέω όχι! Αφού τα βρήκαμε στη θεωρία καιρός είναι να προχωρήσουμε και στην πράξη!»
«Η τέχνη του σεξ κλέβεται δεν διδάσκεται ξαδερφούλα μου!»
«Απλά έχω μια μικρή ένσταση όσο αναφορά το βοήθημα της μεταπτυχιακής σου.»
«Για λεγε να την ακούσω. Που διαφωνείς;»
«Δεν διαφωνώ! Αλλά βρε κορίτσι μου χάθηκε να είναι ένα XL μέγεθος ο εξωτερικός στο δεύτερο μαραφέτι; Πολύ συντηρητική επιλογή για μεταπτυχιακή εργασία!»
«Τώρα έχε χάρη που είναι τα παιδιά μαζί μας και κωλύομαι να σου απαντήσω δεόντως! Το ξέρω πως το μέγεθος έχει σημασία. Αλλά δεν είναι πάντα το μεγαλύτερο καλύτερο.»
«Θεία! Τι είναι αυτό το «XL» που λέει ότι θελει η μαμά;» ρωτάει πάλι ο περίεργος μικρός!»
«Μωρό μου ένα ειδικό εργαλείο είναι! Να σαν κάποιο απ' αυτά που έχει ο μπαμπά σας φυλαγμένα στην εργαλειοθήκη του!»
«Στην εργαλειοθήκη που έχει στο γκαράζ ο μπαμπάς; Που τα χρησιμοποιεί για το αυτοκίνητο;»
«Ναι αγόρι μου τα έχει φυλαγμένα στην εργαλειοθήκη του όταν τα χρειάζεται για το αυτοκίνητο του!»
«Άμα το αυτοκίνητο πάθει κάτι και το εργαλείο το χρειάζεται η μαμά; Μαμά το ξέρεις που είναι;»
«Αν το αυτοκίνητο πάθει κάτι Μωρό μου και χρειάζεται service η μαμά όταν λείπει ο μπαμπάς το πηγαίνει στο συνεργείο του Κυρ Αλέκου όπου εκεί έχουν και εκείνοι τα κατάλληλα εργαλεία. Ειδικά ο νέγρος μάστορας που είναι από την Αγκόλα μεχρι υπερωρίες κάνει με τα εργαλεία του για να μένει ευχαριστημένη η μαμά σου.
«Δηλαδή εκείνος ο νεαρός ψηλός μαύρος μάστορας από την Αφρική στο συνεργείο που πάει η μαμά, το αμάξι για σέρβις έχει πολύ καλύτερα εργαλεία από τα εργαλεία του μπαμπά που έχει στο γκαράζ;»
«Αν έχει καλύτερα εργαλεία; Μμ έτσι φαντάζομαι μωρό μου! Η μαμά σας κάθε φορά που πηγαίνει για σέρβις και την περιποιείται, για να μένει τόσο πολύ ευχαριστημένη είναι σίγουρο ότι ο μάστορας έχει αξιόπιστα εργαλεία και της το λαδώνει καλά. Γι αυτό άλλωστε το πηγαίνει τόσο τακτικά για σέρβις να μη της μένει ασυντήρητο και σκουριάζει.»
«Αλήθεια μαμά;»
«Σε κοροϊδεύει ψυχή μου η θεία! Αχ αυτή η άτιμη θεία όλο περίεργες ιστορίες έχει στο μυαλό της.»
.....Περασμενα μεσάνυχτα τα κορμιά τους σμίξανε, γίνανε ένα σε στάσεις του σεξ που απογείωσαν τον οργασμό και στις δύο! «Θέλω να μου λες πρόστυχα τι θέλεις να μου κάνεις.» της είπε η Άλκηστις της Εριφύλης ενώ το μουνί της ανοιγόκλεινε, έχοντας μουσκέψει, μύριζε το μουνόχυμα της και η φωνή της είχε πλέον βραχνιάσει…Είχε ξεφύγει, και η Εριφύλη δεν το περίμενε ότι θα δει το προσωπάκι της τόσο παραδομένο στην καύλα όταν την άκουσε να της ψιθυρίζει ότι θέλει να μυρίσει το μουνί της και της άνοιξε τα πόδια της για να το κάνει. Η Άλκηστις σχεδόν βούτηξε ανάμεσά τους και ίσα που κατάφερε να την ακούσει να λέει: Θέλω να σε γλείψω, θέλω να σε γευτώ, σε παρακαλώ, σε θέλω, άφησέ με να σε πιω, σε παρακαλώ, ενώ ήδη ρουφούσε το μουνί της Εριφύλης πάνω από το εσώρουχο και το καλσόν, που είχε γείρει πίσω στο κρεβάτι και απολάμβανε την καύλα που της πρόσφερε η Άλκηστις.
Μείναμε γυμνές κοιτάζοντας η μία την άλλη. Τα κορμιά τους δεν είχαν ούτε ένα ψεγάδι.
Νύχτα χωνεμένη, είχε πάει σχεδόν δύο μετά τα μεσάνυχτα που το ζευγάρι αναλωνόταν σε ερωτικές περιπτύξεις. Χαλαρωμένες και οι δύο, επαναφέρουν σιγά - σιγά τις αναπνοές τους στις φυσιολογικές συνθήκες. Ξαπλωμένες στο πλάι ανάμεσα στα απαλά χαντάκια τους και τα τρυφερά τους χάδια, ανάμεσα στα γλυκόλογα ευγνωμοσύνης που αντάλλασσαν, η Εριφύλη ρώτησε την ξαδέλφη της.
«Τώρα που ηρεμήσαμε πες μου αργά και καθαρά, σου άρεσε; Επιθυμείς να το συνεχίσουμε;.»
Ένα μικρό βογκητό απόλαυσης ξέφυγε από την Άλκηστις καθώς χορτασμένη απ' την ηδονή αφέθηκε στην αγκαλιά επάνω στο γυμνό κορμί της Εριφύλης.
«Μωρό μου! Νιώθω παράξενα όμορφα, σαν ζαλισμένη, ένα παράξενο μείγμα ενοχής και ένα ζεστό κύμα ηδονής με διαπερνά ολόκληρη». Της απάντησε ναζιάρικα η Άλκηστις.
Η Εριφύλη χαμογέλασε, και με γλυκό ύφος είπε: «Απολαύσετο απόψε που έχουμε χρόνο».
«Ναι αλλά εσύ προτιμούσες πριν από χρόνια όπως έχω μάθει την ηδονική γεύση της συμμαθήτριας σου από το λύκειο. Αυτής με το σοκολατένιο κορμί και τα κυματιστά μαλλιά. Για πες μου! Το Μουνί της ήταν πιο γλυκό από το δικό μου!»
Είναι γυμνές ξαπλωμένες, πρόσωπο με πρόσωπο. Μιλάνε ψιθυριστά, η Εριφύλη έχει καρφωμένα τα μάτια στα μάτια της Άλκηστις, η οποία στα λίγα εκατοστά απόσταση από το πρόσωπο της Εριφύλης,
Γρήγορα η Εριφύλη βρέθηκε ξαπλωμένη ανάσκελα να απολαμβάνει την γλώσσα και τα χείλη της Άλκηστις καθώς και τα χάδια της πάνω στα βυζιά και τις θηλές της. Η Άλκηστις γύρισε λίγο και τώρα τα δύο κορίτσια απολάμβαναν να γλείφουν και να ρουφούν τα βυζιά και τις θηλές τους.
Καθώς χαλάρωναν και μιλούσαν η Άλκηστις έβγαλε από το κουτί τον δονητή που είχε δυο άκρες.
«Πώς λειτουργεί αυτό;», ρώτησε δήθεν πονηρά η Εριφύλη.
Αν και η ίδια ήξερε την πολύ καλά τη χρήση του, απλά καύλωνε να ακούει την Άλκηστις να της περιγράφει την χρήση και την λειτουργία του. Η Άλκηστις την φίλησε απαλά στα χείλη και της είπε σχεδόν ψιθυριστά με λάγνα φωνή.
«Άσε με να σου δείξω…»
«Αναρωτιέμαι, τέτοια κόλπα! Που τα ‘μαθες όλα αυτά;;»
«Ξαδερφούλα μου πέντε χρόνια φοιτήτρια στην Αθήνα δεν είχα μαθησιακές δυσκολίες στο σεξ. Και στους φοιτητικούς κοιτώνες υπάρχουν πολλά κόλπα που μπορούν να σου μάθουν ειδικοί δάσκαλοι/ες.»
Η Άλκηστις τότε πήρε τον διπλό δονητή και έχωσε το ένα του άκρο στο μουνί της. Μετά δείχνοντας την Εριφύλη πως να στήθη μισοξαπλωμένη απέναντι της, τοποθετήθηκε και αυτή σχεδόν με τον ίδιο τρόπο, έτσι τώρα μπορούσαν η μια να τρίβει το μουνί της πάνω στο μουνί της άλλης. Η Άλκηστις οδήγησε προσεχτικά το άλλο άκρο του διπλού δονητή μέσα στο μουνί της Εριφύλης. Στη συνέχεια βρέθηκε να τρίβει το μουνί της πάνω στο μουνί της Εριφύλης με τον διπλό δονητή θαμμένο μέσα στα καυλωμένα μουνάκια και των δύο. Η Εριφύλη ήδη είχε καυλώσει πολύ από το γαμήσι που της πρόσφερε ο «άψυχος» ακόμα δονητής σε συνδυασμό με το τρίψιμο της κλειτορίδας της πάνω στο μουνί της Άλκηστις. Η Άλκηστις έβγαλε από το κουτί ένα τηλεκοντρόλ και κοίταξε βαθιά στα μάτια την Εριφύλη. «Έτοιμη;», την ρώτησε με λιγωμένη φωνή.
«Ναι. Ναι ! Που τα ΄μαθες όλα αυτά ρε Μωρό μου; Μου είχες υποσχεθεί μια αξέχαστη βραδιά με ατελείωτη σεξουαλική ενέργεια και το έκανες πραγματικότητα!» της απάντησε ψιθυριστά η Εριφύλη έχοντας όλο της το είναι συγκεντρωμένο στην αίσθηση του δονητή μέσα της.
Η Εριφύλη άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. «Το ξέρεις ότι είναι τρεις το πρωί και σε λίγο θα ξημερώσει; Αρκετά γι αυτή τη βραδιά! Με το Strap on, δεν συμφωνώ ούτε και αύριο με τα παιδιά στο σπίτι! Καλό που ψάχνουμε τρόπους να κάνουμε το sex πιο απολαυστικό αλλά μην το παρακάνουμε κιόλας. Φαντάζεσαι να ξυπνησει κάποιο παιδί και να τρέχουμε να κρυφτούμε με το Strap on και το δονητή ανάμεσα στα σκέλια ξαδερφούλα μου! Ούτε ο Νιαγάρας δεν θα ξεπλένει τις ντροπές μας, με τα καμώματα μας και τα μυαλά μας! »
«Το μυαλό γεννά, οδηγεί, και μετά κάνει πράξη αυτά που θέλει ξαδερφούλα μου! Μην μπερδεύεις τον έρωτα με το σεξ! Το να κάνεις έρωτα με κάποιον που τον αγαπάς και σε αγαπάει είναι τέλειο. Συμφωνώ ότι ο έρωτας σου με τον Νικηφόρο σου μπορεί να είναι το αποκορύφωμα, το επίνειο της σχέσης σας. Ταυτόχρονα όμως το σεξ μπορεί να είναι και μια διασκέδαση. Μια πράξη απλά και καθαρά για την απόλαυση όσων συμμετέχουν σε αυτή, είτε είναι δυο, είτε όσοι είναι. Όταν είναι ξεκαθαρισμένα τα πράγματα και όλοι ξέρουν που στέκουν τότε γιατί να υπάρχει πρόβλημα;»
«Κανένα πρόβλημα, το αντελήφθην. Ο έρωτας είναι το επίνειο μιας σχέσης όπως ο Πειραιάς είναι το επίνειο της Αθήνας. Το σεξ τώρα, είναι κάτι σαν τη Βουλιαγμένη. Πας, ρίχνεις ένα μπανάκι και μέσω Πειραιά, γυρίζεις στην Αθήνα.»
«Ξαδερφούλα αν και από επαρχία θέλω να στο επισημάνω γεωγραφικά. Από τη Βουλιαγμένη γυρνάς στην Αθήνα μέσω της Λεωφ.Βουλιαγμένης. Αν δεν ξέρεις από την περιοχή και πας από την παραλιακή μπορείς να πάρεις την Λεωφ.Συγγρού. Στην δεύτερη περίπτωση αν κάνεις λάθος τις ταμπέλες, θα καταλήξεις στον Πειραιά! Εκεί πιες κι ένα φραπέ στο Πασαλιμάνι ή τάισε με ψίχουλα τα μελανούρια στο Μικρολίμανο. Είναι ανάγκη να γυρίσεις νωρίς στην Αθήνα; Γιατί τόση βιασύνη; Στο θέμα μας, το Strap on θα το χρειαστούμε; Που μου ήθελες και XL βερσιόν!»
«Ναι! Μεθαύριο Παρασκευή, έχω κανονίσει να πάμε θέατρο, θα αργήσουμε να γυρίσουμε και τα παιδιά θα μείνουν με τον παππού και τη γιαγιά. Το Σαββάτο ξυπνάνε αργά! Οπότε έχουμε όλη την υπόλοιπη νύχτα δίκη μας να κάνουμε παιχνίδι με το Strap on με σχετική ασφάλεια.»
«Έχουμε τρεις ήμερες ακόμα μέχρι να φύγω.»
«Τέλεια!», απάντησε η Εριφύλη.
.....Στο πλοίο ο Νικηφόρος ανά τακτά διαστήματα λάμβανε άκρως φιλικά μηνύματα οικειότητας από τον Αδάμαντα και του απαντούσε ανάλογα! Μέσα του υπέβοσκε μια ερώτηση! Τι του ζητούσε ο Αδαμάντιος «Φιλία ή ;» Είναι όντως φιλικά τα μηνύματά του ή μήπως κρύβεται μια ερωτική έλξη από πίσω; Και πού μπαίνουν, όμως, τα όρια σε αυτές τις φιλίες; Υπάρχει περίπτωση εκτροχιασμού προς κάτι ερωτικό; Τον παραξενεύει αυτό το συναίσθημα, καθώς με το συγκεκριμένο άτομο είχε (ή νόμιζε ότι είχε) μία φιλική οικειότητα. Και περνάει ο χρόνος που του πετάει υπονοούμενα στα μηνύματα, κι επίτηδες δίνει σημάδια τα οποία μπορεί να ερμηνεύσει ο Νικηφόρος με τον τρόπο που ο Αδαμάντιος επιθυμεί. Τα τελευταία μηνύματα εκπέμπουν πιο έντονα σημάδια έλξης, και ο Νικηφόρος πιάνει τον εαυτό του να αναρωτιέται αν το φιλαράκι του είναι ερωτευμένο μαζί του και αυτός απλώς δεν το είχε καταλάβει. Και φτάνει η μέρα που όλη αυτή η ανεξήγητη έλξη που προκαλεί ο Νικηφόρος στον Αδάμαντα βρίσκει τρόπο να εκτονωθεί. Μ' ένα Email.....
...Μετά από μια δύσκολη και κοπιαστική ημέρα έχοντας διασχίσει την ταραγμένη θάλασσα, ο Νικηφόρος μ' ένα βαθύ στεναγμό, εξουθενωμένος, τεντώθηκε ηδονικά, σήκωσε το κεφάλι κι άφησε το σπίρτο του βλέμματός του να πλανηθεί έξω απ' το μεγάλο φινιστρίνι του γραφείου του. Στο βάθος του ορίζοντα, οι τελευταίες αχτίδες από το φως της μέρας έκαναν τον χώρο να μοιάζει βυθισμένος στις σκούρες μπλε και μαβιές σκιές του δειλινού, του ωκεάνιου δειλινού που ποτέ δεν προλάβαινε να τις χαρεί, γιατί είναι τόσο σύντομες.
Κατέβασε μια γουλιά απ’ το παλιό κονιάκ με την κεχριμπαρένια όψη και το ευγενικό του άρωμα, περίμενε δυο τρία λεπτά πριν από τη δεύτερη γουλιά.... ύστερα άφησε το ποτήρι του, απλώθηκε στον αναπαυτικό καναπέ του γραφείου του και αφέθηκε εις την σιωπή της βαθιάς σκέψης και εις την γαλήνη των ονειροπολήσεων του προκειμένου να ακούσει το μέσα του… την καρδιά του, την ψυχή του… την πεμπτουσία της ύπαρξης του!
Σε ελάχιστα λεπτά, η νύχτα θα έπεφτε, βαριά και βελούδινη, στον κόσμο γύρω του. Καθώς περνούν ώρες ονειροπολώντας η φαντασία του τείνει να υπερβάλλει σκέφτηκε μ’ ένα αθέλητο χαμόγελο.
To βράδυ τoν βρήκε χωμένο στην πολυθρόνα του γραφείο του, κρατώντας το ποτήρι με το κονιάκ. Αν και αργά, συνεχίζει να ατενίζει την θάλασσα που άλλαζε χρώμα! Πόσο τον ηρεμούσε η γαλήνη της θάλασσας! Η μουσική από το cd του Αντρέα Μποτσέλι «Best Songs Of Andrea Bocelli» στους ήχους του «Can't Help Falling In Love», ήταν για αυτόν πηγή έμπνευσης! Πόσο τον άγγιζε αυτό το τραγούδι, τον ταξίδευε σ΄ έναν ονειρεμένο τόπο γεμάτο με την αγάπη τους. Με δυσκολία συγκρατούσε τα δάκρυά του στο άκουσμά του. Πώς είναι δυνατόν να είναι ευτυχισμένος ένας άνθρωπος μακριά από τα πρόσωπα που αγαπά και τον κάνουν ευτυχισμένο;
Ο Νικηφόρος σήμερα δεν είχε επαφή με το «Τζιβαέρι» του, τον θησαυρό του την Εριφύλη. Στην τελευταία επαφή τους τον είχε πληροφορήσει ότι η Άλκηστις έχει κατεβεί στην Αθήνα και έχουν προγραμματίσει την σημερινή ημέρα να πάνε παρέα στο θέατρο. Παίζεται μια πρωτότυπη διασκευή για το θέατρο, σε ένα κορυφαίο αντιπολεμικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος». Ένα έργο για τον έρωτα, τον πόλεμο και τον σκληρό αγώνα μιας κοινωνίας να επιλέξει ανάμεσα στην ηθική και την επιβίωση που ζωντανεύει επί σκηνής. Ο Νικηφόρος έχει διαβάσει το βιβλίο και το θεωρεί ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία όλων των εποχών, που χάρισε και μια από τις πιο μνημειώδεις ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου.
Το Φθινόπωρο έφερε μαζί του τη θεατρική άνοιξη στην Αθήνα, μια καλλιτεχνική αναγέννηση με νέες ενδιαφέρουσες παραστάσεις και projects. Τον Οκτώβριο οι θεατρικές αίθουσες γεμίζουν με δυνατές ερμηνείες, σκηνοθετικά πειράματα και ιστορίες που προκαλούν σκέψη. Από την υπαρξιακή αγωνία μέχρι τη σκοτεινή μαγεία το θεατρικό ρεπερτόριο έχει κάτι για όλους. Μια βουτιά στο συναίσθημα, τη δράση και το απροσδόκητο. Από αρχαίους μύθους σε σύγχρονα κοινωνικά δράματα, η αθηναϊκή σκηνή γεμίζει με ιστορίες που αξίζει να δουν. Η Εριφύλη και η Άλκηστις ετοιμάστηκαν για να πάνε να δουν ένα θεατρικό έργο που πιστεύουν πως δεν πρέπει να χάσουν! Το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος».Θα ήταν μια υπέροχη βραδινή έξοδος, κάτι που η Εριφύλη δεν μπορούσε να έχει συχνά πια τέτοιες εξόδους σαν παντρεμένη γυναίκα με δυο πολύ μικρά παιδιά. Ωστόσο, αυτό το βράδυ οι γονείς της προσφέρθηκαν να πάρουν τα μικρά παιδιά και οι δυο γυναίκες ξεκίνησαν με χαρά το ραντεβού τους με το θέατρο.
Σαν νέες γυναίκες με αέρα δροσιάς ντύθηκαν ωραία μεν όσο πιο άπλα μπορούσαν δε. Η Εριφύλη κλασσικό ταγέρ ως «μεγαλοκυρία» και η Άλκηστις με ένα «χλιαρό» ριχτό φόρεμα η οποία παρά το υπέροχο σώμα της έχει αποδείξει ξανά και ξανά πως «δεν τόχει» με τη μόδα. Έτσι και αλλιώς για την Άλκηστις τι είναι όμορφο και πως θα δείχνεις ιδανικά το γυναικείο σώμα δεν ήταν βέβαιη ότι έχουν όλοι την ίδια άποψη για το… ιδανικό! Η ίδια νιώθει πως είναι σε κανονικό σχετικά βάρος, προσέχει τη διατροφή της για να παραμένει υγιής. Οτιδήποτε άλλο το θεωρεί ότι είναι υπερβολή και δεν οδηγεί πουθενά. Τέλος το χτένισμα τους και τα μαλλιά τους ήταν απλοϊκά και συνηθισμένα, καθώς απλώς πήγαιναν σε μια συνηθισμένη θεατρική παράσταση..
Η παράσταση τελείωσε με ένα θέατρο γεμάτο που ο κόσμος στο τέλος έδειξε έμπρακτα την αγάπη του, στους συντελεστές που ήταν όλοι μαζί γύρω από τη σκηνή ευχαριστώντας τους με θερμό χειροκρότημα για την υπέροχη και αξέχαστη παράσταση! Μπορεί η θεατρική παράσταση να τελείωσε, η ιστορία όμως συνεχίζεται μακρυά από το θέατρο και οι δυο ξαδέρφες έρχονται αντιμέτωπες με κομμάτια της ζωής τους που ζουν και αγωνιούν σε ένα κόσμο που γρήγορα αλλάζει θέτοντας ερωτήματα και διλήμματα, στην πίεση που δημιουργούν τα «πρέπει» και τους περιορισμούς που επιβάλλει η κοινωνία ιδίως στις γυναίκες που ακόμη και σήμερα εγκλωβίζονται σε «κουτάκια» ακολουθώντας στερεοτυπικές συμπεριφορές! Τις δυο ξαδέρφες τις ενώνει μία δοκιμασμένη σχέση και ουδέποτε μεχρι το τελευταίο καλοκαίρι είχε υπάρξει κάποιο σεξουαλικό υπονοούμενο στο τοπίο των επιθυμιών της. Η επιθυμίες τους, όμως, αυτή καθαυτές, δεν είναι μονοδιάστατες, όπως τελικά αποδείχθηκε! Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε! Για την Εριφύλη και την Άλκηστις η απαγκίστρωση από τα πρέπει και τα μη στην προσωπική τους σεξουαλική ικανοποίηση με μια λεπτή απόκλιση από τα πρέπει έχουν αποφασίσει να διερευνήσουν πλευρές του σεξουαλικού τους προσανατολισμού, σε μία απόπειρα κατανόησης τόσο του φύλου, όσο και των ανικανοποίητων αναγκών τους! Οι δυο γυναίκες ενθάρρυναν η μια την άλλη το τελευταίο καλοκαίρι στις διακοπές τους να προεκτείνουν τους ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς τους και να συνευρίσκονται ερωτικά αναζητώντας την σεξουαλική τους ευχαρίστηση, συνάπτοντας τελικά και ερωτική σχέση αν και ξεκάθαρα είναι δυο ετεροφυλόφιλες γυναίκες. Είναι όμως ξεκάθαρα 100% ετεροφυλόφιλες; η ανήκουν σ' έναν ζωντανό κόσμο που είναι ένα συνεκτικό σύνολο όλων του των διαστάσεων σύμφωνα με τον Άλφρεντ Κίνσεϊ. Η κλίμακα του Κίνσεϊ δίνει μια απάντηση και προσπαθεί να περιγράψει την σεξουαλική τους επιθυμία και τα επεισόδια της σεξουαλικής του δραστηριότητας σε δεδομένη χρονική στιγμή. Η Εριφύλη μια γυναίκα είκοσι οκτώ ετών, μια ζωή ετεροφυλόφιλη και παντρεμένη με δυο μικρά παιδιά και έναν ευτυχισμένο γάμο - μάλιστα με έναν κούκλο άντρα, όλα φυσιολογικά στην ρουτίνα της ζωή της. Η Άλκηστις στα είκοσι τρία χρόνια της ετεροφυλόφιλη που σαν φοιτήτρια δήλωνε ικανοποιημένη από τη σεξουαλική της ζωή. Δεν έχει και καμία σημασία ποια από τις δυο τους έκανε την αρχή. Το φλερτ, όταν το καλλιεργούν και οι δύο, πάντα κάπου καταλήγει. Κάποια στιγμή είχε προχωρήσει τόσο πολύ, που δε μπορούσαν να κάνουν πίσω! Το ήθελαν με όλο τους το είναι! Και θα βρουν χίλιες δυο δικαιολογίες για τον εαυτό τους -και το σύντροφό της η Εριφύλη,- έτσι ώστε να απενοχοποιηθούν και να το απολαύσουν. Σαν ξαδέρφες πάντα ήταν πολύ κοντά, κολλητές! Φτάσανε και οι δύο να μιλάνε για προσωπικά θέματα, και την ερωτική τους ζωή, υπήρχε μια χημεία, μια αύρα στη σχέση τους. Υπήρχε το πρόσφορο συναισθηματικά έδαφος που δεν άργησε η αρχική φιλική σύμπνοια να μετατραπεί σε ερωτική έλξη. Ήταν κάτι που το θέλανε και οι δύο να συμβεί και όταν αργότερα, το συζήτησαν διεξοδικά οι δυο τους, καταλήξανε ότι μάλλον είναι περίεργες και φιλήδονες γυναίκες. Πάνω κάτω κάθε γυναίκα περνάει κάποτε τέτοια φάση στη ζωή της, άλλες το αποδέχονται και το ζουν, άλλες όχι. Φυσικά την Εριφύλη την διακατέχει και αυτή η καταραμένη αύρα του απαγορευμένου, που κάνει τον καρπό να φαίνεται πολύ δελεαστικότερος, από ό,τι θα της φαινόταν υπό άλλες συνθήκες (αν π.χ. ήταν ελεύθερη). Μέσα της γινόταν μια μάχη, μια μάχη ανάμεσα στη λογική και στο πόθο....Και ξαφνικά λες κι ένα φράγμα έσπασε μέσα της, ένας χείμαρρος ξεχύθηκε πάνω στη λογική διαλύοντας τις όποιες ηθικές αναστολές είχε. Είναι και αυτά τα παιχνίδια του μυαλού, που όλα από εκεί ξεκινούν και καταλήγουν στις κρεβατοκάμαρες και όχι μόνο. Και κάποια στιγμή το αποφάσισαν πως το ήθελαν και οι δυο να αγαπηθούν, να σβήσουν τους άνομους πόθους τους, να σβήσουν τις καύλες που καίνε τα κορμιά τους..
Ηταν πρώτη η Εριφύλη που ξεκλείδωσε τους δισταγμούς στις επιθυμίες τους .
Και από τότε οι δυο γυναίκες άφησαν αυτή την εμπειρια να τους συνεπάρει σαν να ζουν όταν συναντιούνται κάποια ιδιαίτερα βράδια τρελού καρναβαλιού και όπως είναι γνωστό στον έρωτα και στο καρναβάλι όλα επιτρέπονται! Τις αποφορτίζει από όλη την καθημερινότητα και τις κάνει να ξανανιώθουν ανέμελες, ερωτικές και πάνω από όλα, γυναίκες. Απλά θέλουν να ζήσουν αυτό το συναίσθημα και να το ευχαριστηθούν, έως ότου ελπίζουν να τους περάσει.
Τελειώνοντας η θεατρική παράσταση η νύχτα άρχισε να πέφτει και η Άλκηστις πρότεινε στην Εριφύλη να πάνε για ένα ποτό και εκείνη δέχθηκε. Οι δύο γυναίκες κάθισαν για λίγο στο καφέ μπαρ του θεάτρου για μια μικρή ανάπαυλα, αλλά η Άλκηστις σκεφτόταν ήδη την επιστροφή στο σπίτι της Εριφύλης. Να κάνουν πάλι έρωτα μέχρι τελικής πτώσεως πριν κοιμηθούν αγκαλιασμένες. Θες η χαλαρή μουσική θες η καλή της διάθεση η Άλκηστις ζήτησε δεύτερο ποτό.
«Ε… μαζέψου,» της είπε η Εριφύλη
«Εσύ οδηγείς ξαδερφούλα μου~ Ασε με να το απολαύσω! Ξέρεις τι σκέφτομαι;»
«Τι σκέφτεσαι; Είναι αργά κοντεύει ώρα να γυρίσουμε.» λέει η Εριφύλη
«Μωρό μου ήλθε η ώρα να βάλουμε στην παρέα μας και το νέο σύγχρονο διπλό δονητή! Έχεις πρόβλημα;»
«Ότι επιθυμείς Μωρό μου!…» απάντησε μέσα στην καύλα της η Εριφύλη. Η Άλκηστις έβγαλε το χέρι της από το μουνί της Εριφύλης σηκώθηκε έβγαλε από την τσάντα ένα ροζ εικοσάποντο διπλό δονητή. Κοιτώντας μέσα στα μάτια την Εριφύλη, στη συνέχεια προσεχτικά έχωσε το ένα άκρο του δονητή μέσα στο μουνί της και το υπόλοιπο εξείχε λες και η Άλκηστις απέκτησε ξαφνικά πούτσο. Η έλλειψη λουριών έδινε μια απόλυτα φυσική αίσθηση. Η Εριφύλη μόλις το είδε τρελάθηκε!
«Τι δονητής είναι αυτός;» την ρώτησε.
«Είναι ο Feeldoe, ένας νέος τύπος δονητή που έχει ξετρελάνει όλες τις λεσβίες»
«Δηλαδή»
«Έχει σχήμα που ταιριάζει καλύτερα στην ανατομία της γυναίκας. Είναι δονητής σε σχήμα γωνία που το ένα μέρος μπαίνει και εφαρμόζει τέλεια στο μουνί αυτής που το χρησιμοποιεί και το υπόλοιπο μοιάζει σαν αληθινό ανδρικό όργανο».
Η Άλκηστις δίνοντας ένα γλωσσόφιλο στην Εριφύλη της είπε να γυρίσει στα τέσσερα. Εκείνη υποτακτικά γύρισε πρόθυμα καθώς σηκώθηκε στα γόνατα σαν υπάκουο κατοικίδιο και το πρόστυχο κορμί της πάλλονταν σαν καυλιάρας σκύλας στη ζέστη. Η Άλκηστις άλειψε με babyoil το ομοίωμα του πούτσου, άνοιξε λίγο καλύτερα τα πόδια της Εριφύλης γονάτισε πίσω της και άρχισε να τρίβει το σκληρό λαστιχένιο δονητή πάνω και κάτω στο βρεγμένο απαλό άνοιγμά της. Κάθε τρίψιμο έκανε το σώμα της Εριφύλης να τινάζεται ανεξέλεγκτα καθώς γουργούριζε σαν γατάκι, λυγίζοντας τους γοφούς της προσπαθώντας να καταπιεί εκείνο το χονδρό ομοίωμα με το μουνί της. Ωστόσο, η Άλκηστις δεν επρόκειτο να της το κάνει εύκολο απόψε. Της άρπαξε τα μαλλιά και σήκωσε το πρόσωπό της προς το μέρος της προτού της πει, «Αν θέλεις πραγματικό γαμήσι απόψε, θα πρέπει να το ζητιανέψεις.»
Το τι περνούσε στο μυαλό της Εριφύλης, το πρόσωπό της τα έλεγε όλα. Δεν άντεχε άλλο, αναζητούσε να «δεχτεί το αναπόφευκτο», το δονητή να διεισδύσει στον κόλπο της και το περίμενε με αυξανόμενη ανυπομονησία!..
«Πες μου τι θες;» Της είπε ψιθυριστά η Άλκηστις.
«Εσένα,» τη απάντησε, η Εριφύλη με τα μάτια της κλειστά.
«Τι θες;» Την ξαναρώτησε επιτακτικά, έχοντας πλέον αφήσει το χέρι της να περιπλανιέται ανάμεσα στα μπούτια της Εριφύλης και να την χαϊδεύει με τις άκρες των δαχτύλων της στους μηρούς.
«Να με γαμήσεις». Της είπε.
«Τι να σου γαμήσω;» Την ξαναρώτησε έχοντας πλέον αγγίξει το μουνί της το οποίο είχε μουσκέψει και πάλι με την υγρασία της.
«Το μουνί μου,» της είπε βαριανασαίνοντας και ανοίγοντας κι άλλο τα πόδια της.
«Λοιπόν, θα με ικετεψεις για αυτό, τσούλα ξαδέλφη;» και χωρίς να περιμένει απάντηση στηριζόμενη στα γόνατα της έβαλε το στραπόν χωρίς καμία δυσκολία μέσα στο μουλιασμένο μουνί της, που έσταζε από υγρά, Η Άλκηστις αφού το διείσδυσε σε όλο το μήκος έμεινε εκεί, για λίγο ακίνητη, ενώ η Εριφύλη απορροφούσε το απερίγραπτο συναίσθημα πληρότητας που της πρόσφερε το υπερμέγεθες στραπόν. Πλέον η κυρία Εριφύλη μούγκριζε δυνατά και η Άλκηστις, καύλωσε πολύ που είχε την ξαδέρφη της μπροστά της να την κάνει ότι θέλει και τη γάμαγε όσο καλύτερα μπορούσε κρατώντας την τώρα από τη μέση. Μέσα στην κρεβατοκάμαρα ακουγόταν καθαρά ο ήχος από τη βάση του δονητή όταν χτύπαγε στα μουνόχειλα της Εριφύλης στο συνεχές μέσα-έξω και τα βογγητά ευχαρίστησης της Εριφύλης που έδειχνε ποσό πολύ της άρεσε. που η Άλκηστις ακούραστα ξέσκιζε την καυτή της μουνότρυπα.
«Τέτοια πούτσα μικρή μου ξαδερφούλα δεν έφαγα από κανένα άνδρα! Το εργαλείο αυτό είναι φοβερό.» Έλεγε αγκομαχώντας η Εριφύλη που τελείωσε σφαδάζοντας με απίστευτους σπασμούς.





'
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου