ADS

click to open

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Oi Geitones Sto Rema

..........Οι γείτονές μας στο ρέμα Στο νοτιοανατολικό σύνορο της γειτονιάς, κατά μήκος του ρέματος, υψωνόταν μια μεγάλη πέτρινη κατοικία με κεραμοσκεπή. Ήταν ένα παλιό παραδοσιακό σπίτι, με ημιυπόγειο που χρησίμευε ως αποθήκη και κελάρι, χαμένο μέσα σ' έναν μεγάλο κήπο με δέντρα και πυκνό πράσινο. Ιδιοκτήτης του ήταν ένας άνδρας γύρω στα πενήντα πέντε, εργένης και ράφτης στο επάγγελμα. Στο μπροστινό μέρος του σπιτιού είχε διαμορφώσει το μικρό του ραφείο, όπου περνούσε σχεδόν ολόκληρη τη μέρα σκυμμένος πάνω από τη ραπτομηχανή, κάνοντας κυρίως επιδιορθώσεις ρούχων για τους λιγοστούς πελάτες της γειτονιάς. Το σπίτι εκείνο έμοιαζε να κατοικείται περισσότερο από τη σιωπή παρά από άνθρωπο. Σπάνια ακουγόταν φωνή, ακόμη πιο σπάνια γέλιο. Ο ίδιος ήταν κλειστός χαρακτήρας, λιγομίλητος, σχεδόν απρόσιτος. Για την προσωπική του ζωή ελάχιστα γνώριζε κανείς. Ο Αλκιβιάδης δεν θυμόταν να τον είχε δει ποτέ να συναναστρέφεται γυναίκα ή να συμμετέχει στις μικρές κοινωνικές συναθροίσεις της γειτονιάς. Τα μεγαλύτερα παιδιά, βέβαια, διηγούνταν διάφορες ιστορίες· έλεγαν πως τον είχαν δει να τριγυρίζει στα στενά της πλατείας Λαού, εκεί όπου βρίσκονταν τα πορνεία της εποχής. Αν ήταν αλήθεια ή απλώς μια από τις υπερβολές της γειτονιάς, κανείς δεν μπορούσε να το βεβαιώσει. 
Τη γαλήνη του σπιτιού του τη διέκοπταν συχνά τα παιδιά της αλάνας. Ακριβώς δίπλα, στο δυτικό όριο του κήπου του, απλωνόταν μια μεγάλη χωμάτινη έκταση, το βασίλειο των παιδικών παιχνιδιών. Εκεί, από το πρωί ως το σούρουπο, αντηχούσαν φωνές, γέλια, καβγάδες, πανηγυρισμοί και η γνώριμη βοή του ποδοσφαίρου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η μπάλα περνούσε τον φράχτη και κατέληγε στην αυλή του ράφτη, αναγκάζοντας κάποιον μικρό τολμηρό να σκαρφαλώσει ή να χτυπήσει διστακτικά την πόρτα του. Άντε να πείσεις τα παιδιά μιας αλάνας να κάνουν ησυχία. Όποιος μεγάλωσε δίπλα σε μια τέτοια γειτονιά ξέρει πως οι φωνές τους δεν ήταν απλώς θόρυβος· ήταν ο ίδιος ο παλμός της ζωής. .....Βορειοδυτικά, πάλι κατά μήκος του ρέματος, ύστερα από δυο ακόμη σπίτια με μεγάλους κήπους που χωρίζονταν μεταξύ τους από στενά σοκάκια, στεκόταν ένα τρίτο σπίτι, χτισμένο λίγο ψηλότερα από την κοίτη. Ήταν μια όμορφη μονοκατοικία με αποθήκες και εξωτερικά ουρητήρια, όπως σχεδόν όλα τα σπίτια της συνοικίας εκείνα τα χρόνια. Ο κήπος της ήταν ολόκληρο περιβόλι. Τζανεριές φορτωμένες με κατακόκκινους, τραγανούς καρπούς, λεμονιές, αχλαδιές και κερασιές σκίαζαν την αυλή. Τα παιδιά της γειτονιάς δεν περίμεναν ποτέ να ωριμάσουν τα τζάνερα· τα έκοβαν άγουρα, τα έτρωγαν λαίμαργα και ύστερα ξίνιζαν τα πρόσωπά τους, σκορπίζοντας γέλια στην αλάνα. 
Το σπίτι ανήκε στην Ασπασία, μια ευγενική και καλοσυνάτη χήρα γύρω στα πενήντα. Είχε χάσει τον άνδρα της λίγα χρόνια νωρίτερα σε εργατικό δυστύχημα σε οικοδομή. Ο μοναχογιός της είχε παντρευτεί στην Αθήνα και την επισκεπτόταν μόνο στις μεγάλες γιορτές. Τα αδέλφια της, που είχαν προκόψει στην Αμερική, τη βοηθούσαν οικονομικά, κι έτσι ζούσε με αξιοπρέπεια, χωρίς στερήσεις αλλά και χωρίς πολυτέλειες. Από τον πρώτο κιόλας χρόνο που εγκαταστάθηκε η οικογένεια του Αλκιβιάδη στη γειτονιά, η Ασπασία έδειξε μια ιδιαίτερη αδυναμία στο μικρό αγόρι. Ανάμεσά τους δημιουργήθηκε ένας δεσμός αμοιβαίας στοργής, τόσο φυσικός, σαν να υπήρχε από πάντα. Το καλοκαίρι εκείνος της κουβαλούσε νερό με το σταμνί από τη δημόσια βρύση της συνοικίας. Δεν υπήρχε ακόμη τρεχούμενο νερό στα σπίτια, κι ένα γεμάτο σταμνί ήταν καθημερινή ανάγκη. Εκείνη τον περίμενε πάντα με χαμόγελο. 
Τον χειμώνα ο Αλκιβιάδης έκοβε τα ξύλα για το τζάκι, καθάριζε το χιόνι από την αυλή και φρόντιζε τον κήπο της, όχι γιατί του το ζητούσε, αλλά γιατί ένιωθε πως αυτές οι δουλειές του ανήκαν. Η Ασπασία το είχε καταλάβει και δεχόταν τη βοήθειά του με μια τρυφερότητα που δεν χρειαζόταν λόγια. Το σπίτι της μοσχοβολούσε πάντοτε. Άλλοτε από φρεσκοψημένο ψωμί, άλλοτε από γλυκά του κουταλιού, πίτες ή φαγητά που σιγόβραζαν στην κατσαρόλα. Και ποτέ δεν τον άφηνε να φύγει χωρίς να τον φιλέψει. Ιδιαίτερη θέση στις αναμνήσεις του κατείχε το πρωτοχρονιάτικο ποδαρικό. Η Ασπασία πίστευε βαθιά στη δύναμη του εθίμου και κάθε παραμονή τον παρακαλούσε να είναι εκείνος που θα περνούσε πρώτος το κατώφλι του σπιτιού της με τον καινούργιο χρόνο. Πίστευε πως τα παιδιά κουβαλούν αθώα καρδιά και καλή τύχη. Για εκείνη ο Αλκιβιάδης ήταν το γούρι του σπιτιού της, κι εκείνος εκτελούσε το μικρό αυτό τελετουργικό με τη σοβαρότητα και την ευλάβεια που μόνο ένα παιδί μπορεί να δείξει. 
....Ακόμη πιο βορειοδυτικά, ύστερα από δυο ακόμη σπίτια με κήπους, στεκόταν ένα ψηλό διώροφο σπίτι που ξεχώριζε από τα υπόλοιπα της γειτονιάς. Έμοιαζε σχεδόν με αρχοντικό, επιβλητικό μέσα στην απλότητά του. Εκεί έμενε επίσης μια χήρα γυναίκα με τους δυο γιους της. Ο μεγαλύτερος είχε ακολουθήσει τον δρόμο του στρατού και είχε μείνει μόνιμα στις τάξεις του. Ο μικρότερος είχε τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο, όπως λεγόταν τότε, και περίμενε σύντομα να παρουσιαστεί για τη στρατιωτική του θητεία. Η μάνα τους πάλευε μόνη της να κρατήσει το σπίτι όρθιο. Ήταν μια στεγνή, αδύνατη γυναίκα γύρω στα πενήντα, από εκείνες τις γυναίκες της εποχής που δεν περίμεναν βοήθεια από κανέναν. Άλλοτε δούλευε ως καθαρίστρια, άλλοτε βοηθούσε γυναίκες στις γέννες ως μαμή. Έκανε ό,τι μπορούσε για να μεγαλώσει τα παιδιά της με αξιοπρέπεια. 
Στην αυλή του σπιτιού της υψώνονταν δυο τεράστιες καρυδιές. Ήταν τόσο μεγάλες και τόσο παλιές, που έδιναν την εντύπωση πως βρίσκονταν εκεί πολύ πριν κατοικηθούν τα σπίτια γύρω τους. Οι θεόρατοι κορμοί τους, γεμάτοι σημάδια του χρόνου, έμοιαζαν σαν να φύλαγαν μέσα τους τις ιστορίες όλων όσοι πέρασαν από τη γειτονιά. Ίσως να ήταν εκεί από τα χρόνια των παλιών αρχόντων, από εποχές που κανείς πια δεν θυμόταν. Κάτω από τη σκιά τους υπήρχε το πηγάδι με την τουλούμπα του νερού, ένα σημείο καθημερινής ζωής για τους ανθρώπους του σπιτιού αλλά και μια μικρή υπενθύμιση μιας εποχής όπου το νερό, η αυλή, το δέντρο και η γειτονιά ήταν δεμένα μεταξύ τους. Οι καρυδιές αυτές δεν ήταν απλώς δέντρα. Ήταν σιωπηλοί παρατηρητές. Είχαν ακούσει παιδικά γέλια, οικογενειακές κουβέντες, στεναγμούς, χαρές και λύπες. Είχαν γίνει μέρος της μνήμης του τόπου. 
Πάνω από τα σπίτια αυτά απλωνόταν μια μεγάλη ανηφόρα και στο πλάτωμα, σαν αετοφωλιά, στεκόταν το σπίτι της Ιόλης. Είχε μια μεγάλη αυλή, με μια τεράστια συκιά και δυο όμορφες αμυγδαλιές που την στόλιζαν κάθε εποχή με τον δικό τους τρόπο. Εκεί, προς τα τέλη του Φλεβάρη και τις αρχές του Μάρτη, η άκρη της αυλής γέμιζε κίτρινα κρινάκια. Το χρώμα τους ξεχώριζε μέσα στο ακόμα χειμωνιάτικο τοπίο και το λεπτό τους άρωμα έδινε μια ξεχωριστή γλυκύτητα στον χώρο. Η Ιόλη, μόλις έντεκα χρονών τότε, ήταν ένα κορίτσι που ξεχώριζε αμέσως. Ήταν πολύ ψηλή για την ηλικία της, με γερό κορμί και μια παρουσία που έκανε πολλούς να τη θεωρούν μεγαλύτερη απ’ όσο πραγματικά ήταν. Ίσως γι’ αυτό τραβούσε τα βλέμματα στη γειτονιά. Η μητέρα της, αντίθετα, ήταν μικροκαμωμένη και λεπτοκαμωμένη γυναίκα. Περιποιημένη, φιλάρεσκη και πάντα προσεγμένη στην εμφάνισή της, είχε μια ζωντάνια που δεν περνούσε απαρατήρητη. Με τα καστανόξανθα σγουρά μαλλιά της και το σπιρτόζικο πρόσωπό της, έδινε την εντύπωση μιας γυναίκας με έντονη προσωπικότητα, γεμάτης αυτοπεποίθηση και φρεσκάδα. Στη γειτονιά ήταν από εκείνες τις γυναίκες που όλοι πρόσεχαν. Όχι μόνο για την εμφάνισή της, αλλά και για τον τρόπο που μιλούσε, κινούνταν και συμμετείχε στη ζωή των ανθρώπων γύρω της. «Οι ψηλές είναι για την παρέλαση και οι κοντές για το κρεβάτι», συνήθιζε να λέει ο σοφός παππούς του, εκφράζοντας με τον δικό του τρόπο τις αντιλήψεις μιας άλλης εποχής. 
Η μητέρα της Ιόλης ήταν τότε μόλις τριάντα χρονών. Είχε παντρευτεί στα δεκαοκτώ της, όταν βρέθηκε έγκυος στην Ιόλη, και η ζωή της πήρε γρήγορα τον δρόμο που επέβαλαν οι κοινωνικές συνήθειες και οι αντιλήψεις της εποχής. 
Με τα χρόνια είχε βρεθεί μέσα σε έναν γάμο που δεν της πρόσφερε όλα όσα ίσως περίμενε από τη συντροφικότητα. Ο άνδρας της έλειπε συχνά λόγω των ταξιδιών του και η καθημερινότητά της περνούσε κυρίως μέσα στο σπίτι, αφήνοντάς της πολύ χρόνο να σκέφτεται, να ονειρεύεται αλλά και να αισθάνεται τις ελλείψεις της. Ήταν μια γυναίκα με ζωντάνια, με ανάγκη για επικοινωνία και ανθρώπινη επαφή. Κι ίσως αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην εξωτερική της ζωηράδα και στη μοναχική της καθημερινότητα να ήταν αυτό που έκανε πολλούς στη γειτονιά να την προσέχουν και να μιλούν γι’ αυτήν. Ο πατέρας της Ιόλης ήταν ένας σαραντάρης άνδρας, με πλούσια κατσαρά μαλλιά και μέτριο ανάστημα. Ο ίδιος ο Αλκιβιάδης πολλές φορές απορούσε πώς γινόταν η κόρη του να έχει πάρει τόσο πολύ ύψος, αφού η σωματική της διάπλαση διέφερε τόσο έντονα από εκείνη των γονιών της. 
Η δουλειά του τον έφερνε συχνά μακριά από το σπίτι. Ταξίδευε και εργαζόταν κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, με αποτέλεσμα να απουσιάζει μεγάλα χρονικά διαστήματα από την οικογενειακή εστία. Η συνεχής απουσία του δεν επηρέαζε μόνο την καθημερινή λειτουργία της οικογένειας, αλλά δημιουργούσε και μια συναισθηματική απόσταση ανάμεσα στα μέλη της. Η Ιόλη μεγάλωνε με έναν πατέρα που αγαπούσε, αλλά που πολλές φορές ήταν περισσότερο μια ανάμνηση παρά μια καθημερινή παρουσία. Η μητέρα της, από την άλλη, κουβαλούσε τη σιωπή και τη μοναξιά μιας γυναίκας που είχε μάθει να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της ζωής. 
Στις μικρές κοινωνίες της εποχής εκείνης, οι απουσίες, οι ανεκπλήρωτες ανάγκες και τα προσωπικά αδιέξοδα των ανθρώπων συχνά γίνονταν αντικείμενο σχολίων, ψιθύρων και ιστοριών που μεγάλωναν από στόμα σε στόμα. Και κάπως έτσι η γειτονιά γινόταν ένας καθρέφτης, όπου φανερώνονταν όχι μόνο οι χαρές αλλά και οι κρυφές δυσκολίες των ανθρώπων της. Η ιστορία τους ξεκινά λίγο μετά την αναχώρηση του πατέρα της Ιόλης για ακόμη ένα από τα μεγάλα του ταξίδια. Η απουσία του ήταν πλέον κάτι συνηθισμένο στην οικογένεια, ένα κομμάτι της καθημερινότητάς τους που όλοι είχαν μάθει να αποδέχονται. Η μητέρα της Ιόλης αποφάσισε τότε να κάνει μια μικρή ανακαίνιση στο σπίτι. Όχι κάτι μεγάλο· περισσότερο ένα φρεσκάρισμα, λίγα μερεμέτια, λίγο χρώμα στους τοίχους και μια προσπάθεια να αλλάξει κάπως η εικόνα του σπιτικού τους. 
Η Ιόλη εκείνες τις ημέρες θα έμενε μέχρι αργά το βράδυ στη Μερόπη. Τα σπίτια τους τα χώριζε μόλις ένα τετράγωνο και τα κορίτσια περνούσαν αρκετό χρόνο μαζί. Ετοίμαζαν ένα θεατρικό μονόπρακτο για το σχολείο, γεμάτο χιούμορ, κέφι και έξυπνες ατάκες. Οι πρόβες τους είχαν γίνει καθημερινή συνήθεια. Γελούσαν, διόρθωναν τα λόγια τους, άλλαζαν τον τρόπο που έλεγαν τις ατάκες και ξανάπαιζαν τις ίδιες σκηνές μέχρι να τις πετύχουν όπως ήθελαν. Ήταν εκείνη η ηλικία που η φαντασία, το παιχνίδι και η δημιουργία έμοιαζαν να γεμίζουν ολόκληρο τον κόσμο τους. Η γειτονιά, οι αυλές και τα σπίτια γύρω τους αποτελούσαν το σκηνικό μιας παιδικής ζωής που κυλούσε απλά, μέσα σε μικρές χαρές και καθημερινές περιπέτειες. 
Όταν η μητέρα της Ιόλης αντιμετώπισε μια δυσκολία με ένα βαρύ έπιπλο που έπρεπε να μετακινηθεί, σκέφτηκε να ζητήσει βοήθεια από τη γειτόνισσα, τη μαμή που έμενε πιο κάτω στο ρέμα. Η μαμή τής είπε πως, αν δεν είχε αντίρρηση, θα μπορούσε να της στείλει τον μικρότερο γιο της. Ήταν είκοσι χρονών, λίγο πριν παρουσιαστεί στον στρατό, και αυτή την περίοδο δεν είχε ιδιαίτερες υποχρεώσεις. Η πρόταση της φάνηκε χρήσιμη και την ευχαρίστησε προκαταβολικά. Όταν λίγο αργότερα χτύπησε η πόρτα και την άνοιξε, για μια στιγμή ξαφνιάστηκε. Είχε καιρό να δει τον νεαρό. Στη μνήμη της τον είχε ακόμη σαν το παιδί της γειτονιάς, όμως μπροστά της στεκόταν πλέον ένας νέος άνδρας. Η αλλαγή αυτή την αιφνιδίασε. Δεν ήταν μόνο η εμφάνιση του νεαρού που της έκανε εντύπωση, αλλά κυρίως το γεγονός πως, μέσα στη σιωπηλή καθημερινότητά της, ένιωσε ξαφνικά να ξυπνούν σκέψεις και συναισθήματα που για καιρό είχε αφήσει στην άκρη. Ο άνδρας της έλειπε για μεγάλα διαστήματα στα βουνά της Ροδόπης, η Ιόλη βρισκόταν απασχολημένη με τις πρόβες του θεατρικού της στης Μερόπης, και το σπίτι εκείνο το απόγευμα έμοιαζε πιο ήσυχο από ποτέ. Κοιτάζοντας τον νεαρό να προσπαθεί να τη βοηθήσει με τις δουλειές του σπιτιού, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια εσωτερική αναστάτωση. Ήταν η στιγμή που η μοναξιά, η ανάγκη για συντροφικότητα και η ανθρώπινη επιθυμία συναντήθηκαν μέσα της και την έβαλαν σε μια δύσκολη προσωπική δοκιμασία. Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσε πως δεν ήταν μόνο μητέρα και σύζυγος· ήταν και γυναίκα. Τον ρώτησε αν βιαζόταν, αν είχε κάποια άλλη δουλειά ή αν θα τον καθυστερούσε. «Όχι! Ήρθα να βοηθήσω. Μετά θα πήγαινα στη λέσχη για μπιλιάρδο να περάσει η ώρα μου.» «Αφού δεν βιάζεσαι, κάτσε τότε. Έχεις φάει;» «Ναι, μόλις τελείωσα το μεσημεριανό. Από το τραπέζι έρχομαι.» «Ωραία. Να σου φτιάξω πρώτα έναν καφέ. Πώς τον πίνεις;» «Μέτριο, προς το γλυκό.» Χαμογέλασε. «Κοίτα να δεις. Έχουμε τα ίδια γούστα. Ώστε στη λέσχη για μπιλιάρδο;» «Ναι. Εκτός κι αν θέλεις κι άλλη βοήθεια. Μπορώ να μείνω λίγο ακόμη.» «Αν θέλω λέει!» του απάντησε γελώντας. Τα λόγια της ακούστηκαν απλά, καθημερινά, όμως μέσα της κάτι είχε αλλάξει. Η παρουσία του νεαρού άνδρα είχε αναστατώσει τη συνηθισμένη ησυχία του σπιτιού και είχε ξυπνήσει μέσα της συναισθήματα που για καιρό παρέμεναν κρυμμένα κάτω από τις υποχρεώσεις και τη μοναξιά. «Λοιπόν, πιες τον καφέ σου με την ησυχία σου. Πάω στην κρεβατοκάμαρα να βάλω κάτι πιο πρόχειρο για τις δουλειές και επιστρέφω.» Και καθώς απομακρυνόταν, ένιωθε πως εκείνο το απόγευμα ίσως να μην ήταν απλώς μια ακόμη συνηθισμένη μέρα στη γειτονιά. Όλα τα σημάδια, για έναν πιο έμπειρο παρατηρητή, ίσως να ήταν φανερά. Η γυναίκα δεν αναζητούσε απλώς μια βοήθεια για τις δουλειές του σπιτιού· η παρουσία του νεαρού είχε αναστατώσει κάτι βαθύτερο μέσα της. Εκείνος όμως, νέος ακόμη και άπειρος στα παιχνίδια των ενηλίκων, δεν αντιλαμβανόταν πλήρως τι συνέβαινε. Τον άφησε για λίγο μόνο στο σαλονάκι να τελειώσει τον καφέ του και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Όταν επέστρεψε, είχε αλλάξει ρούχα και φορούσε κάτι πιο άνετο για τις δουλειές του σπιτιού. Η εμφάνισή της ήταν διαφορετική από πριν· πιο ανάλαφρη, πιο προσεγμένη, σαν να ήθελε ασυναίσθητα να θυμίσει όχι μόνο στον νεαρό αλλά και στον ίδιο της τον εαυτό πως παρέμενε μια γυναίκα με παρουσία και γοητεία. Κατά τη διάρκεια των εργασιών, υπήρχαν στιγμές που ένιωθε τα βλέμματα να συναντιούνται. Μικρές παύσεις, αμήχανες σιωπές και χαμόγελα που έλεγαν περισσότερα από τα λόγια. Εκείνη καταλάβαινε πως είχε δημιουργηθεί μια αδιόρατη ένταση ανάμεσά τους. Ο νεαρός, από την άλλη, βρισκόταν σε μια ηλικία που ανακάλυπτε τον κόσμο των ενηλίκων, χωρίς ακόμη να γνωρίζει τα όρια και τις συνέπειες των επιλογών τους. Για τη γυναίκα εκείνη, η παρουσία του δεν ήταν μόνο θέμα έλξης. Ήταν η ξαφνική υπενθύμιση μιας πλευράς του εαυτού της που είχε χαθεί μέσα στη ρουτίνα, στις απουσίες του συζύγου της και στις καθημερινές ευθύνες. Και κάπου εκεί γεννήθηκε μέσα της ένας δύσκολος πειρασμός: η επιθυμία να ξεφύγει για λίγο από τον ρόλο που κουβαλούσε τόσα χρόνια και να αισθανθεί ξανά απλώς γυναίκα. Με τη βοήθειά του μετέφερε τη βαριά ξύλινη σκάφη στον εσωτερικό διάδρομο του σπιτιού. Ήταν ένα από εκείνα τα αντικείμενα της καθημερινότητας που κουβαλούσαν πάνω τους τη μνήμη μιας άλλης εποχής, τότε που οι δουλειές γίνονταν με τα χέρια και ο κόπος έμενε χαραγμένος στο σώμα. Όταν τελείωσαν τις εργασίες, εκείνη ένιωθε κουρασμένη και ταλαιπωρημένη. Του ζήτησε να τη βοηθήσει λίγο ακόμη, περισσότερο σαν να αναζητούσε μια ανθρώπινη παρουσία παρά μια πρακτική βοήθεια. Εκείνος ένιωσε αμήχανα. Δεν ήταν σίγουρος πώς έπρεπε να αντιδράσει, γιατί για πρώτη φορά αντιλαμβανόταν πως ανάμεσά τους υπήρχε κάτι διαφορετικό από μια απλή γειτονική εξυπηρέτηση. Η γυναίκα, αντίθετα, γνώριζε πολύ καλά τι συνέβαινε μέσα της. Για πρώτη φορά ύστερα από καιρό ένιωθε πως κάποιος την πρόσεχε, πως δεν ήταν μόνο η σύζυγος που περίμενε, η μητέρα που φρόντιζε, η γυναίκα των καθημερινών υποχρεώσεων. Ένιωθε ξανά επιθυμητή. Ο νεαρός παρέμενε σιωπηλός. Στο βλέμμα του υπήρχε αμηχανία, έκπληξη αλλά και μια πρωτόγνωρη έλξη που δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί. Εκείνη κατάλαβε τη σιωπή του. Δεν ήταν άρνηση, αλλά ούτε και βεβαιότητα. Ήταν η στιγμή που και οι δύο βρέθηκαν μπροστά σε ένα όριο: εκείνη, ανάμεσα στην ανάγκη και στις επιλογές της· εκείνος, ανάμεσα στην περιέργεια της νιότης και στην επίγνωση ότι κάθε πράξη έχει συνέπειες. Για λίγες στιγμές δεν ακούστηκε τίποτα άλλο παρά μόνο η σιωπή του σπιτιού και ο ήχος της ανάσας τους. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, περισσότερο από οποιαδήποτε κίνηση, φάνηκε η πραγματική ένταση της στιγμής. Της είπε πως δυσκολευόταν να πιστέψει ότι κάτι που για καιρό υπήρχε μόνο στη φαντασία του είχε ξαφνικά γίνει πραγματικότητα. Τα λόγια του την ξάφνιασαν, αλλά ταυτόχρονα την κολάκευσαν. Για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό ένιωσε πως κάποιος την έβλεπε όχι μόνο ως σύζυγο και μητέρα, αλλά ως γυναίκα. Ένα χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό της. Τον ρώτησε αν τα εννοούσε πραγματικά ή αν ήταν απλώς λόγια της στιγμής. Εκείνος της απάντησε με ειλικρίνεια, κι εκείνη ένιωσε μια παράξενη ικανοποίηση από την αποκάλυψη αυτή. Ήταν σαν να ανακάλυπτε μια πλευρά του εαυτού της που είχε μείνει κρυμμένη για χρόνια. Από εκείνη τη μέρα κάτι άλλαξε ανάμεσά τους. Η σχέση τους δεν ήταν πια μια τυχαία στιγμή, αλλά ένα μυστικό που έπρεπε να προστατευτεί. Οι συναντήσεις τους έγιναν πιο προσεκτικές, πιο διακριτικές, καθώς και οι δύο γνώριζαν πως η γειτονιά ήταν ένας μικρός κόσμος όπου τίποτα δεν έμενε για πάντα κρυφό. Για εκείνη ήταν μια επιστροφή σε μια ξεχασμένη αίσθηση ζωντάνιας. Για εκείνον ήταν η πρώτη μεγάλη εμπειρία που τον έφερνε αντιμέτωπο με την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων, των επιθυμιών και των επιλογών. Και έτσι, πίσω από τις κλειστές πόρτες ενός σπιτιού στη γειτονιά, άρχισε να ξετυλίγεται μια ιστορία που κανείς γύρω τους δεν γνώριζε ολόκληρη
...Και όμως, εκείνη τη στιγμή η Ιόλη αντίκρισε μια πλευρά της μητέρας της που ποτέ δεν είχε φανταστεί. Επιστρέφοντας απρόσμενα στο σπίτι για να πάρει κάποιες σημειώσεις, βρέθηκε μπροστά σε μια εικόνα που την αιφνιδίασε και την έκανε να σταματήσει απότομα. Για λίγες στιγμές δεν μπορούσε να επεξεργαστεί αυτό που έβλεπε. Η μητέρα της, ο άνθρωπος που μέχρι τότε ανήκε αποκλειστικά στον κόσμο της οικογένειας, παρουσιαζόταν ξαφνικά ως μια γυναίκα με δικά της συναισθήματα, ανάγκες και επιθυμίες. Η πρώτη της αντίδραση ήταν η άρνηση· μια προσπάθεια του μυαλού της να απομακρύνει μια πραγματικότητα που την αναστάτωνε. Χωρίς να γίνει αντιληπτή, απομακρύνθηκε σιωπηλά. Δεν ήξερε τότε αν αυτό που ένιωθε ήταν θυμός, απογοήτευση ή απλώς σύγχυση. Ήταν ένα βάρος που κουβαλούσε μόνη της, γιατί αφορούσε δύο ανθρώπους που αγαπούσε και μια οικογένεια που μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε πως γνώριζε. Με τον χρόνο, όμως, η πρώτη ένταση υποχώρησε. Η Ιόλη άρχισε να βλέπει την κατάσταση πιο ψύχραιμα. Δεν δικαιολογούσε απαραίτητα την επιλογή της μητέρας της, αλλά μπορούσε πλέον να κατανοήσει ότι πίσω από μια πράξη υπάρχει συχνά μια ολόκληρη ιστορία από μοναξιά, ανικανοποίητες ανάγκες και σιωπηλές πληγές. Σιγά σιγά πέρασε από την άρνηση στην αποδοχή μιας δύσκολης αλήθειας: οι γονείς της δεν ήταν μόνο οι ρόλοι που είχε γνωρίσει. Ήταν άνθρωποι με αδυναμίες, λάθη, επιθυμίες και αντιφάσεις. Και αυτή η ανακάλυψη, όσο επώδυνη κι αν ήταν, την ανάγκασε να δει τον κόσμο των ενηλίκων με μια νέα, πιο σύνθετη ματιά. Η αποκάλυψη αυτή άνοιξε μέσα στην Ιόλη έναν κόσμο που μέχρι τότε δεν γνώριζε. Δεν ήταν μόνο το γεγονός που είχε δει· ήταν κυρίως η αλλαγή στον τρόπο που άρχισε να βλέπει τη μητέρα της. Για πρώτη φορά κατάλαβε πως πίσω από τον ρόλο της μητέρας υπήρχε μια γυναίκα με δικές της ανάγκες, επιθυμίες, απογοητεύσεις και αδυναμίες. Η σκέψη αυτή την μπέρδευε. Από τη μια ένιωθε ότι είχε παραβιαστεί ένας χώρος που θεωρούσε ιερό, ο κόσμος της οικογένειας. Από την άλλη, αντιλαμβανόταν πως ο γάμος των γονιών της δεν ήταν τόσο απλός όσο φαινόταν από τα μάτια ενός παιδιού. Υπήρχαν σιωπές, αποστάσεις και ανεκπλήρωτες ανάγκες που εκείνη δεν μπορούσε ακόμη να κατανοήσει πλήρως. Με αμηχανία αποφάσισε κάποια στιγμή να μιλήσει στη Μερόπη. Ήταν δύσκολο να βρει τις λέξεις. Δεν ήθελε να προδώσει τη μητέρα της, ούτε ήθελε να κουβαλά μόνη της ένα μυστικό που την πίεζε. «Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω», της είπε τελικά. «Έμαθα κάτι για τη μητέρα μου και δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου». Η Μερόπη την άκουσε χωρίς να τη διακόψει. Κατάλαβε πως η Ιόλη δεν χρειαζόταν εύκολες απαντήσεις, αλλά έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να τη βοηθήσει να βάλει σε τάξη τα συναισθήματά της. Εκείνη η περίοδος ήταν για την Ιόλη ένα πέρασμα σε μια πιο δύσκολη γνώση της ζωής: ότι οι μεγάλοι άνθρωποι δεν είναι πάντα όπως τους φανταζόμαστε, ότι οι σχέσεις τους έχουν αντιφάσεις και ότι πολλές φορές τα παιδιά βλέπουν μόνο την επιφάνεια μιας ιστορίας που είναι πολύ πιο περίπλοκη. Ξύπνησαν μέσα της τα πρώτα νεανικά ερωτικά σκιρτήματα, τα οποία συνοδεύονταν από μια αυθόρμητη εμφάνιση των πρώτων ερωτικών συναισθημάτων στην πρώιμη νεότητα της. Η Ιόλη νιώθει μια σεξουαλική έλξη για τον εραστή της μητέρας της ως μια μορφή του «συμπλέγματος της Ηλέκτρας». Υποσυνείδητα θελει να αναλάβει τον ρόλο της μητέρας της στην αγκαλιά του εραστή, να τη φιλά παθιασμένα, και να της ψιθυρίσει στο αυτί της πόσο τη θελει. Με αμηχανία εκμυστηρεύεται και μοιράζεται το πολύ προσωπικό στην Μερόπη ότι εδώ και λίγο καιρό έχει καταλάβει ότι η μητέρα της απατάει τον πατέρα της με έναν πολύ νεότερο άνδρα. Τι να κάνει; Πώς μπορεί να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση. Δεν ένιωθε απαραίτητα ιδιαίτερα άσχημα στο πρόβλημα, και η στάση της αυτή κρύβει μια βαθύτερη επιθυμία της, που ήταν πως πολύ θα ήθελε να σμίξει και εκείνη με το νεαρό άνδρα κάποια στιγμή. Η παμπόνηρη και αθυρόστομη ξαδερφούλα του Αλκιβιάδη η Μερόπη λες και διάβασε τις σκέψεις της Ιόλης, της βρήκε τη λύση στο ερώτημα πως να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση, που την προσγειώνει. «Τι να κάνεις;. Μην είσαι αφελής, κάνε συμφωνία με την μαμά σου μόλις αποκτήσεις περίοδο και ωρίμανση να σου τον δώσει εσένα τον νεαρό. Που και που της τον δανείζεις και αυτής για τη χάρη που θα σου κάνει». Της λέει χαμογελώντας. «Τη βρίσκω πολύ δίκαιη συμφωνία» συμπλήρωσε με μια παιχνιδιάρικη διάθεση για να την πειράξει. «Η περίοδος μου έχει ξεκινήσει ήδη» λέει κάπως προβληματισμένη η Ιόλη και βγάζει έναν αναστεναγμό, σημάδι ότι εκφράζει αμφιβολίες, για την πρόταση της Μερόπης, χωρίς όμως να είναι απόλυτα αρνητική! «Τι έπαθες Ιόλη μου και σε βλέπω έτσι αλαφιασμένη;!» Της λέει η Μερόπη. Η Ιόλη έδειχνε αιφνιδιασμένη, διστακτική, σαν να μην απορρίπτει άμεσα την πρόταση, αντίθετα, αφήνει περιθώρια πιθανής αποδοχής, δείχνοντας ότι η πρόταση της προκάλεσε το ενδιαφέρον, παρά το απρόσμενα δύσκολο να υλοποιηθεί. «H αλόγα η αψηλιά και άχαρη, δεν είναι ιδέα μου...τη γαργαλάει το μουνάκι της... γουστάρει και τον νεαρό να της ηρεμήσει το γαργαλητό..... ψάχνεται από τώρα για επιβήτορα!» Αυτά βέβαια η Μερόπη δεν τα εξέφρασε ανοιχτά, (φόρα παρτίδα) στην Ιόλη, αλλά τα κράτησε για τον εαυτό της. Σήμερα ο Αλκιβιάδης αποστασιοποιημένος από τα δρώμενα εκείνης της προ εφηβικής τους ηλικίας τους ... σκέπτεται με ψύχραιμη και ουδέτερη στάση ότι η Ιόλη και η Μερόπη από τα ένδεκα τους χρόνια είχαν προχωρημένες σκέψεις και ανησυχίες για τις σεξουαλικές επιθυμίες και την ανακάλυψη της ηδονής. Η σεξουαλική τους ωρίμανση είχε ήδη ενεργοποιηθεί, και η ενεργοποίηση τους αυτή συνοδευόταν από την αναζήτηση της σεξουαλικής ικανοποίησης τους
Έχουν περάσει μερικές εβδομάδες ήδη, που ειχαν εσπευσμένα μετακομίσει από το σπίτι και από την γειτονιά τους η Νεφέλη με τον σύζυγο της. Λένε πως οι μετακομίσεις συχνά κλείνουν έναν κύκλο και ανοίγουν έναν νέο, τόσο για αυτούς που φεύγουν όσο και για αυτούς που μένουν πίσω. 
 ..... Η συζυγική σχέση του Κλεαρχου με την Ιοκάστη στη συνέχεια κυλούσε σε «ήρεμα νερά» χωρίς αναταράξεις και προβλήματα. Μπορεί να μην υπήρχε λήθη, αλλά τη διαχείριση της σχέσης τους την τακτοποίησαν και πάλι το ίδιο εκείνο βράδυ. Τακτοποίησαν τις διαφορές τους αυτόματα, χρησιμοποιώντας τις ίδιες στρατηγικές που συνήθιζαν, ακόμα κι αν αυτές δεν επίλυαν το ουσιαστικό πρόβλημα. Η Ιοκάστη νιώθει ανήμπορη να λειτουργήσει αυτόνομα, να αισθανθεί ευτυχισμένη χωρίς την συνεχή επιβεβαίωση και την παρουσία του Κλεαρχου. 
Στο βόρειο μέρος της αυλής του σπιτιού που έμεναν ξεκινούσαν τσιμεντένια σκαλοπάτια που κατέληγαν σ’ ένα ανηφορικό σοκάκι και από εκεί στον εξωτερικό  δρόμο. Τα σκαλοπάτια κατέληγαν σε έναν διαδρομο απέναντι από την κυρία είσοδο στην αυλή τους. Στο διαδρομο διπλά στα σκαλοπάτια ο Κλέαρχος είχε στήσει έναν ξύλινο πάγκο και επάνω του είχε τοποθετήσει την Μηχανή Ρελιάσματος που γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια. Ο Κλέαρχος ήταν ένας μανιώδης κυνηγός και ένας πραγματικός φυσιολάτρης. Από την νεαρή του ηλικία, εδώ και χρόνια γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια στο χέρι, με άριστη ποιότητα υλικών. Το να φτιάξει κανείς ένα καλό φυσίγγιο δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο.
Είναι περασμένο μεσημέρι το σκηνικό γύρω είναι ένας μουντός βροχερός καιρός αλλά με υψηλή θερμοκρασία και ο Κλέαρχος παλεύει στο πάγκο του με τα φυσίγγια του, όταν μέσα από το σοκάκι στο τελευταίο πλατύσκαλο εμφανίζεται η Νιόβη ντυμένη με φούστα midi και κοντό ανοιξιάτικο σακάκι. Η Νιόβη ήταν μια κοπελάρα δεκαοκτώ χρονών, ψηλή, καστανόξανθη, και γεμάτη σφρίγος. Αισθανόταν ήδη πολύ γυναίκα. Το σώμα της ήταν άριστα σχηματισμένο, τα μπούτια της δεμένα, οι γάμπες της μακριές και χυτές, τα στήθια της στητά και ολοστρόγγυλα τέντωναν το στενό πουκάμισο της, καθώς δεν φορούσε σουτιέν, οι τεντωμένες ρώγες της σχηματιζόντουσαν προκλητικά πάνω στο λευκό ύφασμα. Οι ερωτικές της εμπειρίες ήταν λιγοστές. Είχε κάποιες παρέες νεαρών φίλων στην πόλη, αλλά μεχρι πρόσφατα πριν έλθει στην πόλη στο χωριό ζούσε σε σπίτι αυστηρών αρχών, με πολύ αυστηρό πατέρα και σεμνή μητέρα, και δεν είχε ποτέ τολμήσει να αφήσει ελεύθερο τον εαυτό της. Αυνανιζόταν τα  βράδια, για να μπορέσει να ηρεμήσει και να κοιμηθεί, αλλά κάθε πρωί ξυπνούσε μελαγχολική, καθώς της έλειπε η αντρική αγκαλιά, που τόσο την αισθανόταν πια απαραίτητη.
Νωπές είναι οι μνήμες της από το επεισόδιο με τον γείτονα της τον Κλέαρχο να είναι στο απέναντι υπνοδωμάτιο της γειτόνισσας τους Νεφέλης  και τα τρία μικρά κοριτσόπουλα να προσπαθούν να πάρουν μάτι μέσα από τις γρίλιες του παράθυρου τον Κλέαρχο ξαπλωμένο ανάσκελα και Νεφέλη πάνω στο καυλί του! Κατάλαβε πως η Νεφέλη και ο Κλέαρχος ψωνίστηκαν όταν ο σύζυγος της Νεφέλης απουσίαζε στην πατρίδα τους και η γυναίκα του Κλεαρχου η Ιοκάστη δούλευε, στον κάμπο. Η Νιόβη
αισθάνθηκε το μουνάκι της να πλημμυρίζει. Το κορμί της φούντωσε ολόκληρο. Κλείστηκε στην κάμαρα της και, άρχισε με το αριστερό χέρι να τσιμπάει τα βυζιά της και με το δεξί να τρίβει απ’ έξω το μουνί της μεχρι να έρθει σε οργασμό. 
 ...Η Νιόβη από εκεί απ' το πλατύσκαλο αντιλαμβάνεται τον Κλέαρχο στον πάγκο του, συγκεντρωμένο με αφοσίωση στη δημιουργική χειρωνακτική δραστηριότητα του, με πάθος και αφοσίωση στην εργασία του, αγνοώντας το περιβάλλον του. Κοντοστέκεται στο μεγάλο πλατύσκαλο αφήνει σκόπιμα έναν φάκελο παρουσίασης με σημειώσεις να πέσει από τα χέρια της στο τσιμέντο σε μια κλασική τεχνική να κεντρίσει την προσοχή του Κλέαρχου και να του μεταφέρει κρυφά μια πληροφορία. Ο ξαφνικός ήχος του φακέλου στο δάπεδο λειτουργεί ως ερέθισμα και διακόπτει την αποξένωση του Κλεαρχου από το περιβάλλον, τον ενεργοποιεί και η προσοχή του στρέφεται στο κορίτσι!  Η Νιόβη ρίχνει μια ματιά στον Κλέαρχο, το βλέμμα της είναι παιχνιδιάρικο, με νάζι και πονηριά (Αχ συγνώμη που σε έκανα να ανησυχήσεις, δεν το ήθελα). Είναι ένα βλέμμα που «μιλάει» και δείχνει διάθεση για φλερτ, χωρίς να είναι απαραίτητα σοβαρό. Δεν ήθελε να δείξει ότι το ήθελε, αλλά το βλέμμα της «πρόδιδε» την επιθυμία της.
Στη συνέχεια με μια άμεση, ενεργητική αντίδραση για να διορθώσει δήθεν την κατάσταση, σκύβει να πάρει το φάκελο αδέξια, οι σημειώσεις σκόρπισαν. Σκύβοντας, τα πόδια της είναι σε διάσταση και δεν έχει λυγίσει τα γόνατα. Προσπαθεί με ηρεμία και αργές κινήσεις να ανακτήσει τον έλεγχο του φακέλου και να μαζέψει τις σημειώσεις. Μαζεύοντας τα χαρτιά της, στριφογυρίζει στη θέση της ώστε ο Κλέαρχος που βρίσκεται τώρα ακριβώς πίσω της χαμηλά στην αυλή και σε κάποια σχετικά μικρή απόσταση να να έχει θέα τους γυμνασμένους γλουτούς της και στην υπερυψωμένη περιοχή του όρους της Αφροδίτης μέσα από τι μικρό κιλοτάκι της.
Ο Κλέαρχος την κοιτούσε με ελαφρώς ανοιχτό στόμα χαλαρά χείλη, ενισχύοντας την αίσθηση στο ενδιαφέρον που του προκαλεί το κορίτσι. «Κοίτα το καυλιάρικο μωρό! Μου δείχνει το «μύδι» της! Μωρό μου τι καύλα είσαι εσύ!» Μονολόγησε ο Κλέαρχος ερεθισμένος από τη θέα που του προσέφερε η έφηβη γυναίκα. Τα βλέμματα τους συναντούνται και  αναμετράει ο ένας τον άλλο. Τα μαύρα μάτια του ακτινοβόλησαν όπως το σπασμένο γυαλί. Στα τριάντα δυο του χρόνια είναι στα ντουζένια του σαν γάτος που γυρνοβολάει στα κεραμίδια. Και δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να τον περιορίσει. Η Νιόβη σηκώθηκε όρθια του χαμογέλασε ικανοποιημένη πονηρά και όλο νόημα. Τον Κλέαρχο στεγνός πυρετός τον έπιασε. Αχ αυτό το κορίτσι με τα μάτια φωτιά. Τον κοίταζε και άναβε. Κατέβαινε τα σκαλοπάτια και χόρευαν οι ρώγες της. Το κορίτσι βιώνει κι αυτό το ερωτικό σκίρτημα σαν γαργαλητό στο στομάχι. Έχει κι αυτό ερωτικά σκιρτήματα που δεν την αφήνουν ήρεμα να κοιμηθεί τα βράδια. Η Νιόβη, ένιωθε μια ευχάριστη περιέργεια για το ενδιαφέρον που της έδειχνε ο άνδρας. Άκουσε τη φωνή της μητέρας της να ψιθυρίζει στο μυαλό της.«Εε, λοιπόν, αυτός είναι ένας άντρας που δε θα είχα πρόβλημα να του κατεβάσω το παντελόνι.» Η ανάρμοστη σκέψη την έκανε να νιώσει ντροπή κι έδιωξε τα μη λογοκριμένα σχόλια της μητέρας της απ’ το μυαλό της. Τον κοιτούσε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, καθώς σκέψεις ρίζωναν μέσα της. Η ιδέα να της κάνει έρωτα αυτός ο άντρας ήταν ιδιαίτερα ερεθιστική και ήταν και κάτι που δρα ως διεγερτικό της σεξουαλικής επιθυμίας πάνω της. Το μυαλό της ήταν ήδη γεμάτο με τρυφερές περιπτύξεις και λάγνες φαντασιώσεις, παρορμήσεις που επιθυμούσε για να τις δοκιμάσει.
...Η βροχή είχε σταματήσει όταν έφτασε και ο Αλκιβιάδης στο σπίτι. Άνοιξε την πόρτα. Τους είδε. Κοιτούσε ο ένας τον άλλο. Το δεξί του χέρι χάιδευε τρυφερά τους μηρούς της. Ήταν σίγουρος στο σάλιο του είχε τη γεύση της ανάμεικτη με του φαγητού που έβραζε και δοκίμαζε εάν είναι έτοιμο.  Ο Κλέαρχος όπως είχε τον τρόπο του στην κρεβατοκάμαρα έτσι είχε τον τρόπο του και στην κουζίνα.  Μαγείρευε για την οικογένεια αρκετές φορές γιατί η Ιοκάστη δουλεύει πολλές ώρες.. Ναι δεν μαγείρευε κάτι ιδιαίτερα πέρα από τα συνηθισμένα και τα κατάφερνε πολύ καλά..
Η Νιόβη, πρέπει πριν μπει ο Αλκιβιάδης μέσα να είχε αφεθεί στο χάδι του. Να ένιωθε το χέρι του αργά να ανεβαίνει όλο και ψηλότερα, να είχε κλείσει τα μάτια και το εσώρουχό της να είχε υγρανθεί. Το ραδιόφωνο έπαιζε ένα άσμα απ’ τα παλιά. Ελαφρό-λαϊκό. Του απομάκρυνε το χέρι. Κάθισε σεμνότερα.
Ο Αλκιβιάδης τους κοιτούσε. Αυτή ήταν δεκαοχτώ χρονών περίπου κι ο Κλέαρχος τριάντα δυο, τόσο νέα! Φαινόταν κοριτσάκι μπροστά του. Η ζωή της ανήκε.
Ο Κλέαρχος φώναξε τον Αλκιβιάδη εκεί έξω στην αυλή. Μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό, του έδωσε χρήματα να τρέξει να αγοράσει μια σαμπρέλα ποδηλάτου για το ποδήλατο που τους είχε δανείσει ο φύλακας του ορυζόμυλου. Το κατάστημα ήταν μακριά στο κέντρο της πόλης. Ο Αλκιβιάδης, αντί να δείξει υπακοή, προέβαλε αντιρρήσεις, αρνήθηκε πεισματικά, δεν του άρεσε η ιδέα να τους αφήσει μόνους. Ο Κλέαρχος του αγρίεψε αλλά στη συνέχεια άλλαξε γνώμη, το ξανασκέφτηκε έβαλε πάλι τα χρήματα στην τσέπη του μουρμουρίζοντας. Ο Αλκιβιάδης μουρμούρισε και αυτός στον εαυτό του. «Κάνε υπομονή μέχρι τα δέκα οκτώ σου και τότε εάν σου αγριέψει ξανά τον πατάς στο λαιμό.» Είπαμε ήταν μόνο δέκα χρόνων..  Έτσι ήταν από παιδί. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου φαίνεται εκεί γύρω στα δέκα του.
.......Ο Αλκιβιάδης, τώρα πια στα ύστερα χρόνια του, είχε πάψει να αναζητά τον ένοχο και τον αθώο. Οι άνθρωποι, είχε καταλάβει, δεν χωρίζονται εύκολα σε αυτούς που πληγώνουν και σε αυτούς που πληγώνονται. Πολλές φορές είναι και τα δύο μαζί. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί μια στιγμή να γίνει η αιτία του πόνου και την άλλη στιγμή να είναι το καταφύγιο εκείνου που πληγώνει.   Θυμόταν τον Κλέαρχο και την Ιοκάστη σαν δύο ανθρώπους δεμένους από μια αόρατη κλωστή, που είχε δοκιμαστεί πολλές φορές αλλά ποτέ δεν είχε κοπεί. Δεν ήξερε αν αυτή η κλωστή ήταν η αγάπη, η συνήθεια, ο φόβος της μοναξιάς ή όλα μαζί. Ίσως τελικά οι μεγάλες σχέσεις να μη στηρίζονται ποτέ σε ένα μόνο συναίσθημα.
Η Ιοκάστη δεν ήταν μια γυναίκα που απλώς υπέμενε. Ήταν μια γυναίκα της εποχής της, μεγαλωμένη μέσα σε έναν κόσμο όπου πολλές φορές η οικογενειακή ενότητα θεωρούνταν υπέρτερη από την προσωπική δικαίωση. Είχε μάθει πως η ζωή δεν χαρίζεται και πως ο άνθρωπος πολλές φορές επιλέγει όχι το τέλειο, αλλά αυτό που μπορεί να αντέξει.
Δεν έκλεινε τα μάτια της επειδή δεν έβλεπε. Τα έκλεινε ίσως επειδή έβλεπε πάρα πολλά.
Έβλεπε τον άνδρα της με τις αδυναμίες του, αλλά έβλεπε και εκείνον τον ίδιο άνθρωπο που κάποτε την είχε κάνει να νιώσει μοναδική. Τον Κλέαρχο που είχε μοιραστεί μαζί της φτώχεια, αγωνίες, χαρές, παιδιά, καθημερινές μάχες. Εκείνον που, παρά τα λάθη του, παρέμενε ο άνθρωπος με τον οποίο είχε χτίσει ολόκληρη τη ζωή της.
Για την Ιοκάστη η αγάπη δεν ήταν μια λογιστική πράξη όπου οι απώλειες και τα κέρδη μπαίνουν σε δύο στήλες. Ήταν περισσότερο σαν ένα παλιό σπίτι. Μπορεί να είχε ρωγμές στους τοίχους, μπορεί κάποια παράθυρα να μην έκλειναν καλά, αλλά μέσα του υπήρχαν οι αναμνήσεις, οι φωνές των παιδιών, οι μυρωδιές της κουζίνας, τα πρωινά και τα βράδια μιας ολόκληρης ζωής.
Ο Αλκιβιάδης, μεγαλώνοντας, κατάλαβε πως η μητέρα του δεν συγχωρούσε επειδή θεωρούσε σωστό αυτό που συνέβαινε. Συγχωρούσε γιατί η ίδια είχε αποφασίσει ότι δεν θα άφηνε ένα λάθος να καταστρέψει όλα όσα είχαν χτίσει μαζί.
Και ίσως αυτή ήταν η δική της δύναμη.
Όχι η αδυναμία της.
Γιατί υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην υποταγή και στην επιλογή. Και μόνο εκείνη γνώριζε πραγματικά σε ποια πλευρά βρισκόταν.
Ο Αλκιβιάδης πολλές φορές αναρωτήθηκε αν η Ιοκάστη ήταν ευτυχισμένη. Μετά από χρόνια κατάλαβε πως ίσως η ερώτηση ήταν λάθος. Η ευτυχία δεν είναι πάντα μια μόνιμη κατάσταση. Είναι μικρές στιγμές μέσα σε μια δύσκολη διαδρομή. Ένα βλέμμα. Ένα άγγιγμα. Ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι. Ένα παιδί που επιστρέφει σπίτι. Ένας άνθρωπος που, παρά όλα όσα έγιναν, κάθεται ακόμη δίπλα σου.
Και εκεί ίσως βρισκόταν το μυστικό της Ιοκάστης.
Δεν αγαπούσε τον Κλέαρχο επειδή ήταν τέλειος.
Τον αγαπούσε επειδή ήταν ο δικός της άνθρωπος.
«Χρειάστηκε μια ζωή ολόκληρη για να καταλάβει πως η μάνα του δεν συγχωρούσε επειδή ξεχνούσε. Συγχωρούσε επειδή θυμόταν περισσότερα από όσα θυμόταν αυτός.»

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Έναρξη της Εφηβίας!
.....

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Ypotaktiki! Agapi

..Ο Κλέαρχος, στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους στη Λαμία, είχε περιορισμένη συμμετοχή στα οικογενειακά βάρη. Η συμβολή του απείχε αισθητά από την ευθύνη που, ως πατέρας και σύζυγος, όφειλε να αναλαμβάνει. Σε σύγκριση με την Ιοκάστη, η προσφορά του ήταν πενιχρή· στη καλύτερη περίπτωση, αισθητά μικρότερη από εκείνη που απαιτούσαν οι περιστάσεις. Αντίθετα, η Ιοκάστη υπήρξε η ακούραστη εργάτρια της οικογένειας. Σαν μέλισσα που δεν σταματά ποτέ να συλλέγει τον καρπό του μόχθου της ή σαν μυρμήγκι που προνοεί αδιάκοπα για το αύριο, εργαζόταν συχνά σε δύο δουλειές, αναλαμβάνοντας σχεδόν ολοκληρωτικά τις ευθύνες του σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών. Η προσφορά της έμοιαζε με το νερό μιας πηγής που αναβλύζει αδιάκοπα μέσα από μια σχισμή του βράχου. Κυλά αθόρυβα από το βουνό, διασχίζει τις πλαγιές και, χωρίς να ζητά ανταπόδοση, ποτίζει τον διψασμένο αγρό, χαρίζοντας του ζωή και καρποφορία. Έτσι ακριβώς ήταν και η Ιοκάστη· η αθόρυβη δύναμη που συντηρούσε την οικογένεια, η σταθερή πηγή από την οποία όλοι αντλούσαν ασφάλεια, ελπίδα και αντοχή. «Της άξιζε άραγε να μένει σ’ αυτόν τον γάμο;» Το ερώτημα αυτό βασάνιζε τον Αλκιβιάδη, καθώς περνούσε στην εφηβεία και άρχιζε να βλέπει με διαφορετικά μάτια τη σχέση των γονιών του. Τον εκνεύριζε η παθητική στάση της μητέρας του, η εύκολη συγχώρεση που έδειχνε ακόμη και ύστερα από στιγμές έντασης ή βίας και η αδυναμία της να ορθώσει ένα αδιαπραγμάτευτο «ως εδώ». Στο μυαλό του σχηματιζόταν η εικόνα μιας σχέσης στην οποία ο Κλέαρχος, όταν θύμωνε, χρησιμοποιούσε την οργή του ως μέσο επιβολής και χειραγώγησης. Κι όμως, ύστερα από κάθε έκρηξη ακολουθούσαν στιγμές μεταμέλειας, καλοσύνης και συμφιλίωσης. Η Ιοκάστη ανακουφιζόταν, συγχωρούσε και προσπαθούσε να αποκαταστήσει την οικογενειακή γαλήνη. Ο νεαρός Αλκιβιάδης δεν μπορούσε ακόμη να εξηγήσει αυτή την αντίφαση· μόνο αργότερα κατάλαβε πόσο συχνά τέτοιοι κύκλοι δένουν τους ανθρώπους ακόμη πιο σφιχτά, δημιουργώντας έναν δεσμό που δύσκολα σπάει. Συχνά αναρωτιόταν μήπως η πρώτη μεγάλη επιλογή της ζωής της είχε αποκτήσει μέσα της σχεδόν ιερό χαρακτήρα. Από τη στιγμή που, ανάμεσα σε τόσους νέους των χωριών του Ζάρακα, είχε διαλέξει τον Κλέαρχο, ένιωθε πως όφειλε να υπερασπιστεί την απόφασή της απέναντι σε κάθε δυσκολία. Μεγαλωμένη σε μια εποχή όπου η πατριαρχική αντίληψη θεωρούσε αυτονόητη την ανδρική κυριαρχία και τη γυναικεία αντοχή, είχε μάθει πως ο γάμος διατηρείται με υπομονή, σιωπή και θυσίες, ακόμη κι όταν αυτές κοστίζουν ακριβά. Αυτό ήταν που δυσκολευόταν περισσότερο να κατανοήσει ο Αλκιβιάδης. Πώς μια τόσο δυναμική, εργατική και αξιοπρεπής γυναίκα μπορούσε να παραμένει τόσο βαθιά δεμένη με έναν άνδρα που την πλήγωνε, αλλά που, παρά τα σοβαρά ελαττώματά του, εξακολουθούσε να κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά της. Ίσως η αγάπη, η συνήθεια, η κοινή διαδρομή, τα παιδιά, οι κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής και η ελπίδα ότι «αύριο θα είναι καλύτερα» να είχαν πλεχτεί τόσο σφιχτά μεταξύ τους, ώστε ούτε η ίδια να μπορούσε πια να ξεχωρίσει πού τελείωνε η αφοσίωση και πού άρχιζε η παραίτηση. Ο Αλκιβιάδης, ακόμη και σήμερα, δεν γνωρίζει αν τότε έκρινε σωστά τα πράγματα. Από μικρός, όμως, είχε την αίσθηση πως η Ιοκάστη δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς τον Κλέαρχο. Είχε πλέξει τη μοίρα της με τη δική του. Μαζί του είχε αποφασίσει να δημιουργήσει οικογένεια, μαζί του είχε ονειρευτεί το αύριο, μαζί του είχε μοιραστεί τις μεγαλύτερες χαρές αλλά και τις πιο σκληρές δοκιμασίες της ζωής. Δεν ήθελε να τον εγκαταλείψει ούτε να τον διαψεύσει. Παρά τις απογοητεύσεις, τις πίκρες και τις πληγές που της προκάλεσε, παρέμενε πιστή στην επιλογή της, σαν να θεωρούσε ότι η αγάπη δεν δοκιμάζεται στις εύκολες μέρες αλλά στις δύσκολες. Ο Αλκιβιάδης δεν μπόρεσε ποτέ να ξεκαθαρίσει μέσα του αν αυτή η στάση γεννιόταν από βαθιά αγάπη, από αφοσίωση, από το αίσθημα του καθήκοντος ή από τις αντιλήψεις μιας ολόκληρης εποχής που δίδασκε στις γυναίκες πως ο γάμος ήταν υπόθεση ζωής και τιμής. Ίσως να ήταν όλα αυτά μαζί. Ένα μόνο πίστευε: η Ιοκάστη αγάπησε τον Κλέαρχο με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Και αυτή η αγάπη υπήρξε τόσο βαθιά, ώστε πολλές φορές ξεπέρασε ακόμη και τα όρια της ίδιας της αντοχής της. «Ποιος μπορεί, άραγε, να γνωρίζει τι πραγματικά κρατά δύο ανθρώπους μαζί;» αναρωτιόταν συχνά. ις ημέρες εκείνες ο Κλέαρχος, παίζοντας με πάθος τον ρόλο του εραστή, έκανε τη Νεφέλη να νιώθει πως κάθε συνάντησή τους ήταν ξεχωριστή. Όσο ο σύζυγός της απουσίαζε, οι κλεμμένες ώρες τους έμοιαζαν να αποκτούν μια ένταση που ξεπερνούσε την ίδια την πραγματικότητα. Η ατμόσφαιρα άλλαζε κάθε φορά που βρισκόταν στο σπίτι της· η προσμονή, ο κίνδυνος της αποκάλυψης και η αίσθηση του απαγορευμένου έκαναν το πάθος τους ακόμη πιο έντονο. Ο χρόνος τους ήταν πάντοτε περιορισμένος. Δεν υπήρχε χώρος για αναβολές ούτε για περιστροφές· ζούσαν την κάθε στιγμή με τη βιασύνη ανθρώπων που γνώριζαν πως ο χρόνος δούλευε εναντίον τους. Σιγά σιγά, όμως, η ισορροπία της σχέσης άρχισε να μεταβάλλεται. Η Νεφέλη επιθυμούσε όλο και πιο συχνές συναντήσεις. Η ανάγκη της για την παρουσία του Κλέαρχου γινόταν ολοένα πιο απαιτητική, σαν να μην της αρκούσαν πια οι λίγες κλεμμένες ώρες που μοιράζονταν. Εκείνος, που στην αρχή απολάμβανε αυτή τη φλόγα, άρχισε να αισθάνεται πως η σχέση έπαυε να είναι μια αυθόρμητη απόδραση από την καθημερινότητα και μετατρεπόταν σε υποχρέωση. Η επιμονή της Νεφέλης τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Για πρώτη φορά ένιωθε ότι δεν ήταν εκείνος που όριζε τον ρυθμό της σχέσης. Η συνεχής αναζήτηση της συντροφιάς του, όσο κολ Το τέλος της παράνομης σχέσης τους γράφτηκε ένα μοιραίο βράδυ. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ο Αλκιβιάδης κοιμόταν μαζί με τα δύο μικρότερα αδέλφια του στο μικρό τους δωμάτιο. Δύο σιδερένια κρεβάτια χώριζαν τον λιτό εκείνο χώρο· στο ένα κοιμόταν ο δεκάχρονος Αλκιβιάδης και στο άλλο τα δύο μικρότερα παιδιά. Μέσα στον βαθύ του ύπνο τον ξύπνησε απότομα ένας ασυνήθιστος θόρυβος από το διπλανό δωμάτιο. Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε αποπροσανατολισμένος, προσπαθώντας να καταλάβει αν όσα άκουγε ήταν όνειρο ή πραγματικότητα. Κράτησε την ανάσα του και αφουγκράστηκε. Πίσω από τη λεπτή μεσοτοιχία ακούγονταν υψωμένες φωνές. Η μητέρα του μιλούσε με τρόπο που δεν την είχε ξανακούσει ποτέ. Στη φωνή της υπήρχαν θυμός, πίκρα και μια βαθιά πληγωμένη αξιοπρέπεια. «Πουτάνα!... Δεν ντρέπεται; Τόσοι άντρες υπάρχουν στον κόσμο και βρήκε τον δικό μου;» Ο Αλκιβιάδης ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Δεν καταλάβαινε όλες τις λέξεις, καταλάβαινε όμως το νόημα. Κάτι είχε σπάσει οριστικά. Η φωνή του Κλέαρχου ακουγόταν χαμηλή, κομμένη από βαθιές ανάσες, σαν άνθρωπος που προσπαθούσε μάταια να συγκρατήσει μια κατάσταση η οποία είχε ήδη ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Από τον τόνο του ο Αλκιβιάδης κατάλαβε πως η σύγκρουση δεν είχε μόλις αρχίσει· είχε προηγηθεί μια μακρά, οδυνηρή συζήτηση, της οποίας εκείνος άκουγε μόνο τις τελευταίες, πιο σκληρές λέξεις. Ξαπλωμένος ακίνητος στο σκοτάδι, με τα δύο μικρότερα αδέλφια του να συνεχίζουν να κοιμούνται ανυποψίαστα, ένιωσε για πρώτη φορά πως οι μεγάλοι μπορούσαν να πληγώνουν ο ένας τον άλλον τόσο βαθιά, ώστε οι πληγές τους να περνούν μέσα από τους τοίχους και να φτάνουν μέχρι τις ψυχές των παιδιών τους. Στην αρχή, μισοκοιμισμένος ακόμη, ο Αλκιβιάδης αναρωτήθηκε τι ακριβώς συνέβαινε. Οι φωνές ακούγονταν μπερδεμένες μέσα στη νυχτερινή σιωπή και το μυαλό του δυσκολευόταν να ξεχωρίσει το όνειρο από την πραγματικότητα. Όσο όμως περνούσαν τα λεπτά, κατάλαβε πως η μητέρα του ήταν βαθιά θυμωμένη. Δεν άκουγε μόνο την ένταση της φωνής της· άκουγε την πληγή. Σχεδόν ασυναίσθητα, εικόνες άρχισαν να περνούν από το μυαλό του. Μικρές σκηνές, βλέμματα, συμπεριφορές και περιστατικά που μέχρι τότε έμοιαζαν ασύνδετα, έβρισκαν ξαφνικά τη θέση τους σαν κομμάτια ενός παζλ. Γύρισε αργά στο πλάι, έκλεισε τα μάτια και έκανε πως κοιμόταν. Δεν ήθελε να καταλάβουν οι γονείς του ότι είχε ξυπνήσει. Έμεινε ακίνητος, ακούγοντας τις φωνές να περνούν μέσα από τη λεπτή μεσοτοιχία και να χαράζονται ανεξίτηλα στη μνήμη του. Χρόνια αργότερα θα συνειδητοποιούσε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να γνωρίσει ολόκληρη την αλήθεια. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει απόλυτα όσα διαδραματίζονται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους πίσω από μια κλειστή πόρτα. Εκείνος μπορούσε μόνο να αφηγηθεί τα γεγονότα όπως τα είδε, όπως τα άκουσε και, κυρίως, όπως τα επεξεργάστηκε το παιδικό και αργότερα το ώριμο μυαλό του. Πολύ σύντομα η Ιοκάστη πρέπει να είχε αρχίσει να υποψιάζεται τι συνέβαινε. Τα σημάδια υπήρχαν παντού. Ήταν ολοφάνερα, σχεδόν κραυγαλέα. Η αλήθεια στεκόταν μπροστά στα μάτια της· εκείνο που δυσκολευόταν ήταν να τη δεχτεί. Ίσως, μάλιστα, να είχε προηγηθεί και το αναμενόμενο ψιθύρισμα κάποιου «καλοθελητή» από τον στενό κοινωνικό τους κύκλο. Σε μικρές συνοικίες σαν το Αραπόρεμα, τα μυστικά σπάνια έμεναν για πολύ κρυφά. Κάποιο βλέμμα, κάποια κουβέντα, κάποιο μισόλογο ήταν αρκετό για να ταράξει την εύθραυστη ισορροπία και να αναγκάσει την Ιοκάστη να αντικρίσει αυτό που, μέχρι τότε, προσπαθούσε να μην πιστέψει. Μέσα στη νύχτα, η Νεφέλη δεν μπορούσε να βρει ησυχία. Η ερωτική επιθυμία την κρατούσε άυπνη, αναστατώνοντας το σώμα και τον νου της. Υπολογίζοντας πως η Ιοκάστη, εξαντλημένη από τον καθημερινό μόχθο, θα είχε αποκοιμηθεί βαθιά, έδινε διακριτικά σήματα μέσα από τον κοινό τοίχο που χώριζε τις δύο κρεβατοκάμαρες. Ήταν το δικό της κάλεσμα προς τον Κλέαρχο, μια σιωπηλή υπενθύμιση πως τον περίμενε. Η Ιοκάστη, όμως, δεν κοιμόταν. Κρατούσε τα μάτια της κλειστά, μα ο ύπνος δεν την είχε επισκεφθεί. Το μυαλό της στριφογύριζε ασταμάτητα, βυθισμένο σε σκέψεις που δεν μπορούσε ούτε να διώξει ούτε να βάλει σε τάξη. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως όλα όσα άκουγε ήταν υπερβολές, πως οι φόβοι της γεννιούνταν περισσότερο από την ανασφάλεια παρά από την πραγματικότητα. Δεν ήταν, όμως, αφελής. Εδώ και καιρό έφταναν στ’ αυτιά της ψίθυροι. Στη μικρή εκείνη συνοικία, όπου οι ζωές των ανθρώπων σπάνια έμεναν κρυφές, οι κουβέντες ταξίδευαν γρήγορα από αυλή σε αυλή. Άλλοτε ως υπονοούμενα, άλλοτε ως βεβαιότητες, οι ιστορίες επαναλαμβάνονταν με ολοένα μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Κάποιοι ισχυρίζονταν πως η Νεφέλη φλέρταρε ανοιχτά τον Κλέαρχο. Άλλοι πήγαιναν ακόμη παραπέρα, βεβαιώνοντας πως, όσο έλειπε ο σύζυγός της, οι δυο τους είχαν ξεπεράσει προ πολλού τα όρια μιας αθώας γνωριμίας. Η Ιοκάστη πάλευε να αντισταθεί στις φήμες. Ήθελε να πιστέψει τον άντρα της, να προστατεύσει την οικογένειά της από το δηλητήριο του κουτσομπολιού. Κι όμως, όσο περισσότερο προσπαθούσε να διώξει τις υποψίες, τόσο εκείνες επέστρεφαν πιο επίμονες, φωλιάζοντας μέσα της σαν σκιά που αρνιόταν να διαλυθεί. Πάλι του έδωσε ένα ελαφρυντικό. Το συνήθιζε άλλωστε η Ιοκάστη. Να βρίσκει έναν τρόπο να τον δικαιολογεί, να απαλύνει μέσα της τις ευθύνες του και να σκεπάζει, όσο μπορούσε, τις πράξεις του. Κι έπειτα αναρωτιόταν: μπορούσε άραγε να είναι τόσο σοβαρή αυτή η σχέση με τη Νεφέλη; Ήταν, πράγματι, μια όμορφη και εντυπωσιακή γυναίκα, με έναν αυθορμητισμό που τραβούσε τα βλέμματα των ανδρών, παντρεμένων και ανύπαντρων. Όμως η Ιοκάστη δεν στάθηκε μόνο εκεί. Προσπάθησε, σχεδόν παρά τη θέλησή της, να δει και τη δική της πλευρά. Ίσως κι εκείνη να κουβαλούσε τα δικά της αδιέξοδα, τη δική της μοναξιά, τη δική της έλλειψη τρυφερότητας μέσα στον γάμο της. Ίσως η στέρηση, η εγκατάλειψη ή η ανάγκη για συντροφικότητα να την είχαν οδηγήσει σε επιλογές που, υπό άλλες συνθήκες, δεν θα έκανε ποτέ. Αυτές οι σκέψεις δεν απάλυναν τον πόνο της Ιοκάστης. Της επέτρεπαν, όμως, να βλέπει τους ανθρώπους όχι μόνο μέσα από τα λάθη τους, αλλά και μέσα από τις αδυναμίες τους. Με όλα αυτά να στριφογυρίζουν αδιάκοπα στο μυαλό της, πήρε τελικά τη δυσκολότερη ίσως απόφαση της ζωής της. Όχι επειδή ξέχασε, ούτε επειδή έπαψε να πονά. Αλλά επειδή η καρδιά της εξακολουθούσε να αγαπά τον Κλέαρχο περισσότερο απ' όσο της επέτρεπε η λογική. Έτσι, βρήκε τη δύναμη να τον συγχωρήσει, με τον δικό της τρόπο, ελπίζοντας πως η συγχώρεση θα μπορούσε να γίνει η αρχή μιας νέας ισορροπίας και όχι η λήθη όσων είχαν συμβεί. Ο Κλέαρχος τής έριξε μια φευγαλέα ματιά. Βλέποντάς τη να μοιάζει βυθισμένη στον ύπνο, σηκώθηκε αθόρυβα από το κρεβάτι και βγήκε από το δωμάτιο. Η Ιοκάστη, όμως, δεν κοιμόταν. Με την ευκινησία αιλουροειδούς σηκώθηκε αμέσως, τον παρακολούθησε να κατευθύνεται προς την εξωτερική τουαλέτα και, μέσα σε λίγες στιγμές, πήρε τη δική της απόφαση. Έκλεισε σιγά την πόρτα του δωματίου των παιδιών για να μην ακούσουν τίποτε. Ύστερα στάθηκε στην εξώπορτα και περίμενε. Το νυχτερινό αεράκι περνούσε ανάμεσα από τα δέντρα της αυλής και η σιωπή της νύχτας έκανε κάθε δευτερόλεπτο να μοιάζει ατελείωτο. Η Ιοκάστη δεν ήταν γυναίκα των τεχνασμάτων. Ήταν αυθόρμητη, ειλικρινής, σχεδόν παιδική στον τρόπο που αγαπούσε. Δεν είχε μάθει να παίζει παιχνίδια ούτε να κρύβεται πίσω από προσποιήσεις. Δεν ήξερε πολλά γράμματα, όμως διέθετε εκείνη τη βαθιά σοφία που γεννά ο μόχθος και η ζωή. Στα τριάντα δύο της χρόνια παρέμενε μια όμορφη, γεροδεμένη γυναίκα, ερωτευμένη ακόμη με τον άνδρα που είχε διαλέξει να πορευτεί μαζί του. Όταν ο Κλέαρχος βγήκε από την τουαλέτα και τη διέκρινε να στέκεται στην πόρτα, πάγωσε. Ήταν σαν να του είχε πέσει κεραυνός. Μέσα σε μια στιγμή κατάλαβε ότι εκείνη γνώριζε ή, τουλάχιστον, υποψιαζόταν πολύ περισσότερα απ' όσα πίστευε. «Δεν κοιμάσαι;» κατάφερε να ψελλίσει. «Προσπάθησα…» απάντησε ήρεμα. «Ανησύχησα όταν σηκώθηκες. Όλα καλά;» «Ν… ναι. Όλα καλά.» Η Ιοκάστη τον κοίταξε επίμονα. «Έχεις κάτι να μου πεις; Σε ξέρω πολύ καλά, Κλέαρχε.» Έπεσε σιωπή. Ο Κλέαρχος έμεινε ακίνητος. Δεν έβρισκε λέξεις. Για πρώτη φορά ένιωθε πως δεν είχε απέναντί του μια γυναίκα έτοιμη να τον δικαιολογήσει, αλλά έναν άνθρωπο που περίμενε μόνο την αλήθεια. Σιωπή. Ο Κλέαρχος έμεινε ακίνητος, με το βλέμμα χαμηλωμένο, περιμένοντας την αντίδρασή της. Για πρώτη φορά δεν έβρισκε ούτε μια λέξη να τον υπερασπιστεί. «Τι έπαθες και δεν μιλάς;» τον ξαναρώτησε η Ιοκάστη, χωρίς να υψώσει τη φωνή της. Η ηρεμία της τον μπέρδευε περισσότερο από οποιαδήποτε έκρηξη θυμού. Άνοιξε το στόμα του, μα οι λέξεις έβγαιναν κομμένες. «Ξέρεις… εγώ… δεν είναι…» Σταμάτησε. Ούτε ο ίδιος δεν πίστευε όσα πήγαινε να πει. Η Ιοκάστη τον κοίταξε κατάματα. «Εσύ βέβαια… Μαζί δεν μιλάμε, Κλέαρχε; Ή μήπως έχασες ξαφνικά τη λαλιά σου;» Εκείνος κατάπιε με δυσκολία. Ένιωθε πως κάθε δικαιολογία που θα ξεστόμιζε θα γκρεμιζόταν πριν ακόμη ολοκληρωθεί. Για πρώτη φορά δεν φοβόταν τον θυμό της. Φοβόταν τη σιωπηλή απογοήτευσή της. 
Η Ιοκάστη έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. «Δεν ζητάω πολλά. Μόνο να με κοιτάξεις στα μάτια και να μου πεις την αλήθεια. Ό,τι κι αν είναι, θέλω να το ακούσω από σένα. Όχι από τις γειτόνισσες, ούτε από τα κουτσομπολιά της συνοικίας.» 
Η αυλή βυθίστηκε ξανά στη σιωπή.
Δύσκολη ώρα και ο κόμπος στο λαιμό. Ένιωθε ότι τον έλουζε κρύος ιδρώτας. Ζύγωσε κοντά της σιγά-σιγά, σαν να αποκάλυπτε ένα παράνομο μυστικό, ταραγμένος και στάθηκε απέναντί της. Κοιταχτήκανε, σαν να αναγνωρίζανε ο ένας στην όψη του άλλου για πρώτη φορά. Οι θολές αναλαμπές που μισοκαιγόταν στα μάτια της τώρα, άναψαν και γίνανε πυρκαγιά. Τον άρπαξε από το σβέρκο τον κόλλησε επάνω της και άρχισε να τον φιλάει παθιασμένα. Πρώτα άγγιξε τα δόντια του, μετά αισθάνθηκε το σάλιο του. Τον τράβηξε από το χέρι και ανήμπορος να αντιδράσει τον παρέσυρε σαν αιχμάλωτο στην κρεβατοκάμαρα στο κρεβάτι. Του συμπεριφέρεται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτε, σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα. Ξαναφιληθήκανε. Κι αυτή τη φορά το φιλί τους ήταν μακρόσυρτο και πεινασμένο και σκληρό κι οι μύες στην πλάτη της κινούνταν με έναν ζωώδη τρόπο. 
Το φιλί του τώρα ήταν μανιασμένο, συναρπαστικό και την έκανε να νιώσει μια δόση τρέλας ν' απλώνεται ανάμεσά τους σαν πυρακτωμένο σίδερο. Έψαξε και βρήκε το θηρίο του όρθιο, είχε αρχίσει να φουσκώσει και να σκληρύνει υπερβολικά. Ενθουσιάστηκε! Ο κόλπος της ήταν πολύ υγρός και ανοιχτόχρωμος, ζεστός και φιλόξενος, αλλά κυρίως η κλειτορίδα της στεκόταν όρθια και σκληρή. Σε μια παθιασμένη ερωτική στιγμή, όπου οι αισθήσεις της κυριαρχούν! Τον φιλούσε με ένταση και πάθος, και με μια αίσθηση κυριαρχίας. Δεν είναι φιλιά απαλά, αλλά φιλιά που διεκδικούν. «Καμία πουτάνα δεν θα μου τον πάρει!» Σε μια έκφραση απελευθέρωσης που ξεσπά με άγριο τρόπο, τα καταπιεσμένα συναισθήματα της που ειχαν συσσωρευτεί μέσα της. Ήταν τόσο καυλωμένη που ήταν όλη σαν ένα πυροτέχνημα! Αναστέναζε και βογκούσε από καύλα και ηδονή ,λες και ήταν μόνοι τους μέσα σε μια ερημιά και όχι στον κοιτώνα τους.. Πριν καλά καλά τον πάρει όλο μέσα της, ήρθε ο πρώτος της οργασμός. Ο Κλέαρχος είχε μείνει άφωνος, γιατί σίγουρα ήταν κάτι που δεν το περίμενε. Τη νιώθει πως είχε χάσει τον έλεγχο εντελώς. Μοιάζει με λέαινα που συμπεριφέρεται σαν αρσενικό λιοντάρι αν πρόκειται για την κυριαρχία της. .
Ήταν η κλιμάκωση, το «κρεσέντο» στις φωνές της Ιοκάστης που ξύπνησαν τον Αλκιβιάδη από τον βαθύ του ύπνο. Επάνω στην κορύφωση της σεξουαλικής επαφής τους και του οργασμού της, σε μια έντονη απελευθέρωση συναισθημάτων, ξεσπάει. Η ένταση στη φωνή της είχε αλλάξει, λες και είχε σκληρύνει, έμοιαζε πολύ αποφασιστική.
«Αρκετά! Ως εδώ ξετσίπωτη πουτάνα! Απ' αύριο ετοίμασε τα μπογαλάκια σου και ψάξε να βρεις αλλού σπίτι. Να εξαφανιστείς! Να μη σε ξαναδώ μπροστά μου! Θα σε ξεσκίσω»….
Και όταν η Ιοκάστη λέει κάτι το εννοεί, οι προθέσεις είναι ξεκάθαρες, και τα λόγια της αντικατοπτρίζουν τις πραγματικές της σκέψεις και συναισθήματα. 
Του Κλέαρχου του φαίνεται όλο αυτό που συμβαίνει σαν ψέμα αλλά ταυτόχρονα τον ανακούφιζε αυτή η έκρηξη της Ιοκάστης και την ευγνωμονούσε μ' όλη του την καρδιά. Όταν η έντονη σεξουαλική τους ορμή είχε υποχωρήσει επιτρέποντας στο σώμα του να «ηρεμήσει» τον τυραννούσε ακόμη μια αβεβαιότητα μέσα του. Της φίλησε τα χέρια δεν τολμούσε τώρα να την φιλήσει στο πρόσωπο, ....
«Ήξερες;»
«Ναι. Μην συνεχίζεις.»
Έψαξε μέσα στα μάτια του, όπως το έκανε παλιά, όταν τον ήθελε.
Τότε είναι που η Ιοκάστη λες και δεν είχε συμβεί τίποτα τον φίλησε με θέρμη, με δύναμη, το φιλί της δεν ήταν τρυφερό ή διερευνητικό, αλλά διεκδικητικό με μια έντονη σεξουαλική επιθυμία. Και πολλή, πολλή ώρα, τόσο, που όταν απομάκρυνε τα χείλη της απ' τα δικά του, ένας ασίγαστος πόθος είχε και πάλι φωλιάσει μέσα της. Σηκώνεται ανοίγει με προσοχή την πόρτα του δωματίου των παιδιών τους. Σιγουρεύεται ότι κοιμούνται, και την ξανακλείνει με προσοχή. Δεν έχει  αναστολές ένιωθε το μουνί της γεμάτο υγρά, και χώνεται κάτω από τα σκεπάσματα στην αγκαλιά και πάλι του Κλέαρχου. Το κορμί της έβραζε και ζητάει ξανά την αντρική επαφή του. Ο Κλέαρχος της χαμογέλασε. Μ΄ ένα χαμόγελο με υπονοούμενα, που δείχνει σιγουριά γνωρίζοντας ότι πλέον αυτός ως άντρας είναι κυρίαρχος στο κρεβάτι, και έχει τον έλεγχο της κατάστασης. Η σκέψη του πως η Νεφέλη είναι ακριβώς δίπλα τους και τους ακούει του απογειώνει την σεξουαλική ορμή του για να συνεχίσουν το παθιασμένο σεξ με την Ιοκάστη
«Μη βιάζεσαι…», της είπε. «Έχουμε ώρα ακόμα. Να πάρω ανάσα! ».
....Σε μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, κουτσομπολιού και επίμονων φημών για όσα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ, η γειτονιά άρχισε να βουίζει. Στις μικρές κοινωνίες τα νέα ταξιδεύουν πιο γρήγορα από τους ανθρώπους και, μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους, έχουν ήδη αλλάξει πρόσωπο πολλές φορές. Λίγες ημέρες αργότερα, ο σύζυγος της Νεφέλης επέστρεψε νωρίτερα απ' όσο όλοι περίμεναν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ αν γύρισε επειδή τελείωσαν οι υποθέσεις του ή επειδή κάποιο ανήσυχο στόμα φρόντισε να του μεταφέρει όσα ψιθύριζε η γειτονιά. Ο Αλκιβιάδης δεν ήταν εκεί για να γνωρίζει τι ακριβώς ειπώθηκε ανάμεσα στους δύο συζύγους. Εκείνο που έμαθε αργότερα ήταν πως η Νεφέλη παραπονέθηκε στον άνδρα της ότι ο Κλέαρχος την ενοχλούσε, ότι την πολιορκούσε επίμονα και πως εκείνη αναγκαζόταν να αποκρούει τις προσεγγίσεις του. Ήταν αλήθεια; Ήταν ένα ψέμα που γεννήθηκε από τον φόβο μήπως αποκαλυφθεί η σχέση τους; Ή μήπως ήταν ένας τρόπος να διασώσει τον γάμο της και την υπόληψή της μέσα σε μια κοινωνία που συγχωρούσε ευκολότερα έναν άπιστο άνδρα παρά μια άπιστη γυναίκα; Ο Αλκιβιάδης δεν τόλμησε ποτέ να απαντήσει με βεβαιότητα. Με τα χρόνια κατάλαβε πως οι άνθρωποι, όταν φοβούνται ότι θα χάσουν όσα έχτισαν, είναι ικανοί να αφηγηθούν μια διαφορετική εκδοχή της αλήθειας, όχι πάντοτε από κακία, αλλά πολλές φορές από ανάγκη να επιβιώσουν. Κι έτσι, μέσα σε λίγες μόνο ημέρες, ο μεγάλος έρωτας που φάνηκε πως μπορούσε να ανατρέψει τα πάντα, μεταμορφώθηκε σε μια ιστορία γεμάτη ψιθύρους, μισόλογα και αλληλοκατηγορίες. Η γειτονιά συνέχισε να κουβεντιάζει, ο καθένας προσθέτοντας το δικό του κομμάτι στην ιστορία, μέχρι που κανείς δεν μπορούσε πια να ξεχωρίσει πού τελείωναν τα γεγονότα και πού άρχιζε ο μύθος. Στις μέρες μας ακούμε συχνά για περιστατικά παρενόχλησης και πολλοί πιστεύουν πως πρόκειται για ένα φαινόμενο της σύγχρονης εποχής. Η ελληνική μυθολογία, όμως, μας οδηγεί πολύ πίσω, ίσως ακόμη και στη μυκηναϊκή εποχή, με πρωταγωνιστή τον Λαπίθη Ιξίωνα, βασιλιά της Λάρισας. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Ιξίων υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος που φόνευσε συγγενή του. Για το ανοσιούργημά του κανείς δεν δεχόταν να τον εξαγνίσει, ώσπου ο ίδιος ο Δίας τον λυπήθηκε, τον καθάρισε από το μίασμα, τον ανέβασε στον Όλυμπο και τον έκανε συνδαιτυμόνα των θεών. Ο Ιξίων, όμως, αντί να δείξει ευγνωμοσύνη στον ευεργέτη του, έστρεψε το βλέμμα του προς την Ήρα και άρχισε να την παρενοχλεί. Η ίδια η θεά, σύμφωνα με τον μύθο, παραπονιέται στον Δία: «Μου ρίχνεται εδώ και πολύ καιρό. Στην αρχή παραξενευόμουν που είχε τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου. Αναστέναζε και δάκρυζε κρυφά. Κι όταν έδινα το ποτήρι μου πίσω στον Γανυμήδη, εκείνος ζητούσε να πιει από το ίδιο· κι όταν το κρατούσε στα χέρια του, το φιλούσε.» Η ιστορία αυτή δείχνει πως η απρεπής επιμονή, η κατάχρηση της φιλοξενίας και η προσβολή των ορίων του άλλου δεν είναι επινοήσεις της δικής μας εποχής. Απλώς σήμερα τους δίνουμε ονόματα που τότε δεν υπήρχαν. Αναλογιζόταν ο Αλκιβιάδης πως, με τις διαφορές που χωρίζουν τον μύθο από την πραγματική ζωή, κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και με τον Κλέαρχο. Ο άνθρωπος που είχε γίνει δεκτός με εμπιστοσύνη στη γειτονιά, βρέθηκε τελικά μπλεγμένος σε μια ιστορία που διέλυσε φιλίες, σπίτια και συνειδήσεις. Οι συνέπειες, βέβαια, δεν είχαν τίποτε το μυθολογικό· ήταν απολύτως ανθρώπινες. Ήταν λίγο πριν από το μεσημέρι όταν σημειώθηκε το περιστατικό. Ο Κλέαρχος βρισκόταν σε μια μεγάλη αποθήκη σιτηρών μαζί με άλλους δύο εργάτες. Δούλευαν ασταμάτητα, ξεφορτώνοντας βαριά σακιά από ένα φορτηγό και στοιβάζοντάς τα στο εσωτερικό της αποθήκης. Ο ιδρώτας έτρεχε από τα πρόσωπά τους και η σκόνη από το σιτάρι είχε γεμίσει τον αέρα. Εκείνη την ώρα εμφανίστηκε ο σύζυγος της Νεφέλης. Καλοντυμένος, με αποφασιστικό βήμα, μπήκε στην αποθήκη χωρίς να χαιρετήσει κανέναν και στάθηκε απέναντι από τον Κλέαρχο. «Ξέρεις εσύ γιατί ήρθα», του είπε κοφτά. Ο Κλέαρχος άφησε κάτω το σακί που κρατούσε και τον κοίταξε με απορία. «Και γιατί να ξέρω; Τι ακριβώς υποτίθεται ότι ξέρω;» Ο άνδρας πλησίασε ακόμη περισσότερο. «Θα σου πω εγώ. Ζητώ τον λόγο γιατί παρενοχλείς τη γυναίκα μου.» Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή. Οι δύο εργάτες σταμάτησαν τη δουλειά τους και κοίταζαν εναλλάξ τους δύο άνδρες, αντιλαμβανόμενοι πως η κατάσταση μπορούσε να ξεφύγει από στιγμή σε στιγμή. Ο Κλέαρχος ένιωσε την ενόχληση να γίνεται θυμός. Κατάλαβε πως η συζήτηση δεν οδηγούσε πουθενά. Ό,τι κι αν έλεγε, ο άλλος είχε έρθει ήδη αποφασισμένος να τον θεωρεί ένοχο. Τα λόγια δεν επρόκειτο να αλλάξουν τη γνώμη του. «Δεν έχω να δώσω εξηγήσεις σε κανέναν», απάντησε κοφτά ο Κλέαρχος. Προσπαθούσε να συγκρατήσει την οργή του, γιατί καταλάβαινε πως ο άλλος δεν είχε έρθει για κουβέντα. «Λοιπόν, άκουσέ με καλά», συνέχισε ψύχραιμα. «Η Νεφέλη είναι γυναίκα σου. Καλά κάνει και είναι. Εμένα τι με νοιάζει;» Δυστυχώς, ο άνθρωπος απέναντί του έμοιαζε να γυρεύει καβγά. «Ξέρεις τι λέω εγώ;» «Τι;» «Αν μάθω ξανά πως την παρενοχλείς, θα σε...» Άφησε την απειλή να αιωρηθεί. Στον Κλέαρχο φάνηκε παράξενος ο τρόπος που του μιλούσε. Στο χωριό του, στη Νότια Λακωνία, λίγα μόλις χρόνια πριν, δύσκολα θα τολμούσε κάποιος να του απευθυνθεί έτσι. Εκείνη τη μέρα, όμως, δεν είχε καμία διάθεση να πιαστεί στα χέρια. Ο άλλος, αντίθετα, επέμενε. Με ύφος ενοχλημένου πετεινού και μια κοφτή, καμπανιστή φωνή, προκαλούσε επίμονα την έκρηξη. «Πολύ μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου. Αυτό πάει πολύ. Άντε στον διάβολο!» «Πρόσεξε, Κλέαρχε. Πρόσεξε καλά.» Ο Κλέαρχος τον κοίταξε κατάματα. «Κι εγώ θα σου πω κάτι. Άντρας δεν είναι εκείνος που φοβερίζει και μένει στις απειλές.» Για μια στιγμή φάνηκε πως οι δύο άντρες θα πιάνονταν στα χέρια. Οι εργάτες που παρακολουθούσαν τη σκηνή άφησαν αμέσως τη δουλειά τους και μπήκαν ανάμεσά τους, καταφέρνοντας την τελευταία στιγμή να τους χωρίσουν πριν η λογομαχία μετατραπεί σε συμπλοκή. Αργότερα ο Αλκιβιάδης αναρωτιόταν πολλές φορές γιατί ο Κλέαρχος δεν όρμησε επάνω του εκείνη τη στιγμή. Δεν ήταν άνθρωπος που άναβε εύκολα. Όμως τέτοιες προσβολές δύσκολα τις άφηνες να περάσουν χωρίς να σου ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Κι όμως, την ώρα που ο άντρας της Νεφέλης αποχωρούσε, ο Κλέαρχος του φώναξε με μια παράξενη ηρεμία: «Άκου, φίλε μου. Εγώ έχω τη συνείδησή μου ήσυχη. Εσύ κοίτα να μαζέψεις την κυρά σου. Αυτή είναι η συμβουλή μου.» Η συνέχεια ήταν όπως συμβαίνει συχνά στις ιστορίες που, παρά τις βαθιές πληγές τους, δεν καταλήγουν στη ρήξη. Η Ιοκάστη κοίταξε τον Κλέαρχο. Μια ανεπαίσθητη χλομάδα πέρασε από το πρόσωπό της. Εκείνος άνοιξε τα χέρια του σαν φτερά αετού κι εκείνη ακούμπησε αργά στο στήθος του. Με μάτια που γυάλιζαν από ευγνωμοσύνη, της έσφιξε τα χέρια, περνώντας τα δάχτυλά της μέσα στα δικά του. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά, πόση δύναμη αντλούσε από αυτή τη γυναίκα. Ακόμη και πολλά χρόνια αργότερα, του άρεσε να κουλουριάζεται πλάι της, να αναπνέει το άρωμά της και να χαϊδεύει τα απαλά μάγουλά της, σαν να αναζητούσε εκεί τη γαλήνη που δεν έβρισκε πουθενά αλλού. Ο χρόνος, όταν του το επιτρέψουν οι άνθρωποι, μαλακώνει τις γωνίες. Οι ρήξεις, ο θυμός, οι προδοσίες και ο πόνος μπορούν, αργά ή γρήγορα, να καταλαγιάσουν. Μόνο ο θάνατος δεν διορθώνεται. Λίγο αργότερα, οι νέοι γείτονες μάζεψαν αθόρυβα τα λιγοστά τους υπάρχοντα και μετακόμισαν σε μια γειτονιά λίγο πιο πέρα. Έφυγαν χωρίς φωνές, χωρίς εξηγήσεις, αφήνοντας πίσω τους μόνο τις φήμες, τα κουτσομπολιά και μια ιστορία που η γειτονιά θα συνέχιζε να διηγείται για πολλά ακόμη χρόνια

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Οι Γείτονες τους στο Ρέμα!
.....

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2023

Sto Spiti Dipla sto Rema.

....Για τον Αλκιβιάδη, η αναδρομή στο παρελθόν δεν είναι μια απλή διαδικασία ανάμνησης, αλλά ένα ταξίδι εσωτερικής ανασκόπησης. Μέσα από τα κύματα της νοσταλγίας, το χθες συνομιλεί με το σήμερα, επιτρέποντάς του να δει καθαρά τη διαδρομή που διήνυσε η οικογένειά του στα δύσκολα χρόνια του «Αραπορέματος». Οι μνήμες δεν παραμένουν νεκρά γράμματα στο μυαλό του· ζωντανεύουν ξανά, κουβαλώντας όλο το φορτίο της αγωνίας, της φτώχειας, αλλά και της αστείρευτης ελπίδας εκείνης της εποχής.
 Κοιτάζοντας πίσω, ο Αλκιβιάδης αναγνωρίζει ότι οι κακουχίες, οι αντιξοότητες και το παράδειγμα της αλύγιστης μητέρας του, της Ιοκάστης, υπήρξαν τα υλικά από τα οποία πλάστηκε ο χαρακτήρας του. Οι δυσκολίες δεν τον λύγισαν· λειτούργησαν ως ο καθρέφτης που του έδωσε τη δυνατότητα να καταλάβει ποιος ήταν, από πού ξεκίνησε και ποιος είναι σήμερα.
Ήδη τα πρώτα χρόνια έχουν περάσει από τότε που η οικογένεια του Αλκιβιάδη άφησε πίσω της τις πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα και το φτωχικό χωριό καταγωγής της, για να ριζώσει στη Λαμία. Τα πρώτα χρόνια έμειναν σ’ μια περιοχή από τις παλαιότερες και φτωχότερες γειτονιές της Λαμίας που βρίσκεται σε μια ρεματιά γεμάτη ανηφόρες, καθώς χαρακτηριστικά ήταν τα τσιμεντένια σκαλοπάτια που υπήρχαν για να προσεγγίζουν οι κάτοικοι τα σπίτια τους. Οι περισσότεροι που κατοικούσαν στην γειτονιά αποτελούσαν φθηνό εργατικό δυναμικό που πήγαιναν στη δουλειά τους με τα πόδια, δεν είχε λεωφορείο η γειτονιά και οι πιο πολλοί ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας. Τούτη η πινακοθήκη ανθρώπων και χαρακτήρων εκπροσωπούσε την αληθινή ζωή της συνοικίας και  την τεράστια δυσκολία να είσαι φτωχός, όπως η συντριπτική πλειονότητα του κόσμου, που ζούσε εκεί. Πρόσφυγες, εσωτερικοί μετανάστες και μεροκαματιάρηδες πάλευαν σφιχτά δίπλα-δίπλα για ένα αυριανό ξημέρωμα με περισσότερη ελπίδα.
Υπάρχουν μορφές που σημαδεύουν ανεπίστρεπτα την πορεία μας. Δεν πρόκειται απαραίτητα για ιστορικά πρόσωπα ή ηχηρά ονόματα, αλλά για καθημερινούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας —αυτούς που φορούν τη φθαρμένη στολή εργασίας, την πρόχειρη ποδιά του νοικοκυριού ή τα απλά καθημερινά ρούχα. Με το ήθος, τη σιωπηλή αφοσίωση και τη στάση ζωής τους, χαράζουν πορείες και εμπνέουν, αυξάνοντας την αγωνιστικότητα απέναντι στα εμπόδια. Σε αυτόν τον κύκλο των ανθρώπων-προτύπων, κομβική θέση κατείχε η μητέρα του η Ιοκάστη σαν σιωπηλός φάρος της Ζωής τους,. Ως αληθινή μαχητής της ζωής, στεκόταν ακλόνητη απέναντι στις συμπληγάδες της φτώχειας και της προσαρμογής στη νέα πόλη. Με αστείρευτο σθένος, δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό της να λυγίσει, αποτελώντας το ασφαλές καταφύγιο της οικογένειας. Η Ιοκάστη επιζητούσε διαρκώς από τον σύζυγό της, τον Κλέαρχο, πιο ενεργή και ουσιαστική συμμετοχή στα καθημερινά καθήκοντα και στις οικογενειακές ευθύνες. Η σύμπνοια αυτή θεωρούνταν από εκείνη μονόδρομος για να επιτευχθεί η ομαλή προσαρμογή στη Λαμία και να διασφαλιστεί τελικά η ευημερία και το μέλλον των παιδιών τους.
Η μορφή τη υπερέβαινε τα όρια μιας απλής μητρικής φιγούρας, ήταν σύμβολο αγώνα, εσωτερικής δύναμης και ηθικής ακεραιότητας. Στις δύσκολες συνθήκες της λαϊκής συνοικίας του «Αραπορέματος», η παρουσία της λειτούργησε ως ο αόρατος άξονας γύρω από τον οποίο περιστρεφόταν η επιβίωση και η συνοχή ολόκληρης της οικογένειας. Κατάφερε το δυσκολότερο έργο: να προσφέρει στα παιδιά της ασφάλεια και ρίζες για να πατούν γερά στη γη, αλλά και φτερά για να τολμήσουν να ονειρευτούν και να διεκδικήσουν ένα καλύτερο αύριο. Η ανθεκτικότητά της δεν εκφραζόταν με μεγαλοστομίες, αλλά με την ίδια της τη στάση ζωής. Κάθε της πράξη αποτελούσε ένα αθόρυβο μάθημα αξιοπρέπειας, διδάσκοντας στα παιδιά της ότι η πρόοδος έρχεται μέσα από την επιμονή και την πίστη στο κοινό καλό. Τέτοιες γυναίκες, με τα καθημερινά τους ρούχα και τις μεγάλες τους καρδιές, δεν περιορίζονται στο να μεγαλώνουν παιδιά. Χτίζουν χαρακτήρες, θεμελιώνουν αξίες και αφήνουν πίσω τους μια ανεκτίμητη κληρονομιά γενναιότητας που αντέχει στον χρόνο.
«Λενε πως  το ύψος του ανθρώπου ξεκινά από τα πόδια και φτάνει μέχρι το κεφάλι. Απ’ εκεί και πάνω, ξεκινάει το ανάστημα.» Η φράση αυτή περικλείει ακριβώς την ουσία της Ιοκάστης. Η χαλκέντερη αυτή γυναίκα, με την αδιάκοπη εργατικότητα και το σπάνιο σθένος της, δεν στεκόταν απλώς στα πόδια της· στεκόταν στο ύψος των περιστάσεων, ξεπερνώντας τα όρια στο ίδιο της το μπόι μέσα από την ψυχική της μεγαλοπρέπεια. Μέσα στις αντίξοες συνθήκες της Λαμίας της δεκαετίας του 1960, σήκωσε στους ώμους της τα δυσβάστακτα βάρη της οικογένειας, αποδεικνύοντας έμπρακτα τι σημαίνει αφοσίωση και μόχθος. Το αληθινό της ανάστημα δεν μετριόταν με μέτρα, αλλά με τα έργα της. Η αναγνώριση και η αποδοχή από τον περίγυρό της δεν της χαρίστηκαν, κερδήθηκαν μέρα με τη μέρα, μέσα από τον ιδρώτα, την αξιοπρέπεια και τη σιωπηλή δύναμη της ψυχής της. Καθώς κυλούσε ο καιρός και οι απαιτήσεις της ζωής στο  Αραπόρεμα,πλήθαιναν και οι αντοχές της οικογένειας δοκιμάστηκαν εκ των έσω. Απέναντι στον αδιάκοπο, τιτάνιο αγώνα της Ιοκάστης, η στάση του Κλέαρχου εξελίχθηκε σε μια βαθύτερη συναισθηματική και πρακτική απόσυρση. Όταν η καθημερινότητα απαιτούσε αποφάσεις, ο Κλέαρχος έμενε πρακτικά αμέτοχος, αφήνοντας ολόκληρο το βάρος της πορείας στους ώμους της συζύγου του.  Ακόμη και όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες αχτίδες φωτός, οι ευκαιρίες για μια καλύτερη μέρα, ο δισταγμός και η αναβλητικότητά του λειτούργησαν ως τροχοπέδη. Ο φόβος του αγνώστου και η αποστροφή προς τη δυσκολία τον καθήλωσαν, στερώντας του την ευκαιρία να σταθεί ισάξιος δίπλα σε μια γυναίκα που είχε μάθει μόνο να προχωρά μπροστά.
Η Εξέλιξη της πορείας του Κλέαρχου στη Λαμία σκιαγραφούσε μια προσωπικότητα με αντιφάσεις. Από τη μια πλευρά, διέθετε μια αξιοσημείωτη λειτουργική προσαρμοστικότητα. Κατάφερε γρήγορα να κατανοήσει τους κανόνες του νέου αστικού περιβάλλοντος και να βρει τον τρόπο να επιβιώσει σε αυτό. Είχε τον εγωισμό και την τολμηρότητα να κινηθεί δραστήρια εκεί που τα δικά του, προσωπικά ενδιαφέροντα βρίσκονταν στο προσκήνιο. Ωστόσο, όταν η εξίσωση μεταφερόταν στο πεδίο της οικογενειακής ευθύνης, η εικόνα άλλαζε δραματικά. Ο Κλέαρχος υστερούσε σημαντικά στο κεφάλαιο της αφοσίωσης. Δεν ήταν «εραστής του κόπου», της  σκληρής και απαιτητικής δουλειάς, ακόμα κι όταν αυτή απέφερε καρπούς για το κοινό καλό. Έτσι, ενώ η Ιοκάστη σήκωνε στις πλάτες της το βάρος του αύριο με ακλόνητη ανθεκτικότητα, ο Κλέαρχος παρέμενε δέσμιος μιας επιλεκτικής δραστηριότητας, υπολειπόμενος των αυτονόητων υποχρεώσεών του ως πατέρας και σύζυγος.
Επιπλέον άρχισε και έδειχνε υπερβολικό ενδιαφέρον για το γυναικείο φύλο. Του άρεσε ο γυναικείος «ποδόγυρος». Σε ποιον δεν αρέσει άλλωστε; Το μάτι του με ευκολία έπεφτε σε κάθε γυναικείο «ποδόγυρο», λες και ήταν πεινασμένος. Λες και είχε να δει γυναίκα από την εποχή που η μάνα του τον βύζαινε. Στα τριάντα του χρόνια τότε δεν είχε την εικόνα του απόλυτου αρσενικού που κατεβαίνει από το ακριβό του αυτοκίνητο, και  πηγαίνει στην πολυτελή του έπαυλη όπου τον περιμένει ένας τόνος γυναίκες! Όχι! Η εμφάνιση του Κλεαρχου ήταν λίγο πιο πάνω από τον μέσο όρο, εποχιακός εργάτης ήταν, η οικογένεια αρχικά έμενε σε μια τρύπα γιατί ο Κλέαρχος δεν είχε μεγάλα όνειρα για κάτι καλύτερο και στον τρίτο τους χρόνο στη Λαμία απέκτησε και κυκλοφορούσε με ένα μηχανάκι ZÜNDAPP KS 50 SUPER. Οι έντονες ερωτικές του εμπειρίες ήδη από τα εφηβικά του χρόνια τον βοηθούσαν να καταλαβαίνει πότε μια γυναίκα είναι διαθέσιμη και ταυτόχρονα δεν φοβόταν να οδηγήσει την κατάσταση μέχρι το σεξ. Ο Αλκιβιαδης σκεφτόταν πως για μια νέα δυναμική και πολύ όμορφη γυναίκα όπως η μητέρα τους η Ιοκάστη, ο Κλέαρχος της άρεσε σαν άνδρας και τον θεωρούσε sexy, τότε ήταν πολύ πιθανό να τον θεωρούν sexy και άλλες γυναίκες, και αυτός να εξερευνούσε τις πιθανότητες να κάνει σεξ και με άλλες γυναίκες! Κάτι που αποδείχτηκε πως ο Κλέαρχος είχε ταλέντο να ανακαλύπτει γυναίκες παθιασμένες για σεξ! Η στάση του Κλέαρχου απέναντι στην ίδια τους την επιβίωση αποκάλυψε το βαθύ ρήγμα της προσωπικότητάς του. Οι περιστασιακές του ασχολίες ως φορτοεκφορτωτής του εξασφάλιζαν απλώς το μεροδούλι-μεροφάι, αφήνοντας πίσω τους μια μόνιμη αίσθηση ανασφάλειας. Κάθε φορά που κάποιος τον ρωτούσε για τη δουλειά του, οι γενικόλογες και αόριστες απαντήσεις του πρόδιδαν την ανάγκη να συγκαλύψει την αλήθεια μιας ζωής που στηριζόταν σε δουλειές του ποδαριού.
Η γειτονιά τους.
Φτωχικά σπίτια κατά μήκος του ρέματος, τα περισσότερα αν όχι όλα χτισμένα με λάσπη και τούβλα και µε θέα στο ρέμα. Μια γειτονιά με αναμνήσεις αλλοτινών εποχών, που παιδιά έπαιζαν ανέμελα κρυφτό, κυνηγητό, ανεβοκατέβαιναν τα σκαλάκια, με τις φωνές τους να αντηχούν στα γύρω στενά και οι μανάδες να μαζεύονται στα πεζούλια για κουβέντα μετά τη λάτρα του σπιτιού. Χαμηλά σπίτια, με μια τουαλέτα στον εξωτερικό χώρο. Αρκετά μεγάλες οι αυλές τότες, πλακοστρωμένες ή όχι, ήτανε καθεμιά κι ένας παράδεισος. Περιβολάκια και παρτέρια ολόγυρα με λογής-λογής λουλούδια, από γιασεμί και σκυλάκια, μέχρι χρυσάνθεμα, μέχρι γαζίες και ξέχωρα αυτά που είναι φυτεμένα στις γλάστρες. Η ύδρευση ήταν ένα από τα βασικότερα προβλήματα. Τα χρόνια εκείνα οι κάτοικοι της γειτονιάς έπαιρναν το νερό από μια δημοτική  βρύση, από όπου το μετέφεραν με δοχεία. Ο ευπρεπισμός των σπιτιών και η φροντίδα της αυλής ήταν βασικό μέλημα των κατοίκων του φτωχού συνοικισμού. Στα πλινθόκτιστα σπίτια ζούσε ένας ολόκληρος κόσμος με μεγάλες στερήσεις, αναζητώντας συνεχώς τρόπους να ομορφαίνει την δύσκολη καθημερινότητά του. Όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, βοηθούσαν ο ένας τον άλλο στις δυσκολίες και τις γιορτές έστηναν γλέντια στις αυλές. Η δύσκολη πρόσβαση λόγω της μορφολογίας του εδάφους με τις ανηφόρες και τις κατηφόρες δεν ενοχλούσε κανέναν.
Το πρωτο τους σπίτι παλιό στενόμακρο με τεράστιο κήπο, Μπροστά από την πόρτα της κύριας κατοικίας υπήρχε μια μεγάλη κληματαριά, για να τους προστατεύει από τον ήλιο και τη βροχή ανάλογα µε την εποχή. Λίγο πέρα από την κύρια κατοικία, υπήρχε κήπος µε τριανταφυλλιές, γαριφαλιές, ντάλιες, ζουμπούλια, γιασεμιά, κυκλάμινα και πανσέδες και  πολλά δένδρα. Ένας καταπράσινος κήπος περιφραγμένος με λυγαριές, σκίνα και βάτα. Ακριβώς δίπλα στον χωμάτινο κακοτράχαλο δρόμο αμέσως μετά τη κοίτη του ρέματος όπου τα νερά του απ' άκρη σ' άκρη, στέρευαν το καλοκαίρι.
Οι χειμωνιάτικες λίμνες που στα παιδικά του μάτια έμοιαζαν τεράστιες, μεταμορφώνονται σε γούρνες χάνοντας το πολύ νερό τους και ο ποταμός αυτό το θηρίο του χειμώνα γίνεται ένα καχεκτικό ρυάκι τα καλοκαίρια. Η οικογένεια μένει σε δυο συνεχόμενα ισόγεια δωμάτια. Ένα οι γονείς και το άλλο τα παιδιά. Το υπόλοιπο σπίτι έχει ακόμη δυο συνεχόμενα στη σειρά ισόγεια δωμάτια με τζάκι όπου έμεναν οι ιδιοκτήτες. Τους χωρίζει μια απλή μεσοτοιχία. Η κουζίνα και  τουαλέτα είναι εξωτερικές και κοινές. Στον κήπο υπάρχουν δυο ακόμη κτίσματα που χρησιμεύουν για αποθήκες. Ανατολικά στο σύνορο του κήπου υπάρχει μια μικρή οικία πρόσφατα ανακαινισμένη. Η ιδιοκτήτης  μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας είχε αποβιώσει πρόσφατα και οι κληρονόμοι ευρισκόμενοι στην Αμερική είχαν παραχωρήσει την διαχείριση στους γείτονες τους που συγχώνευσαν τις αυλές και την μικρή οικία την έχουν ενοικιάσει σε μια έφηβη σπουδάστρια.
Μόλις είχαν περάσει δυο χρόνια από την μετακόμιση της οικογένειας στο οίκημα και οι ιδιοκτήτες της οικίας αναχώρησαν στην Αθήνα για μόνιμη εγκατάσταση και ταυτόχρονα ενοικίασαν τα δωμάτια τους σ’ ένα ζευγάρι λίγο μεγαλύτεροι από στην ηλικία των γονιών του που ήρθαν στη Λαμία από τα μέρη της Θεσσαλίας. Όταν τους πρωτοείδε, με το πλάι του ματιού του ο Αλκιβιάδης τους έκανε τριανταπεντάρηδες την εποχή εκείνη που αντάλλαξαν γνωριμία με τους γονείς του μέσα από τα ευχάριστα και πλατιά χαμόγελα τους. Ο άνδρας ψηλός, λιγνός, καλοντυμένος κι ευγενής, ήταν όμως στεγνός με λευκή επιδερμίδα και ξανθά μαλλιά. Φορούσε καινούργια ρούχα, το κοστούμι του, από φτηνό γκρίζο ύφασμα, ήταν τόσο καινούργιο, πού διατηρούσε ακόμα την τσάκιση του πανταλονιού και το σακάκι του ερχόταν πολύ φαρδύ με αποτέλεσμα οι ώμοι του να «κρεμάνε». Ο Αλκιβιαδης τον θυμάται ότι συνήθως φορούσε γυαλιά ηλίου, εκινείτο νωχελικά και τόσο αργά που έδειχνε ανίκανος να κάνει οτιδήποτε βιαστικά. Τον φαντάστηκε να καίγεται το σπίτι του και αυτός να κινείται με την ταχύτητα που μεγαλώνει το γρασίδι, για να το σώσει. Η γυναίκα αντιθέτως ήταν μια μπριόζα και, πληθωρική γυναίκα με πλούσιες καμπύλες και μπούστο, κέρδιζε πάντα τις εντυπώσεις. Μια αυθόρμητη παρουσία που με τα πλούσια προσόντα της άφησε κάγκελο τον Κλέαρχο, ο οποίος παριστάνοντας τον αδιάφορο και ντροπαλό στους γύρω του, την κοίταξε με λαγνεία και το βλέμμα του ήταν «γεμάτο», δεν άφηνε περιθώριο για κάτι άλλο, εκφράζοντας το μέγιστο της επιθυμίας του. 
Εκείνη δεν φάνηκε να ενοχλείται, απεναντίας το λάγνο βλέμμα του Κλέαρχου δεν την άφησε εντελώς ανεπηρέαστη. Παρόλο που μπορεί να μην το έδειξε, το πρόσεξε, την επηρέασε, την έκανε να νιώσει κολακεία. Τον κοίταξε του σκάει η γυναίκα ένα απίστευτα χαριτωμένο χαμόγελο, γεμάτο νάζι και τσαχπινιά. Απ' αυτά τα χαμόγελα που λένε «αν δεις καράβι στο βουνό, γυναίκα, το έχει τραβήξει». Η πληθωρική γυναίκα γνωρίζει πολύ καλά πως να ανάβει φωτιές και να ανεβάζει τη θερμοκρασία στα ύψη με το πληθωρικό κορμί και τα πλούσια προσόντα της και να κερδίζει την εκτίμηση του αρσενικού πληθυσμού.
Ο Κλέαρχος από εκείνη την ημέρα την είχε μέσα στο μυαλό του συνέχεια και δεν μπορούσε να την βγάλει. Ένιωθε κάτι μέσα του να φτερουγίζει. Ένα πρωτόγνωρο ηδονικό αναρρίγισμα διατρέχει τη ραχοκοκαλιά του. Εκείνη ήξερε ότι του άρεσε. Κάθε φορά που την συναντούσε η φωνή του λιγώνονταν και όλο του το παρουσιαστικό άλλαζε όψη. Προσπαθούσε να δείχνει ευγενικός και εξυπηρετικός μα καταλάβαινε την έξαψη του, τον ήξερε καλά. Ήξερε ότι έριχνε κλεφτές ματιές στο στήθος της, ακόμη πιο κλεφτές ματιές στον πισινό της και πως από το πρόσωπο επικεντρώνοταν με ηδονική λαχτάρα, στα χείλη της.. Του έριχνε ικανοποιημένη, χαμόγελα όλο υπονοούμενα γνωρίζοντας καλά τις σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό του και τα λαγγεμένα μάτια της μαρτυρούσαν και την δική της ηδονή.
Ο Κλέαρχος αυτά έβλεπε και ηδονικές ανατριχίλες δονούσαν το κορμί του. Την φανταζόταν σαν ερωμένη του που τον ερέθιζε περισσότερο από την τρυφερότητα και τους ήσυχους, δακρύβρεχτους οργασμούς της Ιοκάστης του.
Ο Αλκιβιάδης το θυμάται που ένα βράδυ του φθινοπώρου που ο σύζυγός χαιρέτησε την οικογένεια τους γιατί αναχωρούσε για τα χωριό τους. Θα επέστρεφε στη Θεσσαλία όπου είχε κάποιες οικογενειακές υποθέσεις να τελειώσει, πήρε άδεια από την νέα του εργασία και θα έλειπε ίσως τρεις με τέσσερις εβδομάδες. Και κάπου εκεί άνοιξε η συζήτηση για το αν θα μπορούσαν οι γονείς του μέχρι να επιστρέψει να νοιάζονται και να προσέχουν την σύζυγο του και αν χρειαστεί κάποια βοήθεια να της συμπαρασταθούν. Μεγάλο λάθος του.
Η Νεφέλη, -ήταν το όνομα της- έμεινε στη μοναξιά της που της δημιουργεί ένα συναισθηματικό και σωματικό κενό. Αυτή η απουσία του συζύγου την κάνει πιο ευάλωτη, πιο δεκτική σε εξωτερικά ερεθίσματα. Το τολμηρό βλέμμα του Κλεαρχου ήταν μια διεισδυτική, σχεδόν σωματική επαφή που την χάιδευε υποδηλώνοντας την επιθυμία του, σιωπηλά και έντονα, προκαλώντας της ηλεκτρισμό. Το απολάμβανε να νιώθει τα μάτια του να τη χαϊδεύουν, να τον βλέπει να ανάβει να κοκκινίζει και να ζορίζεται, ξέροντας ότι έφτανε να κουνήσει το μικρό της δαχτυλάκι για να τον έχει δικό της όποτε ήθελε. Είναι παντρεμένη με ένα καλό άνθρωπο αλλά δυστυχώς η ζωή τους έφερε δυσκολίες στο γάμο τους! Ο σύζυγος απουσιάζει τακτικά στις δουλειές του, η γυναίκα νιώθει συναισθηματικά κενά, ανάγκη για επιβεβαίωση έχει μια αίσθηση παραμέλησης. Ο Κλέαρχος ήταν ιδανική περίπτωση εραστή για τη Νεφέλη να λειτουργήσει ως διέξοδος στις σεξουαλικές ανάγκες της, χωρίς όμως να σημαίνει ότι δεν αγαπά το σύντροφό της ή ότι δεν θέλει να διατηρήσει το γάμο της.  
Ούτε ο Κλέαρχος αντιστάθηκε στον πειρασμό, δεν είχε εσωτερικούς φραγμούς, και ηθικούς ενδοιασμούς να τα φορέσει στην Ιοκάστη. Δεν είχε κανένα πρόβλημα, και φυσικά δεν έχασε την ευκαιρία να πέσει στο ερωτικό κρεβάτι με τη νέα γειτόνισσα κι όπως ήτανε φυσικό, καθόλου δεν δίστασε να ταράξει τα νερά της σεμνότυφης και συντηρητικής εποχής του, στη φτωχική συνοικία. Μια σειρά από σαθρά τούβλα χωρίζει τις κρεβατοκάμαρες τους και δεν χρειάζεται να ψάχνουν για ερωτική φωλιά φτάνει να απουσιάζουν τα έτερα τους ήμισυ.
....Η Ιοκάστη ως συνήθως απουσίαζε απ' τα χαράματα στη δουλειά της και ο Κλέαρχος που ήταν άνεργος την εποχή εκείνη μόλις είχε γυρίσει απ' την αγορά αναζητώντας μεροκάματο, αλλά επέστρεψε σπίτι άπραγος. Εκεί τον βρήκε η Νεφέλη γυρίζοντας από το συνοικιακό μπακάλικο να καπνίζει αραγμένος στο πλατύσκαλο της εξώπορτας στη κοινή αυλή τους. Η ίδια πάντως ήταν στα καλύτερά της! Όμορφη και θελκτική γυναίκα, φρόντιζε να το επιδεικνύει όσο μπορούσε. Διένυε τα καλύτερά της χρόνια. (ήταν τότε στα τριανταπέντε!)
Ο Κλέαρχος της φαινόταν πολύ προβληματισμένος.
«Καλημέρα  γείτονα τι κάνεις; Πως έτσι αραχτός σήμερα;» 
«Καλημέρα Νεφέλη. Περίμενα να ξεκινήσει το εκκοκκιστήριο σήμερα  αλλά το ανέβαλαν για την επόμενη εβδομάδα!» Ο Κλέαρχος δούλευε σαιζόν στους ριζόμυλους.
«Πολύ σκεφτικό σε βλέπω συμβαίνει κάτι;»
«Όχι! απλά δεν έχω ιδιαίτερη διάθεση!»
«Και ποιος σου χάλασε τη διάθεση αν επιτρέπεται;»
«Μα τι να σου λέω Τώρα» 
«Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάτι σαν συζυγικό καυγαδάκι μου μυρίζει...Με την Ιοκάστη ε;»
«Όχι δεν τσακώθηκα με την Ιοκάστη αλλά έχω πολύ σημαντικότερα προβλήματα μαζί της.» 
Η Νεφέλη κάτι είχε πάρει το αυτί της για το πρόβλημα του Κλεαρχου όταν κρυφάκουσε το ζευγάρι που λογομαχούσαν προχθές (ε, να μη μάθει γιατί λογομαχούσαν;) γιατί η Ιοκάστη δεν του καθόταν να τη γαμήσει. Η κοπέλα είχε βλέπεις προτεραιότητα να ασχοληθεί με τα παιδιά τους και να ξεκουραστεί μετά από μια κοπιαστική μέρα. Τον κοίταξε με κατανόηση και προσπάθησε να δώσει δίκιο και στον μεν και στο δε. Ήξερε από πρώτο χέρι ότι ο γάμος δεν είναι «παίξε γέλασε», είναι κατάσταση ζόρικη που εξαρχής απαιτεί ειδικό εξοπλισμό. Εκτός από παπά, κουμπάρο και κουφέτα, εκτός από κατσαρόλες και σερβίτσια, πρέπει να έχεις και υπομονή (απεριόριστη) και κατανόηση (κυρίως για τα ακατανόητα) και τόσα άλλα που δεν χρειάζεται να τα αναφέρει, αφού ωραιότατα τα έχουν ταξινομήσει όλα αυτά τα βιβλία – εγχειρίδια του τύπου «πώς να σώσετε τον γάμο σας».
«Γι' αυτό έχεις αυτά τα μούτρα γείτονα;» Γελάει; «Βρε τη ρουφιάνα την Ιοκάστη; Τι του έκανες ρε κούκλα μου του παιδιού και δε μιλιέται; Αχ ρε Ιοκάστη!»
«Νεφέλη παίζεις με τον πόνο μου!»
Η Νεφέλη χαμογέλασε με καλοσυνάτη ανοχή. «Για συμπαράσταση κερνάω καφέ της παρηγοριάς, βάλε το τσιγάρο και έλα μέσα να τα πούμε! Και γι’ αυτά ακριβώς τα προβλήματα μας αν θέλεις να μιλήσουμε. Τι σε απασχολεί; Φιλικά στα λέω μη με παρεξηγάς. Επειδή σε νοιάζομαι στα λέγω. Εκτός και εάν δεν είμαι καλή παρέα;»
«Είπα εγώ ότι δεν είστε καλή παρέα; Τον καφέ ευχαρίστως, ειδικά από τα χεράκια σου. Έλα που κομμάτι δυσκολεύομαι όμως να σου πω για τα πολύ προσωπικά μου.»
«Τι φοβάσαι την κριτική, ή την παρεξήγηση;»
«Δεν ξέρω πως να εκφράσω τα παράπονά μου»  
«Πες μου τώρα ότι έχεις και παράπονα. Τι σου λείπει δηλαδή; Ωραίος άνδρας είσαι! Τι ωραίος δηλαδή μ' αυτό το γεροδεμένο σου κορμί παίρνεις τα μυαλά στα θηλυκά. Και ωραία γυναίκα για το κρεβάτι έχεις. Τι άλλο είναι αυτό που θέλεις;» 
«Ναι ωραία όλα αυτά άλλα δεν αντέχω άλλο. Να σου πω κάτι μεταξύ μας ; Δεν πάει άλλο με την Ιοκάστη και με αυτό το συνέχεια είμαι κουρασμένη! Σαν άνδρας έχω και άλλες ανάγκες αν με καταλαβαίνεις.»
«Τι θες να πεις δηλαδή; Ότι κουράστηκε η κυρία να της τον χώνεις; Άγιε μου Φανούριε, σχώρα με! Πάλι αμάρτησα και έγινα αθυρόστομη! Δεν το κάνω επίτηδες η ρουφιάνα, μου ξεφεύγουν.»
«Έτσι είναι αποφεύγει το σεξ λες και το χει βαλσαμώσει το μουνί της.»
«Αα είσαι και εσύ, από αυτούς τους στερημένους. Σκέψου και μένα που περνάνε εβδομάδες χωρίς να δω χαρά στα σκέλια μου.» 
Δευτερόλεπτα σιωπής. Η Νεφέλη χαμογελά αμήχανα. Ο Κλέαρχος την κοιτά έντονα στα μάτια.
«Δηλαδή  ο Μπαργαλάτσος του νοικοκύρη σου είναι σαν ένα όπλο που δεν μπορεί να κάνει καλά την δουλειά του;.»  
«Γενικά δεν είναι και πολύ του sex, δεν κάνει πολλά πράγματα στο κρεβάτι, δεν έχει φλόγα. Θα έλεγα ότι με πηδάει που και που επειδή πρέπει, η επειδή απλά του το ζητάω επίμονα.» 
«Δεν το πιστεύω! Τι μου λες! Πως γίνεται κύριε από τα Τρίκαλα να έχεις μια γυναίκα σαν την Νεφέλη, καύλα σκέτη και να μη  βάζεις φωτιά στη σεξουαλική σας καθημερινότητα!  Νεφέλη φωτιές μου άναψες και δεν είμαστε πια παιδιά! Απ' όταν σε είδα σε θέλω τόσο.»
«Κούκλε μου η αλήθεια εδώ που τα λέμε είναι πως ένα δίκιο το 'χει η Ιοκάστη σου, όλη μέρα δουλεύει σαν σκυλί για τον επιούσιο για τα απαραίτητα που χρειάζεται για να ζήσει η οικογένεια σας.... που χρόνος για σένα! Και απ' ότι καταλαβαίνω η Κυρία σου δεν το έχει το σεξουαλικό άθλημα στο φόρτε της,» του λέει αποπνέοντας σεξουαλική έλξη, και ερωτική επιθυμία έχοντας αφεθεί στις σκέψεις της σε ένα συναρπαστικό ταξίδι ευχαρίστησης όπου οι άγριες επιθυμίες της θα ικανοποιούνται με τρόπο που θα αφήσουν άναυδο το γείτονα της. «Αν λοιπόν συμφωνείς και εσύ αφού το βλέπω πόσο με θέλεις εγώ δεν έχω ενδοιασμούς να σε μοιράζομαι σεξουαλικά μαζί της. Ο Κλέαρχος έμεινε κατάπληκτος και ένιωθε τον πούτσο του να θεριεύει και μόνο με τη σκέψη πως θα τσαλαβουτούσε μέσα στο υγρό μουνάκι της. Ήταν σαν να είχε ακούσει τις μύχιες επιθυμίες που είχε στο μυαλό του. Δεν είχε αντίρρηση τελικά γι’ αυτά που του ζήτησε η νέα γειτόνισά αλλά, δεν είχε συνηθίσει ν’ αποφασίζουν άλλοι γι’ αυτόν. Σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν καθαρό, αποφασιστικό αλλά στο βάθος διέκρινε παράκληση. «Πάμε μέσα στη κρεβατοκαμαρα.» Τον παροτρύνει! Έσβησε το φως και όταν εκείνος μπήκε, τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του κι αναζήτησε τα χείλη του. Αφέθηκε στο αγκάλιασμα της, ανταποδίδοντας το φιλί και σιγά-σιγά την έσφιξε πάνω του, την χάιδεψε αναστατώνοντας τα μαλλιά και την παρέσυρε στον καναπέ για να καταλήξουν λίγο αργότερα στο κρεβάτι…
....Ήταν ένα φθινοπωρινό σκηνικό του καιρού. Ηλιοφάνεια με λίγες αραιές νεφώσεις που ταξίδευαν νωχελικά στον ουρανό. Στο σχολείο του Αλκιβιάδη είχε γίνει απολύμανση από την υγειονομική υπηρεσία των σχολικών κτηρίων και οι μαθητές είχαν απομακρυνθεί πολύ νωρίτερα από το συνηθισμένο. Έτσι, βρέθηκε ξαφνικά με αρκετές ώρες ελεύθερες μπροστά του. Η Ιοκάστη, όπως πάντα, βρισκόταν στη δουλειά της. Ο Κλέαρχος, αν δεν είχε καταφέρει να βρει κάποιο μεροκάματο, σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης, θα ήταν μάλλον στο καφενείο, σκυμμένος πάνω από την τράπουλα, όπως συνήθιζε όταν δεν είχε δουλειά. Τα μικρότερα αδέλφια του, όπως γινόταν συχνά, βρίσκονταν στη θεία τους, η οποία έμενε άνεργη εκείνη την εποχή και μπορούσε να τα κρατά όταν οι γονείς έλειπαν.
Η γειτονιά στο «Αραπόρεμα» ζούσε τον καθημερινό της ρυθμό και το ρέμα κυλούσε αδιάφορο δίπλα στα σπίτια, κρατώντας μέσα του τις μικρές και μεγάλες ιστορίες των ανθρώπων που ζούσαν στις όχθες του. Ο Αλκιβιάδης, φτάνοντας στην είσοδο της αυλής, σταμάτησε ξαφνιασμένος. Στο βάθος του μεγάλου κήπου είδε τρία κοριτσόπουλα να στέκονται σχεδόν ακίνητα, αμίλητα, στριμωγμένα πίσω από τις ξύλινες γρίλιες του κλειστού παραθύρου του σπιτιού όπου έμενε η Νεφέλη. Η προσοχή τους ήταν στραμμένη προς το εσωτερικό του δωματίου. Δεν μιλούσαν, μόνο αντάλλασσαν πότε-πότε γρήγορες ματιές μεταξύ τους, σαν να είχαν βρεθεί μπροστά σε κάτι που δεν καταλάβαιναν, αλλά τους είχε τραβήξει έντονα την περιέργεια. Ήταν η δωδεκάχρονη εξαδέλφη του, η Μερόπη, η εντεκάχρονη Ιόλη από την απάνω γειτονιά και η δεκάχρονη Μυρσίνη, το γειτονόπουλο που έμενε τρία σπίτια παρακάτω, στην όχθη του ρέματος. Ανάμεσα στο παιχνίδι και στην παιδική περιέργεια, είχαν ξεχάσει για λίγο τον χρόνο. Κάθε τόσο όμως έριχναν ανήσυχες ματιές γύρω τους, μήπως εμφανιστεί κάποιος απρόσμενα και τις αντιληφθεί. Ο μεγάλος κήπος, με τα δέντρα, τις φυλλωσιές και τους φράχτες από λυγαριές και βάτα, λειτουργούσε σαν φυσικό καταφύγιο, κρύβοντας τις μικρές φιγούρες τους από τα αδιάκριτα βλέμματα των γειτόνων και από τους περαστικούς του χωμάτινου δρόμου δίπλα στο ρέμα. Με τα κεφάλια σκυφτά, κρατούσαν την ανάσα τους και αφουγκράζονταν τους αμυδρούς ήχους που έφταναν από το κλειστό δωμάτιο. Δεν καταλάβαιναν πραγματικά τι συνέβαινε· μόνο ένιωθαν πως είχαν βρεθεί μπροστά σε κάτι κρυφό, σε έναν κόσμο των μεγάλων που μέχρι τότε τους ήταν άγνωστος. Η παιδική περιέργεια, εκείνη η ακατανίκητη ανάγκη να ανακαλύψεις όσα σου κρύβουν, τις είχε φέρει ως εκεί. Κοιτάζονταν μεταξύ τους σιωπηλές, με μάτια γεμάτα απορία, σαν να προσπαθούσαν να ενώσουν κομμάτια μιας ιστορίας που δεν μπορούσαν ακόμη να κατανοήσουν. Ο έρωτας, αυτή η βαθιά ανθρώπινη δύναμη που συνοδεύει τον άνθρωπο από τα πρώτα του βήματα στη ζωή, παρέμενε για εκείνες ένα ακατανόητο μυστήριο. Ένα κομμάτι του κόσμου των ενηλίκων που μόλις άρχιζε να αποκαλύπτεται μπροστά τους, αφήνοντας πίσω του ερωτήματα, εντυπώσεις και μια παράξενη αίσθηση ότι η παιδική ηλικία τους πλησίαζε σιγά-σιγά στο τέλος της. Χωρίς να το γνωρίζουν, εκείνη τη στιγμή δεν παρατηρούσαν απλώς ένα γεγονός· άγγιζαν, με τον αθώο τρόπο της ηλικίας τους, το πέρασμα από τον κόσμο της ανεμελιάς στον κόσμο των σύνθετων ανθρώπινων σχέσεων. Πρώτη τον είδε η ξαδέλφη του, η Μερόπη. Μόλις τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, το κορίτσι τινάχτηκε απότομα, σαν να την είχε διαπεράσει ηλεκτρικό ρεύμα. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Ύστερα έσκυψε προς τις άλλες δύο φίλες της και κάτι τους ψιθύρισε βιαστικά. Γύρισε πάλι προς το μέρος του. «Σςςςςς…» Έφερε το δάχτυλό της μπροστά στα χείλη της, ζητώντας του σιωπή. Ο Αλκιβιάδης στάθηκε απορημένος. Ήταν σχεδόν βέβαιος πως βρισκόταν μόνος του, κι όμως η συμπεριφορά τους τον μπέρδευε. Αμήχανος, γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε πίσω του, μήπως υπήρχε κάποιος άλλος που δεν είχε προσέξει. Δεν καταλάβαινε τι ακριβώς συνέβαινε. Ξαφνικά η Μερόπη πετάχτηκε όρθια από το περβάζι. Μια μικρή αναστάτωση απλώθηκε ανάμεσα στα κορίτσια. Τις έπιασε από τα χέρια και, χωρίς να χάσει χρόνο, του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Χωρίς φωνές και χωρίς θόρυβο, σαν μικροί συνωμότες που μόλις είχαν αποκαλυφθεί, ξεκίνησαν όλοι μαζί να τρέχουν. Τα κορίτσια μπροστά, ο Αλκιβιάδης πίσω τους, διέσχισαν αλαφιασμένοι τον μεγάλο κήπο και κρύφτηκαν στην παλιά αποθήκη, στην άκρη της αυλής. Εκεί, ανάμεσα σε παλιά αντικείμενα, μυρωδιές ξύλου και χώματος, σταμάτησαν λαχανιασμένοι. Κανείς δεν μιλούσε. Μόνο κοιτάζονταν μεταξύ τους, με εκείνο το παράξενο μείγμα φόβου, ντροπής και ενθουσιασμού που νιώθουν τα παιδιά όταν, χωρίς να το επιδιώξουν, έχουν βρεθεί μπροστά σε έναν άγνωστο κόσμο των μεγάλων. Στο εσωτερικό του δωματίου, πίσω από τις κλειστές γρίλιες, ο χρόνος είχε χάσει το νόημά του. Ο Κλέαρχος και η Νεφέλη είχαν παραδοθεί στη δύναμη της στιγμής, ενώ από το γραμμόφωνο ακουγόταν χαμηλά το «Diana» του Paul Anka, σαν να προσπαθούσε η μουσική να σκεπάσει τα μυστικά που γεννιούνταν μέσα στο μικρό δωμάτιο. Η Νεφέλη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε δει στον Κλέαρχο μόνο έναν γοητευτικό γείτονα, ανακάλυπτε μια πλευρά του που την αιφνιδίαζε. Εκείνος ένιωθε πως είχε βρει έναν άνθρωπο που τον θαύμαζε και τον επιθυμούσε, μακριά από τις καθημερινές απαιτήσεις, τις στερήσεις και τις εντάσεις του σπιτιού του. Και έξω, στην άλλη πλευρά του παραθύρου, τα κορίτσια προσπαθούσαν να καταλάβουν έναν κόσμο που μόλις άρχιζε να τους αποκαλύπτεται. Τα αυτιά τους άκουγαν ψιθύρους και κινήσεις, τα μάτια τους όμως έπεφταν πάνω στις γρίλιες που άφηναν να περνά το φως, όχι η αλήθεια. Ήταν εκείνη η παράξενη ηλικία όπου η περιέργεια συναντά την αμηχανία, όπου τα παιδιά στέκονται στο κατώφλι της ενηλικίωσης χωρίς ακόμη να γνωρίζουν τι ακριβώς αντικρίζουν. Λίγο αργότερα, στο δωμάτιο επικράτησε ησυχία. Η Νεφέλη έφτιαξε τα μαλλιά της, τακτοποίησε το φόρεμά της, άναψε δύο τσιγάρα και του πρόσφερε το ένα. Ήταν μια από εκείνες τις μικρές, καθημερινές κινήσεις που έμοιαζαν να σφραγίζουν μια μεγάλη αλλαγή. Έξω η γειτονιά συνέχιζε να ζει όπως πάντα, χωρίς να γνωρίζει πως πίσω από έναν τοίχο είχαν ήδη αρχίσει να γράφονται ιστορίες που θα άφηναν σημάδια. Ο Κλέαρχος δέχτηκε να περάσει το κατώφλι του σπιτιού της Νεφέλης εκείνο το πρωινό, αφού πρώτα εκείνη τον διαβεβαίωσε πως ο σύζυγός της δεν επρόκειτο να επιστρέψει πριν περάσουν αρκετές εβδομάδες. Η Ιοκάστη είχε ήδη φύγει από τα χαράματα για τη δουλειά της στο εκκοκκιστήριο της βαμβακουργίας του Μουζέλη. Εκείνη η απουσία της δεν ήταν μια απλή απουσία. Ήταν η καθημερινή θυσία μιας γυναίκας που πάλευε για την επιβίωση της οικογένειάς της. Η Ιοκάστη είχε μάθει να μετρά τη ζωή με τον μόχθο. Πριν ακόμη βρεθεί στο εκκοκκιστήριο, είχε γνωρίσει τις σκληρές συνθήκες ενός εργοστασίου κεραμοποιίας, δουλεύοντας σε περιβάλλον δύσκολο ακόμη και για άνδρες. Το σώμα της κουβαλούσε την κούραση, αλλά η ψυχή της κρατούσε όρθιο το σπίτι. Η Νεφέλη, από την άλλη πλευρά, μιλούσε στον Κλέαρχο για τα δικά της κενά και τις απογοητεύσεις του γάμου της. Προσπαθούσε να του εξηγήσει πως η μοναξιά, η απόσταση και η αίσθηση παραμέλησης είχαν δημιουργήσει μέσα της ένα κενό που ζητούσε να καλυφθεί. Ο Κλέαρχος άκουγε περισσότερο με τον εγωισμό του παρά με τη λογική του. Τα λόγια της Νεφέλης άγγιζαν ένα σημείο μέσα του που είχε ανάγκη επιβεβαίωσης. Ήθελε να αισθανθεί ξανά δυνατός, επιθυμητός, σημαντικός. Δεν έβλεπε εκείνη τη στιγμή το βάρος των συνεπειών· έβλεπε μόνο την ευκαιρία να αποδείξει στον εαυτό του κάτι που ίσως φοβόταν πως είχε χάσει. Κι έτσι, ενώ η Ιοκάστη πάλευε καθημερινά για το αύριο των παιδιών τους, ο Κλέαρχος επέλεγε έναν δρόμο που θα άφηνε αργότερα βαθύτερα σημάδια απ’ όσα μπορούσε τότε να φανταστεί. ο δωμάτιο είχε χάσει την τάξη του. Αντικείμενα είχαν μετακινηθεί, έπιπλα είχαν παραμεριστεί βιαστικά, σαν να είχε περάσει από μέσα τους μια θύελλα συναισθημάτων που δεν άφησε τίποτα ανέγγιχτο. Η Νεφέλη είχε παραδοθεί στη στιγμή, ενώ ο Κλέαρχος, παρασυρμένος από την ανάγκη του να αισθανθεί ξανά δυνατός και επιθυμητός, άφηνε στην άκρη κάθε σκέψη για τις συνέπειες. Το γραμμόφωνο συνέχιζε να παίζει τον ίδιο δίσκο του Paul Anka, επαναλαμβάνοντας τη μελωδία που είχε γίνει το αθέατο φόντο μιας απαγορευμένης ιστορίας. Για λίγο όλα γύρω τους έμοιαζαν να έχουν σταματήσει. Υπήρχαν μόνο η στιγμή, η ένταση και η ψευδαίσθηση πως ο κόσμος έξω από το δωμάτιο δεν υπήρχε. Κι όμως, ο κόσμος υπήρχε. Κάποια στιγμή, ανάμεσα στους ήχους της μουσικής και στη σιωπή που ακολουθεί τις μεγάλες εξάρσεις, ο Κλέαρχος ένιωσε ένα παράξενο σκίρτημα. Κάτι στο παράθυρο τράβηξε την προσοχή του. Ήταν μια κίνηση; Μια σκιά; Μια αντανάκλαση; Στην αρχή προσπάθησε να το αγνοήσει. Όμως η αίσθηση επέμενε. Κοίταξε προς τις γρίλιες και για μια στιγμή το πρόσωπό του άλλαξε. Γιατί εκεί, στην άλλη πλευρά του τζαμιού, δεν ήταν μόνο η μουσική που τους συντρόφευε. Υπήρχαν μάτια που κοιτούσαν. Και τότε, για πρώτη φορά μέσα σε εκείνη τη μέθη της στιγμής, πέρασε από το μυαλό του Κλέαρχου η σκέψη πως ίσως το μυστικό τους δεν ήταν πια μόνο δικό τους. Σηκώθηκε αργά και πλησίασε το παράθυρο. Με μια προσεκτική κίνηση άνοιξε ελάχιστα τα παραθυρόφυλλα και κοίταξε έξω μέσα από τις γρίλιες. Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητος, προσπαθώντας να καταλάβει αν πράγματι κάποιος βρισκόταν εκεί ή αν το παιχνίδι του φωτός και των σκιών τού είχε δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση. Τότε την είδε. Απέναντι, στην είσοδο της μικρής κάμαρας, στεκόταν η νεαρή σπουδάστρια που έμενε στην αυλή. Μόλις είχε επιστρέψει και κοιτούσε γύρω της με απορία. Είχε παρατηρήσει τα παιδιά να τρέχουν αναστατωμένα προς την αποθήκη και προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Για μια στιγμή οι δύο κόσμοι συναντήθηκαν μέσα από μια σιωπηλή ματιά. Ο Κλέαρχος την παρατήρησε περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της που τράβηξε την προσοχή του, αλλά η αίσθηση της νιότης, της ανεμελιάς και της διαφορετικής ζωής που αντιπροσώπευε. Ήταν ένας κόσμος μακριά από τη δική του καθημερινότητα, από τα βάρη, τις στερήσεις και τις ευθύνες που απέφευγε συχνά να αντιμετωπίσει. Η κοπέλα, από την πλευρά της, ένιωσε πως κάτι παράξενο υπήρχε πίσω από εκείνο το παράθυρο. Δεν μπορούσε να ξέρει, δεν μπορούσε να εξηγήσει, μόνο διαισθανόταν πως κάποιο μυστικό κρυβόταν στην ατμόσφαιρα. Ο Κλέαρχος έκλεισε αργά το παραθυρόφυλλο και γύρισε προς τη Νεφέλη. «Ήταν οι σκιές από τα δέντρα», είπε καθησυχαστικά. «Ο αέρας κουνάει τα φύλλα και μπερδεύει το μάτι.» Όμως ο ίδιος ήξερε πως κάτι είχε ήδη αλλάξει μέσα του. Η εικόνα εκείνης της στιγμής είχε μείνει χαραγμένη στη σκέψη του. Όχι επειδή είχε συμβεί κάτι, αλλά επειδή αποκάλυπτε για άλλη μια φορά μια πλευρά του χαρακτήρα του: την αδιάκοπη ανάγκη του να κυνηγά το καινούργιο, το απρόσιτο, την επιβεβαίωση που του έδινε την ψευδαίσθηση πως παρέμενε κυρίαρχος της ζωής του. Και χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, κάθε τέτοια επιλογή τον απομάκρυνε λίγο περισσότερο από εκείνους που πραγματικά τον χρειάζονταν. Τον είδε η Νεφέλη και τον παρατήρησε για λίγο σιωπηλή. «Τι είναι αυτό με σένα;» του ψιθύρισε, προσπαθώντας να καταλάβει τη σκέψη που είχε σκοτεινιάσει για μια στιγμή το πρόσωπό του. Ο Κλέαρχος έκλεισε το γραμμόφωνο και για λίγο έμεινε ακίνητος. Η σιωπή που ακολούθησε έκανε πιο έντονους όλους τους ήχους έξω από το δωμάτιο: τα φύλλα των δέντρων, τα βήματα στην αυλή, την ανάσα μιας γειτονιάς που συνέχιζε να ζει χωρίς να γνωρίζει όλα όσα κρύβονταν πίσω από τους τοίχους.
Στην αποθήκη, η Μερόπη προσπαθούσε ακόμη να συνέλθει από την αναστάτωση της στιγμής. Είχε το πρόσωπό της κατακόκκινο από την ταραχή και την αμηχανία, όχι επειδή καταλάβαινε πραγματικά όσα είχαν συμβεί, αλλά επειδή είχε βρεθεί ξαφνικά μπροστά σε έναν κόσμο άγνωστο και μπερδεμένο για την ηλικία της. Γύρισε προς τον Αλκιβιάδη και του χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Τι έπαθες; Σαν να είδες φάντασμα κάνεις.» Ο Αλκιβιάδης ήταν μόλις δέκα χρονών. Κατέβασε το βλέμμα του. Τα μάγουλά του είχαν κοκκινίσει και ένιωθε πως δεν είχε λόγια για να εξηγήσει αυτό που συνέβαινε μέσα του. Ήταν ένα συναίσθημα παράξενο, ένα μπέρδεμα από απορία, ντροπή και αμηχανία. Έσφιξε και ξέσφιξε τα λεπτά δάχτυλά του πάνω στα γόνατά του, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Η Μερόπη άπλωσε το χέρι της και του έπιασε το δικό του, σαν να ήθελε να τον τραβήξει πίσω στην ασφάλεια της παιδικής τους ηλικίας. «Είσαι καλά;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Μόνο κοίταξε προς την πόρτα της αποθήκης, εκεί όπου ο κόσμος των μεγάλων φαινόταν ξαφνικά πολύ πιο περίπλοκος απ’ όσο τον είχε φανταστεί. Ο Αλκιβιάδης σάστισε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και σήκωσε το κεφάλι του κοιτάζοντάς τη με ένα βλέμμα γεμάτο απορία. Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει, να απαντήσει ή απλώς να μείνει σιωπηλός. «Τα συμπαθώ… ή τουλάχιστον προσπαθώ», ψέλλισε. Η Μερόπη χαμογέλασε, βλέποντας την αμηχανία του. «Έλα από δω. Έλα κοντά μου», του είπε χαμηλόφωνα, σαν να ήθελε να τον καθησυχάσει. Για λίγο έμειναν σιωπηλοί. Από την αποθήκη άκουγαν μόνο τον αέρα που περνούσε ανάμεσα από τα κλαδιά του κήπου και το απαλό θρόισμα των φύλλων. Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που τα παιδιά νιώθουν πως κάτι αλλάζει γύρω τους, χωρίς ακόμη να μπορούν να το εξηγήσουν. Η Μερόπη κάθισε δίπλα του και πέρασε το χέρι της στους ώμους του με τη φυσικότητα ενός παιδιού που θέλει να δώσει θάρρος σε κάποιον που αγαπά. «Μη φοβάσαι», του είπε. «Όλοι έτσι νιώθουν καμιά φορά. Σαν να μην ξέρουν τι να πουν.» Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε αχνά. Ένιωθε ακόμη μπερδεμένος, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει μια γλώσσα που μόλις άρχιζε να μαθαίνει. Η Μερόπη γύρισε προς τα άλλα κορίτσια και είπε γελώντας: «Είναι πολύ γλυκό το ξαδερφάκι μου. Ακόμα ντρέπεται να μιλήσει.» Και τα κορίτσια γέλασαν σιγανά, όχι κοροϊδευτικά, αλλά με εκείνη την αθώα χαρά των παιδιών που ανακαλύπτουν σιγά-σιγά πως μεγαλώνουν. Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε. «Ευχαριστώ», είπε χαμηλόφωνα. Η Μερόπη τον κοίταξε με ένα ζεστό χαμόγελο. «Ξέρεις πως σ’ αγαπάμε.» «Κι εγώ σας αγαπώ», απάντησε. Για λίγο σώπασε. Κοίταξε γύρω του, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως κανείς δεν τους άκουγε. Ήξερε καλά πως με τη Μερόπη δεν ήταν εύκολο να ζητήσει κανείς να μείνει μακριά από τις μικρές τους περιπέτειες. Η περιέργειά της και η αγάπη της για τις σκανταλιές ήταν κομμάτι του χαρακτήρα της. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του και κοίταξε το ταβάνι της αποθήκης. Η σκέψη του ταξίδευε ακόμη σε όσα είχαν συμβεί εκείνη τη μέρα, σε εικόνες και συναισθήματα που δεν μπορούσε να τακτοποιήσει εύκολα μέσα του. Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του, κοίταξε τη Μερόπη. Εκείνη είχε σηκώσει ελαφρά τα φρύδια της. Στο βλέμμα της υπήρχε εκείνη η γνώριμη έκφραση: λίγη τρυφερότητα, λίγη διάθεση για πείραγμα και μια σιωπηλή υπόσχεση πως θα ήταν δίπλα του. Μια μπούκλα από τα μαλλιά της είχε πέσει, όπως συνήθως, πάνω από το δεξί της μάτι. Ήταν μια μικρή λεπτομέρεια που ο Αλκιβιάδης θυμόταν πάντα. Τώρα δεν ένιωθε πια μόνο αμηχανία. Ένιωθε πως μπορούσε να εμπιστευτεί κάποιον. Έχωσε τα χέρια του βαθιά στις τσέπες του και ένιωσε τα μάγουλά του να ζεσταίνονται. Κοίταξε τη Μερόπη σαν να της ζητούσε χωρίς λόγια μια εξήγηση, μια συμβουλή, έναν τρόπο να καταλάβει αυτόν τον καινούργιο κόσμο που άρχιζε σιγά-σιγά να ανοίγεται μπροστά του. Και η Μερόπη, όπως πάντα, κατάλαβε. Η Μερόπη ήταν ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός της παρέας. Από μικρή είχε μια έμφυτη εξυπνάδα και μια σπάνια ευκολία στον λόγο. Με τις ιστορίες της, τα πειράγματα της και τον αστείρευτο αυθορμητισμό της είχε καταφέρει να γίνει το κέντρο της μικρής τους ομάδας. Όλοι την ακολουθούσαν, όχι επειδή το επέβαλλε, αλλά επειδή είχε εκείνη τη φυσική ικανότητα να δίνει ζωή σε κάθε παιχνίδι και σε κάθε στιγμή. Ένας θόρυβος από το διπλανό δωμάτιο της σπουδάστριας τους επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα. Η ατμόσφαιρα άλλαξε και τα παιδιά κατάλαβαν πως είχαν βρεθεί μπροστά σε έναν κόσμο των μεγάλων, έναν κόσμο γεμάτο μυστικά, επιλογές και αντιφάσεις που ακόμη δεν μπορούσαν να κατανοήσουν. Η Μερόπη συνέχισε να τον κοιτάζει με εκείνο το γνώριμο, σκανταλιάρικο βλέμμα της. «Ξέρεις ποιος είναι μέσα στο δωμάτιο της γειτόνισσας;» τον ρώτησε. Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε απορημένος. «Δεν ξέρω… αλλά μάλλον εσείς ξέρετε.» Τα μάτια της Μερόπης χαμογέλασαν πριν ακόμη χαμογελάσει το πρόσωπό της. Ήταν φανερό πως κάτι είχε καταλάβει, κάτι που εκείνος ακόμη προσπαθούσε να επεξεργαστεί. Η Μερόπη ήταν ένα κορίτσι με έντονη προσωπικότητα. Μέτριο ανάστημα, ζωηρή έκφραση, καστανά μαλλιά που συχνά έπεφταν ατίθασα στο πρόσωπό της και ένα βλέμμα γεμάτο περιέργεια και διάθεση για περιπέτεια. Ήταν από εκείνα τα παιδιά που έδιναν κίνηση και χρώμα στη γειτονιά. Η Ιόλη ήταν διαφορετική παρουσία. Ψηλή για την ηλικία της, ήσυχη αλλά εντυπωσιακή, συχνά έδινε την εντύπωση πως μεγάλωνε λίγο πιο γρήγορα από τα υπόλοιπα παιδιά. Η ζωή αργότερα την πήγε σε άλλους δρόμους και η γειτονιά έμαθε νέα της μόνο από μακριά. Η Μυρσίνη, πιο ήρεμη και λεπτή παρουσία, με τα σκούρα μαλλιά της και το συγκρατημένο χαμόγελό της, συμπλήρωνε την παρέα με τον δικό της τρόπο. Ήταν εκείνη η εποχή που οι μέρες ήταν γεμάτες παιχνίδι. Κρυφτό στις αυλές, κυνηγητό στα στενά, ποδόσφαιρο στις αλάνες, φωνές παιδιών που αντηχούσαν μέχρι το βράδυ. Η γειτονιά, παρά τις δυσκολίες της, ήταν ένας ολόκληρος κόσμος. Ο Αλκιβιάδης θυμάται πως όσο μεγάλωνε άρχισε σιγά-σιγά να βλέπει διαφορετικά τα πράγματα γύρω του. Τα κορίτσια της παρέας δεν ήταν πια μόνο σύντροφοι στα παιχνίδια, ήταν πρόσωπα που τον προκαλούσαν να ανακαλύψει έναν νέο τρόπο επικοινωνίας, γεμάτο πειράγματα, γέλια και μια πρωτόγνωρη αμηχανία. Ήταν η ηλικία όπου η παιδική ανεμελιά άρχιζε να υποχωρεί και στη θέση της ερχόταν η πρώτη επίγνωση πως ο άνθρωπος αλλάζει. Χωρίς να το καταλαβαίνει, ο Αλκιβιάδης περνούσε σιγά-σιγά από τον κόσμο των παιδιών στον κόσμο της εφηβείας. .

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Υποτακτική αγάπη!
.....

 
Web Informer Button