ADS

click to open

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2023

Prothalamos Tis Efivias

......Οταν ξεκινησε η νέα σχολικη χρονιά, ο χρόνος στη γειτονιά και στο σπιτικό τους  κυλούσε φυσιολογικά, χωρίς ακραίες ανατροπές ή εξαιρετικά γεγονότα, ακολουθώντας τον ίδιο ρυθμό, τις χαρές, τις λύπες, τις καθημερινές συνήθειες που ακολουθεί η ζωή των περισσότερων ανθρώπων στον κόσμο.  Ο χρόνος δεν είχε παγώσει ούτε έτρεχε απεγνωσμένα, αλλά είχε μια ομαλή ροή. Κάποια μικρά, καθημερινά γεγονότα που συνέβησαν στο μικρο κλειστό κύκλο της γειτονιάς, αν και η γειτονιά τα θεωρούσε ασήμαντα, ο Αλκιβιαδης πίστευε ότι αυτά ήταν που στην πραγματικότητα διαμόρφωναν την ιστορία, τον χαρακτήρα και τις κοινωνικές σχέσεις της γειτονιάς τους. Αυτές οι μικρές λεπτομέρειες είναι που τελικά προσδίδουν σε κάθε γειτονιά τη μοναδικότητά της. 
Η νεαρή σπουδάστρια δεν εμφανίστηκε τη νέα σχολική περίοδο για  αδιευκρίνιστους λόγους, η μικρή κάμαρα έμεινε άδεια. Χάθηκε η επαφή με την οικογένεια τους, έκτοτε ο Αλκιβιάδης ποτέ του δεν έμαθε αν ίσως υπήρξε κάποια επαφή, είδηση ή πληροφορία για τη συγκεκριμένη νεαρή κοπέλα.
Η Ιόλη την τελευταία της χρονιά στο δημοτικό δεν εμφανίστηκε στο σχολείο τους. Η Μερόπη που κρατούσε επαφή μαζί της, τους πληροφόρησε πως η οικογένεια της Ιόλης μετά της καλοκαιρινές διακοπές, είχε μετακομίσει σε ένα κεφαλοχώρι στο κάμπο του Σπερχειού. Ο Αλκιβιαδης αργότερα έμαθε ότι η Ιόλη τελειώνοντας το δημοτικό πολύ σύντομα παντρεύτηκε! Παντρεύτηκε σε πολύ μικρή ηλικία ακόμη, ούτε την εφηβική της ηλικία δεν γεύτηκε ελεύθερη.
Η Μερόπη που είχε τελειώσει το δημοτικό, μεγάλωσε απότομα, σοβάρεψε, έχασε εκείνη την σκερτσόζικη παιδική ανεμελιά της, πιο ώριμη και υπεύθυνη έπιασε εργασία σε μια βιοτεχνία ενδυμάτων.
Και η οικογένεια του Αλκιβιάδη μετακόμισε και αυτή, ενοικίασαν ένα σπίτι λίγο ψηλότερα από το ρέμα, μια μικρή αυτόνομη μονοκατοικία με πολύ μεγάλη αυλή που ένα μέρος της ο Κλέαρχος ενθυμούμενος τις συνήθειες του χωριού τους, ένα τετράγωνο της το μετέτρεψε σε καταπράσινο λαχανόκηπο. Μετακομίζοντας ο Αλκιβιαδης δεν έχασε επαφή με τη Μερόπη ούτε με την Μυρσίνη, απλώς οι επαφές τους αραίωσαν.
Ο Κλέαρχος περίμενε για άλλη μια φορά να ξεκινήσει η σαιζόν στο εργοστάσιο με τους ριζόμυλους του Μουζέλη. Η Ιοκάστη είχε προσληφθεί και αυτή στο ελαιουργικό εργοστάσιο του συγκροτήματος, εκεί που έβγαζαν το βαμβακέλαιο.
Η Ιοκάστη μετά την δουλειά έπρεπε να πλένει ως αργά το βράδυ σε μια σκάφη, γιατί ήταν τρία παιδιά, τι να προλάβει; Η εικόνα της μητέρας του να «παλεύει» με τη σκάφη ως αργά αποτύπωνε την αυταπάρνηση, την κούραση αλλά και την ανάγκη για καθαριότητα παρά τις αντίξοες συνθήκες. Η Ιοκάστη αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της οικιακής οικονομίας και φροντίδας της οικογένειας τους, στη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινότητας, τη δεκαετία του 1960. 
Μάνα, μητέρα, μαμά, όπως και να την φώναζαν, ήταν ιερή λέξη, που ακουγόταν σαν μελωδία. Η μάνα τους ήταν το σύμβολο της ανιδιοτελούς αγάπης, της θυσίας και της φροντίδας. Ήταν το πρόσωπο που εβρίσκετο πάντα εκεί, έτοιμο να στηρίξει, να καθοδηγήσει και να προσφέρει ζεστασιά, φροντίζοντας ακούραστα για τα πάντα. Αγαπούσε χωρίς όρους και ανταλλάγματα και ήταν το καταφύγιο τους σε κάθε δυσκολία.
Είναι αργά, η ώρα είναι προχωρημένη! Δίνες αστεριών στο νυχτερινό ουρανό του φθινοπώρου. Ο φθινοπωρινός νυχτερινός ουρανός προσφέρει εξαιρετικές ευκαιρίες για παρατήρηση στον μικρο Αλκιβιάδη, με τους χαρακτηριστικούς αστερισμούς και φαινόμενα που «στροβιλίζονται» γύρω από τον Πολικό Αστέρα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Μεγάλη Άρκτος βρίσκεται χαμηλά στον βορρά, ενώ η Κασσιόπη, με το χαρακτηριστικό σχήμα «W», κυριαρχεί ψηλότερα. Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της καθαρής νύχτας, ήταν ένα φωτεινό κιτρινοπορτοκαλί μισοφέγγαρο που κυριαρχούσε στον ουρανό, προσθέτοντας μια ατμοσφαιρική και ρομαντική νότα. Το ανάγλυφο των λόφων, από το στρατόπεδο απέναντι δεν φαινόταν πλέον με λεπτομέρειες, αλλά ως συμπαγείς, σκοτεινές σιλουέτες που επιβάλλονται στο τοπίο. Μπροστά τους προς την ανατολή μία φεγγαρόλουστη πόλη, ενώ η σκούρες σιλουέτες από τις ασημοπράσινες λεύκες της ρεματιάς βρίσκονταν σε πρώτο πλάνο. Η μητέρα του έχει βάλει το καζάνι να βράζει με φύλλα από την λεμονιά και την πορτοκάλια ώστε τα ρούχα να μοσχοβολάνε με το σπιτικό σαπούνι και έχει ξεκινήσει τη μπουγάδα της οικογένειας στη ξύλινη σκάφη που την τοποθέτησε πάνω στον ξύλινο πάγκο της αυλής εκεί που ο Κλέαρχος συσκεύαζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια Ο Αλκιβιάδης κάθισε δίπλα της να της κάνει παρέα έχοντας για θρόνο μια ταπεινή καρεκλίτσα και συνεχώς διάβαζε. «Τα σχολικά του.» Διάβαζε το βιβλίο του στο λιγοστό κιτρινωπό φως μιας λάμπας πετρελαίου. Χαμένος στις φαντασιώσεις του, διάβαζε προσηλωμένος το θέμα γιατί είχε πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Το σώμα του ήταν παρόν, αλλά το μυαλό του ταξίδευε και η φαντασία του παίρνοντας αφορμή από το θέμα έφτιαχνε δικές του εικόνες, ευχάριστες, μακρινές από την πραγματικότητα. Προσηλωμένος ξαφνιάστηκε και διακόπηκε η συγκέντρωσή του με την αντίδραση της μητέρας του που με απότομο τρόπο, απροσδόκητα, του άρπαξε το βιβλίο που «διάβαζε» από τα χέρια του. Το εσωτερικό περιεχόμενο του βιβλίου έπεσε στο δάπεδο.
«Τι είναι αυτό;» 
Ο Αλκιβιάδης ανήμπορος να αρθρωσει λόγο κοιτάζει τη μητέρα του με αμηχανία και με το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας. ...(Η εικόνα του, του θυμίζει τον Αλκιβιάδη, έναν άντρα που φημιζόταν για τη ρητορική του δεινότητα και την αυτοπεποίθησή του, να είναι ανήμπορος να μιλήσει και να κοιτάζει τη μητέρα του τη Δεινομαχίδη, μια ισχυρή προσωπικότητα)....... 
Με αμηχανία έρχεται αντιμέτωπος με μια κατάσταση που δεν μπορεί να διαχειριστεί με λόγια. 
Γκαούρ -Ταρζάν ήταν το κρυφό ανάγνωσμα στο εσωτερικό του σχολικού βιβλίου που κάθε τεύχος περιλάμβανε συναρπαστικές ιστορίες περιπέτειας με τους θρυλικούς ήρωες Γκαούρ και Ταρζάν, συνδυάζοντας δράση, μυστήριο και φαντασία. Στο μύχιο, βαθύ και άγουρο παρελθόν του, όπου τα συναισθήματα και τα γεγονότα ήταν πρωτόλεια και καθοριστικά και οι πρώτες ηδονές να μυρμηγκιάζουν το κορμί του. Γκαούρ ήταν μελαχρινός γίγας, γενναίος, με ελληνικό φιλότιμο και λεβεντιά, κάτι που ο Άγγλος ξανθός, λίγο αφελής Ταρζάν δεν μπορούσε να συγκριθεί. Η ωραία Ταταμπού, η μελαχρινή Ελληνοαφρικάνα κοπέλα του Γκαούρ με το χυμώδες σώμα και το υπέροχο μπικίνι της. Αλλά ακόμα έφτιαχνε ιστορίες με τη Τζέιν, την ξανθιά καλλονή του Ταρζάν, Αγγλίδα, πανούργα και κρυφά ερωτευμένη με τον καλό Γκαούρ. Τι συνδυασμός! Τζέιν, ξανθή, σκύλα και επικίνδυνη! Ταταμπού, μελαχρινή, γλυκιά  και καλή! Και οι δυο θεές όλο χυμούς αντίζηλες και ερωμένες! Ποιο πιτσιρίκι δεν θα άρπαζε φωτιά.
Ήταν δώδεκα χρονών τότε τελείωνε σε λίγο το δημοτικό. Το ανάγνωσμα του ξυπνούσε μια διάχυτη, ευχάριστη και διεγερτική αίσθηση που έτρεχε στο δέρμα του, και διαπερνούσε το σώμα του σαν ρίγος.
Η Ιοκάστη μια φόρα την εβδομάδα καθάριζε το σπίτι του διευθυντή του σχολείου τους. Της παραπονέθηκε ότι ενώ ήταν καλός μαθητής τελευταία έδειχνε αδιάφορος στα σχολικά του. Είχαν συμφωνήσει ότι θα γίνει επιμελής, και συνεπής στις σχολικές του υποχρεώσεις. Διάβαζε βέβαια αλλά αυτά που άρεσαν σ' εκείνον και τελικά η μητέρα του τον συνέλαβε αδιάβαστο και του έδειξε την δυσαρέσκεια και την απογοήτευση της.
Με την πρόθεση να του δείξει ότι «πρέπει να το πάρει στα σοβαρά» τον τιμώρησε τον ελεύθερο χρόνο του θα πηγαίνει μαζί της τα Σαββατοκύριακα στη νέα της εργασία για να καταλάβει πως βγαίνει το ψωμί και να στρώσει τον πισινό του να μάθει γράμματα εάν αναζητεί μια καλύτερη ζωή.
Αχ καλή μητέρα πόσο θα θελε να καταλάβει ότι πραγματικά καλός μαθητής είναι μόνο αυτός που είναι καλά και στην υπόλοιπη ζωή του.
Εκείνη την εποχή η Ιοκάστη δούλευε σκληρά ... Εργαζόταν περιστασιακά ως καθαρίστρια σε κάποια σπίτια πολλές ώρες για να βγάλει επιπλέον χρήματα.. Ένας εργοδότης της στην περιστασιακή αυτή εργασία της ήταν ένας τριαντάρης εργένης Έλληνας γεννημένος στον Καναδά με την όμορφη ελληνική κατατομή.
Πρώτη φορά τον είδε να εμφανίζεται μπροστά του εκείνο το μαγιάτικο πρωινό που μύριζε καλοκαίρι. Ψηλός, καστανός, με κατατομή αρχαίου ελληνικού αγάλματος, ψηλό μέτωπο, σκέφτηκε, να ο αγαπημένος του ήρωας ο Γκαούρ σε πιο ανοιχτόχρωμη έκδοση. Τα ωραία χαρακτηριστικά του, το βαθιά μελαγχολικό του βλέμμα, με το ωραίο μελανό των ματιών του, που μέσα τους σπινθηροβολούσαν και ο γοητευτικός τόνος της φωνής του σε μαγνήτιζε άθελά του. Μια γοητευτική παρουσία που γύρισε στην πατρίδα των γονιών του και ασχολήθηκε με την γεωργία δυναμικά. Είχε σπουδάσει μηχανολόγος μα πήρε απόφαση ζωής να γίνει γεωργός. Ήταν κάτοχος ενός αμερικανικού τζιπ, ενός μεγάλου τρακτέρ και μιας πλατφόρμας που έσερνε το τρακτέρ και είχε στην κατοχή του ένα πλήθος γεωργικά μηχανήματα, πολύτιμα εργαλεία στην επιχείρηση του..
Κοντράστ η Ιοκάστη στα τριάντα τρία της χρόνια πλέον. Η Ταταμπού σε καστανή ανοιχτή χροιά. Γεροδεμένη, μια γνήσια Σπαρτιάτισσα. Και η Σπάρτη αναφέρεται από τον Όμηρο ως καλλιγύναικα. Την εποχή του Ομήρου θα 'ταν η Περίβοια, η κόρη του Ευρυμέδοντα. Λέγεται ότι ήταν η πιο όμορφη μέσα στις γυναίκες.
Η Ιοκάστη λοιπόν εργαζόταν περιστασιακά στη δούλεψη του. Συνήθως τις Κυριακές και πολλές φορές όταν την χρειαζόταν επικουρικά στα κτήματα του. Τακτοποιούσε το σπίτι και τις κτιριακές εγκαταστάσεις της επιχείρησης. Τελευταία εκτός από την συντήρηση των οικημάτων και κυρίως τις εποχές που δεν υπήρχε εποχικό προσωπικό, η απουσίαζε και ο εργοδότης τότε αναλάμβανε και τις καλλιέργειες. Ενεργοποιούσε τα συστήματα ύδρευσης τις πότιζε και γενικά τις πρόσεχε. Την ικανοποιούσε βαθιά αυτή η ασχολία, τσαλαβουτούσε στα νερά χαρούμενη και αμέριμνη σαν παιδούλα. Ο εργοδότης είχε αντιληφθεί ότι αυτές οι ασχολίες την γέμιζαν ικανοποίηση. Έβλεπε ότι η Ιοκάστη είχε γνώσεις, εμπειρίες και αίσθημα ευθύνης απέναντι στη δουλειά και στη φύση και συχνά ζητούσε την βοήθεια της.
Το μαγιάτικο λοιπόν πρωινό ήταν ένα γλυκό ξημέρωμα και προμήνυε μια όμορφη μέρα. Το Τζιπ περίμενε την Ιοκάστη στο πλάτωμα της γειτονιάς για να την μεταφέρει στις εγκαταστάσεις του κτήματος .
Η Ιοκάστη τους σύστησε. Του χαμογέλασε πλατιά. «Όμορφη μέρα κοίτα να την απολαύσεις νεαρέ μου». Του είπε με φιλικό τόνο στη φωνή του.
Ξεκινήσανε . «Μάλλον το κυριακάτικο πρωινό προμηνύει μια δύσκολη μέρα για τον λεβέντη μου». Δήλωσε η μητέρα του με έμφαση.
Ο Λέανδρος (το όνομα του) την κοίταξε ερωτηματικά…
Η Ιοκάστη του εξήγησε για το επεισόδιο και την τιμωρία του.
Ένα πλατύ χαμόγελο στόλισε το πρόσωπό του δείχνοντας και τα λευκά όμορφα δόντια  του.
«Έχουν δίκιο λοιπόν αυτά που λένε για τις Σπαρτιάτισσες . Τίμιες και αυστηρές! Εσύ τι λες αγόρι μου;» Τον ρώτησε.
«Μάλλον έτσι θα ‘ναι».  απάντησε
«Λιγομίλητος… Λακεδαιμόνιος μου φαίνεται;» Ξαναρώτησε.
«Μπα απλώς είναι λιγάκι ντροπαλός.» Τον ενημέρωσε η Ιοκάστη.
Το κτήμα είναι τετρακόσια στρέμματα επίπεδης γης καλλιεργήσιμης. Κάμπος. Αυτή η πράσινη θάλασσα ανθρώπινης καλλιέργειας.  Ευλογημένη Μητέρα γη.
Στα βόρεια στέκεται ένα πάρκινγκ στρωμένο με χαλίκια, μπροστά σε ένα δίπατο σπίτι με αετώματα που διατηρεί την ομορφιά του παρελθόντος, και διπλά του δυο τεράστιες αποθήκες. Μπροστά από τις αποθήκες σε κάποια απόσταση είναι το πηγάδι με το αρτεσιανό νερό ανάμεσα σε δυο υπέρ αιωνόβια σκιερά πλατάνια. Τριγύρω από το σπίτι μπαξές με λεμονόδεντρα. Μια σκηνή από την ονειρική Εδέμ. Μια εικόνα παραδείσου όλες τις εποχές του χρόνου.
Ανατολικά ένα μικρό δάσος από βυσσινιές και ένας αμπελώνας.
Δυτικά αρδευτικό κανάλι εξοργιστικά καταπράσινο χαμένο ανάμεσα σε μια απέραντη διπλό-σειρά τεραστίων κυπαρισσιών στην όχθη του.
Το κυπαρίσσι είναι χωρίς αμφιβολία ένα πανέμορφο δέντρο, αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την παράδοσή μας.
«Ο Κυπάρισσος από την Κέα μια μέρα, από λάθος του, σκότωσε ένα ιερό ελάφι. Από τη θλίψη του παρακάλεσε τον Απόλλωνα να διατηρήσει τη μνήμη της λύπης του αθάνατη. Ο Απόλλωνας τον άκουσε και τον μετέτρεψε σε κυπαρίσσι. Το δέντρο αφιερώθηκε στον Πλούτωνα, τον θεό των νεκρών, και είναι έμβλημα πένθους.»
Το κυρίως κτήμα απέραντο συνήθως χρησιμοποιείτο για βαμβακοκαλλιέργειες...
Ο Λέανδρος και η Ιοκάστη. «Νιώθουν σαν να γνωρίζονται από χρόνια», κι ας μην έχουν περάσει πάρα μόνο λίγες ημέρες από τότε που πρώτο-ειδώθηκαν.
Το βλέπει στα μάτια τους. Τα μάτια έχουν πάντα τον πρώτο ρόλο. Από την πρώτη τους κιόλας συνάντηση, χωρίς οι ίδιοι να υποψιάζονται τίποτα, τα σώματά τους έχουν ήδη ανταλλάξει πάρα πολλές και σημαντικές πληροφορίες.  Ήταν κάτι που ποτέ δεν ειπώθηκε, αλλά υπήρχε στον αέρα.
Μετά από ώρες και την επαφή του με τον Λέανδρο ένοιωσε και αυτός πώς υπάρχει χημεία μεταξύ τους. Κάτι σαν δάσκαλου μαθητή;.  Αισθάνεται ότι θα 'ταν ο άνθρωπος να υποστηρίζει τα όνειρα του τις φιλοδοξίες του ακόμα κι αν δεν τα καταλαβαίνει. Κάποια στιγμή που ο Αλκιβιάδης εκθείαζε το εξαιρετικά όμορφο σπίτι ο Λέανδρος τον ρώτησε τι θα επιθυμούσε να προσθέσει στο σπίτι. Του είπε ένα γαλλικό μπιλιάρδο στο μεγάλο ισόγειο. Από την επαφή και τη συζήτηση τους ο Αλκιβιάδης το είχε καταλάβει ότι ο Λέανδρος είχε μια αγάπη σ' αυτό το άθλημα. Αυτός τον κοίταξε έκπληκτος και τον αγκάλιασε πατρικά με στοργή. Αυτή η επαφή εκείνης της υπέροχης μέρας ήταν το έναυσμα για τον Αλκιβιάδη να προσπαθήσει να μάθει μπιλιάρδο και σκάκι. Η γλυκιά του μανούλα του επέβαλλε τη γλυκύτερη τιμωρία και μάλλον το ήξερε εκ των προτέρων. Πως να μην την λάτρευε.
......... Ήδη είναι  μεσημέρι. Ο Λέανδρος κάτω από τη σκιά του μεγάλου πλάτανου παιδευόταν με την επισκευή ενός ενδιάμεσου κρουνού στο αρτεσιανό δίκτυο παροχής του νερού άρδευσης. Ο καύσωνας, αν και εξασθενημένος, καλά κρατούσε! Η Ιοκάστη κάτω από το βλέμμα ενός οργισμένου ήλιου, τον προσέγγισε λουσμένη στον ιδρώτα να τον ρωτήσει εάν έχει προτίμηση να μαγειρέψει κάτι ιδιαίτερο γιατί απομένουν αρκετές εργασίες και θα τους πάρει αργά στο τέλος της ημέρας να τις τελειώσουν. Αυτός απορροφήθηκε να κοιτάζει την όμορφη σιλουέτα της Ιοκάστης, και ξεχάστηκε για λίγο με τον κρουνό που επισκεύαζε μ' αποτέλεσμα ένας πίδακας αρτεσιανό νερό διέφυγε ξαφνικά από τον ενδιάμεσο κρουνό κατά βρέχοντας τόσο τον Λέανδρο όσο και την Ιοκάστη.
Της Ιοκάστης το λεπτό λινό φόρεμα, καλά εφαρμοσμένο επάνω της αντί να κρύβει, αναδείχνει τις απαλές καμπύλες του κορμιού της. Το είχε μαζεμένο ψηλά από την δεξιά πλευρά και αγκιστρωμένο πάνω από τις γάμπες της που γυάλιζαν αφήνοντας τα όμορφα πόδια της στη θέα μέχρι ψηλά. Το βρεγμένο φόρεμα κόλλησε κατάσαρκα πάνω της τονίζοντας το όρθιο γεροδεμένο κορμί της. Το πλούσιο στήθος διαγράφηκε σαν από καλούπι στητό κι ελαστικό, ως τους μελαχρινούς κύκλους με τις ορθωμένες θηλές, και η βρεγμένη κιλότα της τονίζει ηδονικά τους πανέμορφους γλουτούς της. Ένα όμορφο μαντήλι πειθαρχούσε τα σγουρά κι ατίθασα πλούσια μαλλιά της.... και τα αμυγδαλωτά της μάτια υγρά σ’ ένα πρόσωπο γεμάτο υγεία με χρώμα ροδαλό, σαν παλιό μηλόξιδο. Η Ιοκάστη ήταν πάντα όμορφη, με το σταρένιο δέρμα στο στιβαρό, μα αρμονικό κορμί της. Ο Λέανδρος έβγαλε το βρεγμένο πουκάμισο του έμεινε γυμνός από τη μέση και επάνω ένας όμορφος γεροδεμένος άνδρας με ευρύ στέρνο και φαρδιές πλάτες. Ήταν ακουμπισμένος στο πλάι του αρτεσιανού συγκροτήματος, ξυπόλυτος και γυμνός από τη μέση και πάνω, με το τζιν του χαμηλά, φαίνεται το λάστιχο του εσωρούχου και οι γραμμωμένοι κοιλιακοί του. Τα σκούρα καστανά μαλλιά του ήταν ανακατεμένα σε ένα πολύ σέξι στιλ και τα σμαραγδένια μάτια του άστραφταν με μια πονηρή λάμψη. Ακτινοβολούσε σεξουαλική ενέργεια. 
Ένα στιγμιαίο χαρούμενο και απελευθερωτικό γέλιο ξέφυγε αυθόρμητα από τα χείλη τους. Κι ήταν τόσο γοητευτικό το γέλιο τους! Ένας γάργαρος καταρράχτης από κρύσταλλα, που γέμιζε τον ίσκιο των δέντρων με ήχους επουράνιας γλυκύτητας.
Περνώντας η πρώτη αντίδραση και κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο ξαφνικά σοβάρεψαν. Εάν παρατηρήσει κανείς τα βλέμματα τους είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να καταλάβει ότι κάτι πολύ έντονα τους συμβαίνει. Τα μάτια τους, είναι ο καθρέφτης της ψυχής και των συναισθημάτων τους εκείνες τις στιγμές. Ποτέ της δεν φανταζόταν μέχρι σήμερα ότι θα μπορούσε να της συμβεί κάτι τέτοιο μ' έναν άλλο άνδρα.
Ο σοφός παππούς του έλεγε. «Oι ποιητές τα καταφέρνουν καλύτερα να μας κάνουν να νιώσουμε τι σημαίνει ερωτικό πάθος, γιατί έχουν τις λέξεις να το πουν, χωρίς να προσπαθούν να το εξηγήσουν.»
......... Ο Αλκιβιάδης μετά από εξήντα χρόνια από τις ημέρες εκείνες, έχοντας εσωτερικεύσει τις επιταγές μιας χριστιανικού τύπου ηθικής, που του την εμφύσησε κυρίως η μητέρα του, που η πορεία της ζωής της ήταν δύσκολη και επίπονα κουραστική, μια πορεία που περιόριζε τα όνειρα της και την έκανε να ζει υπό δύσκολες συνθήκες το παρόν και με περισσή αγωνία για το μέλλον. Ένιωθε πως έπρεπε να είναι καλά, να φροντίζει εκτός από τους γιους της και τον ίδιο της τον εαυτό, αφού το μητρικό της φίλτρο της έλεγε πως χρειαζόταν να είναι και αυτή καλά για να είναι σίγουρη πως και τα παιδιά της θα ήταν ευτυχισμένα
....... Με τόλμη λοιπόν σήμερα προσεγγίζει περιοχές αχαρτογράφητες με τρόπο βέβηλο, και βλάσφημη ομορφιά, για το φανέρωμα της δύναμης του ερωτικού πόθου που ασφυκτιά μέσα στις παραδοχές του κοινωνικού στάτους και υπερβαίνει συνειδητά τα όριά του, προσπαθώντας να δώσει έναν πιο ελεύθερο προσωπικό κόσμο της μητέρας του που ανάγεται στη σφαίρα του ονείρου και της μυθοπλαστικής φαντασίας υπερβαίνοντας τα όρια της καθημερινής τους αλήθειας. Έναν κόσμο όπως πιθανόν τον ονειρευόταν η κοκκινομάλλα με τα βιολετιά μάτια φίλη της, και πολύ-πολύ δύσκολα αν όχι τελείως αρνητικά η μητέρα του. Είναι γι αυτόν σήμερα ένα νοσταλγικό φλας-μπακ σε μια εποχή που έρωτας, ενοχές, τύψεις, φιλία, όλα δοκιμάζονται μέσα στο χρόνο.
Ζήσε τη χαρά του πνεύματος και τη σοφία των αισθήσεων. Ζήσε κείνο που είσαι μέσα στη φαντασία σου. Γιατί, στον φανταστικό μας κόσμο, υπάρχουν γνωστά συναισθήματα. Τι είναι λοιπόν αυτά τα συναισθήματα που λίγο πολύ όλοι φοβόμαστε να εκφράσουμε; H μυθοπλασία μπορεί και να καταφέρει να πει στον κόσμο για την αλήθεια των συναισθημάτων μας. Για την ελευθερία,για την αίσθηση ότι μπορείς να πετάξεις μακριά από ηθικές αναστολές, θρησκευτικούς συντηρητισμούς, σεξουαλικά κρατήματα.
Στην Ιοκάστη, υποσχέθηκε ότι θα στρώσει τον πισινό του κάτω να μάθει γράμματα. Όπως συνεχώς τον παρότρυνε μ' ένα σωρό ενθαρρυντικά λόγια για την χρησιμότητα τους. Στο Λέανδρο υποσχέθηκε ότι δεν θα ασχοληθεί πλέον στο μέλλον με την πυγμαχία, που ήταν το χόμπι του. Ο Λέανδρος το θεωρούσε παρεξηγημένο άθλημα. Δεν το ενέκρινε. Θα προσπαθήσει να μάθει καλό σκάκι και γαλλικό μπιλιάρδο όπως τον προέτρεψε. Σ' όλα αυτά απλώς τα μισό-κατάφερε.. Δεν δικαιολογείται ούτε κλαίγεται σήμερα. Νομίζει ότι η μισή αλήθεια είναι ότι προσπαθησε δεν παραιτήθηκε. Απλώς δεν επέμενε και δεν προσπάθησε τόσο όσο θα έπρεπε. Ίσως γιατί ποτέ δεν είχε βάλει ορόσημα και ιδιαιτερους στοχους στη ζωή του. Ούτε ιδιαίτερες προκλήσεις και δοκιμασίες, που θα τον ανάγκαζαν να μετρήσει τον εαυτό του. Να ζυγίσει τις δυνάμεις του και να προχωρήσει τη ζωή του. Όπως πολύ αργότερα ενήλικας έμαθε για τη μικρή χαριτωμένη συμμαθήτρια του στο δημοτικό σχολείο με τα φωτεινά μελένια μάτια τη Στέλλα πως πρόσφατα είχε επιστρέψει στην Ελλάδα από τη Γαλλία μετά από μια υποτροφία σπουδών που είχε κερδίσει στη διακονία της μουσικής, αποδεικνύοντας πως αγωνίστηκε σκληρά να πραγματοποιήσει το όνειρο της. 
....Ο ήλιος πλέον είχε χαθεί πίσω από τις ψηλές κορυφές του Παρνασσού η ατμόσφαιρα άλλαζε χρώματα και τα πουλιά είχαν κουρνιάσει στα δέντρα όταν τους άφησε εκεί στο πλάτωμα της γειτονιάς. Μετά από μια απίστευτα όμορφη Κυριακή για όλους, επέστρεψαν στην γειτονιά τους. Χαμογελαστά πρόσωπα.  Από την πρώτη στιγμή, ήταν ξεκάθαρο ότι υπήρξε χημεία μεταξύ τους καθώς την έκανε να νιώθει πολύ ιδιαίτερη, που όμως δεν είχε κανένα νόημα να περιμένει κάτι περισσότερο. Τον Κλέαρχο τον αγαπούσε και τoν τιμούσε.

Click to Open
Τα Πρώτα Χρόνια της Εφηβίας!
.....

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Oi Geitones Sto Rema

.......... Στο Νότιο-ανατολικό σύνορο κατά μήκος του ρέματος ήταν μια μεγάλη πέτρινη οικοδομή, με κεραμοσκεπή, μια παραδοσιακή οικία με ημιυπόγειο χώρο  χρησίμευε  ως αποθήκη και κελάρι. Η οικία ήταν περιτριγυρισμένη από έναν μεγάλο κήπο με πράσινο και δέντρα. Ο ιδιοκτήτης της οικίας ήταν ένας πενηνταπεντάρης στην ηλικία άνδρας, εργένης, ράπτης το επάγγελμα, και στην οικία του είχε διαμορφωμένο χώρο όπου λειτουργούσε το ραφείο του (ραφτάδικο).Σε αυτό το σπίτι βασίλευε συνήθως μια ατμόσφαιρα απόλυτης μοναξιάς και απομόνωσης. Λες και ήταν βυθισμένο σε μια συνεχή, βαριά σιωπή. Ο ράπτης κατά κανόνα ασχολείτο με επιδιορθώσεις ρούχων με περιορισμένη πελατεία, η οποία βασιζόταν κυρίως σε γείτονες και πελάτες της περιοχής για μικρομετατροπές. Ήταν χαρακτήρας ερμητικά κλειστός σαν όστρακο, είχε μια δυσκολία στην επικοινωνία και ελάχιστα ήταν γνωστά για την προσωπική του ζωή. Ο Αλκιβιάδης δεν θυμάται αν τον είχε εντοπίσει ποτέ σε κοινωνικές ή ερωτικές περιστάσεις με γυναίκα. Τα μεγαλύτερα παιδιά της γειτονιάς έλεγαν πως τον ειχαν δει στα στενά της πλατείας Λαού στα πορνεία που ικανοποιούσε τις γενετήσιες ανάγκες του. Την ησυχία και την γαλήνη τακτικά του την χαλούσαν τα παιδιά της γειτονιάς και ήταν και κάποιες φορές που τον έφερναν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, εξαιτίας της φασαρίας, της αναστάτωσης και της οχλοβοής που προκαλούσαν, διότι ακριβώς στο δυτικό σύνορο του κήπου του, υπήρχε ευρύχωρη χωμάτινη αλάνα και εκεί τα παιδιά ξεφάντωναν παίζοντας ποδόσφαιρο, στέλνοντας πολλές φορές το τόπι στη αυλή του. Άντε να πείσεις τα παιδιά της αλάνας να κάνουν ησυχία. Όποιος μένει σε περιοχές με αλάνες και παιδικές χαρές ξέρει.
Βόρειο δυτικά πάλι κατά μήκος του ρέματος μετά από δυο ακόμη σπίτια με κήπους που τα διαχωρίζουν στενά σοκάκια όρθιο στέκονταν ένα τρίτο σπίτι λίγο ψηλότερα από την κοίτη του ρέματος μια όμορφη μονοκατοικία με αποθήκες και εξωτερικά ουρητήρια όπως όλα τα σπίτια χαμηλά στο ρέμα. Είχε επίσης πολύ μεγάλο κήπο, ολόκληρο περιβόλι, γεμάτο τζανεριές, κόκκινες με τραγανό καρπό. Όταν ήταν άγουρα τα έτρωγαν και ξίνιζαν το μούτρο τους. Είχε επίσης λεμονιές, αχλαδιές και κερασιές. Ήταν ιδιοκτησία μιας ευγενικής και όμορφης χήρας με λίγα παραπανίσια κιλά, της Ασπασίας. Την εποχή εκείνη η Ασπασία πρέπει να ήταν στα πενήντα της χρόνια περίπου. Τον σύζυγο τον είχε χάσει πρόσφατα από ατύχημα σε οικοδομή. Ο γιος της είχε παντρευτεί στην Αθήνα και ερχόταν στη μητέρα κάποιες φόρες στις γιορτές. Είχε και κάποιο εισόδημα από τα αδέλφια της που ειχαν προκόψει στην Αμερική και ζούσε με αξιοπρέπεια. Το εισόδημα της ήταν αρκετό για να καλύψει τις βασικές της ανάγκες, επιτρέποντας της να διατηρεί την αυτοεκτίμηση της στη γειτονιά. Η χήρα από τον πρωτο χρόνο της άφιξης της οικογένειας τους στη γειτονιά τον μικρό Αλκιβιάδη τον συμπάθησε ιδιαίτερα! Δεν άργησε να δημιουργηθεί ένας συναισθηματικός δεσμός, ο οποίος προέκυψε μέσα από μια αμοιβαία υποστήριξη σε μια δύσκολη περίοδο, όπου η Ασπασία, λόγω ιδιαίτερης συμπάθειας, του αναθέτει εργασίες (θελήματα) στον μικρό Αλκιβιάδη. Το καλοκαίρι της πήγαινε νερό με το σταμνί! Το σταμνί ήταν απαραίτητο στοιχείο σε κάθε νοικοκυριό της γειτονιάς, καθώς δεν υπήρχε ακόμη τρεχούμενο νερό στη συνοικία, και έπρεπε να μεταφέρεται από μια κεντρική βρύση του οικισμού. Φρόντιζε, περιποιόταν και σκάλιζε τον κήπο της με δημιουργική διάθεση, με τον ζήλο και τον ενθουσιασμό ενός προσκυνητή που βαδίζει σε ιερά χώματα. Το χειμώνα έκοβε τα ξύλα για το τζάκι και καθάριζε το χιόνι στην αυλή της. Αυτές τις δουλειές τις θεωρούσε αποκλειστικά δικές του. Η χήρα το είχε καταλάβει και δεχόταν τη βοήθεια του πάντα με τρυφερό χαμόγελο. Το σπίτι της μοσχοβολούσε, έψηνε τακτικά φρέσκο ψωμί, έφτιαχνε γλυκά και νόστιμα φαγητά. Και πάντα κάτι θα είχε να τον φιλέψει.  Το έθιμο του ποδαρικού την πρωτοχρονιά που σχετίζεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την τύχη, ήταν που «χρωμάτιζε» τις γιορτινές αυτές μέρες την επαφή του με την ευγενική αυτή γυναίκα και αποτελούσε μια όαση χαράς. Ήταν ιδιαίτερα προσεκτική ποιος θα της κάνει ποδαρικό στο σπίτι της, πίστευε ότι σαν παιδί είχε αθώα καρδιά, τον θεωρούσε καλότυχο και γουρλή. Έτσι από την παραμονή τον είχε επιφορτίσει να τελεί  ευλαβικά το έθιμο να της κάνει ποδαρικό για το καλό του χρόνου.
Ακόμη στη συνέχεια μετά από δυο σπίτια με κήπους, βόρειο δυτικότερα έστεκε ένα σπίτι ψηλό δίπατο, έμοιαζε με αρχοντικό. Εκεί έμενε επίσης μια χήρα με δυο παιδιά. Αγόρια. Ο μεγάλος είχε μείνει  μόνιμος στο στρατό, ο μικρότερος είχε τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο τότε, ανέμενε να πάει φαντάρος σύντομα. Εκείνη έκανε ότι μπορούσε να τα ζήσει. Ήταν μια πενηντάρα στεγνή γυναίκα. Πότε καθαρίστρια, πότε μαμή. Κάτω από το σπίτι στην αυλή δυο τεράστιες καρυδιές λες και αιώνες πολλούς ζούσαν εκεί και έκρυβαν στη σιωπή της την ιστορία της γειτονιάς. Ψηλές, με κορμούς θεόρατους, λες και ήταν από τους χρόνους του άρχοντα Παλαιολόγου και στη βάση τους είχε πηγάδι με τουλούμπα νερού.
Πάνω από τα σπίτια αυτά ήταν μια πολύ μεγάλη ανηφόρα και στο πλάτωμα έστεκε σαν αετό φωλιά το σπίτι της Ιόλης με τη μεγάλη αυλή του με μια τεράστια συκιά και δυο όμορφες αμυγδαλιές. Εκεί στα τέλη του Φλεβάρη αρχές Μάρτη κιτρίνιζε το πλάι της αυλής από τα κίτρινα κρινάκια και το λεπτό άρωμα τους. Η Ιόλη στα ένδεκα της χρόνια ήταν πολύ ψηλό με γεροδεμένο κορμό κοριτσόπουλο, έδειχνε μεγαλύτερη σε εμφάνιση. Αντίθετα με την Ιόλη η μητέρα της ήταν  μετρίου αναστήματος λεπτοκαμωμένη, περιποιημένη και φιλάρεσκη, ξεχώριζε για την εμφάνιση και το ύφος της. Μια φατσούλα σπιρτόζα με καστανόξανθα σγουρά μαλλιά. Το περιβάλλον της ζωηρής μαμάς της, έχει να λέει πάντως ότι είναι σέξι και κοκέτα.  Μια γυναίκα που μπορείς να την πάρεις στα χέρια σου, να την σηκώσεις στην αγκαλιά σου, να την στριφογυρίσεις και όταν πέσετε στο κρεβάτι θα ταιριάξετε καλύτερα στα σεξουαλικά παιγνίδια.
«Οι ψηλές είναι για την παρέλαση και οι κοντές για το κρεβάτι.» Του έλεγε ο σοφός παππούς του.
Ήταν  τριάντα χρονών, παντρεύτηκε στα δέκα οκτώ της χρόνια λόγω ότι ήταν έγκυος στην Ιόλη και δυστυχώς έχει πλέον παγιδευτεί σε έναν γάμο χωρίς να την ικανοποιεί το σεξ. Δεδομένου ότι δεν δουλεύει και μένει συνέχεια στο σπίτι έχει δικό της πολύ ελεύθερο χρόνο για τον εαυτό της. Ακόμα και όταν γυρίζει ο σύζυγος από τα ταξίδια του ασχολείται πολύ ελάχιστα μαζί της με αποτέλεσμα η ερωτική της διάθεση να μην καλύπτεται όσο θα ήθελε..
Ο πατέρας της Ιόλης ένας σαραντάρης με πλούσιο κατσαρό μαλλί,μετρίου αναστήματος, και αυτός και ο Αλκιβιαδης σκεφτόταν πως ήταν λίγο βιολογικά παράξενο, παράξενο που η κόρη βγήκε τόσο ψηλή.
Συνήθως εργαζόταν στις περιοχές της βορείου Ελλάδας και απουσίαζε πολύ συχνά και μεγάλα διαστήματα από την οικογενειακή τους εστία, λόγω εργασίας και σαν γονέας που λείπει συχνά γινόταν συναισθηματικά μη διαθέσιμος στην Ιόλη, και σεξουαλικά μη διαθέσιμος στη μητέρα της.
Σύντομα, τη σεξουαλική ευχαρίστηση που στερείται η μητέρα της Ιόλης από την απουσία του πατέρα της θα αναλάβει να καλύψει ο νεότερος από τους γιους της μαμής. 
Η ιστορία τους ξεκινά μόλις είχε φύγει και πάλι ο πατέρας της Ιόλη για ένα από τα ταξίδια του και η μητέρα της αποφάσισε μια μικρή ανακαίνιση στο σπιτικό τους. Όχι ιδιαίτερα πράγματα ένα φρεσκάρισμα. Η Ιόλη θα έμενε μεχρι αργά το βράδυ στης Μερόπης, ένα τετράγωνο χώριζε τα σπίτια τους, τα κορίτσια ετοίμαζαν ένα θεατρικό μονόπρακτο για το σχολείο , γεμάτο, χιούμορ, κέφι, και έξυπνες ατάκες έκαναν τις απαραίτητες πρόβες, 
Όταν στη μητέρα της παρουσιάστηκε μια δυσκολία να μετακομίσει ένα έπιπλο σκέφτηκε να ζητήσει από την γειτόνισσα την μαμή που έμενε ποιο κάτω στο ρέμα αν μπορούσε να την βοηθήσει. Η μαμή της είπε ότι αν δεν την πείραζε να της έστελνε στο σπίτι της για βοήθεια ο εικοσάχρονος γιος της που σύντομα θα παρουσιαζόταν για την στρατιωτική του θητεία και ήταν αργόσχολος αυτή την εποχή. Η μητέρα της Ιόλης την βρήκε ενδιαφέρουσα την πρόταση και την ευχαρίστησε προκαταβολικά. Όταν έφτασε ο νεαρός και του άνοιξε την πόρτα, έπαθε πλάκα όπως τον είδε να στέκεται εκεί, είχε πολύ καιρό να τον δει και για μια στιγμή αιφνιδιάστηκε που είδε πόσο όμορφο παλικάρι είχε γίνει ο εικοσάχρονος νεαρός γιος της μαμής. Στη θέα του όμορφου νεαρού άνδρα μια καταιγίδα έντονων σεξουαλικών σκέψεων την πλημμυρίζουν. Μια σεξουαλική διέγερση που τη βιώνει ως μια πλημμύρα σκέψεων που αποζητούν ικανοποίηση. Ο σύζυγος στα βουνά της Ροδόπης σκέφτεται, η Ιόλη με το θεατρικό της στη φίλη της θα το πάει μεχρι αργά το βράδυ αποφασίζει λοιπόν μέσα από την βοήθεια του νεαρού στην εργασία να παίξει και λίγο ερωτικά με το παλικάρι!
Τον ρώτησε εάν βιάζεται, αν έχει κάτι άλλο να κάνει και τον καθυστερεί.
«Όχι! Ήρθα να βοηθήσω και μετά θα πω στη λέσχη για μπιλιάρδο να περάσει η ώρα μου.»
«Αν δεν βιάζεσαι κάτσε τότε! Έχεις φάει;»
«Ναι μόλις τελείωσα το μεσημεριανό, απ' το τραπέζι έρχομαι.»
«Ωραία να σου φτιάξω πρώτα ένα καφέ! Πως τον πίνεις.»
«Μέτριο, προς το γλυκό!»
«Κούκλε μου έχουμε τα ίδια γούστα. Ώστε στη λέσχη για μπιλιάρδο!»
«Ναι! Εκτός και εάν θέλεις επιπλέον βοήθεια είμαι διαθέσιμος να μείνω να σε βοηθήσω.»
«Αν θέλω λέει!» (Καύλες είναι αυτές αγόρι μου που έχω και πρέπει να ικανοποιούνται. Αυτό θέλω) σκέφτηκε η μητέρα της Ιόλης. 
«Λοιπόν πιες τον καφέ σου με την ησυχία, πάω στην κρεβατοκάμαρα να βάλω κάτι ποιο πρόχειρο για τις δουλειές και γυρίζω.»
Όλα τα σημάδια ήταν ολοφάνερα έβγαζαν μάτι, ότι η γυναίκα ήθελε απλά σεξ από εκείνον άλλο που ο νεαρός δεν έπαιρνε ακόμη χαμπάρι. Τον αφήνει εκεί στο σαλονάκι να πίνει τον καφέ του και πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα. Εμφανίστηκε σε λίγο μ' ένα λινό κοντό φλοράλ τιραντέ φόρεμα με βολάν στο στήθος, μεγάλο ντεκολτέ που τόνιζε τα βυζιά της και άφηνε ακάλυπτα το όμορφα πόδια της, για να φαίνεται αέρινη και αυθόρμητη. Ένα αέρινο φουστανάκι το οποίο πολύ λίγα άφηνε στην φαντασία του νεαρού. Έβαλε και μια μικροσκοπική κιλότα που μόλις καλύπτει το αιδοίο της, ένοιωθε όντως αέρινη. Στη διάρκεια των εργασιών δεν είναι λίγες οι φορές που έχει τσακώσει με την άκρη του ματιού της, το νεαρό, να «παίρνει μάτι» κάτω από το ανάλαφρο φόρεμα κάθε φορά που έσκυβε για κάποια εργασία και του πρόσφερε σέξι πλάνα αφειδώς. Το ματάκι του ταξίδευε κάτω από το φουστάνι της, το οποίο… «κατά λάθος», είχε σηκωθεί πολλές φορές μέχρι πάνω, κάνοντας το νεανικό του πέος να πάλλεται.Ήταν πλέον και η ίδια σε μια τέτοια κατάσταση, που άρχισε να υγραίνει.
Έτσι, ήρθε η στιγμή που πήρε τη μεγάλη απόφαση να ξελογιάσει ερωτικά τον νεαρό άντρα, να ξεπεράσει τη μονογαμική της σχέση και να πάρει ηδονή από άλλον άνδρα.
Με τη βοήθεια του μετέφερε στον εσωτερικό διάδρομο του σπιτιού την ξύλινη σκάφη που χρησημοποιούσε για να πλένει τα ρούχα τους, τη γέμισε χλιαρό νερό και του ζήτησε να την βοηθήσει να πλυθεί γιατί νοιώθει άσχημα μετά από τόση δουλειά και ιδρώτα. Η ίδια, τον ρώτησε εάν έχει κανένα πρόβλημα να μείνει γυμνή μπροστά του και να κάνει το  μπάνιο της.  Πόσο ποιο ξεκάθαρα να του πει δηλαδή ότι μόνο το σεξ ζητάει από εκείνον!
Γδύθηκε και μπήκε στη σκάφη γυμνή, ο νεαρός την κοιτούσε με τα μελαγχολικά του μάτια χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση δεν αισθανόταν και πολύ άνετα. Τον λυπήθηκε λίγο για να είναι ειλικρινής. Του ζήτησε εάν έχει την καλοσύνη να της τρίψει την πλάτη. Είναι έμπειρη το ξέρει η επαφή με το γυμνό δέρμα ενισχύει την αίσθηση δεσίματος ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Δίχως αντίρρηση ο νεαρός μας άρχισε να τρίβει την πλάτη της με το σφουγγάρι στην αρχή. Αργότερα πέταξε το σφουγγάρι και τα χέρια του ταξίδευαν στη γυμνή πλάτη της κι αυτή αναστέναξε. Της ξέφυγε ένα τρεμάμενο βογκητό, η τριβή της κίνησης θέριεψε μέσα της. Τα χείλη της γλιστρούν πάνω στα δικά του και η γλώσσα της στο στόμα να του δίνει ένα παθιασμένο φιλί. Με τα χέρια της του κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού. «Θέλεις να σταματήσω;» Του λέει. Αυτός δεν μίλησε καθόλου. Είχε αφεθεί στα χάδια της και δεν θα ήθελε να τελειώσουν. Ήταν πρωτόγνωρο το συναίσθημα!
Της είπε ότι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό που ονειρευόταν τα βράδια του, έγινε πραγματικότητα. Ένα πλατύ χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο της. Τον ρώτησε αν λέει αλήθεια ότι πραγματικά είχε φαντασιώσεις με εκείνη και του είπε ότι αισθανόταν ιδιαίτερα κολακευμένη από αυτό που μόλις είχε πει και πως της άρεσε ιδιαίτερα που ένας άντρα και μάλιστα νεαρός να αυνανίζεται για χάρη της.
Βγαίνει από τη σκάφη, σκουπίζεται, τον πήρε από το χέρι και τον πήγε στο κρεβάτι. Εκεί αφέθηκε στα χάδια της με μια τρυφερότητα και ένα πάθος ταυτόχρονα. Στη συνέχεια είχαν επανωτά σμιξίματα και οργασμούς που δεν ήθελαν να σταματήσουν ποτέ. Την επισκέπτεται από τότε τακτικά, με πολύ προσοχή βέβαια, μην καταλάβει κανένας κάτι.
.......Και όμως η Ιόλη εκείνη τη σκηνή με τη μητέρα της γυμνή μέσα στη σκάφη και το νεαρό άνδρα να της χαιδευει το γυμνό κορμί της, την είδε ανέλπιστα ολοζώντανη. Κυριολεκτικά αιφνιδιάστηκε όταν, χωρίς να το περιμένει κανείς γύρισε σπίτι να πάρει κάτι σημειώσεις και είδε τη μάνα της και το νεαρό, «με τα δάχτυλα τους στο μέλι» να επιδίδονται σε παθιασμένα φιλιά και χάδια σε στιγμές έντονης ερωτικής έκφρασης.. Αφού ολοκλήρωσε την παρατήρηση, απομακρύνθηκε αθόρυβα πριν γίνει αντιληπτή! Ξεπερνώντας μια αρχική άρνηση της πραγματικότητας, που της προκάλεσε το  απρόσμενο περιστατικό, ήλθε μια συναισθηματική εκτόνωση.  Περνώντας οι ημέρες η Ιόλη άρχισε να βλέπει την κατάσταση πιο ψύχραιμα έχοντας περάσει από τη φάση της άρνησης σε μια φάση ρεαλιστικής, αλλά ένοχης αποδοχής. Σε μια στάση ανοχής, δικαιολογεί την απιστία της μητέρα της και κατανοεί τα κίνητρά της, γιατί θεωρεί ότι ο γάμος των γονιών της ήταν ήδη προβληματικός.
Ξύπνησαν μέσα της τα πρώτα νεανικά ερωτικά σκιρτήματα, τα οποία συνοδεύονταν από μια αυθόρμητη εμφάνιση των πρώτων ερωτικών συναισθημάτων στην πρώιμη νεότητα της. Η Ιόλη νιώθει μια σεξουαλική έλξη για τον εραστή της μητέρας της ως μια μορφή του «συμπλέγματος της Ηλέκτρας». Υποσυνείδητα θελει να αναλάβει τον ρόλο της μητερας της στην αγκαλια του εραστη, να τη φιλά παθιασμένα, και να της ψιθυρίσει στο αυτί της πόσο τη θελει.
Με αμηχανία εκμυστηρεύεται και μοιραζεται το πολύ προσωπικό στην Μερόπη ότι εδώ και λίγο καιρό έχει καταλάβει ότι η μητέρα της απατάει τον πατέρα της με έναν πολύ νεότερο άνδρα. Τι να κάνει; Πώς μπορεί να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση. Δεν ένιωθε απαραίτητα ιδιαίτερα άσχημα στο πρόβλημα, και η στάση της αυτή κρύβει μια βαθύτερη επιθυμία της, που ήταν πως πολύ θα ήθελε να σμίξει και εκείνη με το νεαρό άνδρα κάποια στιγμή.
Η παμπόνηρη και αθυρόστομη ξαδερφούλα του Αλκιβιάδη η Μερόπη λες και διάβασε τις σκέψεις της Ιόλης, της βρήκε τη λύση στο ερώτημα πως να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση, που την προσγειώνει. «Τι να κάνεις;. Μην είσαι αφελής, κάνε συμφωνία με την μαμά σου μόλις αποκτήσεις περίοδο και ωρίμανση να σου τον δώσει εσένα τον νεαρό. Που και που της τον δανείζεις και αυτής για τη χάρη που θα σου κάνει». Της λέει  χαμογελώντας. «Τη βρίσκω πολύ δίκαιη συμφωνία» συμπλήρωσε με μια παιχνιδιάρικη διάθεση για να την πειράξει.
«Η περίοδος μου έχει ξεκινήσει ήδη» λέει κάπως προβληματισμένη η Ιόλη και βγάζει έναν αναστεναγμό, σημάδι ότι εκφράζει αμφιβολίες, για την πρόταση της Μερόπης, χωρίς όμως να είναι απόλυτα αρνητική!
«Τι έπαθες Ιόλη μου και σε βλέπω έτσι αλαφιασμένη;!» Της λέει η Μερόπη.
Η Ιόλη έδειχνε αιφνιδιασμένη, διστακτική, σαν να μην απορρίπτει άμεσα την πρόταση, αντίθετα, αφήνει περιθώρια πιθανής αποδοχής, δείχνοντας ότι η πρόταση της προκάλεσε το ενδιαφέρον, παρά το απρόσμενα δύσκολο να υλοποιηθεί. 
«H αλόγα η αψηλιά και άχαρη, δεν είναι ιδέα μου...τη γαργαλάει το μουνάκι της... γουστάρει και τον νεαρό να της ηρεμήσει το γαργαλητό..... ψάχνεται από τώρα για επιβήτορα!» Αυτά βέβαια η Μερόπη δεν τα εξέφρασε ανοιχτά, (φόρα παρτίδα) στην Ιόλη, αλλά τα κράτησε για τον εαυτό της. 
Σήμερα ο Αλκιβιάδης αποστασιοποιημένος από τα δρώμενα εκείνης της προ εφηβικής τους ηλικίας τους ... σκέπτεται  με ψύχραιμη και ουδέτερη στάση ότι η Ιόλη και η Μερόπη από τα ένδεκα τους χρόνια είχαν προχωρημένες σκέψεις και ανησυχίες για τις σεξουαλικές επιθυμίες και την ανακάλυψη της ηδονής. Η σεξουαλική τους ωρίμανση είχε  ήδη ενεργοποιηθεί, και η ενεργοποίηση τους αυτή συνοδευόταν από την αναζήτηση της σεξουαλικής ικανοποίησης τους.
Έχουν περάσει μερικές εβδομάδες ήδη, που ειχαν εσπευσμένα μετακομίσει από το σπίτι και από την γειτονιά τους η Νεφέλη με τον σύζυγο της. Λένε πως οι μετακομίσεις συχνά κλείνουν έναν κύκλο και ανοίγουν έναν νέο, τόσο για αυτούς που φεύγουν όσο και για αυτούς που μένουν πίσω. Η συζυγική σχέση του Κλεαρχου με την Ιοκάστη στη συνέχεια κυλούσε σε «ήρεμα νερά» χωρίς αναταράξεις και προβλήματα. Μπορεί να μην υπήρχε λήθη, αλλά τη διαχείριση της σχέσης τους την τακτοποίησαν και πάλι το ίδιο εκείνο βράδυ. Τακτοποίησαν τις διαφορές τους αυτόματα, χρησιμοποιώντας τις ίδιες στρατηγικές που συνήθιζαν, ακόμα κι αν αυτές δεν επίλυαν το ουσιαστικό πρόβλημα.
Η Ιοκάστη νιώθει ανήμπορη να λειτουργήσει αυτόνομα, να αισθανθεί ευτυχισμένη χωρίς την συνεχή επιβεβαίωση και την παρουσία του Κλεαρχου. «Αφέθηκε» σε στιγμές συναισθηματικής εξάρτησης, όταν αισθάνθηκε το ζεστό σπέρμα του να εκτοξεύεται μέσα στα τοιχώματα του κόλπου της και να τα χτυπά με δύναμη. Η αίσθηση του καυτού αντρικού υγρού την έκανε πια να αμοληθεί ξέφρενα στο πέλαγος της ηδονής και να αδειάσει και αυτή όλη της την καύλα που είχε μαζεμένη. Μετά, αφέθηκε από κάτω του ξεθεωμένη, πλακωμένη απ’ το βαρύ αντρικό κορμί που αγκομαχούσε, εκστατική και απόλυτα ικανοποιημένη. Η Ιοκάστη καθώς παντρεύτηκε τον Κλέαρχο στη σχέση τους θυμόταν πάντα ένα πράγμα. Η γυναίκα γεννήθηκε για να γαμιέται κι ο άντρας για να γαμάει. Γι αυτό και αυτή δε άφηνε ποτέ την ευκαιρία να πάει χαμένη όταν είχε διάθεση. Ο Κλέαρχος ήταν σπάνιας απόδοσης αρσενικό στο κρεβάτι και σκεφτόταν πως ήταν τυχερή που τον είχε. Τώρα μικρό το κακό αν καμιά φορά γαμούσε και καμιά άλλη γυναίκα, την ανδρική απιστία μάλλον τη θεωρούσε «φυσική ανάγκη» ή «αναγκαίο κακό» που συνδέεται με παλιές αντιλήψεις ότι ο άνδρας είναι ο «κυνηγός» και η απιστία του είναι κάτι φυσικό, ασήμαντο, συγχωρητέο.
......... Στο βόρειο μέρος της αυλής του σπιτιού που έμεναν ξεκινούσαν τσιμεντένια σκαλοπάτια που κατέληγαν σ’ ένα ανηφορικό σοκάκι και από εκεί στον εξωτερικό  δρόμο. Τα σκαλοπάτια κατέληγαν σε έναν διαδρομο απέναντι από την κυρία είσοδο στην αυλή τους. Στο διαδρομο διπλά στα σκαλοπάτια ο Κλέαρχος είχε στήσει έναν ξύλινο πάγκο και επάνω του είχε τοποθετήσει την Μηχανή Ρελιάσματος που γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια. Ο Κλέαρχος ήταν ένας μανιώδης κυνηγός και ένας πραγματικός φυσιολάτρης. Από την νεαρή του ηλικία, εδώ και χρόνια γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια στο χέρι, με άριστη ποιότητα υλικών. Το να φτιάξει κανείς ένα καλό φυσίγγιο δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο.
Είναι περασμένο μεσημέρι το σκηνικό γύρω είναι ένας μουντός βροχερός καιρός αλλά με υψηλή θερμοκρασία και ο Κλέαρχος παλεύει στο πάγκο του με τα φυσίγγια του, όταν μέσα από το σοκάκι στο τελευταίο πλατύσκαλο εμφανίζεται η Νιόβη ντυμένη με φούστα midi και κοντό ανοιξιάτικο σακάκι. Η Νιόβη ήταν μια κοπελάρα δεκαοκτώ χρονών, ψηλή, καστανόξανθη, και γεμάτη σφρίγος. Αισθανόταν ήδη πολύ γυναίκα. Το σώμα της ήταν άριστα σχηματισμένο, τα μπούτια της δεμένα, οι γάμπες της μακριές και χυτές, τα στήθια της στητά και ολοστρόγγυλα τέντωναν το στενό πουκάμισο της, καθώς δεν φορούσε σουτιέν, οι τεντωμένες ρώγες της σχηματιζόντουσαν προκλητικά πάνω στο λευκό ύφασμα. Οι ερωτικές της εμπειρίες ήταν λιγοστές. Είχε κάποιες παρέες νεαρών φίλων στην πόλη, αλλά μεχρι πρόσφατα πριν έλθει στην πόλη στο χωριό ζούσε σε σπίτι αυστηρών αρχών, με πολύ αυστηρό πατέρα και σεμνή μητέρα, και δεν είχε ποτέ τολμήσει να αφήσει ελεύθερο τον εαυτό της. Αυνανιζόταν τα  βράδια, για να μπορέσει να ηρεμήσει και να κοιμηθεί, αλλά κάθε πρωί ξυπνούσε μελαγχολική, καθώς της έλειπε η αντρική αγκαλιά, που τόσο την αισθανόταν πια απαραίτητη.
Νωπές είναι οι μνήμες της από το επεισόδιο με τον γείτονα της τον Κλέαρχο να είναι στο απέναντι υπνοδωμάτιο της γειτόνισσας τους Νεφέλης  και τα τρία μικρά κοριτσόπουλα να προσπαθούν να πάρουν μάτι μέσα από τις γρίλιες του παράθυρου τον Κλέαρχο ξαπλωμένο ανάσκελα και Νεφέλη πάνω στο καυλί του! Κατάλαβε πως η Νεφέλη και ο Κλέαρχος ψωνίστηκαν όταν ο σύζυγος της Νεφέλης απουσίαζε στην πατρίδα τους και η γυναίκα του Κλεαρχου η Ιοκάστη δούλευε, στον κάμπο. Η Νιόβη
αισθάνθηκε το μουνάκι της να πλημμυρίζει. Το κορμί της φούντωσε ολόκληρο. Κλείστηκε στην κάμαρα της και, άρχισε με το αριστερό χέρι να τσιμπάει τα βυζιά της και με το δεξί να τρίβει απ’ έξω το μουνί της μεχρι να έρθει σε οργασμό. 
 ...Η Νιόβη από εκεί απ' το πλατύσκαλο αντιλαμβάνεται τον Κλέαρχο στον πάγκο του, συγκεντρωμένο με αφοσίωση στη δημιουργική χειρωνακτική δραστηριότητα του, με πάθος και αφοσίωση στην εργασία του, αγνοώντας το περιβάλλον του. Κοντοστέκεται στο μεγάλο πλατύσκαλο αφήνει σκόπιμα έναν φάκελο παρουσίασης με σημειώσεις να πέσει από τα χέρια της στο τσιμέντο σε μια κλασική τεχνική να κεντρίσει την προσοχή του Κλέαρχου και να του μεταφέρει κρυφά μια πληροφορία. Ο ξαφνικός ήχος του φακέλου στο δάπεδο λειτουργεί ως ερέθισμα και διακόπτει την αποξένωση του Κλεαρχου από το περιβάλλον, τον ενεργοποιεί και η προσοχή του στρέφεται στο κορίτσι!  Η Νιόβη ρίχνει μια ματιά στον Κλέαρχο, το βλέμμα της είναι παιχνιδιάρικο, με νάζι και πονηριά (Αχ συγνώμη που σε έκανα να ανησυχήσεις, δεν το ήθελα). Είναι ένα βλέμμα που «μιλάει» και δείχνει διάθεση για φλερτ, χωρίς να είναι απαραίτητα σοβαρό. Δεν ήθελε να δείξει ότι το ήθελε, αλλά το βλέμμα της «πρόδιδε» την επιθυμία της.
Στη συνέχεια με μια άμεση, ενεργητική αντίδραση για να διορθώσει δήθεν την κατάσταση, σκύβει να πάρει το φάκελο αδέξια, οι σημειώσεις σκόρπισαν. Σκύβοντας, τα πόδια της είναι σε διάσταση και δεν έχει λυγίσει τα γόνατα. Προσπαθεί με ηρεμία και αργές κινήσεις να ανακτήσει τον έλεγχο του φακέλου και να μαζέψει τις σημειώσεις. Μαζεύοντας τα χαρτιά της, στριφογυρίζει στη θέση της ώστε ο Κλέαρχος που βρίσκεται τώρα ακριβώς πίσω της χαμηλά στην αυλή και σε κάποια σχετικά μικρή απόσταση να να έχει θέα τους γυμνασμένους γλουτούς της και στην υπερυψωμένη περιοχή του όρους της Αφροδίτης μέσα από τι μικρό κιλοτάκι της.
Ο Κλέαρχος την κοιτούσε με ελαφρώς ανοιχτό στόμα χαλαρά χείλη, ενισχύοντας την αίσθηση στο ενδιαφέρον που του προκαλεί το κορίτσι. «Κοίτα το καυλιάρικο μωρό! Μου δείχνει το «μύδι» της! Μωρό μου τι καύλα είσαι εσύ!» Μονολόγησε ο Κλέαρχος ερεθισμένος από τη θέα που του προσέφερε η έφηβη γυναίκα. Τα βλέμματα τους συναντούνται και  αναμετράει ο ένας τον άλλο. Τα μαύρα μάτια του ακτινοβόλησαν όπως το σπασμένο γυαλί. Στα τριάντα δυο του χρόνια είναι στα ντουζένια του σαν γάτος που γυρνοβολάει στα κεραμίδια. Και δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να τον περιορίσει. Η Νιόβη σηκώθηκε όρθια του χαμογέλασε ικανοποιημένη πονηρά και όλο νόημα. Τον Κλέαρχο στεγνός πυρετός τον έπιασε. Αχ αυτό το κορίτσι με τα μάτια φωτιά. Τον κοίταζε και άναβε. Κατέβαινε τα σκαλοπάτια και χόρευαν οι ρώγες της. Το κορίτσι βιώνει κι αυτό το ερωτικό σκίρτημα σαν γαργαλητό στο στομάχι. Έχει κι αυτό ερωτικά σκιρτήματα που δεν την αφήνουν ήρεμα να κοιμηθεί τα βράδια. Η Νιόβη, ένιωθε μια ευχάριστη περιέργεια για το ενδιαφέρον που της έδειχνε ο άνδρας. Άκουσε τη φωνή της μητέρας της να ψιθυρίζει στο μυαλό της.«Εε, λοιπόν, αυτός είναι ένας άντρας που δε θα είχα πρόβλημα να του κατεβάσω το παντελόνι.» Η ανάρμοστη σκέψη την έκανε να νιώσει ντροπή κι έδιωξε τα μη λογοκριμένα σχόλια της μητέρας της απ’ το μυαλό της. Τον κοιτούσε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, καθώς σκέψεις ρίζωναν μέσα της. Η ιδέα να της κάνει έρωτα αυτός ο άντρας ήταν ιδιαίτερα ερεθιστική και ήταν και κάτι που δρα ως διεγερτικό της σεξουαλικής επιθυμίας πάνω της. Το μυαλό της ήταν ήδη γεμάτο με τρυφερές περιπτύξεις και λάγνες φαντασιώσεις, παρορμήσεις που επιθυμούσε για να τις δοκιμάσει.
...Η βροχή είχε σταματήσει όταν έφτασε και ο Αλκιβιάδης στο σπίτι. Άνοιξε την πόρτα. Τους είδε. Κοιτούσε ο ένας τον άλλο. Το δεξί του χέρι χάιδευε τρυφερά τους μηρούς της. Ήταν σίγουρος στο σάλιο του είχε τη γεύση της ανάμεικτη με του φαγητού που έβραζε και δοκίμαζε εάν είναι έτοιμο.  Ο Κλέαρχος όπως είχε τον τρόπο του στην κρεβατοκάμαρα έτσι είχε τον τρόπο του και στην κουζίνα.  Μαγείρευε για την οικογένεια αρκετές φορές γιατί η Ιοκάστη δουλεύει πολλές ώρες.. Ναι δεν μαγείρευε κάτι ιδιαίτερα πέρα από τα συνηθισμένα και τα κατάφερνε πολύ καλά..
Η Νιόβη, πρέπει πριν μπει ο Αλκιβιάδης μέσα να είχε αφεθεί στο χάδι του. Να ένιωθε το χέρι του αργά να ανεβαίνει όλο και ψηλότερα, να είχε κλείσει τα μάτια και το εσώρουχό της να είχε υγρανθεί. Το ραδιόφωνο έπαιζε ένα άσμα απ’ τα παλιά. Ελαφρό-λαϊκό. Του απομάκρυνε το χέρι. Κάθισε σεμνότερα.
Ο Αλκιβιάδης τους κοιτούσε. Αυτή ήταν δεκαοχτώ χρονών περίπου κι ο Κλέαρχος τριάντα δυο, τόσο νέα! Φαινόταν κοριτσάκι μπροστά του. Η ζωή της ανήκε.
Ο Κλέαρχος φώναξε τον Αλκιβιάδη εκεί έξω στην αυλή. Μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό, του έδωσε χρήματα να τρέξει να αγοράσει μια σαμπρέλα ποδηλάτου για το ποδήλατο που τους είχε δανείσει ο φύλακας του ορυζόμυλου. Το κατάστημα ήταν μακριά στο κέντρο της πόλης. Ο Αλκιβιάδης, αντί να δείξει υπακοή, προέβαλε αντιρρήσεις, αρνήθηκε πεισματικά, δεν του άρεσε η ιδέα να τους αφήσει μόνους. Ο Κλέαρχος του αγρίεψε αλλά στη συνέχεια άλλαξε γνώμη, το ξανασκέφτηκε έβαλε πάλι τα χρήματα στην τσέπη του μουρμουρίζοντας. Ο Αλκιβιάδης μουρμούρισε και αυτός στον εαυτό του. «Κάνε υπομονή μέχρι τα δέκα οκτώ σου και τότε εάν σου αγριέψει ξανά τον πατάς στο λαιμό.» Είπαμε ήταν μόνο δέκα χρόνων..  Έτσι ήταν από παιδί. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου φαίνεται εκεί γύρω στα δέκα του.


Click to Open
Έναρξη της Εφηβίας!
.....

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Ypotaktiki! Agapi

....Ο Κλέαρχος εκείνα τα πρώτα χρόνια στη Λαμία είχε πολύ μικρή θα έλεγες συμμετοχή στα οικογενειακά βάρη της οικογένειας! H συμμετοχή του δεν αντιστοιχούσε στην πραγματική ευθύνη που ως πατριάρχης της οικογένειας όφειλε. Εν συγκρίσει με την Ιοκάστη η προσφορά του στα οικογενειακά βάρη ήταν πενιχρά και στην καλύτερη περίπτωση, χαμηλότερη από την αναμενόμενη.  Η Ιοκάστη ήταν η εργατική μέλισσα, που ακούραστη σαν το μυρμήγκι δουλεύει πολλές φορές σε δυο δουλειές και έχει αναλάβει τα βάρη και τις ευθύνες της οικογένειας. Η συνεισφορά της στην οικογένεια  ήταν σαν το τρεχούμενο νερό που γεννιέται από μια τρύπα στον βράχο, κατρακυλάει από το βουνό, και ποτίζει τον αγρό. 
«Της αξίζει να μένει σ’ αυτό το γάμο;» Αναρωτιόταν ο Αλκιβιάδης έφηβος πλέον όταν εκνευριζόταν, με την παθητική στάση μητέρας του και τη χαμηλή αυτοεκτίμηση της, ακόμη και σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας. Ν’ αποδέχεται ότι αυτός είναι ο αρχηγός και όταν υπήρχε θυμός να χρησημοποιούσε την οργή του ως εργαλείο χειραγώγησης σε μια τακτική συναισθηματικής κακοποίησης της, όπου ο Κλέαρχος ήταν χειριστικός και αποσπούσε την υποταγή της. Είχε καταλήξει πως η σχέσης τους είχε κτιστεί σ' έναν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό που είχε πάρει και μορφές εξάρτησης. Να του συγχωρεί με μεγάλη ευκολία όταν της έδειχνε καλοσύνη μετά από μια βίαιη πράξη, και η Ιοκάστη να αισθάνεται έντονη ανακούφιση και ευγνωμοσύνη, γεγονός που ενίσχυε τον δεσμό τους και καθιστούσε τη συγχώρεση της προσπάθεια να διατηρηθεί η οικογενειακή ηρεμία. Ίσως η αρχική της πολύ δύσκολη απόφαση να μπλέξει μαζί του λειτουργούσε ως κινητήριο αίσθημα, το οποίο δεν της επέτρεπε η επιλογή της αυτή να κλονιστεί από εξωτερικές αντιξοότητες, αμφιβολίες και δυσκολίες. Και το συναίσθημα  αυτό ήταν αρκετά ισχυρό, να αντέχει σε οποιαδήποτε πίεση, όταν από τη στιγμή που θα μπορούσε να έχει για σύντροφο σχεδόν οποιονδήποτε επιθυμούσε από τα χωριά του Ζάρακα, αυτή απλά σήκωσε το βλέμμα και διάλεξε τον Κλέαρχο. Αυτής της τόσο όμορφης και ενεργητικής γυναίκας στο μυαλό της είχε ριζώσει η πατροπαράδοτη ηθικοπλαστική θεωρία ότι η κοινωνία είναι πατριαρχική καθώς το κυρίαρχο φύλο είναι το αρσενικό και οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα δεν είναι σχέσεις οι οποίες στηρίζονται στον αμοιβαίο σεβασμό και στην συντροφικότητα, αλλά είναι κατά βάση σχέσεις εξουσίας και υποταγής. Η Ιοκάστη αν και ισχυρή γυναίκα, είχε υποτάξει τον εαυτό της, σε έναν κυριαρχικό άντρα. Αυτά σκεφτόταν ο Αλκιβιάδης και με μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας παραδέχεται ότι και ο Κλέαρχος πάρα τα σοβαρά ελαττώματα του χαρακτήρα του φαίνεται ότι για την Ιοκάστη ήταν ένας πολύ ενδιαφέρον άνδρας. Ένας άνδρας υψηλής αξίας για εκείνη, και δεν υπάρχει ντροπή στο να υποτάσσεται, υπό την αιγίδα της «Αληθινής Αγάπης» ή της «Χημείας», και που αξίζει να μένει πιστή σε αυτή τη σχέση! Ότι έκανε καλή επιλογή να ακολουθήσει αυτόν τον άνδρα! και ότι τελικά είναι καλά μαζί του!
Ο Αλκιβιάδης δεν γνωρίζει ακόμη και σήμερα αν σκεφτόταν λάθος αλλά από πάντα είχε την εντύπωση ότι η Ιοκάστη δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς τον Κλέαρχο. Είχε συνδέσει κάθε της βήμα στη ζωή της μαζί του. Είχε αποφασίσει να κάνει οικογένεια με αυτόν. Και εκείνη δεν θα τον απογοήτευε ποτέ. Τον αγαπούσε πραγματικά και υποτακτικά. Ποιος θα μπορούσε να το πει.
..Τις ημέρες εκείνες ο Κλέαρχος παίζοντας τον ρόλο του θερμού εραστή, κάνει της Νεφέλης όταν σμίγουν στο κρεβάτι της την κάθε της στιγμή μοναδική, τώρα που απουσιάζει ο σύζυγος της! Η ατμόσφαιρα άλλαζε κάθε φορά που την επισκεπτόταν και το ερωτικό το πάθος τους ξεχείλιζε! Της χάριζε την απόλυτη σεξουαλική απόλαυση με την ακόρεστη ερωτική του επιθυμία. Όταν συνευρίσκονταν δεν υπήρχε χρόνος για καθυστερήσεις, παρά μόνο για ένταση και απόλαυση. Όταν ο χρόνος τους ήταν περιορισμένος, η ένταση στην απόλαυση ήταν  ο πιο αποτελεσματικός τους τρόπος για να ζήσουν τη στιγμή στο έπακρο. Τελευταία η Νεφέλη παρουσίαζε αυξημένη σεξουαλική επιθυμία και οι σεξουαλικές ορμές της ήταν τόσο έντονες που δυσκολευόταν να τις ελέγξει, με συνέπεια να αρχίζουν να παρουσιάζονται αρνητικές συνέπειες στην «παράνομη» σχέση τους. Πίεζε τον Κλέαρχο να έχουν συχνότερη σεξουαλική δραστηριότητα και η συμπεριφορά της άρχισε να γίνεται καταναγκαστική. Στην αυξημένη συχνότητα με την οποία η Νεφέλη αναζητά τη σεξουαλική επαφή τους ο Κλέαρχος άρχισε να δυσφορεί, νιώθει ότι πιέζεται, ενοχλείται από τη συχνότητα της αναζήτησης, φτάνοντας σε σημείο να νιώθει ότι τα όριά του έχουν ξεπεραστεί και να μην το αποδέχεται ευχάριστα.
Μέχρι που το τέλος στην παράνομη σχέση τους γράφτηκε ένα μοιραίο βράδυ.
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και ο Αλκιβιάδης με τα μικρότερα αδέλφια του κοιμόταν στο μικρο δωμάτιο τους. Το δωμάτιο είχε δυο κρεβάτια! Ένα για το δεκάχρονο Αλκιβιάδη και στο άλλο τα δυο μικρότερα αδέλφια του. Μέσα στον ύπνο του το βαθύ, και στη νυχτερινή ησυχία του δωματίου, τον ξύπνησε απότομα, προκαλώντας του αίσθημα αποπροσανατολισμού ένας σαματάς που ακούστηκε πίσω από τον τοίχο και από την κρεβατοκάμαρα των γονιών του.
Σαν ξύπνησε, αφουγκράζεται με προσοχή, σε μια προσπάθεια να ακούσει πίσω από τον τοίχο τι συμβαίνει στην κρεβατοκάμαρα με ένα αίσθημα περιέργειας και άγχους! Ακούει την οργισμένη φωνή της μητέρας του. Είναι Θυμωμένη! Δείχνει αγανάκτηση, και αντίδραση σε μια επώδυνη κατάσταση.
«Πουτάνα!  Δεν ντρέπεσαι μωρή ξεφτιλισμένη, τόσοι άντρες με τον άντρα μου βρήκες να γαμηθείς!»
Από την χαμηλή ένταση στη φωνή του Κλέαρχου, καταλαβαίνει πως αυτή η κουβέντα έχει ξεκινήσει από νωρίτερα. Ο Κλέαρχος βγάζει έναν βαθύ τρεμουλιαστό αναστεναγμό σαν να παλεύει να περισώσει την κατάσταση.
Στην αρχή αναρωτήθηκε μισό-κοιμισμένος και μισό-νυσταγμένος, τι συμβαίνει μέχρι που κατάλαβε πως η μητέρα του ήταν αρκετά θυμωμένη.  Κατάλαβε και τους λόγους και πέρναγαν από το μυαλό του κάποιες σκηνές. Γύρισε πλευρό έκλεισε τα μάτια του και έκανε πως κοιμάται βαθιά. 
Ήξερε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να γνωρίζει πλήρως τις ιστορίες τους. Θα προσπαθήσει όμως να μιλήσει γι' αυτές, όπως περίπου συνέβησαν και αποτυπώθηκαν στο δικό του μυαλό.
Πολύ σύντομα η Ιοκάστη πρέπει ν' άρχισε να υποψιάζεται. Άλλωστε τα σημάδια ήταν ολοφάνερα και η απάντηση μπροστά στα μάτια της, απλώς δυσκολευόταν να αντικρίσει την αλήθεια.
Ταυτόχρονα σίγουρα όλο και κάποιος «καλοθελητής» στον στενό φιλικό περίγυρο θα της ψιθύρισε να ξυπνήσει από το λήθαργο. 
Μέσα στη νύχτα της Νεφέλης ο ερωτικός οίστρος την αναστάτωνε και της προκαλούσε την αφύπνιση της σεξουαλικής της ορμής. Έχοντας υπολογίσει ότι η Ιοκάστη κουρασμένη και ταλαιπωρημένη από τον κάματο της δουλειάς θα κοιμάται, κάνει σήματα μέσα από τον κοινό τοίχο που χωρίζει τις κρεβατοκάμαρες τους στον Κλέαρχο. Είναι ξαναμμένη, η γυναίκα έχει ανάγκη από χάδια και σεξ, αναζητάει ανακούφιση στη διέγερση της και ο Κλέαρχος δεν πρέπει να την αγνοεί. 
Η Ιοκάστη δείχνει ότι κοιμάται αλλά δεν βρίσκεται σε κατάσταση ύπνου απλά «πνίγεται» από επαναλαμβανόμενες σκέψεις και προσπαθεί να τις ελέγξει. Μπερδεμένη και αμήχανη πως γίνεται να ελέγξει τις σκέψεις, τις επιθυμίες και τη συμπεριφορά της, να θέσει υπό τον έλεγχό το μυαλό της. Ε ναι, δεν έπεσε κι απ' τα σύννεφα. Συχνά έφθαναν τον τελευταίο καιρό ψίθυροι στ’ αυτιά της ψίθυροι πως η νέα τους γειτόνισσα όχι απλά του κουνούσε με νάζι τον πισινό της αλλά τώρα που έλειπε ο άνδρας της ξεσάλωναν και στο κρεβάτι. Στα κουτσομπολιά της γειτονιάς που οι κάτοικοι ενδιαφέρονταν έντονα για τις ζωές των άλλων, εξιστορούσαν θυμίζοντας κάποιες φορές σκηνές από σαπουνόπερα πως ο Κλέαρχος τη γαμούσε τη Νεφέλη.
Πάλι του έριξε κι ένα δίκιο, το συνήθιζε άλλωστε αυτό η Ιοκάστη. Να τον δικαιολογεί με ευκολία και πάντα πρόθυμη να καλύψει τις πράξεις του. Και τώρα πώς να πάρει στα σοβαρά τη σχέση του μ' αυτή τη γυναίκα. Ήταν αρκετά εμφανίσιμη μεν μα και λιγάκι σουρλουλού και γι’ αυτό οι άνδρες  την γλυκοκοίταζαν, παντρεμένοι και μη!. Ίσως όμως κι αυτή η γυναίκα να ‘χει τα δίκια της. Η στέρηση που ίσως βιώνει ότι της λείπει το σεξ να ‘ναι υπεύθυνη για τις πράξεις της. Με αυτά τα ερωτήματα στο μυαλό, βρήκε το θάρρος να κάνει κάτι που το ήθελε η καρδιά της. Να τον συγχωρήσει με τον δικό της τρόπο.
.....Ο Κλέαρχος της ρίχνει μια μάτια τη βλέπει ότι κοιμάται σηκώνεται αθόρυβα ξεπορτίζει. Η Ιοκάστη σαν αίλουρος σηκώνεται τον βλέπει που πηγαίνει αρχικά στην εξωτερική τουαλέτα. Σαν αστραπή κλίνει την πόρτα των παιδιών βγάζει το νυχτικό της, την κιλότα της και μένει μ’ ένα κοντό κομπινεζόν. Βγαίνει στην εξώπορτα και στήνεται κάτω από την κάσα της πόρτας με τα πόδια προκλητικά ανοιχτά μέσα στο σκοτάδι και το κρύο. Το φρέσκο αεράκι έχει κολλήσει το κομπινεζόν στο κορμί της.
Η Ιοκάστη ήταν στα ερωτικά σαν παιδί. Ήταν αθώα κι αυτή ήταν η γοητεία της. Λειτουργούσε με το ένστικτο. Δεν ήταν μια διανοούμενη, δεν ήξερε καν να διαβάζει. Δεν υποκρινόταν αλλά αντιδρούσε όταν χρειαζόταν. Και στα τριάντα δυο της χρόνια τότε ήταν μια καλλίπυγος καστανή και ερωτευμένη με τον άνδρα της γυναίκα.
Βγαίνοντας ο Κλέαρχος από την τουαλέτα, του έπεσε κεραμίδα στο κεφάλι. Σίγουρα ποτέ του δεν θα ξεχάσει την έκπληξη που ένιωσε. Κατάλαβε.
«Δεν κοιμάσαι;» Τη ρωτάει.
«Προσπάθησα αλλά δεν το βλέπεις;  Ανησύχησα που σηκώθηκες. Όλα καλά;»
«Ννναιιι!!! Όλα καλά.»
«Έχεις να πεις κάτι; Σε ξέρω πολύ καλά.»
Σιωπή! Ο Κλέαρχος μένει αμίλητος περιμένοντας την αντίδραση της.
«Τι έπαθες και δεν μιλάς;» Τον ξαναρωτάει η Ιοκάστη και αυτός μπερδεύεται ακόμα περισσότερο.
Αρχίζει να ψελλίζει διάφορα 
«Ξέρεις....εγώ....» απαντάει ηλίθια μη ξέροντας τι να πει.
«Εσύ βέβαια.... μαζί δε μιλάμε;»
Δύσκολη ώρα και ο κόμπος στο λαιμό. Ένιωθε ότι τον έλουζε κρύος ιδρώτας. Ζύγωσε κοντά της σιγά-σιγά, σαν να αποκάλυπτε ένα παράνομο μυστικό, ταραγμένος και στάθηκε απέναντί της. Κοιταχτήκανε, σαν να αναγνωρίζανε ο ένας στην όψη του άλλου για πρώτη φορά. Οι θολές αναλαμπές που μισοκαιγόταν στα μάτια της τώρα, άναψαν και γίνανε πυρκαγιά. Τον άρπαξε από το σβέρκο τον κόλλησε επάνω της και άρχισε να τον φιλάει παθιασμένα. Πρώτα άγγιξε τα δόντια του, μετά αισθάνθηκε το σάλιο του. Τον τράβηξε από το χέρι και ανήμπορος να αντιδράσει τον παρέσυρε σαν αιχμάλωτο στην κρεβατοκάμαρα στο κρεβάτι. Του συμπεριφέρεται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτε, σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα. Ξαναφιληθήκανε. Κι αυτή τη φορά το φιλί τους ήταν μακρόσυρτο και πεινασμένο και σκληρό κι οι μύες στην πλάτη της κινούνταν με έναν ζωώδη τρόπο. 
Το φιλί του τώρα ήταν μανιασμένο, συναρπαστικό και την έκανε να νιώσει μια δόση τρέλας ν' απλώνεται ανάμεσά τους σαν πυρακτωμένο σίδερο. Έψαξε και βρήκε το θηρίο του όρθιο, είχε αρχίσει να φουσκώσει και να σκληρύνει υπερβολικά. Ενθουσιάστηκε! Ο κόλπος της ήταν πολύ υγρός και ανοιχτόχρωμος, ζεστός και φιλόξενος, αλλά κυρίως η κλειτορίδα της στεκόταν όρθια και σκληρή. Σε μια παθιασμένη ερωτική στιγμή, όπου οι αισθήσεις της κυριαρχούν! Τον φιλούσε με ένταση και πάθος, και με μια αίσθηση κυριαρχίας. Δεν είναι φιλιά απαλά, αλλά φιλιά που διεκδικούν. «Καμία πουτάνα δεν θα μου τον πάρει!» Σε μια έκφραση απελευθέρωσης που ξεσπά με άγριο τρόπο, τα καταπιεσμένα συναισθήματα της που ειχαν συσσωρευτεί μέσα της. Ήταν τόσο καυλωμένη που ήταν όλη σαν ένα πυροτέχνημα! Αναστέναζε και βογκούσε από καύλα και ηδονή ,λες και ήταν μόνοι τους μέσα σε μια ερημιά και όχι στον κοιτώνα τους.. Πριν καλά καλά τον πάρει όλο μέσα της, ήρθε ο πρώτος της οργασμός. Ο Κλέαρχος είχε μείνει άφωνος, γιατί σίγουρα ήταν κάτι που δεν το περίμενε. Τη νιώθει πως είχε χάσει τον έλεγχο εντελώς. Μοιάζει με λέαινα που συμπεριφέρεται σαν αρσενικό λιοντάρι αν πρόκειται για την κυριαρχία της. .
Ήταν η κλιμάκωση, το «κρεσέντο» στις φωνές της Ιοκάστης που ξύπνησαν τον Αλκιβιάδη από τον βαθύ του ύπνο. Επάνω στην κορύφωση της σεξουαλικής επαφής τους και του οργασμού της, σε μια έντονη απελευθέρωση συναισθημάτων, ξεσπάει. Η ένταση στη φωνή της είχε αλλάξει, λες και είχε σκληρύνει, έμοιαζε πολύ αποφασιστική.
«Αρκετά! Ως εδώ ξετσίπωτη πουτάνα! Απ' αύριο ετοίμασε τα μπογαλάκια σου και ψάξε να βρεις αλλού σπίτι. Να εξαφανιστείς! Να μη σε ξαναδώ μπροστά μου! Θα σε ξεσκίσω»….
Και όταν η Ιοκάστη λέει κάτι το εννοεί, οι προθέσεις είναι ξεκάθαρες, και τα λόγια της αντικατοπτρίζουν τις πραγματικές της σκέψεις και συναισθήματα. 
Του Κλέαρχου του φαίνεται όλο αυτό που συμβαίνει σαν ψέμα αλλά ταυτόχρονα τον ανακούφιζε αυτή η έκρηξη της Ιοκάστης και την ευγνωμονούσε μ' όλη του την καρδιά. Όταν η έντονη σεξουαλική τους ορμή είχε υποχωρήσει επιτρέποντας στο σώμα του να «ηρεμήσει» τον τυραννούσε ακόμη μια αβεβαιότητα μέσα του. Της φίλησε τα χέρια δεν τολμούσε τώρα να την φιλήσει στο πρόσωπο, ....
«Ήξερες;»
«Ναι. Μην συνεχίζεις.»
Έψαξε μέσα στα μάτια του, όπως το έκανε παλιά, όταν τον ήθελε.
Τότε είναι που η Ιοκάστη λες και δεν είχε συμβεί τίποτα τον φίλησε με θέρμη, με δύναμη, το φιλί της δεν ήταν τρυφερό ή διερευνητικό, αλλά διεκδικητικό με μια έντονη σεξουαλική επιθυμία. Και πολλή, πολλή ώρα, τόσο, που όταν απομάκρυνε τα χείλη της απ' τα δικά του, ένας ασίγαστος πόθος είχε και πάλι φωλιάσει μέσα της. Σηκώνεται ανοίγει με προσοχή την πόρτα του δωματίου των παιδιών τους. Σιγουρεύεται ότι κοιμούνται, και την ξανακλείνει με προσοχή. Δεν έχει  αναστολές ένιωθε το μουνί της γεμάτο υγρά, και χώνεται κάτω από τα σκεπάσματα στην αγκαλιά και πάλι του Κλέαρχου. Το κορμί της έβραζε και ζητάει ξανά την αντρική επαφή του. Αισθάνθηκε το στόμα του να ρουφάει με δύναμη τη γλώσσα της, δαγκώνοντας τη, και τα χέρια του να ανοίγουν βίαια το ανασηκωμένο νυχτικό της και να χουφτώνουν τα βυζιά της. Άπλωσε το χέρι της κι αναζήτησε το καυλί του. «Έλα να με πηδήξεις πάλι…», του ψιθύρισε. «Είμαι δική σου. Κάνε με ότι θέλεις απόψε». Ο Κλέαρχος τότε, έπιασε τον πούτσο του κι άρχισε να τον τρίβει με δύναμη πότε στην κλειτορίδα της και πότε γύρω - γύρω στα μουνόχειλα της. Η Ιοκάστη νόμιζε πως θα λιποθυμήσει. «Μπες μέσα μου!», του φώναξε. «Γάμησε με. Δεν αντέχω άλλο».
Ο Κλέαρχος της χαμογέλασε. Μ΄ ένα χαμόγελο με υπονοούμενα, που δείχνει σιγουριά γνωρίζοντας ότι πλέον αυτός ως άντρας είναι κυρίαρχος στο κρεβάτι, και έχει τον έλεγχο της κατάστασης. Η σκέψη του πως η Νεφέλη είναι ακριβώς δίπλα τους και τους ακούει του απογειώνει την σεξουαλική ορμή του για να συνεχίσουν το παθιασμένο σεξ με την Ιοκάστη
«Μη βιάζεσαι…», της είπε. «Έχουμε ώρα ακόμα. Να πάρω ανάσα! ».
«Γάμησε με, άντρα μου! Σκίσε με! Σκάλισε μου τα σπλάχνα. Ξεθύμανε πάνω μου. Χύσε μέσα μου όλη σου την καύλα, όλο σου τον ανδρισμό. Εγώ είμαι η γυναίκα σου. Θέλω να με γαμάς όλο το βράδυ και να μας ακούει αυτή η καριόλα!»
Και η «Καριόλα» όντως με τις κρεβατοκάμαρες τους μεσοτοιχία, να τις χωρίζει, μονότουβλος τοίχος, ορθοδρομικής τοιχοποιίας με πολύ χαμηλή ηχομόνωση, ζούσε μαζί τους την σεξουαλική έκρηξη της Ιοκάστης.
Σε μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, κουτσομπολιού και από έντονες φήμες για ένα συγκεκριμένο βραδινό γεγονός που διαδόθηκε στην κλειστή κοινωνία της γειτονιάς πολύ πιθανόν να έφτασαν και στα αυτιά του συζύγου της Νεφέλης. Τις  αμέσως επόμενες ημέρες επέστρεψε ο σύζυγος της. Ίσως σε μια εξέλιξη που συνέβη νωρίτερα από το αναμενόμενο χρονοδιάγραμμα του.
Η Νεφέλη, παραπονέθηκε με υποκριτική σαφήνεια και δυσαρέσκεια στο σύζυγο της πως ο Κλέαρχος την παρενοχλούσε.
........ Στις μέρες μας ακούμε συχνά για παρενόχληση και πολλοί νομίζουν ότι το φαινόμενο αυτό είναι πρόσφατο. Η ελληνική μυθολογία, όμως, μας μεταφέρει πολύ πίσω, ίσως στη μυκηναϊκή εποχή, με πρωταγωνιστή τον Λαπίθη Ιξίωνα, βασιλιά της Λάρισας.
Σύμφωνα με τον μύθο, είναι ο πρώτος άνθρωπος που διέπραξε φόνο σε συγγενή του. Για το έγκλημά του αυτό δεν δεχόταν να τον εξαγνίσει κανείς. Μόνο ο ύπατος των θεών, ο Δίας, αποφάσισε να τον εξαγνίσει. Τον έφερε στον Όλυμπο και τον έκανε ομοτράπεζο του. Αυτός, όμως, αντί να ευγνωμονεί τον Δία, άρχισε να παρενοχλεί την Ήρα, τη γυναίκα του ευεργέτη του. Μιλώντας στον Δία, η Ήρα λέει: «Μου ρίχνεται εδώ και πολύ καιρό. Στην αρχή παραξενευόμουν που είχε τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου. Αυτός αναστέναζε και δάκρυζε κρυφά. Αν έπινα και έδινα το ποτήρι μου πίσω στον Γανυμήδη, τότε γύρευε να πιει από το ίδιο και σαν το έπαιρνε στα χέρια του το φιλούσε».
Μαλλιά κουβάρια έγιναν  o «φίλος» με τον Κλέαρχο.
.......... Ήταν λίγο πριν το μεσημέρι που σημειώθηκε το περιστατικό. Ο Κλέαρχος βρισκόταν σε μια μεγάλη αποθήκη σιτηρών μαζί με άλλους δυο συναδέλφους εργάτες και δούλευαν εντατικά. Ξεφόρτωναν σακιά με σιτηρά από ένα μεγάλο φορτηγό και τα στοίβαζαν στο εσωτερικό της αποθήκης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο σύζυγος καλοντυμένος μπήκε στην αποθήκη απαιτώντας από τον Κλέαρχο εξηγήσεις.
«Ξέρεις εσύ.» Του λέει.
«Και γιατί να ξέρω εγώ; Και τι ακριβώς είναι αυτό που πρέπει να ξέρω;»
«Ε, λοιπόν άκουσε.» Και του ζητά το λόγο γιατί παρενοχλεί την συμβία του..
Τον Κλέαρχο τον ενοχλούσε αυτή η συζήτηση! Έβλεπε ότι δεν έβγαζε άκρη με τα λόγια...
«Δεν έχω να δώσω τίποτα εξηγήσεις, και σε κανέναν.» Θέλησε να δώσει τόπο στην οργή γιατί ήξερε το χαρακτήρα του.
«Λοιπόν άκου με καλά φίλε μου. Είναι καλύτερα να μην πούμε τίποτα άλλο. Η Νεφέλη είναι γυναίκα σου. Καλά κάνει και είναι. Εμένα τι με νοιάζει;»
Δυστυχώς ο τύπος έμοιαζε να γυρεύει καυγά.
«Ξέρεις τι λέω εγώ;»
«Τι;»
«Αν μάθω ξανά πως την παρενοχλείς, θα σε........» του είπε χωρίς να αποτελειώσει την απειλή του.
Του Κλέαρχου του φάνηκε περίεργο που του μιλούσαν έτσι. Εκεί στο χωριό του στη Νότιο Λακωνία πριν μερικά χρόνια δεν θα τολμούσε κανείς να του πει έστω τα μισά. Μα σήμερα δεν είχε καμιά διάθεση ν’ αρπαχτεί. Αλλά ο τύπος επέμενε. Με ύφος ενοχλημένου κόκορα, μιλούσε µε μια άχρωμη, καμπανιστή φωνή και ζητούσε κάτι σαν καυγά επίμονα.. 
«Πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου έχεις.. Αυτό πάει πολύ! Άντε στο διάβολο!» τον διαολόστειλε ο Κλέαρχος.
«Πρόσεξε Κλέαρχε! Πρόσεξε καλά.»
«Λοιπόν ξέρεις τι λέω κι εγώ; Δεν είναι άνδρας όποιος φοβερίζει και μένει στις απειλές.»
Το επεισόδιο έλαβε τέλος χάρη στην καταλυτική παρέμβαση των άλλων εργατών που επενέβησαν για να χωρίσουν τον καυγά πριν η κατάσταση ξεφύγει από κάθε έλεγχο...
Ο Κλέαρχος είναι κάτι που ποτέ του δεν μπόρεσε να καταλάβει, γιατί δεν τον άρπαξε εκείνη τη στιγμή. Είναι αλήθεια πως εξαιρετικά ευέξαπτος δεν είναι αλλά τέτοιου είδους προσβολές δεν μπορείς να τις αφήσεις να περάσουν έτσι, δίχως να σου ανεβάσουν το αίμα στο κεφάλι, να σηκωθεί η τρίχα σου και να μην ορμίσεις. Στο τέλος αυτού του εντόνου φραστικού επεισοδίου αναχωρώντας ο φίλος, ακούει τον Κλέαρχο ήρεμα και νηφάλια να του λέει. « Άκου φίλε μου! Εγώ πάντως έχω την συνείδηση μου ήσυχη. Εσύ κοίταξε να μαζέψεις την κυρα σου. Αυτή είναι η συμβουλή μου...»
......... Η συνέχεια είναι όπως όλες οι συνέχειες που δεν καταλήγουν σε ρήξη. Κοιτάζοντας η Ιοκάστη τον Κλέαρχο μια χλομάδα πέρασε στο πρόσωπό της κι αυτός άνοιξε την αγκαλιά του σαν φτερά αετού και την ακούμπησε απαλά απαλά στο στέρνο του… και με μάτια που γυάλιζαν από ευγνωμοσύνη ο Κλέαρχος της έσφιξε τα χέρια της περνώντας τα δάχτυλά της μέσα στα δικά του. Ήταν τόση η σιγουριά και η δύναμη που του ενέπνεε η Ιοκάστη που ακόμη και μετά από χρόνια του άρεσε να κουλουριάζεται δίπλα της, ν' αναπνέει τ' άρωμα της και να της χαϊδεύει τα τόσο απαλά μάγουλα της. Σίγουρα σιγά σιγά όλα διορθώνονται οι ρήξεις, ο θυμός, ο πόνος, μόνο ο θάνατος δεν διορθώνεται!
Λίαν συντόμως οι νέοι γείτονες αθόρυβα και ταπεινά μετακόμισαν σε παρακείμενη γειτονιά...

Click to Open
Οι Γείτονες τους στο Ρέμα!
.....

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2023

Sto Spiti Dipla sto Rema.

....Έχουν περάσει πλέον δύο ολόκληρα χρόνια από τότε που η οικογένεια του Αλκιβιάδη αποφάσισε να μετοικήσει απ' το φτωχικό χωριό του Λακωνικού Πάρνωνα στο νέο τόπο διαμονής της στην πόλη της Λαμίας. Εγκαταστάθηκαν σε μια λαϊκή φτωχογειτονιά, το «Άραπόρεμα,» εκεί που η ζωή ανθρώπων ζούσε σε συνθήκες φτώχειας, αγωνιζόμενοι για ένα καλύτερο μέλλον κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες. Ηταν μια λαϊκή συνοικία της Λαμίας τη δεκαετία του 1960, σαν αυτές τις γειτονιές που την αποτελούσαν μεροκαματιάρηδες, πρόσφυγες και εσωτερικοί μετανάστες και οι οποίες συχνά χαρακτηρίζονταν από χωματόδρομους και έλλειψη βασικών υποδομών. Για την οικογένεια του Αλκιβιάδη κάθε άλλο παρά εύκολες ήταν οι νέες συνθήκες διαμονής τους εκεί. Γίνεται μεγάλη προσπάθεια μέσα από πολλές μεταπτώσεις να βρουν τον βηματισμό τους όπου απαιτείται προσαρμογή και εξοικείωση στα νέα δεδομένα για να επιτύχουν τους στόχους τους, παρά τις αντιξοότητες.
Ο Αλκιβιάδης σήμερα σκέφτεται αναδρομικά με την έννοια της αναπόλησης και βρίσκεται σε μια νοητική κατάσταση όπου  στρέφει την προσοχή του στο παρελθόν, ανακαλώντας μνήμες, γεγονότα ή συναισθήματα που έχουν ήδη συμβεί. Αυτή η διαδικασία τον συνοδεύει από μια συναισθηματική χροιά και μια γλυκιά νοσταλγία. Δεν πρόκειται απλώς για ψυχρή ανάκληση δεδομένων, αλλά για επαναβίωση των συναισθημάτων που τον συνόδευαν τις στιγμές εκείνες και αυτό αποτελεί μέρος της διαμόρφωσης της ταυτότητας του, καθώς επανεκτιμά ποιος ήταν και ποιος είναι τώρα. 
Υπάρχουν μερικά πρόσωπα που σημαδεύουν την ύπαρξή μας, που με τη δράση, τα λόγια και την παρουσία τους επηρέασαν βαθιά τον τρόπο που σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και ζούμε. Αυτές οι μορφές, είτε υπήρξαν ποτέ είτε όχι, αφήνουν ανεξίτηλο το στίγμα τους στην ύπαρξη μας και τη συλλογική μας μνήμη. 
Πρόσωπα, πρότυπα που αποτελούν πηγή έμπνευσης για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας μας, και καθορίζουν τη στάση ζωής μας και της συμπεριφοράς μας, αυξάνουν την αγωνιστικότητα μας για την επίλυση προβλημάτων, παρέχοντας μας οράματα. 
Ο Αλκιβιάδης μιλάει για καθημερινούς ανθρώπους που με το παράδειγμά τους σιωπηλά χωρίς επίδειξη, χαράσσουν πορεία για τη ζωή τους επηρεάζοντας και τη δική σου ζωή. Μιλάει για αυτούς τους ανθρώπους που φορούν στολές εργασίας, ποδιές νοικοκυριού, ή απλώς τα καθημερινά τους ρούχα, και με τη στάση τους κάνουν τον κόσμο λίγο καλύτερο. 
Ένα τέτοιο πρόσωπο υπήρξε η μητέρα τους η Ιοκάστη που ως πραγματικός μαχητής της ζωής απέναντι στις δύσκολες συνθήκες επιδείκνυε εξαιρετική ψυχική ανθεκτικότητα, δύναμη και επιμονή και δεν σταματούσε να αγωνίζεται. Αναζητούσε από τον πατέρα τους τον Κλέαρχο ενεργή συμμετοχή στα καθήκοντα και στις ευθύνες προκειμένου να έχει επιτυχία η προσαρμογή τους που είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της ευημερίας των παιδιών τους και της οικογενείας τους.
Τι να πει κανείς γι' αυτή τη γυναίκα! Τα λόγια είναι πολύ λίγα για μια τέτοια γυναίκα, που δεν έδωσε απλώς αγάπη, αλλά δίδαξε με το παράδειγμά της πώς να στέκεται κανείς όρθιος στις δυσκολίες.
«Θάρρος δεν είναι να μη φοβάσαι, αλλά να προχωράς παρά το φόβο» Δίδαξε στα παιδιά της ότι η αληθινή δύναμη κρύβεται στην καρδιά και στην επιμονή. Τους έδωσε φτερά, κρατώντας τις ρίζες τους. Η αγάπη της ήταν η βάση για να νιώσουν τα παιδιά ασφάλεια, και το θάρρος της το εφόδιο για να πετάξουν. Η ανθεκτικότητά της δεν χρειαζόταν λόγια. Φαινόταν στον τρόπο που συνέχιζε να προσπαθεί, ακόμα κι όταν η ζωή την δοκίμαζε. Τέτοιες γυναίκες δεν μεγαλώνουν απλά παιδιά, χτίζουν χαρακτήρες, μεταλαμπαδεύουν αξίες και αφήνουν μια κληρονομιά αγάπης και γενναιότητας που διαρκεί για πάντα. 
Η Ιοκάστη! Μια  ηρωίδα εργαζόμενη μητέρα ήταν το κέντρο της ζωής τους, μια γυναίκα ανθεκτική σε σκληρή δουλειά και σε δύσκολες συνθήκες σήκωσε τα  βάρη της οικογενείας τους.. Χαλκέντερη, είχε ανάστημα.. Λένε «Το ύψος του ανθρώπου ξεκινά από τα πόδια και φτάνει μέχρι το κεφάλι. Απ’ εκεί και πάνω, ξεκινάει το ανάστημα». Το ανάστημα της Ιοκάστης ήταν πιο ψηλό από το μπόι της. Μέσα από την εργατικότητα και τις πράξεις της εισέπραττε την αναγνώριση και την αποδοχή.
Δυστυχώς ωριμάζοντας οι συνθήκες της προσαρμογής στη Λαμία τα δείγματα του Κλέαρχου δεν έχουν να κάνουν με πολύ μεγάλη διάθεση για προσπάθεια. Με την αδράνεια του μένει αμέτοχος, δεν παίρνει αποφάσεις ή καθυστερεί ήδη τη δύσκολη προσπάθεια για την αναμενόμενη πρόοδο τους.
Ακόμη και όταν υπήρξαν ελπιδοφόρες ενδείξεις, θετικών ευκαιριών, οι πρώτες αχτίδες μιας νέας ανατολής για την οικογένεια εκ μέρους του υπήρχε μια υποβόσκουσα δυσκολία, μια αναμονή ένας δισταγμός. Δεν ήταν αρκούντως παρών σ’ αυτή τη δύσκολη προσπάθεια. Ο φόβος της δυσκολίας τον εμπόδιζε να βοηθήσει να κάνουν το επόμενο βήμα.
Ο Κλέαρχος από τα πρώτα χρόνια στη Λαμία έδειξε δείγματα εύκολης λειτουργικής προσαρμογής η οποία τον βοήθησε να επιβιώσει και να προσαρμοστεί γρήγορα και αποτελεσματικά στις νέες απαιτήσεις, και να ενταχθεί στο νέο, αστικό περιβάλλον. Είχε εγωισμό και εκεί που είχε ιδιαίτερα ενδιαφέροντα ήταν τολμηρός και δραστήριος. Σαν οικογενειάρχης όμως δεν επέδειξε το αναγκαίο επίπεδο υπευθυνότητας, ευσυνειδησίας και αφοσίωσης απέναντι στην οικογένεια του. Η προσπάθεια του δεν ήταν αρκετή, δεν επαρκούσε, υπολειπόταν του δέοντος. Δεν ήταν αυτό που ορίζουμε «εραστής του κόπου.» Δηλαδή δεν ήταν λάτρης της σκληρής δουλειάς ακόμη και όταν αυτή αποδίδει αποτελέσματα. Δεν κατέβαλε την προσπάθεια που χρειαζόταν για να να ανταποκριθεί επαρκώς στις οικογενειακές υποχρεώσεις του σαν σύζυγος και πατέρας. Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ακαμάτηδες στο καφενείο στο χωριό του, δίνοντας έμφαση στην αποφυγή της σκληρής χειρονακτικής εργασίας, έλεγαν. «Αν ήταν η δουλειά καλή, θα δούλευε κι ο δεσπότης» 
Επιπλέον ήταν ένας άνδρας που έδειχνε υπερβολικό ενδιαφέρον για το γυναικείο φύλο. Του άρεσε ο γυναικείος «ποδόγυρος». Σε ποιον δεν αρέσει άλλωστε; Το μάτι του με ευκολία έπεφτε σε κάθε γυναικείο «ποδόγυρο», λες και ήταν πεινασμένος. Λες και είχε να δει γυναίκα από την εποχή που η μάνα του τον βύζαινε. Στα τριάντα του χρόνια τότε δεν είχε την εικόνα του απόλυτου αρσενικού που κατεβαίνει από το ακριβό του αυτοκίνητο, και  πηγαίνει στην πολυτελή του έπαυλη όπου τον περιμένει ένας τόνος γυναίκες! Όχι! Η εμφάνιση του Κλεαρχου ήταν λίγο πιο πάνω από τον μέσο όρο, εποχιακός εργάτης ήταν, η οικογένεια αρχικά έμενε σε μια τρύπα γιατί ο Κλέαρχος δεν είχε μεγάλα όνειρα για κάτι καλύτερο και στον τρίτο τους χρόνο στη Λαμία απέκτησε και κυκλοφορούσε με ένα μηχανάκι ZÜNDAPP KS 50 SUPER. Οι έντονες ερωτικές του εμπειρίες ήδη από τα εφηβικά του χρόνια τον βοηθούσαν να καταλαβαίνει πότε μια γυναίκα είναι διαθέσιμη και ταυτόχρονα δεν φοβόταν να οδηγήσει την κατάσταση μέχρι το σεξ. Ο Αλκιβιαδης σκεφτόταν πως για μια νέα δυναμική και πολύ όμορφη γυναίκα όπως η μητέρα τους η Ιοκάστη, ο Κλέαρχος της άρεσε σαν άνδρας και τον θεωρούσε sexy, τότε ήταν πολύ πιθανό να τον θεωρούν sexy και άλλες γυναίκες, και αυτός να εξερευνούσε τις πιθανότητες να κάνει σεξ και με άλλες γυναίκες! Κάτι που ο Κλέαρχος είχε ταλέντο να ανακαλύπτει γυναίκες παθιασμένες για σεξ!
Εργαζόταν περιστασιακά φορτοεκφορτωτής και σε όποιον τον ρωτούσε με τι ασχολείται, απαντούσε τόσο γενικόλογα όπως θα έκανε οποιοσδήποτε τη βγάζει με δουλειές του ποδαριού και θέλει να το κρύψει. Τα πρώτα χρόνια έμειναν σ’ μια περιοχή από τις παλαιότερες και φτωχότερες γειτονιές της Λαμίας που βρίσκεται σε μια ρεματιά γεμάτη ανηφόρες, καθώς χαρακτηριστικά ήταν τα τσιμεντένια σκαλοπάτια που υπήρχαν για να προσεγγίζουν οι κάτοικοι τα σπίτια τους. Οι περισσότεροι που κατοικούσαν στην γειτονιά αποτελούσαν φθηνό εργατικό δυναμικό που πήγαιναν στη δουλειά τους με τα πόδια, δεν είχε λεωφορείο η γειτονιά και οι πιο πολλοί ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας. Τούτη η πινακοθήκη ανθρώπων και χαρακτήρων εκπροσωπούσε την αληθινή ζωή της συνοικίας και καταλαβαίνουμε την τεράστια δυσκολία να είσαι φτωχός, όπως η συντριπτική πλειονότητα του κόσμου, που ζούσε εκεί.
Φτωχικά σπίτια κατά μήκος του ρέματος, τα περισσότερα αν όχι όλα χτισμένα με λάσπη και τούβλα και µε θέα στο ρέμα. Μια γειτονιά με αναμνήσεις αλλοτινών εποχών, που παιδιά έπαιζαν ανέμελα κρυφτό, κυνηγητό, ανεβοκατέβαιναν τα σκαλάκια, με τις φωνές τους να αντηχούν στα γύρω στενά και οι μανάδες να μαζεύονται στα πεζούλια για κουβέντα μετά τη λάτρα του σπιτιού. Χαμηλά σπίτια, με μια τουαλέτα στον εξωτερικό χώρο. Αρκετά μεγάλες οι αυλές τότες, πλακοστρωμένες ή όχι, ήτανε καθεμιά κι ένας παράδεισος. Περιβολάκια και παρτέρια ολόγυρα με λογής-λογής λουλούδια, από γιασεμί και σκυλάκια, μέχρι χρυσάνθεμα, μέχρι γαζίες και ξέχωρα αυτά που είναι φυτεμένα στις γλάστρες. Η ύδρευση ήταν ένα από τα βασικότερα προβλήματα. Τα χρόνια εκείνα οι κάτοικοι της γειτονιάς έπαιρναν το νερό από μια δημοτική  βρύση, από όπου το μετέφεραν με δοχεία. Ο ευπρεπισμός των σπιτιών και η φροντίδα της αυλής ήταν βασικό μέλημα των κατοίκων του φτωχού συνοικισμού. Στα πλινθόκτιστα σπίτια ζούσε ένας ολόκληρος κόσμος με μεγάλες στερήσεις, αναζητώντας συνεχώς τρόπους να ομορφαίνει την δύσκολη καθημερινότητά του. Όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, βοηθούσαν ο ένας τον άλλο στις δυσκολίες και τις γιορτές έστηναν γλέντια στις αυλές. Η δύσκολη πρόσβαση λόγω της μορφολογίας του εδάφους με τις ανηφόρες και τις κατηφόρες δεν ενοχλούσε κανέναν.
Το σπίτι παλιό στενόμακρο με τεράστιο κήπο, Μπροστά από την πόρτα της κύριας κατοικίας υπήρχε μια μεγάλη κληματαριά, για να τους προστατεύει από τον ήλιο και τη βροχή ανάλογα µε την εποχή. Λίγο πέρα από την κύρια κατοικία, υπήρχε κήπος µε τριανταφυλλιές, γαριφαλιές, ντάλιες, ζουμπούλια, γιασεμιά, κυκλάμινα και πανσέδες και  πολλά δένδρα. Ένας καταπράσινος κήπος περιφραγμένος με λυγαριές, σκίνα και βάτα. Ακριβώς δίπλα στον χωμάτινο κακοτράχαλο δρόμο αμέσως μετά τη κοίτη του ρέματος όπου τα νερά του απ' άκρη σ' άκρη, στέρευαν το καλοκαίρι.
Οι χειμωνιάτικες λίμνες που στα παιδικά του μάτια έμοιαζαν τεράστιες, μεταμορφώνονται σε γούρνες χάνοντας το πολύ νερό τους και ο ποταμός αυτό το θηρίο του χειμώνα γίνεται ένα καχεκτικό ρυάκι τα καλοκαίρια. Η οικογένεια μένει σε δυο συνεχόμενα ισόγεια δωμάτια. Ένα οι γονείς και το άλλο τα παιδιά. Το υπόλοιπο σπίτι έχει ακόμη δυο συνεχόμενα στη σειρά ισόγεια δωμάτια με τζάκι όπου έμεναν οι ιδιοκτήτες. Τους χωρίζει μια απλή μεσοτοιχία. Η κουζίνα και  τουαλέτα είναι εξωτερικές και κοινές. Στον κήπο υπάρχουν δυο ακόμη κτίσματα που χρησιμεύουν για αποθήκες. Ανατολικά στο σύνορο του κήπου υπάρχει μια μικρή οικία πρόσφατα ανακαινισμένη. Η ιδιοκτήτης  μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας είχε αποβιώσει πρόσφατα και οι κληρονόμοι ευρισκόμενοι στην Αμερική είχαν παραχωρήσει την διαχείριση στους γείτονες τους που συγχώνευσαν τις αυλές και την μικρή οικία την έχουν ενοικιάσει σε μια έφηβη σπουδάστρια.
Μόλις είχε περάσει ένας χρόνος από την μετακόμιση της οικογένειας στο οίκημα και οι ιδιοκτήτες της οικίας αναχώρησαν στην Αθήνα για μόνιμη εγκατάσταση και ταυτόχρονα ενοικίασαν τα δωμάτια τους σ’ ένα ζευγάρι λίγο μεγαλύτεροι από στην ηλικία των γονιών του που ήρθαν στη Λαμία από τα μέρη της Θεσσαλίας. Όταν τους πρωτοείδε, με το πλάι του ματιού του ο Αλκιβιάδης τους έκανε τριανταπεντάρηδες την εποχή εκείνη που αντάλλαξαν γνωριμία με τους γονείς του μέσα από τα ευχάριστα και πλατιά χαμόγελα τους. Ο άνδρας ψηλός, λιγνός, καλοντυμένος κι ευγενής, ήταν όμως στεγνός με λευκή επιδερμίδα και ξανθά μαλλιά. Φορούσε καινούργια ρούχα, το κοστούμι του, από φτηνό γκρίζο ύφασμα, ήταν τόσο καινούργιο, πού διατηρούσε ακόμα την τσάκιση του πανταλονιού και το σακάκι του ερχόταν πολύ φαρδύ με αποτέλεσμα οι ώμοι του να «κρεμάνε». Ο Αλκιβιαδης τον θυμάται ότι συνήθως φορούσε γυαλιά ηλίου, εκινείτο νωχελικά και τόσο αργά που έδειχνε ανίκανος να κάνει οτιδήποτε βιαστικά. Τον φαντάστηκε να καίγεται το σπίτι του και αυτός να κινείται με την ταχύτητα που μεγαλώνει το γρασίδι, για να το σώσει. Η γυναίκα αντιθέτως ήταν μια μπριόζα και, πληθωρική γυναίκα με πλούσιες καμπύλες και μπούστο, κέρδιζε πάντα τις εντυπώσεις. Μια αυθόρμητη παρουσία που με τα πλούσια προσόντα της άφησε κάγκελο τον Κλέαρχο, ο οποίος παριστάνοντας τον αδιάφορο και ντροπαλό στους γύρω του, την κοίταξε με λαγνεία και το βλέμμα του ήταν «γεμάτο», δεν άφηνε περιθώριο για κάτι άλλο, εκφράζοντας το μέγιστο της επιθυμίας του. 
Εκείνη δεν φάνηκε να ενοχλείται, απεναντίας το λάγνο βλέμμα του Κλέαρχου δεν την άφησε εντελώς ανεπηρέαστη. Παρόλο που μπορεί να μην το έδειξε, το πρόσεξε, την επηρέασε, την έκανε να νιώσει κολακεία. Τον κοίταξε του σκάει η γυναίκα ένα απίστευτα χαριτωμένο χαμόγελο, γεμάτο νάζι και τσαχπινιά. Απ' αυτά τα χαμόγελα που λένε «αν δεις καράβι στο βουνό, γυναίκα, το έχει τραβήξει». Η πληθωρική γυναίκα γνωρίζει πολύ καλά πως να ανάβει φωτιές και να ανεβάζει τη θερμοκρασία στα ύψη με το πληθωρικό κορμί και τα πλούσια προσόντα της και να κερδίζει την εκτίμηση του αρσενικού πληθυσμού.
Ο Κλέαρχος από εκείνη την ημέρα την είχε μέσα στο μυαλό του συνέχεια και δεν μπορούσε να την βγάλει. Ένιωθε κάτι μέσα του να φτερουγίζει. Ένα πρωτόγνωρο ηδονικό αναρρίγισμα διατρέχει τη ραχοκοκαλιά του. Εκείνη ήξερε ότι του άρεσε. Κάθε φορά που την συναντούσε η φωνή του λιγώνονταν και όλο του το παρουσιαστικό άλλαζε όψη. Προσπαθούσε να δείχνει ευγενικός και εξυπηρετικός μα καταλάβαινε την έξαψη του, τον ήξερε καλά. Ήξερε ότι έριχνε κλεφτές ματιές στο στήθος της, ακόμη πιο κλεφτές ματιές στον πισινό της και πως από το πρόσωπο επικεντρώνοταν με ηδονική λαχτάρα, στα χείλη της.. Του έριχνε ικανοποιημένη, χαμόγελα όλο υπονοούμενα γνωρίζοντας καλά τις σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό του και τα λαγγεμένα μάτια της μαρτυρούσαν και την δική της ηδονή.
Ο Κλέαρχος αυτά έβλεπε και ηδονικές ανατριχίλες δονούσαν το κορμί του. Την φανταζόταν σαν ερωμένη του που τον ερέθιζε περισσότερο από την τρυφερότητα και τους ήσυχους, δακρύβρεχτους οργασμούς της Ιοκάστης του.
Ο Αλκιβιάδης το θυμάται που ένα βράδυ του φθινοπώρου που ο σύζυγός χαιρέτησε την οικογένεια τους γιατί αναχωρούσε για τα χωριό τους. Θα επέστρεφε στη Θεσσαλία όπου είχε κάποιες οικογενειακές υποθέσεις να τελειώσει, πήρε άδεια από την νέα του εργασία και θα έλειπε ίσως τρεις με τέσσερις εβδομάδες. Και κάπου εκεί άνοιξε η συζήτηση για το αν θα μπορούσαν οι γονείς του μέχρι να επιστρέψει να νοιάζονται και να προσέχουν την σύζυγο του και αν χρειαστεί κάποια βοήθεια να της συμπαρασταθούν. Μεγάλο λάθος του.
Η Νεφέλη, -ήταν το όνομα της- έμεινε στη μοναξιά της που της δημιουργεί ένα συναισθηματικό και σωματικό κενό. Αυτή η απουσία του συζύγου την κάνει πιο ευάλωτη, πιο δεκτική σε εξωτερικά ερεθίσματα. Το τολμηρό βλέμμα του Κλεαρχου ήταν μια διεισδυτική, σχεδόν σωματική επαφή που την χάιδευε υποδηλώνοντας την επιθυμία του, σιωπηλά και έντονα, προκαλώντας της ηλεκτρισμό. Το απολάμβανε να νιώθει τα μάτια του να τη χαϊδεύουν, να τον βλέπει να ανάβει να κοκκινίζει και να ζορίζεται, ξέροντας ότι έφτανε να κουνήσει το μικρό της δαχτυλάκι για να τον έχει δικό της όποτε ήθελε. Είναι παντρεμένη με ένα καλό άνθρωπο αλλά δυστυχώς η ζωή τους έφερε δυσκολίες στο γάμο τους! Ο σύζυγος απουσιάζει τακτικά στις δουλειές του, η γυναίκα νιώθει συναισθηματικά κενά, ανάγκη για επιβεβαίωση έχει μια αίσθηση παραμέλησης. Ο Κλέαρχος ήταν ιδανική περίπτωση εραστή για τη Νεφέλη να λειτουργήσει ως διέξοδος στις σεξουαλικές ανάγκες της, χωρίς όμως να σημαίνει ότι δεν αγαπά το σύντροφό της ή ότι δεν θέλει να διατηρήσει το γάμο της.  
Ούτε ο Κλέαρχος αντιστάθηκε στον πειρασμό, δεν είχε εσωτερικούς φραγμούς, και ηθικούς ενδοιασμούς να τα φορέσει στην Ιοκάστη. Δεν είχε κανένα πρόβλημα, και φυσικά δεν έχασε την ευκαιρία να πέσει στο ερωτικό κρεβάτι με τη νέα γειτόνισσα κι όπως ήτανε φυσικό, καθόλου δεν δίστασε να ταράξει τα νερά της σεμνότυφης και συντηρητικής εποχής του, στη φτωχική συνοικία. Μια σειρά από σαθρά τούβλα χωρίζει τις κρεβατοκάμαρες τους και δεν χρειάζεται να ψάχνουν για ερωτική φωλιά φτάνει να απουσιάζουν τα έτερα τους ήμισυ.
....Η Ιοκάστη ως συνήθως απουσίαζε απ' τα χαράματα στη δουλειά της και ο Κλέαρχος που ήταν άνεργος την εποχή εκείνη μόλις είχε γυρίσει απ' την αγορά αναζητώντας μεροκάματο, αλλά επέστρεψε σπίτι άπραγος. Εκεί τον βρήκε η Νεφέλη γυρίζοντας από το συνοικιακό μπακάλικο να καπνίζει αραγμένος στο πλατύσκαλο της εξώπορτας στη κοινή αυλή τους. Η ίδια πάντως ήταν στα καλύτερά της! Όμορφη και θελκτική γυναίκα, φρόντιζε να το επιδεικνύει όσο μπορούσε. Διένυε τα καλύτερά της χρόνια. (ήταν τότε στα τριανταπέντε!)
Ο Κλέαρχος της φαινόταν πολύ προβληματισμένος.
«Καλημέρα  γείτονα τι κάνεις; Πως έτσι αραχτός σήμερα;» 
«Καλημέρα Νεφέλη. Περίμενα να ξεκινήσει το εκκοκκιστήριο σήμερα  αλλά το ανέβαλαν για την επόμενη εβδομάδα!» Ο Κλέαρχος δούλευε σαιζόν στους ριζόμυλους.
«Πολύ σκεφτικό σε βλέπω συμβαίνει κάτι;»
«Όχι! απλά δεν έχω ιδιαίτερη διάθεση!»
«Και ποιος σου χάλασε τη διάθεση αν επιτρέπεται;»
«Μα τι να σου λέω Τώρα» 
«Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάτι σαν συζυγικό καυγαδάκι μου μυρίζει...Με την Ιοκάστη ε;»
«Όχι δεν τσακώθηκα με την Ιοκάστη αλλά έχω πολύ σημαντικότερα προβλήματα μαζί της.» 
Η Νεφέλη κάτι είχε πάρει το αυτί της για το πρόβλημα του Κλεαρχου όταν κρυφάκουσε το ζευγάρι που λογομαχούσαν προχθές (ε, να μη μάθει γιατί λογομαχούσαν;) γιατί η Ιοκάστη δεν του καθόταν να τη γαμήσει. Η κοπέλα είχε βλέπεις προτεραιότητα να ασχοληθεί με τα παιδιά τους και να ξεκουραστεί μετά από μια κοπιαστική μέρα. Τον κοίταξε με κατανόηση και προσπάθησε να δώσει δίκιο και στον μεν και στο δε. Ήξερε από πρώτο χέρι ότι ο γάμος δεν είναι «παίξε γέλασε», είναι κατάσταση ζόρικη που εξαρχής απαιτεί ειδικό εξοπλισμό. Εκτός από παπά, κουμπάρο και κουφέτα, εκτός από κατσαρόλες και σερβίτσια, πρέπει να έχεις και υπομονή (απεριόριστη) και κατανόηση (κυρίως για τα ακατανόητα) και τόσα άλλα που δεν χρειάζεται να τα αναφέρει, αφού ωραιότατα τα έχουν ταξινομήσει όλα αυτά τα βιβλία – εγχειρίδια του τύπου «πώς να σώσετε τον γάμο σας».
«Γι' αυτό έχεις αυτά τα μούτρα γείτονα;» Γελάει; «Βρε τη ρουφιάνα την Ιοκάστη; Τι του έκανες ρε κούκλα μου του παιδιού και δε μιλιέται; Αχ ρε Ιοκάστη!»
«Νεφέλη παίζεις με τον πόνο μου!»
Η Νεφέλη χαμογέλασε με καλοσυνάτη ανοχή. «Για συμπαράσταση κερνάω καφέ της παρηγοριάς, βάλε το τσιγάρο και έλα μέσα να τα πούμε! Και γι’ αυτά ακριβώς τα προβλήματα μας αν θέλεις να μιλήσουμε. Τι σε απασχολεί; Φιλικά στα λέω μη με παρεξηγάς. Επειδή σε νοιάζομαι στα λέγω. Εκτός και εάν δεν είμαι καλή παρέα;»
«Είπα εγώ ότι δεν είστε καλή παρέα; Τον καφέ ευχαρίστως, ειδικά από τα χεράκια σου. Έλα που κομμάτι δυσκολεύομαι όμως να σου πω για τα πολύ προσωπικά μου.»
«Τι φοβάσαι την κριτική, ή την παρεξήγηση;»
«Δεν ξέρω πως να εκφράσω τα παράπονά μου»  
«Πες μου τώρα ότι έχεις και παράπονα. Τι σου λείπει δηλαδή; Ωραίος άνδρας είσαι! Τι ωραίος δηλαδή μ' αυτό το γεροδεμένο σου κορμί παίρνεις τα μυαλά στα θηλυκά. Και ωραία γυναίκα για το κρεβάτι έχεις. Τι άλλο είναι αυτό που θέλεις;» 
«Ναι ωραία όλα αυτά άλλα δεν αντέχω άλλο. Να σου πω κάτι μεταξύ μας ; Δεν πάει άλλο με την Ιοκάστη και με αυτό το συνέχεια είμαι κουρασμένη! Σαν άνδρας έχω και άλλες ανάγκες αν με καταλαβαίνεις.»
«Τι θες να πεις δηλαδή; Ότι κουράστηκε η κυρία να της τον χώνεις; Άγιε μου Φανούριε, σχώρα με! Πάλι αμάρτησα και έγινα αθυρόστομη! Δεν το κάνω επίτηδες η ρουφιάνα, μου ξεφεύγουν.»
«Έτσι είναι αποφεύγει το σεξ λες και το χει βαλσαμώσει το μουνί της.»
«Αα είσαι και εσύ, από αυτούς τους στερημένους. Σκέψου και μένα που περνάνε εβδομάδες χωρίς να δω χαρά στα σκέλια μου.» 
Δευτερόλεπτα σιωπής. Η Νεφέλη χαμογελά αμήχανα. Ο Κλέαρχος την κοιτά έντονα στα μάτια.
«Δηλαδή  ο Μπαργαλάτσος του νοικοκύρη σου είναι σαν ένα όπλο που δεν μπορεί να κάνει καλά την δουλειά του;.»  
«Γενικά δεν είναι και πολύ του sex, δεν κάνει πολλά πράγματα στο κρεβάτι, δεν έχει φλόγα. Θα έλεγα ότι με πηδάει που και που επειδή πρέπει, η επειδή απλά του το ζητάω επίμονα.» 
«Δεν το πιστεύω! Τι μου λες! Πως γίνεται κύριε από τα Τρίκαλα να έχεις μια γυναίκα σαν την Νεφέλη, καύλα σκέτη και να μη  βάζεις φωτιά στη σεξουαλική σας καθημερινότητα!  Νεφέλη φωτιές μου άναψες και δεν είμαστε πια παιδιά! Απ' όταν σε είδα σε θέλω τόσο.»
«Κούκλε μου η αλήθεια εδώ που τα λέμε είναι πως ένα δίκιο το 'χει η Ιοκάστη σου, όλη μέρα δουλεύει σαν σκυλί για τον επιούσιο για τα απαραίτητα που χρειάζεται για να ζήσει η οικογένεια σας.... που χρόνος για σένα! Και απ' ότι καταλαβαίνω η Κυρία σου δεν το έχει το σεξουαλικό άθλημα στο φόρτε της,» του λέει αποπνέοντας σεξουαλική έλξη, και ερωτική επιθυμία έχοντας αφεθεί στις σκέψεις της σε ένα συναρπαστικό ταξίδι ευχαρίστησης όπου οι άγριες επιθυμίες της θα ικανοποιούνται με τρόπο που θα αφήσουν άναυδο το γείτονα της. «Αν λοιπόν συμφωνείς και εσύ αφού το βλέπω πόσο με θέλεις εγώ δεν έχω ενδοιασμούς να σε μοιράζομαι σεξουαλικά μαζί της. Ο Κλέαρχος έμεινε κατάπληκτος και ένιωθε τον πούτσο του να θεριεύει και μόνο με τη σκέψη πως θα τσαλαβουτούσε μέσα στο υγρό μουνάκι της. Ήταν σαν να είχε ακούσει τις μύχιες επιθυμίες που είχε στο μυαλό του. Δεν είχε αντίρρηση τελικά γι’ αυτά που του ζήτησε η νέα γειτόνισά αλλά, δεν είχε συνηθίσει ν’ αποφασίζουν άλλοι γι’ αυτόν. Σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν καθαρό, αποφασιστικό αλλά στο βάθος διέκρινε παράκληση. «Πάμε μέσα στη κρεβατοκαμαρα.» Τον παροτρύνει! Έσβησε το φως και όταν εκείνος μπήκε, τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του κι αναζήτησε τα χείλη του. Αφέθηκε στο αγκάλιασμα της, ανταποδίδοντας το φιλί και σιγά-σιγά την έσφιξε πάνω του, την χάιδεψε αναστατώνοντας τα μαλλιά και την παρέσυρε στον καναπέ για να καταλήξουν λίγο αργότερα στο κρεβάτι…
....Ήταν ένα φθινοπωρινό σκηνικό του καιρού.  Ηλιοφάνεια με λίγες νεφώσεις. Στο σχολείο του Αλκιβιάδη έγινε απολύμανση από την υγειονομική υπηρεσία σχολικών κτηρίων και έδιωξαν τους μαθητές πολύ ενωρίς. Η Ιοκάστη είναι στη δουλειά, ο Κλέαρχος εάν δεν έχει βρει μεροκάματο σίγουρα, σκέπτεται ο Αλκιβιάδης θα ‘ναι στο καφενείο να παίζει χαρτιά. Τα μικρά αδέλφια του συνήθως είναι στη θεία τους που είναι άνεργη αυτή την εποχή.
Ο Αλκιβιάδης φθάνοντας στην είσοδο της αυλής  βλέπει τρία κοριτσόπουλα, ασάλευτα-αμίλητα να στέκονται στριμωγμένες πίσω από τις γρίλιες στο κλειστό παράθυρο του σπιτιού που μένει η Νεφέλη και να έχουν επικεντρώσει το ενδιαφέρον και την προσοχή τους στα όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό του δωματίου. Είναι η  δωδεκάχρονη εξαδέλφη του η Μερόπη, η εντεκάχρονη Ιόλη από την απάνω γειτονιά και η δεκάχρονη Μυρσίνη, γειτονόπουλα που μένει τρία σπίτια παρακάτω στην όχθη του ρέματος. Ταυτόχρονα, έριχναν κλεφτές ματιές γύρω τους μην τύχει και φανεί κάποιος  απρόοπτος επισκέπτης. Ο τεράστιος κήπος γύρω τους τις προφυλάσσει από τα αδιάκριτα  βλέμματα των γειτόνων και από τυχαίους περαστικούς στο χωματόδρομο.
Με τα κεφάλια σκυφτά στήνουν τ' αυτί, αφουγκράζονται με έξαψη και ενδιαφέρον τη γλυκιά ευωδιά της ερωτικής διέγερσης που σαν αχτίνα ξεπηδά μέσα από τις χαραμάδες στις γρίλιες του παραθύρου. Το ηδονικό σμίξιμο δυο σωμάτων. Ανυπόμονα και σε απόλυτη σιωπή, περίμεναν τη συνέχεια της ερωτικής πράξης που εξελισσόταν εντός του δωματίου. Τα κοριτσόπουλα παρακολουθούν τον έρωτα που είναι χωμένος στο πετσί του ανθρώπου, υποδόρια, εσώψυχα. Προίκα του για να ’χει ο άνθρωπος μαγιά να αναπλάθεται.
Πρώτη τον είδε η ξαδέλφη του η Μερόπη.  Μόλις τον είδε το κορίτσι τινάχτηκε σαν να την χτύπησε ρεύμα. Κάτι ψιθύρισε στα αλλά δυο κορίτσια. Τον κοιταξε, «Σςςςςς»... έβαλε το δάχτυλο της μπροστά στα χείλη της. Του ζητούσε να μην μιλήσει. Απορημένος αν και ήταν σίγουρος πως ήταν μονάχος του, γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε πίσω του αν υπάρχει και κάποιος άλλος. Αμήχανος προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Ξαφνικά η Μερόπη πετιέται όρθια από το περβάζι, επικρατεί μια μικρή αναστάτωση, τράβηξε τις φίλες της από τα χέρια και του έκανε νόημα να τρέξει και να τις ακολουθήσει χωρίς θόρυβο και τα κορίτσια και αυτός, όλοι μαζί πιλαλούν αλαφιασμένοι να κρυφτούν στην αποθήκη, εκεί στην άκρη του μεγάλου κήπου.
........ Στο εσωτερικό του δωματίου εδώ και ώρες ο Κλέαρχος έχει πέσει με τα μούτρα ανάμεσα στα σκέλια της Νεφέλης. Οι ερωτικές φωνές της καλύπτονται από τον ήχο του γραμμοφώνου που έπαιζε το «Diana» του Paul Anka.
Λίγο αργότερα η Νεφέλη, διαπίστωνε πως ο Κλέαρχος ήταν όντως εξαιρετικά προικισμένος από τη φύση. Ακριβώς την ίδια διαπίστωση προσπαθούσαν να ανιχνεύσουν και τα κοριτσόπουλα κρυφά μέσα απ΄τις γρίλιες του παραθύρου στο δωμάτιό. Προσπαθούν να δουν αυτό που ακούν, με τα δικά τους μάτια, χωρίς όμως να τα καταφέρνουν. Οι γρίλιες επιτρέπουν να περνάει το φως αλλά είναι αδιαπέραστες στο βλέμμα τους.
Το κεφάλι της Νεφέλης ανεβοκατέβαινε πάνω στο προικισμένο πέος του Κλέαρχου. «Τι 'ναι αυτό, αντράκλα μου, αυτό είναι η πηγή με το αθάνατο νερό» του είπε εντυπωσιασμένη από την ποσότητα και την ορμή του σπέρματος του και έσκυψε ξανά πάνω στην πηγή, για να κατακτήσει την αθανασία.
Αφού ξεδίψασε, ανακάθισε στο κρεβάτι, έφτιαξε τα μαλλιά της, διόρθωσε το μπούστο της, άναψε δυο τσιγάρα και του πρόσφερε το ένα. Καρέλια κασετίνα τα τσιγάρα.
Ο Κλέαρχος δέχτηκε να πάει στο κρεβάτι της Νεφέλης το πρωινό, αφού πρώτα τον διαβεβαίωσε πως ο άντρας της και δεν θα επέστρεφε πριν από τον επόμενο μήνα. Και η Ιοκάστη είχε φύγει πρωί-πρωί στη δουλειά στο εκκοκκιστήριο της βαμβακουργίας του Μουζέλη.  Η Ιοκάστη για να τους θρέψει και να  τους μεγαλώσει τα παιδιά της. Δουλεύει σκληρά! Τα πρώτα χρόνια ξεκίνησε να εργάζεται σ' ένα εργοστάσιο παραγωγής κεραμοποιίας, σε σκληρές συνθήκες εργασίας ακόμη και για τους άνδρες.
Η Νεφέλη φρόντισε ακόμα να ενημερώσει τον Κλέαρχο πως ο σύζυγός της είχε πρόβλημα και ανικανότητα να διατηρήσει μια στύση που να είναι αρκετή και ικανοποιητική για την σεξουαλική επαφή τους. Έτσι λοιπόν θεωρεί να είναι κατανοητό πώς αναζητεί τρόπους για να ημερέψει τις ατίθασες σεξουαλικές ορμές της. Για την ακρίβεια, του είπε. «Είμαι σίγουρη πως στους φίλους του θα έχει υπερηφανευτεί πολλές φορές ότι μου πετάει τα μάτια έξω. Πως με πηδάει πρωί και βράδυ και ας έχει να με πηδήξει κάτι μήνες.  Ειλικρινά δεν ενθυμούμε πότε του σηκώθηκε για τελευταία φορά.».
Από την άλλη ο Κλέαρχος σκοπεύει να της αποδείξει πως είναι ακμαίος, ντούρος και βαρβάτος, χαρίζοντας της μια πρωτόγνωρη σεξουαλική εμπειρία.
Τα δωμάτιο είναι άνω κάτω. Οι δυο εραστές κυνηγιούνται παρασύροντας στο πέρασμά τους έπιπλα και αντικείμενα. Η σεξουαλική επιθυμία της Νεφέλης δεν προβληματίζει τον Κλέαρχο που είναι ένας ερωτικά ακούραστος επιβήτορας. Πού και πού σταματούν για λίγο τις ερωτικές περιπτύξεις για να βάλουν ξανά από την αρχή στο πικ απ τον δίσκο του Paul Anka που καλύπτει τους ερωτικούς τους στεναγμούς.
«Πού έμαθες να τα κάνεις όλα αυτά γαμιά μου;» Του λέει κάθε λίγο και λιγάκι η Νεφέλη.
Την ώρα που η Νεφέλη λέει... «είσαι θεός γαμιά μου, θεός!!» και αυτός μπαίνει για μια ακόμα φορά μέσα της φωνάζοντας. «Τι καύλα είσαι εσύ!!», ο Κλέαρχος συνειδητοποιεί πως ίσως έχουν κι άλλη παρέα εκτός από τον Paul Anka. Κάτι σκιές του φάνηκαν σαν τρεμούλιασμα  στο παράθυρο...
Σηκώθηκε πήγε στο παράθυρο το άνοιξε αμυδρά, κοίταξε ερευνητικά έξω για μερικά δευτερόλεπτα με το ένα μάτι πίσω από τις γρίλιες των κλειστών παραθυρόφυλλων. Κοιτάζοντας είδε την αχνή φιγούρα, όπως σχηματιζόταν μέσα από το κλειστό παράθυρο σηκώνοντας τα φρύδια του. Ακριβώς απέναντι στεκόταν η νεαρή ψηλή μελαχρινή κοπέλα, η  σπουδάστρια που έμενε απέναντι στη μοναχική κάμαρα. Στεκόταν μπροστά στην είσοδο που οδηγούσε στη μικρή κάμαρα της, μόλις αφιχθείσα στην αυλή, την ώρα που τα κοριτσόπουλα και ο Αλκιβιάδης ειχαν φτάσει και προσπαθούσαν να κρυφτούν στην αποθήκη. Η νεαρή κοπέλα κοίταζε ερευνητικά με τα μάτια γεμάτα καχυποψία προς το μέρος του παραθύρου ψάχνοντας την αιτία που θα μπορούσε να λύσει τις απορίες και τα ερωτηματικά που είχαν γεννηθεί μέσα της γιατί τα παιδιά αλαφιασμένα τρέξανε να κρυφτούνε. Ίσως να αναρωτιέται ποια είναι η σκανταλιά που να έχουν κάνει και έτρεξαν πανικόβλητα..
Ο Κλέαρχος έμεινε για λίγο σιωπηλός και σκεφτικός χαζεύοντας με τη μορφή της όμορφης νεαρής κοπέλας στη συνέχεια αποφάσισε να χειριστεί την κατάσταση επιθετικά. Άνοιξε ελάχιστα το παραθυρόφυλλο κοιτάζοντας έξω απ' το παράθυρο. Οι ματιές τους συναντήθηκαν. Την κοίταξε έντονα κι επίμονα και κι εκεί οι ματιές τους κόλλησαν θαρρείς και μαγνητίστηκαν. Ένα ανεξήγητο συναίσθημα με μια ματιά χωρίς λέξεις νιώθουν σ' όλο τους το είναι. Αυτή κατάφερε να διαβάσει στο βλέμμα του το ερωτικό κάλεσμα πριν ο Κλέαρχος ξανακλείσει τα παραθυρόφυλλα. «Μ’αρέσουν οι τριαντάρες και σαραντάρες αλλά εσύ νεαρή μου έχεις άλλη χάρη, άλλη καύλα.» Έλεγε το βλέμμα του. Η σκέψη ότι η δεκαοκτάχρονη κοπελιά που ήταν εκεί έξω πιθανώς αφουγκραζόταν το ερωτικό τους παραλήρημα τον ικανοποιούσε και του ξεσήκωνε ταυτόχρονα τη στύση. Ιδέες τρύπωσαν στο μυαλό του. Στη συνέχεια γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε ερευνητικά το προφίλ της Νεφέλης. «Έχεις δίκιο. Ο αέρας ήταν που κουνούσε τα φύλλα των δέντρων και έριχνε σκιές στο παράθυρο. Δεν υπάρχει ψυχή έξω.» της λέει καθησυχαστικά, και δεν έκλεισε πάλι το παράθυρο.
«Πάντα αναμμένη», σκέφτηκε για την Νεφέλη. «Πάντα πρόθυμη».
Αλλά τώρα είχε τρυπώσει καλά στο μυαλό του η μορφή της όμορφης δεκαοκτάχρονης .. Χαμογέλασε πλατιά με τη σκέψη αυτή, η όμορφη μελαχρινή νεαρή γυναίκα τον καύλωνε τόσο πολύ. Τούμπανο πάλι το πέος του..
Τον βλέπει η Νεφέλη και του ψιθύρισε. «Τι είναι αυτό με σένα.»
Ο Κλέαρχος έκλεισε το πικ απ κι άφησε τις ερωτικές κραυγές τους να φτάσουν εκεί έξω στη νεαρή κοπέλα που τώρα ήταν σίγουρος ότι τους αφουγκραζόταν...
Στην αποθήκη η Μερόπη στάθηκε να πάρει ανάσα, σήκωσε το φουστάνι της και με την άκρη του σκούπισε το κατακόκκινο και ξαναμμένο κάτω από τις σκούρες αφέλειες πρόσωπο της.
Μετά το ξάφνιασμα, του χαμογέλασε και τον κοίταξε τρυφερά.. «Ντροπαλό και συνεσταλμένο το ξαδερφάκι μου;» Ο Αλκιβιάδης ήταν μόλις δέκα χρονών. Κατέβασε τα μάτια. Τα μάγουλά του κοκκίνισαν, ένιωσε αμήχανα. Την κοίταξε ανέκφραστος, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει μια ξένη γλώσσα. Έσφιξε και ξέσφιξε πάνω στα γόνατά του τα λεπτά δάχτυλά του.
Η Μερόπη άπλωσε αργά το χέρι της και έπιασε το χέρι του Αλκιβιάδη. «Νόμιζα ότι συμπαθούσες τα κορίτσια.»
Ο Αλκιβιάδης σάστισε. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα ανασήκωσε το κεφάλι του κοιτάζοντας την ερωτηματικά με ακαθόριστο συναίσθημα. «Τα συμπαθώ. Ή τουλάχιστον... προσπαθώ!» Ψέλλισε.
«Έλα από δω. Έλα κοντά μου.» Του ψιθύριζε συνωμοτικά και το χέρι της σφίχτηκε. Έμειναν και οι δύο για λίγο σιωπηλοί, ενώ ένας δροσερός άνεμος έκανε τα δέντρα του κήπου γλυκά να θροΐζουν.
Έκατσε όσο το δυνατόν πιο κοντά του περνώντας απαλά το μπράτσο της γύρω από τους ώμους του, κι άρχισε να τον χαϊδεύει απαλά. Τον χάιδευε στοργικά στο πίσω μέρος του κεφαλιού.
«Εμείς σου αρέσουμε σαν κορίτσια;» Τον ρώτησε μ' ένα ιδιαίτερα χαρούμενο ύφος και ένα μείγμα παιχνιδιάρικης διάθεσης. Πρέπει να πέρασε ένα λεπτό μέχρι ν' αρχίσει ο εγκέφαλός του να επεξεργάζεται τα λόγια της, τον τόνο της και τη σκαμπρόζικη έκφρασή της. 
Ένιωθε εντελώς ανήμπορος, τα έχει χαμένα, δεν ξέρει πώς να αντιδράσει. Απλά κατάφερε να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι του αλλά δεν απάντησε.
«Είναι πολύ γλυκό αγόρι, το ξαδερφάκι μου.» λέει στις άλλες κοπέλες.
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε.«Ευχαριστώ.» 
Η Μερόπη πρόσθεσε: «Ξέρεις ότι σ’ αγαπάμε.» 
«Κι εγώ σας αγαπώ.» Σταμάτησε και κοίταξε τριγύρω του σαν να περίμενε να περάσει κάποιος. Το να ζητάει απ' την ξαδέρφη του τη Μερόπη την εποχή εκείνη να μην τον μπλέκει με τις σκανδαλιές της ήταν σαν να ζητάει από οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο να πάψει να αναπνέει για δέκα ολόκληρα λεπτά.
Έκλεισε τα μάτια του κοιτώντας το ταβάνι της αποθήκης. Εκείνη τη στιγμή κάτι φάνηκε να του περνάει απ' το μυαλό. Όταν κοίταξε ξανά τη ξαδέρφη του, την είδε που είχε σηκώσει τα φρύδια της και το βλέμμα της ήταν γεμάτο με μια ακαταμάχητη αδερφική τρυφερότητα αναμειγμένη μ' ένα διαβολικά, σκανταλιάρικο χαμόγελο και οι βόστρυχοι από τα μαλλιά της που, ως συνήθως, έπεφταν πάνω απ' το δεξί της μάτι. Τώρα το βλέμμα του Αλκιβιάδη ήταν υπομονετικό, γεμάτο κατανόηση. Τα χέρια του που δεν ήταν ποτέ νευρικά, αμήχανα τα έχωσε βαθιά στις τσέπες του και ένιωσε μια γλυκιά ζέστη στα μάγουλά του και κοίταξε την Μερόπη ζητώντας σιωπηρά την καθοδήγησή της. 
Η Μερόπη έγειρε πάνω του. Με ανάλαφρες κινήσεις έβαλε το χέρι της μέσα στο κοντό παντελόνι του. Είδε τα μάτια της να λάμπουν, τη μύτη της να ζαρώνει και τα λακκάκια στα μάγουλά της να βαθαίνουν ψαχούλεψε και βρήκε αυτό που ζητούσε.  Αλκιβιάδης επιφυλακτικός και συνεσταλμένος την κοίταζε απορημένος και γεμάτος αμφιβολία δεν ήξερε τι πρέπει να κάνει. Έχει μια ανησυχία, νιώθει κάπως περίεργα. Ένα κύμα ρίγους, είχε διαπεράσει το κορμί του και ήταν κάτι που του άρεσε! Στο πρόσωπο του το κοκκίνισμα απλώθηκε σαν κρασί χυμένο πάνω σε λινό ύφασμα.
Στη θηλυκή παρέα τους ήταν το μοναδικό αγόρι. Εκείνη τη στιγμή ένιωθε παράξενα, νιώθει πως το μυαλό του έχει μένει κολλημένο στο κενό και να μην τον βοηθά να βρει έναν τρόπο να διαχειριστεί την ευχάριστη επαφή με τα κορίτσια.
«Μυρσίνη! η σειρά σου να γνωρίσει ο ξαδερφούλης μας το κατοικίδιο σου.» Πρόσταξε την Μυρσίνη μετά από μια εύθραυστη παύση η Μερόπη και της ανασήκωσε το φόρεμα ψηλά. Η κίνηση αυτή του αποκάλυψε το λευκό κιλοτάκι της Μυρσίνης. Η Μυρσίνη χαμογέλασε λοξά, και στη συνέχεια το χαμόγελο της έγινε πιο πλατύ. Χαμόγελο ανέμελου νεαρού κοριτσόπουλου. «Πω πω! Ανυπόμονη είσαι σήμερα. Θέλεις να το δείξω αυτή τη στιγμή;»
«Ναι!» και τη βοήθησε να παραμερίσει το εσώρουχο. Στη θέα του τρυφερού αιδοίου η καρδιά του Αλκιβιάδη άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα ευρισκόμενος σε μια κατάσταση που του προκαλεί αμηχανία.
«Έλα χάιδεψε το, μην ντρέπεσαι» τον ενθαρρύνει με τρυφερότητα η Μερόπη ώστε να ξεπεράσει τους ενδοιασμούς του.
Η Μερόπη ήταν ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός της παρέας. Από πολύ μικρή είχε έμφυτη εξυπνάδα αλλά και στις πάρλες τέτοια ευφράδεια που όλους τους είχε χαζέψει με τις χάρες της, γρήγορα λοιπόν έγινε η βασίλισσα της παρέας, και τους είχε όλους του χεριού της. 
Ένας θόρυβος που ακούστηκε από το δωμάτιο της σπουδάστριας,, τους επανέφερε στην τάξη… κι έβαλε τέλος στη γλυκιά αυτή εμπειρία του Αλκιβιάδη. Αυτή ήταν η πρώτη του «ερωτική επαφή» με το άλλο φύλλο. Της  μικρής του ξαδερφούλας την ώρα εκείνη τα μάγουλά της ήταν ξαναμμένα, η αναπνοή της λαχανιασμένη και σίγουρα κάτι άλλο πιο εντυπωσιακό είναι αυτό που ζητούσε και όχι το δικό του αυτό που είχε μέσα από το παντελόνι. 
Η Μερόπη συνέχισε να κρατάει το βλέμμα καρφωμένο πάνω του. Υπήρχαν, άραγε, κάποια ίχνη περιέργειας εκεί μέσα; «Ξέρεις ποιος είναι μέσα στο δωμάτιο της γειτόνισσας;» Τον ρώτησε.
Κοιτάχτηκαν μέσα στην απόλυτη σιωπή. 
Τελικά ο Αλκιβιάδης της είπε: «Δεν ξέρω ποιος είναι, αλλά εσείς πιθανότατα ξέρετε.»
«Χαμογελούν» τα μάτια της, και το χαμόγελό της απλώνεται σε όλο της το πρόσωπο. Αυτό σημαίνει ότι ήξερε. Με κάποιο τρόπο, η Μερόπη συνέχισε να χαμογελάει και να συζητάει ήρεμα με την Μυρσίνη, ενώ μέσα της σίγουρα επικρατούσε καταιγίδα, ξαναμμένη από το θέαµα που μόλις πριν λίγο προσπαθούσε να απολαύσει, έχοντας ζωντανή εικόνα στη σκέψη της πως ο θείος της, αυτές τις στιγμές μέσα στο δωμάτιο γαμούσε τη γειτονισσα του.
Η εντεκάχρονη εξαδέλφη του η Μερόπη: Μέτριο ανάστημα, γεμάτο σώμα, ωραίο πρόσωπο, μαλλιά καστανά προς το ξανθό, με αφέλειες ανακατεμένες και αφοπλιστικά ατημέλητες και μάτια με σκανταλιάρικο βλέμμα. Μια αεικίνητη παρουσία, πρόσχαρη, ορεξάτη παιχνιδιάρα που ψάχνει να βρει εκείνο που θέλει. Ήταν σκέτο πειραχτήρι δίνοντας μια φρέσκια αύρα στην παρέα, η γλώσσα της έκοβε κι έραβε μ' αφάνταστη ευκολία.
Η εντεκάχρονη Ιόλη! Πολύ ψηλή για την ηλικία της, μια εντυπωσιακή σωματική παρουσία, που ξεπερνούσε κατά πολύ το μέσο όρο ύψους των συνομηλίκων της και τραβούσε την προσοχή.  Με μια τέτοια παρουσία η Ιόλη έδινε την αίσθηση ότι ανήκε σε μεγαλύτερη ηλικιακή ομάδα! Σύντομα η οικογένεια της μετακόμισε σ' άλλη γειτονιά. Μάθανε ωστόσο ότι οι ζουμερές καμπύλες είχαν εξελιχτεί σε μια γοητευτική μελαχρινή ψηλή κοπέλα. Όπως τους πληροφόρησε η Μερόπη, η Ιόλη παντρεύτηκε πολύ σύντομα, ούτε καν ώριμη έφηβη ακόμη.
Η δεκάχρονη Μυρσίνη: Κανονικό ανάστημα, αδύνατο σωματάκι, μελαχρινή, τα πυκνά, μαύρα μαλλιά της ήταν συνήθως πιασμένα σε έναν μικρό κότσο στον αυχένα της.
Ήταν η εποχή και η ηλικία τους που με όλα τα παιδιά της γειτονιάς παίζανε κρυφτό, κυνηγητό, μακριά γαϊδούρα, κλέφτες και αστυνόμους, αγαλματάκια, μήλα και τέτοια σπουδαία πράγματα που είναι αναπόφευκτα συνυφασμένα με τα πρώτα εφηβικά σκιρτήματα.
Υπήρχαν και κάποιες στιγμές, που Αλκιβιάδης όταν δεν έτρεχε ανέμελα στις αλάνες της γειτονιάς με τα άλλα αγόρια να παίζουν κυρίως το πάθος τους που ήταν το ποδόσφαιρο, αναζητούσε τη χαρούμενη παρέα σ΄ αυτά τα μυστηριακά διαφορετικά πλάσματα που τον έλκυαν σαν μαγνήτες όταν τον πείραζαν. Τον πείραζαν και αυτός ένιωθε ευχάριστα χάρη στα πειράγματα τους. Αα! τα όμορφα τα κοριτσόπουλα. Ήταν πολύ σκανταλιάρικα. Πολύ φασαριόζικα κοριτσόπουλα. Τα ολόγλυκα πειραχτήρια του Αλκιβιάδη που στο παιχνίδι μαζί τους θυμάται πως είχε τα πρώτα του ερωτικά σκιρτήματα. Ηταν στην ηλικία που άρχισε να «ωριμάζει» και να ανακαλύπτει τη φάση της αυτοικανοποίησης.

Click to Open
Υποτακτική αγάπη!
.....

 
Web Informer Button