..........Οι γείτονές μας στο ρέμα Στο νοτιοανατολικό σύνορο της γειτονιάς, κατά μήκος του ρέματος, υψωνόταν μια μεγάλη πέτρινη κατοικία με κεραμοσκεπή. Ήταν ένα παλιό παραδοσιακό σπίτι, με ημιυπόγειο που χρησίμευε ως αποθήκη και κελάρι, χαμένο μέσα σ' έναν μεγάλο κήπο με δέντρα και πυκνό πράσινο. Ιδιοκτήτης του ήταν ένας άνδρας γύρω στα πενήντα πέντε, εργένης και ράφτης στο επάγγελμα. Στο μπροστινό μέρος του σπιτιού είχε διαμορφώσει το μικρό του ραφείο, όπου περνούσε σχεδόν ολόκληρη τη μέρα σκυμμένος πάνω από τη ραπτομηχανή, κάνοντας κυρίως επιδιορθώσεις ρούχων για τους λιγοστούς πελάτες της γειτονιάς. Το σπίτι εκείνο έμοιαζε να κατοικείται περισσότερο από τη σιωπή παρά από άνθρωπο. Σπάνια ακουγόταν φωνή, ακόμη πιο σπάνια γέλιο. Ο ίδιος ήταν κλειστός χαρακτήρας, λιγομίλητος, σχεδόν απρόσιτος. Για την προσωπική του ζωή ελάχιστα γνώριζε κανείς. Ο Αλκιβιάδης δεν θυμόταν να τον είχε δει ποτέ να συναναστρέφεται γυναίκα ή να συμμετέχει στις μικρές κοινωνικές συναθροίσεις της γειτονιάς. Τα μεγαλύτερα παιδιά, βέβαια, διηγούνταν διάφορες ιστορίες· έλεγαν πως τον είχαν δει να τριγυρίζει στα στενά της πλατείας Λαού, εκεί όπου βρίσκονταν τα πορνεία της εποχής. Αν ήταν αλήθεια ή απλώς μια από τις υπερβολές της γειτονιάς, κανείς δεν μπορούσε να το βεβαιώσει.

Έναρξη της Εφηβίας!.....
Τη γαλήνη του σπιτιού του τη διέκοπταν συχνά τα παιδιά της αλάνας. Ακριβώς δίπλα, στο δυτικό όριο του κήπου του, απλωνόταν μια μεγάλη χωμάτινη έκταση, το βασίλειο των παιδικών παιχνιδιών. Εκεί, από το πρωί ως το σούρουπο, αντηχούσαν φωνές, γέλια, καβγάδες, πανηγυρισμοί και η γνώριμη βοή του ποδοσφαίρου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η μπάλα περνούσε τον φράχτη και κατέληγε στην αυλή του ράφτη, αναγκάζοντας κάποιον μικρό τολμηρό να σκαρφαλώσει ή να χτυπήσει διστακτικά την πόρτα του. Άντε να πείσεις τα παιδιά μιας αλάνας να κάνουν ησυχία. Όποιος μεγάλωσε δίπλα σε μια τέτοια γειτονιά ξέρει πως οι φωνές τους δεν ήταν απλώς θόρυβος· ήταν ο ίδιος ο παλμός της ζωής. .....Βορειοδυτικά, πάλι κατά μήκος του ρέματος, ύστερα από δυο ακόμη σπίτια με μεγάλους κήπους που χωρίζονταν μεταξύ τους από στενά σοκάκια, στεκόταν ένα τρίτο σπίτι, χτισμένο λίγο ψηλότερα από την κοίτη. Ήταν μια όμορφη μονοκατοικία με αποθήκες και εξωτερικά ουρητήρια, όπως σχεδόν όλα τα σπίτια της συνοικίας εκείνα τα χρόνια. Ο κήπος της ήταν ολόκληρο περιβόλι. Τζανεριές φορτωμένες με κατακόκκινους, τραγανούς καρπούς, λεμονιές, αχλαδιές και κερασιές σκίαζαν την αυλή. Τα παιδιά της γειτονιάς δεν περίμεναν ποτέ να ωριμάσουν τα τζάνερα· τα έκοβαν άγουρα, τα έτρωγαν λαίμαργα και ύστερα ξίνιζαν τα πρόσωπά τους, σκορπίζοντας γέλια στην αλάνα.
Το σπίτι ανήκε στην Ασπασία, μια ευγενική και καλοσυνάτη χήρα γύρω στα πενήντα. Είχε χάσει τον άνδρα της λίγα χρόνια νωρίτερα σε εργατικό δυστύχημα σε οικοδομή. Ο μοναχογιός της είχε παντρευτεί στην Αθήνα και την επισκεπτόταν μόνο στις μεγάλες γιορτές. Τα αδέλφια της, που είχαν προκόψει στην Αμερική, τη βοηθούσαν οικονομικά, κι έτσι ζούσε με αξιοπρέπεια, χωρίς στερήσεις αλλά και χωρίς πολυτέλειες. Από τον πρώτο κιόλας χρόνο που εγκαταστάθηκε η οικογένεια του Αλκιβιάδη στη γειτονιά, η Ασπασία έδειξε μια ιδιαίτερη αδυναμία στο μικρό αγόρι. Ανάμεσά τους δημιουργήθηκε ένας δεσμός αμοιβαίας στοργής, τόσο φυσικός, σαν να υπήρχε από πάντα. Το καλοκαίρι εκείνος της κουβαλούσε νερό με το σταμνί από τη δημόσια βρύση της συνοικίας. Δεν υπήρχε ακόμη τρεχούμενο νερό στα σπίτια, κι ένα γεμάτο σταμνί ήταν καθημερινή ανάγκη. Εκείνη τον περίμενε πάντα με χαμόγελο.
Τον χειμώνα ο Αλκιβιάδης έκοβε τα ξύλα για το τζάκι, καθάριζε το χιόνι από την αυλή και φρόντιζε τον κήπο της, όχι γιατί του το ζητούσε, αλλά γιατί ένιωθε πως αυτές οι δουλειές του ανήκαν. Η Ασπασία το είχε καταλάβει και δεχόταν τη βοήθειά του με μια τρυφερότητα που δεν χρειαζόταν λόγια. Το σπίτι της μοσχοβολούσε πάντοτε. Άλλοτε από φρεσκοψημένο ψωμί, άλλοτε από γλυκά του κουταλιού, πίτες ή φαγητά που σιγόβραζαν στην κατσαρόλα. Και ποτέ δεν τον άφηνε να φύγει χωρίς να τον φιλέψει. Ιδιαίτερη θέση στις αναμνήσεις του κατείχε το πρωτοχρονιάτικο ποδαρικό. Η Ασπασία πίστευε βαθιά στη δύναμη του εθίμου και κάθε παραμονή τον παρακαλούσε να είναι εκείνος που θα περνούσε πρώτος το κατώφλι του σπιτιού της με τον καινούργιο χρόνο. Πίστευε πως τα παιδιά κουβαλούν αθώα καρδιά και καλή τύχη. Για εκείνη ο Αλκιβιάδης ήταν το γούρι του σπιτιού της, κι εκείνος εκτελούσε το μικρό αυτό τελετουργικό με τη σοβαρότητα και την ευλάβεια που μόνο ένα παιδί μπορεί να δείξει.
....Ακόμη πιο βορειοδυτικά, ύστερα από δυο ακόμη σπίτια με κήπους, στεκόταν ένα ψηλό διώροφο σπίτι που ξεχώριζε από τα υπόλοιπα της γειτονιάς. Έμοιαζε σχεδόν με αρχοντικό, επιβλητικό μέσα στην απλότητά του. Εκεί έμενε επίσης μια χήρα γυναίκα με τους δυο γιους της. Ο μεγαλύτερος είχε ακολουθήσει τον δρόμο του στρατού και είχε μείνει μόνιμα στις τάξεις του. Ο μικρότερος είχε τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο, όπως λεγόταν τότε, και περίμενε σύντομα να παρουσιαστεί για τη στρατιωτική του θητεία. Η μάνα τους πάλευε μόνη της να κρατήσει το σπίτι όρθιο. Ήταν μια στεγνή, αδύνατη γυναίκα γύρω στα πενήντα, από εκείνες τις γυναίκες της εποχής που δεν περίμεναν βοήθεια από κανέναν. Άλλοτε δούλευε ως καθαρίστρια, άλλοτε βοηθούσε γυναίκες στις γέννες ως μαμή. Έκανε ό,τι μπορούσε για να μεγαλώσει τα παιδιά της με αξιοπρέπεια.
Στην αυλή του σπιτιού της υψώνονταν δυο τεράστιες καρυδιές. Ήταν τόσο μεγάλες και τόσο παλιές, που έδιναν την εντύπωση πως βρίσκονταν εκεί πολύ πριν κατοικηθούν τα σπίτια γύρω τους. Οι θεόρατοι κορμοί τους, γεμάτοι σημάδια του χρόνου, έμοιαζαν σαν να φύλαγαν μέσα τους τις ιστορίες όλων όσοι πέρασαν από τη γειτονιά. Ίσως να ήταν εκεί από τα χρόνια των παλιών αρχόντων, από εποχές που κανείς πια δεν θυμόταν. Κάτω από τη σκιά τους υπήρχε το πηγάδι με την τουλούμπα του νερού, ένα σημείο καθημερινής ζωής για τους ανθρώπους του σπιτιού αλλά και μια μικρή υπενθύμιση μιας εποχής όπου το νερό, η αυλή, το δέντρο και η γειτονιά ήταν δεμένα μεταξύ τους. Οι καρυδιές αυτές δεν ήταν απλώς δέντρα. Ήταν σιωπηλοί παρατηρητές. Είχαν ακούσει παιδικά γέλια, οικογενειακές κουβέντες, στεναγμούς, χαρές και λύπες. Είχαν γίνει μέρος της μνήμης του τόπου.
Πάνω από τα σπίτια αυτά απλωνόταν μια μεγάλη ανηφόρα και στο πλάτωμα, σαν αετοφωλιά, στεκόταν το σπίτι της Ιόλης. Είχε μια μεγάλη αυλή, με μια τεράστια συκιά και δυο όμορφες αμυγδαλιές που την στόλιζαν κάθε εποχή με τον δικό τους τρόπο. Εκεί, προς τα τέλη του Φλεβάρη και τις αρχές του Μάρτη, η άκρη της αυλής γέμιζε κίτρινα κρινάκια. Το χρώμα τους ξεχώριζε μέσα στο ακόμα χειμωνιάτικο τοπίο και το λεπτό τους άρωμα έδινε μια ξεχωριστή γλυκύτητα στον χώρο. Η Ιόλη, μόλις έντεκα χρονών τότε, ήταν ένα κορίτσι που ξεχώριζε αμέσως. Ήταν πολύ ψηλή για την ηλικία της, με γερό κορμί και μια παρουσία που έκανε πολλούς να τη θεωρούν μεγαλύτερη απ’ όσο πραγματικά ήταν. Ίσως γι’ αυτό τραβούσε τα βλέμματα στη γειτονιά. Η μητέρα της, αντίθετα, ήταν μικροκαμωμένη και λεπτοκαμωμένη γυναίκα. Περιποιημένη, φιλάρεσκη και πάντα προσεγμένη στην εμφάνισή της, είχε μια ζωντάνια που δεν περνούσε απαρατήρητη. Με τα καστανόξανθα σγουρά μαλλιά της και το σπιρτόζικο πρόσωπό της, έδινε την εντύπωση μιας γυναίκας με έντονη προσωπικότητα, γεμάτης αυτοπεποίθηση και φρεσκάδα. Στη γειτονιά ήταν από εκείνες τις γυναίκες που όλοι πρόσεχαν. Όχι μόνο για την εμφάνισή της, αλλά και για τον τρόπο που μιλούσε, κινούνταν και συμμετείχε στη ζωή των ανθρώπων γύρω της. «Οι ψηλές είναι για την παρέλαση και οι κοντές για το κρεβάτι», συνήθιζε να λέει ο σοφός παππούς του, εκφράζοντας με τον δικό του τρόπο τις αντιλήψεις μιας άλλης εποχής.
Η μητέρα της Ιόλης ήταν τότε μόλις τριάντα χρονών. Είχε παντρευτεί στα δεκαοκτώ της, όταν βρέθηκε έγκυος στην Ιόλη, και η ζωή της πήρε γρήγορα τον δρόμο που επέβαλαν οι κοινωνικές συνήθειες και οι αντιλήψεις της εποχής.
Με τα χρόνια είχε βρεθεί μέσα σε έναν γάμο που δεν της πρόσφερε όλα όσα ίσως περίμενε από τη συντροφικότητα. Ο άνδρας της έλειπε συχνά λόγω των ταξιδιών του και η καθημερινότητά της περνούσε κυρίως μέσα στο σπίτι, αφήνοντάς της πολύ χρόνο να σκέφτεται, να ονειρεύεται αλλά και να αισθάνεται τις ελλείψεις της. Ήταν μια γυναίκα με ζωντάνια, με ανάγκη για επικοινωνία και ανθρώπινη επαφή. Κι ίσως αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην εξωτερική της ζωηράδα και στη μοναχική της καθημερινότητα να ήταν αυτό που έκανε πολλούς στη γειτονιά να την προσέχουν και να μιλούν γι’ αυτήν. Ο πατέρας της Ιόλης ήταν ένας σαραντάρης άνδρας, με πλούσια κατσαρά μαλλιά και μέτριο ανάστημα. Ο ίδιος ο Αλκιβιάδης πολλές φορές απορούσε πώς γινόταν η κόρη του να έχει πάρει τόσο πολύ ύψος, αφού η σωματική της διάπλαση διέφερε τόσο έντονα από εκείνη των γονιών της.
Η δουλειά του τον έφερνε συχνά μακριά από το σπίτι. Ταξίδευε και εργαζόταν κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, με αποτέλεσμα να απουσιάζει μεγάλα χρονικά διαστήματα από την οικογενειακή εστία. Η συνεχής απουσία του δεν επηρέαζε μόνο την καθημερινή λειτουργία της οικογένειας, αλλά δημιουργούσε και μια συναισθηματική απόσταση ανάμεσα στα μέλη της. Η Ιόλη μεγάλωνε με έναν πατέρα που αγαπούσε, αλλά που πολλές φορές ήταν περισσότερο μια ανάμνηση παρά μια καθημερινή παρουσία. Η μητέρα της, από την άλλη, κουβαλούσε τη σιωπή και τη μοναξιά μιας γυναίκας που είχε μάθει να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της ζωής.
Στις μικρές κοινωνίες της εποχής εκείνης, οι απουσίες, οι ανεκπλήρωτες ανάγκες και τα προσωπικά αδιέξοδα των ανθρώπων συχνά γίνονταν αντικείμενο σχολίων, ψιθύρων και ιστοριών που μεγάλωναν από στόμα σε στόμα. Και κάπως έτσι η γειτονιά γινόταν ένας καθρέφτης, όπου φανερώνονταν όχι μόνο οι χαρές αλλά και οι κρυφές δυσκολίες των ανθρώπων της. Η ιστορία τους ξεκινά λίγο μετά την αναχώρηση του πατέρα της Ιόλης για ακόμη ένα από τα μεγάλα του ταξίδια. Η απουσία του ήταν πλέον κάτι συνηθισμένο στην οικογένεια, ένα κομμάτι της καθημερινότητάς τους που όλοι είχαν μάθει να αποδέχονται. Η μητέρα της Ιόλης αποφάσισε τότε να κάνει μια μικρή ανακαίνιση στο σπίτι. Όχι κάτι μεγάλο· περισσότερο ένα φρεσκάρισμα, λίγα μερεμέτια, λίγο χρώμα στους τοίχους και μια προσπάθεια να αλλάξει κάπως η εικόνα του σπιτικού τους.
Η Ιόλη εκείνες τις ημέρες θα έμενε μέχρι αργά το βράδυ στη Μερόπη. Τα σπίτια τους τα χώριζε μόλις ένα τετράγωνο και τα κορίτσια περνούσαν αρκετό χρόνο μαζί. Ετοίμαζαν ένα θεατρικό μονόπρακτο για το σχολείο, γεμάτο χιούμορ, κέφι και έξυπνες ατάκες. Οι πρόβες τους είχαν γίνει καθημερινή συνήθεια. Γελούσαν, διόρθωναν τα λόγια τους, άλλαζαν τον τρόπο που έλεγαν τις ατάκες και ξανάπαιζαν τις ίδιες σκηνές μέχρι να τις πετύχουν όπως ήθελαν. Ήταν εκείνη η ηλικία που η φαντασία, το παιχνίδι και η δημιουργία έμοιαζαν να γεμίζουν ολόκληρο τον κόσμο τους. Η γειτονιά, οι αυλές και τα σπίτια γύρω τους αποτελούσαν το σκηνικό μιας παιδικής ζωής που κυλούσε απλά, μέσα σε μικρές χαρές και καθημερινές περιπέτειες.
Όταν η μητέρα της Ιόλης αντιμετώπισε μια δυσκολία με ένα βαρύ έπιπλο που έπρεπε να μετακινηθεί, σκέφτηκε να ζητήσει βοήθεια από τη γειτόνισσα, τη μαμή που έμενε πιο κάτω στο ρέμα. Η μαμή τής είπε πως, αν δεν είχε αντίρρηση, θα μπορούσε να της στείλει τον μικρότερο γιο της. Ήταν είκοσι χρονών, λίγο πριν παρουσιαστεί στον στρατό, και αυτή την περίοδο δεν είχε ιδιαίτερες υποχρεώσεις. Η πρόταση της φάνηκε χρήσιμη και την ευχαρίστησε προκαταβολικά. Όταν λίγο αργότερα χτύπησε η πόρτα και την άνοιξε, για μια στιγμή ξαφνιάστηκε. Είχε καιρό να δει τον νεαρό. Στη μνήμη της τον είχε ακόμη σαν το παιδί της γειτονιάς, όμως μπροστά της στεκόταν πλέον ένας νέος άνδρας. Η αλλαγή αυτή την αιφνιδίασε. Δεν ήταν μόνο η εμφάνιση του νεαρού που της έκανε εντύπωση, αλλά κυρίως το γεγονός πως, μέσα στη σιωπηλή καθημερινότητά της, ένιωσε ξαφνικά να ξυπνούν σκέψεις και συναισθήματα που για καιρό είχε αφήσει στην άκρη. Ο άνδρας της έλειπε για μεγάλα διαστήματα στα βουνά της Ροδόπης, η Ιόλη βρισκόταν απασχολημένη με τις πρόβες του θεατρικού της στης Μερόπης, και το σπίτι εκείνο το απόγευμα έμοιαζε πιο ήσυχο από ποτέ. Κοιτάζοντας τον νεαρό να προσπαθεί να τη βοηθήσει με τις δουλειές του σπιτιού, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια εσωτερική αναστάτωση. Ήταν η στιγμή που η μοναξιά, η ανάγκη για συντροφικότητα και η ανθρώπινη επιθυμία συναντήθηκαν μέσα της και την έβαλαν σε μια δύσκολη προσωπική δοκιμασία. Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσε πως δεν ήταν μόνο μητέρα και σύζυγος· ήταν και γυναίκα. Τον ρώτησε αν βιαζόταν, αν είχε κάποια άλλη δουλειά ή αν θα τον καθυστερούσε. «Όχι! Ήρθα να βοηθήσω. Μετά θα πήγαινα στη λέσχη για μπιλιάρδο να περάσει η ώρα μου.» «Αφού δεν βιάζεσαι, κάτσε τότε. Έχεις φάει;» «Ναι, μόλις τελείωσα το μεσημεριανό. Από το τραπέζι έρχομαι.» «Ωραία. Να σου φτιάξω πρώτα έναν καφέ. Πώς τον πίνεις;» «Μέτριο, προς το γλυκό.» Χαμογέλασε. «Κοίτα να δεις. Έχουμε τα ίδια γούστα. Ώστε στη λέσχη για μπιλιάρδο;» «Ναι. Εκτός κι αν θέλεις κι άλλη βοήθεια. Μπορώ να μείνω λίγο ακόμη.» «Αν θέλω λέει!» του απάντησε γελώντας. Τα λόγια της ακούστηκαν απλά, καθημερινά, όμως μέσα της κάτι είχε αλλάξει. Η παρουσία του νεαρού άνδρα είχε αναστατώσει τη συνηθισμένη ησυχία του σπιτιού και είχε ξυπνήσει μέσα της συναισθήματα που για καιρό παρέμεναν κρυμμένα κάτω από τις υποχρεώσεις και τη μοναξιά. «Λοιπόν, πιες τον καφέ σου με την ησυχία σου. Πάω στην κρεβατοκάμαρα να βάλω κάτι πιο πρόχειρο για τις δουλειές και επιστρέφω.» Και καθώς απομακρυνόταν, ένιωθε πως εκείνο το απόγευμα ίσως να μην ήταν απλώς μια ακόμη συνηθισμένη μέρα στη γειτονιά. Όλα τα σημάδια, για έναν πιο έμπειρο παρατηρητή, ίσως να ήταν φανερά. Η γυναίκα δεν αναζητούσε απλώς μια βοήθεια για τις δουλειές του σπιτιού· η παρουσία του νεαρού είχε αναστατώσει κάτι βαθύτερο μέσα της. Εκείνος όμως, νέος ακόμη και άπειρος στα παιχνίδια των ενηλίκων, δεν αντιλαμβανόταν πλήρως τι συνέβαινε. Τον άφησε για λίγο μόνο στο σαλονάκι να τελειώσει τον καφέ του και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Όταν επέστρεψε, είχε αλλάξει ρούχα και φορούσε κάτι πιο άνετο για τις δουλειές του σπιτιού. Η εμφάνισή της ήταν διαφορετική από πριν· πιο ανάλαφρη, πιο προσεγμένη, σαν να ήθελε ασυναίσθητα να θυμίσει όχι μόνο στον νεαρό αλλά και στον ίδιο της τον εαυτό πως παρέμενε μια γυναίκα με παρουσία και γοητεία. Κατά τη διάρκεια των εργασιών, υπήρχαν στιγμές που ένιωθε τα βλέμματα να συναντιούνται. Μικρές παύσεις, αμήχανες σιωπές και χαμόγελα που έλεγαν περισσότερα από τα λόγια. Εκείνη καταλάβαινε πως είχε δημιουργηθεί μια αδιόρατη ένταση ανάμεσά τους. Ο νεαρός, από την άλλη, βρισκόταν σε μια ηλικία που ανακάλυπτε τον κόσμο των ενηλίκων, χωρίς ακόμη να γνωρίζει τα όρια και τις συνέπειες των επιλογών τους. Για τη γυναίκα εκείνη, η παρουσία του δεν ήταν μόνο θέμα έλξης. Ήταν η ξαφνική υπενθύμιση μιας πλευράς του εαυτού της που είχε χαθεί μέσα στη ρουτίνα, στις απουσίες του συζύγου της και στις καθημερινές ευθύνες. Και κάπου εκεί γεννήθηκε μέσα της ένας δύσκολος πειρασμός: η επιθυμία να ξεφύγει για λίγο από τον ρόλο που κουβαλούσε τόσα χρόνια και να αισθανθεί ξανά απλώς γυναίκα. Με τη βοήθειά του μετέφερε τη βαριά ξύλινη σκάφη στον εσωτερικό διάδρομο του σπιτιού. Ήταν ένα από εκείνα τα αντικείμενα της καθημερινότητας που κουβαλούσαν πάνω τους τη μνήμη μιας άλλης εποχής, τότε που οι δουλειές γίνονταν με τα χέρια και ο κόπος έμενε χαραγμένος στο σώμα. Όταν τελείωσαν τις εργασίες, εκείνη ένιωθε κουρασμένη και ταλαιπωρημένη. Του ζήτησε να τη βοηθήσει λίγο ακόμη, περισσότερο σαν να αναζητούσε μια ανθρώπινη παρουσία παρά μια πρακτική βοήθεια. Εκείνος ένιωσε αμήχανα. Δεν ήταν σίγουρος πώς έπρεπε να αντιδράσει, γιατί για πρώτη φορά αντιλαμβανόταν πως ανάμεσά τους υπήρχε κάτι διαφορετικό από μια απλή γειτονική εξυπηρέτηση. Η γυναίκα, αντίθετα, γνώριζε πολύ καλά τι συνέβαινε μέσα της. Για πρώτη φορά ύστερα από καιρό ένιωθε πως κάποιος την πρόσεχε, πως δεν ήταν μόνο η σύζυγος που περίμενε, η μητέρα που φρόντιζε, η γυναίκα των καθημερινών υποχρεώσεων. Ένιωθε ξανά επιθυμητή. Ο νεαρός παρέμενε σιωπηλός. Στο βλέμμα του υπήρχε αμηχανία, έκπληξη αλλά και μια πρωτόγνωρη έλξη που δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί. Εκείνη κατάλαβε τη σιωπή του. Δεν ήταν άρνηση, αλλά ούτε και βεβαιότητα. Ήταν η στιγμή που και οι δύο βρέθηκαν μπροστά σε ένα όριο: εκείνη, ανάμεσα στην ανάγκη και στις επιλογές της· εκείνος, ανάμεσα στην περιέργεια της νιότης και στην επίγνωση ότι κάθε πράξη έχει συνέπειες. Για λίγες στιγμές δεν ακούστηκε τίποτα άλλο παρά μόνο η σιωπή του σπιτιού και ο ήχος της ανάσας τους. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, περισσότερο από οποιαδήποτε κίνηση, φάνηκε η πραγματική ένταση της στιγμής. Της είπε πως δυσκολευόταν να πιστέψει ότι κάτι που για καιρό υπήρχε μόνο στη φαντασία του είχε ξαφνικά γίνει πραγματικότητα. Τα λόγια του την ξάφνιασαν, αλλά ταυτόχρονα την κολάκευσαν. Για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό ένιωσε πως κάποιος την έβλεπε όχι μόνο ως σύζυγο και μητέρα, αλλά ως γυναίκα. Ένα χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό της. Τον ρώτησε αν τα εννοούσε πραγματικά ή αν ήταν απλώς λόγια της στιγμής. Εκείνος της απάντησε με ειλικρίνεια, κι εκείνη ένιωσε μια παράξενη ικανοποίηση από την αποκάλυψη αυτή. Ήταν σαν να ανακάλυπτε μια πλευρά του εαυτού της που είχε μείνει κρυμμένη για χρόνια. Από εκείνη τη μέρα κάτι άλλαξε ανάμεσά τους. Η σχέση τους δεν ήταν πια μια τυχαία στιγμή, αλλά ένα μυστικό που έπρεπε να προστατευτεί. Οι συναντήσεις τους έγιναν πιο προσεκτικές, πιο διακριτικές, καθώς και οι δύο γνώριζαν πως η γειτονιά ήταν ένας μικρός κόσμος όπου τίποτα δεν έμενε για πάντα κρυφό. Για εκείνη ήταν μια επιστροφή σε μια ξεχασμένη αίσθηση ζωντάνιας. Για εκείνον ήταν η πρώτη μεγάλη εμπειρία που τον έφερνε αντιμέτωπο με την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων, των επιθυμιών και των επιλογών. Και έτσι, πίσω από τις κλειστές πόρτες ενός σπιτιού στη γειτονιά, άρχισε να ξετυλίγεται μια ιστορία που κανείς γύρω τους δεν γνώριζε ολόκληρη
...Και όμως, εκείνη τη στιγμή η Ιόλη αντίκρισε μια πλευρά της μητέρας της που ποτέ δεν είχε φανταστεί. Επιστρέφοντας απρόσμενα στο σπίτι για να πάρει κάποιες σημειώσεις, βρέθηκε μπροστά σε μια εικόνα που την αιφνιδίασε και την έκανε να σταματήσει απότομα. Για λίγες στιγμές δεν μπορούσε να επεξεργαστεί αυτό που έβλεπε. Η μητέρα της, ο άνθρωπος που μέχρι τότε ανήκε αποκλειστικά στον κόσμο της οικογένειας, παρουσιαζόταν ξαφνικά ως μια γυναίκα με δικά της συναισθήματα, ανάγκες και επιθυμίες. Η πρώτη της αντίδραση ήταν η άρνηση· μια προσπάθεια του μυαλού της να απομακρύνει μια πραγματικότητα που την αναστάτωνε. Χωρίς να γίνει αντιληπτή, απομακρύνθηκε σιωπηλά. Δεν ήξερε τότε αν αυτό που ένιωθε ήταν θυμός, απογοήτευση ή απλώς σύγχυση. Ήταν ένα βάρος που κουβαλούσε μόνη της, γιατί αφορούσε δύο ανθρώπους που αγαπούσε και μια οικογένεια που μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε πως γνώριζε. Με τον χρόνο, όμως, η πρώτη ένταση υποχώρησε. Η Ιόλη άρχισε να βλέπει την κατάσταση πιο ψύχραιμα. Δεν δικαιολογούσε απαραίτητα την επιλογή της μητέρας της, αλλά μπορούσε πλέον να κατανοήσει ότι πίσω από μια πράξη υπάρχει συχνά μια ολόκληρη ιστορία από μοναξιά, ανικανοποίητες ανάγκες και σιωπηλές πληγές. Σιγά σιγά πέρασε από την άρνηση στην αποδοχή μιας δύσκολης αλήθειας: οι γονείς της δεν ήταν μόνο οι ρόλοι που είχε γνωρίσει. Ήταν άνθρωποι με αδυναμίες, λάθη, επιθυμίες και αντιφάσεις. Και αυτή η ανακάλυψη, όσο επώδυνη κι αν ήταν, την ανάγκασε να δει τον κόσμο των ενηλίκων με μια νέα, πιο σύνθετη ματιά. Η αποκάλυψη αυτή άνοιξε μέσα στην Ιόλη έναν κόσμο που μέχρι τότε δεν γνώριζε. Δεν ήταν μόνο το γεγονός που είχε δει· ήταν κυρίως η αλλαγή στον τρόπο που άρχισε να βλέπει τη μητέρα της. Για πρώτη φορά κατάλαβε πως πίσω από τον ρόλο της μητέρας υπήρχε μια γυναίκα με δικές της ανάγκες, επιθυμίες, απογοητεύσεις και αδυναμίες. Η σκέψη αυτή την μπέρδευε. Από τη μια ένιωθε ότι είχε παραβιαστεί ένας χώρος που θεωρούσε ιερό, ο κόσμος της οικογένειας. Από την άλλη, αντιλαμβανόταν πως ο γάμος των γονιών της δεν ήταν τόσο απλός όσο φαινόταν από τα μάτια ενός παιδιού. Υπήρχαν σιωπές, αποστάσεις και ανεκπλήρωτες ανάγκες που εκείνη δεν μπορούσε ακόμη να κατανοήσει πλήρως. Με αμηχανία αποφάσισε κάποια στιγμή να μιλήσει στη Μερόπη. Ήταν δύσκολο να βρει τις λέξεις. Δεν ήθελε να προδώσει τη μητέρα της, ούτε ήθελε να κουβαλά μόνη της ένα μυστικό που την πίεζε. «Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω», της είπε τελικά. «Έμαθα κάτι για τη μητέρα μου και δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου». Η Μερόπη την άκουσε χωρίς να τη διακόψει. Κατάλαβε πως η Ιόλη δεν χρειαζόταν εύκολες απαντήσεις, αλλά έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να τη βοηθήσει να βάλει σε τάξη τα συναισθήματά της. Εκείνη η περίοδος ήταν για την Ιόλη ένα πέρασμα σε μια πιο δύσκολη γνώση της ζωής: ότι οι μεγάλοι άνθρωποι δεν είναι πάντα όπως τους φανταζόμαστε, ότι οι σχέσεις τους έχουν αντιφάσεις και ότι πολλές φορές τα παιδιά βλέπουν μόνο την επιφάνεια μιας ιστορίας που είναι πολύ πιο περίπλοκη. Ξύπνησαν μέσα της τα πρώτα νεανικά ερωτικά σκιρτήματα, τα οποία συνοδεύονταν από μια αυθόρμητη εμφάνιση των πρώτων ερωτικών συναισθημάτων στην πρώιμη νεότητα της. Η Ιόλη νιώθει μια σεξουαλική έλξη για τον εραστή της μητέρας της ως μια μορφή του «συμπλέγματος της Ηλέκτρας». Υποσυνείδητα θελει να αναλάβει τον ρόλο της μητέρας της στην αγκαλιά του εραστή, να τη φιλά παθιασμένα, και να της ψιθυρίσει στο αυτί της πόσο τη θελει. Με αμηχανία εκμυστηρεύεται και μοιράζεται το πολύ προσωπικό στην Μερόπη ότι εδώ και λίγο καιρό έχει καταλάβει ότι η μητέρα της απατάει τον πατέρα της με έναν πολύ νεότερο άνδρα. Τι να κάνει; Πώς μπορεί να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση. Δεν ένιωθε απαραίτητα ιδιαίτερα άσχημα στο πρόβλημα, και η στάση της αυτή κρύβει μια βαθύτερη επιθυμία της, που ήταν πως πολύ θα ήθελε να σμίξει και εκείνη με το νεαρό άνδρα κάποια στιγμή. Η παμπόνηρη και αθυρόστομη ξαδερφούλα του Αλκιβιάδη η Μερόπη λες και διάβασε τις σκέψεις της Ιόλης, της βρήκε τη λύση στο ερώτημα πως να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση, που την προσγειώνει. «Τι να κάνεις;. Μην είσαι αφελής, κάνε συμφωνία με την μαμά σου μόλις αποκτήσεις περίοδο και ωρίμανση να σου τον δώσει εσένα τον νεαρό. Που και που της τον δανείζεις και αυτής για τη χάρη που θα σου κάνει». Της λέει χαμογελώντας. «Τη βρίσκω πολύ δίκαιη συμφωνία» συμπλήρωσε με μια παιχνιδιάρικη διάθεση για να την πειράξει. «Η περίοδος μου έχει ξεκινήσει ήδη» λέει κάπως προβληματισμένη η Ιόλη και βγάζει έναν αναστεναγμό, σημάδι ότι εκφράζει αμφιβολίες, για την πρόταση της Μερόπης, χωρίς όμως να είναι απόλυτα αρνητική! «Τι έπαθες Ιόλη μου και σε βλέπω έτσι αλαφιασμένη;!» Της λέει η Μερόπη. Η Ιόλη έδειχνε αιφνιδιασμένη, διστακτική, σαν να μην απορρίπτει άμεσα την πρόταση, αντίθετα, αφήνει περιθώρια πιθανής αποδοχής, δείχνοντας ότι η πρόταση της προκάλεσε το ενδιαφέρον, παρά το απρόσμενα δύσκολο να υλοποιηθεί. «H αλόγα η αψηλιά και άχαρη, δεν είναι ιδέα μου...τη γαργαλάει το μουνάκι της... γουστάρει και τον νεαρό να της ηρεμήσει το γαργαλητό..... ψάχνεται από τώρα για επιβήτορα!» Αυτά βέβαια η Μερόπη δεν τα εξέφρασε ανοιχτά, (φόρα παρτίδα) στην Ιόλη, αλλά τα κράτησε για τον εαυτό της. Σήμερα ο Αλκιβιάδης αποστασιοποιημένος από τα δρώμενα εκείνης της προ εφηβικής τους ηλικίας τους ... σκέπτεται με ψύχραιμη και ουδέτερη στάση ότι η Ιόλη και η Μερόπη από τα ένδεκα τους χρόνια είχαν προχωρημένες σκέψεις και ανησυχίες για τις σεξουαλικές επιθυμίες και την ανακάλυψη της ηδονής. Η σεξουαλική τους ωρίμανση είχε ήδη ενεργοποιηθεί, και η ενεργοποίηση τους αυτή συνοδευόταν από την αναζήτηση της σεξουαλικής ικανοποίησης τους
Έχουν περάσει μερικές εβδομάδες ήδη, που ειχαν εσπευσμένα μετακομίσει από το σπίτι και από την γειτονιά τους η Νεφέλη με τον σύζυγο της. Λένε πως οι μετακομίσεις συχνά κλείνουν έναν κύκλο και ανοίγουν έναν νέο, τόσο για αυτούς που φεύγουν όσο και για αυτούς που μένουν πίσω.
..... Η συζυγική σχέση του Κλεαρχου με την Ιοκάστη στη συνέχεια κυλούσε σε «ήρεμα νερά» χωρίς αναταράξεις και προβλήματα. Μπορεί να μην υπήρχε λήθη, αλλά τη διαχείριση της σχέσης τους την τακτοποίησαν και πάλι το ίδιο εκείνο βράδυ. Τακτοποίησαν τις διαφορές τους αυτόματα, χρησιμοποιώντας τις ίδιες στρατηγικές που συνήθιζαν, ακόμα κι αν αυτές δεν επίλυαν το ουσιαστικό πρόβλημα. Η Ιοκάστη νιώθει ανήμπορη να λειτουργήσει αυτόνομα, να αισθανθεί ευτυχισμένη χωρίς την συνεχή επιβεβαίωση και την παρουσία του Κλεαρχου.
Στο βόρειο μέρος της αυλής του σπιτιού που έμεναν ξεκινούσαν τσιμεντένια σκαλοπάτια που κατέληγαν σ’ ένα ανηφορικό σοκάκι και από εκεί στον εξωτερικό δρόμο. Τα σκαλοπάτια κατέληγαν σε έναν διαδρομο απέναντι από την κυρία είσοδο στην αυλή τους. Στο διαδρομο διπλά στα σκαλοπάτια ο Κλέαρχος είχε στήσει έναν ξύλινο πάγκο και επάνω του είχε τοποθετήσει την Μηχανή Ρελιάσματος που γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια. Ο Κλέαρχος ήταν ένας μανιώδης κυνηγός και ένας πραγματικός φυσιολάτρης. Από την νεαρή του ηλικία, εδώ και χρόνια γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια στο χέρι, με άριστη ποιότητα υλικών. Το να φτιάξει κανείς ένα καλό φυσίγγιο δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο.
Είναι περασμένο μεσημέρι το σκηνικό γύρω είναι ένας μουντός βροχερός καιρός αλλά με υψηλή θερμοκρασία και ο Κλέαρχος παλεύει στο πάγκο του με τα φυσίγγια του, όταν μέσα από το σοκάκι στο τελευταίο πλατύσκαλο εμφανίζεται η Νιόβη ντυμένη με φούστα midi και κοντό ανοιξιάτικο σακάκι. Η Νιόβη ήταν μια κοπελάρα δεκαοκτώ χρονών, ψηλή, καστανόξανθη, και γεμάτη σφρίγος. Αισθανόταν ήδη πολύ γυναίκα. Το σώμα της ήταν άριστα σχηματισμένο, τα μπούτια της δεμένα, οι γάμπες της μακριές και χυτές, τα στήθια της στητά και ολοστρόγγυλα τέντωναν το στενό πουκάμισο της, καθώς δεν φορούσε σουτιέν, οι τεντωμένες ρώγες της σχηματιζόντουσαν προκλητικά πάνω στο λευκό ύφασμα. Οι ερωτικές της εμπειρίες ήταν λιγοστές. Είχε κάποιες παρέες νεαρών φίλων στην πόλη, αλλά μεχρι πρόσφατα πριν έλθει στην πόλη στο χωριό ζούσε σε σπίτι αυστηρών αρχών, με πολύ αυστηρό πατέρα και σεμνή μητέρα, και δεν είχε ποτέ τολμήσει να αφήσει ελεύθερο τον εαυτό της. Αυνανιζόταν τα βράδια, για να μπορέσει να ηρεμήσει και να κοιμηθεί, αλλά κάθε πρωί ξυπνούσε μελαγχολική, καθώς της έλειπε η αντρική αγκαλιά, που τόσο την αισθανόταν πια απαραίτητη.
Νωπές είναι οι μνήμες της από το επεισόδιο με τον γείτονα της τον Κλέαρχο να είναι στο απέναντι υπνοδωμάτιο της γειτόνισσας τους Νεφέλης και τα τρία μικρά κοριτσόπουλα να προσπαθούν να πάρουν μάτι μέσα από τις γρίλιες του παράθυρου τον Κλέαρχο ξαπλωμένο ανάσκελα και Νεφέλη πάνω στο καυλί του! Κατάλαβε πως η Νεφέλη και ο Κλέαρχος ψωνίστηκαν όταν ο σύζυγος της Νεφέλης απουσίαζε στην πατρίδα τους και η γυναίκα του Κλεαρχου η Ιοκάστη δούλευε, στον κάμπο. Η Νιόβη
αισθάνθηκε το μουνάκι της να πλημμυρίζει. Το κορμί της φούντωσε ολόκληρο. Κλείστηκε στην κάμαρα της και, άρχισε με το αριστερό χέρι να τσιμπάει τα βυζιά της και με το δεξί να τρίβει απ’ έξω το μουνί της μεχρι να έρθει σε οργασμό.
...Η Νιόβη από εκεί απ' το πλατύσκαλο αντιλαμβάνεται τον Κλέαρχο στον πάγκο του, συγκεντρωμένο με αφοσίωση στη δημιουργική χειρωνακτική δραστηριότητα του, με πάθος και αφοσίωση στην εργασία του, αγνοώντας το περιβάλλον του. Κοντοστέκεται στο μεγάλο πλατύσκαλο αφήνει σκόπιμα έναν φάκελο παρουσίασης με σημειώσεις να πέσει από τα χέρια της στο τσιμέντο σε μια κλασική τεχνική να κεντρίσει την προσοχή του Κλέαρχου και να του μεταφέρει κρυφά μια πληροφορία. Ο ξαφνικός ήχος του φακέλου στο δάπεδο λειτουργεί ως ερέθισμα και διακόπτει την αποξένωση του Κλεαρχου από το περιβάλλον, τον ενεργοποιεί και η προσοχή του στρέφεται στο κορίτσι! Η Νιόβη ρίχνει μια ματιά στον Κλέαρχο, το βλέμμα της είναι παιχνιδιάρικο, με νάζι και πονηριά (Αχ συγνώμη που σε έκανα να ανησυχήσεις, δεν το ήθελα). Είναι ένα βλέμμα που «μιλάει» και δείχνει διάθεση για φλερτ, χωρίς να είναι απαραίτητα σοβαρό. Δεν ήθελε να δείξει ότι το ήθελε, αλλά το βλέμμα της «πρόδιδε» την επιθυμία της.
Στη συνέχεια με μια άμεση, ενεργητική αντίδραση για να διορθώσει δήθεν την κατάσταση, σκύβει να πάρει το φάκελο αδέξια, οι σημειώσεις σκόρπισαν. Σκύβοντας, τα πόδια της είναι σε διάσταση και δεν έχει λυγίσει τα γόνατα. Προσπαθεί με ηρεμία και αργές κινήσεις να ανακτήσει τον έλεγχο του φακέλου και να μαζέψει τις σημειώσεις. Μαζεύοντας τα χαρτιά της, στριφογυρίζει στη θέση της ώστε ο Κλέαρχος που βρίσκεται τώρα ακριβώς πίσω της χαμηλά στην αυλή και σε κάποια σχετικά μικρή απόσταση να να έχει θέα τους γυμνασμένους γλουτούς της και στην υπερυψωμένη περιοχή του όρους της Αφροδίτης μέσα από τι μικρό κιλοτάκι της.
Ο Κλέαρχος την κοιτούσε με ελαφρώς ανοιχτό στόμα χαλαρά χείλη, ενισχύοντας την αίσθηση στο ενδιαφέρον που του προκαλεί το κορίτσι. «Κοίτα το καυλιάρικο μωρό! Μου δείχνει το «μύδι» της! Μωρό μου τι καύλα είσαι εσύ!» Μονολόγησε ο Κλέαρχος ερεθισμένος από τη θέα που του προσέφερε η έφηβη γυναίκα. Τα βλέμματα τους συναντούνται και αναμετράει ο ένας τον άλλο. Τα μαύρα μάτια του ακτινοβόλησαν όπως το σπασμένο γυαλί. Στα τριάντα δυο του χρόνια είναι στα ντουζένια του σαν γάτος που γυρνοβολάει στα κεραμίδια. Και δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να τον περιορίσει. Η Νιόβη σηκώθηκε όρθια του χαμογέλασε ικανοποιημένη πονηρά και όλο νόημα. Τον Κλέαρχο στεγνός πυρετός τον έπιασε. Αχ αυτό το κορίτσι με τα μάτια φωτιά. Τον κοίταζε και άναβε. Κατέβαινε τα σκαλοπάτια και χόρευαν οι ρώγες της. Το κορίτσι βιώνει κι αυτό το ερωτικό σκίρτημα σαν γαργαλητό στο στομάχι. Έχει κι αυτό ερωτικά σκιρτήματα που δεν την αφήνουν ήρεμα να κοιμηθεί τα βράδια. Η Νιόβη, ένιωθε μια ευχάριστη περιέργεια για το ενδιαφέρον που της έδειχνε ο άνδρας. Άκουσε τη φωνή της μητέρας της να ψιθυρίζει στο μυαλό της.«Εε, λοιπόν, αυτός είναι ένας άντρας που δε θα είχα πρόβλημα να του κατεβάσω το παντελόνι.» Η ανάρμοστη σκέψη την έκανε να νιώσει ντροπή κι έδιωξε τα μη λογοκριμένα σχόλια της μητέρας της απ’ το μυαλό της. Τον κοιτούσε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, καθώς σκέψεις ρίζωναν μέσα της. Η ιδέα να της κάνει έρωτα αυτός ο άντρας ήταν ιδιαίτερα ερεθιστική και ήταν και κάτι που δρα ως διεγερτικό της σεξουαλικής επιθυμίας πάνω της. Το μυαλό της ήταν ήδη γεμάτο με τρυφερές περιπτύξεις και λάγνες φαντασιώσεις, παρορμήσεις που επιθυμούσε για να τις δοκιμάσει.
...Η βροχή είχε σταματήσει όταν έφτασε και ο Αλκιβιάδης στο σπίτι. Άνοιξε την πόρτα. Τους είδε. Κοιτούσε ο ένας τον άλλο. Το δεξί του χέρι χάιδευε τρυφερά τους μηρούς της. Ήταν σίγουρος στο σάλιο του είχε τη γεύση της ανάμεικτη με του φαγητού που έβραζε και δοκίμαζε εάν είναι έτοιμο. Ο Κλέαρχος όπως είχε τον τρόπο του στην κρεβατοκάμαρα έτσι είχε τον τρόπο του και στην κουζίνα. Μαγείρευε για την οικογένεια αρκετές φορές γιατί η Ιοκάστη δουλεύει πολλές ώρες.. Ναι δεν μαγείρευε κάτι ιδιαίτερα πέρα από τα συνηθισμένα και τα κατάφερνε πολύ καλά..
Η Νιόβη, πρέπει πριν μπει ο Αλκιβιάδης μέσα να είχε αφεθεί στο χάδι του. Να ένιωθε το χέρι του αργά να ανεβαίνει όλο και ψηλότερα, να είχε κλείσει τα μάτια και το εσώρουχό της να είχε υγρανθεί. Το ραδιόφωνο έπαιζε ένα άσμα απ’ τα παλιά. Ελαφρό-λαϊκό. Του απομάκρυνε το χέρι. Κάθισε σεμνότερα.
Ο Αλκιβιάδης τους κοιτούσε. Αυτή ήταν δεκαοχτώ χρονών περίπου κι ο Κλέαρχος τριάντα δυο, τόσο νέα! Φαινόταν κοριτσάκι μπροστά του. Η ζωή της ανήκε.
Ο Κλέαρχος φώναξε τον Αλκιβιάδη εκεί έξω στην αυλή. Μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό, του έδωσε χρήματα να τρέξει να αγοράσει μια σαμπρέλα ποδηλάτου για το ποδήλατο που τους είχε δανείσει ο φύλακας του ορυζόμυλου. Το κατάστημα ήταν μακριά στο κέντρο της πόλης. Ο Αλκιβιάδης, αντί να δείξει υπακοή, προέβαλε αντιρρήσεις, αρνήθηκε πεισματικά, δεν του άρεσε η ιδέα να τους αφήσει μόνους. Ο Κλέαρχος του αγρίεψε αλλά στη συνέχεια άλλαξε γνώμη, το ξανασκέφτηκε έβαλε πάλι τα χρήματα στην τσέπη του μουρμουρίζοντας. Ο Αλκιβιάδης μουρμούρισε και αυτός στον εαυτό του. «Κάνε υπομονή μέχρι τα δέκα οκτώ σου και τότε εάν σου αγριέψει ξανά τον πατάς στο λαιμό.» Είπαμε ήταν μόνο δέκα χρόνων.. Έτσι ήταν από παιδί. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου φαίνεται εκεί γύρω στα δέκα του.
.......Ο Αλκιβιάδης, τώρα πια στα ύστερα χρόνια του, είχε πάψει να αναζητά τον ένοχο και τον αθώο. Οι άνθρωποι, είχε καταλάβει, δεν χωρίζονται εύκολα σε αυτούς που πληγώνουν και σε αυτούς που πληγώνονται. Πολλές φορές είναι και τα δύο μαζί. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί μια στιγμή να γίνει η αιτία του πόνου και την άλλη στιγμή να είναι το καταφύγιο εκείνου που πληγώνει. Θυμόταν τον Κλέαρχο και την Ιοκάστη σαν δύο ανθρώπους δεμένους από μια αόρατη κλωστή, που είχε δοκιμαστεί πολλές φορές αλλά ποτέ δεν είχε κοπεί. Δεν ήξερε αν αυτή η κλωστή ήταν η αγάπη, η συνήθεια, ο φόβος της μοναξιάς ή όλα μαζί. Ίσως τελικά οι μεγάλες σχέσεις να μη στηρίζονται ποτέ σε ένα μόνο συναίσθημα.
Η Ιοκάστη δεν ήταν μια γυναίκα που απλώς υπέμενε. Ήταν μια γυναίκα της εποχής της, μεγαλωμένη μέσα σε έναν κόσμο όπου πολλές φορές η οικογενειακή ενότητα θεωρούνταν υπέρτερη από την προσωπική δικαίωση. Είχε μάθει πως η ζωή δεν χαρίζεται και πως ο άνθρωπος πολλές φορές επιλέγει όχι το τέλειο, αλλά αυτό που μπορεί να αντέξει.
Δεν έκλεινε τα μάτια της επειδή δεν έβλεπε. Τα έκλεινε ίσως επειδή έβλεπε πάρα πολλά.
Έβλεπε τον άνδρα της με τις αδυναμίες του, αλλά έβλεπε και εκείνον τον ίδιο άνθρωπο που κάποτε την είχε κάνει να νιώσει μοναδική. Τον Κλέαρχο που είχε μοιραστεί μαζί της φτώχεια, αγωνίες, χαρές, παιδιά, καθημερινές μάχες. Εκείνον που, παρά τα λάθη του, παρέμενε ο άνθρωπος με τον οποίο είχε χτίσει ολόκληρη τη ζωή της.
Για την Ιοκάστη η αγάπη δεν ήταν μια λογιστική πράξη όπου οι απώλειες και τα κέρδη μπαίνουν σε δύο στήλες. Ήταν περισσότερο σαν ένα παλιό σπίτι. Μπορεί να είχε ρωγμές στους τοίχους, μπορεί κάποια παράθυρα να μην έκλειναν καλά, αλλά μέσα του υπήρχαν οι αναμνήσεις, οι φωνές των παιδιών, οι μυρωδιές της κουζίνας, τα πρωινά και τα βράδια μιας ολόκληρης ζωής.
Ο Αλκιβιάδης, μεγαλώνοντας, κατάλαβε πως η μητέρα του δεν συγχωρούσε επειδή θεωρούσε σωστό αυτό που συνέβαινε. Συγχωρούσε γιατί η ίδια είχε αποφασίσει ότι δεν θα άφηνε ένα λάθος να καταστρέψει όλα όσα είχαν χτίσει μαζί.
Και ίσως αυτή ήταν η δική της δύναμη.
Όχι η αδυναμία της.
Γιατί υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην υποταγή και στην επιλογή. Και μόνο εκείνη γνώριζε πραγματικά σε ποια πλευρά βρισκόταν.
Ο Αλκιβιάδης πολλές φορές αναρωτήθηκε αν η Ιοκάστη ήταν ευτυχισμένη. Μετά από χρόνια κατάλαβε πως ίσως η ερώτηση ήταν λάθος. Η ευτυχία δεν είναι πάντα μια μόνιμη κατάσταση. Είναι μικρές στιγμές μέσα σε μια δύσκολη διαδρομή. Ένα βλέμμα. Ένα άγγιγμα. Ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι. Ένα παιδί που επιστρέφει σπίτι. Ένας άνθρωπος που, παρά όλα όσα έγιναν, κάθεται ακόμη δίπλα σου.
Και εκεί ίσως βρισκόταν το μυστικό της Ιοκάστης.
Δεν αγαπούσε τον Κλέαρχο επειδή ήταν τέλειος.
Τον αγαπούσε επειδή ήταν ο δικός της άνθρωπος.
«Χρειάστηκε μια ζωή ολόκληρη για να καταλάβει πως η μάνα του δεν συγχωρούσε επειδή ξεχνούσε. Συγχωρούσε επειδή θυμόταν περισσότερα από όσα θυμόταν αυτός.»
Η συνέχεια στο...
Έναρξη της Εφηβίας!.....





'

